Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χριστιανικὴ ζωή

H ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟY ΧΡΙΣΤΙΑΝΟY, ΔΙΑ ΤHΣ EΡΗΜΟΥ, ΣΤΗΝ AΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος))

Ἡ μυστική πορεία τοῦ Χριστιανοῦ, διά τῆς ἐρήμου, στήν Ἀνάσταση καί τήν Πεντηκοστή

 τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

                                  .                      Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στήν ὁποία εἰσήλθαμε, εἶναι μιά περίοδος ἔντονης πνευματικῆς ζωῆς, μέ νηστεία, προσευχή, μετάνοια, ἐγκράτεια καί ὅλα τά μέσα τά ὁποῖα ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
.                                   Αὐτή ἡ ἔντονη πνευματική καί ἐσωτερική ζωή διασώζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας στίς ἱερές Ἀκολουθίες πού γίνεται αὐτή τήν περίοδο καί στά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλονται. Ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τό βιβλίο Τριώδιο καί συμμετάσχει βιωματικά στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, θά διαπιστώση ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας θέλει νά μᾶς δώση τήν αἴσθηση ποιός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ Χριστιανοῦ καί ποιό εἶναι τό περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
.                                      Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἀγάπησαν ἰδιαίτερα αὐτήν τήν περίοδο, πού ὁδηγεῖ στό Πάσχα, καί τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου, γιατί μέσα σέ αὐτήν τήν περίοδο διακρίνουν τήν ἐσωτερική ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας μας.
.                                       Μέ ἀφορμή τήν εἴσοδό μας σέ αὐτήν τήν περίοδο, θά ἤθελα νά κάνω ἕνα σχεδιάγραμμα τῆς πορείας τοῦ Χριστιανοῦ ἀπό τήν Αἴγυπτο τῶν παθῶν στήν ἔρημο τῆς ἀπαθείας καί τήν εἴσοδο στήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Αὐτή τήν πορεία τήν συναντᾶμε στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέ αὐτόν τόν τρόπο δείχνουν καί τόν σκοπό τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τό νόημα τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Στήν πραγματικότητα εἶναι πορεία ἀπό τήν ἔναρξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μέχρι τό Πάσχα καί τήν Πεντηκοστή, σέ περίοδο πραγματικῆς ἐρημίας.
.                                   Ὡς βάση θά ἔχω τήν βιογραφία καί τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, ὅπως τήν παρουσίασε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Μέ τόν τρόπον αὐτό θά δοῦμε ἀφ’ ἑνός μέν πῶς ἕνας ἅγιος ἑρμηνεύει ἕναν ἄλλον ἅγιο καί πῶς μέσα ἀπό αὐτήν τήν τήν ἑρμηνεία μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν ἐσωτερική μυστική ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.                                     Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί δυστυχῶς στίς ἡμέρες μας τά γεγονότα πού περνᾶμε μέ τήν ὑγιειονομική καί τήν θεολογική κρίση μᾶς ἀποπροσανατολίζουν καί δέν μᾶς ἀφήνουν νά αἰσθανθοῦμε αὐτήν τήν ὁρμή τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
.                                Εἶναι γνωστόν τό πρῶτο βιβλίο πού ἔγραψε ὁ ἅγιος Σωφρόνιος εἶναι τό βιβλίο μέ τόν τίτλο «ὁ Γέρων Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης» πού ἀργό­τερα, μετά τήν ἁγιο­κατάταξη τοῦ Γέροντος Σιλουανοῦ, κυκλο­φόρησε μέ τόν τίτλο «Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης».
.                                     Τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἕνας μεγάλος πνευματικός θησαυρός, ἕνας ἀκένω­τος πνευματικός πλοῦτος, μιά ζωντανή παρουσίαση τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στήν ἀπόλυτη μορφή της, μιά ζωντανή «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», ὅπως βιώθηκε ἀπό δύο ἁγίους, τόν ἅγιο Σιλουανό, καί τόν ἅγιο Σωφρόνιο. Παρουσιάζει στόν τέλειο βαθμό καί μέ αὐθεντικό τρόπο τήν πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς αὐτῶν πού ἐπιθυμοῦν τήν συνάντησή τους μέ τόν Χριστό.
.                      Θά καταγραφοῦν δέκα βασικά σημεῖα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως φαίνεται στό πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου μέ τίς θεολογικές διασαφήσεις τοῦ ἁγίου Σωφρονίου. Τά σημεῖα αὐτά πρέπει νά κατανοηθοῦν μέσα στήν προοπτική ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου γίνεται μέσα στήν  Ἐκ­κλησία, πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ἕνωσή του μέ τόν Χριστό, ἐν Πνεύματι Ἁγίω, μέ τά Μυστήρια καί τήν κατά Χριστόν ἄσκηση.
.              Οἱ φράσεις ἐντός εἰσαγωγικῶν εἶναι λόγοι τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.

1. «Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί τά ἔσχατα δυνατά ὅρια στό κτιστό ὄν»

.                         Ἐάν κάθε ἀνθρώπινος λόγος ἔχει δύναμη καί ἐνέργεια, πολύ περισσό­τερο αὐτό ἰσχύει γιά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει θεία ἐνέργεια. Ὁ Θεός μέ τόν λόγο Του δημιούργησε τόν κόσμο καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σέ ὅλη τήν κτίση, εἶναι ἡ οὐσιοποιός, ζωοποιός καί ἡ προνοητική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
.                                     Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί ὁ λόγος Του εἶχε μεγάλη ἐνέργεια μέ τήν ὁποία ὁμιλοῦσε, θεράπευε καί ἀνέσταινε νεκρούς. Ὁ λόγος Του «περιβάλλεται μέ τήν ταπεινή, ἀντιλη­πτή στίς αἰσθήσεις, μορφή τοῦ ἀνθρώπινου κτιστοῦ λόγου, πού μπορεῖ νά δια­τυπωθεῖ ἀκόμη καί γραπτῶς». Παρά ταῦτα ὁ λόγος αὐτός «στό βάθος του, στήν βάση του, εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Μεγάλου Πανδημιουργοῦ Θεοῦ καί μπο­ροῦμε νά ποῦμε γι’ αὐτόν ὅ,τι λέγεται στή Γραφή γιά τόν Θεό, δηλαδή εἶναι “πῦρ καταναλίσκον” καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά τόν προσεγγίζει μέ μεγάλη “αἰδώ καί εὐλάβεια” (Ἑβρ. ιβ΄, 29 καί 28)».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει μέσα του ἕνα μυστήριο. «Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο ἐγγύς, τόσο καταληπτός καί φυσικός, τόσο βαθιά οἰκεῖος στήν ἀνθρώπινη καρδιά, συγχρόνως ὅμως ὑπερβαίνει ἀναμφίβολα ἀπείρως τίς δυνατότητες τοῦ κτιστοῦ ὄντος». Ὅταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γίνεται δεκτός ἀπό τόν ἄνθρωπο, τότε τόν ὁδηγεῖ «στήν αἰώνια ζωή ἀπό ἕνα δρόμο πού θά συναντήσει πολλά ἀσυνήθιστα πράγματα, ἄγνωστα σέ ὅσους δέν ἀκολουθοῦν τόν Χριστό».
.                                             Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἐνέργεια εἶναι φῶς καί τό φῶς αὐτό «φθάνει ὡς τά ἔσχατα ὅρια τῆς σκοτεινῆς ἀβύσσου καί ἀποκαλύπτει τή φύση πολλῶν φα­σμάτων τῆς ἀληθείας, πού παρα­σύρουν τόν ἄνθρωπο μέσα στό σκοτάδι». Ἔτσι, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτιά, πού δοκιμάζει τό καθετί πού ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο καί γενικότερα στόν κόσμο».
.                                             Ἐπίσης, «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι πνεῦμα καί ζωή αἰώνια, πλήρωμα τῆς ἀγάπης καί εὐφροσύνη αἰώνια. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄκτιστο Θεῖο Φῶς» καί «ὅταν γίνει δεκτός στή ζωή, ἀπεργάζεται τόν ἄνθρωπο θεό».
.                                             Αὐτό πρέπει νά τονίζεται στήν ἀρχή τῆς πορείας τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιατί ὅλα γίνονται μέ τήν θεολογική συνέρ­γεια, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός εἶναι ὁ ἐνεργῶν καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ συνεργῶν. Ὅπως ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ διά τοῦ λόγου Του, ἔτσι καί ἡ ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου καί ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου  γίνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ θείου λόγου.

2. «Ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ»

.                                             Ὁ λογισμός εἶναι ἡ ἀρχική πρόταση, ἡ ὁποία ἐξελίσσεται σέ ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής δίνει μεγάλη σημασία στό νά μή ἐξελιχθῆ ὁ λογι­σμός.
.                                             Ἡ πρώτη μορφή τοῦ λογισμοῦ εἶναι αὐτή πού προσεγγίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό ἔξω «καί εἶναι ἀσαφής, ἀόριστη», εἶναι μιά εἰκόνα καί ὅταν δέν ἐξελιχθῆ καί δέν συνδεθῆ μέ τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία. Οἱ εἰκόνες αὐτές ἔχουν ἄλλοτε «ἐποπτικό» καί ἄλλοτε «νοητικό» καί πολλές φορές «μικτό» χαρακτῆρα. Οἱ εἰκόνες πού ἑλκύουν μιά σκέψη καί ἔχουν αὐτό τό «μικτό» χαρακτῆρα (εἰκόνες καί νόημα) χαρακτηρίζονται στήν ἀσκητική φρασεολογία ὡς «λογισμός».
.                                             Ἡ ἐνέργεια τοῦ λογισμοῦ, ὅταν ὑπάρχη προδιάθεση στό πάθος, «προ­καλεῖ ἕνα αἴσθημα ἡδονῆς», ἀνάλογα μέ τό πάθος, καί στό σημεῖο αὐτό ἀρχίζει ὁ πειρασμός. Αὐτή εἶναι «ἡ πρό­τα­ση» τῆς ἁμαρτίας, καί ἡ στιγμή αὐτή τῆς ἐμφάνισης τῆς ἡδονῆς «παρότι μαρ­τυρεῖ γιά τήν ἀτέλεια τοῦ ἀνθρώπου, δέν λογίζεται ὡς ἁμαρτία». Ἐδῶ πρέπει νά δοθῆ σημασία: ἡ ἐμπλοκή τῆς ἡδονῆς μέ τόν λογισμό πού βρίσκεται ἀκόμη στό στάδιο τῆς «πρότασης» τῆς ἁμαρτίας.
.                                             Στήν συνέχεια αὐτή «ἡ προτεινόμενη ἐμπαθής ἡδονή προσελκύει τήν προσοχή τοῦ νοῦ». Ὅταν ἑνωθῆ ὁ νοῦς μέ τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀνα­πτύσσεται περαιτέρω, γιατί παρατη­ρεῖται ἡ «συμπάθεια», ἀκολουθεῖ ὁ «συνδυασμός», πού εἶναι δυνατόν νά ἐξελιχθῆ στήν «ἐνεργητική συγκα­τάθεση». Ἔπειτα, ὅταν αὐξηθῆ ἡ ἡδονή, τότε μπορεῖ νά κυριαρχήση «στό νοῦ καί τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτό λέγεται “αἰχμαλωσία”». Ἀμέσως μετά ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου πού αἰχμα­λω­τί­σθηκαν προχωροῦν στήν πραγματοποίηση τῆς ἁμαρ­τίας. Ἄν οἱ αἰχμαλωσίες αὐτές ἐπανα­λαμ­βά­νονται, τότε «ὁδηγοῦν στήν “ἕξη” τοῦ πάθους».
.                                             Παρατηρεῖ κανείς ἐδῶ τίς λεπτές ἀναλύσεις πού γίνονται στήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ σέ συνδυασμό μέ τίς εἰκόνες, τήν φαντασία, τήν ἡδονή, τόν νοῦ, τήν συμπάθεια, τήν συγκατάθεση, οἱ ὁποῖες ἀναλύσεις δείχ­νουν ἕναν ἔμπειρο ἄνθρωπο σέ αὐτόν τόν ἐσωτερικό λεπτό ἀγώνα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή θεολόγο.
.                                             Ἐπειδή αὐτή εἶναι ἡ ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ πού γίνεται ἁμαρτία καί πάθος, γι’ αὐτό ὁ ἀσκητής πρέπει νά τόν ἀντι­με­τωπίση σέ ὅποιο στάδιο καταλάβη αὐτήν τήν ἐξελικτική του πορεία. Γιά νά ἀποφευχθῆ ἡ ἁμαρτία «εἶναι ἀνάγκη νά ἐγκα­τοικήση ὁ νοῦς μέ προσευχή μέσα στήν καρδιά». Πρέπει ὁ ἀσκητής νά κλείνη «τίς εἰσόδους τῆς καρδίας, τοποθετώντας ἐκεῖ ὡς φρουρό τό νοῦ πού ἀπαλλάχθηκε ἀπό φαντασίες καί διαλογισμούς καί εἶναι ὁπλι­σμένος μέ τήν προσευχή καί τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Αὐτή εἶναι «ἡ οὐσία τῆς νοερᾶς νήψεως, πού ἔχει ὡς σκοπό τόν ἀγώνα γιά τήν ἀπάθεια».
.                                             Ἡ ἀνάλυση αὐτή δέν δείχνει μόνον τήν γνώση τῆς ἐξελίξεως τοῦ λογι­σμοῦ, ἀλλά καί τήν γνώση τῆς ἀντιμετωπίσεώς του.

3. «Ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν»

.                                             Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάτω «ἀπό δαιμονική ἐπή­ρεια», τότε «ὑφίσταται ἧττα στήν καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ ἐλευθερία του, καί ἔτσι στερεῖται τή θεία ζωή. Μιά τέτοια κατάσταση ὀνο­μάζεται “πάθος” καί γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας». Ἡ στέρηση τῆς θείας ζωῆς εἶναι αὐτό πού χαρακτηρίζεται πάθος, πού στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ παρά φύση κίνηση τῶν ἐνερ­γειῶν τῆς ψυχῆς. Ἔτσι, τά πάθη δέν ἑρμηνεύονται ἐξωτερικά καί ἠθικιστικά, ἀλλά θεολογικά, εἶναι ὅταν ὁ ἀσκητής ἠττᾶται στήν κίνησή του πρός τό καθ’ ὁμοίωση, δηλαδή στήν θέωση, καί αὐτό σημαίνει ὅτι στερεῖται τήν μετοχή στήν θεία ζωή.
.                                             «Τά πάθη διαθέτουν κάποια ἑλκτική δύναμη». Ἀλλά τό νά ριζωθῆ καί νά στερρεωθῆ μιά ἐμπαθής εἰκόνα καί ἕνας λογισμός στήν ψυχή, «δέν μπορεῖ νά συμβεῖ χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτό». Ὅλα τά θέματα καί στήν πάρα φύση κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί στήν ὑπέρ φύση κατάστασή του προϋποθέτουν τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, στήν πρώτη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ἐπίδραση τοῦ δια­βόλου καί τοῦ λογισμοῦ, στήν δεύτερη περίπτωση συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Ἔτσι, «ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ὁ ἀγώνας κατά τῶν παθῶν». Στόν ἀγώνα αὐτόν παρατηροῦνται δύο στάδια∙ τό πρῶτο στάδιο βρίσκεται στήν ἀποφυγή τῆς ἡδονῆς ἡ ὁποία ὅταν ἀνα­πτύσσεται αἰχμαλωτίζει τόν νοῦ, καί τό δεύτερο στάδιο εἶναι «ὅταν τό ἀνικανοποίητο πάθος ἀρχίζη νά τυραννᾶ τόν ἄνθρωπο μέ τίς πιό περίεργες ἀσθένειες». Τό πρῶτο θά ἦταν εὔκολο νά ἀντιμετωπιστῆ, ἀλλά τό δεύτερο εἶναι τό πιό δύσκολο, ἐπειδή χρειάζεται «μεγάλη ὑπομονή καί ἐπιμονή», «γιατί τό εὐεργετικό ἀποτέλεσμα τῆς ἀντιστάσεως στά πάθη δέν ἔρχεται σύντομα».
.                                             Ἐκτός ἀπό τά πάθη, πού εἶναι ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ καί βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, ὑπάρχουν καί τά λεγόμενα «ἀδιάβλητα πάθη», δηλαδή οἱ διάφορες ἀνάγκες, ὅπως εἶναι «ἡ διατροφή, ὁ ὕπνος κτλ. πού χωρίς τήν ἱκανοποίησή τους γίνεται ἀδύνατη ἡ συνέχιση τῆς ζωῆς». «Γιά ὁρισμένα χρονικά διαστήματα ὁ ἀσκη­τής καταφρονεῖ τίς ἀνάγκες αὐτές». Ὅταν, ὅμως, ἀπειλεῖται ἀπό διάφορες ἀσθένειες, «τότε ὁ ἀσκητής ὁρισμένες στιγμές ἀντιστέ­κεται μέχρι θανάτου μέ τήν ἀπόφασή του νά μήν ὑποχωρήσει», καί συνήθως ὁ θάνατος δέν ἔρχεται, γιατί ὁ Θεός τόν διαφυλάσση. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ἀπαιτεῖται μεγάλη ἀνδρεία, πού εἶναι «μιά ἀποφασιστικότητα μέχρι θανάτου», ἡ ὁποία «ὁμοιάζει μέ πύρινη φλόγα», τήν ὁποία ὁ ἀσκητής κρατᾶ μέσα στήν ψυχή του «χωρίς νά δείχνει ὁλόκληρη τή δύναμή της».
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀπαλλάσσεται ἀπό τά πάθη ὅταν ὁ νοῦς του μέ τήν εὐχή κατεβαίνη στήν «βαθεία καρδία» καί μέ τήν καθαρότητα παρίσταται «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ», δέχεται τό Θεῖο Φῶς, «ζεῖ τήν αἰώνια ζωή», ὑπερβαίνει τόν φόβο τοῦ θανάτου, γνωρίζει «ἐν Θεῷ τήν πρωτόκτιστη ὡραιότητα τοῦ ἀνθρώπου», «καί βλέπει τήν ἀμορφία καί ἀδοξία πού βασιλεύει στόν κόσμο» καί «ἔτσι θρηνεῖ καί ὀδύρεται», ὁπότε ἀνα­πτύσσεται, μέ φυσικό τρόπο, ἡ μετάνοια ὡς χάρισμα.
.                                             Ἡ ὅλη ἀνάπτυξη πού γίνεται στό βιβλίο αὐτό γιά τά πάθη προϋποθέτει μιά μεγάλη πνευματική πείρα τοῦ συγγραφέα στήν γνώση τῶν ἐσωτερικῶν διεργασιῶν, ὄχι μόνον τῶν παθῶν, ἀλλά καί τῆς θεραπείας τους. Πρόκειται γιά μιά πνευματική χειρουρ­γική ἐργασία ὑψηλῆς γνώσεως.

4. «Ἀγώνας ἐναντίον τῆς φαντασίας»

.                                             Ὁ ἀσκητής στόν ἀγώνα του γιά τήν καθαρότητα τοῦ ἐσω­τερικοῦ του κόσμου καί τήν διαφύλαξή της καλεῖται νά ἀγωνισθῆ ἐναντίον τῆς φαντασίας, ἡ ὁποία εἶναι μιά ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, πού ὅμως ὅταν λειτουργῆ παρά φύση καί δέχεται ἐπι­δράσεις ἀπό τόν ἔξω κόσμο καί ἀπό τόν διάβολο παραμορ­φώνει τήν ἐσωτε­ρική κατάσταση τοῦ ἀσκητοῦ.
.                                             «Ὁ κόσμος τῆς ἀνθρωπίνης φαντασίας εἶναι κόσμος τῶν “φαντα­σμάτων” τῆς ἀλήθειας, κοινός στούς ἀνθρώπους καί τούς πεπτωκότας ἀγγέλους καί γι’ αὐτό ἡ φαντασία γίνεται πολλές φορές ἀγωγός δαιμονικῆς ἐνεργείας». Ἔτσι μέσα ἀπό τήν φαντασία ἐνεργοῦν οἱ δαίμονες καί παραμορφώνουν τήν ἐσωτερική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ἀσκητής ἀγωνίζεται ἐναντίον ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς φαντα­σίας πού τόν ἀποσποῦν ἀπό τόν Θεό. Κυρίως, παρατη­ροῦνται τέσσερα εἴδη φαντασίας.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «συνδέεται μέ τήν ἐνέργεια τῶν χονδρῶν σαρκικῶν παθῶν». «Κάθε πάθος ἔχει τή μορφή του» καί «ἡ ἐνέργεια τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας» πού συνδέεται μέ τό πάθος, «ἀποκτᾶ δύναμη στόν ἄνθρωπο ὅταν ἡ ἐμπαθής εἰκόνα γίνεται ἐσωτερικά δεκτή καί προσελκύει τό νοῦ μέ τό μέρος της». Ὅμως, «ἄν ὁ νοῦς δέν δεχθεῖ αὐτή τήν εἰκόνα, τό πάθος δέν μπορεῖ νά ἀναπτύξει τήν ἐνέργειά του». Ὁ ἀρχάριος μοναχός θεραπεύεται ἀπό αὐτήν τήν φαντασία μέ τήν νήψη, τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση καί τήν καθοδήγηση ἀπό κατάλληλο πνευμα­τικό ὁδηγό.
.                                             Τό δεύτερο εἶδος τῆς φαντασίας «ὀνομάζεται συνήθως ὀνει­ρο­πόληση-ρεμβασμός». Σέ αὐτήν τήν κατάσταση «ὁ ἄνθρωπος βγαίνει ἀπό τήν ἀντικειμενική κατάσταση τῶν πραγμάτων στόν κόσμο καί ζεῖ στήν σφαίρα τῆς φαντασίας». Σέ αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας συγκα­ταλέγεται καί ἡ μέθοδος τοῦ χρι­στιανικοῦ «διαλογισμοῦ», ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ μέσα του διάφορες «ἐποπτικές εἰκόνες ἀπό τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ἤ ἄλλες ἱερές παραστάσεις». Αὐτή εἶναι μιά «φαντασιώδη προ­σευχή» ἀπό τήν ὁποία ἀγωνίζεται νά ἀπαλλαγῆ ὁ ἡσυχαστής, γιατί διαφο­ρετικά «φθάνει σέ παραισθήσεις καί ψυχικές ἀσθένειες ἤ στήν καλύτερη περίπτωση παραμένει στήν πλάνη περνώντας τή ζωή του σέ φανταστικό κόσμο». «Συνήθως στήν ἐργασία αὐτή καταφεύγουν οἱ ἀρχάριοι ἤ ἄπειροι ἀσκητές». Ἡ ἡσυχαστική ζωή μέ τήν νοερά προσευχή καί τήν βαθύτατη μετάνοια ἀποκλείει κάθε εἰκόνα καί ρεμβασμό, ὅταν νοῦς καί καρδιά ἑνώνονται μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
.                                             Τό τρίτο εἶδος τῆς φαντασίας, δηλαδή «τῆς ἐκδηλώσεως τῆς δυνάμεως τῆς φαντασίας», εἶναι ὅταν «ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τήν ἱκανότητα τῆς μνήμης καί τῆς παραστάσεως καί ἔτσι μπορεῖ νά σκέπτεται, γιά νά βρεῖ τή λύση κάποιου προβλήματος». Αὐτό τό εἶδος τῆς φαντασίας «ἔχει μεγίστη σημασία γιά τόν πολιτισμό καί εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο στή δομή τῆς ζωῆς». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού θέλει νά ζήση μέ τήν καθαρά προσευχή ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτῆς καί ἐπιδιώκει νά δώση ὅλη τήν σκέψη του στόν Θεό καί «συγκεντρώνεται πλήρως στόν Θεό».
.                                             Τό τέταρτο εἶδος τῆς φαντασίας «εἶναι οἱ ἀπόπειρες τοῦ λογικοῦ νά διεισδύσει στά μυστήρια τοῦ εἶναι καί νά συλλάβει τό Θεῖο κόσμο». Στήν κατάσταση αὐτή ρέπουν ὅσοι προσπαθοῦν νά θεολογοῦν μέ τήν λογική καί τήν φαντασία τους, ὅπως τό κάνει καί ἡ φιλοσοφία, γι’ αὐτό καί πολλοί θεολόγοι κατέληξαν σέ αἵρεση. Πρόκειται γι’ αὐτό πού πολλοί ὀνομάζουν «θεολογική δημιουργία». Ὅμως, ὁ ἀσκητής πού ἀσχολεῖται μέ τήν ἐπιστήμη τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς ἀγωνίζεται καί ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς φαντασίας, γιατί «ξεκινᾶ ἀπό τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε ἐμᾶς καί ὄχι ἐμεῖς τόν Θεό», «γι’ αὐτό ἀποσπᾶται ἀπό κάθε θεολογική ἤ φιλοσοφική δημιουργία καί στρέφεται πρός τόν Θεό μέ μιά “ἀνείδεη” προσευχή».
.                                             Ἡ  ὅλη ἀνάλυση αὐτοῦ τοῦ πολυποίκιλου ἀγῶνος ἐναντίον τῆς φαντα­σίας δείχνει ἕναν πνευματικό ἰατρό πού κάνει λεπτές διαγνώσεις τοῦ ἐσωτε­ρικοῦ κόσμου καί δίνει καί τήν ὀρθή θερα­πεία.

5. «Νοερά ἡσυχία καί καθαρά προσευχή»

.                                             Νοερά ἡσυχία εἶναι ἡ νήψη, ἡ προσοχή γιά νά μή δεχθῆ ὁ ἀσκητής κάποιο λογισμό καί κάποια φαντασία, καί καθαρά προσευχή εἶναι ἡ προσευχή πού γίνεται ἀπό τόν καθαρό νοῦ, χωρίς νά ὑπάρχη σέ αὐτόν κάποιος λογισμός. Ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς νοερᾶς ἡσυχίας καί τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, ἀφοῦ ἡ νοερά ἡσυχία εἶναι προϋπόθεση τῆς καθαρᾶς προσευχῆς καί ἀντιστρόφως.
.                                             Ἡ ἐξέλιξη τῆς προσευχῆς «συμπίπτει μέ τά στάδια τῆς φυσικῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος» πού ἀκολουθεῖ τρεῖς κινήσεις. Ἡ πρώτη κίνησή του εἶναι «ἡ πρός τά ἔξω κίνη­ση», γιατί θέλει νά παρατηρήση τόν κόσμο πού τόν περιβάλλει καί τόν ἐντυπωσιάζει καί αὐτό γίνεται μέ τήν χρησιμοποίηση τῶν αἰσθήσεων. Ἡ δεύτερη κίνησή του εἶναι «ἡ ἐπιστροφή στόν ἑαυτό του», ὅταν σκέπτεται γύρω ἀπό αὐτά τά ὁποῖα εἶδε μέ τίς αἰσθή­σεις του καί τά ἐπεξεργάζεται λογικά. Ἡ τρίτη κίνησή του εἶναι ἡ κίνηση «πρός τόν Θεό μέ τόν ἔσω ἄνθρωπο», δηλαδή δοξάζει τόν Θεό «ἐκ καρδίας» γιά ὅλη τήν δημιουργία.
.                                             Κατά τόν ἴδιο τρόπο ἡ  προσευχή ἀκολουθεῖ αὐτές τίς τρεῖς κινήσεις τοῦ νοῦ καί γι’ αὐτό ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι προσευχῆς.  Ὁ πρῶτος τρόπος προ­σευχῆς χαρακτηρίζεται ἀπό τήν «φαντα­σία», ὁ δεύτερος ἀπό τήν «νόη­ση» καί ὁ τρίτος «ἀπό τήν κατάδυση στήν “θεωρία”». Ἡ ἀνάλυση τῶν τριῶν αὐτῶν τρόπων προσευχῆς δείχνει τήν μεγάλη ἀξία τῆς καθαρῆς ἤ νοερᾶς προσευχῆς.
.                                             Τό πρῶτο εἶδος τῆς προσευχῆς, ὅταν ὁ νοῦς ἐξέρχεται ἀπό τήν καρδιά καί διαχέεται στόν περιβάλλοντα κόσμο καί βεβαίως συνδέεται μέ τήν φαντασία, «κρατᾶ τόν ἄνθρωπο σέ διαρκῆ παρα­πλάνηση, στόν κόσμο τῆς φαντασιοκοπίας, τῆς ὀνειρο­πό­λησης» καί «τῆς ποιητικῆς δημιουργίας». Σέ αὐτήν τήν κατά­σταση τό θεῖο καί κάθε πνευματικό «παίρνει διάφορες φαντα­στικές μορ­φές» καί ἔπειτα «ἡ πραγματική ζωή λίγο-πολύ γεμίζει μέ στοιχεῖα ἀπό τή σφαίρα τῆς φαντασίας».
.                                             Κατά τόν δεύτερο τρόπο τῆς προσευχῆς, ἐπειδή «οἱ ἐσωτερικές εἴ­σο­δοι τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ εἶναι ἀνοικτές» «μποροῦν εὔκολα νά διεισδύσουν κάθε εἴδους ξένα στοιχεῖα». Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος «ζεῖ συνεχῶς ἔκθετος στίς παντός εἴδους ἐξωτερικές ἐπιδράσεις». Στήν κατάσταση αὐτήν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη ἀποκτήσει καί ὁρι­σμέ­­νες θεολογικές γνώσεις, ἱκανοποιεῖται καί «παρασύρεται βα­θμη­δόν πρός τή διανοητική θεολογία». Τό χαρακτηριστικό γνώ­ρισμα αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς προσευχῆς εἶναι ὅτι ἡ προσοχή συγκεντρώνεται στόν ἐγκέφαλο καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται «σέ φιλοσοφικές θεωρίες», οἱ ὁποῖες εἰσάγουν τόν νοῦ του «στή σφαίρα τῶν ἀφηρημένων ἐννοιῶν καί τῆς φαντασίας».
.                                             Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς πού εἶναι «ἡ ἕνωση τοῦ νοῦ μέ τήν καρδιά» ποθεῖται ἀπό τόν ἀσκητή καί αὐτή ἡ προσευχή «δίνεται ἄνωθεν» ἀπό τόν Θεό. Αὐτήν τήν ἕνωση νοῦ καί καρδίας τήν  αἰσθάνεται ὁ ἀσκητής «ὅταν προσεύχεται προσεκτικῶς “ἐκ καρδίας”». Ἔνδειξη ὅτι ὁ νοῦς ἑνώθηκε μέ τήν καρδιά εἶναι τά δάκρυα τῆς κατανύξεως κατά τήν προσευχή, καί τότε ὁ νοῦς βρῆκε τόν τρόπο τῆς καρδιᾶς πού εἶναι «τό πρῶτο σκαλοπάτι τῆς ἀναβάσεως πρός τόν Θεό». Τότε διακόπτεται ἡ ἐνέργεια τῆς φαντασίας. Ὁ νοῦς ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε εἰκόνα πού βρίσκεται σέ αὐτόν καί «γίνεται ὅλος ἀκοή καί ὅραση καί βλέπει καί ἀκούει κάθε λογισμό πού πλησιάζει ἀπό ἔξω, προτοῦ αὐτός μπεῖ στήν καρδιά». Ἔτσι ἀπαλλάσσεται ἀπό κάθε πάθος.
.                                             Εἶναι ὄντως μεγάλη πνευματική ἐπιστήμη ἡ προσευχή καί ἀκόμη μεγαλύτερη πνευματική ἐπιστήμη εἶναι ἡ γνώση τῶν διαφόρων τρόπων τῆς προσευχῆς, ἰδιαιτέρως ὅταν ἡ προσευχή γίνε­ται μέ ἀνίδεο καί ἀνείδεο τρόπο, δηλαδή χωρίς κάποια ἰδέα καί χωρίς κάποιο εἶδος, καί αὐτή ἡ προσευχή γίνεται ὅταν ὁ νοῦς ἑνώνεται μέ τήν καρδιά μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

6. «Τό ἄκτιστο Φῶς καί οἱ τρόποι θεωρίας του»

.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι ἡ «θεία ἐνέργεια» «εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς Θεό­τητας».
.                                             Τό ἄκτιστο Φῶς εἶναι «τελείως διαφορετικό ἀπό τό φυσικό φῶς», εἶναι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν θεόπτη μέσα στό Φῶς, καί στήν κατάστααη αὐτή «ἐπικρατεῖ προπαντός ἡ αἴσθηση τοῦ ζῶντος Θεοῦ πού ἀπορροφᾶ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο». Δέν εἶναι αἴσθηση λογική, ἀλλά «αἴσθηση νοερή», «αἴσθηση μέ δύναμη ἐξου­σια­στική, πού ἀρπάζει τόν ἄνθρωπο σέ ἄλλον κόσμο, ὅμως τόσο γαλήνια, πού αὐτός δέν ἀντιλαμβάνεται τή στιγμή πού τοῦ συνέβη αὐτό καί δέν γνωρίζει ἄν ὁ ἴδιος βρίσκεται στό σῶμα ἤ ἐκτός τοῦ σώματος». Τότε ἀποκτᾶ «συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του», ἀλλά «συγχρόνως λησμονεῖ τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο πλημμυ­ρισμένος ἀπό τή γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Βλέπει μέ τό πνεῦμα του τόν Ἀόρατο, Τόν ἀναπνέει καί βρίσκεται ὅλος ἐν Αὐτῷ».
.                                             Ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ γίνεται «ἔσωθεν» διά τῆς θεώσεως, γιατί τότε «ὁ ἄνθρωπος μένει στό φῶς καί ἐξομοιώνεται μέ τό φῶς πού βλέπει», «δέν βλέπει καί δέν αἰσθάνεται οὔτε τήν δική του ὑλικότητα οὔτε τήν ὑλικότητα τοῦ κόσμου». Ὁ Θεόπτης «δέν γνωρίζει οὔτε χῶρο οὔτε χρόνο οὔτε γέννηση οὔτε θάνατο οὔτε φῦλο οὔτε ἡλικία οὔτε κοινωνική ἤ ἱεραρχική θέση οὔτε ἄλλες συνθῆκες καί σχέσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου». «Τό Θεῖο Φῶς θεωρεῖται ἀνεξάρτητα ἀπό συνθῆκες, καί στό σκοτάδι τῆς νύχτας καί στό φῶς τῆς ἡμέρας». Μερικές φορές ἡ ὅραση τοῦ θείου Φωτός γίνεται μέ τέτοιο τρόπο «ὥστε νά διατηρεῖται ἡ ἀντίληψη καί τοῦ σώματος καί τοῦ γύρω κόσμου». Τότε ὁ ἄνθρωπος «μπορεῖ νά μένει μέ τά μάτια ἀνοικτά καί συγχρόνως νά βλέπει δύο φῶτα, καί τό φυσικό καί τό Θεῖο Φῶς».
.                                             Τό φυσικό φῶς τοῦ ἡλίου ἤ τοῦ ἡλεκτρισμοῦ «προκαλεῖ τή γνωστή διέγερση τοῦ ὀπτικοῦ νεύρου, πού στήν συνέχεια μετα­βαίνει στήν ψυχολογική διαδικασία τῆς ὁράσεως», ἐνῶ «τό Θεῖο Φῶς εἶναι διαφορετικό κατά τή φύση του, εἶναι φῶς νοερό, φῶς πνευματικό, φῶς ἀγάπης, φῶς ζωῆς».
.                                             Ὁ χαρακτηρισμός τοῦ φωτός μπορεῖ νά δοθῆ καί σέ ἄλλες καταστάσεις, ὅπως, γιά παράδειγμα, «καί ἡ πίστη φῶς εἶναι, ἀλλά ἀνεπαρκές. Καί ἡ ἐλπίδα φῶς, ἀλλά ἀκόμη ἀτελές. Καί ἡ ἀγάπη φῶς, ἀλλά πλέον τέλειο». «Τό ἄκτιστο φῶς φέρει μέσα του τήν αἰώνια ζωή καί τήν πνοή τῆς Θείας ἀγάπης, μᾶλλον τό ἴδιο εἶναι καί ἡ αἰώνια ζωή καί ἡ Θεία ἀγάπη».
.                                             Ὑπάρχει καί ὁ λεγόμενος «γνόφος τῆς ἀπεκδύσεως» «ὅταν ἡ ψυχή τοῦ ἀσκητῆ βυθίζεται ἐσωτερικά», ὅταν «μέ τήν χρήση εἰδικῶν μεθόδων ἀπεκδύεται ἀπό κάθε παράσταση καί φαντασία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων καί τῶν λοιπῶν συλλογισμῶν καί ἐν­νοιῶν, ὅταν “καθηλώνει” τό νοῦ καί τήν φαντασία». Σέ αὐτόν τόν «γνόφο τῆς ἀπεκδύσεως δέν βρίσκεται ἀκόμη ὁ Θεός. Ὁ Θεός ἐμφανίζεται ἐν τῷ Φωτί καί ὡς Φῶς καί εἰσάγει τόν ἄνθρωπο στό ἄδυτο Φῶς τῆς Θείας ὑπάρξεως» καί τότε καί τό σῶμα του ἀποκτᾶ χάρη μάρτυρος.

.                                             Ἡ διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου Φωτός, εἶναι τό χα­­ρα­κτηριστικό γνώρισμα τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας, πού γίνεται ἀπό ἐκεῖνον πού ἀπέκτησε πείρα τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φω­τός.

7. «Πνευματικές δοκιμασίες»

.                                             Ὅταν ὁ ἀσκητής δῆ τόν Θεό μέσα στό Φῶς, τότε βιώνει τό προ­σωπικό του Πάσχα, καί τήν προσωπική του Πεντηκοστή. Ἐπειδή, ὅμως, δέν μπορεῖ νά παραμείνη μόνιμα σέ αὐτήν τήν κατά­­σταση, δέχεται μιά «πνευματική δοκιμασία» ἀπό τήν λεγό­μενη «ἄρση τῆς Χάριτος», πράγμα πού τοῦ προκαλεῖ ἰδιαίτερο πόνο. Αὐτή ἡ ἄρση τῆς θείας Χάριτος «διαρκεῖ πολλά χρόνια». Τότε «ὁ Θεός μπορεῖ νά φανεῖ στήν ψυχή ἀνίλεως».
.                                             Τότε ὁ ἄνθρωπος «σάν τό πιό ἀνυπεράσπιστο ὄν αἰωρεῖται ἐπάνω ἀπό τή φοβερή ἄβυσσο καί ἐπικαλεῖται τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κανένας στε­ναγμός δέν εἰσακούεται. Ὁ Θεός φαίνεται σάν νά μήν ἐνδιαφέρεται καθόλου γιά τό πάθος του». Ὁ ἄνθρωπος «βυθίζεται στήν σκιά τοῦ θανάτου ὄχι φανταστικά, ἀλλά πραγματικά καί ὑποφέρει φρικτά, γιατί δέν βρίσκει κοντά του τόν Θεό, τόν Ὁποῖο ἐπικαλεῖται ἡμέρα καί νύχτα».
.                                             Σέ αὐτήν τήν ἐγκατάλειψη τοῦ ἀσκητοῦ ἀπό τόν Θεό «ἡ ψυχή κατεβαίνει στόν ἅδη, ὄχι ὅπως ἐκεῖνοι πού δέν γνώρισαν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὅσοι δέν ἔχουν μέσα τους τό φῶς τῆς ἀληθινῆς Θεογνωσίας καί συνεπῶς εἶναι τυφλοί. Ὄχι. Ἡ ψυχή κατεβαίνει ἐκεῖ ἱκανή νά κατανοήσει τό βαθύ σκοτάδι πού ἀντικρύζει».
.                                             Αὐτή ἡ κατάσταση γεννᾶ στόν ἄνθρωπο μεγάλη μετάνοια «ἀπευθύνεται πρός τόν Θεό μέ μεγάλο θρῆνο, μέ ὅλη τήν δύναμή του, μέ ὅλο τό εἶναι του καί ἔτσι μαθαίνει τήν προσευχή πού τόν ἀποσπᾶ ἀπό τόν κόσμο αὐτόν σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, ὅπου ἀκούει ρήματα ἄρρητα γιά ἀνθρώπινη γλώσσα».
.                                             Αὐτές οἱ δοκιμασίες εἶναι ἄλλης καταστάσεως ἀπό τίς συνη­θισμένες δοκιμασίες πού αἰσθάνεται κανείς στόν ἀγώνα του ἐναν­τίον τῶν παθῶν, τῶν λογισμῶν καί τῆς φαντασίας. Εἶναι δοκιμα­σίες ἀπό τήν ἄρση τῆς θείας Χάριτος. «Καί ὅταν ἡ ψυχή περάσει ἀπό ὅλες αὐτές τίς βαρεῖς δοκιμασίες, διαβλέπει μέσα της ὅτι δέν ὑπάρχει στό κόσμο τόπος, πόνος, χαρά, δύναμη ἤ κτίσμα, πού θά μποροῦν νά τήν χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί τό σκοτάδι ἀδυνατεῖ πιά νά καταβροχθίσει τό φῶς τῆς νέας ζωῆς πού ἔχει μέσα της».
.                                             Ὁ Θεός ἐπανέρχεται καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν αἴσθηση τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἔτσι, τήν πρώτη ὅραση τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἄρση τῆς Χάριτος καί στήν συνέχεια ἐπανέρχεται ὁ Θεός καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν ἀδιατάρακτη αἴσθηση τῆς παρουσίας Του.
.                                             Στόν ἅγιο Σιλουανό σέ τέτοιες καταστάσεις ἄρσεως τῆς θείας Χάριτος, τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό τό: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν ἅδη καί μή ἀπελπίζεσαι». Κατά τόν ἅγιο Σωφρόνιο ἐκείνη τήν νύκτα πού τοῦ ἀποκαλύφθηκε ἀπό τόν Θεό αὐτή ἡ ἀλήθεια, στήν πραγματικότητα τοῦ ἀποκαλύφθηκε «τό μυστήριο τῆς πτώσεως καί τῆς λυτρώσεως καί ὅλη ἡ πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου».
.                                             Ὁ ἅγιος Σιλουανός στήν περίοδο τῆς ἄρσεως τῆς θείας Χά­ριτος γνώρισε τόν ἅδη, τό βαθύ σκοτάδι του, «γνώρισε πραγ­ματικά τήν κατάσταση τῶν βασάνων τοῦ ἅδη», ἀλλά συγχρόνως τοῦ ἀποκαλύφθηκε τό νά μήν ἀπελπίζεται. Ἔτσι, ἔκτοτε κρατοῦσε τόν νοῦ του στόν ἅδη, ἔχοντας ἐλπίδα στόν Θεό καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκδίωκε κάθε πειρασμική κατά­σταση.
.                                             Μέ τόν τρόπο αὐτόν «μποροῦσε μέ μιά ὁρισμένη κίνηση τοῦ πνεύματός του» νά ἐπαναφέρη μέσα του «τό πραγματικό βίωμα τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη», «ἄλλοτε σέ μεγαλύτερο καί ἄλλο­τε σέ μικρότερο βαθμό». «Καί ὅταν τό πῦρ τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη προκαλοῦσε τήν ἐπιδιωκόμενη ἐνέργεια, δηλαδή φόνευε τόν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀντέτασσε στήν παμφάγο ἐνέργειά του τή σωτήρια ἐνέργεια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία ἐπίσης γνώρισε καί ἔφερε μέσα του». «Λίγοι μόνο μποροῦν νά ἀκολουθοῦν τόν τρόπο αὐτόν τῆς ἀσκήσεως».
.                                             Ἡ περιγραφή τῶν πνευματικῶν δοκιμασιῶν τοῦ Θεόπτου ἀσκητή μετά τήν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός δείχνει ἕναν θεο­λόγο μεγάλου μεγέθους πού εἶναι δύσκολο νά βρεθοῦν μέτρα προσμετρήσεως τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ἐμπει­ρίας καί τῆς ὁρά­σεως τοῦ Φωτός καί τῆς βιώσεως τοῦ ἅδου.

8. « Ἡ Χάρη καί ἡ δογματική συνείδηση»

.                                             Ὁ ἀσκητής μετά ἀπό μεγάλο ἀγώνα κατά τῶν παθῶν, ἀλλά καί ἀπό τίς ἐλεύσεις καί τίς ἀποκρύψεις τῆς θείας Χάριτος ἀποκτᾶ τήν λεγόμενη «δογματική συνείδηση». Ὅπως εἶναι κατανοητό ἀπό τά προηγούμενα ἡ «δογματική συνείδηση» δέν εἶναι μιά διανοητική γνώση τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, ἀλλά μιά ἐσω­τερική πνευματική ἐμπει­ρία, πού προσφέρει ὁ Θεός στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
.                                             Ὁ ὀρθόδοξος μοναχός αἰσθάνεται ὅτι ἡ θεία Χάρη ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς εἶναι «ἡ ἀγαθή δωρεά ἤ χάρισμα τῆς Θείας ἀγαθότητος», εἶναι «ἡ ἄκτιστη ὑπερκόσμια ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὡς ἄκτιστη εἶναι “Θεότητα”». «Ὅταν ἡ Θεό­τητα εὐδοκήσει νά συνενωθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται μέσα του τήν παρουσία τῆς Θείας δυνά­μεως, πού τόν μεταμορφώνει, τόν κάνει θεοειδῆ ὄχι μόνον δυνά­μει, “κατ’ εἰκόνα”, ἀλλά καί ἐνεργείᾳ, “καθ’ ὁμοίωσιν”».
.                                             Ἡ ἀφομοίωση τῆς θείας Χάριτος, ὕστερα ἀπό πολλές ἐπι­σκέψεις καί ὁράσεις της, προσφέρει μιά «μορφή πνευματικῆς γνώσεως» καί αὐτό χαρακτηρίζεται ὡς «δογματική συνείδηση». Αὐτή ἡ «δογματική συνείδηση» «εἶναι καταστάλαγμα μακροχρόνιας πείρας τῆς Χάριτος καί ὄχι μιά διανοητική ἐργα­σία», εἶναι ἡ πνευματική γνώση πού συνδέεται μέ τήν «γνήσια ἐν τῷ Θεῷ ζωή» πού εἶναι δυνατή μόνο «ὅταν ἐνοικήσει ὁ Θεός μέσα μας».
.                                             Ἔτσι, καταλαβαίνουμε γιά τό ποιά εἶναι ἡ οὐσιώδης διαφορά μετα­ξύ στοχαστοῦ καί θεολόγου, μεταξύ φιλοσοφοῦντος αἱρε­τι­κοῦ καί ἐμπειρικοῦ θεολόγου Πατρός, μεταξύ «στοχαστικῆς ἀνα­λογίας» καί ἡσυχαστικῆς χαρι­σματικῆς θεολογίας, ἀλλά κατα­λα­βαίνουμε καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θεολόγησαν καί θεο­λογοῦν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στίς Οἰκουμενικές Συνό­δους. Χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν ἁγίων Πατέρων εἶναι ἡ «δογμα­τική συνείδηση».

9. «Ἡ διορατικότητα καί τά εἴδη της»

.                                             Ὁ ἀσκητής στήν πορεία τῆς πνευματικῆς του ζωῆς ἀποκτᾶ τό χάρισμα τῆς διορατικότητας πού ἔρχεται ἀπό τόν ἀγώνα του ἐναντίον τῶν λογισμῶν, τῆς φαντασίας καί τῶν παθῶν, ἀπό τήν ἐπήρεια τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί ἀπό τήν ἔλευση τῆς θείας Χάριτος. Ἔτσι, «ὁ ἀσκητής συναντᾶται μέ τρία εἴδη διορατικό­τητας».
.                                             Τό πρῶτο εἶδος «εἶναι ἡ φυσική σέ ὁρισμένους ἀνθρώπους διαίσθηση, πού ἐκλεπτύνεται μέ τήν ἀσκητική ζωή». Αὐτό  μπο­ρεῖ νά φανῆ ὠφέλιμο γιά τόν  εὐσεβῆ καί ταπεινό ἄνθρωπο, ἀλλά βλάπτει τόν ὑπερήφανο καί ἐμπαθῆ ἄνθρωπο, γιατί τοῦ δίνει ἀφορμές γιά νά ἀναπτυχθοῦν τά πάθη. Τό δεύτερο εἶδος διορα­τικότητας «προέρχεται ἀπό δαιμονική ἐνέργεια» καί εἶναι ἐπι­κίνδυνο γιά ὅσους τό δέχονται, «γιατί ἀργά ἤ γρήγορα ὁδηγεῖ στήν ἀλγεινή διατάραξη ὅλων τῶν ψυχικῶν καί πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, παραμορφώνοντας φοβερά ἀκόμη καί τήν ἐξωτερική του ὄψη». Τό τρίτο εἶδος διορατικότητας εἶναι «δωρεά τῆς χάριτος» πού δέν δίνεται στόν ὑπερήφανο, ἀλλά αὐτό «συνδέεται μέ πολύ μεγάλη εὐθύνη καί εἶναι πηγή πολλῶν πνευ­ματικῶν θλίψεων γιά ὅποιον τό ἀξιώθηκε».
.                                             Καί τά τρία αὐτά εἴδη διορατικότητας «εἶναι αἰτία βασάνων» καί προκαλοῦν πόνο γιά διαφορετική αἰτία τό καθένα ἀπό αὐτά. Στό πρῶτο, δηλαδή «στή φυσική διαίσθηση» «ὁ πόνος ἐμφα­νίζεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης λεπτότητας καί εὐαι­σθησίας τοῦ νευροψυχικοῦ συστήματος». Στό δεύτερο, «ὁ πόνος εἶναι συνακόλουθο τοῦ ἐν γένει καταστρεπτικοῦ χαρα­κτῆρα τῶν δαι­μονικῶν ἐνεργειῶν», πού φανερώνεται ὅταν περάσει πολύς χρόνος. Στό τρίτο, πού εἶναι «ἡ χαρισματική πνευματική διορατικότητα» εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ μέ τό ὁποῖο ἀποκα­λύπτονται τά βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, «δέν ἔχει καθόλου ψυχοπαθολικό χαρακτῆρα» καί «ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι γεμάτη ἀγάπη καί βλέπει ὡς ἐπί τό πλεῖστον τήν ἀμορφία καί τήν ἀδοξία τοῦ ἀνθρώπου καί πονᾶ καί θλίβεται γι’ αὐτόν. Εἶναι πά­θος ἀγάπης». Ὅσοι ἔχουν αὐτό τό χάρισμα «δέν ἐπιδιώκουν ποτέ νά τό διατηρήσουν».
.                                             Αὐτό δείχνει τήν μεγάλη δωρεά τῆς ὑπάρξεως πνευματικῶν Πατέρων, ὑψηλῶν πνευματικῶν προδιαγραφῶν, ὅπως τούς καταρ­τίζει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι καθοδηγοῦν ἁπλανῶς τά πνευματικά τους παιδιά μέσα ἀπό ποικίλες πονηρές καταστάσεις  στήν θέωση καί «τήν ἄνω λαμπροφορία».

10. «Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς γιά ὅλο τόν κόσμο» καί «ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς».

.                                             Συνέπεια καί συνέχεια ὅλων τῶν ἀνωτέρω ὁ ἀσκητής πού πέρασε ἀπό αὐτές τίς καταστάσεις προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο. Βιώνοντας τήν «χριστοειδῆ ἀγάπη», μετέχοντας τῆς αἰωνιότητος στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀλλά καί περνώ­ντας μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες, καί μάλιστα τόν χαρισματικό πόνο τοῦ ἅδου, κατά φυσική συνέπεια ἀρχίζει νά προσεύχεται γιά ὅλον τόν κόσμο, κατά τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Συνήθως «ἡ προσευχή γιά ὅλο τόν κόσμο, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ, ὁδηγεῖ πολλές φορές στήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν εἰδική ὑπηρεσία πρός τούς ἀνθρώπους», γιατί ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτήν τήν κατάσταση δέν μπορεῖ νά συμβιβάση τήν προσευχή αὐτή μέ τήν ποιμαντική δράση στόν κόσμο, ὁπότε ἀποσύρεται στήν ἔρημο καί προσεύχεται μέρα καί νύκτα στόν Θεό γιά τούς ἀνθρώπους, ζῶν­τες καί κεκοιμημένους, γιά ὅλο τόν Ἀδάμ. Τό «νά προσεύχεσαι γιά τούς ἀνθρώπους σημαίνει νά χύνεις αἷμα».
.                                             Μιά τέτοια προσευχή τόν ὁδηγεῖ καί στήν ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς, γιατί αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι «τό κριτήριο τῆς γνήσιας κοινωνίας μέ τόν Θεό, τό γνώ­ρισμα τῆς ἐνεργείας τῆς χάριτος». Ἔτσι, ὁ ἡσυχαστής συμμετέχει στό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνα­στάσεως τοῦ Χριστοῦ.
.                                             Αὐτό δείχνει «τήν ὁδό τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἔλεγε ὅτι «στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς δόθηκε ἡ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἐπίγνωση τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καί (Αὐτή)  εἶναι ἰσχυρή μέ τήν ἅγια σκέψη καί τήν ὑπομονή της». Καί ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἐπισημαίνει ὅτι «τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ πού γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ» πού θέλει «νά σωθοῦν οἱ πάντες». «Καί ἡ ὁδός πού πορεύεται ἡ Ἐκκλησία, γιά νά πετύχει τόν ἅγιο σκοπό Της, εἶναι ἡ ὑπομονή, δηλαδή ἡ θυσία».
.                                             Ἡ Ἐκκλησία κηρύσσει αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ «καί καλεῖ ὅλους στό πλήρωμα τῆς θείας ζωῆς, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι δέν ἐννοοῦν τήν κλήση αὐτή καί τήν ἀπορρίπτουν». Ἔτσι, «ἡ Ἐκκλη­σία στέκεται στή μέση ὅλων τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων». Ἡ ὀργή πού ἔχουν οἱ ἄνθρωποι μέσα τους «ξεσπᾶ ἐναντίον της». «Καί ἡ Ἐκκλησία πού πραγματοποιεῖ τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς, δηλαδή τῆς σωτηρίας ὅλου τοῦ κόσμου, δέχεται συνειδητά ἐπάνω της τό βάρος τῆς γενικῆς ὀργῆς, ὅπως καί ὁ Χριστός σήκωσε ἐπάνω Του τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου». Ἔτσι, «καί ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀναπόφευκτα θά διωχθεῖ καί θά ὑποστῆ τό μαρτύριο». Αὐτό θά γίνη καί μέ τά πραγματικά παιδιά τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι οἱ ἅγιοι.
.                                             Πρέπει νά περάση κανείς ὅλες τίς προηγούμενες χαρισμα­τικές βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, γιά νά ἀποκτήση αὐτήν τήν καθαρή καί χαρισματική ἀγάπη γιά ὅλο τόν κόσμο καί πρός τούς ἐχθρούς, πράγμα πού δείχνει τό ἀποκορύφωμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἑνός μεγάλου ἐμπειρικοῦ θεολόγου καί Πατρός τῆς Ἐκκλη­σίας.
.                                             Τά δέκα αὐτά σημεῖα πού ἀνεφέρθησαν προηγουμένως, καί γιά τήν ἀνάλυσή τους χρησιμοποιήθηκαν τά ἴδια τά λόγια τοῦ ἁγίου Σωφρονίου, δείχνουν τήν πορεία τοῦ ἀληθινοῦ ἀσκητοῦ καί ἡσυχαστοῦ, ἀλλά καί τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ μέ μετριώτερη μορφή καί ἀνάλογη προσαρμογή πρός τήν σωτηρία του. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐνέργεια  εἰσέρχεται μέσα του καί ἀρχίζει νά ἐνεργῆ τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, ἐνεργοποιεῖται τό κατ’ εἰκόνα πού εἶναι μέσα του καί στήν συνέχεια ἀνεβαίνει τίς βαθμίδες τοῦ πνευματικοῦ οὐρανίου θυσιαστηρίου.
.                                             Αὐτό σημαίνει ὅτι μέ τήν ἐνέργεια τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πού ἀπο­καλύπτεται στήν καρδιά, ὁ ἀσκητής καί ὁ Χριστιανός ἀνέρχεται τίς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἤτοι: μέ τήν νήψη σταματᾶ τήν ἐξέλιξη τοῦ λογισμοῦ· ἀγω­νίζεται ἐναντίον τῶν παθῶν, καί ἐναντίον τῆς φαντασίας· ἀσκεῖ τήν νοερά ἡσυχία καί τήν καθαρά προσευχή· ἄν ὁ Θεός θελήση ἀνέρχεται στήν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός· περνᾶ μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες τῆς μειώσεως αὐτῆς τῆς μεγάλης θεοπτικῆς Χάριτος· ἀποκτᾶ τήν δογματική συνείδηση· μέ τό χάρισμα τῆς διορατι­κότητας ξεχωρίζει τό κτιστό ἀπό τό ἄκτιστο, τό θεϊκό ἀπό τό δαιμονικό· καί στό τέλος προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο καί ἀγαπᾶ καί αὐτούς τούς ἐχθρούς του.
.                                             Αὐτή εἶναι «ἡ ὁδός τῆς Ἐκκλησίας», ἡ ὁδός τῆς ἁγιότητος, αὐτές εἶναι οἱ βαθμίδες πού ἀνεβαίνουν οἱ ἅγιοι. Καί βεβαίως αὐτές τίς βαθμίδες ἀνῆλθε προηγουμένως ὁ ἅγιος Σιλουανός καί στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Σωφρόνιος. Ἔτσι, ὅσα ἀναφέρθησαν προη­γουμένως εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν μιά θεολογική ἀνάλυση τῶν γραπτῶν τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ καί μιά αὐτο­βιογραφία τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Σωφρονίου.
.                                             Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἔτσι ἔζησαν τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σαρακοστή, αὐτήν τήν ἔνδοξη πορεία πρός τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν συνέχεια πρός τήν Πεντηκοστή.

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ τῆς ΖΩΗΣ (Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἁγ. Ἰουστίνου [Πόποβιτς],
Δογματική, Ὀρθόδοξη Φιλοσοφία τῆς Ἀλήθειας,
ἐκδ. Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου,
Ἅγιον Ὄρος 2019, σελ. 237-238
Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφίας»

.             «Ἡ ζωὴ σὺν Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ» (Κολ. γ´ 3). Αὐτὴ στὴν πραγματικότητα πρέπει νὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ χάρη της δημιουργήθηκαν οἱ ἄνθρωποι, γι᾽ αὐτὸ ἦλθε καὶ ὁ Θεάνθρωπος στὸν κόσμο μας καὶ προσέλαβε τὴν ζωή μας, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸν θεῖο προορισμὸ καὶ στόχο της. Καὶ ὁ προορισμός της εἶναι ἡ θεο-ζωή. Τέτοια ἦταν ἡ ζωή μας στὸν παράδεισο, θεο-ζωή. Ἡ ἀμαρτία τὴν ἀπέκοψε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὸν διάβολο! Ἔκτοτε, ἡ ζωή μας ἔγινε μία μορφὴ διαβολο-ζωῆς. Ὁ Θεάνθρωπος ἦλθε στὸν κόσμο μας, γιὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο, τὸν διάβολο καὶ ἔτσι ἀπὸ διαβολο-ζωὴ νὰ τὴν ἐπαναφέρει σὲ θεο-ζωή. Αὐτὸ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει μόνον ὁ Θεάνθρωπος, γιατὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐν Ἑαυτῷ ἕνωσε τὴν ζωή μας μὲ τὸν Θεό, καθιστώντας την ἐκ νέου θεο-ζωή, ζωὴ κρυμμένη «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Ἐνανθρωπιζόμενος ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἡ ζωή μας, καὶ μὲ τὴν ζωή Του μᾶς ἔδειξε τί εἶναι ἡ θεο-ζωή. Θεάνθρωπος, θεο-ζωή: ὅλη ἡ ζωὴ ἐν τῷ Θεῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, χάριν τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεανθρώπινη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή, κανονική, ζωή. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεανθρώπινο σῶμα μὲ ζωὴ θεανθρώπινη. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ ζωή μας γίνεται θεο-ζωή, «σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ»· ἐκεῖ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, βιώνουμε τὴν ἀνθρώπινη ζωή μας ὡς θεανθρώπινη, «ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ´ 20)
.             Ὁ Θεὸς Λόγος ἐμφανίσθηκε στὴν γῆ ὡς Θεάνθρωπος, ὡς Ἐκκλησία, ἀποθησαυρίζοντας μέσα στὴν τελευταία, πρωτίστως, τὸν Ἑαυτό Του, τὸ Μόνο Ἁγίασμα τῶν Ἁγιασμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ ἄφατα θεῖα πλούτη. Μέσα στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ χριστιανοί, Θείᾳ Χάριτι, βιώνουν τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ ἄπειρο τέλος της. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεόδοξος Ἀπόστολος εὐαγγελίζεται: «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσθε ἐν δόξῃ» (Κολ. γ´ 4). Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος της, ζωὴ ἐν Χριστῷ. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς ἡ ζωὴ ἡμῶν». Αὐτὸς εἶναι ὁ τελειότερος ὁρισμὸς τῆς ζωῆς, ἰδοὺ τί εἶναι ζωή: ὁ Χριστός-ζωή.

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΣΩΖΟΥ καὶ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ μία ζωή. Τί σοῦ χρησιμεύει νὰ πηγαίνεις στὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ καρδιά σου νὰ εἶναι ἄδεια; Χωρὶς μία χριστιανικὴ πράξη. Μπορεῖ ἐσὺ νὰ ἐπισκεφτεῖς ὅλα τὰ Ἅγια Ὄρη καὶ νὰ προσκυνήσεις ὅλα τὰ λείψανα. Τσάμπα. (Μία ὑπέροχη συνέντευξη ἑνὸς ἠθοποιοῦ μὲ ΗΘΟΣ)

Μία ὑπέροχη συνέντευξη ἑνὸς ἠθοποιοῦ μὲ ΗΘΟΣ

.                 Τὸ καλοκαίρι τοῦ 2006 ὁ Πέτρος Μαμόνωφ “κήρυξε” στὸ Σότσι στὴ Μαύρη Θάλασσα. Ἦταν ἀμέσως μετὰ τὴν πρεμιέρα τῆς ταινίας “Ostrov”. Αὐτὸ τὸ κείμενο ἀποδεικνύει ὅτι ὁ τεράστιος αὐτὸς ἠθοποιὸς καὶ μουσικός, καταλαβαίνει πολὺ καλὰ τί εἶναι πνευματικὴ ζωὴ καὶ ὅτι ὁ ρόλος του στὸ ἔργο μόνο τυχαῖος δὲν ἦταν.

– “Πόσο διεστραμμένα εἶναι ὅλα σήμερα! Οἱ κριτικοὶ συζητοῦσαν πρόσφατα γιὰ τὴν ταινία “Ostrov” τοῦ Pavel Lunghin καὶ μιλοῦσαν γιὰ τὴν ἐκκλησία σὰν νὰ εἶναι κάτι μυθικό, σὰν νὰ εἶναι ὁ Ilya Murometz (πρόσωπο τῆς παλαιᾶς ρωσικῆς παράδοσης σ.σ.)
.             Πῶς νὰ ζήσεις ἐὰν δὲν πιστεύεις τίποτα; Τριγυρίζω συγχυσμένος δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Ἐνῶ ὅταν ἔχεις πίστη, ὅσο κουρασμένος καὶ νὰ εἶσαι, θὰ δώσεις τὴ θέση σου σὲ μία γριούλα στὸ λεωφορεῖο. Κι αὐτὸ εἶναι χριστιανισμός. Τρέχεις νὰ πλύνεις τὰ πιάτα χωρὶς νὰ σοῦ τὸ ζητήσουν. Εἶναι αὐτὸ μία χριστιανικὴ πράξη; Εἶναι.
.                 Μὴν ἐπιμένεις συνεχῶς ὅτι ἔχεις δίκιο. Μὴ φωνάζεις “Τὸ φαγητὸ εἶναι κρύο”. Κᾶνε ὑπομονὴ δύο λεπτὰ νὰ στὸ ξαναζεστάνουν. Ἡ καημένη ἡ γυναίκα σου θὰ τὸ κάνει γρήγορα. Εἶναι καὶ αὐτὴ κουρασμένη. Ὁ καθένας μὲ τὸ ρυθμό του καὶ τὶς ἔννοιές του. Γιατί ὅλο ἐπιμένετε, «ἡ γυναίκα εἶναι ὑποχρεωμένη.», «ὁ ἄντρας πρέπει.» κ.τ.λ.
.                 Ἀγάπη εἶναι νὰ πορεύεσαι μὲ κάποιον καὶ νὰ τὸν ὑποφέρεις. Νά, βλέπεις κάποιον πεσμένο μὲ τὰ μοῦτρα στὸ χιόνι (συνηθισμένο στὴ Ρωσία σ.σ.).Ἐμεῖς γρήγορα θὰ σκεφτοῦμε ὅτι εἶναι μεθυσμένος. Κι ἂν ἔχει πάθει ἀνακοπὴ καρδιᾶς; Τί κι ἂν εἶναι μεθυσμένος. Βοήθησε τὸν νὰ σηκωθεῖ, βάλε τὸν σ’ ἕνα παραπέτο νὰ μὴν παγώσει. Ἀλλὰ ὄχι. Ἐμεῖς συνεχίζουμε τὸ δρόμο μας. Ξεφεύγουμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Πρέπει νὰ ζοῦμε ὄχι λέγοντας: “Δῶσε μου”, ἀλλὰ “πάρε ἀπὸ ἐμένα”. Πολλοὶ δὲν καταλαβαίνουν πῶς εἶναι νὰ δώσεις τὸ πουκάμισο ποὺ φορᾶς. Ἔχουμε συνηθίσει νὰ ζοῦμε ἀνάποδα. Ὅσα εἶναι εὐάρεστα στὸ Θεὸ τὰ ἀπορρίπτουμε.
.                 Τὸ κυριότερο, μὴ διστάζεις νὰ βοηθήσεις τὸν ἀδύνατο. Γιὰ μᾶς ἰσχύει τὸ ἀντίθετο – “κατάπιε τον”. Ὁ πλούσιος παίρνει ἀπὸ τὸ φτωχὸ κι αὐτὸ τὸ λίγο. Κλέβει ὅσο πιὸ πολὺ γίνεται καὶ μετὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ ψηλοὺς φράχτες, γιὰ νὰ μὴν τοῦ τὰ πάρουν ἄλλοι.
.                 Ἔχουμε μία στρεβλὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν χριστιανισμό. Ἀλλὰ τὰ πράγματα εἶναι ἁπλά. Πόσο αἷμα μπορεῖς νὰ δώσεις στὸν ἄλλο; Εἶναι γραμμένο: “ὅσα κάνεις γιὰ τοὺς ἀδελφούς μου τοὺς ἐλαχίστους, σ’ Ἐμένα τὸ κάνεις”.
.                 Νὰ μπορεῖς νὰ καθίσεις ὅσο πιὸ πολὺ μπορεῖς στὸ προσκέφαλο τῆς μάνας του, ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ τὶς ἀρρώστιες. Νὰ ποῦ καὶ πῶς πρέπει νὰ πεθαίνουμε κάθε μέρα!
.                 Ὅπως τὰ παιδιὰ ποὺ ἔστειλαν στὴν Τσετσενία. Ἕνας κρετίνος πετάει μία χειροβομβίδα καὶ ἕνας ἀντισυνταγματάρχης ἔπεσε πάνω της. Δὲ δίστασε καὶ σκοτώθηκε. Ἔσωσε ὀχτὼ ἄτομα. Ἦταν κομμουνιστής. Ἀβάπτιστος. Σκέφτηκε ὅμως χριστιανικά.
.                 Γιατί τί σοῦ χρησιμεύει νὰ πηγαίνεις στὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ καρδιά σου νὰ εἶναι ἄδεια; Χωρὶς μία χριστιανικὴ πράξη. Μπορεῖ ἐσὺ νὰ ἐπισκεφτεῖς ὅλα τὰ Ἅγια Ὄρη καὶ νὰ προσκυνήσεις ὅλα τὰ λείψανα. Τσάμπα. Βλέπεις ἕνα φτωχό, κακομοίρη καὶ σκέφτεσαι “θὰ εἶναι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἀπατεῶνες ποὺ δείχνει ἡ τηλεόραση”. – “Δῶσε τοῦ 50 καπίκια. Δὲ θὰ φτωχύνεις”. Ἡ ἀληθινὴ μαφία εἶναι αὐτοὶ οἱ πέντε-ἔξι ποὺ χειραγωγοῦν τὰ πλήθη ἀπὸ τὴν τηλεόραση..
.                 Δὲν διακόπτω τοὺς ἄλλους, ὅταν μιλοῦν. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς μαθαίνουν νὰ στεκόμαστε μπροστὰ στοὺς ἄλλους σὰν νὰ εἴμαστε μπροστὰ σὲ μία παλιὰ εἰκόνα. Τί σημαίνει ν μν κρίνεις; Ν μ βγάζεις καταδικαστικς ποφάσεις. Γνώμη εμαστε ποχρεωμένοι ν χουμε. Ὁ Χριστὸς προσπάθησε νὰ κάνει κάποιες διευκρινήσεις στοὺς Φαρισαίους, ἐνῶ ὁ θυμός του ἦταν δίκαιος. Ἔχεις δίκιο, ὅταν θυμώνεις μὲ τὸν ἑαυτό σου, ἐπειδὴ π.χ. χτὲς βράδυ μέθυσες. Νὰ μισεῖς τὴν ἁμαρτία σου, τὰ πάθη σου, αὐτὰ ποὺ σὲ βασανίζουν καὶ δὲν βρίσκεις γιατρικό. Μόνο ἂν μισήσεις τὴν ἁμαρτία βαθιά, θὰ γευτεῖς τὸ ἄρωμα τῆς νίκης. Ἂν καὶ μεγάλος, κάθε μέρα προσπαθῶ νὰ μαθαίνω. Νά, πηγαίνω συχνὰ μὲ τὸ λεωφορεῖο μέχρι τὴν Μόσχα. Δύο ὧρες χωρὶς στάση. Μπροστά μου κάθονταν δύο νεαροί, μεθυσμένοι. Ἔβριζαν, μιλοῦσαν πάρα πολὺ ἄσχημα. Ἔτρεμα καὶ μόνο στὴν σκέψη ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ὑποστῶ γιὰ δύο ὧρες. Μετὰ ὅμως σκέφτηκα. Γιὰ νὰ δοῦμε. Ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ νεαροί; Μεγάλωσαν σὲ χωριό. Τί εἶδαν ἐκεῖ; Τὸν πατέρα μεθυσμένο, τὴ μάνα νὰ τοὺς δίνει σφαλιάρες, βρισιές. Ἡ τηλεόραση συνεχῶς ἀνοιχτή. Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα γενιά. Τί νὰ τοὺς ζητήσεις. γ προσωπικ τος μαθα κάτι; Πέρασα τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τους; Τοὺς διάβασα κάποιο βιβλίο; Βγαίνω ἀπὸ τὸ λαβύρινθο τῶν σκέψεών μου καὶ διαπιστώνω ὅτι φθάσαμε…
.                 Ὅλα εἶναι στὰ χέρια μας: τὸ πῶς ἀκοῦμε, τὸ ἂν τὰ μάτια μας εἶναι καθαρά, τὸ ἐὰν τὰ αὐτιὰ μᾶς εἶναι κλεισμένα, τὸ ἐὰν ἡ ψυχὴ μᾶς εἶναι ξεκλειδωμένη, τὸ ἂν ἡ συνείδησή μας εἶναι καθαρή. Μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἀσχοληθοῦμε. Οἱ ἅγιοι μᾶς μαθαίνουν: σώσου καὶ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ μία ζωή. Τρόπος δράσης; Φτιάξε τὸν ἑαυτό σου. Ἕνα χιλιοστόμετρο. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ χιλιοστόμετρο θὰ φέρει πιὸ πολὺ φῶς. Ἐὰν μείνουμε ὅμως μόνο σὲ διαπιστώσεις, τίποτα δὲν θ’ ἀλλάξει. Μόνο τὸ κακό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔχουμε ἀρκετό, θὰ πολλαπλασιαστεῖ. Νὰ ἐλαττώσουμε τὴν κακία. Αὐτὸ προσπαθήσαμε καὶ μὲ τὴν ταπεινὴ ταινία μας τὸ “Ostrov”.
.                 Ἴσως κάποιοι κριτικοὶ ἔχουν δίκιο. Ἴσως ὑπάρχει πολὺ “φλυαρία” στὶς κινήσεις. Προσπάθησα νὰ τὶς ἐξηγήσω. Βρισκόμασταν σὲ μία περίεργη κατάσταση, μία ἀδυναμία ἀπὸ τὴν ὁποία προσπαθήσαμε Μ’ ὅλες μας τὶς δυνάμεις νὰ βγοῦμε. Ὅπως τὰ παιδιά, δὲν προσπαθούσαμε νὰ καταλάβουμε, ἀλλὰ νὰ συγκρατήσουμε τί συμβαίνει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀρχίζει νὰ πιστεύει, καὶ προσπαθεῖ νὰ γνωρίσει τὸ Θεό, ὅπως ἦταν ὁ ἥρωάς μου…
.                 Ἐπειδὴ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἔλλειψη φωτός, ἐμεῖς τῆς δίνουμε μορφή, τὴν κάνουμε χειροπιαστή… Μὲ τοὺς ἐρεθισμούς μας. Μὲ τὴν ἔλλειψη σεβασμοῦ στὸν ἄλλο. Τί εἶναι παράδεισος καὶ τί εἶναι κόλαση; Οἱ Πατέρες μᾶς μαθαίνουν ὅτι παντοῦ ὑπάρχει ἕνας ὠκεανὸς θεϊκῆς ἀγάπης. Ὅσους λαθεύουν τοὺς τιμωρεῖ μὲ τὸ μαστίγιο τῆς ἀγάπης. Σκεφτεῖτε – ἕναν ὠκεανὸ ἀγάπης, ὅπου ὅλος ὁ κόσμος ἀγαπιέται. Αὐτὸ μᾶς λείπει σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, ἡ ἀγάπη. Νὰ λοιπὸν ἡ κόλαση, ἡ ἔλλειψη ἀγάπης. Καὶ ἂν τὸ σκοτάδι εἶναι ἔλλειψη φωτός, ἡ σκοτεινὴ ψυχή, ὅταν βγαίνει στὸ φῶς, λειώνει.
.                 Τὸ μόνο, ποὺ θέλω, εἶναι νὰ μεταδώσω κάτι ἀπὸ τὴν προσωπική μου ἐμπειρία. Εἶμαι σὰν ὅλους τοὺς ἄλλους – ἀδύνατος. Ἀλλὰ αἰσθάνθηκα μία ἀνάγκη. Αἰσθάνομαι τὴν Ἀλήθεια σὰν κάτι τὸ ἐπεῖγον, σὰν ἕναν κόμπο στὸ λαιμό. Μία ἀπὸ τὶς ὀνομασίες τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Ἀλήθειας. Πρὸς αὐτὸν τὸν ἥλιο κατευθύνομαι. Μ’ ὅλες μου τὶς πενιχρὲς δυνάμεις.
.                 Διαβάζω: «Δὲν ζοῦμε ποτὲ τὴ στιγμή. Ἀκόμη καὶ τότε ποὺ καθόμαστε στὸ τραπέζι, οἱ σκέψεις μας πετᾶνε, πότε στὰ ἀγγουράκια, πότε στὸ κβάς, πότε στὴ σούπα. Δοκιμάστε στω ν λεπτ τν μέρα, ταν δν χετε κάτι ν κάνετε, ν συγκεντρωθετε στν αυτό σας, γι ν ζήσετε τ τώρα. Σ’ κενο κριβς τ λεπτό. Εναι πολ δύσκολο. ποτέλεσμα ατς τς προσπάθειας θ εναι ν ασθανθετε τν παρουσία το Θεο».
.                 Αἰσθάνομαι ἠθοποιός; Ἐγὼ εἶμαι ὁ Μαμόνωφ Πέτρος Νικολάεβιτς. Προσπαθῶ νὰ κάνω τὴ δουλειά μου ὅσο καλύτερα μπορῶ. Δίνω κάθε στιγμὴ ὅλες μου τὶς δυνάμεις. Ὅταν μετὰ ἀπὸ πέντε χρόνια θὰ κοιτάξω πίσω καὶ θὰ πῶ: «Πῶς μπόρεσες νὰ παίξεις τόσο χάλια;», θὰ ἔχω τὴ συνείδησή μου ἥσυχη, ἐπειδὴ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα.
.                 Ἔτσι ἦταν καὶ μὲ τὴν ταινία “Ostrov”. Πέτυχε ἔτσι; Θὰ ἐντυπωσιάσει. Προσπάθησα νὰ βοηθήσω τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς γύρω μου. Ὅταν ὁ Χριστὸς μπῆκε στὴν Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ πώλου ὄνου, τὸν ἔρραναν μὲ λουλούδια καὶ τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ ἐπευφημίες. Τὸ ζωάκι πίστευε ὅτι σ’ αὐτό, ἀπευθύνονται ὅλα αὐτά. Ἔτσι εἴμαστε καὶ ἐμεῖς σὰν τὸν ὄνο ποὺ ἔφερε τὸν Χριστό. Ἐγὼ ἔχω πολλὰ ταλέντα, ἀλλὰ τὰ ἔχω μὲ τὴν ἀξία μου; Ἕνα γενναιόδωρο χέρι τὰ ἔσπειρε. Ζῶ μ’ αὐτά. Προσπαθῶ νὰ μὴν τὰ διαψεύσω, νὰ μὴν τὰ προδώσω. Δὲν ἔχω ὀργασμοὺς μὲ τὸ “ἐγώ” μου. Καταλαβαίνω ὅτι ἐγώ, ὁ Πέτρος Μαμμόνωφ δὲν ἔκανα κάτι μὲ τὴν ἀξία μου. Ἔχω μὲ τί νὰ περηφανευτῶ; Σ’ ὅσους ὁ Θεὸς δίνει, τοὺς τὸ ζητάει. Πρέπει νὰ ζήσουμε ὅσο πιὸ καθαρὰ μποροῦμε. Ὅλα εἶναι τόσο εὔθραυστα, ἀπροστάτευτα.

ΠΗΓΗ: paraklisi.blogspot.gr

 

,

Σχολιάστε

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΩΑΝΝΗ τὸν ΔΟΜΒΟΪΤΗ-1 (Χαρ. Μπούσιας) «Μιὰ φορὰ μονάχα ζοῦμε καὶ τὰ ἔργα μας γράφονται στὶς δέλτους τοῦ οὐρανοῦ»

Ἡ οἰκονομία τοῦ χρόνου
κατὰ τὸν Γέροντα Ἰωάννη τὸν Δομβοΐτη
Α´

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ 
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .           ὅσιος Γέροντας Ἰωάννης ὁ Δομβοΐτης εἶναι ὁ οἰκονόμος τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς. Μετροῦσε τὸν χρόνο του μὲ προσευχή, ἐγρήγορση καὶ ἄσκηση, γιὰ νὰ μὴν βρεῖ τὸ ταγκαλάκι εὐκαιρία νὰ τοῦ βάλει τρικλοποδιὰ καὶ τὸν ρίξει στὴν ἁμαρτία. Ἀπὸ τὰ πολύτιμα γραπτὰ κείμενά του, τὰ ποιήματά του, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπὸ χρόνια καὶ τὰ ὁποῖα εἶχα μόνιμο σύντροφό του τὰ μεταπτυχιακά μου χρόνια στὴν Ἀγγλία, καθὼς καὶ ἀπὸ συλλογὴ ἀλληλογραφίας του ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια μου, σταχυολογῶ μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν ἀγώνα καὶ τὴν ἀγωνία τοῦ πατρὸς Ἰωάννου, γιὰ τὴν ἐξοικονόμηση καὶ ἐξαγορὰ τοῦ χρόνου μας.
.           Προσευχόμενος στὸν Κύριο ὁ ἀκατάβλητος στὸ φρόνημα ἀσκητὴς στὸ ποίημα του μὲ τίτλο: «Ἐξελεξάμην παραρριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον» (Ψαλμ. ΠΓ´ 11) παρακαλεῖ νὰ μὴν τὸν ἀφήσει Ἐκεῖνος νὰ περάσει μὲ μάταια λόγια καὶ ἔργα τὸν ἐπίγειο βίο του, ἀλλὰ νὰ τὸν καθαρίζει μὲ τὰ νάματα τῆς χάριτός Του, ὥστε καθαρὸς νὰ βαδίζει τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸ σαρκικὸ θάνατο στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς:

Ἂς μὴν περάσῃ τῆς ζωῆς μάταιος ὁ καιρός μου·
καθάρισέ με ἐν ὅσῳ ζῶ, καθάρισέ με ἐντός μου.

   .           Σὲ ἄλλο του ποίημα μὲ τίτλο: «Μὴ θορυβεῖτε, μὴ περιφέρεσθε» καταγράφει τὶς διαπιστώσεις του καὶ τὰ συμπεράσματά του ἀπὸ τὴν κακὴ ἐκμετάλλευση τοῦ χρόνου, ποὺ ἔγκειται στὶς πολλές, ἀλλὰ ἀνωφελεῖς γνωριμίες, στὶς ἄσκοπες ὁμιλίες, στὰ γέλια, στοὺς ἀστεϊσμοὺς καὶ στὶς ἀργολογίες. Μὲ ὅλα, δηλαδή, αὐτὰ ποὺ ἀποπροσανατολίζουν τὴν πυξίδα προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, σκοτίζουν τὴ διάνοιά του καὶ προκαλοῦν ταραχὴ στὴν καρδιά του:

Αἱ γνωριμίαι αἱ πολλαὶ κι’ ἄσκοποι ὁμιλίαι,
οἱ γέλωτες, ἀστεϊσμοὶ καὶ αἱ ἀργολογίαι,
αὐτὰ σκοτίζουσι τὸν νοῦν, ταράσσουν τὴν καρδίαν
κι’ ἀνεπαισθήτως γίνονται ὁδὸς πρὸς ἁμαρτίαν.

   .           Φιλοσοφώντας ἀδιάκοπα ὁ φιλόσοφος πατὴρ ὅτι «ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. ι, 2), στὸ ποίημα του «Μάταια ἢ κακά» ἀναφέρει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἀπευθυνόμενος ταπεινὰ στὸν ἑαυτό του, ἐκτὸς ἀπὸ λίγα καλὰ ποὺ κάνει στὴ ζωή του, τὰ περισσότερα ἢ εἶναι μάταια ἢ τὸν κάνουν νὰ μετανοίωνει γι’ αὐτά. Ἂν συνειδητοποιούσαμε πόσο λίγος εἶναι ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας ἐδῶ στὴ γῆ θὰ προσπαθούσαμε νὰ μὴν ἐπιδιώκουμε τὰ ἐφήμερα, ἀλλὰ τὰ αἰώνια, αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποία κανεὶς ποτὲ δὲν μετάνοιωσε, γιατὶ μὲ αὐτὰ σὰν κλειδιὰ ἀνοίγει τὴν πόρτα τῆς οὐράνιας Βασιλείας:

Ὅσ’ εἶδα κι’ ὅσα ἔκανα σ’τοῦ βίου μου τὸν χρόνο
γι’ ἄλλα εἶπα· «εἶν’ μάταια», γιὰ ἄλλα «μετανοιώνω».
Μ’ ἂν ἔκανα κἀνα καλό, στ’ ἀλήθεια, ἀπ’ τὴν ψυχή μου,
μόνον γι’ αὐτὸ «κατ’ ἔκανα», λέω, εἰς τὴν ζωή μου.

.           Ἡ ραθυμία καὶ ἡ ραστώνη εἶναι τρικλοποδιὲς ποὺ μᾶς βάζει τὸ ταγκαλάκι, γιὰ νὰ μὴν ἀξιοποιοῦμε σωστὰ τὸ χρόνο μας. Συμβουλεύοντας κάποτε ὁ πατὴρ Ἰωάννης κάποιο μοναχό, γιὰ νὰ μὴ δώσει «εἰς σάλον τὸν πόδα» (Ψαλμ. ΡΚ´ 3) του καὶ νὰ μὴ περιπέσει σὲ ραθυμία θανατηφόρα, γιὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὠφελεῖ νὰ μετανοιώσει, ὅταν ἔλθει ὁ θάνατος, γράφει:

 Ὅταν τὸν χρόνο ἄδικα ἀφήνῃς τὰ περνάῃ,
μὴ λησμονῆς ὅ,τ’ ἔχασες πὼς πίσω δὲν γυρνάει.
Γι’ αὐτό, τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς ἡ κάθε μιὰ σπατάλη
εἶναι ἀπώλεια βαρειά, σἂν κείνη δὲν εἶν’ ἄλλη.
Διαβαίνεις μόνο μιὰ φορὰ τὸ δρόμο τῆς ζωῆς σου
σκέψου τ’ αὐτὸ, φίλε, καλὰ κι’ ἐντός σου μόνος κλείσου.
 Ἂν ὅ,τι πρέπει νὰ γινῇ στο δρόμο αὐτὸ δὲν γίνῃ,
τί τ’ ὄφελος ἂν δάκρυα αἰώνια κανεὶς χύνῃ.

 .           Στὴ ζωή μας ὀφείλουμε νὰ ἐργαζόμαστε καὶ νὰ τρῶμε ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῶν ἔργων μας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δίνει τὸ παράδειγμα λέγοντας «κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί» (Α´ Κορ. δ´ 12). Καὶ ἂν μερικοὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐργασθοῦν σωματικὰ μποροῦν πνευματικά. Καὶ ἂν πάλι οὔτε πνευματικὰ μποροῦν νὰ ἐργασθοῦν μποροῦν νὰ προσευχηθοῦν. Ἡ προσευχὴ ἐὰν κατανύσσει καὶ βγαίνει μέσα ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ δὲν παραμένει μόνο στὰ χείλη εἶναι ἐργασία. Αἰσθανόμενος ὑποχρέωση ὁ πατὴρ Ἰωάννης σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἔτρεφαν, δηλαδὴ στὸ Μοναστήρι του, καὶ ἀδυναμία νὰ βγάλει μὲ ὑλικὰ ἀγαθὰ τὴν ὑποχρέωση προσευχόταν γι’ αὐτοὺς μὲ θέρμη καὶ μὲ δάκρυα καὶ τὸ καταγράφει στὸ ποίημά του «Τὸ ψυχικὸ τοῦ καλόγερου»:

 Μὰ τί νά κάνω, φίλ’ ἐγὼ ποὔμαι φτωχὸς καὶ μόνος;
τὸ λέω, πέρασ’ ἄκαρπος τοῦ βίου μου ὁ χρόνος.
Ἄλλοι μοῦ δίνουν τὸ ψωμί, πέντ’-ἕξη ἀνθρώπους ξέρω,
πῶς εἰμπορῶ στοὺς ἀλλουνοὺς κάποια ἄνεσι νὰ φέρω;
…………………………………………………………………………(ὁ καλόγερος)
Ἂν προσευχὴ μὲ δάκρυα καὶ θέρμη γι’ ἄλλους κάνῃ
αὐτὴ εἶν’ γι’ αὐτὸν τὸ ψυχικό· κι’ αὐτὸ γιὰ κεῖνον φθάνει.

.           Κάνοντας τὸν ἀπολογισμὸ τῆς ἐκδαπανήσεως τοῦ καθημερινοῦ του χρόνου ὡς καλὸς οἰκονόμος ὁ Γέροντας στὸ ποίημά του «Ὁ καθ’ ἡμέραν ἀπολογισμός» γράφει ὅτι κάθε μέρα τῆς ζωῆς ποὺ φεύγει τὸν πληγώνει, ὅπως τὸ κεντρὶ τῆς μέλισσας. Ὁ χρόνος μας εἶναι θεόσδοτος, ἀλλὰ περιορισμένος. Ἐμεῖς εἴμαστε διαχειριστές του. Ἡ καλὴ διαχείριση θὰ μᾶς φέρει πλούσια ἀνταμοιβή. Ἡ κακὴ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ ἔρεβος τῆς κολάσεως, στὸ ὁποῖο δὲν θὰ μᾶς στείλει ὁ φιλάνθρωπος Κύριός μας, ἀλλὰ ἡ κακή μας διαχείριση. Θὰ μοιάζουμε μὲ τὸν πονηρὸ δοῦλο ποὺ ἔκρυψε τὸ τάλαντό του, γιὰ νὰ μὴν τὸ χάσει. Ὁ Κύριος θέλει νὰ πολλαπλασιάζουμε φιλοπόνως τὸ «δοθὲν τάλαντον» καὶ ὄχι νὰ τὸ κρύπτουμε.
.           Ὁ Ὅσιος Γέροντας πονοῦσε γιὰ τὸν ἄσκοπο χρόνο. Περίμενε ὅμως νὰ ἔρθει μιὰ μέρα, ποὺ δὲν θὰ πονάει, καὶ αὐτὴ θὰ ἔλθει, τότε ποὺ ὁ ἴδιος θὰ κάνει καλὴ χρήση τοῦ χρόνου του:

 Κάθε μέρα ποὺ φεύγει μ’ ἀφήνει
στὴν καρδιὰ κι’ ἕνα κέντρο σκληρὸ
κι’ ἔτσι κέντρα σωρὸ αὐτὴ κλείνει
μαζεμέν’ ἀπὸ τόσον καιρό.

 Κι’ ἀκόμη περνοῦνε οἱ χρόνοι,
δὲν πληθαίνουνε μονάχα αὐτά,
τῶν παληῶν δυναμώνουν οἱ πόνοι
καὶ τὸ ἄλγος βαρὺ μὲ κρατᾷ.

 Ἆρά γε δὲ θαρθῇ καμμιὰ μέρα,
ποὺ αὐτὴ δὲ θ’ ἀφήσῃ κεντρὶ
στὴν καρδιὰ τὴ θλιμμένη ἑσπέρα,
ὅταν φεύγῃ, κι’ ἡ νὺξ προχωρῇ.

 Μὰ αὐτὸ τότε μόνον θὰ γίνῃ,
ἂν τὸ χρόνο μου δὲν δαπανῶ,
παρὰ μόνον γιὰ ὅ,τι εὐθύνει
τὴν ψυχήν μου πρὸς τὸν οὐρανό.

   .           Ἡ ἀγάπη γιὰ ἐργασία δίνει μεγάλη χαρὰ στοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ χαρὰ τοῦ γεωργοῦ εἶναι πολὺ μεγάλη ὅταν μεταλαμβάνει τοὺς καρποὺς τῆς συγκομιδῆς του. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ χαρὰ τοῦ μαθητῆ, ὅταν παίρνει τὸ ἀριστεῖο τοῦ διαβάσματός του, ἡ χαρὰ τοῦ καλλιτέχνη, ὅταν θαυμάζει τὸ ἔργο του, ἢ ἡ χαρὰ τῶν γονιῶν, ὅταν βλέπουν τὰ παιδιά τους νὰ προκόπτουν στὴν ἀρετή, νὰ εἰρηνεύουν καὶ νὰ τοὺς περιβάλλουν «ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν» (Ψαλμ. ΡΚΖ´ 3).
.           Θέλοντας νὰ τονίσει τὴ φιλεργατικότητα ὁ πατὴρ Ἰωάννης, ἡ μέλισσα τῆς οἰκονομίας τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς, τὸ μερμήγκι τῆς συλλογῆς τῶν ἀρετῶν, μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς ζωῆς μας καὶ ἐλέγχοντας καὶ μεμφόμενος τον ἑαυτό του ὁ πατὴρ Ἰωάννης γράφει στὸ ποίημά του «Τεχνίτες»:

 «Κοπιάζουμε καὶ ζοῦμε μὲ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν μας»,
πόσοι ἆρά γε μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε στὴ ζωή μας;
Δὲν ἐργάσθηκα, τὸ ξέρω, ὅσο πρέπει στὴ ζωή μου
κι’ εἴθε νὰ μὴ μετανοιώσω σ’ τὴν ὑστερινὴ πνοή μου.

.           Κάθε μας ἔργο καλὸ ἢ κακὸ καταγράφεται μὲ ἀνεξίτηλα γράμματα ἀπὸ τὸν Ἄγγελό μας στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς. Ἀλλοίμονό μας ἂν οἱ κακὲς σελίδες εἶναι περισσότερες ἀπὸ τὶς καλὲς καὶ δὲν προλάβουμε νὰ τὶς σβήσουμε μὲ τὴν ἐξομολόγηση, τὴν θεία Κοινωνία καὶ τὶς ἐλεημοσύνες! Μιὰ φορὰ μονάχα ζοῦμε, λέει ἕν λαϊκὸ τραγούδι, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε. Δὲν δικαιολογοῦνται σπατάλες χρόνου.
.           Τὴ βεβαιότητά του ὅτι μιὰ φορὰ μονάχα ζοῦμε καὶ ὅτι τὰ ἔργα μας γράφονται στὶς δέλτους τοῦ οὐρανοῦ περιγράφει πολὺ παραστατικὰ στὸ ποίημά του ὁ Ὅσιος Ἰωάννης «Ἅπαξ μόνον»:

 Θὰ διέλθω ἅπαξ μόνον
φεῦ! τοῦ βίου τὴν ὁδὸν
κι’ ἂς προσέχω πάντα χρόνον
πᾶν μου βῆμα τῶν ποδῶν.

 Κι’ ἀπὸ τὴν ζωὴν τὴν ἄλλην
εἰς τὴν γῆν δὲν θἄλθω πάλιν.

 Κι’ ἔχω ἤδη προχωρήσει
-τρέχω ὅσον κι’ ὁ καιρός-
καὶ ποιὸς ξέρει ἂν θ’ ἀργήσῃ
τέρμα νὰ φανῇ ἐμπρός.

 Κι’ ἀπὸ τὴν ζωὴν τὴν ἄλλην
εἰς τὴν γῆν δὲν θἄλθω πάλιν.

Πᾶν τις ὅ,τι ἐδῶ πράττει
θεῖον ἢ οὐτιδανὸν
ἀνεξίτηλος χαράττει
σμίλη εἰς τὸν οὐρανόν·

 Σ’ τοῦ Θεοῦ τὰ ὑπερῶα
τῶν ψυχῶν εἶν’ τὰ μητρῷα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΩΑΝΝΗ τὸν ΔΟΜΒΟΪΤΗ-2 (Χαρ. Μπούσιας) «Ὅπως γιὰ κάθε μιὰ μέρα ἔρχεται μιὰ ὥρα δεῖλι θἄρθῃ καὶ γιὰ τὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς μας θἄρθῃ, φίλοι».

, ,

Σχολιάστε

AΣ ΝΟΙΚΙΑΣΟΥΜΕ ΤO ΣΠΙΤΙ ΤHΣ ΚΑΡΔΙAΣ ΜΑΣ ΣΤON ΧΡΙΣΤΟ ΜΑΣ! (Χαρ. Μπούσιας)

Ἂς νοικιάσουμε τὸ σπίτι τῆς καρδιᾶς μας στὸ Χριστό μας!

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ λεγόμαστε χριστιανοὶ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀναφωνοῦμε αὐτὸ ποὺ μὲ παρρησία φώναζε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β´ 20); Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουμε ἀποθέσει τὸν ἑαυτό μας, τὰ προβλήματά μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς βιοτικές μας μέριμνες, τὴν ὑγεία μας στὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουμε νεκρωθεῖ γιὰ τὸν κόσμο καὶ ζοῦμε μόνο γιὰ τὸ Σωτήρα μας Χριστό, ὥστε νὰ τοῦ λέμε:
.           Στὸ Σταυρό Σου, Χριστέ μου, πέθανες γιὰ μένα καὶ ἐγὼ βλέποντάς Σε σταυρωμένο πεθαίνω γιὰ τὸν κόσμο θέλοντας νὰ ζῶ μόνο γιὰ Σένα! Τώρα πιὰ δν θέλω νὰ ζ γώ, λλὰ νὰ ζῆς Ἐσὺ μέσα μου, ὁ Χριστός μου, «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (Ἰωά. κ´ 28). Μὲ τὸ Βάπτισμα ἔχω σταυρωθεῖ κι ἔχω πεθάνει μα­ζί Σου, Χριστέ μου. Ἔγινα κοινωνὸς τοῦ σταυ­ρικοῦ θανάτου Σου καὶ εἶμαι νεκρός. Λοιπόν, δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ὁ παλαιὸς ἑαυτός μου, ἀλλὰ ζεῖς μέσα μου Ἐσύ, ὁ γλυκύτατος Χριστός μου.
.           Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς μποροῦμε νὰ ἀνοίξουμε διάπλατα την πόρτα της καρδιάς μας στὸν Χριστό, προκειμένου νὰ μπεῖ Ἐκεῖνος καὶ νὰ κατοικήσει μέσα μας;
.           Ἐὰν μὲ ἐπίγνωση φωνάζουμε τὸ «Ζῇ ἐν ἐμοὶ Χριστός» τότε καταλαβαίνουμε τί βάθος καὶ τί μεγαλεῖο κρύβει ἡ ἐν Χριστῷ ζωή! Δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα σύστημα ἠθικῆς οὔτε γιὰ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἀκατανόητες τελετουργίες. Πρόκειται γιὰ ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ὅλοι ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ζοῦμε τὴ νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ συγχρόνως τὴν ἀνάσταση σὲ μιὰ νέα ζωή, τὴν ὁποία καλούμαστε νὰ διατηρήσουμε μὲ τὸν προσωπικό μας ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἂν ἀγωνιζόμαστε γιὰ νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε νοιώθουμε νὰ φανερώνεται ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μέσα μας καὶ νὰ μποροῦμε νὰ λέμε, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».
.           Τί, ὅμως, σημαίνει «ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» καὶ ποιὰ πρακτικὴ ἐφαρμογὴ ἔχει στὴ ζωή μας αὐτὸ τὸ σαλπίσμα; Σημαίνει ὅτι ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός· ὅτι ἔχουμε «τὸν Χριστόν ἐν τοῖς στέρνοις ἡμῶν», εἶναι ἡ πνοή μας, ἡ χαρά μας, ἡ δύναμή μας. Ὑπάρχει γλυκύτερη ἐμπειρία ἀπὸ τὸ νὰ ἔρχεται καὶ νὰ κατασκηνώνει στὴν καρδιά μας ὅλη ἡ Ἁγία μας Τριάδα; Ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ τὸ νὰ ἔχουμε ἔνοικο στὴν κατοικία τῆς καρδιᾶς μας τόν Κύριο; «Τοῦ τὸν Χριστὸν ἔχοντος ἔνοικον τί γένοιτο ἂν μακαριώτερον πώποτε;» θὰ πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος.Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη χαρὰ τοῦ χριστιανοῦ.
.           Εἰδικότερα τὸ «ζῇ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» σημαίνει ὅτι ἔχουμε «νοῦν Χριστοῦ». Οἱ σκέψεις μας εἶναι σκέψεις Χριστοῦ πρῶτες καὶ καθαρές, τὰ αἰσθήματά μας αἰσθήματα Χριστοῦ, οἱ πόθοι μας πόθοι Χριστοῦ, ἡ ζωή μας ζωὴ «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ».
.           «Ζῇ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» σημαίνει ὅτι ἡ θέλησή μας ταυτίζεται μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ. Νεκρώνεται τὸ δικό μας θέλημα καί κυβερνάει τὴ ζωή μας τὸ θέλημα Ἐκείνου. «Ζῇ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» σημαίνει ἁγιάζουμε τὸ  Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ποθοῦμε νὰ ἁπλωθεῖ ἡ βασιλεία Του σὲ ὅλη τὴν κτίση, νὰ φτάσει τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου στὰ πέρατα τῆς Οἰκουμένης, νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ σωθοῦν, ἀφοῦ τὸν ἐμπιστευθοῦν καὶ τὸν κάνουν ἔνοικο τῆς καρδιᾶς τους.
.           «Ζῇ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» ἀκόμη σημαίνει ὅτι δίνουμε τὴν καρδιά μας ὁλοκληρωτικὰ καὶ ὄχι μέρος της στὸν Κύριο. Δὲν τοῦ νοικιάζουμε ἕνα διαμέρισμα τῆς καρδιᾶς μας, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημά της. Τὸν ἀγαποῦμε καὶ τὸν σεβόμαστε «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας μας». Τέλος «ζῇ ἐν ἐμοι Χριστὸς» σημαίνει ἐφαρμόζουμε στὴν πράξη τό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Πράττουμε τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιόν Του. Καθαρίζουμε τὰ χέρια μας οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίζουμε τὶς καρδιές μας οἱ δίψυχοι, σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀδελφοθέου Ἰακώβου (Ἰακ. δ´ 8). Καὶ ὀφείλουμε νὰ τὶς ἁγνίζουμε, γιατὶ Ἐκεῖνος εἶναι πάναγνος καὶ πῶς θὰ κατοικοίσει σὲ σπιλωμένο οἴκημα; Σημαίνει ἐπίσης ὅτι δείχνουμε σὲ ὅλους ἀγάπη καὶ καλωσύνη. Εἴμαστε εὐεργετικοί, σπλαχνικοί, φιλόστοργοι, συγχωροῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. ῞Οταν μέσα μας μένει ὁ Χριστός, λέγει ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας,, τί ἄλλο μᾶς χρειάζεται, ἤ ποιὸ ἀγαθὸ μᾶς διαφεύγει; Ἀρκεῖ καὶ ἐμεῖς νὰ μένουμε μαζί Του. Τότε καὶ ἔνοικο ἔχουμε καὶ κατοικία, ὥστε νὰ εἴμαστε μακάριοι τόσο γιὰ τὴν κατοικία μας ὅσο καὶ γιατὶ τὴν παραχώρησή της σὲ τέτοιο ἔνοικο. Ὅταν, λοιπόν, πάρουμε τὴν ἀπόφαση νὰ νοικιάσουμε τὸ σπίτι τῆς καρδιᾶς μας στὸ Χριστὸ τότε ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου νὰ εἶναι δικά μας, ἀφοῦ ὁ ἔνοικός μας εἶναι «ὁ δοτὴρ τῶν ἀγαθῶν». Τότε κάθε φαύλη πράξη καὶ ἐπιθυμία μας ἀπομακρύνεται, ἀφοῦ τίποτα πονηρὸ δὲν στέκεται ἐμπρὸς σὲ τόσο σωρὸ ἀγαθῶν. Ποιό πονηρὸ ποὺ εἶναι παρὸν θὰ ἠμποροῦσε νὰ μείνει καὶ ποιό πονηρὸ ποὺ εἶναι ἀπὸν θὰ κατόρθωνε νὰ πλησιάσει, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶναι μαζί μας, ὅταν κάτοικεῖ στὴν καρδιά μας καὶ ὅταν ἡ ἁγιότητά Του διαπερνάει ὅλη μας τὴν ὕπαρξὴ καὶ βασιλεύει μέσα μας; Τὰ βέλη ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ἔξω τὰ ἐμποδίζει Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐγγίσουν, ἀφοῦ ἔχει περιφρουρήσει τὴν καρδιά μας μὲ τὴ χάρη Του. Ἀλλὰ καὶ κάθε τὶ τὸ φαῦλο ποὺ τυχὸν ὑπάρχει μέσα μας, τὸ ἀπομακρύνει ὠθώντας το, ὅπως τὰ μάτια μας διώχνουν μὲ τὸ δάκρυ τὰ ξένα σώματα ποὺ τολμοῦν νὰ εἰσχωρήσουν σὲ αὐτό. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγάλος ἔνοικος ποὺ γεμίζει ὅλη τὴν κατοικία Του μὲ χάρη, εἰρήνη, χαρά, δύναμη καὶ ὑγεία. Εἶναι ὁ φωτοδότης ἔνοικος, ποὺ διώχει τὰ σκότη. Εἶναι αὐτὸς ποὺ μᾶς ἐνδύει μὲ τὸ χιτώνα τῆς ἀφθαρσίας. Ζητάει ἀπὸ ἐμᾶς μόνο νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ τὸν ἀφήσουμε κύριο τῆς καρδιᾶς μας, ποὺ γίνεται σπίτι Του καὶ νὰ τοῦ φωνάζουμε διαρκῶς: «Πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Σοὶ παραθώμεθα».
.           Πόσο μεγαλειῶδες εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς ἐνοικιάσεως τῆς καρδιᾶς μας στὸ Χριστό μας! Τί ὑπέροχο εἶναι νὰ ἀναμίξωμε τὸ νοῦ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν ἰδικό μας νοῦ καὶ νὰ ἑνωθει ἡ θέληση ̓Εκείνου μὲ τὴν ἰδική μας θέληση καὶ τὸ Σῶμα Του μὲ τὸ σῶμα μας καὶ τὸ Αἷμα Του μὲ τὸ αἷμα μας! Τί θὰ εἶναι ὁ νοῦς μας ὅταν θὰ ὑπερισχύσει ὁ θεῖος νοῦς καὶ τί θὰ εἶναι ἡ θέλησή μας ὅταν ὑπερτερήσει ἡ μακαρία θέληση τοῦ Κυρίου μας καὶ τί θὰ εἴμαστε ἐμεῖς τὰ χώματαμ ὅταν ὑπερνικήσει ἐκεῖνο τὸ πῦρ τῆς Θεότητος! Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ποῦ νοίκιασε τὴν καρδιά του ὁλοκληρωτικὰ στὸ Χριστό μας δὲν εἶχε ὁ ἴδιος οὔτε νοῦ ἰδικό του οὔτε θέληση οὔτε ζωή, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τοῦ ἦταν ὁ Χριστός. Ἔτσι λέγει, «νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν» (Β’ Κορ. β´ 16) φανερώνοντας ὅτι εἶχε τὴν ἴδια μὲ ̓Εκεῖνον θέληση. Καὶ συνοψίζοντας ὅλα αὐτὰ λέγει, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β 20). Τὸ Μυστήριο αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπεροχώτερο ἀπὸ κάθε Μυστήριο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἴδια τὴν κορυφὴ τῶν ἀγαθῶν, ἐπειδὴ ἐδῶ φανερώνεται καὶ κάθε ἀνθρώπινου ζήλου τὸ ἀπώτερο τέλος. Σὲ αὐτὸ τὸ Μυστήριο ἐπιτυγχάνουμε τὴν τέλεια ἕνωση μὲ τὸν Θεό μας. Ποιά συνάφεια θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι πληρέστερη ἀπὸ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ ἐνοικίαση τῆς καρδιᾶς μας στὸ ἔνοικο Ἰησοῦ;
.           Ἔχοντας, λοιπόν, νοικάρη στὴν καρδιά μας τὸν Χριστὸ νοιαζόμαστε γιὰ τὸν πρόσφυγα ἀδελφό μας ποὺ θλίβεται μόνο μὲ τὴ θύμηση τῆς γῆς ποὺ τοῦ λείπει. Μεριμνᾶμε γιὰ τὸν πάσχοντα, γιὰ αὐτὸν ποὺ λιώνει στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου. Καὶ ὄχι μόνο μὲ στιγμιαία προσφορά, ἀλλὰ μὲ συνεχὴ καὶ ἀτελείωτη. Μοιράζουμε πραότητα καὶ συμπόνια, καλωσύνη καὶ ἀγάπη. Καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ζήτημα ἐσωτερικῆς καθάρσεως. Ζήτημα προσωπικῆς καθάρσεως τοῦ καθενός μας καὶ γενναίας τοποθετήσεώς μας μπροστὰ στὶς ὑποχρεώσεις μας πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας. Ἂν δὲν κάνουμε ἔνοικο τῆς ψυχῆς μας τὸν Χριστό καὶ ἂν ὡς ὁ Παῦλος δὲν μποροῦμε νὰ ἀναφωνήσουμε «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» τίποτα δὲν θὰ ἐπιτύχουμε καὶ θὰ ματαιοπονοῦμε. Καὶ σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ θὰ ζήσουμε δυστυχισμένοι καὶ στὴ μέλλουσα Κρίση θὰ βλέπουμε τὸν Χριστό μας ἀπόμακρα, θὰ τὸν βλέπουμε ὡς κόλαση, ἐνῶ ἐὰν τὸν κάνουμε νοικάρη μας τώρα καὶ ἐδῶ θὰ ζοῦμε εὐτυχισμένοι καὶ στὴν μέλλουσα Κρίση θὰ τὸν βλέπουμε ὡς Παράδεισο.
.           Νοικάρης ὁ Χριστὸς στὶς καρδιές μας σημαίνει ὅτι ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του, σημαίνει ὅτι ἀγωνιζόμαστε καὶ παλεύουμε μὲ τὸν κακὸ ἑαυτό μας, ὅτι νικοῦμε τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ ὅτι προσφέρουμε τὶς δυνάμεις μας γιὰ ἐξυπηρέτηση τοῦ συνανθρώπου μας.
.           Σημαίνει ὅτι ντυνόμαστε αὐταπάρνηση, ταπείνωση, ἀγάπη. Σημαίνει ὅτι ἀντιτασσόμαστε στὸ μανιασμένο ξέσπασμα τοῦ μίσους, ποὺ φοβερίζει τὴν ἀνθρωπότητα, ἰδιαίτερα σήμερα, μὲ ἀφανισμό. Σημαίνει ὅτι ἔχουμε στὰ χέρια μας τὴ ζύμη γιὰ νὰ πλάθουμε μὲ τὸν πόνο καὶ τὴν ἀγάπη τὸν ἄρτο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, τῆς αἰώνιας. Σημαίνει ὅτι ἀνακαλύπτουμε τὸν ἄνθρωπο, τὴ γνήσια εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλα γύρω μας παίρνουν νόημα καὶ χάρη. Σημαίνει ὅτι τὸ δάκρυ ἰριδίζει σὰν τὸ οὐράνιο τόξο μὲ ὅλα τὰ χρώματα τῆς θεϊκῆς εἰρήνης καὶ ἁπλώνεται στὶς ἀκρογιαλιές, στὶς θάλασσες καὶ στὰ λιβάδια, ὥστε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ αἰσθανόμαστε πολῖτες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανών, νὰ βιώνουμε τὴ διαβεβαιωση τοῦ Κυρίου μας «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστί» (Λουκ. ιζ´ 21 ).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

«ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ» (-Β´-) «Ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ποὺ εἶναι ἀποδέσμευση ἀπὸ τὸν θάνατο, τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν διάβολο, βιώνεται σὲ ὅλες τὶς χῶρες τοῦ κόσμου καὶ κάτω ἀπὸ τὶς χειρότερες κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς συνθῆκες».

“Ἡ ἀγωνία καὶ τὸ ἄγχος τῶν Χριστιανῶν”
Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Σ. Βλάχου 
(Νῦν Μητροπολίτου Ναυπάκτου),
στὸ βιβλίο «Θεραπευτικὴ Ἀγωγή»
-προεκτάσεις στὴν Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία
[Β´]

ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας),
ἔκδ. Α´ , 1987, σελ. 214-222.

Μέρος  Α´: «ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ» (-Α´)

.           Ξέρουμε καλὰ ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ὅτι ὁ Χριστιανὸς μπορεῖ νὰ ζήση τὸ ἴδιο καλὰ σὲ ὅλα τὰ καθεστῶτα. Γι᾽ αὐτὸν ποὺ ζῆ σύμφωνα μὲ τὰ παραγγέλματα τοῦ Χριστοῦ ὁ Νέρων, ὁ Διοκλητιανός, ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης κλπ. εἶναι τὸ ἴδιο. Δν τν μποδίζουν σ τίποτε ν ζήση τ Εαγγέλιο στν ζωή του. ν Χριστ λευθερία, πο εναι ποδέσμευση π τν θάνατο, τν μαρτία κα τν διάβολο, βιώνεται σ λες τς χρες το κόσμου κα κάτω π τς χειρότερες κοινωνικς κα πολιτικς συνθκες. Ἡ πρὸς Διόγνητον ἐπιστολὴ τοῦ Β΄ αἰῶνος εἶναι ἐκφραστική. Οἱ Χριστιανοὶ “πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολίται καὶ πάνθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξενοι· πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη… Ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται. Πείθονται τοῖς ὡρισμένοις νόμοις καὶ τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς νόμους”. Ἐπίσης, ὅπως ἐλέχθη προηγουμένως, ὁ Κύριος εἶπε ὅτι οἱ μαθητές Του θὰ παραμείνουν πρόβατα καὶ ἐν μέσῳ λύκων.
.           Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ ὑπομνήσω τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: “ἡ ὕβρις οκ π τς γνώμης τν βριζόντων, λλπ τς διαθέσεως τν πασχόντων συνίσταται πολλυται· οἷόν τι λέγω· ὕβρισέ σε πολλὰ ρητὰ καὶ ἄρρητα· ἂν καταγελάσῃς τῶν ὕβρεων οὐχ ὑβρίσθης· οὐ γὰρ ἀπὸ τῆς μανίας τῶν ὑβριζόντων, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀσθενείας τῶν ὑβριζομένων αἱ ὕβρεις καὶ αἱ τῶν ὕβρεων ἀτιμίαι συνίστανται· ν ον εδμεν φιλοσοφεν, οδ βρίζεσθαι δυνάμεθα, οδ πάσχειν τι τν δεινν”.
.             Συνηθίζουμε ν βλέπουμε παντο χθρούς, πο εναι τοιμοι ν μς κατασπαράξουν. Ατ δείχνει τν νυπαρξία ατογνωσίας κα γάπης. Δὲν ὑπάρχει οὔτε αὐτογνωσία οὔτε ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔβλεπε ποτὲ τὸν ἄνθρωπο σὰν ἐχθρό, ἀλλὰ σὰν ἄρρωστο ποὺ ἔπρεπε νὰ θεραπευθῆ. Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας.
.             δ) Ὅταν χρειασθῆ νὰ μιλήσουμε, τότε ὁ λόγος ποὺ θὰ χρησιμοποιηθῆ πρέπει νὰ εἶναι λόγος τοῦ Λόγου, ἔκφραση βαθυτάτης ἡσυχίας καὶ οὐσιαστικὰ ἀποκάλυψη Θεοῦ, ὥστε νὰ μὴ κάνουμε κανένα κακὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὴν Ἐκκλησία. Ἡ μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριο τῶν ἁγίων μαρτύρων ἦταν κυρίως καὶ πρὸ παντὸς καρπὸς θεωρίας. Οἱ ἅγιοι ἀπέκτησαν ἐσωτερικὴ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸν Θεὸ καὶ ἔδωσαν τὴν μαρτυρία γι’ Αὐτὸν τὸν “γνωστὸ” Θεό. Ἂν δὲν ἔχουμε ἀποκάλυψη ἢ θεωρία, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε εὔκολα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν φθάσαμε σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τουλάχιστον νὰ καθοδηγούμαστε ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ βιώνουν αὐτὴν τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει κάποτε νὰ μάθουμε ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη νὰ λαμβάνουμε διαβεβαίωση τοῦ ἀγῶνος, τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών μας ἀπὸ ἁγίους ποὺ ζοῦν μέσα στὴν ἀποκάλυψη καὶ ἔχουν ἐγγύτητα πρὸς τὸν Θεό, ἑνότητα μαζί Του. Πόσοι ἀπὸ μᾶς κατέθεσαν τὶς πράξεις καὶ τοὺς λόγους τους σὲ συγχρόνους θεόπτας Πατέρας γιὰ νὰ τὶς ἀνακρίνουν;
.             Πέρα ἀπὸ αὐτά, ἂς μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ ὑπομνήσω καὶ ἕναν ἄλλο τρόπο δράσεως σὲ αὐτοὺς τοὺς συγκεχυμένους καὶ πολυτάραχους καιρούς. Ἀντὶ νὰ ἀντιπαρατιθέμεθα πρὸς τοὺς λεγομένους “ἀθέους” καὶ ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας, παρασυρόμενοι στὶς ἀνθρωποκεντρικὲς διαμάχες, ἔστω πρὸς χάριν τοῦ λαοῦ, ποὺ δὲν γνωρίζει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀμυνθῆ, θὰ πρέπει νὰ προχωρήσουμε σὲ μία οὐσιαστικὴ δουλειά. Νὰ προσφέρουμε ὑγεία στὸν λαό. Δηλαδὴ νὰ τοῦ ἀποκαλύψουμε τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα, νὰ μεταμορφώσουμε τὸν λαὸ μὲ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα. Νὰ τὸν βοηθήσουμε νὰ φθάση στὴν προσωπικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὁπότε τίποτε δὲν θὰ μπορέση νὰ τὸν κλονίση.
.           Καμιὰ ἀνθρώπινη δύναμη, ὅσο ἐμπαθὴς κι ἂν εἶναι, δὲν θὰ μπορέση νὰ τὸν ἐπηρεάση. Νὰ εἰσαγάγουμε τὸν λαὸ στὴν ἀποφατικὴ μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, τόσο στὴν διδασκαλία ὅσο καὶ στὴν ζωή. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ προσφέρεται κυρίως διὰ τῆς προσευχῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀποξενώνεται ἀπὸ τὴν Μυστηριακὴ ζωὴ καὶ ἰδίως τὴν Θεία Κοινωνία, θὰ πρέπη νὰ ἐνδιαφερθοῦμε σοβαρὰ γιὰ τὴν εἴσδυση τῶν πιστῶν στὸν γνόφο τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
.           Νὰ ἐνδιαφερθοῦμε σοβαρά, ὥστε στοὺς πιστούς μας νὰ χαραχθῆ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὴν καρδιά τους καὶ ὄχι τὸ χάραγμα τοῦ θηρίου “ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν” (Ἀποκ. ιγ´, 16), καὶ ἔτσι νὰ συμπεριληφθοῦν μεταξὺ “τῶν πεπελεκισμένων διὰ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ οἵτινες… οὐκ ἔλαβον τὸ χάραγμα ἐπὶ τὸ μέτωπον αὐτῶν καὶ ἐπὶ τὴν χείρα αὐτῶν” (Ἀποκ. κ´, 4). Γιατί μόνον σοι χουν νοερ προσευχ θ ποφύγουν τ χάραγμα το θηρίου τς ποκαλύψεως κα θ χουν τν ν Χριστ λευθερία, δηλαδὴ τὴν αἰώνια ζωή. Ατ μως παιτε σοβαρ δουλει κα μες εμαστε διατεθειμένοι ν σχολούμαστε μ τς εκολες δουλειές. Ἀρκούμαστε σὲ λεκτικές, φραστικὲς ἀντιθέσεις. Αὐτὸ ὅμως δὲν προσφέρει τίποτε, ἰδίως στοὺς σημερινοὺς ἀνθρωποκεντρικοὺς καιρούς. Περισσότερο κακὸ παρὰ καλὸ προσφέρουν στὴν Ἐκκλησία.
.             Μὲ ὅσα ἔγραψα ἤθελα νὰ προσφέρω στὸ λαὸ μία ἄλλη αἴσθηση τῶν πραγμάτων. Νὰ δοῦμε τὴν ἐπίθεση τοῦ κόσμου ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἐπίθεση τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τοῦ κόσμου ἀπὸ μία ἄλλη πλευρά. Γιατί πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι σήμερα χρειάζονται ὀρθόδοξες αἰσθήσεις. Ἀπὸ αὐτὲς ἔχουμε ἀνάγκη. Δὲν μποροῦμε μὲ κίνητρα, κριτήρια καὶ σκέψεις κοσμικὲς νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας. Δὲν ἀντέχουν αὐτὰ στὸν χρόνο καὶ στὴν αἰωνιότητα.
.             Καὶ μιὰ ποὺ τόνισα προηγουμένως ὅτι πρέπει νὰ πλησιάζουμε συγχρόνους ἁγίους ἐρημίτες, ἡσυχαστές, στάρετς, ποὺ βλέπουν καθαρότερα τὰ πράγματα, θὰ ἤθελα νὰ τελειώσω μὲ μερικοὺς λόγους ποὺ ἄκουσα ἀπὸ τέτοιους ἁγίους ἀνθρώπους, ποὺ μποροῦν νὰ βοηθήσουν.

 «Τελικὰ οἱ βλαμμένοι βλάπτονται».
«Ἂς ἀφήσουμε τοὺς ‘ἀθέους’ νὰ κάνουν τὴν δουλειά τους, γιὰ νὰ μᾶς ἀφήσουν καὶ αὐτοὶ νὰ κάνουμε τὴν δουλειά μας».
«Τὸ μεγαλύτερο κακὸ στὴν Ἐκκλησία δὲν τὸ κάνουν οἱ λεγόμενοι “ἄθεοι”, ἀλλὰ οἱ λεγόμενοι “πιστοί».
«Ὅταν ὑπάρχη καὶ ἕνας ἅγιος ποὺ βλέπει τὸ Ἄκτιστο Φῶς δὲν ὑπάρχει κανένας κίνδυνος γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Τέτοιοι ἅγιοι ὑπάρχουν καὶ σήμερα».

ἐγράφη τὸν Μάιο τοῦ 1985

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ. ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ!

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ.
ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ!

Τῆς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΛΑΜΙΑΣ»

.                     Εἶναι ἀλήθεια ὅτι μέσα στὴν Ἁγ. Γραφὴ ἐξυμνοῦνται δύο πολὺ βασικὰ γνωρίσματα τοῦ Θεοῦ: Τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔλεός Του, δηλαδὴ ἡ Δύναμη καὶ ἡ Εὐσπλαγχνία Του. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς ἰδιότητες τοῦ Καλοῦ μας Θεοῦ φαίνονται παντοῦ μέσα στὴ Δημιουργία, ἰδιαιτέρως ὅμως φαίνονται στὴ μέριμνά του καὶ στὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὴν κορωνίδα τῆς δημιουργίας, μὴ τοῦ λείψει τίποτε «ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια ἀγαθὰ» τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ μας. Ὁ Κύριος λοιπὸν εἶναι μακρόθυμος καὶ πολυέλεος, παντοδύναμος καὶ οἰκτίρμων.  Ἂν ὅμως ὅλη αὐτὴ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἀγάπη τὴν προσφέρει ὑπὲρ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὰ νόμιμα καὶ εὐλογημένα ἐπίγεια ἀγαθά του, π.χ. ὑγεία, αὐτάρκεια, οἰκογένεια, ἐργασία, μόρφωση καὶ ἐπιτυχία, πόσο μᾶλλον ὁ Θεός μας ἐργάζεται φιλάνθρωπα γιὰ τὴν σωτηρία μας, “πάντα πρὸς τὸ τοῦ πλάσματος συμφέρον οἰκονομῶν”. Οἱ παρεμβάσεις τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ ἐπεμβάσεις Του μᾶς ὁδηγοῦν στὴν ζωή, στὴν εὐτυχία κατὰ Θεὸν καὶ στὴ σωτηρία τελικά.
.             Εἶναι ἀλήθεια τρισμέγιστη: “Ὁ Θεὸς θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν”. Μάλιστα λέγεται στὴν ἁγία Γραφὴ ὅτι “δὲν θὰ θελήσει ὁ Θεὸς νὰ πεθάνει ὁ ἁμαρτωλὸς (νοεῖται ὁ καλοπροαίρετος), μέχρις ὅτου ἐπιστρέψει σὲ μετάνοια καὶ νὰ ζήσει αἰώνια”. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεός, ὁ Δημιουργός μας, ὁ Νομοθέτης, ὁ Σωτήρας καὶ ὁ Κριτής μας, φέρεται ὡς Πατέρας καὶ μᾶς παίρνει ἀπὸ τὸ χέρι, ἐνίοτε καὶ ἀπὸ τὸ αὐτί, παιδαγωγικά, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν πίστη, στὴ μετάνοια, στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, “ἐκτὸς της ὁποίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία”. Λέγει ὁ ἑβδομηκοστὸς δεύτερος ψαλμός: “ Ἐκράτησας τῆς χειρὸς τῆς δεξιᾶς μου”, δηλαδὴ μὲ στήριξες, μὲ βοήθησες, μὲ ὁδήγησες. “Και ἐν τῇ βουλῇ σου ὡδήγησάς με”: Ὅ,τι ἔκανες, τό ᾽κανες μὲ τὴ θέλησή σου, βάσει δικοῦ σου σχεδίου. Δὲν μὲ κράτησες προσωρινά, ἀλλὰ μέχρι τέλους μὲ ὁδήγησες στὸν προορισμό μου. “Μετά δόξης προσελάβου με”: Ὄχι σὰν σκουπίδι, ὄχι σὰν ἀπόπαιδο, ὄχι σὰν κάποιον ἀνεπιθύμητο, ἀλλὰ θαυμαστὰ καὶ ἔνδοξα, μὲ πῆρες κοντά Σου, ὅπως καὶ στὴν Παραβολὴ τοῦ ἀσώτου ὁ Πατέρας δέχθηκε καὶ τίμησε τὸν ἀποστάτη γυιό του…  (Ψαλμ. Οβ´ 23-24)
.         Ἀλήθεια, τί σημαίνει ὅτι κρατᾶμε κάποιον ἀπὸ τὸ δεξὶ χέρι;  Σημαίνει ὅτι εἴμαστε δίπλα του, κοντά του, οἰκεῖοι καὶ τὸν βοηθᾶμε ἀποτελεσματικὰ μὲ πατρικὴ φροντίδα καὶ ἀγάπη. Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει καὶ ὁ Θεός μας. Τὸ λέμε κάθε φορὰ στὴν θεία Λατρεία μας: “Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς ὁ Θεὸς τῇ σῇ χάριτι”.
.             Ὁ Θεὸς ἐπίσης δὲν ὁδηγεῖ ἁπλῶς κρατώντας μας ἀπὸ τὸ χέρι, ἀλλὰ πολὺ συχνὰ σηκώνει στὰ χέρια Του τὸν ἀγωνιζόμενο, πάσχοντα, πεσμένο καὶ πληγωμένο ἄνθρωπο, ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε ὁ Καλὸς Σαμαρείτης. Αὐτὸ γίνεται πάντοτε “ἐκ  Πατρός, δι᾽ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι”, δι᾽ ἁγίων καὶ ἀγγέλων, ὅπως κρίνει κάθε φορὰ ὁ Κύριος.
.           Πρέπει λοιπὸν νὰ ξέρουμε ὅτι ὁ Καλὸς Θεὸς οὔτε τώρα μᾶς ἀφήνει οὔτε μετὰ θάνατον, ἂν θέλουμε βέβαια καὶ μεῖς νὰ σωθοῦμε. Μᾶς κρατάει ἀπὸ τὸ χέρι. Τώρα μὲν μὲ τὴ βοήθεια τῆς θείας χάριτος περπατᾶμε στοὺς δρόμους τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀλήθειας. Στὴν ὁδό, τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸ λόγο Του, μὲ τὸν πνευματικό μας καὶ τὰ παραδείγματα τῶν ἁγίων. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο ἡ πορεία στὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ Ὀρθοπραξίας μὲ τὴν πορεία στὴν σκοτεινὴ ἁμαρτωλὴ ζωή. Ἂν ὅμως ἐμεῖς θέλουμε νὰ περπατᾶμε στὰ σκοτάδια τῆς παρανομίας καὶ ὄχι στὰ λευκά, ἁγνὰ καὶ καθαρὰ μονοπάτια τοῦ Θεοῦ, τότε εἴμαστε ἄξιοι τῆς τύχης μας. Ὅλα θά ᾽ρθοῦν στραβά, κακὰ κι ἀνάποδα… Γι᾽ αὐτὸ λέγει ὁ πρῶτος ψαλμός: “μακάριος ἀνὴρ ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη…”. Ἂς προσέξουμε πάρα πολὺ τὸ ρεῦμα τοῦ κακοῦ, τὴ νοοτροπία τοῦ κόσμου, τὶς κακὲς παρέες.
.             Ὅλη ἡ Καινὴ Διαθήκη εἶναι γεμάτη ἀπὸ αὐτὴ τὴ συμπόρευση τοῦ Κυρίου μὲ τοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς ἀκροατές Του. Μὲ τὶς ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες τοῦ Χριστοῦ, ὅπου μαθητὲς καὶ κόσμος, ὅλοι, ζοῦσαν μέσα στὴ δοξολογία καὶ τὸν αἶνο ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ τὴ χάρη τῶν θείων λόγων καὶ τὰ ἄπειρα θαύματα τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης καὶ στὴν Π. Διαθήκη ἡ συμπόρευση αὐτὴ φαίνεται στὶς ὡραῖες πορεῖες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπὸ τὴ θεία Σκέπη τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου μὲ τὰ ἀλλεπάλληλα θαύματα τῆς τροφοδοσίας τοῦ λαοῦ Του καὶ τὶς νίκες του ἐπὶ “τὰ βάρβαρα ἔθνη τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα”.
.             Τέλος, στὸ αἰώνιο μέλλον τοῦ Παραδείσου θὰ περπατήσει μαζί μας ὁ Κύριος καὶ μεῖς μαζί Του στὰ λευκά. “Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ μετὰ τῶν ἀνθρώπων”, λέγει στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Δηλαδὴ θὰ ἔχουμε τότε: α] Ζωὴ μὲ τὸν Χριστὸ ἀδιατάρακτη καὶ ἀδιάκοπη β] Ζωὴ μέσα στὸ φῶς καὶ στὴ χαρὰ γ] Ἱκανοποίηση ὅλων τῶν πόθων καὶ προσδοκιῶν δ] Συντροφιὰ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους ε] Ζωὴ ἀναμάρτητη καὶ ἀσκίαστη ϛ] Ἀπεριόριστες ἀποκαλύψεις τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἁγ. Πνεύματος ζ] Δόξα καὶ μισθὸ οὐράνιο σὲ ὅσους πέρασαν διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου μέσα στοὺς διωγμοὺς καὶ τὶς θυσίες.
.               Καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ θαυμάσιο καὶ ἐξαίσιο γεγονὸς δὲν θὰ τελειώνει ποτέ, ἀλλὰ θὰ αὐξάνεται σὲ ποσότητα καὶ ποιότητα. Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!

Σχολιάστε

Ο ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΟΣ ΜΑΣ «Πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων»

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡ. ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
[Ἐφ. δ´ 7-13]

Ο ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΟΣ ΜΑΣ
«Πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων»

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
 ἀρ. τ. 4264, Ἰαν. 2013

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Ὁ Κύριος καὶ Λυτρωτής µας ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία Του στὴν γῆ. Καὶ µοίρασε πλούσια τὶς δωρεές Του. Ἀνέδειξε καὶ ἔδωσε µέσα σ᾽ αὐτὴ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Προφῆτες ποὺ θὰ παρουσιάσουν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ἔδωσε τοὺς κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, τοὺς ποιµένες καὶ διδασκάλους, ποὺ θὰ καθοδηγοῦν τὸν καθένα ξεχωριστὰ καὶ ὅλους µαζὶ τοὺς Χριστιανούς.
.           Καὶ ὅλα αὐτά, µᾶς τονίζει στὴν σηµερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, µᾶς τὰ ἔδωσε γιὰ ἕνα µεγάλο σκοπό: «πρὸς τὸν καταρτισµὸν τῶν ἁγίων», δηλαδὴ γιὰ νὰ καταρτίζονται, νὰ οἰκοδοµοῦνται πνευµατικά, νὰ προοδεύουν καὶ νὰ τελειοποιοῦνται στὴν ἀρετὴ οἱ πιστοὶ στὴν χριστιανικὴ ζωή.
.           Πῶς θὰ ἐπιτύχουµε αὐτὸ τὸν πνευµατικὸ καταρτισµό µας;

*  *  *

Α) Μὲ σοβαρότητα κι ἀποφασιστικότητα.

 .           Πρῶτα-πρῶτα χρειάζεται νὰ καταλάβουµε ὅτι πρέπει νὰ πάρουµε στὰ σοβαρὰ αὐτὴ τὴν ὑπόθεση τοῦ πνευµατικοῦ µας καταρτισµοῦ. Ὁ χριστιανικός µας καταρτισµὸς εἶναι πολὺ σπουδαία ὑπόθεση. Δὲν εἶναι παιγνίδι οὔτε ψυχαγωγία. Εἶναι σκληρὴ ἐργασία, συνεχὴς καὶ ἐντατικὴ πάνω στὸν ἑαυτό µας. Γιατί ὁ κακοµαθηµένος ἑαυτός µας ἀντιστέκεται, γλιστράει, µᾶς ξεγελάει. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος µᾶς προτρέπει: «Μετὰ φόβου καὶ τρόµου» νὰ ἐργαζόµαστε γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουµε τὴν σωτηρία µας. Εἶναι ὁ πρῶτος καὶ κύριος σκοπὸς τῆς ζωῆς µας. Χρειάζεται λοιπόν, νὰ ἐπισηµάνουµε τὰ ἀδύνατα σηµεῖα ποὺ ἔχει. Καὶ τότε µὲ ὑποµονὴ καὶ ἐπιµονή, ἀλλὰ καὶ µὲ αὐστηρὴ αὐτοκριτικὴ νὰ προχωρήσουµε ἀποφασιστικὰ στὴν διόρθωσή του.

Β) Μὲ τὴν συµπαράσταση τῶν ἄλλων.

.           Στὴν προσπάθειά µας αὐτή, πολὺ θὰ µᾶς βοηθήσει ἡ παρουσία καὶ βοήθεια πνευµατικῶν ἀδελφῶν. Ἐµεῖς φυσικὰ θὰ προσπαθοῦµε µὲ ὅλες µας τὶς δυνάµεις, χωρὶς νὰ ὑπολογίζουµε κόπους καὶ θυσίες γιὰ τὸν καταρτισµό µας. Θὰ κάνουµε ὅ,τι µποροῦµε. Ὅµως πάντοτε ὑπάρχει ὁ ὑποκειµενικὸς παράγων. Δηλαδὴ τὸν ἑαυτό µας τὸν δικαιολογοῦµε πολλὲς φορὲς καὶ τοῦ χαριζόµαστε.
.           Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νὰ ζητᾶµε τὴν βοήθεια καὶ νὰ δεχόµαστε τὶς ὑποδείξεις πνευµατικῶν ἀδελφῶν. Αὐτοὶ µᾶς βλέπουν πιὸ ἀντικειµενικὰ καὶ γι᾽ αὐτὸ πιὸ σωστά.

Γ) Οἱ πνευµατικοί µας πατέρες.

.           Ἀκόµη θὰ πρέπει νὰ τονίσουµε, πὼς εἶναι ἀπαραίτητοι γιὰ τὸν πνευµατικό µας καταρτισµό, οἱ ποιµένες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ συνετοὶ καὶ σώφρονες πνευµατικοὶ ὁδηγοί. «Οἱ ἀληθεύοντες ἐν δόγµασι καὶ βίῳ καὶ λόγῳ».
.           Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ πνευµατικοῦ ἀγώνα, ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος, τονίζει τὴν ἀνάγκη ποιµένων καὶ διδασκάλων «πρὸς τὸν καταρτισµὸν τῶν ἁγίων». Καὶ ὄχι µόνο τονίζει, ἀλλὰ ὅπως γράφει στοὺς Θεσσαλονικεῖς, «παρακαλοῦµε νύχτα καὶ ἡµέρα τὸν Θεὸ νὰ φέρει τὶς περιστάσεις νὰ δοῦµε τὸ πρόσωπό σας καὶ καταρτίσαι τὰ ὑστερήµατα τῆς πίστεως ὑµῶν» (Α´ Θεσ. γ´ 10).

*  *  *

.           Ἀλλὰ δὲν φτάνει µόνο ἡ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν καταρτισµό του. Ταυτόχρονα εἶναι ἀπαραίτητn ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς αὐτὴ τίποτε δὲν γίνεται. Ὁ Κύριος εἶχε τονίσει: «χωρὶς ἐµοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰω. ιε´ 5).
.           Ἡ θεία Χάρη µᾶς δίνεται µὲ τὴν συµµετοχή µας στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας µας. Εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὸν πνευµατικό µας καταρτισµό. Παίρνουµε  µ᾽ αὐτή τὴν θεία βοήθεια καὶ νικᾶµε τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναµίες µας. Νικᾶµε τὸν ἴδιο τὸν πονηρό.
.           Ἂς ζητᾶµε τὴν θεία Χάρη µὲ θερµὴ προσευχή. Ἂς τὴν παίρνουµε τακτικὰ µὲ τὰ ἅγια Μυστήρια. Καὶ ἂς προσφέρουµε ὅλη µας τὴν θέληση καὶ τὴν προσπάθειά µας στόν Κύριο γιὰ τὸν πνευµατικό μας καταρτισµό.

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΙ ΖΗΤΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΠΟ ΜΑΣ (Ἀποστ. ἀνάγν. Κυρ. Φώτων)

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (Κυριακὴ 06.01.13)
[Τίτ. β´ 11-14, γ´ 4-7] 

ΤΙ ΖΗΤΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΠΟ ΜΑΣ
«Ἐπεφάνη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος…»

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4262, Ἰαν. 2013

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.         Πολὺ χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσµα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων. Σ᾽ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στὸν µαθητή του τὸν Τίτο, τοῦ τονίζει τὴν µεγάλη ἀλήθεια, ὅτι ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴν Χάρη Του γιὰ νὰ σώσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς καθοδηγεῖ καὶ μᾶς συµβουλεύει νὰ ἀφήσουµε τὴν ἀσέβεια καὶ τὶς ἁµαρτωλὲς ἐπιθυµίες, δηλαδὴ τὴν ζωὴ τῆς ἁµαρτίας. Καὶ νὰ κάνουµε µιὰ στροφή, ὥστε νὰ ζήσουµε κατὰ Θεόν. Νὰ ζήσουµε «σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς».

*  *  *

Α) Σωφρόνως

.       Νὰ ζήσουµε μὲ σωφροσύνη σηµαίνει νὰ ζήσουµε μὲ ἐγκράτεια, μὲ καθαρότητα ψυχῆς καὶ σώµατος. Ἡ ἐγκράτεια ἔχει ἐδῶ μαζὶ μὲ τὴν σωφροσύνη εὐρύτερο νόηµα, βαθὺ περιεχόµενο. Δὲν περιορίζεται στὴν ὑλική, τὴν σωµατική. Ἐπεκτείνεται στὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς, στὴν ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς, στὸν ἐξαγιασµὸ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου. Ἡ σωφροσύνη εἶναι ὀµορφιὰ τῆς ψυχῆς, δύναµη τῆς καρδιᾶς, ἐξαγιασµὸς τῶν αἰσθήσεων. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μακάρισε τοὺς «καθαροὺς τῇ καρδίᾳ», γιατί αὐτοὶ θὰ ἀτενίσουν τὸν Θεό, ΟΧΙ μόνο στὴν ἄλλη ζωή, ἀλλὰ καὶ στὴν παροῦσα ὁ καθαρὸς Θεὸς ἐπαναπαύεται στὶς ἁγνὲς καὶ καθαρὲς ψυχές. Ὁ βαθὺς πόθος τοῦ Δαβὶδ καὶ κάθε ἐξαγιασµένης ψυχῆς: «καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐµοὶ ὁ Θεός», ἀναφωνοῦσε.
.          Σωφρόνως, λοιπόν, νὰ ζήσουµε, ἀλλὰ καὶ

 Β) Δικαίως

.          Ἡ δικαιοσύνη προορίζεται νὰ εἶναι ρυθµιστὴς τῶν σχέσεών μας μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Τὸν ἄλλο ὀφείλουµε νὰ τὸν βλέπουµε ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἔτσι ἀντιµετωπίζουµε τὸν ἄλλο, νιώθουµε χρέος νὰ εἴµαστε δίκαιοι ἀπέναντί του.
.           Δικαιοσύνη σηµαίνει πὼς ἀναγνωρίζω στὸν ἄλλο δικαιώµατα στὴν ζωή του, στὰ ὑλικὰ καὶ πνευµατικά του ἀγαθά. Αὐτὸ κατεργάζεται τὴν ἀγαθὴ ἰσορροπία, τὴν ἁρµονία στὶς σχέσεις μὲ τὸν ἄλλο, τὴν ὁµαλὴ συµβίωση καὶ συνεργασία. Τὸ «δικαίως» δὲν πρέπει νὰ τὸ θυµόµαστε μόνο ὅταν γινόµαστε θύµατα τῆς ἀδικίας ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Νὰ µὴν τὸ ξεχνᾶµε καὶ ὅταν ἀντιβαίνει στὶς παράνοµες ἐπιδιώξεις, στὶς ἔνοχες βλέψεις, στὶς ἄδικες ἐνέργειες καὶ στὰ συµφέροντά µας. Νὰ τὸ θυµόµαστε καὶ ὅταν ἐµεῖς μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο ἀδικοῦµε τοὺς συνανθρώπους µας. Πόσο καλὸ μᾶς κάνει νὰ ἐπαναλαµβάνουµε στὸν ἑαυτό μας τὸ «δικαιοσύνην µάθετε οἱ ἐνοικo῀υντες ἐπὶ τῆς γῆς».
.             Μαζὶ ὅµως μὲ τὸ σωφρόνως καὶ δικαίως ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς τονίζει, καὶ «εὐσεβῶς».

 Γ) Εὐσεβῶς

.           Δὲν ἀρκεῖ δηλαδὴ νὰ προσέξουµε μόνο τὴν δική μας πνευµατικὴ ζωὴ καὶ νὰ ἐνδιαφερόµαστε γιὰ τοὺς ἄλλους. Χρειάζεται καὶ ἡ εὐσέβεια καὶ ὁ σεβασµὸς πρὸς τὸν Θεό. Ἡ εὐσέβεια ὅµως ἡ πραγµατική. Ὄχι φυσικὰ αὐτὴ ποὺ ἐξαντλεῖται σὲ κάποιες ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις. Σὲ µερικοὺς σταυροὺς καὶ κεράκια, σὲ κάποια τάµατα καὶ προσκυνήµατα, ποὺ δὲν κοστίζουν στὴν ἐγωιστικὴ καὶ σαρκικὴ νοοτροπία µας. Εὐσέβεια εἶναι κάτι τὸ βαθύτερο καὶ οὐσιαστικότερο. Ἕνα βαθὺ ἄνοιγµα τῆς ὑπάρξεώς μας στὸν Θεό. Ἡ ὑπoταγὴ στὸ θεῖο θέληµα, ἡ βίωση τῶν ἐντολῶν Του κάθε στιγµὴ καὶ κάθε ὥρα εἶναι ἀκόµα ἡ πλήρης ἀφοσίωση καὶ ἐξάρτησή μας ἀπὸ τὸν Θεό. Ρητὴ ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο στὸν Ἀβραάµ, ἀλλὰ καὶ στὸν καθένα µας: «Εὐαρέστει ἐνώπιον ἐµοῦ καὶ γίνου ἄµεµπτος» (Γενέσ. ιζ´ 1).

*  *  *

.               Καθὼς βρισκόµαστε στὴν ἀρχὴ τοῦ καινούργιου χρόνου, εἶναι ἡ πιὸ κατάλληλη περίοδος γιὰ νὰ βάλουµε στόχο μας αὐτὰ τὰ τρία σπουδαῖα ἐπιρρήµατα ποὺ ὡς συνθήµατα ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δίνει: «σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς». Ἀδιάκοπη προσπάθεια γιὰ τὴν κατάκτησή τους. Τὸ «σωφρόνως» ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό µας. Τὸ «δικαίως» ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους. Τὸ «εὐσεβῶς» ὡς πρὸς τὸν Θεό. Θὰ εἶναι ἴσως τὸ καλύτερο δῶρο ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ κάνουµε στὸν ἑαυτό µας, στὸ ξεκίνηµα τῆς καινούργιας χρονιᾶς.

Σχολιάστε

«ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΛΟΓῼ ΤΗΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΣΙΑΣ ΜΑΣ» (γέρ. Ἰωσὴφ)

Γέροντας Ἰωσὴφ Βατοπαιδινός:
Ἔρχονται μεγάλοι πειρασμοὶ λόγῳ τῆς ἀμετανοησίας μας!
(Αὔγουστος 2007)

.          « Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς ἐκεῖνος ἐστὶν ὁ ἀγαπῶν με.» «Ὁ μὴ ἀγαπῶν με οὐ τηρεῖ τοὺς λόγους μου». Βλέπετε λοιπόν, ὄχι ὅταν λέμε ὅτι εἶμαι Χριστιανὸς, δὲν εἶμαι μουσουλμάνος, δὲν φτάνει τοῦτο ὅτι εἴπαμε πρέπει οἱ χριστιανοὶ νὰ ζοῦμε πρακτικά, ὄχι ὀνομαστικά, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μὲ Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται, ἀλλὰ ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς».
.          Τί εἶναι οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, μήπως θέλει ὁ Θεὸς νὰ τοῦ δώσουμε κάτι καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ βροῦμε νὰ τοῦ τὸ δώσουμε. Ὅλες οἱ ἐντολὲς μαζὶ ἔχουν ἕνα νόημα: μᾶς πείθουν νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὴν παλιανθρωπιά. Ἅμα δὲν εἴμεθα παλιάνθρωποι καὶ εἴμεθα Χριστιανοὶ νὰ αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις.
.          Νὰ ἐκκλησιάζεσθε. Νὰ ἐκκλησιάζεσθε, νὰ κοινωνᾶτε τὰ Θεία Μυστήρια, ὅταν σᾶς ἐπιτρέπουν οἱ κανόνες οἱ πνευματικοί. Νὰ ἔχετε μεταξύ σας ἀγάπη, νὰ μὴν μνησικακεῖτε καὶ κατηγοράει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. «Ἄφετε καὶ ἀφεθήσεται ἡμῖν». Ἔτσι εἶναι. «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν». «Καλῶς ποιήσετε τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς». «Εὔχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων». Καὶ εἰδικὰ στὴν οἰκογένεια ἡ ἀγάπη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ οἰκογένεια νὰ σταθεῖ σὰν οἰκογένεια.
.          Ἡ γυναίκα βλέπεις ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν κατασκευή της εἶναι κομμένη ἀπὸ τὸν ἄνδρα καὶ ἔτσι πάντοτε ἔχει διάθεση ἀγάπης, θέλει πάντοτε ἀγάπη. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη πάντοτε στὸν γάμο τὴν ζητᾶ ἀπὸ τὸν σύζυγο. Πολλὲς φορὲς ἐμεῖς λέμε εἰς τοὺς ἰδανικοὺς συζύγους, ἔ, ἀφοῦ θέλει ἡ σύζυγός σου νὰ τὴν ἀγαπᾶς καὶ ἀφοῦ τὴν ἀγαπᾶς, λοιπὸν νὰ ξεχάσεις τὸ βαπτιστικό της ὄνομα καὶ νὰ τὴν ὀνομάζεις ἀγάπη μου, ἀγάπη μου καὶ ὅταν ἀκούει αὐτὴ ἔτσι, πετάει, πετάει ἀπὸ τὴν χαρά της. Διότι ἡ ἀγάπη στὴν μητέρα δὲν εἶναι τίτλος ὀνοματολογίας. Εἶναι γιατί εἶναι μητέρα, μητέρα χωρὶς ἀγάπη γίνεται; Ἄρα ἔχει ἀγάπη, εἶναι ἡ ἴδια εἶναι ἀγάπη.

.          Νὰ προσέχετε πολὺ ἀπὸ τὶς αἱρέσεις, γέμισε ὁ τόπος ἀπὸ αἱρέσεις, ἀπὸ πλάνες, ἀπὸ μαγεῖες. Ἡ μαγεία ὀργιάζει. Νὰ προσέχετε πολύ. Τί κάνουμε γιὰ αὐτό, γιὰ τὶς αἱρέσεις, τὴν μαγεία; Τὶς αἱρέσεις ἐμεῖς δὲν θὰ ἀκολουθήσουμε, ἐμεῖς θὰ ποῦμε ὄχι κύριοι, κάτω τὰ χέρια, ἐμεῖς, ἐγὼ εἶμαι Ἕλληνας ὀρθόδοξος Χριστιανός, δὲν δέχομαι διδαχές, δὲν δέχομαι κατηχήσεις, δὲν ἀλλάζω τὰ ἰδανικά μου. Εἶμαι Ἕλληνας ὀρθόδοξος Χριστιανός. Ἔξω ἀπὸ ἐδῶ ὅλοι. Μὲ τὴν μαγεία; Ἔ, θὰ πᾶτε στὸν πνευματικό, ἔχει εἰδικὲς εὐχὲς καὶ τὰ ξέρουν οἱ κληρικοί, ἐξορκισμοί. Νὰ εἶστε ἕτοιμοι, ρχονται πειρασμο μεγάλοι, ντς λίγου θρθουν πολ μεγάλοι πειρασμοί, ξοντωτικο πειρασμοί, ν μν τρομάξετε, ν κραττε καλ τν πίστη σας κα ν προσεύχεσθε. Αἰτεῖτε καὶ λήψεσθε, αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται. Κρούετε καὶ ἀνοιγήσετε ἡμῖν. Κοίταξε, μᾶς προκαλεῖ ἡ πατρική Του στοργή. Δὲν μᾶς βαρέθηκε, μᾶς λέει ζητᾶτε με, φωνάξτε μέ, ἐγὼ δίπλα εἶμαι.

 .          – Τί πειρασμοὶ ἔρχονται, ποὺ εἴπατε πειρασμοὶ ἔρχονται;

.           – Ναί, ἔρχονται πειρασμοί, μὰ δὲν βλέπετε τί λέει, οἱ ἀμερικάνοι, οἱ ἑβραῖοι, τὸ ἑβραϊκὸ πνεῦμα ὅτι ὅποιος δὲν εἶναι ὁμοφυλόφιλος καὶ διεστραμμένος, αὐτὸς δὲν ἔχει δικαίωμα ζωῆς καὶ τώρα ἔβαλαν κανόνες, θὰ φυλακίζονται καὶ θὰ τιμωροῦνται. Αὐτὴ εἶναι ἡ διοίκηση τῆς συγχρόνου κοινωνίας.

 –Τὰ ἔσχατα γέροντα εἶναι κοντά;

–Ναί, ναί, κοντὰ εἶναι. Κοντὰ εἶναι, ἐπλήθυνε πολὺ ἡ ἁμαρτία καὶ δὲν ἀνέχεται ὁ Θεός. Καταστράφηκε ἡ οἰκογένεια, δὲν βλέπετε; Δὲν ὑπάρχει οἰκογένεια. Ὅταν ἡ τηλεκόλασις ὁμιλεῖ ἐλεύθερα: «Εἶναι τρέλα ἕνας ἄντρας νὰ ἔχει τὴν ἴδια γυναίκα». Ἀκοῦτε; Αὐτὰ εἶναι τὰ προϊόντα τῆς τηλεκόλασης, εἶναι προϊόντα τῶν μασόνων αὐτά, τῶν ἑβραίων. Ν εστε τοιμοι γιατί ρχονται πειρασμο μεγάλοι, ν μν τρομάξετε. Δὲν βλέπετε τώρα τί διατάζουν οἱ ἀμερικάνοι καὶ οἱ πέριξ. Διαδίδουν…., ἐπιβάλλουν τώρα τὴν ὁμοφυλοφιλία καὶ ὅποιος δὲν πειθαρχήσει φυλακίζεται καὶ τιμωρεῖται. Βλέπετε ποὺ ζοῦμε. Ἔ πῶς θὰ παρατείνει ὁ Θεός…. Αὐτὸ ποὺ δὲν τὸ ἔχουν κάνει τὰ κτήνη εἰς τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν. Δὲν ἀκούστηκε κτήνη νὰ συνέρχονται ἀρσενικὰ μὲ ἀρσενικά, οὐδέποτε δὲν συνέβη αὐτό. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ θηλυκά, ὅταν εἶναι μόνο εἰς τὴν περίοδον τῆς ἐγκυμοσύνης συνέρχονται, ὄχι ὅποτε θέλουν.
.              Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος κοίταξε ποῦ ἔφτασε. Σήμερα τὰ διαζύγια εἶναι καθημερινὸ καθῆκον. Προσέχετε ἀδελφοί μου νὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας, γιατί ὁ θάνατος εἶναι δίπλα. Σὲ λίγο θὰ φύγομεν. Ποῦ θὰ πᾶμε; Θὰ περάσουμε ἀπὸ τὸ δικαστήριον, νὰ ἀπολογηθοῦμεν, ποῦ βάλαμε τὴν ζωή μας. Γιατί ἦρθε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς προσωπικὰ καὶ μᾶς ἔδειξε καὶ πρακτικὰ καὶ διδακτικὰ τὸν τρόπον τῆς ἐπιστροφῆς. Αὐτὸ τὸ μιμήθηκαν τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἁγίων καὶ πέτυχαν τὸν ἁγιασμό. Νά, ποιά πρόφαση θ βρομε μες, τι θ μς δείξουν οἱ γιοι, φο κα ατοὶ πὸ δῶ ταν π τν γῆ ταν;
.            Ὅποιος ζεῖ τὴν Χριστιανικὴ ζωὴ ἔχει νὰ κερδίσει, ὄχι ὅποιος τὴν ἔχει ἀκούσει! Νὰ κρατήσετε μεταξύ σας ἀγάπη. Νὰ προσέχετε, νὰ μὴν κατηγορᾶτε. Νὰ μὴν κατακρίνετε. Καὶ ἐν ᾧ μετρεῖται, ἀντιμετρηθήσηται ἡμῖν. τι μες συγχωρᾶμεν ατος πο μς πειράζουν, ναγκάζομεν τν Θε ν συγχωρέσει κα Ατς μς. Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν. Καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς. Εὔχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων καὶ διωκόντων ἡμᾶς. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἀπόλυτον καθῆκον. Νὰ κρατήσουμεν τὴν θέσιν τῶν προγόνων μας. Ξεχάσατε ὅτι οἱ πρόγονοί μας τί καλὴν ὁμαλὴν χριστιανικὴν ἀγαπημένην ζωὴν εἶχαν. Καὶ ὅταν ἦσαν καταπιεσμένοι ἀπὸ τὶς διάφορες δουλεῖες. Εἴχαμεν τὴν ἰσλαμικὴν κατάραν, πάνω στοὺς ὤμους μας ἐπὶ πόσους χρόνους καὶ δὲν πρόδωσαν οἱ πρόγονοί μας. Προτίμησαν, τὸν θάνατο, ἀλλὰ δὲν ἀρνήθηκαν. Ὄχι ἄνδρες καὶ μικρὰ παιδιὰ καὶ κοροῦλες μικρές. Μία εὐλαβεστάτη, κυρία Ἰουλίτα τὴν λέγανε, ἦταν πολὺ εὐσεβὴς καὶ ἐπειδὴ προσπάθησαν νὰ τὴν πείσουν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστόν, δὲν δέχθηκεν καὶ τὴν κατηγόρησαν νὰ τὴν κάψουν ζωντανήν. Αὐτὴ εἶχε ἕνα μικρὸ μωρὸ στὴν ἀγκαλιά της, παιδάκι της δικό της ἦταν. Ὅταν τὴν βάλαν στὴ φωτιὰ αὐτήν, τὸ παιδάκι τὸ πῆραν, γιατί ἦταν ὄμορφο καὶ ἤθελαν νὰ τὸ κρατήσουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, οἱ τύραννοι. Τὸ παιδάκι ὅταν εἶδε ὅτι τὸ κρατοῦσαν καλὰ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ξεφύγει, ἔσκυψε καὶ τοὺς δάγκασε καὶ πόνεσαν. Τὸ πέταξαν καὶ ἔτρεξε καὶ πῆγε καὶ μπῆκε μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας του μὲς τὴν φωτιά. Βλέπετε τὴν θέση τῶν Χριστιανῶν, τῶν πρακτικῶν Χριστιανῶν. Ὁ Κήρυκος. Ὁ Κήρυκος καὶ ἡ Ἰουλίττα. Τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά του ἄρχοντας, ὁ διοικητὴς τῆς περιφέρειας, τὸ μωρό, κατάλαβες, νὰ τὸ υἱοθετήσει καὶ ἐκεῖνο λέει ἐγὼ θὰ πάω ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ μάνα μου. Καὶ ὅρμησε καὶ ἔπεσε μέσα στὴν ἀγκαλιά της καὶ καήκανε μαζί. Δόξα σοι ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.

.         Νὰ προσέξουμε γιὰ τὸ μέλλον μας ἀδερφοί μου. Γιατί ἐδῶ σὲ λίγο θὰ φύγωμεν. Δὲν εἴμεθα ἀπὸ ἐδῶ. Τὸ μέλλον εἶναι αἰώνιον καὶ ἀτελεύτητον. Ὅσοι ζήσουν κατὰ Θεόν, θὰ πᾶν μὲ τὸν Θεὸν αἰωνίως εἰς τὴν δόξαν Του. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ζῆσαν ἀντίθετα καὶ ζῆσαν παράλογα καὶ ἁμαρτωλά, αὐτοὶ θὰ πᾶν μὲ τὸν διάβολον εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν καὶ τὸ μέλλον εἶναι ἀτέλειωτο.
.           Οὔτε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ τοὺς σεσωσμένους ἔχει τέλος, ἀλλὰ οὔτε ἡ κόλασις. Λοιπὸν πρέπει νὰ προσέξωμεν γιὰ μία βλακείαν νὰ μὴ χάσωμεν τὸν παράδεισον καὶ τὸν Θεὸν καὶ πᾶμε μὲ τὸν διάολον στὴν αἰώνια κόλαση. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς.
.              Λοιπὸν εὐχώμεθα ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι μαζί σας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: imverias.blogspot.gr

Διορθώσεις ἀπομαγνητοφωνημένου κειμένου:
«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , , ,

Σχολιάστε