Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χριστούγεννα

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΥΠΟ ΤΟΣΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ; -2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς
κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Φιλανθρώπου

 -2-

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Νικολάου Ἀχρίδος (Βελιμίροβιτς)
«Ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος»- ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 2012, σελ. 25-27

Ἠλ. στοιχειοθεσία «Χριστιαν.  Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΥΠΟ ΤΟΣΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ; -1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

βλ. σχετ.:  Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -1 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -2 «Γεννώντας τὸν Ἥλιο θὰ ἦταν ἀστεῖο, ἂν συνέχιζε νὰ γεννάει μετεωρίτες»!(Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -3 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)

.               Ἐκείνη τὴ νύχτα οἱ βοσκοὶ φύλαγαν βάρδιες δίπλα στὸ κοπάδι τους. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπῆρχαν πυκνὰ δάση γύρω ἀπὸ τὴν Βηθλεὲμ μὲ ξέφωτα καὶ βοσκοτόπια γιὰ τὰ ζῶα. Ὑπῆρχαν ἄγρια ζῶα, ὅπως τὸν καιρὸ τοῦ Δαβίδ. Ὁ ἴδιος ὁ Δαβὶδ ἔλεγε στὸν βασιλιὰ Σαούλ, πὼς λιοντάρια καὶ ἀρκοῦδες κομμάτιαζαν τὰ πρόβατά του καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀναγκαζόταν νὰ τὰ κυνηγᾶ καὶ νὰ τὰ σκοτώνει (Α´ Βασ. ιζ´ 34). Γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο οἱ βοσκοὶ ἀναγκάζονταν τὴ νύχτα νὰ φυλάσσουν βάρδιες γιὰ τὰ κοπάδια τους. Στηριζόμενοι πάνω στὶς γκλίτσες τους, σὰν τοὺς σημερινοὺς Σαρακατσάνους βοσκούς, φώναζαν κάπου-κάπου ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ γιὰ νὰ κρατιοῦνται ξύπνιοι, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ φοβίζουν τὰ ἄγρια ζῶα. Δὲν ὑποψιάζονταν ὅτι ἐκείνη τὴ νύχτα θὰ ἔβλεπαν πρῶτοι αὐτὸ ποὺ πολλοὶ προφῆτες καὶ βασιλιάδες θέλησαν νὰ δοῦν (Λουκ. ι´ 24).
.               Ξαφνικὰ ἔλαμψε δυνατὸ φῶς (Λουκ. β´ 9).
.               Στὸ κέντρο αὐτοῦ τοῦ φωτὸς ποὺ εἶχε χρῶμα λευκότερο ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, οἱ βοσκοὶ εἶδαν τὸν ἄγγελο Κυρίου καὶ κατατρόμαξαν. Ἦταν ὁ ἴδιος ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ποὺ ἐννιὰ μῆνες νωρίτερα ἀνήγγειλε στὴ Μαρία πὼς θὰ γεννήσει υἱό. Ὁ λόγος του ἔγινε πραγματικότητα ἐκείνη τὴ νύχτα. Στάλθηκε στοὺς βοσκούς, γιὰ νὰ γίνουν οἱ πρῶτοι μάρτυρες στὴν γῆ αὐτοῦ του θαυμάσιο γεγονότος. Ἔδωσε θάρρος στοὺς φοβισμένους βοσκοὺς λέγοντάς τους: «Μὴ φοβᾶστε ἀλλὰ χαρεῖτε. Σᾶς φέρνω ἕνα χαρμόσυνο ἄγγελμα, ποὺ θὰ γεμίσει μὲ χαρὰ μεγάλη ὅλο τὸν κόσμο. Σήμερα στὴν πόλη τοῦ Δαυὶδ γεννήθηκε γιὰ χάρη σας ὁ σωτήρας· ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Χριστὸς Κύριος» (Λουκ. β´ 10-12). Ἐκείνη τὴ στιγμὴ φανερώθηκε μεγάλη στρατιὰ ἀγγέλων ποὺ δόξαζε τὴν γέννηση τοῦ Φιλανθρώπου Θεοῦ, ψάλλοντας ὑπερκόσμιες γλυκὲς ψαλμωδίες. Τί ἀσυνήθιστο ἆσμα: «Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β´ 14).
.               Μόνο ὁ ἀναμάρτητος Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο ἄκουσε παρόμοιους οὐράνιους ὕμνους. Ἀπὸ τότε κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς βοσκοὺς δὲν ἄκουσε τέτοιους. Ὁ Ἡσαΐας, ὁ Ἰεζεκιὴλ εἶχαν δεῖ μόνο ἀπὸ μακριὰ τὶς οὐράνιες στρατιὲς νὰ δοξολογοῦν γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Ὑψίστου (Ἡσ. ϛ´ 1-3). Στὴν Βηθλεὲμ ὅμως, ἡ οὐρανία στρατιὰ κατέβηκε στὴν γῆ μαζὶ μὲ τὸν οὐράνιο βασιλέα της καὶ ἔψαλε ὕμνους πρὸς τιμήν Του. Ἔψαλε ὄχι ἐνώπιον κάποιου ἐκλεκτοῦ κοινοῦ ἀλλὰ ἐνώπιον τῶν πιὸ ἁπλῶν ἀνθρώπων. Πρὶν ἀπὸ αὐτὴ τὴ σιωπηλὴ νύχτα πουθενὰ στὴν σκοτεινὴ γῆ δὲν ἔχει ἀκουστεῖ τέτοια μεγαλειώδης χορωδία, οὔτε ἀντήχησε ποτὲ ἀνάλογος ὕμνος, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἀφιερωμένος στὸ νεογέννητο Μεσσία.
.               Ἔπρεπε νὰ ὑμνηθεῖ ὁ ἀληθινὸς καὶ ὕψιστος Θεός. Ὅταν αὐτὸς δοξολογεῖται, ὑπάρχει εἰρήνη στὴ γῆ καὶ καλὴ διάθεση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ, εἶναι ὁ ἄρχων τῆς εἰρήνης καὶ τῆς γαλήνης μας. Διδάσκει τὴν καλὴ θέληση καὶ τὴν ἀγάπη ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Μὲ τὴ διδασκαλία του ὁ Θεός-Λόγος ὑποσκάπτει τὰ μὴ λογικὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. Γι᾽ αὐτὸ εἶναι ἄξιος δοξολογίας καὶ ἐξύμνησης καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἀπὸ τὴν γῆ.
.               Ὅταν οἱ ἄγγελοι ὁλοκλήρωσαν τὴν δοξολογία τους, κατευθύνθηκαν πάλι στὴν οὐρανία οἰκογένειά τους. Τότε οἱ βοσκοὶ εἰσῆλθαν μὲ μιᾶς στὴν σπηλιὰ σὰν νὰ εἶχαν φτερά. Βρῆκαν τὴ Μαριάμ, τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ βρέφος ξαπλωμένο στὸ παχνί. Οἱ ταπεινοὶ ποιμένες τῶν προβάτων προσκύνησαν τὸ μεγάλο ποιμένα τῶν ἀνθρώπων (Λουκ. β´ 15-25).
.               Μ᾽ αὐτὸ τὸν μοναδικὸ τρόπο γιορτάστηκε ἡ γέννηση τοῦ Μοναδικοῦ Θεανθρώπου. Ὄχι μὲ μεγάλο φαγοπότι καὶ μὲ οἰνοποσία, οὔτε μὲ γέλια καὶ φωνὲς δυνατές, ἀλλὰ μὲ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ὑψηλὰ ἐγκώμια.
.               Ἡ Μαρία ἄκουσε ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς τὰ ὅσα ἔγιναν.
.               Γνώριζε πολλὰ περισσότερα μυστικὰ ἀπὸ τοὺς βοσκούς, ἀλλὰ τὰ διατηροῦσε στὴν καρδιά της καὶ τὰ σκεφτόταν συνεχῶς. Θὰ κρατοῦσε μέσα της κλειδωμένα μὲ τὸ χρυσὸ κλειδὶ τῆς παρθενικῆς της σιωπῆς.

Advertisements

, , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΥΠΟ ΤΟΣΟ ΑΘΛΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ; -1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς
κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Φιλανθρώπου

 -1-

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Νικολάου Ἀχρίδος (Βελιμίροβιτς)
«Ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος»- ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 2012, σελ. 23-25

Ἠλ. στοιχειοθεσία «Χριστιαν.  Βιβλιογραφία»

βλ. σχετ.:  Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -1 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -2 «Γεννώντας τὸν Ἥλιο θὰ ἦταν ἀστεῖο, ἂν συνέχιζε νὰ γεννάει μετεωρίτες»!(Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)

.               Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ νιώθουν μία καλοπροαίρετη λύπη, λόγῳ τοῦ ὅτι ἦταν ἀναγκαῖο νὰ γεννηθεῖ ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας σὲ τόσο ἄθλιες συνθῆκες.
.             Γεννήθηκε μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, σὲ ἕνα μέρος κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, σὲ ἕνα μαντρὶ προβάτων, χωρὶς τὴν ὁποιαδήποτε πολυτέλεια ποὺ παρέχει ἡ ζωὴ στὴν πόλη. Γεννήθηκε χωρὶς ἕνα κερὶ γιὰ φῶς, χωρὶς νερό, χωρὶς ἕνα τραπέζι καὶ μία καρέκλα, χωρὶς ὁποιοδήποτε σκεῦος, χωρὶς καλοὺς γείτονες ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς φωνάξει γιὰ νὰ τοὺς ζητήσει κάτι. Μόνον ἕνας γκρίζος βράχος ὑπῆρχε, μία χαμηλὴ κακοφτιαγμένη φάτνη καὶ λίγο ἄχυρο μέσα σ᾽ αὐτή.
.               Πράγματι, αὐτὴ ἡ καλοπροαίρετη συμπόνια τῶν ἐναρέτων ἀνθρώπων θὰ ἦταν δικαιολογημένη, ἐὰν δὲν γνωρίζαμε τί συνέβη ἐκείνη τὴ νύχτα, τῆς γέννησής του. Αὐτὰ ποὺ συνέβησαν ἐξηγοῦν ἀπόλυτα, γιατί γεννήθηκε κάτω ἀπ᾽ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, ὅπως ἑρμηνεύονται ὅλα ὅσα συμβαίνουν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ.
.               Τί ἐπακολούθησε; Ἐπακολούθησε ἡ δοξολογία τῆς γέννησής του. Ἡ γέννηση τοῦ ἑορτάστηκε σὰν γεγονὸς τέτοιο, ποὺ ὅμοιό του δὲν ὑπῆρξε στὸν κόσμο αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Πρῶτον, ἄγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στοὺς βοσκοὺς καὶ τοὺς εἶπε νὰ πᾶνε στὴ σπηλιά, γιὰ νὰ δοῦνε ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε. Στὴ συνέχεια παρουσιάστηκε στρατιὰ ἀγγέλων ποὺ ἔψαλε ὑπέροχους ὕμνους. Τότε ἄρχισε καὶ ἡ χαρὰ τῶν βοσκῶν. Ὅλη αὐτὴ ἡ χαρὰ ὁλοκληρώθηκε, ὅταν ἐμφανίστηκε τὸ λαμπερὸ ἀστέρι πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ καὶ ὅταν οἱ σοφοὶ μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ ἔφτασαν γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸ νεογέννητο βασιλιὰ (Ματθ. β´1-2).
.               Ἂς σκεφτοῦμε ἂν θὰ μποροῦσαν ὅλα αὐτὰ νὰ συμβοῦν, ἐὰν αὐτὸς γεννιόταν στὴν πόλη; Ἂν δηλαδὴ ἡ Ἁγία οἰκογένεια ἔβρισκε μέρος νὰ διανυκτερεύσει στὴν Βηθλεέμ. Τί θὰ γινόταν ἂν ἡ Ἁγία οἰκογένεια διανυκτέρευε σὲ κάποιο πανδοχεῖο ἢ χάνι εἴτε σὲ σπίτι; Δὲν θὰ μποροῦσαν μὲ κανένα τρόπο νὰ εἶναι μόνοι τους σὲ ἕνα μεγάλο κτίριο. Θὰ ἔπρεπε νὰ κοιμηθοῦν μὲ πολλὰ ἄλλα ἄτομα, μὲ μεγάλους καὶ μὲ παιδιὰ μέσα σὲ ὀχλαγωγία, στριμωγμένοι στὴ γωνιὰ ἑνὸς δωματίου. Πῶς οἱ βοσκοὶ θὰ ἔρχονταν στὴν πόλη, ἀφοῦ ἐκεῖνον τὸν καιρὸ οἱ πύλες τῆς πόλεως ἦταν κλειστὲς τὴν νύχτα καὶ περιφρουρούμενες; Πῶς ὁ λαὸς θὰ ἑρμήνευε τὸ γεγονός, ὅτι ἔψελναν οἱ ἄγγελοι; Ἂν τὸ παράξενο ἀστέρι στεκόταν πάνω ἀπὸ τὸ πανδοχεῖο, ὅπου διέμεναν πενήντα ἢ ἑκατὸ ἄτομα ἄτομα, πῶς οἱ σοφοὶ Μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ θὰ ἔβρισκαν ποιὸς ἦταν ὁ νεογέννητος βασιλιάς; Τότε δὲν θὰ ἀναμειγνυόταν στὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ ἡ ρωμαϊκὴ ἀστυνομία; Ἆραγε δὲν θὰ ἐπικρατοῦσε θόρυβος καὶ ἀταξία;
.               Ὄχι, δὲν ὑπάρχει λόγος γιὰ θλίψη. Ὅλα συνέβησαν μὲ τὸν καλύτερο τρόπο ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν θεϊκή. Ὁ Κύριος ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ σὲ ἕνα ἰδιαίτερο χῶρο, μόνος Του. Τὸ μέρος ποὺ ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι περιπεφραγμένο, περιφρουρούμενο ἀπὸ ἀνθρώπους ἢ κλειδωμένο μὲ κλειδαριές. Μόνο στὸ μέρος ποὺ γεννήθηκε, μποροῦσαν νὰ γίνουν φανερὰ ὅλα τὰ θαυμαστὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν, τὰ ὁποῖα ἔγιναν ἐξ αἰτίας Του. Πραγματικὰ μεγάλος εἶσαι Θεὲ καὶ μεγάλα τὰ ἔργα σου (Ψαλμὸς Ϡβ´ 5).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, ,

Σχολιάστε

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: ΓΙΟΡΤΗ ἢ ΤΡΑΓΩΔΙΑ; «Στιγµὴ χωρὶς Χριστὸ εἶναι πραγµατικὸς θάνατος καὶ κόλαση»

ΤΟ ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙΝΟΝ ΚΑΙΝΟΤΑΤΟΝ ΝΕΟΝ

Τοῦ ἱεροµονάχου π. Ἀντίπα Ἁγιορείτη

.           Στὴν ἐποχή µας, ὅπως ὅλοι γνωρίζουµε, ὑπάρχει ὑπερπαραγωγὴ νέων. Χιλιάδες ἄνθρωποι σὲ ὅλον τὸν κόσµο ἐργάζονται στὴν εἰδησεογραφία, χιλιάδες ὀργώνουν τὴν ὑφήλιο γιὰ νὰ συλλέξουν νέα. Νέα ἐντυπωσιακό, περίεργα, νέα ἀληθινά, νέα κατασκευασµένα, νέα καλά., νέα κακά. Νέα ποὺ ὠφελοῦν καὶ νέα ποὺ βλάπτουν. Νέα ποὺ ἀνεβάζουν καὶ νέα ποὺ κατεβάζουν. Νέα ποὺ µᾶς ἐνθουσιάζουν καὶ νέα ποὺ µᾶς ἀπελπίζουν. Εἰδήσεις, ποὺ µᾶς κάνουν ὑπερήφανους καὶ εἰδήσεις, γιὰ τὶς ὁποῖες ντρεπόµαστε, καὶ ἑκατοµµύρια ἀνθρώπων ποὺ τὶς παρακολουθοῦν. Ἐπιστρατευµένα πρὸς τοῦτο, ἡ τηλεόραση, τὸ διαδίκτυο, οἱ ἐφηµερίδες, τὰ περιοδικά, ὅλα τὰ ΜΜΕ ἐπὶ εἰκοσιτετραώρου, µάλιστα, βάσεως. Παλαιὰ εἶναι ἡ διατύπωση ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη τὸν Μέγιστο: «οἱ ἄνθρωποι φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται», παντοῦ καὶ πάντοτε καὶ µέχρι σήµερα καὶ µακάρι νὰ µαθαίνουν τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιµα καὶ νὰ διδάσκονται ἀπὸ αὐτό. Μακάρι νὰ µὴ µαθαίνουν µόνο νέα καὶ ὅλες αὐτὲς τὶς εἰδήσεις. Ὅµως, αὐτὰ τὰ νέα δὲν εἶναι νέα, ἀλλὰ παλαιά. Τόσο παλαιὰ ποὺ ἀρχίζουν τὴν παρουσία τους µέσα σ᾽ αὐτὸν τὸν Παράδεισο.
.           Τὸ πρῶτο νέο εἶναι ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου ἐξ αἰτίας τῆς ἀνυπακοῆς του στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Τὸ δεύτερο νέο εἶναι ἡ ἐξορία του ἀπὸ τὸν Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Τὸ τρίτο νέο εἶναι ὁ πρῶτος φόνος µεταξὺ ἀδελφῶν … καὶ πάει λέγοντας µέχρι καὶ σηµερα. Τὰ ἴδια πάντοτε, πότε µὲ τὶς ἴδιες µορφὲς πότε µὲ ἄλλες καὶ ἀπὸ διαφορετικοὺς ἀνθρώπους σὲ διάφορες ἐποχές. Νέα ποὺ δὲν εἶναι νέα. Εἶναι, τὸ ἐπαναλαµβάνω, παλαιά. Ἐπαναλαµβανόµενες πράξεις καὶ συµπεριφορές.
.                 Μὰ θὰ διερωτηθεῖ κανείς, δὲν ὑπάρχει κανένα νέο; Τὴν ἀπάντηση τὴν δίδει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαµασκηνός: «Ἕνα νέο ὑπάρχει, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ». Αὐτὸ εἶναι τὸ µόνο νέο καὶ µάλιστα νεώτατο, «τὸ πάντων καινὸν καινότατον», «Τὸ µόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον», ποὺ παραµένει πάντα ἐπίκαιρο καὶ ἐντυπωσιακό, πάντα θαυµάσιο, πάντα σωτήριο. Νέο παγκόσµιο καὶ οἰκουµενικό, νέο ποὺ δὲν παλαιώνει καὶ δὲν ξεχνιέται. Νέο ποὺ θὰ µείνει γιὰ πάντα στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. «Θεὸς τὸ τεχθέν, ἡ δὲ µήτηρ Παρθένος, Τί µείζων ἄλλο καινὸν εἶδεν ἡ κτίσις;» Κανένα. Καὶ ὅσοι γνωρίζουν αὐτὸ τὸ νέο, εἶναι οἱ µόνοι καλοπληροφορηµένοι, οἱ µόνοι ποὺ ἔχουν σωστὴ καὶ ἀληθινὴ ἐνηµέρωση. Οἱ µόνοι ποὺ γνωρίζουν τὰ πάντα, ποὺ τὰ ἔχουν ὅλα. Τὰ νέα τοῦ κόσµου τούτου τὰ µεταφέρουν καὶ τὰ διαδίδουν οἱ ἄνθρωποι. Τὸ νέο ὄµως αὐτὸ τὸ µετέφεραν στοὺς ἀνθρώπους οἱ ἄγγελοι ψάλλοντες «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Κυρίως ὄµως τὸ µετέφερε ὁ «πρὸ αἰώνων Θεὸς» ποὺ ἔγινε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους «παιδίον νέον».
.          Καὶ γιὰ ποιό λόγο ἔγινε «παιδίον νέον»; Γιὰ ποιό λόγο ἔγινε ἄνθρωπος; Τὴν ἀπάντηση, ἂς τὴν παρουµε καὶ πάλι ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαµασκηνό: «ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ χαρίσει ξανὰ στὸν ἄνθρωπο, ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν προόρισε. Τὸν δηµιούργησε σύµφωνα µὲ τὴν δική Του εἰκόνα· ἐλεύθερο, προορισµένο νὰ τοῦ µοιάζει, νὰ εἶναι ὅπως καὶ ὁ Δηµιουργός του· τέλειος καὶ ἐνάρετος. Ὁ Θεὸς λοιπόν, δηµιουργησε τὸν ἄνθρωπο σὲ πλήρη κοινωνία µαζί Του, Ἐµεῖς ὅµως, αὐτὸ τὰ γνωρίσµατα τῆς θείας φύσεως τὰ ἀλλοιώσαµε καὶ τὰ µπερδέψαµε. Περάσαµε στὴν παράταξη τῆς κακίας µἐ ἀποτέλεσµα νὰ χάσουµε τὴν κοινωνία µἐ τὸν Θεό. Κι ὅταν πιὰ στερηθήκαµε τὴ ζωή, πέσαµε στὴ φθορὰ τοῦ θανάτου. Ἐπειδὴ ὄµως ὁ Θεὸς µᾶς προσέφερε τὸ ὕψιστο ἀγαθό, τὸ ὁποῖο δὲν τὸ διαφυλάξαµε, χρειάστηκε νὰ κατέβει ἐκεῖνος στὴ δική µας ξεπεσµένη φύση καὶ νὰ γίνει ἄνθρωπος µὲ σκοπὸ νὰ µᾶς ξαναδώσει τὴν πρώτη εἰκόνα καὶ νὰ µᾶς διδάξει τὴν ἐνάρετη ζωή. Γιὰ νὰ µᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Γιὰ νὰ µᾶς ἐπαναφέρει σὲ κοινωνία µαζί Του. Γιὰ νὰ ἀνοίξει τὸν δρόµο τῆς δικῆς µας ἀνάστασης καὶ γιὰ νὰ λύσει τὰ δεσµὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ διαβόλου καὶ γιὰ νὰ µᾶς γεµίσει κουράγιο. Γιὰ νὰ µᾶς ἐκπαιδεύσει νὰ πολεµοῦµε τὸν τύραννο µὲ τὴν ὑποµονὴ καὶ τὴν ταπείνωση.
.           Καὶ συνεχίζει ὁ ἱερὸς πατήρ: «Δόξα σὲ ἐσένα Χριστέ, Λόγε τοῦ Θεοῦ καὶ Σοφία καὶ Δύναµη καὶ Θεὲ Παντοκράτωρ. Τί δῶρα ἀντάξια νὰ Σοῦ προσφέρουµε ἐµεῖς οἱ ἄπραγοι, γιὰ ὅλα ὅσα µᾶς χάρισες; Ἐσὺ ὅλα µᾶς τὰ ἔχεις δώσει πλούσια. Μόνο ἕνα ζητᾶς ἀπὸ ἐµᾶς. Νὰ ἀποδεχθοῦµε τὴ σωτηρία ποὺ µᾶς προσφέρεις, δίνοντάς µας συγχρόνως καὶ τὴ δύναµη νὰ τὰ πετύχουµε».
.           Καὶ ποιοί εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀποδέχθηκαν τὴν σωτηρία; Ὅλοι ὅσοι πιστεύουν στὸν Θεάνθρωπο, ὅσοι τηροῦν τὶς ἐντολές του, ὅσοι µελετοῦν τὸν Λόγο Του, ὅσοι προσεύχονται καὶ ἐλπίζουν σ᾽ Αὐτόν. Ὅσοι τὸν ἀγαποῦν καὶ ὅσοι, κυρίως, κοινωνοῦν τὸ Τίµιο Σῶµα Του καὶ τὸ Πανάγιο Αἷµα Του «τὸ ἐκχυθὲν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσµου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Στὸ σηµεῖο αὐτὸ ἐπιτρέψτε µου νὰ πῶ κάτι προσωπικό. Ἀπὸ ὅλα τὰ µέρη τοῦ κόσµου (καὶ ἐπισκέφθηκα πολλὰ) ζηλεύω τὸ ταπεινὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέµ. Ζηλεύω τὴ φάτνη, τ᾽ ἄχυρα. Ζηλεύω τὰ χέρια τῆς Παναγίας, ποὺ ἀγκάλιασαν τὸ «θεῖον Βρέφος». Ζηλεύω τὰ µάτια τοῦ Ἰωσήφ, ποὺ τὸ πρωτοεῖδαν. Ζηλεύω τὶς φωνὲς τῶν Ἀγγέλων. Ζηλεύω τὰ γόνατα τῶν ταπεινῶν Ποιµένων, ποὺ γονάτισαν µπροστά του. Ζηλεύω τὰ χνῶτα τῶν ἀλόγων ζώων, ποὺ τὸ ζέσταναν. Ζηλεύω ἐκείνη τὴ σκοτεινὴ νύχτα. Ζηλεύω καὶ θὰ ζηλεύω πάντα ἐκεῖνο τὸ Ἀχούρι τῆς Παλαιστίνης. Ἀλήθεια τί εἶναι τὰ βασίλεια καὶ τὰ ἀνάκτορα τοῦ κόσµου τούτου µπροστὰ σὲ αὐτό; Τί εἶναι τὰ πλούτη καὶ ἡ δόξα, οἱ ἡδονὲς καὶ οἱ ἀπολαύσεις, καί, γιὰ νὰ ἔρθουµε στὰ δικά µας, τί σχέση µποροῦν νὰ ἔχουν τὰ Χριστούγεννα, ποὺ γιορτάζουν οἱ Χριστιανοὶ τοῦ σήµερα µὲ τὸ παµµέγιστο Μυστήριο τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως; Πόσοι γνωρίζουν; Πόσοι πιστεύουν; Καὶ πόσοι πρωτίστως ζοῦν αὐτὸ τὸ γεγονός; Ἂς θυµηθοῦµε τὰ λόγια τῶν ποιµένων «Διέλθωµεν δὴ ἕως Βηθλεὲµ καὶ ἴδωµεν τὸ ρῆµα τοῦτο τὸ γεγονός».
.           Ἕνα εἶναι βέβαιο, πὼς Χριστούγεννα γιορτάζουν µόνον ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν πορεία τοῦ ἀστέρος. Ὅσοι ἀκολουθοῦν τοὺς µάγους στὸν δρόµο τους, ὅσοι βλέπουν µἐ αὐτοὺς «Τὸ παιδίον µετὰ Μαρίας τῆς µητρὸς αὐτοῦ εἰς τὴν οἰκίαν», δηλαδὴ µέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὅσοι προσφέρουν στὸν νεογέννητο βασιλέα δῶρα, ὅπως οἱ µάγοι, οἱ ὁποῖοι «ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σµύρναν». Ἀλλὰ τί δῶρα νὰ τοῦ προσφέρουµε ἐµεῖς οἱ ὄντως πτωχοὶ καὶ πάµπτωχοι πνευµατικά, οἱ πεινασµένοι καὶ γυµνητεύοντες; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἴχαµε, τί ἆραγε θὰ ἤθελε νὰ τοῦ προσφέρουµε;
.           Τετρακόσια χρόνια, περίπου, µετὰ τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου ἐκεῖ πλησίον τοῦ ἁγίου Σπηλαίου ζοῦσε ἕνας ἐνάρετος καὶ ἅγιος µοναχός, ὁ Ἱερώνυµος µἐ τὴν συνοδεία µερικῶν εὐλαβῶν γυναικῶν. Μία νύχτα τῶν Χριστουγέννων ὁ Χριστὸς τοῦ ζήτησε ἕνα δῶρο. Ὁ ἄνθρωπος τὰ ἔχασε! Ποῦ νὰ βρεῖ, ἀκτήµων ἀσκητής, ἕνα δῶρο ἐπάξιο στὴν θεία µεγαλειότητα; Ταπεινὰ ρώτησε: «Τί δῶρο θέλεις, κύριε;» Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ζήτησε σὰν δῶρο τὶς ἀµαρτίες του. Αὐτὸ τὸ δῶρο θέλει καὶ ἀπὸ ἐµᾶς, γιατί εἶναι ὁ µόνος ποὺ ἔχει «ἐξουσίαν ἀφιέναι ἐπὶ γῆς ἁµαρτίας».
.           Ἄλλωστε δὲν ἔχουµε τίποτε ἄλλο νὰ τοῦ προσφέρουµε, ἀφοῦ ὅλους, κλῆρο καὶ λαό, µᾶς µαστίζει µία γενικὴ πνευµατικὴ πτωχεία. Ἄδεια τὰ χέρια µας, κενὴ ἡ καρδιά µας. Ἂς Τοῦ δωσουµε λοιπὸν τὶς ἀµαρτίες µας, µετανοηµένοι ποὺ Τὸν λυπήσαµε. Ἂς Τοῦ προσφέρουµε τὰ λάθη µας, συντετριµµένοι ποὺ Τὸν περιφρονήσαµε. Ἂς Τοῦ χαρίσουµε τὴν ἀνθρώπινη ἀθλιότητά µας, ταπεινωµένοι ποὺ Τὸν ἐγκαταλείψαµε. Ἐκεῖνος µᾶς περιµένει ὑποµονετικὰ ἐκεῖ ποὺ Τὸν ἀφήσαµε, ἐκεῖ ποὺ Τοῦ γυρίσαµε τὴν πλάτη. Μᾶς περιµένει µἐ ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά Του. Μία ἀγκαλιά, ποὺ µένει πάντα ἀνοιχτὴ καὶ ζεστή.
.           Ἐὰν δὲν κάνουµε ἔτσι, τότε γιὰ ἀκόµη µία φορὰ θὰ κάνουµε Χριστούγεννα χωρὶς Χριστὸ καὶ Φῶτα δίχως Φῶς. Θὰ κάνουµε τὰ Χριστούγεννα τοῦ «κόσµου τούτου» µὲ φῶτα πολλά. Μὲ γλυκὰ πολλά, µὲ τραγούδια πολλά, µὲ ὅσα βλέπουµε καὶ ἀκοῦµε κάθε χρόνο. Ὅµως ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει θέση σὲ αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα. Τὴ θέση του τὴν παίρνει ὁ ἄλλος. Ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὁ Μαµωνᾶς, ὁ ὁποῖος κάνει τὰ Χριστούγεννα εὐκαιρία καὶ µέσο ἐµπορικοῦ κέρδους, σπατάλης, κραιπάλης καὶ ἀµαρτιῶν πολλῶν «ρητῶν καὶ ἀρρήτων». Χριστούγεννα, στὰ ὁποῖα δὲν ἀκούγεται οὔτε ἡ λέξη «Χριστὸς» πολλὲς φορές. Χριστούγεννα, πο δν εναι γιορτ λλ τραγωδία, πο δν εναι πικοινωνία µ τν Σαρκωµένο Θεό, λλ πανηγύρι µ τν διάβολο. Χριστούγεννα µὲ πολὺ σκοτάδι, δίχως Φῶς, δίχως ἀληθινὴ χαρά, δίχως ἐλευθερία. Γιὰ ἐµᾶς ὅµως τὰ Χριστούγεννα δὲν θὰ πάψουν νὰ εἶναι ἡ «µητρόπολις τῶν ἑορτῶν», ὅπως τὴν ἀποκαλεῖ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος. Δὲν θὰ παύσουν νὰ εἶναι τὸ µοναδικὸ καὶ συνταρακτικὸ νέο «τὸ καινόν, τὸ καινότατον», Δὲν θὰ πάψουν νὰ εἶναι ἡ φρέσκια εἴδηση, ἡ εἴδηση τῆς στιγµῆς. Ἐκείνης τῆς στιγµῆς, ποὺ πάντοτε πρέπει νὰ ἔχουµε στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά µας, µέχρι τὴ στιγµὴ ποὺ θὰ κλείσουµε τὰ µάτια µας, γιατί στιγµ χωρς Χριστ εναι πραγµατικς θάνατος κα κόλαση.
.           Ἡ Ἐκκλησία µας, ὅσο ὑπάρχει αὐτὸς ὁ κόσµος, θὰ ψάλλει πανηγυρικὰ «Χριστὸς γεννᾶται· δοξάσατε» καὶ θὰ προσκαλεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ κάνουν τὴν καρδιά τους φάτνη, γιὰ νὰ ἐναποθέσει ἡ Παναγία τὸ θεῖο Βρέφος. Τὸ σπήλαιο ἐκεῖνο µετὰ τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου ἔπαψε νὰ εἶναι Ἀχούρι, τουτέστι στάβλος ἀλόγων ζώων. Ἔγινε τὸ κέντρο τῆς γῆς καὶ τὸ σηµεῖο ἀναφορᾶς ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ἐὰν καὶ ἐµεῖς δεχθοῦµε τὸ θεῖο Βρέφος µέσα στὸ ἀχούρι τῆς ψυχῆς μας, ἀχούρι ἀπὸ τὰ πάθη, τὰ ἐλαττώµατα καὶ τὶς ἐλλείψεις µας, τότε καὶ ἡ δική µας καρδιὰ θὰ γίνει κατοικία τοῦ ζῶντος Θεοῦ καὶ θρόνος τοῦ Ἐπουρανίου βασιλέως. Θὰ εἶναι κρίµα νὰ µείνει πανδοχεῖο, ὅπου «οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύµατι».

Χριστὸς ἐτέχθη! Ἀληθῶς ἐτέχθη!

παροσα µιλία πραγµατοποιήθηκε π τὸν σιολογιώτατο εροµόναχο π. ντίπα γιορείτη (Γέροvτα το Ἱ. βηριτικο Κελλίου Ἁγίας ννης Καρυν) στ πλαίσιο τς χριστουγεvvιάτικης κδηλώσεως, ποία λαβε χώρα στὴν Θεολογικ Σχολ το Α.Π.Θ., ὡς προσκεκληµέvου το Προέδρου το Τµήµατος Θεολογίας κ. Παναγιώτη Σκαλτς, στς 15 Δεκεµβρίου 2016.

ΠΗΓΗ: amen.gr

Ἠλεκτρονικὴ στοιχειοθεσία στὴν ἑλληνική: «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

 

Σχολιάστε

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ ποὺ διαπερνᾶ τὴν ζωὴ τοῦ κόσμου.

Layout 1Layout 1

Σχολιάστε

Η ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ

Η ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ

τοῦ Κώστα Β. Καραστάθη

.         Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ξαναβρίσκει τόν ὀρθό δρόμο του, καταυγασμένον αὐτή τή φορά ἀπό τό ἀνέσπερο “φῶς τῆς ἄνω φρυκτω­ρίας”. ‘Αναγεννᾶται. Γι᾽ αὐτό καί “ἡ κτίσις ἀγάλλεται”, καί “ἡ γῆ σύν τοῖς ἀνθρώποις εὐφραίνεται” καί “αἱ φύσεις καινοτομοῦνται”, καθώς ψάλλει ὁ ἱερός ὑμνωδός. Φυσικά, κανείς δέν ἀμφιβάλλει ὅτι στά δυό χιλιάδες χρόνια μετά τή Γέννηση δέν ἔλειψαν οἱ καταστρεπτικοί πόλεμοι, οἱ φόνοι, οἱ ἀδικίες καί τά λοιπά δεινά, ἀλλά καί κανείς δέν παραγνωρίζει ὅτι τό ποτάμι τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας κυλάει πιά σέ ἠρεμότερη καί ἀσφαλέστερη κοίτη. Ὅτι ὅλα ἀλλάξανε πρός τό δικαιότερο καί τό ἀνθρωπινότερο. Ἡ ἀνθρωπότητα βιώνει τά σωτήρια ἀποτελέσματα τοῦ θείου Λόγου. Σήμερα πράγματι “οὐκ ἔνι ‘Ιουδαῖος, οὐδέ Ἕλλην· οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος· οὐκ ἔστι ἄρσεν καί θῆλυ· πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰη­σοῦ” (Γαλ. γ´). Ὁ καταστατικός χάρτης κάθε ὀργανω­μένης κοινωνίας, γιά νά ἀναφέρουμε δυό – τρία ἁπτά παραδείγματα, ἔχει καθιερώσει σήμερα ἰσονομία καί ἰσοπολιτεία μεταξύ τῶν πολιτῶν της, πλουσίων καί πενήτων, δούλων καί ἀφεντάδων, λευκῶν καί ἐγχρώμων. Ἡ κοινωνική πολιτική πολλῶν κρατῶν γιά τά ἀσθενέστερα οἰκονομικῶς κοινωνικά στρώματα γίνεται ὁλοένα καί οὐσιαστικότερη. Οἱ διανθρώπινες καί διακρατι­κές σχέσεις ὁμαλοποιοῦνται. Ἡ εἰρήνη ἑδραιώνεται στόν κόσμο γιά χρονικά διαστήματα ὁλοένα καί μεγαλύτερα. Φυσικά, κανείς δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι τό μήνυμα τοῦ Μεγάλου ‘Ερχομοῦ ὑλοποιεῖται μέ γοργούς ρυθμούς, οὔτε ὅτι λαβαίνει σάρκα καί ὀστά συγχρόνως σέ ὅλες γενικά τίς γωνιές τοῦ πλανήτη, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, καί οἱ δυνάμεις τοῦ Κακοῦ δέν ἐξέλιπαν αὐτούς τούς εἴκοσι αἰῶνες, ἀλλά πάντως γίνεται πραγματικότητα καί γενικεύεται σ’ ὁλόκληρο τόν πλανήτη. Σταθερά καί ἀμετάκλητα ἡ ἀνθρωπό­τητα βγαίνει ἀπό τά τενάγη τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων, τῶν καταπιέσεων, τῆς ἐκμετάλλευσης ἀνθρώπου ἀπό ἄνθρωπο καί τῆς δυστυχίας, πού πηγή καί αἰτία εἶχαν (καί ἔχουν) τό συνάνθρωπο. Σταθερά καί ἀμετάκλητα ὁ κόσμος ὁδεύει τό δρόμο γιά “ἐπί γῆς εἰρήνη καί ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία”.

.           Παλιότερα οἱ χριστιανοί φτάνανε στόν ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων ὕστερα ἀπό γενικότερη ψυχική προετοιμασία καί ἀνάταση (νηστεία, προσευχή, κατανυκτικός ἐκκλησιασμός μέσα στή νύχτα, ἅγια κοινωνιά, φιλανθρωπικές πράξεις κλπ.). Φρόντιζαν τέτοιες μέρες νά κάνουν ταπεινές φάτνες τίς καρδιές τους, γιά νά ὑποδεχτοῦν τό νεογέννητο Θεό. Ἡ καθαρά θρησκευτική πλευρά τοῦ ἑορτασμοῦ ὑπερεῖχε τῆς ὑλικῆς. Ἡ δεύτερη, ὅσο καί ἄν ἦταν περιστασιακά ξεχωριστή καί πλούσια, ἦταν ἁπλά τό ἀπαραίτητο συμπλήρωμα τοῦ ἑορτασμοῦ. Ἀλλά δέ γίνεται τό ἴδιο καί στίς ἡμέρες μας. Τά τελευταῖα χρόνια τά πράγματα ἔχουν ἀντιστραφεῖ. Σήμερα τόν ἑορτασμό συνιστοῦν κυρίως τά ἐξωτερικά στοιχεῖα του, τά καθαρῶς ὑλικά καί τά στίλβοντα, τά ἐντυπωσιακά. Ἡ τυφλή ὑλοκρατία, δυστυχῶς, καί ὁ παχυδερμικός εὐδαιμονισμός, ἀγκάθια δυσθεώρατα, τείνουν νά καταπνίξουν ὁλότελα τήν πνευματική πλευρά τοῦ ἑορτασμοῦ καί νά καλύψουν τό χῶρο της μέ τήν τάση γιά ἀπόλαυση κατά τό δυνατόν περισσότερων καί ποικιλότερων ἀγαθῶν. Οἱ ἀντιλήψεις αὐτές μετατρέπουν τή μεγάλη αὐτή θρησκευτική γιορτή σέ ἐτήσια φολκλορική φιέστα μέ καταστόλιστα χριστουγεννιάτικα δέντρα (πραγματικά ἤ πλαστικά ἤ καί …σιδερένια ἐσχάτως!…), φάτνες, πολύχρωμα λαμπιόνια, μουσικές, χορούς, φαγοπότια, μεθύσια καί ἄλλα παρόμοια, πού ὄχι μονάχα καμιά σχέση δέν ἔχουν μέ τό μεγάλο γεγονός, ἀλλ’ οὔτε καί πραγματική χαρά προσφέρουν στούς ἑορταστές, οὔτε καί λιγοστεύουν κάν τό αἴσθημα τοῦ κενοῦ ἤ τοῦ ἀνικανοποίητου, πού δυναστεύει τήν ψυχή τους. Τέτοιος ἑορτασμός τῶν Χριστουγέννων ἀποστερεῖ τήν ψυχή ἀπό τήν τροφή της καί τήν ἐμποδίζει νά βιώνει τό ρίγος τῆς Θείας Γέννησης καί τό νόημα τῶν ἡμερῶν. “Τά Χριστούγεννα περνοῦν καί δέ μ᾽ ἀγγίζουν πιά”, ἀκοῦμε συχνά γύρω μας σέ τόνους δυσδιόρατης διαμαρτυρίας καί θλίψης, ἀλλά καί κάποιας ἀπόμακρης νοσταλγίας. Καί πῶς νά γίνει διαφορετικά, ἀφοῦ κρατᾶμε τό περιτύλιγμα τοῦ δώρου καί πετᾶμε τό ἴδιο τό δῶρο στά σκουπίδια; Ἀφοῦ γιορτάζουμε Χριστούγενα χωρίς Χριστό; Τί σχέση μπορεῖ νά ἔχει ἕνας τέτοιος ἑορτασμός μ᾽ ἐκεῖνον πού περιγράφεται στά διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη καί πού βίωσαν στά νιάτα τους καί μολογᾶνε οἱ γεροντότεροί μας, δηλαδή τόν ἑλληνορθόδοξο ἑορτασμό; Τί ἀπόγιναν τά ὡραῖα χριστουγεννιάτικα ἔθιμά μας; Καί αὐτά τά τρισχαριτωμένα κάλλαντα πῶς ἔγινε καί ἀκούγονται κάθε χρόνο καί λιγότερο; Ἀργοσβήνουνε καί αὐτά. Οἱ πόρτες μας μέ τήν τόση θωράκιση ἀπόγιναν ἀπροσπέλαστες ἀκόμα καί στά παιδάκια τῆς γειτονιᾶς, πού φτάνουν στό κατώφλι μας μέ τά τρίγωνα στά χέρια… Καί τό τραγικό τῶν ἡμερῶν μας εἶναι ὅτι ἐνῶ θωρακίζουμε τίς πόρτες τῶν σπιτιῶν μας, γιά νά διαφυλάξουμε τά λίγα ἤ πολλά ὑπάρχοντά μας ἀπό κάποιους λιμώττοντες καί ἁρπακτικούς μετανάστες, λησμονοῦμε τίς κερκόπορτες τῆς ψυχῆς μας ὀρθάνοιχτες καί προσπελάσιμες σέ κάθε ξένη πολιτι­στική εἰσβολή. Ἀποκοβόμαστε ἀργά καί ἀνεπαίσθητα ἀπό τά πατροπαράδοτά μας. Ἀπαρνιόμαστε τά ἔθιμά μας, ἀντικαθιστοῦμε τά ἤθη μας, περιφρονοῦμε τά τραγούδια μας, λησμονοῦμε τίς παραδόσεις μας, ἀμφισβητοῦμε – γίνεται καί αὐτό! – καί σνομπάρουμε τήν ἱστορία μας, μακελεύουμε σκόπιμα τή γλώσσα μας. Χάνουμε τίς πολιτιστικές ἀντιστάσεις καί ἄμυνές μας. Μένουμε ἀνυπεράσπιστοι στόν ξένο πολιτιστικό ἰμπεριαλισμό. Ἄκριτα καί ἀδίστακτα υἱοθετοῦμε καθετί τό ξενόφερτο. Πετᾶμε τά προαιώνια χρυσάφια καί διαμάντια τῆς ἑλληνορθόδοξης Παράδοσής μας καί στολίζουμε τή ζωή μας μέ τίς γυαλιστερές “χάντρες” κάποιας ξένης εἰσαγόμενης παράδοσης, πού δέν ἔχει ρίζες καί πού δέ μᾶς ταιριάζει. Παραδινόμαστε ἀμαχητί στόν ξένο τρόπο ζωῆς, σκέψης καί συμπεριφορᾶς. Ἀλλοτριωνό­μαστε. Φραγκεύουμε ὁλοταχῶς. Εἶναι νά λυπᾶται κανείς: Ἐπιβιώσαμε ὡς Ἕλληνες μέσα ἀπό σκληρότατες καί μακροχρόνιες δουλεῖες καί κινδυνεύουμε μέ ἀφανισμό τώρα ὡς ἐλεύθεροι. Θά εἴμαστε, φοβοῦμαι, ὁ πρῶτος στόχος καί τό πρῶτο θύμα τοῦ ὁδοστρωτήρα τῆς παγκοσμιοποίησης. Καί ὄχι τυχαῖα… Καί δέ μᾶς σώζει, παρά μονάχα ἡ ἀνάκτηση τῆς ρωμέικης αὐτοσυνειδησίας μας, ὁ αὐτοέλεγχος, καί ἡ ἔγκαιρη καί δυναμική ἐπιστροφή μας στήν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση.

,

Σχολιάστε

«ΚΥΡΙΕ, ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΣΟΥ»

Κύριε, φέρε τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο!

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Κύριε, ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τῶν αἰώνων καὶ βρέθηκε τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς Σου, ἡ ἀειπάρθενος κόρη, ἡ Παναγία μας, σαρκώθηκες καὶ ἔγινες, ὁ τέλειος Θεός, τέλειος ἄνθρωπος. Ἦλθες στὴ γῆ, γιὰ νὰ μᾶς ἀνυψώσεις ὅλους στὸν οὐρανό. Ἔγινες ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς κάνεις θεούς. Τί μεγάλη τιμὴ γιὰ ὅλους μας, γιὰ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, αὐτὸ ποὺ ἐξέπεσε ἀπὸ τὸν Παράδεισο γιὰ τὴν ἐφήμερη ἁμαρτία!

.          Κύριε, τὸν ἐρχομό Σου στὴ γῆ Ἄγγελοι συνόδευσαν δοξολογοῦντες καὶ ψάλλοντες: «Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη». Στὸν ταραγμένο κόσμο ἦλθες Ἐσύ, Κύριε, ὁ εἰρήναρχος Θεός, γιὰ νὰ μᾶς φέρεις τὴν εἰρήνη. Ἦλθες γιὰ νὰ μᾶς σταματήσεις τοὺς πολέμους καὶ νὰ ἐξαπλώσεις τὴν εἰρήνη σὲ ὅλη τὴ γῆ. Ἦλθες γιὰ νὰ γαληνέψεις τὶς ἀγριεμένες ψυχές μας, νὰ τὶς μαλακώσεις, νὰ εἰρηνεύσεις τὶς οἰκογένειες μας, τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες μας. Σκοπὸς καὶ πόθος Σου ἦταν καὶ εἶναι μέσα στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἡ ἐξάπλωση τῆς εἰρήνης Σου παντοῦ, ἀφοῦ, δυστυχῶς, ἡ γῆ μας μαστίζεται, τὸ γνωρίζεις καλὰ καὶ κλαῖς, ἀπὸ πολέμους, ἀτέλειωτες συρράξεις μὲ ἑκατόμβες νεκρῶν καὶ πολὺ περισσότερους περίλυπους συγγενεῖς, ἀδελφούς, φίλους, ὀρφανὰ καὶ χῆρες.

.              Κύριε, ἡ εἰρήνη ἀποτελεῖ τὸ κύριο γνώρισμα τῆς θεότητός Σου, γι’ αὐτὸ καὶ Σὲ ὀνομάζουμε «Θεόν τῆς εἰρήνης» (Β´ Κορ. ιγ´ 11). Σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεώς Σου ἦταν νὰ ἐπιφέρεις τὴν εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Θεοῦ Πατρός Σου καὶ ὅλων μας, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, εἰρήνη ἡ ὁποία εἶχε διαταραχθεῖ ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἀμάρτημα καὶ ἀπὸ τὶς μετέπειτα ἁμαρτίες μας. Ἤθελες νὰ σταματήσουν οἱ πόλεμοι καὶ νὰ ἐπικρατήσει εἰρήνη ἐδῶ στὸν κόσμο, γι’ αὐτὸ καὶ μόλις ἐμφανίσθηκες ἀναστημένος στοὺς μαθητές Σου, ὁ πρῶτος λόγος Σου ἦταν· «Εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάν. κ΄19).

.               Κύριε, ἡ εἰρήνη Σου, ἡ «πάντα νοῦν ὑπερέχουσα» χαρακτηρίζεται καὶ εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος: «Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐστὶν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη..» (Γαλ. ε´ 22). Ἔτσι, αὐτοὶ ποὺ δὲν γαληνεύουν τὶς ψυχὲς καὶ προκαλοῦν σχίσματα καὶ προστριβὲς δὲν εἶναι εἰρηνοποιοί, δὲν εἶναι δικά Σου παιδιά. Σὲ αὐτῶν τὶς καρδιὲς δὲν ἔχεις γεννηθεῖ, ἔτσι, αὐτοὶ εἶναι ζηλόφθονοι, ἐριστικοί, ἀκατάστατοι καὶ ἂς νομίζουν ὅτι εἶναι γραμματιζούμενοι καὶ μεγάλοι, ἀφοῦ ἀρέσκονται ὄχι στὴν ὡραιότητα τῆς συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ στὴ φαυλότητα, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἅγιο Ἰακωβο τὸν Ἀδελφόθεο ποὺ λέει: «Ὅπου ζῆλος καὶ ἐριθεία, ἐκεῖ ἀκαταστασία καὶ πᾶν φαῦλον πρᾶγμα. Ἡ δὲ ἄνωθεν σοφία πρῶτον μὲν ἀγνή ἐστιν, ἔπειτα δὲ εἰρηνική…» (Ἰακ. γ´ 16).

.           Κύριε, ἐὰν μετρηθοῦμε ὅλοι μας μὲ τὸ μέτρο τοῦ Εὐαγγελίου Σου, ἐλάχιστοι θὰ βρεθοῦμε νὰ Σὲ ἀγαποῦμε πραγματικά. Δυστυχῶς τηροῦμε τοὺς τύπους, πολλὲς φορὲς ἀσυνείδητα, μὲ ἐκκλησιασμὸ καὶ μὲ ἐλεημοσύνες ἀπὸ τὸ περίσσευμά μας, ἀλλὰ ἡ διαίρεση, τὸ σχίσμα, ἡ φατρία ὀργιάζει στὴν καθημερινότητά μας. Ἡ εἰρήνη Σου δὲν μᾶς ἀγγίζει.

.              Κύριε, οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι κατὰ τὴ γέννησή Σου πρῶτα τόνισαν τὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ Πατρός Σου καὶ ὕστερα τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο. «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β´ 14). Ἐκεῖνοι πού δέν Σὲ δοξάζουν μὲ πίστη καὶ προσευχή, ἔχουν διαρκεῖς πτώσεις στὴ ζωή τους καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν εἰρήνη στὴν ψυχή. Ταραγμένη ψυχὴ πῶς μπορεῖ νὰ ἔχει χαρὰ καὶ νὰ προάγει τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο; Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Σου Παύλου «Αὐτός γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Ἐφ. β´ 14) μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο Σου στὴν οὐσία εἶναι ἡ μόνη στὸν κόσμο ὑπάρχουσα Ἐπιστήμη περὶ τῆς Εἰρήνης καὶ ἡ ἀπόλυτη ἐφαρμογή του εἶναι ἡ ἀπόλυτη εἰρήνη.

.             Κύριε, τὰ ἀνδρόγυνα εἰρηνεύουν, ὅταν ἐφαρμόζουν τὸ νόμο τοῦ Εὐαγγελίου Σου, τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης. Στὴν οἰκογένεια ὅπου δοξάζεται τὸ ὄνομά Σου κυριαρχεῖ ἡ τιμιότητα καὶ ἡ εἰρήνη εἶναι διάχυτη παντοῦ. Ὅπως ἡ ζέστη εἶναι συνέπεια τῆς φωτιᾶς, ἔτσι, καὶ ἡ εἰρήνη εἶναι συνέπεια τῆς ἐνθρονίσεώς Σου στὶς καρδιές μας, Σοῦ τοῦ Εἰρηνάρχου Θεοῦ μας, τῆς προτυπώσεως τῆς ἀρετῆς. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς κοινωνίες τῶν προσώπων. Ὅπου καλλιεργεῖται ἡ ἀρετή, ἐκεῖ οἱ λαοὶ εἰρηνεύουν. Ὅπου αὐτὴ ταλαντεύεται ἡ εἰρήνη ἀπομακρύνεται καὶ οἱ ἔριδες καὶ οἱ συγκρούσεις καὶ οἱ πόλεμοι δίνουν τὸ καταστροφικό τους παρόν.

.          Κύριε, προσωπικὰ δὲν εἰρηνεύουμε, δὲν ἀφήνουμε τόπο στὴν καρδιά μας γιὰ Ἐσένα, οὔτε σὲ μιὰν ἄκρη, οὔτε σὲ μιὰ σπηλιά. Ἔτσι, καὶ αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα, τὸ βλέπεις, Κύριε, ὅτι κλαίοντας Σοῦ τὸ λέω, εἶναι Χριστούγεννα τοῦ τρόμου καί τοῦ φόβου γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους καὶ γιὰ πολλοὺς λαούς.

.            Γιατί, ὅμως; Γιατί ἐμεῖς, Κύριε, θελήσαμε νὰ δημιουργήσουμε ἕνα κόσμο χωρὶς Ἐσένα, χωρὶς τὴν εἰρήνη Σου, αὐτὴ πού Ἐσὺ μᾶς χαρίζεις, εἰρήνη στὶς ψυχές μας, εἰρήνη μεταξύ τῶν λαῶν, εἰρήνη στίς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Ἑπιθυμία τόσο μεγάλη, ἀλλὰ καὶ τόσο ἀνικανοποίητη.

.            Σήμερα, Κύριε, μόνο εἰρήνη δὲν θὰ βρεῖς στὴ γῆ μας. Οἱ σειρῆνες τοῦ πολέμου ἠχοῦν ἐφιαλτικὰ γύρω μας. Μαίνονται ἐμφύλιοι πόλεμοι καὶ πόλεμοι μεταξὺ ἐθνῶν μὲ ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀνθρώπους νὰ παίρνουν τόν πικρὸ δρόμο τῆς προσφυγιᾶς, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τί θὰ τοὺς τύχει στὸ δρόμο ἢ ποῦ τελικὰ θὰ καταλήξουν; Θρηνοῦμε γιὰ τὰ θύματα, τοὺς πρόσφυγες τοὺς ἄστεγους, τοὺ λησμονημένους. Κλίνουμε, ὅμως, τὰ γόνατα καὶ Σὲ παρακαλοῦμε μὲ δάκρυα, Εἰρήναρχε Κύριε: Ἀφόπλισε τὶς καρδιές μας ἀπὸ τὴν κακία, γιατὶ μὲ αὐτὴ δὲν ἐπιτυγχάνεται εἰρήνη, ὅσο καὶ ἂν ἀφοπλιστοῦν ὅλα τὰ ἔθνη. Ἐὰν ἀγάπη δὲν ἔχουμε στὶς καρδιές μας καὶ χωρὶς ὅπλα θὰ ἐπιτεθοῦμε στοὺς γύρω μας, μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια. Ἔλα, Κύριε, νὰ μᾶς εἰρηνεύσεις, φέρε τὴν εἰρήνη Σου στὴ γῆ μας μὲ τὴ γέννησή Σου! Ἄλλαξε τὸν τρόπο ζωῆς μας. Ἀξίωσέ μας νὰ Σὲ δεχθοῦμε, νὰ Σοῦ προσφέρουμε κατάλυμμα στὴν καρδιά μας, γιὰ νὰ μένεις μόνιμα, νὰ μᾶς εἰρηνεύεις καὶ νὰ φαινόμαστε στοὺς ἄλλους πραγματικὰ δικοί Σου, εἰρηνοποιοὶ καὶ φιλάρετοι.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -3 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)

Ἡ γέννηση ὑπὸ τὴν γῆν
-3-

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Νικολάου Ἀχρίδος (Βελιμίροβιτς)
«Ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος»- ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 2012, σελ. 21-22

Ἠλ. στοιχειοθεσία «Χριστιαν.  Βιβλιογραφία»

Μέρος Α´: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -1 (Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)

Μέρος Β´: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΓΗΝ -2 «Γεννώντας τὸν Ἥλιο θὰ ἦταν ἀστεῖο, ἂν συνέχιζε νὰ γεννάει μετεωρίτες»!(Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς)

.             Ἆραγε αὐτὸ συνέβη τυχαία; Ἦταν τυχαῖο ποὺ ὁ Μεσσίας, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου γεννήθηκε σὲ αὐτὸ τὸ σκοτεινὸ βράχο; Δὲν ἦταν τυχαῖο. Δὲν ὑπάρχει κανένα τυχαῖο γεγονὸς στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίστηκαν ἀντίχριστοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίστηκαν πὼς ὁ Χριστὸς οὔτε ποὺ γεννήθηκε. Αὐτὴ ὅμως ἡ πέτρινη σπηλιὰ ἀποδεικνύει πὼς αὐτοὶ ψεύδονται. Ἐπειδὴ ὅλα τὰ πανδοχεῖα καὶ ὅλα τὰ χάνια στὴν Βηθλεέμ, τῶν ὁποίων ὁ Ἰωσὴφ χτύπησε τὴν πόρτα ζητώντας μέρος γιὰ διανυκτέρευση, σήμερα δὲν ὑπάρχουν, οὔτε ἕνα σπίτι, οὔτε ἕνας τοῖχος! Μὲ τὸν καιρὸ ὅλα καταστράφηκαν καὶ χάθηκαν στὴ σκόνη.
.             Ἂν δηλαδὴ ὁ Χριστὸς γεννιόταν σὲ κάποιο πανδοχεῖο, ποὺ ἀργότερα καταστράφηκε, οἱ ἀντίχριστοι θὰ διέδιδαν προπαγανδιστικὰ τὴν πληροφορία πὼς αὐτὸς δὲν γεννήθηκε ποτέ. Ἡ σπηλιὰ ὅμως στέκεται ἄθικτη, ἀπείραχτη, μαρτυρώντας τὴν γέννησή Του. Δὲν γεννήθηκε δηλαδὴ τυχαία σὲ σπηλιά, ἀλλὰ λόγῳ οὐράνιας λογικῆς. Ὅταν λοιπὸν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὴν γῆ καὶ τῆς ἔδωσε μορφή, ἔδωσε μορφὴ καὶ σ᾽ αὐτὴ τὴν σπηλιά, ποὺ τὴν προόριζε γιὰ λίκνο τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ Του.
.             Ἂν κάποιος τώρα ἐνδιαφέρεται νὰ δεῖ πῶς ἦταν ὁ υἱὸς τῆς Παρθένου Μαρίας, αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ξέρουμε. Ὑπάρχει ὅμως μία διήγηση γιὰ τὸν βασιλιὰ Δαβίδ, ποὺ μᾶς διαφωτίζει γιὰ τὸ πὼς ἦταν τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διήγηση λέει: ὅταν ὁ Δαβὶδ ἦταν νεαρὸς καὶ βοσκοῦσε τὰ πρόβατα γύρω ἀπὸ τὴν Βηθλεέμ, κατέβηκε μία ζεστὴ μέρα σὲ ἐκείνη τὴν ἴδια σπηλιά, ὅπου ἀργότερα γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς. Κατέβηκε γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ καὶ νὰ δροσιστεῖ. Ὅταν κοιμήθηκε, αἰσθάνθηκε κάτι φοβερὸ νὰ τὸν σφίγγει καὶ νὰ τὸν πνίγει. Ξύπνησε καὶ τί εἶδε; Ἕνα φοβερὸ φίδι εἶχε τυλιχτεῖ γύρω ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια του καὶ εἶχε ἀνοίξει τὰ σαγόνια του, γιὰ νὰ τὸν δαγκώσει. Μὲ θανάσιμο φόβο φώναξε ὁ Δαυίδ: Κύριε, σῶσε με! Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἐμφανίστηκε στὴ σπηλιὰ ἕνα παιδὶ ἀπερίγραπτης ὀμορφιᾶς, ντυμένο μὲ λευκὰ ροῦχα, φωτεινὸ σὰν τὸν ἥλιο. Ἔβαλε τὸ χέρι του πάνω στὸ φίδι καὶ τὸ φίδι ἔφυγε ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Δαβὶδ καὶ ἐξαφανίστηκε. Τὸ παιδὶ κοίταξε μὲ ἠρεμία τὸν Δαβὶδ καὶ τοῦ εἶπε: Μὴ φοβᾶσαι! Αὐτὸ τὸ βλέμμα, αὐτὴ ἡ φωνὴ καὶ αὐτὴ ἡ μορφὴ ἔμεινε γιὰ πάντα χαραγμένη βαθιὰ στὴν ψυχὴ τοῦ Δαβίδ, ποὺ τότε ἦταν βοσκὸς καὶ ἀργότερα ἔγινε βασιλιὰς καὶ ψαλμωδός. Πολλὰ χρόνια ἀργότερα ὁ Δαβίδ ἐξέφρασε τὴν ἀνάμνηση τῆς εἰκόνας ἐκείνου τοῦ παιδιοῦ στὸν ψαλμὸ ΜΕ´ ὅπου λέει: ἐσὺ εἶσαι ὁ πιὸ ὡραῖος ἀνάμεσα στοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, ἡ εὐλογία ρέει ἀπὸ τὸ στόμα σου, ἐπειδὴ σὲ εὐλόγησε ὁ Θεὸς αἰώνια.(Ψαλμ. Μδ´3)

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

,

Σχολιάστε