Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀγάπη Θεοῦ

 «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -4 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) «Παιδάκι μου, Ἐγώ γιά σένα ὑπάρχω»!

Ὁ πολυεύσπλαχνος πατέρας
 
[Δ´]

 Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου (†)
«Ἡ ἁγιότητα εἶναι κατορθωτή σήμερα;»,
Ἐκδ. «THNOΣ», Ἀθήνα 2010
Σελ. 111 ἑπ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´ : «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -1 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)
Μέρος Β´:
 
«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -2 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) Γι᾽ αὐτό ἐπικρατεῖ σήμερα ἕνα φουρτουνιασμένο πέλαγος, πού λέγεται διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις.
Mέρος Γ´:
«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -3 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) Ἐπιστρέφει, ἐλπίζοντας στή γνωστή ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Δέν ἀμφιβάλλει γι᾽ αὐτή τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτή τόν ἐλέγχει, ἀλλά καί τόν κάνει νά ἐπιστρέφει.

.                 Σᾶς εἶπα, ἀγαπητοί μου, ὅτι πρόκειται γιὰ καταπληκτικὰ σκηνή, ἀπείρου κάλλους, συγκινήσεως καὶ θαυμασμοῦ. Ὁ θιγμένος, προσβεβλημένος, ἀπορημένος, γηραιὸς πατέρας τὸν εἶδε, τὸν εὐσπλαχνίστηκε «καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Ἐπαναλαμβάνω, καὶ συγχωρέστε με γι᾽ αὐτό, προσέξτε. Δὲν στάθηκε νὰ μετρήσει τὶς διαθέσεις του, νὰ ὑπολογίσει τὴν προοπτική του, μὲ τὶ ὅρους ἐπιστρέφει, ἂν μετανόησε εἰλικρινά, ποιά εἶναι ἡ ἀκριβής πρόθεση τῆς ἐπιστροφῆς του. Δέν περίμενε καθόλου νά τόν ἀκούσει. Μά τί πατέρας εἶναι αὐτός; Ὄχι ἁπλά πῆγε πρός αὐτόν, ἀλλά ἔτρεξε πρός αὐτόν. Αὐτό ἔχει σημασία σημαντική. Δέν τόν χαιρέτησε ἁπλά. Δέν περίμενε νά ὑποκλιθεῖ, νά γονατίσει, νά τοῦ φιλήσει τό χέρι, νά ζητήσει συγνώμη. Δέν τόν ἄφησε νά μιλήσει. Δέν χρειαζόταν ξανά τά λόγια. Ἀξία εἶχε ἡ παρουσία. Τόν ἅρπαξε λοιπόν καί τόν ἀγκάλιασε. Ὄχι ἁπλά τόν ἀγκάλιασε ἀλλά τόν σφιχταγκάλιασε. Ὄχι ἁπλά τόν φίλησε, ἀλλά τόν «κατεφίλησε», τόν γέμισε δηλαδή φιλιά. Τί θαυμάσια αὐτή ἡ εἰκόνα, ἀδελφοί μου. Ὁ φταίχτης, ὁ ἀντάρτης, ὁ ἐπαναστάτης, ὁ ἀσεβής, ὁ ἄσωτος νά σφιχταγκαλιάζεται καί νά κατασπάζεται ἀπό τόν στοργικό πατέρα του. Ὁ θαυμάσιος πατέρας δέν περιμένει τήν ἐξουδένωση κι ἐξουθένωσή του, τό στραπατσάρισμα τῆς προσωπικότητάς του, τόν ἐξευτελισμό του καί τή διάλυσή του. Δέν ζητᾶ δικαιολογίες, ὑποσχέσεις, μεγάλα καί παχιά λόγια. Δέν τόν ἀφήνει νά μιλήσει. Μόνο τόν ἀγκαλιάζει καί τόν φιλᾶ μέ ὅλη τήν πατρική στοργή του καί τρυφερότητα.
.                 Αὐτή τήν εἰκόνα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, θά πρέπει νά τή φυλᾶμε καί θυμόμαστε καλά. Εἶναι διδακτική κι εὐεργετική λίαν. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη καί μόνιμη στάση τοῦ οὐράνιου πατέρα μας. Ὁ Θεός μας δέν εἶναι ὁ Δίας, πού κατακεραυνώνει τούς ἀνθρώπους. Εἶναι ὁ Θεός τῆς ἀγάπης, τῆς εὐσπλαχνίας, τοῦ ἐλέους, τῶν οἰκτιρμῶν, τῆς ἀγαθότητας καί φιλανθρωπίας. Δέν μᾶς ξεσυνερίζεται, δέν μᾶς περιμένει στή γωνία νά μᾶς τή φέρει, δέν ἐκδικεῖται ποτέ, δέν τιμωρεῖ, δέν κακιώνει, δέν θυμώνει. Ἀναμένει τή μετάνοια ὅλων, δίνει εὐκαιρίες, δέν κουράζεται νά ἐπανέρχεται, ἐλπίζει καί προετοιμάζει τήν ἐπιστροφή μας, σεβόμενος πάντοτε τήν ἐλευθερία πού ὁ ἴδιος μᾶς ἔδωσε. Ἡ ἐξαίσια αὐτή εἰκόνα δίνει μεγάλη παρηγοριά κι ἐλπίδα σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς.
.                 Ὁ μετανοημένος ἄσωτος μέσα στήν ἀγκαλιά καί τούς ἀσπασμούς τοῦ πατέρα του συντρίβεται ἀπό τήν ἀγάπη. Ποιός εἶμαι καί πῶς μοῦ συμπεριφέρεται; Τί πατέρα ἔχω καί πόσο ἄσπλαχνα τοῦ φέρθηκα; Ἀντί νά μ᾽ ἐπιτιμήσει, μέ ἀγκαλιάζει καί ἀντί νά μέ κανονίσει, μέ καταφιλᾶ. Ἡ ἀγάπη σου δέν ἔχει ὅρια. Δέν ἀξίζω, ἀλήθεια, τέτοιας καλῆς μεταχειρίσεως. Συγκλονίζομαι ἀπό τόν τρόπο σου. Ἡ ἀγάπη σου μέ κάνει ἄφωνο, μέ ἀφοπλίζει. Πῶς σοῦ φέρθηκα καί πῶς μοῦ φέρεσαι; Γιατί τόσο πολύ μέ ἀγαπᾶς; Δέν ἔκανα κάτι γιά νά μέ ἀγαπᾶς τόσο. Δέν ἀντέχω αὐτό τό μέγεθος τῆς ἀγάπης σου. Μέσα στήν ἀγκαλιά τοῦ πατέρα του, ἀκούει τούς κτύπους τῆς καρδιᾶς του. Ὅλοι κτυποῦν γι᾽ αὐτόν. Μέσα σέ αὐτή τήν ἀπερίγραπτη θαλπωρή λησμονᾶ τήν ξενιτιά, τήν ἐρημιά, τή μοναξιά, τήν παγωνιά, τή βρωμιά, τήν ἀθλιότητα. Γαληνεύει, ἠρεμεῖ, μεταμορφώνεται, ἀναγεννᾶται, ἐμψυχώνεται, ἐνδυναμώνεται.
.                 Ὁ πατέρας εἶναι σάν νά τοῦ λέει: «Μή μιλᾶς τώρα. Μή καταστρέφεις τήν ὡραιότατη σιγή μέ φλυαρίες, κενολογίες καί περιττολογίες. Τά γνωρίζω ὅλα καλά. Ἤμουν πάντοτε μαζί σου. Σέ ἀκολουθοῦσα, δέν σέ ἐγκατέλειψα ποτέ κι ἄς μέ ἄφησες ἐσύ. Δέν σοῦ ζητῶ τίποτε. Χαίρομαι πού ἐπέστρεψες. Σ᾽ εὐχαριστῶ πού ξαναγύρισες κοντά μου. Ἐγώ γιά σένα ὑπάρχω. Γι᾽ αὐτό σ᾽ ἔπλασα, γιά νά εἴμαστε πάντοτε μαζί. Δέν μποροῦμε νά ζήσουμε χώρια. Ὁ χωρισμός εἶναι πίκρα καί θάνατος. Δέν χρειάζεται νά προφέρεις καμία δικαιολογία. Δέν μέ πείραξε πού ἔφυγες. Μέ χαροποίησε πού γύρισες. Νά χαρεῖς αὐτή τή χαρά ὅλη. Νά μή τή διακόψεις ποτέ. Νά μή τήν ἀφήσεις νά ἐλαττωθεῖ. Στό χέρι τό δικό σου εἶναι, παιδάκι μου».
.                 Κάποια στιγμή κατάφερε νά ψελλίσει μέσα ἀπό δάκρυα χαρᾶς ἀληθινῆς: «Πατέρα μου, ἁμάρτησα πολύ στόν Θεό καί σ᾽ ἐσένα καί δέν ἀξίζω πιά νά ὀνομάζομαι υἱός σου». Καλά λέει, ξέρει τί λέει, δέν ταπεινολογεῖ καί ταπεινοσχημεῖ. Τήν ἀλήθεια πού αἰσθάνεται, καταθέτει. Πῶς μπορεῖ νά εἶμαι υἱός σου, ὅταν ἔτσι ὑπερήφανα σοῦ φέρθηκα καί τόσο ταπεινά μοῦ φέρεσαι ἐσύ τώρα; Δέν ἀξίζω τῆς υἱοθεσίας. Ὁ πατέρας δέν τόν διακόπτει, δέν τόν διορθώνει, δέν χαίρεται γι᾽ αὐτή τήν ὁμολογία. Τόν ἄκουσε πολύ καλά, τόν πρόσεξε ἰδιαίτερα, ἀλλά δέν συνεχίζει τή σκέψη καί δέν τοῦ ἀπαντᾶ εὐθέως καί ἀμέσως. Κάνει σάν νά μήν ἀκούει καί νά μή κατάλαβε καλά, ἐνῶ ἀσφαλῶς καί ἄκουσε καί κατάλαβε πολύ καλά. Ἀπευθύνεται πρός τούς ὑπηρέτες του ὁ πατέρας καί εἶναι σάν νά τούς λέει: Μή τόν ἀκοῦτε. Δέν ξέρει τί λέει. Εἶναι ποτέ δυνατόν τό παιδί μου νά παύσει νά εἶναι παιδί μου; Μπορῶ ἐγώ ὁ πατέρας του, πού τό γέννησα, νά μή κάποτε εἶμαι πατέρας του; Ἡ υἱοθεσία καί ἡ πατρότητα εἶναι ἀναφαίρετη. Προστάζει λοιπόν ὁ πατέρας του καί λέγει στούς ὑπηρέτες του: «Μή κάθεστε καθόλου. Γρήγορα ξεφορέστε του τά βρώμικα ροῦχα καί φορέστε του τήν πιό λαμπρή στολή πού ἔχουμε, περάστε του στό δάχτυλο τό καλό δαχτυλίδι καί δῶστε του καινούργια ὑποδήματα. Σφάξτε τό μοσχάρι τό σιτευτό καί μαγειρέψτε το, νά τό φᾶμε, νά εὐφρανθοῦμε. Πρόκειται γιά τόν υἱό μου τόν ἀγαπητό, πού ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε καί ἦταν χαμένος καί βρέθηκε». Ἔτσι κι ἔγινε κι ἄρχισε τότε μία πανευφρόσυνη πανήγυρη. Μία τέτοια μεγάλη χαρά, λέει τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, γίνεται γιά κάθε ἁμαρτωλό πού εἰλικρινά μετανοεῖ.
.                 Μόνο μία σκιά ὑπῆρξε μέσα σέ ὅλο αὐτό τό πανηγύρι. Πρόκειται γιά τό πρόσωπο τοῦ μεγαλύτερου ἀδελφοῦ του. Ἦταν κατά γενική ὁμολογία ἕνα πολύ καλό παιδί. Ἕνας ὑπάκουος, ἔντιμος, ἥσυχος κι ἐργατικός νέος, πού ποτέ δέν ἔδωσε ἀφορμή νά τόν παρατηρήσουν. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τά χωράφια, πού ὅλη τήν ἡμέρα μέ κόπους καί ἱδρῶτες ἐργαζόταν, παρατηρεῖ πλησιάζοντας τό σπίτι του, κάποια ἀπρόσμενη ἀλλαγή. Ξαφνικά βλέπει φωτοχυσίες καί ἀκούει μουσικές καί χοροτράγουδα. Ἀπορημένος φωνάζει ἕναν ὑπηρέτη, γιά νά μάθει τί ἀκριβῶς συμβαίνει. Ἐκεῖνος δίχως πολλά λόγια τοῦ λέει ἀμέσως: Γύρισε ὁ ἀδελφός σου, πού τόν εἴχαμε χαμένο καί ὁ πατέρας σου ἀποφάσισε γιά χάρη του νά σφάξει τό σιτευτό μοσχάρι, πού ἐπέστρεψε πίσω καλά, γερός καί δυνατός. Ποιά θά ἦταν ἡ φυσιολογική ἀντίδραση, μόλις πληροφορήθηκε κάτι τέτοιο; Νά χαρεῖ, νά τρέξει νά χαιρετήσει καί φιλήσει τόν ἀδελφό του, πού γύρισε ξανά στό σπίτι τους. Δέν ἔκανε ὅμως ἔτσι. Γιατί; Μά ἀφοῦ ἦταν τόσο καλός καί ποτέ δέν εἶχε δώσει καμιά ἀφορμή νά τόν παρατηρήσουν. Γιατί τώρα συμπεριφέρεται ἔτσι; Ὄχι ἁπλά θύμωσε ἀλλά ὀργίστηκε, ταράχτηκε, ἀναψοκοκκίνισε, δέν περίμενε κάτι τέτοιο. Αὐτή ἡ ἀπρόσμενη ἐπιστροφή τοῦ χάλαγε τά σχέδια. Ἀλλιῶς τά εἶχε προγραμματίσει ὁ ἴδιος. Συγκρινόμενος μέ τόν ἄσωτο ἀδελφό του ὑπερίσχυε. Ἔβγαινε νικητής, ἐνάρετος, ἀθῶος, πολύ καλός. Μποροῦσε νά ἔχει ὅλη τήν ἐκτίμηση καί ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἄσωτου τόν χολόσκαγε. Δέν ἤθελε οὔτε νά μπεῖ στό σπίτι του. Δέν ἄντεχε ν᾽ ἀντικρίσει τόν ἀδελφό του. Τά ᾽βαλε καί μέ τόν πατέρα του: Ἄ, ὄχι δά κι ἔτσι, ὅλα κι ὅλα, ὥς ἐδῶ καί μή παρέκει. Δέν θά τιμᾶμε καί τούς ἀσεβεῖς, τούς ἀγνώμονες, τούς καταχραστές, τούς πονηρούς, τούς ἀνεπρόκοπους, τούς ἄσωτους καί φαύλους. Ἀναγκάσθηκε ὁ πατέρας του, ὅταν πληροφορήθηκε τήν ἀφιλάδελφη στάση του, νά ἐξέλθει ξανά τῆς οἰκίας του, γιά νά τόν συναντήσει, νά συνομιλήσει εἰλικρινά μαζί του καί νά τοῦ ἐκθέσει τίς πραγματικές προθέσεις του. Ὁ στοργικός πατέρας κατανόησε πλήρως τήν κατάστασή του καί ἄρχισε νά τοῦ μιλᾶ ὄχι ἐπιτιμητικά, πατρικά, ἱκετευτικά, ἀγαπητικά. Ἐκεῖνος ὅμως δέν ἤθελε ν᾽ ἀκούσει. Τοῦ ἀποκρίθηκε βλοσυρά: «Ἄκουσε νά δεῖς καλά καί πρόσεξε. Ἐγώ τόσα χρόνια σοῦ δουλεύω σάν εἵλωτας. Ποτέ δέν παρήκουσα καμιά ἐντολή σου. Ἄν ἔχεις παράπονο, πές μου. Σ᾽ ἐμένα ὅμως δέν ἔδωσες ποτέ οὔτε ἕνα κατσικάκι νά χαρῶ κι ἐγώ σάν ἄνθρωπος καί νά τό φάω μέ τούς φίλους μου. Μόλις ὅμως γύρισε αὐτός ὁ ἀνεπρόκοπος υἱός σου, πού πῶς τολμᾶς καί τόν ἀγαπᾶς ἀκόμη, πού ἔφαγε τήν περιουσία σου μέ τίς παλιογυναῖκες, ἔσφαξες γιά χάρη του τό πιό καλό μας ζῶο, τό σιτευτό μοσχάρι».
.                Ὁ πατέρας τόν ἄκουσε προσεκτικά. Τόν καταλάβαινε πολύ καλά. Ἔβλεπε νά μεταμορφώνεται ὁ υἱός του. Δέν ἦταν ὁ πρεσβύτερος ἐκεῖνος ὁ ὥριμος, ὁ τίμιος, ὁ εἰλικρινής, ὁ γνήσιος, ὁ ἀτόφιος, ὁ ντόμπρος, ὁ ἀφτιασίδωτος, ὁ ἀνυπόκριτος, σοβαρός καί καλοκάγαθος. Τόσα χρόνια προσποιόταν, ὑποκρινόταν, κυκλοφοροῦσε μεταμφιεσμένος, μασκοφόρος, αὐτοδικαιωμένος, αὐτάρκης, ἀφιλότιμος καί ἀπαιτητικός. Δέν ἦταν δυστυχῶς καλός, ἀλλά ἔκανε τόν καλό. Δέν ἄντεξε καί φανερώθηκε τό κενό του, ἡ ἐσωτερική του γύμνια, ἀσχήμια καί ταραχή. Κρῖμα. Πῆγαν τόσοι κόποι καί μόχθοι χαμένοι. Ὁ πατέρας δέν τόν ξεσυνερίζεται. Δέν ἀπογοητεύεται ἀπό τήν ἀποκάλυψη τοῦ πραγματικοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου. Κάνει ὅτι δέν καταλαβαίνει τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτά τά τρομερά, πού φανερώνει ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ του. Ἐπιμένει νά τόν παρακαλεῖ, νά τόν ἱκετεύει, νά τόν προσκαλεῖ. Δέν παύει νά τόν ἀγαπᾶ. «Καλό παιδί μου, τοῦ λέει, ἐσύ εἶσαι πάντοτε μαζί μου κι ἐγώ μαζί σου. Ὅ,τι εἶναι δικό μου εἶναι καί δικό σου. Δέν ξεχωρίζω τίποτε. Δέν λέω ὅτι αὐτό εἶναι δικό σου καί αὐτό δικό μου. Μή γίνεσαι μικρός. Μή παρασύρεσαι ἀπό δόλιους λογισμούς. Μή ζηλοφθονεῖς καί χάνεις τήν εὐκαιρία νά χαρεῖς μαζί μας. Ἔλα νά συνευφρανθοῦμε. Εἶναι πολύ σημαντική αὐτή ἡ ἡμέρα. Τό γεγονός εἶναι κοσμοχαρμόσυνο. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, γιά τόν ὁποῖο γίνεται ἡ ἑορτή, δέν εἶναι ἕνας τυχαῖος, ἕνας ἄγνωστος, ἕνας ξένος. Εἶναι ὁ ἀδελφός σου ὁ μοναδικός. Εἶναι τό παιδί μου. Εἶσαι τό παιδί μου. Εἶσθε τά παιδιά μου. Μή μέ λυπεῖς κι ἐσύ. Ἔλα σέ παρακαλῶ πολύ μέσα στό σπίτι, νά χαροῦμε ὅλοι μαζί. Ὁ ἀδελφός σου ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε καί χαμένος καί βρέθηκε».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -5 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορείτης) «Ἕνα “Κύριε ἐλέησον” ἐκ βαθέων ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα ἀπ᾽ ὅ,τι ἕνας κουβὰς δάκρυα συναισθηματικὰ καὶ κουραστικὲς εὐσεβεῖς φλυαρίες

 

βλ. σχετ.:

ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)
ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Β´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)
ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Γ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)
ΕΜΒΑΘΥΝΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Δ´(Ἰω. Κορναράκη, καθηγ.)

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-1 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-2 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-3 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-4 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-5 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-6 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-7 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ-8 (Ἀρχιμ. Βασιλείου)

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΡΟΜΟΛΑΓΝΕIΑ καὶ ΑΓΑΠΟΛΑΓΝΕΙΑ: μιὰ ἀρνητική θεολογία, μιὰ ἄλλη πνευματικὴ πυρκαγιά, αἰώνιας διάρκειας (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Τρομολαγνεία καὶ ἀγαπολαγνεία
σὲ τραγικὰ γεγονότα

τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

.               Ἐθνικὸ πένθος κηρύχθηκε λόγῳ τῶν φοβερῶν καταστροφῶν ποὺ συνέβησαν στὴν Πατρίδα μας καὶ ἀποτελοῦν ἐθνικὴ τραγωδία. Εἶναι ὄντως φοβερὸ γεγονὸς νὰ πεθαίνουν ἄνθρωποι κάτω ἀπὸ τέτοιες τραγικὲς συνθῆκες καὶ ἀκόμη νὰ καταστρέφεται τὸ περιβάλλον, τὸ «κόσμημα» τοῦ Θεοῦ.

1. Βαθύς πόνος

.               Ὅσοι αἰσθάνονται τήν τραγική κατάσταση τῶν ἡμερῶν αὐτῶν πονοῦν καί πενθοῦν στήν καρδιά τους.
.               Πῶς, ὅμως, νά παρηγορήσης τούς ἀνθρώπους πού ἔχασαν τούς συγγενεῖς τους; Πῶς νά καταλάβης αὐτούς πού πῆγαν στό νεκροτομεῖο γιά νά ἀναγνωρίσουν τούς ἀνθρώπους τους, μέσα σέ τόσους ἀπανθρακωμένους; Πῶς νά συναισθανθῆς καί νά πονέσης μαζί μέ τούς ἀνθρώπους ἐκείνους πού ἀναζητοῦν τούς ἀγνοουμένους συγγενεῖς τους καί ζοῦν μεταξύ ἐλπίδας καί ἀπογνώσεως, στά ὅρια ζωῆς καί θανάτου; Πῶς νά νοιώσης τόν διασώστη πού εἶδε ἕναν σωρό στάχτη καί ἀφαιρώντας την εἶδε ἕνα καμένο κρανίο καί μερικά κόκκαλα; Πῶς νά ἔλθης στήν θέση τοῦ διασώστη πού ἔγραψε ὅτι «σέ τέτοιους τόπους πού τριγυρνᾶς ὁ ἀέρας μυρίζει ἀλλιῶς, μυρίζει … θάνατο»;
.               Σέ αὐτές τίς καταστάσεις δέν μπορεῖς νά μιλήσης, δέν μπορεῖς νά κάνης ποιμαντική μέ ἠθικολογίες.
.               Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφοντας ἐπιστολή σέ μιά γυναίκα τῆς ὁποίας πέθανε τό παιδί της, μεταξύ ἄλλων γράφει:
.               «Σκόπευα νά σιωπήσω πρός τήν κοσμιότητά σου, σκεπτόμενος ὅτι, ὅπως στόν ὀφθαλμό πού πάσχει ἀπό φλεγμονή καί τό ἁπαλότερο παρηγορητικό ἐπίθεμα προκαλεῖ ἀνία-πόνο, ἔτσι καί στήν ψυχή πού ἔχει κτυπηθῆ ἀπό βαρειά θλίψη, ὁ λόγος καί ἄν φέρη πολλή παρηγοριά, φαίνεται νά εἶναι κάπως ὀχληρός, ὅταν προφέρεται στήν ὥρα τῆς ἀγωνίας». Αὐτό δείχνει μιά ποιμαντική εὐαισθησίας καί τρυφερότητας, θά λέγαμε μιά ποιμαντική διακρίσεως.
.               Στήν προκειμένη περίπτωση θά ἀρκοῦσε αὐτό πού ἔγραψε κάποιος τηλεοπτικός Σταθμός τοῦ ἐξωτερικοῦ: «προσευχή γιά τήν Ἑλλάδα». Αὐτό τά λέει ὅλα. Προσευχή γιά θύτες καί θύματα, γιά ἄρχοντες καί ἀρχομένους, γιά πονεμένους καί νεκρούς, γιά Κληρικούς καί λαϊκούς. Γιατί σέ στιγμές ἀγωνίας καί ὁ παρηγορητικός λόγος εἶναι ὀδυνηρός, δέν ἀντέχεται, ἀρκεῖ ἡ σιωπηλή ἀρχοντική παρουσία.
.               Τοὐλάχιστον ὅταν θέλουμε νά μιλήσουμε, νά μιλᾶμε μέσα ἀπό τήν θεολογία τῆς «συμπάσχουσας καρδίας»

2. Ὁ ἄστατος θεολογικός λόγος

.               Δυστυχῶς σέ τέτοιες στιγμές ἀκούγονται διάφοροι «θεολογικοί» λόγοι, ἄλλοτε ὅτι εἶναι τιμωρία τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί φιλανθρωπία. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἐπιστρατεύονται ἁγιογραφικά καί λειτουργικά κείμενα γιά νά τεκμηριωθοῦν οἱ ἀπόψεις. Ὅμως, ἡ ἑρμηνεία τῶν σχετικῶν χωρίων εἶναι τίς περισσότερες φορές παραποιητική. Βεβαίως, ὑπάρχουν ἁγιογραφικά χωρία, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τήν «ὀργή» τοῦ Θεοῦ, καί ἄλλα γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, πῶς συνδυάζονται αὐτά μεταξύ τους καί πῶς ἑρμηνεύονται;
.               Σύμφωνα μέ ὅλη τήν ἐκκλησιαστική παράδοση, ὁ Θεός δέν διακρίνεται ἀπό τίς ἐμπαθεῖς καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά στέλλει τήν Χάρη Του καί τήν ἐνέργειά Του σέ ὅλη τήν κτίση. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε ὅτι ὁ Πατήρ Του, ὁ ἐν οὐρανοῖς «τόν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους» (Ματθ. ε’, 45). Ὁ Θεός δέν εἶναι αἴτιος τοῦ κακοῦ, ἀλλά εἶναι ἡ πηγή τοῦ ἀγαθοῦ, ὁ Θεός εἶναι ἐλεύθερος ἀπό κάθε ἀνάγκη καί ἰδιοτέλεια. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο «οὐκ ἐκεῖνος (δηλαδή ὁ Θεός) ἐστίν ὁ ἐχθραίνων, ἀλλ’ ἡμεῖς∙ Θεός γαρ οὐδέποτε ἐχθραίνει». Δέν εἶναι δυνατόν τίς δικές μας ἐμπαθεῖς καταστάσεις νά τίς ἀποδίδουμε στόν Θεό.
.               Βεβαίως, στήν Ἁγία Γραφή ὑπάρχουν φράσεις πού κάνουν λόγο γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ἀποκαλύπτεται γὰρ ὀργὴ Θεοῦ ἀπ’ οὐρανοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἀσέβειαν καὶ ἀδικίαν ἀνθρώπων τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικίᾳ κατεχόντων» (Ρωμ. α´, 18). Ἀλλά τέτοια χωρία πρέπει νά ἑρμηνευθοῦν μέσα ἀπό τήν ὅλη ἀποστολική καί πατερική παράδοση, ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε «τέκνα φύσει ὀργῆς», ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐν οἷς καὶ ἡμεῖς πάντες ἀνεστράφημεν ποτε ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς σαρκός ἡμῶν, ποιοῦντες τὰ θελήματα τῆς σαρκός καὶ τῶν διανοιῶν, καὶ ἦμεν τέκνα φύσει ὀργῆς, ὡς καὶ οἱ λοιποί» (Ἐφ. β´, 3).
.               Στήν πραγματικότητα αὐτό πού ὀνομάζουμε ὀργή τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ δική μας αἴσθηση ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὀργισμένος καί μᾶς τιμωρεῖ, ὁπότε ἐμεῖς αὐτοτιμωρούμαστε, ἐπειδή ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τό φῶς τοῦ Θεοῦ καί αἰσθανόμαστε τόν Θεό ὀργισμένο.
.               Εἶναι σάν νά τοποθετοῦμε ἕνα λουλούδι μέσα στό σκοτάδι, τό ὁποῖο μαραίνεται, γιατί στερεῖται τῶν ζωογόνων ἀκτίνων τοῦ ἡλίου. Ὁπότε δέν μποροῦμε νά ἀποδώσουμε εὐθύνες στόν ἥλιο, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νά στέλλη τό φῶς του στήν κτίση. Ἔτσι, πρέπει νά ἑρμηνευθοῦν ὅλα τά σχετικά ἁγιογραφικά χωρία γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ.
.               Ὑπάρχουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δέν θέλουν νά ὁμιλοῦν γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ καί ἀντί νά ἑρμηνεύουν ὀρθόδοξα τά σχετικά χωρία τῆς «συμβολικῆς θεολογίας», ἀρέσκονται νά ὁμιλοῦν γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὡσάν ὁ Θεός νά δέχεται καί νά ἀμνηστεύη τά πάντα καί νά μήν ἐνδιαφέρεται γιά τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου.
.               Καί οἱ ἄνθρωποι κάνουν τέτοιες ἐπεμβάσεις. Οἱ χειρουργοί ἰατροί ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης στόν ἄρρωστο ἄνθρωπο ἀποκόπτουν ἄρρωστα μέλη τοῦ σώματός του, οἱ διδάσκαλοι βαθμολογοῦν μέ χαμηλό βαθμό τούς μαθητές τους καί οἱ γονεῖς παιδαγωγοῦν κατάλληλα τά παιδιά τους. Ἡ ἀγάπη δέν ἀμνηστεύει ὅλες τίς κακίες καί ὅλα τά ἀτοπήματα τῶν ἀγαπητῶν τους ἀνθρώπων.
.               Ὅσοι ὁμιλοῦν γιά τόν Θεό μόνον ὡς ἀγάπη, ἴσως συναισθηματικῆς φύσεως, ἀμνηστεύοντας ὅλα τά ἐγκλήματα, ἀγνοοῦν τί εἶναι αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία ἀγάπη εἶναι ἡ ἄκτιστη ἐνέργειά Του, ἡ ὁποία ἀποστέλλεται στούς ἀνθρώπους καί ἐνεργεῖ σέ αὐτούς, ἀνάλογα μέ τήν κατάστασή τους, ὁπότε ἄλλους σώζει καί ἄλλους καταδικάζει. Σέ αὐτό δέν εὐθύνεται ὁ Θεός, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος, πού δέχεται τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τήν κατάστασή τους.
.               Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλώντας γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, καί μάλιστα ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι ἄδικος, χρησιμοποιεῖ τόν λόγο∙ «ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω» (Ἐξ. λγ’, 19). Καί ἀποφαίνεται: «Ἄρα οὖν ὃν θέλει ἐλεεῖ, ὃν δὲ θέλει σκληρύνει» (Ρωμ. θ´, 18). Ὅμως, πῶς ἑρμηνεύεται αὐτό τό χωρίο;
.               Ὑπάρχουν πολλά πατερικά κείμενα πού τό ἑρμηνεύουν, ἀλλά θά ἀρκεσθῶ στήν ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας, πού στηρίζεται στούς Πατέρας, κατά τήν μεταγλώτισση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου.
.               «Ἄκουσον∙ καθώς ὁ Ἥλιος τό μέν κηρί ἁπαλύνει, τόν δέ πηλόν σκληρύνει, ὄχι καθ᾽ ἑαυτόν, ἀλλά διά τήν διαφορετικήν ὕλην τοῦ κηροῦ, καί τοῦ πηλοῦ∙ ἔτσι καί ὁ Θεός, τήν πηλίνην καρδίαν τοῦ Φαραώ λέγεται πώς ἐσκλήρυνε∙ μέ τί τρόπον; μέ τήν μακροθυμίαν του καί ὑπομονήν∙ διατί μακροθυμώντας καί ὑπομένοντας αὐτόν, τόν ἔκαμε σκληρότερον∙ καθώς, χάριν παραδείγματος, καί ἀνίσω τινάς ἔχοντας δοῦλον πονηρόν, δέν παιδεύῃ αὐτόν, ἀλλά μεταχειρίζεται φιλανθρωπίαν εἰς αὐτόν, τό κάμνει περισσότερον ἀπό ὅ,τι ἦταν πρότερον∙ ὄχι πῶς ὁ αὐθέντης διδάσκει τόν δοῦλον ἐκεῖνον τήν πονηρίαν∙ ἀλλ’ ὅτι ὁ δοῦλος μεταχειρίζεται τήν φιλανθρωπίαν τοῦ αὐθέντου του εἰς αὔξησιν τῆς πονηρίας του, μέ τό νά καταφρονῇ ἐκείνην».
.               Ὁ Μέγας Βασίλειος ἑρμηνεύοντας τό ψαλμικό χωρίο «φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός», γράφει ὅτι τό πῦρ ἔχει δύο δυνάμεις, τήν καυστική καί τήν φωτιστική, γι’ αὐτό καίει καί φωτίζει. Ὁπότε, ἕνας ἄνθρωπος αἰσθάνεται τήν καυστική ἰδιότητα, ἐνῶ ἄλλος αἰσθάνεται τήν φωτιστική ἰδιότητα. Ἔτσι ἑρμηνεύεται ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση, ὄχι δικανικά, ἀλλά ἰατρικά, θεραπευτικά. Ὁπότε, τό πῦρ τῆς κολάσεως εἶναι ἀλαμπές, μέθεξη τῆς καυστικῆς καί ὄχι τῆς φωτιστικῆς ἰδιότητας τοῦ ἀκτίστου Φωτός∙ καί τό φῶς τοῦ παραδείσου εἶναι ἄκαυστον, βίωση τῆς φωτιστικῆς καί ὄχι τῆς καυστικῆς ἰδιότητος. Ἡ ἔλλαμψη καί ἡ καύση ἐξαρτᾶται ἀπό τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
.               Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφερόμενος σέ αὐτό τό θέμα γράφει ὅτι ἡ μέλλουσα ζωή εἶναι «φῶς τοῖς κεκαθαρμένοις τήν διάνοιαν», «κατά τήν ἀναλογίαν τῆς καθαρότητος», πού εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καί αὐτή ἡ ἴδια ἡ Χάρη γίνεται σκότος «τοῖς τυφλώττουσι τό ἡγεμονικόν» πού εἶναι ἀλλοτρίωση τοῦ Θεοῦ «κατά τήν ἀναλογίαν τῆς ἐντεῦθεν ἀμβλυωπίας».
.               Μέσα σέ αὐτά τά πλαίσια ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος γράφει ὅτι ἡ Κόλαση εἶναι ἡ μάστιγα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ: «Ἐγώ δέ λέγω ὅτι ἐν τῇ γεέννῃ κολαζόμενοι, τῇ μάστιγι τῆς ἀγάπης μαστίζονται». Καί συνεχίζει ὅτι εἶναι ἄτοπο νά ὑποστηρίζη κανείς «ὅτι οἱ ἁμαρτωλοί ἐν τῇ γεέννῃ στεροῦνται τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ», γιατί ἡ ἀγάπη ἐνεργεῖ «ἐν τῇ δυνάμει αὐτῆς κατά διπλοῦν τρόπον∙ τούς μέν ἁμαρτωλούς, κολάζουσα ὡς καί ἐνταῦθα συμβαίνει πρός φίλον ὑπό φίλου∙ τούς δέ τετηρηκότας τά δέοντα, εὐφραίνουσα ἐν αὐτῇ». Παντοῦ ὑπάρχει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἐξαρτᾶται πῶς τήν βιώνει ὁ ἄνθρωπος.
.               Αὐτή ἐν ὀλίγοις εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση γιά τήν «ὀργή» τοῦ Θεοῦ καί τήν «ἀγάπη» Του.
.               Ἄς παύσουν, λοιπόν, μερικοί νά παρερμηνεύουν τά χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καί ἄλλοτε νά τρομάζουν τούς ἀνθρώπους μέ τήν «ὀργή» τοῦ Θεοῦ καί ἄλλοτε νά τούς καθησυχάζουν μέ τήν «ἀγάπη» τοῦ Θεοῦ.
.               Ἡ ὅλη προφητική, ἀποστολική καί πατερική παράδοση ποιμαίνει τούς ἀνθρώπους θεολογώντας καί θεολογεῖ ποιμαίνοντας, δηλαδή οἱ Ποιμένες μέ τήν ἐνέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ θεραπεύουν τούς ἀνθρώπους, ὥστε ἡ συνάντησή τους μέ τόν Θεό νά εἶναι φῶς καί ὄχι πῦρ. Αὐτό δέν ὀφείλεται στόν Θεό, ἀλλά στήν ψυχική κατάσταση κάθε ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό, ὅσο σκληρή εἶναι ἡ τρομολαγνεία, τόσο καί περισσότερο σκληρότερη εἶναι ἡ ἀγαπολαγνεία, πού δέν σώζει.

3. Ἡ ἐπιδημία καί ἡ λαίλαπα τοῦ πυρός

.               Εἶναι γνωστή ἡ δύναμη τῆς φωτιᾶς. Τό πῦρ στήν φιλοσοφία τοῦ Ἡρακλείτου εἶναι σύμβολο τῆς ζωῆς, τῆς κίνησης, τῆς νομοτέλειας, εἶναι ρυθμιστής τοῦ σύμπαντος. Τό πρόβλημα δέν εἶναι τό πῦρ, πού εἶναι στοιχεῖο τῆς φύσεως, καί ἀπαραίτητο γιά τήν ζωή μας, ἀλλά ἡ κακή χρήση τοῦ πυρός, ἡ παράχρησή του.
.               Ἐκεῖνο πού προβληματίζει ὅλους μας εἶναι ἡ ἐπιδημία τῶν ἀνεξέλεγκτων πυρκαγιῶν, κάθε χρόνο τέτοια περίοδο, πού εἶναι σταθερά ἐπαναλαμβανόμενα γεγονότα, ἡ χρησιμοποίηση τῆς φωτιᾶς γιά νά καίγονται οἱ πόλεις καί οἱ οἰκισμοί μέ φοβερές συνέπειες, ἤτοι τήν ἀπώλεια ἀνθρώπων, τήν καταστροφή τῶν οἰκιῶν καί τόν ἀφανισμό τῶν δασῶν καί τῶν ζώων.
.               Ἡ ἐπιδημία αὐτή ὀφείλεται σέ πολλά αἴτια, ὅταν ὅμως πρόκειται γιά ἐμπρησμούς, αὐτό ὀφείλεται στά «ἄρρωστα μυαλά» τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Πολλοί κάνουν λόγο γιά Θεομηνία. Τό ἐρώτημα εἶναι: γιατί ἐμπλέκουν τόν Θεό σέ ὅλες τίς ἐμπαθεῖς καταστάσεις τους; Δέν μποροῦμε νά ὁμιλοῦμε γιά Θεομηνία, ἀλλά γιά ἀνθρωπομανία, γιατί τέτοιες καταστροφές ὀφείλονται σέ ἀνθρώπους, πού ὁ Ντοστογιέφσκι θά τούς ὀνόμαζε «δαιμονισμένους», οἱ ὁποῖοι ἐκδηλώνουν τίς ἐσωτερικές ἀρρωστημένες καταστάσεις τους, ἀδιαφορώντας γιά τά φρικτά ἀποτελέσματα πού δημιουργοῦνται.
.               Διερωτῶμαι: Ὅταν παρατηροῦνται τέτοια τρομακτικά γεγονότα, γιατί ἀμέσως τό μυαλό τῶν «θεολογούντων» ἀναμειγνύη τόν Θεό σέ αὐτά, ἄλλοτε μιλώντας γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ καί ἄλλοτε γιά τήν ἀγάπη Του; Γιατί ἐμπλέκουν τόν Θεό στίς δικές μας ἐμπαθεῖς διαθέσεις;
.               Βεβαίως, ὑφίσταται ἡ ἀποστασία ἀρχόντων καί ἀρχομένων καί ὑπάρχουν ἀμφίπλευρες εὐθύνες, ἀλλά αὐτό δέν μπορεῖ νά ἀποδίδεται στόν Θεό, ἀφοῦ ξεκινοῦν ἀπό τίς ἐμπαθεῖς καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων καί ἐγκληματικές τους ἐνέργειες. Ὁ Θεός καί σέ αὐτές τίς περιπτώσεις σέβεται τήν ἐλευθερία τους, ἀκόμη σέβεται καί τήν ἐλευθερία τοῦ διαβόλου, ἀλλά παρεμβαίνει θεραπευτικά καί περιορίζει τό καταστροφικό ἔργο του.
.               Ἐκεῖνο πού παρατηρῶ εἶναι ὅτι μερικοί, ἐξετάζοντας διάφορα γεγονότα εὔκολα εἰσέρχονται στόν χῶρο τῆς θεολογίας (τοῦ Θεοῦ), ἐνῶ αὐτά κινοῦνται στόν χῶρο τῆς δαιμονολογίας. Οἱ δαίμονες παρακινοῦν τούς ἀνθρώπους γιά τό κακό καί ἐκεῖνοι ἀποδέχονται τίς ἐνέργειές τους.
.               Παρατηρῶ ὅτι ὅσοι κάνουν λόγο γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ ἤ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀγνοοῦν τήν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου. Ἡ δαιμονολογία εἶναι βασικό κεφάλαιο τῆς ὀρθοδόξου Δογματικῆς καί τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητας. Ὅταν διαβάση κανείς τό Εὐαγγέλιο καί δῆ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, τότε θά διαπιστώση ὅτι ὑπάρχει αὐτή ἡ πολεμική τοῦ διαβόλου ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καί ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ διαβόλου. Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο, ὄχι γιά νά ἀσκήση ἁπλῶς τόν ἀλτρουϊσμό καί τήν φιλανθρωπία, ἀλλά γιά νά νικήση τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο. Ἄλλωστε, αὐτή ἦταν ἡ διαδικασία τῆς πτώσεως.
.               Δυστυχῶς, πολλοί σύγχρονοι Κληρικοί καί θεολόγοι ἀρέσκονται νά ὁμιλοῦν γιά τήν ὀργή ἤ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γιά κοινωνικά θέματα, χρησιμοποιώντας ὡραία διπλωματική, εὐγενῆ, ἐκκοσμικευμένη γλώσσα, τήν γλώσσα τῶν ἀνθρώπων μέ ὑψηλές θέσεις, πού συζητοῦν στό σαλόνι, ἐκφράζοντας ἁπλῶς τήν θλίψη τους καί ἀμνηστεύοντας τούς τρεῖς μεγάλους ἐχθρούς, πού εἶναι ὁ διάβολος, ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος. Δηλαδή ἠθικολογοῦν καί δέν θεολογοῦν.
.               Ἔτσι, ἀκυρώνουν στήν πράξη τό ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅποιος δέν γνωρίσει τό μίσος τοῦ διαβόλου καί δέν πολεμήσει τόν διάβολο, δέν θά μπορέση νά αἰσθανθῆ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅποιος ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί ἀμνηστεύει τό μίσος καί τό ἔργο τοῦ διαβόλου, μᾶλλον εἶναι ἀντίθετος πρός τό ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας.
.               Τά γεγονότα πού ζήσαμε καί ζοῦμε εἶναι ὄντως τραγικά. Εὐθύνονται πολλοί γι᾽ αὐτά, κυρίως οἱ ἐμπρηστές. Παρακαλοῦμε τόν Θεό νά περιορίση τό κακό, νά θεραπεύση αὐτό πού πράττουν οἱ «δαιμονισμένοι», γιατί καί αὐτῶν σέβεται τήν ἐλευθερία, ἀλλά περιορίζει τό καταστρεπτικό τους ἔργο.
.               Νά μάθουμε ὅμως καί ἐμεῖς νά μή ἐκφράζουμε μιά «θεολογία» τῶν παθῶν μας, ἀλλά νά παρηγοροῦμε τούς ἀνθρώπους, ἀγαπώντας ἐν ἀληθείᾳ καί ἀληθεύοντας ἐν ἀγάπῃ. Γιατί στό τέλος ἡ τρομολαγνεία καί ἡ ἀγαπολαγνεία εἶναι μιά ἀρνητική θεολογία, εἶναι μιά ἄλλη πνευματική πυρκαγιά, αἰώνιας διάρκειας.–

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

, , ,

1 Σχόλιο

«ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΟΙ …ΑΣΧΕΤΟΙ»

«ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ»

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΟΙ …ΑΣΧΕΤΟΙ

τοῦ Μητροπ. Σισανίου καὶ Σιατίστης Παύλου

.             Σήμερα γίνεται πολύς λόγος γιά σχέσεις, γιά σχέση, γιά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις. Ζώντας ὅμως σε ἐποχή μιᾶς ἄλλης Βαβέλ, διαπιστώνουμε ὅτι μιλοῦν γιά σχέσεις οἱ ἄσχετοι. Μιλοῦν γιά σχέσεις οἱ ἀδύναμοι νά σχετισθοῦν σέ μιά σχέση οὐσίας καί μιλοῦν αὐτοί πού μόνο ἐπιδερμικά σχετίζονται.
.             Ποιά ὅμως εἶναι ἡ σχέση καί μάλιστα σχέση οὐσίας; Ἡ σχέση οὐσίας εἶναι μόνον ἡ ΑΓΑΠΗ. Χωρίς αὐτήν δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει οὐσιαστική σχέση. Ἡ πιό τρανή ἀπόδειξη τῆς ἀδυναμίας σχέσης εἶναι ἡ θεοποίηση αὐτῶν πού ὀνομάζονται «ἀνθρώπινα δικαιώματα». Ὁ καθένας διεκδικεῖ τό «δικαίωμά» του νά κάνει ὅ, τι ἀπολύτως θέλει. Ἐπειδή ὅμως τό θέλει, τό θεωρεῖ καλό, καί δικαίωμά του. Δέν ὑπάρχει πλέον καλό καί κακό. Ὑπάρχει τό δικαίωμά μου καί ἐπειδή ἐγώ τό θἐλω εἶναι «καλὀ». Στήν πραγματικότητα ζοῦμε στόν ἀπόλυτο ἐγωϊσμό καί ἐπί τῆς οὐσίας στήν ἀπόλυτη μοναξιά. Ὁ ἐγωϊσμός συνιστᾶ ἀδυναμία καί ἀνικανότητα ἐπικοινωνίας καί γεννάει τήν ἐπιθυμία ὄχι σχέσης, ἀλλά μόνο χρήσης τοῦ ἄλλου. Ὁ ἐγωϊσμός συνιστᾶ τήν ἀχρήστευση τῆς σχέσης, τῆς ἐπικοινωνίας, τῆς ἀλληλεγγύης, τήν ἀδυναμία τῆς θυσίας, τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς. Ὁ ἐγωϊσμός γεννᾶ τήν ἀνικανότητα τῆς ἀγάπης, τήν ἀνικανότητα νά ἀγαπᾶς. Μέ ἀπίστευτη εὐκολία ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἄνδρας ἤ ἡ γυναίκα, ἐγκαταλείπουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἀλλά καί τά παιδιά τους, στό «δικαίωμα» μιᾶς εἰκονικῆς εὐτυχίας, στό «δικαίωμα» μιᾶς ἀπόλαυσης, χωρίς τήν παραμικρή προσπάθεια προβληματισμοῦ, ἀλλά καί ἔννοιας γιά τόν ἄλλο. Δέν ὑπάρχει πλέον, παρά τό ἀπόλυτο ἐγώ.
.             Στήν Ἐκκλησία ὅμως μιλᾶμε γιά ἄλλα δικαιώματα. «Εὐλογητός εἶ Κύριε, δίδαξόν με τά δικαιώματά Σου», λέμε στή δοξολογία πρός τόν Θεό. Δέν μιλᾶμε γιά τά δικά μας δικαιώματα, ἀλλά γιά τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό φαίνεται περίεργο γιά τό σημερινό ἄνθρωπο πού βλέπει καί κρίνει ἐπιδερμικά. Ποιό ὅμως εἶναι τό δικαίωμα τοῦ Θεοῦ πού ζητᾶμε νά γίνει; Τό δικαίωμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Μᾶς τό δίδαξε ξεκάθαρα. Δύο εἶναι οἱ ἐντολές ἀπό τίς ὁποῖες ὅλος ὁ Νόμος καί οἱ Προφῆτες κρέμονται. «Νά ἀγαπήσεις τόν Θεό μέ ὅλη σου τήν ὕπαρξη καί τόν πλησίον σου σάν τόν ἑαυτόν σου». Σέ αὐτή τήν τόσο μικρή πρόταση βρίσκεται ὅλη ἡ οὐσία τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη εἶναι μιά κίνηση δική μου, ἡ ὁποία ὅμως μέ βγάζει ἀπό τον ἑαυτό μου. Μιά κίνηση πού στρέφεται στόν Θεό καί διά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Ἀλλά αὐτή ἡ κίνηση ὑπάρχει μόνον ὅταν ἐγώ ζῶ. Ὅταν δέν ἀγαπῶ, δέν ζῶ. Αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι ἑνιαία. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος «ζεῖ» στό ἀπόλυτο ἐγώ, τότε δέν ζεῖ, δέν κινεῖται, δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει.
.             Ὁ ἐγωϊσμός ἀποκλείει τήν ἀγάπη. Τήν ἀποκλείει, θά ἔλεγα, ἐκ φύσεως. Στόν ἐγωϊσμό ὁ Θεός καί ὁ ἄλλος εἶναι ἡ κόλαση μου καί ὄχι ἡ χαρά μου. Ὁ κάθε ἄλλος εἶναι ὁ ἐχθρός μου. Σήμερα ὁ ἄνθρωπος διεκδικεῖ τά «δικαιώματά» του ἀπέναντι καί στόν Θεό, ἀλλά καί στήν ἴδια τή φύση, στήν ἴδια τή ζωἠ. Σήμερα διεκδικεῖ τό «δικαίωμά» του νά διαστρέψει καί τή φύση καί τή ζωή. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ζεῖ στή δυστυχία. Στήν ἀπόλυτη δυστυχία. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιἀ τόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος γίνεται προκλητικός. Προκλητικός γίνεσαι, ὅταν δέν νοιώθεις ἀσφαλής. Προκαλεῖς, γιά νά νιώσεις ὅτι ὑπάρχεις, ὅτι εἶσαι κάποιος. Οἱ διαδηλώσεις «ὑπερηφάνειας» εἶναι ἡ πιό τρανή ἀπόδειξη. Βαπτίζοντας τήν κίνησή μου ὡς «ὑπερηφάνεια», ὁ πρῶτος πού θέλω νά πείσω, εἶναι ὁ ἑαυτός μου. Ὁ τίτλος εἶναι ἀπόλυτα χαρακτηριστικός τῆς ἀνασφάλειας.
.             Ὁ ἄνθρωπος πού πραγματικά ἀγαπᾶ, ὁ ἄνθρωπος πού νιώθει ὅτι δέν ὑπάρχει ἀγάπη χωρίς ἀλήθεια, ὁ ἄνθρωπος πού συνειδητοποιεῖ ὅτι μόνο ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώνει, δέν εἶναι προκλητικός. Δέν εἶναι προκλητικός, ἐπειδή χαίρεται καί ἡ χαρά τόν πληρώνει καί τόν κάνει ἀσφαλή. Δέν χρειάζεται τήν ἐπιβεβαίωση, ἐπειδή νοιώθει ἀσφαλής, πλήρης καί γι’ αὐτό χαρούμενος. Δέν τόν νοιάζει ἄν ὁ ἄλλος τόν ἀπορρίπτει, ἐπειδή δέν ζεῖ ἀπό τήν σάρκα τοῦ ἄλλου, ἀλλά ἀπό τό αἷμα τοῦ Θεοῦ.
.             Ξέρω ὅτι αὐτά δέν τά καταλαβαίνουν πολλοί, γιατί δέν θέλουν νά τά καταλάβουν, γιατί θά καταρρεύσουν ἄν τά καταλάβουν. Τά σύμφωνα συμβίωσης, δηλαδή ἕνας ἐξεζητημένος τρόπος ὕπαρξης, τή στιγμή πού ὑπάρχει ὁ γάμος ὁ πολιτικός, γιά ὅσους δέν πιστεύουν, ὁ ἐκκλησιαστικός γιά ὅσους μποροῦν νά ἐμπιστεύονται καί τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, δέν φέρνουν εὐτυχία, ἀλλά πλήξη. Πιστεύω πώς γνώρισα ἀρκετά τούς ἀνθρώπους καί προπαντός ὄχι στό προσκήνιο τῆς ὑποκρισίας, ἀλλά στό παρασκήνιο, ὅπου βιώνει κανείς τίς ἀποτυχίες του. Πιστεύω ὅτι αὐτός ὁ «ἄλλος σεξουαλικός προσανατολισμός» εἶναι μιά ἀπεγνωσμένη προσπάθεια ὑπέρβασης τῆς πλήξης, μιά ἀπεγνωσμένη προσπάθεια μιᾶς «ἄλλης ἐμπειρίας», πού θά ὁδηγήσει ὅμως καί πάλι στόν ἀπόλυτο ἐγωϊσμό καί τήν ἀπόλυτη μοναξιά.

ΠΗΓΗ: siatistaagiosnikolaos.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, τὰ πάντα. Ὅλα ὅσα χρειάζεται ἡ μολυσμένη νύμφη γιὰ νὰ καθαριστεῖ, οἱ πεινασμένοι νὰ τραφοῦν, οἱ πληγωμένοι νὰ γιατρευτοῦν, οἱ γυμνοὶ νὰ ντυθοῦν, οἱ παράφρονες νὰ ᾽ρθοῦν στὰ λογικά τους, οἱ μέθυσοι νὰ γίνουν νηφάλιοι, οἱ νεκροὶ ν’ ἀναστηθοῦν».

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ
(Ἁγίων Προπατόρων)
Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου
(Λουκ. ιδ´ 16-24)
(ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 63 ἑξ.

Β´

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

.           «Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ματθ. κβ´ 2). Ὅπως καὶ στὶς ἄλλες παραβολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι κι ἐδῶ ἀναφέρεται σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος. Ἄνθρωποι σοφοὶ δουλεύουν σκληρὰ γιὰ νὰ γράψουν μεγάλα καὶ πολλὲς φορὲς ἀκατανόητα βιβλία γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νὰ πετύχουν σ’ αὐτὸ ποὺ προσπαθοῦν νὰ κάνουν, συχνὰ ὅμως μπλέκουν τὴ διάρθρωσή τους καὶ συγχέουν τὰ νοήματα. Ὁ Χριστὸς ὅμως, μὲ μία σύντομη καὶ ἁπλὴ παραβολή, τὰ λέει ὅλα καθαρὰ καὶ κατανοητά. Πράγματι, «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. ζ´ 46).
.           Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ λόγια. Μόνο μὲ κάτι ποὺ εἶναι οἰκεῖο σὲ μᾶς σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ. Ἀνάμεσα στ’ ἄλλα, μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ καὶ μ’ ἕνα γάμο. Ὁ γάμος εἶναι μία εὐκαιρία χαρᾶς στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἀπὸ μόνη της χαρά, μπορεῖ ἑπομένως νὰ περιγραφεῖ μ’ ἕνα γάμο. Ὁ βασιλιὰς τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Υἱός Του εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἀποκάλυψε πὼς Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Νυμφίος (Ἰωάν. γ´ 29). Κι αὐτὸ τὸ ἐπιβεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (Ματθ. θ´ 15). λόκληρη στορία το νθρώπου, ξεκινώντας μ τν ξωση το δμ π τν παράδεισο, εναι πορεία προετοιμασίας τς ψυχς το νθρώπου γι τὸν γάμο της μ τν Υἱὸ το Θεο. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀρχὴ τῆς γιορτῆς τοῦ γάμου. Ὁλόκληρη ἡ περίοδος ἀπὸ τὴν ἔλευσή Του ὣς τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του εἶναι ἡ συνέχιση τῆς γαμήλιας γιορτῆς στὸν κόσμο. Ἡ χαρὰ ὅμως θὰ φτάσει στὸ ἀπόγαιό της μόνο στὴ μέλλουσα ζωή. λευση το Χριστο στν κόσμο εναι τ πι εφρόσυνο γεγονς γι τ νθρώπινο γένος γενικ κα γι κάθε ψυχ ξεχωριστά, πως λευση το νυμφίου στ νύμφη.
.           Ἀπ’ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ὁ πιὸ χαρούμενος λαὸς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ δέχτηκαν τὸν Χριστὸ ὡς Νυμφίο, ἀφοῦ τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε προπαρασκευαστεῖ καλύτερα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ Τὸν δεχτεῖ. Τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε τὴν ἐπιπλέον χαρὰ νὰ εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ συνάντησε τὸν Χριστό, τὸ πρῶτο ποὺ τὸν γνώρισε καὶ τὸν ὑποδέχτηκε, γιὰ ν’ ἀναγγείλει τὴ χαρὰ τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν λαῶν τῆς γῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος πού, στὸ ἀρχικὸ κείμενο τοῦ εὐαγγελίου, χρησιμοποεῖται πληθυντικός: ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. Ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας ἦρθε στὸ λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν Ἰουδαίων. Ὁ νυμφίος κάθε ψυχῆς ποὺ ἀναζητοῦσε σωτηρία, ζωὴ καὶ χαρά, εἶχε ἔρθει. Ὁ νυμφίος ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶχε ἔρθει γιὰ ὅλους τοὺς λαούς, ὅλα τὰ ἔθνη. Ὅσο μεγάλη κι ἂν ἦταν ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἄλλη τόση ἦταν ἡ τυφλότητα κι ἡ κακία τῶν ἁμαρτωλῶν στὴ γῆ. «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰωάν. α´ 11), γράφει ὁ εὐαγγελιστής. Ἦρθε λοιπὸν πρῶτα σ’ ἐκείνους ποὺ ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ πολὺ προσεκτικὰ εἶχε προετοιμάσει ὡς νύμφη Του: στὸν Ἰουδαϊκὸ λαό. Ὁ λαὸς αὐτὸς ὅμως δὲν τὸν ἀναγνώρισε. Ἀντίθετα, τὸν περιφρόνησε καὶ τὸν ἀπέρριψε.
.           Συνεχίζει ἡ παραβολή: «Καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν» (Ματθ. κβ´ 3). Θέλοντας νὰ προετοιμάσει τὴ γιορτὴ γιὰ τοὺς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του, ὁ Θεὸς ἔστελνε πρῶτα γιὰ πολλοὺς αἰῶνες τοὺς προφῆτες, γιὰ ν’ ἀναγγείλουν τὴ γιορτὴ ποὺ πλησίαζε καὶ νὰ καλέσουν τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ νὰ προετοιμαστεῖ κι ἐκεῖνος, ὥστε νὰ ὑποδεχτεῖ τὸν Νυμφίο Χριστό. Οἱ προφῆτες ἦταν οἱ πρῶτοι ὑπηρέτες ποὺ ἔστειλε γιὰ νὰ καλέσει τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους. Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶχε ἤδη ἐμφανιστεῖ στὸν κόσμο, στάλθηκε ὡς ἀγγελιαφόρος ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, γιὰ ν’ ἀναγγείλει κι αὐτός, νὰ κραυγάσει δυνατὰ καὶ νὰ καλέσει. Ὅπως ὅμως ἕνας πολὺ μικρὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων ἄκουσε τοὺς ἀρχαίους προφῆτες, ἔτσι καὶ τώρα πολλοὶ λίγοι πρόσεξαν τὸν κήρυκα τῆς ἐρήμου, τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν.
.           «Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἠτοίμασα, οἱ ταῦροι μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους» (Ματθ. κβ´ 4). Οἱ ἄλλοι ὑπηρέτες ἦταν οἱ ἀπόστολοι κι οἱ συνεργάτες τους. Προσκεκλημένοι ἦταν πάλι οἱ ἴδιοι: οἱ Ἑβραῖοι. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ παλιότερα: «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα τοῦ οἴκου Ἰσραὴλ» (Μάτθ. ιε´ 24). Στὴν ἀρχὴ ἔδωσε τὴν ἑξῆς ἐντολὴ στοὺς ἀποστόλους: «Πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ» (Μάτθ. ι´ 6). Αὐτὸ πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὅταν ὅμως οἱ Ἑβραῖοι τὸν ἀπέρριψαν, ὅταν οἱ κακοὶ γεωργοὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη καὶ τὸν θανάτωσαν, τότε, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἔδωσε καινούργια ἐντολή: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη´ 19).
.           Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στὴν ἐπαγγελία Του, οἱ Ἑβραῖοι ὅμως τὴν καταπάτησαν. Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στὴ νύμφη Του, στὴν ἐκλεκτή Του, στὸ λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πιστὸς ὣς τὸ τέλος. νύμφη μως δὲν στάθηκε πιστ στὸν Νυμφίο της, συνψε μέτρητους νομους δεσμος μ εδωλα κα θεος ψεύτικους, πο δν τος φηνε γι ν γυρίσει στν προδομένο Νυμφίο της.
.           Ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα. Ἔχουν ἑτοιμαστεῖ ὅλα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴν ἀνανέωση τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ τρέφεται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Τὴν ἀλήθεια ἀποκάλυψε στὴν πληρότητά της μὲ τὸ πλούσιο συμπόσιο τοῦ βασιλιᾶ. Ἡ νίκη ἐναντίον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ἐναντίον τῆς ἀρρώστιας καὶ τῆς μέριμνας, ἡ νίκη ἐνάντια στὴ φύση – ὅλες αὐτὲς οἱ νίκες ποὺ τρέφουν κι ἀνανεώνουν τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐδῶ, μπροστά μας. Γι’ αὐτὸ προσέλθετε.
.           Ὁ οὐρανὸς ὣς τότε ἔμοιαζε κλεισμένος μὲ σιδερένιες μπάρες γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἔμοιαζαν μὲ ἐλεεινὲς νύμφες, κλεισμένες μέσα σὲ ὑγρὴ φυλακή. Τώρα ὅμως ὁ οὐρανὸς εἶναι ὀρθάνοιχτος. Στὴ γῆ ἐμφανίστηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἐμφανίστηκαν οἱ ἄγγελοι, οἱ νεκροὶ ἐμφανίστηκαν ζωντανοὶ κι ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἔφτασε στὸν οὐρανό. Πόσο γλυκιὰ εἶναι ἡ τροφὴ ποὺ προσφέρει ὁ Θεός! Πόσο πλούσιο εἶναι τὸ τραπέζι Του! Προσέλθετε!
.           Οἱ τυφλὲς ψυχὲς ποὺ ζοῦσαν μέσα στὴ σκοτεινὴ καὶ νοτερὴ φυλακή, ἀντὶ νὰ δεχτοῦν τὴν πρόσκληση στοὺς γάμους, ἔκαναν ἕνα πολὺ φοβερὸ ἔγκλημα: θανάτωσαν τὸν Σωτήρα, τὸν Νυμφίο τους. Κι αὐτὸ ἀκόμα ὅμως δὲν ἐξάντλησε τὴν ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ. Θες μετέτρεψε τ γκλημά τους σ πηγ χαρς κα δονς. Τ σμα κα τ αμα το σταυρωμένου Κυρίου, πο ταν σύγκριτα γλυκύτερα π τ στέατα, προσφέρονται στ τραπέζι το Βασιλέως. Προσέλθετε! Κοινωνστε τ γλυκύτητα πο ζηλεύουν κόμα κι ο γγελοι. Οἱ ποταμοὶ χαρίτων τοῦ παντοδύναμου καὶ Ζωοποιοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἐλεύθεροι. Πάντα ἕτοιμα. λα εναι τοιμα, τ πάντα. λα σα χρειάζεται μολυσμένη νύμφη γι ν καθαριστε, ο πεινασμένοι ν τραφον, ο πληγωμένοι ν γιατρευτον, ο γυμνο ν ντυθον, ο παράφρονες ν ᾽ρθον στ λογικά τους, ο μέθυσοι ν γίνουν νηφάλιοι, ο νεκρο ν ναστηθον. δ πάρχει τ βάπτισμα μ νερό, μ φωτιά, μ πνεμα. δ θ βρετε τν νάπαυση μετ τ νηστεία, τ φτερ τς προσευχς. δ εναι τ λάδι, ρτος κι ονος. δ πάρχει βασιλικ ερωσύνη γι ν σς καθοδηγήσει, δ κκλησία τς γιότητας κα τς γάπης. λες ατς τς δωρες φέρνει Νυμφίος στ νύμφη Του κα τς τοποθετε στ τραπέζι το Βασιλέως. Προσέλθετε, λοιπόν, στος γάμους.

.           «Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν» (Ματθ. κβ´ 5, 6). Δὲν ὠφελεῖ νὰ προσφέρεις νόμιμο γάμο σὲ μία ἐπαγγελματία πόρνη. Δὲν θὰ δώσει καμιὰ σημασία στὸ νόμιμο σύζυγό της. Ἔχει τόσο πολὺ συνηθίσει στὰ εἴδωλά της, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ κόψει τοὺς δεσμούς της μαζί τους. Τ εδωλο μιᾶς σωτης ψυχς εναι γρός, μιᾶς λλης εναι τ μπόριο, μιᾶς τρίτης κάτι λλο. Ὁ ἀγρὸς ὑποδηλώνει τὸ σῶμα μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη του, τὸ ἐμπόριο τὴν ἀπληστία, δηλαδὴ τὴν ἀπόκτηση ἢ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῶν φθαρτῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου. καθένας κατευθύνθηκε πρς τ εδωλό του, δν θελε ν κούσει τίποτα γι τ Νυμφίο. Ἄλλοι ἔνιωσαν προσβολὴ μὲ τὴν πρόσκληση καὶ πῆραν τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Βασιλιᾶ, τοὺς ἔβρισαν ἢ τοὺς σκότωσαν. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, σύντομα μετὰ τὸ Γολγοθᾶ, μυκτήρισαν καὶ κακοποίησαν τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη (Πράξ. δ´ 3) κι ἀργότερα θανάτωσαν τὸν ἀρχιδιάκονο Στέφανο, τὸν ἀπόστολο Ἰάκωβο καὶ πολλοὺς ἄλλους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ
(Ἁγίων Προπατόρων)
Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου

(Λουκ. ιδ´ 16-24)
(ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 63 ἑξ.

Πηγὴ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

(Λουκ. ιδ´ 16-24)
(Ματθ. κβ´ 2-14)

.           Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστεύει σ’ Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ’ ὁποιονδήποτε ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο.
.           Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐλπίζει σ’ Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ’ ὁποιονδήποτε ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο.
.           Ὁ Θεὸς ζητάει ὅμως καὶ κάτι παραπάνω: θέλει ὁ ἄνθρωπος νὰ προσκολληθεῖ μὲ ἀγάπη μόνο σ’ Ἐκεῖνον. Καὶ τότε, μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ θ’ ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ μέσα του, θὰ γίνει ἕνα καὶ μὲ τὴν κτίση τοῦ Θεοῦ.
.           Αὐτὴ εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μνηστεία τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό. Κάθε ἄλλη ἕνωση εἶναι μοιχεία καὶ πορνεία. Μόνο τέτοια στενὴ ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό, ποὺ σ’ ἐμᾶς ἀπεικονίζεται πιὸ καθαρὰ μὲ τὸν ἐπίγειο γάμο, μπορεῖ νὰ κάνει τὴν ψυχὴ πλούσια καὶ καρποφόρα. Ὅλες οἱ ἄλλες σχέσεις, ποὺ μπορεῖ νὰ συνάψει ἡ ψυχή, εἶναι ἀγκάθια καὶ ζιζάνια, ποὺ εἶναι γυμνὰ καὶ ἄγονα ἀπὸ κάθε ἀγαθό. Ἂν αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, οἱ χριστιανοὶ ὅμως πρέπει νὰ τὸ γνωρίζουν, ἰδιαίτερα οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Εἶναι στὸ πνεῦμα καὶ τὴν παράδοσή μας νὰ κατανοήσουμε τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Νὰ κατανοήσουμε τὴν αἰωνιότητα πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, νὰ κατανοήσουμε τὸ χρόνο πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Δύσης.
.           Μὲ ὅ,τι εἶναι πιὸ στενὰ δεμένη ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, μ’ αὐτὸ κι ἔχει δεσμευτεῖ, εἴτε αὐτὸ εἶναι ζωντανὸ εἴτε νεκρὸ πράγμα, εἴτε πρόκειται γιὰ σῶμα εἴτε γιὰ κάποιο ροῦχο, γιὰ χρυσὸ ἢ ἄργυρο ἢ γιὰ ὁποιοδήποτε ἐπίγειο ἀγαθό, ἐγκόσμια δόξα ἢ τιμή, πάθος ἢ ὅ,τι ἄλλο στὴν κτίση, ὅπως γιὰ παράδειγμα κόσμημα, τρόφιμο, ποτό, χορό, φύση ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Κάθε τέτοια δέσμευση τῆς ψυχῆς εἶναι ἄνομη κι ἐπισύρει ἀτέλειωτη δυστυχία γιὰ τὴν ψυχή, τόσο σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ὅσο καὶ στὸν ἄλλον. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴν ἄνομη σχέση ἀνάμεσα στὸν ἄντρα καὶ τὴ γυναίκα, ποὺ ἐπιφέρει στενοχώριες ὄχι μόνο σ’ αὐτοὺς τοὺς δύο, ἀλλὰ καὶ στὰ τυχὸν παιδιὰ ποὺ θ’ ἀποκτήσουν. Δὲν πρέπει νὰ κρύβουμε ἐκεῖνο ποὺ ἡ Ἁγία Γραφὴ λέει πεντακάθαρα: πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ζηλωτὴς (Ἐξ. Κ´ 5, Δευτ. Δ´ 24). Ὁ ζῆλος τοῦ Θεοῦ δὲν στρέφεται ἐναντίον ἄλλου στὴ γῆ, παρὰ μόνον στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Θες θέλει ποκλειστικότητα στν ψυχ το νθρώπου, τν θέλει πιστ μ καθαρότητα κα ελικρίνεια. Κι ατ Θες τ θέλει γι τ καλ τς ψυχς. Ἡ ἄπειρη σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει – ὅπως πρέπει καὶ μεῖς νὰ γνωρίζουμε μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ – πὼς ἂν ἡ πίστη τῆς ψυχῆς στὸν Θεό, τὸν Δημιουργό, εἶναι ἐλλιπής, πὼς ἂν ἑνωθεῖ μὲ ἀπόλυτη ἀγάπη μὲ κάποιον ἄλλον ἢ κάτι ἄλλο στὸν κόσμο, τότε σιγὰ σιγὰ θὰ ὑποδουλωθεῖ, θὰ γίνει σκλάβα, θὰ εἶναι σὰν μία σκοτεινὴ κι ἀπελπισμένη σκιὰ καὶ τελικὰ θὰ καταλήξει σὲ μία ἐλεεινὴ εἰκόνα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ὁ τρυγμὸς κι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.
.           Ἡ θερμὴ ἀγάπη τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ὁ μόνος νόμιμος δεσμός. Κάθε ἄλλη ἀγάπη, ποὺ εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, εἶναι εἰδωλολατρία. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸ σῶμα, ὁ ἄνθρωπος μετατρέπει τὸ σῶμα σ’ ἕναν ψεύτικο θεό, ἕνα εἴδωλο. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ κάθε ἐπίγειο ἀγαθὸ ἢ κόσμημα, ὁ ἄνθρωπος εἰδωλοποιεῖ τὰ ἀντικείμενα αὐτά. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ ὁποιονδήποτε ἢ γιὰ ὁτιδήποτε, ὁ ἄνθρωπος εἰδωλοποιεῖ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ ἄνθρωπος καθοδηγεῖ τὴν ἀγάπη, ποὺ ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸν Θεό, σὲ κάτι μικρότερο καὶ ὑποδεέστερο ἀπὸ τὸν Θεό, σὲ κάτι λιγότερο ἄξιο ν’ ἀγαπηθεῖ. Σὲ ὁτιδήποτε πιστεύει ὁ ἄνθρωπος, ἐλπίζει ἢ ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ τὸν Θεό, παίρνει τὴ θέση τοῦ Θεοῦ, καθίσταται εἴδωλο, ἕνας ψεύτικος θεὸς τῆς ψεύτικης ψυχῆς. Κάθε τέτοια εἰδωλολατρεία οἱ προφῆτες τὴν ὀνόμασαν μοιχεία καὶ πορνεία (Ἱερ. Γ´ 1, Ἰεζεκ. Κγ´ 7).
.           Τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα εἶναι ὅτι οἱ εἰδωλολάτρες ταυτίζονται μὲ τὰ εἴδωλά τους. Σὲ κάθε ἀγάπη, ὁ ἄνθρωπος χάνεται σταδιακὰ στὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης του. Ἐκεῖνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται συχνότερα, ἐκεῖνο ποὺ ἀγαπᾶ κι ἐπιθυμεῖ περισσότερο, σιγὰ-σιγὰ θὰ γίνει ἡ ἴδια ἡ οὐσία τῆς ὕπαρξής του, εἴτε τρόφιμο εἶναι αὐτὸ εἴτε ποτό, χρυσὸς ἢ ἀσήμι, κόσμημα ἢ ροῦχο, σπίτια ἢ κτήματα, τιμὴ ἢ δύναμη. Αὐτὸ τὸ διαβάζουμε καὶ στὴν Ἁγία Γραφή: «Ἐπορεύθησαν ὀπίσω τῶν ματαίων καὶ ἐματαιώθησαν» (Δ´ Βασ. Ιζ´ 15).
.           Ἡ ἐπιθυμία ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἄντρα καὶ μία γυναίκα εἶναι κάτι φυσικό, δὲν εἶναι ἐξαίρεση. Ὁ ἄνθρωπος ταυτίζεται μὲ ὅ,τι ἀγαπᾶ. Ἂν αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾶ εἶναι ὁ Θεός, γίνεται Θεός. Ἂν εἶναι ὁ πηλός, γίνεται πηλός. νθρωπος σώζεται κολάζεται π τν γάπη πο χει σ ατ τ ζωή. Μία μόνο σωστικ γάπη πάρχει, γάπη γι τ Θεό. Κάθε λλη γάπη εναι πώλεια. Ἕνας μόνο νόμιμος καὶ σωστικὸς γάμος ὑπάρχει γιὰ τὴν ψυχή: ὁ γάμος της μὲ τὸν Θεό. Κάθε ἄλλος γάμος ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ γάμο αὐτό, ὅπως οἱ ἀκτίνες ἀπὸ τὸν ἥλιο, εἶναι κολάσιμος.
.           Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει τὴν πιὸ καθαρὴ εἰκόνα τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ μυστηρίου. Μᾶς λέει δηλαδὴ πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου στεφανώνεται μὲ τὸν Θεό, ὡς πιστὴ νύμφη· πὼς σὰν τυφλὸς προδότης καὶ ἄπιστος σύζυγος ἀπὸ τὴν ἄλλη, παρασύρεται στὸν ὄλεθρο καὶ στὸ σκοτάδι, στὰ ζιζάνια καὶ τὴν κακία τῆς εἰδωλολατρείας.

* * *

.            «Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ματθ. κβ´ 2). Ὅπως καὶ στὶς ἄλλες παραβολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι κι ἐδῶ ἀναφέρεται σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος. Ἄνθρωποι σοφοὶ δουλεύουν σκληρὰ γιὰ νὰ γράψουν μεγάλα καὶ πολλὲς φορὲς ἀκατανόητα βιβλία γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νὰ πετύχουν σ’ αὐτὸ ποὺ προσπαθοῦν νὰ κάνουν, συχνὰ ὅμως μπλέκουν τὴ διάρθρωσή τους καὶ συγχέουν τὰ νοήματα. Ὁ Χριστὸς ὅμως, μὲ μία σύντομη καὶ ἁπλὴ παραβολή, τὰ λέει ὅλα καθαρὰ καὶ κατανοητά. Πράγματι, «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. ζ´ 46).
.             Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ λόγια.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, τὰ πάντα. Ὅλα ὅσα χρειάζεται ἡ μολυσμένη νύμφη γιὰ νὰ καθαριστεῖ, οἱ πεινασμένοι νὰ τραφοῦν, οἱ πληγωμένοι νὰ γιατρευτοῦν, οἱ γυμνοὶ νὰ ντυθοῦν, οἱ παράφρονες νὰ ᾽ρθοῦν στὰ λογικά τους, οἱ μέθυσοι νὰ γίνουν νηφάλιοι, οἱ νεκροὶ ν’ ἀναστηθοῦν».

, , ,

Σχολιάστε

«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -3 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) Ἐπιστρέφει, ἐλπίζοντας στή γνωστή ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Δέν ἀμφιβάλλει γι᾽ αὐτή τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτή τόν ἐλέγχει, ἀλλά καί τόν κάνει νά ἐπιστρέφει.

Ὁ πολυεύσπλαχνος πατέρας [Γ´]

 Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
«Ἡ ἁγιότητα εἶναι κατορθωτή σήμερα;»,
Ἐκδ. «THNOΣ», Ἀθήνα 2010
Σελ. 111 ἑπ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´ : «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -1 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.)
Μέρος Β´: 
«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -2 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) Γι᾽ αὐτό ἐπικρατεῖ σήμερα ἕνα φουρτουνιασμένο πέλαγος, πού λέγεται διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις.

.                 Κυκλοφοροῦμε, ὄχι μόνο τίς ἀπόκριες, μέ μάσκες ὑποκρισίας, προσποιήσεως, μεταποιήσεως καί μεταλλαγῆς. Ἄλλοι εἴμαστε καί ἄλλοι φαινόμαστε. Τουλάχιστον ὁ ἄσωτος ἦταν αὐτός πού ἦταν. Ἀγνώμων, ἀχάριστος, ἀσεβής, ἐπιπόλαιος, θρασύς, προπέτης, τολμηρός, ἐνθουσιώδης καί ἀπρόσεκτος. Δέν ἔκανε τόν θεοφοβούμενο, μισοκακόμοιρο καί καλό ἀδελφό του. Παρουσίασε τή γύμνια του ἐνώπιον τοῦ στοργικοῦ καί λυπημένου πατέρα του. Ὁ πατέρας γνώριζε καλά ποιό θά εἶναι τό τέλος τῆς ἱστορίας του. Δέν τόν ἐμπόδισε. Δέν θά τόν ἄκουγε. Δέν ἄκουγε κανένα τότε. Εῖχε πείσει καλά τόν ἑαυτό του ὅτι αὐτό πού κάνει εἶναι νόμιμο ἄρα καί ἠθικό. Δέν ἀδικοῦσε κανέναν σέ κάτι. Τό δικαίωμά του κατοχύρωνε. Δέν τόν συγκίνησε ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Δέν ἐκτίμησε τή σιωπή του, πού ἔλεγε ὅμως πολλά. Δέν πισωγύρισε, ὅταν εἶδε τόν πατέρα του νά ὑπακούει στήν ἀνταρσία του καί νά τοῦ δίνει ἀμέσως ὅ,τι τοῦ ζητοῦσε. Ἔτσι πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀναλογοῦσε κι ἔφυγε μακριά, πολύ μακριά. Νομίζοντας ὅτι ἔτσι θά μποροῦσε νά κινεῖται ἀνεξέλεγκτα πλήρως.
.                 Νόμιζε ὅτι ἀπομακρυσμένος δέν θά συνοδεύεται ἀπό τή ματιά τοῦ πατέρα του καί ἀπό τίς ὡραῖες μνῆμες τοῦ πατρογονικοῦ του. Θεωροῦσε τόν ἑαυτό του νικητή. Ὅτι μπορεῖ τώρα πιά νά κάνει ἀνενόχλητα ὅ,τι θέλει, δίχως νά δίνει κανένα λογαριασμό σέ κανένα. Αὐταπατᾶτο. Σύντομα σκόρπισε τήν περιουσία του δεξιά κι ἀριστερά ζώντας μία ζωή ἐντελῶς ἄσωτη. Τήν ἐγκράτεια θεωροῦσε δουλεία, τό σπίτι του φυλακή, τήν ὑπακοή ἀνελευθερία, τόν σεβασμό ἄχρηστο, τήν καθαρότητα περιττή. Ζοῦσε γιά πρώτη φορά τή χαρά τῆς ἐλευθερίας κι αἰσθανόταν εὐτυχισμένος. Πραγματική εὐτυχία στήν ἁμαρτία ποτέ δέν ὑπάρχει. Δίχως Θεό ἡ ζωή εἶναι θολή, μουντή, μαύρη, ταραγμένη, φοβισμένη, ἄχαρη καί δύσκολη. Ἡ νομιζόμενη εὐτυχία μετετράπη σέ πραγματική δυστυχία.
.                 Ἐκεῖ πού κατέφυγε, ἔπεσε πεῖνα μεγάλη. Τοῦ εἶχαν λείψει καί τά ἐντελῶς ἀπαραίτητα. Δέν εἶχε νά φάει κάτι λίγο. Μέ τί χρήματα νά ψωνίσει; Ξένος, μόνος, φτωχός, γυμνός, πεινασμένος, διψασμένος, ἐγκαταλελειμμένος, ἀπένταρος, ἄστεγος, βρώμικος, ἄγρυπνος, στερημένος τῶν πάντων. Ἔτσι καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος δίχως Θεό.
.                 Στήν ἄθλια αὐτή κατάσταση, σέρνοντας τά βήματά του, κατάντησε νά γίνει χοιροβοσκός καί νά προσπαθεῖ νά γεμίσει τήν κοιλιά του μέ τίς χοιροτροφές. Καί τί τραγική εἰρωνεία, ἀδελφοί μου. Γευόταν τά ξυλοκέρατα κι αὐτός, τά ὁποῖα στήν ἀρχή εἶναι γλυκά καί μετά στυφά, ὅπως καί ἡ κάθε ἁμαρτία.
.                 Μέσα σέ αὐτό τό φοβερό κατάντημα, πληγωμένος, πονεμένος, ἀδικημένος, νικημένος, κουρασμένος, ταπεινωμένος, ντροπιασμένος κι ἐξουθενωμένος ἄρχισε νά συνέρχεται. Μέσα στόν βοῦρκο ὄχι καί δίχως δάκρυα ἴσως θυμήθηκε τό σπιτικό πού ἄφησε, τήν ἀγάπη τοῦ πατέρα, τόν πλοῦτο πού εἶχαν, τήν εἰρήνη, τήν κατανόηση, τήν εὐημερία καί ἡσυχία. Νοστάλγησε κυρίως τόν πατέρα του, πού δέν τόν ἀποπῆρε φεύγοντας. Αὐτό τόν βοήθησε πολύ. Διαφορετικά, ἄν τόν εἶχε ἀπειλήσει, καταραστεῖ, ὑβρίσει καί ἀπογοητεύσει, τότε πού ζήτησε ν᾽ ἀναχωρήσει, θά τοῦ ἦταν ἀδύνατον νά ἐπιστρέψει τώρα. Δηλαδή τώρα κι ἐμεῖς τόν δικαιώνουμε τόν πατέρα. Ἤξερε πολύ καλά τί ἔκανε. Δέν ἔβλεπε ὅτι ἐκείνη τήν στιγμή θίγεται, ὅτι ἀναιρεῖται ἡ θέση του, ὅτι προσβάλλεται τό κύρος του καί ἡ αὐθεντία του. Παρατηροῦσε μία ψυχή νά βασανίζεται, καί μάλιστα τοῦ ἀγαπητοῦ παιδιοῦ του, τοῦ ὁποίου τό μέλλον δέν τό διέγραφε, ἀλλά τό προετοίμαζε γι᾽ αὐτή τήν ἐπιστροφή. Μή εἴμαστε κοντόθωροι. Μή τά θέλουμε ὅλα δικά μας. Ἄς παίρνουμε καί τήν θέση τοῦ ἄλλου. Πιό πολλά θά κερδίσουμε μέ τήν ἀνεκτικότητα, τήν ὑπομονή, τή συγχωρητικότητα, τήν προσευχή καί τήν ἐλπίδα.
.                 Τό τέλμα τοῦ ἔγινε ἐφαλτήριο. Ἡ μνήμη παραμυθία τρυφερή. «Πόσοι ἀπό τούς ἐργαζόμενους στόν καλό πατέρα μου ἔχουν περισσευάμενο ψωμί κι ἐγώ ὁ ἀνόητος παρήκουος πεθαίνω τῆς πείνας! Θά σηκωθῶ ἀμέσως καί θά πάω δίχως περιστροφές καί θά τοῦ πῶ: “Πατέρα, ἁμάρτησα στόν Θεό καί σ᾽ ἐσένα. Δέν εἶμαι πλέον ἄξιος νά λέγομαι υἱός σου. Κάνε με σέ παρακαλῶ σάν ἕναν ἀπό τούς ἐργάτες σου”». Τά λόγια αὐτά δέν ἦταν τῆς στιγμῆς. Δέν ἦταν μόνο ἐξ ἀνάγκης. Ἦταν μέσα ἀπό ἕνα βαθύ πόνο· τῆς ἑκούσιας ὀρφάνιας, τῆς ἀποξένωσης, τῆς ἀπομόνωσης, τῆς ἀκοινώνητης καί ἀνέραστης ζωῆς. Τό πάθημα σίγουρα τοῦ ἔγινε μάθημα. Δέν λέμε ὅτι θά πρέπει ν᾽ ἁμαρτήσουμε, γιά νά μισήσουμε τήν ἁμαρτία. Δέν θά ὁδηγηθοῦμε στήν ἁμαρτία, γιά νά μετανοήσουμε. Ἀλλά ἄν ἁμαρτήσουμε, μή ἀπογοητευθοῦμε. Μή ἀφήσουμε τόν ἑαυτό μας νά ὁδηγηθεῖ στή δαιμονική ἀπελπισία, στήν ὀδυνηρή ἀμετανοησία. Ὁ νέος τῆς παραβολῆς τό πῆρε καλά τό μάθημα.
.                 Ἐπιστρέφει δρόμο γνωστό. Δρόμο πού τόν ἄφησε μέ βῆμα ταχύ πρίν λίγο καιρό. Μέ τό ἴδιο σταθερό βῆμα ἐπιστρέφει, ἐλπίζοντας στή γνωστή ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Δέν ἀμφιβάλλει γι᾽ αὐτή τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτή τόν ἐλέγχει, ἀλλά καί τόν κάνει νά ἐπιστρέφει. Ἡ εἰκόνα πού ἔχει γιά τόν πατέρα του δέν ἔχει ἀλλάξει. Γνωρίζει πολύ καλά τή μεγάλη του ἀγάπη. Αὐτό τόν συγκινεῖ, τόν κάνει νά ἐπιστρέφει. Ἐπιστρέφοντας, ἐνῶ ἀκόμη ἦταν ἀρκετά μακριά, τόν εἶδε ὁ πατέρας του. Πῶς τόν εἶδε; Μά τόν περίμενε πάντοτε. Τόν ἀνέμενε συνεχῶς. Ἤλπιζε στήν ἐπιστροφή του. Ἤξερε πώς δέν εἶχαν πάει χαμένα τά λόγια του. Ἄς μή τόν ἐμπόδισε κατά τήν ἀναχώρησή του. Τόν περίμενε ἀπό τό παράθυρο παρατηρώντας, βγαίνοντας στήν ἐξώθυρα γιά τήν ὑποδοχή. Μά ποῦ ἤξερε ὅτι θά ἐπιστρέψει τότε καί τόν περίμενε καί τόν εἶδε ἀπό μακριά; Μά τόν περίμενε ἀπό τήν ὥρα πού ἔφυγε. Αὐτό εἶναι κάτι τό καταπληκτικά συγκινητικό. Δέν ἐθίγη, δέν θύμωσε, δέν τοῦ κράτησε κακία, δέν ἑτοίμαζε τιμωρία κι ἐκδίκηση. Δέν μποροῦσε δίχως τό παιδί του. Τοῦ ἦταν ἀδύνατον νά τό ἀρνηθεῖ. Ἄς ἦταν ζωηρό, ἄς ἦταν ἀτίθασο, ἄς ἦταν ἀνυπάκουο, δέν ἔπαυε νά εἶναι παιδί του. Ἦταν ὁ σταυρός του, ἡ δοκιμασία του, ὁ ἀγώνας του. Τό ἀγαποῦσε, ἦταν παιδί του, δέν μποροῦσε νά κάνει διαφορετικά.

.                 Προσέξτε, παρακαλῶ, μία μεγαλειώδη σκηνή. Ὁ πατέρας, πού ποτέ δέν ἔπαψε νά ἐλπίζει, ν᾽ ἀναμένει, νά προσδοκᾶ, νά παρατηρεῖ τόν δρόμο. Βλέπει ἀπό μακριά τό παιδί του. Χαίρεται ἀφάνταστα. Δέν κάνει δεύτερο λογισμό: Ἄ, τώρα πού τά βρῆκε σκοῦρα, πού δυσκολεύτηκε, πού δέν μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα, πού μ᾽ ἔχει ἀνάγκη, ἐπιστρέφει, δέν μπορεῖ νά κάνει ἀλλιώτικα. Νά δεῖς, τώρα πού ἔπεσε στά χέρια μου, τί θά τόν κάνω. Θά τοῦ φερθῶ πολύ αὐστηρά. Νά μάθει πώς δέν μπορεῖ νά μέ παρακούει, νά μέ παραβλέπει, νά μέ πικραίνει. Θά τοῦ δείξω τώρα ποιός εἶμαι. Ὁ πατέρας τῆς παραβολῆς δέν κάνει καθόλου τέτοιες ποταπές σκέψεις. Μάλιστα, ἄν καί κάποιας ἡλικίας, δέν τόν ἀναμένει στό σαλόνι ἤ τήν πόρτα ἔστω. Δέν στέλνει τούς ὑπηρέτες νά τοῦ τόν παρουσιάσουν. Δέν μένει στό ὕψος του, στήν καθέδρα του, σέ θέση κύρους καί ἰσχύος.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ» -4 (μον. Μωυσῆς Ἁγιορ.) «Παιδάκι μου, Ἐγώ γιά σένα ὑπάρχω»!

, , ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ «Τὰ λόγια ποὺ ἀκούγονται “μὲ τὸν σταυρὸ στὸ χέρι τίποτε δὲν πετυχαίνεις”, ποὺ τὰ λένε δυστυχῶς καὶ χείλη “χριστιανῶν”, εἶναι λόγια ποὺ μόνον ὁ διάβολος θὰ μποροῦσε νὰ ἐκστομίσει».

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ
ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
(14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)
Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.              «Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ πρῶτος μεταξὺ τῶν χριστιανῶν βασιλέων, εἶχε κάποτε πόλεμο, ὅπως λένε κάποιοι ἱστορικοί, στὴ Ρώμη κατὰ τοῦ Μαξεντίου, πρὶν νὰ γίνει αὐτοκράτορας. Ἄλλοι ἱστορικοὶ ὅμως λένε ὅτι εἶχε πόλεμο κατὰ τῶν Σκυθῶν, στὸν Δούναβη ποταμό. Βλέποντας δὲ τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν νὰ εἶναι πολλαπλάσιο τοῦ δικοῦ του στρατεύματος, διακατεχόταν ἀπὸ ἀπορία καὶ φόβο. Εὑρισκόμενος λοιπὸν σὲ μία τέτοια κατάσταση, φάνηκε  στὸν οὐρανό, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη ἡμέρα, ὁ τύπος τοῦ σταυροῦ μὲ ἀστέρια, καὶ γραφὴ γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό, μὲ ρωμαϊκὰ στοιχεῖα, κι αὐτὰ τυπωμένα μὲ ἀστέρια, ποὺ ἔλεγε: «Ἐν τούτῳ νίκα». Ἀμέσως λοιπὸν ἔδωσε ἐντολὴ νὰ σχεδιάσουν ἀπὸ χρυσὸ τὸν Σταυρό, κατὰ τὸν τύπο ποὺ τοῦ φανερώθηκε, καὶ Αὐτὸν νὰ βάλουν νὰ προπορεύεται στὸ στράτευμά του. Ἐπιτίθεται λοιπὸν ἔτσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ νικᾶ, ὥστε οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς νὰ φονευτοῦν, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ τραποῦν σὲ φυγή. Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ κατάλαβε τὴ δύναμη τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, τὸν Ὁποῖον πίστεψε ὡς ἀληθινὸ Θεό, γι’  αὐτὸ καὶ βαπτίστηκε στὸν ὄνομά Του. Ἔπειτα ἔστειλε τὴ μητέρα του ἁγία Ἑλένη στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ βρεῖ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ πράγματι Τὸν βρῆκε κρυμμένο, μαζὶ μὲ τοὺς δύο ἄλλους σταυρούς, στοὺς ὁποίους εἶχαν σταυρωθεῖ οἱ ληστές, ὅπως βρῆκε καὶ τὰ καρφιὰ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Στὴν ἀρχὴ ὅμως, ὅταν βρῆκε τοὺς σταυρούς, ἀποροῦσε ἡ βασίλισσα ποιὸς νὰ ἦταν ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, κάτι ποὺ τῆς ἀπεκαλύφθη μ’ ἕνα θαῦμα: τοποθέτησαν μία χήρα γυναίκα ποὺ ἔτυχε νὰ πεθάνει ἐκεῖ πάνω στοὺς σταυρούς, καὶ ἐνῶ οἱ δύο σταυροὶ τῶν ληστῶν δὲν ἔκαναν τίποτε, ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, μὲ τὸ ἄγγιγμά Του τὴν ἀνέστησε. Τὸν τίμιο Σταυρὸ λοιπὸν τοῦ Κυρίου προσκύνησε ἡ βασίλισσα, καὶ μαζί της καὶ ὅλη ἡ Σύγκλητος. Ὁ λαὸς ὅμως ζητοῦσε καὶ αὐτὸς νὰ προσκυνήσει, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ πλήθους τοῦτο ἦταν ἀδύνατο, ὁπότε ζήτησε τουλάχιστον νὰ Τὸν δεῖ. Τότε ἀνέβηκε ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Μακάριος πάνω στὸν ἄμβωνα καὶ ὕψωσε ἐκεῖ τὸν τίμιο Σταυρό, ὁ δὲ πιστὸς λαὸς κατανενυγμένος ἄρχισε νὰ κραυγάζει τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἔκτοτε ἐπικράτησε νὰ γίνεται ἡ ἑορτὴ τῆς ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ. Μετὰ τριακόσια χρόνια, ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος, ἀφοῦ πῆρε πίσω τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ Τὸν εἶχαν διαρπάσει οἱ Πέρσες, ὅταν κυρίευσαν τὰ Ἱεροσόλυμα, μπῆκε μὲ Αὐτὸν νικηφόρος καὶ θριαμβευτὴς στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ ἀνύψωσε τὸ ζωηφόρο ξύλο γιὰ δεύτερη φορὰ στὴν ἁγία Σοφία, ἐνώπιον τοῦ ζητωκραυγάζοντος λαοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως».
.            Ἡ παγκόσμια ὕψωση τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ προβάλλει κάθε χρόνο ἐνώπιόν μας τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος εἰσῆλθε στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ: τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου. Διότι  κατὰ τὸν ὑμνογράφο «ἐν τῷ Σταυρῷ ὁ Κύριος κτείνας τὸν ἡμᾶς κτείναντα, νεκρωθέντας ἀνεζώωσε καὶ κατεκάλλυνε, καὶ εἰς οὐρανοὺς πολιτεύεσθαι ἠξίωσεν ὡς εὔσπλαγχνος, δι’ ὑπερβολὴν ἀγαθότητος». Δηλαδή: πάνω στὸν Σταυρὸ ὁ Κύριος ἀφοῦ ἐξολόθρευσε αὐτὸν ποὺ μᾶς εἶχε ἐξολοθρεύσει, μᾶς ξαναζωντάνεψε καὶ μᾶς καταομόρφυνε, ὅπως  καὶ μᾶς ἀξίωσε ὡς εὔσπλαγχνος, λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς ἀγαθότητάς Του, νὰ ζοῦμε καὶ πάλι στοὺς οὐρανούς. Μερικὲς ἀπὸ τὶς ὄψεις αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου τοῦ σταυροῦ διὰ τοῦ ὁποίου καὶ σωθήκαμε θὰ ἐπισημάνουμε καὶ στὴν συνέχεια.

1. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου: ἱστορία καὶ μυστήριο.

.            Ἡ προσέγγιση λοιπὸν τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι εὔκολο ἐγχείρημα. Μολονότι ἔχει ἱστορικὲς συντεταγμένες – συνέβη ἐν χρόνῳ καὶ τόπῳ: στὴν Ἰουδαία ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, ὅπως τὸ ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, «σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἠμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου» – κάτι ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ, ἔστω κι ἂν εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἄθεος, ὅμως ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ αὐτὸ ποὺ οἱ ἀνθρώπινες αἰσθήσεις καὶ δυνάμεις μποροῦν νὰ ἐπισημάνουν: ἕναν ἄνθρωπο ποὺ πάσχει μὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Ὁ Σταυρὸς ἀποτελεῖ μέγιστο μυστήριο, διότι πάνω Του πάσχει ὁ Θεὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κατὰ τὸ ἀνθρώπινο.
.            Ἡ πραγματικότητα αὐτὴ δὲν εἶναι ἐφικτὴ στὰ ἀνθρώπινα. Συνιστᾶ τὸ βάθος, ποὺ γιὰ νὰ τὸ συναντήσει ὁ ἄνθρωπος, πρέπει νὰ ἐπιστρατεύσει τὴν πίστη του. Μόνον ὁ πιστὸς στὸν Χριστὸ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ «δεῖ», ἐν μέρει καὶ χαρισματικὰ πάντα, τὸ τί διαδραματίζεται πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα. Κι αὐτὸ ποὺ διαδραματίζεται  ἀποτελεῖ καὶ τὸ μυστήριο τῆς λύτρωσης τοῦ ἀνθρώπου. Διότι πάνω  στὸν Σταυρὸ ὁ Χριστός, ὡς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι, «αἴρει τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», καταργεῖ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας ἐν τῇ σαρκὶ Αὐτοῦ, μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸν Θεό, μᾶς ἀνοίγει τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πιὰ δὲν εἶναι ξένος καὶ παρεπίδημος στὸν κόσμο, ἀλλὰ οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ καὶ φίλος τῶν ἁγίων (Πρβλ. Ἐφεσ. β´19). Τὰ πάντα ἀνατρέπονται, δηλ. ἐπανέρχονται στὴν ἀπ᾽ ἀρχῆς κανονικὴ καὶ φυσική τους κατάσταση: τὸν Θεὸ Τὸν ζοῦμε ὡς Πατέρα, τοὺς συνανθρώπους ὡς ἀδελφούς, τὴ φύση ὡς συνάδελφη, τὸν ἑαυτό μας ὡς ἕνα μὲ ἐμᾶς. Μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου ἡ ἀνθρωπότητα θεραπεύτηκε. Τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας βγῆκε. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι γεγονὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.
.         Ἡ ἄρση τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου δὲν σχετίζεται μὲ τὴν ἐποχὴ μόνο τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν στὸν Σταυρὸ ὁ Χριστὸς αἴρει τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, σημαίνει ὅτι τοῦτο κυριολεκτεῖται: αἴρει τὴν ἁμαρτία τοῦ κάθε κόσμου, τοῦ πρὸ Αὐτοῦ, τῆς ἐποχῆς Του, τῆς μετὰ ἀπὸ Αὐτόν. Οἱ ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων ὅλων τῶν ἐποχῶν σηκώθηκαν πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ ξεπλύθηκαν. Δὲν ὑπάρχει πιὰ ἁμαρτία ἀσυγχώρητη. Ὅσες ἁμαρτίες ὁ καθένας μας ἔχει κάνει, κάνει ἢ θὰ κάνει, ἤδη γι’  αὐτὲς ἔχει πάθει ὁ Χριστός. Ὁ καθένας δηλαδὴ ὑπῆρξε κι ἕνα ἀγκάθι στὸν Χριστὸ – κι εἶναι τοῦτο μέσα στὴ μυστηριακὴ διάσταση τοῦ Πάθους Του – ποὺ σημαίνει ὅτι καὶ γιὰ μᾶς ὁ Χριστὸς πληγώθηκε καὶ πόνεσε. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἐπικαλεστεῖ τὶς πολλὲς καὶ μεγάλες του ἴσως ἁμαρτίες γιὰ νὰ μένει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἁπλῶς βλασφημεῖ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου.

2. Ὁ Σταυρός: φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

.            Ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου ὡς μυστηριακοῦ γεγονότος ὁδηγεῖ στὴν ὑπέρβαση τῆς παγίδας τῶν «ἀναλύσεων». Οἱ «ἀναλύσεις» σχετικοποιοῦν τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ ὑποβιβάζουν στὸ ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Στὴν παγίδα αὐτὴ δυστυχῶς ἔπεσαν στὸ παρελθὸν ἡ Δυτικὴ θεολογία καὶ ὅσοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους θεολόγησαν μὲ δυτικὰ κριτήρια. Δὲν ξεχνᾶμε, γιὰ παράδειγμα, τὴν προσπάθεια τοῦ Ἀνσέλμου Κανταουρίας, ποὺ προβληματιζόταν πάνω στὸ ἐρώτημα «γιατί ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεὸς καὶ γιατί ἔπαθε». Καὶ ἡ ἀπάντηση, ποὺ ἔδινε, ἀποκάλυπτε τὴ δικανικὴ – νομικὴ κατανόηση τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό: νὰ ἐξιλεωθεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὸ πάθος τοῦ Υἱοῦ Του.
.           Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπέφυγε τὸν πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνον πάνω στὸ «ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν» – ἔπρεπε νὰ πάθει ὁ Χριστὸς – ποὺ σήμαινε γι’  αὐτὴν κυρίως δύο πράγματα:

1. Τὸ μέγεθος τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου τέτοιας ποὺ ἡ διδασκαλία μόνη τοῦ Χριστοῦ ἢ καὶ τὰ θαύματά Του δὲν ἦταν ἱκανὰ πρὸς σωτηρία. Ἔπρεπε νὰ θυσιαστεῖ γιὰ νὰ ἀρθεῖ τὸ χάσμα ποὺ ἡ ἁμαρτία εἶχε θέσει μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ.
2. Τὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν διστάζει νὰ θυσιάσει καὶ τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’  ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ´ 16).

.           Ὁ προβληματισμὸς πάνω στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔθετε γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὸ θέμα τῆς δικαιοσύνης Του. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε στὸν Σταυρὸ ὡς ἀγάπη, ποὺ σήμαινε κατ’  ἄνθρωπον ἀδικία. Καὶ τοῦτο γιατί ἀνθρώπινα δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ἡ καταδίκη τοῦ ἀθώου, τοῦ Χριστοῦ δηλαδὴ ποὺ πάσχει ὑπὲρ τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, καὶ ἡ δικαίωση τῶν ἐνόχων, τῶν ἀνθρώπων δηλαδὴ ποὺ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴν καταδίκη. Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη ἀπαιτεῖ τὸ ἀντίθετο. Τὴν καταδίκη τοῦ ἐνόχου καὶ τὴν ἀπαλλαγὴ τοῦ ἀθώου. Ἔτσι μὲ τὸν Σταυρὸ ἰδίως τοῦ Χριστοῦ διαπιστώθηκε ὅτι ἡ θεία δικαιοσύνη δὲν λειτουργεῖ μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Ἂν λειτουργοῦσε ἔτσι, τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἔπρεπε λόγῳ τῆς ἁμαρτίας του νὰ ἀφανιστεῖ. Εὐτυχῶς γιὰ ἐμᾶς μέτρο τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη Του.

3. Ὁ Σταυρός: κλήση πρὸς μετοχή.

.            Ἡ ἀπορροὴ τόσων μεγάλων δωρεῶν γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ: κατάργηση τῆς ἁμαρτίας, συμφιλίωση μὲ τὸν Θεό, ἐπανένταξη στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἶναι γνωστὸ ὅτι προϋποθέτει καὶ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν πιστέψει στὸν Χριστό, ἂν δὲν γίνει μέλος τοῦ μυστικοῦ σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας, οἱ δωρεὲς αὐτὲς παραμένουν ἀνενέργητες γι’  αὐτὸν καὶ κενὲς περιεχομένου. Διότι πρὸς σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπαιτεῖται, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, ὄχι μόνον ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ δική του ἡ θέληση. Πῶς λοιπὸν πιὸ συγκεκριμένα μετέχει κανεὶς στὸν Χριστό, δηλαδὴ γίνεται μέτοχος τῶν δωρεῶν τῆς σταυρικῆς Του θυσίας;

(1) Μὲ τὸ βάπτισμα. Τὸ βάπτισμα ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ὅταν τριττῶς καταδύεται καὶ τριττῶς ἀναδύεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα, τὴν «κοιλιὰ» τῆς Ἐκκλησίας, συμμετέχει στὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴ συμμετοχή του αὐτὴ καθαρίζεται, «πεθαίνει», ἀπὸ κάθε ἀναγκαστικὴ ροπὴ ἁμαρτίας καὶ βγαίνει νέος καὶ ἀναστημένος ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς γεννιέται μέσα του καὶ γίνεται μέλος τοῦ σώματός Του. «Πραγματικά, τὸ βάπτισμά μας σημαίνει πὼς συμμετέχουμε στὸν θάνατο καὶ στὴν ταφὴ τοῦ Χριστοῦ. Κι ὅπως ὁ Πατέρας Θεὸς μὲ τὴν δύναμή Του ἀνέστησε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, τὸ ἴδιο κι ἐμεῖς μποροῦμε νὰ ζήσουμε μία νέα ζωή. Ὅπως δηλαδὴ ἐνταχθήκαμε ὀργανικὰ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μὲ μία πράξη ποὺ συμβολίζει συμμετοχὴ στὸν θάνατό του, ἔτσι θὰ συμμετάσχουμε πραγματικὰ καὶ στὴν ἀνάστασή Του» (Ρωμ. ϛ´4-5).

(2) Μὲ τὴν Θεία Κοινωνία. Ἡ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Σταυρὸ δὲν σταματᾶ μὲ τὸ βάπτισμα καὶ τὸ συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκῶς μὲ τὴν ἐν μετανοίᾳ μετοχὴ τοῦ πιστοῦ στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Διότι ἡ Θεία Εὐχαριστία προσφέρει τὴν διακράτηση καὶ τὴν αὔξηση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἰσῆλθε στὸ βάθος τῆς ψυχῆς διὰ τοῦ βαπτίσματος. Ἔτσι χωρὶς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ὁ πιστὸς ἀδυνατίζει καὶ μαραίνεται πνευματικά, ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ δωρεὲς τοῦ Σταυροῦ μὲ τὴ Θεία Εὐχαριστία ἀνανεώνονται καὶ πολλαπλασιάζονται. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μιλώντας γιὰ τὴν Θεία Εὐχαριστία τονίζει τὸν σταυρικό, καὶ ἀναστάσιμο ταυτοχρόνως, χαρακτήρα αὐτῆς: «Ὅταν προσίῃς τῷ φρικτῷ ποτηρίῳ, ὡς ἀπ’ αὐτῆς πίνων τῆς πλευρᾶς, οὕτω προσίῃς», δηλαδὴ ὅταν προσέρχεσαι στὸ φρικτὸ ποτήριο, νὰ προσέρχεσαι σὰν νὰ πίνεις ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πλευρὰ τοῦ Σωτῆρος.

(3) Μὲ τὸν ἀγώνα γιὰ πνευματικὴ ζωή. Ὁ Χριστιανὸς δὲν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδὴ τῶν δωρεῶν τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, μόνον μὲ τὴν συμμετοχή του στὰ μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θὰ ἔδειχνε ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀποτέλεσμα ἀποκλειστικά τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, χωρὶς τὴν ἀνθρώπινη συνέργεια. Γίνεται καὶ μὲ τὸν ἀγώνα του γιὰ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, κυρίως τῆς πίστεως στὸν Χριστὸ καὶ τῆς ἀγάπης στὸν συνάνθρωπο, τὸν καθιστᾶ «ἀνοιχτὸ» στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ δημιουργεῖ τὶς συνθῆκες ὀρθῆς μετοχῆς του στὰ μυστήρια. Ἡ τήρηση ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι εὔκολη. Ἀπαιτεῖ σκληρὸ ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν ἁμαρτιῶν, ἀκόμη δὲ καὶ κατὰ τοῦ ἀρχεκάκου διαβόλου, ποὺ μᾶς πειράζει μέσῳ τῶν παθῶν. Ἔτσι ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀποτελεῖ κυριολεκτικὰ «μάτωμα» τῆς ψυχῆς, δόση αἵματος, κατὰ τὸ «δὸς αἷμα καὶ λάβε Πνεῦμα», μ’  ἕνα λόγο κατανοεῖται ὡς συσταύρωση μὲ τὸν Χριστό. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ’  ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Λουκ. θ´ 23).
.          Ἔχει εἰπωθεῖ ἀνθρωποπαθῶς ὅτι τὸ σχῆμα τῆς θύρας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἶναι σταυρικό. Κανεὶς δηλαδὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθει σ’ αὐτήν, παρακάμπτοντας τὸν Σταυρό. Ὁ Σταυρός, ὡς συσταύρωση οὐσιαστικά, ὅπως εἴδαμε, μὲ τὸν Χριστό, εἶναι ὁ κλῆρος τοῦ χριστιανοῦ. Αὐτὸς εἶναι ἡ δόξα του, ὅπως ἀκριβῶς μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Δι’  Αὐτοῦ σωθήκαμε, δι’  Αὐτοῦ θεωθήκαμε, μὲ Αὐτὸν προχωρᾶμε. Τὰ λόγια ποὺ ἀκούγονται «μὲ τὸν σταυρὸ στὸ χέρι τίποτε δὲν πετυχαίνεις», ποὺ τὰ λένε δυστυχῶς καὶ χείλη «χριστιανῶν», εἶναι λόγια ποὺ μόνον ὁ διάβολος θὰ μποροῦσε νὰ ἐκστομίσει. Διότι γιὰ ἐκεῖνον ὁ Σταυρὸς συνιστᾶ «τὸ τραῦμα» του. Γιὰ ἐμᾶς ὅμως πάντοτε ὁ Σταυρὸς εἶναι «ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας, βασιλέων τὸ κραταίωμα καὶ τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα», ὅπως βεβαίως εἶναι καὶ «τῶν ἀγγέλων ἡ δόξα».

 ΠΗΓΗ: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

, , ,

Σχολιάστε