Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χριστολογία

ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΜΑΡΤΗΣΕΙ ἢ ΟΧΙ; Καὶ ποιά ἔννοια εἶχαν οἱ πειρασμοί Του;

ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΜΑΡΤΗΣΕΙ ἢ ΟΧΙ;

Ἀνδρέου Θεοδώρου,
Καθηγ. Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ
«Ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα Δογματικά»,
ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας Ἐκκλησίας Ἑλλάδος»

.           Ὡς γνωστόν, στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία εἶχαν διαμορφωθεῖ καὶ λειτουργήσει δύο διαφορετικὲς θεολογικὲς σχολές, ἡ ἀλεξανδρινὴ καὶ ἀντιοχειανή. Ἡ πρώτη, ἐπηρεαζόμενη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία (κυρίως τὸν Πλατωνισμὸ) ἀσκοῦσε θεωρητικὴ θεολογία, ἑρμήνευε ἀλληγορικὰ τὶς Γραφὲς καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τόνιζε τὴ θεία φύση, ἀφήνοντας στὸ περιθώριο τὴν ἀνθρώπινη. Ἡ δεύτερη, ἐμφορούμενη ἀπὸ τὸ πρακτικό, πραγματιστικὸ καὶ κριτικὸ πνεῦμα τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἀσκοῦσε θεολογία πρακτικὴ καὶ κριτική, ἑρμήνευε τὶς Γραφὲς μὲ τὴν ἱστορικὴ κριτικὴ μέθοδο καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου τόνιζε κυρίως τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἐγκαταλείπουσα στὴ σκιὰ τὴ θεία.
.           Οἱ τάσεις αὐτὲς εἶχαν καὶ συνέπειες. Σὲ ἀκραῖες τοποθετήσεις, ἀπὸ μὲν τὴν ἀλεξανδρινὴ σχολὴ προῆλθαν οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀπολλιναρίου, ἐπισκόπου Συρίας τῆς Λαοδικείας (ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, δὲν εἶχε λογικὸ νοῦ), τῶν Μονοφυσιτῶν (ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν μόνον Θεός, διότι ἡ ἀνθρώπινή του φύση εἶχε ἀπορροφηθεῖ ἀπὸ τὴ θεία), τοῦ μονοθελητισμοῦ καὶ μονοενεργητισμοῦ (δίδασκαν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε δύο φυσικὰ θελήματα καὶ δύο φυσικὲς ἐνέργειες, ἀλλὰ μία μόνο)· ἀπὸ δὲ τὴν ἀντιοχειανὴ Σχολή, προῆλθε κυρίως ὁ Νεστοριανισμὸς (ὁ Νεστόριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διασποῦσε τὸ ἑνιαῖο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δεχόμενος δύο φυσικὰ πρόσωπα, ἐνούμενα στὸ ἕνα ἠθικὸ πρόσωπο τῆς ἑνώσεως, δεχόταν ἐξωτερικὴ καὶ χαλαρὴ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων καὶ τὸ δυνατόν της ἁμαρτίας στὸ Χριστό, ποὺ τονίζοντας κυρίως ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας δεχόταν ὅτι ὁ Χριστὸς ἐνοχλεῖτο ἀπὸ κακὲς ἐπιθυμίες καὶ ψυχικὰ πάθη καὶ ὅτι τελειοποιήθηκε  βαθμηδὸν κατόπιν ἠθικοῦ ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας).
.           Ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη λυδία λίθος ἐξιχνιάσεως τῶν χριστολογικῶν αἱρέσεων καὶ καθορισμοῦ τῆς ἀλήθειας τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωση τῶν φύσεων. Στὸ Χριστὸ ὑπῆρχαν δύο πλήρεις καὶ τέλειες φύσεις, ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη. Ὁ Χριστὸς ἦταν πλήρης καὶ τέλειος Θεός. Μὲ τὴν πρόταση αὐτὴ καταπολεμοῦνται ἀμέσως ὅλες οἱ αἱρέσεις ἐκεῖνες ποὺ ἠρνοῦντο τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ-Λόγου (δυναμικοὶ μοναρχιανοί, υἱοθετιστές, Ἀρειανοὶ κ.α). Ἦταν ὅμως καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Εἶχε σῶμα καὶ ψυχὴ λογική. Εἶχε ὅλα τὰ ἀδιάβλητα πάθη τῆς φύσεως (πείνα, δίψα, κάματο, ψυχικὲς συγκινήσεις κ.λ.π.) χωρὶς ἁμαρτία. Εἶχε δὲ δύο φυσικὰ θελήματα (γνωμικὸ ἀνθρώπινο θέλημα δὲν εἶχε) καὶ δύο φυσικὲς ἐνέργειες.
.           Μὲ τὶς προτάσεις αὐτὲς πλήττονται εὐθέως οἱ αἱρέσεις ἐκεῖνες ποὺ δὲν δέχονταν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πληρότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Κυρίου (Ἀπολλιναρισμός, Μονοφυσιτισμός, Μονοθελητισμός, Μονοενεργητισμός). Οἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκαν ὑποστατικῶς, δηλαδὴ στὸ πρόσωπο καὶ τὴν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ-Λόγου. Ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, δὲν εἶχε δικό του φυσικὸ πρόσωπο, δικό του ἐγώ. Αὐτὸ ἐγγυᾶται ἡ «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» ἕνωση τῶν φύσεων. Δηλαδή, μόλις συνελήφθη ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴ μήτρα τῆς Παρθένου, τότε ἀκριβῶς ἑνώθηκε μαζί της ἡ θεία φύση. Ὁ Χριστὸς δὲν πρόλαβε νὰ ζήσει, ἔστω καὶ μία χρονικὴ στιγμή, ἔξω ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων, ὡς ἄνθρωπος ἀνεξάρτητος καὶ ξεχωριστός, ἔχων ἴδιο προσωπικὸ ἐγώ. Ἡ ἀνθρώπινη φύση του ἦταν ἀνυπόστατη, ἀπρόσωπη.
.           Ὡς πρόσωπον αὐτῆς ἔλαβε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὸ ὁποῖον ἦταν ὁ φορέας καὶ τ νιαο γεμονικ γ τν δύο του φύσεων. (Γιὰ νὰ στηρίξει τὴν ἀλήθεια αὐτὴ ὁ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος χρησιμοποίησε τὸν φιλοσοφικὸ ὅρο «ἐνυπόστατον», ποὺ σημαίνει φύση, ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀπὸ μόνη της, ἀλλὰ ὑφίσταται σὲ μία ἄλλη φύση: ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴ θεία). Ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων ἦταν ἕνωση πραγματικὴ καὶ ἀληθινή, καὶ ὄχι χαλαρὴ καὶ ἠθικὴ ἢ «κατὰ γνώμην» καὶ «εὐδοκίαν», ὅπως δογμάτιζε ὁ Νεστόριος. Ἡ ἕνωση αὐτή, καθὼς καὶ ἡ ἀπορρέουσα ἀπ’ αὐτὴ κοινοποίηση ἢ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων (Communicatio idiomatum), δὲν γίνεται ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν φύσεων (τοῦτο θὰ ἐπέφερε σύγχυση αὐτῶν καὶ θὰ ὁδηγοῦσε στὸ Μονοφυσιτισμό), ἀλλὰ στ νιαο πρόσωπο (τ νιαο γ) το Χριστο. Στὸν ἕνα Χριστό, τὸν Θεάνθρωπο, θεοποιήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ὄχι στὴν ἕνωσή της ἀπ’ εὐθείας μὲ τὴ θεία φύση. Ὅπως καὶ ὁ Θεὸς ἔπαθε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ «σαρκί», λόγῳ τῆς ἑνότητας τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι καθ’ ὃ Θεὸς (ἡ θεία φύση εἶναι ἀπαθής). Χριστς παθε ς Θες συγχρόνως κα ς νθρωπος ατός.
.           Ἂς ἔλθουμε τώρα καὶ στὸ κρισιμότερο σημεῖο. Ὁ Χριστὸς ἦταν ἀναμάρτητος καὶ ἂν ναί, ποιά ἡ φύση τῆς ἀναμαρτησίας του; Ὅτι ὁ Χριστὸς ἔζησε στὴ γῆ χωρὶς νὰ ἁμαρτήσει (ἐμπειρικὴ ἀναμαρτησία) εἶναι τόσο βέβαιο, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἀπὸ κανένα («Ἁμαρτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἐστιν» Α´ Ἰω. γ´ 5. «Ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» Α´ Πέτρ. β´ 22. «πεπειρασμένον κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας» Ἑβρ. δ´ 15). Μποροῦσε ὅμως νὰ ἁμαρτήσει ὁ Σωτήρας; Τὸ ἐρώτημα ἀγγίζει τὴν ὀντολογικὴ ἀναμαρτησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία διατυπώνεται ὡς ἑξῆς: Ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ ἁμαρτήσει καὶ δὲν ἁμάρτησε (potuit peccare) ἢ δὲν μποροῦσε διόλου νὰ ἁμαρτήσει (non potuit peccare); Κατ τος ερος Πατέρες Χριστς δν μποροσε ν μαρτήσει. Τοῦτο δέ, ὄχι τόσο ἕνεκα τῆς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου συλλήψεώς του καὶ τῆς ἀπουσίας ἐξ αὐτοῦ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος (καὶ ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶχε προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ὅμως ἁμάρτησε), ὅσο νεκα τς ποστατικς νώσεως τν φύσεων. Ὅπως εἴπαμε, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε προσωπικὸ ἐγώ, ποὺ εἶναι ὁ φορέας τῆς ἁμαρτίας. Τὸ ἐγώ του ἦταν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ ἕνας Χριστὸς ἤθελε καὶ ὡς Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος. Ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ ἁμαρτήσει, εἶναι σὰν νὰ λέγαμε, ὅτι ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ ἁμαρτήσει, ὑπόθεση ἀσεβὴς καὶ βλάσφημη. Καὶ εἶναι μὲν ἀλήθεια ὅτι ὁ Κύριος, ὡς πλήρης καὶ τέλειος ἄνθρωπος, εἶχε ἀκέραιο τὸ φυσικό του θέλημα, ποὺ εἶναι ἀναφαίρετη ἰδιότητα κάθε λογικῆς φύσεως. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ θέλημά του αὐτὸ δὲν ἦταν ἀπολελυμένο καὶ ἄσχετο (γνωμικὸ θέλημα), ἀλλ’ ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἑνωμένο ὑποστατικὰ μὲ τὸ θέλημα τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθοῦσε ἀβίαστα καὶ ὑποτασσόταν —θεοποιηθέν— στὸ πανσθενὲς τοῦτο θεῖο θέλημα (ϛ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος). Ἂν δὲ πάλιν ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἐγωκεντρικὴ ἀπομάκρυνση τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, τοῦτο μὴ ὑπάρχον στὴ θεωμένη ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, καθιστᾶ τὴν ἁμαρτία ὅλως ἀδύνατη στὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Σωτήρα.
.             Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα ἄλλο ζήτημα ἀρκετὰ σημαντικό. ν Χριστς δν μποροσε νμαρτήσει, τότε ποιά ννοια εχαν ο πειρασμοί του, γιὰ τοὺς ὁποίους μᾶς μιλᾶ ἡ Γραφή; Ἦταν πραγματικοὶ πειρασμοί, ἢ κατ’ ἐπίφαση μόνο καὶ κατὰ δόκηση; Ἐδῶ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ἐπειδὴ οἱ πειρασμοὶ τοῦ Χριστοῦ ἦταν στὴ βάση τους πειρασμοὶ ἐξωτερικοὶ (δὲν προέρχονταν δηλ. ἀπὸ μολυσμένο ἐσωτερικὸ βάθος τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Κυρίου, ὅπως δεχόταν ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας) μὲ ἀποκλειστικὸ εἰσηγητὴ τὸ διάβολο, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ὑποτίμηση τῆς πραγματικότητας τῶν πειρασμῶν τοῦ Σωτήρα. Ὁ Χριστὸς ἔζησε στὴν ἀλήθεια της τὴν ἱστορική Του στιγμή, χωρὶς ὅμως ἁμαρτία. Δοκιμάσθηκε πραγματικά, ὄχι διότι ἐνοχλεῖτο ἀπὸ πάθη ἁμαρτωλὰ καὶ εἶχε ἀμφιταλάντευση θελήματος καὶ κακῶν λογισμῶν καὶ ἐπιθυμιῶν (ἄπαγε τῆς βλασφημίας!), ἀλλὰ μόνο στὸ χῶρο τῶν ἀδιαβλήτων τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του παθῶν. Ὅταν, λ.χ., λίγο πρὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου, ἀπωθοῦσε μὲ ἱκεσία πρὸς τὸν Πατέρα του τὸ πικρὸ ποτήρι τοῦ θανάτου («πάτερ μου, εἰ δυνατὸν ἔστιν, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» Ματθ. 26, 39), δοκιμασία ατ το Κυρίου ταν πραγματική, φειλόμενη στ φυσικ ποτροπιασμ τς ψυχς νώπιον τῆς φρικαλεότητας το θανάτου. Ἢ ὅταν στὴν ἔρημο, μετὰ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία του, πείνασε, ἡ πείνα ἦταν πραγματική, τὴν ὁποίαν ἐκμεταλλεύτηκε ὁ διάβολος, γιὰ νὰ πειράσει καὶ νὰ ὑποσκελίσει τὸν Ἰησοῦν. Τὰ παραδείγματα μποροῦν νὰ πολλαπλασιασθοῦν. Ἔχουμε, λοιπόν, πειρασμοὺς ἐξωτερικοὺς μέν, πλὴν ὅμως πραγματικούς, τοὺς ὁποίους ὁ Σωτήρας εὐχερῶς ἀπέκρουε καὶ κατανικοῦσε. Ἄλλωστε εἶναι δίδαγμα πατερικὸ καὶ τὸ ὅτι ἡ θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἄφηνε σὲ ὁρισμένες στιγμὲς γυμνὴ καὶ ἔκθετη τὴν ἀνθρώπινη φύση του, γιὰ νὰ παλέψει μόνη της τὸν σατανᾶ, στε νίκη κατ το πειρασμο, πο λλοτε εχε νικήσει τν νθρωπο (δάμ), ν προέλθει π τν νθρωπο, ν εναι δηλαδ νίκη δίκαιη κα πραγματική. Διότι, ἂν ὁ Θεὸς μόνος του νικοῦσε τὸ διάβολο, θὰ μειωνόταν σημαντικὰ ἡ νίκη αὐτὴ καὶ ὁ διάβολος θὰ εἶχε κάποια δικαιολογία γιὰ τὴν ἥττα του, ὅτι δηλαδὴ νικήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ὄχι ἀπὸ ἄνθρωπο. Διὰ τῶν παθημάτων καὶ τῆς ἐξ αὐτῶν τελειώσεώς του εἰς ὑπακοὴν ὁ Χριστὸς ἔγινε αἴτιος σωτηρίας δι’ ὅλους τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτὸν ἀνθρώπους (Ἑβρ. 5, 7-9). Οἱ πειρασμοὶ ἑπομένως τοῦ Κυρίου δὲν ἦσαν πειρασμοὶ ἠθικοί, ἐξυπακούοντες τὴ δυνατότητα ἁμαρτίας καὶ πτώσεως τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον φυσικοὶ καὶ δοκιμασίες τοῦ Κυρίου στὸ χῶρο τῶν ἀδιαβλήτων τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς του παθῶν, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Σωτήρας, ἀγωνιζόμενος καὶ προκόπτων εἰς ὑπακοή, ἔγινε πρότυπο μιμήσεως καὶ αἴτιος σωτηρίας διὰ τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτό.
.                     Κατακλείοντας σὰν συμπέρασμα παρατηροῦμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἔφερε καὶ τὴν ἐμπειρικὴ καὶ τὴν ὀντολογικὴ ἀναμαρτησία. Δὲν ἁμάρτησε, ἀλλ’ οὔτε μποροῦσε ν’ ἁμαρτήσει.

, ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-1

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»
(Δοκίμιον ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας)

Μέρος Α´

ΥΠΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΝΕΛΛΑ (†)

περιοδ. «Κληρονομία»,
τόμος 2, τεῦχος Β´ ,
Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1970,
σελ. 293-320

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.           Τὸ θέμα τῆς «εἰκόνος» ἔχει μακρὰν ἱστορίαν. Ἀποτελεῖ βασικὸν ὅρον εἰς τὴν ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν, τόσον εἰς τὸν Πλάτωνα, ὅσον καὶ εἰς τοὺς Στωϊκοὺς καὶ ἀργότερον εἰς τοὺς Νεοπλατωνικούς. Παραλλήλως ἀποτελεῖ τὸν κεντρικὸν ἄξονα τῆς παλαιοδιαθηκικῆς ἀνθρωπολογίας εἰς τὴν Γένεσιν καὶ τὴν Σοφίαν, ἐνῷ εἰς τὸ μεταίχμιον τῶν δύο τούτων παραδόσεων ὁ Φίλων χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρον, προσδίδων εἰς αὐτὸν ἴδιον περιεχόμενον. Εἰς τὸν Παῦλον, ἐξ ἄλλου, εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ὅρος «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» ἔχει περιεχόμενον παραπλήσιον, ἂν μὴ ταυτόσημον πρὸς τὸν ἰωάννειον χριστολογικὸν ὅρον «Λόγος τοῦ Θεοῦ», ἐνῷ ἐν συνεχείᾳ, εἰς τὴν πατερικὴν γραμματείαν, τὸ θέμα τῆς «εἰκόνος» χρησιμεύει ὡς ἄξων, περὶ τὸν ὁποῖον συγκροτεῖται τόσον ἡ ὀρθόδοξος κοσμολογία, ὅσον καὶ ἡ ὀρθόδοξος ἀνθρωπολογία καὶ αὐτὴ ἡ θεολογία. Ἐκ τοῦ τεραστίου αὐτοῦ δογματικοῦ πλούτου ἡ παροῦσα μελέτη θὰ περιορισθῇ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀνθρωπολογικὴν μόνον πλευρά, νὰ δείξῃ πῶς τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ τὸ θεμέλιον μιᾶς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.               Ὁμιλῶν διὰ τὸν ἄνθρωπον ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, λέγει ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς εἶναι ἀκατάληπτος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ καὶ ἡ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ εἰκών Του νὰ εἶναι ἀκατάληπτος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰς τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τοὺς ὁποίους τοποθετεῖται ἀπὸ πλευρᾶς μεθόδου ἡ παροῦσα ἔρευνα, δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μίαν τελικὴν διατύπωσιν ἢ ἕνα σαφῆ ὁρισμὸν τῆς «εἰκόνος». Εἶναι πάντως χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι, εἰς τὰς ἀλλεπαλλήλους προσπαθείας των νὰ εὕρουν μίαν ἱκανοποιητικὴν κατανόησιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνθρώπου, οἱ πατέρες χρησιμοποιοῦν πάντοτε ὡς κεντρικὸν μοχλὸν ἐρεύνης τὸ «κατ’ εἰκόνα».
.           Ὁ ὅρος πλουτίζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μὲ τὰ πλέον ποικίλα περιεχόμενα, ἀναλόγως πρὸς τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα εἶναι ἑκάστοτε ἀνάγκη νὰ ἀντιμετωπισθοῦν. Ἄλλοτε π.χ. τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἀποδίδεται εἰς τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου ἢ εἰς τὸ λογικὸν ἢ τὸ κυριαρχικόν, ἄλλοτε εἰς τὴν ψυχὴν μαζὶ μὲ τὸ σῶμα, ἄλλοτε εἰς τὸ ἀνώτερον μέρος τῆς ψυχῆς, τὸν νοῦν, ἄλλοτε εἰς τὴν διάκρισιν φύσεως καὶ προσώπου κ.λπ.
.             Θὰ ἦτο ἐνδιαφέρον νὰ συλλέξῃ κανεὶς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐννοίας καὶ νὰ τὰς ἀναλύσῃ. Μία τοιαύτη ὅμως φαινομενολογικὴ ἔρευνα, εἰς τὰ πλαίσια ἑνὸς ἄρθρου, ἐνέχει τὸν κίνδυνον νὰ κρατήσῃ τὸν ἐρευνητὴν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Διότι ἡ ἔλλειψις σαφῶν καὶ τελικῶν διατυπώσεων εἰς τοὺς πατέρας δὲν σημαίνει πράγματι καὶ ἔλλειψιν σαφοῦς κατευθύνσεως.
.             Ἡ πατερικὴ αὐτὴ κατεύθυνσις, κοινὴ εἰς τὰς πλέον ποικίλας ἐφαρμογὰς τοῦ ὅρου, εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ φωτίσῃ ἐκ τῶν ἔνδον τὸν ὅρον καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον: 1) νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν δομὴν τοῦ ἀνθρώπου, τὸν προορισμὸν καὶ τὴν προέλευσίν του, φωτίζουσα ὅσον εἶναι δυνατὸν αὐτὴν ταύτην τὴν οὐσίαν του, καὶ 2) νὰ δώσῃ εἰς τὴν σύγχρονον θεολογίαν τὴν δυνατότητα, ἀφοῦ κατανοήσῃ καὶ κρίνῃ, νὰ ἀντιμετωπίσῃ δημιουργικῶς τὰ δύο μεγάλα ἀνθρωπολογικὰ ρεύματα καὶ προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας, τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν ἐκκοσμίκευσιν.
.             Ἡ διερεύνησις αὐτῶν τῶν δύο θέσεων θὰ ἀποτελέσῃ τὰ δύο μέρη τῆς μελέτης μας.

Α΄. Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ὁ ἄνθρωπος εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ· εἰκὼν Εἰκόνος

.             Κέντρον καὶ ἀφετηρία εἰς τὴν θεολογίαν τῆς «εἰκόνος» εἶναι διὰ τοὺς πατέρας ὁ Παῦλος. Ἀποτελεῖ δὲ δεδομένον ἑρμηνευτικὸν ὅτι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» εἶναι διὰ τὸν Παῦλον ὁ Χριστός. Ἡ σχετικὴ διδασκαλία συνοψίζεται εἰς τὸ α΄ κεφάλαιον τῆς Πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολῆς, εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸν ὅτι ἐκφράζεται ὄχι ὡς προσωπικὴ σκέψις τοῦ Παύλου, ἀλλ’ ὡς λειτουργικὸς ὕμνος τῆς πρωτοχριστιανικῆς κοινότητος: «Ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· καὶ αὐτός ἐστιν πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκεν, καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας» (α´ 1-15).
.           Τὸ σημαντικὸν εἰς τὸ κείμενον τοῦτο εἶναι ὅτι ἀποτελεῖ διδασκαλίαν ὄχι τριαδολογικήν, ἀλλὰ σαφῶς κοσμολογικὴν καὶ ἀνθρωπολογικήν. Ὑπογραμμίζεται δηλαδὴ εἰς αὐτὸ ὄχι τόσον ἡ σχέσις τοῦ Λόγου πρὸς τὸν Πατέρα –σχέσις πάντως ἡ ὁποία προϋποτίθεται καὶ τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσει ὁ Παῦλος ἐκτενῶς ἀλλοῦ–, ὅσον ἡ σημασία τοῦ Χριστοῦ διὰ τὸν ἄνθρωπον. Τὸ σημεῖον δὲ τοῦτο ἐνέχει μεγάλην σπουδαιότητα, διότι καθιστᾷ φανερὰν τὴν ἀνθρωπολογικὴν διάστασιν τῆς παυλείου χριστολογίας. Ἡ χριστολογικὴ αὐτὴ διάστασις τοῦ ὅρου «εἰκὼν» φανερώνεται ἐξ ἄλλου εἰς τὴν θεμελιώδη γραμμὴν τοῦ Παύλου ὅτι ὁ ἄνθρωπος διὰ νὰ ὁλοκληρωθῇ πρέπει νὰ φορέσῃ «τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου» ἀνθρώπου, τοῦ Χριστοῦ (Α´ Κορ. ιε´ 49), νὰ φθάσῃ «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ»· καὶ αὐτὸ «ἵνα μηκέτι ᾖ νήπιος» (Ἐφ. δ´ 13-14). Ἡ ἐνηλικίωσις τοῦ ἀνθρώπου συμπίπτει εἰς τὸν Παῦλον μὲ τὴν χριστοποίησιν.
.         Ἡ σύγχρονος ἑρμηνευτικὴ θὰ κρίνῃ ἴσως ὡς αὐθαίρετον αὐτὴν τὴν προέκτασιν. Ἐὰν ὅμως θεωρήσωμεν τὸν Παῦλον διὰ τῶν πατέρων, δηλαδὴ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, θὰ κατανοήσωμεν ὄχι μόνον τὴν νομιμότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν βαθυτάτην σημασίαν τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς.
.           Οἱ πατέρες προεκτείνουν πράγματι τὴν ἀνωτέρω γραμμὴν τοῦ Παύλου καὶ πρὸ Χριστοῦ καὶ συνδέουν τὸ παύλειον θέμα «Χριστὸς εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» μὲ τὸ θέμα τῆς Γενέσεως «ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ». Ἤδη εἰς τοὺς Εἰρηναῖον, Κλήμεντα, Ὠριγένην, Ἀθανάσιον, Γρηγόριον Νύσσης, κ.ἄ. –διὰ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς ἐκείνους περὶ τῶν ὁποίων ἔχομεν εἰδικὰς μονογραφίας–, εἶναι σαφὴς ἡ διάκρισις ὅτι ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκὼν Εἰκόνος.
.           Ἡ πατερικὴ αὐτὴ θεώρησις, ἂν καὶ τὰς περισσοτέρας φορὰς παραμένει ὑπὸ λανθάνουσαν μορφήν, εἶναι μόνιμος καὶ σαφής, ἔχει δὲ κεφαλαιώδη σημασίαν, διότι ἠμπορεῖ νὰ βοηθήσῃ εἰς τὸ νὰ προσδιορισθοῦν τρία βασικὰ ἀνθρωπολογικὰ σημεῖα: ἡ δομή, ὁ προορισμὸς καὶ ἡ καταγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ»-2 («θεὸς κεκελευσμένος»)

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-1 («Ἡ ἁγία Παρθένος ἦταν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κληρονόμος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ»)

περ Θεοτόκου διδασκαλία το Δαμασκηνο

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ»
(Τέσσερις Θεομητορικὲς Ὁμιλίες
τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ)

Κείμενο-Εἰσαγωγή -Σχόλια: Ἱερομ. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
ἐκδ. «Εὐαγὲς Ἵδρυμα “Ὅσ. Ἰωάννης ὁ Ρῶσος”»
Ἀθῆναι 1970, σελ. 22-58

1. Ὅταν πρὸς τὸ τέλος τῆς ὁμολογητικῆς ζωῆς του ἔγραφεν ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς τὸ βασικὸν βιβλίον του «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», τὸ ἤρχισεν ὑπογραμμίζων τὴν θείαν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι γράφει περὶ Θεοῦ, περὶ Ἁγίας Τριάδος, περὶ Χριστοῦ, καὶ περὶ Παναγίας Θεοτόκου, τὸ γράφει ἀντλῶν ἀπὸ τὴν θείαν Παράδοσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπεκάλυψε καὶ παρέδωκεν ὁ Θεὸς δι᾽ ὅλης τῆς σωτηρίου οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ. «Πάντα τοίνυν τὰ παραδεδομένα ἡμῖν διά τε Νόμου καὶ Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων καὶ Εὐαγγελιστῶν δεχόμεθα καὶ γινώσκομεν καὶ σέβομεν, οὐδὲν περαιτέρω τούτων ἐπιζητοῦντες… Ταῦτα ἡμεῖς στέρξωμεν καὶ ἐν αὐτοῖς μείνωμεν, μὴ μεταίροντες ὅρια, μηδὲ ὑπερβαίνοντες τὴν θείαν Παράδοσιν» (Ἔκδ. Ι, 1). Τὸ ἴδιον εἶχε γράψει ὁ ἱερὸς Πατὴρ καὶ προηγουμένως εἰς τοὺς Λόγους περὶ τῶν ἁγίων Εἰκόνων: «Διό, ἀδελφοί, στῶμεν ἐν τῇ πέτρᾳ τῆς πίστεως καὶ τῇ παραδόσει τῆς Ἐκκλησίας, μὴ μεταίροντες ὅρια ἃ ἔθεντο οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἡμῶν· μὴ διδόντες τόπον τοῖς βουλομένοις καινοτομεῖν καὶ καταλύειν τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας»25. Ἡ θεία Παράδοσις διὰ τὸν Δαμασκηνὸν εἶναι ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα καὶ τὸ σῶμα τῆς Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας26, ἡ ὁποία ἔχει οἰκοδομηθῆ ἐπὶ τοῦ «θεμελίου Λίθου ἀκρογωνιαίου» τοῦ Παύλου (Α´ Κορ. γ´ 11· Ἐφ. β´ 20) καὶ «τῆς πέτρας τῆς θεολογίας» τοῦ Πέτρου (Ματθ. ιϛ´ 18), «ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστὸς» (Α´ Κορ. ι´ 4)27.
.                 Ἡ πιστότης τοῦ Δαμασκηνοῦ εἰς τὴν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται πρὸ παντὸς εἰς τὴν Χριστολογίαν του. Ὅπως ἡ Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες, οὕτω καὶ ὁ Δαμασκηνὸς βλέπει καὶ ἑρμηνεύει τὰ πάντα Χριστολογικῶς. Ὁ Σωτὴρ Χριστός, ὁ Εἷς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ἐκ Παρθένου σαρκωθεὶς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, εἶναι τὸ κεντρικὸν θέμα ὅλης τῆς Γραφῆς καὶ τῆς Παραδόσεως28, ἑπομένως δὲ καὶ ὅλης τῆς θεολογίας τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἡ Χριστολογία καταλαμβάνει τὸ μεγαλύτερον μέρος ὅλων τῶν ἔργων του, ὄχι μόνον τῆς «Ἐκδόσεως Ὀρθοδόξου Πίστεως», ἀπὸ τὰ τέσσαρα βιβλία τῆς ὁποίας τὰ δυόμισυ περιέχουν τὴν Χριστολογίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Θεομητορικάς του Ὁμιλίας κυριαρχεῖ ἡ Χριστολογία, ὅπως θὰ τὸ διαπιστώση καὶ ὁ ἀναγνώστης. Ἡ περὶ Παναγίας Θεοτόκου διδασκαλία διὰ τὸν Δαμασκηνὸν ὑπάρχει μόνον ἐντὸς τῆς Χριστολογίας καὶ ὄχι ὡς μία αὐτόνομος «Μαριολογία» ἢ ὡς μία «ἀνθρωπολογία» μὲ κέντρον τὴν ἁγίαν Παρθένον. ρθόδοξος θεολογία το Δαμασκηνο δν εναι νθρωπολογία οτε «Μαριολογία», λλ Χριστολογία ες τν ποίαν συμπεριλαμβάνεται κα νθρωπολογία κα περ Θεοτόκου διδασκαλία, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς καὶ τέλειος Θεὸς καὶ ὁ πρῶτος ἀληθινὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ ὅμως Εἷς Χριστός29, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ Παναγία, ἡ ὁποία Τὸν ἐγέννησε εἶναι ἀληθῶς Θεοτόκος. Μόνον τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ, «Θεὸς σεσαρκωμένος καὶ ἐνανθρωπήσας», προσδίδει εἰς τὴν κατὰ σάρκα Μητέρα Του τὸ ὄνομα Θεοτόκος· καὶ ἀντιστρόφως τὸ ὄνομα Θεοτόκος «ἅπαν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας (τῆς ἐνανθρωπήσεως) συνίστησιν» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 12), διότι ἐπιβεβαιώνει ὅτι Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξ Αὐτῆς ἐγεννήθη, ἦτο Θεὸς καὶ ἄνθρωπος: «Εἰ γὰρ Θεοτόκος ἡ γεννήσασα, πάντως Θεὸς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, πάντως δὲ καὶ ἄνθρωπος» (αὐτόθι).
.                 Πιστὸς λοιπὸν εἰς τὴν Παράδοσιν τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὑπερμάχων τῆς ἁγίας Θεοτόκου, ὁ Δαμασκηνὸς κηρύττει ἀπεριφράστως τὴν Παναγίαν ὡς κυρίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον καὶ μὲ τὸν «θεολογικώτατον πατέρα» του Γρηγόριον τὸν Θεολόγον ἐπαναλαμβάνει: «Εἴ τις οὐ Θεοτόκον ὁμολογεῖ τὴν Ἁγίαν Παρθένον, χωρίς ἐστι τῆς Θεότητος» (Α΄, 4). Παραμένων ὅμως πιστὸς εἰς τὴν ἰδίαν παράδοσιν τῶν ἰδίων αὐτῶν Πατέρων30, κηρύττει ἐπίσης: ἡμῖν «Θεός ἐστιν ἀληθὴς τὸ λατρευόμενον», τὴν δὲ «μητέρα Θεοῦ τιμῶμεν καὶ σέβομεν… Θεοῦ μητέρα τὴν Παρθένον ταύτην γινώσκοντες, οὐ θεὰν ταύτην φημίζομεν, ἄπαγε· τῆς ἑλληνικῆς τερθρείας τὰ τοιαῦτα μυθεύματα· ἐπεῖ καὶ θάνατον αὐτῆς καταγγέλλομεν· ἀλλὰ Θεοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ μητέρα γινώσκομεν» (Γ´,15). Διότι ἡ Παναγία Θεοτόκος δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, διὰ τοῦτο καὶ λέγει ὁ Δαμασκηνὸς εἰς αὐτήν: «Ἔζης γὰρ οὐ σεαυτῇ· οὐ γὰρ σεαυτῆς ἕνεκα γεγέννησαι· ὅθεν «ἔζης Θεῶ, δι᾽ ὃν εἰς τὸν βίον ἐλήλυθας· ὅπως τῇ παγκοσμίῳ ἐξυπηρετήσῃς σωτηρίᾳ, ὅπως ἡ ἀρχαία βουλὴ τοῦ Θεοῦ, τῆς τοῦ Λόγου σαρκώσεως καὶ τῆς ἡμῶν θεώσεως, διὰ σοῦ πληρωθῇ» (Α´,9)31.

2. Ἡ περὶ Παναγίας Θεοτόκου διδασκαλία τοῦ Δαμασκηνοῦ ἀναφέρεται ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν «ἀρχαίαν καὶ ἀληθινὴν» (Β΄, 1) τοῦ Θεοῦ Βουλὴν «τῆς τοῦ Λόγου σαρκώσεως καὶ τῆς ἡμῶν θεώσεως». Εἰς τὰ «ἀνεξιχνίαστα πελάγη τῆς φιλανθρωπίας» Της (Β΄, 10) ἡ τῆς Ζωαρχικῆς Τριάδος ἑνότης, «πρὸς ἑαυτὴν ἐκκλησιάσασα τῷ ἑνιαίῳ τῆς γνώμης βουλήματι»32, ἔχει ἀποφασίσει πρὸ πάντων τῶν αἰώνων τὴν σάρκωσιν καὶ ἐνανθρώπισιν τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ προαιώνιος αὐτὴ «προωρισμένη βουλὴ» (Α´,7) τοῦ Θεοῦ φανερώνει εἰς ἡμᾶς «τὸ ἄπλετον καὶ ἀχανὲς τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος πέλαγος»33 καὶ ἡ φανέρωσις αὕτη γίνεται διὰ τῆς Παναγίας Θεοτόκου: «Αὕτη τὴν ἄφατον τῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους ἀγάπης ἐδημοσίευσεν ἄβυσσον» (Γ΄, 16). Ὁ Θεὸς Πατήρ, λέγει ὁ Δαμασκηνός, «ὁ εὐδοκήσας» ἐν τῇ Παναγίᾳ καὶ ἐξ Αὐτῆς «τελεσθῆναι ὃ προώρισε πρὸ αἰώνων μυστήριον» (Α΄ 10), ἔχει προγνωστικῶς προορίσει αὐτὴν ὡς Μητέρα τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Του, ὁ ὁποῖος «σαρκοῦται, ὢν ἀνάρχως ἀσώματος, δι᾽ ἡμᾶς καὶ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» (Γ΄, 15). Ὁ θεῖος αὐτὸς «προορισμὸς» τῆς Παναγίας εἶναι ἀσφαλῶς ἀκατανόητος δι᾽ ἡμᾶς, οὐχ ἧττον ὅμως συμπίπτει ἐν τῷ Θεῷ μὲ τὴν προαιώνιόν Του πρόγνωσιν τῆς ἐλευθέρας προαιρέσεως καὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς προσωπικῆς ἁγιότητος τῆς Παναγίας34: «Σὲ προγνοὺς ὁ τῶν ὅλων Θεὸς ἀξίαν ἠγάπησε, καὶ ἀγαπήσας προώρισε καὶ ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν χρόνων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε, καὶ Θεοτόκον Μητέρα καὶ τιθηνὸν τοῦ οἰκείου Υἱοῦ καὶ Λόγου ἀνέδειξε» (Α´ ,7). Ἡ λέξις «παρήγαγε» (διὰ τῶν γονέων) σημαίνει ἐδῶ ὅτι προέγνωσεν ὁ Θεὸς ὄχι μόνον τῆς Παναγίας τὴν ἀξίαν (Α´,7) καὶ ἀρετὴν (Α´, 9) καὶ τὴν «ἄχραντον παρθενίαν» (Γ΄, 2· Α΄, 5), ἀλλὰ καὶ τὴν δικαιοσύνην (Α´, 9) καὶ σωφροσύνην καὶ θεάρεστον πολιτείαν (Α´, 5-6· Β΄, 6) τῶν γονέων της, διὰ νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἕνα τόσον μεγάλον δῶρον, τὴν Κόρην, ἡ ὁποία θὰ γεννήσῃ τὸν Θεὸν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ γίνουν οἱ ἴδιοι θεοπάτορες. Ὁ Δαμασκηνὸς λέγει χαρακτηριστικῶς διὰ τὴν Παναγίαν: «Ὄντως εὗρες χάριν, ἡ ἀξία τῆς χάριτος» (Β΄, 8). Οἱ λόγοι αὐτοὶ καθιστοῦν αὐτόδηλον τὴν ἀρχὴν τῆς συνεργασίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου εἰς ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς σωτηρίου οἰκονομίας. Ἀλλὰ ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν.
.               Ὅταν «τῆς ψευδοῦς ὀρεχθέντες θεώσεως» (Γ΄, 2) ἔπεσαν οἱ προπάτορές μας διὰ τῆς παρακοῆς (Γ΄, 3) καὶ τοὺς «δερματίνους χιτῶνας τῆς νεκρώσεως» (Α´,4· Γ΄, 2) καὶ τῆς θνητότητος καὶ παχύτητος ἐνεδύθησαν (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1)35 καὶ ὑπέπεσαν εἰς τὸν θάνατον καὶ τὴν φθορὰν (Ἔκδ. IV, 13), καὶ ἡμεῖς ὅλοι, οἱ ἀπόγονοί τους, «ὥσπερ γεννηθέντες ἐκ τοῦ Ἀδὰμ ὡμοιώθημεν αὐτῷ κληρονομήσαντες τὴν κατάραν καὶ τὴν φθορὰν» (αὐτόθι) καὶ εὑρέθημεν ἔξω τοῦ Παραδείσου γυμνοὶ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος (Γ΄, 2), ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἤδη ἀπὸ τότε ἤρχισεν νὰ «οἰκονομῇ» καὶ «παιδαγωγῇ» τὴν οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας μας (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1). Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἔχομεν πέσει ἑκουσίως καὶ ἐλευθέρως καὶ «διὰ τὸ ἀβίαστον εἶναι τὸ καλὸν» (Ἔκδ. IV, 19) -«οὐκ ἀρετὴ γὰρ τὸ βίᾳ γινόμενον» (Ἔκδ. ΙΙ, 12)-, ἔπρεπε καὶ νὰ δεχθῶμεν ἐλευθέρως τὴν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ οἰκονομουμένην θεραπείαν καὶ σωτηρίαν καὶ νὰ συνεργασθῶμεν ἑκουσίως εἰς αὐτήν. Ἡ ἔκφρασις νὰ «συνεργασθῶμεν» σημαίνει ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ «ἐργασθοῦν» καὶ νὰ δημιουργήσουν μόνοι τους οἱ ἄνθρωποι τὴν σωτηρίαν των, διότι «πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν» (Ψαλμ. ΙΓ [13] 3· Ρωμ. γ´12· Β΄, 6). Τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ καὶ ἐνεργήσῃ μόνον ὁ Θεός, ἡ «παντὸς ἀγαθοῦ ἀρχὴ καὶ αἰτία» καὶ ὁ «ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσι» (Ἔκδ. ΙΙ, 30· Α´ Κορ. ιβ´ 6). Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἔπρεπε νὰ συνεργασθῇ μὲ τὸν ἐργαζόμενον Θεὸν διὰ τὴν σωτηρίαν του: «Βουλομένων γὰρ ἡ σωτηρία, οὐκ ἀναγκαζομένων», κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν Πατέρων»36. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ νόημα ὅλης τῆς διὰ τῆς ἱστορίας οἰκονομίας τῆς σωτηρίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς καλεῖ. Εἰς τὴν κλῆσιν Του αὐτὴν ὑπακούουν καὶ ἀπαντοῦν ἐλευθέρως ὀλίγοι ἴσως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὅμως γίνονται τοιουτοτρόπως «ἐκλογὴ» τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας προετοιμάζει ὁ Θεὸς καὶ τὴν σωτηρίαν τῶν ἄλλων. Ἡ ἀκατάπαυστος σωστικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ ἀκούραστος σώζουσα χάρις Του εὕρισκε οὕτω πάντοτε εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς πεπτωκυίας ἀνθρωπότητος «σημεῖα στηρίξεως» – «σκεύη ἐλέους», κατὰ τὸν Ἀπ. Παῦλον (Ρωμ. θ´ 23) – διὰ τῶν ὁποίων οἰκονομεῖτο, βάσει πάντοτε τῆς ἐλευθέρας συνεργασίας37, ἡ ἱερὰ ἱστορία τῆς σωτηρίας.
.               Ἡ οἰκονομία αὐτὴ ἀπεκορυφώθη καὶ συνετελέσθη εἰς τὴν Παναγίαν, ἡ ὁποία ὡς κατ᾽ ἐξοχὴν «ἐκλελεγμένη» (Β΄, 3) καὶ «ὑπήκοος» εἰς τὸν Θεὸν (Β΄, 8· Γ΄, 3), ὑπηρέτησε (Α´,7-9) καὶ «ἐλειτούργησε τῇ Τριάδι» (Δ΄,5) καὶ συνείργησε εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας ὡς οὐδεὶς ἄλλος ἀπ᾽ αἰῶνος. Κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον βλέπει ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς καὶ γενικῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅλην τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, ὡς μίαν συνεχιζομένην διὰ τῶν γενεῶν προετοιμαστικὴν «κλῆσιν» καὶ «ἐκλογὴν» (Ρωμ. ια´ 7, 5) τοῦ Θεοῦ38, ὡς μίαν δηλαδὴ γενεαλογίαν τῆς Παναγίας, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ γεννηθῇ ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου Χριστὸς (Ἔκδ. IV, 14· B´, 3), Σωτὴρ ἀσφαλῶς πρῶτον αὐτῶν τῶν «στελεχῶν» τῆς γενεαλογίας καὶ τῆς ἰδίας τῆς κορυφῆς της, τῆς Παναγίας39, καὶ δι᾽ αὐτῆς καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

3. Τοιουτοτρόπως ἡ Παναγία, κατὰ τὸν ἅγιον Δαμασκηνὸν καὶ τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν, εἶναι ἡ κορυφὴ καὶ τὸ τέλος ὅλης τῆς Π. Διαθήκης, καὶ εἰς αὐτὴν ἀναφέρονται ὄλαι αἱ προεικονίσεις καὶ προτυπώσεις καὶ προφητεῖαι τῆς Π. Διαθήκης (Β΄, 9-10). Εἶναι ἡ ἀποκορύφωσις καὶ ὁ καρπὸς ὅλης τῆς παλαιοδιαθηκικῆς «παιδαγωγικῆς» προετοιμασίας τῆς ἀνθρωπότητος διὰ τὴν ὑποδοχὴν τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Σωτῆρος, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ὁ χωρισμός της ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινον γένος τοῦ Ἀδάμ. Διὰ τοῦτο τὴν ὀνομάζει ὁ ἱερὸς Πατὴρ «θυγατέρα τοῦ Ἀδὰμ» (Γ΄, 2· Α΄, 6), ἐνῶ τὸν Δαβὶδ ὀνομάζει «προπάτορα καὶ θεοπάτορα» (Γ΄, 2), ἀπὸ τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου «κατ᾽ ἐπαγγελίαν» (Β΄, 7· Ἔκδ. IV, 14) ἐγεννήθη ἡ Παναγία, συνενοῦσα ἐν ἑαυτῇ τὴν ἱερατικὴν καὶ τὴν βασιλικὴν ρίζαν (Α´, 6).
.             Ἡ γέννησις αὐτὴ τῆς Παναγίας ἐκ τῆς «ρίζης τοῦ Ἰεσσαὶ» (Α´, 3) καὶ παρὰ τὴν θαυμαστὴν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ λύσιν τῆς στειρώσεως τῆς Ἄννης (Α´, 2· Β΄, 6-7)40, δὲν ἀποτελεῖ κατὰ τὸν Δαμασκηνὸν μίαν ὑπερφυσικὴν ἐξαίρεσιν τῆς Παναγίας ἀπὸ τὸ γένος της, ἀπὸ τοὺς προπάτορας καὶ θεοπάτορας («θυγάτηρ τοῦ Δαβὶδ» Α´,9) καὶ ἀπὸ τὸν γενάρχην Ἀδὰμ («θυγάτηρ Ἀδὰμ» Α´, 6· Γ, 2). Ἡ Παναγία, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, εἶναι «θυγάτηρ τοῦ πάλαι Ἀδὰμ» καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ «τὰς πατρικὰς εὐθύνας» (Γ΄, 2) καὶ ὡς πρὸς τὴν σύλληψίν της καὶ γέννησιν ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ ὡς πρὸς τὸν θάνατόν της. Συνελήφθη ἐκ τοῦ σπέρματος τοῦ Ἰωακεὶμ (Α´, 2) ἐν τῇ μήτρᾳ τῆς Ἄννης, δηλαδὴ ἐκ τῆς φυσικῆς συναφείας τοῦ γάμου41 Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης (Α´, 2· Ἔκδ. IV, 14) καὶ «ἐκ γῆς ἔχει τὴν γένεσιν» (Α´, 3), «φθαρτὸν ἐκ τοῦ Ἀδὰμ σῶμα κληρονομήσασα» (Γ΄, 8). Ἀπέθανεν ἐπίσης θάνατον ἀνθρώπινον (Γ΄, 15)42 καὶ ὡς «θυγάτηρ Ἀδάμ… δι᾽ Ἀδὰμ τὸ σῶμα παραπέμπει τῇ γῇ» (Δ΄, 4), καὶ «φυσικῶς χωρίζεται» ἡ πανίερος καὶ μακαρία της ψυχὴ τοῦ πανολβίου καὶ ἀκηράτου της σώματος καὶ τὸ σῶμα «τῇ νομίμῳ ταφῇ παραδίδοται» (Β΄, 10). Ἑπομένως γία Παρθένος το, πως κα λοι ο νθρωποι, κληρονόμος το προπατορικο μαρτήματος το δάμ43, οὕτως ὥστε ὁ Δαμασκηνὸς νὰ ὁμιλῇ συγκεκριμένως περὶ καθάρσεως καὶ ἐξαγνισμοῦ καὶ ἐξαγιάσεώς της ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐν αὐτῇ συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου: «Ταύτην ὁ Πατὴρ μὲν προώρισε, προφῆται δὲ διὰ τοῦ Πνεύματος προεκήρυξαν, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος ἁγιαστικὴ δύναμις ἐπιφοιτήσασα ἐκάθηρέ τε καὶ ἡγίασε καὶ οἰονεὶ προήρδευσε» (Β΄, 4· Ἔκδ. ΙΙΙ, 2)44.
.               Αὐτὰ ὅλα ὅμως καθόλου δὲν σημαίνουν ὅτι ὁ ἅγιος Δαμασκηνὸς δὲν παραδέχεται καὶ δὲν ὁμιλεῖ διὰ τὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Τοὐναντίον μαζὶ μὲ ὅλην τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ αὐτὸς ἐξαίρει καὶ δοξάζει πολὺ τὴν προσωπικὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας, ὅπως θὰ ἴδωμεν κατωτέρω, ἀλλὰ δεικνύουν μόνον τὸ πόσον μακρὰν εἶναι ὁ ὀρθόδοξος ἱερὸς Πατὴρ ἀπὸ τὴν νεωτέραν αἱρετικὴν δοξασίαν τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας περὶ τῆς «ἀσπίλου συλλήψεως» τῆς Παναγίας καὶ τῆς γεννήσεώς της ἄνευ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος45. Ἡ καινοτομία αὐτή, προϊὸν τοῦ «ἀλαθήτου» πάπα τοῦ Βατικανοῦ46, ὄχι μόνον ἀποχωρίζει τὴν Παναγίαν ἀπὸ τοὺς προγόνους της, τοὺς προπάτορας, καὶ ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπον ἀνθρωπότητα κατὰ τρόπον τόσον αὐθαίρετον, ὥστε νὰ ἀρνῆται ὅλον τὸ νόημα τῆς προετοιμαστικῆς οἰκονομίας τῆς ἱστορίας τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ μειώνει τὴν πραγματικὴν ἀξίαν καὶ προσωπικὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας Παρθένου. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τὸ «δόγμα» αὐτὸ ὑπονομεύει καὶ ὁλόκληρον τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἀλήθειαν τῆς σωτηρίας μας, διότι ἀρνεῖται τὴν ἑνότητα τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν πραγματικῶς σωτήριον σάρκωσιν τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ἕνα γνήσιον ἀντιπρόσωπον τῆς ἀνθρωπότητος47.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ-2 («Τῆς Παναγίας ἡ ἁγιότης ἀφθαρτοποιεῖται εἰς τὴν Κοίμησιν καὶ Μετάστασίν της»)

————–
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας Εἰκόνας, 3, 41 (96, 1356).
  2. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ ὀρθόδοξος περὶ Ἐκκλησίας ἀντίληψις τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν ὁμολογίαν του τῆς πίστεως: «Καὶ ὄμνυμι… ὑποτάσσεσθαι τῇ ἁγιωτάτῃ καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς φιλοχρίστου ἡμῶν μητροπόλεως Δαμασκοῦ» (Λίβελλος περὶ ὀρθοῦ φρονήματος, 2, PG 94, 1432 C). Περὶ αὐτῆς τῆς ἀρχαιοτάτης παραδόσεως περὶ καθολικῆς Ἐκκλησίας πρβλ.τὸ ἐξαιρετικὸν βιβλίον τοῦ Ι. Ζηζιούλα: Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θ. Εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ Ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, Ἀθῆναι 1965, ἰδίως σελ. 95-148.
  3. Πρβλ. Εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν, 6 (96 556). Εἰς τὸ Ἅγιον Σάββατον, 30 (96, 632). Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας… Λόγ. 1 (96, 1284 Α). Κανόνες τοῦ Δαμασκηνοῦ εἰς τοὺς Ἀποστόλους Πέτρον καὶ Παῦλον, 29 Ἰουνίου, ὠδὴ γ΄.
  4. Πρβλ. Μ. Ἀθανασίου: «Σκοπὸς οὗτος καὶ χαρακτὴρ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὡς πολλάκις εἴπομεν, διπλῆν εἶναι τὴν περὶ τοῦ Σωτῆρος ἐπαγγελίαν ἐν αὐτῇ· ὅτι τε ἀεὶ Θεὸς ἦν καὶ Υἱός ἐστι Λόγος ὢν καὶ ἀπαύγασμα καὶ σοφία τοῦ Πατρός· καὶ ὅτι ὕστερον δι᾽ ἡμᾶς σάρκα λαβὼν ἐκ Παρθένου τῆς Θεοτόκου Μαρίας ἄνθρωπος γέγονε» (Κατὰ Ἀρειανῶν Γ΄, 29, PG 26, 385).
  5. Πρβλ. Ὁμιλ. Β΄, 4: «Εἷς Χριστός, εἶς Υἱός, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτός, Θεός τε ὁμοῦ τέλειος καὶ ἄνθρωπος τέλειος, ὅλος Θεὸς καὶ ὅλος ἄνθρωπος, μία ὑπόστασις σύνθετος, ἐκ δύο φύσεων τελείων θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος, καὶ ἐν δύο φύσεσιν τελείαις θεοτητί τε καὶ ἀνθρωπότητι· οὐ γυμνὸς Θεὸς οὐδὲ ψιλὸς ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ εἷς Υἱὸς Θεοῦ καὶ Θεὸς σεσαρκωμένος, Θεὸς ὁμοῦ τε αὐτὸς καὶ ἄνθρωπος». Πρβλ. καὶ τὸ δογματικὸν Θεοτοκίον, ποίημα Δαμασκηνοῦ, ἦχος πλ. δ΄: «Εἷς ἐστιν Υἱός, διπλοῦς τὴν φύσιν, ἀλλ᾽ οὐ τὴν ὑπόστασιν· διὸ καὶ τέλειον αὐτὸν Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον ἀληθῶς κηρύττοντες, ὁμολογοῦμεν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν».
  6. Καὶ μάλιστα τοῦ ὑπερμάχου τῆς Παναγίας Θεοτόκου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, τοῦ ὁποίου βλ. Κατὰ τῶν Νεστορίου δυσφημιῶν, Ι, 10 (PG 76, 57B): «Τεθεοποιήκαμεν δὲ οὐδένα πώποτε τῶν τελούντων ἐν κτίσμασι· κατειθίσμεθα δὲ Θεὸν εἰδέναι, τὸν ἕνα καὶ φύσει ἀληθῶς· ἴσμεν δὲ ἄνθρωπον οὖσαν καθ᾽ ἡμᾶς τὴν μακαρίαν Παρθένον».
  7. Τὰ ἀνωτέρω ἐτονίσθησαν ὡς ἀναγκαῖα ἰδίως διὰ τὴν ἐποχήν μας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφύονται πάλιν ὅλαι αἱ ἀρχαῖαι αἱρέσεις, μόνον ὑπὸ κάποιαν νέαν μορφήν. Οὕτως οἱ Προτεστάνται ἤδη ἀπὸ αἰῶνας ἔχουν ἀρνηθῆ τὴν Παναγίαν καὶ Ἀειπάρθενον Θεοτόκον, ἡ δὲ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία, καινοτομοῦσα, ἐδημιούργησε μίαν ἀνεξάρτητον καὶ αὐτόνομον «Μαριολογίαν» στηριζομένην ἐπὶ νέων «δογμάτων», τὰ ὁποῖα παρήγαγε καὶ συνεχῶς παράγει ὁ «ἀλάθητος» πάπας εἰς τὴν Ρώμην. Καὶ ἡ «Μαριολογία» αὐτὴ παραμορφώνει τὸ ἀληθινὸν πρόσωπον τῆς Παναγίας Θεοτόκου. Ἀλλὰ καὶ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ δεύτεροι ἔχουν ἀποκοπῆ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴν ὀρθόδοξον καθολικὴν πίστιν καὶ παράδοσιν τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Παναγία Μήτηρ τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος, εἶναι τὸ «σκῆπτρον τῆς Ὀρθοδοξίας» (Κύριλλος Ἀλεξ., Ὁμιλ. εἰς τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, Mansi 4, 1253).
  8. Ἡ ἔκφρασις εἶναι τοῦ ἁγίου Φωτίου, Ὁμιλία Θ΄ εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, 9 (ἔκδ. Β. Λαούρδα, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 96).
  9. Εἰς τὸ Ἅγιον Σάββατον, 1 (96, 601). Πρβλ. Ὁμιλ. Γ΄. 7.
  10. Διότι, κατὰ τὸν Δαμασκηνόν, «τῆς θείας προγνωστικῆς κελεύσεως ἔργον ἐστὶν ὁ προορισμὸς» (Ἔκδ. ΙΙ, 30) καὶ ὁ Θεὸς «πάντα μὲν προγινώσκει, οὐ πάντα δὲ προορίζει» (αὐτόθι). Ἡ πρόγνωσις δὲν εἶναι ἀναγκαστικὴ ἀλλὰ προθεωρητική, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν Πατέρων. «Οὐ θέλει ὁ Θεὸς μόνος εἶναι δίκαιος, ἀλλὰ πάντας ὁμοιοῦσθαι αὐτῷ κατὰ δύναμιν» (Ἔκδ. IV, 19).
  11. Πρβλ. καὶ Εἰς τὴν ξηρανθεῖσαν συκῆν, 3 (96, 581)· Εἰς τὸ Ἅγιον Σάββατον, 24 (96, 624).
  12. Βλ. ἁγίου Μαξίμου, Πρὸς Θαλάσσιον, 54 (PG 90, 528) κ.α.
  13. Διότι κατὰ τοὺς Πατέρας, «ταυτὸν ἔστιν εἰπεῖν ἀπολέσαι τὸ αὐτεξούσιον» (=τὴν ἐλευθερίαν) καὶ ἀπολέσαι τὸν ἄνθρωπον», Ν. Καβάσιλα, Βλ. Ἡ Θεομήτωρ – Τρεῖς θεομητορικὲς ὁμιλίες τοῦ Καβάσιλα, ἔκδ. Π. Νέλλα (Ἀθῆναι 1968), μὲ ἐνδιαφέροντα σχόλια ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος.
  14. Βάσει τοῦ χωρίου Ρωμ. ια´ 7, 5 ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος ἀναπτύσσει μίαν θαυμασίαν ἑρμηνείαν τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὴν «πλευρὰν» τοῦ πρώτου Ἀδὰμ καὶ συντελεῖται διὰ τῶν «ἐκλογῶν» καὶ τέλος τῆς Παναγίας εἰς τὸν «ἄνδρα Θεάνθρωπον», τὸν Δεύτερον Ἀδάμ, ὡς Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι «αὐτὸς ὁ Χριστός». (Λόγος Ἠθικός, ΙΙ, 2, S.C. 122, σ. 326-338).
  15. Ὅπως ταπεινὰ τὸ ὁμολόγησεν ἡ ἴδια ἡ Παναγία: «…Καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρί μου» (Λουκ. α´ 47). Εἰς ἕνα Στιχηρὸν προεόρτιον τῶν Χριστουγέννων ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας: «…ὅτι ὤφθη Κύριος ἐκ Παρθένου Μητρός, ὅν περ καὶ κύψασα δουλικῶς ἡ Μήτηρ προσεκύνησε, καὶ προσεφθέγξατο τῷ ἐν ἀγκάλαις αὐτῆς· Πῶς ἐνεσπάρης μοι ἢ πῶς μοι ἐνεφύης, ὁ Λυτρωτής μου καὶ Θεός;» Ἐπίσης, μεταξὺ ἄλλων, ὁ Χρύσιππος, πρεσβύτερος Ἱεροσολύμων (Ε΄αἰών), γράφει περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ σωτηρίας τῆς Παναγίας «ἐκ τοῦ πτώματος, ἐν ᾧ κατέστησε καὶ αὐτὴν ἡ τῆς Εὔας συγγένεια» (δηλ. ἐκ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος). Λόγος εἰς τὴν Ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον, 2, P.O. XIX, 338.
  16. Παρόμοιον θαῦμα ἔκανε ὁ Θεὸς πολλάκις εἰς τὴν Π. Διαθήκην: εἰς τὴν Ἄνναν, μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουὴλ (Α΄ Βασιλ. Α´ 19), εἰς τὴν Ἐλισάβετ, μητέρα τοῦ ἁγίου Προδρόμου, τὸν ὁποῖον ὁ Θεός, ὅπως καὶ τὸν προφήτην Ἱερεμίαν, ἡγίασεν ἤδη εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός του (Λουκ. α´ 15· Ἱερεμ. Α´ 5). Καὶ οἱ τρεῖς ὅμως αὐτοὶ Ἅγιοι τῆς Π. Διαθήκης ἐγεννήθησαν ὑπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα.
  17. Κατὰ τὸν ἅγιον Δαμασκηνὸν «γάμου ἔκγονα πάντες βροτοὶ μετὰ τοὺς τοῦ γένους ἀρχηγέτας» (Ἔκδ. IV, 24). Μόνον ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη «οὐκ ἐκ συναφείας φυσικῆς» (Α´, 3), «οὐκ ἐκ συναφείας ἀνδρὸς ἢ γεννήσεως ἐνηδόνου ἐν τῇ ἀχράντῳ μήτρᾳ τῆς Παρθένου συλληφθεῖς, Ἀλλ᾽ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» (Ἔκδ. ΙΙΙ, 1). Ἐπίσης κατὰ τὸν ἅγιον Μάξιμον: «Πάντες οἱ ἐξ Ἀδὰμ γεννώμενοι ἐν ἀνομίαις συλλαμβάνονται (Ψαλ. Ν´[50] 7), ὑποπίπτοντες τῇ τοῦ προπάτορος καταδίκη… Ἀρχὴν ἔσχε μετὰ τὴν παράβασιν ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις τῆς ἰδίας γενέσεως τὴν καθ᾽ ἡδονὴν ἐκ σπορᾶς σύλληψιν καὶ τὴν κατὰ ρεῦσιν γέννησιν, καὶ τέλος τὸν κατ᾽ ὀδύνην διὰ φθορᾶς θάνατον. Ὁ δὲ Κύριος ταύτην οὐκ ἔχων ἀρχὴν τῆς κατὰ σάρκας γεννήσεως, οὔτε τῷ τέλει, τουτέστι τῷ θανάτῳ, ὑπῆρχεν ἁλωτὸς» (PG 90, 788B, 1325B). Πρβλ. τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου: «Οὐ μὲν ἑτέρως γεγεννημένη (ἡ Ἁγία Παρθένος) παρὰ τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν, ἀλλὰ καθὼς πάντες ἐκ σπέρματος ἀνδρὸς καὶ μήτρας γυναικὸς (PG 42, 748). Πρβλ. καὶ Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εἰς τὰ Εἰσόδια (PG 98, 1485).
  18. Πρβλ. Ἀνδρέου Κρήτης: «Καὶ γὰρ εἰ χρῆ λέγειν τἀληθῆ, καὶ μέχρις αὐτῆς ὁ φυσικὸς τῶν ἀνθρώπων ἐχώρησεν θάνατος» (Εἰς τὴν Κοίμησιν, Α΄, PG 97, 1052).
  19. Πρβλ. Μ. Ἀθανασίου: «Ἀδελφὴ γὰρ ἡμῶν ἡ Μαρία, ἐπεὶ καὶ πάντες ἐκ τοῦ Ἀδὰμ ἐσμὲν» (PG 26, 1061B).
  20. Πρβλ. καὶ Κατὰ τῆς αἱρέσεως τῶν Νεστοριανῶν, 43 (95, 221-4) καὶ τὸν Κανόνα τοῦ Δαμασκηνοῦ εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, ὠδὴ ζ΄ καὶ η΄, ὅπως καὶ πολλὰ ἄλλα τροπάρια. Ἐπίσης Γρηγορίου Θεολόγου (PG 36, 633· 37, 462), Κυρίλλου Ἱεροσολύμων (PG 33, 976), Σωφρονίου Ἱεροσολύμων (PG 87, 3245-8), Ἀνδρέου Κρήτης (PG 97, 817) κ.ἄ.
  21. Καὶ παρὰ ταῦτα ὁ Μ. Jugie (S. Jean Damascène), Orientalia Christiana Analecta, 109 [1936], σ. 140 ἑξ.) καὶ ὁ P. Voulet (Introduction εἰς τὴν πρόσφατον ἐπανέκδοσιν τῶν Ὁμιλιῶν ἐν S.C. No 80, σ. 20) θέλουν νὰ ἀποδώσουν τὴν κακοδοξίαν ταύτην καὶ εἰς τὸν Δαμασκηνόν. Πρβλ. Τοὐναντίον τοὺς ὀρθοδόξους μελετητάς: Β. Ἀναγνωστοπούλου. Ἡ περὶ τῆς Θεοτόκου διδασκαλία Ι. Δαμασκηνοῦ, ἐν «Ὀρθοδοξία» 31-32 (1956-7), καὶ A. Lebedev, Raznosti Cerkvej Vostocnoj i Zapadnoj v ucenii o Presv. Djevje Marii Bogorodice, Varsava 1881, καὶ S. Bulgakov, Kupina Neopalimaja, Paris 1927, κεφ. 1-3.
  22. Βούλλα «Ineffabilis Deus» τοῦ πάπα Πίου ΙΧ, 8 Δεκεμβρίου 1854.
  23. Πρβλ. L. Lossky, Le Dogme de l᾽ Immaculée Conception, «Messager de l᾽ Exarchat du Patriarche Russe en Europe Occidentale, 20 (1955), καὶ Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Popovic, Dogmatika Pravoslavne Crkve, II, 257-260 (Beograd 1935). Ἡ ἑνότης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως εἶναι μία βασικὴ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας, ἐνῶ ἔχει παραμεληθῆ εἰς τὴν ρωμαιοκαθολικὴν θεολογίαν. Ὀρθῶς ὁ π. S. Bulgakov (Kupina Neopalimaja, σ. 23) παρατηρεῖ ὅτι εἰς τὴν ρωμαιοκαθολικὴν θεολογίαν «ἀπουσιάζει γενικῶς ἡ σαφὴς ἀνθρωπολογία», τοῦτο ὅμως, παρατηροῦμεν, ἔγινε λόγῳ τῆς ἀποχωρίσεώς της καὶ ἀνεξαρτητοποιήσεως ἀπὸ τὴν Χριστολογίαν καὶ ὄχι λόγῳ τῆς ἐλλείψεως τῆς «σοφιολογίας», ὅπως νομίζει ὁ π. Μπουλγκάκωφ.

, , , , ,

Σχολιάστε

ΔΥΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ Δ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝ. ΣΥΝΟΔΟΥ ποὺ νικοῦν τὸν θάνατο

Ἡ Ἁγία Δ´ Οκουμενικὴ Σύνοδος
κα
πέρβαση το θανάτου

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρο
«Χριστολογία καὶ Ὕπαρξη.
Ἡ διαλεκτικὴ κτιστοῦ-ἀκτίστου καὶ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος»,
τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα (νῦν Μητροπολ. Περγάμου),
περιοδ. «Σύναξη», ἀρ. τ. 2/1982,
σελ. 17-20.

«Ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον» (Ὅρος τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος)

.           Ἡ ἀξία τῆς διδασκαλίας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη ἡ πατερικὴ Χριστολογία), ἔγκειται στὴν εὐθεία ἀναφορά της στὸ πρόβλημα τοῦ κτιστοῦ καὶ τῆς ὑπερβάσεως τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς εἶναι Σωτήρας, ὄχι γιατί προβάλλει ἕνα ἠθικὸ πρότυπο ἢ γιατί διατύπωσε μία χρήσιμη διδασκαλία – ἀλλὰ γιατί νσάρκωσε τν πέρβαση το θανάτου. Στ Πρόσωπο το Χριστο, πλέον, τ κτιστ ζε αώνια.
.             Πῶς ἀκριβῶς συμβαίνει αὐτό; Ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Χαλκηδόνα χρησιμοποίησε δύο ἄκρως ἐπιτυχῆ ἐπιρρήματα: τὸ  «ἀδιαιρέτως» καὶ τὸ  «ἀσυγχύτως».
.           Μὲ τὸ πρῶτο δηλώνεται ἡ ἕνωση τοῦ κτιστοῦ καὶ τοῦ ἀκτίστου στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς καμία ἀπολύτως διαίρεση, καμία ἀπόσταση καὶ κανέναν χωρισμό. Ἡ πραγμάτωση αὐτοῦ τοῦ «ἀδιαιρέτου» ἐξασφαλίζει τὴν ἀγάπη καὶ συντελεῖ ἀποφασιστικὰ στὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου: Ὅσο τὸ κτιστὸ δὲν βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ τὸ ἄκτιστο, ὑπόκειται στὴν ἐπίδραση τοῦ θανάτου (Ἰω. Χρυσόστομος).
.           Μὲ τὸ δεύτερο ἐπίρρημα, δηλώνεται ὅτι κατ᾽ αὐτὴ τὴν ἕνωση, τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο διατηροῦν τὴν ταυτότητά τους καὶ δὲν συμφύρονται. Ἔτσι ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ καθενός, νὰ προχωρήσει σ’ αὐτὴν τὴν ἕνωση.
.           Γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς ἀθανασίας, λοιπόν, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀγάπη, ὡς ἐκστατικὴ κίνηση ἐξόδου ἀπὸ τὴν αὐτάρκεια τοῦ «ἐγὼ» στὴν ἐλεύθερη συνάντηση μὲ τὸν Ἄλλον. Ἀντίστοιχα, ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου δὲν ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς ποὺ εἶναι ἀναγκαστικὸ γιὰ τὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ μία δυνατότητα ποὺ κερδίζεται μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία.
.           Στν νατολικ χριστιανικ παράδοση, τ πρόβλημα το κτιστο εναι ντολογικς φύσεως κα χι θικ (ὅπως στὴ Δύση). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κεντρικὸ σωτηριολογικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι ἡ Σταύρωσή Του (ὡς ἐξιλέωση τῆς ἀνθρώπινης παρακοῆς). Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τῆς ὕπαρξης καὶ τοῦ θανάτου.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΑΡΑΓΕ ΕΝΗΝΘΡΩΠΗΣΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΑΓ. ΤΡΙΑΔΟΣ καὶ ὄχι τὸ ΠΡΩΤΟ (Πατήρ) ἢ τὸ ΤΡΙΤΟ (Ἅγ. Πνεῦμα);

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»
-Εἰσοδικὸ στὸ Δωδεκάορτο
καὶ τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία

σελ. 49-50,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου
(Πελαγίας), 2008

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.             Ἕνα βασικὸ ἐρώτημα σχετικὸ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι τγιατί ἐνηνθρώπησε τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ὄχι τὸ Πρῶτο (ὁ Πατὴρ) ἢ τὸ Τρίτο (τὸ Ἅγιον Πνεῦμα). Βέβαια, ὅλη ἡ Ἁγία Τριάδα ἐνήργησε στὴν ἐνανθρώπηση, ἀφοῦ ὁ Λόγος ἔλαβε ἀνθρώπινη φύση, ὁ Πατὴρ εὐδόκησε τὴν σάρκωση τοῦ Υἱοῦ Του, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συνήργησε, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς συνελήφθη ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὑπάρχουν τρεῖς βασικοὶ λόγοι.
.             Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α´ 15), Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα ἑνὸς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, δηλαδὴ κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Λόγου, ἀφοῦ τοῦ ἐδόθη νοερὸ καὶ αὐτεξούσιο, καὶ καθ’ ὁμοίωση, δηλαδὴ τέλειος στὶς ἀρετὲς ὅσο εἶναι δυνατὸν στὴν φύση του. Ἐπειδή, ὅμως, μὲ τὴν παράβαση τῶν ἐντολῶν ἀμαυρώθηκε τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ γυμνωθήκαμε ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, φυσικὸ δὲ ἐπακόλουθο ἦταν ἡ εἴσδυση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ ἐνηνθρώπησε ὁ Λόγος, γιὰ νὰ ξαναπλάση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήση ἐκεῖ ποὺ θὰ ἔφθανε μὲ τὴν Χάρη του καὶ τὸν δικό του προσωπικὸ ἀγώνα.
.             Ὁ Θεὸς μὲ τὴν δημιουργία μᾶς ἔδωσε τὸ ἀνώτερο, δηλαδὴ τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωση, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν τὸ φυλάξαμε, τὸ χάσαμε. Τώρα ἔρχεται ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ πρωτότυπο τῆς δημιουργίας μας καὶ παραλαμβάνει τὸ κατώτερο, δηλαδὴ τὴν δική μας φύση, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώση ἀπὸ τὴν φθορά, καὶ γιὰ νὰ ἀνακαινίση τὸ σκεῦος ποὺ ἀχρειώθηκε καὶ συντρίφθηκε, καθὼς ἐπίσης νὰ μᾶς ἀπαλλάξη ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ νὰ μᾶς παιδαγωγήση στὴν νέα ζωή.
.             Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ δὲν ἦταν ὑπόθεση μίας ἁπλῆς μετάνοιας, ὅπως διδάσκει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἁμαρτία εἰσῆλθε ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ νικηθῆ ὁ θάνατος. Γι’ αὐτὸ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ θεοῦ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του προσέλαβε σάρκα καθαροτάτη ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀλλὰ πάντως θνητὴ καὶ παθητή, γιὰ νὰ νικήση τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο καὶ νὰ γίνει τὸ πρωτότυπο τῆς νέας δημιουργίας.
.             Ὁ δεύτερος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐνηνθρώπησε τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι γιὰ νὰ μείνη ἡ ἰδιότητά του ἀκίνητη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κάθε πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχει μία ἀκίνητη ἰδιότητα. Ὁ Πατὴρ εἶναι Πατὴρ καὶ ὄχι Υἱός. Ὁ Υἱὸς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι Πατήρ, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ὄχι Πατὴρ ἢ Υἱός. Ἡ ἰδιότητα αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξη, νὰ κινηθῆ καὶ νὰ μεταβληθῆ. Δὲν μποροῦσε ὁ Πατὴρ νὰ γίνη Υἱός, οὔτε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νὰ γεννηθῆ, ἀφοῦ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ Πατέρα προαιωνίως, ἔπρεπε νὰ γεννηθῆ καὶ ἀπὸ τὴν Παναγία ἐν χρόνῳ, κατὰ τὴν σάρκωσή Του. Ἔτσι, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ παραμείνη ἡ ἰδιότητα ἀκίνητη.
.             Ὁ τρίτος λόγος εἶναι ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ὁ Λόγος τοῦ θεοῦ, ποὺ ἐξαγγέλλει σὲ ἐμᾶς τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Αὐτός, ἄλλωστε, ἐμφανιζόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ἀπεκάλυπτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός.
.             Ἔτσι, διὰ τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου ἀποκτοῦμε τὴν σωτηρία. Δι’ Αὐτοῦ ἔχουμε τὴν προσαγωγή μας πρὸς τὸν Πατέρα. Αὐτὸς εἶναι ἡ θύρα διὰ τῆς ὁποίας εἰσερχόμαστε στὴν οἰκία τοῦ Πατέρα, καὶ ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ θύρα τῶν προβάτων, τὸ κλειδὶ εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα (ἅγιος Συμεὼν Νέος Θεολόγος).

, , ,

Σχολιάστε

ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ!

Στὰ κατωτέρω ἀποσπάσματα ἀπὸ βιβλίο, ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ περασμένο ἔτος (βλ. σχετ.: ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ“ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ” ΠΡΟΓΕΦΥΡΩΜΑ ΣΤΟ ΑΦΥΣΙΚΟ) καὶ ἤδη προκαλεῖ σοβαρὲς συζητήσεις καὶ ἀντιπαραθέσεις, τίθεται εὐδιάκριτα ἕνα πολὺ «ἐπικίνδυνο» θέμα, τὸ ὁποῖο μᾶλλον δὲν προσέχθηκε δεόντως, ὅτι δηλαδὴ ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲν εἶναι λάθος, ἀστοχία προαιρέσεως, ἐπιλογῆς ἀλλὰ «κατάσταση» φύσεως, φυσικῆς καταβολῆς. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι πάθος «ἀλλὰ μιὰ ἀσύμμετρη κατάσταση», ΦΥΣΙΚΗ (!) ὅμως κατάσταση, μιὰ «ἀνθρωπολογικὴ πραγματικότητα», ποὺ ποτὲ κανένας Προφήτης, κανένας Ἀπόστολος κανένας Πατέρας καὶ κανένας Ἅγιος δὲν μπόρεσε νὰ ἀνακαλύψει!
Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αὐτὴ τὴν «κατάσταση» ἐρωτητέον ἂν τὴν εἶχε ἢ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἔχει ὁ Χριστὸς στὴν ἀνθρώπινη φύση Του ὡς συνιστάμενος ἐκ δύο τελείων φύσεων καὶ ἔχων δύο φυσικὰ θελήματα, θεῖον καὶ ἀνθρώπινον («τὸ φυσικὸν θέλημα τῆς κατά Χριστόν ἀνθρωπότητος», Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογ.). Ἐκεῖ φαίνεται πὼς πιθανὸν κρύβεται τὸ πρόβλημα! Καὶ ἡ
ἀσύμμετρη θεολογικὴ ἀπειλή! (Μὲ τὴν ἴδια λογικὴ θὰ μποροῦν πιθανὸν νὰ ἐξηγηθοῦν ὅλες οἱ διαφορετικὲς τάσεις γιὰ τὶς ἁμαρτίες).

.               «Τὰ πάθη σύμφωνα μὲ τὴν νηπτικὴ διδασκαλία, ποὺ μᾶς παραδόθηκε, ἔχουν σαφῆ καὶ ἔντονη τὴν συγκατάθεση τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ γίνονται. (Σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Γνωμικὸ θέλημα εἶναι τὸ πῶς θὰ χρησιμοποιήσει κάθε ἄνθρωπος τὸ φυσικὸ θέλημα: «Θέλημα γάρ ἐστι φυσικόν, δύναμις τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος ὀρεκτική, καὶ τῶν οὐσιωδῶς τῇ φύσει προσόντων, συνεκτικὴ πάντων ἰδιωμάτων· καθ᾿ ἣν ἀεὶ τῷ φύσει θελητικῷ, τὸ πεφυκέναι θέλειν, ἐμπέφυκεν· οὐ ταυτὸν δὲ τὸ πεφυκέναι θέλειν, καὶ θέλειν· ὡς οὐδὲ τὸ πεφυκέναι λαλεῖν, καὶ λαλεῖν. Πέφυκε μὲν γὰρ ἀεὶ τὸ λαλητικόν, λαλεῖ δὲ οὐκ ἀεί· ἐπειδὴ τὸ μὲν οὐσίας ἐστί λόγῳ φύσεως συνεχόμενον· τὸ δὲ βουλῆς, τῇ τοῦ λαλοῦντος γνώμῃ τυπούμενον· ὥστε φύσεως μὲν τὸ ἀεὶ πεφυκέναι λαλεῖν· ὑποστάσεως δέ, τὸ πῶς λαλεῖν· ὥσπερ καὶ τὺ πεφυκέναι θέλειν καὶ θέλειν». [Ἅγ. Μάξιμος Ὁμολ.] Ἡ θέληση εἶναι δύναμη τῆς φύσεως. Τὸ γνωμικὸ θέλημα, δηλαδὴ ἡ δυνατότητα τῆς προαιρέσεως, τῆς ἐπιλογῆς μεταξὺ δύο ἀντιθέτων πραγμάτων, συνιστᾶ ἀδυναμία τῆς φύσεως.). Πῶς ὅμως τὸ παιδὶ ἢ ὁ ἔφηβος, ὁ ὁποῖος μόλις ἀρχίσει νὰ ἀναγνωρίζει σεξουαλικὰ τὸν ἑαυτό του, διαπιστώνει ὅτι μέσα του ἡ ἕλξη στρέφεται πρὸς τὸ ἴδιο φῦλο, μπορεῖ νὰ θεωρεῖ ὅτι χαρακτηρίζεται ἀπὸ πάθος, ἀφοῦ πρόκειται γι κίνηση τς φύσεώς του κα χι τς γνώμης του, τν ποία οδόλως πηρέασε διος.
.               Ἐξ ἄλλου ὅλα τὰ πάθη διακρίνονται ἀπὸ μικρὴ ἢ μεγάλη ἐγωκεντρικότητα, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν ἀγάπη. Πῶς μποροῦμε νὰ καταλογίσουμε ἐγωκεντρικότητα σὲ ἕναν ὁμοφυλόφιλο, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ τὸν σύντροφό του μὲ πιστότητα καὶ ἀφοσίωση; Καὶ σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ στερεότυπα, αὐτοὶ ὑπάρχουν […] Ἡ πνευματικὴ ἔννοια τοῦ πάθους δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμεύσει γιὰ νὰ ἀποδώσει τὴν ἀνθρωπολογικὴ πραγματικότητα τῆς ὁμοφυλοφιλίας. […](σελ. 158- 159) [βλ. σχετ.: ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ! -2 (Ο ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ) ]
.           […] Δεδομένο εἶναι ὅτι τὸ νὰ ἀνακαλύψει κάποιος νέος τὴν ὁμοφυλόφιλη ἕλξη μέσα του συνιστᾶ σθένεια τς φύσεως κα χι τοῦ προσώπου. Ἀσθένεια τοῦ προσώπου, δηλαδὴ τῆς ὑποστάσεως, σχετίζεται μὲ τὸ γνωμικὸ θέλημα, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐλεύθερη χρήση τῶν ἰδιωμάτων τῆς φύσεως. Στὴν περίπτωση τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὅμως ἔχουμε ἀλλοίωση πρν κν τὸ ζήτημα φθάσει στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου. […] (σελ. 169)
.             Ἕνας χῶρος (ὁ ἐκκλησιαστικὸς), ὁ ὁποῖος δὲν ἐμποδίζει κληρικοὺς νὰ λειτουργοῦν παρὰ τὴν ἀπροκάλυπτη φιλαργυρία τους, ἢ τὴν διεστραμμένη παρασκηνιακὴ μηχανορραφία τους ἢ τὴν νοσηρὴ φιλοδοξία τους. Αὐτὴ ὅλη ἡ σαπίλα κατοικοεδρεύει στὰ λόγια τῶν Ἁγίων –ἐδῶ βρίσκεται ἡ πραγματικὴ διαστροφή!– καὶ ἡ ὁποία συχνὰ καλύπτεται πίσω ἀπὸ εὐγενῆ ὑποκρισία ἢ εὐσεβοφανῆ μεγαλοστομία, εἶναι μικρότερο ἀδίκημα ἀπὸ τὸν ἔρωτα ποὺ βιώνει ἕνας ὁμοφυλόφιλος νέος μὲ τὸν σύντροφό του. (Σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἆραγε ὅλη αὐτὴ ἡ προαναφερομένη «σαπίλα», πρῶτον, γιατί ἀντιπαραβάλλεται πρὸς τὴν ὁμοφυλοφιλία, ὡσὰν νὰ ἀναζητεῖται ἔνα ἠθικὸ ἀντιστάθμισμα ἢ ἄλλοθι ἢ μιὰ «ἀνακουφιστικὴ δικαιολογία» ὑπὲρ τῆς ὁμοφυλοφιλίας; Δεύτερον, γιατί οἱ Ἱ. Κανόνες ἐμποδίζουν ρητὰ τὸν μοιχὸ καὶ τὸν ἀρσενοκοίτη ἀπὸ τὴν Ἱερωσύνη ἐνῶ δὲν κάνουν τὸ ἴδιο γιὰ τὸν …«εὐσεβοφανῆ μεγαλόστομο»; Καὶ τρίτον γιατί ἀποκλείεται ἐκ προοιμίου νὰ συνιστᾶ ἐξ ἴσου καὶ αὐτὴ ἡ «σαπίλα» ἀσθένεια τῆς φύσεως;)
.         Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σοβαρὰ ὑπεύθυνη γιὰ τὰ σόκ αὐτὰ τὰ ὁποῖα προκαλεῖ καὶ ὀφείλει νὰ ἀλλάξει ἀμέσως. Πρῶτα εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι δὲν ὑφίσταται καμία ἐπαρκὴς ἐξήγηση στὴν πατερικὴ γραμματεία γιὰ τὴν ἀποδοκιμασία τῆς ὁμοφυλοφιλίας, προφανῶς ἐπειδὴ στὴν πατερικὴ ἐποχὴ ἐθεωρεῖτο προδήλως καταδικαστέα καὶ παραβιάζουσα τὴν πνευματικὴ τάξη. Ἀλλὰ ἂς μὴ λησμονοῦμε ὅτι ὁ προνεωτερικὸς ἄνθρωπος δὲν ἐνδιαφερόταν γιὰ ἐξηγήσεις. Τοῦ ἀρκοῦσε νὰ ὑπακούει στὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὅμως, δικαιολογημένα ἀπαιτεῖ νὰ ἀκούσει ἕνα σκεπτικό. Μάλιστα δὲ ἕνα σκεπτικό, τὸ ὁποῖο νὰ ἐξηγεῖ ἐπαρκῶς γιατί ἀποδοκιμάζει ἠθικὰ μία κατάσταση, τν ποία δν δημιούργησε διος.
.         Πρόκειται γιὰ τὸ σκεπτικὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο θεωρεῖται αὐτονόητη ἀπαίτηση, ὅταν πρόκειται νὰ διατυπωθεῖ ἠθικὴ κρίση, δεδομένου ὅτι κάθε ἠθικὴ ἀξιολόγηση προϋποθέτει τὴν ἐλευθερία. Τὸ ἀξίωμα αὐτὸ εὑρίσκεται σὲ ἀμηχανία ἐνώπιον τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἀφοῦ ὁ φορέας της δν διαθέτει σχεδν καθόλου (sic!) λευθερία γι τ ν θ δημιουργήσει ατν τν κατάσταση στν αυτό του χι. Τέτοιο σκεπτικὸ σήμερα δὲν ὑπάρχει. λόγος τς κκλησίας περ μοφυλοφιλίας στερεται πειστικν θεολογικν πιχειρημάτων πο θ ξηγήσουν στ μοφυλόφιλα παιδιά της γιατί μαρτάνουν. […](σελ. 172)
.       Στὴν διεθνῆ ὁρολογία ἡ ἐκκλησιαστικὴ στάση τοῦ τόπου μας ἀπέναντι στὴν ὁμοφυλοφιλία ἐμπίπτει σὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται «ἠθικὸς πανικός». Μὲ ἄλλα λόγια ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους ποὺ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ὁμοφυλόφιλη ἕλξι καὶ ζωὴ ἀφήνουν νὰ ἀναβλύσει τὸ ἀνεπεξέργαστο θυμικό τους. […]
.       Σήμερα εἴμαστε σὲ θέση νὰ διατυπώσουμε ψυχοδυναμικὲς ἀναλύσεις γιὰ τὰ αἴτια τῆς ὁμοφοβίας. […] (σελ. 174)
.          Ναί, ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲν φαίνεται συμβατὴ μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὰ δύο φῦλα, δὲν ὑπηρετεῖ τὴ δημιουργία νέων ἀνθρώπων, δὲν βρίσκει ἐρείσματα πουθενὰ στὴν Ἁγία Γραφή. Ὅμως ὁ σημερινὸς ἐκκλησιαστικὸς λόγος περὶ ὁμοφυλοφιλίας πρέπει νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ατ δν ποτελε πάθος λλ κατάσταση· ὅτι δὲν χωρᾶ στὶς παραδοσιακὲς φόρμες ποὺ διαθέτουμε μέχρι τώρα γιὰ νὰ περιγράψουμε τὰ πνευματικὰ προβλήματα· ὅτι πρόκειται γιὰ μία μοναδικὴ πραγματικότητα σύμμετρη, γιὰ τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ γίνει θεωρητικὴ ἐργασία μὲ στόχο νὰ τὴν κατανοήσουμε. »[…] (σελ. 176)

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φωτίσει στὶς μελέτες!

, , ,

1 Σχόλιο