Ἄρθρα σημειωμένα ὡς χρόνος τελέσεως Θ. Λειτουργίας

ΟΣΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΚΟΙΝΩΝΗΣΑΝ ΤΟ Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΑΡΑΓΕ ΗΤΑΝ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΝΗΣΤΙΚΟΙ ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μ. Παρασκευῆς;

Ἐκτενὲς ἀπόσπασμα ἄρθρου – συνοπτικῆς λειτουργιολογικῆς μελέτης
γιὰ τὸ ἀνακῦψαν θέμα τῆς Ἀναστάσιμης Θ. Λειτουργίας τὸ Πάσχα 2021

Παραλειπόμενα Μεγαλοσαββατιάτικου ἑορτασμοῦ
τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου!
π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος

Πάτρα, 12.5.2021

.                           Τὸ φετινό Πάσχα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θὰ μείνει ἀναμφίβολα στὴν ἱστορία. Εἶναι πραγματικὰ σταθμὸς γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ μας ζωή. Στὸ μέλλον σὲ αὐτὸ τὸ Πάσχα 2021 θὰ κάνουν ἀναφορὰ ὅσοι ὡς ἀληθινὰ παιδιὰ καὶ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ πονοῦν γιὰ τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ λειτουργικὴ τάξη, τὴν κανονικὴ παράδοση, τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος ποὺ ἐπισυνέβη.

[…]
Τί καὶ ἂν ἑορτάστηκε ἡ Ἀνάσταση τὸ Μ. Σάββατο καὶ ὄχι τὴν Κυριακή;
Τί καὶ ἂν σχεδὸν ὅλοι ὅσοι κοινώνησαν εἶχαν φάει τὸ Μ. Σάββατο;
Τί καὶ ἂν κάποιοι εἶχαν κοινωνήσει καὶ τὸ πρωὶ τοῦ Μ. Σαββάτου;
Τί καὶ ἂν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἱερεῖς δὲν ἦσαν ὅλο τὸ Μ. Σάββατο νηστικοὶ γιὰ νὰ λειτουργήσουν;
Τί καὶ ἂν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἱερεῖς εἶχαν λειτουργήσει καὶ κοινωνήσει πάλι τὸ πρωὶ τοῦ Μ. Σαββάτου;
Τί καὶ ἂν ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεως συμπίπτει μὲ τὸν κανονικὸ ἑορτασμὸ τοῦ Νομικοῦ Πάσχα;
Τί καὶ ἂν καταλύθηκε ἡ πρώτη καὶ μοναδικὴ σὲ αὐστηρότητα νηστεία τοῦ Μ. Σαββάτου;
Τί καὶ ἂν εἴχαμε συνοδικῇ ἐγκυκλίῳ κακοποίηση καὶ κατάργηση τοῦ Ἀναστάσιμου Ὄρθρου

[…]

Σὲ συνέχεια τοῦ ἀνωτέρω κειμένου μου (romfea.gr/katigories/10-apopseis/43268-peri-tis-synodikis-egkykliou-gia-tin-metathesi-tis-anastasis, «Καὶ ἀναστάντα τῇ δευτέρα ἡμέρα κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐντολάς»! anastasiosk.blogspot.com/2021/04/blog-post_734.html) προσθέτω συμπληρωματικά.

.                   Κάποιοι πρόβαλλαν τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα νὰ τελεστοῦν δύο Θ. Λειτουργίες τὸ Μ. Σάββατο, διότι, α) ἡ ἡμέρα ἀλλάζει τὸ ἀπόγευμα στὸν Ἑσπερινό, δηλαδὴ μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ τοῦ Μ. Σαββάτου ἔχουμε ἄλλη ἡμέρα, Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, καὶ β) βάσει τοῦ Τυπικοῦ ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὸν κανόνα ἀπαγόρευσης τέλεσης δύο Θ. Λειτουργιῶν τὴν ἴδια ἡμέρα οἱ τρεῖς Δεσποτικὲς ἑορτές: παραμονὴ Χριστουγέννων καὶ Θεοφανίων, καὶ Μ. Σάββατο, λόγῳ τῆς ἰδιαίτερης σπουδαιότητας τῶν ἑορτῶν[1].
.                   Ἡ προσεκτική, ὅμως ἀνάγνωση τῶν τυπικῶν διατάξεων ὁδηγεῖ σὲ ἐντελῶς ἀντίθετα συμπεράσματα καί ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἀπαγορεύεται κατηγορηματικῶς ἡ τέλεση δύο Θ. Λειτουργιῶν ἀκόμα καὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες (ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ).

Ἂς δοῦμε τί προβλέπει τὸ Τυπικό:

1.Ὅταν ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανίων τυγχάνει ἡμέρα Τρίτη ἕως Σάββατο, τὴν παραμονὴ τῶν ἑορτῶν (Δευτέρα ἕως Παρασκευὴ) τελεῖται ὁ πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς τῆς ἑορτῆς μετά Θ. Λειτουργίας Μ. Βασιλείου καὶ ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τελεῖται Θ. Λ. Ἰω. Χρυσοστόμου.

2.Ὅμως ὅταν ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανίων τυχαίνει ἡμέρες Κυριακὴ ἢ Δευτέρα, τὴν παραμονὴ τῶν ἑορτῶν (Σάββατο ἢ Κυριακὴ) τελεῖται μόνο ὁ πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς τῆς ἑορτῆς χωρὶς Θ. Λειτουργία, καὶ ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς ἡ Θ. Λειτουργία Μ. Βασιλείου.
.                   Γιὰ ποιό λόγο τὸ τυπικὸ ἀπαγορεύει ρητῶς νὰ τελεστεῖ τὸ ἀπόγευμα Ἑσπερινὸς μαζὶ μὲ Θ. Λειτουργία καὶ ἐπιτάσσει μόνο πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ ὅταν ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ Θεοφανίων πέφτει Σάββατο ἢ Κυριακή;
.                   Διότι ἁπλούστατα γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ τάξη: 1. Εἶναι ἀδιανόητη ἡ τέλεση δύο Θ. Λειτουργιῶν τὴν ἴδια μέρα (ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ), καὶ 2. Ἀπαγορεύεται ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας ὅταν ὁ ἱερουργῶν ἱερέας δὲν εἶναι ἀπολύτως νηστικὸς ὅλη τὴν ἡμέρα μέχρι νὰ λειτουργήσει, καθὼς καὶ οἱ πιστοὶ δὲν μποροῦν νὰ κοινωνήσουν ἂν ἔχουν φάει πρὶν (κανόνες Στ-29, Καρθ-41 (-48), Καρθ-47 (-50), Νικηφ-9)!

.                   Γιὰ νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τὴ λειτουργικὴ πράξη πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι:

1.Οἱ κατ’ ἐξοχὴν βαπτισματικές ἡμέρες τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἦταν τὸ Πάσχα καὶ ἡ 6η   Ἰανουαρίου (ἑορτὴ τῆς Θ. Ἐπιφανείας (Χριστούγεννα καὶ Θεοφάνια μαζὶ – ἀργότερα διαχωρίστηκαν τὰ Χριστούγεννα στὶς 25 Δεκεμβρίου). Οἱ πανηγυρικὲς αὐτὲς ἑορτὲς τῆς Ἀναστάσεως καὶ Θ. Ἐπιφανείας (Γέννηση καὶ Βάπτιση Κυρίου) ἦταν οἱ καταλληλότερες γιὰ τὴν ὑποδοχὴ διὰ τοῦ Βαπτίσματος τῶν νέων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἀπόγευμα, λοιπόν, τῆς παραμονῆς τῶν μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ ὅπου ἔχουμε τὴν προετοιμασία-ἒναρξη τῆς πανηγύρεως τῆς ἑορτῆς, τελοῦνταν οἱ ὁμαδικὲς βαπτίσεις τῶν Κατηχουμένων[2], καί, ἀσφαλῶς, μετὰ τὴ βάπτιση ἀκολουθοῦσε ἡ πανηγυρικὴ Θ. Λειτουργία. Στὴ συνέχεια, πιστοὶ καὶ νεοφώτιστοι παρέμεναν σὲ ὅλη τὴν παννυχίδα μέχρι τὰ ξημερώματα τῆς κυριωνύμου ἡμέρας ὁπότε ἐτελεῖτο ἡ Θ. Λειτουργία καὶ μετὰ ἀπονήστευαν (Στ-89, Διονυσ-1). Συνεπῶς ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου ποὺ τελεῖται τὴν παραμονὴ μαζὶ μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς ἔχει νὰ κάνει κυρίως μὲ τὴ Βάπτιση καὶ ὄχι μὲ τὴ σπουδαιότητα τῆς ἑορτῆς. Ἂν δὲν ὑπῆρχαν οἱ ὁμαδικὲς Βαπτίσεις, δὲν θὰ ἐτελεῖτο ἡ Θ. Λειτουργία μαζὶ μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τὴν παραμονὴ (ὅπως δὲν τελεῖται τὴν μεγάλη ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τὴ Δευτέρα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος).

2. Ἀσφαλῶς, ἡ Βάπτιση καὶ ἡ Θ. Λειτουργία-Θ. Κοινωνία προϋπέθετε αὐστηρὴ νηστεία [«προνηστευσάτω ὁ βαπτίζων καὶ ὁ βαπτιζόμενος»[3] καὶ κανόνες Στ-29, Καρθ-41 (-48), Καρθ-47 (-50), Νικηφ-9]. Ἡ παραμονὴ λοιπὸν τῆς Θ. Ἐπιφανείας (5 Ἰανουαρίου) καὶ ἡ παραμονὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου (Μ. Σάββατο) εἶναι μέρες αὐστηρότατης νηστείας, λόγῳ τῆς Βαπτίσεως[4] καὶ συνακόλουθα τῆς τελέσεως Θ. Λειτουργίας τό ἀπόγευμα μέ τόν Ἑσπερινό. Ἐπιπλέον, τὸ Μ. Σάββατο ἡ αὐστηρότατη νηστεία ὡς ἔχουσα  Κυριακὴ θεμελίωση λόγῳ τῆς Τριημέρου Ταφῆς τοῦ Κυρίου («ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν», Ματθ. 9, 14-15) ἐκτείνεται καὶ μετὰ τὸν Ἑσπερινό-Θ. Λειτουργία καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας τοῦ Μ. Σαββάτου μέχρι τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἀναστάσιμης Θ. Λειτουργίας τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, ὁπότε καί ἀπονηστεύουμε (Στ-89, Διονυσ-1).

3.Ὅμως, ὅταν Χριστούγεννα-Θεοφάνια πέφτουν Κυριακὴ ἢ Δευτέρα, τὴν παραμονὴ τῶν ἑορτῶν, δηλαδὴ τὸ Σάββατο ἢ τὴν Κυριακή, δὲν μπορεῖ νὰ τελεστεῖ ὁ Ἑσπερινὸς μαζὶ μὲ Θ. Λειτουργία καὶ τελεῖται μόνο Ἑσπερινὸς διότι:

α.Ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἡ νηστεία τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ (κανόνες Ἀποστ-64, Στ-55), συνεπῶς δὲν μποροῦν οἱ ἱερεῖς νὰ ἱερουργήσουν καὶ νὰ κοινωνήσουν καὶ οἱ πιστοὶ νὰ κοινωνήσουν, ἄρα δὲν ἐπιτρεπόταν τέλεση Θ. Λ. καὶ

β.Ἐπειδὴ κάθε Σάββατο καὶ Κυριακὴ πρωὶ ὅλο τὸ χρόνο προβλέπεται τέλεση πλήρους Θ. Λειτουργίας (κανόνες: Στ-52[5], Λαοδ-49[6], Λαοδ-51[7]) δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν τὸ ἀπόγευμα μαζὶ ἢ μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ νὰ τελεστεῖ καὶ πάλι γιὰ δεύτερη φορὰ μέσα στὴν ἴδια μέρα Θ. Λειτουργία καὶ νὰ κοινωνήσουν οἱ πιστοὶ δύο φορὲς τὴν ἴδια μέρα! Κάτι τέτοιο ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ σὲ ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ μᾶς παράδοση!
.                   Τὸ Μ. Σάββατο ὅμως δὲν ὑπάρχει τέτοιο πρόβλημα διότι τὸ Μ. Σάββατο τὸ πρωὶ τελεῖται μόνο ὁ Ὄρθρος τοῦ Μ. Σαββάτου (δηλ. ὁ Ἐπιτάφιος – στὶς ἐνορίες τελεῖται Μ. Παρασκευὴ βράδυ) καὶ ποτὲ Θ. Λειτουργία. Ἡ Θ. Λειτουργία (τοῦ Μ. Βασιλείου) ἐτελεῖτο κανονικὰ τὸ ἀπόγευμα, στὸν Ἑσπερινὸ τοῦ Μ. Σαββάτου (Α΄Ἀνάσταση), ὁπότε οἱ πιστοὶ νηστικοὶ ὅλη τὴν ἡμέρα κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἀργότερα τὸ βραδάκι τοῦ Μ. Σαββάτου ἄρχιζε ἡ Παννυχίδα, μετὰ τὸ μεσονύκτιο ψαλλόταν τὸ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!» καὶ ἀκολουθοῦσε ἡ Θ. Λειτουργία τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα (περὶ τὴν ἀλεκτροφωνία, σύμφωνα μὲ τὸν Διον-1)!
.                   Γιὰ περισσότερα στοιχεῖα καὶ πιὸ ἀναλυτικὰ στὸ κείμενο «Καὶ ἀναστάντα τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐντολὰς» (27.4.21)[8]. Ἐπικαλοῦμαι μόνο τὴν ἄποψη τοῦ μεγάλου κανονολόγου τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας Ἁγ. Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος γνώριζε πολὺ καλὰ καὶ πολὺ καλύτερα ἀπὸ ὅλους μας  καὶ τὴ λειτουργικὴ τάξη καί ζωὴ καὶ τὸ πολιτικὸ καὶ τὸ βυζαντινὸ τρόπο μετρήσεως τῆς ἡμέρας, καὶ συγκεφαλαίωσε τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση στὸ κρίσιμο ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀρχῆς τῆς ἡμέρας σημειώνοντας ἐπιγραμματικὰ: «ἡ ἡμέρα ἀρχινᾷ… ἀπὸ τῆς ζ΄ ὥρας τῆς νυκτὸς (ὥρα 1:00 πμ)  καὶ τελειώνει ἕως τῆς στ΄ ὥρας τῆς ἀκολούθου νυκτὸς  καὶ ὅ,τι πρᾶγμα γένη ἀναμεταξὺ εἰς τὰς εἰκοσιτέσσαρας ὥρας τοῦ ἡμερονυκτίου τούτου, φαίνεται καὶ λέγεται ὅτι ἐν ἡμέρα (ἴσως μιὰ) ἐγένετο»[9]. Τὰ ἀντίθετα εἶναι διανοητικὰ ἐπινοήσεις ἀλλότριες τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης καὶ ἐμπειρίας…
.                   Συμπερασματικὰ:

1.Ἡ μακραίωνη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ μὲ κανένα τρόπο νὰ ἀνεχθεῖ τήν τέλεση δύο Θ. Λειτουργιῶν τὴν ἴδια μέρα (ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ). Ποτὲ δὲν διανοήθηκαν οἱ Ἅγιοι ὅτι μὲ τὸν Ἑσπερινὸ ἀλλάζει ἡ ἡμέρα καὶ ἔτσι ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση θ. Λειτουργίας τὸ πρωὶ καὶ στὴ συνέχεια τὸ βραδάκι ἄλλη Θ. Λειτουργία μετὰ τὸν Ἑσπερινό! 

2.Μὲ κανένα τρόπο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας ἀπὸ ἱερεῖς ποὺ ἔχουν φάει οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ κοινωνήσουν οἱ πιστοὶ ποὺ εἶναι φαγωμένοι καὶ δὲν εἶναι ἀπολύτως νηστικοί. Μοναδικὴ δυνατότητα ἄσκησης οἰκονομίας ἔχουμε ὅταν κάποιος εἶναι ἑτοιμοθάνατος, τότε μπορεῖ νὰ κοινωνήσει καὶ ἂς μὴν εἶναι νηστικὸς (Νικηφ-9[10]).
.                   Ἦταν τόσο αὐστηρὴ ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ δὲν παρεῖχε τέτοια κατ’ οἰκονομία ἐξαίρεση οὔτε στὶς μεγάλες ἑορτὲς τῆς Θ. Ἐπιφανείας (Χριστούγεννα καὶ Φῶτα). Προτιμᾶ νὰ ἀλλάξει τὸ Τυπικὸ τῆς τέλεσης πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ Θ. Λειτουργίας τήν παραμονή καὶ νὰ μὴν τελέσει Θ. Λειτουργία παρὰ μόνο Ἑσπερινὸ προκειμένου νὰ μὴν παραβεῖ τὶς θεμελιώδεις αὐτὲς λειτουργικὲς καὶ κανονικὲς ἀρχὲς ποὺ ἔχουν διαποτίσει ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ μας παράδοση. 

Πρωτοπρεσβύτερος
Ἀναστάσιος  Κ.  Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος  Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
agotsopo@gmail.com, τηλ. 6945-377621

—————————————

[1] Ἱ. Μ. Ἐδέσσης, «Γιὰ τὸν χρόνο ἑορτασμοῦ τῆς Ἀναστάσεως» (26.4.21), στὸ histographos.blogspot.com/2021/04 /blog-post_26.html.

[2] Κατάλοιπα αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς πρακτικῆς τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας διατηροῦνται μέχρι σήμερα στὴ λειτουργικὴ μας πράξη (πολλὰ παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα, ἀποστολικό-εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα).

[3] Διδαχὴ Ἁγ. Ἀποστόλων 7, 4, ΒΕΠΕΣ 2, 217: «Πρὸ δὲ τοῦ βαπτίσματος προνηστευσάτω ὁ βαπτίζων καὶ ὁ βαπτιζόμενος καὶ εἴ τινὲς ἄλλοι δύνανται· κελεύσεις δὲ νηστεῦσαι τὸν βαπτιζόμενον πρὸ μιᾶς ἢ δύο», βλ. Π. Σκαλτσῆ, «Ἡ προβαπτισματική νηστεία» στὸ Λειτουργικὲς Μελέτες Ι, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 87-88.

[4] Βλ. Νικόδημος (Βαλληνδρᾶς), Μητροπολίτης Πατρῶν, «Περὶ τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ καὶ τῆς χρήσεως αὐτοῦ», στὸ pentapostagma.gr/arheio/19066_peri-toy-megaloy-agiasmoy-kai-tis-hriseos-aytoy.

[5] «Ἐν πάσαις ταῖς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς τῶν νηστειῶν ἡμέραις, παρεκτὸς Σαββάτου, καὶ Κυριακῆς, καὶ τῆς ἁγίας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡμέρας, γινέσθω ἡ τῶν προηγιασμένων ἱερὰ λειτουργία».   Σύμφωνα δὲ μὲ τὸν Ἃγ. Συμεών Θεσσαλονίκης: «Ἐπεί γὰρ ἀναγκαιοτάτη  πρὸ παντὸς ἡ φρικτοτάτη καὶ ἱερὰ τελετή, καὶ τοῦ κόσμου παντὸς σωτήριον, οὐκ ἒδοξεν δίκαιον εἶναι καθόλου πεπαῦσθαι ταύτην οὐδὲ κατ’  αὐτὴν τὴν μεγάλην ὀνομαζομένην καὶ οὖσαν Τεσσαρακοστήν. Διὸ καὶ ἐν αὐτῇ κατὰ Σάββατον μὲν οἱ Πατέρες διετυπώσαντο καὶ Κυριακήν, τὴν ἱερὰν ἐπιτελεῖν ἡμᾶς θυσίαν, ἐκπληροῦντες τὸ τοῦ Κυρίου παράγγελμα… Ἐν ταῖς πέντε δὲ ἡμέραις λειτουργεῖν προηγιασμένα, καὶ οὐδ’ ἐν ἄλλῃ τινὶ ἡμέρᾳ τὴν ἀναίμακτον καὶ ζωόθυτον  θυσίαν τελεῖσθαι οὐ νενομοθετήκασι» (PG 155, 904B).

[6] Λαοδ-49: Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ ἄρτον προσφέρειν, εἰ μὴ ἐν Σαββάτῳ καὶ Κυριακῇ μόνον», βλ. σχόλια Ζωναρᾶ καὶ Βαλσαμῶνος στὸν Στ-52, στὸ Γ. Ράλλη-Μ.Ποτλή, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2002, τ. Β΄, σ. 427-428.

[7] Λαοδ-51: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ μαρτύρων γενέθλια ἐπιτελεῖν, ἀλλὰ τῶν ἁγίων μαρτύρων μνήμας ποιεῖν ἐν τοῖς Σαββάτοις καὶ ταῖς Κυριακαῖς».

[8]anastasiosk.blogspot.com/2021/04/blog-post_734.html, «Καὶ ἀναστάντα τῇ δευτέρα ἡμέρα κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐντολάς»! | ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ (wordpress.com)

[9] Σχόλιο στὸν Στ-89, Πηδάλιον, ἐκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 297-298.

[10] Νικηφ-9: «Δεῖ μεταδιδόναι τῆς θείας Κοινωνίας τῷ ἀσθενούντι ἀποθανεῖν κινδυνεύοντι, καὶ μετὰ τὸ γεύσασθαι βρώσεως».

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΙΑΤΙΚΑ

.                  Ἀπὸ τὴν παράνοια τοῦ «κοροϊδοϊοῦ», διὰ μέσου τῆς τρέλας τῆς «βλάσφημης μάσκας», διαπεραιωθήκαμε ἀπέναντι, δηλαδὴ στὸν θεολογικὸ παραλογισμὸ τῆς «ὥρας» τῆς Θ. Λειτουργίας.
.             Ἀποδείχθηκε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν φυσικὴ/πολιτικὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική/ἑορτολογικὴ ἡμέρα. Καὶ κατὰ λογικὴ ἀκολουθία τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς διακρίσεως.
.              Μὲ μιὰ περισπούδαστη δὲ καὶ ἀναθεωρητικὴ «γνωμάτευση» τέθηκαν πλέον ἐπισήμως οἱ βάσεις γιὰ τὴν νομιμοποίηση τῆς  αὐθαίρετης καὶ ἀντικανονικῆς τελέσεως τῶν βραδυνῶν Λειτουργιῶν. ΕΥΓΕ μας.

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

Σχολιάστε

Η «ΜΟΔΑ» ΤΩΝ “ΒΡΑΔΥΝΩΝ” ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ ΑΘΕΤΕΙ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΕΣ καὶ ΣΕΒΑΣΜΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

Ὁ Χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας

ἀπὸ τὴν Μελέτη τοῦ ἀειμνήστου καθηγ. Ἰω. Φουντούλη
Τελετουργικὴ προσέγγιση τῆς Θείας Λειτουργίας
Στὸ βιβλίο «Τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας», σελ. 161-162
[Πρακτικὰ Γ´ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱ. Μητροπόλεων,
14-17 Ὀκτωβρίου 2001]

ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας Ἑλλάδος,
Ἀθῆναι 2004

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.           Ὅταν ἡ θεία Λειτουργία, ἀρκετὰ ἐνωρὶς γιὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, ἀποδεσµεύθηκε ἀπὸ τὶς ἑσπερινὲς «ἀγάπες», δηλαδὴ τὸ δεῖπνο, συνεδέθη µὲ τὴν ἄλλη παραδοσιακὴ ὥρα λήψεως τροφῆς, τὸ γεῦµα, καὶ ἐτελεῖτο γιὰ λόγους εὐλαβείας πρὸ τοῦ γεύµατος, δηλαδὴ πρὸ τῆς µεσηµβρίας, ἀκριβέστερα µεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡµέρας (9 π.µ. µὲ 12η µεσηµβρινὴ κατὰ τὸ σύγχρονο ὡρολόγιο). Ἡ θεολογικὴ ἑρµηνεία ἦλθε νὰ δικαιολογήσει τὴν ἐπιλογὴ τῆς ὥρας µὲ δογµατικὰ ἐπιχειρήµατα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁριοθετήθηκε ἡ τέλεσή της ἀπὸ τὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύµατος κατὰ τὴν τρίτη ὥρα ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τὴν σταύρωση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ἕκτη ὥρα ἀφ᾽ ἑτέρου. Πρὸ καὶ µετὰ τὰ δύο αὐτὰ ὁριακὰ χρονικὰ σηµεῖα ἐθεωρεῖτο µὴ ἐπιτρεπτὴ ἡ τέλεσή της, σφοδρῶς δὲ κατεκρίνοντο ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους οἱ Λατίνοι, γιατί συνήθιζαν νὰ λειτουργοῦν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας τὸ πρωί. Αὐτὰ ἴσχυαν γιὰ τὶς ἡµέρες τῶν ἑορτῶν. Κατ᾽ ἐξαίρεση κατὰ τὶς ἡµέρες τῶν νηστειῶν, καὶ µόνο κατ᾽ αὐτές, ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία κατὰ τὶς ἑσπερινὲς ὧρες κατὰ ἢ µετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ λυχνικοῦ, µετὰ ἀπὸ πλήρη νηστεία, τελεία δηλαδὴ ἀποχὴ ἀπὸ βρώση καὶ πόση καθ᾽ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡµέρας (παραµονὲς Χριστουγένννων καὶ Θεοφανείων, Μέγα Σάββατο καὶ καθηµερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς). Οἱ γεωργικὲς καὶ ποιµενικὲς συνθῆκες ἔφεραν τὴν Θεία Λειτουργία στὶς πρῶτες πρωϊνὲς ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ ἑορτῶν καὶ ἀκολούθησαν οἱ ἡµέρες τῶν νηστειῶν µὲ τὴν Προηγιασµένη. Ἡ κατὰ τοὺς νεωτάτους χρόνους ἀναζήτηση ποιµαντικῶν λύσεων, τελέσεως δηλαδὴ τῆς θείας Λειτουργίας γιὰ προφανεστάτη ἀνάγκη ἐξυπηρετήσεως τῶν νέων καὶ τῶν ἐργαζοµένων πιστῶν κατὰ τὶς ἑσπερινὲς ὧρες µὲ τὶς λεγόµενες νυκτερινς Λειτουργίες πρ το µεσονυκτίου, ὁδήγησαν σὲ κατάλυση τς παραδόσεως κα τελεία λλοίωση τν περ εχαριστιακς νηστείας ρχαιοτάτων κα σεβασµίων διατάξεων. Κατ᾽ αὐτὲς ἡ τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ ἡ αὐτονοήτως πρὸς αὐτὴν συνδεδεµένη κοινωνία τῶν ἀχράντων µυστηρίων, προϋπόθεση ἔχει τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου τῆς προηγουµένης ἡµέρας, πρᾶγµα δυνατὸ µόνον κατὰ τὶς ἡµέρες τῶν νηστειῶν. Κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἑορτὲς εἶναι ἀδιανόητη ἡ τήρηση νηστείας, ποὺ εἶναι, πολὺ ὀρθῶς, σηµεῖο πένθους καὶ κατανύξεως. Οἱ νυκτερινὲς αὐτὲς Λειτουργίες εἶναι ὄντως µιὰ θαυµασία λύση γιὰ τοὺς ἐργαζοµένους πιστούς, γιὰ τὶς ἡµέρες µάλιστα τῶν ἑορτῶν ποὺ δὲν εἶναι ἡµέρες ἀργίας, ἀρκεῖ νὰ λαµβάνεται εἰδικὴ πρόνοια νὰ τελοῦνται κατὰ τὶς πρῶτες µετὰ τὸ µεσονύκτιο ὧρες, δηλαδὴ ἐντός τῆς νέας ἡµέρας. Τότε καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συστέλλεται καὶ οἱ χριστιανοὶ δὲν στεροῦνται τῆς δυνατότητος ἐκκλησιασµοῦ καὶ θείας κοινωνίας σὲ µεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεοµητορικὲς ἑορτὲς ποὺ θεωροῦνται ἐργάσιµες (Ὕψωση Τιµίου Σταυροῦ, Εἰσoδίων, Ὑπαπαντῆς, Μεταµορφώσεως κλπ.) καὶ σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἑορτὲς τῶν ἑορταζοµένων µεγάλων ἁγίων.

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Δὲν πάει νὰ λέει ἡ Παράδοση ὅ,τι θέλει! Ἐμεῖς θὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ «ἀρέσει» καὶ ἔχει «πέραση»!

 

, ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[3]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[3]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]
Μέρος Β´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

.               Πρῶτον, νὰ ὁρισθεῖ ἕνα χρονικὸ ὅριο εὐχαριστιακῆς νηστείας βάσει ἰατρικο-φυσιολογικῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα θὰ προκαθορίζουν τὸν χρόνο λήψεως τροφῆς πρὸ τῆς θείας λειτουργίας-κοινωνίας, οὕτως ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ εἶναι «νήστεις», δηλαδὴ μὲ κενὸ τὸν στόμαχο κατ’ αὐτήν. Δεύτερον, νὰ ἰσχύει ὁ παραδοσιακὸς κανὼν τῆς ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου ἀφαγίας γιὰ τοὺς προαιρουμένους νὰ κοινωνήσουν, ὅσο βαρὺς καὶ ἂν φαίνεται ὁ ὅρος αὐτός. Καὶ οἱ δύο λύσεις εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀπαράδεκτες. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο, ἔχει ἐπιχειρηθεῖ κάτι ἀνάλογο στὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ξεκίνησε μὲν ἀπὸ ἀγαθὸ σκοπό, τὴν διευκόλυνση δηλαδὴ κλήρου καὶ λαοῦ γιὰ τὴν τέλεση ἑσπερινῶν λειτουργιῶν καὶ τὴν προσέλευση στὴν κοινωνία, κατέληξε δὲ στὴν κατάλυση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Τὸ νὰ ὁρισθοῦν βάσει τῶν ἰατρικῶν δεδομένων εἴδη τροφῶν καὶ ποτῶν, εἰδικὲς περιπτώσεις γιὰ παιδιά, γέροντες ἢ ἀσθενεῖς καὶ ὁδοιπόρους καὶ ὁ ἀνάλογος χρόνος γιὰ τὴν λειτουργία τῆς πέψεως, εἶναι πράγματα σχολαστικὰ καὶ ἀλλότρια πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Εἶναι, νομίζω, ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ ὁδηγήσουν σὲ φθορὰ τῆς τάξεως καὶ σὲ ἀνεπιθύμητες καὶ ἀντιπαραδοσιακὲς ἐκτροπές.
.               Καὶ δεύτερον, ἴσως καὶ κυριότερο. Ἡ ἐπέκταση τῆς νηστείας σὲ μὴ νήστιμες ἡμέρες κωλύεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν παράδοση καὶ τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται κατὰ τὰ ἀπογεύματα ἢ κατὰ τὶς πρὸ τοῦ μεσονυκτίου ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν ἑορτῶν καὶ τηρεῖται κατ’ αὐτὲς ἀπόλυτος εὐχαριστιακὴ νηστεία, οἱ χαρμόσυνες ἡμέρες μεταβάλλονται σὲ ἡμέρες πένθους καὶ κατανύξεως, ὄχι παρουσίας τοῦ νυμφίου, ἀλλὰ ἀναμονῆς καὶ προετοιμασίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ἡ δὲ ἐπιτάχυνση τῆς ὥρας τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ τῆς κατ’ αὐτὸ κοινωνίας κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν, ἡ ἐπιβράδυνση κατὰ τὶς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες καὶ ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη ἐπέκταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες, αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκφράζουν καὶ ὄχι τὴν φυσιολογικὴ λειτουργία τοῦ πεπτικοῦ μας συστήματος. Αὐτὴ εἶναι, τρόπον τινά, αὐτονόητος. «Ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην (τὴν κοιλίαν) καὶ ταῦτα (τὰ βρώματα) καταργήσει» (Α´ Κορ. ϛ´ 13).

.               Ὁ γράφων δὲν εἶναι οὔτε σὲ θέση οὔτε καὶ ἁρμόδιος νὰ σταθμίσει ἂν οἱ ποιμαντικοὶ λόγοι, ποὺ προβάλλονται γιὰ τὴν δικαίωση τῶν ἑσπερινῶν λειτουργιῶν, εἶναι τόσο ἰσχυροὶ καὶ οἱ ἀνάγκες γιὰ τὴν τέλεσή τους ἀναπόδραστες. Ἴσως καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν τὶς ὑποτιμᾶ, νομίζοντας ὅτι στὴν γνωστὴ σ’ ἐμᾶς περιοχὴ δὲν δικαιώνονται. Ἴσως σὲ ἄλλα μέρη ὅπου οἱ συνθῆκες ζωῆς εἶναι διαφορετικές, ἡ δὲ συμβίωση μὲ ἀλλοθρήσκους ἢ ἀλλοδόξους λαοὺς ἐπιβάλλει τὴν ἐξεύρεση παρομοίων λύσεων, τὸ ζήτημα παίρνει ἄλλες διαστάσεις καὶ χρήζει ἄλλης ἀντιμετωπίσεως. Πάντως οὕτως ἢ ἄλλως πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοβαρὸ θέμα, ποὺ ἡ ἀντιμετώπισή του εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνει ἐγκαίρως καὶ σοβαρῶς ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα, μετὰ ἀπὸ ἐπισταμένη μελέτη τῆς παραδόσεως καὶ τῶν εἰδικῶν ποιμαντικῶν συνθηκῶν καὶ ἀπαιτήσεων κάθε περιοχῆς. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ μόνο νὰ ἐπιμείνω ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος. Ταπεινὰ δὲ κλείνοντας νὰ σημειώσω, κατὰ τὴν προσωπική μου πάντα κρίση, ὅτι οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες δὲν εἶναι τέτοιες, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται ἡ κατάλυση ἤ, ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερο, ἡ ἀλλαγὴ μιᾶς ἀπὸ πολλῶν αἰώνων ὑφισταμένης πράξεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν εἰσαγωγὴ ἑσπερινῆς τελείας Λειτουργίας σὲ μὴ νήστιμες, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἑορτάσιμες ἡμέρες. Οἱ ἀνάγκες τῶν πιστῶν ἐπαρκῶς θεραπεύονται μὲ τὶς θεῖες λειτουργίες τῶν ἡμερῶν ἀργίας, τῶν Σαββάτων καὶ τῶν Κυριακῶν, καὶ μάλιστα μὲ τὶς λεγόμενες «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἢ καὶ ἐκτάκτως ὑπὸ τῶν ὅρον πάντοτε νὰ μὴν λειτουργοῦν, τρόπον τινά, ἀνταγωνιστικῶς πρὸς τὴν μεγάλη σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Θεία Λειτουργία κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[2]

Μέρος Α´: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

(Ἰω. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.           Ἔτσι κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ θεία Κοινωνία εἶναι συνδεδεμένη ὄχι πιὰ μὲ τὸ λειτουργικὸ τέλος τῆς νήστιμης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία δηλαδὴ τῆς Θ´ Ὥρας, ἀλλὰ μὲ τὴν πρώτη ἀκολουθία τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ἡ μόνη τράπεζα, τὸ δεῖπνο. Σὲ ἡμέρες δὲ ἀκόμη αὐστηροτέρας νηστείας, ὅπως εἶναι ἡ παραμονὴ τοῦ Πάσχα (τὸ Μέγα Σάββατο), ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ παραμονὴ τῶν Θεοφανείων, ἂν δὲν συμπίπτουν πρὸς Σάββατο ἢ Κυριακή, τότε παραμένει μὲν ὁ σύνδεσμος Λειτουργίας-Κοινωνίας καὶ Ἑσπερινοῦ, ἀλλ’ ὁ Ἑσπερινὸς αὐτὸς συνάπτεται στὴν ἀκολουθία τῆς ἀγρυπνίας ὡς τὸ πρῶτο μέρος της. Ἔτσι ἡ λειτουργία τελειώνει, κατὰ τὶς σαφεῖς διατάξεις τῶν Τυπικῶν, τὴν δευτέραν ὥρα τῆς νυκτός, δηλαδὴ κατὰ τὶς 9-10 μ.μ. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ἀνάλογη παράταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας.
.             Ὅλο αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ καὶ ἀκριβὲς σύστημα διασαλεύθηκε σὲ χρόνους δυσκόλους, ποὺ εἶχαν σοβαρὲς ἐπιπτώσεις ἀκόμη καὶ στὰ λειτουργικὰ ἔθη τῶν χριστιανῶν καὶ ἐν μέρει καὶ αὐτῶν τῶν μοναχῶν. Στὴν προηγουμένη ἀπάντηση εἴδαμε πὼς ἡ Προηγιασμένη τῶν νηστίμων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μετετέθη τὸ πρωΐ καὶ πὼς ἡ εὐχαριστιακή της νηστεία ἐξομοιώθηκε μὲ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὶς ἑσπερινὲς συνάξεις, τὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας καὶ τὴν κοινωνία κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο καὶ κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων. Κατὰ δὲ τὶς Κυριακὲς ἡ σύνδεση τῆς θείας Λειτουργίας μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου προκάλεσε τὴν ἐπιτάχυνση τῆς τελέσεώς της πρὶν ἀπὸ τὴν παραδεδομένη τρίτη ὥρα. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Δὲν ἦταν ἐξυπηρετικὴ γιὰ τὸν λαὸ ἢ καὶ δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ ἢ καὶ δυνατὴ πλέον ἡ τέλεση δύο χωριστῶν συνάξεων, μιᾶς γιὰ τὸν ὄρθρο, τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς νυκτός, καὶ μιᾶς δευτέρας γιὰ τὴν θεία Λειτουργία, μετὰ τὴν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὄρθρος καὶ Λειτουργία ἀπετέλεσαν οὐσιαστικὰ μία ἀκολουθία, ποὺ ἐτελεῖτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται στὰ μέρη μας μέχρι σήμερα, κατὰ τὶς πρῶτες ὧρες τῆς ἡμέρας. Οἱ Σλαβικὲς Ἐκκλησίες ἀκολούθησαν ἄλλη πρακτικὴ πιὸ σύμφωνη πρὸς τὴν παλαιὰ παράδοση καὶ τὴν μοναχικὴ τάξη καὶ καταλληλότερη γιὰ τὶς ἰδιαιτερότητες τῶν βορείων κλιμάτων. Τὰ μοναστήρια ἂν δὲν κράτησαν πάντοτε τὴν παλαιὰ πρακτική, ἐπετάχυναν καὶ αὐτὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἀκόμη καὶ τῆς Προηγιασμένης, διατήρησαν ὅμως τὸν λειτουργικὸ τύπο, καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν θεία λειτουργία διαβάζουν τὶς ἀκολουθίες τῆς Γ´ καὶ ϛ´ Ὥρας. Ὁ τύπος ὑπενθυμίζει τὸ δέον, κάποτε, γενέσθαι. Πάντως εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σ’ ὅλες τὶς ὡς ἄνω κατ’ οἰκονομίαν μεταθέσεις παρέμεινε ὁ ἀρχικὸς σύνδεσμος εὐχαριστιακῆς νηστείας καὶ Λειτουργίας, ἔστω καὶ ἀρκετὰ συντετμημένος, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν.
.             Ἐδῶ καὶ μερικὲς δεκαετίες ἐπιχειρεῖται στὴν πράξη, ἰδίως στὶς μεγάλες πόλεις, μία ἀλλαγὴ ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ σπουδαιότητα καὶ ἡ ἔκταση τῆς ὁποίας δὲν ἔχει ἴσως δεόντως ἀκόμη ἀξιολογηθεῖ. Εἶναι κάτι ἀνάλογο καὶ παράλληλο πρὸς τὴν ἐπαναφορὰ τῆς Προηγιασμένης τῆς Τετάρτης στὴν παλαιὰ καὶ ὀρθὴ ἑσπερινὴ τέλεσή της, γιὰ τὴν ὁποία ἦταν ὁ λόγος στὴν προηγουμένη ἀπάντηση. Τὶς πρωτοβουλίες ἔλαβον κληρικοὶ μὲ ἔντονα ποιμαντικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μὲ αἴσθηση τῶν νέων συνθηκῶν ζωῆς, ἰδίως τῶν νέων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν διευκολύνονται ἀπὸ τὶς θεωρούμενες καὶ ἐπικρατοῦσες ὡς παραδοσιακὲς ὧρες λατρείας, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Εἶναι γνωστὸ ὅτι, ὄχι μόνο ὅλες οἱ μνῆμες τῶν ἑορταζομένων μεγάλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀπὸ τὶς μεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, ὅσες ἀπὸ τὶς πρῶτες δὲν ἑορτάζονται σταθερὰ σὲ ἡμέρα Κυριακή, εἶναι ἡμέρες ἐργάσιμες. Γιὰ νὰ μείνουμε μόνο στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, κατὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὰ Εἰσόδια, τὴν Ὑπαπαντή, τὴν ἀπόδοση τοῦ Πάσχα, στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, τὴν Μεταμόρφωση, γεμίζουν μὲν ἴσως οἱ ἐκκλησίες μας στὶς πολυάνθρωπες ἐνορίες τῶν μεγάλων πόλεων καὶ μᾶς δημιουργεῖται ἡ ψευδαίσθηση τοῦ «καλὰ λίαν», στὴν πραγματικότητα ὅμως τὸ ἐκκλησίασμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς λεγομένης τρίτης ἡλικίας, δηλαδὴ μὴ ἐργαζομένους. Ἡ μὴ δυνατότητα συμμετοχῆς στὶς ἑόρτιες αὐτὲς συνάξεις νέων ἀνθρώπων εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερα σοβαρὸ γιὰ σήμερα, ἐγκυμονεῖ δὲ μακροπροθέσμως ἐμφανεῖς κινδύνους γιὰ τὸ μέλλον τῶν ἑορτῶν αὐτῶν. Τὸ ἴδιο δὲ καὶ γιὰ τὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων, ἀκόμη μερικῶς καὶ γιὰ τὶς συνάξεις τῶν Κυριακῶν.
.             Ἡ λύση ὑπῆρχε καὶ ἀναζητήθηκε ὀρθὰ πρὸς τὴν κατεύθυνση καὶ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς μοναχικῆς πράξεως τῶν ἀγρυπνιῶν. Ἡ μοναστηριακὴ παράδοση πάντοτε ἐπηρέαζε τὴν ἐνοριακὴ πράξη, σήμερα δὲ τὴν ἐπηρεάζει ἀκόμη περισσότερο λόγω τῆς ἀνθήσεως τοῦ μοναχικοῦ βίου κατὰ τὴν ἐποχή μας. Ἐξ ἄλλου οἱ ὧρες τῆς νυκτερινῆς λατρείας ἦσαν καὶ εἶναι προσφιλεῖς στοὺς μοναχοὺς καὶ στοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, οἱ νέες δὲ συνθῆκες ζωῆς τὶς ἔκαναν καὶ πιὸ ἐξυπηρετικὲς καὶ διευκολυντικὲς γιὰ τοὺς νέους ἀνθρώπους, περισσότερο τοὐλάχιστον ἀπὸ ὅσο τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες τῶν παραδοσιακῶν ἐνοριακῶν συνάξεων. Ἔτσι, μέσα σὲ λογικὰ γιὰ τὶς συνθῆκες ζωῆς τῶν ἐργαζομένων πιστῶν τῶν πόλεων χρονικὰ ὅρια, τελοῦνται «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν ἑορτῶν ἢ καὶ ἀσχέτως πρὸς αὐτές, μὲ τὴν πρόνοια πάντοτε ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας νὰ ἐμπίπτει χρονικῶς στὴν νέα ἡμέρα, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἑξῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχεται ὁ ἀναγκαῖος χρόνος ἀναπαύσεως μετὰ τὴν λήξη τῆς ὅλης ἀκολουθίας στοὺς μετέχοντες σ’ αὐτὴν πιστούς.
.                 Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, τὴν τέλεση δηλαδὴ «μικρῶν ἀγρυπνιῶν», οὔτε ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία θίγεται οὔτε ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν στὴν θεία κοινωνία παρακωλύεται. Ἀντιθέτως κατὰ τὸ πρότυπο τῆς πασχαλινῆς ἀγρυπνίας καὶ κοινωνίας, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Τυπικοῦ του ἁγίου Σάβα περὶ ἐπιταχύνσεως τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», αἰσθητῶς διευκολύνεται.
.             Ἀντιθέτως ἡ ἄλλη λύση ποὺ προτείνεται καὶ ἀπὸ μερικοὺς προωθεῖται, ἡ τέλεση δηλαδὴ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς προηγιασμένης, τελείας Λειτουργίας κατὰ τὶς ἀπογευματινὲς ἢ πρῶτες νυκτερινὲς ὧρες, μπορεῖ μὲν νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὴ καὶ νὰ μὴν ἀντιφάσκει πρὸς τὸν ἀδέσμευτο χρονικῶς χαρακτήρα τῆς θείας λειτουργίας, ἀλλὰ σαφῶς συγκρούεται καὶ ἀνατρέπει τὶς περὶ εὐχαριστιακῆς νηστείας ἀρχαιότατες παραδόσεις. Γιὰ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια ἰσχύει ἀπαραιτήτως ἡ διάταξη ὅτι τελοῦνται «ὑπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων». Ἐν προκειμένῳ εἶναι ἰδιαίτερα διαφωτιστικὸς ὁ ΜΗ´ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης τῆς Ἀφρικῆς, ποὺ προκειμένου νὰ γίνει ἡ ἐκφορὰ χριστιανῶν, ἀκόμη καὶ ἐπισκόπων, ποὺ πέθαναν «κατὰ τὸν δειλινὸν καιρὸν» καὶ ἔπρεπε λόγῳ τῆς θερμότητος τοῦ κλίματος, νὰ ταφοῦν ἀμέσως, νὰ μὴν τελεῖται, ὅπως ἐπέβαλλε ἡ τάξη, τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ ἡ κηδεία νὰ γίνεται «μόναις εὐχαῖς», ἂν οἱ μετέχοντες καὶ μέλλοντες νὰ τελέσουν αὐτὴν «ἀριστήσαντες εὑρεθῶσι». Ὁ ὅρος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας ἰσχύει ἀπολύτως καὶ ἰσχύει καὶ σήμερα. Τέλεση δὲ λειτουργίας χωρὶς συμμετοχὴ σ’ αὐτὴν διὰ τῆς θείας κοινωνίας τῶν λειτουργῶν, κατὰ δύναμιν δὲ καὶ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦ λαοῦ, εἶναι τελείως ἀδιανόητη.
.      Βεβαίως γιὰ τὴν παράκαμψη τοῦ σκοπέλου αὐτοῦ προβάλλονται δύο δυνατότητες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[1]

«ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»:
ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ!
[1]

.               Μέσα στὴν γενικὴ θεομηνία ποὺ μαστίζει τὴν χώρα, καιρική, πολιτική, οἰκονομική, κοινωνική, πνευματική (ἰδίως αὐτή) ἔχουμε καὶ ἀλλιώτικα “ἀκραῖα” καιρικὰ φαινόμενα μὲ χαρακτήρα πλέον «πανδημίας»: περιοδεῖες ἀντιγράφων ἱερῶν εἰκόνων (στὰ πρόθυρα τῆς εἰκονολατρίας!- λὲς καὶ ἡ κάθε Εἰκόνα ἀπὸ μόνη της δὲν εἶναι ἱερὴ Εἰκόνα, παρὰ μόνον ἂν εἶναι «ἀντίγραφο» συγκεκριμένης θαυματουργοῦ!, ὑποδοχὲς πρωτοτύπων Εἰκόνων μὲ «τιμὲς ἀρχηγοῦ Κράτους»!, [ὑπάρχουν πόλεις ποὺ σὲ μηνιαία σχεδὸν βάση ὑποδέχονται πρωτότυπες -αὐτὴ τὴ φορά- εἰκόνες, οἱ ὁποῖες «γιὰ πρώτη φορά» «ἐξέρχονται» — δηλαδὴ “βγαίνουν”, ἀλλὰ ἐπὶ τὸ… ἱεροπρεπέστερον «ἐξέρχονται»!!!— ], περιοδεῖες ἱ. Λειψάνων, καὶ δὲν συμμαζεύεται). Μέσα σὲ ὅλ᾽ αὐτὰ καὶ ἕνα νέο φροῦτο: οἱ βραδυνὲς Θ. Λειτουργίες (ὄχι Ἀγρυπνίες), δηλ. τέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας ἀπὸ 8 μέχρι 10 τὸ βράδυ!
.               Μπορεῖς κάλλιστα, μὲ τὸ νέο διαφημιζόμενο προϊόν, νὰ ζεῖς ξεχωριστὲς κατανυκτικὲς ἐμπειρίες, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ σηκώνεσαι νωρὶς τὸ πρωί. Τελειώνεις τὸ πρόγραμμά σου τῆς ἡμέρας  καὶ τὶς πρωταρχικὲς προτεραιότητές σου καὶ μετὰ φαγωμένος -γιατί ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχεις ἀντέξει ἀπὸ τὸ μεσονύκτιο τῆς προηγουμένης νὰ παραμείνεις νηστικός!- πηγαίνεις καὶ στὴν Ἐκκλησία γιὰ μιὰ ὡραία βραδυνὴ Θ. Λειτουργία.
.               Δὲν εἶναι ὅτι ἔχουμε κυριολεκτικῶς παραφρονήσει ὡς κοινωνία, ἔχουμε «λαλήσει» καὶ ὡς ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα. Δὲν μᾶς φτάνουν ὅλα τὰ ἄνομα καὶ ἀνώμαλα καὶ ἀφύσικα καὶ ἀπάνθρωπα, ποὺ ἐπὶ καθημερινῆς βάσεως νομοθετοῦνται, ἔχουμε ἐντελῶς παραλελυμένα καὶ τὰ πνευματικὰ-ἐκκλησιαστικὰ ἀντισώματα καὶ θεολογικὰ κριτήρια. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσει κάποιος: «ἐδῶ ἔχουμε κατασκευάσει θεολογικὸ προγεφύρωμα στὴν ἀποδοχὴ τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὡς «ἀνθρωπολογικοῦ καθεστῶτος», ἔχουμε ἀποδεχθεῖ τὴν ἀλλαγὴ φύλου, στὶς βραδυνὲς λειτουργίες θὰ κολλήσουμε;»
.               Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» ἀνασύρει τὴν παλαιότερη θεολογικὴ ἀπάντηση (σὲ σχετικὸ ἐρώτημα) τοῦ ἀειμνήστου καθηγ. Ἰω. Φουντούλη, γιὰ νὰ εἶναι διαθέσιμη σὲ ὅποιον φιλοτιμηθεῖ νὰ ἀναρωτηθεῖ. Οἱ ὑπόλοιποι μποροῦν ἀνενόχλητοι νὰ συνεχίσουν τὸν καταποντισμό τους.

Εἶναι ἆραγε δυνατὴ καὶ μὲ ποιές προϋποθέσεις ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἢ τὸ βράδυ τῶν Κυριακῶν, τῶν ἑορτῶν ἢ ἄλλων ἡμερῶν τοῦ ἔτους, ὅταν οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες τὸ ἐπιβάλλουν;  (Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.               Κατ’ ἀρχὴν ἡ τέλεση τῆς θείας λειτουργίας δὲν εἶναι συνδεδεμένη πρὸς καμία ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους χρονικὲς στιγμὲς ἢ περιόδους τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Κινεῖται ἐπάνω ἢ πέρα ἀπὸ αὐτές, τρόπον τινὰ μέσα στὴν ἄχρονη σφαίρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα καὶ σύμβολο, ἀλλὰ πραγματικὴ καὶ ἀληθινὴ παρουσία. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι καμιὰ ἀπὸ τὶς εὐχές μας, σ’ ὅλες τὶς παραλλαγὲς τῶν λειτουργικῶν τύπων τῆς οἰκουμένης, δὲν προσδιορίζει συγκεκριμένο χρονικὸ σημεῖο τελέσεώς της, οὔτε στὶς εὐχὲς τῆς συνάξεως (ἀντιφώνων, εἰσόδου, τρισαγίου, εὐαγγελίου, ἐκτενοῦς, κατηχουμένων, πιστῶν), οὔτε στὶς καθ’ αὑτὸ λειτουργικὲς εὐχές, τῆς Ἀναφορᾶς καὶ τὶς πρὸ καὶ μετὰ εὐχὲς ποὺ τὴν περιβάλλουν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο, ἂν συγκρίνουμε τὴν πρώτη σειρὰ τῶν εὐχῶν μὲ τὶς παράλληλες εὐχὲς ἄλλων ἀκολουθιῶν καὶ συνάξεων, ὅπως τὶς εὐχὲς τοῦ Λυχνικοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου, τῶν Ὡρῶν, τοῦ Ἀποδείπνου καὶ τοῦ Μεσονυκτικοῦ, καθὼς καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν ἀρχαίων ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν τῆς τριθέκτης καὶ τῆς παννυχίδος. Ὅλες αὐτὲς ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένα χρονικὰ σημεῖα τοῦ εἰκοσιτετραώρου καὶ συνδυάζονται πρὸς σωτηριολογικὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτά, ἀναφέροντας καὶ τὰ ἀνάλογα πρὸς τὶς ὧρες αὐτὲς αἰτήματά μας. Ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῶν διακονικῶν, ὅπου στὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καὶ τοῦ ἑσπερινοῦ σαφῶς προσδιορίζεται ὁ χρόνος τῆς τελέσεως («ἑωθινὴν» – «ἑσπερινήν», «τὴν ἡμέραν» – «τὴν ἑσπέραν»), ἐνῶ στὴν Θεία Λειτουργία δὲν προσδιορίζεται («πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ»). Ἐπίσης, ἐνῶ στὶς ἀκολουθίες τῶν ὡρῶν Γ΄, ϛ΄ καὶ Θ΄ γίνεται συγκεκριμένη ἀναφορὰ στὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτὲς (ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σταύρωση, θάνατος τοῦ Κυρίου), στὴν Θεία Λειτουργία, ἐνῶ γίνεται μνεία τῶν γεγονότων αὐτῶν, δὲν συναρτῶνται πρὸς ἀντίστοιχες ὧρες τοῦ νυχθημέρου. Στὴν ἱστορία δὲ τῶν δύο χιλιάδων ἐτῶν τῆς τελέσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας συναντῶνται ὅλες οἱ δυνατὲς παραλλαγὲς ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τοῦ μυστηρίου. «Ὁ χρόνος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ ἡ Λειτουργία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ χρόνου». Σ’ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα καταλήγει μετὰ ἀπὸ ἐμπεριστατωμένη ἔρευνα καὶ μελέτη τοῦ θέματος σχέσεως θείας λειτουργίας καὶ χρόνου καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπαραίτητη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὁ π. Ἀλκιβιάδης Καλυβόπουλος στὴν διατριβή του «Χρόνος τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας», Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 218.
.           Ἤδη ὅμως ἀπὸ τὸν Δ΄ αἰώνα ὁ χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας σταθεροποιήθηκε σὲ δύο βασικὰ χρονικὰ σημεῖα, χωρὶς νὰ παύσουν ποτὲ νὰ ὑπάρχουν κατὰ τόπους καὶ χρόνους ἢ καὶ νὰ συνυπάρχουν διάφορες παραλλαγὲς καὶ δυνατότητες. Οἱ ἐπιλογὲς τῆς ὥρας δὲν εἶναι τυχαῖες, ὄχι γιὰ τὸ θεολογικὸ νόημα ποὺ δόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὴν προτίμηση τῶν ὡρῶν αὐτῶν, ἀλλὰ γιατί ἐκφράζουν μιὰ σεβάσμια παράδοση αἰώνων, ποὺ εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς πνευματικῆς καὶ πρακτικῆς σοφίας τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ τάξη ποὺ βαθμηδὸν παγιώθηκε ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα αὐθαίρετης ἐπιλογῆς, ἀλλὰ ἔκφραση πίστεως, καὶ γι’ αὐτὸ συναρτᾶται πρὸς τὸ ὅλο σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τῶν πιστῶν. Ὡς πνευματικὴ δὲ τράπεζα ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ ἡ αὐτονοήτως συνδεδεμένη μ’ αὐτὴν κοινωνία, παρέμεινε συνδεδεμένη, ὅπως κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ κατὰ τὶς εὐχαριστιακὲς συνάξεις τῶν πρώτων χριστιανῶν, μὲ τὴν ὑλικὴ τράπεζα. Ἡ διαφορὰ συνίσταται, στὸ ὅτι γιὰ λόγους εὐλαβείας ἡ πνευματικὴ βρώση καὶ πόση προηγεῖται τῆς ὑλικῆς καὶ ἡ δευτέρα αὐτὴ τράπεζα δὲν εἶναι πιὰ κοινή, ὅπως στὶς «ἀγάπες» τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, οὔτε παρατίθεται στὸν ναό, ἀλλὰ στὰ ἰδιωτικά μας σπίτια. Γιὰ λόγους ἐπίσης εὐλαβείας, ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ ἑπομένως καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία, ἤδη ἀπὸ τὸν Δ´ αἰώνα ἂν μὴ καὶ ἐνωρίτερα, εἶχε ὡς προϋπόθεση τὴν λεγομένη «εὐχαριστιακὴ νηστεία», δηλαδὴ τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου ἢ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου τῆς προηγουμένης ἡμέρας. «Ὥστε ἅγια θυσιαστηρίου, εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων, μὴ ἐπιτελεῖσθαι» (κανὼν μη΄ Καρθαγένης καὶ κθ΄ Πενθέκτης). Κατὰ τὴν τάξη αὐτή, ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι νήστιμος καὶ ἡ τράπεζα εἶναι μία, ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὶν ἀπὸ αὐτήν, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας (3η μ.μ. μὲ τὸ σύγχρονό μας ὡρολόγιο). Ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι ἑορτάσιμος, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει μὴ νήστιμος, τότε ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὸ τοῦ γεύματος, δηλαδὴ μεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας (9ης π.μ. μέχρι 12ης μεσημβρινῆς, κατὰ τὸ ὡρολόγιό μας, περίπου). Ἡ τρίτη μὲ ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας τελικὰ καθιερώθηκε ὡς ὁ πιὸ πρόσφορος γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας χρόνος καὶ θεολογικὰ δικαιώθηκε ὡς ὁ μόνος κατάλληλος, ἀφοῦ ἡ τέλεσή της προϋποθέτει τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Νεώτερα μάλιστα βυζαντινὰ κείμενα κακίζουν τοὺς Λατίνους, γιατί λειτουργοῦσαν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας «ἐκ πρωΐας… καὶ οὐ κατὰ τὴν νενομισμένην τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὥραν». Παρὰ ταῦτα τὸ μοναχικὸ Τυπικὸ τοῦ ἁγίου Σάβα προβλέπει τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ἐνωρίτερα τῆς τρίτης ὥρας, ὅταν προηγεῖται ἀγρυπνία «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτές. Ἔτσι συστέλλεται καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ποὺ γίνεται μεγαλύτερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν, μικρότερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, ποὺ ἔχουν ἀγρυπνία, καὶ ἐνδιάμεσος κατὰ τὶς λοιπὲς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες τοῦ ἔτους. Πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοφὰ διοργανωμένο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ χρόνος τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία καὶ τὸ μῆκος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συντονίζονται πρὸς τὸ θέμα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν ἑορτάσιμο, μὴ ἑορτάσιμο ἢ πένθιμο χαρακτήρα της.
.                Ἀντιθέτως πρὸς τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔχουμε σύντμηση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία ἐπιμηκύνεται.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: «ΑΚΡΑΙΟ “ΚΑΙΡΙΚΟ” ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»: ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ! –[2]

, , , ,

Σχολιάστε