Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χρόνος

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ἀπὸ τὸν χρόνο στὴν αἰωνιότητα

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.                   Πρωτοχρονιὰ 2020. Καινούργιος χρόνος καὶ μεγαλύτερος κατὰ μία ἡμέρα ἀπὸ τοὺς προηγούμενους. Ἀποχαιρετήσαμε τὸ 2019, τὸ ὁποῖο ἔ­γινε πλέον παρελθόν. Ὑποδεχθήκαμε τὸ νέο ἔτος 2020 μὲ ἐλπίδα καὶ μὲ τὴν προσδοκία νὰ εἶναι καλύτερο ἀπὸ τὸ προηγούμενο. Δώσαμε καὶ πήραμε εὐ­χὲς πολλές.
.                   Τώρα, στὴν ἀρχὴ τοῦ χρόνου, ἐπιβάλλεται λίγο νὰ στοχασθοῦμε, ἐφόσον παρατείνεται ἡ ζωή μας ἐδῶ στὸν κόσμο. Γιατὶ ὁ χρόνος εἶναι πολὺ πιὸ πολύτιμος ἀπὸ ὅ,τι νομίζουμε, καὶ περνᾶ γρήγορα. «Οἱ μῆνες φεύγουν σὰν νερό, κι ὁ χρόνος σὰν διαβάτης», λέει ὁ λαός μας. Τὸ χθὲς δὲν ξανάρχεται, τὸ αὔριο δὲν εἶναι βέβαιο. Μόνο τὸ σήμερα, τὸ στιγμιαῖο παρόν, εἶναι δικό μας. «Δὲν εἶναι τέτοιος ὁ χρόνος, ὥστε αὐτὸ μὲν ποὺ εἶναι παρελθὸν πέρασε πλέον καὶ χάθηκε, τὸ δὲ μέλλον οὔτε κὰν φάνηκε ἀκόμη, ἀλλὰ καὶ τὸ παρὸν πρὶν καλά-καλὰ προλάβει νὰ γίνει γνωστό, ξεφεύγει καὶ δὲν γίνεται αἰσθητό;» (Μέγας Βασίλειος, ΕΠΕ 4, 38).
.                   Στὸν κόσμο αὐτὸν ὁ χρόνος εἶναι ὁ ἀπαραίτητος καιρὸς ἐργασίας γιὰ νὰ φτιάξουμε τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο μέσα μας. Τὸν ἄνθρωπο ποὺ πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Δημιουργό Του «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Νὰ ξεντυθοῦμε «τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ» καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν «νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾿ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν», μᾶς συνιστᾶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Κολασ. γ´ 9-10).
.                   Νὰ ξεντυθοῦμε τὸν παλαιὸ διεφθαρμένο ἐσωτερικό μας κόσμο μαζὶ μὲ τὶς πράξεις του καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν νέο ἑαυτό μας, τὸν ἄνθρωπο ποὺ συνεχῶς ἀνανεώνεται καὶ γίνεται καινούργιος, ὥστε νὰ προοδεύει στὴν τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ. Καὶ γίνεται διαρκῶς καινούργιος μὲ τὸ νὰ παίρνει τὴν ἴδια μορφὴ μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος τὸν δημιούργησε.
.                   Ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος παριστᾶ τὴ διεφθαρμένη ἀνθρώπινη φύση μας. Μὲ τὸ Βάπτισμά μας ὅμως ἔχουμε ξεντυθεῖ αὐτὸν τὸν διεφθαρμένο ἑαυτό μας, τὸν παλαιό μας ἄνθρωπο, καὶ ἔχουμε ἐνδυθεῖ τὸν νέο ἑαυτό μας, αὐτὸν ποὺ ὁμοιάζει μὲ τὸν Χριστό. Συνεπῶς, ἀφοῦ ἐνδυθήκαμε τὸν νέο ἄνθρωπο, ἂς φρον­τίζουμε συνεχῶς νὰ ἀνανεωνόμαστε καὶ νὰ γίνεται ὁ καθένας μας καινούργιος, ὥστε νὰ προοδεύει στὴν τέλεια γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ καθίσταται συν­ειδητὸ καὶ ἐνεργὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ…
.                   Νὰ συνειδητοποιήσουμε, ὅσο ζοῦμε, ὅτι ἡ ποιότητα τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς μας καθορίζει τὴ θέση μας στὴν αἰωνιότητα. Ὁ λόγος τοῦ Ἀβραὰμ στὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου πρὸς τὸν πλούσιο, εἶναι ἀποκαλυπτικός: «Παιδί μου, εἶπε στὸν πλούσιο, θυμήσου ὅτι ἐσὺ ἀπόλαυσες μὲ τὸ παραπάνω τὰ ἀγαθά σου ὅταν ζοῦσες στὴ γῆ. Ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀντίστοιχα ἀπόλαυσε τὰ κακὰ τῆς δυστυχίας καὶ τῆς ἀσθένειας. Τώρα ὅμως ἐδῶ ὁ Λάζαρος παρηγορεῖται γι᾿ αὐτὰ ποὺ ὑπέφερε τότε συνεχῶς, ἐνῶ ἐσὺ ὑποφέρεις καὶ βασανίζεσαι χωρὶς διακοπή, ὅπως ἀδιάκοπη καὶ συνεχὴς ἦταν ἡ εὐτυχία σου πάνω στὴ γῆ» (Λουκ. ις´ [16] 25).
.                   Μέσα λοιπὸν σ᾿ αὐτὸ τὸ χρονικὸ διά­στημα τῆς νέας χρονιᾶς θὰ κινηθεῖ ἡ ψυχή μας καὶ θὰ ἐκφρασθεῖ ἡ θέλησή μας. Θὰ θησαυρίσουμε γνώσεις, θὰ πρέπει ὅμως καὶ νὰ ὀμορφύνουμε τὴ ζωή μας, νὰ ξεριζώσουμε ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίες, νὰ λουστοῦμε στὴν Χάρι τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ λατρεύσουμε τὸν Τριαδικὸ Θεὸ στὴ θεία Λειτουργία, τὴν «εὐλογημένη βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
.                   Ἰδιαίτερα αὐτὴ τὴ χρονιὰ ἂς βυθίσουμε τὸ βλέμμα μας στὴν κορυφὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν τελειό­τητα. Συνεχῶς νὰ σκοπεύουμε μακριὰ καὶ ψηλὰ καὶ μὲ τέλεια ἀφοσίωση στὸν ἅγιο αὐτὸν στόχο μας. Ἐὰν στρέφουμε τὸ βλέμμα στὰ πόδια μας, θὰ χανόμαστε στὶς μικρότητες καὶ οὔτε ἐμεῖς θὰ βαδίζουμε μπροστὰ καὶ σταθερὰ οὔτε καὶ τοὺς ἄλλους θὰ βοηθοῦμε. Κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ ἁγίου Θεοῦ ποὺ μᾶς κάλεσε, ἂς προσπαθοῦμε νὰ γινόμαστε ἅγιοι σὲ κάθε περίπτωση καὶ σὲ κάθε συμπεριφορά μας (βλ. Α´ Πέτρ. α´ 15): «Ἐπὶ τὴν τελειότητα φερώμεθα…» (Ἑβρ. ς´ 1).
.                   Ἂς μὴ χάνουμε οὔτε μιὰ μέρα, οὔτε μιὰ ὥρα, οὔτε ἕνα λεπτὸ χωρὶς νὰ τὸ ἀξιοποιοῦμε ὅπως θέλει ὁ φιλάνθρωπος Σωτήρας καὶ Λυτρωτής μας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
.                   Νὰ εὐχηθοῦμε, ὁ Κύριος, «ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος», Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὁ Χορηγὸς τῆς εἰρήνης, νὰ μᾶς τελειοποιήσει σὲ κάθε ἀγαθὸ ἔργο, ὥστε νὰ ἐφαρμόζουμε τὸ θέλημά Του. Αὐτὸς νὰ ἐνεργήσει στὸ ἐσωτερικό μας ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀρεστὸ ἐνώπιόν Του γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του. Διότι σ᾿ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Σχολιάστε

ΝΗΦΑΛΙΟΣ ΣΤΗΝ ἐκκλησιαστικὴ ΤΡΙΚΥΜΙΑ ὁ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος γιά τό νέον Ἔτος 2020
τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
.                 Κατ’ ἀρχήν εὔχομαι σέ ὅλους σας νά εἶναι εὐλογημένο καί σω­τή­ριο τό νέον ἔτος 2020, τό ὁποῖο ἀρχίζει ἀπό σήμερα.

.                 Τήν σημερινή ἡμέρα, ἐκτός ἀπό τήν Δεσποτική ἑορτή τῆς Περι­τομῆς τοῦ Χρι­στοῦ, σηματοδοτεῖ καί ἡ ἑορτή τοῦ Μεγάλου Βασι­λείου. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναδείχθηκε μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας σέ μιά ἐποχή πού ἐπικρατοῦσε θεολογική σύγχυση μεταξύ πολλῶν Ἐπισκό­πων καί Χρι­στιανῶν, ὡς πρός τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδή συγκρουόταν τό ρεῦμα τῆς φιλο­σοφικῆς θεολογίας μέ τήν ἀποκαλυπτική θεολογία τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων. Ἔτσι ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν ἕνας νηφάλιος νοῦς, ὁ ὁποῖος διακρίθηκε σέ μιά διαταραγμένη ἐποχή καί αὐτό ἔχει σημασία νά τονίζεται, ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας.
.                 Ἐκτός τοῦ ὅτι ἐργάσθηκε ποιμαν­τικά στήν Μητρόπολή του σέ ὅλους τούς τομεῖς, ἀνέλαβε τήν εὐθύνη νά εἰρηνεύση ὅλη τήν Ἐκκλησία. Εἶχε προηγηθῆ ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἡ ὁποία ὁμολόγησε τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅμως ὁ θόρυβος ὄχι μόνον δέν σταμάτησε, ἀλλά ἐπεξετάθηκε ἀκόμη περισσότερο. Δηλαδή, μετά τήν Α΄ Οἰκουμε­νική Σύνοδο πολλοί Ἐπίσκοποι δέν ἀποδέχθηκαν τίς ἀποφάσεις της, μέ ἀποτέλεσμα νά διασαλεύεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὅσοι καταδικάσθηκαν ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἔκαναν ἀγώνα γιά νά ἐπικρατήσουν οἱ αἱρετικές ἀπόψεις τους. Ἔπειτα, ἐμφανίσθηκαν καί ἄλλοι αἱρετικοί, ὅπως οἱ Πνευματομάχοι πού δέν δέχονταν τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ἄλλοι αἱρετικοί, ἤτοι ὁ Εὐνόμιος ὁ Ἀπολλινά­ριος Λαοδικείας, ὁ Σαβέλλιος, ὁ Μάρκελλος Ἀγκύρας κλπ., πού δίδασκαν διάφορες αἱρετικές διδασκαλίες. Μεγάλη ἀναταραχή δημιουργήθηκε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τίς ποι­κίλες αἱρέσεις.
.                 Ὁ Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει τήν κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς του μέ μιά ναυμαχία μέ τήν σύρραξη τῶν πλοίων, τήν τρικυμία τῆς θάλασσας, τό σκοτάδι τῆς νύκτας, τήν δύναμη τῶν ἀνέμων, τήν ἀλληλεξόντωση τῶν πολεμιστῶν, τό βύθισμα τῶν πλοί­ων, τήν διαμάχη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Καί ἐνῶ ὁ ἴδιος θά προτιμοῦσε νά σιωπήση, γιατί δέν θά τόν ἄκουγε κανένας, ὅμως ἀπό ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία ἀνέλαβε μιά ἔντονη δραστηριότητα γιά νά ἐπικρατήση ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ἐκκλη­σιῶν.
.                 Κυρίως, χρησιμοποίησε τέσσερεις τρόπους. Ὁ πρῶτος ἦταν ἡ ἀπο­στολή ἐπιστολῶν σέ διαφόρους Ἐπισκόπους, Κληρικούς, πολιτικούς ἄρχοντες, ρήτορες καί φιλοσόφους φίλους του γιά δογματικά θέματα, καί γιά ἄλλα θέματα πού ἀπασχολοῦσαν τούς Χρι­στιανούς. Ὁ δεύτερος τρόπος ἦταν ἡ προσωπική ἐπικοι­νω­νία μέ διάφορες Ἐκκλησίες ἤ μέ ἀντιπροσώπους του, προκει­μένου νά εὑρεθοῦν λύσεις γιά τά δογματικά καί τά ἐκκλησια­στικά ζητήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ τρίτος τρόπος ἦταν ἡ πρόταση γιά σύγκληση Συνό­δων προκειμένου νά ληφθοῦν οἱ ἀπαραίτητες ἀποφάσεις. Καί ὁ τέταρτος τρόπος ἦταν ἡ προσευχή. Γι᾽ αὐτό στήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς στήν θεία Λειτουργία πού συνέταξε, προσεύχεται: «Παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν… τάς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος». Οἱ αἱρέσεις τελικά ἀντιμετωπίζονται κυρίως μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.                 Στόν ἀγώνα του αὐτόν εἶχε δύο σταθερά δεδομένα, πού ἦταν καί οἱ βασικοί στόχοι του, δηλαδή, δέν ἔκανε συζητήσεις διπλω­ματικές, ὥστε νά δεχθῆ συμβιβασμούς στήν πίστη. Ὁ πρῶτος ὅρος ἦταν ὅλοι νά ἀποδεχθοῦν τό Σύμβολο τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας, τό ὁποῖο θέσπισαν οἱ Πατέρες τό 325 μ.Χ., καί ὁ δεύτερος ὅρος ἦταν νά ἀποδεχθοῦν ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἄκτι­στον, δηλαδή Θεός. Μέ αὐτά τά δεδομένα ἐπικοινω­νοῦ­σε συνεχῶς μέ τούς τότε κορυφαίους θρόνους, ἤτοι τῆς Ρώμης, τῆς Ἀλεξαν­δρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Κωνσταντινου­πόλεως καί προ­σπα­θοῦσε νά βρῆ σημεῖα ἑνότητος μεταξύ τους.
.                 Ὅταν διαβάση κανείς τούς λόγους του, διαπιστώνει ὅτι διακρί­νονται ἀπό σοβαρότητα, ὑπευθυνότητα, θεολογική ἐπάρ­­κεια, εὐγένεια, ἐπιχειρηματολογία, στιβαρότητα, σεβα­σμό στήν Ἐκκλησία καί στούς ἀνθρώπους, μετριοπά­θεια καί πολλά ἄλλα. Ἦταν πράγματι ἕνας πνευματικός ἡγέτης μεγάλων διαστά­σεων, ἕνας οἰκουμενικός Πατέρας καί διδάσκαλος.
.                 Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐκοιμήθη τό 379 μ.Χ. σέ ἡλικία 49 ἐτῶν, ὅμως ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος πού συγκλήθηκε δύο χρόνια μετά τήν κοίμησή του, δηλαδή τό 381 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη, στηρίχθηκε σέ μεγάλο βαθμό στίς δικές του προσπάθειες, τούς δικούς του κόπους, στήν δική του θεολογία, πού ἦταν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Βεβαίως, στήν ἐπιτυχία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔπαι­ξαν σημαντικό ρόλο καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος­ Νύσσης, δηλαδή ὁ φίλος του καί ὁ ἀδελφός του, ἀλλά κάτω ἀπό αὐτούς κρύβεται ὁ στιβαρός, ἰσορροπημένος θεολογικός λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπως φαίνεται στίς ἐπιστολές του πού ἀπέστειλε.
.                 Ὁ λόγος του καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐνεργοῦσε εἶναι ὑπόδειγμα καί γιά ἐμᾶς σήμερα, τούς Ἐπισκόπους, τούς Κληρικούς, τούς μοναχούς καί τούς λαϊκούς Χριστιανούς, στόν χειρισμό τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων πού μᾶς ἀπασχολοῦν. Ὅταν ἐπικρατοῦν ἀπόψεις πού διαποτίζονται ἀπό τόν ἐμπαθῆ φανατισμό καί τήν ἐξωτερική διπλωματία, ὅταν ἐπικρατῆ μιά ἄνευρη θεολογία, πού θυμίζει αὐτό πού ἔγραφε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅτι δυστυχῶς οἱ Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι «τεχνολογοῦσι καί οὐ θεολογοῦσι», ὅταν ἐπικρατοῦν σχισματικές τάσεις, τότε ἀπαιτοῦνται νηφάλιες, σοβαρές καί ὑπεύθυνες θεολογικές φωνές.
.                 Μέσα στήν πνευματική καί ἐκκλησιαστική τρικυμία χρειάζεται ψυχραιμία, ὑπευθυνότητα, ὀρθόδοξη θεολογία, πού εἶναι ἡ θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, κυρίως ἀπαιτεῖται εἰλι­κρι­νής ἀγάπη στόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία. Χρειαζό­μαστε σήμερα Κληρικούς καί θεολόγους, πού νά προσεγγίζουν, ἔστω καί λίγο, τήν μεγάλη μορφή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νά προσευχόμαστε στόν Θεό γι᾽ αὐτό. Δέν μᾶς λείπουν σήμερα τά ἐπιχει­ρήματα, ἀλλά ἅγιοι Ἐπίσκοποι, πού νά ἔχουν ζωντανή θεολογία καί νηφάλιο λόγο, γιατί ἐκεῖ πού ἀκούγονται ἐμπρηστικοί φανατικοί λόγοι, δέν ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά ὑπάρχει ἡ ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος, πού διαιρεῖ ἀντί νά ἑνώνη.
.                 Καί πάλι εὔχομαι σέ ὅλους σας νά εἶναι εὐλογημένος ὁ νέος χρό­νος μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἀρχιεπι­σκό­που Καισα­ρείας τῆς Καππα­δοκίας. Καί νά εὐχηθοῦμε νά εἰρηνεύη ἡ σύγχρονη Ἐκκλησία ἀπό τούς κλυδωνισμούς πού ὑφίσταται.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκη)

Τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ χρό­νου

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἀεράκη

Τρία ἤ δύο μέ­ρη;

  • Συ­νή­θως δι­α­κρί­νου­με τὸ χρό­νο σὲ τρία μέ­ρη: Στὸ πα­ρελ­θόν, στὸ πα­ρὸν καὶ στὸ μέλ­λον. Ἡ τρι­με­ρὴς αὐ­τὴ δι­ά­κρι­σις δὲν φαί­νε­ται νὰ ἔ­χη ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ ὑ­πό­στα­σι. Ἂν θε­λή­σου­με νὰ προσ­δι­ο­ρί­σου­με τὸ πα­ρόν, θὰ δι­α­πι­στώ­σου­με, ὅ­τι δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό μιὰ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ το­μὴ ἀ­νά­με­σα στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ στὸ μέλ­λον. Πρῶ­τος τό τό­νι­σε αὐ­τὸ ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης: «Τό μεν πα­ρελ­θὸν γέ­γο­νε, τὰ δὲ τοῦ μέλ­λον­τος μέλ­λει γε­νέ­σθαι· τό δὲ νῦν οὐ μέ­ρος».

Ροὴ χρό­νου

  • Πα­ρόν! Δὲν εἶ­ναι μέ­ρος τοῦ χρό­νου. Ὑ­πάρ­χει τὸ πρὸ καὶ τὸ με­τά. Στὴ μέ­ση τό πα­ρόν, ἢ μᾶλ­λον ὁ Πα­ρών.

  • Ὁ Πα­ρὼν εἶ­ναι Ἄ­χρο­νος. Εἶ­ναι ὁ Ἄ­χρο­νος Θε­ός. Ὁ χρό­νος εἶ­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νος μὲ τὸ χῶ­ρο καὶ μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γία. Ἡ ἀρ­χὴ τοῦ δρό­μου δὲν εἶ­ναι δρό­μος. Ἡ ἀρ­χὴ τοῦ χρό­νου δὲν εἶ­ναι χρό­νος. Ἡ ἀρ­χὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας δὲν εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γία. Ἡ Ἀρ­χὴ τῆς Θε­ό­τη­τας; Εἶ­ναι Θε­ό­τη­τα. Δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος, πού δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός.

  • Ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­χει ἀρ­χή. Εἶ­ναι ἡ Ἀρ­χή: «Ἐν ἀρ­χῇ ἐ­ποί­η­σεν ὁ Θε­ὸς τὸν οὐ­ρα­νόν καὶ τὴν γῆν». «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος καὶ ὁ Λό­γος ἦν πρὸς τὸν Θε­ὸν καὶ Θε­ὸς ἦν ὁ Λό­γος» (Ἰ­ω­άν. α’ 1). Ὅ­ταν ὁ Θε­ὸς ἀ­πε­φά­σι­σε νὰ κα­τα­σκευ­ά­ση τὸ δρό­μο, διὰ τοῦ ὁ­ποί­ου φα­νε­ρώ­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει, μπῆ­κε στὴ ζωή μας καὶ ὁ χρό­νος. Ὀ δρό­μος εἶ­ναι ἡ πο­ρεία τοῦ κτι­στοῦ δη­μι­ουρ­γή­μα­τος ἀ­πὸ τὸν Ἄ­κτι­στο Θεό. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ χρό­νου ξε­κί­νη­σε. Τρέ­χει μὲ τὴν τα­χύ­τη­τα τῶν ἀ­στέ­ρων. Τρέ­χει μὲ τὴ ροὴ τῶν πο­τα­μῶν. Τρέ­χει μὲ τοὺς κτύ­πους τῆς ἀν­θρώ­πι­νης καρ­δι­ᾶς. Τρέ­χει… «Τὰ πάν­τα ρεῖ» στὸ πο­τά­μι τοῦ χρό­νου. Ὁ Θε­ὸς πα­ρα­μέ­νει Ἄ­χρο­νος, τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Του ὅ­μως μπῆ­καν στὴν τρο­χιὰ τοῦ χρό­νου. Παραστατικό το ποίημα τοῦ Δροσίνη:

Πές μου πο­τά­μι πού τρε­λὰ μέ­σα στοὺς κάμ­πους τρέ­χεις
καὶ τό­σες ὀ­μορ­φι­ές τῆς γῆς μὲ τὰ νε­ρά σου βρέ­χεις,
γι­α­τί μᾶς ψάλ­λεις θλι­βε­ρὸ σκο­πὸ μὲ τὴ φω­νή σου;
Ποι­ὸς ἄλ­λος ζεῖ τέ­τοια ζωὴ γλυ­κειά σὰν τὴ δι­κή σου;
Κι ἐ­κεῖ­νο ἀ­πο­κρί­θη­κε: Τί εὐ­τυ­χία ἔ­χω,
ἀ­φοῦ ἡ μοῖ­ρα μοῦ ‘γρα­ψε αἰ­ώ­νια νὰ τρέ­χω;
Ἂν ρο­δο­δά­φνες γέρ­νου­νε μὲ χά­ρη στὰ νε­ρά μου,
ἂν λυ­γα­ρι­ὲς κι ἀ­γράμ­πε­λες ἀν­θί­ζουν στὰ πλευ­ρά μου,
μή­πως μπο­ρῶ νὰ τὶς χα­ρῶ καὶ νὰ τὶς ἀ­γα­πή­σω;
Περ­νῶ, τὶς βλέ­πω μιὰ στι­γμὴ καὶ τὶς ἀ­φή­νω πί­σω…
Καὶ τὸ πο­τά­μι σώ­πα­σε κι ἀ­φή­νει τὸ δι­α­βά­τη
μὲ πι­κρα­μέ­νη τὴν καρ­διά, μὲ δα­κρυ­σμέ­νο μά­τι,
γι­α­τί μιὰ μαύ­ρη, μιὰ σκλη­ρὴ ἰ­δέα τὸν τρο­μά­ζει,
πώς κι ἡ δι­κιά του ἡ ζωὴ μὲ τὸ πο­τά­μι μοι­ά­ζει.

  • Ἠ ζωὴ τοῦ ἀν­θρώ­που μοι­ά­ζει μὲ τὸ πο­τά­μι. Τρέ­χει καὶ κυ­λᾶ. Βρί­σκει δυ­σκο­λί­ες. Βρί­σκει καὶ ἀν­θι­σμὲ­να λου­λού­δια. Μὰ οὔ­τε τὰ βρά­χια προ­λα­βαί­νει νὰ τὰ φω­το­γρα­φί­ση, οὔ­τε τὰ λου­λού­δια νὰ τὰ ζω­γρα­φί­ση.

«Καὶ ἡ δι­κιά του ἡ ζωὴ μὲ τὸ πο­τά­μι μοι­ά­ζει…». Τρέ­χει, μὰ δὲν χά­νε­ται. Ξε­χύ­νε­ται στὴν ἀ­πε­ραν­τω­σύ­νη τῆς θά­λασ­σας. Καὶ ἡ ζωὴ μᾶς τρέ­χει. Δὲν στα­μα­τᾶ. Δὲν πη­γαί­νει στὸ μη­δέν. Κα­τα­λή­γει στὴν πα­νέ­μορ­φη θά­λασ­σα τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας.

Πα­ρόν. ΠΑΡΩΝ

  • Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι πα­ρὸν πρα­γμα­τι­κὰ μό­νο ὡς πρό­σω­πο. Ὁ Θε­ὸς διὰ μέ­σου τῶν δη­μι­ουρ­γη­μά­των Του, φω­νά­ζει: Πα­ρών!

—Μὲ κρύ­βουν τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά μου, ἢ μᾶλ­λον μὲ φα­νε­ρώ­νουν τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά μου. Εἶ­μαι ὁ «παν­τα­χοῦ Πα­ρὼν καὶ τὰ πάν­τα πλη­ρῶν». Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι πρα­γμα­τι­κὰ πα­ρόν, μό­νο ὡς Πρό­σω­πο. Ὄ­χι μο­νὸ μὲ τὴν ἔν­νοια πού εἴ­πα­με, ἀ­ό­ρα­τος Θε­ός, αἰ­ω­νί­ως Πα­ρών, πού φω­νά­ζει διὰ μέ­σου τῶν ὁ­ρα­τῶν κτι­σμά­των «Πα­ρών». Λέ­ει ὁ Παῦ­λος: «Τὰ γὰρ ἀ­ό­ρα­τα αὐ­τοῦ ἀ­πό κτί­σε­ως κό­σμου τοῖς ποι­ή­μα­σι νο­ού­με­να κα­θο­ρᾶ­ται, ἡ τὲ ἀ­ῒ­δι­ος αὐ­τοῦ δύ­να­μις καὶ θει­ό­της» (Ρωμ. α’ 20). Πα­ρὼν ὁ Θε­ός! Ὡς αἰ­ώ­νι­ος καὶ προ­αι­ώ­νι­ος ὕ­παρ­ξις. Πα­ροῦ­σα και ἡ νέα πό­λις, ἡ αἰ­ώ­νια ζωή. Ὁ Ἀ­βρα­άμ, λέ­ει ἡ πρὸς Ἑ­βραί­ους, «ἐ­ξε­δέ­χε­το τὴν τοὺς θε­μελί­ους ἔ­χου­σαν πό­λιν, ἧς τε­χνί­της καὶ δη­μι­ουρ­γὸς ὁ Θε­ὸς» (Ἑβρ. ι­α’ 1).

  • Καὶ μὲ ἄλ­λη ἔν­νοια τὸ πα­ρὸν ὑ­πάρ­χει ὡς Πρό­σω­πο. Φω­νά­ζει ἐ­δῶ καὶ δύο χι­λι­ά­δες χρό­νια: «Πα­ρών»! Εἶ­ναι τὸ σαρ­κω­μέ­νο Πρό­σω­πο τοῦ Αἰ­ω­νί­ου Θε­οῦ Λό­γου. Μὲ τὴ σάρ­κω­σι τοῦ Χρι­στοῦ ὁ Ἄ­χρο­νος μπαί­νει στὸ χρό­νο. Ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος ἀ­λη­θι­νός. Καὶ μπο­ροῦ­με γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νή Του πο­ρεία στὴ γῆ νὰ λέ­με καὶ γι’ Αὐ­τόν, ὅτι ἦ­ταν κά­πο­τε ὀ­κτα­ή­με­ρος, σα­ράν­τα ἡ­με­ρῶν, δώ­δε­κα ἐ­τῶν, τρι­άν­τα ἐ­τῶν. Ἀλλ’ αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει, ὅ­τι πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὸ χρό­νο.

  • Ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ὁ Αἰ­ώ­νι­ος καὶ ὡς Θε­άν­θρω­πος. Εἶ­ναι τὸ Αἰ­ώ­νιο Πα­ρόν. Γιὰ τὴ ζωή Του καὶ γιὰ τὴν προ­σφο­ρά Του ἡ Γρα­φὴ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ χρονόμε­τρο. Δὲν λέ­ει π.χ.: «Μα­ζί μου θὰ ἔ­χε­τε ἕ­να λαμ­πρὸ μέλ­λον!». Ἡ Γρα­φὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ αἰ­ω­νι­ό­με­τρο: Τὸ ἄμετρο! Ὄ­χι, τὸ μέ­τρο. Τὸ ἄ­με­τρο τῆς αἰ­ω­νι­ό­τητας. Πό­σες φο­ρὲς ἡ Και­νὴ Δι­α­θή­κη μι­λά­ει γιὰ χρό­νο καὶ πό­σες φορὲς γιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα; Γιὰ τὸ δεύ­τε­ρο πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές: «Οὔ­τως ἠ­γά­πη­σεν ὁ Θε­ὸς τὸν κό­σμον, ὥ­στε τὸν Υἱ­όν αὐ­τοῦ τὸν μο­νο­γε­νῆ ἔ­δω­κεν, ἵ­να πᾶς ὁ πι­στεύ­ων εἰς αὐ­τὸν μὴ ἀ­πό­λη­ται, ἀλλ’ ἔ­χη ζωὴ αἰ­ώ­νι­ον» (Ἰ­ω­αν. γ’).

Πα­ρὸν μὲ δύο μά­τια

  • Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι φευ­γα­λέα στι­γμή. Καὶ ὅ­μως εἶ­ναι τὸ μό­νο, πού εἶ­ναι δι­κό μας. Τὸ πα­ρελ­θὸν δὲν εἶ­ναι δι­κό μας, ἀ­φοῦ τό χά­σα­με. Τὸ μέλ­λον δὲν εἶ­ναι δι­κό μας ἀ­φοῦ δὲν βρί­σκε­ται στὴ δι­ά­θε­σί μας. Ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος λέ­ει: «Τοι­οῦ­τος ὁ χρό­νος, οὗ τὸ μὲν πα­ρελ­θὸν ἠ­φα­νί­σθη, τὸ δὲ μέλ­λον οὔ­πω πά­ρε­στι, τὸ δὲ πα­ρὸν πρὶν ἢ γνω­σθῆ­ναι δι­α­δι­δρά­σκει τὴν αἴ­σθη­σιν». Φευ­γα­λέα στι­γμὴ τὸ πα­ρόν. Στα­θε­ρὸς ὅ­μως γιὰ πάν­τα ὁ Πα­ρών, ὁ Χρι­στός. Εἶ­ναι ὁ Πα­ρών, πού βρί­σκε­ται ἀ­νά­με­σα στὸ πρὸ καὶ στὸ με­τά. Χω­ρί­ζει στὰ δύο τὴν ἱ­στο­ρία χρο­νι­κά. Ἔτ­σι μι­λᾶ­με γιὰ πρὸ Χρι­στοῦ ἱ­στο­ρία καὶ με­τὰ Χρι­στὸν ἱ­στο­ρία. Χω­ρί­ζει στὰ δύο καὶ τὴ ζωή μας: Στὴν πρὸ Χρι­στοῦ, τὴ βου­τη­γμέ­νη στὴν ἁ­μαρ­τία, καὶ στὴ με­τὰ Χρι­στό, τὴν δο­σμέ­νη στὴ με­τά­νοια.

  • Τὸ πα­ρὸν ἔ­χει δύο μά­τια: Τὸ ἕ­να λέ­γε­ται μνή­μη, τὸ ἄλ­λο λέ­γε­ται προσ­δο­κία. Βλέ­που­με τὸ πα­ρελ­θὸν μὲ τὴ μνή­μη. Θυ­μό­μα­στε τά ὅ­σα δι­α­πρά­ξα­με. Ἡ ἱ­στο­ρία μας, ἱ­στο­ρία λα­θῶν καὶ πα­θῶν. Βλέ­που­με τὸ μέλ­λον μὲ προσ­δο­κία. Προσ­δο­κία ὄ­χι γι­α­τί πε­ρι­μέ­νου­με καὶ λαχ­τα­ρᾶ­με πε­ρισ­σό­τε­ρα κο­σμι­κὰ ἀ­γα­θὰ καὶ δό­ξες καὶ τι­μές. Προσ­δο­κᾶ­με, ὅ­τι ἐ­πι­τέ­λους θὰ με­τα­νο­ή­σου­με εἰ­λι­κρι­νά, θὰ στα­μα­τή­σου­με νὰ προ­σβάλ­λου­με τὸ ἅ­γιο θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, θὰ ζή­σου­με κα­τὰ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, θὰ ἀλ­λά­ξου­με ζωή.

Πα­ρόν: εὐ­και­ρία

Κα­τὰ τοῦ­το, λοι­πόν, τὸ πα­ρὸν ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ εἶ­ναι «χρό­νος» μὲ τὴν ἁ­γι­ο­γρα­φι­κὴ ἔν­νοια τοῦ «και­ρός». Και­ρὸς ση­μαί­νει εὐ­και­ρία. Οἱ ἀρ­χαῖ­οι στὴ μυ­θο­λο­γία εἰ­κό­νι­ζαν τὴν Εὐ­και­ρία μὲ μία κό­ρη, πού ἔ­τρε­χε καὶ τὰ μα­κρυὰ μαλ­λιὰ της ἀ­νέ­μι­ζαν. Ὅ­ποι­ος προ­λά­βαι­νε καὶ ἔ­πι­α­νε τὰ μαλ­λιά της, δὲν ἔ­χα­νε τὴν εὐ­και­ρία… Πι­ά­σου καὶ σὺ ἀ­πὸ τὴν εὐ­και­ρία.

Εὐ­και­ρία εἶ­ναι τὸ «Νῦν», τὸ πα­ρόν, ὁ πα­ρὸν χρό­νος. Εὐ­και­ρία ἐκ­πτώ­σε­ων, νὰ σβή­σουν τὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τά μας. Εὐ­και­ρία γιὰ τὴ σω­στὴ ἐ­κμε­τάλ­λευ­σι καὶ χρῆ­σι τοῦ ὑ­πο­λοί­που χρό­νου τῆς ζω­ῆς μας. Εὐ­και­ρία γιὰ τὴν ἐ­ξα­γο­ρὰ τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρὸν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται τὸ αἰ­ώ­νιο μέλ­λον. «Ἰ­δοὺ νῦν και­ρὸς εὐ­πρόσ­δε­κτος, ἰ­δού νῦν ἡ­μέ­ρα σω­τη­ρί­ας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2).

  • Τὸ «Νῦν» κα­θα­ρί­ζει καὶ κα­θο­ρί­ζει τὶς δύο δι­α­στά­σεις τῆς ζω­ῆς μας. Μπο­ροῦ­με μὲ τὸ Νῦν, μέ το τώ­ρα, δη­λα­δή, νὰ κα­θα­ρί­σου­με τὸ πα­ρελ­θόν. Πῶς; Μὲ τὴ δύ­να­μι καὶ τὴν εὐ­και­ρία, πού λέ­γε­ται με­τά­νοια. Τὸ κή­ρυ­γμα τοῦ Κυ­ρί­ου συ­νο­ψί­ζε­ται σέ λί­γες λέ­ξεις: «Με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεία τῶν οὐ­ρα­νῶν» (Ματθ. δ΄ 10). Ἂν τὸ νῦν, τὸ τώ­ρα, γί­νη αὔ­ριο, τό­τε τὸ αὔ­ριο γί­νε­ται με­θαύ­ριο, τὸ με­θαύ­ριο γί­νε­ται πο­τὲ καὶ μὲ τὸ αὔ­ριο τῆς ἀ­να­βο­λῆς χά­νου­με τὸ αἰ­ώ­νιο αὔ­ριο τῆς προ­σμο­νῆς.

  • Τὸ νῦν ἐ­πί­σης ἔ­χει σχέ­σι καὶ μὲ τὸ μέλ­λον. Κα­θο­ρί­ζει τὴν πο­ρεία τῆς νέ­ας ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς. Τὰ ὄ­νει­ρά μᾶς εἶ­ναι τὰ δι­κά Του θε­λή­μα­τα. Οἱ στό­χοι μας εἶ­ναι οἱ δι­κοί Του πό­θοι. «Θέ­λω ὅπου εἶ­μαι Ἐ­γώ, καὶ οἱ δι­κοί μου ἄν­θρω­ποι νὰ εἶ­ναι μα­ζί μου» (Ἰ­ω­αν. ιζ’ 4).

  • Τὸ πῶς μιὰ στι­γμὴ δυ­να­τῆς με­τα­νοί­ας κα­θα­ρί­ζει τὸ πα­ρελ­θὸν καὶ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέλ­λον, τὸ βλέ­που­με στὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ Ἀ­σώ­του. Μέ­σα σὲ μιὰ στι­γμή! Εἶ­ναι ἡ στι­γμὴ πού ζυ­γί­ζει αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Μέ­σα σὲ μιὰ στι­γμὴ τοῦ ‘ρθε ὁ πό­θος νὰ κα­θα­ρί­ση τὸ ἐ­λε­ει­νὸ πα­ρελ­θόν. Εἶ­ναι ἡ μνή­μη τῆς με­τα­νοί­ας. «Πό­σοι μί­σθι­οι τοῦ πα­τρός μου πε­ρισ­σεύ­ου­σιν ἄρ­των, ἐ­γὼ δὲ λι­μῷ ἀ­πό­λυμ­μι» (Λουκ. ιε΄ 17). — Χά­νο­μαι! Θὰ χα­θῶ; — Ὄ­χι, μοῦ μέ­νει τὸ τώ­ρα. Τώ­ρα «ἀ­να­στάς πο­ρεύ­σο­μαι πρὸς τὸν Πα­τέ­ρα μου». Ὁ Πα­τέ­ρας δὲν πέ­θα­νε. Ὁ Πα­τέ­ρας ζῆ. Κι ὁ Πα­τέ­ρας ἔ­δω­σε τὸν μο­νά­κρι­βο Γυιό του γιὰ μέ­να. Τώ­ρα ἐ­μέ­να πε­ρι­μέ­νει!

Ὁ Ἄσωτος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἔ­χη τὴ μνή­μη τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ντυ­μέ­νη ὅ­μως μὲ τὸ οὐ­ρά­νιο ροῦ­χο τῆς με­τά­νοι­ας καὶ πλυ­μέ­νη μὲ τὰ δά­κρυα τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Ὀ Πα­τέ­ρας, ὅ­ταν βλέ­πη με­τά­νοια καὶ ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι εἰ­λι­κρι­νή, χά­νει τὴ μνή­μη τοῦ δι­κοῦ μας πα­ρελ­θόν­τος.

  • Μιὰ στι­γμὴ κα­θο­ρί­ζει καὶ τὸ μέλ­λον, τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

Στὴν Ἐκ­κλη­σία ἡ μνή­μη τοῦ πα­ρελ­θόν­τος γί­νε­ται μνή­μη ἐν Χρι­στῷ. Καὶ ἡ ἐλ­πί­δα τοῦ μέλ­λον­τος γί­νε­ται ἐλ­πί­δα ἐν Χρι­στῷ. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Χρι­στι­α­νοῦ ὡς μέ­λους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τρέ­φε­ται μὲ τὴ μνή­μη καὶ τὴν ἐλ­πί­δα τοῦ Χρι­στοῦ.

Πολ­λὰ χρό­νια ἢ ἕ­να λε­πτό;

  • Τὸ πα­ρόν! Ἕ­να λε­πτό! Τί ἀ­ξία ἔ­χει ἕ­να λε­πτό; Ἕ­να λε­πτὸ τοῦ ἀ­πέ­με­νε γιὰ τὴν τε­λευ­ταία του πνοή. Εἶ­ναι ὁ λη­στής. Καὶ πρό­λα­βε. Καὶ μὲ ἕ­να λε­πτὸ τοῦ χρό­νου, λε­πτὸ με­τα­νοί­ας, ἀ­γό­ρα­σε τὸν πα­ρά­δει­σο. Μὲ ἕ­να λε­πτὸ με­τα­πή­δη­σε ἀ­πὸ τὴν κό­λα­σι στὸν πα­ρά­δει­σο.

  • Μὲ ἕ­να λε­πτὸ ἐ­ξα­σφα­λί­ζεις τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Χει­ρί­σου κα­λά τό λε­πτὸ τοῦ πα­ρόν­τος. Ἕ­να λε­πτὸ πρὸ τοῦ θα­νά­του σὲ ὁ­δη­γεῖ στὴν αἰ­ώ­νια ζωή. Ἕ­να λε­πτὸ με­τὰ τὸ θά­να­το σὲ κα­θη­λώ­νει στὴν αἰ­ώ­νια κό­λα­σι, γιά πάν­τα, ἀ­με­τά­θε­τα.

  • Δὲν ξέ­ρω ἂν ἔ­χης πολ­λὰ λε­πτὰ χρη­μα­τι­κά. Ξέ­ρω ὅ­μως, ὅ­τι ἔ­χεις ἀ­κό­μα πολ­λὰ λε­πτὰ χρό­νου. Ἀρ­κε­τὰ πῆ­γε χα­μέ­νος «ὁ πα­ρε­λη­λυ­θώς χρό­νος» (Α’ Πέτρ. δ΄ 3). Ἔ­λε­γε κά­πο­τε σπου­δαῖ­ος ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας τὴ μέ­ρα τῆς Πρω­το­χρο­νι­ᾶς:

—Βλέ­που­με μπρο­στὰ μας τό­σους φί­λους, καὶ τοὺς λέ­με «Χρό­νια πολ­λά». Ἂν βλέ­πα­με μπρο­στὰ μας τοὺς φί­λους καὶ τοὺς συγ­γε­νεῖς, πού δὲν μπο­ροῦν νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὴν αἰ­ώ­νια κό­λα­σι, ἂν μπο­ρού­σα­με νὰ τοὺς δοῦ­με, ἢ μᾶλ­λον, ἂν μπο­ροῦ­σαν νὰ μᾶς ἀ­παν­τή­σουν στὸ ἐ­ρώ­τη­μα: « Τί δῶ­ρο θέ­λε­τε νὰ σᾶς κά­νου­με σή­με­ρα Πρω­το­χρο­νιά», νὰ εἶ­σθε βέ­βαι­οι, ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ στό­μα ὅ­λων, θὰ ἀ­κού­γα­με ἕ­να κραυ­γα­λέο, σπα­ρα­κτι­κὸ αἴ­τη­μα: «Ἕ­να λε­πτό! Μό­νο ἕ­να λε­πτὸ νὰ ξα­νάρ­θου­με στὴ ζωή! Ἕ­να λε­πτό! Μᾶς φτά­νει: Νὰ φω­νά­ξου­με: Ἁ­μαρ­τή­σα­με!… Ἔ­λε­ος, Κύ­ριε, ἔ­λε­ος. Σπλα­χνί­σου μας…». Αὐ­τό τό λε­πτό, πού ὅ­λοι οἱ κο­λα­σμέ­νοι ζη­τοῦν, μὰ δὲν τὸ ἔ­χουν, αὐ­τὸ τὸ λε­πτό τό ἔ­χου­με ἐ­μεῖς.

  • Τρέ­ξε! Νὰ τὸ ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­σης στὴν τρά­πε­ζα τοῦ θεί­ου ἐ­λέ­ους!

Τε­λι­κά τό «Νῦν», ἡ ἀ­κα­θό­ρι­στη στι­γμὴ τοῦ πα­ρόν­τος, πού δὲν εἶ­ναι ὡ­ρο­λο­γι­α­κὸς χρό­νος, θὰ πα­ρα­τα­θῆ στὸ ἄ­πει­ρο. Θά γί­νη τό αἰ­ώ­νιο σή­με­ρα. Ἀ­πό μιὰ στι­γμὴ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται τὸ αἰ­ώ­νιο μέλ­λον μας.

Πλοῖο, λε­ω­φο­ρεῖο, γέ­φυ­ρα

Ὁ χρό­νος συ­νυ­φαί­νε­ται μέ τή ζωὴ καὶ τὴν κα­τευ­θύ­νει στὸν θά­να­το. Ὅ­πως οἱ ἐ­πι­βά­τες τοῦ πλοί­ου ὁ­δη­γοῦν­ται στὸ λι­μά­νι, ἔ­στω καὶ ἂν κοι­μοῦν­ται καὶ δὲν ἀν­τλαμ­βά­νον­ται τί­πο­τε, ἔτ­σι καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου ὁ­δη­γοῦν­ται φυ­σι­ο­λο­γι­κὰ στὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς τους. Λέ­ει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος: «Κοι­μᾶ­σαι καὶ ὁ χρό­νος σὲ πα­ρα­τρέ­χει. Εἶ­σαι ξυ­πνη­τὸς καὶ ἔ­χεις φρον­τί­δες, ἀλ­λὰ ἡ ζωὴ δα­πα­νᾶ­ται, ἔ­στω κι ἂν αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτό. Ὅ­λοι τρέ­χου­με κά­ποι­ον δρό­μο, σπεύ­δον­τας ὁ κα­θέ­νας πρὸς τὸ τέ­λος… Ὅ­λα περ­νοῦν καὶ μέ­νουν πί­σω σου… Τέ­τοια εἶ­ναι ἡ ζωή. Οὔ­τε οἱ χα­ρὲς τῆς εἶ­ναι μό­νι­μες, οὔ­τε οἱ λύ­πες δι­αρ­κεῖς. Καὶ ὁ δρό­μος δὲν εἶ­ναι δι­κός σου, οὔ­τε τὰ πα­ρόν­τα δι­κά σου».

  • Μπῆ­κε στὸ χρό­νο ὁ Ἄ­χρο­νος, γιὰ νὰ μᾶς ἀ­παλ­λὰ­ξη ἀ­πό τὴν τρο­μο­κρα­τία τοῦ χρό­νου. Μᾶς τρο­μά­ζει τὸ κύ­λι­σμα, τὸ τρέ­ξι­μο τοῦ χρό­νου, γι­α­τί νο­μί­ζου­με ὅ­τι τὸ ὄ­χη­μα του μᾶς πη­γαί­νει στὸ θά­να­το. Ἦλ­θε ὅ­μως ὁ Χρι­στὸς καὶ ἄλ­λα­ξε τὸ ὄ­χη­μα τοῦ χρό­νου. Δὲν εἶ­ναι ὁ χρό­νος ἡ νε­κρο­φό­ρα, πού μᾶς πη­γαί­νει σι­γὰ-σι­γὰ, πέν­θι­μα στόν τά­φο. Ὄ­χι. Ὁ χρό­νος ἔ­χει και­νούρ­γιο ὄ­χη­μα. Ἡ μάρ­κα του εἶ­ναι τε­λευ­ταί­ου τύ­που. Λέ­γε­ται ἀ­νά­στα­σις. Ὁ χρό­νος με­τὰ Χρι­στὸ καὶ μὲ τὸ Χρι­στὸ τρέ­χει μὲ τὸ ὄ­χη­μα, πού λέ­γε­ται ζω­η­φόρος. Τρέ­χει καὶ κα­νεὶς δὲν τὸν στα­μα­τᾶ. Ἁ­πλῶς σὲ κά­ποια στι­γμή, μὰ θὰ εἶ­ναι μό­νο ἁ­πλῶς μιὰ στι­γμή, θὰ πε­ρά­ση τὰ σύ­νο­ρα. Ὁ Ἄγ­γε­λος αὐ­το­μά­τως θὰ ἐ­λέγ­ξη ἂν τὸ δι­α­βα­τή­ριό μας ἔ­χη τὶς δυὸ σφρα­γί­δες, τὴν ἀ­κλό­νη­τη πί­στι καὶ τὴν ἀ­ρε­τὴ μὲ τὰ κα­λά της ἔρ­γα. Καὶ θὰ πα­ρα­δώ­ση ὁ χρό­νος τὴ δι­κή του πρό­σκαι­ρη ζωὴ στὸ δι­α­στη­μό­πλοιο τῆς ἀ­τέ­λει­ω­της ζω­ῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Λέ­ει ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος: «Ὁ χρό­νος εἶ­ναι ἡ πε­ρί­ο­δος προ­ε­τοι­μα­σί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ τὴν αἰ­ώ­νια μα­κα­ρι­ό­τη­τα» (στό Ψαλμ. 114,5).

  • Κά­θε φο­ρά χά­νου­με ἀ­πό τὴ ζωὴ μας τό­σο, ὅ­σο ἀ­κρι­βῶς ζή­σα­με. Καὶ δὲν ἔ­χου­με τὴν αἴ­σθη­σι, ὅ­τι δα­πα­νᾶ­ται ἡ ζωή μας, μο­λο­νό­τι με­τροῦ­με πάν­το­τε μὲ βά­σι τή ζωή πού πέ­ρα­σε καὶ χά­θη­κε. Δη­λα­δὴ κά­νου­με ἕ­να λά­θος στὸ μέ­τρη­μα τῶν χρό­νων τῆς ζω­ῆς μας. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με, ὅ­τι κά­ποι­ος εἶ­ναι 80 χρο­νῶν καὶ ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἔ­χει προ­ο­ρί­σει νὰ ζή­ση 85 χρό­νια. Πό­σα εἶ­ναι τὰ χρό­νια της ζω­ῆς του; —Πέν­τε! Ὄ­χι ὀ­γδόν­τα! Πέν­τε τοῦ ἀ­πο­μέ­νουν. Τὰ ὀ­γδόν­τα ἔ­φυ­γαν.

  • Ὁ ἄν­θρω­πος δρᾶ καὶ κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸν κό­σμο, σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το νὰ ζῆ αἰ­ώ­νια. Τὸ πα­ρὸν τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με συ­νή­θως ὡς γέ­φυ­ρα μελ­λον­τι­κῶν σχε­δί­ων. Ἀλλ’ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται σά­πια ἡ γέ­φυ­ρα αὐ­τή. Στὴν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι ἡ γέ­φυ­ρα πού μᾶς συν­δέ­ει μὲ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Καὶ ἡ γέ­φυ­ρα αὐ­τὴ λέ­γε­ται «Γρη­γο­ρεῖ­τε». Ὁ χρό­νος, ποῦ ζοῦ­με, ἐ­νῶ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς με­τρη­τής τῆς ζω­ῆς μας, εἶ­ναι ταυ­το­χρό­νως καὶ με­τρη­τής τοῦ ἀ­φα­νι­σμοῦ μας.

  • Ὁ χει­ρό­τε­ρος ἐ­χθρὸς τοῦ χρό­νου εἶ­ναι τὸ «ἔ­χω και­ρό». Κά­τω ἀ­πό τά μάρ­μα­ρα τῶν τά­φων εἶ­ναι θαμ­μέ­να ὅ­λα τὰ σχέ­δια καὶ τὰ ὄ­νει­ρα! Ὅ­λα τά ἔ­θα­ψε ὁ πα­ρα­λο­γι­σμὸς τοῦ «ἔ­χω και­ρό». Μέ­σα στὴν καρ­διὰ ὅ­μως τῶν ἁ­γί­ων εἶ­ναι κρυμ­μέ­νοι ὅ­λοι οἱ πό­θοι γιὰ αἰ­ώ­νια ζωή.

  • Οἱ ἅ­γι­οι, οἱ πι­στοὶ χρι­στι­α­νοί, βρῆ­καν τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τῆς ζω­ῆς, πού ἀ­φε­τη­ρία ἔ­χει τὸ χρό­νο καὶ τὲρ­μα ἔ­χει τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Σ’ αὐ­τὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖο μπῆ­κε καὶ ὁ Χρι­στός. Μπῆ­κε στὸ χρό­νο, στὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ χρό­νου, ἀλ­λά ἄρ­πα­ξε καὶ τὸ τι­μό­νι Του. Καὶ τὸ ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­τέρ­μο­να αἰ­ω­νι­ό­τη­τα.

Μὴ χά­σης τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ χρό­νου, πού πά­ει στὴν αἰ­ώ­νια ζωή. Γι­α­τί περ­νά­ει καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖο τὸ ἄλ­λο. Φέρ­νει μέ­σα του τὸ θά­να­το. Οἱ ἐ­πι­βά­τες του ζοῦν γιὰ τὸ θά­να­το καὶ χά­νον­ται στὸ κα­τρα­κύ­λι­σμα τῆς κο­λά­σε­ως.

  • Ἤρ­θα­με ἀ­πό τό μη­δέν. Μᾶς ἐ­πι­βί­βα­σαν στὸ λε­ω­φο­ρεῖο τοῦ ἐν Χρι­στῷ χρό­νου· Κα­νεὶς ἄς μὴ κα­τέ­βη. Ὅ­λοι μα­ζὶ μὲ τὸν Χρι­στὸ στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, χω­ρὶς πλέ­ον τὸ χρό­νο. Στὴ ζωὴ χω­ρὶς καμ­μιὰ λύ­πη καὶ ἀ­πελ­πι­σία. Στὴ ζωὴ μα­ζὶ μὲ τὸν αἰ­ώ­νιο Χρι­στό. Ἀ­μήν.

,

Σχολιάστε

«ΕΚΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΛΑ, ἀκόμη καί οἱ πανηγυρισμοί τῆς ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ, ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ καὶ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου
Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος Πρωτοχρονιᾶς 2019

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

.                 Ἀρχή τοῦ νέου πολιτικοῦ ἔτους εἶναι ἡ σημερινή ἡμέρα καί πανηγυρίζουμε μέ θεία Λειτουργία, Δοξολογία καί χαρά. Σέ ὅλο τόν κόσμο διοργανώνονται ἐκδηλώσεις μέ φαντασμαγορικές πράξεις, γιά νά ὑποδεχθοῦν τό νέον ἔτος. Ὅμως, ὅ,τι καί νά κάνουμε, κανείς δέν εἶδε ποτέ κάποιον χρόνο νά ἔρχεται ἀπό τήν ἀνατολή καί κάποιον παλαιό χρόνο νά φεύγη στήν δύση. Ὅταν δέ οἱ ἄνθρωποι συμμετέχουν σέ τέτοιες χαρούμενες ἐκδηλώσεις, ἔπειτα ἐπιστρέφουν στό σπίτι τους μέ μιά πίκρα καί συναντοῦν τόν πόνο, τήν θλίψη, τήν ἀπόγνωση, τήν τραγικότητα.
.                 Τί εἶναι, λοιπόν, αὐτός ὁ νέος χρόνος; Τί σημαίνει ὅτι σήμερα ἔχουμε τήν ἀρχή τοῦ νέου ἔτους; Ποιό εἶναι τό νόημα τῆς Πρωτοχρονιᾶς;
.                 Ὅταν πρίν χρόνια, καί συγκεκριμένα τό ἔτος 2000, εἰσερχόμασταν, σάν σήμερα, στήν τρίτη χιλιετία, αἰσθανόμασταν ὄχι ἁπλῶς ὅτι πέρασε ἕνας χρόνος, ἀλλά ὅτι πέρασαν δύο χιλιετίες ἀπό τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, καί πανηγυρίζαμε ὄχι ἐπειδή ἄρχιζε ἕνας νέος χρόνος, ἀλλά ἐπειδή ἄρχιζε ἡ τρίτη χιλιετία. Θυμᾶμαι τότε, δηλαδή τήν Πρωτοχρονιά τοῦ 2000, μετά τήν θεία Λειτουργία καί τήν Δοξολογία τοῦ Νέου ἔτους, στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, πήγαμε στό Δημαρχεῖο, γιά νά παραστοῦμε στήν πρώτη ἑορταστική Συνεδρίαση τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου γιά τήν ἀρχή τῆς νέας χιλιετίας, ὥστε νά εἶναι χαρούμενη καί δημιουργική ὅλη αὐτή ἡ περίοδος, χωρίς, ὅμως, νά γνωρίζουμε ἐάν θά ἤμασταν ζωντανοί τήν ἑπομένη ἡμέρα.
.                 Ἀπό τότε, δηλαδή τήν Πρωτοχρονιά τοῦ 2000, πέρασαν 19 χρόνια χωρίς νά τό καταλάβουμε, ἀφοῦ ὁ χρόνος τρέχει σάν ὁρμητικό ποτάμι καί φεύγει τόσο χρήγορα, ὅπως κτυποῦν τά δευτερόλεπτα τοῦ ρολογιοῦ μας. Καί στό διάστημα αὐτό ἔφυγαν ἀπό τόν κόσμο αὐτόν ἀγαπητοί μας ἄνθρωποι, ἄλλαξαν πολλές καταστάσεις στήν ζωή μας, ἀλλά καί γεννήθηκαν νέοι ἄνθρωποι. Ὅλα τά παιδιά πού εἶναι σήμερα μαθητές μέχρι τήν τελευταία τάξη τοῦ Λυκείου καί εἰσῆλθαν στό πρῶτο ἔτος τοῦ Πανεπιστημίου γεννήθηκαν σέ αὐτό τό διάστημα τῶν δεκαεννέα ἐτῶν, ἀπό τό 2000 μέχρι σήμερα. Ἔτσι, ὁ θάνατος συμπλέκεται μέ τήν ζωή.
.                 Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι ταχύτατος, ἔρχεται καί φεύγει γρήγορα, δέν μποροῦμε νά τόν πιάσουμε, δέν ἔχουμε τήν δυνατότητα νά τόν σταματήσουμε, τρέχει συνεχῶς καί παρασύρει καί μᾶς σέ αὐτήν τήν γρήγορη πορεία του. Ἔχουν χαρακτηρίσει τόν χρόνο ὡς «πανδαμάτορα», ἐπειδή δαμάζει τά πάντα, καί κανείς δέν μπορεῖ νά τόν δαμάση, παρά μόνον ὁ Θεός, πού εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ χρόνου καί βρίσκεται ἔξω ἀπό τόν χρόνο. Ἐμεῖς εἴμαστε μέσα στόν χρόνο καί ἐκεῖνος μᾶς δαμάζει, μᾶς ἐξουσιάζει, μέ ὅλες τίς συνταρακτικές συνέπειες.
.                 Ἤδη, ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς συλλήψεώς μας τά κύτταρα τοῦ σώματος ἔχουν τήν δική τους κίνηση, ὅπως κίνηση ἔχουν καί τά ὄργανα τοῦ σώματός μας. Αὐτό μποροῦμε νά τό καταλάβουμε κυρίως ἀπό τήν κίνηση τῆς καρδιᾶς μας. Εἴμαστε κάτω ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ χρόνου, καί ὅταν ὁ χρόνος τῆς καρδιᾶς σταματήση, μέ τήν βούληση τοῦ Θεοῦ, τότε σταματᾶ καί ἡ βιολογική ζωή, χωρίς, βέβαια, νά ἀφανίζεται ἡ ψυχή καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ὡς ὕπαρξη.
.                 Ἔτσι, βιώνουμε τόν χρόνο στήν ζωή μας ὡς ἕνα χαρούμενο γεγονός, ἀφοῦ ζοῦμε βιολογικά, ἀλλά καί ὡς ἕνα τραγικό γεγονός, ἀφοῦ κάποτε θά σταματήση ὁ κτύπος τῆς καρδιᾶς μας. Καί στό σημεῖο αὐτό ὑπάρχει τό φαινόμενο τῆς χαρμολύπης.
.                 Αὐτό τό καταλαβαίνουμε πολύ καλά ἀπό διάφορες ἐκφράσεις πού χρησιμοποιοῦμε. Ὅταν εὐχόμαστε «χρόνια πολλά» στό βάθος αἰσθανόμαστε ὅτι κάποτε θά σταματήση νά μετράη ὁ χρόνος. Ὅταν λέμε τήν εὐχή «καί τοῦ χρόνου» αἰσθανόμαστε ὅτι μπορεῖ νά μή φθάσουμε στήν ἑπόμενη Πρωτοχρονιά. Ὅταν συμμετέχουμε στά ἑορταστικά τραπέζια καί χαιρόμαστε, ὑποβόσκει ἡ λύπη ὅτι παραμονεύει ὁ θάνατος ἤ ὅτι λείπει ἕνας ἀγαπητός μας ἄνθρωπος πού δέν ζῆ.
.                 Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί πιστεύουμε στόν Θεό πού εἶναι ὁ ἄρχοντας τοῦ χρόνου, ἀλλά καί μᾶς βοηθᾶ νά ὑπερβαίνουμε τόν χρόνο καί νά περνᾶμε στό αἰώνιο. Γιά ὅσους ζοῦν ἐν Χριστῷ ὁ χρόνος δέν εἶναι βασανιστικός, δέν εἶναι τροχοπέδη, δέν εἶναι τύραννος, ἀλλά εἶναι χρόνος προετοιμασίας γιά τό πέρασμα στήν αἰώνια ζωή μέ τόν Χριστό. Οἱ μάρτυρες καί οἱ ἅγιοι μᾶς ἔδειξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού ζῆ μέ τόν Χριστό, δέν φοβᾶται τόν θάνατο καί τήν δυναστεία τοῦ χρόνου, ἀλλά θεωρεῖ τόν χρόνο ὡς τό ἀκρωτήριο τῆς καλῆς ἐλπίδος, ὡς ἕνα πέρασμα στήν ἐν Χριστῷ αἰωνιότητα. Μέ τόν Χριστό τίποτε δέν εἶναι βασανιστικό ἤ προβληματικό. Ἀντίθετα, ἐκτός Χριστοῦ ὅλα, ἀκόμη καί οἱ πανηγυρισμοί τῆς Πρωτοχρονιᾶς, βρίσκονται στήν σκοτεινή φυλακή τοῦ χρόνου καί τοῦ θανάτου.
.                 Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἀρχῆς τοῦ νέου ἔτους, εὔχομαι σέ ὅλους σας χρόνια πολλά μέ τόν Χριστό, πού εἶναι ὁ ἐξουσιαστής τοῦ χρόνου καί ὁ νικητής τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου.

Μέ ἑόρτιες εὐχές
Ὁ Μητροπολιτης
† Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ, ΠΑΛΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ [Τὸ νόημα τοῦ χρόνου στὴ ζωή μας] (Ἡρ. Ρεράκης)

Τὸ νόημα τοῦ χρόνου στὴ ζωή μας.

Τοῦ Ἡρακλέους Ρεράκη,
Καθηγητοῦ Παιδαγωγικῆς -Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς
τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ

,

Σχολιάστε

Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ἀναμένουμε καὶ προσμένουμε

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.           Καινούργιος χρόνος μπροστά μας. Ἀνέτειλε τὸ ἔτος 2017. Ἀποχαιρετίσαμε τὸ 2016 καὶ τὸ στοιβάξαμε στὰ προηγούμενα χρόνια, στὸ παρελθόν. Ὑποδεχθήκαμε τὸ 2017 χαρούμενοι, μὲ ἐλπίδα καὶ προσδοκία ὅτι θὰ εἶναι καλύτερο ἀπὸ τὰ προηγούμενα. Ὅτι θὰ εἶναι εἰρηνικό, δημιουργικό, γεμάτο ἀπὸ τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους σὲ ὅλα τὰ πλάτη καὶ τὰ μήκη τῆς γῆς.
.           Αὐτὸς ὁ χρόνος, ὅπως τὸν ζοῦμε οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ μέσα στὸ φῶς τῆς ἀλήθειας τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἔχει μεγάλη, ἀνεκτίμητη ἀξία. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς μας ἐδῶ στὸν κόσμο πραγματώνεται ἡ σωτηρία, ὁ ἁγιασμός μας. Ὡς συν­ειδητὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ζωή μας ἐδῶ εἶναι προετοιμασία γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
.           Γνωρίζουμε δηλαδὴ πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὅτι στὴν καρδιὰ τοῦ καθενός μας ἐδῶ στὴ γῆ πρέπει νὰ καρποφορήσει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ μορφωθεῖ ὁ Χριστὸς μέσα μας.
.           Ὅπως ἀκριβῶς τὸ περιγράφει ἡ γνω­στὴ παραβολὴ τοῦ Σπορέως, ποὺ λέ­­ει ὅτι οἱ σπόροι ποὺ ἔπεσαν στὴν εὔ­φορη γῆ συμβολίζουν «τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μὲ καρδιὰ καλοπροαί­ρετη, εὐθεία καὶ ἀγαθὴ ἄκουσαν τὸν λό­γο, τὸν κρατοῦν σφιχτὰ μέσα τους καὶ καρποφοροῦν τὶς ἀρετές, δείχνοντας ὑ­πομονὴ καὶ καρτερία στὶς θλίψεις, στοὺς πειρασμοὺς καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἐμπόδια ποὺ συναντοῦν στὴν ἄσκηση τῆς πνευματικῆς ζωῆς» (Λουκ. η´ 15). Νὰ γίνει δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Γαλατίας, ὅταν τοὺς ὑπενθυμίζει τοὺς κόπους στοὺς ὁποίους ὑποβάλλεται, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ συντελέσει στὸ νὰ μορφωθεῖ ὁ Χριστὸς μέσα τους: «τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν!»· παιδάκια μου, ποὺ σᾶς ἀναγέννησα πνευματικὰ καὶ ποὺ ξαναδοκιμάζω τώρα πόνους καὶ ὠδίνες γιὰ τὴν ἀναγέννησή σας, μέχρι νὰ σχηματισθεῖ μέσα σας ὁ χαρακτήρας καὶ ἡ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ! (Γαλ. δ´ 19). Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε οἱ πιστοὶ ὡς χρέος μας στὸν καινούργιο χρόνο.
.           Τὸ δεύτερο εἶναι τὸ νὰ γεμίσει ἡ καρδιά μας ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ πραγματικὸς πιστὸς κατανοεῖ τὸν καιρὸ τοῦ παρόντος κόσμου ὡς ἕνα ἄλλο «ὑπερῷον» τῆς Ἱερουσαλήμ, στὸ ὁποῖο οἱ Ἀπόστολοι δέχθηκαν «τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός», τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
.           Ἐκεῖνοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκο­στῆς εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους νὰ διαμοιράζονται σ᾿ αὐτοὺς γλῶσσες σὰν τὶς φλόγες τῆς φωτιᾶς, καὶ στὸν καθένα τους κάθισε ἀπὸ μία γλώσσα. Πλημμύρισε τὸ ἐσωτερικό τους μὲ Πνεῦμα Ἅγιο (βλ. Πράξ. α´ 4, β´ 1-3). Καὶ ὁ πιστὸς Χριστιανὸς ἀναμένει στὸ «ὑπερῷον» τοῦ παρόντος κόσμου, τὴν Ἐκκλησία, συμμετέχοντας στὰ ἅγια Μυστήρια, τὴ θεία Λατρεία καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μέσα τῆς Χάριτος, νὰ πληρωθεῖ ὁ ἐσωτερικός του κόσμος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο.
.           Τὸ τρίτο ποὺ συνειδητοποιοῦμε οἱ πιστοὶ ὡς χρέος μας στὸν καινούργιο χρόνο εἶναι τὸ ὅτι ἡ παράταση τῆς ζωῆς μας σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο εἶναι καὶ χρόνος προσ­­μονῆς. Προσμένουμε «τὴν μακαρίαν ἐλ­πίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»· περιμένουμε μὲ χαρὰ τὴ μακαριότητα ποὺ ἐλπίζουμε καὶ τὴ φανέρωση τῆς δόξας τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Τίτ. β´ 13). Γι᾿ αὐτὸ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ νὰ προσπαθοῦμε, μὲ ἐπιμελῆ πνευματικὸ ἀγώνα, νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ἀσέβεια καὶ τὶς ἐπιθυμίες τοῦ μάταιου καὶ ἁμαρτωλοῦ αὐτοῦ κόσμου· νὰ ζήσουμε σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο μὲ ἐγκράτεια στὴ ζωή μας, μὲ δικαιοσύνη πρὸς τοὺς γύρω μας ἀνθρώπους καὶ μὲ εὐσέβεια πρὸς τὸν Θεό (Τίτ. β´ 11-12).
.           Ἰδιαίτερα στὴν ἀρχὴ κάθε καινούργιου χρόνου στοχαζόμαστε καὶ προβληματιζόμαστε γιὰ τὴ ζωή μας, ποὺ ξεδιπλώνεται μέσα στὸ χρόνο. Ὁ χρόνος εἶναι μυστήριο. Ἐνῶ τὸν θεωροῦμε γνωστὸ καὶ αὐτονόητο, ὅταν θελήσουμε νὰ τὸν περιγράψουμε, νὰ καθορίσουμε τὴ φύση του ἢ νὰ τὸν ἑρμηνεύσουμε, δυσκολευόμαστε ἢ καὶ ἀδυνατοῦμε.
.           Ὅμως, ἂν καὶ δὲν τὸν κατανοοῦμε στὴ φύση του, μποροῦμε νὰ τὸν ἐκμεταλλευθοῦμε:
.           Νὰ ἐπιδιώκουμε νὰ καρποφορήσει μέσα μας ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
.           Νὰ ἀναμένουμε νὰ ἔλθει μέσα στὸ «ὑ­περῷον» τῆς ψυχῆς μας ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.         Καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε, προσμένοντας «τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀποβιβαστοῦμε στὴν ἀπεραν­τοσύνη τῆς αἰωνιότητας, ἀφοῦ «ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20).
«Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν… ὁ ἐν τῇ ἀφάτῳ σου μακροθυμίᾳ καταξιώσας ἡμᾶς εἰς νέον ἐνιαυτὸν εἰσελθεῖν· αὐτός, πανάγαθε Δέσποτα… δὸς ἡμῖν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ βεβαίᾳ τὸν κύκλον αὐτοῦ διελθεῖν, τῷ στεφάνῳ τῆς δόξης τῶν ἀρετῶν κοσμουμένους, τῷ φωτὶ τῶν ἐντολῶν σου εὐσχημόνως ὡς ἐν ἡμέρᾳ καλῶς ὁδεύ­οντας» (Εὐχὴ τῆς Δοξολογίας στὴν ἀρχὴ τοῦ νέου ἔτους).

.           Κύριε, ἐνίσχυσέ μας καὶ βοήθησέ μας κατὰ τὴ νέα αὐτὴ χρονιά.

 

,

Σχολιάστε

HΜΕΡΕΣ AΠΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΧΡΟΝΟΣ AΠΩΛΕΙΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

ΚΑΛΗ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΑΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Η ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ 2017

 

Ἡμέρες ἀποστασίας, χρόνος ἀπωλείας

γράφει γιὰ τὴν ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Εὑρισκόμενοι στὸ τέλος καὶ αὐτοῦ τοῦ χρόνου καὶ τὴν ἀρχὴ τοῦ νέου βλέποντας τὴν ἀποστασία νὰ βασιλεύει γύρω μας τολμοῦμε νὰ ἀναρωτηθοῦμε, ἂν ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας εἶναι χρόνος σωτηρίας ἢ χρόνος ἀπωλείας!
.           Ἀπὸ χρόνια ἀπομακρυνόμαστε διαρκῶς ἀπὸ τὸ θέλημα καὶ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ πράττοντες τὸ δικό μας θέλημα καὶ ἡ ἀποστασία μας βαθαίνει ὅσο πέρναει ὁ καιρός, ἀφοῦ ὁ δρόμος ποὺ ἔχουμε πάρει εἶναι κατηφορικός, εἶναι ὁ εὔκολος δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Ἡ ἀποστασία μας ἀπὸ τὸν Θεὸ   προχωρεῖ πρὸς τὸ ἀποκορύφωμά της καὶ δὲν στηρίζεται μόνο στὴ θεωρητική, ἀλλὰ καὶ στὴν πρακτικὴ ἄρνηση τῆς ὑπάρξεως τῆς ψυχῆς, τοῦ πνευματικοῦ κόσμου καὶ τῆς αἰωνιότητος. Ἡ ἀγάπη πάγωσε στὶς καρδιές μας. Δὲν βλέπουμε τὸ διπλανό μας μὲ συμπόνοια, μὲ σπλαχνικὸ μάτι. Τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ δική μας καλοζωΐα, τὰ δικά μας συμφέροντα. Γιὰ ἐμᾶς γράφηκε τὸ παλιὸ τραγούδι ποὺ λέει «Ὅποιος τρώει καὶ πίνει καὶ καλοπερνᾶ, δὲν τὸν νοιάζει, μάνα μου, ὁ ἄλλος ἂν πεινᾶ». Χωρὶς ἀγάπη καὶ χωρὶς μεταθανάτιες ἀνησυχίες ἡ ζωή μας δὲν διαφέρει σὲ τίποτα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ζώων, αὐτῶν ποὺ ζοῦν γιὰ νὰ τρῶνε, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, καὶ μάλιστα οἱ πιστοὶ στὸν Χριστό μας, πρέπει νὰ τρῶμε μόνο γιὰ νὰ ζοῦμε. Ἔχουμε ἀποστατήσει, δυστυχῶς, καί, ἔτσι, μὲ μεγάλη ἄνεση προχωροῦμε στὴν ἀσέβεια καὶ στὴ διαφθορά, στὴν ἀρχαιοελληνικὴ ρήση «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀπονθήσκομεν».
.         Τὸ κακὸ στὶς ἡμέρες μας πλήθυνε καὶ διαπράττεται εὐκολότερα καὶ ἀνετώτερα μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἐξέλιξη. Ζοῦμε σὲ ἐποχή, σὰν αὐτὴ ποὺ ὁμολογεῖ πρῶτα ὁ Ψαλμωδὸς Δαβὶδ (Ψαλμ. ΝΒ´ 4) καὶ ἔπειτα ἐπαναλαμβάνει ὁ θεῖος Παῦλος: “Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ῥωμ. γ΄ 12). Ὅλοι γύρω μας παρεκτράπησαν ἀπὸ τὸ σωστὸ δρόμο, τὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς καὶ ἐξαχρειώθηκαν. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ ἐνεργεῖ τὸ ἀγαθό, νὰ ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μας, σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου Του. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας καί, ἀλλοίμονο, ὅταν θὰ ξεχειλίσει τὸ ποτήρι τῆς ὑπομονῆς τοῦ Θεοῦ!

.               Δὲν ἔφθασε, ὅμως, στὶς ἡμέρες μας μόνο ἡ ἀποστασία μας. Εἶναι καὶ ἡ διαστροφή! Τὸ ἄσπρο τὸ λέμε μαῦρο, τὸ κακὸ καλό, τὸ ἄσχημο ὄμορφο. Ἡ κακία προβάλλεται ὡς ἀρετὴ καὶ ἡ ἀρετὴ ὡς ἁμαρτία. Καὶ ὅταν ἀμνηστεύουμε τὴν ἁμαρτία δὲν ὁδηγούμαστε σὲ μετάνοια καὶ φυσικὰ σὲ ἐξομολόγηση, σὲ συντριβὴ καρδιᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐσχάτη πλάνη, ἡ χειρότερη ἁμαρτία, ἡ ἀμετανοησία καὶ ἡ ἀμνήστευση τῶν θανασίμων ἁμαρτιῶν μας. Βλασφημοῦμε δηλαδὴ μὲ τὴ ζωή μας τὸ Πανάγιο Πνεῦμα καὶ ἀρνούμαστε κάθε θεϊκὴ βοήθεια αὐτονομούμενοι καὶ νομίζοντας ὅτι ἐξουσιάζουμε τὰ πάντα καὶ ἰδίως τὸν ἑαυτό μας. Ὁ Θεὸς μᾶς εἶναι περιττός. Καὶ χωρὶς Αὐτὸν φθάσαμε σὲ ἰσοπέδωση θρησκειῶν, φυλῶν, κρατῶν, γλωσσῶν, ἐθίμων καὶ παραδόσεων. Φθάσαμε στὴν παγκοσμιοποίηση καὶ ἀπολαμβάνουμε τοὺς καρπούς της, τὴν κρίση, τὸ ἔγκλημα, τὴν ἀνεργία, τὴ φτώχεια. Τὸ χειρότερο, ὅμως, εἶναι ὅτι βαδίζουμε ὅλοι σὰν ὑπνωτισμένοι καὶ ἐνῶ γνωρίζαμε τὸ στραβὸ δρόμο ποὺ πήραμε δὲν ἀντιδρούσαμε, ὅπως καὶ ἀκόμη καὶ τώρα δὲν ἀντιδροῦμε καθόλου ἢ ἀντιδροῦμε ἐλάχιστα. Νομίζουμε πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ὅτι ζοῦμε χριστιανικὴ ζωή, ἀλλὰ γελιόμαστε καὶ κοροϊδεύουμε καὶ τὸν Θεό μας. Πηγαίνουμε στὴν Ἐκκλησία, συνήθως πρὸς τὸ τέλος τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, ὄχι γιὰ νὰ δοξάσουμε τὸν Θεό μας, γιὰ τὶς εὐεργεσίες Του πρὸς ἐμᾶς καὶ νὰ προσευχηθοῦμε θερμὰ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανοῦμε στὰ μάτια τῶν συνανθρώπων μας ὅτι θρησκεύουμε, ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Πόσο ἐπιφανειακοὶ ἄνθρωποι εἴμαστε! Ὁ Θεός μας, ὅμως, ὁ ὁποῖος «οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλ. ϛ´ 7), μᾶς λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα «ὁ λαός μου ταῖς χείλεσι μὲ τιμᾷ· ἡ καρδία αὐτοῦ πόῤῥῳ ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ» (Ἡσ. κθ´ 13).
.              Ὅλοι μας μας, ἐκτὸς ἀπὸ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, κυλιόμαστε καθημερινὰ στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἁμαρτία μᾶς ἔχει γίνει συνήθεια, δὲν νοιώθουμε ὅτι κάνουμε κάτι κακό, ἀλλὰ τὴν ἀπολαμβάνουμε σὰν κάτι τὸ φυσιολογικό. Αὐτὸ εἶναι τὸ χειρότερο, ἀφοῦ φθάνουμε στὴ διαστροφή. Ζοῦμε σὲ μιὰ κοσμογονικὴ ἐποχή, ὅπου κυριαρχεῖ τὸ παγκόσμιο πνεῦμα τῆς ἀποστασίας, τοῦ πλεονασμοῦ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ ψεύδους, τῆς καταπτώσεως τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, τῆς τροφοδοσίας μας μὲ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ μᾶς προσφέρουν γιὰ φαγητὸ τὰ μέσα ἐνημερώσεως, οἱ τηλεοράσεις, τὰ περιοδικά, τὸ διαδίκτυο. Ζοῦμε τὴν ἀποχαλίνωση τῶν πάντων στὴν ἐποχὴ τῆς «πληθύνσεως τῆς γνώσεως» (Δαν. ιβ´ 1,2,4).
.            Ἡ γνώση τῶν ἀνθρώπων αὐξάνεται συνεχῶς, ἡ ἐπιστήμη προοδεύει. Ἀλλὰ τί μὲ αὐτό; Ἔγραφε κάποιες δεκαετίες πρίν ποὺ ἡ ἀποστασία δὲν εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, ὅπως σήμερα, ὁ ἀγωνιστὴς Μητροπολίτης Φλωρίνης, π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ὅτι «ὁ κόσμος σήμερα καυχᾶται γιὰ τὰ ἐπιτεύγματά του. Ἐπληθύνθη ἡ γνῶσις καὶ ἡ ἐπιστήμη. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι ζοῦμε στὶς πιὸ εὐτυχεῖς ἡμέρες. Καὶ ὅμως ὁ κόσμος σήμερα εἶναι δυστυχέστερος. Γιατί; Ἔχει τηλέφωνα, ἀεροπλάνα, πυραύλους, τὰ πάντα· τί τοῦ λείπει; Δὲν ὑπάρχει ἀγάπη. Ἔλειψε ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάζεται γιὰ τὸν ἄλλο. Μέσα στὶς καρδιὲς ὁ διάβολος ἔχυσε τὸ φαρμάκι του. Φαρμάκωσε φτωχούς, πλουσίους, ἄντρες, γυναῖκες, παιδιά, κλῆρο, λαό· φαρμάκωσε τὰ ἔθνη, φαρμάκωσε τὰ πάντα. Πικρὸ φαρμάκι πίνει ὁ κόσμος. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ ἄλλα; Πάνω ἀπ᾿ τὰ κεφάλια, ἀπὸ μιὰ τρίχα ἀλόγου, ὁ διάβολος κρέμασε τώρα τὸ σπαθί του. Ἔπεσε; Ἀλλοίμονο. Αὐτὸ συμβαίνει σήμερα. Κι ὅπως τὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἔβαλε τὸν Κάϊν νὰ μισήσῃ καὶ νὰ σκοτώσῃ τὸν ἀδερφό του, ἔτσι καὶ τώρα ἔρριξε τὸ φαρμάκι του καὶ ὁ κόσμος μισεῖται θανασίμως. Ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα, ὢ συμφορά! Μιὰ προφητεία λέει, ὅτι θ᾿ ἀραιώσῃ ὁ κόσμος τόσο, ποὺ θὰ περπατᾷς 100 χιλιόμετρα καὶ ἄνθρωπο δὲν θὰ βλέπῃς».
.            Ἡ ἀποστασία μας σήμερα βρίσκεται στὸ ἀποκορύφωμά της. Μαζὶ μὲ αὐτὴν βλέπουμε καὶ σημεῖα στὸν οὐρανό. Σημεῖα ἐσχατολογικά, ἀκαταστασίες, σεισμούς, πολέμους, καταστροφές, ἐγκλήματα, ποὺ δείχνουν ὅτι «ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας» (Κολ. γ´ 6). Τὰ βλέπουμε, ὅμως, καὶ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας ἢ τὰ παραβλέπουμε; Συνειδητοποιοῦμε τοὺς τρόπους καταργήσεως τῆς θρησκείας μας μὲ τὰ μέτρα ἀποχριστιανοποιήσεως, ἀπαρθοδοξοποιήσεως, ἀφελληνισμοῦ; Βλέπουμε τὸν πολιτικὸ γάμο, τὴν πολιτικὴ κηδεία, τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ μὲ ὀνοματοδοσία στὰ ληξιαρχεῖα, τὴν καύση τῶν νεκρῶν μας; Βλέπουμε τὴν κατάργηση τοῦ Σταυροῦ ἀπὸ τὴ σημαία μας, τὴν ἀποκαθήλωση τῶν εἰκόνων μας ἀπὸ τὰ σχολεῖα καὶ τὰ δημόσια καταστήματα; Βλέπουμε τὴ μεώση τῶν γεννήσεων, τὴν αὔξηση τῶν διαζυγίων, τὴν ἐλευθερία στὶς ἐκτρώσεις, τὸν κιναιδισμὸ ποὺ ὀνομάζουν «προσωπικὴ ἰδιαιτερότητα» καί, ἀλλοίμονο, ἂν τολμήσει κάποιος νὰ θίξει τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς διαστροφεῖς; Βλέπουν τὴ λατρεία τοῦ διαβόλου ἢ τὴν προβολὴ τῆς πανθρησκείας καὶ τῆς οἰκουμενικότητος;
.          Ἀδελφοί μου, πολὺ θλίβομαι ποὺ ἐλάχιστοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν τρομακτικὴ αὐτὴ ἀποστασία καὶ τὸν παγκόσμιο κατήφορο τῆς ἀνθρωπότητος ποὺ ὁδηγεῖ στὸ χάος. Οἱ ἡμέρες μας μοιάζουν μὲ τὶς ἡμέρες τοῦ Νῶε, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε τὸν κατακλυσμὸ τῆ γῆς. Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ὅλοι ἀδιαφοροῦσαν γιὰ ὅτι γινόταν γύρω τους. Μήπως καὶ σήμερα δὲν ἀδιαφοροῦμε; Ἀσχολούμαστε μόνο μὲ τὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ τὰ γλέντια καὶ ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας εἶναι χρόνος ἀπωλείας. Στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας, ὅπου βυθιζόμαστε, δὲν μποροῦσε νὰ κινήσουμε τὰ χέρια μας, γιὰ νὰ κολυμβήσουμε καὶ νὰ βγοῦμε ἀπὸ αὐτόν. Ἔχουμε κολλήσει. Βλέπουμε, ὅμως, ἕνα Χέρι ἀπὸ ψηλὰ νὰ θέλει νὰ μᾶς τραβήξει. Μᾶς τὸ τείνει, ἀλλὰ δὲν τὸ παίρνουμε. Προτιμοῦμε νὰ πνιγοῦμε. Εἶναι τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ τῆς σωτηρίας μας, Αὐτοῦ ποὺ θελει νὰ μᾶς σώσει, ἂν καὶ ἐμεῖς τὸ θελήσουμε καὶ τοῦ δώσουμε τὸ βρωμερὸ χέρι μας, ποὺ δὲν τὸ σιχαίνεται. Ὁ χρόνος κυλάει. Ἄλλος ἕνας χρόνος τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας τελειώνει. Ἂν τώρα δὲν τείνουμε τὸ χέρι μας στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ μας, γιὰ νὰ μᾶς σώσει, θὰ βυθισθοῦμε μέσα στὸ τέλμα καὶ θὰ πγιγοῦμε σίγουρα στὰ βρώμικα νερὰ τῆς αἰώνιας ἀπωλείας. Παρακαλῶ, μὴν ἀρνηθοῦμε νὰ δώσουμε τὸ χέρι μας στὸν Χριστό μας, τὸν Σωτήρα μας. «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Ῥωμ. ιγ´ 12).       
       

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε