Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀγάπη Χριστοῦ

«Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι λαχτάρα » (Ἅγ. Πορφύριος)

ΑΓ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

ΛΟΓΟΣ περὶ θείου ἔρωτος

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Βίος καὶ Λόγοι»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Χρυσοπηγῆς,
Χανιά 2003, σελ. 207-210)

.               «Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ χαρά, τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, ἡ εὐτυχία. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐλπίδα μας. Ἡ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ἀγάπη, εἶναι ἔρωτας, εἶναι ἐνθουσιασμός, εἶναι λαχτάρα τοῦ θείου. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πᾶν. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀγάπη μας, αὐτὸς ὁ ἔρωτάς μας. Εἶναι ἔρωτας ἀναφαίρετος ὁ ἔρωτας τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ κεῖ πηγάζει ἡ χαρά.
.             Ἡ χαρὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι μιὰ χαρά, ποὺ σὲ κάνει ἄλλο ἄνθρωπο. Εἶναι μιὰ πνευματικὴ τρέλα, ἀλλὰ ἐν Χριστῷ. Σὲ μεθάει σὰν τὸ κρασὶ τὸ ἀνόθευτο, αὐτὸ τὸ κρασὶ τὸ πνευματικό. Ὅπως λέει ὁ Δαβίδ: “Ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον”. Ὁ πνευματικὸς οἶνος εἶναι ἄκρατος, ἀνόθευτος, πολὺ δυνατὸς κι ὅταν τὸν πίνεις, σὲ μεθάει. Αὐτὴ ἡ θεία μέθη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίνεται στοὺς “καθαροὺς τῇ καρδίᾳ”.
.             Ὅσο μπορεῖτε, νὰ νηστεύετε, ὅσες μετάνοιες μπορεῖτε νὰ κάνετε, ὅσες ἀγρυπνίες θέλετε ν’ ἀπολαμβάνετε, ἀλλὰ νὰ εἶστε χαρούμενοι. Νὰ ἔχετε τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ διαρκεῖ αἰώνια, ποὺ ἔχει αἰώνια εὐφροσύνη. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Κυρίου μας, ποὺ δίνει τὴν ἀσφαλῆ γαλήνη, τὴν γαλήνια τερπνότητα καὶ τὴν πάντερπνη εὐδαιμονία. Ἡ χαρὰ ἡ πασίχαρη, ποὺ ξεπερνᾶ κάθε χαρά. Ὁ Χριστὸς θέλει κι εὐχαριστεῖται νὰ σκορπάει τὴ χαρά, νὰ πλουτίζει τοὺς πιστούς Του μὲ χαρά. Εὔχομαι “ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾗ πεπληρωμένη”. (Α´ Ἰωάν. α´ 4).
.             Αὐτὴ εἶναι ἡ θρησκεία μας.Ἐκεῖ πρέπει νὰ πᾶμε. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Παράδεισος, παιδιά μου. Τί εἶναι Παράδεισος; Ὁ Χριστὸς εἶναι. Ἀπὸ δῶ ἀρχίζει ὁ Παράδεισος. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιο. Ὅσοι ἐδῶ στὴ ζοῦν τὸν Χριστό, ζοῦν τὸν Παράδεισο. Ἔτσι εἶναι ποὺ σᾶς τὸ λέω. Εἶναι σωστό, ἀληθινὸ αὐτό, πιστέψτε με! Ἔργο μας εἶναι νὰ προσπαθοῦμε νὰ βροῦμε ἕναν τρόπο νὰ μποῦμε μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι νὰ κάνει κανεὶς τὰ τυπικά. Ἡ οὐσία εἶναι νὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Νὰ ξυπνήσει ἡ ψυχὴ καὶ ν’ ἀγαπήσει τὸν Χριστό, νὰ γίνει ἁγία. Νὰ ἐπιδοθεῖ στὸν θεῖο ἔρωτα. Ἔτσι θὰ μᾶς ἀγαπήσει κι Ἐκεῖνος. Θὰ εἶναι τότε ἡ χαρὰ ἡ ἀναφαίρετη. Αὐτὸ θέλει πιὸ πολὺ ὁ Χριστός, νὰ μᾶς γεμίζει ἀπὸ χαρά, διότι εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς. Αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι δῶρο τοῦ Χριστοῦ. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ χαρὰ θὰ γνωρίσουμε τὸν Χριστό. Δὲν μποροῦμε νὰ Τὸν γνωρίσουμε, ἂν Ἐκεῖνος δὲν μᾶς γνωρίσει. Πῶς τὸ λέει ὁ Δαβίδ; “Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσει οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες. ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων” (Ψαλμ. ΡΚϚ´[126] 1). Αὐτὰ ἡ ψυχή μας θέλει νὰ ἀποκτήσει. Ἂν προετοιμαστοῦμε ἀνάλογα, ἡ χάρις θὰ μᾶς τὰ δώσει. Δὲν εἶναι δύσκολο. Ἂν ἀποσπάσουμε τὴ χάρη, ὅλα εἶναι εὔκολα. χαρούμενα κι εὐλογία Θεοῦ. Ἡ θεία χάρις διαρκῶς κρούει τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς μας καὶ περιμένει ν’ ἀνοίξουμε, γιὰ νὰ ἔλθει στὴν διψῶσαν καρδίαν μας καὶ νὰ τὴν πληρώσει. Τὸ πλήρωμα εἶναι ὁ Χριστός, ἡ Παναγία μας, ἡ Ἁγία Τριάς. Τί ὡραῖα πράγματα!
.             Ἅμα ἀγαπάεις, ζεῖς στὴν Ὁμόνοια καὶ δὲν ξέρεις ὅτι βρίσκεσαι στὴν Ὁμόνοια. Οὔτε στὰ αὐτοκίνητα βλέπεις, οὔτε κόσμο βλέπεις, οὔτε τίποτε. Εἶσαι μέσα σου μὲ τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπάεις. Τὸ ζεῖς, τὸ εὐχαριστεῖσαι, σὲ ἐμπνέει. Δὲν εἶναι ἀληθινὰ αὐτά; Σκεφτεῖτε αὐτὸ τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπᾶτε νὰ εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς στὸ νοῦ σου, ὁ Χριστὸς στὴν καρδιά σου, ὁ Χριστὸς σ’ ὅλο σου τὸ εἶναι, ὁ Χριστὸς παντοῦ.
.             Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς, ἡ πηγὴ τοῦ φωτὸς τοῦ ἀληθινοῦ, τὸ πᾶν. Ὅποιος ἀγαπάει τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἄλλους, αὐτὸς ζεῖ τὴ ζωή. Ζωὴ χωρὶς Χριστὸ εἶναι θάνατος, εἶναι κόλαση δὲν εἶναι ζωή. Αὐτὴ εἶναι ἡ κόλαση, ἡ μὴ ἀγάπη. Ζωὴ εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἢ θὰ εἶσαι στὴ ζωὴ ἢ στὸ θάνατο. Ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται νὰ διαλέξεις.
.             Ἕνας νὰ εἶναι ὁ στόχος μας, ἡ ἀγάπη στὸν Χριστό, στὴν Ἐκκλησία, στὸν πλησίον. Ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία πρὸς τὸν Θεό, ἡ λαχτάρα, ἡ ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἐπὶ γῆς Παράδεισος. Ἡ ἀγάπη στὸν Χριστὸ εἶναι κι ἀγάπη στὸν πλησίον, σ’ ὅλους, καὶ στοὺς ἐχθρούς. Ὁ Χριστιανὸς πονάει γιὰ ὅλους, θέλει ὅλοι νὰ σωθοῦν, ὅλοι νὰ γευτοῦν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ χριστιανισμός. Μέσῳ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἀδελφὸ θὰ κατορθώσουμε ν’ ἀγαπήσουμε τὸν Θεό. Ἐνῶ τὸ ἐπιθυμοῦμε, ἐνῶ τὸ θέλουμε, ἐνῶ εἴμαστε ἄξιοι, ἡ θεία χάρις ἔρχεται μέσῳ τοῦ ἀδελφοῦ. Ὅταν ἀγαπᾶμε τὸν ἀδελφό, ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ἄρα τὸν Χριστό. Μέσα στὴν Ἐκκλησία εἴμαστε κι ἐμεῖς. Ἄρα ὅταν ἀγαπᾶμε τὴν Ἐκκλησία, ἀγαπᾶμε καὶ τὸν ἑαυτό μας.»

, ,

Σχολιάστε

« ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΠΙΑ ΤΟΥΤΗ ΤΗ ΒΛΑΧΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ»

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

ἐφημ. «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»  
(16.02.1964)

.           «Καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου» (Ματθ. ι´ 22). «Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν» (Ἰωάν. ιε´ 18).
.           Ἡ κίνηση ποὺ ἄρχισε νὰ γίνεται ἀνάμεσα στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ στὸ Βατικανό, μὲ τὴ συνάντηση τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα καὶ τοῦ Πάπα Παύλου, ἔστρεψε κατὰ κεῖ τὴν προσοχὴ τοῦ κόσμου. Ἡ ἐποχή μας εἶναι ὅλο θεαματικὲς σκηνοθεσίες, γιατί ὁ κόσμος σήμερα ἔχει μανία μὲ τὸ θέατρο, κι ὅλοι, εἴτε πολιτικοὶ εἶναι, εἴτε ἐπιστήμονες, εἴτε καλλιτέχνες, ἀκόμα καὶ κάποιοι παπάδες, παρουσιάζονται σὰν νὰ εἶναι ἠθοποιοί, καὶ τοὺς παίρνουνε φωτογραφίες καὶ κινηματογραφικὲς ταινίες, καὶ ποζάρουνε μέσα στὶς ἐφημερίδες, ποὺ τοὺς ἱστορίζουνε μὲ ὅλα τὰ καθέκαστα. Ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τοὺς δύο μεγάλους ἀρχηγοὺς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ πήγανε μὲ πομπή, σὰν ἄρχοντες, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, πάμφτωχος μέσα σὲ ἕνα παχνί, σ᾽ ἕνα φτωχικὸ μαντρί. Ἡ συνάντηση αὐτὴ ἔγινε ὕστερα ἀπὸ πολλὲς τυμπανοκρουσίες, ἀληθινὰ μὲ σεμνότητα ποὺ θύμιζε τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ!
.           Κι ὁ κόσμος χειροκρότησε τοὺς δύο ἀρχηγοὺς ποὺ διακηρύξανε, πὼς οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἑνωθοῦνε, καὶ πὼς αὐτοὶ δίνουνε τὸ σύνθημα, παραμερίζοντας κάθε… ἔχθρητα ποὺ εἶχε φυτρώσει ἀνάμεσά τους στὰ περασμένα χρόνια, καὶ πὼς «τὸ μεσότειχον τοῦ φραγμοῦ διαλέλυται». Ὁ κόσμος θέλει καὶ ποθεῖ τὴ συμφιλίωση ἀνάμεσα στοὺς Χριστιανούς, καὶ θαρρεῖ πὼς ἔχει δίκηο νὰ πιστεύη πὼς κάθε ἄνθρωπος ποὺ δὲ θέλει αὐτὴ τὴ συμφιλίωση, εἶναι κακὸς ἄνθρωπος, ἐχθρὸς τῆς εἰρήνης, ἔρημος ἀπὸ ἀγάπη, κι ἂν λέγη μάλιστα πὼς εἶναι καὶ Χριστιανός, μ᾽ αὐτὸ ποὺ κάνει δείχνει πὼς εἶναι ὑποκριτὴς καὶ θεομπαίχτης, ἀφοῦ δὲν ἔχει μέσα του τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἀλλὰ πόσο διαφορετικὰ εἶναι τὰ πράγματα! Πόσο ἄδικα κρίνουνε οἱ πολλοὶ ἐκείνους ποὺ δὲν ἐπικροτοῦνε αὐτοὺς τοὺς ἐναγκαλισμούς!
.           Ὁ πολὺς ὁ κόσμος κρίνει χωρὶς νὰ ξέρη, καταδικάζει χωρὶς νὰ ρωτήση, γιατί φέρνεται ἔτσι σ᾽ αὐτὸν τὸν ὁποῖον καταδικάζει. Βέβαια, μὲ τὴν πρώτη ματιά, δὲ μπορεῖ παρὰ νὰ παραδεχτῆ κανένας πὼς ὅλοι μας πρέπει νὰ ἐπικροτήσουμε μὲ ἐνθουσιασμὸ αὐτὴ τὴν εὐλογημένη κίνηση, καὶ νὰ εὐχόμαστε νὰ φτάξη στὸ ποθητὸ ἀδέλφωμα ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Ὡστόσο, οἱ πολλοὶ δὲν ξέρουνε ἂν ὑπάρχη κάποιο μεγάλο ἐμπόδιο στὸ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ ἀδέλφωμα, τὸ πιὸ μεγάλο ἐμπόδιο. «Καὶ ποιό ἐμπόδιο μπορεῖ νὰ ὑπάρχη, ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ ἀγάπη;», θὰ ποῦνε πολλοί, σχεδὸν ὅλοι. Μιλοῦνε ἔτσι, γιατί δὲν ξέρουνε πὼς αὐτὴ ἡ λεγόμενη συμφιλίωση γίνεται μὲ τὴ θυσία τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ μέρος τῆς Ὀρθοδοξίας, χωρὶς νὰ ὑπάρχη στὴ μέση καθόλου ἀγάπη. Ἀλλὰ κι ἂν ὑπῆρχε ἀγάπη, ἡ ἀγάπη αὐτὴ θὰ ἤτανε ἡ ἀπατηλὴ ἀγάπη τούτου τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὸν Χριστό.
.           Ὁ Χριστὸς ξεχώρισε τὴ μία ἀγάπη ἀπὸ τὴν ἄλλη, καθὼς ξεχώρισε καὶ τὴν εἰρήνη ποὺ νοιώθει ὁ κόσμος, ἀπὸ τὴν δική του τὴν εἰρήνη. Καὶ ποιά λοιπὸν εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Τὴν εἶπε ὁ ἴδιος μὲ τὰ λόγια τοῦτα: «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με… Ἐάν τις ἀγαπᾶ με, τὸν λόγον μου τηρήσει». Καὶ φύλακας καὶ ἑρμηνευτὴς τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἱερὴ Κιβωτός, ποὺ μέσα σ᾽ αὐτὴ φυλάχθηκε ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Φυλάχθηκε ἀμίαντη ἀπὸ τὶς αἱρέσεις, καὶ θὰ φυλαχθῆ ἄσπιλη καὶ ἀναλλοίωτη ἕως τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Κι αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ λεγομένη Ὀρθόδοξη. Εἶναι αὐτή, γιατί μονάχα αὐτὴ διατήρησε ἀνόθευτο κι ἀνάλλαχτο τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, κράτησε ἀνέγγιχτα τὰ μυστήρια καὶ τὰ δόγματα, ἐπικυρώνοντάς τα μὲ τὶς ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, κάθε φορὰ ποὺ ἐπιχειρούσανε οἱ αἱρετικοὶ νὰ τὰ ἐξηγήσουν κατὰ τὴ διεστραμμένη διάνοιά τους. Ἡ παπικὴ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης δὲν τὰ κράτησε ἀδιάφθορα, ἀλλὰ κατάντησε αἱρετική, γιατί ἄλλαξε καὶ μυστήρια καὶ δόγματα, σὲ σημεῖο ποὺ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ νὰ γίνη ἀγνώριστη.
.           Τὸ κοσμικὸ πνεῦμα της, νόθεψε τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, κι ἡ ἀλαζονεία της τὴν ἀποξένωσε ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸ θεμέλιό της εἶναι ἡ ταπείνωση. Λοιπόν, καλὰ εἶναι τὰ ἔμορφα λόγια τῆς ἀγάπης, καὶ εὐχάριστα ἀκούγονται ἀπὸ τὰ ἀνύποπτα αὐτιὰ τῶν πολλῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἀποροῦν πὼς ὑπάρχουνε ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἐπικροτοῦν αὐτὴ τὴν ἀγάπη ἀνάμεσα στοὺς Χριστιανούς. Καὶ τοῦτο γίνεται ἐπειδὴ οἱ πολλοὶ εἶναι ἀδιάφοροι γιὰ τὴ θρησκεία, κι ὅσοι πάλι δὲν εἶναι ἀδιάφοροι, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσουνε ὅλοι μὲ ποιὰ πληρωμὴ θὰ γίνη αὐτὴ ἡ συμφιλίωση. Ἡ πληρωμὴ θὰ γίνη μὲ τὴ θυσία τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη. Τί εἴδους λοιπὸν συναδέλφωση μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ πληρώνεται μὲ τὴ θυσία τῆς ἀληθινῆς Ἀγάπης;
.           Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ χτίσθηκε μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του, καὶ στερεώθηκε μὲ τὸ αἷμα τῶν μυριάδων μαρτύρων. Σὰν λείψανε οἱ ἀρχαῖοι τύραννοι, οἱ εἰδωλολάτρες ἐχθροὶ τῆς θρησκείας μας, οἱ Διοκλητιανοὶ κι οἱ Μαξέντιοι, φανερωθήκανε οἱ αἱρετικοὶ κι οἱ ἀποστάτες, ποὺ λεγόντανε μὲν Χριστιανοί, μὰ χτυπούσανε τὴ θρησκεία μὲ πλέον ὕπουλον τρόπο, καὶ τότε λάμψανε οἱ νέοι μάρτυρες, οἱ λεγόμενοι ὁμολογηταί. Καὶ τοῦτο ἔγινε κατὰ θεία παραχώρηση, γιὰ νὰ βρίσκεται ἡ Ἐκκλησία πάντα σὲ κίνδυνο, ὥστε νὰ εἶναι ἄγρυπνοι νύχτα καὶ μέρα οἱ κυβερνῆτες της κι ὅλοι οἱ Χριστιανοί, σὰν ἐκείνους τοὺς στρατιῶτες ποὺ φυλάγουν θησαυρὸ μεγάλον.
.           Γιὰ τοῦτο λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ πὼς σὲ ὅσους κατοικεῖ μέσα τους τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ συνηθίσουν στὴν ὀκνηρία καὶ νὰ νυστάξουν, ἀλλὰ τοὺς βάζει παντοτινὰ σὲ φροντίδες καὶ σὲ ἀγῶνα σκληρόν. Τώρα ποὺ γίνεται αὐτὴ ἡ κίνηση νὰ ἑνωθοῦν οἱ Χριστιανοί, μὰ κι ὅσοι δὲν εἶναι Χριστιανοί, κινημένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ἐπιθυμία τῆς καλοπέρασης καὶ τῆς πνευματικῆς ἀναισθησίας, κι ὄχι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, οἱ πολλοὶ ποὺ εἶναι ἀδιάφοροι, καὶ ποὺ δὲν τοὺς μέλλει γιὰ τὴ θρησκεία, χειροκροτοῦνε αὐτὴ τὴν κίνηση, γιατί δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ ἄλλο τίποτα, παρὰ μονάχα γιὰ τὴν ὑλικὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴν ἐξασφάλισή της. Γι᾽ αὐτούς, θρησκεία, δόγματα, μυστήρια, ἀλήθεια, μέλλουσα ζωή, εἶναι ἀνοησίες καὶ γελοῖες δεισιδαιμονίες, ποὺ πρέπει νὰ σαρωθοῦν μπροστὰ στὸ ὑψηλὸ καὶ κοσμοεπιθύμητο ἰδεῶδες τῆς ψεύτικης συναδέλφωσης ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
.           Γι᾽ αὐτοὺς μία ἀλήθεια ὑπάρχει, κι εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια τούτη ἡ σαρκικὴ ζωὴ ποὺ ζοῦμε, χωρὶς πίστη, χωρὶς ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὸν τάφο. Καὶ γι᾽ αὐτὴ τὴ ζωὴ πρέπει νὰ θυσιασθοῦνε τὰ πάντα, καὶ πολὺ περισσότερο ἡ ἀλήθεια ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός, καὶ ποὺ γι᾽ αὐτοὺς εἶναι ἕνα ψέμα, μία ἀνοησία. Αὐτὸ τὸ πλῆθος ποὺ εἶναι ἀδιάφορο γιὰ τὴ θρησκεία, βογγᾶ φοβεριστικὰ καταπάνω σὲ κείνους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ νὰ φυλαχτῆ ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ νὰ μὴ θυσιαστῆ στὸ παζάρεμα ποὺ θὰ γίνη γιὰ τὴν κοσμικὴ συμφιλίωση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Γι᾽ αὐτὸ τὸ πλῆθος, εἶναι ἀκατανόητο τὸ πεῖσμα ποὺ φανερώνουν «οἱ φανατικοὶ θρησκόληπτοι, οἱ ἐχθροὶ τῆς προόδου, οἱ μισαλλόδοξοι, οἱ μνησίκακοι». Πόσο εὔκολο πράγμα εἶναι νὰ τὰ βλέπη κανένας ὅλα, καὶ θρησκεία, καὶ Χριστό, καὶ πίστη μὲ τέτοιον μακάριον τρόπο! Νὰ μὴ σκοτίζεσαι γιὰ τίποτα, καὶ ὅμως νὰ φαίνεσαι πὼς εἶσαι καὶ γεμάτος ἀγάπη, ταπεινὸς κι ἀμνησίκακος περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἁγίους! Σήμερα ποὺ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ σπαράξουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ τὸ συμφέρον, γέμισε ὁ κόσμος ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ περνοῦν γιὰ ψυχόπονοι καὶ γιὰ κήρυκες τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ταπείνωσης, ἐπειδὴ φωνάζουνε νὰ σαρωθοῦνε «τὰ μίση τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ λησμονηθοῦν οἱ δογματικὲς ἀνοησίες ποὺ ἐμπόδιζαν ἐπὶ αἰῶνας τὴν προσέγγισιν τῆς Ἀνατολικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας».
.           Γι᾽ αὐτοὺς τοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ δὲν ἔχουνε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁμολογητὲς ποὺ βασανισθήκανε γιὰ τὴν πίστη μας ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, καὶ ποὺ προτιμήσανε νὰ θανατωθοῦνε παρὰ νὰ τὴν ἀρνηθοῦνε, ἤτανε κάποιοι στενόμυαλοι πεισματάρηδες, κακοὶ καὶ μοχθηροί, ποὺ δὲν εἴχανε καθόλου ἀγάπη μέσα τους, κι ἂς τοὺς εἴπανε ἁγίους. Ἅγιοι εἶναι οἱ σημερινοὶ κράχτες τῆς συναδελφώσεως μὲ τοὺς αἱρετικούς, κι ὄχι ὁ Ἀθανάσιος, ὁ Βασίλειος, ὁ Σπυρίδων, ὁ Νικόλαος, ὁ Εὐστάθιος, ὁ Μάξιμος, ὁ Θεόδωρος Στουδίτης, ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτός, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ Νικόδημος Ἁγιορείτης, κι οἱ ἄλλοι φανατικοὶ καλόγηροι. Μὰ γιὰ τοὺς ἔξυπνους ποὺ δὲν δίνουνε πεντάρα γιὰ τὴ θρησκεία, κι οἱ μάρτυρες ἀκόμα ποὺ χύσανε τὸ αἷμα τους γιὰ νὰ στερεωθῆ ἡ Ἐκκλησία, καὶ κεῖνοι ἄδικα σφαχτήκανε καὶ κρεμασθήκανε καὶ χάσανε τὴ ζωή τους γιὰ ἕνα ἀνόητο πεῖσμα, ἐπειδὴ πιστέψανε σὲ κάποιο ψέμα ποὺ τὸ νομίσανε γιὰ ἀλήθεια. Τὸ πρακτικὸ μυαλὸ τὰ περιπαίζει ὅλα, θρησκεία, πίστη, δόγματα, μυστήρια, σωτηρία, μέλλουσα ζωή.
.           Πῶς νὰ θυσιάσης, λέγει, τούτη τὴ ζωὴ τὴ χειροπιαστή, γιὰ τὴν ἄλλη, ποὺ δὲν γύρισε κανένας ἀπὸ τὸν ἅδη γιὰ νὰ μᾶς πῆ πὼς ὑπάρχει! «Κάλλιο πέντε καὶ στὸ χέρι, παρὰ δέκα καὶ καρτέρει». Ἔτσι συλλογίζεται ὁ φρόνιμος, ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος, καὶ πορεύεται ἀναλόγως. Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐνθουσιάσθηκε γιὰ τὴν Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, «γιὰ νὰ πάψουν τέλος πάντων αὐτὲς οἱ ἀνοησίες μὲ τὰ σχίσματα, μὲ τὰ δόγματα καὶ τοὺς βυζαντινισμούς». Τί ὡραῖα! Τί καλά! Τὴ δουλειά μας νὰ κάνουμε. «Νὰ γίνουμε καὶ στὴ θρησκεία Εὐρωπαῖοι, ὅπως γινήκαμε Εὐρωπαῖοι σὲ ὅλα. Νὰ συγγενέψουμε μὲ τοὺς Εὐρωπαίους Χριστιανούς, νὰ παρατήσουμε πιὰ τούτη τὴ βλάχικη θρησκεία μὲ τοὺς λυγδιασμένους καλόγερους. Νὰ συγχρονισθοῦμε. Νὰ ἀποκτήσουμε ἱερωμένους εὐπαρουσίαστους, ὄχι τσελιγκάδες ἀχτένιστους, σὰν τὸν Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ μὲ τὴν γκλίτσα. Ἐκεῖ θὰ βρισκόμαστε αἰωνίως; Ὑπανάπτυκτοι θὰ μείνουμε καὶ στὴ θρησκεία;».
.           Ὁ διάβολος πάντα τάζει πολλὰ σὲ κείνους ποὺ θέλει νὰ μπλέξη στὰ δίχτυά του. Στοὺς πρωτόπλαστους εἶπε πὼς θὰ γίνουνε θεοί, ἂν τὸν ἀκούσουνε καὶ φᾶνε ἀπὸ τὸ Δένδρο τῆς Γνώσεως. Ἔτσι καὶ τώρα, σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἐπικροτοῦνε τὴν ἱερὴ συμμαχία τοῦ Πάπα μὲ τὸν Πατριάρχη, στοὺς ἀδιάφορους γιὰ τὰ θρησκευτικά, στοὺς ἄθεους καὶ στοὺς ψευτοχριστιανούς, λέγει γιὰ νὰ τοὺς σαγηνέψη, πὼς θὰ φανοῦνε στὰ μάτια τοῦ κόσμου φιλάδελφοι, ἀμνησίκακοι, ταπεινοί, μὰ καὶ προοδευτικοί, φιλελεύθεροι, χωρὶς φανατισμοὺς καὶ δεισιδαιμονίες. Καὶ πώς, μὲ τὸ νὰ ἐγκρίνουνε ὅ,τι γίνεται γιὰ τὸ ἀδέρφωμα τῶν Χριστιανῶν, συνεργοῦνε στὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητος, γιὰ νὰ ζήση ἥσυχη καὶ ν᾽ ἀπολάψη τὰ καλὰ τούτου τοῦ κόσμου, χωρὶς νὰ μποδίζεται ἀπὸ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν καταραμένη διδασκαλία του, ποὺ χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς κάνει νὰ ἐχθρεύωνται μεταξύ τους. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν κάνη ἄνω-κάτω, νὰ χωρίση γονιοὺς ἀπὸ τὰ τέκνα, ἀδελφὸ ἀπὸ ἀδελφό: «Μὴ νομίσητε, λέγει, ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν. Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. Ἦλθον γὰρ διχᾶσαι ἄνθρωπον παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς» (Ματθ. ι´ 24). Καὶ σὲ ἄλλο μέρος λέγει πάλι: «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν (Λουκ. ιβ´ 49). Πῶς γίνεται, αὐτὸς ὁ Χριστὸς ποὺ μιλοῦσε ὁλοένα γιὰ εἰρήνη, καὶ χαιρετοῦσε λέγοντας «Εἰρήνη ὑμῖν», πῶς λέγει πάλι πὼς ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ βάλη φωτιὰ νὰ τὴν κάψη; «Λοιπόν, ἐσεῖς οἱ ἄνθρωποι, λέγει ὁ διάβολος στ᾽ αὐτί τους, πρέπει νὰ βάλετε ἕνα τέλος στὴ φαγομάρα ποὺ ἔρριξε ἀνάμεσά σας αὐτὸς ὁ ταραχοποιὸς ποὺ λέγεται Χριστός, γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ ζήσετε ἥσυχοι καὶ μονιασμένοι. Ἐκεῖνος εἶπε πὼς θὰ φέρη στὸν κόσμο τὴν ταραχὴ καὶ τὴ διχόνοια, καὶ τὴν ἔφερε. Ἐγὼ σᾶς φέρνω τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἀγάπη κι ἂς μὲ λένε διάβολο, σατανᾶ κι ἀνθρωποκτόνο. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ καταλάβετε ποιὸς εἶναι ὁ ἐχθρός σας καὶ ποιὸς ὁ εὐεργέτης σας. Εὐεργέτης σας εἶμαι ἐγὼ ὁ ἀδικοκατηγορημένος, ὅπως τὸ βλέπετε καθαρὰ σήμερα ποὺ καθαρίσανε τὰ μάτια σας μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση. Τόσους αἰῶνες σᾶς τύφλωνε ἐκεῖνος ὁ πλάνος ὁ Χριστὸς μὲ τὰ παραμύθια του. Ἀνάθεμα τὸν!».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.paterikiorthodoxia.com

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ (π. Διον. Τάτσης) «Ὅταν ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά εἶναι στραμμένα στά τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός ἀπουσιάζει».

Ἡ πρὸς τὸν Χριστὸν ἀγάπη

Τοῦ πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση

.                 Γιὰ νὰ ἀγαπήσουμε τόν Χριστό χρειάζεται μία ἀναγκαία προϋπόθεση, τήν ὁποία δυστυχῶς οἱ περισσότεροι χριστιανοί ἀγνοοῦν καί γι᾿ αὐτό εἶναι μακριά του. Ὁ Γέροντας Γερμανός ὁ Σταυροβουνιώτης ἔλεγε ὅτι «πρέπει πρῶτα νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὅλα τά γήϊνα εἶναι πρόσκαιρα καί μάταια καί σέ κανένα ἀπό αὐτά νά μή προσκολληθοῦμε». Μέ ἄλλα λόγια ἡ καρδιά μας πρέπει νά εἶναι ἀνοιγμένη πρός τόν Κύριο, πού σημαίνει θερμή προσευχή καί συνεπής τήρηση τῶν ἐντολῶν του. Ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει νά ἀπορροφᾶται ἀπό τά βιοτικά καί νά μή ἀπομακρύνεται ἀπό τό ἕνα καί σωτηριῶδες πού εἶναι ἡ ὁλόθερμη καί ὁλοκληρωτική ἀγάπη πρός τόν Χριστό.
.                 Ἐκεῖνος πού ἀγαπάει τόν Χριστό, προφανῶς πρέπει νά ἔχει ἀγάπη καί πρός τόν πλησίον. Αὐτό τό πετυχαίνει κανείς, ὅταν στή ζωή του περιφρονήσει τρία πράγματα: τό χρῆμα, τίς ἡδονές καί τήν ἀνθρώπινη δόξα. Ὁ φιλοχρήματος καί πλεονέκτης ὄχι μόνο δέν ἀγαπᾶ τόν πλησίον του, ἀλλά τόν ἐκμεταλλεύεται μέ τρόπο σκληρό καί ἄγριο. Δέν συγκινεῖται εὔκολα καί δέν συμπάσχει. Ὁ νοῦς του εἶναι στραμμένος στόν πλοῦτο καί μόνο σ᾿ αὐτόν. Δέν ἔχει ἄλλα ἐνδιαφέροντα πέρα ἀπό τόν ἑαυτό του.
.                 Ὁ φιλήδονος ἐπίσης βλέπει τόν πλησίον του ὡς ἀντικείμενο ἡδονῆς. Ἔγνοια του μοναδική ἡ ἡδονή. Εἶναι ὁ χαμερπής ἄνθρωπος πού ἡ θέλησή του εἶναι ἁμαρτωλή καί ὁ νοῦς του δέν μπορεῖ νά ξεφύγει ἀπό τό πάθος. Ἀλλά καί ὁ φιλόδοξος δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει τόν πλησίον του. Τόν θέλει βέβαια κοντά του, γιά νά τόν ἐκμεταλλεύεται καί νά τόν κάνει ἀπερίσκεπτο χειροκροτητή καί ὅταν διαπιστώνει ὅτι δέν τόν χρειάζεται ἄλλο, τόν περιφρονεῖ καί τόν ἀπομακρύνει.
.                 Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί πρός τόν πλησίον εἶναι ἕνα διαρκές ἄθλημα, στό ὁποῖο πρέπει νά ἐπιδίδονται ὅλοι οἱ χριστιανοί κάτω ἀπό τίς προϋποθέσεις πού προαναφέραμε. Χωρίς αὐτές ἡ ἀγάπη παραμένει εὐχάριστη θεωρία, ἡ ὁποία σέ τίποτα δέν ὠφελεῖ. Χρειάζεται λοιπόν πνευματικός ἀγώνας καί ἀμεριμνία γιά τά περιττά καί μάταια τῆς παρούσης ζωῆς. Ἄλλος τρόπος δέν ὑπάρχει. Ὅσοι νομίζουν ὅτι μποροῦν νά ἀγαπήσουν τόν Χριστό, χωρίς νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τό κοσμικό φρόνημα, πλανῶνται. Ὅταν ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά τους εἶναι στραμμένα στά τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός ἀπουσιάζει. Ὅταν τά θρησκευτικά καθήκοντα μπαίνουν στό περιθώριο, ὅταν οἱ ἠθικοί φραγμοί δέν ἰσχύουν καί ἡ μετάνοια εἶναι ἄγνωστη, εἶναι σχεδόν ἀδιανόητο νά μιλᾶμε γιά τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί κατ’ ἐπέκταση γιά τήν πνευματική ζωή. Αὐτό πρέπει νά τό συνειδητοποιήσουν ὅλοι οἱ χριστιανοί, κληρικοί καί λαϊκοί.

ΠΗΓΗ: dtatsis.blogspot.gr

(ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 11.07.14)

,

Σχολιάστε

ΟΙ ΔΥΟ ΠΟΛΟΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

«Ὅτι ἠγάπησε πολύ…»
(Ματθ. κϛ´ 6-16, Λουκ. ζ´ 36-48)

Ἀγάπη – Προδοσία. Οἱ δύο πόλοι τῆς καρδιᾶς.

.         Ἢ θὰ ἀγαπᾶς τὸν Ἰησοῦ, ἢ θὰ τὸν προδίδεις. Τρίτη κατάσταση δὲν ὑπάρχει.
.           Κανεὶς δὲν στάθηκε ἀδιάφορος μέσα στὴν Ἱστορία ἀπέναντι στὸν Ἰησοῦ. Κάποια ὁπωσδήποτε στάση θὰ ἔχεις πάρει ἀπέναντί Του. Ἢ θὰ τοῦ πλένεις τὰ πόδια μὲ τὰ μύρα τῆς ἀγάπης σου ἢ θὰ τὸν προδίδεις μὲ τὴν ἱκανοποίηση τοῦ ἐγωισμοῦ σου.

Ἁμαρτωλὴ Γυναίκα – Ἰούδας.

.          Ἡ πρώτη, ἁμαρτωλὴ καὶ μακριὰ ἀπ’ τὸν Θεό, φθάνει μέχρι τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ ἀδειάζοντας σ’ αὐτὰ τὸ ἀλάβαστρο τῆς καρδιᾶς της.
.         Ὁ δεύτερος, μαθητὴς καὶ κοντινὸς τοῦ Ἰησοῦ, ἀνοίγει τὸ χέρι νὰ δεχτεῖ τὰ ἀργύρια τῆς προδοσίας του.

[…]

ΠΗΓΗ: xfd.gr

,

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΕΚΛΑ «Μπροστὰ στὸ δίλημμα: μαζὶ μὲ τὸν μνηστήρα της σὲ μία ζωὴ εἰδωλολατρικὴ ἢ μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ ὡς χριστιανή, χωρὶς δισταγμὸ προτίμησε τὸ δεύτερο».

Η ΑΓΙΑ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΕΚΛΑ

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.          «Ἡ ἁγία Θέκλα καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τοῦ Ἰκονίου, ἡ μητέρα της λεγόταν Θεόκλεια καὶ ἀνῆκε σὲ εὐγενὲς καὶ ἔνδοξο γένος. Κατηχήθηκε τὸν λόγο τῆς πίστεως ἀπὸ τὸν μεγάλο ἀπόστολο Παῦλο, τὸν ὁποῖο ἄκουσε νὰ διδάσκει στὸ σπίτι τοῦ Ὀνησιφόρου. Ὅταν ἔγινε χριστιανή, ἦταν δεκαοκτὼ ἐτῶν καὶ εἶχε μνηστευθεῖ τὸν Θάμυρη. Ἀφοῦ περιφρόνησε τὴν φωτιά, στὴν ὁποία τὴν ἔβαλαν, ὅπως καὶ τὴμ μητέρα της καὶ τὸν μνηστήρα της, ἀκολούθησε τὸν Παῦλο. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ βρέθηκε στὴν Ἀντιόχεια, κι ἐκεῖ λόγῳ τῆς πίστεώς της ρίχθηκε ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο στὰ θηρία καὶ σὲ ταύρους, προκειμένου νὰ τὴν κομματιάσουν. Ἀπὸ ὅλα ὅμως σώθηκε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁπότε ἄρχισε νὰ περιέρχεται διάφορες πόλεις κηρύσσοντας τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φέρει στὴν χριστιανικὴ πίστη πολλοὺς ἀνθρώπους. Ὕστερα ἐπανῆλθε στὴν πατρίδα της, ὅπου ἀποσύρθηκε σὲ κάποια ἀπὸ τὰ βουνά της καὶ ἀσκήτεψε μόνη της. Ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα στοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὴν ἐπισκέπτονταν, μέχρις ὅτου τελείωσε τὴν ζωή της, μπαίνοντας μέσα σ’ ἕνα βράχο ποὺ ἄνοιξε μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ γιὰ χάρη της. Ὅλος ὁ χρόνος τῆς ζωῆς της  ἦταν ἐνενήντα ἔτη».
.          Δὲν εἶναι μόνον οἱ ἄνδρες ποὺ μπορεῖ νὰ καυχῶνται γιὰ τὸν πρῶτο ἐν μάρτυσι, τὸν ἅγιο Στέφανο. Εἶναι καὶ οἱ γυναῖκες ποὺ ἀντιστοίχως ἔχουν τὴν πρώτη μεταξὺ τῶν γυναικῶν μάρτυρα, τὴν ἁγία Θέκλα, μεγαλομάρτυρα ἐπίσης καὶ ἰσαπόστολο. Ἡ ἁγία αὐτὴ κατέχει ἰδιαίτερη θέση μεταξὺ τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων, ὄχι μόνον ὡς «σύναθλος Στεφάνου», ἀλλὰ καὶ ὡς «συνόμιλος Παύλου». Διότι καὶ ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο μεταστράφηκε καὶ ἔγινε χριστιανή,  ἀλλὰ καὶ τὸν ἀκολούθησε σὲ πολλὲς ἀπὸ τὶς περιοδεῖες του, δείχνοντας τέτοιο ἀνδρεῖο φρόνημα, ἰδίως σ’ αὐτὰ ποὺ ὑπέστη, ποὺ ἔκανε, κατὰ τὸν ὑμνογράφο,  τὴν προμήτορα Εὔα, ἡ ὁποία ὑποτάχτηκε στὰ κελεύσματα τοῦ διαβόλου, νὰ χαίρεται, γιατί βρέθηκε γυναίκα νὰ ὑποτάσσει τὸν πονηρό. «Εὔα χαίρει, καθορῶσα γυναιξὶ τὸν ὄφιν ὑποπίπτοντα».
.          Ὁ ὑμνογράφος ἰδιαιτέρως ἐπιμένει στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἁγία, νεότατη στὴν ἡλικία, εὐθὺς ὡς ἔγινε χριστιανή, ἄφησε τὸν μνηστήρα της, γιὰ νὰ γίνει ἀκόλουθος τοῦ Παύλου καὶ εὐαγγελίστρια Χριστοῦ. Ἡ μεταστροφή της αὐτή, ἀπὸ ἔγγαμος ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει, τελικῶς νὰ ἀφιερωθεῖ ὡς ἄγαμη στὸν Χριστό, δὲν ὀφείλετο βεβαίως σὲ μία ὑποβάθμιση τοῦ γάμου. Κάτι τέτοιο δὲν εἶναι χριστιανικό, ἀφοῦ ὁ γάμος καὶ ἡ κατὰ Χριστὸν παρθενία θεωροῦνται χαρίσματα ἐκ Θεοῦ καὶ ἰσάξιοι δρόμοι μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ ὀρθὰ ἀσκούμενοι ἐκβάλλουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε ὁ Θάμυρης, ὁ μνηστήρας της, ἦταν εἰδωλολάτρης καὶ ἡ σχέση τους εἶχε ξεκινήσει πρὶν γίνει ἡ ἁγία χριστιανή, συνεπῶς δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ γάμο, κατὰ τὸν τρόπο τὸν χριστιανικό. Ἡ ἁγία ἁπλῶς, μπροστὰ στὸ νέο ποὺ ἀνοίχτηκε ἐνώπιόν της, τὸν Χριστὸ καὶ τὴ Βασιλεία Του, θέλχθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς Ἐκεῖνον τόσο, ποὺ θεώρησε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίζει νὰ ζεῖ ὅπως καὶ πρίν. Μπροστὰ στὸ δίλημμα: μαζὶ μὲ τὸν μνηστήρα της σὲ μία ζωὴ εἰδωλολατρικὴ ἢ μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ ὡς χριστιανή, χωρὶς δισταγμὸ προτίμησε τὸ δεύτερο. Διότι κατενόησε ὅτι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ ἦταν πάνω ἀπὸ ὅλα. «Ὁ φιλῶν…τι ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος», εἶπε ὁ Κύριος. Τὰ πράγματα θὰ ἦταν ἀσφαλῶς διαφορετικά, ἂν καὶ ὁ Θάμυρης ἦταν χριστιανός. Τότε θὰ συναγωνίζονταν μᾶλλον γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὡς εἰδωλολάτρης ὅμως ὁ μνηστήρας δὲν εἶχε πολλὰ περιθώρια νὰ «ἐπιβιώσει» πιὰ στὴ σχέση αὐτή. Ὁ ὑμνογράφος τὸ ἐπισημαίνει: «Μνηστευθεῖσαν Θαμύριδι, ὁ νυμφαγωγὸς σὲ Παῦλος ἠρμόσατο, τῷ νυμφίῶ ὡς ἀμώμητον, τῷ ἐπουρανίῳ Θέκλα πάνσοφε». Δηλαδή, Θέκλα πάνσοφε, ὁ νυμφαγωγὸς Παῦλος ἕνωσε ἐσένα, ποὺ ἤσουν μνηστευμένη μὲ τὸν Θάμυρη, σὰν ἁγνὴ νύμφη μὲ τὸν ἐπουράνιο νυμφίο (Χριστό). Ποιὸς μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη Ἐκείνου; Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ ἔκανε πιὰ τὴ Θέκλα νὰ θεωρεῖ παραλήρημα τὰ ὅποια λόγια ἔλεγε ὁ Θάμυρης: «Θαμύριδος τὰ ρήματα, ὥσπερ λῆρον Μάρτυς ἐμυκτήρισας».
.          Αὐτὴ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, ὁ πόθος τῆς ἁγίας πρὸς τὸν Δημιουργό της εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἐπίσης διαπιστώνει ὁ ὑμνογράφος. Ἂν ἡ ἁγία Θέκλα νίκησε τὸν ἀνθρώπινο ἔρωτα – νόμιμο κάτω ἀπὸ ἄλλες συνθῆκες βεβαίως – ἂν νίκησε τὸ φίλτρο πρὸς τὴ μητέρα της, ἂν νίκησε ὅλες τὶς ἡδονὲς ποὺ ὑπόσχεται ἡ νεανικὴ ἡλικία, ἦταν γιατί ἀκριβῶς ἡ καρδιά της κυριαρχήθηκε ἀπὸ τὸν νυμφίο της Χριστό. Ὅπως τὸ σημειώνει καὶ ὁ ποιητής: «ὁ πόθος τοῦ Ποιητοῦ, τῶν κτισμάτων ἑνίκα τοὺς ἔρωτας». Κι εἶναι τοῦτο ὅ,τι ἐπισημαίνουμε γενικῶς στοὺς ἁγίους μας: μποροῦν νὰ ὑπερβαίνουν ὅλα τὰ ἐμπόδια, μποροῦν καὶ φαίνονται ὑπεράνθρωποι καὶ ἥρωες, γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τοὺς συνέχει. Σὰν τὸν ἀπόστολο Παῦλο μποροῦν καὶ ἐκεῖνοι νὰ λένε: «Ποιός θὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Θλίψη, στενοχώρια, κίνδυνος, μαχαίρι; Οὔτε θάνατος οὔτε κάποια κτίση μπορεῖ νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη Ἐκείνου». Αὐτὴν τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ ἔχει καὶ κάθε χριστιανός, ἂν θέλει νὰ ζεῖ ὡς χριστιανός. Καὶ γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει, πρέπει πρῶτα ἀπὸ ὅλα νὰ νιώσει τὴν ἔλλειψή της στὴ ζωή του καὶ νὰ τὴν ζητήσει ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ τὴ χορηγεῖ: τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι δὲν τὴν ζητᾶμε. Καὶ δὲν τὴν ζητᾶμε, γιατί δὲν νιώθουμε τὴν ἔλλειψή της. Καὶ δὲν νιώθουμε τὴν ἔλλειψή της, γιατί ἄλλες ἀγάπες, τοῦ κόσμου τούτου, κατακλύζουν τὴν ὕπαρξή μας. Ἀγάπες ὅμως φθαρτές, ποὺ τὸ μόνο ποὺ προσφέρουν εἶναι ἡ θλίψη καὶ ὁ θάνατος.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

ΔΥΟ ΕΞΟΧΕΣ “ΔΡΑΣΕΙΣ” ΑΓΑΠΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Μέσα στὸν καύσωνα τῆς ἀπελπισίας ἡ Ἐκκλησία μεταγγίζει τὴν θεοδίδακτη  ΑΓΑΠΗ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ καὶ τὴν ἐλπίδα, μέσῳ δύο συγκεκριμένων φιλανθρωπικῶν «δράσεων». Βεβαίως οἱ κοσμικοῦ φρονήματος δὲν μποροῦν νὰ δοῦν ὅτι αὐτὲς οἱ φιλανθρωπικὲς «δράσεις» εἶναι μικρὲς καὶ ΜΕΡΙΚΕΣ μόνον ἐξωτερικεύσεις τῆς ΜΕΣΑ ΠΛΗΡΟΤΗΤΟΣ καὶ τῆς ΦΙΛΟΘΕΪΑΣ καὶ τῆς ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν μποροῦν φυσικὰ νὰ δοῦν π.χ. τὴν φιλανθρωπία ποὺ προχέεται μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Καὶ λυσσομανοῦν ἐναντίον Της.

Τὴν σίτιση τῶν 300 τῆς Λέρου ἀνέλαβε ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν

.            Τὴν ἄμεση παρέμβαση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος Ἱερωνύμου, προκάλεσε ἡ καταγγελία τοῦ προέδρου τῶν γιατρῶν τοῦ κόσμου Νικήτα Κανάκη, στὴν ἐκπομπὴ «Χωρὶς Ἀναισθητικό» τοῦ Γιώργου Τράγκα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ 300 τρόφιμοι τοῦ ψυχιατρείου Λέρου στεροῦνται ἀκόμη καὶ τῆς διατροφῆς τους.
.             Ὁ ἐπίσκοπος Ἀγαθάγγελος, ποὺ μίλησε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκπομπῆς τοῦ Γιώργου Τράγκα, ἀνέλαβε γιὰ λογαριασμὸ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, τὴν σίτιση τῶν 300 τροφίμων τοῦ ψυχιατρείου τῆς Λέρου γιὰ τὸ δίμηνο Ἰουλίου – Αὐγούστου.
.             Ὁ δραματικὸς λόγος τοῦ Γιώργου Τράγκα εὐαισθητοποίησε τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἐπείγουσα αὐτὴ ἀνθρωπιστικὴ βοήθεια, ποὺ χρειάζονται οἱ ξεχασμένοι πάσχοντες ἀπὸ ψυχικὲς ἀσθένειες τρόφιμοι τῆς Λέρου.

ΠΗΓΗ: real.gr

Διανομ τροφίμων σ 260 πολύτεκνες οκογένειες
π τν «ποστολ» τς ρχιεπισκοπς θηνν

.       Ἐξ ἄλλου περισσότερα ἀπὸ 750 δέματα μὲ τρόφιμα θὰ διανέμονται κάθε μήνα σὲ 260 πολύτεκνες οἰκογένειες ἀπὸ τὴν ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν, μέσῳ τῆς μὴ κυβερνητικῆς φιλανθρωπικῆς ὀργάνωσης «Ἀποστολή». Μέρος τῶν τροφίμων ποὺ θὰ διατίθενται στὶς πολύτεκνες οἰκογένειες ἔχει συγκεντρωθεῖ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐκστρατεία τοῦ ΣΚΑΪ «Ὅλοι Μαζὶ Μποροῦμε»
.           Τὴν δράση ἀνακοίνωσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος.

ΠΗΓΗ: skai.gr

,

Σχολιάστε

«ΘΕΩΡΕΙΝ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ»: Εἶναι μία ἀπρόσιτη πραγματικότητα ποὺ τὴν γεύονται ὅσοι εἶναι ὅλο φωτιά. (Ἀρχιμ. Εὐσ. Βίττης)

Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν
Ἀρχιμ.  Εὐσεβίου Βίττη (✝)

.            Ἡ δυνατότητα τοῦ ὁρᾶν, τοῦ βλέπειν, ἡ θέαση τῶν ἀντικειμένων γύρω μας καὶ πρὸ πάντων τῶν συνανθρώπων μας, ἀποτελεῖ μία ἀπ’ τὶς πιὸ μεγάλες καὶ ὄμορφες δυνατότητες ἐπικοινωνίας. Ὅταν τὸ βλέμμα συναντᾶ τὸ βλέμμα, βρισκόμαστε στὴν πιὸ ἀποφασιστικὴ στιγμὴ ἐπικοινωνίας, ἐφ’ ὅσον φυσικὰ προϋπάρχουν καὶ οἱ ψυχολογικὲς προϋποθέσεις ποὺ δίνουν στὸ βλέμμα τὸ ἰδιαίτερο βάθος καὶ τὴν δυνατότητα διεισδύσεως. Τὸ ἕνα βλέμμα βυθίζεται μέσα στὸ ἄλλο μὲ τρόπο ἀνεξήγητο, μυστικό. Ὁ καθένας γίνεται ὑποκείμενο καὶ ἀντικείμενο θεωρίας ταυτόχρονα, θεωρὸς καὶ θεωρούμενος. Τὸ βλέμμα προχωρεῖ βαθειὰ μέσα ἀπ’ τὴν ζωντανὴ θυρίδα τῶν ματιῶν. Ὅλη ἡ ψυχὴ γίνεται ματιὰ καὶ εἰσδύει στὴν ἄλλη ματιὰ ὅλη δι’ ὅλης. Ὁσοσδήποτε λόγος κι ἂν γίνει γιὰ τὴν ἀξία καὶ τὸν τρόπο λειτουργίας τοῦ βλέμματος δὲν θὰ μπορέσει νὰ παραστήσει σ’ ὅλο της τὸ βάθος καὶ τὴν ἔκταση τὴν σημασία τῆς ἐνέργειας «τοῦ θεωρεῖν».
.         Ἡ θέαση, «τὸ θεωρεῖν», ἔπαιξε πρωταρχικὴ σημασία στὴν σχέση μὲ τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρξε ἀντικείμενο θέας τῶν πρώτων μαθητῶν του. Τὸν εἶδαν, τὸν θεώρησαν. Καὶ μετὰ τὸν γνώρισαν καὶ προχώρησαν στὴν βαθύτερη καὶ μυστικότερη θεωρία του. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶναι πολὺ σαφής; «Ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν…ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν…» (Α´ Ἰωάν. α´ 1-3). Ἡ θέαση αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ σὰν ἀνθρώπου καὶ αἰσθητὰ ψηλαφητοῦ ἦταν ἀναγκαία, γιατί χωρὶς αὐτὴν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ξεφύγει ἡ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ ἀπ’ τὸ συγκεκριμένο καὶ τὸ ὁρισμένο στὸ ἀόριστο καὶ ἀπροσδιόριστο, ἢ καλύτερα σ’ ἕνα θολὸ καὶ σκοτεινὸ μυστικισμό, ὅπου χάνονται τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ καὶ στὸ πλασματικό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπιμένει: «Καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν…» (Α´ Ἰωάν. δ´ 14). Εἶναι ὅμως φανερὸ πὼς ἡ θέαση τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν, δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι μία ἁπλὴ λειτουργία τῆς ὁράσεως. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρὸς» (Ἰωάν. α´ 14). Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε σάρξ, χωρὶς νὰ παύσει ὅμως νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν. Κάθε τί ποὺ γίνεται κάτι ἄλλο ἀποκτώντας τὶς ἰδιότητες ἐκείνου τοῦ ἄλλου, παύει νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν προηγουμένως. Εἶναι κάτι καινούργιο πιά.
.         Ὁ οἶνος ποὺ ἔγινε τὸ νερὸ στὶς ὑδρίες τοῦ θαύματος στὴν Κανὰ δὲν εἶχε πιὰ τίποτε τὸ κοινὸ μ’ αὐτὸ ποὺ ἦταν. Μονάχα ὁ Λόγος μποροῦσε νὰ εἶναι ταυτόχρονα καὶ Λόγος καὶ «σὰρξ» ξεπερνώντας τῆς φύσεως τοὺς ὅρους. Τὸ φυσιολογικὸ βλέμμα ἔδειχνε τὸν Ἰησοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀρκετὸ νὰ δώσει πληροφορίες ἱκανοποιητικὲς γι’ αὐτόν. Χρειαζόταν καὶ ἄλλου εἴδους βλέμμα, γιὰ νὰ δεῖ καὶ τὸν Λόγο ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὴν «σάρκα». Χρειαζόταν μία εἰδικὴ δυνατότητα θεωρίας καὶ θεάσεως τῆς δόξας του, τῆς μοναδικῆς του δόξας σὰν Υἱοῦ Μονογενοῦς. Ποιά εναι εδικ ατ ματιά, καλύτερα, σ τί πρέπει ν μεταμορφωθε ματιά, γι ν θεωρήσει τν ησον ληθιν κα σωστά; Μς τ λέει διος: «Τοτο στ τ θέλημα το πέμψαντός με, να πς θεωρν τν υἱὸν κα πιστεύων ες ατν η ζων αώνιον» (Ἰωάν. ϛ´ 40). Τ «θεωρεν» δ γίνεται ταυτόσημο μ τ «πιστεύειν». Παύει δηλαδ τ βλέμμα ν ποτελε μία καθαρ νέργεια τς ασθήσεως μόνο. Τ βλέμμα γίνεται πίστη. Τὸ θεωρεῖν ἔχει λόγον ὑπάρξεως τότε μόνον, ὅταν γίνεται ὄχημα πίστεως. Ἀλλιῶς μένει μία ἁπλὴ φυσιολογικὴ ἐνέργεια χωρὶς βάθος καὶ ἰδιαίτερη σημασία. «Ἑωράκατέ με καὶ οὐ πιστεύετε» (Ἰωάν. ϛ´ 36). Εἶναι μία διαπίστωση καὶ ἕνα παράπονο τοῦ Ἰησοῦ, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔμεναν στὸ πεδίο τῆς φυσιολογίας μόνον. Ἀλλὰ τὸ «θεωρεῖν» αὐτὸ γίνεται ἀφορμὴ καταδίκης. Γιατί ἐνέχει μέσα του τὸ στοιχεῖο τῆς κρίσεως. «Εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰωάν. θ´ 39) καὶ «εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν, νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (αὐτ. στίχ. 41). Ὁ ἄνθρωπος καταδικάζεται στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του νὰ μένει στὸ χῶρο τοῦ γήινου καὶ τοῦ ἐγκόσμιου χωρὶς νὰ ἀξιώνεται νὰ γίνει θεωρὸς τῶν ἐπέκεινα.
.         Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν εἶναι τώρα καὶ σωματικὰ παρὼν στὸν κόσμο. Παύει ἄραγε ἡ δυνατότητα τοῦ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν; Τώρα ἔχουμε ἀντιστροφὴ τοῦ ἄξονα θεωρεῖν-πιστεύειν. Γίνεται πιστεύειν-θεωρεῖν. Μὲ τὴν πίστη καθαρίζει τὸ βλέμμα καὶ προχωρεῖ στὴν ἄμεση ἐσωτερικὴ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ, καθαρίζει τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς. Καθαρίζει τὸ «διορατικόν», ὁ νοῦς, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Σ’ αὐτὸ ἐνεργεῖ καὶ ἕνας ἄλλος παράγων ποὺ θὰ τὸν δοῦμε πιὸ κάτω. Τώρα δημιουργοῦνται, μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε χωρὶς δυσκολία, ὄροι καὶ προϋποθέσεις καλύτερες «τοῦ ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν», πολὺ καλύτερες ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ εἶχαν οἱ ἄνθρωποι τότε ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἦταν καὶ σωματικὰ στὴν γῆ. «Ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις;» (Ἰωάν. γ´ 18). Ἡ ἀμφιβολία καὶ ὁ δισταγμὸς βασάνιζαν τὶς καρδιὲς τῶν ἀκροατῶν του καὶ τότε, ἐφ’ ὅσον τὸ βλέμμα τους ἔμενε μόνο στὸν ραββί. Τὸν ἔβλεπαν, τὸν ἄκουγαν, τὸν ψηλαφοῦσαν, καὶ ὅμως ἔβλεπαν χωρὶς νὰ βλέπουν καὶ ἄκουγαν χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν. «Τυφλοὶ τὰ τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τὰ τ’ ὄμματα». Δὲν λειτουργοῦσε ἡ ἐσωτερικὴ αἴσθηση, καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ματιά. Γιατί; Κι ἂν ὑποθέσουμε πὼς ὑπῆρχε καλὴ διάθεση, ὅμως «οὔπω ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι ὁ Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰωάν. ζ´ 39). Ἔτσι ἐρχόμαστε στὸν παράγοντα ποὺ παίζει τὸν πιὸ ἀποφασιστικὸ ρόλο στὸ ζήτημά μας.

.         θεωρία το ησο δν εναι ζήτημα ξυπνάδας, ξύνοιας, ξυδέρκειας λλων ψυχικν κα πνευματικν δεξιοτήτων. Δὲν εἶναι προνόμιο μερικῶν ψυχῶν ποὺ ρέπουν στὴν μυστικὴ καὶ ἐσωτερικὴ ζωή, ποὺ εὔκολα βυθίζονται σὲ ἐνοράσεις καὶ χάνονται σὲ κόσμους ἀνεξέλεγκτους καὶ αὐθαίρετης ὑποκειμενικότητας. Ὁ Ἰησοῦς χάνεται ἀπὸ τὸ αἰσθητὸ ὀπτικὸ πεδίο, «μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτε με», ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἀπομάκρυνσή του θὰ γίνει ἀφορμὴ νὰ τὸν ξαναδοῦν οἱ μαθηταί του καὶ τότε καὶ τώρα καθαρότερα: «Πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν Πατέρα μου» (Ἰωάν. ιϛ´ 16). Ὁδηγὸς στὴν θέα αὐτὴν εἶναι ὁ Παράκλητος. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ὁδηγὸς «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Ἐκεῖνος θὰ διδάξει καὶ θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος θὰ τὸν δοξάσει (αὐτ., στ. 14). Θὰ μιλήσει γι’ αὐτὸν καὶ θὰ τὸν φανερώσει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία του διὰ τοῦ Παρακλήτου. «Ἔτι μικρὸν καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ, ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτε με…ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ (ὅταν δηλ. θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος) γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ Πατρί μου καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν». Ὁ Παράκλητος μιλάει στὶς καρδιὲς καὶ φυτεύει τὴν πίστη. «Ὅτι καὶ ἑώρακάς με, Θωμᾶ, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ´ 29). Ἀπὸ τώρα δὲν θὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ αἰσθητὴ ψηλάφηση. Τώρα πιὰ εἶναι κατατεθειμένη ἡ μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα θὰ φανερώνει τὸ βαθύτερο καὶ μυστικότερο νόημά της.
.         Τὸ Πνεῦμα ὑπάρχει μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τ νήκειν στν κκλησίαν, τ εναι μέλος τς κκλησίας, πο ποτελε τ μυστικ σμα το Χριστο, ποτελε τ χέγγυο τς μετοχς στ Πνεμα κα τς χορηγήσεως π ατ τς δωρες «το δεν τν ησον». ξω π τν κκλησία νήκει κανες στν κόσμο κα «ο δύναται λαβεν» (Ἰωάν. ιδ´ 17) τὸ Πνεῦμα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ. Ὅλες οἱ προσπάθειες γιὰ τὴν ἀπομύθευση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀνατομία της ὑπὸ τὸ φῶς τῆς γνώσεως τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ μὲ κριτήριο τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες κατανοήσεως δὲν κατέληξε παρὰ στὴν ἐξαφάνιση τοῦ Ἰησοῦ. Καθόλου παράξενο γιατί μετὰ τόση συζήτηση γίνεται λόγος «περὶ τίνος Ἰησοῦ τεθνηκότος», ὃν φασὶν οἱ πιστοὶ ζῆν (Πρ. κε´ 19). Τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ἀδύναμο καθὼς εἶναι, εἶναι ἀνίκανο νὰ ξεπεράσει τοὺς φυσικοὺς ὅρους, ποὺ τὸ διέπουν καὶ τὸ κρατοῦν δέσμιο τοῦ παρόντος, καὶ νὰ κατανοήσει καὶ ἀκόμη πιὸ πολύ, νὰ θεωρήσει τὸν Ἰησοῦ. Μέσα ὅμως στὴν Ἐκκλησία ἐμφανίζεται ὁ Ἰησοῦς. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ Παράκλητος μᾶς ὁδηγεῖ στὴν θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Μᾶς ἀποκαλύπτει τὸν Ἰησοῦ.
.         Ἡ Ἐκκλησία στηριζομένη στὸ θεμέλιο τῶν ἀποστόλων (Ἐφεσ. β´ 20) ποὺ κατέθεσαν μὲ τὸ αἷμα τους τὴν μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ στὴν χειραγωγία τοῦ Πνεύματος ποὺ τὴν ἐμψυχώνει καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὴν ἐσωτερικὴ γνώση τοῦ Ἰησοῦ, κινεῖται ἀνάμεσα στὶς δύο παρουσίες τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν ἱστορία. Καὶ ζεῖ μὲ τὴν μυστικὴ θεωρία του καὶ τὴν ἀναμονή του, ἕως ὅτου τὸν δεῖ «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὴν θεωρία αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ τὴν ζεῖ κάθε ἀληθινὰ πιστὸς μὲ ἕνα τρόπο πολὺ προσωπικό, ἀλλὰ πραγματικὸ καὶ ἀληθινό. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ σύμπτωση τῆς μυστικῆς ἐμπειρίας τῶν μεγάλων ἁγίων ποὺ τὴν καταθέτουν στὸ κοινὸ θησαυροφυλάκιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
.         Μιλᾶμε γιὰ τὴν θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἔννοια αὐτή, ἢ καλύτερα, ἡ πραγματικότητα ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ, ὅπως καὶ κάθε συναφὴς πραγματικότητα ποὺ ἀναφέρεται στὴν οὐράνια καὶ ὑπερβατικὴ πραγματικότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφρασθεῖ μὲ λέξεις, ποὺ ἀδυνατοῦν ἀκόμα καὶ τὴν περιγραπτὴ καὶ ἁπλὴ πραγματικότητα νὰ περιγράψουν. Αὐτὲς τὶς πραγματικότητες «οὐκ ἐξὸν λαλῆσαι» στὴν ἀνθρώπινη γλώσσα (Β´ Κορ. ιβ´ 4). Καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο τὸν ἔχει ἡ ἄμεση ἐσωτερικὴ βίωση καὶ ἡ φανέρωση τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ μονάχα νὰ λεχθεῖ εἶναι τοῦτο: Τ θεωρεν τν ησο δν εναι λέξεις χωρς ντίκρυσμα. Εναι μία πρόσιτη πραγματικότητα πο τν γεύονται σοι εναι λο φωτι κα θεο ρωτα. Ὧρες-ὧρες ἐκφράζεται καὶ μὲ δάκρυα καὶ μὲ ἐσωτερικὸ κατακλυσμὸ χαρᾶς καὶ ἀνείπωτης εὐτυχίας, μὲ συναισθηματικὴ εὐφορία καὶ πνευματικὴ ἀνάταση καὶ ἄρρητο γλυκασμὸ ποὺ εἶναι μία ἰσχυρὴ πρόγευση τοῦ Ἰησοῦ καὶ μία ἀνείπωτη παρηγοριὰ τοῦ πιστοῦ ποὺ γιὰ τὸν Ἰησοῦ πονᾶ, θλίβεται καὶ πάσχει στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ μαρτυρεῖ ἀκόμα καὶ γιὰ χάρη του. Αὐτὰ ὅμως δὲν συμβαίνουν πάντοτε. Δὲν εἶναι ὁ κανόνας. Κανόνας εἶναι ἡ πίστη. Κανόνας εἶναι ἡ «ἐν ἐσόπτρῳ καὶ ἐν αἰνίγματι» (Α´ Κορ. ιγ´ 12) θέαση τοῦ Ἰησοῦ. Δν εναι σπάνιες ο περιπτώσεις πο ψυχ στν γώνα της κα τν πάλη της ν σταθε πιστ κα φοσιωμένη στν ποθητό της νυμφίο περνάει ρες σκληρς μφιβολίας κα δέρνεται μέσα στὴν συννεφι κα τν φουρτούνα τς βεβαιότητος. λλ στν κρίσιμη στιγμ φτάνει μία μικρ νακίνηση το πυκνο παραπετάσματος π τν πνο το Πνεύματος γι ν φήσει ν διαφανε πραγματικ πραγματικότης. Ν διαφανε ησος

.       Μερικοὶ συγκεκριμένοι «τρόποι» θεωρίας τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία:

1) Τ Μυστήριο τς θ. Εχαριστίας. Στὸ μυστήριο ὑπάρχει ὁ Ἰησοῦς. Στὸ Μυστήριο συνεχίζεται ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία του μὲ τὸ ἴδιο καὶ πιὸ πολὺ τονισμένο τὸ στοιχεῖο τῆς ταπεινώσεως τοῦ Ἰησοῦ. Στὴν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης εὐσέβειας ἀναφέρονται περιπτώσεις ἁγίων ἀνθρώπων ποὺ «ἐθεώρουν» τὸν Ἰησοῦ κρυμμένο πίσω ἀπὸ τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο. Ἐμεῖς οἱ κοινοὶ πιστοὶ δὲν τὸν θεωροῦμε μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Τὸν βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως. Πιστεύουμε πὼς εἶναι «οὐσιωδῶς παρὼν» στὴν Θ. Εὐχαριστία. Τὸν ἀγκαλιάζουμε μυστικά. Τὸν δεχόμαστε στὴν καρδιά μας.
.         Ὤ, σπάνιες στιγμὲς πνευματικῆς εὐφροσύνης! Νοιώθει κανεὶς πὼς τότε βρίσκεται στὴν προβαθμίδα τοῦ «θεωρεῖν τὴν δόξαν τοῦ Ἰησοῦ, ἣν δέδωκεν αὐτῷ ὁ Πατὴρ» (Ἰωάν. ιζ´ 24). Μέσα στὸ Μυστήριο λοιπὸν μποροῦμε νὰ «ἀφορῶμεν εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ´ 2) μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα, μὲ τὴν ἴδια βεβαιότητα ποὺ μποροῦσε νὰ ἔχει ὁ Πρωτομάρτυρας, ὅταν ἔλεγε: «Θεωρῶ τὸν οὐρανὸν ἀνεωγότα καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα» (Πρ. Ζ´ 56).

2) Ο δελφοί. Κάθε δελφς εναι τ ντίτυπο το ησο. Πίσω ἀπὸ τὸν κάθε ἀδελφὸ κρύβεται ὁ Ἰησοῦς. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρώιμη συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὅπως βλέπουμε στὴν συνοπτικὴ παράδοση: (Ματθ. κε´ 31-46). Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ σημαίνει στὴν πρακτικὴ κοινωνικὴ ζωὴ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ στὰ πρόσωπα τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν του. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἔχει δύο ἐκφράσεις ποὺ μιλοῦν γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό; «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με, ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν (Ἰωάν. ε´ 24). Καί: «Ἡμεῖς οἴδαμεν, ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς· ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν μένει ἐν τῷ θανάτῳ» (Α´ Ἰωάν. γ´ 14). Τόσο ἡ πίστη ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅσο καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἶναι μετάβαση πρὸς τὴν ζωή. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη συγκλίνουν στὸ ἴδιο σημεῖο: στὸν Ἰησοῦ. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναχθεῖ στὴν θέα τοῦ Ἰησοῦ χωρὶς τὰ δύο αὐτὰ φτερά.

3) γενικότερη συνεπς φαρμογ τς ντολς το ησο. σύγκρουση μ τν πραγματικότητά μας, τν καθόλου εδυλλιακ μαρτωλ πραγματικότητά μας μ τς σκήμιες της κα τς τρικλοποδις πο μς βάζει στν προσπάθειά μας ν φανομε συνεπες, μς βγάζει π τς αταπάτες κα τς φαντασιοπληξίες, λλ κα μς στερεώνει περισσότερο στν πιθυμία το «δεν τν ησον». Θέλεις νὰ δεῖς τὸν Ἰησοῦ; Ἀγάπησέ τον θερμά, ὅσο γίνεται πιὸ θερμά, πιὸ δυνατά, πιὸ παράφορα. Θέλεις ν δοκιμάσεις γνησιότητα τς γάπης σου πρς τν ησο; Τήρησε τς ντολές του, σο κι ν εναι δύσκολη φαρμογή τους. «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν μὲ ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτὸν» (Ἰωάν. ιδ´ 21). Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέα τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ὁ ὁμαλὸς καὶ ἀσφαλὴς δρόμος, στὸν ὁποῖο πατοῦμε μὲ τὸ ἕνα πόδι, ἡ πραγματικότητα στὴν ὁποία ζοῦμε, δηλ., ἐνῶ μὲ τὸ ἄλλο πατοῦμε στὴν ἄλλη πραγματικότητα, τὴν μυστική, τῆς ὁποίας εἴμαστε δυνάμει μέτοχοι. Τηρώντας κανες τν ντολ το ησο φεύγει π τν πραγματικότητα το κόσμου κα μπαίνει στν ερ περιοχ τς νοσταλγίας του κα τν μυστικν πόθων του. τήρηση τν ντολν εναι μία προσπάθεια ν ρθε αλαία το κόσμου κα τς μαρτίας πο παρεμβάλλονται νάμεσα σ μς κα στν ησο. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν εἶναι ἡ προχώρηση γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἔρχεται γιὰ νὰ «ἐμφανίση ἑαυτὸν» καὶ «νὰ θεωρῶμεν τὴν δόξαν αὐτοῦ».
.         Εἶναι τόση ἡ εὐτυχία καὶ ἡ μακαριότητα τῆς ψυχῆς ποὺ «εἶδε», ἔστω καὶ ἀμυδρὰ τὸν Ἰησοῦν, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ μένει μόνη στὴν θέα αὐτή, θέλει καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ γευτοῦν τὴν ἴδια πραγματικότητα. Ἡ μακαριότητα τῆς συν-θέας, τῆς συν-θεωρήσεως γίνεται αὐτόματα πιὸ μεγάλη, πιὸ βαθειά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦν δὲν παρέμειναν σὲ μία ἀδράνεια, ἀλλὰ σκορπίστηκαν στὸν τετραπέρατο κόσμο καὶ διεκήρυξαν: «ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἠμῶν ἐψηλάφισαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς –καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν— ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ἡμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α´ Ἰωάν. α´ 1-3). Εἶναι φανερὸς ὁ σύνδεσμος θέας καὶ μαρτυρίας. Θεάσεως καὶ ἀπαγγελίας, καὶ εὐαγγελισμοῦ καὶ συν-κοινωνίας καὶ ἄλλων στὸ ἄρρητο αὐτὸ θέαμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸ καὶ ἡ βιωματικὴ ἀφετηρία κάθε ἱεραποστολικῆς προσφορᾶς καὶ προοπτικῆς. Τίποτε ἄλλο. Τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι δευτερεύοντα συμπληρώματα. πηγ τς εραποστολικς θέρμης κα δράσεως εναι τ γεγονς τι εραπόστολος «εδε» κα θεται ξακολουθητικ τν ησον. Καὶ γίνεται ἡ βίωσή του αὐτὴ φωνή. Καὶ γίνεται ὅλη φωτιά. Καὶ συνεχίζει μὲ ἐσωτερικὴ βεβαιότητα τὸ ἔργο ἐκείνων ποὺ πρῶτοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀνακάλυψαν ἐκεῖνοι καὶ μᾶς εἶπαν τί ἦταν αὐτὸ ποὺ βρῆκαν. Τὸν γευτήκαμε καὶ ἐμεῖς ἐλάχιστα καὶ βλέπουμε ὅτι εἶχαν τόσο δίκαιο στὶς διακηρύξεις τους. Αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη ἐμπειρία μας πρέπει νὰ γίνει πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ βαθειά. Νὰ ἀνάβει τὴν λαχτάρα νὰ θεαθοῦμε πιὸ πολὺ τὸν Ἰησοῦ. Νὰ τὸν θεαθοῦμε ὅσο γίνεται καὶ στὴν γῆ τούτη, ἀλλὰ νὰ τὸν θεώμεθα καὶ στὸν οὐρανὸ ὅπου «πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α´ Θεσ. δ΄17) «θεωροῦντες τὴν δόξαν» του (Ἰωάν. ιζ´ 24) προχωρώντας ἐκ μακαριότητος εἰς μακαριότητα…

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: pemptousia.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΙΑΣΩΝ ΚΑΙ ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΣ: «Ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, μπροστὰ στὴν ὁποία τὰ πάντα θεωροῦνται δεύτερα καὶ μικρά»

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ
ΙΑΣΩΝ ΚΑΙ ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΣ

Τοῦ Πρωτ. Γ. Δορμπαράκη

 .          Ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους αὐτοὺς ὁ Ἰάσων ἦταν ἀπὸ τὴν Ταρσὸ καὶ πρῶτος ὁδηγήθηκε ἀπὸ ἐκεῖ πρὸς τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ὁ Σωσίπατρος  καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀχαΐα καὶ δέχτηκε τὴν πίστη στὸν Χριστὸ μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Καὶ οἱ δύο ὑπῆρξαν μαθητὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ ὁ μὲν Ἰάσων καταστάθηκε διδάσκαλος τῆς πόλεώς του, ὁ δὲ Σωσίπατρος ἀνέλαβε τὴν διαποίμανση τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἰκονιέων.
.          Οἱ ἀπόστολοι αὐτοὶ ἀφοὶ ποίμαναν τὶς Ἐκκλησίες τους μὲ καλὸ τρόπο, πῆγαν Δυτικά. Ἔφτασαν στὴν νῆσο τῶν Κερκυραίων καὶ ἀνήγειραν περικαλλῆ ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Ἐκεῖ λειτουργοῦσαν στὸν Θεὸ καὶ ὁδήγησαν ἔτσι πολλοὺς πρὸς τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Κατηγορήθηκαν ὅμως στὸν βασιλιὰ Κερκυλλίνο καὶ κλείστηκαν στὴν φυλακή, ὅπου ἦταν ἤδη κλεισμένοι καὶ ἑπτὰ λήσταρχοι, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἦταν τὰ παρακάτω: ὁ Σατορνίνος, ὁ Ἰακίσχολος, ὁ Φαυστιανός, ὁ Ἰανουάριος, ὁ Μαρσάλιος, ὁ Εὐφράσιος καὶ ὁ Μαμμίνος. Αὐτοὺς μὲ ὅσα τοὺς εἶπαν καὶ ἔκαναν τοὺς μετέστρεψαν στὴν χριστιανικὴ πίστη, κάνοντάς τους πρόβατα ἀντὶ λύκων. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μετά, ρίχτηκαν σὲ λέβητες γεμάτους ἀπὸ πίσσα καὶ θειάφι καὶ κηρὸ καὶ ἔλαβαν τὰ στεφάνια τοῦ μαρτυρίου ἀπὸ τὸν Χριστό. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ δεσμοφύλακας, ποὺ πίστεψε κι αὐτὸς στὸν Χριστό, ἀφοῦ τοῦ κόψανε τὸ δεξὶ χέρι καὶ τὰ δύο πόδια, τοῦ κόψανε στὴν συνέχεια καὶ τὸν αὐχένα, τὴν ὥρα ποὺ ἐπεκαλεῖτο τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
.          Ὁ βασιλιὰς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴ τοὺς ἁγίους Ἰάσονα καὶ Σωσίπατρο καὶ τοὺς παρέδωσε στὸν ἔπαρχο Καρπιανό, προκειμένου νὰ τοὺς τιμωρήσει. Ὁ Καρπιανὸς τοὺς ἐξέτασε καὶ τοὺς ἔριξε καὶ πάλι δέσμιους στὴν φυλακή. Ὅταν τοὺς εἶδε ἔτσι δεμένους ἡ Κερκύρα, ἡ κόρη τοῦ βασιλιᾶ, καὶ ἔμαθε ὅτι πάσχουν γιὰ τὸν Χριστό, εἶπε ὅτι εἶναι καὶ αὐτὴ Χριστιανή, ἐνῶ ὅλα τὰ στολίδια ποὺ φοροῦσε τὰ ἔδωσε στοὺς φτωχούς. Τὸ ἔμαθε ὁ πατέρας της κι ἐπειδὴ δὲν μπόρεσε νὰ τὴν μεταστρέψει ἀπὸ τὸν σκοπό της, τὴν κλείνει καὶ αὐτὴν στὴ φυλακὴ καὶ τὴν παραδίδει μάλιστα σὲ κάποιον Αἰθίοπα ἄσωτο γιὰ νὰ τὴν διαφθείρει. Ὅταν ὅμως αὐτὸς πλησίασε τὴν θύρα τῆς φυλακῆς, κατασπαράχτηκε ἀπὸ θηρίο. Ἡ Κερκύρα τὸ ἔμαθε καὶ τὸν ἔκανε καλά, λυτρώνοντάς τον ἀπὸ τὸ θηρίο. Μὲ τὰ θαύματα αὐτὰ τὸν ἔκανε χριστιανό, ὁπότε ὁ Αἰθίοπας φώναξε δυνατά:  Μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν!, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ βασανισθεῖ φοβερὰ ἀμέσως ἀπὸ τὸν τύραννο καὶ νὰ φύγει ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Οἱ στρατιῶτες τότε ἔφεραν ξύλα κοντὰ στὴν φυλακή, τὰ ἄναψαν καὶ προσπάθησαν νὰ κατακάψουν τὴν μάρτυρα. Ἔγινε κι αὐτὸ ἀλλὰ ἡ Κερκύρα παρέμεινε ἄφλεκτη, ὁπότε πολλοὶ βλέποντας τὸ θαῦμα ὁδηγήθηκαν στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀναρτᾶται σὲ ξύλο καὶ ὑποβάλλεται σὲ πνιγηρὸ καπνὸ τόσο πολύ, ἕως ὅτου παρέδωσε τὸ πνεῦμα της στὸν Θεό. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ βασιλιὰς ξεκίνησε διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, κι ἐπειδὴ οἱ ἅγιοι εἶχαν διαφύγει σὲ ἕνα παρακείμενο μικρὸ νησί, ὁ ἴδιος μπῆκε σὲ πλοῖο γιὰ νὰ πάει νὰ τοὺς τιμωρήσει. Εὐρισκόμενος ὅμως στὸ μέσο τοῦ πελάγους, ὅπως παλιὰ ὁ Φαραώ, καταποντίστηκε στὴν θάλασσα. Καὶ ὁ μὲν λαὸς τοῦ Κυρίου προσέφερε εὐχαριστηρίους ὕμνους στὸν Θεό, ὁ Ἰάσων δὲ καὶ ὁ Σωσίπατρος ποὺ ἀπολύθηκαν ἀπὸ τὴν φυλακή, δίδασκαν χωρὶς ἐμπόδιο πιὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
.          Ὅταν ἀνέλαβε ἄλλος βασιλιὰς τὴν ἐξουσία καὶ ἔμαθε τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς ἁγίους, διέταξε νὰ φέρουν σιδερένιο βόδι, νὰ ρίξουν μέσα πίσσα καὶ ρητίνη καὶ κηρό, νὰ τὸ φλογίσουν πάρα πολὺ καὶ νὰ ρίξουν τοὺς ἁγίους σ᾽αὐτό. Ὅταν ἔγινε αὐτὸ καὶ οἱ ἅγιοι διαφυλάχτηκαν ἄφλεκτοι, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους ἄλλοι μὲν καταφλέχτηκαν, ἄλλοι δὲ ἔγιναν χριστιανοί. Ὁ δὲ βασιλιάς, ἀφοῦ κρέμασε στὸν τράχηλό του λιθάρι, θρηνοῦσε μὲ τὰ λόγια:  «Θεὲ τοῦ Ἰάσονα καὶ τοῦ Σωσιπάτρου, ἐλέησέ με». Ὁ δὲ μακάριος Ἰάσων, παρόντος τοῦ βασιλιᾶ,  νουθέτησε ὅλον τὸν λαό, τὸν δίδαξε, τὸν κατήχησε καὶ τοὺς βάπτισε ὅλους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐπονομάζοντας μάλιστα τὸν βασιλιὰ Σεβαστιανό. Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὁ υἱὸς τοῦ βασιλιᾶ ἀρρώστησε καὶ πέθανε. Προσευχήθηκε ὅμως ὁ ἀπόστολος καὶ τὸν ἀνέστησε. Ἀπὸ τότε λοιπὸν ἔκανε πολλὰ θαύματα καὶ ἀνήγειρε περικαλλεῖς ναούς, καὶ ἀφοῦ τὰ τακτοποίησε ὅλα καλὰ καὶ ὅσια καὶ αὔξησε τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, σὲ προχωρημένα γεράματα πῆγε πρὸς τὸν ἀγαπημένο του Χριστό.
.          Οἱ ἅγιοι Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος γιὰ μία ἀκόμη φορὰ προβάλλουν αὐτὸ ποὺ συνιστᾶ τὴν προτεραιότητα ὅλων τῶν συνεπῶν χριστιανῶν: τὴν γάπη πρς τν Χριστό, μπροστ στν ποία τ πάντα θεωρονται δεύτερα κα μικρά. Δὲν παύει ἡ Ἐκκλησία μας διὰ τῆς ὑμνολογίας της νὰ ἐξαγγέλλει τὴν ἀλήθεια αὐτή, δεδομένου ὅτι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ  ἀποτελεῖ τὴν μοναδικὴ ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Χωρὶς τὴν ἀγάπη πρὸς Ἐκεῖνον τὰ πάντα γίνονται ἀποστεωμένα, ἄνευρα, ἀνόητα. Ἐκπίπτει καὶ  ἡ χριστιανικὴ πίστη σὲ ἕναν ἠθικισμό, ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ὡραίους κανόνες ζωῆς, δὲν ἔχει ὅμως τὴν ἴδια τὴν ζωή. Κι αὐτὴν τὴν ζωὴ τὴν προσφέρει μόνον ἡ θερμότητα τῆς καρδιᾶς πρὸς τὸν Θεό. Πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ Τὸν ἀγαπήσει  ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, ὅπως καὶ  γιὰ τὴν προϋπόθεση ποὺ ἔθετε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, γιὰ νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ Τὸν ἀκολουθεῖ καὶ νὰ συντονίζεται μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς χάρης Του:  Ἐὰν ἀγαπᾶτε με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε. Τὸ ἑρμηνευτικὸ κλειδὶ λοιπὸν καὶ τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων Ἰάσονα καὶ Σωσιπάτρου, αὐτὸ ποὺ δίνει τὴν δυνατότητα κατανοήσεως τῆς ὅλης πορείας τους εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀγάπη τους πρὸς τὸν Κύριο. Ἐκεῖνον ἀγάπησαν ὑπεράνω ὅλων, Σ᾽ Ἐκεῖνον κόλλησαν τὶς ψυχές τους, τὰ ἴχνη Ἐκείνου ἀκολούθησαν.  «Πάντα κατελίπετε τερπνά, Χριστὸν ἀγαπήσαντες, οὗ τὰς ψυχὰς ἐκολλήθητε, ὀπίσω ἔνδοξοι· ἴχνεσί τε τούτου πίστει προσηνέχθητε, Ἰάσων καὶ Σωσίπατρε πάνσοφοι» (Ὅλα τὰ ὡραῖα τῆς ζωῆς αὐτῆς τὰ ἀφήσατε κατὰ μέρος, γιατί ἀγαπήσατε τὸν Χριστό, στὸν Ὁποῖο κολλήσατε τὶς ψυχές σας, ἔνδοξοι. Ἀκολουθήσατε λοιπὸν τὰ ἴχνη Του μὲ πίστη, Ἰάσων καὶ Σωσίπατρε) (στιχηρὸ ἑσπερινοῦ).
.        Δὲν ἦταν δυνατὸν ὅμως νὰ μὴν ἀγαπήσουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μὴν ἀκολουθήσουν τὰ ἴχνη τῆς ζωῆς Του, ὅταν ξέρει κανεὶς ὅτι ὑπῆρξαν μαθητὲς καὶ ἀκόλουθοι ἐκείνου ποὺ ἀγάπησε μὲ πάθος τὸν Κύριο καὶ χάριν τοῦ εὐαγγελίου Του γύρισε ὅλον τὸν κόσμο, δίνοντας στὸ τέλος καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή του γιὰ τὸ ὄνομά Του: τοῦ ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν, τοῦ ἁγίου Παύλου, ὁ ὁποῖος διετράνωνε πάντοτε  «ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστὸν κερδήσω», ὅλα τὰ θεωρῶ σκουπίδια, προκειμένου νὰ κερδίσω τὸν Χριστό. Ὅπως τὸ σημειώνει καὶ ὁ ἅγιος ὑμνογράφος:  Τοῦ Παύλου φοιτηταί, σοφοί, γενόμενοι, κατ᾽ ἴχνος ἐκείνου τε πορευθέντες διαδράμετε τὰ σύμπαντα, τὸν σωτήριον λόγον καταγγέλλοντες (Γίνατε φοιτητὲς τοῦ Παύλου, σοφοί, καὶ τρέξατε σ᾽ ὅλον τὸν κόσμο ἀκολουθώντας τὰ ἴχνη ἐκείνου, κηρύσσοντας τὸν σωτήριο λόγο) (ὠδὴ γ´). Ἔτσι οἱ ἅγιοι μιμήθηκαν τὸν Παῦλο ποὺ μιμήθηκε τὸν Κύριο, κατὰ τὸ  μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. Κι αὐτὸ δείχνει πόση σημασία ἔχει γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή μας ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο προσκολληθήκαμε σὰν σὲ δάσκαλό μας. Ἀνάλογα μὲ τὸν δάσκαλο διαμορφώνεται καὶ ἡ πνευματικὴ ζωὴ τοῦ μαθητῆ, μὲ ἄλλα λόγια τὸ φῶς ἢ ὁ ζόφος τοῦ δασκάλου γίνεται φῶς ἢ ζόφος καὶ τοῦ μαθητῆ.  Φωτιστήκατε πλούσια ἀπὸ τὰ δόγματα τοῦ Παύλου καὶ γίνατε φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, τρισμακάριοι (Τοῖς δόγμασι τοῦ Παύλου καταυγασθέντες, γεγόνατε φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, τρισμακάριοι) (Κοντάκιο).
.          Καὶ βεβαίως τὸ φῶς τῶν ἀποστόλων Ἰάσονος καὶ Σωσιπάτρου, φῶς τοῦ Χριστοῦ στὴν πραγματικότητα, καταύγασε τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση –  καταλάμψατε τὴν Ἀνατολὴ καὶ φτάσατε καὶ δύσατε στὴν Δύση (Ἀνατολὴν γὰρ καταλάμψαντες, πρὸς Δύσιν φθάσαντες ἔδυτε) (ὠδὴ ζ´) –  κατ᾽ ἐξοχὴν ὅμως τὴν νῆσο Κέρκυρα, διότι ἐκεῖ κυρίως ἔδρασαν, θαυματούργησαν, ἔδωσαν τὴν ζωή τους, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ὑμνογράφος τοὺς Κερκυραίους πρωτίστως καλεῖ νὰ χαροῦν καὶ νὰ γεμίσουν ἀπὸ πνευματικὴ εὐφροσύνη.  Ἡ πάμφωτη καὶ θεϊκὴ ἑορτὴ τῶν Ἀποστόλων καλεῖ τὰ πλήθη τῶν Κερκυραίων νὰ χαροῦν. Ἐμπρὸς λοιπὸν γεμίστε μέχρι κορεσμοῦ ὅλοι ἀπὸ πνευματικὴ εὐφροσύνη ( Ἡ παμφαὴς καὶ θεία τῶν Ἀποστόλων ἑορτή, τῶν Κερκυραίων τὰ πλήθη πρὸς εὐωχίαν συγκαλεῖ. Δεῦτε κορέσθητε πάντες πνευματικῆς εὐφροσύνης) (Ἐξαποστειλάριο). Ἡ κλήση ὅμως τῆς ἑορτῆς καὶ τῆς εὐφροσύνης εἶναι καὶ γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς, ὅπου γῆς. Ο γιοι ποτελον τ ντρυφήματα λων. Κι ὁ λόγος εἶναι σαφής, κατὰ τὸν ὑμνογράφο:  Ὅλοι εἴμαστε ποίμνιό σας, ποὺ λυτρωθήκαμε ἀπὸ τὴν πλάνη μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ (Πάντες γάρ ἐσμεν ποίμνιον ὑμῶν, λυτρωθέντες τῆς πλάνης ἐν χάριτι) (Οἶκος κοντακίου).

ΠΗΓΗ: pgdorbas.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε

Η ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΙΑ ΜΑΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς
«ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ»
[Α´ Ἰω. κεφ. δ´ 16 – ε´ 1]

(«Ἐν πλῷ», χ.χ., σελ. 120-127)

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          Ἔχουμε γνωρίσει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Σωτῆρος. Μέχρι τότε ἐμεῖς στὴν πραγματικίτητα οὔτε κἂν ξέραμε ποιά εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀγάπη. […] Πρὸ Αὐτοῦ ὑπῆρχαν ἱστορίες καὶ παραμύθια περὶ θείας ἀγάπης· αὐτὴ ὅμως μπῆκε γιὰ πρώτη φορὰ στὸν δικό μας γήϊνο κόσμο μόλις μ᾽ Ἐκεῖνον.[…]
.            Καὶ ἀγαπᾶμε τὸν Χριστὸ ἐπειδὴ αὐτὸς πρῶτος μᾶς ἀγάπησε. Μὲ ποιό τρόπο; Ἐπειδὴ δι᾽ ἡμᾶς καὶ ἀντὶ ἡμῶν νίκησε τὸν θάνατο, τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο καὶ μᾶς χάρισε τὴν ἀθανασία καὶ τὴν ζωὴ τὴν αἰώνια. Καὶ τοῦτο εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ ἀγάπη· ὅλες οἱ ἄλλες ἀγάπες εἶναι ἀληθινές, ἐὰν προέρχονται ἀπ᾽ αὐτήν, καὶ ὲὰν εἶναι ὡς αὐτή. Ἡ δική μας χριστοφιλία εἶναι ἡ φυσικὴ ἀπάντηση στὴν φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ.[…]
.         Ἡ χριστοφιλία διακλαδοῦται σὲ ἀδελφοφιλία, δικαιοφιλία, ἀγαθοφιλία, ἁγιοφιλία, εἰρηνοφιλία, ἁγνοφιλία, ἀγάπη γιὰ ὅλα ὅσα εἶναι θεϊκά, ἀγάπη γιὰ ὄλα ὅσα εἶναι ἀθάνατα, ἀγάπη γιὰ ὅλα ὅσα εἶναι αἰώνια. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀγάπες εἶναι θεϊκές, ἅγιες καὶ αἰώνιες, ἐπειδὴ ἡ ρίζα τους εἶναι θεϊκή, ἅγια καὶ αἰώνια. Ρίζα τους εἶναι ἡ χριστοφιλία […] Ἐὰν δὲν ὐπάρχει χριστοφιλία, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀληθινὴ θεοφιλία (φιλοθεΐα) οὔτε ἀληθινὴ φιλανθρωπία. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος, ἡ ἀγάπη πρὸς Αὐτὸν εἶναι πάντα καὶ ἀγάπη πρὸς Θεὸ καὶ ἀγάπη πρὸς ἄνθρωπο, δηλαδὴ θεοφιλία καὶ φιλανθρωπία. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ φυσικὰ ἐκδηλώνεται μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ὡς θεόμορφο ὄν· καὶ αὐτὸ σημαίνει ὡς θεϊκὸ ἀδελφὸ καὶ αἰώνιο συν-αδελφό.[…]
.         Ἡ πίστη στὸν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία, ὡς Σωτῆρα τοῦ κόσμου, εἶναι πίστη σ᾽ Αὐτὸν ὡς Θεὸ καὶ Κύριο. Καὶ σὲ τέτοια πίστη βρίσκονται ὅλοι οἱ λόγοι γιὰ ἀπεριόριστη ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό. Ἔτσι ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη εἶναι στὴν πραγματικιτητα διττὴ δύναμη, διττὴ ἀρετή. Ὅποιος πιστεύει τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτῆρα, ἀγαπᾶ τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτῆρα. Ὲὰν ἀγαπᾶ τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτῆρα, πιστεύει τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτῆρα.

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΜΕ ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑ ΝΑ ΤΡΕΧΟΜΕ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ. ΝΑ ΜΗ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ» (Γέρ. Πορφύριος)

20 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία τοῦ
Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
 

.        Ὅταν ἀγαπᾶς τὸν Χριστό, παρ᾽ ὅλες τὶς ἀδυναμίες καὶ τὴν συναίσθηση ποὺ ἔχεις γι᾽ αὐτές, ἔχεις τὴν βεβαιότητα ὅτι ξεπέρασες τὸν θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι φίλος μας. Τὸ βεβαιώνει ὁ ἴδιος, ὅταν λέει: «Ἐσεῖς εἶστε φίλοι μου …» (Ἰω. ιε´ 14). Τὸν Χριστὸ νὰ τὸν αἰσθανόμαστε σὰν φίλο μας. Σὰν φίλο νὰ τὸν ἀτενίζομε καὶ νὰ τὸν πλησιάζομε. Πέφτομε; μαρτάνομε; Μ οκειότητα, μ γάπη κι μπιστοσύνη ν τρέχομε κοντά του. χι μ φόβο τι θ μς τιμωρήσει λλ μ θάρρος, πο θ μς τ δίδει ασθηση το φίλου. Ν το πομε: «Κύριε, τ κανα, πεσα, συγχώρεσε με». λλ συγχρόνως ν ασθανόμαστε τι μς γαπάει, τι μς δέχεται τρυφερά, μ γάπη κα μς συγχωρε. Ν μ μς χωρίζει π᾽ τν Χριστ μαρτία. Ὅταν πιστεύουμε ὅτι μᾶς ἀγαπάει καὶ τὸν ἀγαπᾶμε, δὲν θὰ αἰσθανόμαστε ξένοι καὶ χωρισμένοι ἀπ᾽ Αὐτόν, οὔτε ὅταν ἁμαρτάνουμε. Ἔχουμε ἐξασφαλίσει τὴν ἀγάπη Του κι ὅπως καὶ νὰ φερθοῦμε, ξέρομε ὅτι μᾶς ἀγαπάει.
.          Τὸ Εὐαγγέλιο, βέβαια, λέει μὲ συμβολικὲς λέξεις γιὰ τὸν ἄδικο ὅτι θὰ βρεθεῖ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει «ὁ τριγμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων», διότι μακρὰν τοῦ Θεοῦ ἔτσι εἶναι. Καὶ ἀπὸ τοὺς νηπτικοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πολλοὶ ὁμιλοῦν γιὰ φόβο θανάτου καὶ κολάσεως. Λένε: «Ἔχε μνήμη θανάτου πάντοτε». Αὐτὲς οἱ λέξεις, ἂν τὶς ἐξετάσομε βαθιά, δημιουργοῦν τὸν φόβο τῆς κολάσεως. Ὁ ἄνθρωπος προσπαθώντας ν᾽ ἀποφύγει τὴν ἁμαρτία, κάνει αὐτὲς τὶς σκέψεις, γιὰ νὰ κυριευθεῖ ἡ ψυχή του ἀπ᾽ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, τῆς κολάσεως καὶ τοῦ διαβόλου.

.        Ὅλα ἔχουν τὴν σημασία τους, τὸν χρόνο καὶ τὴν περίστασή τους. Ἡ ἔννοια τοῦ φόβου εἶναι καλὴ γιὰ τὰ πρῶτα στάδια. Εἶναι γιὰ τοὺς ἀρχαρίους, γι᾽ αὐτοὺς ποὺ ζεῖ μέσα τους ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀρχάριος, ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη λεπτυνθεῖ, συγκρατεῖται ἀπ᾽ τὸ κακὸ μὲ τὸν φόβο. Καὶ ὁ φόβος εἶναι ἀπαραίτητος, ἐφ᾽ ὅσον εἴμαστε ὑλικοὶ καὶ χαμερπεῖς. Ἀλλ᾽ αὐτὸ εἶναι ἕνα στάδιο, ἕνας χαμηλὸς βαθμὸς σχέσεως μὲ τὸ θεῖον. Τὸ πᾶμε στὴ συναλλαγή, προκειμένου νὰ κερδίσομε τὸν Παράδεισο ἢ νὰ γλιτώσομε τὴν κόλαση. Αὐτό, ἂν τὸ καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ἰδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. Ἐμένα δὲν μοῦ ἀρέσει αὐτὸς ὁ τρόπος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος προχωρήσει καὶ μπεῖ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τί τοῦ χρειάζεται ὁ φόβος; Ὅ,τι κάνει, τὸ κάνει ἀπὸ ἀγάπη κι ἔχει πολὺ μεγαλύτερη ἀξία αὐτό. Τὸ νὰ γίνει καλὸς κάποιος ἀπὸ φόβο στὸν Θεὸ κι ὄχι ἀπὸ ἀγάπη δὲν ἔχει τόση ἀξία.
.        Ὅποιος θέλει νὰ γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ποιητής. Ἂν στραπατσαρισθεῖ ἡ ψυχὴ καὶ γίνει ἀνάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, διακόπτει ὁ Χριστὸς τὶς σχέσεις, διότι Χριστς «χοντρς» ψυχς δν θέλει κοντά Του.

, , ,

Σχολιάστε