Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ψυχοσάββατο

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ [Εἰς κοιμηθέντας ἐν Χριστῷ ἀδελφούς] (Ἁγ. Ἀναστασίου Σιναΐτου)

1. ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΑΔΕΛΦΟΥΣ

2. ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ ΕΝ Χῼ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΛΟΓΟΣ (Ἁγ. Ἀναστασίου Σιναΐτου, τῷ Σαββάτῳ τῶν Ψυχῶν)

3. ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ ΕΝ Χῼ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΛΟΓΟΣ (Ἁγ. Ἀναστασίου Σιναΐτου, τῷ Σαββάτῳ τῶν Ψυχῶν γ´)

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ ΕΝ Χῼ ΑΔΕΛΦΟΥΣ

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΣΙΝΑ

Ες κοιμηθέντας ν Χριστ δελφος Λόγος τρίτος,
ναγινωσκόμενος τ Σαββάτ τν Ψυχν

(κ το λληνικο Τυπογραφείου, ν Βενετί 1865)

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/05/22/λόγος-εἰς-κοιμηθέντας-ἐν-χριστῷ-ἀδ-α/
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ:
https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/02/25/λόγος-εἰς-κοιμηθέντας-ἐν-χριστῷ-ἀδε/
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/02/26/εἰς-κοιμηθέντας-ἐν-χριστῷ-ἀδ-γ´/

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ

Ὀλίγα περὶ ἱερῶν Μνημοσύνων

τοῦ Πρωτ. π. Θωμᾶ Βαμβίνη

.             […]    Πρὶν ἀναφερθοῦμε στὶς τυπικὲς διατάξεις, πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ μεγαλύτερο ἴσως μέρος τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μνημοσύνου ἀφορᾶ τοὺς ζῶντες, καὶ ὄχι τοὺς κεκοιμημένους. Οἱ στίχοι γιὰ παράδειγμα ἀπὸ τὸν 118ο Ψαλμὸ (τὸν Ἄμωμον) ποὺ συνηθίζεται νὰ ψάλλονται στὴν θέση τοῦ κοινωνικοῦ, ὅταν τὸ μνημόσυνο δὲν τελεῖται τὴν Κυριακή, καθὼς καὶ τὰ πέντε ἀπὸ τὰ ἕξι νεκρώσιμα Εὐλογητάρια, ἀφοροῦν κυρίως τοὺς ζῶντες ποὺ προσῆλθαν νὰ προσευχηθοῦν γιὰ τὸν κεκοιμημένο. Γιὰ παράδειγμα οἱ ψαλμικοὶ στίχοι: «Ἐνύσταξεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἀκηδίας…», «Κλῖνον τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου καὶ μὴ εἰς πλεονεξίαν», «συνέτισον μὲ καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου» ἢ οἱ στίχοι τῶν Εὐλογηταρίων «τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον ἐγώ εἰμι ἀνακάλεσαί με, Σωτὴρ καὶ σῶσόν με» καὶ «οἰκτείρησον τὸ σὸν πλάσμα Δέσποτα καὶ καθάρισον σῇ εὐσπλαχνίᾳ», ἀφοροῦν τοὺς ζῶντες, εἰδάλλως θὰ ὑπονοοῦσαν μετὰ θάνατον ἐνέργειες παθῶν (ἀκηδίας, πλεονεξίας), καθὼς καὶ δυνατότητα μετάνοιας, ἡ ὁποία ὅμως «ἐν τῷ Ἅδῃ οὐκ ἔστι», σύμφωνα μὲ τὸ ψαλμικὸ «ἐν δὲ τῷ ἅδη τίς ἐξομολογήσεταί σοι».
.             Βέβαια, πολλοὶ θεωροῦν ὅτι αὐτὰ τὰ ψάλλουν οἱ ζῶντες ἐν ὀνόματι τῶν κεκοιμημένων, γι’ αὐτὸ μάλιστα ἀλλάζουν ἀκόμη καὶ στοὺς ψαλικοὺς στίχους τὰ γένη, ἀνάλογα μὲ τὸ ἂν εἶναι ἄνδρας ἢ γυναίκα ὁ κεκοιμημένος, ὅπως στὸ «Ἐπλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλὸς ζήτησον τὸν δοῦλον σου», τὸ ὁποῖο, ὅταν εἶναι γυναίκα, γίνεται ἀπὸ ὁρισμένους «ζήτησον τὴν δούλην σου». Ὅμως ἡ Ἐκκλησία στὶς νεκρώσιμες ἀκολουθίες της δὲν ἐνδιαφέρεται μόνον γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ζῶντες, τοὺς ὁποίους προσπαθεῖ μὲ τοὺς ψαλμοὺς καὶ τοὺς ὕμνους της νὰ τοὺς ὁδηγήση σὲ κατάνυξη, σὲ αὐτογνωσία καὶ μετάνοια, ὥστε ἡ προσευχή τους γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κεκοιμημένο, νὰ εἶναι σύμμεικτη μὲ πνευματικὸ πόνο, πόνο ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση τῆς διαβρωτικῆς δύναμης ποὺ ἔχει ἡ ἁμαρτία, ὥστε βγαίνοντας μέσα ἀπὸ τὴν αἴσθηση τοῦ δικοῦ τους πνευματικοῦ θανάτου, νὰ εἶναι προσευχὴ μὲ δύναμη παρακλητική, ποῦ βοηθᾶ τὴν ἀπελθοῦσα ψυχὴ στὴν πορεία της πρὸς τὸν Θεό.
.             Θεωρώντας πολλοὶ πως ὅ,τι λέγεται στὴν τελετὴ τοῦ Μνημοσύνου ἀφορᾶ μόνον τοὺς κεκοιμημένους δυσανασχετοῦν, ὅταν ἡ Ἐκκλησία «ἀπαγορεύη» τὴν τέλεσή τους. λλάζοντας μως κκλησία τ τελετουργικό της δν «παγορεύει» τν προσευχ γι τος κεκοιμημένους. Προβάλλει πλς ντονότερα τ πρόσωπο το Χριστο, διαίτερα τ Πάθος κα τν νάστασή Του, τ πρόσωπο κα τ γεγονότα, δηλαδή, πο μεταποιον τν πόνο τν πενθούντων σ προσμον μελλοντικς συναντήσεως μ τος πελθόντες δικούς τους στν σάλευτη κα διάδοχη Βασιλεία το Θεο.
.             Ἂς ἔλθουμε ὅμως στὶς τυπικὲς διατάξεις ποὺ ἀπογορεύουν τὴν τέλεση τῶν μνημοσύνων. «Μνημόσυνα δὲν τελοῦνται: (1) Ἀπὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου μέχρι τὴν Κυριακή του Θωμά. (2) Κατὰ τὶς Δεσποτικὲς καὶ Θεομητορικὲς Ἑορτές… (3) Τὴν ἡμέρα ποὺ πανηγυρίζει ὁ Ναός».
.             Στὰ παραπάνω πρέπει νὰ ἐπισημειώσουμε ὅτι στὰ παλαιὰ τυπικὰ ἀπαγορευόταν ρητῶς ἡ τέλεση μνημοσύνων κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἀφοῦ κάθε Κυριακὴ ἑορτάζουμε τὴν Ἀνάσταση. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ δημιουργήθηκαν κατὰ τὸν 18ο αἰώνα ταραχὲς στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ σχετίζονταν μὲ τὸ λεγόμενο «κολλυβαδικὸ κίνημα».
.             Διαρκὴς μαρτυρία γιὰ τὴν τέλεση τῶν μνημοσύνων κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καὶ ὄχι τῆς Κυριακῆς, ἀποτελεῖ τὸ συναξάριο τοῦ πρώτου ψυχοσαββάτου, τὸ ὁποῖο περιλαμβάνεται στὸ ἐν χρήσει βιβλίο τοῦ Τριωδίου, στὸ ὁποῖο γράφει: «Ἐν Σαββάτω δὲ ἀεὶ τὴν τῶν ψυχῶν μνείαν ποιούμεθα, ὅτι τὸ Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει Ἑβραϊστί». Αὐτὴν τὴν φράση τοῦ συναξαρίου σχολιάζει ὁ ἅγιος Νεκτάριος στὸ ἔργο του «Περὶ ἀθανασίας ψυχῆς καὶ Ἱερῶν Μνημοσύνων» λέγοντας, ὅτι γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ἡμέρα καταπαύσεως εἶναι ἡ Κυριακὴ καὶ ὄχι τὸ Σάββατο. Τὸ Σάββατο ὡς κατάπαυση «ἱστορικὴν ἁπλῶς παρ’ ἡμῖν ἔχει σημασίαν, οὐχὶ δὲ δογματικήν». Τὸ Σάββατο γιὰ ἐμᾶς εἶναι ἡ ἡμέρα ποὺ γνώρισε ὁ ἄνθρωπος τὸν θάνατο, γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅρισαν αὐτὴν τὴν ἡμέρα νὰ τελοῦνται τὰ Μνημόσυνα καὶ ὄχι κατὰ τὴν «καταπαύσιμον τῆς Κυριακῆς ἡμέραν». Ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει: τὸ Σάββατο «ἡ Ἑβδόμη ἡμέρα τῆς δημιουργίας εἶδε τὸν θάνατον τοῦ ἀνθρώπου, ἥτις ἐξακολουθεῖ, καὶ ἐν ᾗ πάντες ἀποθνήσκομεν», γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες «τὸ Σάββατον, ἤτοι τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου ἐθέσπισαν γίγνεσθαι τὰ Μνημόσυνα καὶ οὐχὶ τὴν Κυριακὴν τὴν τῆς Ἀναστάσεως ἡμέραν, ἥτις σύμβολον εἶναι τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν καὶ εἰκὼν τοῦ προσδοκωμένου αἰῶνος».
.             Σχετικὰ μὲ τὰ παραπάνω ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος στὸ ἔργο του: «Δήλωσις τῆς ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει ταραχῶν ἀληθείας», σημειώνει: «ἐξ ἀρχαίας Παραδόσεως, ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία παρέλαβε νὰ ψάλλῃ μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων, πᾶσαν ἄλλην ἡμέραν, πλὴν τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν καὶ κατ’ ἐξαίρετον πλὴν τῆς Κυριακῆς». Αὐτὴν τὴν πληροφορία παίρνει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ἀπὸ τὸ «τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας». Ἐπειδή, ὅμως, κάποιοι ἀμφισβητοῦσαν τὸ «τυπικό τοῦ Μαλαξοῦ» στὸ ὁποῖο ἀναφερόταν, ἐκεῖνος ἀντέτεινε ὅτι αὐτὸ δὲν ἦταν τοῦ Μαλαξοῦ, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μαλαξὸς ἁπλῶς τὸ ἐξέδωσε. Γιὰ νὰ πείση μάλιστα τοὺς ἀναγνῶστες του παραπέμπει στὸ τί βρῆκε «ἐν τυπικῷ ἀρχαιοτάτῳ τοῦ περιωνύμου ναοῦ τοῦ Πρωτάτου», τὸ ὁποῖο ὁρίζει τὸ πότε γίνεται τὸ «σαρανταλείτουργο» γιὰ μοναχὸ ποὺ κοιμήθηκε μέσα στὴν Μ. Ἑβδομάδα ἢ τὴν Διακαινήσιμο. Σ’ αὐτὸ ὁρίζεται ὅτι οἱ Λειτουργίες αὐτὲς ποὺ συνδέονται μὲ Μνημόσυνο μετὰ κολλύβων ἀρχίζουν «ἀπὸ τῆς Δευτέρας τοῦ Θωμᾶ μέχρι συμπληρώσεως τῆς τεσσαρακοστῆς (Λειτουργίας), ἐν μόναις ταῖς Κυριακαῖς καὶ λοιπαῖς ἐορτασίμοις ἡμέραις, ἤγουν τῇ Τετάρτῃ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς, τῇ Τετάρτῃ τῇ πρὸ τῆς Ἀναλήψεως, τῇ Πέμπτῃ τῆς Ἀναλήψεως, καὶ τῇ Δευτέρᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούτου μὴ γινομένου». Δηλαδή, δὲν ὑπολογίζονταν μέσα στὸ σαρανταλείτουργο γιὰ τὸν κεκοιμημένο οἱ Κυριακὲς καὶ οἱ Δεσποτικὲς ἑορτὲς ἀπὸ τῆς Δευτέρας τοῦ Θωμᾶ ἕως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.             Στὶς μέρες μας πλέον τελοῦνται Μνημόσυνα καὶ τὶς Κυριακές, μετὰ ἀπὸ ἀπάντηση σὲ σχετικὴ ἐρώτηση τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θεοδοσίου τοῦ Β´ (1722), ὁ ὁποῖος μετὰ ἀπὸ συνοδικὴ διαγνώμη εἶπε «ὅτι οἱ ποιοῦντες τὰ μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων ἐν Σαββάτω καλῶς ποιούσιν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐν Κυριακὴ ποιοῦντες οὒχ ἁμαρτάνουσιν…». Αὐτὴ ἡ θέση τοῦ Πατριαρχείου ἐπιβεβαιώθηκε καὶ ἐπαναδιατυπώθηκε, γιὰ νὰ λήξουν οἱ σχετικὲς διαμάχες, ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ε´, μὲ συνοδικὸ γράμμα, κατὰ τὸ 1819. Σήμερα μνημόσυνα δὲν τελοῦνται μόνον κατὰ τὶς Δεσποτικὲς ἑορτὲς καὶ ἀπὸ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου ἕως καὶ τὴν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ.
.             Βέβαια ἡ Ἐκκλησία δὲν παύει ποτὲ τὴν προσευχή της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἀφοῦ ἀκόμη καὶ στὴν Λειτουργία ποὺ τελεῖται τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως μνημονεύονται στὴν Προσκομιδὴ ζῶντες καὶ κεκοιμημένοι. Ἀλλάζει μόνον κάποιες μέρες τὸ τελετουργικό της, προκειμένου, ὅπως σημειώσαμε, νὰ προβάλη μόνον τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δίνει νόημα στὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατο, ἀφοῦ Αὐτὸς εἶναι ἡ ζωντανὴ ἐλπίδα γιὰ τὴν ὁριστικὴ κατάργηση τοῦ θανάτου.
.             Ὅσοι δυσανασχετοῦν γιατί δὲν μποροῦν νὰ τελέσουν τὰ «τριήμερα», τὰ «ἐννιάμερα» ἢ τὰ «σαράντα» τῶν προσφιλῶν τους νεκρῶν στὸν ἀκριβῆ χρόνο τους, ἀγνοοῦν ὅτι ἡ προσευχὴ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους δὲν ἔχει ἀπόλυτη ἀνάγκη τὴν τελετή, καθὼς καὶ ὅτι ἡ ἰσχυρότερη προσευχὴ γι’ αὐτοὺς εἶναι μυστικὴ μνημόνευσή τους στὴν Θ. Λειτουργία. Ἀκόμη αὐτὴ ἡ ἀντίληψή τους, ποὺ γεμίζει ὁρισμένους μὲ ἄγχος, δηλώνει ὅτι ἔχουν εἰδωλοποιήσει τὸν χρόνο, δηλαδὴ τὸν παρόντα αἰώνα τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ ΕΝ Χῼ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΛΟΓΟΣ (Ἁγ. Ἀναστασίου Σιναΐτου, τῷ Σαββάτῳ τῶν Ψυχῶν γ´)

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΣΙΝΑ

Ες κοιμηθέντας ν Χριστ δελφος Λόγος τρίτος,
ναγινωσκόμενος τ Σαββάτ τν Ψυχν

(κ το λληνικο Τυπογραφείου, ν Βενετί 1865)

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ:https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/05/22/λόγος-εἰς-κοιμηθέντας-ἐν-χριστῷ-ἀδ-α/
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/02/25/λόγος-εἰς-κοιμηθέντας-ἐν-χριστῷ-ἀδε/

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

.          Ἀλλὰ οὐδεὶς ταῦτα εἶδεν, ὅτι οὐδεὶς ἐκεῖθεν ἐστράφη, ἵνα μηνύσῃ περὶ τῶν ἐκεῖ, ποῦ εἰσιν˙ ἀλλὰ ἀπετείχισεν αὐτὰ ἀπὸ ἡμᾶς ὁ Θεός, καὶ ἀπέκρυψεν, ἕως καὶ ἡμεῖς ἀπέλθωμεν, καὶ ἀπολάβωμεν τῶν ἐκεῖ, ὁπόταν ἐκ νεκρῶν ἀναστῶσιν ἅπαντες, καὶ παρασταθῶμεν, καὶ ἐξομολογούμεθα, καὶ λογοθετούμεθα εἰς ἐκεῖνο τὸ μέγα καὶ ἀδιήγητον Κριτήριον. Ὅτε ὁ φοβερὸς Κριτὴς ἐξ οὐρανοῦ ἔλθῃ να κρίνῃ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ἀπὸ Ἀνατολῶν ἕως Δυσμῶν˙ ὅτε αἱ φωναὶ τῶν φοβερῶν ἐκείνων σαλπίγγων λαλήσωσιν˙ ὅτε ἡ Κτίσις πᾶσα φόβῳ καὶ τρόμῳ κλονείται καὶ ταράσσεται˙ ὅτε οἱ τάφοι ἀνοίγωνται, καὶ πᾶσα σάρκα ἀνίσταται γυμνὴ καὶ τετραχηλισμένη˙ ὅτε πᾶν στόμα φραγήσεται, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξετασθήσεται˙ ὅτε ὁ τοῦ πυρὸς ποταμὸς ῥεύσει ἔμπροσθεν τοῦ Κριτοῦ περὶ τοῦ ὁποίου λέγει ὁ Δανιήλ˙ «Ἐθεώρουν ἕως οὖ θρόνοι ἐτέθησαν, καὶ παλαιὸς ἡμερῶν ἐκάθισεν». Ὁ θρόνος αὐτοῦ φλὸξ πυρός˙ οἱ τροχοὶ αὐτοῦ πῦρ φλέγον˙ ποταμὸς πυρὸς ἔτρεχεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ˙ χίλιαι χιλιάδες ὑπηρετοῦσαν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες περέστεκον αὐτῷ. Κριτήριον ἐκάθησε, καὶ Βίβλοι ἠνεῴχθησαν.

.         Ἐκείνη ἐστὶν ἡ ἡμέρα καὶ ὥρα, περὶ ἧς λέγει ὁ Δαβίδ˙ «Ἵνα τί φοβοῦμαι ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ; ἡ ἀνομία τῶν πταισμάτων μου κυκλώσει». Ἐκείνην τὴν ἡμέραν κατηράσαντο ὁ Ἰώβ, λέγων˙ «Καταράσεται αὐτὴν ὁ καταρώμενος, τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ μέλλων παλαῖσαι τὸ μέγα θηρίον τὸν Διάβολον». Περὶ ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ ἕτερος Προφήτης λέγει˙ «Ἰδοὺ ἡμέρα ἔρχεται, λέγει Κύριος»˙ καὶ τὶς νὰ ὑπομείνῃ τὴν ἡμέραν ὁποῦ νὰ ἔλθῃ; Ὅταν ὁ Θεὸς φανερῶς ἔλθῃ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ οὐ παρασιωπήσεται, καὶ γύρωθεν αὐτοῦ καταιγίδα τρομακτική, προσκαλέσεται τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ τὴν γῆν, τοῦ διακρίαι τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ πᾶσαν σάρκα εἰς τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο Κριτηριον˙ ὅπου οὐ ἔστι μικρὸς ἢ μέγας, δοῦλος καὶ ἐλεύθερος˙ ὅπου οὐκ ἔστι Βασιλεύς, ἢ ὑποκείμενος˙ ἀλλὰ ἴσια κατάδικοι, ὅλοι δεδεμένοι, ὅλοι γυμνοί, ἀπερίσπαστοι, τρέμοντες, κλαίοντες, ταρασσόμενοι, ἀγωνιῶντες, μεριμνῶντες καθ’ ἕνας τί νὰ εἴπῃ, ἤ τί ἀπολογήσεται τῷ Κριτῇ περὶ τῶν κακῶν ὧν ἔπραξε. Ποῦ ἐκεῖ τῶν Βασιλέων ἡ φαντασία; ποῦ ἡ τῶν ἀφρόνων ὑπερηφανία; ποῦ ἡ τῆς νεότητος κακία; ποῦ ὁ στολισμὸς τῶν ἐνδυμάτων; ποῦ οἱ παραστεκάμενοι καὶ παρατρέχοντες δοῦλοι; ποῦ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; ποῦ τὰ χροσοχάλινα ἄλογα; ποῦ τὰ μυρίσματα, καὶ τὰ καπνίσματα τὰ ἀπολλύμενα; ποῦ τὰ νυκτὸς καὶ ἡμέρας γινόμενα συμπόσια; ποῦ οἱ μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων τὸν οἶνον πίνοντες, τοῦ δὲ Θεοῦ καὶ τῶν πενήτων καταφρονοῦντες; Οὐδὲν τούτων εἶναι ἐκεῖ, ἀλλὰ πικρὸν οὐαὶ˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ πλουτῆσαι, ἀλλὰ φρίξαι καὶ τρομάξαι˙ δεν εἶναι ἐκεῖ εὐημερία, ἀλλὰ μέγας σκοτασμός˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ χορεῦσαι, ἀλλὰ θρηνῆσαι˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ νεότητος φαντασία, ἀλλὰ ἐν τῷ ᾍδῃ ἐξορία˙ οὐκ ἔστιν ἐκεῖ παρακάλεσις ἐν ἐκείνῃ τῇ φοβερᾷ ὥρᾳ, ἀλλὰ δικαίᾳ ἀκριβῆς ἀνταπόδοσις. Ἐὰν ἐποίησας ὦδε˙ τοῖς πτωχοῖς συμπάθειαν, καλοὶ μάρτυρες εἰς τὸν Χριστὸν καὶ παρακαλεσταὶ διὰ σοῦ οἱ ἐλεηθέντες παρὰ σοῦ πένητες, οἱ ὀρφανοὶ καὶ χῆραι, οἱ ξένοι, καὶ τυφλοί, καὶ ἀδύνατοι, οἱ ἐν ἐρήμοις, καὶ ἐν φυλακαῖς, καὶ ἐν ἐξορίαι. Μεγάλοι σου βοηθοὶ οὗτοι τότε γενήσονται, ὑποδείχνοντες τῷ Χριστῷ ὅσα αὐτοῖς δέδωκας, ἅπερ αὐτοὺς ἐσκέπασας, καὶ ἔθρεψας, καὶ ἀνέπαυσας, ὡς Ἀδελφοὶ ὄντες τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἐὰν ἕνας Ἀδελφὸς ἐδυνήθη πολλάκις να παρακαλέσῃ Βασιλέα τὸν ἑαυτὸν Ἀδελφόν, πόσῳ μᾶλλον, ὅταν παρακαλῇ πλῆθος Ἀδελφῶν;

.          Ὅτι δὲ Ἀδελφοὺς ὀνομάζει ὁ Χριστὸς ἐκεῖ τοὺς πένητας ἐν τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως, ἄκουσον αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τότε παρισταμένους λέγοντος˙ «Εἰς ὅσον ἐποιήσατε τῶν Ἀδελφῶν μου τούτων». Ὑποδείκνυσιν αὐτοὺς μὲ τὸν δάκτυλον, τοὺς ἐκεῖ καθημένους πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ πένητας. Τίς ἆρα ἄξιος, καὶ μακάριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, ὅτε πάντες οἱ Ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι τρέμουσι, νὰ ὀνομασθῇ Ἀδελφὸς τοῦ Χριστοῦ; Πόσων θησαυρῶν, πόσων στεφάνων, πόσου πλούτου εἶναι ὑψηλοτέρα ἡ τοιαύτη φωνή; Τίνες ἆρα εἶναι ἐκεῖνοι, ἵνα μακαρίσωμεν αὐτούς; οἵ τινες ἐν τῇ φρικτῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ τῆς Κρίσεως ἔρχονται θαῤῥετῶς μὲ παῤῥησίαν ἄφοβον, καὶ ὡς Πατέρα γνήσιον τὸν Χριστὸν γινώσκοντες, καὶ ἀκριβῶς γνωρίζοντες, ὅτι ὡς υἱοὺς καὶ φίλους οὕτως ὑποδέξεται αὐτούς, ὡς καθαρῶς δουλεύσαντας αὐτῷ, καὶ φιλάξαντας αὐτοῦ τὰς ἐντολάς; Τὶς ἆρα ἐκεῖνος ὁ τρισμακάριος, τὸν ὁποῖον βλέψας ὁ Χριστὸς καθήμενος ἐπὶ θρόνου εἰσερχόμενον πρὸς αὐτὸν ὑποδέξεται, καὶ ὑπαντήσει αὐτὸν ἱλαρῷ τῷ προσώπῳ, καὶ περιχαρεῖ τῷ βλέμματι, καὶ εὐμενεῖ παῤῥησίᾳ, καὶ ὡς ἀπὸ ξένων ἀπὸ χρόνου ἐρχόμενον υἱὸν καὶ φίλον καταφιλήσῃ, καὶ τοιαῦτα πρὸς αὐτὸν εἴπῃ; Φίλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, καλῶς ᾖλθες, ὁ τροφεύς μου, ὁ ξενοδόχος μου, ὁ σκεπαστής μου, εὐχαριστῶ τῆς προαιρέσεώς σου, καὶ δὲν ἀλησμονῶ τῆς ἀγάπης σου˙ ἐνθυμᾶσαι τὰ ὅσα ἀγαθά μοι ἐποίησας; γινώσκεις πῶς μὲ ἀνέπαυσας εἰς τὸν οἶκόν σου; Εἶτα κρατήσας αὐτὸν ὁ Χριστὸς ἐκ τῆς χειρός, κατέμπροσθεν ὅλης τῆς μεγάλης ἐκείνης Πανηγύρεως, ἐνώπιον Ἀγγέλων, καὶ Ἀρχαγέλλων, καὶ πάσης ἀρχῆς, καὶ ἐξουσίας, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Ὁσίων, καὶ Δικαίων, καὶ στήσας αὐτὸν εἰς τὸ μέσον, θέλει τὸν ἀνακηρύξῃ, λέγοντας εἰς ὅλους διὰ αὐτὸν δακτυλοειδῶς˙ Οὗτος ὁ ἄνθρωπος, πεινῶντά με εἶδε ποτέ, καὶ ἔθρεψε˙ διψῶντα, καὶ ἐπότισε˙ ῥιγοῦντα, καὶ ἐσκέπασε˙ ξένον, καὶ ὑπεδέξατο˙ ἀσθενοῦντα μὲ ἰδέ, καὶ βαστάσας, ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ εἰσήγαγέ με˙ τοὺς πόδας μου ἔνιψε, τὰς χεῖρας μου ἔπλυνε, καὶ ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ ὁλοψύχως ἀνέπαυσέ με˙ ἐν ἀνάγκῃ μὲ ἴδε, καὶ ἐλύτρωσε, ἐν φυλακῇ μὲ εὗρε, καὶ ἠγόρασε˙ διὸ καὶ ἐγὼ λέγω αὐτῷ˙ Καλὲ δοῦλε, ἀγαθέ, καὶ πιστέ, ἐπειδὴ εἰς ὀλίγα ἔγεινες πιστός, εἰς πολλὰ νὰ σὲ καταστήσω, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου˙ ἀπόλαυσον τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου μου, εἴσελθε εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον˙ καὶ οὐ μόνον δὲ ταῦτα εἴπῃ ὁ Χριστὸς τοῖς εὐαρεστήσασιν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ ἀνακλινεῖ αὐτούς, καὶ παρελθὼν ὑπηρετήσει αὐτούς.

.           Ἵνα οὖν καὶ ἡμεῖς τοιαύτης τιμῆς καὶ φωνῆς, καὶ δόξης ἀπολαύσωμεν, ἂς προλάβωμεν, ἵνα μὴ ἔξω μείνωμεν˙ ἂς σπουδάσωμεν, Ἀγαπητοί, ἵνα καταλάβωμεν˙ ἂς ἀφήσωμεν τὰς ματαίας ὀκνηρίας ἐκείνας˙ ἂς ἀποῤῥίψωμεν τὰς ψευδεῖς ἐλπίδας. Μὴ πλανηθῶμεν πλέον, καὶ ἐμπαίξῃ ἡμᾶς ὁ πονηρός˙ μὴ ῥίψῃ ἡμᾶς εἰς τὴν σήμερον, καὶ αὔριον ὁ δόλιος λογισμός˙ διότι πολλοὶ πολλὰ βουλευσάμενοι, εἰς τὴν αὔριον οὐκ ἔφθασαν, ἀλλὰ ἔξαφνα ἡρπάγησαν ὥσπερ τὸ πουλίον ἀπὸ τὸ γεράκιον, καὶ ὡς τὸ ἀρνίον ἀπὸ τὸν λύκον, καὶ ὡς ὁ αἰχμάλωτος ὑπὸ τοῦ λῃστοῦ, μήτε λαλῆσαι ὅμως δυνάμενοι, μήτε διαθήκην τινὰ ποιῆσαι. Οἱ μὲν κοιμηθέντες ἀφ’ ἑσπέρας ὑγιεῖς, οὐκ ἔφθασαν τὸ πρωΐ˙ οἱ δὲ ἐπὶ τραπέζης καθήμενοι, ἐν αὐτῇ ἐξεψύχησαν. Ἄλλοι δὲ ἐν ὁδῷ περιπατοῦντες, εὐθέως ἀπέθανον˙ ἕτεροι εἰς λουτρὸν εὑρισκόμενοι τὸ αὐτὸ λουτρὸν ἔσχον ἐντάφιον˙ ἄλλοι δὲ εἰς τὸ νυμφοστόλιον ὄντες, ἔξαφνα ἡρπάγησαν, καὶ τὰ αὐτὰ ἐνδύματα εἶχαν ἐπιγάμια καὶ ἐντάφια˙ καὶ διεδέχθησαν τοὺς παιγνιώτας οἱ θρηνοῦντες, καὶ τοὺς χορευτὰς οἱ πενθοῦντες. Καὶ ταῦτα πάντα οἴδαμεν, καὶ γινώσκομεν˙ τὸ δὲ δεινότερον τοῦτό ἐστιν, ὅτι θεληματικῶς μας, καὶ ἐν γνώσει ἁμαρτάνομεν, καὶ πλανώμεθα˙ διὰ τὸ ὁποῖον οὐδὲ μίαν ἀγάπην, καὶ συγχώρησιν παρὰ Θεοῦ ἔχομεν, ὅτι οὐχὶ ἐν ἀγνωσίᾳ, ἀλλὰ ἐν γνώσει πλανώμεθα, ἀκούοντες τῶν Θείων Γραφῶν ἐπαινούντων τὰ γινόμενα, καὶ οὐ ποιοῦμεν αὐτά. Λοιπόν, παρακαλῶ, μὴ μόνον ἀκροαταὶ τῆς διδαχῆς γενώμεθα, ἀλλὰ  καὶ ποιηταί. Εἴτις οὖν μετὰ τὴν ἀκρόασιν τῶν λεγομένων, συνήθειαν πονηρὰν πορνείας ἔχων, τὴν ἀπέῤῥιψεν, οὗτος ὄντως καλὸς ἀκροατής. Εἴ τις κατανυγεὶς εἰς τοὺς λόγους τούτους, καὶ ἐλεήμων, καὶ εὐμετάδοτος γένηται, οὗτος καλὸς ἀκροατής˙ ἂς κάμωμεν καὶ ἡμεῖς οὕτως, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα ἡμῶν γένηται ἡ ἀνάγνωσις αὕτη, ὅτι ἀκούομεν καὶ δὲν ποιοῦμεν. Ἐὰν γὰρ ὁ θάνατος τοῦ Ἀδελφοῦ σου δὲν σὲ σωφρονίσῃ, οὐδεὶς δύναται να σὲ σωφρονίσῃ˙ ἐὰν μὴ νεκρὸν βλέπων μετανοήσῃς, πότε λοιπὸν ἐπιστρέψεις; καὶ ἐὰν μὴ ἐπὶ τοῖς νῦν λεγομένοις κατανυγῇς, οὐδέποτε τῆς ἁμαρτίας ἀποχωρισθῇς. Ταύτην, Ἀγαπητοί, τὴν τῶν θείων λογίων τράπεζαν οἱ προαπελθόντες πρὸς Χριστὸν Ἀδελφοὶ ἡμῶν παρέθηκαν. Ταῦτα τὰ ζωοποιὰ φαγητὰ ἡμῖν ἡτοίμασαν. Τοῦτον ἡμῖν τὸν οἶνον ἐκέρασαν. Ταύτην ἡμῖν τὴν ἐφροσύνην, καὶ τὴν σωτηρίαν ἐχαρίσαντο, ὅπως, ταῦτα μελετῶντες ἐν νυκτί, καὶ ἡμέρᾳ, καὶ ὥρᾳ, ἐν Ἐκκλησίαις, καὶ ἐν ἀγοραῖς, ἐν οἴκοις, καὶ ἐπὶ τραπέζης, ἐν κλίναις, ἐν λουτροῖς, καὶ ἐν φυλακαῖς, ἐν συμποσίοις, καὶ ἐν συνεδρίοις, δυνηθῶμεν τῆς πονηρᾶς ἀμελείας ἀποχωρισθῆναι, καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἐπιστρέψαι πρὸς μετάνοιαν, καὶ κἂν ἀπὸ τοῦ νῦν ἀποχωρισθῆναι τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, καὶ τῷ Δεσπότῃ παρακαλέσαι, ἵνα τῆς τῶν οὐρανῶν Βασιλείας τύχωμεν, χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ˙ ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Στοιχειοθεσία : «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , ,

Σχολιάστε

ΕΙΣ ΚΟΙΜΗΘΕΝΤΑΣ ΕΝ Χῼ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΛΟΓΟΣ (Ἁγ. Ἀναστασίου Σιναΐτου, τῷ Σαββάτῳ τῶν Ψυχῶν)

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΣΙΝΑ

Ες κοιμηθέντας ν Χριστ δελφος Λόγος τρίτος, ναγινωσκόμενος τ Σαββάτ τν Ψυχν

(κ το λληνικο Τυπογραφείου, ν Βενετί 1865)

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ:https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/05/22/λόγος-εἰς-κοιμηθέντας-ἐν-χριστῷ-ἀδ-α/

Δεύτερο Μέρος

.          Εὐλογητὸς ὁ μόνος ἀθάνατος καὶ αἰώνιος Βασιλεύς. Τί ἐστι πρὸς ταῦτα τὰ Βασίλεια, ἐπίγειος Βασιλεία; τί ἐστιν ἐξουσία τῶν ἀνθρώπων ἡ ματαία καὶ ἀπάνθρωπος; ἰδοὺ ἀληθῶς Στρατιαὶ αἱ Οὐράνιαι˙ ἰδοὺ μορφαὶ φοβεραὶ τοῦ μόνου φοβεροῦ˙ ἰδοὺ ὑπηρέται δυνατοὶ τοῦ μόνου δυνατοῦ Θεοῦ. Καὶ ταῦτα ὁ τότε φερόμενος βλέπων μόνον, πρὸς ἡμᾶς πλέον δὲν κυττάζει, ἀλλὰ πρὸς τὰς δυνάμεις, ὁποῦ τὸν κράζουσι βλέπει, καὶ ἐξίσταται˙ ἴσως δὲ καί τινας δεήσεις ὑποψιθυρίζων, καθὼς ἡ γλῶσσα δύναται, παρακαλεῖ αὐτούς˙ ἀπὸ τῶν ὁποίων λογίων καὶ σχημάτων πολλάκις οἱ παραστεκόμενοι νοοῦμεν, ὅτι τὰς δεσποτικὰς Δυνάμεις ὁρᾷ, καὶ ὅλοι σύντρομοι γενέμενοι φρίττομεν, καὶ πρὸς ἀλλήλους διανεύοντες, λέγομεν˙ ἡσυχάσατε δή, ἡσυχάσατε, καὶ τὸν κατακείμενον μὴ συγχύσετε˙ εἰρηνεύσατε καὶ σκοπήσατε, καὶ τὸν κατακείμενον μὴν ἐνοχλήσετε˙ σιωπήσατε καὶ μὴ λαλεῖτε, ἵνα μὴ αὐτὸν θορυβήσετε˙ μὴ θρηνήσετε, ἵνα μὴ αὐτὸν ταράξετε. Προσεύξασθε, ἵνα μετὰ εἰρήνης ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐξέλθῃ˙ δεήθητε, ἵνα τόπον ἀνέσεως λάβῃ˙ προσεύξασθε, ἵνα φιλανθρώπους Ἀγγέλους ἔχῃ˙ προσπέσατε, ἵνα ἐν ἡμερότητι τὸν Δεσπότην εὕρῃ˙ εὐωδίαν θυμιάσατε, ὅτι τὴν Ἀγγελικὴν παρουσίαν εἶδε˙ παρακαλέσατε, ὅτι εἰς μεγάλον κόπον τώρα παραστέκεται˙ σκοπήσατε, ὅτι καὶ ἐσεῖς τοῦτο παθεῖν ἔχετε˙ ἐμβλέψατε καὶ τοῦ Μυστηρίου τούτου μὴ ἀστοχήσετε, καὶ τῆς ὥρας ταύτης φροντίσατε. Τί γάρ ἐστιν ἄνθρωπος; Οὐδέν˙ σκώληξ, τέφρα, σκιά, καὶ ὄνειρον. Ἰδέ, διέβη, καὶ ἀπῆλθεν, ἔπαυσε καὶ κατεσίγησεν ἐκεῖνος ὁ πολύς, ὁ ἀνδρειωμένος, ὁ Τύραννος, ὁ Δυνάστης, ὁ ὑψηλός, ὁ εἰς πάντας φοβερὸς κεῖται ὡς πρόβατον. Ἰδέ, ἀπῆλθε, καὶ παρῆλθεν, ὁ φανείς, ὡς μὴ φανείς˙ ὁ γεννηθείς, ὡς μὴ γεννηθείς˙ ὁ πολὺς ὑπὲρ πολλούς, ἔγεινεν ὡς οὐδεὶς ὁ δένων, ἐδέθη, καὶ ἰδοὺ τὸν ὑπάγουσιν˙ «Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ».
.            Τότε παραλαβόντες οἱ Ἄγγελοι τὴν ψυχήν, διὰ τοῦ ἀέρος ἀπέρχονται, ἐν ᾧ ἵστανται Ἀρχαὶ καὶ Ἐξουσίαι, καὶ οἱ Κοσμοκράτορες τῶν ἐναντίων δυνάμεων˙ οἱ πικροὶ ἡμῶν κατήγοροι, οἱ σκληροὶ τελῶναι καὶ λογοθέται, καὶ φορολόγοι ἐν τῷ ἀέρι συναπαντῶντες, λογοθετοῦντες, καὶ ἐξετάζοντες˙ προσφέροντες τὰ τοῦ ἀνθρώπου ἁμαρτήματα καὶ χειρόγραφα, τὰ ἐν νεότητι καὶ ἐν τῷ γήρει, τὰ ἑκούσια, καὶ ἀκούσια, τὰ δι’ ἔργων καὶ λόγων καὶ ἐνθυμήσεων. Πολὺς ὁ φόβος ἐκεῖ καὶ ὁ τρόμος τῆς ἀθλίας ψυχῆς˙ ἀδιήγητος ἡ ἀνάγκη, ἣν ἔχει τότε ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν μυριάδων ἐχθρῶν αὐτῆς, κρατουμένη, συκοφαντουμένη, ἐμποδιζομένη, ἵνα μὴ πρὸς οὐρανοὺς ἀνέλθῃ, ἵνα μὴ ἐν φωτὶ καὶ ἐν χώρᾳ ζώντων κατοικήσῃ. Καὶ ἡ μὲν  ψυχὴ ἀποφέρεται ὑπὸ τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, ἡμεῖς δὲ τὸ θνητὸν σῶμα κηδεύσαντες, καὶ ὡς ξένον ἐκ τοῦ οἴκου αὐτοῦ εὐγάνοντες, πρὸς τὸν τάφον σπουδαίως τὸ φέρνομεν τότε. Καὶ ἐκεῖ βλέπομεν ἄλλο μέγα καὶ φοβερώτατον Μυστήριον, κατανοοῦντες τοὺς νεκρούς, τοὺς Βασιλεῖς καὶ ἰδιώτας, τοὺς Τυράννους καὶ δούλους ὅλους ὡς χῶμα γενομένους, ὡς κονιορτὸς καὶ δυσωδία, ὡς μία σαπρία καὶ σκώληξ˙ ὡς ὁ μαῦρος Ἀράπης, οὕτω καὶ ὁ εὔμορφος˙ ὡς ὁ νέος, οὕτω καὶ ὁ γέρων˙ ὡς ὁ παράλυτος, οὕτω καὶ ὁ δυνατός˙ καὶ ὅλοι ἕνας κονιορτὸς γενόμενοι, ὅτι γῆ εἶναι, καὶ εἰς γῆν ὑπάγουν˙ οὓς πολλάκις, βλέπομεν κατακειμένους εἰς τοὺς τάφους, καὶ ὑποδείχνομεν ἀλλήλοις με τὸν δάκτυλον, λεγοντες˙ ἰδὲ ὁ δεῖνας, καὶ ὁ δεῖνας. Οὗτος εἶναι ὁ δεῖνας Βασιλεύς, καὶ οὗτος ὁ δεῖνας Τύραννος, καὶ οὗτος ὁ δεῖνας Στρατηγός. Οὗτος ὁ τοῦ δεῖνος ἔγκονος, καὶ αὕτη τοῦ δεῖνος ἡ θυγάτηρ˙ αὕτη ποτὲ στολισμένος νεώτερος. Ταῦτα πολλάκις μετὰ στεναγμοῦ λέγομεν εἰς τοὺς τάφους, καὶ δακρύομεν, καὶ βλέπομεν τὸ μέγα Μυστήριον, ὅτι πᾶσα ἡλικία ἐκεῖ κατελύθη˙ πᾶς ὀφθαλμὸς ἐκεῖ ἐσβέσθη, πᾶν καλόφωνον στόμα ἐκεῖ ἐφράγη˙ πᾶσα γλῶσσα γοργή, ἐκεῖ ἐσίγησε˙ πᾶσα εὔμορφη ἡλικία, ἐκεῖ συνετρίβη˙ πᾶσα ἀρχὴ τῶν Ἀρχόντων, ἐκεῖ ἔπαυσεν˙ ἐκεῖ κατέπαυσε πᾶς ὁ μάταιος κόπος καὶ μόχθος τῶν ἀνθρώπων. Λαλοῦμεν, καὶ οὐδεὶς ὁ προσέχων˙ ἐξ ὀνόματος κράζομεν τοὺς κεκοιμημένους λέγοντες˙ ποῦ ἀπήλθετε, Ἀδελφοὶ ἡμῶν, καὶ πῶς εὑρίσκεσθε; δότε ἡμῖν φωνήν, καθὼς ἐλαλεῖτε ποτέ, ἐσεῖς οἱ ἐξ ἡμῶν τὸν κόσμον ἀφήσαντες˙ ἐκάθισεν ἡ ψυχὴ εἰς τὸν τόπον, καθὼς τῆς ἔπρεπε κατὰ τὴν τάξιν καὶ ἀξίαν αὐτῆς; αὕτη δὲ ἡ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν ἐν τῷ τάφῳ κειμένη κόνις, αὕτη ἡ δυσωδία καὶ τὰ κόκκαλα καὶ τὰ σώματα εἶναι ἐκείνων τῶν νέων καὶ νεανίδων, ὁποῦ ἠγαπᾶτε ποτέ; αὕτη ἐστὶν ἡ σὰρξ ὁποῦ ἀγκαλιάζετε, καὶ ἀκολάστως ἐφιλεῖτε; οὗτος ὁ βρῶμος, ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον ἐστίν, ὅπερ νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἀχορτάστως κατεφιλεῖτε; αὕτη ἡ ὕλη ἡ ῥυπαρὰ ἡ σάρκα ἐκείνη ἐστίν, ὁποῦ ἀγκαλιάζεσθε, καὶ ἁμαρτάνετε; Διὸ βλέπετε ἀκριβῶς, καὶ πιστεύσατε οἱ ἐν σαρκὶ ὄντες καὶ ἐν βίῳ τῷ ματαίῳ˙ γνωρίσατε, ὅταν εἰς ταῖς κλίναις σας ἀφίνετε ταῖς συμβίαις σας, καὶ μὲ ταῖς πόρναις συμπλέκεσθε˙ ὅταν εἰς τὸν βόρβορον ἐγκυλίεσθε, γνωρίσατε, ὅτι ὅλα τὰ μέλη ὁποῦ ἐκατασπάζεσθε, δυσωδίαν καὶ κοπρίαν ἐφιλεῖτε˙ μάθετε, ὅτι ὁπόταν τὴν ἐπιθυμίαν εἰς αὐτὰ ἐξανάπτετε, σκώληκα καὶ σαπρίαν ἐπιθυμεῖτε. Μὴ πλανᾶσθε, ὦ νέοι καὶ νεάνιδες ἄγνωστοι, εἰς τὸ μάταιον κάλλος τῆς νεότητος˙ ὅτι καὶ ἡμεῖς καθὼς αὐτοὺς τοὺς σαπημένους νεκρούς, ὁποῦ βλέπετε ἐν τῷ κόσμῳ, ποτὲ ἐφαντάσθημεν, καὶ ἐστολίσθημεν, καὶ ἐμερίσθημεν, καὶ ἠγαπήσαμεν, καὶ ἀπολαύσαμεν, καὶ ἐχαρήκαμεν, καὶ τώρα, ὡς βλέπετε, εἰς πηλὸν καὶ δυσωδίαν ὅλα κατήντησαν. Λοιπὸν μὴ πλανηθῆτε, ἀλλὰ παρ’ ἡμῶν τῶν προλαβόντων, καὶ ἐν τῷ τάφῳ κειμένων, διδάχθητε, καὶ σωφρονισθῆτε, καὶ πιστεύσατε, ὅτι εἶναι ἐν τῷ ᾍδῃ κρίσις, καὶ κόλασις ἀτελεύτητος˙ εἶναι σκότος ἀφώτιστον, καὶ γέεννα, καὶ σκώληξ ἀκοίμητος, εἶναι κλαυθμὸς ἀσίγητος, καὶ βρυγμὸς ὀδόντων ἀκατάπαυστος˙ εἶναι θλίψις ἀνιάτρευτος καὶ κρίσις ἀπροσωπόληπτος, καὶ εἶναι ὑπηρέται ἀσυγχώρητοι, καὶ πένθος πικρὸν καὶ αἰώνιον. Ταῦτα εἰ καὶ μὴ διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων πρὸς ἡμᾶς, Ἀδελφοί, οἱ ἐκεῖ προλαβόντες διδάσκουσιν ὥσπερ ἡμεῖς ἐνθυμούμενοι, ἐδιψῶμεν ὡς ὕδωρ πικρόν τι μαθεῖν, ἢ ἀκοῦσαι, ἢ γνῶναι, τὸ ποῦ ἆρα εἰσὶν αἱ τούτων ψυχαί, ἢ ἄνω, ἢ κάτω, ἢ ἆρα νῦν βλέπουσιν ἡμᾶς, ἢ χαιρετῶμεν αὐτοὺς ἐκεῖ, ἢ τοὺς γνωρίζομεν.

συνεχίζεται

 

, , ,

Σχολιάστε