Ἄρθρα σημειωμένα ὡς «Χριστός Ἀνέστη»

«ΤΙ ΛΕΝΕ ΤΩΡΑ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ; ΛΕΝΕ ΤΟ “ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ”!» [Τὸ τελευταῖο Πάσχα τοῦ Ἁγ. Παϊσίου]

«ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΑΣΧΑ (1994) ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΪΣΙΟ»

ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου,
«ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΝ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΣ»,
Ἐκδ. “Ὀρθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη 2014)

[…] Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸν Γέροντα Παΐσιο, μὲ ἀφορμὴ τὴν Θεολογικὴ Σχολή, ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο 93-94, πήγαινα τακτικὰ στὴν Σουρωτὴ καὶ ἔκανα ἀρκετές, τότε, ἀκολουθίες, Λειτουργίες, κλπ. Θυμᾶμαι ὅτι, ὅταν κάναμε ἕνα Εὐχέλαιο καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἡ ἀναξιότης μου θὰ ἔχριε τὸν Γέροντα Παΐσιο, ἐκεῖνος, λόγῳ τῆς ἱερωσύνης μου καὶ τῆς ταπείνωσής του, βέβαια, ἔσκυψε καὶ φίλησε τὸ ἁμαρτωλὸ χέρι μου. Ἐγὼ τότε, κοκκίνισα, τά ᾽χασα, καὶ ὁ μόνος τρόπος, ποὺ μποροῦσα νομίμως νὰ ἀντιδράσω, ἦταν κι ἐγώ, αὐθόρμητα, νὰ πάρω τὴν ἰδική του εὐχή, γιατί εἶχα μπροστά μου ἕναν Ἅγιο, καὶ νὰ ἀσπασθῶ κι ἐγώ, ταυτόχρονα, τὸ δικό του χέρι. Μὲ τὴν κίνηση, ὅμως, ποὺ ἔκανα γιὰ νὰ φθάσω καὶ νὰ ἀσπασθῶ τὸ δικό του χέρι, ἔγινε μία σύγκρουση κεφαλιῶν…! Μόνο ποὺ τὸ ἕνα ἦταν γεμάτο μυαλό, ἢ μᾶλλον, γεμάτο θεία Χάρι, καὶ τὸ ἄλλο ἦταν κούφιο, καὶ ἀπὸ μυαλό, καὶ ἀπὸ Χάρι, καὶ αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸν χτύπο – σχῆμα ὑπερβολῆς, βέβαια. Ἀποκορύφωμα βέβαια ὅλης αὐτῆς τῆς συγκυρίας, μὲ ἀφορμὴ τὴν Θεολογικὴ Σχολή, ποὺ μὲ ἔστειλε ὁ π. Παΐσιος, ἦταν νὰ κληθῶ στὴν Μονὴ τῆς Σουρωτῆς, γιὰ νὰ κάνω τὶς ἀκολουθίες τοῦ Πάσχα, τὸ 1994, τὸ τελευταῖο Πάσχα τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Γέροντα.
.             Τώρα, τὸ πῶς πῆρα ἄδεια ἀπὸ τὸν Δεσπότη μου, στὴν  Λαμία, καὶ πῶς ἕνας Δεσπότης εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσει  ἕναν ἱερέα, νὰ πάρει ἄδεια τὸ Πάσχα, εἶναι μυστήριο, εἶναι ἀνεξήγητο, τὸ πῶς ἄνοιγαν οἱ πόρτες… Μάλιστα, μοῦ εἶπε ὁ τότε Σεβασμιώτατος, κυρὸς Δαμασκηνός: «Φύγε ἀμέσως, δὲν θέλω νὰ μοῦ ἐξηγήσης κανένα λόγο». Καί, τότε, τοῦ εἶπα, γιατί τοῦ ἄρεσαν τὰ ἀστεῖα: «Φεύγω πρὶν τὸ μετανιώσετε»…
.            Πράγματι, ἔφυγα γιατί φοβόμουν νὰ μὴ τὸ μετανοιώση καὶ νὰ μὴν ἐπηρεασθῆ… Εἶχα προετοιμασθῆ, νὰ τοῦ πῶ πολλὰ ἐπιχειρήματα, μήπως καὶ μὲ ἄφηνε νὰ πάω ἐκεῖ, στὴν Σουρωτή, ἀλλὰ δὲν χρειάσθηκε.
.             Καὶ θυμᾶμαι ὅλα, ὅσα ἔγιναν ἐκείνη τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, στὴν Σουρωτὴ τὰ συγκινητικότατα, καὶ ἰδιαίτερα τὴν Μεγάλη Πέμπτη τὸ πρωί, στὴν Λειτουργία, στὴν ἀκολουθία, καὶ κατὰ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ αὐτὲς ἔγιναν χωρὶς κόσμο, ἐννοεῖται. Ἔγιναν παρουσίᾳ μόνον τοῦ Γέροντος καὶ τῆς ἀδελφότητος ἐκεῖ, στὸ παρεκκλήσι τῶν Ταξιαρχῶν, τῶν Ἀρχαγγέλων.
.             Τί νὰ πρωτοαναφέρω, ἀπὸ ὅσα ἐπιτρέπονται, βέβαια. ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ π. Παΐσιος ἔπαιρνε τὸ Ἅγιο Φῶς κι ἐνῶ ἔψελνε τόσο σιγά, νόμιζες ὅτι βοᾶ πρὸς τὸν Κύριο. Ὅπως τότε, ποὺ εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Μωυσῆ «τί βοᾶς πρός με;» κι ὁ Μωυσῆς μιλοῦσε ἀπὸ μέσα του. Πῶς σιγόψελνε σὲ ὅλη τὴν ἀκολουθία… ὁ τρόπος ποὺ ἔλεγε τὰ «Ἀληθῶς Ἀνέστη!» Ἡ εὐλάβειά του. Οἱ σταυροί του. Τὸ ὕφος του, οἱ κινήσεις του, τὰ πάντα του. Τὸ πῶς κοινωνοῦσε ἀπὸ τὴν ἀναξιότητά μου. Μᾶς ἔπιανε ἕνα τρέμουλο… Ἡ καρτερία του, ποὺ ἔδειχνε στοὺς πόνους. Ἡ ὅλη φερέπονος διάθεσίς του, κλπ., γιατί, τότε, εἶχαν ἀπομείνει μόνο 25-30 κιλὰ βάρος στὸ σῶμα του.
.             Φυσικά, μοῦ μένει ἀξέχαστη ἡ τελευταία συνάντησις ποὺ εἴχαμε μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀγάπης, ὅπου μεταξὺ τῶν ἄλλων, μοῦ ἔλεγε τί τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ  γιατροί. Οἱ γιατροὶ τοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ καρκίνος θὰ ἔκανε μετάστασι καὶ θὰ πήγαινε ἀπὸ τὸ Α´ ὄργανο, στὸ Β´ στὸ Γ´, στὸ Δ´… στὸ Ν, παντοῦ. Ἔτσι τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ γιατροί, γιατί ἤθελε νὰ μάθη καὶ τὴν ἀλήθεια. Καί, τότε ὁ π. Παΐσιος ἀπήντησε χαριτωμένα, ἀναστάσιμα, εὐχάριστα: «Ἂς πάει ὅπου θέλει ὁ καρκίνος, ἀρκεῖ ἐδῶ νὰ μὴ πάει», εἶπε δείχνωντας τὸ κεφάλι του. Δηλ., ἐννοοῦσε ἀρκεῖ νὰ μὴ πειραζόταν ὁ νοῦς του, γιὰ νὰ ἔχει καλὴ ἀπολογία. Γιατί, μοῦ ἔλεγε: «Δὲν ἔχει σημασία τὸ πότε θὰ φύγωμε. Σημασία ἔχει νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι».
.             Μετὰ ἀπ᾽ αὐτό, εἶπε στοὺς γιατρούς: «Μὲ κάνατε ἀστροναύτη, μὲ τὰ ὀξυγόνα, μὲ τὸ α´ καὶ μὲ τὸ β´… Τώρα, ὅμως, τελείωσε ἡ ἀποστολή σας. Τώρα ἀρχίζει ἡ δουλειὰ τοῦ Θεοῦ». Μοῦ εἶπε τότε καὶ διάφορα ἄλλα… Ἀλλά, καταλήγω ἐκεῖ ποὺ ξεκίνησα. Ἐὰν δὲν ἔκανα παράλογη ὑπακοὴ νὰ πάω Θεολογικὴ Σχολή, προφανῶς, μᾶλλον, δὲν θὰ εἶχα αὐτὲς τὶς πολλὲς καὶ ἄλλες εὐλογίες καὶ πνευματικὲς παρηγοριές, ποὺ εἶχα -ἀναξίως πάντα-, γιὰ τὶς ὁποῖες, βέβαια, εἴμαστε ἀναπολόγητοι. Ἐλπίζομε ὅμως στὶς εὐχὲς τοῦ Γέροντα.
.             Ἀνάλογες, ἀνεξίτηλες παραστάσεις ἀπὸ τὸν παππούλη, ἔχομε, ἐννοεῖται, καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ ζοῦσε ἐκεῖ σὰν καιομένη λαμπάδα. Ἀπὸ ἐκεῖ, π.χ., ἔχω μία κασέτα, ἀπὸ τὴν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως, στὸ Κελλὶ τοῦ π. Ἰσαάκ, ὅπου πάντα ἔκανε Πάσχα ὁ Γέροντας. Τότε, ἤμουν δόκιμος, ἀλλὰ καὶ ἄλλες φορές, ὡς φοιτητής, εἶχε τύχει νὰ κάνω ἐκεῖ Πάσχα. Ὅλοι ἤμασταν συγκινημένοι ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος ἐρχόταν ἀπὸ τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου καὶ διηγιόταν εὐχάριστα, ὠφέλιμα περιστατικά. Ὁ Γέροντας, ὅταν ἔψελνε, ἔψελνε ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδια τῆς καρδιᾶς του. Ὅταν μάλιστα κάποιοι τοῦ ἔλεγαν «Γέροντα ψάλε κάτι κι ἐσύ», ἔλεγε «ἄ, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ψάλω κάτι, γιατί θέλω νὰ ψέλνω συνέχεια», δηλ. συνεχῶς. Πράγματι, σιγόψελνε σ᾽ ὅλην τὴν ἀκολουθία ἐκεῖ στὴν Λιτὴ -ἂς τὴν ποῦμε ἔτσι- τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Κελλιοῦ, τοῦ π. Ἰσαάκ.
.             Μάλιστα, ἐκεῖ ἦταν κι ἕνας Λιβανέζος, -γιατί ἤμαστε εἴκοσι πέντε περίπου ἄτομα ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἦσαν Λιβανέζοι- καὶ τοῦ εἶπε ὁ π. Παΐσιος «νὰ διαβάσετε τὶς Πράξεις καὶ στὰ Ἀραβικά». Καὶ τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Λιβανέζος: «μά, Γέροντα, δὲν εἶναι σωστό, γιατί ὅλοι ἐσεῖς εἶστε Ἕλληνες, δὲν θὰ καταλαβαίνετε τίποτε ἀπὸ τὰ Ἀραβικά». Καὶ λέει ὁ π. Παΐσιος: «Καλύτερα, γιὰ νὰ μὴν ἔχωμε καὶ εὐθύνη ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως»…. Ἔλεγε κι ἄλλα τέτοια χαριτωμένα.
.             Κάποια στιγμή, τοῦ εἶπε ἕνας Λιβανέζος: «Γέροντα, νὰ σὲ βγάλω “μία” φωτογραφία;». Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Πονηρούλη, “μία” στὰ Ἀραβικά σημαίνει 100»!
.             Ἦταν ἄνοιξη, ἄκουγε τὰ πουλιὰ ἔξω νὰ κελαϊδᾶνε καὶ μὲ ρωτάει: «Τί λένε, τώρα, τὰ πουλάκια;» «Ποῦ νὰ ξέρω Γέροντα;», τοῦ λέω. «Εὐλογημένε, λένε τὸ “Χριστὸς Ἀνέστη!”».

 

, ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»

τῆς «Χριστ. Ἑστίας Λαμίας»

.                     Εἶναι ἕνας χαιρετισμὸς ποὺ λέμε καθημερινὰ γιὰ 40 μέρες πρωὶ καὶ βράδυ μετὰ τὴν Ἀνάσταση μέχρι τὴν παραμονὴ τῆς Ἀναλήψεως, δηλαδὴ τότε ποὺ γιορτάζουμε τὴν Ἀπόδοση τοῦ Πάσχα. Ὁ χαιρετισμὸς αὐτὸς ἀντικαθιστᾶ κάθε ἄλλο χαιρετισμὸ (καλημέρα, καλησπέρα, καληνύχτα…).
.                     Εἶναι ἕνας διάλογος ἐπικοινωνίας καὶ ἀναγνωρίσεως μεταξὺ χριστιανῶν. Ὁ ἕνας ὁμολογεῖ τὴν Πίστη του στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ λέγοντας «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ ὁ ἄλλος, ὁ ἀδελφός του ἐν Κυρίῳ ἀνταποκρίνεται καὶ ἀπαντᾶ μὲ τὴν ἴδια βεβαιότητα τῆς Πίστεως λέγοντας «Ἀληθῶς Ἀνέστη».
.                     Εἶναι μία πίστη ποὺ ἀποτελεῖ «τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχή, τὴν ἀρχὴ καὶ ὅλο τὸ συγκλονιστικὸ ἀπερινόητο περιεχόμενο τῆς Χριστιανικῆς μας Πίστεως, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ μας. Κάθε φορὰ ποὺ προφέρουμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», καταθέτουμε τὴν ὕψιστη καὶ ἀνυπέρβλητη παραδοχή, αὐτὴ ποὺ περιλαμβάνει ὅλα τὰ σημαίνοντα καὶ σημαινόμενα τῶν ἱερῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας μας».
.                     Εἶναι μία ὁμολογία τοῦ χριστιανοῦ ποὺ βγαίνει ἀβίαστα μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του, ἀπὸ τὸ βίωμά του καὶ τὴν βεβαιότητά του ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ αὐτὸ τὸ πιστεύει καὶ τὸ ὁμολογεῖ καὶ τὸ ἀνακοινώνει πρὸς κάθε κατεύθυνση. Πιστεύει στὴν μαρτυρία τῶν ἀποστόλων, στὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν ἐνέργεια τοῦ Μυστηρίου τῆς Πίστεως στὴ ζωή του.
.                     Εἶναι ἕνα μαρτύριο τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», διότι «ἡ πίστη τοῦ Χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ᾽ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πιὸ ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο γιὰ τὸ λογικό μας καὶ ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο» (Φ. Κόντογλου). Συγχρόνως εἶναι κι ἕνα ἄλλο μαρτύριο μέσα στὸν κόσμο ποὺ δυστυχῶς πολὺ λίγο πιστεύει στὴν Ἀνάσταση καὶ προσπαθεῖ νὰ πνίξει κάθε φωνὴ ποὺ τὴν ὁμολογεῖ.
.                     Εἶναι μία προσευχὴ – στὴν πλήρη του μορφὴ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» – ποὺ γιὰ 40 μέρες ἀντικαθιστᾶ τὴν ἔναρξη καὶ τὴν ἀπόλυση τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀτομικῶν μας προσευχῶν. Συνοδεύεται καὶ ἀπὸ τὶς ἄλλες σχετικὲς προσευχὲς ποὺ ἐμπεριέχονται στὴν Ἐναρκτήρια Ἀκολουθία τὶς ἀναστάσιμες ἡμέρες τοῦ Πεντηκοσταρίου.
.                     Εἶναι μία μαρτυρία στὸν σύγχρονο κόσμο, τὸν βαπτισμένο καὶ τὸν ἀβάπτιστο. Στὸν πρῶτο νὰ ἀναζωπυρώσει μέσα του τὸ χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ ξαναζωντανέψει τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα, νὰ δώσει κουράγιο καὶ δύναμη γιὰ μετάνοια καὶ στὸν ἄλλο γιὰ νὰ τὸν ἀναστήσει ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ πνευματικοῦ θανάτου καὶ τὸν ψυχαναγκασμὸ τῆς ἡμερομηνίας λήξεως καὶ νὰ τὸν προσανατολίσει στὴν ὄντως ζωὴ διὰ τοῦ βαπτίσματος.
.                     Εἶναι μία νικητήρια κραυγή, μία διαπίστωση νίκης, ὅτι ὁ θάνατος δὲν κράτησε στὰ σπλάγχνα του τὸν βασιλέα τῆς δόξης «οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι ὑπὸ τῆς φθορᾶς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ζωῆς. Χριστὸς ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει». Νίκησε ὁ Χριστὸς τὸν διάβολο, τὴν ἁμαρτία, τὸν κόσμο, τὸν θάνατο καὶ τὸν Ἅδη καὶ ἐλευθέρωσε «τοὺς ἀπ᾽ αἰῶνος δεσμίους».
.                     Εἶναι μία πολεμικὴ ἰαχή, ἕνα σάλπισμα πνευματικῆς ἐπίθεσης, γιὰ τὸ στράτευμα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ δίνει μάχες θεολογικὲς καὶ πνευματικὲς κατὰ τῆς ἀθεΐας, τῆς πλάνης, τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, τῆς αἱρέσεως καὶ τοῦ σχίσματος, τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ ὑποκόσμου. Ὁ Χριστὸς νίκησε καὶ ἡ «Ἐκκλησία Του πολεμουμένη νικᾶ». Ζεῖ ὁ Χριστὸς εἰς τοὺς αἰῶνες καὶ μεῖς θὰ ζήσουμε καὶ θὰ νικήσουμε μὲ Αὐτὸν καὶ δι᾽ Αὐτοῦ. Ἡ νίκη τοῦ Πνεύματος εἶναι δεδομένη. «Ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ».
.                     Εἶναι ἡ ἤρεμη δύναμη τῶν ἁγίων μαρτύρων καὶ τῶν ὁσίων τῆς Ἐκκλησίας μας διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ἡ ἔμπνευσή τους, τὸ στήριγμά τους καὶ τὸ κήρυγμά τους μέσα στὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος καὶ στὶς συμπληγάδες τῶν διωγμῶν. Οἱ δύο αὐτὲς λέξεις μὲ τὶς πέντε συλλαβὲς κράτησαν ὄρθια τὴν ψυχὴ «τῶν ἁγίων τῶν καθ᾽ ἑκάστην γενεὰν εὐαρεστησάντων τῷ Κυρίῳ» μέσα στὶς ἀνελέητες ἐποχὲς τῶν κατακομβῶν, τῶν καταναγκαστικῶν ἔργων καὶ τῶν στρατοπέδων τῆς Σιβηρίας, «τῆς πείνας, τῶν στερήσεων, τῶν κακουχιῶν καὶ τῶν πάσης φύσεως δοκιμασιῶν» (Ἠλ. Κατσάνος).
.                     Εἶναι ἡ θεολογία μας ὄχι μόνο γιὰ τὴ θεότητα τοῦ Κυρίου καὶ τὴ μοναδικότητα τοῦ θεανδρικοῦ προσώπου Του, διότι μόνος αὐτὸς ἀπὸ μόνος Του, αὐτεξουσίως, ἀνέστησε τὸ νεκρωθὲν σῶμα του, δηλαδὴ ἡ θεία φύση Του ἀνέστησε τὴν ἀνθρώπινη, ἀλλὰ γιὰ τὸ μέλλον τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. «Τὰ σώματά μας προορίζονται γιὰ τὴν κοινὴ Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Μπορεῖ τώρα νὰ φθείρονται καὶ νὰ θάπτονται, ὄχι νὰ καίγονται, ἀλλὰ ἔχουν αἰώνια προοπτική. Θὰ ἀναστηθοῦν…Ἑπομένως ἂς τὰ σεβόμαστε, ἂς ἀποφεύγουμε τὴν ἁμαρτία ποὺ τὰ φθείρει, ἂς τὰ τιμοῦμε καὶ μετὰ θάνατον μὲ τὴν εὐλογημένη ταφὴ καὶ ὄχι μὲ τὴν πολυέξοδη καὶ τὴν ἀσεβῆ καύση» (Φιλ. Νικολάου)
.                     Εἶναι ὁ Ἐθνικός μας Ὕμνος μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος λέγει σὲ θεολογικὴ γλώσσα αὐτὸ ποὺ ὁ ποιητὴς ἐννόησε ποιητικῇ ἀδείᾳ καὶ εἶπε γιὰ τὴν Ἀνάσταση τῆς Ἐλευθερίας, ποὺ ἀναδύεται, ὅπως στὸ θαυμάσιο ὅραμα τοῦ Προφήτη Ἰεζεκιήλ, «ἀπ᾽ τὰ κόκκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά». Πάντοτε οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες στὶς ἑκατοντάδες τῶν χρόνων τῆς αἰσχρῆς δουλείας μαζὶ μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» συμπλήρωναν μυστικὰ ἢ φανερὰ καὶ τὸ «Ἡ Ἑλλὰς Ἀνέστη» καὶ «Ἡ Β. Ἤπειρος Ἀνέστη» καὶ «Ἡ Κύπρος Ἀνέστη» καὶ «Ἡ Πόλις Ἀνέστη»…!!!

.                     Ἔτσι ἐξηγεῖται – καὶ λίγα εἴπαμε – γιατί ὁ θεοφόρος Πατὴρ ἡμῶν ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ (1759-1833) χαιρετοῦσε ἐφ᾽ ὅρου ζωῆς τὸν κάθε ἄνθρωπο μὲ τὸν αἰώνιο Χαιρετισμὸ «Χριστὸς Ἀνέστη, χαρά μου»!

Τόσα πολλὰ εἶναι καὶ σημαίνει τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη»!!!

 

Σχολιάστε

ΠΑΛΙΝ, ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΚΙΣ, ΚΑΙ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΕΣ ΦΟΡΕΣ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

″ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ″ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ: «Ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη» (Ἅγ. Ἰουστ. Πόποβιτς)

,

Σχολιάστε

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ; (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Χριστος Ανέστη

 

,

Σχολιάστε

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ المسيح قام من بين الأموات

Σχολιάστε

“ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ” ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΑΡΓΟ (ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ)

Σχολιάστε

«ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΟΥ ΘΛΙΨΗ ΝΑ ΛΕΣ ΑΡΓΑ-ΑΡΓΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ: “ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ”» (π. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)

Ἔχεις δεῖ τώρα τήν ἄνοιξη;

τοῦ Γεωργίου Παπαζάχου, καρδιολόγου (†)

.           Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφυρίου, ὅπως τά ἔζησα μιά Τρίτη Διακαινησίμου στό κελλάκι του.
.           Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρεκάλεσε νά μή φύγω. Κάθησα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεββάτι του. Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του. Μέ ρώτησε:

– Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν…»;
– Ναί, γέροντα, τό ξέρω.
– Πές το.

Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα:

.           «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν˙ καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον, τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον».

– Τό κατάλαβες;
– Ἀσφαλῶς τό κατάλαβα.
Νόμισα πώς μέ ρωτάει γιά τήν ἑρμηνεία του. Ἔκανε μία ἀπότομη κίνηση τοῦ χεριοῦ του καί μοῦ εἶπε:

– Τίποτε δέν κατάλαβες, βρέ Γιωργάκη! Ἐσύ τό εἶπες σάν βιαστικός ψάλτης… Ἄκου τί φοβερά πράγματα λέει αὐτό τό τροπάριο: Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του δέν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα ποτάμι, ἀπό ἕνα ρῆγμα γῆς, ἀπό μιά διώρυγα, ἀπό μιά λίμνη ἤ ἀπό τήν Ἐρυθρά Θάλασσα. Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα χάος, ἀπό μία ἄβυσσο, πού ἦταν ἀδύνατο νά τήν περάσει ὁ ἄνθρωπος μόνος. Αἰῶνες περίμενε ὁ κόσμος αὐτό τό Πάσχα, αὐτό τό πέρασμα. Ὁ Χριστός μᾶς πέρασε ἀπό τόν θάνατο στή ζωή. Γι᾽ αὐτό σήμερα «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾅδου τήν καθαίρεσιν». Χάθηκε ὁ θάνατος. Τό κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τήν «ἀπαρχή» τῆς «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου», τῆς ζωῆς κοντά Του.
.           Μίλαγε μέ ἐνθουσιασμό καί βεβαιότητα. Συγκινήθηκε.
.           Σιώπησε γιά λίγο καί συνέχισε πιό δυνατά:

– Τώρα δέν ὑπάρχει χάος, θάνατος, νέκρωση, Ἅδης. Τώρα ὅλα εἶναι χαρά, χάρις στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀναστήθηκε μαζί Του ἡ ἀνθρώπινη φύση. Τώρα μποροῦμε κι ἐμεῖς νά ἀναστηθοῦμε, νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του… Τί εὐτυχία ἡ Ἀνάσταση!
.           «Καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον». Ἒχεις δεῖ τά κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη νά χοροπηδοῦν πάνω στό γρασίδι; Νά τρῶνε λίγο ἀπό τή μάνα τους καί νά χοροπηδοῦν ξανά; Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα, τό χοροπήδημα. Ἔτσι ἔπρεπε κι ἐμεῖς νά χοροπηδοῦμε ἀπό χαρά ἀνείπωτη γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας καί τήν δική μας.
.           Διέκοψε καί πάλι τόν λόγο του. Ἀνέπνεα μιά εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα.

-Μπορῶ νά σοῦ δώσω μιά συμβουλή; συνέχισε. Σέ κάθε θλίψη σου, σέ κάθε ἀποτυχία σου, σέ κάθε πόνο σου, νά συγκεντρώνεσαι μισό λεπτό στόν ἑαυτό σου καί νά λές ἀργά-ἀργά αὐτό τό τροπάριο. Θά βλέπεις ὅτι τό μεγαλύτερο πρᾶγμα στή ζωή σου -καί στή ζωή τοῦ κόσμου ὅλου- ἔγινε. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία μας. Καί θα συνειδητοποιεῖς ὅτι ἡ ἀναποδιά πού σοῦ συμβαίνει εἶναι πολύ μικρή γιά νά χαλάσει τήν διάθεσή σου.
.              Μοῦ ᾽σφιξε τό χέρι, λέγοντας:

-Σοῦ εὔχομαι νά «σκιρτᾶς» ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος, «ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων». Ψάλλε τώρα καί τό «Χριστός Ἀνέστη»…

Γεώργιος Παπαζάχος
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!

ΠHΓΗ: orthros.eu

, , ,

Σχολιάστε

″ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ″ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ: «Ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη» (Ἅγ. Ἰουστ. Πόποβιτς)

ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ

Τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς

.        Oἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον.ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν. Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούςδιά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίαςδιά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν. Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του. Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον. Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
.      Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν. Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία.
.         Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητός καί πεπερασμένοςδιά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καί αἰώνιος. Εἰς αὐτό δέ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμις καί τό κράτος καί ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως. Καί διά τοῦτο ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερον θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπηγάζουν καί ἡ πίστις καί ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐλπίς καί ἡ προσευχή καί ἡ θεοσέβεια. Οἱ δραπέται μαθηταί, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μακράν ἀπό τόν Ἰησοῦν ὅταν ἀπέθνησκεν, ἐπιστρέφουν πρός Αὐτόν ὅταν ἀνέστη. Καί ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος ὅταν εἶδε τόν Χριστόν νά ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου, τόν ὡμολόγησεν ὡς Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιον τρόπον καί ὅλοι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔγιναν Χριστιανοί, διότι ἀνέστη ὁ Χριστός, διότι ἐνίκησε τόν θάνατον. Αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη θρησκεία ἔχει.αὐτό εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖον κατά τρόπον μοναδικόν καί ἀναμφισβήτητον δεικνύει καί ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός καί Κύριος εἰς ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους κόσμους.

.           Χάρις εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τήν νίκην ἐπί τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἐγίνοντο καί γίνονται καί θά γίνονται πάντοτε Χριστιανοί. Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι ἄλλο τι παρά ἱστορία ἑνός καί μοναδικοῦ θαύματος τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, τό ὁποῖον συνεχίζεται διαρκῶς εἰς ὅλας τάς καρδίας τῶν Χριστιανῶν ἀπό ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπό ἔτους εἰς ἔτος, ἀπό αἰῶνος εἰς αἰῶνα μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
.           Ὁ ἄνθρωπος γεννᾶται ἀληθῶς ὄχι ὅταν τόν φέρῃ εἰς τόν κόσμον ἡ μητέρα του, ἀλλ᾽ ὅταν πιστεύσῃ εἰς τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διότι τότε γεννᾶται εἰς τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν ζωήν, ἐνῷ ἡ μητέρα γεννᾶ τό παιδί της πρός θάνατον, διά τόν τάφον. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μήτηρ πάντων ἡμῶν, πάντων τῶν Χριστιανῶν, ἡ μήτηρ τῶν ἀθανάτων. Διά τῆς πίστεως εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, γεννᾶται ἐκ νέου ὁ ἄνθρωπος, γεννᾶται διά τήν αἰωνιότητα.

– Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον! Παρατηρεῖ ὁ σκεπτικιστής. Καί ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος ἀπαντᾷ: «Πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. θ´ 23). Καί ὁ πιστεύων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ ὅλην τήν καρδίαν, μέ ὅλην τήν ψυχήν, μέ ὅλον τό εἶναι του ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ.
.           Ἡ πίστις μας εἶναι ἡ νίκη διά τῆς ὁποίας νικῶμεν τόν θάνατον, ἡ πίστις δηλαδή εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον. «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;» «Τό δέ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Α´ Κορ. ιε´ 55-56). Διά τῆς ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος «ἤμβλυνε τοῦ θανάτου τό κέντρον». Ὁ θάνατος εἶναι ὁ ὄφις, ἡ δέ ἁμαρτία εἶναι τό κεντρί του. Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐκχέει τό δηλητήριον εἰς τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερα εἶναι τά κέντρα διά τῶν ὁποίων ἐκχέει ὁ θάνατος τό δηλητήριόν του εἰς αὐτόν.
.           Ὅταν ἡ σφήκα κεντρίσῃ τόν ἄνθρωπον, καταβάλλει οὗτος κάθε δυνατήν προσπάθειαν διά νά ἐκβάλῃ τό κεντρί ἀπό τό σῶμα του. Ὅταν δέ τόν κεντρίσῃ ἡ ἀμαρτία – τό κέντρον αὐτό τοῦ θανάτου – τί πρέπει νά κάμῃ; – Πρέπει μέ τήν πίστιν καί προσευχήν νά ἐπικαλεσθῇ τόν Ἀναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διά νά ἐκβάλῃ Αὐτός τό κεντρί τοῦ θανάτου ἀπό τήν ψυχήν του. Καί Αὐτός ὡς πολυεύσπλαγχνος θά τό κάμῃ, διότι εἶναι Θεός τοῦ Ἐλέους καί τῆς Ἀγάπης. Ὅταν πολλαί σφῆκαι πέσουν ἐπί τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καί τόν τραυματίσουν πολύ μέ τά κέντρα τους, τότε ὁ ἄνθρωπος δηλητηριάζεται καί ἀποθνήσκει. Τό αὐτό γίνεται καί μέ τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου ὅταν τήν τραυματίσουν τά πολλά κέντρα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν. Ἀποθνήσκει οὗτος θάνατον πού δέν ἔχει ἀνάστασιν.
.           Νικῶν διά τοῦ Χριστοῦ τήν ἁμαρτίαν μέσα του ὁ ἄνθρωπος νικᾷ τόν θάνατον. Ἐάν περάσῃ μία ἡμέρα καί σύ δέν ἔχῃς νικήσει οὔτε μίαν ἁμαρτίαν σου, γνώρισε ὅτι ἔγινες περισσότερον θνητός. Ἐάν ὅμως νικήσῃς μίαν ἤ δύο ἤ τρεῖς ἁμαρτίας σου, ἔγινες πιό νέος μέ τήν νεότητα ἡ ὁποία δέν γηράσκει, τήν ἀθάνατον καί αἰωνίαν! Ἄς μή τό λησμονῶμεν ποτέ: τό νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου.

.           Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθῶς εἰς τόν Ἀναστάντα Κύριον τό ἀποδεικνύει μέ τό νά ἀγωνίζεται κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν.καί ἐάν μέν ἀγωνίζεται, πρέπει νά γνωρίζῃ ὅτι ἀγωνίζεται διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν ὅμως δέν ἀγωνίζεται, τότε εἶναι ματαία ἡ πίστις του! Διότι, ἐάν ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἀγών διά τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι; Ἐάν μέ τήν εἰς Χριστόν πίστιν δέν φθάνῃ κανείς εἰς τήν ἀθανασίαν καί τήν ἐπί τοῦ θανάτου νίκην, τότε πρός τί ἡ πίστις ἡμῶν; Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καί ὁ θάνατος δέν ἔχουν νικηθῆ. Ἐάν δέ δέν ἔχουν αὐτά τά δύο νικηθῆ, τότε διά τί νά πιστεύῃ κανείς εἰς τόν Χριστόν; Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του, αὐτός ἐνισχύει βαθμιαίως ἐν ἑαυτῷ τήν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος ὄντως ἀνέστη, ὄντως ἤμβλυνε τό κέντρον τοῦ θανάτου, ὄντως ἐνίκησε τόν θάνατον εἰς ὅλα τά μέτωπα μάχης.

.          Ἡ ἁμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου, τήν πλησιάζει πρός τόν θάνατον, τήν μεταβάλλει ἀπό ἀθανάτου εἰς θνητήν, ἀπό ἀφθάρτου καί ἀπεράντου εἰς φθαρτήν καί εἰς πεπερασμένην. Ὅσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερον εἶναι θνητός. Καί ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται τόν ἑαυτόν του ἀθάνατον, εἶναι φανερόν ὅτι εὑρίσκεται ὅλος βυθισμένος εἰς τάς ἁμαρτίας, εἰς σκέψεις μυωπικάς, εἰς αἰσθήματα νεκρωμένα. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι μία κλῆσις εἰς τόν μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀγώνα ἐναντίον τοῦ θανάτου, μέχρι δηλαδή τῆς τελικῆς νίκης ἐπ᾽ αὐτοῦ. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ μίαν ὑποχώρησιν, κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ἧτταν.

.           Δέν πρέπει νά διερωτᾶται κανείς διατί καί οἱ Χριστιανοί ἀποθνήσκουν τόν σωματικόν θάνατον. Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία σπορά. Σπείρεται σῶμα θνητόν, λέγει ὀ Ἀπόστολος Παῦλος (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 42 ἑξ.), καί βλαστάνει, αὐξάνει καί γίνεται ἀθάνατον. Ὅπως ὁ σπειρόμενος σπόρος, οὕτω καί τό σῶμα διαλύεται, διά νά τό ζωοποιήσῃ καί τελειοποιήσῃ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἐάν ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέν εἶχεν ἀναστήσει τό σῶμα, τί ὄφελος θά εἶχε τοῦτο ἀπό Αὐτόν; Οὗτος δέν θά εἶχε σώσει ὁλόκληρον τόν ἄνθρωπον. Ἐάν δέν ἀνέστησε τό σῶμα, τότε διά τί ἐσαρκώθη, διά τί ἀνέλαβε τό σῶμα, ἀφοῦ δέν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπό τήν Θεότητά Του;1

.           Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀνέστη, διά τί τότε νά πιστεύῃ κανείς εἰς Αὐτόν; Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἐγώ οὐδέποτε θά ἐπίστευον εἰς τόν Χριστόν, ἐάν δέν εἶχεν ἀναστῆ καί δέν εἶχε νικήσει τόν θάνατον, τόν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας. Ἀλλ᾽ ὁ Χριστός ἀνέστη καί ἐδώρησεν εἰς ἡμᾶς τήν ἀθανασίαν. Ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὁ κόσμος μας εἶναι μόνον μία χαώδης ἔκθεσις ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν. Μόνον μέ τήν ἔνδοξον Ἀνάστασίν Του ὁ θαυμαστός Κύριος καί Θεός μας, μᾶς ἠλευθέρωσεν ἀπό τό παράλογον καί τήν ἀπελπισίαν. Διότι χωρίς τήν Ἀνάστασιν δέν ὑπάρχει οὔτε εἰς τόν οὐρανόν οὔτε ὑπό τόν οὐρανόν τίποτε πιό παράλογον ἀπό τόν κόσμον αὐτόν.οὔτε μεγαλυτέρα ἀπελπισία ἀπό τήν ζωήν αὐτήν, δίχως ἀθανασίαν. Δι᾽ αὐτό εἰς ὅλους τούς κόσμους δέν ὑπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ὕπαρξις ἀπό τόν ἄνθρωπον, πού δέν πιστεύει εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν (πρβλ. Α´ Κορ. ιε´ 19). «Καλόν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. κϛ´ 24).

.           Εἰς τόν ἀνθρώπινον κόσμον μας ὁ θάνατος εἶναι τό μεγαλύτερον βάσανον καί ἡ πιό φρικιαστική ἀπανθρωπία. Ἡ ἀπελευθέρωσις ἀπό αὐτό τό βάσανον καί ἀπό αὐτήν τήν ἀπανθρωπίαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία. Τοιαύτην σωτηρίαν ἐδώρησεν εἰς τό ἀνθρώπινον γένος μόνον ὁ Νικητής τοῦ θανάτου – ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος. Διά τῆς ἀναστάσεώς Του Αὐτός μᾶς ἀπεκάλυψεν ὅλον τό μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει τό νά ἐξασφαλισθῇ διά τό σῶμα καί τήν ψυχήν ἀθανασία καί αἰωνία ζωή. Πῶς δέ κατορθώνεται τοῦτο; Μόνον διά τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς, τῆς νέας ζωῆς τῆς ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν!

.           Δι᾽ ἡμᾶς τούς Χριστιανούς ἡ ζωή αὐτή ἐπί τῆς γῆς εἶναι σχολεῖον, εἰς τό ὁποῖον μανθάνομεν πῶς νά ἐξασφαλίσωμεν τήν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Διότι τί ὄφελος ἔχομεν ἀπό αὐτήν τήν ζωήν, ἐάν μέ αὐτήν δέν ἠμποροῦμεν νά ἀποκτήσωμεν τήν αἰωνίαν; Ἀλλά, διά νά ἀναστηθῇ μετά τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτον νά συναποθάνῃ μετ᾽ Αὐτοῦ καί νά ζήσῃ τήν ζωήν τοῦ Χριστοῦ ὡς ἰδικήν του. Ἐάν κάμῃ τοῦτο, τότε τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως θά ἠμπορέσῃ μετά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου νά εἰπῇ: «Χθές συνεσταυρούμην Χριστῷ, σήμερον συνδοξάζομαι.χθές συνενεκρούμην, ζωοποιοῦμαι σήμερον.χθές συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»2.

.           Εἰς τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιοῦνται καί τά τέσσαρα Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ: Χριστός Ἀνέστη! – Ἀληθῶς Ἀνέστη!… Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἀπό ἕνα Εὐαγγέλιον, καί εἰς τά τέσσαρα Εὐαγγέλια εὑρίσκεται ὅλον τό νόημα ὅλων τῶν κόσμων τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων. Καί ὅταν ὅλα τά αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλαι αἱ σκέψεις του συγκεντρωθοῦν εἰς τήν βροντήν τοῦ πασχαλινοῦ αὐτοῦ χαιρετισμοῦ: «Χριστός Ἀνέστη!», τότε ἡ χαρά τῆς ἀθανασίας σείει ὅλα τά ὄντα, καί αὐτά ἐν ἀγαλλιάσει ἀπαντοῦν, ἐπιβεβαιοῦται τό πασχαλινόν θαῦμα: «Ἀληθῶς Ἀνέστη!»
.           Ναί, ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος! καί μάρτυς τούτου εἶσαι ἐσύ, μάρτυς ἐγώ, μάρτυς κάθε Χριστιανός, ἀρχίζοντες ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους μέχρι καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Διότι μόνον ἡ δύναμις τοῦ Ἀναστάντος Θεανθρώπου Χριστοῦ ἠδυνήθῃ νά δώσῃ, – καί συνεχῶς δίδει καί συνεχῶς θά δίδῃ – τήν δύναμιν εἰς κάθε Χριστιανόν – ἀπό τόν πρῶτον μέχρι τόν τελευταῖον – νά νικήσῃ πᾶν τό θνητόν καί αὐτόν τοῦτον τόν θάνατον.πᾶν τό ἁμαρτωλόν καί αὐτήν ταύτην τήν ἁμαρτίαν.πᾶν τό δαιμονικόν καί αὐτόν τοῦτον τόν διάβολον. Διότι μόνον μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος, κατά τόν πιό πειστικόν τρόπον, ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ζωή Του εἶναι Αἰωνία Ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰωνία Ἀλήθεια, ἡ ἀγάπη Του Αἰωνία Ἀγάπη, ἡ ἀγαθότης Του Αἰωνία Ἀγαθότης, ἡ χαρά Του Αἰωνία Χαρά. Καί ἐπίσης ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα αὐτά τά δίδει Αὐτός, κατά τήν ἀπαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εἰς κάθε Χριστιανόν εἰς ὅλας τάς ἐποχάς.
.           Πρός τούτοις, δέν ὑπάρχει ἕνα γεγονός ὄχι μόνον εἰς τό Εὐαγγέλιον, ἀλλά οὔτε εἰς ὁλόκληρον τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τό ὁποῖον νά εἶναι μεμαρτυρημένον κατά τρόπον τόσον δυνατόν, τόσον ἀπρόσβλητον, τόσον ἀναντίρρητον, ὅσον ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἀναμφιβόλως, ὁ Χριστιανισμός εἰς ὅλην του τήν ἱστορικήν πραγματικότητα, τήν ἱστορικήν του δύναμιν καί παντοδυναμίαν, θεμελιοῦται ἐπί τοῦ γεγονότος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἐπί τῆς αἰωνίως ζώσης Ὑποστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Καί περί τούτου μαρτυρεῖ ὅλη ἡ μακραίων καί πάντοτε θαυματουργική ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ.   Διότι ἄν ὑπάρχῃ ἕνα γεγονός εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύνατο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά γεγονότα, ἀπό τήν ζωήν τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων καί γενικῶς ὁλοκλήρου τοῦ Χριστιανισμοῦ, τό γεγονός τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης, ἄν ὑπάρχῃ μία ἀλήθεια εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Εὐαγγελικαί ἀλήθειαι, ἡ ἀλήθεια αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί ἀκόμη, ἐάν ὑπάρχῃ μία πραγματικότης εἰς τήν ὁποίαν θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ Καινοδιαθηκικαί πραγματικότητες, ἡ πραγματικότης αὕτη θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Καί τέλος, ἄν ὑπάρχῃ ἕνα Εὐαγγελικόν θαῦμα εἰς τό ὁποῖον θά ἠδύναντο νά συνοψισθοῦν ὅλα τά Καινοδιαθηκικά θαύματα, τότε τό θαῦμα τοῦτο θά ἦτο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Διότι μόνον ἐν τῷ φωτί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀναδεικνύεται θαυμασίως σαφές καί τό πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ καί τό ἔργον Του. Μόνον ἐν τῇ Ἀναστάσει τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν τήν πλήρη ἐξήγησίν των ὅλα τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅλαι αἱ ἀλήθειαί Του, ὅλα τά λόγιά Του, ὅλα τά γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.

.           Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ὁ Κύριος ἐδίδασκε περί τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλά μετά τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκε περί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι πράγματι ἡ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. Μέχρι τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐδίδασκεν ὅτι ἡ πίστις εἰς Αὐτόν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ Ἴδιος ἐνίκησε τόν θάνατον καί ἐξησφάλισε τοιουτοτρόπως εἰς τούς τεθανατωμένους ἀνθρώπους τήν μετάβασιν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν Ἀνάστασιν. Ναί, ναί, ναί: ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν Ἀνάστασίν Του ἔδειξε καί ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ὁ μόνος ἀληθινός Θεάνθρωπος εἰς ὅλους τούς ἀνθρωπίνους κόσμους.
.           Καί κάτι ἀκόμη: ἄνευ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου δέν δύναται νά ἐξηγηθῇ οὔτε ἡ ἀποστολικότης τῶν Ἀποστόλων, οὔτε τό μαρτύριον τῶν Μαρτύρων οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν οὔτε ἡ ἁγιότης τῶν Ἁγίων οὔτε ἡ ἀσκητικότης τῶν Ἀσκητῶν οὔτε ἡ θαυματουργικότης τῶν Θαυματουργῶν οὔτε ἡ πίστις τῶν πιστευόντων οὔτε ἡ ἀγάπη τῶν ἀγαπώντων οὔτε ἡ ἐλπίς τῶν ἐλπιζόντων οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευόντων οὔτε ἡ προσευχή τῶν προσευχομένων οὔτε ἡ πραότης τῶν πράων οὔτε ἡ μετάνοια τῶν μετανοούντων οὔτε ἡ εὐσπλαγχνία τῶν εὐσπλάγχνων οὔτε οἱαδήποτε χριστιανική ἀρετή ἤ ἄσκησις. Ἐάν ὁ Κύριος δέν εἶχεν ἀναστῆ καί ὡς Ἀναστάς δέν εἶχε γεμίσει τούς μαθητάς Του μέ τήν ζωοποιόν δύναμιν καί τήν θαυματουργικήν σοφίαν, ποῖος θά ἠδύνατο αὐτούς τούς φοβισμένους καί δραπέτας νά τούς συγκεντρώσῃ καί νά τούς δώσῃ τό θάρρος καί τήν δύναμιν καί τήν σοφίαν διά νά ἠμπορέσουν τόσον ἄφοβα καί μέ τόσην δύναμιν καί σοφίαν νά κηρύττουν καί νά ὁμολογοῦν τόν Ἀναστάντα Κύριον καί νά πηγαίνουν μέ τόσην χαράν εἰς τόν θάνατον δι᾽ Αὐτόν; Καί ἄν ὁ Ἀναστάς Σωτήρ δέν τούς εἶχε γεμίσει μέ τήν θείαν δύναμίν Του καί σοφίαν, πῶς θά ἠμποροῦσαν νά ἀνάψουν μέσα εἰς τόν κόσμον τήν ἄσβεστον πυρκαϊάν τῆς Καινοδιαθηκικῆς πίστεως αὐτοί οἱ ἁπλοϊκοί ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καί πτωχοί ἄνθρωποι; Ἐάν ἡ Χριστιανική πίστις δέν ἦτο ἡ πίστις τοῦ Ἀναστάντος καί κατά συνέπειαν τοῦ αἰωνίως ζῶντος καί ζωοποιοῦντος Κυρίου, ποῖος θά ἠδύνατο νά ἐμπνεύσῃ τούς Μάρτυρας εἰς τόν ἆθλον τοῦ μαρτυρίου, καί τούς Ὁμολογητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ὁμολογίας, καί τούς Ἀσκητάς εἰς τόν ἆθλον τῆς ἀσκήσεως, καί τούς Ἀναργύρους εις τόν ἆθλον τῆς ἀναργυρίας, καί τούς Νηστευτάς εἰς τόν ἆθλον τῆς νηστείας καί ἐγκρατείας, καί ὁποιονδήποτε Χριστιανόν εἰς ὁποιονδήποτε Εὐαγγελικόν ἆθλον;
.           Ὅλα αὐτά εἶναι λοιπόν ἀληθινά καί πραγματικά καί δι᾽ ἐμέ καί διά σέ καί διά κάθε ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν. Διότι ὁ θαυμαστός καί γλυκύτατος Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Ἀναστάς Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ μόνη Ὕπαρξις ὑπό τόν οὐρανόν μέ τήν ὁποίαν δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ εἰς τήν γῆν νά νικήσῃ καί τόν θάνατον καί τήν ἁμαρτίαν καί τόν διάβολον, καί νά καταστῇ μακάριος καί ἀθάνατος, συμμέτοχος εἰς τήν Αἰωνίαν Βασιλείαν τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ… Διά τοῦτο, διά τήν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὁ Ἀναστάς Κύριος εἶναι τά πάντα ἐν πᾶσιν εἰς ὅλους τούς κόσμους: ὅ,τι τό Ὡραῖον, τό Καλόν, τό Ἀληθές, τό Προσφιλές, τό Χαρμόσυνον, τό Θεῖον, τό Σοφόν, τό Αἰώνιον. Αὐτός εἶναι ὅλη ἡ Ἀγάπη μας, ὅλη ἡ Ἀλήθειά μας ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλον τό Ἀγαθόν μας ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωή εἰς ὅλας τάς θείας αἰωνιότητας καί ἀπεραντοσύνας.

– Διά τοῦτο καί πάλιν, καί πολλάκις, καί ἀναρίθμητες φορές: Χριστός Ἀνέστη!

Ὑποσημειώσεις:

1. Πρβλ. Ἰ. Χρυσοστόμου, εἰς Α´ Κορ. ὁμ. 39, 2. PG 61, 334: «Εἰ δ᾽ οὐκ ἐγείρονται (τά σώματα), διά τί ἠγέρθη ὁ Χριστός; διά τί ἦλθε; διά τί σάρκα ἀνέλαβεν, εἰ μή ἔμελλεν ἀναστήσειν σάρκα; οὐ γάρ ἐδεῖτο αὐτός, ἀλλά δι᾽ ἡμᾶς».

2. Λόγος εἰς τό Πάσχα, PG 35, 397. Πρβλ. καί Κανών τοῦ Πάσχα, ὠδή γ´.

ΠΗΓΗ: alopsis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΠΑΣΧΑ ΣΤΑ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΑ

Πάσχα στ Καυσοκαλύβια

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἀρχιμ. Χερουβείμ,
«Νοσταλγικὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας»,
σελ. 246-247,
ἐκδ. Ἱ. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ Ὠρωποῦ, 1981

.        …Ἁπλότης καὶ ἀγάπη χαρακτήριζαν τὰ Καυσοκαλύβια. Ἐπάνω σ᾽ αὐτὴ στηριζόταν κι ἕνα ὡραῖο τους πασχαλινὸ ἔθιμο: Κάθε Πάσχα οἱ πατέρες ἐσχημάτιζαν ὁμάδες καὶ περιήρχοντο τὶς καλύβες, γιὰ νὰ χαιρετήσουν, νὰ ἀλληλοευχηθοῦν καὶ νὰ ἀνταλλάξουν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ἔτσι κι ἐκεῖνο τὸ Πάσχα, ἀπὸ τὸ ἡσυχαστήριο τῶν διδασκάλων μου, ἔβλεπα τοὺς πατέρες καθ᾽ ὁμάδας, σὰν τὰ παιδάκια ποὺ λένε τὰ κάλαντα, νὰ πηγαίνουν ἀπὸ καλύβα σὲ καλύβα καὶ νὰ ψάλλουν ὅλοι μαζὶ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», τὸ «Ὁ ἄγγελος ἐβόα» καὶ ἄλλους πασχαλινοὺς ὕμνους μ᾽ ἕνα πηγαῖο ἐνθουσιαστικὸ παλμό. Μερικὲς μάλιστα ὁμάδες συνέπεσε νὰ συναντηθοῦν στὴν καλύβη τοῦ γέροντα Μιχαήλ, τοῦ καλοκάγαθου ἐκείνου νησιώτη μοναχοῦ μὲ τὴν πλούσια καλωσύνη. Μετὰ τὰ συνήθη ἀναστάσιμα τροπάρια, κάθησαν ὅλοι γιὰ κέρασμα ἔξω στὴν αὐλὴ τῆς καλύβης. Ἀπὸ τὸ ἡσυχαστήριό μας φαίνονταν πολὺ καθαρά. Ἤσαν καθισμένοι σὲ ξύλινα παγκάκια. Ἐπάνω στὸ ὑπαίθριο τραπέζι εἶχαν παρατεθεῖ πασχαλινὰ κόκκινα αὐγά, τυρί, κρασί… Ὅταν πλέον διετράνωσαν τὴν χαρὰ καὶ τὴν νικητήρια ἰαχὴ τῆς πίστεως, τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», καὶ μὲ τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, πῆραν στὰ χέρια τους μουσικὰ βιβλία κι ἔψαλαν μὲ ἄφθαστη χάρη. Θὰ τοὺς ζήλευαν καὶ οἱ ἄγγελοι ἀκόμη στὸν οὐρανό! Οἱ φωνές τους ἁγνές, χαρμόσυνες, πανηγυρικές, στὸ αὐθόρμητο παραλήρημα τῆς Ἀναστάσεως, ἀντιλαλοῦσαν στὴν χαράδρα, κατέβαιναν στὴν γαλανὴ θάλασσα, ὑψώνονταν ἐπάνω κι ἀπὸ τὸν Ἄθω ὣς τ’ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ…

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: proskynitis.blogspot.com

, , , ,

Σχολιάστε

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»: ΑΝΑΦΩΝΗΜΑ ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΗΣ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ, ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, ΚΛΗΣΗ ΣΕ ΚΟΙΝΗ ΧΑΡΑ

Ὄχι ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ
(ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 30.04.05)

.          Νὰ λειτουργοῦσε τουλάχιστον πληροφόρηση! Ἀφοῦ ἡ γνώση ἀπαιτεῖ ἄθλημα σχέσης, ἂς ὑπῆρχε ἔστω μία στοιχειώδης μάθηση, ἐπαρκεῖς ἐμπεδωμένες πληροφορίες. Τουλάχιστον νὰ μὴν ἀντιστρέφονται οἱ σημασίες τῶν λέξεων, νὰ συμπίπτουμε στοὺς νοηματικοὺς ὁρισμούς. Ἔτσι ὥστε οἱ προσωπικὲς ἐπιλογὲς νὰ ἔχουν πραγματικὸ ἀντίκρισμα: Νὰ μὴν ἀποκηρύσσουμε μετὰ βδελυγμίας τὰ ὅσα ἀγνοοῦμε ἢ παρερμηνεύουμε, καὶ νὰ μὴν εἰδωλοποιοῦμε σὰν ἀλάθητη πίστη τὴν παρανόηση, τὴν παρεξήγηση, τὴ διαστροφή.
.          «Χριστὸς ἀνέστη», εἶναι ἀναφώνημα γιορταστικῆς βεβαιότητας ἢ χαιρετισμός, καὶ χαιρετισμὸς σημαίνει: κλήση σὲ κοινὴ χαρά. Νὰ χαροῦμε τί, νὰ γιορτάσουμε τί; Ἂν ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀτομικὴ περίπτωση «θαύματος», ἔστω καὶ βεβαιωμένο ἀπὸ αὐτόπτες «ὑπερφυσικὸ» γεγονός, δηλαδὴ φακιρικὸ κατόρθωμα, ποιός ὁ λόγος δικῆς μας χαρᾶς; Κατὰ τί μᾶς ἀφορᾶ ἡ νεκρανάσταση κάποιου μακρινοῦ ἱστορικοῦ προσώπου; Ἐκτὸς ἂν ἐπιλέξαμε γιὰ «θρησκεία» μας τὶς θεσμικὲς ἐκφάνσεις τοῦ λεγόμενου Χριστιανισμοῦ καὶ κολακεύει τὸ ἐγώ μας νὰ εἶναι ὁ δικός μας «ἀρχηγὸς» ἀναστημένος, ἄρα ἀνώτερος ἀπὸ ἄλλους, ἀπὸ τὸν Μωάμεθ, λ.χ., ἢ τὸν Βούδα. Νὰ γιορτάζουμε τὴν ὑπεροχή μας σὰν ψυχαναγκασμένοι φίλαθλοι. Τουλάχιστον, νὰ λειτουργοῦσε πληροφόρηση. Ἔστω νὰ εἴχαμε ἀκούσει καὶ ὑποψιαστεῖ ὅτι εἶναι λλο πράγμα θρησκεία ( ρμέμφυτη νστικτώδης νάγκη τς φύσης το νθρώπου γι βεβαιότητες μεταφυσικς ξασφάλισης) κα λλο τ κκλησιαστικ γεγονός. Ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας εἶναι ἀσυμβίβαστη, ἀσύμπτωτη, ἀσύμβατη, ἄσχετη μὲ ἰδεολογικὲς «ἀρχές», μὲ νοητικὲς καὶ ψυχολογικὲς «πεποιθήσεις», μὲ δόγματα καὶ ἀφορισμούς. Ὅτι εἶναι ὅπως ἡ γλώσσα τῆς μουσικῆς, τῶν μαθηματικῶν, τῆς ζωγραφικῆς, ἡ γλώσσα κάθε τέχνης. Προϋποθέτει μαθητεία, μύηση, ἔμπρακτους τρόπους πρόσβασης στὰ σημαινόμενα.
.          Νοητικὲς ἀναλύσεις καὶ συλλογισμοὶ ἔμμεσα μόνο μποροῦν νὰ χειραγωγήσουν, νὰ λειτουργήσουν σὰν δρομοδεῖχτες πρὸς τὴν ἐμπειρικὴ γνώση – ἀποκλείεται νὰ τὴν ὑποκαταστήσουν. Καὶ μὴν ξεγελαστεῖ κανεὶς νὰ συμπεράνει ἀπὸ τὴ σχετικοποίηση τῆς λογικῆς μεθόδου ὅτι ἡ ἐμπειρία ποὺ συγκροτεῖ τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς εἶναι «συναίσθημα» (ὅπως λένε οἱ ἀφελεῖς) ἢ «μυστικισμός». Στὸ συναίσθημα καὶ στὸν μυστικισμὸ οἱ ἔμπειροι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος ἐντοπίζουν τὴν ἀκύρωση τῆς ἐμπειρίας τους. Ἡ δική τους ἐμπειρία εἶναι σχέση μὲ τὸ ὑπαρκτὸ καὶ πραγματικό, ἄθλημα σχέσης, ὄχι ψυχολογικὴ φυγὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Σχέση ὅπως κάθε ἔρωτας.
.          «Χριστὸς ἀνέστη», λοιπόν, θὰ πεῖ χαιρετισμός, κλήση σὲ κοινὴ χαρά, κλήση σὲ σχέση, στὴ γιορτὴ τοῦ ἔρωτα. Ἂν δὲν μετέχουμε ἐμπειρικὰ σὲ αὐτὴν τὴν χαρά, τουλάχιστον νὰ ἔχουμε σωστὴ πληροφόρηση, νὰ μάθουμε γιατί κάποιοι χαίρονται μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Νὰ τὸ μάθουμε ἔστω μὲ σχετικὰ καὶ ἀνεπαρκῆ, ἀλλὰ ἐνδεικτικὰ νοήματα.
.          Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖται στὴ γλώσσα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας ὄχι σὰν «θαῦμα» ἀτομικῆς ἐξαίρεσης ἀπὸ τὴν φυσικὴ νομοτέλεια, ἀλλὰ ὡς «σημεῖο»: Δηλαδή, ἐνδεχόμενο ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας ὡς πρὸς τοὺς ὅρους – περιορισμοὺς τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας. Ἂν ἡ Αἰτιώδης Ἀρχὴ τοῦ ὑπαρκτοῦ, ποὺ συμβατικὰ τὴν ἀποκαλοῦμε «Θεό», μπορεῖ νὰ ἐνανθρωπίσει (νὰ ὑπάρξει πραγματικὰ ὡς ἀνθρώπινο ἱστορικὸ πρόσωπο), τότε ἀποδείχνεται ὑπαρκτικὰ ἐλεύθερη ἀπὸ τοὺς «φυσικοὺς» προκαθορισμοὺς τῆς θεότητας. Καὶ ἂν ὡς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν θάνατο, νὰ ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν, ἀποδείχνει ὑπαρκτικὴ ἐλευθερία καὶ ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς προκαθορισμοὺς τῆς ἀνθρωπότητας.
.          Ατ ναγωγ τς Ατιώδους ρχς τν παρκτν στν λευθερία, ρνηση κάθε νομοτέλειας, ναγκαιότητας, προκαθορισμο το παρκτικο γεγονότος, εναι ποκάλυψη, τ εαγγέλιο τς κκλησίας. ποκάλυψη κοινωνούμενης στορικς μπειρίας κα εαγγέλιο, δηλαδ πρόταση πο φορ στν «τρόπο τς πάρξεως». Ὁ «τρόπος» συνοψίζεται σὲ τρεῖς λέξεις: Πατήρ, Υἱός, Πνεῦμα. Δηλώνουν καὶ οἱ τρεῖς τρόπο ὄχι ἀτομικῆς, ἀλλὰ «προσωπικῆς» ὕπαρξης: τὴν ὕπαρξη ποὺ πραγματώνεται ὡς ἐλευθερία ἄρνησης τῆς ἀτομοκεντρικῆς ὑπαρκτικῆς αὐτοτέλειας δηλώνουν τὴν ὑπαρκτικὴ (ὑποστατικὴ) ταυτότητα ποὺ ἀντλεῖται ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τῆς ἐρωτικῆς αὐτοπροσφορᾶς καὶ ὄχι ἀπὸ δεδομένη «φύση» (νομοτέλεια) θεότητας ἢ ἀνθρωπότητας.
.          Χάρη στὸ ὄνομα «Πατὴρ» σημαίνεται γλωσσικὰ ἡ ἐλευθερία ὄχι ὡς βουλητικὸ ἁπλῶς γεγονός, ἀλλὰ ὡς αἰτία νὰ ὑποστασιάζεται τὸ εἶναι (νὰ συνιστᾶ ὑπαρκτικὲς ὑποστάσεις). Αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁ Πατὴρ δηλώνεται ὄχι μὲ τὴν θεότητά του, δηλώνεται μὲ τὴν πατρότητα: τὴν ἀπεριόριστη καὶ ἀπροκαθόριστη ἐλευθερία του νὰ ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀγαπάει, ἐλευθερία ποὺ βεβαιώνεται μὲ τὴν «γέννηση» τοῦ Υἱοῦ καὶ τὴν «ἐκπόρευση» τοῦ Πνεύματος.
.          Τὴν ἴδια ἀπόλυτη ὑπαρκτικὴ ἐλευθερία δηλώνει καὶ τὸ ὄνομα «Υἱός»: ὑπάρχει χωρὶς ἡ ὕπαρξή του νὰ «προηγεῖται» τῆς υἱότητας, νὰ δεσμεύεται ὑπαρκτικὰ σὲ προκαθορισμοὺς ὀντικὴς (ἀτομικῆς) αὐτοτέλειας. Αὐτὸ ποὺ εἶναι σημαίνεται ἀκριβῶς μὲ τὴν ἑκούσια υἱότητα ὄχι μὲ τὴν οὐσιαστικὴ (οὐσίας, δηλαδὴ ἀναγκαστικὴ) θεότητα.
.          Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν λέξη «Πνεῦμα»: δηλώνεται ἡ ἐνεργὸς ὑποστατικὴ ἑτερότητα ποὺ ὑπάρχει παραπέμποντας «ἔργῳ» στὸ εἶναι τῆς ἀγάπης τοῦ Πατρός, στὴν θεία ἀγάπη ὡς ὀντοποιὸ καὶ ζωοποιὸ ἀλήθεια. Πρόκειται γιὰ τὸ «Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς» σὲ ἀντιστοιχία γλωσσικῆς λογικῆς μὲ τὸν Υἱὸ – Λόγο τοῦ Πατρός. Ὁ Υἱὸς «γεννᾶται» καὶ τὸ Πνεῦμα «ἐκπορεύεται» ἀπὸ τὸν Πατέρα, τὴν προσωπικὴ αἰτιώδη ἀρχὴ τῆς ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας – ἡ γλώσσα κατορθώνει νὰ «πεῖ» τὴν ὑπαρκτικὴ ταυτότητα ὡς ἀγαπητικὴ σχέση καὶ ἀναφορικὴ πραγμάτωση, δηλαδή, ὡς ἐλευθερία ὑπέρβασης κάθε ὁρίζουσας αὐτονομίας.
.          Κάπως ἔτσι (ἐδῶ ἄτεχνα καὶ τηλεγραφικὰ) λειτουργεῖ ἐκτὸς ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος ἡ πληροφορία. Τὸ ἐνδεχόμενο ἀνάστασης, νίκης καταπάνω στὸν θάνατο, εἶναι συνάρτηση «τρόπου τῆς ὑπάρξεως». Τρόπου νὰ πραγματώνεται ἡ ὕπαρξη ὡς ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ἀτομοκεντρικὴ σκοπιμότητα, νὰ εἶναι ἔρωτας αὐτοπροσφορᾶς ἢ ὕπαρξη. Σὲ αὐτὸ τὸν τρόπο καλεῖ ὁ χαιρετισμός, ἀναφώνημα γιορταστικῆς βεβαιότητας, «Χριστὸς ἀνέστη».

, , ,

Σχολιάστε