Ἄρθρα σημειωμένα ὡς ψυχαγωγία

ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-2

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Βασ. Γαϊτάνη,
«Ἀπὸ τὴν Ἐπικοινωνία στὴν Κοινωνία»
(Ὀρθόδοξος Ἐπικοινωνιακὴ Θεολογία),
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 2008, σελ. 109-115

Ἠλ. στοιχειοθ.: «Χριστ. Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-1

.           γ) Ὁ Orwell φοβόταν ἐκείνους ποὺ θὰ μᾶς στεροῦσαν τὴν πληροφόρηση. Εἶχε ὑπ᾽ ὄψη του μᾶλλον τὸ μοντέλο τοῦ «ἀπόλυτου μυστικοῦ» τῶν ἰθυνόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν ὁ λαὸς νὰ ἔχει καμμία πρόσβαση στὴν πληροφορία. Φοβόταν ὅτι μία δικτατορικὴ ἀπαγόρευση τύπου Γκαῖμπελς, εἴτε ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων θὰ ἔκρυβε τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τοὺς πολλούς.
.           Ὁ Postman, ἀντίθετα, ἐπαναλαμβάνοντας καὶ προεκτείνοντας τὸν Huxley, φοβᾶται ὄχι τόσο τὴν δικτατορία τῆς μὴ-πρόσβασης στὴν πληροφορία, ὅσο τὴν ὑπερ-πληροφόρηση ὡς ἕνα «μεταμοντέρνο καρκίνωμα», ποὺ θὰ μᾶς καταστήσει ἀνίκανους νὰ ἀναχθοῦμε στὴν πνευματικότητα τῆς διάκρισης. Ὁ Postman δὲν φοβᾶται κατὰ βάθος τὴν μὴ- πληροφορία, ὅσο τὸ γεγονὸς ὅτι ἀκόμα καὶ ἂν ἡ πληροφορία γίνει γνωστή, κανεὶς δὲν θὰ ἀντιστέκεται. Ἀκόμα καὶ νὰ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος κάποια καλὰ κρυμμένα μυστικά, οἱ ἰθύνοντες θὰ γνωρίζουν ὅτι ἀκόμα καὶ ὅλοι νὰ γνωρίζουν κανεὶς δὲν θὰ θέλει νὰ ἐπαναστατήσει. Τοὺς «ἀφήνουν» τὴν συμμετοχὴ στὴν γνώση, γιατί ξέρουν τὴν ἔλλειψη μαρτυρίας τῆς ὀντολογικῆς ἐπανάστασης. Τὸ «ἀπόλυτο» τῆς πληροφόρησης θὰ καταστρέψει τὴ διαλεκτική τῆς διάκρισης, τοῦ βάθους καὶ τῆς ἀλήθειας.

 .           δ) Ὁ Orwell διατύπωσε τὸν εὔλογο φόβο ὅτι ἡ ἀλήθεια θὰ φυλαγόταν μυστική. Μία κάστα σύγχρονων «γκουροὺ» τῆς νέας-τεχνολογίας θὰ ἔκρυβε τὴν ἀλήθεια, κρατώντας ὑποταγμένα τὰ πλήθη στὶς συνήθειες τῆς ἀγέλης. Ἡ ὁμοιομορφία καὶ ἡ κοινοτοπία θὰ ἑδραιώνονταν σὲ ὅλους τοὺς ἁρμοὺς τῆς ζωῆς.
.          Postman καὶ Huxley προωθοῦν τὴν ἰδέα αὐτὴ ἀκόμα περισσότερο: φοβοῦνται ὅτι στὴν μεταμοντέρνα ἐποχἀλήθεια δὲν θὰ εἶναι μυστικὴ πιά, παρὅτι μᾶλλον θὰ παραγίνει γνωστή, θὰ «ὑπερπληρώσει, ὑπὸ μία ἔννοια, ἀκόμα καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀλήθεια, ἔτσι ὥστε ἀλήθεια νὰ πνιγεῖ μέσα σ᾽ ἕνα ὠκεανὸ σύγχυσης!

 .           ε) Ὁ Orwell διατύπωσε τὴν σοβαρὴ ἀνησυχία ὅτι θὰ ἀναπτύσσαμε πολιτισμὸ ὑποτέλειας. Ἡ ἐπανάσταση τῶν «ἀρχοντικῶν μοναχικῶν», ὅπως τὴν θέλησε ὁ Kierkegaard, δὲν θὰ εἶχε σὲ μία τέτοια μελλοντικὴ κοινωνία νόημα πιά, διότι θὰ εἶχε ὑποταχθεῖ στὴ δουλεία τῆς σύγχρονης τεχνοκρατίας.
.           Ὁ Postman, ἀντίθετα, φοβᾶται ὄχι τόσο τὴν καταδυνάστευσή μας σὲ μία ἀνώτερη, ὑπέρτερη ἐξουσία, ὅσο τὴν ἀνία μας. Φοβᾶται ὅτι θἀναπτύξουμε πολιτισμὸ κοινοτοπίας, βασισμένο κατὰ κύριο λόγο στὴν «κοινωνία τοῦ θεάματος» (Societa dello Spetacolo), τὴν ὑπὲρ-ἰδεολογία τῆς ψυχαγωγίας καὶ τὴν δημοσιογραφίστικη σκέψη.

.           Ἡ ἀρχέγονη πηγή, στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ βασιστεῖ ἡ ἀνάδυση τῆς «κοινωνίας τοῦ θεάματος», στηρίζεται, σύμφωνα μὲ τὸν Postman, στὸ ἀρχαϊκὸ καὶ γενικὰ γνωστὸ καὶ δεδομένο μοντέλο τῆς «Εἰδωλοποίησης». Τὸ εἴδωλο εἶναι πάντα ἡ πρώτη μορφὴ ἔκφρασης τοῦ θεαματικοῦ φαινομένου. Τὸ «σόου» ἑνὸς Θεοῦ ποἐμφανίζεται μὲ μαγικὲς δυνάμεις, ἢ ποὺ περιμένουμε ἀπ᾽ αὐτὸν νἐκφραστεὡς κυρίαρχος, εἶναι πάντα ἡ πιὸ μεγάλη ἀναίρεση τῆς ἴδιας τῆς πνευματικότητας.

, ,

Σχολιάστε

ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-1

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Βασ. Γαϊτάνη,
«Ἀπὸ τὴν Ἐπικοινωνία στὴν Κοινωνία»
(Ὀρθόδοξος Ἐπικοινωνιακὴ Θεολογία),
ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι 2008 σελ. 109-115

Ἠλ. στοιχειοθ.: «Χριστ. Βιβλιογραφία»

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ  Τί γίνεται ἆραγε σήμερα ὡς μιὰ ἐκλεπτυσμένη θεώρηση-ἐξέλιξη τοῦ «ἄρτου καὶ τῶν θεαμάτων» τῆς ἀρχαίας Ρώμης; Ἡ κοινωνία ἀπαιτεῖ δημόσια ψυχαγωγία, ἀλλιῶς θὰ χασμουριέται μέχρι θανάτου. […] Ἡ διασκέδαση γεννιέται ὡς ἀπεγνωσμένη ἀπόπειρα ὑπερβάσεως τῆς ἀνίας, ἀνίας ποὺ ἀναδύεται ὡς ἔλλειψη θρησκευτικοῦ νοήματος τῆς ὑπάρξεως.
.            Τὸ θέαμα εἶναι ἡ «ὑπὲρ-ἰδεολογία» ποὺ διέπει ὁλόκληρη τὴν κοινωνικὴ ζωή, ὄχι ὡς κάτι ποὺ ἐπιβάλλεται ἐξωτερικὰ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὡς κάτι στὸ ὁποῖο ἠθελημένα καὶ ἡδονικὰ αὐτoεγκλείονται οἱ ἴδιοι. Ἡ «συνδιαμόρφωση», ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ MacLuhan μιλώντας γιὰ τὸν Κινηματογράφο, ἔγινε ἀπόλυτη «ἐπαναμόρφωση» τοῦ ἑαυτοῦ.
.           Ὁ Postman στὸ ἔργο του «Amusing Ourselves to Death» καταδεικνύει τὶς διαφορὲς ποὺ μποροῦν νὰ ἀνευρεθοῦν στὴν «κινδυνολογία» τοῦ Orwell σὲ σχέση μὲ τὸ πλαίσιο καὶ τὶς δομὲς τοῦ σύγχρονου, μεταμοντέρνου κόσμου.

 .           α) Ὁ Orwell στὸ κλασικὸ ἔργο του «1984» πίστευε ὅτι ὁ κίνδυνος θὰ ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὸν ἐξωτερικὸ αὐταρχισμὸ ἑνὸς παντοδύναμου δυνάστη. Θεωροῦσε ὅτι ἡ δικτατορία τῆς «ἄνωθεν κυριαρχίας» θὰ ἦταν ἡ τραγικὴ μοίρα τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀτομικὴ προσωπικότητα τοῦ κάθε ἀτόμου, ἡ ἀνεπανάληπτη προσωπικότητά του θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαφανιστοῦν μέσα στὴ διάσταση τοῦ μαζικοῦ καὶ ἀπρόσωπου στοιχείου. Ὁ δικτάτορας θέλει τὸ σύστημά του νὰ εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ὁ δυνάστης «Μεγάλος Ἀδελφὸς» στὴν ζοφερὴ προφητεία τοῦ Orwell εἶναι ὁ ἐπικυρίαρχος δικτάτορας τῆς ὕπαρξης.
.           Ἀντίθετα ὁ Neil Postman -ἐπαναλαμβάνοντας τὴν συλλογιστική τοῦ Huxley, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε στὸ ἔργο «Ὁ θαυμαστὸς καινούργιος κόσμος» (Brave New World)- πιστεύει ὅτι στὴν σύγχρονη μεταμοντέρνα κοινωνία δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ κάποιος «Μεγάλος Ἀδελφὸς» (Big Brother), ἀλλὰ ὅτι ἀποπλάνηση τῆς ὕπαρξης θὰ γίνεται μἕναν ἀπείρως πιἐκλεπτυσμένο τρόπο. Γιὰ νὰ στερηθεἀνθρωπότητα τὴν μεταφυσικἀναγωγή της, τὴν πνευματική της ὡριμότητα καὶ τὴν ἱστορικὴ μνήμη τῆς ἐλευθερίας της, θἀρκεῖ μόνο νὰ τῆς ἐπιβληθεἕνα μοντέλο ψυχαγωγικῆς ζωῆς, τὸ ὁποῖο ἡ ἴδια ἡ ἀνθρωπότητα θὰ ἀποδέχεται ὡς τὴν ἀνώτερη μορφὴ ὕπαρξης. Μὲ ἄλλα λόγια σιγὰ-σιγὰ ἡ ἴδια αὐτὴ ἡ ἀνθρωπότητα θὰ αὐτοαποδεχθεῖ ἀπὸ μόνη της τὴν ἄρση τῆς ἐλευθερίας της. Οἱ ἄνθρωποι θὰ καταλήξουν οἱ ἴδιοι -σὲ κάποια κοντινὴ ἐποχὴ- νὰ «ἀγαποῦν τὴν καταπίεσή τους», θὰ καταλήξουν νὰ «λατρεύουν τὴν τεχνολογία καὶ νὰ ἀποδομοῦν τὴν ἱκανότητά τους γιὰ σκέψη». Μὲ ἄλλους ὅρους, ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ἐγκλωβίζεται πιὰ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ πλουτοκρατικὸ εἴτε δικτατορικὸ «Μέσο» σὲ κάποια συμβολικὴ φυλακή, παρὰ θὰ αὐτο-ηδονίζεται ὁ ἴδιος νὰ ἐγκλωβίζει τὸν ἑαυτό του. Θὰ πλάθει ὑπὸ μία ἔννοια, ὁ ἴδιος τὴν φυλακή του, θὰ νιώθει τὴν ζοφερή, διαστροφικὴ χαρὰ νὰ δημιουργεῖ ὁ ἴδιος τὸν «Μεγάλο Ἀδελφό» του καὶ νὰ αὐτο-φυλακίζεται ἀπ’ αὐτόν!

 .           β) Ὁ Orwell διατύπωσε στὸ ἔργο του «1984» τὸν τρομακτικὸ φόβο ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀπαγόρευαν κάποια στιγμὴ τὰ βιβλία. Οὐσιαστικὰ αὐτὸς ὁ φόβος εἶναι συμβολικός. Ἐκφράζει τὴν ἀπώλεια τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας σ’ ἕνα κόσμο ἐργαλειακοῦ καὶ ἐμπορικοῦ πραγματισμοῦ. Ἡ «ἄλλη πραγματικότητα», αὐτὴ τῆς ἀνώτερης τέχνης (ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσε ὁ Marcuse), ἐκείνη ἡ «ἀνώτερη» πραγματικότητα τῆς τέχνης καὶ τοῦ πνεύματος, θὰ εἶχε ἐγκαταλειφθεῖ ἐντός τοῦ νέου χώρου τοῦ νεομοντερνιστικοῦ, τεχνοκρατικοῦ λειτουργισμοῦ.
.           Postman καὶ Huxley, ἀντίθετα, προωθοῦν ὣς τὰ ἔσχατα τὴν σκέψη τοῦ Ὄργουελ καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποδομοῦν στοὺς βασικοὺς ὅρους της: ἡ ἔσχατη ἀποδόμηση τοῦ πνεύματος εἶναι ἡ πίστη ὅτι σὲ κάποια διαλεκτικὴ στιγμὴ τῆς ἱστορίας δὲν θὰ ὑπάρχει λόγος νὰ ἀπαγορευτοῦν τὰ βιβλία, ἀφοῦ θἔχει ἐπέλθει ἄρνηση τῶν πρώτων ὅρων τῆς ἴδιας τῆς ἔννοιας τῆς ὕπαρξης τῶν βιβλίων ὡς ἐργαλεῖα μόρφωσης καὶ χειραφέτησης. Ἡ μυστηριακὰ συγκλονιστικἀπόλαυση τοῦ διαβάσματος θἔχει ὁριστικἀπολεσθεῖ. Δὲν θὑπάρχει πλέον λόγος γιὰ τὴν ἀπαγόρευση τῶν βιβλίων, ἀφοῦ θἔχει ἀναδειχθεῖ μία ἐποχὴ μέσα στὴν ὁποία δὲν θὰ βρίσκεται πλέον ἄνθρωπος πρόθυμος νὰ τὰ διαβάσει!

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΥΠΕΡ-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ: «ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»-2

, ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΜ. ΕΦΡΑΙΜ ΠΕΡΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΩΣ

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΕΦΡΑΙΜ
Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπεδίου
ΠΕΡΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΩΣ

[Α´]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Διάλογοι περὶ τηλεοράσεως καὶ πνευματικῆς ζωῆς μὲ Ἁγιορεῖτες Πατέρες»
ἐκδ. «Ὀρθόδ. Κυψέλη», Θεσ/νίκη 2011
σελ. 121 -130

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Ἐρώτηση: Πῶς βλάπτει ἡ τηλεόραση στὴν πνευματικὴ ζωή;

Ἀπάντηση: Οἱ Ἅγιοι Πατέρες λένε ὅτι ὁ θάνατος εἰσέρχεται διὰ τῶν θυρίδων, ἐννοώντας τὸν θάνατο τῆς ψυχῆς ποὺ τὸν γεννᾶ ἡ ἁμαρτία, ποὺ εἰσέρχεται στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὶς πέντε αἰσθήσεις, τὴν ὅραση, τὴν ἀκοή, τὴν ὄσφρηση, τὴν ἀφὴ καὶ τὴν γεύση. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλη ἡ σπουδὴ τῆς ὀρθοδόξου ἀσκητικῆς πράξεως ἔγκειται στὴν λογοποίηση τῶν αἰσθήσεων, δηλαδὴ οἱ αἰσθήσεις πρέπει νὰ λειτουργοῦν κάτω ἀπὸ τὴν πρυτάνευση τῆς λογικῆς καὶ τοῦ λόγου μὲ τὴν εὐρύτερη σημασιολογική του ἔννοια ὡς σκοποῦ. Π.χ. τρῶμε γιὰ νὰ ζοῦμε, δὲν ζοῦμε γιὰ νὰ τρῶμε. Τὸ πρῶτο εἶναι ἱκανοποίηση μιᾶς βιολογικῆς ἀνάγκης, τὸ δεύτερο εἶναι ἱκανοποίηση τῆς ἐπιθυμίας, ὅπου γίνεται πλέον σκοπὸς ἡ ἡδονή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος μᾶς παρουσιάζει στὴν Α´ Καθολική του Ἐπιστολὴ μὲ τρεῖς ἁπλὲς ἀλλὰ περιεκτικὲς ἔννοιες τὶ σημαίνει κόσμος, ἀγνοώντας τὸ κοσμικὸ φρόνημα, ποὺ ἀναλύεται στὴν ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν, στὴν ἐπιθυμία τῶν ἡδονῶν καὶ στὴν ἀλαζονεία τοῦ βίου.
.             Σήμερα ἡ τηλεόραση προσπαθεῖ μὲ κάθε σπουδὴ νὰ δώσει θεάματα ποὺ ἱκανοποιοῦν τὸ κοσμικὸ φρόνημα, διότι οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων ἀρέσκονται νὰ ζοῦν κοσμικά, δηλαδὴ μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, ποὺ βγάζει στὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴν θέωση. Προτιμοῦν τὴν ὕλη ἀντὶ τὸ πνεῦμα, τὴν πρόσκαιρη ἀπόλαυση τῶν αἰσθήσεων ἀντὶ τῆς θείας αἰωνιότητος καὶ τῆς μεθέξεως τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἐφικτὴ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ζωή.
.         Ἔτσι ἡ τηλεόραση ἐκθέτει ὅ,τι μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἀνθρώπινη περιέργεια (ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν), μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν σωματικὴ ἀνάπαυση (ἐπιθυμία τῶν ἡδονῶν), τὴν ἀπόλαυση, τὴν ἡδυπάθεια καὶ τὴν σαρκικὴ ἡδονή, ποὺ τελικὰ καταλήγει στὴν (ἀλαζονεία τοῦ βίου), τὴν ἔπαρση, τὴν φυσίωση, τὸν ἐπεκτατισμό, τὴν ἁρπαγή, τὴν κατάχρηση καὶ τελικὰ τὸν φόνο τοῦ συνανθρώπου, ποὺ εἶναι ὁ ἔσχατος βαθμὸς ἱκανοποιήσεως τοῦ ἐγωιστικοῦ αἰσθήματος τῆς ἐπικρατήσεως καὶ τῆς κυριαρχίας. Γι’ αὐτὸ ἡ τηλεόραση προβάλλει κατὰ τὸ πλεῖστον ἔργα μὲ αἰσθησιακὲς πορνικὲς εἰκόνες, βία καὶ ἔγκλημα.
.          Ὡς ἐκ τούτου ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου μετεωρίζεται συνέχεια σὲ πράγματα κακὰ καὶ αἰσχρά, διότι ὁ ἄνθρωπος σήμερα εἶναι πολλὲς ὧρες στὴν τηλεόραση ἤ στὸ computer μὲ τὸ internet. Βλέπει συνέχεια διάφορα πράγματα ἀνήθικα καὶ συνεχῶς μολύνεται ὁ νοῦς του. Καὶ καθὼς μολύνεται ὁ νοῦς του, δυστυχεῖ ὁ ἄνθρωπος. Διότι μολυνόμενος ὁ νοῦς, φεύγει ἀπὸ τὸν Θεό.

Ἐρώτηση: Γιατὶ ἡ τηλεόραση ἔχει τόση δύναμη;

Ἀπάντηση: Ἔχει δύναμη, γιατὶ σήμερα ὑπάρχει ἡ ψυχολογικὴ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ ξεσκάσει κάπου, καὶ τὸ πιὸ εὔκολο ξέσκασμα εἶναι ἡ τηλεόραση. Βλέπετε, ἐπειδὴ εἶναι φτηνὴ ἡ τηλεόραση, μὲ λίγα χρήματα τὴν παίρνεις, παίρνεις, κινηματογράφο στὸ σπίτι σου. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχουν διάθεση πνευματικὴ οἱ ἄνθρωποι σήμερα, θέλουν νὰ ξεσκᾶνε σ’ αὐτὰ τὰ πράγματα, στὴν κινητὴ εἰκόνα. Καὶ ἡ κινητὴ εἰκόνα ποὺ προβάλλει ἡ τηλεόραση κάνει πολλὴ ζημιὰ στὸν ἄνθρωπο. Πάρα πολὺ μεγάλη ζημιά. Καὶ ἀλλοιώνει τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν καταστρέφει τὸν ἄνθρωπο σήμερα. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι σήμερα βλέπουν ἄσχημες ταινίες, παίρνουν πορνοταινίες, βιντεοκασσέτες ἀνήθικα ἔργα συνέχεια, καὶ μολύνονται καὶ καταστρέφονται.

Ἐρώτηση: Τί ρόλο μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ τηλεόραση στὴν δημιουργία μιᾶς συλλογικῆς συνειδήσεως;

Ἀπάντηση: Τήν τηλεόραση σήμερα τὴν ἐξουσιάζουν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, καὶ οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις τὴν ἐκμεταλλεύονται γιὰ τὴν παγκοσμιοποίηση. Θέλουν νὰ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ σκέφτονται ὅλοι τὸ ἴδιο. Τοὺς κάνουν πλύση ἐγκεφάλου, ὥστε τὸ μαῦρο νὰ τὸ βλέπουν ἄσπρο καὶ ἀντίστροφα, καὶ κυρίως κατὰ βούληση αὐτῶν τῶν ὑπερεθνικῶν κέντρων ἐξουσίας ποὺ ἐλέγχουν οἰκονομικὰ τὰ κανάλια.
.           Ἐξ ἄλλου μὲ τὴν κατάργηση τῶν ἠθῶν, ποὺ προβάλλει ἔμπρακτα ἡ τηλεόραση σὰν ἀξία, συνεχῶς ἀποπροσανατολίζουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὶς πνευματικές τους παραδόσεις καὶ ἀπὸ τὰ ἐθνικά τους ἰδεώδη. Θέλουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ γίνουν σάρκες, νὰ μὴ σκέπτονται τίποτα πνευματικό. Σήμερα, βλέπετε, τὰ περισσότερα ἔργα δὲν ἔχουν πνευματικὸ περιεχόμενο, ποὺ προβάλλει τὴν ἀρετὴ καὶ καλλιεργεῖ τὸ ἦθος. Οἱ ἠθοποιοὶ στὴν πλειονότητά τους εἶναι ἠθοκλάστες καὶ ὄχι ἠθοποιοί. Τὰ ἔργα εἶναι περίπου τὰ ἴδια σ’ ὅλον τὸν κόσμο. Καὶ αὐτὸ γίνεται γιὰ νὰ ἀποπροσωποποιηθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Νὰ πάψει νὰ εἶναι πρόσωπο. Κι’ αὐτὸ εἶναι ἕνα σύνθημα τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων σ’ ὅλη τὴν γῆ.

Ἐρώτηση: Ἡ τηλεόραση ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτωλὴ κατάσταση;

Ἀπάντηση: Βέβαια τὸν ὁδηγεῖ. Διότι ἁμαρτάνει ὁ νοῦς του βλέποντας κακὰ ἔργα. Εἶναι πολὺ εὔκολο ὁ ἄνθρωπος σήμερα, ἐνῶ κάθεται στὸ δωμάτιό του, νὰ βλέπει ὅλα τὰ αἰσχρὰ πράγματα ποὺ ἐπιθυμεῖ ὁ νοῦς νὰ τὰ βλέπει. Καὶ ὁπωσδήποτε ἐρεθίζεται καὶ ὑποχωρεῖ ἔμπρακτα στὶς ἁμαρτίες.

Ἐρώτηση: Ἡ τηλεόραση τρέφει τὰ πάθη;

Ἀπάντηση: Καὶ βέβαια τρέφει τὰ πάθη. Ἰδιαίτερα τὰ σαρκικὰ πάθη τὰ τρέφει πάρα πολύ. Διότι ἐρεθίζεται ὁ ἄνθρωπος καὶ μετὰ ἐνδίδει στὶς σαρκικὲς ὀρέξεις καὶ πάθη. Καὶ ὅπως ξέρουμε, ἡ ἠθικὴ κατάσταση εἶναι προϋπόθεση πνευματικῆς ζωῆς. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἠθικὴ καθαρότητα, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει χάρη Θεοῦ. Εἶναι ἀδύνατο, ὅ,τι κι ἄν κάνει. Καὶ νὰ ἐκκλησιάζεται, καὶ νὰ προσεύχεται, ἄν δὲν ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἠθικὴ καθαρότητα, δὲν κάνει τίποτα. Κάνει μία τρύπα στὸ νερό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/07/02/συνομιλία-μὲ-τὸν-ἀρχιμ-ἐφραὶμ-περὶ2/

, , ,

Σχολιάστε

ΓΗΠΕΔΟ : Η ΝΕΑ ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ

Εἰσ. Σχόλιο «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Ὀρθὲς οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ κατωτέρω ἄρθρου. Μὲ κριτικὴ διαύγεια ἀναπτύσσουν τὸ ἀρχαῖο καὶ διαρκῶς ἐπιβεβαιούμενο νερώνειο: «Ἄρτον καὶ Θεάματα», τὴν σίγουρη συνταγὴ τῶν Καθεστώτων καὶ τῶν Ἐργολάβων τῆς Ἀλλοτριώσεως.

Γήπεδο: νέα «Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολ»
Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς

.        Ἔχουμε συνηθίσει πιά. Τὸ βράδυ τῆς Κυριακῆς, τῆς πάλαι ποτὲ «ἀθλητικῆς Κυριακῆς», θὰ ἀκούσουμε, πλὴν τῶν ἄλλων καταθλιπτικῶν καὶ τρομακτικῶν, τὶς ἑξῆς κοινότοπες – ἀλλοίμονο – φράσεις: «Μαύρη μέρα γιὰ τὸν ἑλληνικὸ ἀθλητισμό», «φοβερὰ ἐπεισόδια στὸ τάδε γήπεδο», «διεθνὴς διασυρμὸς τῆς Ἑλλάδας», «ἀνεγκέφαλοι ὀπαδοὶ ἔκαψαν…». Τὶς προσπερνοῦμε ἀδιάφοροι, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ παιδικές, ἀθῶες σκανταλιές. Θεωροῦμε αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε χουλιγκανισμὸ μέρος τῆς παιδαγωγίας τῶν νέων. Τὸ προστάδιο, ὁ προθάλαμος πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνηλικίωση εἶναι ἡ μαθητεία στὴν κερκίδα. Κουκούλα, μολότωφ κα κουκουλοφορία: δο τ λικὰ τῆς σύγχρονης κπαίδευσης. Τ γήπεδο, εναι νέα Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Ἂς μὴ λησμονοῦμε καὶ ὅτι τὸ ποδόσφαιρο ὑπάγεται στὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ….
.      Ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους Δασκάλους τοῦ λαοῦ μας, ὁ Φώτης Κόντογλου, ἔγραφε πρὶν ἀπὸ 40 περίπου χρόνια: «…ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο ἀπὸ ἀδιαντροπιὰ φανερώνουν καὶ τὰ μὰτς μὲ τὴ θεὰ μπάλα, ποὺ τὴν κλωτσᾶνε ἕνα σωρὸ χασομέρηδες γιὰ νὰ διασκεδάσουνε τὶς μυριάδες φιλάθλους, ποὺ δὲν εὑρῆκαν ἄλλο τίποτε γιὰ νὰ νιώσουν ἀγωνία καὶ χτυποκάρδι, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν μπάλα; Καὶ γίνονται σοβαρὰ συνέδρια γιὰ τὴν μπάλα, μὲ ἀντιπροσωπεῖες, μὲ συζητήσεις, μὲ ἀνακοινωθέντα, μὲ δημοσιογράφους. Σὲ τέτοιο δυσθεώρητο ὕψος δὲν ἔφτασε ποτὲ ἡ ἀνοησία». (Μυστικὰ Ἄνθη, ἔκδ. «Ἀστήρ», σελ. 15).
.        Ὁ Κόντογλου στηλίτευε τότε τὸ ποδόσφαιρο, γιατί λειτουργοσε ς παραισθησιογόνο, ς λυτρωτικ κτόνωση. Ὅπως σημειώνει λίγο παρακάτω: «οἱ ἄνθρωποι καταντήσανε σὰν ἄδεια κανάτια καὶ προσπαθοῦν νὰ γεμίσουν τὸν ἑαυτό τους, ρίχνοντας μέσα ἕνα σωρὸ σκουπίδια, μπάλες, ἐκθέσεις μὲ τερατουργήματα, ὁμιλίες καὶ ἀερολογίες, καλλιστεῖα ποὺ μετριέται ἡ ἐμορφιὰ μὲ τὴ μεζούρα, καρνάβαλους ἠλίθιους…». Ἂν ζοῦσε σήμερα, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἔβλεπε τὰ ὁδοφράγματα, τοὺς ἐμπρησμούς, τοὺς λιθοβολισμούς, τὰ καπνογόνα, τὶς συμπλοκὲς μὲ τὴν ἀστυνομία, τὶς καταστροφὲς περιουσιῶν τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν, τὰ αἱματοκυλίσματα ἢ ἄκουγε τὰ ἐμετικὰ καὶ βορβορώδη συνθήματα τῶν λεγομένων ὀπαδῶν, ποὺ συνήθως βεβηλώνουν κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο (ἀπὸ μάνα μέχρι πίστη καὶ πατρίδα. Εἶναι τόσο βαθιὰ ἡ διάβρωση καὶ ἡ ἀλλοτρίωση τῶν ὀπαδῶν, ποὺ «ἀποθεώνουν» τὶς ὁμάδες τοὺς ἄδοντας σαχλοάσματα στοὺς ρυθμοὺς τοῦ ἐθνικοῦ μας ὕμνου), θὰ μιλοῦσε γιὰ παρανοϊκοὺς καὶ παράφρονες, γιὰ «ἄδεια κανάτια», ποὺ γεμίζουν μὲ βία καὶ ἐπιθετικότητα, γιὰ ἀπελπισμένους καὶ ἀπεγνωσμένους νέους, γιὰ μία «τεράστια μάζα ἀδιαφόρων καὶ οὐδετέρων ποὺ προοδευτικὰ ἔχει γίνει ἕνας τεράστιος στρατὸς ἀπὸ δυσαρεστημένους, ἕτοιμος νὰ ἀκολουθήσει ὅλες τὶς ὑποβολὲς τῶν οὐτοπιστῶν καὶ τῶν ψευδορητόρων». (Γ. Λὲ Μπόν, «Ψυχολογία τῶν μαζῶν», ἔκδ. Ζῆτρος).
.      Σχεδὸν κάθε Κυριακὴ βλέπουμε τὶς ἐκθηριωμένες ὀρδές, ποὺ συνωστίζονται ἀγεληδόν, στὶς «θύρες» (ὁρμητήρια βανδαλισμοῦ καὶ βιοπραγίας), νὰ συμπλέκονται καὶ ν κονταροχτυπιονται -κυριολεκτικ– μεταξύ τους καί, κυρίως, μ τν στυνομία, ποία πορροφ τν ργή τους γι τν περιρρέουσα ξαθλίωση. Βλέποντας τοὺς «γενναίους» αὐτοὺς φιλάθλους, τὰ νέα παιδιὰ νὰ κυριαρχοῦνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν βάναυση ὁρμὴ τῆς «ἀνώνυμης καταστροφῆς», δὲν μπορεῖς, παρὰ νὰ σκεφτεῖς, μὲ θλίψη, πς χουμε ν κάνουμε μ μία νοσηρ ναπλήρωση το κενο πο προκάλεσε δηφάγος κυριαρχία το χρήματος κα καταρράκωση λων τν ξιν. Γι τν κάλυψη το δυνηρο κενο, «ργισμένος νέος» ναζητε να ποκατάστατο. Ἔτσι θεοποιεῖ τὸ σωματεῖο του, καλύπτοντας τὴν ἔμφυτη μεταφυσικὴ ἀγωνία του, ἀνάγει σὲ ὕψιστο ἰδανικό, σὲ νόημα ζωῆς, τὴν ἐπιτυχῆ πορεία τῆς ὁμάδας του καὶ – τὸ χειρότερο- σπαταλᾶ τὴν ἰκμάδα τῆς νιότης του, ὑπηρετώντας τὸ πιὸ διεφθαρμένο, σάπιο καὶ ἑξαχρειωτικὸ φαινόμενο τῶν σημερινῶν κοινωνιῶν, ποὺ ὀνομάζεται ποδόσφαιρο καὶ δὴ ἐπαγγελματικό. (Χαρακτηριστικὰ τὰ συνθήματα τῶν ἀφιονισμένων αὐτῶν ὀπαδῶν: «ΠΑΟ – θρησκεία – θύρα 13, Θρύλε – θεέ μου).
.         ξουσία, βέβαια, γνωρίζοντας πς τ ποδόσφαιρο συναρπάζει τς μάζες, τ χρησιμοποιε γι ν κτρέψει τν προσοχ τν μαζν π τ βασανιστικ κα κρηκτικ προβλήματα τς καθημερινς ζως. Προτιμότερο εἶναι ὁ ἄνεργος νεαρὸς νὰ συγκρούεται μὲ τὸν ἀντίπαλο ἄνεργο ὀπαδό, παρὰ νὰ ξεχυθεῖ στοὺς δρόμους, γιὰ νὰ καταγγείλει τὶς αὐθαιρεσίες τῆς ἐξουσίας, τὸ ἑλληνοκτόνο μνημόνιο, τὴν κοινωνικὴ ἀδικία, τὴν ἀσυδοσία τῶν ἰσχυρῶν, τοὺς ἐθνικοὺς ἐξευτελισμούς, τοὺς λεηλάτες καὶ καταστροφεῖς τοῦ τόπου.
.       Ἡ ἐξουσία, μέσῳ τοῦ Μεγάλου Ἀδελφοῦ, τῶν Μ.Μ.Ε., στρέφει τὴν προσοχὴ τῶν πολιτῶν καὶ κυρίως τῆς νεολαίας, ὄχι πρὸς τὰ ὄντως προβλήματα, ἀλλὰ στὶς ἀναμετρήσεις τῶν γηπέδων, μ ποτέλεσμα τν ποκοίμηση, τν χειραγώγηση, τν φίμωση το κοινωνικο σώματος, ποὺ διαπαιδαγωγεῖται ἔτσι, ὥστε νὰ θέτει πρῶτο στὴν κλίμακα τῶν ἱεραρχήσεών του, τὸ μέλλον, παραδείγματος χάριν τοῦ ΠΑΟΚ στὸ κύπελο ΟΥΕΦΑ, παρὰ τὶς ἐπιλογὲς τῆς Ὑπουργοῦ «διὰ βίου ἀμάθειας» ἢ τὰ τουρκοπροσκυνήματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. (Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πληθώρα ἀθλητικῶν ἀναμετρήσεων. Δν περνάει μέρα πο δν θ προβάλλεται μία «στορικ» θλητικ συνάντηση. χρόνος τν πολιτν μπαζώνεται, μν ρχίσει κα σκέφτεται τν κατάστασή του. Ἐπικίνδυνα πράγματα αὐτά…).
.        Δὲν ὑπάρχουν στὸ ἐπαγγελματικὸ ποδόσφαιρο ἠθικὲς ἀρχὲς καὶ σεβαστοὶ κανονισμοί. Τὰ ποδοσφαιρικὰ σωματεῖα ἐξελίχθηκαν σὲ μεγαλοεπιχειρήσεις. Ἐπιχειρηματίες, ἀμφίβολης προέλευσης, ἀγοράζουν ὁμάδες μὲ μοναδικὸ στόχο τὴν κοινωνικὴ προβολή, τὴν διαφήμιση, τὸν ὕποπτο πλουτισμό. Σὲ περιόδους ποὺ τὸ 1/4 τοῦ λαοῦ ζεῖ μὲ μισθὸ κάτω ἀπὸ τὸ ὅριο τῆς φτώχειας, ποὺ διαλύεται ὁ κοινωνικὸς ἱστὸς καὶ ἐρημώνει ἡ λεγόμενη ἀγορά, αὐτοί, δαπανώντας τεράστια ποσά, ἀγοράζουν ποδοσφαιριστὲς μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κερδίζουν τὴν εὔνοια, τὴν ἀνοχή, τὴν λατρεία τῶν ἀγροίκων ὀπαδῶν.
.      Σήμερα τὸ ποδόσφαιρο ἀντιμάχεται τὴν ἴδια τὴν παιδεία. Δρέπουμε καὶ τοὺς καρποὺς μιᾶς πολὺ συγκεκριμένης «Παιδείας», ποὺ διδάσκει μόνον δικαιώματα, ἀγνοώντας ὅτι στὴν ἐξοπλιστική, γιὰ παράδειγμα, ἡλικία τοῦ δημοτικοῦ, «μορφώνεις» πρωτίστως τὴν ἔννοια τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς πειθαρχίας. Οἱ μαθητὲς τοῦ Δημοτικοῦ, παιδιὰ ἀνυπεράσπιστα, φανατίζονται ἐξ αἰτίας τῆς τηλεόρασης, τῶν χυδαίων ἀθλητικῶν ἐντύπων καὶ ἀπὸ τὶς συζητήσεις τῶν «μεγάλων». (Τὸ πρῶτο μέλημα τοῦ πατέρα σήμερα, εἶναι ἡ κληροδότηση στὸ παιδὶ τῆς ποδοσφαιρικῆς προτίμησης). γράφων, ζήτησε π γόρια τς Ε΄ Δημοτικο ν γράψουν πόσα στορικ πρόσωπα γνωρίζουν κα πόσους ποδοσφαιριστές. Τ ποτέλεσμα ποκαρδιωτικό: γνοε μαθητς το Δημοτικο τν Σωκράτη τν Πλάτωνα κα γνωρίζει τος σύγχρονους «θεος» τς στρογγυλς θες. Συγκρατεῖ ὁ μαθητὴς τὰ ὀνόματα τῶν σύγχρονων «θεῶν» (παντο λέξη “θες) [Σχόλιο «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Ἀσφαλῶς, ἀγαπητέ Δημήτρη, ὅλη αὐτὴ ἡ ἐπιδιωκομένη ψυχοπάθεια καὶ ἡ τεχνητὴ παραίσθηση εἶναι θλιβερὰ ψευδομεσσιανικὰ ὑποκατάστατα, ποὺ βουλώνουν τὴν ἔφεση τῆς ψυχῆς γιὰ πληρότητα καὶ καταξίωση] τῆς μπάλας καὶ ξεφορτώνεται, ὡς βάρος περιττό, τὰ ὀνόματα τῶν θνητῶν ἐκείνων «γονέων τῆς ἀνθρωπότης». Μποροῦμε βέβαια νὰ καυχόμαστε, γιατί τὰ παιδιά μας ἔχουν τουλάχιστον «ποδοσφαιρικὴ παιδεία», ὅπως λένε οἱ κοτσανολογοῦντες ἀθλητικογράφοι…

Νατσιὸς Δημήτρης
δάσκαλος-Κιλκὶς

ΠΗΓΗ: «Ἀντίβαρο»

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΟΙΚΟΥΜ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ: ΕΟΡΤΗ ΕΝΑΝΤΙ “ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ”

Ἀντιφώνησις τῆς Α.Θ.Παναγιότητος,
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν δεξίωσιν ἐπὶ τῇ πρώτῃ τοῦ ἔτους(01.11.2011).

 

Ἱερώτατοι ἀδελφοί Ἀρχιερεῖς,
Ἐντιμότατε κ. Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Ἐλλογιμώτατοι,
Ἐντιμότατοι,
Προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Ἑορτάζει σήμερον ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὡς «τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» (Ἐφεσ. α´, 23), τήν κατά σάρκα Περιτομήν τοῦ «πάντα δρακί περιέχοντος καί ἐν σπαργάνοις εἰληθέντος» Σωτῆρος ἡμῶν καί τήν ἱεράν μνήμην τοῦ «ἱεραρχίας στολαῖς ἠγλαϊσμένου» οὐρανοφάντορος Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, ὅστις «τῇ Ἐκκλησίᾳ δέδοται παρὰ Θεοῦ, χαράκωμα καὶ τεῖχος ὀχυρόν».
Ἑορτάζομεν ἡμεῖς, τά πιστά τέκνα τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰς τήν εὐλογημένην γῆν τῶν Πατέρων ἡμῶν, ἐν Φαναρίῳ, εἰς τό Σεπτόν Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν εὐχαριστίαν τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀγάπης, αἰσθανόμενοι ὁμοθυμαδόν, ὅπως γράφει ἐπιφανής σύγχρονος θεολόγος, «σάν στό σπίτι μας», «παιδιά στό σπίτι τοῦ Πατέρα μας». Ὄντως, ὅπως προσθέτει ἄλλος σπουδαῖος μύστης τῆς ἱερᾶς ἐπιστήμης, «ἡ βαθύτερη ἐμπειρία πού ἔχουμε γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι αὐτή τοῦ ‘οἴκου’». Εἴμεθα δεμένοι μέ τήν Ἐκκλησίαν «ἄμεσα, σωματικά, ὅπως δένεται τό παιδί μέ τή μάνα του». Εἶναι «ἡ ζωή» αὐτό πού συνδέει ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς μέ τήν Ἐκκλησίαν καί «ὄχι οἱ ἰδέες».
«Γενεά πορεύεται καί γενεά ἔρχεται» (Ἐκκλ. α´ 4) καί ὅλοι ἡμεῖς, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, φυλάσσομεν τόν τόπον, ὅν ἐλάβομεν εἰς κληρονομίαν, τά ὅσια καί τά ἱερά τοῦ Γένους, ἐπί τῶν ὁποίων ὁ πανδαμάτωρ χρόνος δέν φαίνεται νά ἔχῃ πραγματικήν ἐξουσίαν. Ἡ αἰωνιότης εὑρίσκεται ἐκεῖ, ὅπου ὁ χρόνος δέν ἔχει καί δέν ἠμπορεῖ νά ἔχῃ δύναμιν. Διά τοῦτο δέν ἰσχύει δι’ ἡμᾶς τό «χρόνου φείδου», ἀναφορικῶς πρός τήν διακονίαν καί τήν προθυμίαν νά φυλάσσωμεν τοῦτον τόν τόπον. Βιοῦμεν τήν ζωήν ἡμῶν ὡς «πλήρωμα χρόνου, φυλακῆς καί μαρτυρίας», ἐνδυναμούμενοι ἀπό τήν ἐπαγγελίαν τοῦ Χριστοῦ: «Καί ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη´ 20).
Τό «φυλάσσειν τὸν ἱερὸν τόπον», τόν ὁποῖον γνωρίζομεν, ἐπειδή ἀκριβῶς τόν ἀγαπῶμεν, καί ἀγαπῶμεν ἐπειδή τόν γνωρίζομεν, εἶναι συνυφασμένον ἀρρήκτως μέ τό «φυλάσσειν τὸν τρόπον τοῦ βίου», τήν Ὀρθοδοξίαν, τήν ὀρθήν λατρείαν καί δοξολογίαν καί τήν ὀρθοπραξίαν. Αὐτός ὁ ἐκκλησιαστικός τρόπος ζωῆς ἐβιώθη καί ὑμνήθη ἀπό ἐνθέους ἁγίους, ἀπό μάρτυρας καί ἀσκητάς, κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ποιητάς καί μελωδούς, ἀπό ἁγιογράφους καί χαρισματικούς τεχνίτας, ἀπό εὐλογημένους χριστιανούς, διακόνους τῆς φιλανθρωπίας. Εἶναι πίστις καί δόγμα, ἀγάπη καί ἦθος, ἐλπίς εἰς Χριστόν καί ἄσβεστος πόθος τῆς αἰωνιότητος, βιωμένη ἐλευθερία, δέσιμο μέ τόν τόπον καί ἐμπειρία οἰκειότητος, ἀλληλεγγύη καί κοινωνία, αὐθυπέρβασις καί μαρτυρία ζωῆς ἐν Χριστῷ.
Ὅλα αὐτά συμπυκνώνονται καί ἀποκαλύπτονται εἰς τάς ἑορτάς, αἱ ὁποῖαι δι’ ἡμᾶς ἀποτελοῦν τόν ἄξονα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. «Ὁ πιστός ζεῖ ἀπό γιορτή σέ γιορτή», σημειώνει ὁ μακαριστός πατήρ Ἀλέξανδρος Σμέμαν. Πράγματι, ἡ ἑορτή, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε κάτι περισσότερον καί πολυτιμότερον ἀπό τόν «ἐλεύθερον χρόνον» καί συνδέεται οὐσιαστικῶς καί ἀναποσπάστως μέ τήν θείαν λατρείαν, εἶναι καιρός ἀποκαλύψεων. Ἡ ἑορτή φωτίζει τήν πορείαν μας, ἀπελευθερώνει τήν ζωήν ἀπό τάς ἀντιφάσεις της, διαλύει τήν ἀχλύν τῶν βιωτικῶν μεριμνῶν, πλαταίνει τόν κόσμον, ἀνοίγει τήν διάστασιν τοῦ βάθους τῶν πραγμάτων. Ἑορτή εἶναι ἡ βίωσις τῆς ζωῆς ὡς κοινωνίας καί εὐχαριστίας. Ὁ κλειστός ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος πού περιστρέφεται γύρω ἀπό τόν ἑαυτόν του, δέν ἠμπορεῖ νά ἑορτάσῃ πραγματικά ἤ ἑορτάζει μόνον τόν ἑαυτόν του. Ὁ homo clausus δέν εἶναι δυνατόν νά ζῇ ὡς homo festivus. Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του δαπανᾶται διά τήν ἀτομικήν του εὐδαιμονίαν, διά τό ἔχειν τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὄχι διά τήν κοινωνίαν, τήν κοινωνίαν μετά τοῦ Θεοῦ καί μετά τῶν ἀνθρώπων. Δέν εἶναι διόλου τυχαῖον ὅτι κατά τάς λεγομένας «ἀργίας» ἤ κατά τόν «ἐλεύθερον χρόνον», ἐπιτείνεται ἡ αἴσθησις τῆς ματαιότητος καί ἡ ἀγωνία ὅτι ἡ ζωή περνᾶ χωρίς νά τήν ζήσουν οἱ ἄνθρωποι εἰς βάθος. Εἴμεθα προφανῶς ἐποχή τῆς ψυχαγωγίας καί τῶν διασκεδάσεων, ἀλλά ὄχι ἐποχή τῆς ἑορτῆς. Αἱ σύγχρονοι «ἑορταί» εἶναι καιρός τοῦ ἔχειν, παγίδες αὐτοπραγματώσεως, ἐκδιονυσιασμοῦ τῆς ζωῆς καί ἐπιδεικτικοῦ καταναλωτισμοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικόν ὅτι τάς ἑορτάς, τό περιεχόμενον καί τήν μορφήν των διαχειρίζονται σήμερον οἱ διαφημισταί, ἡ τηλεόρασις, οἱ ταξιδιωτικοί πράκτορες καί οἱ πωλοῦντες καί ἀγοράζοντες. Καί τό ἀρχαῖον «βίος ἀνεόρταστος, μακρά ὁδός ἀπανδόκευτος», τονίζει μέν τήν ἀνάγκην καί τό νόημα τῆς ἑορτῆς διά τόν ὁδοιπόρον ἄνθρωπον, ἠμπορεῖ ὅμως νά κατανοηθῇ μέ τήν ἔννοιαν ὅτι τό πανδοχεῖον εἶναι «ὁ οἶκος» τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὑπογραμμίζουν ὅτι «Τὰ παρόντα ὁδός ἐστιν» καί ὅτι «Πανδοχεῖόν ἐστιν ὁ παρὼν βίος», τότε τοποθετοῦν τήν πατρίδα ἡμῶν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί θεωροῦν τόν παρόντα βίον πορείαν πρός τήν ἀληθινήν ζωήν. Αὐτήν τήν ζωήν ὑπενθυμίζουν αἱ ἑορταί, καθώς καί τήν προσωρινότητα τῶν παρόντων. Ἡ ἑορτή ἔχει οὐσιαστικήν ἐσχατολογικήν ἀναφοράν. Ὄχι μόνον δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπωμεν τό «πανδοχεῖον» ὡς «οἶκον», ἀλλά τρέφει τήν νοσταλγίαν τῆς «πατρίδος». «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ´ 14). Αὐτήν τήν ζωήν τῶν ἐσχάτων ὑμνεῖ ὑπερεχόντως ὁ ἑορταζόμενος σήμερον Μέγας Βασίλειος, ὅστις «ἀπέρριψεν τῶν οὐκ ὄντων τὸν πόθον» καί «χαίρων ἀνεκήρυξεν τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας».
Ἱερώτατοι, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Ἡ κακή ἀλλοίωσις τῶν ἑορτῶν ἤ ἀκόμη ἡ λήθη τοῦ νοήματος τοῦ ἑορτάζειν δέν εἶναι κάτι νέον. Τό παρελθόν δέν εἶναι «ὁ χαμένος παράδεισος». Ὅσον ἄτοπον εἶναι ὅμως νά πιστεύωμεν ὅτι παλαιότερα ἦσαν ὅλα καλύτερα, τόσον λανθασμένον εἶναι νά κλείνωμεν τούς ὀφθαλμούς ἔναντι ὅσων ἀρνητικῶν συμβαίνουν σήμερον. Ἐμφανέστατα ἡ ἐποχή μας ἀπολυτοποιεῖ πλεῖστα ὅσα ἀσήμαντα καί ἀπαξιώνει πολλά σημαντικά. Παραλλήλως πρός τάς ἐκπληκτικάς προόδους, ζῶμεν σήμερον τήν ἀδυσώπητον κοινωνικήν ἀδικίαν, τήν ἀλαζονίαν τῶν ἰσχυρῶν, τήν καταστροφήν τῆς φύσεως, τήν σχάσιν τῶν σχέσεων καί τόσα ἄλλα δεινά. Ζωτικαί ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι ἔδιναν νόημα εἰς τήν ζωήν τῶν ἀνθρώπων, πολύτιμοι παραδόσεις αἰώνων, περιφρονοῦνται καί χλευάζονται. Ἀπεδείχθη περιτράνως ὅτι κάθε βῆμα πρός τά ἐμπρός δέν ἀποτελεῖ πρόοδον.
Ἰσχύει, ἀντιστοίχως, ὅτι κάθε στροφή εἰς τήν παράδοσιν δέν ἀποτελεῖ ὀπισθοδρόμησιν. Ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι μίαν παράδοσιν ἀληθείας, ἐλευθερίας καί φιλανθρωπίας, ἡ ὁποία τροφοδοτεῖ τό παρόν καί τό μέλλον μας, μίαν παρακαταθήκην πίστεως, ἡ ὁποία ἀπελευθερώνει μέσα μας ἀνεξαντλήτους δυνάμεις κατ’ ἀλήθειαν ζωῆς καί διακονίας. Δέν ἀνήκει τό μέλλον εἰς τόν αὐτάρεσκον ἀτομιστήν, εἰς τόν ἄνθρωπον «αὐτοείδωλον», ὁ ὁποῖος ζῇ ἀποκλειστικῶς διά τόν ἑαυτόν του καί ἀρνεῖται νά ἀναγνωρίσῃ εἰς τόν πλησίον τον «ἀδελφόν» τοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνου ὅστις ἀπεκαλύφθη ὡς «Θεὸς μεθ’ ἡμῶν» καί Θεός «ὑπὲρ ἡμῶν».
Ὁ συγκαταβάς τῶν γένει τῶν ἀνθρώπων Σωτήρ ἡμῶν, ἄς χαρίζῃ εἰς ὅλους ἡμᾶς, πρεσβείαις τοῦ «ἐκ Καισαρείας καί Καππαδόκων χώρας» ἱεροφάντορος Μεγάλου Βασιλείου, ἕνα εὐλογημένον καί ἀγλαόκαρπον ἐνιαυτόν μέ ὑγείαν κατ’ ἄμφω καί ἄς κατευθύνῃ τά διαβήματα ἡμῶν εἰς τήν ὁδόν τῆς εἰρήνης, τῆς «πάντα νοῦν ὑπερεχούσης» (Φιλιππ. δ´ 7).

ΠΗΓΗ: http://www.ec-patr.org/

, ,

Σχολιάστε