Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ψυχή

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ καὶ ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ (Ἀρχιμ. Ἀθαν. Ἀναστασίου)

«Τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί τά μετά θάνατον»

τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου

Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων,
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

«Τίς ἐ­στιν ἄν­θρω­πος ὅς ζή­σε­ται καί οὐκ ὄ­ψε­ται θά­να­τον;»[1]­.

.                     Τό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τό τοῦ ψαλ­μω­δοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ταυ­τό­χρο­να τήν βε­βαι­ό­τη­τα, ἀλ­λά καί τήν βα­θειά ἀ­γω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, πού τόν ἀ­κο­λου­θεῖ σέ ὅ­λη τήν ἐ­πί­γεια ζω­ή του. Τό ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ θα­νά­του, ὅ­πως καί τῆς ζω­ῆς, ἀ­πα­σχο­λεῖ δι­α­χρο­νι­κά τόν ἄν­θρω­πο, ἀ­πό τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα μέ­χρι καί σή­με­ρα. Ἀ­πο­τε­λεῖ τήν μό­νι­μη πη­γή τῶν ἀμ­φι­βο­λι­ῶν καί τῆς ἀ­γω­νί­ας του· γε­ννᾶ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά καί ἀ­δι­έ­ξο­δα· δη­μι­ουρ­γεῖ ἐ­να­γώ­νια δι­λή­μμα­τα· τρο­φο­δο­τεῖ καί ἀ­να­πα­ρά­γει τήν κε­νό­τη­τα καί τό ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το.

Τί εἶναι ὁ θάνατος

.                      Γιὰ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀν­τί­λη­ψη τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­τε­λεῖ τήν τρα­γι­κό­τε­ρη ἐκ­δή­λω­ση τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­φοῦ ση­μαί­νει τόν βί­αι­ο καί ὁ­ρι­στι­κό τερ­μα­τι­σμό της. Ὁ Πλά­τω­νας ἔ­λε­γε ὅ­τι φι­λο­σο­φί­α εἶ­ναι ἡ με­λέ­τη τοῦ θα­νά­του[1][2]. Τό φαι­νό­με­νο τοῦ θα­νά­του εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο πρό­βλη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά καί ὁ­λό­κλη­ρης τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας.
.                     Σύμ­φω­να μέ τήν ἰ­α­τρι­κή, θά­να­τος εἶ­ναι ἡ ὁ­ρι­στι­κή παύ­ση ὅ­λων τῶν βι­ο­λο­γι­κῶν λει­τουρ­γι­ῶν πού ὑ­πο­στη­ρί­ζουν τήν δι­α­βί­ω­ση ἑ­νός ὀρ­γα­νι­σμοῦ. Γιά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ὁ θάνατος εἶναι ἕνα μυστήριο. Εἶναι τό μυστήριο τοῦ χωρισμοῦ ἤ τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα καί ἡ μετάβαση ἀπό τόν φθαρτό ὑλικό κόσμο στήν αἰώνια ζωή.
.                     Τό ὅλο θέμα, βεβαίως, εἶναι τεράστιο καί δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ στά πλαίσια τῆς παρούσης ὁμιλίας. Θά παρουσιασθεῖ, ὅμως, διεξοδικά σέ κάποιο ἀντίστοιχο ἔντυπο πού θά ἐκπονηθεῖ καί θά κυκλοφορήσει σύντομα. Στό ἔντυπο αὐτό θά συμπεριλαμβάνονται ὅλα τά σχετικά πατερικά κείμενα καί θεολογικά βοηθήματα, στά ὁποῖα θά μπορεῖ κανείς νά ἀνατρέξει. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού κάποιες ἀπό τίς πτυχές του θά ἀναπτυχθοῦν μόνον ἐπιγραμματικά ἤ καί θά παραλειφθοῦν. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ χαρακτήρας καί τό περιεχόμενο τοῦ θέματος, προσθέτουν μία ἐπιπλέον δυσκολία τόσο στήν ἑρμηνεία καί τήν ἀνάπτυξή του ὅσο καί στήν κατανόησή του.

Ὀρθόδοξη κοσμολογία καί ἀνθρωπολογία

.                     Γιά νά, προσεγγίσουμε, ὅμως, καλύτερα τό μυστήριο τοῦ θανάτου, τήν αἰτία καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο εἰσῆλθε ὁ θάνατος στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν κτίση, θά πρέπει νά ἀναφερθοῦμε συνοπτικά στά βασικά χαρακτηστικά τῆς ὀρθοδόξου κοσμολογίας καί κυρίως τῆς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.                     Στήν ἀρχή τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου διαβάζουμε: «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος καί ὁ Λό­γος ἦν πρός τόν Θε­όν[2][3]». Μι­λώ­ντας, βε­βαί­ως γι­ά τόν Θε­ό, ἀ­να­φε­ρό­μα­στε φυ­σι­κά στήν ὕ­παρ­ξη καί ὄ­χι στήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός δέν δη­μι­ουρ­γεῖ­ται, ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει πρίν ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη δη­μι­ουρ­γί­α, ὑ­πάρ­χει πρίν ἀ­πό τόν χρό­νο καί ἔ­ξω ἀ­πό τόν χρό­νο. Σύμ­φω­να μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α, ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἄ­ναρ­χος, ἄ­κτι­στος, ἀ­τε­λεύ­τη­τος, ἀΐδιος, ἀπερινόητος, ἀπερίγραπτος, ἀνεξιχνίαστος, ἀθέατος, ἀνείδεος, ἄρρητος, ἀπρόσιτος, ἀνόμοιος, ἀφιλοσόφητος, ἀνέκφραστος, ἀχώρητος, καί πάντων ἐπέκεινα.
.                     Ὁ Θεός δέν εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα, ἀλλά ὁ Δημιουργός τοῦ σύμπαντος κόσμου. Δημιουργεῖ τόν κόσμο κινούμενος ἀ­πό τήν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη καί εὐ­σπλα­χνί­α Του. Γι­ά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου ὁ Θε­ός δέν χρη­σι­μο­ποι­εῖ κά­ποι­α προϋ­πάρ­χου­σα ὕ­λη, δέν με­τα­πλά­θει ἤ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γεῖ κά­τι πού ἤ­δη ὑ­πῆρ­χε, ἀλ­λά δη­μι­ουρ­γεῖ τά πάντα ἐξαρ­χῆς, ἐκ τοῦ μή ὄ­ντος. Γι’ αὐτό καί εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατες, ἐπιπόλαιες καί ἀφελεῖς οἱ ποικίλες ὑλιστικές θεωρίες πού ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ὕλη εἶναι δῆθεν αὐθύπαρκτη ἤ ὅτι δῆθεν αὐτοοργανώθηκε καί ἐξελίχθηκε σέ δημιουργία τοῦ σύμπαντος.
.                     Πρίν ἀπό τήν δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ καί ὑλικοῦ κόσμου, ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν ἀόρατο καί νοητό κόσμο, δηλαδή τούς ἀγγέλους. Οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι σὲ σύγκριση μὲ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι κτιστός καί ὑλικός. Σέ σύγκριση δέ μέ τόν Θεό, πού εἶναι ὁ μόνος ἄυλος καί ἄκτιστος, ἔχουν καί οἱ ἄγγελοι μία παχύτητα καί ὑλικότητα. Ἄλλωστε «κάθε τί τὸ κτιστὸ εἶναι κατ’ ἀνάγκη καὶ σωματικό»[3][4], ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Ἅγιος Ἰλάριος.
.                     Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποδίδει στοὺς ἀγγέλους ἕνα σῶμα ποὺ εἶναι ἀέρινο καὶ πύρινο, ἀναφέροντας συγκεκριμένα: «Οἱ Ἄγγελοι ἔχουν ἕνα πάρα πολὺ λεπτὸ σῶμα, διότι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀσώματοι, ὅπως εἶναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο βρίσκονται σὲ κάποιο τόπο, καὶ γίνονται ὁρατοὶ μὲ τὸ εἶδος τοῦ δικοῦ τους σώματος ὅταν φανερώνονται στοὺς ἁγίους»[4][5].
.                     Καί οἱ ἄγγελοι, βεβαίως, ἦταν τρεπτοί, διότι ἄν δέν ἦταν ἔτσι, δέν θά εἶχε ἐκπέσει ὁ πρωτάγγελος, ὁ Ἑωσφόρος. Κατά τή διδασκαλία τῶν Πατέρων, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί εἰδικά μέ τήν ζωηφόρο Του Ἀνάσταση, χαρίστηκε στούς ἀγγέλους ἡ ἀτρεψία, δηλαδή ἡ ἀμετακινησία πρός τό κακό καί ἡ σταθερή στάση στό ἀγαθό. Αὐτή ἡ ἀτρεψία ἦταν γιά τούς ἀγγέλους ἡ σωτηρία∙ ἡ μόνιμη μετοχή στή θεία Δόξα αὐξητικῶς καί ἀδιαλείπτως.
.                     Ἀντίθετα στούς δαίμονες παγιώθηκε ἡ ἀτρεψία πρός τό ἀγαθό. Παγιώθηκε, δηλαδή, ἡ ἀμετακίνητη στάση τους στό κακό, χωρίς τήν δυνατότητα ἐπιστροφῆς καί μετανοίας, καθώς, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Νεκτάριο, «ἡ βούλησή τους ταυτίστηκε μὲ τὸ κακό, γι’ αὐτὸ καὶ πάντοτε σκέπτονται καὶ ἐκλέγουν τὸ κακό. Ἔπειτα, γιατί ἔγιναν καὶ παραμένουν ἐχθροί τοῦ Θεοῦ. Καὶ τρίτον, γιατί ἀποχωρίστηκαν ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ ὁ χωρισμὸς τους αὐτὸς σημαίνει αἰώνιος θάνατος. Αὐτὸ ποὺ εἶναι θάνατος γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ, εἶναι ἡ πτώση ἀπὸ τὴν ἀρχή τους γιὰ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους»[5][6].

Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν»

.                     Ὁ Θε­ός σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση, βε­βαί­ως, δέν δη­μι­ούρ­γη­σε τόν θά­να­το, ἀλλά τά δημιούργησε ὅλα «καλά λίαν». Εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί δημιουργός μόνο τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου. Ἡ φθο­ρά καί ὁ θά­να­τος δέν εἶ­ναι ἡ φυ­σι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά εἰ­σῆλ­θαν στή ζω­ή του με­τά τήν πτώ­ση τῶν πρω­το­πλά­στων καί τήν δι­α­κο­πή τῆς κοι­νω­νί­ας τους μέ τόν Θε­ό. Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» δική Του: «καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός· ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κα­τ’ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν[6][7]»­. Tό «κατ’ εἰκόνα» συνιστᾶ τό νοερό καί αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ τό «καθ’ ὁμοίωσιν» εἶναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, μέ τήν δι­κή του ἐ­λεύ­θε­ρη προ­αί­ρε­ση καί τήν συ­νέρ­γεια τοῦ Θε­οῦ, νά φθά­σει στήν θέ­ω­ση, νά γί­νει, δη­λα­δή, κα­τά χά­ριν Θε­ός.
.                     Ἀναφέρεται, ἐπίσης, στό ἱερό βιβλίο τῆς Γενέσεως: «Καί ἔ­πλα­σεν ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πον, χοῦν ἀ­πό τῆς γῆς. Καί ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τό πρό­σω­πον αὐ­τοῦ πνο­ήν ζω­ῆς, καί ἐ­γέ­νε­το ὁ ἄν­θρω­πος εἰς ψυ­χήν ζῶ­σαν[7][8]». Ἑρμηνεύοντας αὐτό τό χωρίο, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι «ὁ Θεός δημιουργεῖ μέ τά χέρια του τόν ἄνθρωπο καί ἀπό ὁρατή καί ἀπό ἀόρατη φύση»[8][9]. Ὁ ἄνθρωπος, δηλαδή, εἶναι ἕνα σύνθετο δημιούργημα, καθώς μετέχει τόσο τοῦ πνευματικοῦ κόσμου (μέ τήν ψυχή του) ὅσο καί τοῦ ὑλικοῦ καί αἰσθητοῦ κόσμου (μέ τό σῶμα του). Ἀποτελεῖ μέ αὐτό τόν τρόπο τήν γέφυρα καί τό σημεῖο ἐπαφῆς γιά ὅλη τήν δημιουργία. Εἶναι συμπερίληψη καί συγκεφαλαιώση ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως καί ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα, διαδραματίζει ἐξέχοντα καί πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα στόν κόσμο.

Ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ βιολογικός θάνατος τοῦ ἀνθρώπου ἐπέρχεται ὅταν διαρρηγνύεται ἡ ψυχοσωματική ἑνότητα πού τόν χαρακτηρίζει καί ἀπό τήν ὁποία συνίσταται. Γι’ αὐτό καί εἶναι πολύ σημαντικό νά γνωρίζουμε πῶς λειτουργεῖ ἡ ψυχοσωματική αὐτή ἑνότητα, τί εἶναι ἡ ψυχή, πότε καί πῶς δημιουργεῖται, ποιά εἶναι ἡ σχέση της μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα καί τί συμβαίνει μετά τόν θάνατο καί τόν ἀποχωρισμό της ἀπό τό σῶμα.
.                     Θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ἡ ψυχή εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὡς δημιούργημα εἶναι καί αὐτή κτιστή καί ὄχι ἄκτιστη, ἀφοῦ Ἄκτιστος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Κάθε κτιστό, κάθε δημιούργημα ἔχει ἀρχή καί τέλος. Εἰδικά, ὅμως, ἡ ψυχή, ἐνῶ ἔχει ἀρχή καί θά ἔπρεπε, ὡς κτίσμα, νά ἔχει καί τέλος, κατά θεία βούληση, ὄχι ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀλλά ἐπειδή ἔτσι θέλησε ὁ Θεός, δέν ἔχει τέλος, εἶναι ἀθάνατη. Εἶναι, δηλαδή, ἡ ψυχή θνητή κατά τήν φύση, ἀλλά ἀθάνατη κατά χάριν.

Πότε δημιουργεῖται ἡ ψυχή

.                     Ἡ ψυχή δημιουργεῖται ταυτόχρονα μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα, οὔτε πρίν οὔτε μετά τήν δημιουργία τοῦ σώματος (ἅμα ψυχή ἅμα σῶμα[9][10]). Δημιουργεῖται, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως»[10][11]. Μέ τήν σύλληψη, δηλαδή, τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ἔχουμε ταυτόχρονα, θείᾳ βουλήσει, καί τήν δημιουργία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία φανερώνεται καί ἐκφράζεται, καθώς ἀναπτύσσεται τό ἔμβρυο καί ὁ ἄνθρωπος. Οἱ ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, δηλαδή, ἐμφανίζονται σταδιακά μέ τήν πρόοδο τῆς σωματικῆς ἀναπτύξεως.

Ποῦ κατοικεῖ ἡ ψυχή στόν ἄνθρωπο

.                     Τό σῶμα, ὅμως, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δέν ἀποτελεῖ σέ καμμία περίπτωση τήν φυλακή τῆς ψυχῆς, ὅπως λανθασμένα ἔχει ὑποστηριχθεῖ ἀπό διάφορους φιλοσόφους. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς λέγει ὅτι «δέν εἶναι ἡ ψυχή στό σῶμα, ἀλλά τό σῶμα μέσα στήν ψυχή» blogger.com/null[11][12]. Καί σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἡ ψυχή βρίσκεται σέ κάθε σημεῖο τοῦ σώματος· συνέχει τό ἀνθρώπινο σῶμα, τό περιέχει, τό συγκροτεῖ, τό συγκρατεῖ καί τό ζωοποιεῖ[12][13]. Ἡ ψυχή εἶναι αὐτή πού μεταδίδει στά ὄργανα καί τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς καί ἀντίληψη τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων.
.                     Ὁ ἄνθρωπος, στήν ὁλότητά του, ἀποτελεῖται καί ἀπό ψυχή καί ἀπό σῶμα. Οὔτε ἡ ψυχή ἀπό μόνη της, οὔτε τό σῶμα ἀπό μόνο του συνιστοῦν τόν ὅλο ἄνθρωπο, ἀλλά τό συναμφότερο. Ψυχή καί σῶμα συνιστοῦν στόν ἄνθρωπο μία ἀδιάρρηκτη ψυχοσωματική ἑνότητα. Ἡ διάρρηξη αὐτῆς τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας σηματοδοτεῖ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἄνθρωπος δέν πλάστηκε οὔτε θνητός οὔτε ἀθάνατος, ἀλλά «δεκτικός ἀμφοτέρων»

.                    Ὅταν ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο καί τόν τοποθέτησε στόν ἀρχέγονο ἐπίγειο παράδεισο, τοῦ ἔδωσε ταυτόχρονα τήν δυνατότητα καί τῆς θνητότητας καί τῆς ἀθανασίας. Μᾶς τό ἐξηγεῖ αὐτό πολύ εὔστοχα ὁ Ἅγιος Θεόφιλος Ἀντιοχείας, λέγοντας: «οὔτε οὖν ἀθάνατον αὐτὸν ἐποίησεν οὔτε μὴν θνητόν, ἀλλά, δεκτικὸν ἀμφοτέρων», δηλαδή ὁ Θεός οὔτε θνητό ἔκανε τόν ἄνθρωπο, οὔτε ἀθάνατο, ἀλλά δεκτικό καί τῶν δύο, τοῦ θανάτου ἤ τῆς ἀθανασίας. Καί συνεχίζει ὁ Ἅγιος, ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό «τοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα ἀνάλογα μέ τό ποῦ θά κλίνει, εἴτε πρός τήν ἀρετή εἴτε πρός τήν κακία, νά κληρονομήσει ἤ τήν ἀθανασία ἤ τήν θνητότητα»[13][14]. Διατηρώντας, δηλαδή, τήν θεοκοινωνία ὁ ἄνθρωπος καί ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, θά ἐπέλεγε τήν ἀθανασία· παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί διακόπτοντας τήν θεοκοινωνία, θά ἐπέλεγε τήν θνητότητα καί τόν θάνατο.

Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου

.                     Αὐ­τή ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἐ­πι­λο­γῆς ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πό τά σπου­δαι­ό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πού συν­θέ­τουν στόν ἄν­θρω­πο τήν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Τό αὐ­τε­ξού­σιο, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λοῦν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας αὐ­τή τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α, εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­ξου­σιά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του. Καί εἶναι πραγματικά μοναδική καί μεγαλειώδης δωρεά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τοῦ παρέχει τήν δυνατότητα καί τό δικαίωμα ἀκόμη καί νά Τόν ἀρνεῖται. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας χαρακτηρίζουν τό αὐτεξούσιο καί ὡς ἰσόθεο, φυσικά κατά χάριν.

Ὁ θάνατος ὡς φυσική συνέπεια τῆς παρακοῆς

.                     Ἡ δυνατότητα, λοιπόν, αὐτή τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου τέθηκε, θά λέγαμε, ἀπό τόν Θεό σέ μιά δοκιμασία. Καί ἡ δοκιμασία αὐτή ἦταν ἡ ἐντολή πού ἔδωσε στούς πρωτοπλάστους νά μήν φάνε ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό λέγοντάς τους ὅτι τήν ἡμέρα πού θά παραβῆτε τήν ἐντολή καί θά φάγετε ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό, θά πεθάνετε ἐξάπαντος: «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».[14][15]
.                     Ἀντί, ὅμως, οἱ πρωτόπλαστοι νά ὑπακούσουν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνουν θεοί «κατά χάριν», ἀποδέχτηκαν τήν διαβολή καί τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου καί παρήκουσαν τήν ἐντολή Του.
.                     Ὁ διάβολος δέν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἀμφισβητήσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πρός τούς πρωτοπλάστους. Δέν εἶναι ἀλήθεια, εἶπε στήν Εὔα, ὅτι θά πεθάνετε ἐξάπαντος, ἀλλά σᾶς τό εἶπε αὐτό ὁ Θεός γιατί γνώριζε ὅτι ἀπό τήν ἡμέρα πού θά γευθεῖτε ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, θά ἀνοίξουν τά μάτια σας καί θά γίνεται θεοί[15][16]. (καί ἔσεσθε ὡς θεοί)
.                     Ἡ πα­ρα­κο­ή αὐτή τῶν πρω­το­πλά­στων ἦ­ταν μι­ά πρά­ξη αὐ­το­νο­μί­ας. Ἦταν ἡ ἐπιδίωξη τῆς αὐτονομημένης ἀπό τόν Θεό ἰσοθεΐας, τῆς αὐτοθεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ βι­α­σύ­νη τῶν πρωτοπλάστων, ἡ ἄ­και­ρη καί ἐ­πι­πό­λαι­η κί­νη­σή τους νά ἀ­πο­δε­χθοῦν τήν ἀ­πά­τη τοῦ δι­α­βό­λου, ὁ ἐγωισμός καί ἡ φι­λο­δο­ξί­α ὅ­τι μπο­ροῦν νά γί­νουν θε­οί «δί­χα Θε­οῦ καί πρό Θε­οῦ καί οὐ κα­τά Θε­όν»[16][17] (δηλ. χω­ρίς τόν Θε­ό, πρίν ἀ­πό τόν Θε­ό καί ὄ­χι κα­τά Θε­όν), ὅ­πως το­νί­ζει ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής, τούς ὁ­δή­γη­σαν στήν πα­ρα­κο­ή καί τήν ἀ­θέ­τη­ση τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Θε­οῦ καί τε­λι­κά στήν πτώ­ση!
.                     Ἔτσι, οἱ πρω­τό­πλα­στοι, μέ τήν βρώ­ση τοῦ, ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἀ­πό τόν Θε­ό, καρ­ποῦ γεύ­τη­καν ἀ­μέ­σως τόν πνευ­μα­τι­κό θά­να­το, τήν δι­α­κο­πή, δη­λα­δή, τῆς θέ­ας τοῦ Θε­οῦ καί τῆς κοι­νω­νί­ας τους μέ τόν Θε­ό καί μέ­σα στόν χρό­νο ἔπαθαν καί τόν σω­μα­τι­κό θά­να­το, πού εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα.

Ὁ θάνατος εἶναι ἔξω ἀπό τήν θέληση τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ θά­να­τος, λοιπόν, δέν ἦ­ταν ἐ­ξαρ­χῆς στήν φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλά εἶναι παρέμβλητος μέσα στήν κτίση, εἶναι ἕνα συμβάν. Ὁ Θεός εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί δημιουργός μόνο τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου. Μᾶς τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει αὐ­τό μέ ἀ­πό­λυ­τη σα­φή­νεια ἡ ἴ­δια ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή: «Ὁ Θε­ός θά­να­τον οὐκ ἐ­ποί­η­σεν, οὐ­δέ τέρ­πε­ται ἐ­π’ ἀ­πω­λεί­ᾳ ζών­των»[17][18]. Δηλαδή: Ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν θάνατο, οὔτε εὐχαριστεῖται νά βλέπει τούς ζωντανούς νά χάνονται. Διότι ἔκτισε τά πάντα γιά νά ὑπάρχουν καί ὅσα ἔγιναν στόν κόσμο, ἔγιναν γιά νά σώζονται καί νά μή χάνονται, καί δέν ὑπάρχει μέσα τους δηλητήριο καταστροφῆς, οὔτε κατά τό ἀρχικό σχέδιο τῆς δημιουργίας ὑπῆρχε βασίλειο τοῦ ἅδου ἐπί τῆς γῆς.
.                     Θά θέλαμε στό σημεῖο αὐτό νά ἐπιμείνουμε, γιατί πολλοί θεωροῦν ὅτι ὁ Θεός ἐπέφερε τόν θάνατο στόν ἄνθρωπο ὡς τιμωρία γιά τήν παρακοή του. Ἡ ἄποψη αὐτή προέρχεται ἀπό τήν δυτική θεολογία καί δέν εἶναι ὀρθόδοξη. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τιμωρία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας προαιρέσεως καί κακίας. Δέν εἶ­ναι ὁ Θε­ός αἴ­τιος τοῦ θα­νά­του, ἀλ­λά ἡ ἁ­μαρ­τί­α πού δι­έ­πρα­ξαν οἱ πρω­τό­πλα­στοι στόν Πα­ρά­δει­σο μέ τήν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή τους.
.                     Ἡ δυ­τι­κή σχο­λα­στι­κή θε­ο­λο­γί­α ὑ­πο­στη­ρί­ζει, ἐπίσης, ἐσφαλμένα ὅ­τι κλη­ρο­νο­μή­σα­με τήν ἴ­δι­α τήν ἁ­μαρ­τί­α τοῦ Ἀ­δάμ, τήν ἐ­νο­χή του, ὅ­τι κά­θε ἄν­θρω­πος, δηλαδή, ἁ­μάρ­τη­σε στό πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ καί ἑ­πο­μέ­νως ὁ κά­θε ἕ­νας εἶ­ναι αἴ­τι­ος τοῦ δι­κοῦ του θα­νά­του. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅμως, δέν κλη­ρο­νο­μεῖ τήν ἐ­νο­χή, ἀλ­λά τίς συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας τοῦ Ἀ­δάμ, δη­λα­δή τήν φθαρ­τό­τη­τα καί τήν θνη­τό­τη­τα. Κα­τά τόν Ἅ­γι­ο Ἰ­ωάν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο, οἱ πρω­τό­πλα­στοι «φθαρ­τοί γε­νό­με­νοι τοι­ού­τους καί γε­γε­νή­κα­σι παί­δας»[18][19].
.                    Μέ τήν πτώ­ση τοῦ Ἀ­δάμ ὁ θά­να­τος ἔ­γι­νε φαι­νό­με­νο μέ κα­θο­λι­κές δι­α­στά­σεις, ἀ­φοῦ «ἐν τῷ Ἀ­δάμ πάν­τες ἀ­πο­θνή­σκου­σι»­[19][20]. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἀ­σθε­νεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α πού εἰ­σῆλ­θε μέ­σα της καί ἐ­πει­δή ὁ Ἀ­δάμ εἶ­ναι «ρί­ζα» τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, γι­’­αὐ­τό καί «θνη­τούς βλα­στούς ἀ­να­δί­δει»­[20][21].

Ὁ θάνατος ὡς εὐεργεσία καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός μας, στήν ἄπειρη φιλευσπλαχνία Του καί τήν ἀγάπη Του πρός τό πλάσμα Του, ἐπέτρεψε τήν εἴσ­δυ­ση τοῦ θα­νά­του στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση γιά νά ἀποτραπεῖ ἡ διαιώνιση τῆς ἁμαρτίας, γιά νά «μή δι­α­τη­ρή­σῃ ἀ­θά­να­τον ὑ­μῖν τήν ἀρ­ρω­στί­αν»[21][22].
.                     Σέ μι­ά συγ­χω­ρη­τι­κή εὐ­χή πού ἐκ­φω­νεῖ ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας στήν νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α ἀναφέρεται συγκεκριμένα: «καί δι­ά τοῦ­το, ἵ­να μή τό κα­κόν ἀ­θά­να­τον γέ­νη­ται, φι­λαν­θρώ­πως ἐ­κέ­λευ­σας τήν κρά­σιν, καί μῖ­ξιν ταύ­την, καί τόν ἄρ­ρη­κτόν σου τοῦ­τον δε­σμόν, ὡς Θε­ός τῶν Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, τῷ θεί­ῳ βου­λή­μα­τι ἀ­πο­τέ­μνε­σθαι καί δι­α­λύ­ε­σθαι»[22][23]. Δηλαδή, γιά νά μή μένει ἀθάνατο τό κακό, ἀπό φιλανθρωπία διέταξες, ὡς Θεός τῶν Πατέρων μας, νά διαλύεται ἡ κράση καί ἡ μίξη αὐτή καί νά κόβεται ὁ ἄρρηκτος τοῦ σώματος μετά τῆς ψυχῆς δεσμός. Ἔ­τσι, ὁ σω­μα­τι­κός θά­να­τος θέ­τει τέρ­μα στούς κό­πους τῆς θλιβερῆς με­τα­πτω­τι­κῆς ζω­ῆς καί λυ­τρώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν τρα­γι­κή κα­τα­δί­κη νά μέ­νει αἰ­ώ­νια ζων­τα­νός νε­κρός.
.                     Πολύ σημαντικός εἶναι, ἐπίσης, καί ὁ παιδαγωγικός χαρακτήρας τοῦ θανάτου γιά τόν ἄνθρωπο, πού ἀταπείνωτος, αὐτονομημένος καί αὐτοθεοποιούμενος ἐπαίρεται γιά τά ἀτομικά του ἐπιτεύγματα καί ἐγκλωβίζεται μάταια στά ἐπίγεια καί τά ἐφήμερα, στίς πρόσκαιρες τιμές καί ἀναγνωρίσεις. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει τόν θάνατο «κακίας καθάρσιον»,[23][24] ἀντίδοτο στόν ἐγωισμό τοῦ ἀνθρώπου καί δάσκαλο φιλοσοφίας.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ Θεός, πού μᾶς ἔδωσε τήν ὕπαρξη καί μᾶς χάρισε τό «κατ’ εἰκόνα» καί τό «καθ’ ὁμοίωσιν», δέν ἔμεινε ἀδιάφορος γιά τόν ἄνθρωπο, μετά τήν πτώση του. Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπέτυχε νά ὡριμάσει πνευματικά, νά ἀνυψωθεῖ καί νά φθάσει στόν στόχο γιά τόν ὁποῖο προορίστηκε, ὁ Θεός ἀποφάσισε τήν δική Του κάθοδο πρός τούς ἀνθρώπους, ὥστε νά τούς ὁδηγήσει στήν ἀληθή θεογνωσία. Ἀφοῦ, δηλαδή, δέν ἀνῆλθε ὁ ἄνθρωπος, κατῆλθε ὁ Θεός, ὡς Θεάνθρωπος, στήν γῆ.
.                     Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦλθε γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ διαβόλου καί τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Νά θεραπεύσει τήν ἄρρωστη φύση μας ἀπό τήν δυσοσμία τοῦ θανάτου καί ἔτσι νά μπορέσουμε νά ζήσουμε μιά καινούρια ζωή· τή δική Του ἀθάνατη ζωή.

Ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο

.                    Ὁ σωματικός θάνατος δέν διακόπτει τήν σχέση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ φθειρόμενο σῶμα. Ἡ ψυχὴ, λόγῳ τῆς γνωστικῆς της δυνάμεως, γνωρίζει καί θὰ μπορέσει νὰ βρεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος κατὰ τὴν ἀνάστασή του, κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, χωρίς νά ἐμποδίζεται οὔτε ἀπό τήν ἀπόσταση οὔτε ἀπό τόν χρόνο. Ἡ ψυχή ἀναχωρώντας πρός τόν οὐρανό ἀναμένει καί ποθεῖ τήν ἐπανασύνδεσή της μέ τό σῶμα, πού θά γίνει κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Τότε θά λάβει καί πάλι τό δικό της σῶμα, ἀλλά μεταμορφωμένο καί ἀνακαινισμένο πλέον καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, πάλι ὁ ὅλος ἄνθρωπος.
.                     Παρά τόν προσωρινό χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, δέν καταργεῖται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχή δέν παύει νά ὑπάρχει, ἀλλά ζεῖ καί διατηρεῖ πλήρως τήν αὐτοσυνειδησία της. Ἔχει πλήρη συναίσθηση τῆς καταστάσεώς της, εἶναι ἀναγνωρίσιμη, θυμᾶται περιστατικά, πρόσωπα καί πράγματα τῆς ἐπίγειας ζωῆς, διατηρεῖ ζωντανές καί ἀκέραιες τίς πνευματικές λειτουργίες καί δυνάμεις της.

Μερική κρίση – Μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν

.                     Τό διάστημα, πού μεσολαβεῖ ἀπό τόν σωματικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἅγιοι Πατέρες τό ὀνομάζουν «μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν». Πρόκειται γιά τήν ζωή πού ζεῖ ἡ ψυχή μετά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα, χωρισμένη δηλαδή ἀπό τό σῶμα, μόνη της. Στήν «μέση κατάσταση» ἡ ψυχή ὑφίσταται τήν λεγομένη «μερική κρίση», ἡ ὁποία εἶναι καθοριστική καί προδικάζει ἐν πολλοῖς καί τήν τελική καί ὁριστική κρίση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.                     Παραμένοντας στήν μέση κατάσταση ἡ ψυχή, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς της στήν γῆ, προγεύεται τήν παραδείσια μακαριότητα ἤ τήν ὀδύνη τῆς Κολάσεως περιμένοντας νά ἑνωθεῖ μέ τό σῶμα της κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, ὥστε νά κριθοῦν μαζί, ὡς ὅλος ἄνθρωπος.
.                     Στό σημεῖο αὐτό, θεωροῦμε χρήσιμο νά κάνουμε μιά ἀναγκαία διευκρίνιση καί νά τονίσουμε τήν διάκριση πού γίνεται ἀπό τούς Πατέρες, ἀφενός ἀνάμεσα στόν Παράδεισο καί στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἀφετέρου ἀνάμεσα στόν Ἅδη καί στήν Κόλαση.
.                     Μέ τόν ὅρο Παράδεισο, ἐννοοῦμε τόν νοητό τόπο καί τήν κατάσταση ἐκείνη, κατά τήν ὁποία οἱ ψυχές τῶν δικαίων καί τῶν ἁγίων μόνες, χωρίς τά σώματά τους, προγεύονται τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἐνῶ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι ἡ κατάσταση ἐκείνη, ὅπου μετά τήν Δευτέρα Παρουσία, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων καί τήν τελική κρίση, θά εἰσέλθουν οἱ ψυχές ἔχοντας ἐπανακτήσει τά ἀναστημένα σώματά τους, ὡς ψυχοσωματικές δηλαδή ὀντότητες, ὡς ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, καί θά ἀπολαμβάνουν στήν πληρότητά τους τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό τελικό στάδιο τῆς σωτηρίας μας καί τῆς θεώσεώς μας.
.                     Κατά ἀντιστοιχία πρός τόν Παράδεισο, μέ τόν ὅρο Ἅδη ἐννοοῦμε τόν νοητό τόπο καί τήν κατάσταση ἐκείνη, ὅπου οἱ ψυχές τῶν ἀμετανόητων ἁμαρτωλῶν, μόνες, χωρίς τά σώματά τους, προγεύονται τά δεινά τῆς Κολάσεως. Ἐνῶ Κόλαση εἶναι ἡ τελική κατάσταση πού θά βιώνουν μόνιμα πλέον οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, μετά τήν τελική κρίση καί τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων τους, ὡς ψυχοσωματικές ὀντότητες, ὡς ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι.
.                     Συμπληρωματικά θά θέλαμε νά σημειώσουμε ὅτι πρίν ἀπό τίς δύο αὐτές καταστάσεις -Παράδεισο καί Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν γιά τούς σεσωσμένους καί Ἅδη καί Κόλαση γιά τούς ἀμετανοήτους- ὑπῆρχε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, δικαίους καί ἀδίκους, ἁγίους καί ἁμαρτωλούς, ἀπό Ἀδάμ καί Εὔας καί μέχρι τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας, ἕνας κοινός Ἅδης, ὁ πρό Χριστοῦ Ἅδης.
.                     Σέ αὐτόν τόν πρῶτο (θά λέγαμε) Ἅδη μετέβαιναν μετά τόν θάνατό τους ὅλοι, ἀκόμη καί οἱ δίκαιοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μέ τίς ψυχές τους μόνο, χωρίς τά σώματά τους, ἀναμένοντας τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία, πού θά τούς ἀπελευθέρωνε ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου.
.                     Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτή ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου ἔγινε μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τήν κάθοδό Του στόν Ἅδη. Ἔκτοτε, ἔχουμε τόν Ἅδη (τόν δεύτερο Ἅδη θά λέγαμε) συνεχιζόμενο γιά τούς ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς, τόν μετά Χριστόν Ἅδη, δηλαδή. Ἀντίστοιχα, μετά τήν ἔλευση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουμε τόν Παράδεισο γιά τούς δικαίους. Μετά δέ τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί τήν τελική κρίση, τόν Ἅδη θά διαδεχθεῖ ἡ αἰώνια Κόλαση, ἐνῶ τόν Παράδεισο ἡ αἰώνια Βασιλεία.

Κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη

.                     Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, στήν κορύφωση τοῦ Πάθους Του, κρεμάμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀνεφώνησε τό “τετέλεσται”, πού εἶχε τήν σημασία ὅτι, τό ἔργο Του ἐπί τῆς γῆς τελείωσε ἐπιτυχῶς. Τήν στιγμή ἐκείνη ἐπῆλθε ὁ σωματικός θάνατος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ψυχή Του, ὅμως, ἑνωμένη ὑποστατικά μέ τή θεϊκή Του φύση (μέ τήν θεότητα) κατῆλθε στόν Ἅδη, γιά νά κηρύξει καί σέ ὅλους αὐτούς πού εἶχαν πεθάνει πρίν τήν δική Του Ἀνάσταση. Εἶχε προηγηθεῖ ἡ κάθοδος στόν Ἅδη καί τό κήρυγμα μετανοίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Μέ τήν κάθοδό Του στόν Ἅδη ὁ Χριστός «συνέτριψε πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέθλασεν»[24][25].
.                     Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου μᾶς παραδίδει μία χαριτωμένη περιγραφή τῆς συνομιλίας τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὸν Χριστό στόν Ἅδη. «Ἐνῶ λοιπόν αὐτά διεδραματίζοντο καί ἐλέγοντο στόν Ἅδη καί ἐσείοντο τά πάντα, ὁ δέ Κύριος ἐπλησίαζε νά φθάση στά πιό ἔσχατα βάθη, ὁ Ἀδάμ ὁ πρωτοδημιούργητος καί πρωτόπλαστος καί πρωτόθνητος πού βρισκόταν δεμένος γερά καί βαθύτερα ἀπό ὅλους, ἄκουσε τά βήματα τοῦ Κυρίου, πού ἐρχόταν στούς φυλακισμένους καί ἀμέσως ἀνεγνώρισε τήν φωνή Του, καθώς ἐπερπατοῦσε μέσα στή φυλακή. Στράφηκε τότε πρός ὅλους τούς ἐπί αἰῶνες συγκρατουμένους του καί τούς φώναξε: Ὦ φίλοι μου! Ἀκούω νά πλησιάζη σ᾿ ἐμᾶς ἦχος τῶν βημάτων Κάποιου. Ἐάν πραγματικά μᾶς ἀξίωσε νά ἔρθη ἕως ἐδῶ, τότε εἴμαστε ἐλεύθεροι! Ἐάν τόν ἰδοῦμε ἀνάμεσά μας, σωθήκαμε ἀπό τόν Ἅδη!».
.                    Καί πραγματικά, ὅσοι ἀπό αὐτούς πού βρίσκονταν στόν Ἅδη, ἦσαν καλοπροαίρετοι στή ζωή τους καί δέχτηκαν τόν Χριστό, ὡς Θεό καί Σωτήρα τους, ὁ Κύριός μας, μέ τήν Ἀνάστασή Του, τούς ὁδήγησε στόν Παράδεισο, μέ πρῶτο τόν ἐπί τοῦ Σταυροῦ μετανοήσαντα ληστή, πού ἦταν καί ὁ πρῶτος ἔνοικος τοῦ Παραδείσου.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν

.                     Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας καί ἡ κοινή ἀνάσταση ὅλων μας εἶναι τά δύο βασικά δόγματα πάνω στά ὁποῖα στηρίζεται ὁλόκληρη ἡ χριστιανική διδασκαλία. Χωρίς πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν κοινή ἀνάσταση ὅλων μας δέν ὑπάρχει χριστιανισμός· δέν ἔχει κανένα νόημα ἡ πίστη μας. Τό διακηρύσσει αὐτό μέ τόν πλέον κατηγορηματικό τρόπο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρώτη ἐπιστολή του πρός τούς Κορινθίους: «Eἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν»[25][26]. Ἄν δέν ὑπάρχει, δηλαδή, ἀνάσταση νεκρῶν, τότε οὔτε ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ. Καί ἄν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, τότε το κήρυγμά μας εἶναι χω­ρίς νόημα, τό ἴδιο καί ἡ πίστη σας.
.                     Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι ἡ ἀπόδειξη καί ταυτόχρονα ἡ ἐγγύηση καί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε γιά νά ἀνοίξει τόν δρόμο καί νά γίνει ἡ ἀρχή γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. «Νυνί δέ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο»[26][27], μᾶς λέει καί πάλι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτή τήν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως ὁμολογοῦμε καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως: «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

Πῶς ἦταν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάσταση

.                     Σύμφωνα μέ τήν ἀναφορά τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου: «Τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μετά τήν ἀνάστασιν, ἄν καί ἔγινεν ἀπαθές καί ἄφθαρτον, μ’ ὅλον τοῦτο δέν ἐτράπη εἰς ἀσωματότητα, οὐδέ ἀπέβαλεν ὅλα τά φυσικά του ἰδιώματα, ἤτοι τό ποσόν (ὁ ὄγκος), τό ποιόν (ἡ ὑφή, δηλαδή ἡ φυσική σύνθεση ἑνός σώματος), τό εἶναι ἐν εἴδει (τό νά ἔχει κάποια μορφή), τό τριχῇ διαστατόν (τό νά ἔχει τρεῖς διαστάσεις), καί τό περιγραπτόν ἐν τόπῳ καί περιοριστόν· ἄν γάρ καί αὐτά ἀποβάλῃ, πλέον σῶμα δέν μένει, ἀλλ’ ἔχει νά ἐκστῇ ἀπό τούς ὅρους τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως (ἄν δηλαδή χάσει καί αὐτά τά γνωρίσματα, τότε παύει νά εἶναι σῶμα καί ἐξέρχεται ἀπό τούς ὅρους τῆς ἀνθρώπινης φύσεως)»[27][28].
.                     Τά χαρακτηριστικά τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μας περιγράφονται, ἐπίσης, σέ μία ἀπό τίς εὐχές πού ἐκφωνεῖ ὁ ἱερέας στήν Ἁγία Πρόθεση. «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς, ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ δέ μετά Ληστοῦ, καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, Χριστέ, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος». Πραγματικά ἰλιγγιᾶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μπροστᾶ στό μυστήριο τῆς ἀσύλληπτης καί πανσθενοῦς Δυνάμεως τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ μας!
.                     Ὁ Χριστός μας, μετά τήν Ἀνάστασή Του, παρουσιάστηκε ἀρκετές φορές ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Του, γιά νά πιστοποιήσει ἀκριβῶς αὐτό τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Σαράντα ἡμέρες μετά ἀνελήφθη ἐνδόξως στούς οὐρανούς μαζί μέ τό ἀναστημένο Σῶμα Του. Τό γεγονός αὐτό προσέδωσε ἀκόμη μεγαλύτερη τιμή στό ἀνθρώπινο σῶμα, πού δοξάστηκε μέ τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ μας.

Χαρακτηριστικά τοῦ ἀναστημένου ἀνθρωπίνου σώματος

.                    Ἀνάλογο μέ τό ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας θά εἶναι καί τό ἀναστημένο καί ἀφθαρτοποιημένο σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Μᾶς τό ἐξηγεῖ αὐτό ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους δογματικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, λέγοντας ὅτι τό καινούργιο σῶμα θά εἶναι «οἷον τό τοῦ Κυρίου σῶμα μετά τήν ἀνάστασιν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν διερχόμενον, ἀκοπίαστον, τροφῆς, ὕπνου καί πόσεως ἀνενδεές».[28][29] (Δηλ. ὅπως τό σῶμα τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάσταση, πού διέρχεται ἐνῶ οἱ θύρες ἦταν κλειστές, πού εἶναι ἀκούραστο, πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τροφή, ὕπνο καί νερό).
.                     Καίριες καί διαφωτιστικές ἀπαντήσεις γιά τό ἴδιο θέμα μᾶς δίδει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις· πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται;»[29][30]. Ἀλλά θά ρωτήσει κάποιος, μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος, πῶς ἀνασταίνονται οἱ νεκροί καί μέ τί σῶμα ἔρχονται ξανά στήν ζωή; Στήν ἀπάντησή του χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦ σπόρου καί τοῦ σιταριοῦ. Τό σῶμα μας, μέ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, «σπέρνεται στόν τάφο σέ κατάσταση φθορᾶς, ἐγείρεται σέ κατάσταση ἀφθαρσίας, σπέρνεται σέ κατάσταση ταπεινώσεως, ἐγείρεται σέ κατά­σταση δόξας, σπέρνεται σέ κατάσταση ἀσθένειας, ἐγείρεται γεμάτο δύναμη»[30][31]. Καί συμπληρώνει ὁ Ἀπόστολος «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν»[31][32]. Δηλαδή, σπέρνεται σῶμα φυσικό, ἀνασταίνεται σῶμα πνευματικό. Ὑπάρχει σῶμα φυσικό, ὑπάρχει καὶ σῶμα πνευματικό.

Σχέση θνητοῦ καί ἀναστημένου σώματος

.                     Τί εἶναι, ὅμως, τό πνευματικό σῶμα γιά τό ὁποῖο μᾶς μιλᾶ ὁ Ἀπόστολος καί ποιά ἡ διαφορά του ἀπό τό ὑλικό;
.                     Ἀνάμεσα στό θνητό (τό παλαιό), τό φυσικό, δηλαδή, καί στό ἀναστημένο (τό καινούργιο) σῶμα, δηλαδή, τό πνευματικό, ὑπάρχει ταυτόχρονα καί ταυτότητα καί διαφορά. Μᾶς τό διευκρινίζει αὐτό πολύ χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ποιό θά εἶναι τό καινούργιο σῶμα;», ρωτᾶ. Καί ἀπαντᾶ: «Αὐτό καί οὐκ αὐτό. Αὐτό μέν ὅτι αὐτή ἡ οὐσία. Οὐκ αὐτό δέ, ὅτι βελτίον τοῦτο»[32][33]. Αὐτό τό ἴδιο θά εἶναι, δηλαδή, καί ὄχι ἀκριβῶς αὐτό. Θά εἶναι αὐτό τό ἴδιο, διότι θά εἶναι ἡ ἴδια (ἡ παλιά του) οὐσία. Ἄλλά δέν θά εἶναι ὅμως τό ἴδιο, διότι θά εἶναι βελτιωμένο.
.                     Τό ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο, λοιπόν, ἀνθρώπινο σῶμα θά εἶναι ἄφθαρτο καί πνευματικό, χωρίς τά στοιχεῖα τῆς σαρκικότητας, καί ὄχι θνητό καί φθαρτό, ὅπως ἦταν στήν βιολογική ζωή του.
.                     Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος σημειώνει ὅτι οἱ νέες ἰδιότητες τοῦ ἀναστημένου μας σώματος θά εἶναι ἀθανασία, ἀφθαρσία καί ἀτρεψία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἀρρωσταίνει, δὲν θὰ πονᾶ, δὲν θὰ γερνᾶ. Οὔτε θὰ ἔχουμε καὶ τὰ λεγόμενα «ἀδιάβλητα» πάθη, ὅπως ὅτι πεινᾶμε, διψᾶμε, κουραζόμαστε κ.λπ.
.                     Ἡ ἰδιότητα τῆς ἀτρεψίας, πού θά ἔχουν τά ἀναστημένα σώματα, ἀποτελεῖ καί τή βασική διαφορά τοῦ νέου ἀνακαινισμένου σώματός μας ἀπό τό προπτωτικό σῶμα τοῦ Ἀδάμ. Ἀτρεψία σημαίνει, ἀδυναμία νά τραπεῖ ὁ ἀναστημένος ἄνθρωπος πρός τήν ἁμαρτία. Ὁ Ἀδάμ, πρίν ἀπό τήν πτώση, δέν ἦταν ἄτρεπτος, ἀλλά τρεπτός. Μποροῦσε, δηλαδή, νά τραπεῖ πρός τήν ἁμαρτία, ὅπως καί ἐτράπη. Ἀντίθετα ὁ ἀνακαινισμένος ἀναστημένος ἄνθρωπος δέν θά μπορεῖ πλέον νά τραπεῖ πρός τήν ἁμαρτία. Ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ σώ­μα­τός μας­, δηλαδή, δέν θά εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἐ­πι­στρο­φή στήν προ­πτω­τι­κή κα­τά­στα­ση, ἀλλά συγ­χρό­νως ὕ­ψω­ση καί με­τά­βα­ση σέ ἀ­νώ­τε­ρη καί τε­λει­ό­τε­ρη κα­τά­στα­ση.
.                     Κατά τόν ἅγιο Μακάριο, τό ἀναστημένο σῶμα μας θά εἶναι «φωτοειδές», δυνατό καί ἔνδοξο. Θά εἶναι, ἐπίσης, «θεοειδές» καί θά λάμπει ὅπως ὁ ἥλιος, ἀφοῦ θά εἶναι ἐμπλουτισμένο ἀπό τήν θεότητα, τήν ἄκτιστη χάρη καί τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά χάνει τήν κτιστότητά του. Τό ἀ­να­στη­μέ­νο σῶ­μα, λοιπόν, θά εἶ­ναι ἐ­ξω­τε­ρι­κά ὅ­πως αὐ­τό πού εἶ­χε κά­θε ἄν­θρω­πος πρίν ἀπό τό θά­να­το, ἀλ­λά μέ δι­α­φο­ρε­τι­κή λει­τουρ­γι­κό­τη­τα, καθώς θά ἔχει θεωθεῖ. Ὁ θεωμένος ἄνθρωπος εἶναι περιγραπτός, ὑπάρχει ἐν τόπῳ περιορισμένῳ καί περιγεγραμμένῳ. Τό σῶμα του εἶναι «τριχῇ διαστατόν», δηλαδή ἔχει τρεῖς διαστάσεις, ἀλλά χωρίς βάρος.
.                     Ἡ ἀ­νά­στα­ση θά εἶ­ναι κοι­νή ὑ­πό­θε­ση γιά δι­καί­ους καί ἀ­δί­κους. Δέν θά ἀ­να­στη­θοῦν ­μό­νο ὅ­σοι «ἐ­κοι­μή­θη­σαν» ἐν Χρι­στῷ, ἀλ­λά «πάν­τες», μέ τή μό­νη δι­α­φο­ρά ὅ­τι οἱ μέν δί­και­οι θά ἀ­να­στη­θοῦν «εἰς ζω­ήν αἰ­ώ­νιον», οἱ δέ ἀ­με­τα­νό­η­τοι ἁ­μαρ­τω­λοί «εἰς αἰ­σχύ­νην» αἰ­ώ­νιον[33][34].
.                     Ἡ πί­στη στήν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν σω­μά­των κα­θο­ρί­ζει τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας ἀ­πέ­ναν­τι στό σῶ­μα καί μᾶς δι­δά­σκει νά στε­κό­μα­στε μέ σε­βα­σμό μπρο­στά σ’ ­αὐ­τό. Ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τοῦ τοῦ σε­βα­σμοῦ εἶ­ναι ἡ πε­ρι­ποί­η­ση τοῦ νε­κροῦ σώ­μα­τος καί ὁ ἐν­τα­φια­σμός του. Εἶ­ναι καί αὐ­τός ἕ­νας λό­γος πού στήν ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση δέν υἱ­ο­θε­τή­θη­κε πο­τέ ἡ καύ­ση ἤ ἡ ἀ­πο­τέ­φρω­ση τῶν νε­κρῶν σω­μά­των. Ἐ­ξάλ­λου ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς εὐ­ω­δί­ας τῶν ἁ­γί­ων λει­ψά­νων καί ἡ ἀ­φθαρ­σί­α τῶν σω­μά­των πολ­λῶν ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, μᾶς δεί­χνει τό δο­ξα­σμό ἀ­κό­μη καί τοῦ θνη­τοῦ σώ­μα­τος πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά γί­νει κα­τοι­κη­τή­ριο τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ καί μᾶς δί­νει μιά πρό­γευ­ση τῆς τε­λι­κῆς κοι­νῆς ἀ­να­στά­σε­ως.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

.                     Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μέθεξη τῆς ἀκτίστου δόξης καί τοῦ ἀκτίστου φωτός τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μέ­σα στήν θε­ο­κοι­νω­νί­α οἱ ἄν­θρω­ποι θά εἶ­ναι ὅ­μοι­οι μέ τούς ἀγ­γέ­λους καί μα­ζί τους θά δο­ξο­λο­γοῦν καί θά ὑ­μνοῦν τόν ἀ­κα­τά­λη­πτο Θε­ό, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα θά βρί­σκον­ται σέ κοι­νω­νί­α μέ τίς χο­ρεῖ­ες τῶν ἁ­γί­ων, συμ­πο­λίτες τῶν ἁ­γί­ων καί φί­λοι καί οἰ­κεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ­.
.                     Ἡ Παναγία, πού κατέχει τά δευτερεῖα τῆς θεότητας, ὡς μεθόριο κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως, ζεῖ, ἤδη, κοντά στό Χριστό στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Δέν μετέβη, δηλαδή, στόν Παράδεισο, ἀλλά μετέστη καί μέ τήν ψυχή καί μέ τό σῶμα της ἀπευθείας στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.                    Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν ἠγαπημένο μαθητή τοῦ Κυρίου μας, τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, ὁ ὁποῖος μετά τήν κοίμησή του μετέστη στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καί εἶναι πραγματικά μοναδικό τό γεγονός, πού δέν τό συναντοῦμε σέ καμμία ἄλλη θρησκεία, ὅτι στήν Ἐκκλησία μας ἔχουμε τρεῖς κενούς τάφους, τοῦ Χριστοῦ μας, τῆς Παναγίας μας καί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου.

Νοητός τόπος καί ὄχι αἰσθητός

.                     Ὁ Παράδεισος καί ὁ Ἅδης, ὅπως καί ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί ἡ Αἰώνια Κό­λα­ση, εἶ­ναι καί τόποι καί κυρίως τρόποι ὑπάρξεως. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός κάνει λόγο γιά ἕναν τόπο ὄχι σωματικό, ὑλικό καί αἰσθητό, «ἀλλά τόν ὑπέρ αἴσθησιν μᾶλλον καί νοητόν τόπον». Δηλαδή «ἕναν τόπο νοητό καί ἀσώματο, ὑπερουράνιο καί ὑπερκόσμιο, τόν τόπο τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων, ὅπου ἐνεργεῖ ὁ Θεός καί φανερώνει τήν δόξα Του»[34][35].
.                     Καί ὁ μακαριστός π. Σεραφείμ Ρόουζ σημειώνει γιά τό ἴδιο θέμα: «Δέν χρειάζεται νά ἐπιζητοῦμε ἀπό περιέργεια νά γνωρίζουμε κάτι περισσότερο. Αὐτοί οἱ “τόποι” εἶναι τόσο διαφορετικοί ἀπό τίς κοσμικές ἀντιλήψεις μας περί “τόπου” ὥστε σίγουρα θά βρεθοῦμε σέ ἀπελπιστική σύγχυση ἐάν ἐπιχειρήσουμε νά τούς τοποθετήσουμε “γεωγραφικά” στό χῶρο… Δέν εἶναι στή δικαιοδοσία μας νά καθορίσουμε τά “σύνορα” αὐτῶν τῶν τόπων ἤ νά προσπαθήσουμε νά διακρίνουμε τά χαρακτηριστικά τους»[35][36].
.                     Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπικρίνει τήν περιέργειά μας νά ἀσχολούμαστε καί νά ζητοῦμε νά μάθουμε μέ περιέργεια ποῦ βρίσκονται αὐτοί οἱ τόποι[36][37]. «Καί ποῦ λέγει, καί σέ ποιό τόπο θά εἶναι αὐτή ἡ γέεννα; Τί σ’ ἐνδιαφέρει αὐτό; Γιατί τό ζητούμενο εἶναι, ν’ ἀποδειχθεῖ ὅτι ὑπάρχει, ὄχι ποῦ ὁρίσθηκε καί σέ ποιό τόπο. Μερικοί βέβαια μυθολογώντας ἰσχυρίζονται ὅτι βρίσκεται στήν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, πράγμα πού λέχθηκε γιά κάποιο πόλεμο τοῦ παρελθόντος, ἀναφέροντας αὐτό στή γέεννα. Ἀλλά, λέγει, σέ ποιό τόπο θά εἶναι; Κάπου ἔξω, ὅπως ἐγώ βέβαια νομίζω, ἀπ’ ὅλο αὐτόν τόν κοσμο. Γιατί ὅπως οἱ φυλακές καί τά μεταλλεῖα βρίσκονται μακριά ἀπό τά βασιλικά ἀνάκτορα, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ γέεννα θά εἶναι κάπου ἔξω ἀπό αὐτήν τήν οἰκουμένη. Ἄς μή ζητοῦμε λοιπόν ποῦ βρίσκεται ἡ γέεννα, ἀλλά πῶς μπορεῖ νά τήν ἀποφύγουμε».
.                     Ὅ,τι ἀναφέραμε γιά τόν νοητό «τόπο» τοῦ Παραδείσου, τό ἴδιο, ἀντίστοιχα, ἰσχύει καί γιά τήν κόλαση. Πρόκειται, δηλαδή, περί τόπου νοητοῦ καί ὄχι αἰσθητοῦ.

Ἡ μακαρία κοινωνία τῶν δικαίων

.                     Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά χαρακτηρίζεται ἀπό τήν μακαρία κοινωνία τῶν δικαίων μέ τόν Τριαδικό Θεό, ἀλλά καί μεταξύ τους. Ἔτσι οἱ ψυχές θά ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη, ἀ­κό­μη κι­­ ἄν ἔ­ζη­σαν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κές ἐ­πο­χές, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση θά γί­νε­ται μέ τό δι­ο­ρα­τι­κό μά­τι τῆς ψυ­χῆς καί ὄ­χι μέ τούς ὑ­λι­κούς ὀ­φθαλ­μούς. Ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ωάν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­ει ὅ­τι θά ἀ­να­γνω­ρί­σου­με, ὄ­χι μό­νο τούς ἐ­δῶ γνω­στούς μας, ἀλ­λά καί αὐ­τούς πού πο­τέ δέν ἔ­χου­με δεῖ καί αὐ­τή ἡ συ­νά­ντη­ση θά εἶ­ναι «εὐ­φρό­συ­νος»[37][38].

Συνεχής πρόοδος καί βαθμίδες στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν

.                    Αὐτή ἡ κατάσταση εὐφροσύνης δέν θά εἶναι στάσιμη στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἡ αἰώνια ζωή δέν θά ἔχει στασιμότητα, ἀλλά μία διαρκή κίνηση, μία διαρκή πρόοδο, ἕνα συνεχές ἄνοιγμα σέ χωρητικότητα καί δεκτικότητα τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό γιατί τό κτιστό οὐδέποτε μπορεῖ νά γίνει ἄκτιστο.
.                     Ἡ Κόλαση, σέ ἀντίθεση μέ τόν Παράδεισο, δέν θά βιώνεται αὐξητικά, ἀλλά στάσιμα. Δέν θά ὑπάρχει, δηλαδή, κίνηση καί πρόοδος ἐπί τά χείρω. Κι αὐτό χάρη στήν εὐσπλαχνία καί τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.
.                     Στήν Αἰώνια Ζωή, θά ὑ­πάρ­χουν δι­ά­φο­ρες βαθ­μί­δες, ἀ­νά­λο­γες μέ τήν κα­τά­στα­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀφοῦ «ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ τοῦ πα­τρός μου μο­ναί πολ­λαί εἰ­σιν»[38][39]­. Ἡ πο­σο­τι­κή αὐτή δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση στή με­το­χή τῆς χά­ρι­τος, θά εἶναι ἀ­νά­λο­γη μέ τίς προ­σω­πι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις τοῦ κα­θε­νός, χωρίς, ὅ­μως, νά προ­κα­λεῖ καμ­μί­α λύ­πη ἤ φθόνο σέ ὅ­σους τυ­χόν βρί­σκον­ται σέ χα­μη­λό­τε­ρη κα­τά­στα­ση. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ θέ­ω­ση καί με­γα­λύ­τε­ρη δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων θά ἀ­να­κλᾶ καί θά ἐ­πι­τεί­νει τή μα­κα­ρι­ό­τη­τα ὅ­σων θά ἔ­χουν μι­κρό­τε­ρη δό­ξα. Για­τί ἡ Θεί­α Βα­σι­λεί­α θά εἶ­ναι κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης στόν πλη­ρέ­στα­το βαθ­μό.

Ἡ θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός

.                     Ἡ Αἰώνια Ζωή θά εἶναι πλήρης ἀπό τή θεωρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Αὐτό στούς Ἁγίους θά ἐνεργεῖ σάν φῶς καθαρτικό καί φωτιστικό πού θά τούς προκαλεῖ ἄφατη εὐφροσύνη, ἐνῶ σ’ αὐτούς πού θά ἔχουν σκλήρυνση καί πώρωση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη θά ἐνεργεῖ ὡς «πῦρ καταναλῖσκον», «σκότος ἐξώτερον» καί τόπος βασάνου.
.                     Ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἔχουν τό ἴδιο τέλος. Ὅλοι βέβαια θά δοῦν τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ μία διαφορά: Οἱ μέν σεσωσμένοι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς γλυκύτατον καί ἀνέσπερον, οἱ δέ κολασμένοι, θά δοῦν τήν ἴδια δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς πῦρ καταναλίσκον, σάν φωτιά πού θά τούς [κατα]καίη… Ἡ βίωσις, δηλαδή, αὐτοῦ τοῦ Φωτός θά εἶναι διαφορετική στούς μέν ἀπό τούς δέ»[39][40].
.                     Τό ἄκτιστο φῶς, κατά τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ὅσο βέβαια εἶναι δυνατό τά κτιστά λόγια νά περιγράψουν τήν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου, εἶναι ἡ ἄκτιστη καί θεοποιός ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Τό θεῖο αὐτό φῶς εἶναι ἀνέσπερο, γλυκύτατο, χαριέστατο καί ἀκραιφνές (καθαρό) φῶς, ἄναρχον καὶ ἀΐδιον, ὁμοιόμορφο, ἀκέραιο, πού ἐμπλουτίζει καί πληροῖ τόν ἀνακαινιζόμενο ἄνθρωπο ψυχοσωματικά μέ ὑπερκόσμια καί ἀκατάληπτη εὐφροσύνη καί ἀνέκφραστη ἡδονή, εἰρήνη καί χαρά καί ἱλαρότητα καί εἶναι πηγή ὑπερφυῶν χαρισμάτων καί ἀποκάλυψη οὐρανίων μυστηρίων.

Ἡ αἰώνια Κόλαση

.                     Ὁ σωματικός θάνατος εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ διάρρηξη τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητος καί ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Ὁ πνευματικός θάνατος εἶναι ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τόν Θεό, πού συνιστᾶ τόν «δεύτερο» θάνατο, ὅπως ἀποκαλεῖται στό ἱερό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως[40][41]. Αὐτός ὁ δεύτερος θάνατος εἶναι ἡ βίωση τῆς αἰωνίου κολάσεως.
.                     Ὁ πρῶτος, ὁ σωματικός θάνατος ἀποδείχτηκε «θνητός», ἀφοῦ τόν νίκησε μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός μας. Ὁ «δεύτερος», ὅμως, θάνατος θά ἐκτείνεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ κόλαση θά εἶναι ὁ «ἀθάνατος» θάνατος. Ἡ κόλαση, ἄλλωστε, εἶναι ταυτισμένη μέ τόν θάνατο· εἶναι ἕνας διαρκής καί ἀτελεύτητος θάνατος.
.                     Κόλαση εἶναι ἡ ἀκοινωνησία, ἡ ἀμεθεξία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἀλλά καί μέ ὁ,τιδήποτε κτιστό. Εἶναι ἡ ἀπόλυτη τραγικότητα καί ἡ ὀδύνη πού αἰσθάνεσαι, καθώς, παρότι ἔχεις πλήρη συνείδηση ὅτι ὑπάρχεις, ἀδυνατεῖς νά ἐκπληρώσεις τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς σου, πού εἶναι ἡ κοινωνία σου μέ τόν Θεό, τήν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς σου, δηλαδή. Αὐτή ἡ ἀπόλυτη ἀκοινωνησία μέ τήν πηγή τῆς Ζωῆς, δέν θά εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τήν κοινωνία τοῦ θανάτου.
.                     Ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Πορφύριος ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ζωή χωρίς Χριστό εἶναι θάνατος, εἶναι κόλαση, δέν εἶναι ζωή. Αὐτή εἶναι ἡ κόλαση, ἡ μή ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἤ θά εἶσαι στή ζωή ἤ στό θάνατο. Ἀπό σένα ἐξαρτᾶται νά διαλέξεις»[41][42].
.                     Συνεπῶς ἡ κόλαση εἶναι ἡ ἀκύρωση τῆς ζωῆς. Εἶναι μιά ἄπελπις κατάσταση στόν τραγικότερο βαθμό βιώσεώς της. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἀπογοήτευση, ἀλλά ἡ ὑπαρξιακή βίωση τῆς τραγικότητας αὐτῆς τῆς ἀπογοητεύσεως καί μάλιστα, χωρίς τήν ἐλάχιστη διέξοδο, χωρίς τήν παραμικρή ἐλπίδα καί χωρίς τήν δυνατότητα μετανοίας. Ἡ Κό­λα­ση εἶ­ναι τό μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, καί ἡ λύ­πη στήν καρ­διά ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α, πού ἔ­γι­νε σέ βά­ρος τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ.
.                     Ὁ Θεός εἶναι, κατεξοχήν καί κατά κυριολεξία, ὁ μόνος καλός καί ἀγαθός. Κατά συνέπεια, κάθε ἐνέργειά Του εἶναι καλή καί ἀγαθή καθ’ ἑαυτήν. Ἡ πρόσληψη, ὅμως, αὐτῆς τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐλεύθερη προαίρεση καί τήν δεκτικότητα τοῦ αὐτεξούσιου ἀνθρώπου καί τῶν ἐπιλογῶν του ἔναντι τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ.
.                    Κατά συνέπεια, τά λογικά ὄντα, οἱ ἄνθρωποι, πού ἀδυνατοῦν νά προσλάβουν τό κάλλος τοῦ μόνου Καλοῦ καί τήν ἀγαθότητα τοῦ μόνου Ἀγαθοῦ, ἀκυρώνουν τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς τους νά κοινωνοῦν ἀγαπητικά μέ τόν Δημιουργό τους καί ἔτσι αὐτοκαταδικάζονται στήν ἀμεθεξία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀμεθεξία αὐτή τῆς Χάριτος καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ βιώνεται ὡς ἡ ὀδυνηρότερη ὑπαρξιακή ἐμπειρία τους, ὡς κόλασή τους καί ὡς μάστιγά τους. Κατά συνέπεια, σέ καμία περίπτωση ὁ Θεός δέν εἶναι αἴτιος τοῦ κακοῦ. Αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι μόνον ἡ κακή προαίρεση τῶν ἀνθρώπων.
.                     Ἐ­νῶ ἡ πα­ρα­δεί­σι­α ζω­ή θά εἶ­ναι «φι­λί­α», ἡ κό­λα­ση θά εἶ­ναι «ἀ­φι­λί­α» καί ἀ­κοι­νω­νη­σί­α τό­σο σέ σχέ­ση μέ τό Θε­ό ὅ­σο καί μέ τούς ἄλ­λους, ἀφοῦ οἱ δυστυχεῖς κολασμένοι θά στεροῦνται καί τό δῶρο τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἄλλων πού θά χαρίσει ὁ Θεός μόνο σέ ὅσους θά σωθοῦν.
.                     Ἡ παραμονή, λοιπόν, στήν Κόλαση θά χαρακτηρίζεται ἀπό τέ­λει­α ἀ­κοι­νω­νη­σί­α καί ἀ­φι­λί­α. Θά εἶναι ζω­ή ἀ­νέ­ρα­στη καί βυ­θι­σμέ­νη σέ ὀ­δυ­νη­ρή μο­να­ξι­ά καί ἀ­πελ­πι­σί­α.

Οἱ συνέπειες τῆς πτώσεως στήν κτίση

.                     Ὅπως ἀναφέραμε στήν πρώτη ἑνότητα τῆς ὁμιλίας μας, μιλώντας γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεός δημιούργησε τήν κτίση «ἐκ τοῦ μή ὄντος» καί τόν ἄνθρωπο ὡς κορωνίδα τῆς δημιουργίας καί βασιλέα τῆς κτίσεως. Ὅμως, ἡ ἀ­πο­στα­σί­α καί ἡ πτώ­ση τοῦ ἀνθρώπου ἀ­πο­συν­θέ­τει καί ὅ­λο τό βασίλειό του. Ὁ μεταπτωτικός ἄν­θρω­πος βι­ώ­νει τήν δι­α­τά­ρα­ξη τῶν σχέ­σε­ών του μέ τό συ­νάν­θρω­πό του, ἀλ­λά καί μέ ὁλόκληρη τήν κτί­ση. Κι αὐτό γιατί ἡ ὁ­μα­λή συ­νύ­παρ­ξη μα­ζί τους στη­ρι­ζό­ταν στήν ἀ­γα­πη­τι­κή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α πού εἶ­χε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος μέ τό Θε­ό καί τήν ὁποία διέκοψε μέ τήν παρακοή του στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Οἱ συ­νέ­πει­ες τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἀνθρώπου, κατά συνέπεια, δέν πε­ρι­ο­ρί­στη­καν μόνο στό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος, ἀλ­λά ἐ­πε­κτά­θη­καν στήν ἄλ­ο­γη φύ­ση καί στά ἄ­λο­γα ζῶ­α. «Πᾶ­σα ἡ κτί­σις συ­στε­νά­ζει καί συ­νωδί­νει ἄ­χρι τοῦ νῦν»[42][43] (Δηλ. ὡς τώρα ὅλη ἡ κτίση στενάζει καί συμπάσχει μαζί μας μέχρι σήμερα).

Ἡ ἀνακαίνιση τῆς δημιουργίας (καινή κτίση)

.                     Ὅπως, ὅμως, τό φθαρτό ἀνθρώπινο σῶμα θά ἀναστηθεῖ, θά ἀνακαινισθεῖ καί θά γίνει ἄφθαρτο καί πνευματικό, ἔτσι θά ἀνακαινισθεῖ καί ὁλόκληρη ἡ κτίση καί θά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν δουλεία καί τήν φθαρτότητα. «Καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ»[43][44], μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή, «Ὅλη ἡ κτίση προσμένει μέ λαχτάρα πότε θά φανερωθεῖ ἡ δόξα τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Ξέρετε, βέβαια, πώς ἡ κτίση ὑποτάχθηκε καί αὐτή στή φθορά, ὄχι θεληματικά, ἀλλ’ ἐξαιτίας ἐκείνου πού τήν ὑπέταξε. Ἔχει ὅμως πάντοτε τήν ἐλπίδα, κι αὐτή ἀκόμα ἡ κτίση, πώς θά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ὑποδούλωσή της στή φθορά καί θά συμμετάσχει στήν ἐλευθερία πού θά ἀπολαμβάνουν τά δοξασμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ».
.                     Ὑπάρχει πλῆθος ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν χωρίων πού μᾶς μιλοῦν γιά τή συνέχεια ὑπάρξεως τῆς κτίσεως μέ μιά διαφορετική μορφή, ἀπαλλαγμένη ἀπό τή φθορά. Μιλοῦν γιά τήν ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως, γιά «καινούς οὐρανοὺς καὶ γῆν καινήν».[44][45] Ἀπό ὅλα αὐτά συμπεραίνουμε ὅτι ὁ κόσμος πού μᾶς περιβάλλει δέν θά ἐξαφανιστεῖ, δέν θά ὁδηγηθεῖ στήν ἀνυπαρξία, ἀλλά θά μεταποιηθεῖ, θά ἀνακαινισθεῖ καί θά διακονήσει τόν ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο ἄνθρωπο στή νέα του ἄφθαρτη ζωή, στήν αἰώνια καί ἀτελεύτητη πραγματικότητα. Ὁ λυτρωμένος καί ἀναστημένος ἄνθρωπος δέν θά ἀποσπαστεῖ ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἀλλά θά ζήσει σ’ αὐτήν, πού «μεταποιημένη» θά ἀποτελέσει τό νέο του πνευματικό «κατοικητήριο».
.                     Ὅταν βέβαια κάνουμε λόγο γιά ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως, γιά καινούς οὐρανούς καί καινήν γῆν, δέν ἐννοοῦμε ὅτι θά ἐπιστρέψει στήν κατάσταση πού ἦταν στόν πρῶτο Παράδεισο, πρό τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ. Τότε ὁ Ἀδάμ ἦταν αἰσθητός καί τρεπτός. Ὅμως μέ τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων ὁ Ἀδάμ θά εἶναι πνευματικός. Κατά ἀνάλογο τρόπο, καί ὁλόκληρη ἡ κτίση, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, θά μεταποιηθεῖ «εἰς ἄϋλον καί πνευματικόν ὑπέρ πᾶσαν αἴσθησιν ἐν τῆ παλιγγενεσίᾳ… οἰκητήριον»[45][46]. Ἔτσι θά ἀποκατασταθοῦν καί πάλι οἱ σχέ­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν κό­σμο καί ἡ ἁρ­μο­νί­α, ἡ κοι­νω­νί­α καί ἡ ἀ­γά­πη θά βα­σι­λεύ­σει πάλι ἀ­νά­με­σά τους.

Ἐπίλογος

Ἀγαπητοί μας, ἀδελφοί,

.                     Προσπαθήσαμε, ὅσο μᾶς τό ἐπέτρεψαν τά χρονικά ὅρια τῆς ἀποψινῆς μας ὁμιλίας, νά σκιαγραφήσουμε κάποιες κύριες ἔννοιες τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου, τῆς μετά θάνατον ζωῆς, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας καί τῆς κοινῆς ἀναστάσεως ὅλων μας κατά τήν Δευτέρα Παρουσία. Πρόκειται πραγματικά γιά θεμελιώδη καί πρωταρχικά ζητήματα τῆς πίστεώς μας.
.                     Θά θέλαμε αὐτό νά τό διατυπώσουμε μέ κάθε σαφήνεια καί κατηγορηματικότητα: ὅποιος δέν πιστεύει στόν Θεάνθρωπο Χριστό μας καί τήν Ἀνάστασή Του, ὅποιος δέν πιστεύει στήν κοινή ἀνάσταση ὅλων μας, ὅποιος δέν πιστεύει στήν Δευτέρα Παρουσία, τήν μέλλουσα Κρίση καί τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, αὐτός δέν μπορεῖ οὐσιαστικά οὔτε νά εἶναι οὔτε καί νά λέγεται χριστιανός καί μάλιστα ὀρθόδοξος.
.                     Ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι τό ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­το ἐ­κεῖ­νο γε­γο­νός, πού κα­τά τρό­πο μο­να­δι­κό, δει­κνύ­ει καί ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός εἶ­ναι ὁ μό­νος ἀ­λη­θι­νός Θε­ός καί Κύ­ρι­ος σέ ὅ­λους τούς ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ο­ρά­τους κό­σμους. Ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά ἡ πρα­γμα­τι­κό­τητ­α τοῦ ἑ­νός καί μο­να­δι­κοῦ θαύ­μα­τος, τοῦ θαύ­μα­τος τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο συ­νε­χί­ζε­ται καί θά συ­νε­χί­ζε­ται στίς καρ­δι­ές ὅ­λων τῶν Χρι­στι­α­νῶν μέ­χρι τῆς Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας.
.                     Ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος καί δογματολόγος τῆς ἐκκλησίας μας, ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, διεκήρυσσε ὅτι «ἄνευ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό… Τό νά πιστεύη κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου»[46][47].
.                     Καί καταλήγει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς πανηγυρικά καί δοξαστικά:
.                     «Σταθῆτε ὅλα τά σύμπαντα, ὅλοι οἱ ὑπάρχοντες κόσμοι, καί ὅλα τά ὄντα! Κάτω ὅλαι αἱ καρδίαι, ὅλοι οἱ νόες, ὅλαι αἱ ζωαί, ὅλαι αἱ ἀθανασίαι, ὅλαι αἱ αἰωνιότητες! Διότι, ὅλα αὐτά ἄνευ τοῦ Χριστοῦ εἶναι δι’ ἐμέ κόλασις. Ἡ μία κόλασις δίπλα εἰς τήν ἄλλην κόλασιν. Ὅλα εἶναι ἀναρίθμητοι καί ἀτελεύτητοι κολάσεις καί εἰς τό ὕψος καί εἰς τό βάθος καί εἰς τό πλάτος. Ἡ ζωή ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀλήθεια ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἥλιος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ καί τά σύμπαντα χωρίς Αὐτόν, -ὅλα εἶναι τρομερά ἀνοησία, ἀνυπόφορον μαρτύριον, σισύφειον βάσανον, κόλασις! Δέν θέλω οὔτε τήν ζωήν, οὔτε τόν θάνατον ἄνευ Σοῦ, Γλυκύτατε Κύριε! Δέν θελω οὔτε τήν ἀλήθειαν, οὔτε τήν δικαιοσύνην, οὔτε τόν παράδεισον, οὔτε τήν αἰωνιότητα. Ὄχι, ὄχι! Ἐσένα μόνον θέλω, Ἐσύ μόνον νά εἶσαι εἰς ὅλα, ἐν πᾶσι καί ὑπεράνω ὅλων!…». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com

———————————-

[1][2] Πλάτωνος Φαίδων, 63b 4- 69e 2

[2][3] Ἰω. 1, 1-3

[3][4] Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως “Ἱερή Κατήχηση τῆς ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἤτοι τῆς μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας”, κεφ. 4, Περί τῆς δημιουργίας τῶν Ἀγγέλων

[4][5] Μεγάλου Βασιλείου, περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κεφ. 16, ΕΠΕ 10, σελ. 380-381

[5][6] Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, ὅ.π.

[6][7] Γέν. 1, 26-28

[7][8] Γέν. 2, 7

[8][9] Βλ. Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1, σελ. 142

[9][10] Φιλίππου Σολιταρίου (1105), Βίβλος ἡ λεγομένη Διόπτρα, ἤτοι στάθμη πίστεως

[10][11] Ἁγίου Ἰωάννη Δαμασκηνού, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94:1088

[11][12] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, PG 94, 853A

[12][13] Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ΕΠΕ 9, 562, PG151,260Α.

[13][14] Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλυκον 2, 27.

[14][15] Γέν. 2, 16-17

[15][16] Γέν. 3, 4-5

[16][17] Ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, Πε­ρί Δι­α­φό­ρων Ἀ­πο­ρι­ῶν, Φι­λο­κα­λί­α Νη­πτι­κῶν καί Ἀ­σκη­τι­κῶν, σελ. 194

[17][18] Σοφ. Σολ. Α΄ 13-25

[18][19] Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο, σελ. 50

[19][20] Α΄Κορινθ. ιε΄, 22.

[20][21] Βλ. Ν. Π. Βασιλειάδη, Τό Μυστήριον τοῦ Θανάτου, ἐκδ. «Σωτήρ», Ἀθήνα 1984, σελ. 78.

[21][22] Μ. Βασιλείου, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 345Α.

[22][23] Νεκρώσιμοι καί Ἐπιμνημόσυναι Ἀκολουθίαι, Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1972, σελ. 213.

[23][24] PG 46, 876-7

[24][25] Ψαλμ. 106, 16

[25][26] Α΄ Κορ. 15, 13-14

[26][27] Α΄ Κορ. 15, 20

[27][28] Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τήν Γ΄ Ὠδήν τοῦ πρώτου Κανόνος τῆς Μεταμορφώσεως, Ἑορτοδρόμιο, ἐκδ. Σπανός, σ. 594

[28][29] Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, παρ. 100, ΕΠΕ 1, 566

[29][30] Α΄ Κορ. 15, 35

[30][31] «οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει» (Α΄Κορ. 15, 42-43)

[31][32] Κορ. Α΄, 15, 44

[32][33] Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Α΄ Κορινθίους, Ὁμιλία ΜΑ΄, MPG 61.357.4-6

[33][34] Ἰω. 5, 28-29

[34][35] Μάρκου Εὐγενικοῦ, ΡΟ 15, σελ. 153

[35][36] π. Σεραφείμ Ρόουζ, Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο, ἐκδ. Μυριόβιβλος, σελ. 214

[36][37] «Καὶ ποῦ, φησί, καὶ ἐν ποίῳ χωρίῳ αὕτη ἔσται ἡ γέενα; Τί γάρ σοι τούτου μέλει; τὸ γὰρ ζητούμενον, δεῖξαι ὅτι ἐστίν, οὐχ ὅπου τεταμίευται καὶ ἐν ποίῳ χωρίῳ. Τινὲς μὲν γὰρ μυθολογοῦντες φασιν, ὅτι ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Ἰωσαφάτ, ὃ περὶ πολέμου τινός εἴρηται παρελθόντος, καὶ νῦν τοῦτο εἰς τὴν γέεναν ἕλκοντες˙ ἡ δὲ Γραφὴ οὐ τοῦτό φησιν. Ἀλλ’ ἐν ποίῳ τόπῳ, φησίν, ἔσται; Ἔξω που, ὡς ἔγωγε οἶμαι, τοῦ κόσμου παντός. Καθάπερ γὰρ τῶν βασιλείων τὰ δεσμωτήρια καὶ τὰ μέταλλα πόῤῥῳ διέστηκεν, οὕτω καὶ τῆς οἰκουμένης ταύτης ἔξω που ἔσται ἡ γέενα. Μή τοίνυν ζητῶμεν ποῦ ἐστιν, ἀλλά πῶς ἄν αὐτὴν φύγοιμεν»

[37][38] Ἰω. Δαμασκηνοῦ, ὅ.π.

[38][39] Ἰω. 14, 2

[39][40] Πρωτοπρ. Ἰω. Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ἔκδ. «Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 47-48

[40][41] Ἀποκ. Κ΄ 14, «οὗτος ὁ θάνατος ὁ δεύτερός ἐστιν».

[41][42] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Βίος καί Λόγοι, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2017

σελ. 235-238

[42][43] Ρωμ. η΄ 20-22

[43][44] Ρωμ. 8, 19-22

[44][45] Β΄ Πέτρου, γ΄, 13.

[45][46] Ἁγ. Συμεών Νέου Θεολόγου, SC 122, σ. 212-214

[46][47] Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, σελ. 41

Διαφημίσεις

, , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-5

Πορεία τς Ψυχς (5)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),
«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2
Μέρος 3: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»
Μέρος 4: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

.             Τὸ ἄλλο ποὺ θὰ μπορεῖ νὰ κάνη ἡ ψυχὴ εἶναι νὰ παραδεχθῆ καὶ νὰ πῆ: “Ἐγὼ θὰ μεριμνήσω γιὰ τὴν γυμνότητά μου. Ἐγὼ θὰ ἀναγγείλω τὴν ἁμαρτία μου, θὰ ὁμολογήσω τὴν ἁμαρτία μου, τὴν γυμνότητά μου. Καὶ ὅπως εἶμαι γυμνός, ἔτσι θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θὰ τοῦ πῶ: “Ντύσε μὲ Σύ”. Αὐτὸ χρειάζεται, καταλαβαίνετε, πάρα πολὺ μεγάλη δύναμι. Χρειάζεται μίαν αὐθεντικότητα ἐσωτερική, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ βγῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο. Ποιό θὰ εἶναι τὸ μέτρο, τὸ ὁποῖο θὰ μὲ πάει ἀπὸ ἐδῶ ἢ ἀπὸ ἐκεῖ; Αὐτὸ ποὺ τὸ ὀνομάζουμε ἐγωισμός. Ὄχι ἐγωισμὸς μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς πλάστιγγος, αὐτῆς τῆς ζυγαριᾶς ποὺ εἶναι μέσα μας καὶ ποὺ λέγεται ἐγώ.
.             Θυμηθῆτε τὸν ἅγιο τῆς Ἰππῶνος, τὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο. Πόσα χρόνια ὑπέφερε καὶ ἤθελε νὰ μετανοήση! Γιατί; Ἐρχόταν σὲ σύγκρουσι μὲ τὸ ἐγώ του. Πότε ἔβαζε τὸ ἐγὼ μπροστὰ στὴ φιλοσοφία. Ἡ φιλοσοφία τοῦ ἔκλεινε τὸ δρόμο. Πότε ἔμπαινε μπροστὰ ἡ αἵρεσις, ὅπως ὁ Μανιχαϊσμός, σὰν γνῶσις. Ἡ γνῶσις ἔμπαινε μπροστά, γινόταν ἕνα κάλυμμα, ποὺ τοῦ σκέπαζε τὴν γυμνότητα. Ὅταν ἔσκυψε, ὅταν ταπεινώθηκε, τότε βαπτίσθηκε μαζὶ μὲ τὸ νέο παιδί του. Τότε ἀπεκάλυψε τὴν γυμνότητά του καὶ τότε ἐνεδύθη τὸ ἔνδυμα τῆς δικαιοσύνης, ποὺ τοῦ ἐφόρεσε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κατόπιν, βλέπετε, ἔγινε καὶ ἐπίσκοπος!
.             Εἶναι, λοιπόν, αὐτὴ ἡ πλάστιγγα αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἐμεῖς τὸ λέγομε ἐσωτερικὴ διάθεσις. Ἡ διάθεσις, τὸ ὑπομόχλιο αὐτό, εἶναι τὸ ἐγώ μου. Πάνω σὲ αὐτὸ στηρίζομαι. Τί θὰ θελήση τὸ ἐγώ; Νὰ στηρίξη τὸν ἑαυτό μου ἢ νὰ ἀρνηθῆ τὸν ἑαυτό του, τὸ “ἀπαρνησάσθω”, ποὺ λέγει ὁ Χριστός; Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀπαρνηθῶ ἢ θὰ δεχθῶ τὸν ἑαυτό μου, τὸν κατώτερο ἑαυτό μου.
.             Λοιπόν, ἢ γυμνὸς ἢ θὰ ράψω φύλλα συκῆς. Ἐὰν θὰ μείνω γυμνὸς – προσέξτε νὰ δεῖτε -, ὅταν θὰ παρουσιασθῶ γυμνὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τότε ἀρχίζει ἕνα τρίτο στάδιο τῆς πορείας τῆς ψυχῆς.
.             Ἀκόμη δὲν μπήκαμε στὴν πορεία της. Ἀκόμη ἔχομε τὶς προϋποθέσεις, ἔχομε τὶς προετοιμασίες, γιὰ ν᾽ ἀποφασίση ἡ ψυχὴ νὰ ζήση μία ζωὴ χριστιανική. Ἔχομε τώρα τὴν ἔναρξι αὐτῆς τῆς πορείας. Αὐτὴ ἡ πορεία εἶναι μία ἀνωστική, εἶναι μία ἄνω ὠθοῦσα δύναμις, ἢ καλύτερα, εἶναι μία ἐπιστροφικὴ κίνησις, εἶναι πλέον μία ἐκτίναξις τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποία τὴν κάνει μόνη της. Πῶς, ὅταν μοῦ πεῖς κάτι ποὺ θὰ μὲ θίξη, ἀμέσως τινάζομαι καὶ ἀντιδρῶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῶ; Ἔτσι καὶ ἐδῶ, εἶναι μία ἐκτίναξις τοῦ εἶναι μου. Μία στιγμιαία, μία πηγαία, μία ἐσωτερικὴ ἀντίδρασις.
.             Ἡ ψυχή, ἑπομένως, πρέπει νὰ κάνη μίαν τοιαύτη ἐκτίναξι τοῦ εἶναι της. Εἶναι ἐπιστροφικὴ θὰ πῆ: νὰ ἐπιστρέψη ἐκεῖ ἀπ᾽ ὅπου ἐξῆλθε, νὰ ἐπιστρέψη εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ, νὰ ἐπιστρέψη μέσα στὴν πτωχεία της. Θὰ μοῦ πεῖτε: “Πτωχὸς ἦταν ὁ ἄνθρωπος στὸν παράδεισο;”.
.             Θυμηθεῖτε τὸν πρωτόπλαστο. Ἦταν πλούσιος, εἶχε τὰ σύμπαντα δικά του. Τοῦ λέγει ὁ ὄφις: “Τί σοῦ εἶπε ὁ Θεός; Νὰ κάνης ἔτσι καὶ ἔτσι, νὰ μὴ φᾶς ἀπὸ τὸν καρπὸ γιὰ νὰ γίνης θεός; Ἂν θὲς νὰ γίνης θεός, ἂν θὲς νὰ κατακτήσης τὸν ὁρίζοντα, νὰ φᾶς ἀπὸ τὸν καρπὸ αὐτόν”.
.             Τοῦ δεικνύει ἕναν ἄλλο δρόμο. Ἀναγκάζεται τώρα ἡ ψυχὴ νὰ ἀναγνωρίση ὅτι εἶναι πολὺ πτωχὴ μπροστὰ στὴ σοφία ἑνὸς ὄφεως καὶ τρώγει, γιὰ νὰ γίνη πλουσία, γιὰ νὰ γίνη θεός! Εἰς τὴν θέσι αὐτὴν βρίσκεται τώρα καὶ ἡ δική μας ψυχή, μόλις ἔφαγε τὸν καρπό, μόλις κατάλαβε ὅτι ἔτρωγε τὸν καρπό. Θὰ πρέπει, λοιπόν, τώρα ἡ ψυχὴ νὰ ἐπιστρέψη εἰς τὴν προτέρα πτωχεία της. Δηλαδὴ ἐκεῖ ποὺ ἐνόμιζε ὅτι ἦταν πτωχεία, νὰ καταλάβη ὅτι ἡ πτωχεία της ἦταν ἡ ὀμορφιά της, ἦταν ἡ θεότητά της, ἦταν ὁ προθάλαμος γιὰ τὸν οὐρανό. Θὰ κάνει ἐπιστροφικὴ κίνηση. Ἂς τὸ πῶ διαφορετικά: θὰ κάνει μίαν κυκλικὴ κίνησι.
.             Τί σημαίνει κυκλική; Γιατί λέγω κυκλική; Μία κίνησις μπορεῖ νὰ εἶναι εὐθεία. Μία εὐθεία ὅμως εἶναι μὲν ταχυτέρα πάσης ὁδοῦ, ἀλλὰ σὲ ἀπομακρύνει. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ εἶναι μία τεθλασμένη κίνησις. Μπορεῖ νὰ εἶναι μία κυκλική, ποὺ σὲ φέρνει πάλι στὸν ἑαυτό σου. Σὲ κυκλώνει. Ὁπότε ἡ κίνησις αὐτὴ ἡ κυκλική, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ἔχει τὴν τάσι τῆς ψυχῆς πρὸς τὰ ἔξω, ἀφ᾽ ἑτέρου ὅμως σὲ ἐπαναφέρει πάλι σὲ σένα.
.             Ἑπομένως, ἔχομε τὴν κίνησι τῆς ἐπιστροφῆς, τῆς ἀπωθήσεώς μας, γιὰ νὰ ξαναπᾶμε ἐκεῖ ἀπ᾽ ὅπου εἴχαμε ἐκτιναχθῆ, καὶ γι᾽ αὐτὸ εἴμεθα πάλι μέσα στὸν ἑαυτόν μας. Δὲν ξεφεύγομε ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας. Ὅπως εἶναι ἡ ἀπώθησις, ποὺ λέγαμε προηγουμένως, ὅπως εἶναι ὑποκατάστασις ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦμε, ὅπως εἶναι ἡ ἔνδυσις δι᾽ ἄλλων πραγμάτων: τῆς σοφίας, τῆς δυνάμεως, τῆς γνώσεως, τῶν σχεδίων μας, τῆς ἀρετῆς μας. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐπικαλύμματα, εἶναι φυγὴ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας.
.             Ἡ κυκλικότης μᾶς κρατάει μέσα στὸ πλαίσιο τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα εἴμεθα πάλι μέσα στὴν δική μας τὴν ζωή. Γι᾽ αὐτὸ τὴν ὀνόμασα ἐπιστρεπτική, διότι μᾶς ἐπιστρέφει. Καὶ κυκλική, διότι μένομε στὸν πραγματικὸ ἑαυτόν μας, μένομε στὸ δικό μας τὸ εἶναι.
.             Ἀρχίζομε ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει. Ἡ ψυχὴ μένει καθ᾽ ἑαυτήν. Μένει – προσέξτε – μόνη της, χωρὶς τὸν Θεόν. Ὅταν κάνης κυκλικὴ στροφή, ἔχεις τὴν τάσι νὰ φύγης πρὸς τὰ ἔξω – φυγόκεντρος κίνησις -, ἀπὸ ἐκεῖ ἀπ᾽ ὅπου εἶχες ἐκτιναχθεῖ. Τελικῶς, ὅμως ἐπειδὴ εἶσαι γερὰ δεμένος, παραμένεις ἐκεῖ πάλι, γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου. Αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει: μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεόν, νὰ μείνω μὲ τὸν ἑαυτόν μου, γιὰ νὰ ἰδῶ τὴν γύμνωσίν μου, τὴν ὁποίαν, ὅπως λέγαμε, πρέπει νὰ κατανοήσω προηγουμένως.

,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

Πορεία τς Ψυχς (4)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2
Μέρος 3: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

.             Λοιπόν; Θὰ μπορέσει ἡ ψυχὴ νὰ νοιώσει αὐτὴ τὴν ἁμαρτία; Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ: “Νοιῶσε τὴν ἁμαρτία!”. Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὸ ἐπιτάξω. Εἶναι μία ἐνέργεια, ἕνα διάβημα τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς. Ἂν ἡ ψυχὴ δὲν καταλάβη, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν τὸ χωρέση, ἂν ἡ ψυχὴ δὲν θελήση νὰ τὸ καταλάβει, οὐδεμία δύναμις ὑπάρχει, οὔτε καὶ ὁ Θεὸς ἀκόμη, ποὺ νὰ μπορῆ νὰ τὴν κάνη νὰ τὸ νοιώση. Μπορεῖ νὰ ἐξομολογῆται, μπορεῖ νὰ διαβάζη, μπορεῖ νὰ προσεύχεται, μπορεῖ νὰ χύνη δάκρυα, εἶναι δυνατὸν ὅμως ὅλα αὐτὰ νὰ γίνωνται χωρὶς καμία αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας.
.           Ὅταν θὰ ἀποκτήση ἡ ψυχὴ τὴν αἴσθησι αὐτὴν τῆς γυμνότητος καὶ θὰ πεῖ: “Γυμνὸς εἶμαι, πρέπει νὰ ντυθῶ”, τότε ἔρχεται μέσα ἡ ἀνάγκη τῆς μετάνοιας, δηλαδὴ τοῦ ντυσίματος. Ἀλλά, γιὰ νὰ φθάσωμε στὴν μετάνοια, εἶναι ἕνα πρόβλημα ἄλλο. Ἄλλο εἶμαι γυμνὸς καὶ ἄλλο ἑτοιμάζω φόρεμα νὰ φορέσω. Πόρρω ἀπέχουν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο.
.             Ἡ ὥρα ποὺ θὰ αἰσθανθῶ – ἡ ὥρα αὐτὴ μπορεῖ νὰ εἶναι χρόνια, μπορεῖ νὰ εἶναι στιγμὴ – ὅτι εἶμαι γυμνός, εἶναι ἡ πιὸ κρίσιμη καμπὴ τῆς ζωῆς μου, διότι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο θὰ γίνει: ἢ θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ ντυθῶ, ἢ θὰ μείνω γυμνός. Δηλαδή, ἢ θὰ συνεχίσω καὶ θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γυμνὸς καὶ θὰ πῶ “ἥμαρτον”, ἢ θὰ κάνω ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα: θὰ κρυφθῶ. Καὶ ὅταν θὰ πῆ ὁ Θεός: “Ἀδὰμ ποῦ εἶ;”, θὰ πῶ: “Κρύφθηκα, γιατί ἤμουν γυμνός”. Καὶ ὅταν θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιόν του, θὰ δῆ τὰ φύλλα τῆς συκῆς.
.             Πῶς μπορεῖ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ κρύψιμο; Αὐτὸ τὸ κρύψιμο μπορεῖ νὰ γίνη μὲ χίλιους δύο τρόπους, π.χ. μία στάσις μειονεκτική. Εἶναι φοβερό, ὅταν ἀνακαλύψω ὅτι εἶμαι ἕνα τίποτε. Ξέρεις, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι εἶσαι σπουδαῖος καὶ μεγάλος, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ σὲ προσκυνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ νόμιζες ὅτι φθάνεις τὰ οὐράνια, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἤσουν ὁ ταλαντοῦχος, ὁ ὑπέροχος, ὁ ὄμορφος, ὁ χαριτωμένος, δὲν ξέρω τί, νὰ ἀναγνωρίσης ὅτι εἶσαι γυμνός, ὅτι εἶσαι ἕνα τίποτε. Θέλει δύναμι γιὰ νὰ τὸ παραδεχθῆς αὐτό. Θέλει πολλὴ δύναμι. Μὰ δὲν μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε οὔτε μίαν ἀσχήμια ποὺ ἔχομε, δὲν παραδεχόμεθα ἕνα ἐλάττωμα, μίαν ἀποτυχία μας, ἕνα σφάλμα μας, ἕνα συγκεκριμένο ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο κάνομε καὶ τὸ καλύπτομε μὲ ἕνα ψέμα, ἐν συνεχείᾳ τὸ ψέμα μὲ ἕνα δεύτερο ψέμα, μὲ ἕνα τρίτο ψέμα. Μπορεῖ λοιπόν, νὰ εἶναι μία μειονεκτικὴ στάσις καὶ ἀντιμετώπισις, μία ἀδυναμία νὰ ὁμολογήσω τὴν γυμνότητά μου, μπορεῖ νὰ εἶναι μία δικαιολόγησις, μπορεῖ νὰ εἶναι μία ἐπικάλυψις μὲ κάτι ἄλλο. Νὰ πῶ ἕνα παράδειγμα, τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι ἐξωτερικό. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ κάτι τὸ ἐσωτερικό, διότι αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ πολὺ βαθύ. Σὲ σηκώνει ἡ καθηγήτριά σου γιὰ μάθημα καὶ σὲ γιουχαΐζουν οἱ συμμαθήτριες, διότι δὲν λὲς τίποτε. Σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ μάθημα, φεύγεις ἀμέσως, πηγαίνεις στὸ σπίτι σου, στέκεσαι ἐνώπιον τοῦ καθρέπτου, ἑτοιμάζεσαι, μακιγιαρίζεσαι… Μὰ δὲν εἶναι κανείς, δὲν σὲ βλέπει κανείς! Ναί, μὰ τὴν ὥρα ἐκείνη μπροστὰ στὸν καθρέπτη ποὺ εἶσαι μόνη σου, ὁ ἐαυτός σου ποὺ εἶναι τὸ πᾶν γιὰ σένα πληροφορεῖται ὅτι “ἐγώ, ποὺ μὲ γιουχάισαν, ἐγὼ εἶμαι τόσο ὄμορφη!”. Μπῆκε ἀμέσως τὸ ἀντιστάθμισμα στὴν ἀδυναμία μου, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπεκάλυψαν ἡ καθηγήτριά μου καὶ οἱ συμμαθήτριές μου. Τὴν ὥρα ἐκείνη, ποὺ στέκομαι στὸν καθρέπτη, δὲν στέκομαι στὴν γυμνότητά μου, στὴν ἀδυναμία μου νὰ πῶ μάθημα, ἀλλὰ στέκομαι στὸ προσόν μου, στὴν ὀμορφιά μου τὴν τεχνητή, τὴν μακιγιαρισμένη ἢ τὴν ἀληθινὴ ἐξωτερική. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὀμορφιὰ καὶ ψυχική, μπορεῖ νὰ εἶναι διανοητική, πνευματική, ὅπως λέμε σήμερα ἐμεῖς, δὲν παίζει ρόλο. Πάντως εἶναι ἕνα ὑποκατάστατο αὐτῆς μου τῆς γυμνότητος.
.             Μπορεῖ ἀκόμη νὰ εἶναι ἕνα κρύψιμο ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο. Δηλαδή, ἐνῶ εἶμαι γυμνός, νὰ ζῶ σὰν νὰ μὴν εἶμαι γυμνὸς καὶ νὰ ἔχω μία διπλὴ ζωή. Ἢ μπορεῖ νὰ ἀρνοῦμαι νὰ προχωρήσω ὡσὰν νὰ μὴν ἤμουν γυμνός. Αὐτὸ εἶναι πολὺ φοβερότερο. Αὐτὸ εἶναι μία ἀπώθησις, μία ἀπώθησις μίας τραγικῆς πραγματικότητος, ποὺ θὰ μὲ ὁδηγήση κάποτε σὲ ἕνα τραγικὸ ἀποτέλεσμα.
.             Γεμάτη ἡ ζωὴ ἀπὸ τέτοιους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὸ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί, ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ βαδίζουν πολλάκις διαπράττοντας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μισοῦν καὶ τὰ ὁποῖα σιχαίνονται καὶ τὰ ὁποῖα ξέρουν πὼς εἶναι κατώτερα, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν πὼς πρέπει νὰ ξεπεράσουν αὐτὴν τὴν κραυγὴ τῆς συνειδήσεώς τους, ποὺ τοὺς εἶναι κάτι τὸ φοβερό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-5

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

Πορεία τς Ψυχς (3)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1
Μέρος 2: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2

.           Ἔχομε τώρα τὴν τιναγμένη ψυχή, τὴν πεταγμένη ψυχὴ ποὺ εἶναι κλουβιασμένη (ἐκ τοῦ κλωβός=κλουβί) μέσα σὲ τέσσερις τοίχους καὶ δὲν βλέπει τίποτε. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ σκέπτεται νὰ σπάση τὸν φραγμὸ αὐτό, νὰ σπάση τοὺς τοίχους, στοὺς ὁποίους ζῆ καὶ νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό. Πῶς θὰ πρέπει νὰ προχωρήση;
.           Δὲν ὑπάρχει “πρέπει”. Δὲν ὑπάρχουν “πρέπει” στὴν χριστιανικὴ ζωή. Τὸ “πρέπει” εἶναι ἀπόρροια τοῦ νοός. Τὸ “πρέπει” τὸ βγάζω ὡς λογικὸ συμπέρασμα ἐγώ, ὅτι ἐφ᾽ ὅσον τὸ Εὐαγγέλιο λέγει ἔτσι καὶ ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶπε ἐκείνη τὴν παραβολὴ καὶ ἔκανε ἐκεῖνο τὸ θαῦμα καὶ εἶπε “μακάριοι” οἱ τάδε, ἄρα πρέπει ἐγὼ αὐτὸ νὰ κάνω ἀκριβῶς.
.           Τὸ “πρέπει” δὲν συγκινεῖ. Τὸ “πρέπει” σοῦ δίνει τὴν αἴσθηση τῆς σκλαβιᾶς, σὲ κάνει νὰ μὴ θέλης νὰ προχωρήσεις. Τὸ “πρέπει” δὲν ὑποκινεῖ τὸν Θεὸν οὔτε τὴν καρδιὰ οὔτε τίποτε. Τὸ “πρέπει” ἀναφέρεται μόνο στὴν ἀνθρώπινη βούλησι, στὴν ἀνθρώπινη ἔντασι, ἡ ὁποία πάντοτε ξέρομε ὅτι εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο σπάει πάρα πολὺ εὔκολα.
.         Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ μὲ ὅλες της τὶς βουλήσεις καὶ μὲ ὅλες της τὶς ἐντάσεις. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀγαπῶ, μπορεῖ νὰ σὲ μισήσω. Ἐκεῖ ποὺ σὲ μισῶ, μπορεῖ νὰ σὲ ἐρωτευτῶ. Ἐκεῖ ποὺ σὲ κατηγορῶ, μπορεῖ νὰ καταλάβω ὅτι εἶσαι ὁ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἄλφα ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀνυψώνω, σὲ στέλνω μέσα στὴν κόλαση . Ἐκεῖ ποὺ λέγω «θὰ γίνω ἅγιος», ἐκεῖ μπορεῖ ἀμέσως νὰ γίνω ἕνας σατανᾶς.
.          “Πρέπει” δὲν ὑπάρχει. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ: «Τί πρέπει νὰ κάνω τώρα;». Θὰ πρέπη ἡ ψυχὴ μόνη της νὰ προχωρήση στὴν ἐποπτεία της, στὴν αἴσθησί της.
.         Προχωροῦμε ἀπὸ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔχομε μπροστά μας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλέον διωγμένος ἀπὸ τὸν παράδεισο, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐξωσμένη. Αὐτὸ ποὺ καταλαβαίνει, ὅταν εἶναι ἔξω, εἶναι ὁ πόνος τὸν ὁποῖον ἔχει. Μὲ πόνο θὰ γεννήσης, μὲ πόνο θὰ τρυγήσης τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, μὲ πόνο θὰ σπείρης, ὁ,τιδήποτε θὰ κάνης, θὰ εἶναι μὲ πόνο.
.           Ὁ πόνος ὅμως αὐτὸς ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς ἡδονῆς. Ἡ ὀδύνη ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἡδονή. Ἡ ἡδονὴ ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος γυμνός. Θυμηθῆτε τὸν Ἀδὰμ μέσα στὸν παράδεισο. Ἔφαγε τὸν καρπό. Τὴν ὥρα ποὺ ἤδη σκέφθηκε νὰ δοκιμάση τὸν καρπό, εἶχε γυμνωθῆ. Ἡ Εὔα ἦταν ἤδη γυμνή, ἀλλὰ δὲν εἶδε τὴν γύμνωσί της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ, παρὰ μόνο ὅταν εἶχε φάει τὸν καρπό. Ἀλλὰ ἤδη ἡ γύμνωσις εἶχε γίνει. Ἀλλοιῶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φάη τὸν καρπό. Ἡ τροφὴ αὐτὴ καὶ ἡ αἴσθηση τῆς ἡδονῆς τῆς ἀπεκάλυψαν τὴν γύμνωση τὴν δική της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ.
.           Προσέξτε, διότι ἔχει πάρα πολὺ μεγάλη σημασία ἡ πορεία τῆς ψυχῆς.
.         Ἑπομένως ἀρχίζομε ἀπὸ τὸν πόνο, ὁ πόνος ἔχει ἄμεση σχέσι, ὅπως εἴπαμε, μὲ τὴν γύμνωσι. Θὰ πρέπει νὰ καταλάβη ἡ ψυχὴ ὅτι εἶναι μία γυμνὴ ψυχή, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῶς κάτι τὸ πεταγμένο ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ γυμνό. Νὰ καταλάβη πλέον ὅτι δὲν εἶναι τίποτε. Τί ἦταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα; Ἦταν, ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι, οἱ συμπεριπατοῦντες μὲ τὸν Θεόν, ἦταν ὁμόσκηνοι τοῦ Θεοῦ, ἦσαν σύντροφοι τοῦ Θεοῦ, συνοδοιπόροι, συνέκδημοι τοῦ Θεοῦ.
.           Καὶ μέσα σὲ μία στιγμὴ ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα γίνονται ἕνα τίποτε, ἕνα ἐξουθένωμα, τέτοιοι ποὺ ἕνα φίδι νὰ μπορῆ νὰ τοὺς περιγελᾶ καὶ ἡ φύσις ἡ φθαρτή, στὴν ὁποία εἶχε δώσει ὀνόματα καὶ τὴν ἐξουσίαζε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, νὰ μπορῆ νὰ ἐπανίσταται ἐναντίον τους. Καὶ τὸ πιὸ τρεμουλιάρικο πλάσμα μέσα στὴν ἱστορία γίνεται ὁ ἄνθρωπος!
.           Εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ὁ γυμνὸς κάτι τὸ ἀνύπαρκτο. Εἶναι ἕνας οὐδεὶς καὶ ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς γυμνότητος· θὰ λέγαμε τὴν αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας του, τοῦ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός. Ὄχι νὰ πῆ ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλός, ὄχι ὅτι πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ, πρέπει νὰ ὁμολογήσω τὴν ἁμαρτία μου, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ νὰ ζήση τὴν ἁμαρτία της.
.         Εἴδατε, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἦσαν γυμνοὶ προηγουμένως. Δὲν εἶχαν αἰσθανθῆ ὅμως ποτὲ τὴν γύμνωσί τους. Ὅταν ἁμάρτησαν, εἶδαν ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ ντύθηκαν. Τὸ ἔνοιωσαν, ὅτι ἦσαν γυμνοί. Ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ νὰ νοιώση ὅτι εἶναι γυμνὴ ἀπὸ ἀρετή, ἀπὸ ἁγιότητα, ἀπὸ θεότητα· ὅτι εἶναι μέσα στὴν ἁμαρτία ριγμένη, εἶναι ντυμένη μὲ τὰ φύλλα τὰ δικά της, μὲ τὰ φύλλα τῆς ἁμαρτίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-4

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2

Πορεία τς Ψυχς (1)

ρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Μέρος 1: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1

.                 Ἀλλά, ἐν ὅσῳ δὲν νοιώθουμε ἕναν μεσότοιχο ἀνάμεσά μας καὶ στὸν Θεό, δὲν νοιώθομε ὅτι εἴμαστε ἐξόριστοι, δὲν ὑπάρχει κἂν ἔναρξις σκέψεως γιὰ πνευματικὴ ζωή.
.           Βλέπετε, ἀπὸ μίαν ἐποπτεία, ὄχι ἀπὸ μίαν ἀνάλυσι, παράστασι ἀρχίζει ἡ πνευματικὴ ζωή. Αἰσθάνομαι τοῦτο ἐδῶ, τὸ νοιώθω ὅτι εἶναι τοῖχος καὶ δὲν ξέρω τί γίνεται ἀπὸ πίσω.
.                 Ὅταν λοιπὸν ἡ ψυχὴ θὰ ἀντιληφθῆ τὴν ἀπόστασι, ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα σ’ αὐτὴν καὶ στὸν Θεὸ – μία ἀπόστασι ποὺ ὅσο κι ἂν φωνάξη, δὲν πρόκειται νὰ ἀκουσθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ – τότε θὰ ἀναλογισθῆ ὅτι εἶναι πολὺ ἀφελὲς νὰ μὴν μπορῆ αὐτὴ νὰ μιλήση στὸν Θεό. Καὶ θὰ ζητήση νὰ τὸν πλησιάση, νὰ τὸν φέρη κοντά της ἢ νὰ πάη ἐκείνη κοντὰ στὸν Θεό.
.                 Ὅταν ἡ ψυχὴ θὰ νοιώση αὐτὸ ποὺ λέμε “ἀπερριμμένη”, ὅτι εἶναι κάτι τὸ πεταγμένο – ὅταν θὰ δῆς κάτι τὸ πεταγμένο, θέλεις νὰ τὸ βάλης στὴ θέση του–, ὅταν θὰ αἰσθανθῆ ἡ ψυχή, αὐτὴ ἡ ψυχὴ ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν κατακλύζουν οἱ ἔπαινοι, οἱ καλακεῖες, οἱ ἀρετὲς πιθανόν, ἡ ἁγνότης, ἡ καθαρότης, πνευματικὰ ἰδιώματα, ὁραματισμοὶ μεγάλοι, ἐφέσεις θεϊκές, αὐτὴ ἡ ψυχή, παρ᾽ ὅλα ταῦτα, ἂν καταλάβη τελικὰ ὅτι εἶναι κάτι τὸ πεταγμένο καὶ ποὺ θὰ πρέπει νὰ βρῆ τὴν θέσι του μέσα στὴν ἱστορία καὶ μέσα στὸ κοινὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὁποῖο ἀνήκει, τότε μπορεῖ νὰ πῆ: “Θὰ ἀναζητήσω τὸν τόπο μου”.
.           Ἑπομένως ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν αἴσθησι τῆς ἐξώσεως, τῆς ὑπερορίας, τοῦ ὑψώματος τὸ ὁποῖο ἔχει ἐνώπιόν της, καὶ ἀπὸ τὴν διάθεσι νὰ πάψη νὰ εἶναι κάτι τὸ πεταγμένο. Ἐφ᾽ ὅσον δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν αἴσθησι, δὲν ἀρχίζει ποτὲ τίποτε. Μπορεῖ νὰ ζῆ χριστιανικὴ ζωή, ἀλλὰ κατὰ τὸ λεγόμενον, κατὰ τὸ δοκοῦν, κατὰ τὸν λόγον, κατὰ τὴν ἀντίληψι τοῦ νοὸς μπορεῖ νὰ ζῆ χριστιανικὴ ζωή. Ἐφ᾽ ὅσον ὅμως δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δυνατὴ αἴσθησις, δὲν βάλαμε ἀκόμη καμία ἀρχή. “Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς” δὲν βάλαμε στὴ ζωή μας. Εἴμεθα ἀκόμη πολὺ μακριά, γιὰ νὰ φθάσωμε στὸ σημεῖο νὰ βάλωμε τὸ “Εὐλογητός” τοῦ Μεσονυκτικοῦ – ὄχι τοῦ ὄρθρου-, γιὰ νὰ πᾶμε ἐν συνεχείᾳ στὴν θεία Λειτουργία, ποὺ θὰ μᾶς ἑνώση μὲ τὸν Θεὸ κατ᾽ εἰκόνα.
.             Τὸ πρῶτο λοιπόν, στοιχεῖο ποὺ χρειάζεται ὡς ἐναρκτήριο εἶναι αὐτὴ ἡ αἴσθησις.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-3 «Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιά»

,

Σχολιάστε

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-1

Πορεία τς Ψυχς (1)

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),

«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

.                 Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι πολὺ μεγάλο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ πῆ κανεὶς ὅτι θὰ τὸ ἀναλύση.
.           Τὰ θέματα περὶ πνευματικῆς ζωῆς δὲν ἔχουν ἁπλῶς ὡς ἐναρκτήριο στοιχεῖο τὴν λογική, δὲν ἀρχίζουν ἀπὸ τὴ λογική. Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὅταν γίνεται συζήτησις γιὰ ἕνα πνευματικὸ θέμα τὸ ὁποῖο ἀναλύεται, καταστρέφεται, διότι δὲν μπορεῖ νὰ τὸ συλλάβη ἡ λογική.
.                 Τὸ θέμα μας εἶναι ἡ πορεία τῆς ψυχῆς. Ὄχι ἀπὸ τότε ποὺ ἀποφασίζει νὰ ζήση χριστιανικά, ἀλλὰ ἀπὸ τότε ποὺ ἀρχίζει νὰ ἀντιμετωπίζη τὸ πρόβλημα τῆς πνευματικῆς πορείας. Αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ψυχὴ βιοῦσα.
.                Ἑπομένως τὸ θέμα μας δὲν εἶναι οὔτε θεολογικὸ οὔτε ἐπιστημονικὸ οὔτε δογματικὸ κτλ. Εἶναι καθαρῶς πρακτικό, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, καὶ τὸ συναντᾶμε μέσα στὴν καθημερινή μας πρᾶξι. Ὅπως ὅταν ξέρης ὅτι βαδίζοντας ἀπὸ ἐδῶ γιὰ νὰ πᾶς στὴν Ὁμόνοια, θὰ περάσης ἀπὸ ἐκεῖ, θὰ κάνης τοῦτο, θὰ κάνης τὸ ἄλλο, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπόρροια μιᾶς πρακτικῆς ζωῆς καὶ ὄχι μιᾶς θεωρητικῆς ἐνατενίσεως τῶν πραγμάτων. Γι᾽ αὐτὸ μερικὰ πράγματα θὰ σᾶς φανοῦν ἴσως διαφορετικά, βεβαίως, σχετικά.
.                 Λοιπόν, πότε μία ψυχὴ μπορεῖ νὰ ἀρχίση νὰ σκέπτεται μία πνευματικὴ ζωή; Πότε ἀρχίζει νὰ σκέπτεται, προκειμένου νὰ κάνη κάτι ἄλλο, ὁ,τιδήποτε; Τότε ἔχουμε τὴν ἀφετηρία. Προσέξτε ὅμως αὐτὸ ποὺ λέμε ὅτι σκέπτεται ἡ ψυχή. Δανειζόμεθα τὸ ρῆμα “σκέπτομαι” ἐκ τῶν κοινῶς λεγομένων, διότι δὲν σκέπτεται ἡ ψυχὴ γιὰ τὴν πορεία της. Βιοῖ μόνον κάτι. Καὶ ἑπομένως ὅταν λέμε πότε ἡ ψυχὴ σκέπεται νὰ ἀρχίση κάτι, σημαίνει πότε δονεῖται ἡ ψυχὴ ἀπὸ μία διάθεση νὰ ἐγκαταλείψη τὸν τόπο εἰς τὸν ὁποῖο εἶναι καὶ νὰ βρεθῆκάπου ἀλλοῦ ἢ νὰ ζήση κάπως διαφορετικά.
.             Βλέπετε, οἱ ὅροι ποὺ χρησιμοποιοῦμε εἶναι ὅλοι ἐμφανεῖς. Ὅταν ὁμιλοῦμε περὶ ὁράσεως ἢ περὶ σκέψεως, περὶ ἀποφάσεως ἢ περὶ γνώσεως, ἁπλῶς χρησιμοποιοῦμε παρεμφερεῖς ἐκφράσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ μας κόσμου, οἱ ὁποῖες ὅμως δὲν ἀντιστοιχοῦν ὄντως μὲ τὴν πραγματική μας ὕπαρξη καὶ τὰ πνευματικὰ νοήματα.
.         Πότε μία ψυχὴ λέγει «πρέπει νὰ ζήσω μία χριστιανικὴ ζωή, πρέπει νὰ ζήσω κάτι τὸ διαφορετικό»; Ὅταν ἤδη θὰ ἔχη ἀποκτήσει τὴν αἴσθησι ὅτι εἶναι μία ἐξωσμένη ψυχή, ὅτι εἶναι κάτι ποὺ ἐκτινάχθηκε καὶ βρέθηκε ἔξω ἀπὸ τὸν τόπο της, ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἰς μίαν ὑπερορίαν, ἐκτὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἦταν φτιαγμένα γι᾽ αὐτὴν τὴν ἴδια. Αὐτὸ σημαίνει ἐξόριστος. Καὶ ὅταν συνειδητοποιήση αὐτὸ καὶ θυμηθῆ τὴν πατρίδα, τότε μπορεῖ νὰ πῆ: «Πρέπει νὰ πάω στὴν πατρίδα».
.             Αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις: ἡ ψυχὴ νὰ ζήση ζωὴ χριστιανική. Ἀπὸ ἐδῶ ἀρχίζει· ὅταν, δηλαδὴ θὰ νοιώση αὐτὸ ποὺ λέγει τὸ Εὐαγγέλιο «τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ» (Ἐφ. β´ 14), τὸ μεσότοιχον τὸ ὁποῖο ὑψώθηκε ἀνάμεσα σέ μᾶς καὶ στὸν Θεόν καὶ μᾶς τὸν ἐχώρισε.
.             Ἑπομένως ὅταν ἡ ψυχὴ θὰ νοιώση, θὰ ἀντιληφθῆ ὅτι δὲν ἔχει Θεόν, διότι ἐξωρίσθηκε, δὲν ἔχει πατρίδα, δὲν ἔχει πατέρα, εἶναι μακρὰν τοῦ Δημιουργοῦ, κάτι τὸ ἐκτετιναγμένον μακράν, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ὁπότε δὲν ἔχει οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεόν, τότε μπορεῖ νὰ πῆ μέσα στὴν ἐξορία: «Τρέφομαι μαζὶ μὲ τοὺς χοίρους ἐγὼ καὶ τρώγω βελανίδια. Θὰ γυρίσω στὸν πατέρα μου».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ-2

,

Σχολιάστε

«ΜΕ ΚΑΘΕ ΑΡΡΩΣΤΙΑ Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΙΑΤΡΟΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ» (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) – Κάθε νοσοκομεῖο δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸν Θεό. Κανένα τόσο πολὺ ὅσο τὸ νοσοκομεῖο γιὰ τοὺς ψυχασθενεῖς.

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ἑπιστολὴ πρὸς μία γυναίκα γιὰ τὴν τρέλα.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
«Δὲν φτάνει μόνον ἡ πίστη…» – (Ἱεραποστολικὲς ἐπιστολὲς Β´)
ἐκδ. «Ἐν πλῷ», 2008.

.           Γράφεις, πὼς ὑπέφερες πολλὰ ἀπὸ τὸν ἄνδρα σου. Σὲ μάλωνε, σ’ ἔδιωχνε ἀπὸ τὸ σπίτι, σὲ ἔδερνε ἀκόμα. Ὅμως μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ εἶχες τὴ δύναμη νὰ τὰ ἀντέξεις ὅλα. Ποτὲ σὲ κανέναν δὲν παραπονιόσουν καὶ δὲν ἔλεγες ἐκτὸς σπιτιοῦ τὸ τί συνέβαινε στὸ σπίτι. Τὰ πάθη σοῦ μαλάκωσαν τὴν ψυχή, ξερίζωσαν κάθε περηφάνεια καὶ ἀκόμα ἰσχυρότερα σὲ ἔδεσαν μὲ τὸν ζῶντα Θεό. Μιὰ ἐποχὴ νόμιζες ὅτι θὰ τρελαθεῖς. Ὅμως δὲν τρελάθηκες ἐσὺ – τρελάθηκε ὁ ἄνδρας σου. Τώρα εἶσαι ἀνήσυχη γιὰ τὴν ψυχή του, καὶ ρωτᾶς: ὑπάρχει καθόλου σωτηρία γιὰ τοὺς τρελούς;
.             Ἐφ᾽ ὅσον πιστεύεις στὸν Θεὸ καὶ στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πίστευε ἕως τὸ τέλος καὶ ἐξ ὁλοκλήρου. Ἀφοῦ κατὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, «οὐχὶ δύο στρουθία ἀσσαρίου πωλεῖται; Καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται ἐπὶ τὴν γῆν ἄνευ τοῦ πατρὸς ὑμῶν» (Ματθ. ι´ 29), τότε πῶς θὰ μποροῦσε ὁ ἄνθρωπος νὰ πέσει στὰ βάσανα καὶ τὴν ἀρρώστια καὶ τὸν θάνατο, χωρὶς τὴ θέλησή Του; Ἀλλὰ ἡ κύρια θέληση τοῦ Θεοῦ σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐκφράζεται στὸ «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α´ Τιμ. β´ 4). Τοῦτο σημαίνει, ὅτι καὶ ἡ τρέλα ἐπετράπη ἐπάνω στὸν βασανιστὴ ἄνδρα σου, γιὰ τὴν σωτηρία του. Ἐὰν ὁ ἐλεήμων Δημιουργὸς δὲν  ἤθελε τὴ σωτηρία του, δὲν θὰ τὸν χτυποῦσε μ’ αὐτὴ τὴ φοβερὴ ἀρρώστια, ἀλλὰ θὰ τὸν χτυποῦσε μὲ τὸν θάνατο στὴ μέση της ἁμαρτίας του. Μὲ κάθε ἀρρώστια καὶ βάσανο ὁ οὐράνιος Ἰατρὸς θεραπεύει τὶς ἀνθρώπινες ψυχές. Γι’ αὐτό, δὲν πρέπει νὰ λυπούμαστε τόσο ἐκείνους ποὺ ἀρρωσταίνουν βαριὰ καὶ πεθαίνουν, ὅσο ἐκείνους, τοὺς σωματικὰ ὑγιεῖς, ποὺ τοὺς ἁρπάζει ὁ θάνατος μέσα στὴν ἁμαρτία τους. Ἔχει λεχθεῖ πὼς σὲ ὅ,τι σὲ βρεῖ, σ’ ἐκεῖνο θὰ σὲ κρίνει: «…εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται» (Λουκ. ιζ´ 34)· ὅποιος βρεθεῖ μέσα στὴν ἁμαρτία θὰ ὑποστεῖ δίκη, ὅποιος βρεθεῖ μέσα στὴ μετάνοια θὰ πάρει συγχώρεση καὶ βραβεῖο. Βέβαια θὰ μοῦ πεῖς ὅτι αὐτὸς τώρα δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ μετανοήσει οὔτε νὰ προσευχηθεῖ στὸν Θεό! Γι’ αὐτὸ ἐσὺ θὰ προσεύχεσαι γιὰ ἐκεῖνον, καὶ θὰ προσφέρεις τὶς θυσίες. Αὐτὸς στὴν τωρινὴ κατάσταση μπορεῖ μόνο νὰ ταλαιπωρεῖται, πρὸς σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ γιὰ τὸν φόβο τῶν ἄλλων. Κάθε νοσοκομεῖο δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸν Θεό. Κανένα τόσο πολὺ ὅσο τὸ νοσοκομεῖο γιὰ τοὺς ψυχασθενεῖς. Τοποθέτησε τὴν ἐλπίδα σου στὸν Κύριο καὶ νὰ εἶσαι ἤρεμη.

ΠΗΓΗ: orp.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε