Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ψαλμοί

ΘΛΙΨΗ καὶ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ

ΘΛΙΨΗ καὶ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ

Ψαλμὸς ΡΙΘ´ (119)

   .             Τὸν Ψαλμὸ αὐτὸ ἀναπέμπει στὸ Θεὸ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ποὺ βρίσκεται αἰχμάλωτος στὴ Βαβυλώνα. Εἶναι αἰχμάλωτος, διότι εἶχε ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεὸ τῶν πατέρων του. Ὁ αἰχμάλωτος λοιπὸν λαὸς ἀνησυχεῖ καὶ λυπεῖται διότι παρατείνεται ἡ δουλεία του, καὶ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου» (στίχ. 1). Ζώντας ὁ εὐ­σεβὴς Ἰσραηλίτης μέσα στὴ θλίψη τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῆς κακοπαθείας, συν­αισθάνεται τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ ἀ­φήνει κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του. Μιᾶς ψυχῆς κυριευμένης ἀπὸ πόνο, συντριβὴ καὶ ἀγωνία. Ἀφήνει κραυγὴ πρὸς τὸν μόνο Δυνατό, νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴ στυγνὴ τυραννία τῶν Βαβυλωνίων.
.             Ὤ! ἡ θλίψη! Στενοχωρεῖ καὶ πιέζει τὴν ψυχή. Ἀλλὰ εἶναι εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, «ἐπειδὴ συμμαζώνουσα τὸν νοῦν ἀπὸ τὰ ἔξω τοῦ κόσμου πρά­γματα καὶ συνθλίβουσα κατὰ τὸ ὄνομά της, ἤτοι συσφίγγουσα, καθὼς καὶ τὸ σωληνάρι συσφίγγει τὸ νερόν, κάμνει αὐτόν, ἤτοι τὸν νοῦν, νὰ ἀναβαίνῃ εἰς τὸν οὐρανόν»1. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ τὸ ἑξῆς παράδειγμα: Ὅπως τὰ νερά, ὅταν κυλοῦν σὲ πλατιὰ κοίτη καὶ ἔχουν ἄνεση καὶ κάθε εὐρυχωρία, δὲν ἀνεβαίνουν ψηλά· ὅταν ὅμως τὰ περιορίσουν καὶ τὰ πιέσουν ἀπὸ κάτω μὲ τὰ μηχανήματά τους οἱ ὑδραυλικοί, ἐξακοντίζονται στὰ ὕψη ταχύτερα καὶ ἀπὸ βέλος λόγῳ τῆς πιέσεως, ἔτσι καὶ ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου· ὅσο βρίσκεται σὲ ἄνεση, σκορπίζεται καὶ τρέχει ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅταν ὅμως τὴν πιέσει δυνατὰ καὶ τὴν στενοχωρήσει κάποια θλίψη καὶ ἀγωνία, ἀναπέμπει πρὸς τὰ ὕψη προσ­ευχὴ ἁγία καὶ θερμή. Καὶ γιὰ νὰ πεισθεῖς ὅτι εἰσακούονται οἱ προσευχὲς ποὺ γί­νονται μέσα στὴ θλίψη, ἄκουσε τί λέγει ὁ προφήτης: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου»2. Ἀλλοῦ πάλι ὁ Δαβίδ, γιὰ νὰ φανερώσει τὸ κέρδος καὶ τὴν ψυχικὴ ἀνακούφιση ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴ θλίψη, ἔλεγε· «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με» (Ψαλμ. δ´ 1)· Κύριε, ὅταν βρέθηκα μέσα στὴ θλίψη καὶ στενοχώρια, μὲ παρηγόρησες χαρίζον­τας ἀνακούφιση στὴν πιεσμένη καρδιά μου. Ἀλλὰ καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀναφωνεῖ: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου» (Ἡσ. κϛ´ [26] 16)· στὴ θλίψη Σὲ θυμήθηκα!
.             Ἑπομένως, ὅπως οἱ τότε αἰχμάλωτοι λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τους ἔχασαν τὴν ἐλευθερία τους καὶ τώρα δοκίμαζαν θλίψη μεγάλη στὴ Βαβυλώνα, κατὰ παρόμοιο τρόπο, ὅταν καὶ σὲ μᾶς συμβεῖ κάποια θλίψη εἴτε ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὴν κακότητα τοῦ Πονηροῦ, εἴτε ἀπὸ κάποια ἀρρώστια, ἂς μὴ γογγύζουμε· οὔτε νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο ὅτι εἶναι αἴτιοι τῆς θλίψεώς μας, ἀλλὰ νὰ ἀνακρίνουμε τὸν ἑαυτό μας μήπως ἡ θλίψη εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Καὶ κυρίως νὰ στρεφόμαστε πρὸς τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ μὲ θερμὴ προσευχὴ ἱκεσίας. Καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν»· δηλαδή, ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ θλίψη ποὺ μοῦ παρεχώρησε καὶ γιὰ ὅ,τι ἄλλο τυχὸν ἐπακολουθήσει. Ἂν μὲ τέτοια εὐχαριστιακὴ διάθεση ἀπευθυνόμαστε στὸν ἅγιο Θεό, ἂς γνωρίζουμε ὅτι ἡ ὅποια θλίψη ἔχει νὰ μᾶς προσφέρει πολὺ μεγάλο κέρδος. Στὴ θλίψη οἱ προσευχὲς εἶναι καθαρότερες καὶ ἡ συμπάθεια τοῦ Θεοῦ μεγαλύτερη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανὸ ἀκολουθώντας τὴν ἄνετη καὶ χωρὶς λύπες καὶ δοκιμασίες ζωὴ τοῦ κόσμου.
.             Στὴ συνέχεια ὁ Ψαλμωδὸς παρακαλεῖ τὸν Θεό: «Ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας» (στίχ. 2)· γλύτωσε τὴν ψυχή μου ἀπὸ ἄδικα καὶ συκοφαντικὰ χείλη καὶ ἀπὸ γλώσσα ποὺ στήνει δολοπλοκίες. Χείλη ἄδικα ἦταν τὰ χείλη τῶν Βαβυλωνίων, κατὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, διότι προσέφεραν λατρεία στὰ εἴδωλα. Ἡ ἴδια γλώσσα, συνεχίζει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, πρέπει νὰ θεωρηθεῖ καὶ ὡς δολία, ἐπειδὴ δὲν λέει τίποτε ὀρθὸ σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο Θεό. Ὅμως χείλη ἄδικα καὶ δόλια εἶναι καὶ ἐκεῖνα τῶν συκοφαντῶν καὶ γενικῶς τῶν παρανόμων καὶ ὅλων ὅσοι ἐπιβουλεύον­ται τὴ ζωή, τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψη τῶν ἄλλων.
.             Πρόσεξε, διδάσκει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· ἐδῶ εἶναι φανερὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἐκείνη προτροπή, «προσευχηθεῖτε καὶ παρακαλεῖτε τὸν Θεὸ νὰ σᾶς προφυλάξει γιὰ νὰ μὴν πέσετε σὲ πειρασμό» (Λουκ. κβ΄ [22] 40). Διότι τίποτε δὲν εἶναι ὅμοιο μὲ αὐτὸ τὸν πειρασμό, τὸ νὰ συναντήσεις δηλαδὴ ὕπουλο ἄνθρωπο. Ὁ ὕπουλος ἄνθρωπος εἶναι φοβερότερος καὶ ἀπὸ τὸ θηρίο. Διότι τὸ θηρίο εἶναι αὐτὸ ποὺ φαίνεται· ἐνῶ ὁ ὕπουλος καὶ δολερὸς ἄνθρωπος ἀποκρύπτει τὸ δηλητήριό του μὲ τὸ πρόσχημα τῆς καλοσύνης (…). Κυρίως δέ, προσθέτει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὀνομάσει ἄδικα τὰ χείλη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βλάπτουν τὴν ἀρετὴ καὶ ὁδηγοῦν στὴν κακία3.
.             «Πληγώνει τὴν καρδίαν ὡς ὀξὺ καὶ φαρ­μακερὸν ὄργανον ἡ δολία γλῶσσα», παρατηρεῖ ὁ Π. Ν. Τρεμπέλας. «Διότι, ἀφοῦ διὰ λόγων φιλικῶν καὶ κολακευ­τικῶν ἑλκυσθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ πληττομένου, εἰς ὥραν ποὺ αὐτὸς εἶναι ἀμέριμνος καὶ μόνον ἐκδηλώσεις ἀγάπης καὶ φιλίας περιμένει ἐκ μέρους τοῦ καιροφυλακτοῦντος νὰ τὸν κτυπήσῃ, δέχεται αἰφνιδίως τὸ ὀδυνηρὸν καὶ δηλητηριῶδες κτύπημα», τὸ ὁποῖο «εἶναι καὶ φαρμακερόν, διότι συνοδεύεται ἀπὸ ἄτιμον προδοσίαν»4.
.             Ἦταν πολὺ φυσικὸ ὁ εὐσεβὴς αἰχμάλωτος Ἰσραηλίτης ἐπάνω στὸν πόνο καὶ τὴν ἀπελπισία του νὰ καταφύγει στὸ Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ἱκετεύσει: «Κύριε, ρῦσαι με ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας». Διότι μόνο ὁ Θεὸς ἐλέγχει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ μόνο Αὐτὸς μπορεῖ, ὅταν θέλει, νὰ χαλιναγωγήσει καὶ νὰ ἐλέγξει τὴ γλώσσα τους. Ὁ Ψαλμωδός, ποὺ ἐμίσησε καὶ σιχάθηκε κάθε ἀδικία (βλ. Ψαλ. ριη΄ [118] 163), εἶναι φυσικὸ νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν φυλάξει ἀπὸ τὴ δολιότητα τῶν ἄλλων καὶ τὶς φοβερὲς συνέπειές της.

 1. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Νέα Κλῖμαξ, ἐκδ. Σωτ. Ν. Σχοινᾶ, ἐν Βόλῳ 1956, σελ. 32.
2. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Περί Ἀκαταλήπτου Λόγ. Ε΄, PG 48, 744.
3. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ψαλ. ριθ΄ [119], PG 55, 340.
4. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μετὰ συντόμου ἑρμηνείας, τόμ. 10ος: Ψαλμοί, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20025, σελ. 511.

 

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

, , , ,

Σχολιάστε

«ΘΕΟΣ ΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ» ἐναντίον τῶν πανούργων ἐκείνων ἀρχόντων ποὺ μἐ πρόσχημα τοὺς νόμους, χωρὶς ἴχνος φόβου Θεοῦ, καταπιέζουν τὸν λαό.

«ΘΕΟΣ ΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ»

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2121, 15.11.15

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.              Μὲ ἱερὴ ἀγανάκτηση καταφέρεται ὁ προφήτης καὶ βασιλιὰς Δαβίδ ἐναντίον τῶν πανούργων ἐκείνων ἀρχόντων ποὺ μἐ πρόσχημα τοὺς νόμους, χωρὶς ἴχνος φόβου Θεοῦ, καταπίεζαν φρικτὰ τὶς ἀσθενεῖς μάζες τοῦ λαοῦ.
.             Γι᾽ αὐτὸ συγγράφει τὸν ϞΓ´ (93) Ψαλμό του καὶ στηλιτεύει τὴν ὑποκριτικὴ παρανομία τους, ὑπενθυμίζοντας ὅτι ὑπάρχει «δίκης ὀφθαλμός», ὁ ὕψιστος Θεός, ποὺ δὲν ἀνέχεται τὴν πανουργία, ἀλλὰ τὴν πατάσσει μὲ βδελυγμία.
.             Ἀπὸ τὸν πρῶτο στίχο παρουσιάζει τὸν Θεὸ νὰ ἐμφανίζεται μὲ ὁρμή, δύναμη άκατάβλητη καὶ δόξα ὑψηλὴ γιὰ νὰ ἀποδώσει δικαιοσύνη ἐκεῖ ποὺ αὐτὴ ἐπιμελῶς συμπνίγεται καὶ καταπατεῖται. «Ἐπαρρησιάσατο ὁ Θεός», γράφει, καὶ μάλιστα γράφει σὲ χρόνο ἀόριστο γιὰ νὰ δηλώσει τὸ βέβαιο τῆς θείας μεσολαβήσεως. Δὲν λέει: θὰ ἐπέμβει ὁ Θεός· ἀλλά, νά Τος ὁ Θεός, ἦρθε, ἔκανε δυναμικὰ τὴν ἐμφάνισή Του. «Θεὸς ἐκδικήσεων»! (στίχ. 1) Φοβερὸς ὁ Θεός, ἦρθε νὰ ἐκδικηθεῖ, νὰ τιμωρήσει αὐτοὺς ποὺ ἀδικοῦν, νὰ ὑπερασπίσει ἐκείνους ποὺ ἀδικοῦνται.
.         Καὶ ἀμέσως Τοῦ ἀπευθύνει τὸν λόγο ὁ Ψαλμωδός: «Ἀνάβα, Κύριε στὸ ὕψος τῆς δυνάμεως καὶ ἐξουσίας Σου. Ἀπόδωσε δικαιοσύνη καὶ πλήρωσε ὅπως τοὺς ἀξίζει τοὺς ὑπερήφανους, τοὺς ὑπερφίαλους αὐτούς!… Μέχρι πότε Κύριε», συνεχίζει, «μέχρι πότε οἱ ἁμαρτωλοί θὰ καυχῶνται γιὰ τὰ βδελυρά τους ἔργα; Μέχρι πότε θὰ ἀνοίγουν τὸ στόμα τους ἀπύλωτο καὶ θὰ ἐκστομίζουν ὕβρεις καὶ ἀλαζονεῖες; “Τὸν λαόν σου, Κύριε, ἐταπείνωσαν”, τὸν πάτησαν κάτω, τὸν ἐξευτέλισαν. Τοὺς ἀδυνάμους, χῆρες καὶ ὀρφανά, τοὺς ἐξουδετέρωσαν καὶ τοὺς νεοφύτους στὴν πίστη τοὺς διέλυσαν. Δὲν Σὲ ὑπολογίζουν, Κύριε. Δὲν τοὺς νοιάζει τίποτε…» (στίχ. 2-7).
.            Τὸ πιὸ φρικτὸ ὅμως σχετικὰ μὲ αὐτοὺς εἶναι ἕνα γνώρισμα ποὺ ἔχουν, τὸ ὁποῖο βδελύσσεται ὁ Κύριος: ὅτι καταπιέζουν μὲ τόσο βάναυσο τρόπο τὸν λαὸ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ νόμου!…
.          Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς κραυγάζει μὲ ἕνα «μή!» γεμάτο πόνο: «Μὴ συμπροσέστω σοι θρόνος ἀνομίας, ὁ πλάσσων κόπον ἐπὶ πρόσταγμα» (στίχ. 20). Ἂς μὴ ἔχει καμιὰ σχέση μὲ Σένα, Κύρε, καὶ ποτὲ νὰ μὴ βρεθεῖ κοντά Σου θρόνος ἐξουσίας, δικαστικὴ καθέδρα ἀδικίας, ἐξουσία δηλαδὴ ποὺ μὲ τὸ πρόσχημα τοῦ νόμου προξενεῖ στοὺς ἀνθρώπους βάρος καὶ καταπίεση.
.         «Θρόνος»! Δηλαδὴ ἐπιβολή, δύναμη κυριαρχίας, ἐξουσία. Ἐδῶ ὅμως πρόκειται περὶ θρόνου ἀνομίας, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τὴν δῆθεν νομιμότητα, προκειμένου νὰ πετύχει αἰσχρούς, διαβολικοὺς στὀχους. Αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔχει ἡ μετοχὴ «ὁ πλάσσων». Τὴν πλάθει, τὴν μεταλλάσσει τὴν προσταγή, τὴν ἀπόφαση, τὸ διάταγμα, ὥστε νὰ φαίνονται δῆθεν νομιμόφρονα, σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιο, τὸ πρέπον, τὸν νόμο, καὶ ὅμως τελικὰ ὑπηρετοῦν τὴν μηχανορραφία, τὴν πλεκτάνη εἰς βάρος ἀθώων. Εἶναι τέτοια ἡ διαταγή, ἡ ἀπόφαση, ποὺ προσθέτει ἀφόρητο βάρος καὶ καταπίεση στοὺς ἁπλούς, νομιμόφρονες ἀνθρώπους.
.               Καὶ ὅλα αὐτὰ μὲ τὸ πρόσχημα τοῦ σωστοῦ, τοῦ δίκαιου, τοῦ πρέποντος…
.               Κάτι τέτοιο βέβαια μπορεῖ νὰ συμβεῖ καὶ μέσα στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο. Κάποιοι μπορεῖ νὰ ἐπιχειρήσουν νὰ ἐπιβληθοῦν δυναστικὰ στὴν συνείδηση καὶ τὴν γνώμη τοῦ ἄλλου χρησιμοποιώντας τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐκφοβίζοντάς τον καὶ καθιστώντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ βαρύ, φορτικό, ἀπεχθές. Αὐτὸ στὴ ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ τὸ ἔκαμναν οἱ Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλαν φόρτο μεγάλων θρησκευτικῶν καθηκόντων στους ὤμους τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ αὐτοὶ οὔτε μὲ τὸ δαχτυλάκι τους δέχονταν νὰ τοὺς βοηθήσουν νὰ τὸ σηκώσουν, τὴν στιγμὴ μάλιστα ποὺ οἱ ἴδιοι πλούτιζαν εἰς βάρος τῶν φτωχῶν καὶ ἀδυνάμων. Γι’ αὐτὸ ἄκουσαν τὰ φοβερὰ ἐκεῖνα «οὐαὶ» τοῦ Χριστοῦ (βλ. Ματθ. κγ´ 4, 13).
.             Μιὰ ματιὰ νὰ ρίξει κανεὶς ἀπὸ παλαιὰ μέχρι σήμερα στὶς κοινωνίες, πόσους τέτοιους νόμους, ρυθμίσεις, διατάγματα δυτυχῶς θὰ παρατηρήσει! Τέτοια ποὺ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ δικαίου, τῆς κοινῆς εἰρήνης καὶ ἀσφάλειας, τῆς ἐλευθερίας, στρέφονται ἐναντίον ἀνθρώπων ἀνεπίληπτων καὶ κυρίως θεοσεβούμενων. Στὰ ἀρχαῖα χρόνια τῶν διωγμῶν οἱ Χριστιανοὶ ἦταν γιὰ τοὺς κρατικοὺς φορεῖς οἱ ἐπικίνδυνοι, οἱ βλάπτοντες τὴν κοινωνική συνοχὴ καὶ εἰρήνη, τὴν δημόσια τάξη, θεωροῦνταν στοιχεῖα ταραχοποιά. Γι’αὐτὸ καὶ διώκονταν… Στὰ λίγο προηγούμενα ἀπὸ μᾶς χρόνια τῶν ἀθεϊστικῶν καθεστώτων τῶν ἀνατολικῶν χωρῶν οἱ Χριστιανοὶ κατηγοροῦνταν ώς παραβάτες τῶν νόμων καὶ ἐχθροὶ τοῦ λαοῦ, καὶ γι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξολοθρευτοῦν. Καὶ στὶς ἡμέρες μας, ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐμπρὸς αὐτοὶ πάλι θὰ κατηγοροῦνται ὡς «ρατσιστὲς», «φασίστες», «ὁμοφοβικοί», αὐτοὶ ποὺ πᾶνε «κόντρα στὴν δημοκρατία, στὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, στὴν ἐλεύθερη ἔκφραση τῆς συμπεριφορᾶς καὶ αὐτοδιάθεσης τοῦ ἀτόμου»!… Ὡραῖες λέξεις, πολὺ πετυχημένες, προκειμένου νὰ δικαιολογήσουν ἕνα σατανικὸ ξέσπασμα μίσους καὶ διωγμοῦ ἐναντίον τους…
.             Αὐτὸς εἶναι ὁ «θρόνος ἀνομίας, ὁ πλάσσων κόπον ἐπὶ πρόσταγμα». Ἐξουσία δυναστική, ποὺ τάχα μὲ βάση τὸν νόμο καταπιέζει ἀφόρητα τοὺς ἀδύναμους ἀνθρώπους, ὁδηγώντας τους σὲ ἀδιέξοδο καὶ ἀναγκάζοντάς τους νὰ στενάζουν φρικτὰ κάτω ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες ἀπαιτήσεις της.
.             Ὅσοι πάντως στήνουν τέτοιους θρόνους ἀνομίας, βαρυφορτώνοντας τοὺς ἀδύναμους ἀνθρώπουες καὶ καθιστώντας ἀσήκωτο φορτίο τὴν τήρηση τοῦ νόμου, θὰ λάβουν τήν δίκαιη ἀνταπόδοση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Τὸ λέει ὁ Ψαλμωδὸς στὸν τελευταῖο στίχο (23): «καὶ ἀποδώσει αὐτοῖς Κύριος τὴν ἀνομίαν αὐτῶν, κατὰ τὴν πονηρίαν αὐτῶν ἀφανιεῖ αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεός». Αὐτοὺς τοὺς ὑποκριτὲς καὶ βάναυσους τυράννους, θὰ τοὺς ἐξαφανίσει ὁ Θεός

 

, , , , ,

Σχολιάστε

«ΑΙ ΠΟΡΕΙΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» Ποῦ πορεύεται ὁ κόσμος; Τί μέλλει νὰ μᾶς συναντήσει; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ βγάλουμε πέρα ὡς ἄτομα, οἰκογένειες, ἔ­­­θνος;

Οἱ πορεῖες τοῦ Θεοῦ

.           Ἐθεωρήθησαν αἱ πορεῖαί σου, ὁ Θε­ός, αἱ πορεῖαι τοῦ Θεοῦ μου τοῦ βασιλέως τοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ» (Ψαλ. ξζ´ [67] 25).
.           Ὁ θεόληπτος Δαβίδ, σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δυσνόητα λυρικὰ ποιήματά του, τὸν 67ο Ψαλμό, χαράσσει καὶ τὸν πιὸ πάνω στίχο. Τὶς εἴδαμε τὶς πορεῖες σου, Θεέ, ­γράφει, τὶς παρακολουθήσαμε προσεκτικὰ καὶ τὶς κατανοήσαμε· τὶς πορεῖες ποὺ ἀκολού­θησες μέσα στὸ λαό σου, τοὺς ­δρόμους μέσα ἀπὸ τοὺς ὁποίους πέρασες καὶ τράβηξες καὶ ὅλους ἐμᾶς, τοὺς Ἰσραηλίτες, στὸ διάβα τῆς ἱστορικῆς μας πορείας, μέχρις ὅτου ἐγκαταστάθηκες βασιλιὰς μοναδικὸς καὶ παντοδύναμος ἐπάνω στὸ ἅγιο ὄρος τῆς Σιών, ὅπου πλέον μονίμως κατοικεῖς μέσα στὸν ἅγιο ναό σου.
.           Οἱ ἑρμηνευτὲς τοῦ δύσκολου στὴν κατανόηση αὐτοῦ Ψαλμοῦ διαβλέπουν συγ­κεκριμένα ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ ὤθησαν τὸν Δαβὶδ νὰ τὸν συντάξει· γεγονότα μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα φάνηκε ἡ θαυμαστὴ ἐπικράτηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, καθὼς καὶ τοῦ λαοῦ ποὺ ἀποτελοῦσε ἰδιαίτερο κτῆμα Του στὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἀναφέρονται δηλαδὴ στὴ νικηφόρα ἐκστρατεία τοῦ Δαβὶδ ἐναντίον τῶν Ἀμμωνιτῶν, ὅταν ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ μαζὶ μὲ τὰ στρατεύματά του ἐπῆλθε ἐναντίον τοῦ εἰδωλολατρικοῦ αὐτοῦ λαοῦ ἔχοντας ἐπικεφαλῆς τὸ ἱερότερο κειμήλιο τοῦ ἔθνους τους, τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης, καθὼς ἐπίσης καὶ στὴ θριαμβευτικὴ ἐπάνοδό του καὶ τὴν ἐπανεγκατάσταση τῆς Κιβωτοῦ στὸ λό­φο τῆς Σιών. Ἕνα πραγματικὸ παλλαϊκὸ παν­ηγύρι συγκροτήθηκε τότε, ποὺ ­θύμιζε τὴν πρώτη μεταφορὰ καὶ ἐγκατάσταση τῆς Κιβωτοῦ στὸν ἱερὸ ἐκεῖνο τόπο.
.           Οἱ ἴδιοι ὅμως ἑρμηνευτὲς ­σημειώνουν ὅτι ὁ Ψαλμὸς αὐτός – ἔκχυση τῶν πιὸ θερ­­μῶν καὶ λυρικῶν αἰσθημάτων τοῦ Δα­­­βίδ – δὲν περιορίζεται σὲ κάποια μόνο ἱστορικὰ γεγονότα· ἀλλὰ ξεφεύγει ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἀνοίγεται σ’ ἕναν εὐρύτατο ­ὁρίζοντα, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἡ μεγάλη ψυχὴ τοῦ θεοστέπτου βασιλέως ἀτενίζει ὅλες τὶς θαυμαστὲς ἐνέργειες καὶ ­ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ ἀρχαιότατα ἀκόμη χρόνια, ἀπ’ ὅταν δηλαδὴ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἦ­­­ταν ὑπόδουλος στοὺς Αἰγυπτίους καὶ κα­κοπαθοῦσε ἀπὸ αὐτούς. Ἀδύνατοι καὶ ἀ­­­προστάτευτοι φαίνονταν τότε οἱ Ἐβραῖοι, ὑπόδουλοι καὶ αἰχμάλωτοι, νὰ στενάζουν ἁλυσοδεμένοι κάτω ἀπὸ τὸ πέλμα τυράννων ἀδίκων καὶ σκληρῶν. Καὶ ὄχι μόνο τότε, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες ἱστορικὲς περιόδους, ὅταν τὸ δίκαιο τῶν ἀδυνάτων, χη­­ρῶν καὶ ὀρφανῶν καταπατοῦνταν ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς…
.           Τότε λοιπὸν ὁ Θεὸς δὲν ἦταν ἀπὼν ἀπὸ τὴν ἱστορία. Πορευόταν μέσα σ’ αὐτή. Καὶ ἦταν οἱ πορεῖες Του μεγάλες, θαυμαστές, ἐκπληκτικές. Ἴσως τότε δὲν μποροῦσαν οἱ ἄνθρωποί Του νὰ τὶς κατανοήσουν. Ἴσως γύριζαν μὲ ἀγωνία τὰ βλέμματά τους τριγύρω καὶ ἔλεγαν: «Μὰ ποῦ εἶναι ὁ Θεός; Δὲν βλέπει; Γιατί δὲν ἀπαντᾶ; Μέχρι πότε θὰ βασανιζόμαστε μέσα σ’ αὐτὴ τὴ δεινὴ κατάσταση;»
.           Ἔβλεπε ὁ Θεός! Κι ὄχι μόνο ἔβλεπε. Πορευόταν! Καὶ μαζὶ ὁδηγοῦσε τὸν λαό Του σὲ μιὰ μεγαλειώδη πορεία, πρὸς ἕνα τέλος ἐξαίσιο, θαυμαστό…
.           «Ἐθεωρήθησαν αἱ πορεῖαί σου, ὁ Θε­ός»!
.           Ἡ γενικὴ κατάσταση τῆς πατρίδας μας, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου ὅλου διαζωγραφεῖ­ται στὰ μάτια ὅλων μας τραγική, ­ζοφερή. Ποῦ πορεύεται ὁ κόσμος; Τί μέλλει νὰ μᾶς συναντήσει; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ βγάλουμε πέρα ὡς ἄτομα, οἰκογένειες, ἔ­­­θνος; Ἐρωτήματα ἀγωνιώδη, πιεστικά, βασανιστικά, ποὺ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ τὰ χάνουν καὶ νὰ ἀναζητοῦν ἀ­­­πελπισμένα κάποια ἀπάντηση ποὺ θὰ μποροῦσε ἔστω καὶ λίγο νὰ τοὺς ἀνακουφίσει.
.           Κι ὅμως. Ὁ ἅγιος Θεὸς δὲν ἔπαψε νὰ πορεύεται μέσα στὴν ἱστορία, νὰ βηματίζει ἐπάνω στὴ γῆ. Καὶ εἶναι οἱ πορεῖες τοῦ Θεοῦ μεγάλες, σίγουρες, ἀσφαλεῖς. Ὅλα τὰ κατευθύνει ὁ Παντοκράτωρ πρὸς ἕνα αἴσιο καὶ ἐξαίσιο τέλος, πρὸς τὸν ἔσχατο σκοπό τους. Ὁ κόσμος πρέπει νὰ περάσει ἀπὸ συμπληγάδες, νὰ ­δοκιμαστεῖ, νὰ θλιβεῖ, μέχρις ὅτου καταλάβει ὅτι μό­νο στὸ Χριστὸ κοντὰ ὑπάρχει ἡ ­ἀληθινὴ εὐτυχία καὶ μακαριότητα, καὶ Αὐτὸν νὰ ζητήσει, πρὸς Ἐκεῖνον νὰ ἐπιστρέψει. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἐργάζεται συνεχῶς ὁ Θεός, πυρετωδῶς ἡ Ἁγία Τριάς…
.                Ποιός ὅμως εἶναι σὲ θέση νὰ «θεωρή­σει» τὶς πορεῖες τοῦ Θεοῦ; Νὰ τὶς δεῖ, νὰ τὶς ἐξετάσει, νὰ τὶς κατανοήσει, νὰ τὶς θαυ­μάσει; Ποιός θὰ μπορέσει νὰ σταθεῖ ψηλά, ἔξω καὶ πάνω ἀπὸ τὴν καθημερινότη­τα, πέρα ἀπὸ τὴ μυωπικὴ καὶ κον­τόφ­θαλ­μη θεώρηση τῶν γεγονότων, γιὰ νὰ ἐπισκοπήσει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς ἀν­θρώπους καὶ τὰ ἔθνη στὴν ὁλότητά του;
    .           Μόνο ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, μᾶς ἀ­­­­παντᾶ ἡ Γραφή. Δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ζεῖ παραδομένος στὶς ἐφήμερες, ­γήινες ἀ­­­πολαύσεις καὶ ἐπιθυμίες τῶν ­αἰσθήσεων, ποὺ τὸ μυαλό του δὲν εἶναι μόνο στὸ τί θὰ φᾶμε, τί θὰ πιοῦμε καὶ θὰ ντυθοῦμε, ἀλ­­λὰ ζεῖ καὶ πορεύεται σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ προσ­οχὴ καὶ προσευχή, πίστη καὶ ἐγκαρτέρηση. Μὲ ἐνεργοποίηση τῶν ἐσωτερικῶν του αἰσθητηρίων, ὥστε νὰ συλλαμβάνει τὶς θεϊκὲς συχνότητες, τὰ μηνύματα τοῦ Θεοῦ, τὰ ἴχνη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία. Εἶναι αὐτὸς ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος «ἀνακρίνει πάντα» (Α´ Κορ. β´15). Ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ διακρίνει, νὰ τὰ ἐξετάζει, νὰ τὰ κατανοεῖ.
.           Αὐτὸς καὶ δὲν καταβάλλεται ἀπὸ τὰ γεγονότα. Συμμετέχει μὲν στὸ πάθος τοῦ και­­ροῦ του, πάσχει ἐνδεχομένως καὶ ὁ ἴδιος, συμπάσχει μὲ τοὺς ἀδελφούς του, ἀλλὰ δὲν τὰ χάνει, δὲν ταράσσεται.
.           Διότι εἶναι ἱκανὸς νὰ «θεωρεῖ» τὶς πορεῖ­ες τοῦ Θεοῦ. Τὶς μεγάλες καὶ θαυμα­στὲς καὶ ἔνδοξες. Καὶ γι’ αὐτὸ δὲν παύει μέ­σα ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς του νὰ Τὸν εὐλογεῖ καὶ νὰ Τὸν δοξάζει…

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

Σχολιάστε

«ΠΑΝΤΕΣ ΗΧΡΕΙΩΘΗΣΑΝ»

«Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν,
οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός».
(Ψαλμ. ΝΒ´ 4)

Σχολιάστε

«ΕΥΛΟΓΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ», ΨΑΛΜΟΣ ΡΒ´ (102)

Σχολιάστε

“ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΙΚΟΣ” «ΠΟΛΥΕΛΕΟΣ» (Ψαλμ. ΡΛΕ´)

, ,

Σχολιάστε

ΟΚΤΑΗΧΟΣ ΠΟΛΥΕΛΕΟΣ ΠΕΤΡΟΥ ΕΦΕΣΙΟΥ

, ,

Σχολιάστε