Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ψυχή

ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ Ο Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ “ΔΙΑΒΑΖΕΙ” ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ (τῆς Ἀπόκρεω)

ΑΓ. ΣΥΜΕΩΝ Ο Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΣ “ΔΙΑΒΑΖΕΙ” ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (τῆς Ἀπόκρεω)

.        Μιὰ ἄλλη “ἀνάγνωση” (ἑρμηνεία) “πνευματικότερη” ἀπὸ τὴν κάπως παρεξηγημένη τῆς “ἱδρυματικῆς φιλανθρωπίας” -καὶ γιὰ τοῦτο εὔπεπτη– ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἐσχάτης Κρίσεως μᾶς δίνει ὁ ἅγ. Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος (ὁ τρίτος ποὺ τιμήθηκε μὲ τὴν ἐπωνυμία Θεολόγος, μετὰ τὸν Μεγαλόπνοο Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη καὶ τὸν Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό) στὴν ἐνάτη Κατήχησή του (S .C. 104, σελ. 114-118).  Ἀποσύρει τὴν προσοχή μας ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς ἐξωστρεφοῦς ἢ ἀκόμα καὶ ἀκτιβιστικῆς “φιλανθρωπίας” καὶ τὴν ἐπικεντρώνει στὸ μόνο μεγάλο θέμα, στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, στὴν φιλανθρωπία ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ ἐπιδείξει καὶ νὰ προσφέρει ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀλλοτριωμένη, διψασμένη, πεινασμένη καὶ φυλακισμένη ἀπὸ τὰ πάθη ψυχή του. Καὶ καταλήγει μὲ τὸ τρομερὸ ἐπιγραμματικό: «Σεαυτὸν οὐκ ἠλέησας, οὐκ ἐλεηθήσῃ: Ἂν δὲν ἐλεήσεις τὸν ἑαυτό σου, δὲν θὰ ἐλεηθεῖς».
.           Σήμερα, ἐποχὴ τῶν μεγάλων παραχαράξεων ἀξίζει ἡ προσέγγιση στὴν πατερικὴ ΧΑΡΑΞΗ.

Τὸ πρωτότυπο κείμενο συνοδεύεται σὲ μερικὰ  κομμάτια ἀπὸ ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικά.

(π. Ἀθ. Σ. Λ.)

.          Πῶς δὲ καὶ οἱ κατὰ τὸ δοκεῖν πτωχοὶ γεγονότες – ὥσπερ Χριστὸς ὁ Θεός, πλούσιος ὤν, ἐπτώχευσε δι᾿ ἡμᾶς- , αὐτοὺς ἡμᾶς ἐλεοῦντες τὸν δι᾿ ἡμᾶς γενόμενον ὡς ἡμεῖς ἐλεεῖν λογιζόμεθα; Νόει μοι καλῶς τὸ λεγόμενον. Ἐγένετο ὁ Θεὸς διὰ σὲ πτωχὸς ἄνθρωπος, γενέσθαι χρεωστεῖς καὶ σύ, ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, ὅμοιος ἐκείνῳ πτωχός. Πτωχὸς ἐκεῖνος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, πτωχός σύ κατά τήν Θεότητα. Σκόπησον (ἐξέτασε) τοίνυν πῶς θρέψεις αὐτόν, πρόσεχε ἀκριβῶς.
.          Ἐπτώχευσεν ἵνα σὺ πλουτήσῃς, ἵνα σοὶ μεταδῷ τοῦ πλούτου τῆς χάριτος αὐτοῦ· διὰ τοῦτο σάρκα ἀνέλαβεν ἐκεῖνος, ἵνα μεταλάβῃς σὺ τῆς ἐκείνου Θεότητος. Ὅταν γοῦν σεαυτὸν πρὸς ὑποδοχὴν αὐτοῦ εὐτρεπίσῃς, τότε ὑποδεχθήσεσθαι αὐτὸν ὑπὸ σοῦ λέγεται. Ὅταν δὲ δι᾿ ἐκεῖνον πεινᾷς σὺ καὶ διψᾷς, τροφὴ ἐκείνῳ καὶ πόσις ταῦτα λογίζεται. Πῶς; Ὅτι διὰ τούτων καὶ τῶν τοιούτων ἔργων καί πράξεων καθαίρεις σου τήν ψυχήν καί τοῦ λιμοῦ καί τοῦ ῥύπου τῶν παθῶν ἀπαλλάττεις σαυτόν· καί ὁ ἀναδεξάμενός σε οὕτω καί ἰδιοποιησάμενος τά κατά σέ πάντα Θεός καί θεόν σε ποιῆσαι ἐπιποθῶν, ὡς ἐκεῖνος ἐγένετο ἄνθρωπος, ἅπερ ποιεῖς σεαυτῷ, ἐκεῖνος ταῦτα πανθάνειν λογίζεται καί λέγει· “Ἐφ᾿ ὅσον ἐποίησας τῇ ἐλαχίστῃ ψυχῇ σου, ἐμοί ἐποίησας”. (Ἐπτώχευσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ πλουτήσεις ἐσύ, γιὰ νὰ σοῦ μεταδώσει ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς Χάριτός Του. Γι᾽ αὐτὸ ἔλαβε σάρκα Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ μεταλάβεις ἐσὺ τῆς Θεότητος Ἐκείνου. Ὅταν λοιπόν εὐτρεπίσεις τὸν ἑαυτό σου πρὸς ὑποδοχή Του, τότε λέγεται ὅτι γίνεται ὑποδοχὴ σ᾽Αὐτὸν ἀπὸ σένα. Κι ὅταν γιὰ Ἐκεῖνον πεινᾶς ἐσὺ καὶ διψᾶς, τότε αὐτὰ [ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα] λογίζονται [θεωροῦνται, “πιάνονται”] γιὰ Ἐκεῖνον τροφὴ καὶ πόση. Πῶς; Διότι μ᾽ αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια ἔργα καὶ πράξεις καθαρίζεις τὴν ψυχή σου καὶ ἀπαλλάττεις τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὸν λιμὸ καὶ τὸν ρύπο τῶν παθῶν. Καὶ ὁ Θεός ποὺ ἔτσι σὲ ἀναδέχθηκε καὶ πῆρε ἀπάνω του σὰν δικά του ὅλα ὅσα σὲ ἀφοροῦν καὶ ποθεῖ δυνατὰ νὰ σὲ κάνει θεό, ὅπως Ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος, ὅ,τι κάνεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου Ἐκεῖνος τὰ λογαριάζει πὼς τὰ παθαίνει ὁ Ἴδιος καὶ λέει: «Ἐφ᾽ ὅσον τὰ ἔκανες γιὰ τὴν ἐλαχίστη ψυχή σου, γιὰ μένα τά ᾽κανες.»)
.            Διὰ ποίων γὰρ ἄλλων ἔργων οἱ ἐν σπηλαίοις καὶ ὄρεσι τῷ Θεῷ εὐηρέστησαν, εἰ μὴ δι᾿ ἀγάπης πάντως καὶ μετανοίας καὶ πίστεως – πάντα γὰρ τὸν κόσμον ἀφέντες καὶ αὐτῷ μόνῳ ἀκολουθήσαντες, διὰ μετανοίας καὶ δακρύων ἐδέξαντό τε αὐτὸν καὶ ἐξένισαν, ἔθρεψάν τε καί διψῶντα ἐπότισαν -, ἄλλως δέ πάντες πάντως οἳ ἐκ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος υἱοὶ Θεοῦ χρηματίζουσιν, ἐλάχιστοι δὲ καὶ κατὰ κόσμον εἰσὶ καὶ πτωχοί; Οἱ οὖν γνόντες ἐν αἰσθήσει ψυχῆς ὅτι υἱοί γεγόνασι τοῦ Θεοῦ, οὐκέτι ἀνέχονται κόσμῳ καλλωπισθῆναι φθαρτῷ, ἐνδεδυμένοι γάρ εἰσι τὸν Χριστόν. Τίς δὲ ἀνθρώπων καταδέξεταί ποτε, πορφύρᾳ βασιλικῇ ἐστολισμένος, ῥυπῶντα και διερρωγότα χιτῶνα ἐπάνω ταύτης ἐνδύσασθαι; Οἱ δέ μὴ τοῦτο εἰδότες καὶ γυμνοί τοῦ βασιλικοῦ ὄντες ἐνδύματος, σπουδάσαντες δέ διά μετανοίας καί τν λλων, ς επομεν, γαθοεργιν καί νδυσάμενοι οτω τὸν Χριστόν, ατὸν κενον νδύουσι τὸν Χριστόν· χριστοὶ γὰρ καὶ αὐτοί, ὡς υἱοί Θεοῦ ἀπό τοῦ θείου βαπτίσματος, πέλουσιν. Εἰ δέ μή τοῦτο ποιήσουσιν, ἀλλά τούς γυμνούς  μέν ἅπαντας, τούς ἐν τῷ κόσμῳ, ἐνδύσουσιν, ἑαυτούς δέ γυμνούς καταλείψουσι, τί ὠφέλησαν; (Ἂν ὅμως δὲν  τὸ κάνουν αὐτό, ἀλλὰ ντύσουν ὅλους γενικῶς τοὺς γυμνούς ποὺ εἶναι στὸν κόσμο καὶ ἀφήσουν (πνευματικὰ) γυμνοὺς τοὺς ἑαυτούς τους, τί ὠφελήθησαν;) Εἶτα πάλιν, ἀδελφοὶ Χριστοῦ οἱ βαπτισθέντες εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λεγόμεθα· καὶ οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ μέλη ἐσμέν αὐτοῦ.
.          Ἀδελφὸς οὖν ὑπάρχων αὐτοῦ καί μέλος, ἐὰν πάντας μὲν ἄλλους τιμήσῃς, ξενίσῃς, θεραπεύσῃς, σεαυτόν δέ παρίδῃς καί διά πάντων οὐκ ἀγωνίσῃ εἰς τό ἀκρότατον τῆς κατά Θεόν πολιτείας καί τιμῆς ἀνελθεῖν, ἀλλά λιμῷ ὀκνηρίας ἤ δίψει ῥᾳθυμίας ἤ φυλακῇ στενωτάτῃ τοῦδε τοῦ ῥυπαροῦ σώματος διά γαστριμαργίας ἤ φιληδονίας τήν σεαυτοῦ ψυχήν καταλείψῃς ῥυπῶσαν, αὐχμῶσαν, ἐν βαθυτάτῳ σκότει κειμένην ὡσεί νεκράν, οὐχί τόν τοῦ Χριστοῦ ἐνύβρισας ἀδελφόν; Οὐχί πεινῶντα αὐτόν καί διψῶντα κατέλιπες; Οὐχί φυλακῇ ὄντα οὐκ ἐπεσκέψω αὐτόν; Τοιγαροῦν καί διά τοῦτο ἀκούσεις· “Σεαυτόν οὐκ ἠλέησας, οὐκ ἐλεηθήσῃ”. (Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶσαι ἀδελφὸς καὶ μέλος Του, ἐὰν τιμήσεις τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς φιλοξενήσεις, καὶ τοὺς φροντίσεις καὶ συγχρόνως παραμελήσεις τὸν ἑαυτό σου καὶ δὲν ἀγωνιστεῖς μὲ ὅλα τὰ μέσα νὰ ἀνέλθεις στὸ ἀκρότατο ἐπίπδεδο τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας καὶ τιμῆς, ἀλλὰ ἐγκαταλείψεις στὸν λιμὸ τῆς ὀκνηρίας ἢ στὴν δίψα τῆς ραθυμίας ἢ στὴν στενωτάτη φυλακὴ αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ ρυπαροῦ σώματος διὰ τῆς γαστριμαργίας ἢ φιληδονίας τὴν ψυχή σου βρωμερή, κατάξερη καὶ πεταμένη στὸ βαθύτατο σκοτάδι σὰν νεκρή, ἄραγε (μὲ ὅλα αὐτά) δὲν καταδικάζεις τὸν ἀδελφὸ τοῦ Χριστοῦ; Ἄραγε δὲν τὸν ἐγκατέλειψες ποὺ ἦταν πεινασμένος καὶ διψασμένος; Ἄραγε δὲν τὸν ἄφησες χωρὶς ἐπίσκεψη ποὺ ἦταν στὴν φυλακή; Χωρὶς ἄλλο λοιπὸν δικαιολογημένα θὰ ἀκούσεις : «Τὸν ἑαυτό σου δὲν ἐλέησες, δὲν θὰ ἐλεηθεῖς».)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ (Ἁγ. Ἰγνατ. Μπριαντσανίνωφ) [Δ´]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Συνομιλία ψυχῆς καὶ νοῦ Γ´
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν νέο (τρίτο) τόμο «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Γ´»
τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 2010, σελ.172. κ. ἑξ.

ΜΕΡΟΣ Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/10/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-α´/
ΜΕΡΟΣ Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/12/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-β´/
ΜΕΡΟΣ Γ´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/13/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-γ´/

ΝΟΥΣ: Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ψυχή, λύνει τὴν ἀπορία μας μὲ τὸν  πιὸ ἱκανοποιητικὸ ὁρισμό. Πολλοὶ ἄνθρωποι, ὡστόσο, ὅταν ἄκουσαν τὸν  λόγο τοῦ Πνεύματος, τὸν  παρανόησαν μὲ τὸν σαρκικό τους λογισμὸ καὶ εἶπαν: «Σκληρὸς εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ποιός μπορεῖ νὰ τὸν  ἀκούει;» Ἄκου, λοιπόν, ψυχή μου, τί εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅποιος θελήσει νὰ σώσει τὴ ζωή του, θὰ τὴν χάσει· κι ὅποιος χάσει τὴν ζωή του γιὰ μένα, θὰ τὴν σώσει». «Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ζωή του, θὰ τὴν χάσει αὐτός, ὅμως, ποὺ δὲν λογαριάζει τὴν ζωή του στὸν  κόσμο αὐτό, θὰ τὴν φυλάξει γιὰ τὴν αἰώνια ζωή».
ΨΥΧΗ: Πρόθυμη εἶμαι νὰ χάσω τὴν ζωή μου, ἂν τὸ προστάζει ὁ Θεός. Ἀλλὰ πῶς νὰ πεθάνω, ἀφοῦ εἶμαι ἀθάνατη; δὲν γνωρίζω κάτι ποὺ  θὰ μποροῦσε νὰ μοῦ στερήσει τὴν ζωή.
ΝΟΥΣ: Μὴ νομίζεις, ψυχή, πὼς ὁ Χριστὸς παραγγέλλει νὰ πεθάνεις μόνο ἐσύ. Ὄχι! τὸ ποτήρι τοῦ θανάτου πρέπει νὰ τὸ μοιραστῶ μαζί σου, πίνοντας μάλιστα πρῶτος ὡς κύριος αἴτιος τῆς κοινῆς μας πτώσεως. Ἡ ἀποφυγὴ τοῦ ποτηρίου αὐτοῦ συνεπάγεται ὄλεθρο, θάνατο πρόσκαιρο καὶ αἰώνιο. Ὁ θάνατος, ποὺ μᾶς ζητάει ὁ Κύριος, δν συνίσταται στν ξόντωση τς πάρξεώς μας, λλ στν ξόντωση το γωισμο, πο τν  ταυτίσαμε μ τὴν ζωή μας. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι στρεβλὴ ἀγάπη τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἴδιο του τὸν  ἑαυτό. Ὁ ἐγωισμὸς θεοποιεῖ τὴν μεταπτωτικὴ ψευδώνυμη σοφία του καὶ προσπαθεῖ πάντοτε νὰ ἱκανοποιεῖ τὸ μεταπτωτικὸ θέλημά του, ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ ψεῦδος. Ὡς πρὸς τὴν σχέση του μὲ τὸν πλησίον, ὁ ἐγωισμὸς ἐκδηλώνεται εἴτε μὲ ἀvτιπάθεια εἴτε μὲ ἀνθρωπαρέσκεια, δηλαδὴ μὲ κάποιο πάθος. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἐγκόσμια πράγματα τὰ κακομεταχειρίζεται, τὰ χρησιμοποιεῖ μὲ ἐμπάθεια. Ὅπως ἡ ἀγάπη δένει σὲ τέλειο σύνολο ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ἀποτελεῖ τὴν τέλεια ἐκπλήρωσή τους, ἔτσι κι ὁ ἐγωισμὸς δένει ὅλα τὰ πάθη καὶ ἀποτελεῖ τὴν τελεία ἐκπλήρωσή τους.
.      Γιὰ νὰ θανατώσω τὸν  ἐγωισμό μου, πρέπει ν’  ἀπαρνηθῶ ὅλους «τοὺς ἀπατηλοὺς καὶ κούφιους συλλογισμοὺς τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας, ποὺ στηρίζονται σὲ ἀνθρώπινες παραδόσεις καὶ σὲ μία ἐσφαλμένη πίστη στὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου». Πρέπει ν’  ἀποκτήσω βαθιὰ συναίσθηση τῆς πνευματικῆς μου φτώχειας. Καί, γυμνὸς μέσα σ’  αὐτὴ τὴ φτώχεια, λουσμένος στὰ δάκρυα τοῦ πένθους, μαλακωμένος μὲ τὴν πραότητα, τὴν καθαρότητα καὶ τὸ ἔλεος, νὰ δεχθῶ τὸν  τρόπο σκέψεως ποὺ εὐδόκησε νὰ χαράξει πάνω μου τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Λυτρωτῆ μου. Κι αὐτὸ τὸ χέρι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο.
.      Ὅσο γιὰ σένα, ψυχή, πρέπει ν’  ἀπαρνηθεῖς τὸ θέλημά σου, ἔστω κι ἂν αὐτὴ ἡ ἀπάρνησή σου φαίνεται βαριά, ἔστω κι ἂν στὰ αἰσθήματα καὶ τὶς τάσεις τῆς καρδιᾶς σου δὲν βρίσκεις κανένα σφάλμα, κανένα κακό. Ἀντὶ γιὰ τὸ δικό σου θέλημα, νὰ κάνεις τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας, κι ἂς εἶναι αὐτὸ σκληρὸ γιὰ τὴν ἐγωιστική σου καρδιά!
.      Νά, λοιπόν, ποιὸ θάνατο ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Θεός: Μᾶς ζητάει νὰ θανατώσουμε ἑκούσια τὸν  θάνατο ποὺ ζεῖ μέσα μας, καὶ νὰ λάβουμε ὡς δῶρο τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ζωὴ ποὺ ξεχύνεται ἀπὸ τὸν  Κύριο Ἰησοῦ.
ΨΥΧΗ: Ἀποφασίζω ν’  ἀποκτήσω αὐταπάρνηση! Καὶ μόνο ἀπὸ τὰ λόγια σου γι’  αὐτήν, ἄρχισα κιόλας νὰ αἰσθάνομαι χαρὰ καὶ παρηγοριά. Ἂς ἀφήσουμε τὴν ζωὴ ποὺ  γεννᾶ τὴν ἀπελπισία. Ἂς δεχθοῦμε τὸν  θάνατο ποὺ  ἐγγυᾶται τὴν σωτηρία. Ὁδήγησέ με, νοῦ, στὰ ἴχνη τῶν θελημάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἐσὺ μεῖνε σταθερὰ προσκολλημένος στὸν Λόγο ἐκεῖνο ποὺ  εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «Ὅποιος μένει ἑνωμένος μαζί μου κι ἐγὼ μαζί του, αὐτὸς δίνει πολὺ καρπό, γιατί χωρὶς ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτα». Ἀμήν.

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ (Ἁγ. Ἰγνατ. Μπριαντσανίνωφ) [B´]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Συνομιλία ψυχῆς καὶ νοῦ Β´
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν νέο (τρίτο) τόμο «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Γ´» τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 2010, σελ.172. κ. ἑξ.

ΜΕΡΟΣ Α´ https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/01/10/συνομιλία-ψυχῆς-καὶ-νοῦ-α´/

ΝΟΥΣ: Ἡ ἀπάντησή μου δὲν θὰ σὲ παρηγορήσει. Κι ἐγώ, ὅπως κι ἐσύ, ψυχή, πολεμοῦμαι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἑπομένως, ὅσα εἶπες μου εἶναι γνωστά. Πῶς, λοιπόν, μπορῶ νὰ σὲ βοηθήσω, ὅταν καὶ σ’  ἐμένα ἔχουν καταφερθεῖ θανάσιμα χτυπήματα, ὅταν κι ἐγὼ ἔχω στερηθεῖ τὴ δύναμη νὰ ἐνεργῶ αὐτεξούσια; Κατὰ τὴν ἀεικινησία μου, δηλαδὴ τὴν ἀδιάκοπη κίνησή μου δίχως περιορισμούς, ἡ ὁποία μου δόθηκε ἀπὸ τὸν  Πλάστη ὡς φυσικὸ ἰδίωμα (βλ. Ὁσίου Καλλίστου Καωταφυγιώτου, Περὶ θείας ἑνώσεως καὶ βίου θεωρnτικοῦ, γ’.), δέχομαι διαρκῶς τὴν ἐπίδραση τῆς ἁμαρτίας, ποὺ  μὲ τραυματίζει καὶ μὲ συνταράζει. Ἡ ἐπίδραση αὐτὴ μὲ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν  Θεὸ καὶ τὴν αἰωνιότητα, μὲ τραβᾶ στὴν  ἀπάτη τοῦ μάταιου καὶ περαστικοῦ κόσμου, στὴν  ἀπάτη τοῦ ἑαυτοῦ μου, στὴν  ἀπάτη σου, ψυχή, στὴν  ἀπάτη τῆς ἁμαρτίας, στὴν  ἀπάτη τῶν δαιμόνων.
.      Τὸ μεγαλύτερο πρόβλημά μου εἶναι ἡ ἀκατάπαυστη βία ποὺ  ἀσκεῖ πάνω μου ὁ περισπασμός. Μόλις μὲ χτυπήσει, ἀρχίζω νὰ περιπλανιέμαι σ’  ὅλη τὴν οἰκουμένη, δίχως ἀνάγκη καὶ ὠφέλεια, σὰν τὰ πονηρὰ πνεύματα. Θέλω νὰ σταματήσω, μὰ δὲν μπορῶ. Ὁ περισπασμὸς μὲ ἁρπάζει καὶ μὲ παρασύρει τόσο βίαια, ποὺ  δὲν δίνω προσοχή, ὅπως πρέπει, οὔτε σ’  ἐσένα, ψυχή, οὔτε στὸν ἑαυτό μου οὔτε στὸν  λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικὰ ἐμφανίζομαι προσεκτικός, ἀλλὰ τὴν ἴδια ὥρα, προσπαθώντας νὰ αὐτοσυγκεντρωθῶ, ἀθέλητα ξεφεύγω, παρασύρομαι πολὺ μακριὰ καὶ ἀσχολοῦμαι μὲ θέματα ὄχι ἁπλῶς ἀσήμαντα ἢ ἀνώφελα, ἀλλὰ καὶ βλαβερά. Ἔτσι, δὲν μπορῶ νὰ προσφέρω στὸν  Θεὸ προσευχὴ δυνατὴ καὶ ἀληθινή, προσευχὴ σφραγισμένη μὲ τὸν  φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ θὰ ἐξαφάνιζε τὸν  περισπασμὸ καὶ θὰ ἔκανε τοὺς λογισμούς μου νὰ ὑποταχθοῦν σ’  ἐμένα. Καὶ ὅταν οἱ λογισμοὶ ὑποτάσσονται στὸν  νοῦ μὲ τὸν  φόβο τοῦ Θεοῦ, τότε ἔρχονται σ’  ἐσένα, ψυχή, ἡ καρδιακὴ συντριβὴ καὶ ἡ κατάνυξη. Ἐξ αἰτίας, λοιπόν, τοῦ δικοῦ μου περισπασμοῦ παραμένεις ἐσὺ σκληρὴ καὶ ἀναίσθητη. Ἡ σκληρότητα καὶ ἡ ἀναισθησία σου, πάλι, αὐξάνουν τὸν  δικό μου περισπασμό, κι ἔτσι δημιουργεῖται ἕνας φαῦλος κύκλος.
.      Ὁ περισπασμὸς εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας μου στὸν  ἀγώνα ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν λογισμῶν, καθώς μου φέρνει σκοτισμὸ καὶ βάρος. Ἔτσι, ὅταν μὲ πλησιάζει ἕνας ἁμαρτωλὸς λογισμός, δὲν τὸν  ἀντιλαμβάνομαι ἔγκαιρα, ἂν μάλιστα καλύπτεται πίσω ἀπὸ κάποια δικαιολογία. Ἂν πάλι εἶναι ἀπροκάλυπτος, ἀντιστέκομαι καὶ τὸν  ἀντιμάχομαι, ἀλλὰ δίχως ἀποφασιστικότητα καὶ ἀπέχθεια. Ἀρχίζω νὰ μιλῶ μ’  αὐτόν, τὸν  φονιά μου. Εὐφραίνομαι μὲ τὸ θανάσιμο δηλητήριο ποὺ  μὲ πονηριὰ ρίχνει μέσα μου. Σπάνια ἀναδεικνύομαι νικητής. Συνήθως εἶμαι ὁ νικημένος.
.      Ἀπὸ τὸν  συνεχῆ περισπασμό, μὲ κυριεύει ἡ λήθη. Λησμονῶ τὸν  Θεό. Λησμονῶ τὴν αἰωνιότητα. Λησμονῶ πόσο μάταιος, πόσο ἐφήμερος, πόσο ἀπατηλὸς εἶναι ὁ κόσμος, καὶ ἑλκύομαι ἄπ’  αὐτόν, παρασύροντας, ψυχή, κι ἐσένα. Λησμονῶ τὰ ἁμαρτήματά μου. Λησμονῶ τὶς πτώσεις μου. Λησμονῶ τὴν οἰκτρὴ κατάστασή μου.
.       Μέσα στὸν  σκοτισμό μου καὶ τὴν αὐταπάτη μου, ἀρχίζω νὰ ἀποδίδω στὸν  ἑαυτό μου ἀξία. Συνάμα ἀρχίζω νὰ ζητῶ ἀναγνώριση αὐτῆς τῆς ἀξίας ἀπὸ τὸν  ψεύτικο κόσμο, τὸν  κόσμο ποὺ  εἶναι πρόθυμος νὰ συμφωνήσει μαζί μου στιγμιαία, γιὰ νὰ μὲ χλευάσει ἔπειτα μὲ περισσὴ κακότητα. Ἀξία, ὅμως, δὲν ὑπάρχει σὲ κανέναν μας. Ἡ ἀξία μᾶς ἑξανεμίστπκε μὲ τὴν προπατορικὴ πτώση. Δίκαια, λοιπόν, θὰ ἀξιολογήσει κάθε ἄνθρωπος τὸν  ἑαυτό του, ἄν, ὅπως συμβουλεύει κάποιος μεγάλος ἀσκητής, τὸν  θεωρήσει ἕνα σίχαμα [Κάποιος γέροντας ρώτησε τὸν  ὅσιο Σισώη τὸν  Μέγα: “Πῶς λέει ἕνας ψαλμὸς ὅτι εἶναι τὰ εἴδωλα;”. Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε: “Ἡ Γραφὴ λέει γιὰ τὰ εἴδωλα ὅτι στόμα ἔχουν ἀλλὰ δὲν μιλοῦν, μάτια ἔχουν ἀλλὰ δὲν βλέπουν, αὐτιὰ ἔχουν ἀλλὰ δὲν ἀκοῦνε (βλ. Ψάλμ. ρλδ´16-17). Ἔτσι ὀφείλει νὰ εἶναι καὶ ὁ μοναχός. Λέει, ἐπίσης, ἡ Γραφὴ ὅτι τὰ εἴδωλα εἶναι σιχαμερὰ (βλ. Δευτ. κζ´15). Ἔτσι καὶ ὁ μοναχὸς ἂς θεωρεῖ τὸν  ἑαυτὸ τοῦ ἕνα σίχαμα”. (Βλ. τὸ Μέγα Γεροντικόν, τ. Δ’, κέφ. Ε’, 164)].
.    Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ ἀδύναμο καὶ ἀσήμαντο πλάσμα, πού, μολονότι ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία τὸ ἔφερε στὴν ὕπαρξη ὁ Θεός, πολεμάει τὸν  παντοδύναμο Πλάστη του καὶ Δημιουργὸ ὅλου του κόσμου, ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ πλάσμα, ποῦ, μολονότι δὲν εἶχε τίποτα δικό του, μολονότι ὅλα τὰ πῆρε ἀπὸ τὸν Θεό, ἐπαναστάτησε ἐναντίον Του; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτὸ τὸ πλάσμα, ποὺ  τόλμησε μέσα στὴν  παραδείσια μακαριότητα ὄχι μόνο v’  ἀκούσει πρόθυμα τὴν φοβερὴ καὶ βλάσφημη συκοφαντία τοῦ διαβόλου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ν’  ἀποδείξει χωρὶς χρονοτριβῆ τὴν συγκατάνευσή του στὴν  βλάσφημη συκοφαντία μὲ τὴν καταπάτηση τῆς ἐντολῆς Του; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα ὁ νοῦς ποὺ ἔγινε δοχεῖο καὶ γεννήτορας ἀλλεπαλλήλων κακῶν λογισμῶν, λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ μοχθηρῶν, λογισμῶν ἀντιθέων; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα ἡ ψυχὴ στὴν ὁποία μόνιμα φωλιάζουν βίαια καὶ τερατώδη πάθη σὰν φαρμακερὰ ἑρπετά, σὰν φίδια καὶ σκορπιοὶ σὲ βαθιὰ τάφρο; πῶς νὰ μὴν εἶναι ἕνα σίχαμα τὸ σῶμα ποῦ γεννήθηκε μέσα στὴν ἁμαρτία, τὸ σῶμα ποῦ ἔγινε ὄργανο ἁμαρτίας στὴ διάρκεια τῆς σύντομης ἐπίγειας ζωῆς του, τὸ σῶμα ποῦ ἔγινε πηγὴ τῆς δυσοσμίας τοῦ θανάτου στὸ τέλος τῆς ζωῆς αὐτῆς;
.     Ἐσὺ κι ἐγώ, ψυχή, ἀποτελοῦμε ἑνιαία πνευματικὴ ὕπαρξη. Ἡ ἁμαρτία, ὅμως, ὄχι μόνο ἔφθειρε αὐτὴ τὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ καὶ τὴν διχοτόμησε σὲ μέρη αὐτόνομα, ποὺ  βρίσκονται σχεδὸν πάντοτε σὲ ἀντίθεση. Χωριστήκαμε, λοιπόν, καὶ ἀποκτήσαμε ἀμοιβαία ἐχθρότητα. Μὰ χωριστήκαμε κι ἀπὸ τὸν  Θεό! Ἡ ἁμαρτία, ποὺ  ζεῖ μέσα μας, μᾶς ἔφερε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν  ἴδιο τὸν  πανάγιο καὶ πανυπερτέλειο Θεό!

ΨΥΧΗ: Θλιβερὴ ἡ ἀπάντησή σου ἀλλὰ σωστή. Εἶναι, πάντως, καὶ μερικῶς παρήγορη, καθώς, διαπιστώνοντας τὴν πλήρη ὁμοιότητα καὶ τὴν κοινὴ αἰτία τῆς δεινῆς μας καταστάσεως, μποροῦμε νὰ μοιραστοῦμε τὴ θλίψη μας ἀλλὰ καὶ νὰ ἀλληλοβοηθηθοῦμε. Πές μου, πῶς θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ σύγχυσή μας; Παρατήρησα ὅτι τὰ δικά μου αἰσθήματα ἀντιστοιχοῦν πάντοτε στοὺς δικούς σου λογισμούς. Ἡ καρδιὰ δὲν μπορεῖ νὰ παλεύει γιὰ πολὺ μὲ τὸν  λογισμό. Ἀργὰ ἢ γρήγορα ὑποτάσσεται σ’  αὐτόν. Ἀντιστέκεται καμιὰ φορᾶ, ἀλλὰ μόνο γιὰ λίγο. Νοῦ, γίνε ὁδηγὸς στὴν  κοινή μας σωτηρία!

 


, , , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΥ (Ἁγ. Ἰγνατ. Μπριαντσανίνωφ) [Α´]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Συνομιλία ψυχῆς καὶ νοῦ
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν νέο (τρίτο) τόμο «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Γ´» τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ, 2010, σελ.172. κ. ἑξ.

ΨΥΧΗ: Θλίψη ἀνυπόφορη αἰσθάνομαι. Πουθενὰ δὲν βρίσκω χαρὰ καὶ παρηγοριά, οὔτε μέσα μου οὔτε γύρω μου. Δὲν μπορῶ νὰ βλέπω συνέχεια στὸν  κόσμο τὴν πλάνη, τὴν ἀπάτη, τὴν ψυχοκτονία, τὸ ἀφηρημένο κοίταγμα τοῦ κόσμου. Οἱ λίγες ἀπρόσεκτες ματιὲς στοὺς πειρασμούς του καὶ ἡ παιδιάστικη, ἀπὸ ἔλλειψη πείρας, ἐμπιστοσύνη μου σ’ αὐτὸν τράβηξαν ἐπάνω μου τὰ φαρμακερά του βέλη, ποὺ  μὲ γέμισαν θανάσιμες πληγές.
.     Γιατί νὰ κοιτάζω τὸν  κόσμο; Γιατί νὰ τὸν  περιεργάζομαι, γιατί νὰ μαθαίνω κάθε λεπτομέρειά του, γιατί νὰ ἀφοσιώνομαι σ’ αὐτόν, ἀφοῦ εἶμαι μιὰ φευγαλέα σελίδα στὸ πελώριο βιβλίο του; Ὁπωσδήποτε θὰ τὸν  ἀφήσω κάποτε, μόνο ποὺ  δὲν γνωρίζω τὸ πότε. Κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα πρέπει νὰ εἶμαι ἕτοιμη γιὰ τὴ μετάβασή μου στὴν αἰωνιότητα. Ὅσο κι ἂν παραταθεῖ ἡ περιπλάνησή μου στὴν  ἔρημο τοῦ κόσμου τούτου, αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὴν  ἀτέλειωτη αἰωνιότητα, ὅπου δὲν ὕπαρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ὧρες, τὶς μέρες, τὰ χρόνια καὶ τὶς ἐκατονταετίες. Ὁ ἴδιος ὁ κόσμος μὲ ὅλα τὰ τεράστια κατασκευάσματά του θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει: «Ἡ γῆ, ὅπως καὶ ὅλα ὅσα θὰ ἔχουν γίνει πάνω σ’  αὐτήν, θὰ κατακαοῦν» ( Β´ Πέτρ. γ´10). Θὰ κατακαοῦν, γιατί εἶναι καρποὶ τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν ἀνθρώπων.
.      Οἱ πληγές, ποὺ μοῦ προξένησε ὁ κόσμος, μ’ ἔκαναν νὰ τὸν ἀποστραφῶ. Αὐτὴ ἡ ἀποστροφή, ὡστόσο, δὲν μὲ φύλαξε ἀπὸ νέες πληγές. Δὲν θέλω νὰ βρίσκομαι μέσα στὸν  κόσμο! Δὲν θέλω νὰ ὑποτάσσομαι στὸν  κόσμο! Δὲν θέλω νὰ τὸν  ὑπηρετῶ! Δὲν θέλω οὔτε νὰ τὸν  βλέπω! Ἀλλὰ αὐτὸς ἀπὸ παντοῦ μὲ παρακολουθεῖ. Βίαια μὲ κυριεύει. Παρουσιάζεται μπροστά μου μὲ ὀμορφιὰ σαγηνευτική. Μὲ παραλύει, μὲ σημαδεύει, μὲ χτυπᾶ, μὲ σκοτώνει. Κι ἐγώ, ἔχοντας πάντα μέσα μου τὴν τάση πρὸς τὴν αὐταπάτη, τὴν πλάνη καὶ τὴν ἁμαρτία, συνεχίζω νὰ ἐξαπατῶμαι ἀπὸ τὸν κόσμο. Χωρὶς νὰ τὸν βλέπω, ἑλκύομαι ἀθέλητα ἀπ’  αὐτόν. Μὲ βουλιμία πίνω τὸ φαρμάκι του. Βαθιὰ καρφώνονται μέσα μου τὰ βέλη ποὺ μοῦ πετᾶ.
.      Παίρνω τὸ βλέμμα μου ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸ στρέφω βαρύθυμο καὶ ἐρευνητικὸ στὸν  ἴδιο μου τὸν ἑαυτό. Δὲν βρίσκω τίποτα τὸ παρήγορο μέσα μου, ὅπου κοχλάζουν ἀναρίθμητα ἁμαρτωλὰ πάθη! Συνέχεια μολύνομαι μὲ διάφορα ἁμαρτήματα. Ἄλλοτε βασανίζομαι ἀπὸ τὴ μνησικακία καὶ τὴν ὀργή, ἄλλοτε καίγομαι ἀπὸ τὴν σαρκικὴ ἐπιθυμία καὶ τὴ σαρκικὴ πύρωση. Ἡ φαντασία μου κινητοποιεῖται ἀπὸ κάποιαν ἐνέργεια ξένη, ἐχθρική. Σκανδαλιστικὲς μορφὲς παρουσιάζονται μπροστά μου καὶ μὲ παρακινοῦν νοερὰ νὰ ἁμαρτήσω, νὰ γευθῶ τὴν ὀλέθρια ἡδονή. Δὲν ἔχω τὴν δύναμη νὰ τρέξω μακριὰ ἀπὸ τὶς προκλητικὲς εἰκόνες. Αὐθόρμητα καὶ ἀναπότρεπτα κολλᾶνε πάνω τους τὰ ἀρρωστημένα μου μάτια. Καὶ νὰ τρέξω ποῦ; Ἔτρεξα κάποτε στὴν  ἔρημο. Μὲ ἀκολούθησαν κι ἐκεῖ οἱ παραστάσεις τῆς ἁμαρτίας. Κι ἔπεσαν πάνω μου μὲ ζωντάνια μεγαλύτερη, μὲ διάθεση φονική.
.     Ἀνύπαρκτες εἶναι ὅλες αὐτὲς οἱ εἰκόνες. Ἀπάτη καὶ πλάνη εἶναι καὶ οἱ ἴδιες καὶ ἡ αἴσθησή τους καὶ ἡ ὀμορφιά τους. Εἶναι, ὡστόσο, τόσο ζωντανές, ποὺ τίποτα, μήτε ὁ χρόνος μήτε τὰ γεράματα, δὲν μπορεῖ νὰ τὶς νεκρώσει. Βέβαια, τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας τὶς σβήνουν ἀπὸ τὴν φαντασία, μὰ τέτοια δάκρυα δὲν ἔχω. Καὶ ἡ ταπεινὴ προσευχή, ἐπίσης, ἑνωμένη μὲ τὸ ἐγκάρδιο πένθος, τὶς ἐξαφανίζει, μὰ τέτοια προσευχὴ δὲν ἔχω. Ἡ καρδιά μου στερεῖται τὴν κατάνυξη, στερεῖται τὸ σωτήριο κλάμα, εἶναι σὰν μιὰ ἀναίσθητη πέτρα.
.     Τὴν φρικτή μου ἁμαρτωλότητα σπάνια τὴν συναισθάνομαι. Ἂν ὑπάρχει μέσα μου κάτι καλό, αὐτὸ ἔχει ἀναμειχθεῖ μὲ τὸ κακὸ καὶ ἔχει γίνει κακό, ὅπως γίνεται δηλητήριο ἀκόμα κι ἡ πιὸ ἐκλεκτὴ τροφή, ὅταν ἀναμειχθεῖ μὲ δηλητήριο. Λησμονῶ, ὡστόσο, τὴ δεινή μου κατάσταση, λησμονῶ ὅτι τὸ καλό, πού μοῦ δόθηκε κατὰ τὴν πλάση μου, ἐξασθένησε καὶ ἀλλοιώθηκε κατὰ τὴν πτώση. Βλέπω μέσα μου τὸ καλὸ καὶ πιστεύω πὼς εἶναι ἀκέραιο καὶ ἄσπιλο. Γι’  αὐτὸ καὶ ἀρχίζω νὰ κυριεύομαι ἀπὸ τὸν  αὐτοθαυμασμό.
.     Ἡ ὑπερηφάνειά μου μὲ ἁρπάζει ἀπὸ τὸν εὔφορο ἀγρὸ τῆς μετανοίας καὶ μὲ μεταφέρει σὲ χώρα μακρινή, σὲ χώρα ἄγονη καὶ ἄκαρπη, σὲ χώρα γεμάτη ἀγκάθια καὶ τριβόλια -τὴν χώρα τοῦ ψεύδους, τῆς αὐταπάτης, τῆς καταστροφῆς. Σταματῶ, λοιπόν, νὰ τηρῶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀρχίζω νὰ ὑπακούω στὶς ὑποβολὲς τῆς καρδιᾶς μου, νὰ ἀκολουθῶ τὰ αἰσθήματά της, νὰ ἐκτελῶ τὸ θέλημά της. Τολμῶ νὰ ἀποκαλῶ καλὰ τὰ αἰσθήματα τῆς πεσμένης μου φύσεως καὶ ἀρετὴ τὴν διαγωγή της. Τολμῶ νὰ πιστεύω ὅτι γι’ αὐτὰ τὰ καλὰ καὶ γι’ αὐτὴ τὴν ἀρετὴ εἶμαι ἄξια βραβείων ἐπιγείων καὶ ἐπουρανίων, ἀνθρωπίνων καὶ θείων. Ἀντίθετα, ὅταν ἀγωνιζόμουν νὰ τηρῶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἀσκοῦσα βία στὴν  καρδιά μου καὶ δὲν ἔδινα καμιὰ σημασία στὶς ὑποβολὲς καὶ τὸ θέλημά της, τότε ἔνιωθα ὀφειλέτρια πρὸς τὸν  Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, δούλη ἄπιστη καὶ ἄχρηστη!
.       Ὅταν πιάστηκα στὰ δίχτυα τῆς αὐταπάτης, ἐμφανίστηκαν μέσα μου ἡ λύπη, ἡ ἀκηδία κι ἕνα ζοφερὸ σκοτάδι. Ἡ λύπη μὲ ἐμποδίζει ἀπὸ κάθε ἀγαθὴ πράξη. Ἡ ἀκηδία μοῦ ἀφαιρεῖ τὴ δύναμη νὰ παλεύω μὲ τὴν ἁμαρτία. Καὶ τὸ σκοτάδι -συνέπεια τῆς λύπης καὶ τῆς ἀκηδίας –μοῦ κρύβει τὸν  Θεό. Ἡ κρίση Του εἶναι ἀδέκαστη καὶ τρομερή. Ὑποσχέθηκε νὰ βραβεύσει τὴ χριστιανικὴ ἀρετή. Ὑποσχέθηκε καὶ νὰ τιμωρήσει τὴν περιφρόνηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῶν ἁγίων νόμων Του. Ἐγώ, ὡστόσο, ἁμαρτάνω ἄφοβα, καὶ ἡ συνείδησή μου σωπαίνει, σὰν νὰ εἶναι νεκρωμένη ἢ κοιμισμένη. Σπάνια, πολὺ σπάνια ἔρχεται κάποια στιγμὴ κατανύξεως, φωτὸς καὶ ἐλπίδας. Τότε νιώθω διαφορετικά. Ἀλλὰ ἡ φωτεινὴ αὐτὴ στιγμὴ εἶναι φευγαλέα. Ὁ οὐρανός μου δὲν εἶναι συχνὰ καθαρός. Σὰν μαῦρα σύννεφα μὲ πλησιάζουν πάλι τὰ πάθη καὶ μὲ ρίχνουν στὸ σκοτάδι, στὴ σύγχυση, στὴν  ἀμηχανία, στὴν  ἄβυσσο τῆς καταστροφῆς.
.      Νοῦ μου! Ἐσὺ εἶσαι χειραγωγὸς τῆς ψυχῆς. Νουθέτησέ με, λοιπόν! Βάλε μέσα μου τὴν εὐλογημένη εἰρήνη! Δίδαξέ με πῶς νὰ κλείσω τὴν πόρτα μου στὶς ἐντυπώσεις τοῦ κόσμου καὶ πῶς νὰ χαλιναγωγήσω, πῶς νὰ καταστείλω τὰ πάθη ποὺ  ξεσηκώνονται μέσα μου. Ὁ κόσμος καὶ τὰ πάθη πόσο μ’  ἔχουν ταλαιπωρήσει, πόσο μ’  ἔχουν βασανίσει …

συνεχίζεται

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

, ,

Σχολιάστε