Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χριστούγεννα

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–4

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Δ´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

Μέρος Β´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

Μέρος Γ´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–3

2. Πῶς ἀναγεννιόμαστε

.         Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἀποχαιρετοῦσε τοὺς μαθητές του λίγο πρὶν τὸ πάθος, τοὺς εἶπε πὼς θὰ τοὺς στείλη τὸν Παράκλητο, ὁ ὁποῖος «παρ’ ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται» (Ἰω. ιδ´ 17), ποὺ τώρα εἶναι κοντά σας, ἀλλὰ τότε θὰ εἶναι μέσα σας. Αὐτὸς ὁ Παράκλητος ἐπιτελεῖ τὴν τρίτη ἐν Πνεύματι γέννησι τοῦ Χριστοῦ μέσ’ στὴν καρδιά μας. Αὐτὸς ἑνώνεται μαζί μας καὶ φέρνει στὸν κόσμο ἕνα νέο Χριστό, τὸν ἀναγεννημένο ἑαυτό μας. Ἀλλὰ πῶς μᾶς ἐπισκέπτεται ὁ Παράκλητος;
.         Ἡ πρώτη μας συνάντησι μαζί του γίνεται μὲ τὴν πίστι. Ἡ πίστι ἀνοίγει τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ μπῆ μέσα ὁ Κύριος. Ἡ πίστι τὸν ὑποδέχεται, ὑποτάσσει τὶς καρδιὲς μας σ’ αὐτὸν καὶ γεννᾶ μέσα τους θερμὸ ἐνδιαφέρον καὶ δυνατὸ πόθο γιὰ νὰ τὸν πλησιάσουν. Αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν πρωταρχικὴ προϋπόθεση τοῦ «κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν ἐν ταῖς καρδίαις», λέει ὁ Παῦλος (Ἐφ. γ´ 17). Χρειάζεται, ὅμως, καὶ ἡ ἀγάπη, γιὰ νὰ μείνη μέσα μας ὁ Κύριος καὶ νὰ μᾶς κάνη ναό του καὶ θυσιαστήριό του. «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν», καταθέτει ὁ Ἰησοῦς (Ἰω. ιδ´ 23). Γιὰ νὰ στερεωθῆ ἡ πίστι μας καὶ νὰ αὐξηθῆ ἡ ἀγάπη, μᾶς βοηθᾶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ θεῖος λόγος, τὸ κήρυγμα καὶ ἡ διδασκαλία, κατοικεῖ πλούσια μέσα μας, τότε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σφηνώνει ὄχι ἁπλῶς ἀνάμεσά μας, ἀλλὰ μέσα στὰ σπλάγχνα μας. Μᾶς καλλιεργεῖ μυστικὰ καὶ μᾶς ἑτοιμάζει γιὰ τὴ τέλεια ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό.
.           Ἀλλὰ ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπὶ τέλους συντελεῖται μέσα μας ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ μυστήριο. Ὁ Κύριος τὸ δήλωσε ἀπερίφραστα· «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. ϛ´ 56). Ἔρχεται, χτυπᾶ τὴν πόρτα μας καὶ ὅταν τοῦ ἀνοίξουμε, μᾶς κάνει αὐτὸς τὸ τραπέζι. Αὐτός, ὁ ζητιάνος τῆς σωτηρίας μας, φέρνει τὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα του νὰ μᾶς θρέψη καὶ νὰ μᾶς κάνη εὐτυχισμένους. Μᾶς καλεῖ νὰ συνδειπνήσουμε, διότι «ἀληθῶς ἡ σάρξ του ἐστὶ βρῶσις, καὶ ἀληθῶς τὸ αἷμα του ἐστὶ πόσις» (Ἰω. ϛ´ 55). Τότε γιορτάζουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα, ὅταν μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ πίστι καὶ μὲ ἀγάπη μεταλαμβάνουμε τὰ ἄχραντα μυστήρια καὶ ἀναγεννιόμαστε μαζὶ μὲ τὸν νεογέννητο Χριστό.

3. Ἡ σημασία τῆς ἀναγεννήσεως

.               Χωρὶς αὐτὴ τὴν τρίτη γέννησι οὔτε ἡ πρώτη ἀΐδια γέννησι οὔτε ἡ δεύτερη ἱστορικὴ ἐνσάρκωσι τοῦ Χριστοῦ ἔχουν κανένα νόημα καὶ καμία ἀξία γιὰ μᾶς, ὅσο σπουδαία καὶ μεγάλα κι ἂν εἶναι. Αὐτὴ θ’ ἀξιοποιήση τὰ δῶρα τους, διότι αὐτὴ θὰ κάνη προσωπικό μας σωτήρα τὸν Χριστό, θὰ ἰδιοποιήση τὸ ἔργο του γιὰ τὴν σωτηρία μας.
.         Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν» (Α´ Τιμ. δ´ 10). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦλθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ σώση ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, δὲν σώζονται, ὅμως, ὅλοι· σώζονται μόνο οἱ πιστοί. Ἡ σωτηρία ποὺ ἔφερε ὁ Χριστός, εἶναι ἀντικειμενική. Γιὰ νὰ γίνη ὑποκειμενική, γιὰ νὰ σωθῆ ὁ καθένας, πρέπει νὰ πιστέψη. Ὁ Χριστὸς μὲ τὸν ἐρχομό του στὸν κόσμο ἄνοιξε τὴν πύλη τῆς ζωῆς, ἔστρωσε τὸ τραπέζι τῆς χαρᾶς, ἔφερε τὰ φάρμακα τῆς σωτηρίας. Γιὰ νὰ θεραπευτῆ ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ χορτάση, γιὰ νὰ σβήση τὴ δίψα του, εἶναι ἀνάγκη νὰ καθίση καὶ νὰ φάη στὸ τραπέζι, νὰ πιῆ ἀπὸ τὴν πηγή, νὰ δεχθῆ τὰ φάρμακα. Διαφορετικά, παραμένει ὅπως καὶ πρὸ Χριστοῦ στὴ φθορὰ καὶ κατρακυλάει στὸν θάνατο. Στὴν περίπτωση, ὅμως, αὐτὴ δὲν ἔχουμε κανένα δικαίωμα νὰ κατηγοροῦμε τὸν Χριστό.
.           Στὰ παλιὰ χρόνια οἱ ληστὲς συνήθιζαν, ὅταν ἤθελαν νὰ σκοτώσουν δύο ἀνθρώπους, νὰ σκοτώνουν τὸν ἕνα, καὶ τὸν ἄλλο νὰ τὸν δένουν ζωντανὸ μὲ τὸ πτῶμα πρόσωπο μὲ πρόσωπο, καὶ νὰ τὸν ἀφήνουν ἔτσι μέχρι νὰ πεθάνη. Φαντασθεῖτε τὴ δυστυχία τοῦ ζωντανοῦ, ποὺ πέθαινε ἕναν ἀργὸ καὶ φρικιαστικὸ θάνατο. Μὲ πόση σπουδὴ θὰ τινάζονταν μακριὰ ἀπὸ τὸ πτῶμα, ἂν κάποιος τὸν ἐλευθέρωνε! Κι ὅμως στὴν περίπτωσί μας οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀγκαλιάζουν καὶ σφίγγουν μὲ τὰ χέρια τους τὸ πτῶμα τοῦ θανάτου καὶ μετὰ τὴν ἐλευθερία ποὺ χάρισε ὁ Χριστός!
.         Τὸ παράδειγμα μᾶς βοηθᾶ νὰ βγάλουμε ὠφέλιμα συμπεράσματα. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμαστε εἰδωλολάτρες καὶ μετὰ τὴν γέννησι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. α´ 9). Φωτίζονται ὅσοι τὸ δέχονται· οἱ ἄλλοι μένουν στὸ σκοτάδι, στὴν ἀπιστία, στὴν πλάνη, στὴν διαφθορά.
.             Καὶ τὸ ἄλλο συμπέρασμα· φοβερὸ ἡ τύφλωση, κακὸ ἡ ἀρρώστια, τραγικὸ ἡ σκλαβιά. Γιὰ σκεφθῆτε, ὅμως, πόσο χειρότερη εἶναι ἡ κατάστασι νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς καὶ νὰ νομίζη ὅτι βλέπει, νὰ εἶναι ἄρρωστος καὶ νὰ μὴ τὸ ξέρη, νὰ εἶναι σκλάβος καὶ νὰ πιστεύη ὅτι εἶναι ἐλεύθερος! Αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ λεγόμενου χριστιανικοῦ κόσμου. Εἶναι εἰδωλολάτρες, προσκυνοῦν εἴδωλα καὶ ξόανα, λατρεύουν θεοὺς καὶ θεές, ζοῦν στὴν πλάνη καὶ στὴν ἀπιστία, κατοικοῦν στὰ μνήματα τοῦ θανάτου, ἔχουν ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς ἔκφυλης ζωῆς, καὶ ὅμως, νομίζουν, ὅτι εἶναι χριστιανοί, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀντίχριστοι. Εἶναι, ὅμως, χωρὶς Χριστό!
.             Ὤ, νὰ μπορούσαμε νὰ νιώσουμε βαθειὰ μέσα μας ὅτι ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο γεγονὸς ὄχι μόνο τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ τῆς δικῆς μας ζωῆς! Ὁ ἐρχομός του δὲν χώρισε μόνο τὴν ἱστορία στὴν πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστὸν ἐποχή, ἀλλὰ χώρισε καὶ τὴν ἀνθρωπότητα στὴν ἐκτὸς Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστοῦ. Ἐκτὸς Χριστοῦ εἶναι ὅσοι δεμένοι μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀπιστία μένουν μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Μετὰ Χριστοῦ εἶναι ὅσοι πιστοὶ καὶ ἁγνοὶ τὸν ἀκολουθοῦν ἢ ὅσοι ἁμαρτωλοὶ μετάνιωσαν καὶ ἐπέστρεψαν κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ ζοῦν μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.
.             Αὐτοὶ γιορτάζουν ἀληθινὰ Χριστούγεννα μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ δοξολογοῦν τὸν Κύριο, ποὺ ἐκένωσε τὸν ἑαυτό του (Φιλ. β´ 7), διέσπασε τὴ σφαίρα τῆς αἰωνιότητας καὶ μπῆκε στὴν τροχιὰ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἔγινε ἄνθρωπος, ἦλθε ἀνάμεσά μας καὶ πλησιάζει τὸν καθένα μας προσωπικά. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος… καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. α´ 1·14). Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ θεόπνευστα λόγια του εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου κρύβεται ὅλη ἡ σωτήρια ἀλήθεια καὶ ἡ λυτρωτικὴ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων, ποὺ δίνεται δῶρο σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ τὴν πίστι δέχονται νὰ γεννηθῆ ὁ Χριστὸς μέσα τους, γιὰ νὰ ἀναγεννηθοῦν οἱ ἴδιοι μὲ τὴ χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ καὶ νὰ γίνουν «τέκνα Θεοῦ» (Ἰω. α´ 12-13).

Διαφημίσεις

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–3

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Γ´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

Μέρος Β´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

3. Τὰ περιστατικὰ τῆς γεννήσεως

 .             Τὰ περιστατικὰ ποὺ συνδέονται μὲ τὴν γέννησι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πολὺ γνωστά, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν θ’ ἀναφερθοῦμε σὲ λεπτομέρειες. Ἡ ἀπογραφή, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι, τὸ σπήλαιο, τὸ ἀστέρι, οἱ προφητεῖες, εἶναι ὅλα γεγονότα ποὺ ἔχουν συμβῆ μέσα σὲ ὡρισμένο χρόνο, ἀλλὰ καὶ σὲ ὡρισμένο τόπο. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τοὺς κρίκους, ποὺ συνδέουν τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Θεοῦ.
.                 Ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ἐπισκέφθηκε τὴ γῆ. Τότε ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα ἦταν ὅσο ποτὲ ἕτοιμη νὰ τὸν δεχθῆ, ὅταν διέθετε μία θρησκεία ἀληθινή, τὸν ἰουδαϊσμό, μία γλῶσσα κατάλληλη, τὴν ἑλληνική, καὶ μία διοίκηση ἑνιαία, τὴ ρωμαϊκή· τότε ποὺ τὸν εἶχε ὅσο ποτὲ ἀνάγκη, ὅταν ἡ θρησκεία ἦταν χρεωκοπημένη, ἡ φιλοσοφία ἀνήμπορη γιὰ λύτρωσι, ἡ διοίκηση διεφθαρμένη· τότε γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς. Ἦταν ἡ ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἡ ἁμαρτία ἔδωσε τὸν πιὸ σάπιο καρπό της, μία ψυχορραγοῦσα ἐξαθλιωμένη ἀνθρωπότητα, καὶ ἡ χάρις τὸ πιὸ εὐωδιαστὸ λουλούδι της, μία ταπεινὴ ἁγνὴ παρθένο. Ἦταν ὁ καιρὸς ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ἄλλη ἀναβολὴ οὔτε ἄλλη ἀναμονή· ὁ κόσμος δὲν μποροῦσε νὰ περιμένη ἄλλο, εἶχε ἀποκάμει.
.                 Γιατί, ὅμως, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς; «Ἔκλινε οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Ψαλμ. ιζ´ 10) διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ κάνη τὸν ἄνθρωπο θεό, ὅπως λέει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, κατέβηκε στὴ γῆ, γιὰ νὰ ἀνεβάση τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό, νὰ τὸν ξαναφέρη στὴ χαμένη πατρίδα, νὰ τοῦ ξαναδώση τὸ ἀρχαῖο κάλλος. Οἱ ἄνθρωποι ἀναζητοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ δὲν τὸν ἔβρισκαν, ἀναζητοῦσαν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶχαν· «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» (Ἰω. ε´ 7) ἀκούγεται χαρακτηριστικὰ τὸ παράπονο τοῦ παραλυτικοῦ. Τότε ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος καὶ ἡ ἀνθρωπότητα βρίσκει στὸ πρόσωπό του συγχρόνως καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, τὸν Θεάνθρωπο, ποὺ γίνεται ὁ δοτήρας τῆς σωτηρίας καὶ τῆς εὐτυχίας της. Μὲ τὴν ἄκρα ταπεινοφροσύνη του ὁ Κύριος ἔκανε φανερὴ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του καὶ γνώρισε στὸ πλάσμα του πόσο ἀπέραντα οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων μπορεῖ νὰ εἶναι.
.                 Μὲ τὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἡ Ἐκκλησία μᾶς φέρνει κοντὰ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ μᾶς βοηθᾶ νὰ τὰ δοῦμε στὴν ἀληθινή τους διάστασι, ἔξω ἀπὸ κάθε πανηγυρισμὸ τόσο δευτερεύοντα, νὰ ζήσουμε τὸ πρῶτο· πῶς ὁ Θεὸς ἔγινε Ἐμμανουήλ, ἔγινε ὁ μεθ’ ἡμῶν Θεός. Κι ὅπως αὐτὸς ἔσπασε τὴ θεία ἕλξι καὶ μπῆκε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ σπάσουμε τὴ γήινη ἕλξι καὶ νὰ μποῦμε στὴν τροχιὰ τοῦ Θεοῦ. Νὰ διασχίσουμε τὸν γνόφο τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας μας καὶ νὰ βυθισθοῦμε στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ πνεύματος, ἐκεῖ ποὺ θὰ βροῦμε τὴν τέλεια συγκατάβαση προσωποποιημένη στὸ θεῖο βρέφος τῆς φάτνης. Τότε, καθὼς θὰ ἀγκαλιάζουμε μετανιωμένοι γιὰ τὴν ἄγνοια καὶ τὴν κακία μας τὸν μικρὸ Χριστό, θὰ νιώσουμε πραγματικὰ ἕνα ἀέρα λυτρωμοῦ νὰ φουσκώνη τὰ στήθη μας. Λύτρωσι ἀπὸ τὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀπογοήτευσι, ποὺ μᾶς κερνᾶ ἡ ἀπατηλὴ ἀγάπη καὶ ἡ ψεύτικη εἰλικρίνεια τοῦ κόσμου. Λύτρωσι ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ μᾶς φορτώνουν οἱ βαριὲς ἀνέσεις μας καὶ ἡ τυφλὴ μηχανή. Ἀνάλαφροι, εἰρηνικοὶ μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπό μας, χαρούμενοι θὰ κρατοῦμε στὰ χέρια μας τὴν Ἐλπίδα μας, τὸν Σωτήρα μας, ἢ μᾶλλον αὐτὸς θὰ μᾶς κρατᾶ στὰ δικά του θεῖα χέρια.

Η ΤΡΙΤΗ ΓΕΝΝΗΣΙ

Γ. Ὁ Ἐμμανουὴλ
Καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν

1. Ἡ ἀναγέννησι

.                 Ἡ τρίτη γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ γέννησί του στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν πιστεύουν καὶ τὸν δέχονται προσωπικό τους Θεό. Διότι ἂν καὶ ὁ Χριστὸς ἐνανθρώπησε, γιὰ νὰ σώση ὅλο τὸ, κόσμο, ἐν τούτοις, δὲν σώζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Βέβαια, ὁ Κύριος «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4), καὶ ἀσφαλῶς εἶναι παντοδύναμος, σέβεται, ὅμως, καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖ, δὲν θέλει, νὰ μᾶς σώση, ἂν ἐμεῖς δὲν θέλουμε.Ἔτσι παρουσιάζεται στὴν Ἀποκάλυψι σὰν ἕνας ζητιάνος ὁδοιπόρος, ποὺ γυρνᾶ ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, ἀπὸ ψυχὴ σὲ ψυχή, καὶ χτυπᾶ νὰ τοῦ ἀνοίξουμε. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ´ 20). Καὶ ἡ ἱστορία τῆς πρώτης χριστουγεννιάτικης νύχτας ἐπαναλαμβάνεται. Κλειστὲς οἱ πιὸ πολλὲς πόρτες, ὅπως τότε στὴ Βηθλεέμ· φιλοξενοῦν ἄλλους θεοὺς καὶ θεὲς οἱ καρδιές μας. Ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς δὲν βρίσκει παρὰ μόνο λίγες ψυχὲς νὰ τὸν δεχθοῦν. «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰω. α´ 11). Σ’ ὅποιον ὅμως καταλύει, κάνει παλάτι τὸ σταῦλο του καὶ τὸ πιὸ πλούσιο τραπέζι τὸ παχνί του· γεννιέται μέσα του καὶ τὸν ἀναγεννᾶ.
.             Αὐτὴ ἡ ἀναγέννησι εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴ σωτηρία μας. Μόνο ὅσοι «γεννῶνται ἄνωθεν» (Ἰω γ´ 3), κατὰ τὴν ἔκφρασι τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, μπαίνουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ γίνονται πολίτες της. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ξαναγεννηθοῦμε; (Ἰω. γ´ 4), ἀναρωτιέται ὁ Νικόδημος καὶ μαζί του ὅλοι ἐμεῖς. Γιὰ νὰ πάρουμε τὴν ἀπάντησι, ἂς ἀκούσουμε τί εἶπε ὁ ἄγγελος στὴν Παρθένο Μαρία, ποὺ ἔκπληκτη μάθαινε πὼς θὰ γεννοῦσε χωρὶς ἄνδρα· «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» (Λουκ α´ 35). Μὲ Πνεῦμα ἅγιο γεννήθηκε ὁ Χριστὸς μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς Μαρίας, μὲ Πνεῦμα ἅγιο μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ τὸν συλλάβουμε καὶ νὰ τὸν κυοφορήσουμε μέσα μας· θὰ γεννήσουμε τὸν Χριστό, ὅταν προηγηθῆ ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο. Ναί, ἀδελφοί μου! Κάτι τὸ πολὺ καταπληκτικὸ συμβαίνει στὴ ζωή μας, ποὺ ὁ κόσμος δὲν τὸ γνωρίζει, δὲν τὸ ἔμαθε, οὔτε ποτὲ θὰ τὸ μάθη. Μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα ὁ κάθε χριστιανὸς μπορεῖ νὰ συλλάβη καὶ νὰ γεννήση τὸν Ἰησοῦ. Κι ὁ Ἰησοῦς ποὺ θὰ γεννήσουμε εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας, ποὺ θὰ γίνη ἕνας ἄλλος Χριστὸς μέσα στὸν κόσμο, ἕνας μικρὸς Χριστός, δηλαδή, ἕνας πραγματικὸς χριστιανός.
.             Ὁλοζώντανο παράδειγμα μιᾶς τέτοιας ἀναγεννήσεως εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτὸς κατώρθωσε νὰ συλλάβη τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τὸν γεννήση πρῶτα μέσα του, ὥστε νὰ λέει· «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. β´ 20). Τὰ σπλάγχνα του ἦταν σπλάγχνα Χριστοῦ, ὁ νοῦς του νοῦς Χριστοῦ, ἡ καρδιά του καρδιὰ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ μπόρεσε ὕστερα νὰ τὸν γεννήση καὶ στὶς ψυχὲς ἄλλων γύρω του, ὅπως γράφει στοὺς Γαλάτας· «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (δ´19)· παιδάκια μου, ποὺ σᾶς κοιλοπονῶ μέχρι νὰ γεννηθῆ μέσα σας ὁ Χριστός. Τί φιλόστοργος πατέρας ὁ ἀπόστολος! Σὰν νὰ τοὺς βάζη στὴν κοιλιά του καὶ νὰ τοὺς κυοφορῆ, ὥστε νὰ γεννηθοῦν χριστιανοί, μικροὶ Χριστοί. Πόσα ἔχει νὰ πῆ αὐτὸ σ’ ὅλους τοὺς διδασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου, στοὺς κατηχητὲς καὶ στὶς κατηχήτριες! Τὸ μεγάλο ἔργο τους, ἡ μεγάλη ἀποστολή τους εἶναι νὰ γεννήσουν τὸν Χριστὸ στὶς ἀνθρώπινες ψυχὲς μὲ τὶς ὠδίνες τῆς γυναίκας ποὺ τίκτει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–4

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΑΠΟΝΤΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Οἱ ἀπόντες τῶν Χριστουγέννων

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

.              Καί πάλι ἀπαγορεύσαμε στὸν Οὐρανό νά χτυπήση χαρμόσυνες καμπάνες τὰ Χριστούγεννα. Οἱ ἄγγελοι ἀπέσυραν τὴ χορωδία τους καὶ δὲν ἔψαλαν τὸν ἐπίκαιρο ὕμνο τους. Γιατί; Γιὰ τὶς ἀπουσίες στὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων, πού φυσικὰ ἦσαν πολὺ περισσότερες ἀπό τὶς παρουσίες. Ἀπουσίασαν πολλοὶ καὶ ἀπό τό εὐχάριστο τραπέζι τῆς Χριστουγεννιάτικης λειτουργίας καὶ ἀπό τό τραπέζι τῆς καθιερωμένης οἰκογενειακῆς πανδαισίας. Ἀπόντες: Ἀναρίθμητοι κοντεύουν νὰ γίνουν.

  • Δὲν ἐννοοῦμε τόσο τοὺς ἀπόντες, πού ἡ πνευματική τους ψυχρότητα δὲν τοὺς ἄφησε και πάλι νὰ πλησιάσουν τὸ Θαῦμα! Αὐτοί, τὰ Χριστούγεννα τὰ ἐκλαμβάνουν μόνο ὡς διασκέδασι, φαγητά, διακοπὲς καὶ ταξίδια! Ἀδιάφοροι παντελῶς γιὰ τὴν ἐπίσκεψι τοῦ Οὐρανίου, γιὰ τὴ σάρκωσι τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸ ὑπερθέαμα τῆς θεϊκῆς Ἀγάπης, γιὰ τὸ Μυστήριο τῆς ἀνθρώπινης σωτηρίας. «Χριστούγεννα» γι᾽ αὐτοὺς εἶναι ἡ κατανάλωσις καὶ τὸ νὰ εἰρωνεύωνται τὸ Μεγάλο Γεγονός.

  • Οὔτε ἐννοοῦμε τόσο τοὺς ἄλλους ἀπόντες, ἐκείνους πού τὰ πόδια τους ἴσως συρθοῦν γιὰ λίγο σ᾽ ἕνα ναό, γιὰ τὸ ἄναμμα μιᾶς λαμπάδας, μὰ στὴν ψυχὴ τους ἔχει σβήσει ὁ θαυμασμὸς τῶν μάγων καὶ ἡ θέλησίς τους δὲν μπορεῖ νὰ γονατίση στὸ σπήλαιο τῆς Ἄπειρης Ἀγάπης.

  • Οὕτε ἐννοοῦμε φυσικά τούς φτωχοὺς ἀδελφούς μας, πού δὲν εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ παρακαθίσουν σὲ ἑορταστικὸ Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

  • Ἐννοοῦμε τοὺς ἄλλους, τοὺς πολλούς, τὶς ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις, πού τοὺς ἀπαγορεύσαμε νὰ γιορτάσουν Χριστούγεννα! Ὁ Χριστός, τὸ Βρέφος τῆς Παρθένου, δὲν βρῆκε κατάλυμα εὐπρεπὲς σὲ σπίτι ἢ σὲ πανδοχεῖο, ἀλλά τουλάχιστον βρῆκε μιὰ σπηλιὰ νὰ γεννηθῆ! Οἱ ὑπάρξεις αὐτές, πού ἀναφερόμαστε, εἶναι τὰ ζωντανὰ βρέφη, οἱ μικροὶ Χριστοί, πού βρέθηκαν σέ σπήλαιο, μὰ δὲν γεννήθηκαν!!!

Σπήλαιο ἡ μητρικὴ ὕπαρξις. Μὰ κάλεσαν σκληροὶ καὶ ἀπαίσιοι γονεῖς τὸν Ἡρώδη, νὰ ἔρθη ἐπειγόντως, προτοῦ ν᾽ἀνοίξη τὸ σπήλαιο. Νὰ φέρη μαζί του καί τὸ μαχαίρι καὶ νὰ σφάξη τά βρέφη τους!

  • Ραχήλ, κλαῖς τὰ παιδιά σου! Ἑλλάδα, κλαῖς τὰ βρέφη σου, πού δὲν τὰ ἄφησαν νὰ γεννηθοῦν, ἀλλά τὰ κατέσφαξαν μὲ τὰ κοφτερὰ ἐργαλεῖα τῶν ἐκτρώσεων. Ἐκκλησία, κλαῖς τὰ παιδιά σου, πού θὰ μποροῦσαν σὰν ἀγγελούδια νὰ ἑνώσουν τὶς φωνές τους στὰ κάλαντα καὶ στοὺς χριστουγεννιάτικους ὕμνους, μὰ δέν τά ἄφησαν οἱ ἄστοργοι γονεῖς καὶ οἱ ἐγκληματίες γιατροί.

  • Ὅλα τά ᾽χει ἡ σύγχρονη κοινωνία, τὰ παιδιὰ ὅμως τῆς λείπουν. Τὰ 250.000 παιδιά, πού κάθε χρόνο ὁ Ἡρώδης τῶν ἐκτρώσεων φονεύει, αὐτὰ τὰ παιδιὰ ἁρπάζουν τό σχοινὶ τῆς χριστουγεννιάτικης καμπάνας καὶ τὴν χτυπᾶνε πένθιμα, μπάς καὶ ξυπνήσουν οἱ ἔνοχες συνειδήσεις.

  • Καταδικάζουμε τὸ τρομοκρατικὸ χτύπημα σὲ ἕνα τηλεοπτικὸ κανάλι, ὅπως καί στό ναό τοῦ Ἁγίου Διονυσίου στήν Ἀθήνα. Μὰ ποιός θὰ καταδικάση τὴ βόμβα στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, πού σκοτώνει τὸ παιδί; Πότε τὸ Ἔθνος θὰ ξεσηκωθῆ ἐναντίον τοῦ κράτους, πού ἔχει σύνθημα: «Σκοτώνετε ἐλεύθερα τά βρέφη σας!»; Πότε ἡ Ἐκκλησία θὰ σταματήση τὴν ὑποκρισία νὰ ψάλλη τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», ἐνῶ ὁ Χριστός, τὸ κάθε βρέφος, τὸ κυοφορούμενο παιδί, δὲν γεννᾶται;

  • Παιδιά, ἀγγελούδια τῶν ἐκτρώσεων, σεῖς στὸν Οὐρανὸ γιορτάζετε πλέον ὡς μάρτυρες. Ἐμεῖς στὴ γῆ, ὡς ἔνοχοι ἀναζητᾶμε τοὺς ἀπόντες…

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Β´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

H ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΕΝΝΗΣΙ

Β. Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο

1. Ἡ γέννησι ἱστορικὸ γεγονὸς

 .                 Ἡ δεύτερη γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἐνσάρκωσί του μέσα στὴν ἱστορία καὶ στὸν χρόνο. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω α´ 14), ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος καὶ κατοίκησε ἀνάμεσά μας, κηρύττει ὁ Ἰωάννης. Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει· «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ» (Α´ Τιμ. γ´ 16). Αἰῶνες πιὸ πρὶν ὁ μαθητὴς τοῦ προφήτη Ἱερεμία, Βαρούχ, εἶχε μιλήσει σαφέστατα γιὰ τὸ ἴδιο γεγονός· «Ὁ Θεὸς ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρ. γ´ 38). Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἱστορικὸ γεγονός, ποὺ προφητεύθηκε αἰῶνες πρίν, τὸ τόσο λυτρωτικὸ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα. Ὑπάρχουν πολλοί, ἀκόμη καὶ σήμερα, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἕνα παραμύθι, μία ἐντυπωσιακὴ λαογραφικὴ ἐπιβίωσι. Ἐν τούτοις, ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ δὲν χάνεται στὰ βάθη τῶν αἰώνων, οὔτε βυθίζεται στὴ μυθολογία ἢ στὴν προϊστορία· συνέβη μόλις πρὶν 2.009 καὶ πλέον χρόνια καὶ μαρτυρεῖται ἀπὸ ἀξιόπιστους ἱστορικούς.
.               Ὅσο καὶ ἂν λυσσομανοῦν οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ παραχαράξουν τὴν ἱστορικὴ ἀξία της, ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τὴν διαλαλεῖ σ’ ὅλα τὰ πλάτη καὶ τὰ μήκη. Διότι τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἀδιάψευστος κήρυκας τῆς ἱστορικότητας τῶν Χριστουγέννων ἡ χρονολογία ποὺ μὲ ὁρόσημο αὐτὴ τὴ γέννησι χωρίζει τὶς ἐποχὲς σὲ πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστόν; Κι ἂν κάποιος ἐπιμένει νὰ ἀρνῆται ὅτι ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἱστορικὸ γεγονός, τὸν παραπέμπουμε στὴν μαρτυρία τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ φαίνεται ὅτι βρῆκε τοὺς ἀρχαίους κώδικες τῆς ἀπογραφῆς καὶ λέει κατὰ λέξι· «Εἶναι δυνατόν, ὅποιος θέλει νὰ ξέρη μὲ ἀκρίβεια, νὰ μελετήση τοὺς ἀρχαίους δημόσιους κώδικες καὶ νὰ μάθη τὸν χρόνο τῆς ἀπογραφῆς».
.         Στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν πλάθονταν πιὰ μύθοι καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν μὲ δύσπιστο καὶ εἰρωνικὸ βλέμμα κάθε παλιὰ μυθολογία. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἱστορία τῆς ἐνανθρωπήσεως μαρτυρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀνθρώπινο κατασκεύασμα.
.             Εἶναι πράγματι, ἀδύνατο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ μάλιστα γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἐκείνης τῆς ποιότητος, μίας χρεωκοπημένης ἀπὸ κάθε ἄποψι ἐποχῆς, ὅσο εὐφάνταστος καὶ ἂν εἶναι, νὰ πλάση μὲ τὴ φαντασία του τὴν ἱστορία τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς τὴν ἐξιστοροῦν τὰ εὐαγγέλια. Ὅτι οἱ θεοὶ γίνονται ἄνθρωποι, τὸ φαντάσθηκε· ἀλλὰ μόνο στὴν ἐπιθυμία του νὰ τοὺς ἀποδώση τὰ δικά του ἄσχημα καὶ βρώμικα πάθη, γιὰ νὰ ἀμνηστεύση ἀνώδυνα τὸν ἑαυτό του. Τὸ ὅτι, ὅμως, ἕνας Θεὸς μεγάλος καὶ ἄπειρος, ποὺ δημιούργησε τοὺς γαλαξίες καὶ κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα, θέλησε νὰ γίνη ἄνθρωπος μὲ τὸν πιὸ ταπεινωτικὸ τρόπο γιὰ χάρι μας καὶ νὰ καθιερώση μία νέα λατρεία μὲ ἁγνότητα καὶ ἀγάπη, αὐτὸ καμιὰ ἀνθρώπινη φαντασία δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ συλλάβη. Τὸ εἶδαν πραγματικὸ γεγονὸς οἱ ἄνθρωποι καὶ μᾶς τὸ καταχώρησαν στὴν ἱστορία, εἴτε διότι πίστεψαν καὶ θαμπώθηκαν εἴτε διότι κακόβουλοι θέλησαν νὰ τὸ πολεμήσουν. Καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση ὁ Ἰησοῦς δὲν παύει νὰ εἶναι ἱστορικὸ πρόσωπο, ποὺ γίνεται πάντοτε ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, πάνω στὴν ὁποία σκοντάφτουν ὅλοι, καὶ ἄλλοι ἐκτοξεύονται στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἄλλοι κατρακυλοῦν στὰ πέταυρα τοῦ Ἅδου.

2. Ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου

 .         Ἐνῶ ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς εἶναι ἀμήτωρ, ὡς ἄνθρωπος εἶναι ἀπάτωρ· γεννήθηκε ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου. Ἡ σύλληψί του ἔγινε ἀρρεύστως καὶ ἀσπόρως, ὅπως γράφουν οἱ πατέρες, χωρὶς θέλημα ἀνδρός. Κι ὅπως εἶναι ἀσέβεια νὰ ἐννοήσουμε μητέρα στὴν θεότητά του, λέει ὁ Χρυσόστομος, ἔτσι εἶναι βλασφημία νὰ φαντασθοῦμε πατέρα στὴν ἐνανθρώπησί του. Ἀλλὰ καὶ ἡ γέννησί του ἔγινε ἐκ παρθένου καὶ ἀφθόρως, ἀπὸ μήτρα παρθενική, ποὺ δὲν ὑπέστη φθορά, «Οὔτε γὰρ ὁ Θεὸς ρεῦσιν ὑπέμεινε· θεοπρεπῶς γὰρ ἐγέννησεν· οὔτε καὶ ἡ παρθένος φθορὰν ὑπέστη», συνοψίζει δυναμικὰ ὁ Χρυσόστομος τὸ δόγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἄν, λοιπόν, ἀποτελεῖ μυστήριο ἡ ἄχρονη γέννησι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ ἴδιο μυστήριο καὶ ἡ ἐν χρόνῳ γέννησί του. Στὴ δεύτερη θαυμάσια ὁμιλία του γιὰ τὰ Χριστούγεννα ὁ Χρυσόστομος λέει· «Σήμερον ὁ γεννηθεὶς ἀρρήτως ἐκ Πατρός, ἐκ Παρθένου τίκτεται ἀφράστως»· δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τὴ γέννησί του ἀπὸ τὸν Πατέρα οὔτε ὅμως μποροῦμε νὰ ἐκφράσουμε τὴ γέννησί του ἀπὸ τὴν παρθένο. Καὶ συνεχίζει· «Ἀλλὰ τότε μὲν κατὰ φύσιν τοῦ Πατρὸς πρὸ αἰώνων ἐγεννήθη, ὡς ὁ γεννήσας οἶδε»· μόνο ὁ Θεὸς ποὺ τὸν γέννησε, γνωρίζει πῶς συμβαίνει ἡ προαιώνια γέννησί του. «Καὶ σήμερον πάλιν παρὰ φύσιν ἐτέχθη»· ἀλλ’ ὑπερφυσικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀνθρώπινη γέννησί του. «Πάντως, καὶ ἡ ἄνω γέννησις ἀληθὴς καὶ ἡ κάτω γέννησις ἀψευδής», καταλήγει ὁ ἱερὸς πατήρ. Εἶναι δηλαδὴ τὸ ἴδιο πρόσωπο ὁ Θεὸς ἐκ Θεοῦ, ποὺ γεννιέται προαιώνια καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία· υἱὸς Θεοῦ καὶ υἱὸς ἀνθρώπου ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός.
.             Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ τονίζεται πολὺ δυνατὰ καὶ πολὺ καθαρὰ μέσα στὴν ἁγία Γραφή. Ὁ Κύριος ἔγινε ἄνθρωπος χωρὶς νὰ πάψη οὔτε μία στιγμὴ νὰ εἶναι Θεός. Ἄνω ὡς Υἱὸς Θεοῦ μονογενής, κάτω ὡς υἱὸς ἀνθρώπου, πάλι μονογενής, τῆς παρθένου. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ἀπερίφραστα· «Ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. β´ 9)· μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ κατοικεῖ ὅλη ἡ οὐσία τῆς θεότητας. Καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς διακηρύττει· Ἄνθρωπος τὸ φαινόμενον, Θεὸς τὸ κρυπτόμενον, διότι «μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος»· ζυμώθηκε μὲ τὸ ἀνθρώπινο φύραμα χωρὶς νὰ ἀφήση στὸ ἐλάχιστο τὴν θεϊκή του φύσι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–3

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Α´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

[…] Ἡ γέννησι καὶ ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύουν τὴν ἀνθρωπότητά του (ἀνθρώπινη φύσι) καὶ ἡ ἀνάστασι τὴν θεότητά του (θεία φύσι). Ὁ Ἀπ. Παῦλος τονίζει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ παραδίδει στὸν Τιμόθεο ἔχει τὴν ἐνσάρκωσι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνάστασί του ὡς δύο πόλους, γύρω ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιστρέφονται ὅλα τὰ ἄλλα σωτήρια γεγονότα τῆς πίστεώς μας.
.       Στὴν ζωὴ καὶ τὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ οἱ δύο αὐτὲς μεγάλες γιορτὲς ἔχουν μιὰ ἰδιαίτερη σημασία. Ἔπαιξαν σπουδαῖο ρόλο στὴν ὑπόμνησι καὶ διασφάλισι τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος. πως τ Πάσχα πογράφει τ δόγμα τς θεότητος το Χριστο, τσι τ Χριστούγεννα σφραγίζουν τ δόγμα τς νθρωπότητός του. Στὴν ἀνάστασι βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο Θεό, στὴν γέννησι βλέπουμε τὸν Θεὸ ἄνθρωπο. […]
.           Ἡ θεία ἀποκάλυψι, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ ἁγία Γραφὴ καὶ μᾶς τὴν ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μιλᾶ μόνο γιὰ μία γέννησι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γιὰ τρεῖς γεννήσεις.
Γιὰ τὴν ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησί του ἀπὸ τὸν Πατέρα,
Γιὰ τὴν ἐν χρόνῳ ἐνανθρώπησί του ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία,
καὶ
Γιὰ τὴν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ γέννησί του στὴ ζωὴ τῶν ἀναγεννημένων πιστῶν.
.              Κάθε γέννησι ἀποτελεῖ καὶ μία σπουδαία δογματικὴ ἀλήθεια, ποὺ δημιουργεῖ ἀνάλογες ἠθικὲς ὑποχρεώσεις σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ τὴν ἐγκολπωθῆ. Ἔτσι ὁ πιστὸς μελετώντας τὶς τρεῖς γεννήσεις τοῦ Χριστοῦ ἀφ’ ἑνὸς γνωρίζει καλύτερα τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου μαθαίνει ἀκριβέστερα τὸ θέλημά του, ὥστε νὰ τὸ ἐφαρμόση γιὰ τὴν σωτηρία του.

Η ΠΡΩΤΗ ΓΕΝΝΗΣΙ

Α. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ
Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος

1. Τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος

.               Ἡ πρώτη γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησί του ἀπὸ τὸ Πατέρα. Στὴν ἁγία Γραφὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς Θεοῦ. Γιὰ νὰ εἶναι Υἱός, σημαίνει ὅτι γεννήθηκε καὶ ὅτι ἔχει Πατέρα. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστὰ στὸ μυστήριο τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ· Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα τρία πρόσωπα, ἀλλὰ ἕνας Θεός. Πῶς συμβαίνει αὐτό, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ ἐννοήση ἀνθρώπινος νοῦς, ἀλλὰ οὔτε ὑπάρχει καὶ παράλληλο παράδειγμα στὴν φύσι. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ πλησιάσουμε τὸ μυστήριο, χρησιμοποιοῦν τὰ παραδείγματα τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ νοῦ. Ὅπως ὁ ἥλιος γεννᾶ τὸ φῶς καὶ ἐκπορεύει τὴν θερμότητα, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ἀποτελῆ ἕνα σῶμα· ὅπως ὁ νοῦς γεννᾶ τὸ λόγο καὶ ἐκπορεύει τὴν σκέψη, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι καὶ τὰ τρία ἀξεχώριστα· ἔτσι ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ἀλλὰ δὲν παύουν οὔτε στιγμὴ τὰ τρία πρόσωπα ν’ ἀποτελοῦν μία οὐσία καὶ μία φύσι.
.             Ἐν τούτοις, κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε πῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος, μποροῦμε εὔκολα νὰ καταλάβουμε γιατί ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος. Ἡ κοινὴ λογικὴ βεβαιώνει ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχισμένος, ἔστω καὶ ἂν βρίσκεται στὸ ὡραιότερο μέρος, καὶ μὲ τὶς ἰδανικώτερες συνθῆκες, ὅταν τοῦ λείπη ἡ συντροφιά. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ φαντασθοῦμε ποτὲ τὸ μακάριο καὶ τέλειο ὂν ποὺ λέγεται Θεός, νὰ εἶναι μόνο; Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη νὰ ἀπολαμβάνη μόνος στοὺς ἄπειρους αἰῶνες ὅλα ὅσα ἡ πανσοφία καὶ ἡ παντοδυναμία του προσφέρει; Τουλάχιστον ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψι τὸ δόγμα τῆς ἁγίας Τριάδος ἱκανοποιεῖ πλήρως τὸ λογικό μας. Κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὸ πῶς, μποροῦμε ὅμως νὰ τὸ παραδεχθοῦμε· ἡ μονὰς ἐν τριάδι καὶ ἡ τριὰς ἐν μονάδι, κατὰ τὴν ἔκφρασι ἀρχαίου διδασκάλου.

2.  Γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα.

.                 Στὸν ψαλμὸ 109 ὁ Θεὸς μιλᾶ στὸν Δαυὶδ γι’ αὐτὴ τὴν πρώτη καὶ ἄχρονη γέννησι τοῦ Χριστοῦ· «Ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε», λέει. Πρὶν ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν χρόνο ὁ Πατέρας γέννησε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν γαστέρα του, ἢ ὅπως διαβάζουμε στὸ κατὰ Ἰωάννη εὐαγγέλιο, ἐκ τοῦ κόλπου του. Καὶ ἀσφαλῶς ὁ Θεὸς δὲν ἔχει γαστέρα οὔτε κόλπο, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ αὐτὲς τὶς ἀνθρώπινες εἰκόνες, γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψη μία ὑπερφυσικὴ ἀλήθεια· ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, ἔχει τὴν ἴδια οὐσία μ’ αὐτὸν ὡς γνήσιο γέννημά του. Τὸ “ἐκ γαστρὸς” σημαίνει ὅτι τὸν γέννησε ἀπὸ τὴ φύσι του, ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ σπλάγχνα, ἀπὸ τὴν οὐσία του, ἀπὸ τὸ μυαλὸ τῆς θεότητάς του, ἑρμηνεύει ἀρχαῖος πατέρας. Ὅπως αὐτὸ ποὺ γεννιέται ἀπὸ φυτό, εἶναι φυτό, ἀπὸ ζῶο εἶναι ζῶο, ἀπὸ ἄνθρωπο εἶναι ἄνθρωπος, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι Θεός· εἶναι φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ὅπως διακηρύττει τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, γεννηθείς, οὐ ποιηθεὶς πρὸ πάντων τῶν αἰώνων.
.           Γεννήθηκε ὁ Χριστός, δὲν δημιουργήθηκε. Εἶναι Υἱός, καὶ μάλιστα μονογενὴς καὶ πρωτότοκος, πρῶτος καὶ μοναδικός. Ἂς τὸ ἀκούσουν αὐτὸ oἱ αἱρετικοί, ἰδιαίτερα οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πρῶτο κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν εἶναι πρωτόκτιστος, ἀλλὰ πρωτότοκος, κι αὐτὸ διαφέρει, ὅσο διαφέρει τὸ κτίζω ἀπὸ τὸ τίκτω, τὸ δημιουργῶ ἀπὸ τὸ γεννῶ· διαφέρει, ὅπως διαφέρει τὸ δημιούργημα ἑνὸς ἐπιπλοποιοῦ, τὸ ἔπιπλο, ἀπὸ τὸ παιδὶ τοῦ ἐπιπλοποιοῦ. Μέσα στὴν ἁγία Γραφὴ δὲν συναντᾶμε οὔτε μία φορὰ τὸ ρῆμα κτίζω ἢ ποιῶ γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ μόνο τὸ ρῆμα τίκτω ἢ γεννῶ.
.           Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος στὸν ὁποῖο κυριολεκτεῖται, πράγματι, ἡ ὀνομασία Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. «Πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι, ἐγὼ εἰμὶ» (Ἰω ε´ 58), διακηρύττει ὁ ἴδιος. Ὁ Ἀβραὰμ ἔγινε, δημιουργήθηκε· αὐτός, ὅμως, εἶναι, ὑπάρχει αἰωνίως καὶ ἀκτίστως. Βέβαια, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ δημιουργία τους, διότι τοὺς ἔπλασε ὁ Θεός. Ἀκόμη περισσότερο, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ὀνομάζονται, μάλιστα, υἱοὶ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα στὴν ἐποχὴ τῆς Κ. Διαθήκης, ἀφ’ ὅτου ἦλθε ἡ χάρις, ἡ υἱοθεσία τῶν πιστῶν ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα προβάλλεται σὰν σύνοψι ὅλων τῶν εὐεργεσιῶν, ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἔχουμε ἁπλῶς τὴν υἱοθεσία, ὁ Χριστὸς ἔχει τὴν υἱότητα. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ θετοὶ υἱοί, ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ γνήσιος καὶ μονογενὴς Υἱός, ποὺ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Πατέρα του, ποὺ τοῦ μοιάζει ἀπόλυτα, ἔχει τὴν ἴδια οὐσία. Εἶναι κι αὐτὸς Θεός.

3. Ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησι

.             Ἡ πρώτη, λοιπόν, γέννησι τοῦ Χριστοῦ συνέβη ἀχρόνως, πρὶν γίνει ὁ κόσμος, καὶ προαιωνίως, χωρὶς ἀρχή. Δὲν ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ νὰ μὴν ὑπῆρχε ὁ Υἱός, ὅπως δὲν ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ νὰ μὴν ὑπῆρχε Θεὸς Πατέρας. Βέβαια, σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα τὸ παιδὶ δὲν ἔχει τὴν ἴδια ἡλικία μὲ τὸν γεννήτορα, ἀφοῦ γεννιέται ἀργότερα. Ἀλλὰ γιὰ τὸν Θεὸ δὲν ἰσχύουν οἱ πεπερασμένοι νόμοι μας. Ὅπως δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ ἔχουμε ἥλιο χωρὶς φῶς καὶ χωρὶς ζεστασιά, ἔτσι ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱός, ἅμα Πνεῦμα ἅγιο· αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος», ἀποκαλύπτει ὁ Ἰωάννης, «καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰω α´1). Ἄναρχος ὁ Λόγος Χριστός, συνάναρχος καὶ ὁμοούσιος μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα· συνομήλικος καὶ ἰσοδύναμος. Καὶ ὅταν ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του περιγράφει τὸν Μελχισεδὲκ ὡς τύπο τοῦ Χριστοῦ, γράφει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων» (Ἑβρ. ζ´ 3).
.             Ἀχρονολόγητος καὶ ἀγενεαλόγητος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ γέννησί του βρίσκεται ἕκτος χρόνου καὶ τόπου. Ὁ «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8), λέει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος. Ὁλοκάθαρα λοιπὸν διακηρύσσεται στὴ Γραφὴ ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος, ὅπως καὶ ὁ Πατέρας, εἶναι ἀΐδιος. Εἶναι «ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, τὸ Α καὶ τὸ Ω, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος» (Ἀπ. κβ´ 13· α´ 8).
.             Ἡ πρώτη, λοιπόν, γέννησι τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μόνο ἄχρονη καὶ αἰώνια, εἶναι καὶ ἀΐδια. Ἡ λέξη αἰώνιος χαρακτηρίζει αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει τέλος, ἀλλὰ ἔχει ἀρχή· αἰώνιοι εἶναι οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἡ λέξη ἀΐδιος χαρακτηρίζει αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος· ἀΐδιος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Γιὰ τὴν ἀΐδιο γέννησι τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ μία καταπληκτικὴ περικοπὴ στὸ θεόπνευστο βιβλίο τῶν Παροιμιῶν, μὲ τὴν ὁποία ἀσχολήθηκε καὶ ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ σύνοδος. Στὴ περικοπὴ αὐτὴ ἡ ἐνυπόστατη Σοφία, ὁ Θεὸς Λόγος, ἀποκαλύπτει ὅτι δὲν γεννήθηκε κάποτε, ἔστω στὴν ἀρχή, ἀλλὰ γεννιέται συνεχῶς ἀπὸ τὸ Πατέρα. «Ὁ Κύριος μὲ εἶχε στὶς ἐνέργειές του δημιουργὸ τῶν ἔργων του. Μὲ εἶχε θεμέλιο πρὶν ἀπὸ τὸν χρόνο, στὴν ἀρχή, πρὶν κάνη τὴ γῆ καὶ πρὶν κάνη τὶς ἀβύσσους, πρὶν ἀναβλύσουν οἱ πηγὲς τῶν ὑδάτων, πρὶν θεμελιωθοῦν τὰ βουνά, καὶ μὲ γεννᾶ πρὶν ἀπ’ ὅλα τὰ ψηλώματα. Ὁ Κύριος ἔκανε τὴ γῆ ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό, τὰ χωράφια, τὶς ἐρήμους καὶ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ὅταν ἑτοίμαζε τὸν οὐρανό, ἤμουν μαζί του καὶ ὅταν ξεχώριζε τὸ χρόνο του πάνω στοὺς ἀνέμους. Ὅταν σταθεροποιοῦσε τὰ σύννεφα ἐπάνω καὶ ἀσφάλιζε τὶς πηγὲς τῆς γῆς κάτω καὶ στέριωνε τὰ θεμέλια τῆς γῆς, ἤμουν μαζί του καὶ συναρμολογοῦσα. Μ’ ἐμένα χαιρόταν καὶ ἐγὼ εὐφραινόμουν κάθε μέρα, σὲ κάθε ὥρα στὴ συντροφιά του· εὐφραινόμουν στὴ συντροφιά του, ὅταν εὐφραινόταν ποὺ τελείωσε τὴν οἰκουμένη καὶ ὅταν εὐφραινόταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους» (Παροιμ. η´ 22-31). Αὐτὸ εἶναι ἀκόμη ἕνα σημεῖο, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν βρίσκουμε παράλληλο στὶς ἀνθρώπινες συγγένειες, ὅπου τὸ παιδὶ γεννιέται ἅπαξ καὶ σὺν τῷ χρόνῳ ξεκόβεται ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του. Ἡ γέννησι τοῦ προαιωνίου Λόγου εἶναι ἀΐδια, συμβαίνει πάντοτε, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ σωστότερος χρόνος γιὰ νὰ τὴν περιγράψουμε, εἶναι ὁ ἐνεστώτας.
.            Στὸν ψαλμὸ Β´[2], ἐπίσης, ὁ Κύριος λέει· «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε». Μέσα στὴν ἔκφρασι «σήμερον γεγέννηκά σε» περιλαμβάνεται καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθόν, καὶ τονίζεται ἀφ’ ἑνὸς μὲ τὸν παρακείμενο ἡ προαιώνια γέννησί του καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὸ «σήμερον» ἡ ἀΐδια γέννησί του σὲ κάθε παροῦσα στιγμὴ τοῦ χρόνου. Τὸ σήμερον, ποὺ τόσο μπερδεύει τοὺς ἑρμηνευτές, σημαίνει ἁπλῶς τὴν ἀπειρία τῶν αἰώνων, μέσα στὴν ὁποία ὁ Υἱὸς γεννιέται ἀϊδίως καὶ ἀκαταπαύστως ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἂν κάποια στιγμὴ ὁ Υἱὸς ἔπαυε νὰ γεννιέται, τότε καὶ ὁ Πατέρας θὰ ἔπαυε νὰ ἦταν γεννήτορας καὶ Πατέρας· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄτοπο γιὰ τὴ θεία φύσι καὶ ἀπαράδεκτο γιὰ τὸ ἀναλλοίωτο τοῦ Θεοῦ.
.                 Θὰ μπορούσαμε ἀσφαλῶς νὰ θεολογήσουμε περισσότερο γύρω ἀπὸ τὴν ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι μᾶλλον σκόπιμο νὰ ἐπιμείνουμε σὲ ἕνα θέμα ποὺ δὲν κατανοεῖται ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ. «Οὐ φέρει τὸ μυστήριον ἔρευναν»· μόνο μὲ τὴν πίστι μπορεῖ κανεὶς νὰ πλησιάση αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ θέματα τῆς θεογνωσίας. Ὅπως δὲν μποροῦμε νὰ πιάσουμε τὸ ἠλεκτρισμένο σῶμα χωρὶς μονωτικό, οὔτε τὰ ἀναμμένα κάρβουνα χωρὶς λαβίδα, ἔτσι δὲν μποροῦμε ν’ ἀγγίξουμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ μὲ γυμνὴ τὴ σκέψι· χρειάζεται ἡ πίστι στὴ θεία ἀποκάλυψη. Ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ εἶναι γέννησι ποὺ ἔγινε ἀρρήτως, δὲν λέγεται, δὲν ἐξηγεῖται. «Παραπληκτήσωμεν γὰρ εἰς τὰ τοῦ Θεοῦ μυστήρια ἐρευνῶντες», λέει ὁ θεολόγος Γρηγόριος. Ἡ μόνη ἀσφαλὴς διέξοδος, ὅπως τονίζουν οἱ πατέρες καὶ τελευταῖα ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, εἶναι νὰ πλησιάζουμε τὸ μυστήριο τῆς Τριάδος μὲ τὴ φώτισι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὸ θεῖο λόγο καὶ μὲ μυστηριακὴ ζωή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

, , ,

Σχολιάστε

«ΓΕΝΩΜΕΘΑ ΩΣ ΧΡΙΣΤΟΣ». (Θεοὶ δι᾿ αὐτόν, ἐπειδὴ κἀκεῖνος δι᾿ ἡμᾶς ἄνθρωπος)

«Γενώμεθα ὡς Χριστὸς»

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.             Ὁ Θεὸς ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἔβαλε μέσα στὸν Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Δὲν ἦταν μόνο οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες ἐξαίσιες, οἱ ποικιλίες καὶ εὐωδίες τῶν λουλουδιῶν. Τὰ δένδρα μὲ τοὺς εὔχυμους καὶ πλούσιους καρπούς. Οἱ μελωδίες τῶν πουλιῶν. Ἡ χαριτωμένη παρουσία τῶν ζώων. Ὁ οὐρανὸς μὲ τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια νὰ τὸν φωτίζουν. Τὸ μεγαλύτερο θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἦταν ὅτι δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσίν» Του. Δηλαδὴ μὲ λογικὸ καὶ αὐτεξούσιο. Μὲ χάρισμα δημιουργικὸ καὶ ἐξουσιαστικό. Μὲ δυνατότητα κοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Ἐὰν ἀξιοποιοῦσε αὐτὰ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, θὰ μποροῦσε νὰ βαδίσει στὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Νὰ γίνει θεὸς κατὰ χάριν, ἄφθαρτος καὶ ἀθάνατος. Καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, ζώντας σὲ ἀδιάσπαστη κοινωνία μαζί Του.
.             Ὁ σατανᾶς ὅμως φθόνησε τὴν εὐτυχία τῶν Πρωτοπλάστων καὶ θέλησε νὰ ἀνατρέψει τὸν ὑψηλὸ σκοπὸ τῆς δημιουργίας τους. Νὰ ἐμποδίσει τὴν κατὰ χάριν θέωσή τους, δηλαδὴ τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Καὶ τὸ πέτυχε αὐτὸ μὲ τὴν παρακίνηση στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, στὴν ἀθέτηση τῆς θείας ἐντολῆς, ποὺ δόθηκε στοὺς Πρωτοπλάστους, στὴν ἐπανάσταση οὐσιαστικῶς κατὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ τραγικὴ συνέπεια ἦταν νὰ ἀμαυρωθεῖ ἡ θεία εἰκόνα μέσα τους. Νὰ σκοτισθεῖ ὁ νοῦς τους. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κλίση πρὸς τὸ καλὸ νὰ δώσει τὴ θέση της στὴ ροπὴ πρὸς τὴν κακία. «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς», ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός (Ψαλ. μη΄ [48] 13).
.             Δὲν μποροῦσε ὅμως ὁ Θεὸς νὰ ἀφήσει τὸν διάβολο στὸ καταστροφικό του ἔργο καὶ τὸν ἄνθρωπο, τὴ δική Του εἰκόνα, σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐξαχρείωση, βυθισμένο στὸ σκοτάδι. Γιὰ νὰ ἐπανορθώσει τὴ ζημιὰ ποὺ πάθαμε, γίνεται ἄνθρωπος ὁ Θεός, προκειμένου νὰ ἀνυψώσει τὴν πεσμένη μας φύση. Μὲ τὴν ἔνσαρκή Του οἰκονομία μᾶς κάνει καὶ πάλι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κατὰ χάριν, ἀδελφοὺς καὶ συγ­κληρονόμους Του. Πόσο ὡραῖα τὸ λέει ὁ ἱερὸς Ὑμνωδός: «Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ ἤνοιξε». Ἡ Βηθλεὲμ ἄνοιξε πάλι τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου τῆς Ἐδέμ. Καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λακωνικὰ τὸ δια­τυπώνει: «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ κάνει ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους κατὰ χάριν θεούς. Ἔτσι κερδίζουμε τὸν οὐράνιο Παράδεισο, ἀσυγκρίτως ἀνώτερον τοῦ ἐπίγειου, ποὺ χάσαμε. Ἀφθαρτιζόμαστε καὶ βαδίζουμε, ἐφόσον τὸ θελήσουμε, στὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», τὸν ἀρχικό μας προορισμό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ξεπέσαμε μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ ἐχθροῦ.
.             Ποιό εἶναι τὸ καθῆκον μας μετὰ τὴν ἀσύλληπτη αὐτὴ κίνηση τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου μὲ τὴ θεία Του Γέννηση; Μᾶς τὸ ὑποδεικνύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Γενώμεθα ὡς Χριστός, ἐπεὶ καὶ ὁ Χριστὸς ὡς ἡμεῖς· γενώμεθα θεοὶ δι᾿ αὐτόν, ἐπειδὴ κἀκεῖνος δι᾿ ἡμᾶς ἄνθρωπος». Ἂς γίνουμε σὰν τὸν Χριστό, ἀφοῦ καὶ ὁ Χριστὸς ἔγινε σὰν καὶ μᾶς. Ἂς γίνουμε θεοὶ γιὰ χάρη Του, ἀφοῦ καὶ Κεῖνος ἔγινε γιὰ χάρη μας ἄνθρωπος.
.             Γίνομαι σὰν τὸν Χριστὸ σημαίνει: Ἡ γλῶσσα μου κινεῖται σὰν τὴ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ καὶ γίνεται ὄργανο μόνο γιὰ λόγους ἀγαθοὺς καὶ δοξολογίες τοῦ Θεοῦ. Οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπέχουν ἀπὸ κάθε πονηρὸ βλέμμα καὶ θέαμα καὶ βλέπουν ὅπως τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ καὶ θαυμάζουν τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Τὰ αὐτιά μου ἀκοῦν ὅ,τι σ᾿ Αὐτὸν ἀρέσει. Ὁ νοῦς μου γίνεται «νοῦς Χριστοῦ» (Α´ Κορ. β´ 16). Σκέπτεται ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα σεμνὰ καὶ σεβαστά, ὅσα δίκαια, ὅσα εἶναι ἀμόλυντα καὶ ἁγνά, ὅσα εἶναι ἀρεστὰ στὸν Θεό (βλ. Φιλιπ. δ´ 8). Τὰ χέρια μου τὰ χρησιμοποιῶ γιὰ καλοσύνες καὶ ἐλεημοσύνες. Τὰ πόδια μου γιὰ νὰ μὲ ὁδηγοῦν στὸν Ναὸ καὶ στοὺς πονεμένους συνανθρώπους μας. Τὴν καρδιά μου γιὰ νὰ ἀγαπάει τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ γεμίζει μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς Αὐτόν. Τὸ σῶμα μου γιὰ νὰ γίνεται δικός Του Ναὸς καὶ κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.             Καὶ ἐὰν ὁ ἀγώνας μας αὐτὸς ἐπὶ τῆς γῆς γίνεται μὲ συνέπεια, ὅταν θὰ φανερωθεῖ ὁ Χριστὸς κατὰ τὴν Δευτέρα Του Παρουσία, θὰ πραγματοποιηθεῖ πλήρως ὡς πρὸς τὴ βίωσή του, ὁ λόγος τοῦ ἱεροῦ Πατρὸς «γενώμεθα ὡς Χριστός». Διότι τότε θὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ τὸν Χρι­στὸ στὴ δόξα, ἐπειδὴ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ Τὸν δοῦμε, ὅπως εἶναι, στὴν κατάσταση τῆς θείας Του δόξας, ἡ ὁποία θὰ καθρεπτίζεται καὶ θὰ λάμπει καὶ σὲ μᾶς (βλ. Α´ Ἰω. γ´ 2).
.             Ἂς Τὸν δοξολογοῦμε, λοιπόν, γιὰ τὰ δῶρα ποὺ μᾶς χάρισε «ὁ ἐν σπηλαίῳ γεννηθεὶς καὶ ἐν φάτνῃ ἀνακλιθεὶς» Κύριος καὶ ἂς μὴ λησμονοῦμε ὅτι «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶ­μεν».

 

Σχολιάστε

ΚΑΤΑΒΑΣΗ ΘΕΟΥ καὶ ΑΝΑΒΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (Οἱ Ὀρθόδοξοι ἑορτάζουμε Χριστούγεννα θεολογώντας «μὲ τὴν μητρικὴ θεολογική μας γλῶσσα»)

τοῦ Μητροπολ. Ναυ­πά­κτου καί Ἁ­γί­ου Βλα­σί­ου Ἱεροθέου

[ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2018]

.               Εἶναι λαμπρά ἡ σημερινή ἑορτή. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοίμασε μέ ὅλη τήν ζωή της κατά τήν περίοδο τῶν σαράντα ἡμερῶν γιά νά ἑορτάσουμε τό γεγονός αὐτό μέ νηστεία, προσευχή καί μέ τήν θεολογία της. Ὅλα τά τροπάρια πού ψάλαμε ἀναφέρονται στήν ἑορτή καί αὐτά πού ψάλλουμε σήμερα παρουσιάζουν τήν θεολογία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.
.               Παράλληλα, ὅμως, ὅλον αὐτόν τόν καιρό δεχόμασταν καται­γι­στικά μιά ἄλλη ἑρμηνεία τῆς ἑορτῆς τῶν Χρι­στου­γέννων, πού ἀπέχει πολύ ἀπό τό ἀληθινό θεολογικό νόημά της. Συμπλέκονταν τά δένδρα τῶν Χριστου­γέννων μέ τούς δυτικόφερτους «ἀϊβασίληδες», οἱ διακοπές μέ τούς κωμικούς τύπους τῆς παντομίμας ἤ τοῦ τσίρκου, τά ταξίδια μέ τίς διασκεδάσεις, δηλαδή συμπλέκονταν ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν κοσμική νοοτροπία τῶν ἀνθρώπων.
.               Καί διερωτᾶται κανείς: Τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτά μέ τόν Χριστό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Τί σχέση ἔχει ὁ Χριστός κάθε χριστια­νικῆς ἰδεολογίας μέ τήν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Τί σχέση ἔχει ὁ συναισθηματικός Χριστός τῶν ἐκκοσμικευμένων Χριστια­νῶν μέ τόν Χριστό τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας; Τί σχέση ἔχει ὁ Χριστός τῆς δεϊστικῆς νοοτροπίας μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως τόν ὁμολογοῦν οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;
.               Δυστυχῶς, ἡ δυτική καί ἀνατολική παράδοση ἐπη­ρεάζουν σέ μερικά σημεῖα καί τήν δική μας Ὀρθόδοξη παράδοση. Καί παρατηρεῖται τό γεγονός ὅτι ἄλλο νόημα δίνουμε στόν Θεάνθρωπο Χριστό πού πανηγυρίζουμε μέσα στούς Ὀρθο­δό­ξους Ναούς καί ἄλλο νόημα δίνουμε στόν Χριστό τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων στά καταστήματα, τίς ἀγορές, τίς πλατεῖες, τά σπίτια μας. Ὁπότε, παρατηρεῖται μιά σύγχυση, πού συνιστᾶ μιά ἀλλοτριωμένη ζωή.
.               Δυστυχῶς, ὁ πλουραλισμός, ὁ συγκρητισμός, ἡ ἐκκο­σμίκευση, ἡ ἀλλοτρίωση, πού κυριαρχοῦν σέ ὅλη τήν σύγχρονη ζωή ἐπηρεάζουν καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστια­νούς.
.               Ὅλα ὅσα ἀνέφερα μέχρι τώρα δέν πρόκειται γιά κά­ποιες μελαγχολικές σκέψεις, ἀλλά γιά μιά καταγραφή τῆς πραγ­μα­τικότητας πού ζοῦμε ὅλοι μας στήν καθημερινή ζωή.
.               Ὅμως, ὁ Χριστός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ Χρι­στός τῆς Ὀρθοδόξου ὑμνογραφίας, ὁ Χριστός τῶν Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν θέωσε ἀμέσως μετά τήν πρόσ­ληψή της, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως», γιά νά δώση στόν ἄνθρωπο τό ἀληθινό φάρμακο τῆς ἀθανασίας, τό ἀντίδοτον «τοῦ μή ἀποθανεῖν», γιά νά νικήση τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο καί νά θεώση τόν ἄνθρωπο.
.               Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζουμε τά Χριστού­γεν­να μέ ἄλλη προοπτική, ἐντάσσουμε τήν ἑορτή μέσα στήν κατάβαση τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀνάβαση τοῦ ἀνθρώπου, μέσα στήν προοπτική τῆς ἐναν­θρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λό­γου τοῦ Θεοῦ καί τήν θέωση τοῦ ἀνθρώ­που. Καί αὐτό εἶναι μιά ἀντίδραση στό πνεῦμα τῆς ἐκκο­σμικεύσεως τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων πού δυστυχῶς ἐπικρατεῖ σήμερα στόν Χριστιανικό κόσμο.
.               Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λυῶνος, τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ., σέ ἕνα χωρίο του δίνει τό νόημα τοῦ μυστηρίου τῆς θεώσεως τοῦ ἀν­θρώπου. Γράφει: «Δόξα Θεοῦ ζῶν ἄνθρω­πος, ζωή δέ ἀνθρώπου ὅρασις Θεοῦ». Δηλαδή, ἡ δόξα, τό Φῶς τοῦ Θεοῦ φαίνεται στόν ζωντανό κατά Θεόν ἄνθρωπο, καί ἡ πραγματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου ὁρίζεται ὡς ὅραση Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἅγιοι γνωρίζουν ἐκ πείρας τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί οἱ ἅγιοι ἔχουν μιά ζωή πού συνίσταται ἀπό τήν ὅραση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί εἶναι οἱ φυσικοί ἄνθρωποι.
.               Αὐτή ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας γιά τά Χριστούγεννα, εἶναι μιά διαφο­ρετική γλῶσσα ἀπό αὐτήν πού χρησιμοποιεῖ ἡ ἀλλοτριωμένη γλῶσσα τῆς δυτικῆς νοοτροπίας καί τῆς ἐμπορευματικῆς ἐκμετάλ­λευσης. Ἀλλά εἶναι ἡ πραγματική γλῶσσα πού ἀναπαύει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θά ἐξακολουθοῦμε νά θεολο­γοῦμε γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, σύμφωνα μέ τήν ὅλη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, χρησιμοποιώντας τήν μητρική θεολο­γική μας γλῶσσα πού ἀνταποκρίνεται στό μυστήριο τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, γιατί κάθε ψεύτικο εἶναι ἀνυπόφορο, ἐνῶ κάθε ἀληθινό εἶναι αἰώνιο.
.               Εὔχομαι ἔτη πολλά μέσα στόν θεολογικό πλοῦτο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Μέ θερμές εὐχές
Ὁ Μητροπολίτης
† Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

 

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

 

,

Σχολιάστε