Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ἀβραάμ

ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΤΕΡΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΠΟΤΕ ΑΠΕΥΘΥΝΘΕΙ ΣΕ ΠΑΤΕΡΑ

Ἡ πιὸ μεγάλη δοκιμασία

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

Ἀβραάμ, Ἀβραάμ.
–«Ἰδοὺ ἐγώ». Νά, Κύριε, εἶμαι παρών, ἀκούω.
–Πάρε τὸν ἀγαπητό σου γιό, τὸν Ἰσαάκ, τὸ παιδί σου, ποὺ τόσο ἔχεις ἀγαπήσει, πήγαινε στὴν ὑψηλὴ περιοχή, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ βουνὰ ποὺ θὰ σοῦ δείξω, καὶ ἐκεῖ πρόσ­φερέ το θυσία σ᾿ ἐμένα.
.             Αὐτὴ ἦταν ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ στὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, ὅπως τὴν καταγράφει ὁ θεόπνευστος συγγραφέας, ὁ θεόπτης Μωυσῆς, στὸ 22ο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς δραματικότερες σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
.         Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μιλᾶ ὁ Θεὸς στὸν δίκαιο. Χρόνια πρὶν τοῦ εἶχε ἐμφανισθεῖ στὴν πατρίδα του τὴν Οὒρ καὶ τὸν εἶχε καλέσει ν᾿ ἀφήσει τοὺς συγγενεῖς καὶ τὸν τόπο του καὶ νὰ πορευθεῖ σὲ ἄγνωστη χώρα. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ τί ἔκανε; Ὑπάκουσε στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Βγῆκε ἀπὸ τὴν ἄνεσή του καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔγινε περιπλανώμενος καὶ σκηνίτης. Τελικὰ ὁ Θεὸς τὸν ὁδήγησε στὴ γῆ Χαναάν. Ἂν καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἄτεκνος καὶ γέρον­τας – δὲν μποροῦσε πλέον νὰ κάνει παιδί – τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ αὔξανε τοὺς ἀπογόνους του σὰν τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας καὶ σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Τοῦ ὑποσχέθηκε ἀκόμη ὅτι θὰ ἔδινε κληρονομιὰ στὸν ἴδιο καὶ στοὺς ἀπογόνους του τὴ γῆ τῆς Χαναάν, ἂν καὶ ὅσο ζοῦσε δὲν τοῦ ἔδωσε οὔτε ἕνα βῆμα ἀπὸ αὐτὴ τὴ χώρα. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ τί ἔκανε; Πίστεψε στὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ σὰν μικρὸ παιδί. Καὶ πάντοτε ὑπάκουε στὶς ἐντολές Του μὲ μιὰ θαυμαστὴ ὑπακοή, χωρὶς λογισμούς, χωρὶς γογγυσμό, χωρὶς ἀναβολές. Ἔδειξε ἐκπληκτικὴ ἀντοχὴ στὶς δοκιμασίες τῆς πίστεως στὶς ὁποῖες τὸν ὑπέβαλε ὁ Κύριος. Ἡ καρδιά του ἦταν ἕνα ἀσάλευτο βουνὸ πίστεως, ἀπεριόριστης ἐμπιστοσύνης στὸ Θεό, παραδόσεως ἄνευ ὅρων στὸ θέλημά Του.
.           Ἦταν 100 ἐτῶν ὁ Ἀβραὰμ ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε γιό, τὸν Ἰσαάκ. Πόση ἦταν ἡ χαρὰ τοῦ Πατριάρχη! Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια προσμονῆς ἀποκτοῦσε παιδί, ἕνα χαριτωμένο ἀγόρι, τὸ παιδὶ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ ποὺ παρηγόρησε τὰ γηρατειά του. Τώρα ὅμως ἦταν ἡ ὥρα τῆς πιὸ μεγάλης δοκιμασίας. Ἐνῶ ὁ Ἰσαὰκ ἦταν ἤδη παλληκάρι, ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν εὐτυχισμένο πατέρα νὰ τὸν θυσιάσει…
.           Σηκώθηκε ὁ Ἀβραὰμ τὸ πρωὶ καὶ σαμάρωσε τὸ γαϊδουράκι του. Δὲν εἶπε τίποτα στὴ Σάρρα – θὰ μποροῦσε νὰ τὸ σηκώσει; μὴν τυχὸν καὶ τὸν ἐμπόδιζε; Πῆρε μαζί καὶ δύο δούλους, καὶ ἀφοῦ ἔσχισε ξύλα γιὰ τὴ θυσία, ξεκίνησε γιὰ τὸν τόπο ποὺ τοῦ καθόρισε ὁ Θεός. Τρεῖς μέρες κράτησε τὸ ταξίδι, τρεῖς μέρες μαρτυρικές. Πῶς ἄντεξε ὁ γέροντας, πῶς δὲν λύγισε ἀπὸ τὸ βάρος τῆς θυσίας ποὺ πήγαινε νὰ ἐκτελέσει; Πῶς ἔμεινε ἀκλόνητος στοὺς λογισμούς; Πῶς θὰ ἔβλεπε τὸν τρυφερό του γιὸ καθὼς συνοδοιποροῦσαν;…
.               Σήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν τόπο. Εἶπε στοὺς δούλους:
–Μείνετε ἐδῶ μὲ τὸ γαϊδουράκι. Ἐγὼ καὶ τὸ παιδί μου θὰ προχωρήσουμε μέχρις ἐκεῖ καί, ἀφοῦ λατρεύσουμε τὸν Θεό, θὰ ἐπιστρέψουμε.
Φόρτωσε τὰ ξύλα στὸν Ἰσαάκ, ἐνῶ ὁ ἴδιος πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ τὴ φωτιά. Ἀνέβαιναν σιωπηλοί.
–Πατέρα, εἶπε κάποια στιγμὴ ὁ Ἰσαάκ.
–Τί εἶναι, παιδί μου;
–Ἔχουμε φωτιὰ καὶ ξύλα. Ποῦ εἶναι τὸ πρόβατο ποὺ θὰ προσφέρουμε θυσία;
.                  Ἴσως δραματικότερο ἐρώτημα δὲν ἔχει ποτὲ ἀπευθυνθεῖ σὲ πατέρα. Τί νὰ ἀπαν­τήσει ὁ Ἀβραάμ; Νὰ τοῦ πεῖ: ἐσὺ εἶσαι τὸ πρόβατο;!
–Ὁ Θεὸς θὰ φροντίσει καὶ θὰ μᾶς τὸ δείξει, παιδί μου, ἀπάντησε.
.              Ἦλθαν στὸν τόπο. Ὁ Ἀβραὰμ ἑτοίμασε τὸ θυσιαστήριο, ἔβαλε τὰ ξύλα – μὲ τί δύναμη ψυχῆς! Ἀποκάλυψε στὸν Ἰσαὰκ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, κι ἐκεῖνος ὑποτάχθηκε. Τὸν ἔδεσε ὁ πατέρας ἐπάνω στὸ βωμό, πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι του γιὰ νὰ τὸν σφάξει.
Τὴν ὥρα ποὺ τὸ χέρι του μὲ τὸ μαχαίρι ἄρχισε νὰ κατεβαίνει, τὸν σταμάτησε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ!
–Ἀβραάμ, Ἀβραάμ!
–«Ἰδοὺ ἐγώ». Νά, εἶμαι παρών, ἀκούω.
–Μὴν πειράξεις τὸ παιδί σου. Τώρα κατάλαβα ὅτι φοβᾶσαι ἐσὺ τὸν Θεὸ καὶ δὲν λυπήθηκες τὸν γιό σου γιὰ χάρη μου.
Ἔτσι, ἀντὶ γιὰ τὸν Ἰσαὰκ ὁ Ἀβραὰμ προσ­έφερε θυσία ἕνα κριάρι ποὺ ­παρουσίασε ὁ Θεὸς ἐκεῖ μὲ τὰ κέρατα μπλεγμένα στὰ κλαδιὰ ἑνὸς θάμνου.
Μετὰ τὴν τόσο δύσκολη ὑπακοὴ ἦλθε ἡ πιὸ μεγάλη εὐλογία· τοῦ εἶπε ὁ Θεός:
–Ὁρκίσθηκα στὸν ἑαυτό μου, γι᾿ αὐτὸ ποὺ ἔκανες καὶ δὲν λυπήθηκες τὸν γιό σου τὸν ἀγαπητὸ γιὰ μένα, σοῦ ὑπόσχομαι καὶ σὲ διαβεβαιώνω ὅτι θὰ σὲ εὐλογήσω πολὺ πλούσια καὶ θὰ πληθύνω πάρα πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου σὰν τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας καὶ σὰν τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ ἀπόγονό σου, τὸν Μεσσία, θὰ λάβουν τὶς χάριτες καὶ εὐλογίες τοῦ Θεοῦ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς – διότι ἔκανες ὑπακοὴ σ᾿ αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπα.
.          Ἔτσι, θυσιάζοντας ὁ Ἀβραάμ -οὐσιαστικά- γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ ὅ,τι πιὸ ἀγαπητὸ εἶχε, τὸν Ἰσαάκ, ἄφησε μοναδικὸ παράδειγμα ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωντανὴ εὐσέβεια. Τότε καὶ ἐμεῖς εἴμαστε γνήσια τέκνα τοῦ Ἀβραάμ, ὅταν ζητοῦμε πάντοτε καὶ σὲ ὅλα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅ,τι κι ἂν μᾶς κοστίσει. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάποτε -ὅπως στὴν περίπτωση τῆς θυσίας τοῦ Ἰσαάκ- τὸ θέλημά Του μᾶς φαίνεται πολὺ πικρό, σκληρό, ἐπιζήμιο. Ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ λογική μας, φαίνεται νὰ γκρεμίζει τὰ ὄνειρά μας. Αὐτὴν ὅμως τὴ σκληρὴ ὑπακοὴ στὶς ἐντολές Του ποὺ δὲν τὶς καταλαβαίνουμε καὶ ποὺ πολὺ μᾶς κοστίζουν, ὁ Θεὸς τὴν ἀμείβει μὲ ποταμοὺς εὐλογιῶν καὶ καταιγισμὸ Χάριτος.

,

Σχολιάστε

«ΕΞΕΛΘΕ ΕΚ ΤΗΣ ΓΗΣ ΣΟΥ» (Ὁ λόγος φαίνεται πολὺ σκληρός: νὰ ἐγκαταλείψει τὴν γῆ του, τὸν τόπο του. Καὶ νὰ φύγει. Νὰ φύγει μακριά.) )

«Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου…»
(Γέν. ιβ΄ 1)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4270, Ἰούλ. –Αὔγ. 2013

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Ὁ λόγος φαίνεται σκληρός. Πολὺ σκληρός. Ὁ Θεὸς ζητάει ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ ἐγκαταλείψει τὴν γῆ του, τὸν τόπο του. Καὶ νὰ φύγει. Νὰ φύγει μακριά. Τοῦ ζητάει νὰ ἀφήσει τοὺς ἀνθρώπους τοῦ γένους του. Νὰ φύγει ἀπὸ τὸ πατρικό του σπίτι. «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου…» (Γένεσις ιβ΄ 1).
.           Δύσκολο, ἐξαιρετικὰ δύσκολο τὸ πρᾶγμα. Σωστὸς ξεριζωμός. Μακριὰ ἀπὸ τὸν τόπο του, ἀπὸ τοὺς φίλους καὶ τοὺς γνωστούς! Μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι τὸ πατρικό, τὸ γεμάτο μὲ τόσες ἀναμνήσεις. Καὶ ὁ Ἀβραάμ, στὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται ὁ Θεός, δὲν εἶναι ἕνας νέος, ποὺ τώρα ξεκινάει γιὰ τὴν ζωή. Δὲν εἶναι κἂν ἕνας ὥριμος ἄνδρας. Εἶναι πρεσβύτης. Εἶναι ἑβδομήντα πέντε χρονῶν!
.           Σὲ αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο τῶν ἑβδομήντα πέντε χρονῶν δίνει ὁ Θεὸς τὴν ἐντολὴ νὰ ἀφήσει καὶ τόπο καὶ φίλους καὶ σπίτι! Καὶ νὰ πάει ποῦ; «…Καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἂν σοι δείξω» (Γέν. ιβ΄ 1). Ἔλα ἐκεῖ, ποὺ θὰ σοῦ ὑποδείξω…
.           Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ὑπακούει. «Καὶ ἐπορεύθη, καθάπερ ἐλάλησεν αὐτῷ Κύριος» (Γέν. ιβ΄ 4). Παίρνει τὴν οἰκογένειά του καὶ τὰ ὑπάρχοντά του καὶ φεύγει. Πιστὸς στὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. Πιστὸς στὸ θέλημα καὶ τὸ σχέδιο τοῦ Κυρίου του.

*   *   *

.           Εἶναι βέβαιο ὅτι τὸ «ἔξελθε» ὁ Θεὸς δὲν τὸ εἶπε μόνο στὸν Ἀβραάμ. Τὸ ἐπανέλαβε ποιὸς ξέρει σὲ πόσες χιλιάδες ἀνθρώπων… Τὸ λέει ἴσως καὶ σὲ μᾶς σήμερα. Συχνά, μέσα στὴν ζωή μας, ὁ Κύριος ἀπευθύνει αὐτὸ τὸν λόγο, ποὺ φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως σκληρός: «Ἔξελθε…»
.           Ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ ζήτησε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν τόπο, τοὺς φίλους καὶ τὸ πατρικό του σπίτι. Δηλαδὴ κάτι ἀπέραντα ἀγαπημένο, κάτι μὲ τὸ ὁποῖο ὁ πρεσβύτης πιὰ Ἀβραὰμ εἶχε ζυμώσει τὴν ζωή του. Ἀπὸ μᾶς συχνὰ ζητάει κάτι ἀντίστοιχο. Μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀφήσουμε κάτι ποὺ ἀγαπᾶμε, κάτι μὲ τὸ ὁποῖο ἔχουμε συνδέσει τὴν ζωή μας. Καὶ αὐτό, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Θεὸ στὴν πραγματοποίηση τοῦ σχεδίου ποὺ ἔχει γιὰ μᾶς.

.           Τί μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ κάτι; Ὁ τόπος μας. Τὸ χωριὸ ἢ ἡ πόλη μας. Οἱ φίλοι μας καὶ οἱ γνωστοί μας, οἱ συγγενεῖς καὶ συνεργάτες μας. Ἕνα σπίτι ποὺ τὸ ἀγαπᾶμε. Μιὰ συντροφιὰ πολύτιμη. Ἴσως μιὰ καλὴ ἐργασία, ποὺ ἀποδίδει ἀρκετά. Ἡ ὑγεία μας. Κάποια συνήθειά μας. Μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ χίλια δυὸ ἄλλα πράγματα. Πράγματα ἴσως καλὰ καὶ ὄμορφα ποὺ ὅμως πρέπει νὰ ἀποχωριστοῦμε. Νὰ τὰ ἀποχωριστοῦμε γιὰ νὰ πορευθοῦμε ἀλλοῦ, νὰ κάνουμε κάτι ἄλλο, νὰ ζήσουμε κάτι ἄλλο. Αὐτὸ μᾶς ζητάει ὁ Θεός. «Ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς γῆν, ἣν ἂν σοι δείξω…». Ὁ Ἀβραὰμ ἄκουσε τὴν φωνή. Τὴν δέχθηκε. Εἶπε ναί! Ἐμεῖς ἴσως δὲν τὴν ἀκοῦμε. Μπορεῖ νὰ μὴν τὴν ἀκούσαμε ποτέ! Νὰ μὴν καταλάβαμε ποτὲ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ζήτησε ἢ μᾶς ζητάει κάτι παρόμοιο!
.           Ὁ Θεὸς ὅμως ἤξερε, μέσα στὴν πανσοφία Του καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ μᾶς, ὅτι πρέπει νὰ γίνει αὐτὸς ὁ ἀποχωρισμός μας ἀπὸ πρόσωπα καὶ πράγματα ἀγαπημένα. Καὶ γιὰ νὰ μᾶς διευκολύνει, γιὰ νὰ διευκολύνει τὴν ἀδύνατη θέλησή μας, μᾶς τὰ πῆρε αὐτὸς ὁ ἴδιος. Μᾶς ἀπομάκρυνε ἀπὸ κοντά τους μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο.

.           Αὐτὸ ἔφερε, καὶ φέρνει ἴσως, πόνο. Μήπως ὅμως καὶ ὁ πιστὸς Ἀβραὰμ δὲν θὰ πονοῦσε ἀφήνοντας πίσω τὴ γῆ του, βλέποντας νὰ χάνεται στὸν ὁρίζοντα τὸ σπίτι του; Ποιός ξεριζωμὸς εἶναι ἀνώδυνος;
.           Πονᾶμε σὲ παρόμοιες περιπτώσεις. Ὅμως ἂς σκεπτόμαστε ὅτι τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ χάνουμε κάτι ἢ κάποιον, τὴν ὥρα ἐκείνη τὸ στοργικὸ χέρι τοῦ Θεοῦ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ κάτι καλύτερο καὶ ὡραιότερο. Ὁ Κύριος μᾶς λέει: «δεῦρο εἰς γῆν, ἣν ἂν σοι δείξω». Ἔλα στὴν γῆ, ποὺ θὰ σοῦ δείξω. Δὲν σοῦ ἀφαίρεσα κάτι γιὰ νὰ σὲ βυθίσω στὴν θλίψη. Σ᾽ τὸ πῆρα, γιὰ νὰ σοῦ δώσω κάτι ἀνώτερο. Θέλω νὰ σοῦ δώσω αὐτά, ποὺ ἡ ἀγάπη μου ἑτοίμασε γιὰ σένα. Τὰ χέρια μου εἶναι γεμάτα μὲ δῶρα. Σοῦ παίρνω τὰ φτωχὰ πράγματα ποὺ κρατᾶς, γιὰ νὰ σοῦ δώσω τὰ πολύτιμα δῶρα μου ποὺ εἶναι γιὰ σένα. Δὲν εἶδες τί ἔκανα μὲ τὸν πιστό μου ἄνθρωπο, τὸν Ἀβραάμ; Τὸν ἔβγαλα ἀπὸ τὴν γῆ του καὶ τὸ σπίτι του καὶ τὸν ἔφερα στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, γιὰ νὰ τὸν σκεπάσω μὲ τοὺς ποταμοὺς τῆς εὐλογίας μου. Γιὰ νὰ τὸν καταστήσω πατέρα πολλῶν ἐθνῶν. Γιὰ νὰ κάνω τοὺς ἀπογόνους του σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ σὰν τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας.

*   *   *

.           Κύριε, πιστεύουμε ὅτι δὲν μᾶς ἀφαιρεῖς κάτι προσφιλές, γιὰ νὰ μᾶς τὸ στερήσεις καὶ νὰ μᾶς βυθίσεις στὸν πόνο. Πιστεύουμε ὅτι τὸ κάνεις, γιὰ νὰ μᾶς δώσεις περισσότερα καὶ καλύτερα.
.           Αὐτὸ ὅμως, ξέρεις πόσο δύσκολα τὸ αἰσθανόμαστε. Συχώρεσέ μας, γιατί δὲν νιώθουμε καὶ δὲν καταλαβαίνουμε τὸ σχέδιό σου γιὰ μᾶς. Ὅταν δηλαδή, μᾶς κλείνεις ἕνα δρόμο κάπου ἀλλοῦ μᾶς ἔχεις ἀνοίξει μιὰ λεωφόρο. Καὶ ὅμως. Πόσες φορὲς κινδυνεύουμε ἀπὸ τὸ σαράκι τῆς ὀλιγοπιστίας μας καὶ λησμονοῦμε, πὼς ἡ ἀγαθὴ πρόνοιά Σου «δύναται ἐξ ἀπόρων πόρον εὑρεῖν». Στὰ ἀδιέξοδά μας Ἐσὺ πάντοτε ἔχεις τὶς διεξόδους Σου. Σὲ ἱκετεύουμε, ἄνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας νὰ βλέπουμε στὴν ἔρημο μας τὶς ἀστείρευτες πηγὲς τοῦ ἐλέους καὶ τῆς φιλανθρωπίας Σου. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΜΕΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ; «Ὅλες αὐτές οἱ διαθρησκειακές ζυμώσεις μόλυναν πολλούς θεολόγους καί κληρικούς πού μέ ἀνεπίτρεπτη εὐκολία διακηρύττουν ἕνα Θεό κοινό γιά τίς τρεῖς θρησκεῖες». [π. Ἰω. Φωτόπουλος]

 7. Εἶναι οἱ Μουσουλμάνοι μέτοχοι τῆς Διαθήκης τοῦ Ἀβραάμ;

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Πρωτ. Ἰω. Φωτοπούλου
«Θεανθρώπινη Καθολικότητα ἢ Πανθρησκειακὴ Παγκοσμιότητα»,
Ἀθῆναι 2003,
σελ. 59-63
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Προηγούμενα: 

σχετ. μὲ τὸ χωρίο: «ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΙ»https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/04/28/τό-ἅγιο-πνεῦμα-δέν-ὁδηγεῖ-τούς-ἀνθρ/ καὶ : https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/04/ποῦ-δρᾶ-τὸ-ἅγιον-πνεῦμα/

Ἐπίσης: ΜΙΑ ΕΛΑΣΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/06/μιὰ-ἐλαστικὴ-ἐκκλησιολογία/
ΕΧΟΥΝ ΑΡΑΓΕ ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΠNEYMATOΣ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/06/05/ἔχουν-ἆραγε-ὅλες-οἱ-θρησκεῖες-χαρίσ/

καὶ:   5. ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΔΑΙΜΟΝΙΚΕΣ ἢ ΑΥΤΟ ΣΥΝΙΣΤΑ ΜΙΑ “ΑΦΕΛΗ ΑΚΡΟΤΗΤΑ”, ΜΙΑ “ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ”; https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/06/οἱ-θρησκεῖες-εἶναι-ἆραγε-δαιμονικέ/

6. ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΣΤΑ “ΕΘΝΗ”; https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/08/ὑπάγονται-οἱ-μουσουλμάνοι-στά-ἔθνη/ 

.           Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας ἰσχυρίζεται ὅτι «οἱ μουσουλμάνοι, τονίζοντας τήν ἀφοσίωσή τους στόν Ἀβραάμ… συμμετέχουν σ᾽ αὐτή τήν διαθήκη, ἔχοντας κάνει μία ἰδιότυπη ἱστορική κίνηση πρός τά πίσω» (σ. 166). Αὐτές οἱ ἀπόψεις ἔχουν καμμιά σχέση μέ ὀρθόδοξη θεολογία; Ὑπάρχει καμμιά …ἰδιότυπη μηχανή χρόνου νά μᾶς γυρίσει στό παρελθόν στά χρόνια πρίν τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἤ ἀκόμα πιό πίσω στά χρόνια τοῦ Ἀβραάμ καί τῆς διαθήκης του; Τί εἴδους ἀφοσίωση δείχνουν οἱ Μωαμεθανοί στόν Ἀβραάμ; Ὅπως λέγει ὁ Χριστός «ὁ Ἀβραὰμ… ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμὴν καὶ εἶδε καὶ ἐχάρη» (Ἰω. η´ 56). Ἡ μεγαλύτερη χαρά τοῦ Ἀβραάμ ἦταν τό «σπέρμα» του, ὁ Χριστός. Ἀντίθετα οἱ Μουσουλμάνοι ἀρνοῦνται τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, μισοῦν τόν τίμιο Σταυρό, κατασφάζουν ὅσους χαίρονται τήν κοινωνία μέ τόν Χριστό, τούς Χριστιανούς, τούς κληρονόμους τῆς διαθήκης καί τούς ὀνομάζουν «γκιαούρ», δηλ. ἀπίστους!
.           Ἀλλά ἄς ἐξηγήσουμε ποιά εἶναι ἡ διαθήκη τοῦ Ἀβραάμ. Στήν Γένεση, ὁ Θεός συνάπτει μιά διαθήκη, κάνει μιά συμφωνία μέ τόν Ἀβραάμ καί τοῦ δίνει μιά ἐπαγγελία, μιά ὑπόσχεση: «ἐνευλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς» (Γεν. κβ´18). Ἐξηγώντας ὁ Ἀπ. Παῦλος τά σχετικά μέ τήν διαθήκη αὐτή γράφει στούς Γαλάτες: «τῷ δὲ Ἀβραὰμ ἐρρέθησαν αἱ ἐπαγγελίαι καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ· οὐ λέγει, καὶ τοῖς σπέρμασιν, ὡς ἐπὶ πολλῶν, ἀλλ᾽ ὡς ἐφ᾽ ἑνός, καὶ τῷ σπέρματί σου, ὃς ἐστὶ Χριστός» (Γαλ. γ´ 16). Μέ τόν Χριστό, τό «σπέρμα» τοῦ Ἀβραάμ, ἐκπληρώνονται οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ στόν Ἀβραάμ, ἡ διαθήκη του μέ τόν Θεό. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἶναι, διά τῆς προσλήψεως τοῦ ἀνθρωπείου φυράματος, τῆς ἀνθρωπίνης δηλ. φύσεως καί τῆς θεώσεώς της ἐν τῷ προσώπῳ Του, κληρονόμος τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ἀβραάμ. Καί καλεῖ πάντα τά ἔθνη, κάθε ἄνθρωπο σέ κοινωνία μαζί Του δωρίζοντάς τους αὐτή τήν ἐπαγγελία δηλ. τήν θέωση, τήν σωτηρία. Αὐτή ἡ κοινωνία πραγματώνεται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του, δηλ. ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ­–ἄλλη Ἐκκλησία δ έ ν ὑπάρχει.
.           Ἔτσι συμμετοχή στήν διαθήκη τοῦ Ἀβραάμ σημαίνει σωτηρία. Μέτοχοι σ᾽ αὐτή τήν διαθήκη εἶναι μόνο οἱ πιστεύοντες καί βαπτισθέντες στόν Χριστό. Ἰδού τί λέγει ὁ Ἀπόστολος: «Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θήλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ τέκνα ἐστὲ καὶ κατ᾽ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι» (Γαλ. γ´ 27-29). Ὅσοι λοιπόν εἶναι βαπτισμένοι ὀρθοδόξως, εἶναι τοῦ Χριστοῦ, καί γι αὐτό εἶναι τέκνα πνευματικά τοῦ Ἀβραάμ, συμμετέχουν στήν διαθήκη του καί εἶναι κληρονόμοι ὅπως κι ἐκεῖνος τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ δηλ. τῆς Βασιλείας Του.
.           Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθόδοξη βιβλική ἑρμηνεία τῆς δοθείσης στόν Ἀβραάμ Διαθήκης, δηλ. ἡ ἑνιαία θεώρηση τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ἡ ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διά τῆς Καινῆς, καί τῆς Καινῆς Διαθήκης διά τῆς Παλαιᾶς. Χωρίς τή μία εἶναι ἀκατανόητη ἡ ἄλλη. Οἱ ἅγιες Γραφές ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία. Ἡ Π. Δ. δέν εἶναι πλέον ἡ Γραφή τῶν Ἑβραίων. Τήν ἀφήρεσε ὁ Χριστός λόγῳ τῆς ἀποστασίας καί τῆς ἀπιστίας τῶν Ἰουδαίων. Τούς εἶπε: «Ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Ματθ. κγ´ 38). Καί εἶναι ἐμφανής ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπό μιά διεστραμμένη ραβιννική καί καββαλιστική, ἀποκρυφιστική ἑρμηνεία τῆς Π. Δ. ὁ Ἰουδαϊσμός ἔφθασε ἐλεγχόμενος ἀπό τόν Σιωνισμό.
.           Ἐπανερχόμεθα γιά νά ποῦμε ὅτι ἄν σεβόμεθα τό Εὐαγγέλιο, δηλ. ἄν εἴμαστε Χριστιανοί, δέν μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε τήν Παλαιά Διαθήκη χωρίς τήν βοήθεια τῆς Καινῆς. Δέν δικαιούμεθα ἐν προκειμένῳ, ἀφοῦ ὁ θεῖος Ἀπόστολος μᾶς λέγει ρητῶς ὅτι μ ό ν ο οἱ πιστεύοντες στόν Χριστό εἶναι μέτοχοι τῆς διαθήκης, νά διευρύνουμε ἀνεπίτρεπτα τήν ἔννοια καί τό περιεχόμενο τῆς Διαθήκης πρός τόν Ἀβραάμ γιά νά χωρέσει μέσα της ὁ δαιμονόπληκτος Μωάμεθ καί ἡ «πνευματικότητά» του.
.           Ὡστόσο γιά νά καταδειχθεῖ τό ἀσύστατο τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι καί οἱ μουσουλμάνοι μετέχουν στή διαθήκη τοῦ Ἀβραάμ, ἄς δοῦμε τί λέγει σχετικῶς ἡ ἴδια καί ἀπό μόνη της ἡ Π. Διαθήκη: «εἶπε δὲ ὁ Θεός τῷ Ἀβραάμ… ἰδοὺ Σάρρα ἡ γυνή σου τέξεταί σοι υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσαὰκ καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου πρὸς αὐτὸν εἰς διαθήκην αἰώνιον καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ᾽ αὐτόν. Περὶ δὲ Ἰσμαὴλ ἰδοὺ ἐπήκουσά σου. Ἰδοὺ εὐλόγησα αὐτὸν καὶ αὐξανῶ αὐτὸν καὶ πληθυνῶ αὐτὸν σφόδρα… τὴν δὲ διαθήκην μου στήσω πρὸς Ἰσαάκ, ὃν τέξεταί σοι Σάρρα…» (Γεν. ιζ´ 19-21). Λοιπόν ὅπως κι ἄν ἐννοήσει κανείς τήν διαθήκη τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Θεός ἀποκλείει ὁποιονδήποτε πλήν τοῦ Ἰσαάκ καί τῶν ἀπογόνων του ἀπ᾽  αὐτή τήν διαθήκη μέ πρῶτο καί καλλίτερο τόν Ἰσμαήλ, τοῦ ὁποίου ἀπόγονοι (Ἰσμαηλίτες) θεωροῦνται ἀπό πολλούς οἱ Μουσουλμάνοι.
.           Ἐδῶ θέλουμε νά δηλώσουμε, ἔστω καί μέ κίνδυνο νά παρεξηγηθοῦμε, ὅτι οἱ ἀναιρεθέντες ἰσχυρισμοί δέν φανερώνουν ὀρθόδοξη θεολογική προσέγγιση στήν ἁγιογραφική ἀλήθεια, πού νά ἀντέχει σέ ὑπεύθυνη κριτική. Μοιάζουν μέ μιά συναισθηματική, λεκτική προσπάθεια νά δικαιώσουμε τήν πλάνη, ἔστω κι ἄν γίνεται αὐτό μέ τίς καλλίτερες, ἀγαθότερες προθέσεις, μέ τήν διάθεση νά προσεγγίσουμε καί νά βοηθήσουμε τούς ἄλλους.
.           Πάντως αὐτή ἡ «νέα» θεολογία περί τῶν ὁμοιοτήτων τῶν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν μέ βάση τήν διαθήκη τοῦ Ἀβραάμ δέν εἶναι ἔργο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας μόνον. Εἶναι μιά παλιά, ἁμαρτωλή ἱστορία κατασκευασμένη στά θρησκειολογικά ἐργαστήρια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἤδη ἀπό τό 1971 τό Π.Σ.Ε. εἶχε συστήσει Ἐπιτροπή Διαλόγου μετά τῶν λαῶν Ζωσῶν Πίστεων καί Ἰδεολογιῶν, ἐνῷ ἡ Β´ Βατικανή ψευδοσύνοδος μέ τήν δήλωση Nostra Aetate δήλωνε «ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀτενίζει μέ ἐκτίμηση τούς μουσουλμάνους, πού λατρεύουν τόν μόνο ζωντανό καί ἀληθινό Θεό». Συνεχεῖς διάλογοι, ἀλλεπάλληλες συσκέψεις, διασκέψεις, συμπόσια, συνελεύσεις, ἐπιτροπές καλλιεργοῦν αὐτό τό κλῖμα καί ὁμιλοῦν περί τῶν τριῶν «ἀβρααμικῶν πίστεων», δηλ. τοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ.
.           Ὅλες αὐτές οἱ διαθρησκειακές ζυμώσεις μόλυναν πολλούς θεολόγους καί κληρικούς πού μέ ἀνεπίτρεπτη εὐκολία διακηρύττουν ἕνα Θεό κοινό γιά τίς τρεῖς θρησκεῖες. Ἔτσι διαβάζουμε: «Ὅλα αὐτά τά τρία θρησκεύματα, χωρίς νά θέλω νά τό πάω ἀλλοῦ, ἔχουν κοινό Θεό, τόν Θεό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Θεό τῶν Πατέρων μας! Αὐτό εἶναι πού μᾶς ἑνώνει…».

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΤΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ (Πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως)
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
(Ἑβρ. ια ́ 9-10, 32-40)

Ἀδελφοί, πίστει παρῴκησεν Ἀβραὰμ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς. ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΤΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

1. Τὴν Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα παρουσιάζονται μεγάλες μορφὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πατριάρχες, κριτές, βασιλεῖς, προφῆτες, προπάτορες. Ὅλοι αὐτοὶ ζοῦσαν μέρα καὶ νύχτα μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Μεσσία· ποθοῦσαν μὲ λαχτάρα νὰ Τὸν δοῦν, μὰ δὲν ἀξιώθηκαν νὰ ζήσουν στὰ χρόνια του. Ἀρχικὰ ἐγ-κωμιάζεται ἡ πίστη τοῦ Ἀβραάμ. Χάρη στὴν πίστη του ὁ Ἀβραάμ, μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἔμεινε ὡς ξένος στὴν γῆ ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, καὶ τὴν θεωροῦσε ξένη χώρα. Καὶ ζοῦσε μέσα σὲ σκηνὲς μαζὶ μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ ἦταν συγκληρονόμοι τῆς ἴδιας ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Ζοῦσε ὡς ξένος καὶ μετανάστης στὴν «γῆ τῆς ἐπαγγελίας», διότι περίμενε μὲ πόθο νὰ κατοικήσει στὴν ἐπουράνια πόλη, ἡ ὁποία ἔχει τὰ ἀληθινὰ καὶ ἀδιάσειστα θεμέλια καὶ τεχνίτη καὶ κτίστη τὸν ἴδιο τὸν Θεό.Τί μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἐμεῖς ἄραγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ τοῦ Ἀβραάμ; Ἐνῶ ἦταν τόσο πλούσιος – εἶχε πολλοὺς ὑπηρέτες καὶ ζῶα – δὲν ἀπέκτησε οὔτε ἕνα μέτρο γῆς. Ἡ μοναδικὴ ἀκίνητη περιουσία ποὺ ἀπέκτησε ἦταν ὁ τάφος ὁ δικός του καὶ τῆς γυναίκας του. Τίποτε ἄλλο. Δὲν ἤθελε νὰ ἐπιστρέψει στὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία ξεκίνησε, οὔτε τὸν συγκινοῦσε ἡ γῆ αὐτή. Ζοῦσε μέσα σὲ σκηνές, γιὰ νὰ θυμᾶται πὼς εἶναι προσωρινὸς ἔνοικος στὴ γῆ αὐτή. Γιὰ νὰ ἔχει στραμμένο διαρκῶς τὸν νοῦ του στὴν οὐράνια πατρίδα μας. Διότι εἶχε ἄλλα ὁράματα, τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἦταν τὸ ὅραμά του, αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι καὶ τὸ ὅραμα κάθε πιστοῦ. Διότι δὲν εἴμαστε μόνιμοι σ᾽ αὐτὴ τὴ γῆ. Κάποτε θὰ τὴν ἐγκαταλείψουμε ἀναγκαστικὰ γιὰ πάντα. Θὰ ἀφήσουμε πίσω μας ὅλα αὐτά, στὰ ὁποῖα κόλλησε ἡ καρδιά μας. Μὴν ξεχνιόμαστε λοιπόν. Ἡ ζωή μας δὲν εἶναι στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα, ἀλλὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν αἰωνιότητα. Μὴ μᾶς ἀπορροφοῦν οἱ ἡδονὲς καὶ οἱ μέριμνες τῆς ζωῆς, τὰ οἰκονομικὰ ἢ ἄλλα προβλήματα, καὶ ξεχνᾶμε τὸν προορισμό μας. Δὲν ἀνήκουμε στὴν γῆ. Δὲν πλασθήκαμε γιὰ λίγα χρόνια ζωῆς. Ἡ ζωή μας δὲν σταματᾶ στὸν τάφο. Ἔχουμε μέσα μας ψυχὴ ἀθάνατη. Στὰ οὐράνια ἂς ἔχουμε τὶς καρδιές μας. Διότι γιὰ νὰ γίνουμε κάτοικοι τοῦ οὐρανοῦ, θὰ πρέπει νὰ τὸν ποθήσουμε ἀπὸ τώρα καὶ νὰ τὸν προγευόμαστε. Νὰ ἀνεβαίνουμε καθημερινὰ τὴν θεία κλίμακα, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τῆς ὁποίας τὸ τελευταῖο σκαλὶ εἶναι ἀθέατο στὰ ἀνθρώπινα μάτια. Αὐτὴ ἡ πορεία θὰ μᾶς ξεκουράζει, θὰ μᾶς πλημμυρίζει μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν μᾶς γοητεύσει ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ ἀσύλληπτος θησαυρός μας, ὁ Χριστός, θὰ χάσει πλέον τὴν γοητεία του ὁ κόσμος. Τότε θὰ περιφρονοῦμε τὰ μάταια, θὰ ποθοῦμε τὰ αἰώνια.

2.Ἐν συνεχείᾳ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπαριθμεῖ μιὰ σειρὰ ἡρώων τῆς πίστεως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προπάτορες τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλους δικαίους, κριτὲς καὶ προφῆτες. Λέει ὅτι δὲν θὰ τοῦ ἔφθανε ὁ χρόνος νὰ διηγεῖται γιὰ τὸν Γεδεὼν καὶ τὸν Βαρὰκ καὶ τὸν Σαμψὼν καὶ τὸν Ἰεφθάε καὶ γιὰ τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφῆτες. Ὅλοι αὐτοί, λέει, οἱ ἅγιοι ἄνδρες ἔδειξαν μεγάλη γενναιότητα καὶ πέτυχαν τὴν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός. Ἔφραξαν τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, ἔσβησαν τὴν καταστρεπτικὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τὸν κίνδυνο τῆς σφαγῆς, ἐνδυναμώθηκαν καὶ θεραπεύτηκαν ἀπὸ ἀρρώστιες· ἀναδείχθηκαν ἀνίκητοι στὸν πόλεμο, ἔτρεψαν σὲ φυγὴ τὶς ἐχθρικὲς παρατάξεις. Μὲ τὴ δύναμη τῆς πίστεως γυναῖκες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ξαναπῆραν πίσω ζωντανὰ τὰ νεκρὰ παιδιά τους ποὺ ἀναστήθηκαν. Ἄλλοι βασανίστηκαν σκληρὰ μέχρι θανάτου, ἐπειδὴ δὲν δέχθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους· κι ἄλλοι δοκίμασαν σκληροὺς πειρασμούς, ἐμπαιγμούς, μαστιγώσεις, φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, σφαγιάστηκαν. Κι ἄλλοι περιφέρονταν σὰν μετανάστες ἐδῶ κι ἐκεῖ, στὶς ἐρημιές, στὰ βουνὰ καὶ σὲ σπηλιὲς τῆς γῆς. Ἔζησαν μέσα σὲ στερήσεις, ὑπέφεραν θλίψεις καὶ κακοπάθειες. Κι ὅλοι αὐτοὶ ἔχουν ἀνεκτίμητη ἀξία. Ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν ἀξίζει ὅσο οἱ ἅγιοι αὐτοὶ ἄνθρωποι. Παρ ̓ ὅλα αὐτὰ ὅμως «οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν», δὲν ἀπόλαυσαν τὴν ὑπόσχεση ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός. Διότι ὁ Θεὸς προέβλεψε γιὰ μᾶς κάτι καλύτερο, ὥστε αὐτοὶ νὰ μὴ λάβουν σὲ βαθμὸ τέλειο τὴ σωτηρία τους χωρὶς ἐμᾶς· ἀλλὰ νὰ τὴν λάβουμε ὅλοι μαζί. Ὅλοι αὐτοὶ λοιπὸν οἱ πιστοὶ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ζοῦσαν μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Μεσσία. Ἐκεῖ ἦταν ἡ καρδιά τους. Περίμεναν τὸν ἐρχομό του, περίμεναν τὴ λύτρωσή του, τὴν παρουσία του. Περίμεναν τὴ Γέννησή του. Καὶ ἑτοίμαζαν τὶς ψυχές τους, γιὰ νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν, νὰ Τὸν δοῦν, νὰ γεμίσει ἡ ψυχή τους μὲ ἀγαλλίαση. Ἀλήθεια, ἐμεῖς ἔχουμε αὐτὴν τὴν προσμονὴ τῶν πιστῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Καθὼς πλησιάζουν Χριστούγεννα, ἂς μαθητεύσουμε στὸν πόθο καὶ τὴ λαχτάρα τους, ἂς προσπαθήσουμε νὰ κατανοήσουμε τὴν προσμονή τους κι ἂς λαχταρήσουμε μὲ τὴ δική τους ἀγάπη τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία. Γιὰ νὰ γίνουν τὰ Χριστούγεννα σταθμὸς στὴ ζωή μας, σταθμὸς μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς, χάριτος καὶ ἀγῶνος. Γιὰ νὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστὸς καὶ στὶς δικές μας καρδιὲς καὶ νὰ μείνει μόνιμος ἔνοικος τῆς καρδιᾶς μας.

ΠΗΓΗ: περιοδ.«Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2013, 15.12.10

 

, , ,

Σχολιάστε