Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

Ο ΑΘΛΗΤΗΣ τοῦ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ (π. Νικόλαος Κουμεντάκης)

Ὁ ἀθλητὴς τοῦ πνεύματος
Γέροντας Νικόλαος Κουμεντάκης,
πνευματικὸς ἀπλανέστατος
καὶ κτίτορας Ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Μάτι Ἀττικῆς

 Γράφει γιὰ τὴν  «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                            «Ἕως θανάτου ἀγώνισαι περὶ τῆς ἀληθείας» (Σοφ. Σειρ. 4, 28) μᾶς προτρέπει ὁ Σοφὸς Σειραχίδης. Ὁ Θεὸς μᾶς θέλει ἀγωνιστὲς καὶ μᾶς στέλνει σεμνοὺς προπονητές, σεμνοὺς ἀλεῖπτες, γιὰ νὰ μᾶς κατευθύνουν στὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς προόδου, τῆς ἀρετῆς, τῆς ἐγγίσεως Του. Ἀθλητὴς τοῦ σταδίου στὰ νεανικά του χρόνια, ὁ ἤδη μετὰ τῶν ἀριστέων τοῦ πνεύματος συναγαλλόμενος, Γέροντας Νικόλαος Κουμεντάτης, ἀγωνίσθηκε νόμιμα, γι’ αὐτὸ καὶ μπορεῖ νὰ ἐπαναλαμβάνει τὰ παύλεια λόγια: «Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὴν πίστιν τετήρηκα, τὸν δρόμον τετέλεκα» (Β΄ Τιμ. δ΄ 7). Ἡ οὐρανοδρόμος πορεία του ἔφθασε στὸ τέλος της. Ἡ Μετάσταση τῆς Θεοτόκου μας ἔφερε καὶ τὴν μεταδημότευση τοῦ Γέροντος Νικολάου γιὰ τὴν Ἄνω Πόλη, γιὰ τὴν γειτονιὰ τῶν Ἀγγέλων. Ἀπεδήμησε πρὸς «Ὃν ἠγάπησε παιδιόθεν», πρὸς τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ, πρὸ τὸν ὁποῖο ὁδήγησε χιλιάδες ψυχές καὶ τοῦ Ὁποίου τὴν πτωχεία ἐπεπόθησε. Ἦταν πνευματικὸς μὲ ἀνοικτὴ πάντοτε τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ παράπλευρου τοῦ Ναοῦ τῆς Κοιμήσεως στὸ Μάτι κελλιοῦ του, ποὺ ἀνέπαυε κάθε ἕνα ἀπελπισμένο γιὰ τὶς πτώσεις του. Ἦταν καὶ κτίτορας τοῦ Ναοῦ αὐτοῦ τῆς Παναγίας μας, ἡ ὁποία τὸν κάλεσε κοντά της τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν κτιτορικῶν της.
.                Ὁ Γέροντας Νικόλαος Κουμεντάκης ὡς ἀθλητὴς τοῦ πνεύματος εἶχε χαρίσματα ἄπειρα. Τοῦ τὰ εἶχε ἐπιδαψιλεύσει πλούσια ὁ δωρεοδότης Κύριός μας. Ἁπλός, πάντοτε χαρούμενος, ἀκόμη καὶ στοὺς ὑπέρμετρους κόπους του καὶ στὶς ἀσθένειές του, ἀνιδιοτελής, ἀφιλάργυρος, πρᾶος, ἀκέραιος, ὑπερασπιστὴς τῶν Ὀρθοδόξων παραδόσεως, ἀνυποχώρητος στὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπιεικής, δίκαιος, γνώστης τοῦ ἐσωτερικοῦ τῶν καρδιῶν, εὐσυμπάθητος, ταπεινός, ἄμεμπτος σὲ ὅλα, μᾶς ἔδινε τὴν ἐντύπωση ἀνθρώπου ἀπεσταλμένου ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ θεώσει τὸ ἀνθρώπινο. Νουθετοῦσε, δίδασκε μὲ παραδείγματα, θλιβόταν γιὰ τὶς πτώσεις τῶν ἄλλων, ἐλάφρωνε τὰ πνευματικά του παιδιὰ καὶ ἔπαιρνε ἐπάνω του τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ἂν καμιὰ φορὰ ἔβαζε ἐπιτίμιο, προσευχόταν καὶ μετὰ ἀπὸ τηλεφωνικὴ ἐπικοινωνία,  ἀφοῦ διέβλεπε τὴν θλίψη τοῦ ἐπιτιμηθέντος, τὸν καλοῦσε, γιὰ νὰ τοῦ διαβάσει τὴν συγχωρητικὴ εὐχή. Εἶχε τὸ αἴσθημα τῆς πατρότητος ἀνεπτυγμένο στὸ ἔπακρον καὶ ἄνοιγε τὴν ἀγκαλιά του σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως. Ἔτσι δικαιολογεῖται καὶ τὸ πλῆθος τῶν ψυχῶν ποὺ κατέφευγε στὸ πετραχήλι του καὶ ἀναπαυόταν.
.                 Ὁ ἀνδρεῖος κρητικός, ὁ Γέροντας Νικόλαος, δὲν εἶχε προσωπικὴ ζωή. Ζοῦσε γιὰ τοὺς πιστούς, ζοῦσε γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ ἀγώνας του ἦταν διηνεκής. Τὸ πολύπαθο, πυριφλεγὲς Μάτι, ἔχει πολλὰ νὰ διηγηθεῖ γιὰ τὸν Γέροντα καθὼς καὶ ὅλη ἡ Ἀττική, ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς ὁποίας ἔτρεχαν τὰ πνευματικά του παιδιά, νὰ ἀναπαυθοῦν κοντά του. Τὸ Μάτι τώρα, ὅπως καὶ ὅλοι μας, μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Γέροντος Νικολάου, ἀπέκτησε ἕνα μόνιμο πρεσβευτὴ στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀπὸ ἐκεῖ θὰ δέεται τοῦ Κυρίου γιὰ ἐμᾶς, γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας, γιὰ τὴν πατρίδα μας, γιὰ κάθε ψυχὴ θλιβομένη καὶ καταπονουμένη.
.                 Γέροντά μου, μᾶς θλίβει ἀνθρωπίνως ἡ χοϊκή σου ἀπουσία, μᾶς χαροποιεῖ, ὅπως, ἡ παρουσία σου στὴν ὄντως ζωή, «ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων καὶ βοώντων ἀπαύστως· Κύριε, δόξα Σοι». Ἡ εὐχή σου πάντοτε ἂς μᾶς συνοδεύει, γιὰ νὰ τὴν ἔχουμε φυλακτὸ πολύτιμο καὶ μὲ αὐτὴ νὰ πορευόμεθα στὸν καλὸν ἀγώνα τῆς πίστεως.

 

 

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ Θ. ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Τὸ θαῦμα τῆς Θείας Μεταλήψεως,
Παπα-Χρύσανθος Κουτσουλογιαννάκης

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                Ἐκεῖ ποὺ σταμάει ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἐπιστήμη, ἐκεῖ ἀρχίζει τὸ θαῦμα. Γιὰ τὴν ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ὑγεία μας πηγαίνουμε στοὺς γιατροὺς καὶ παίρνουμε φάρμακα. Μᾶς λέγει ὁ Σοφὸς Σειραχίδης: «Ἰατρὸν ἔκτισε Κύριος» (Σοφ. Σειρ. 38, 1) καὶ «Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα» (Σοφ. Σειρ. 38, 4). Ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ προοδεύει καὶ ἀνακαλύπτει φάρμακα, γιὰ νὰ παρέχει τὴν ὑγεία στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν καταφέρνει, ὅμως, ἡ ἐπιστήμη νὰ θεραπεύσει ὅλες τὶς ἀσθένειες. Καὶ ὅμως ὑπάρχουν ἀσθενεῖς μὲ διαβεβαιωμένες ἀνίατες ἀσθένειες ποὺ θεραπεύονται. Ἐδῶ ἔχουμε τὸ θαῦμα. Καὶ τὸ θαῦμα σχετίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν Ὀρθοδοξη Ἐκκλησία μας γίνεται σὲ κάθε Θεία Λειτουργία ἕνα θαῦμα. Τὸ θαῦμα τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τὸ θαῦμα τῆς μετουσιώσεως τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Μὲ αὐτὸ τὸ θαῦμα ὁ Χριστός μας ἔδωσε σὲ κάθε ἀσθενῆ πιστὸ φάρμακο ἰάσεως, φάρμακο ζωῆς. Ὅσοι αἰσθανόμεθα ἀσθενεῖς σπεύδουμε στὸν Χριστό μας, στὸν ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, γιὰ νὰ θεραπευθοῦμε γενόμενοι χριστοφόροι. «Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ’ οἱ κακῶς ἔχοντες» (Μαρκ. β΄17), θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος. Δὲν ἔχουν ἀνάγκη οἱ ὑγιεῖς ἀπὸ γιατρό, ἀλλὰ οἱ ἄρρωστοι. Μεταλαμβάνοντας τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων λαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας «εἰς ἴασιν ψυχῆς καὶ σώματος». Στὸ Ἅγιο Ποτήριο, στὸ ποτήριο τῆς ζωῆς κάθε ἀσθένεια ὑποχωρεῖ, κάθε πρόβλημα λύνεται «πνευματικῷ τῷ τρόπῳ». Τὸν ἰατρό μας, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μας, ἂν καὶ δὲν τὸν βλέπουμε, τὸν νοιώθουμε ἀπὸ τὴν ἐνέργεια ποὺ μᾶς δίνει, ἀπὸ τὴν δύναμη ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν γεύση τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματός Του. Κάθε ἀνίατη ἀσθένεια, κάθε πανδημία ὑποχωρεῖ μπροστά Του. Ἀντίδοτο σὲ κάθε ἀνίατο νόσημα εἶναι ἕνα καὶ μόνον. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας.
.             Ὁ ἁπλοϊκὸς ἱερομόναχος τῆς Κρήτης, ὁ Παπα-Χρύσανθος γνώριζε καλὰ αὐτὸ τὸ ἀντίδοτο, γνώριζε αὐτὸ τὸ ἰαματικὸ φάρμακο, τὴν «Θεία Κοινωνία». Τὸ πίστευε πραγματικὰ καὶ ὄχι γιὰ τὸ «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. κγ΄5), καὶ τὸ ὁμολογοῦσε λέγοντας: «Εὔσπλαγχνε Κύριε, τὸ σῶμά Σου τὸ ἅγιον καὶ τὸ τί­μι­ον αἷ­μά Σου, εἶναι νό­σων πολυ­τρό­πων ἀλεξιτήρι­ον». Πίστευε ἀκράδαντα, ὅτι ἐξολοθρευτὴς ὅλων τῶν νοσημάτων καὶ πανδημιῶν εἶναι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας, τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, γι’ αὐτὸ καὶ Τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας: «Κύριε, Σὺ εἶσαι, ὁ τὴν ἁμαρ­τί­αν αἴρων τοῦ κό­σμου καὶ τὰς ἀ­σθε­νεί­ας τῶν ἀνθρώπων ἰώ­με­νος».
«… Ὁ τοὺς κο­πι­ῶ­ντας καὶ πε­φορ­τι­σμέ­νους πρὸς σε­αυ­τὸν κα­λῶν καὶ ἀ­να­παύ­ων κα­θά­ρι­σόν με ἀ­πὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρ­κὸς καὶ πνεύ­μα­τος» καὶ μεταλάμβανε «εἰς ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον· εἰς ἁ­γι­α­σμὸν καὶ φω­τι­σμὸν καὶ ρώ­μην καὶ ἴα­σιν καὶ ὑγεί­αν ψυ­χῆς τε καὶ σώ­μα­τος».
.             Γιὰ τὴν πίστη του αὐτὴ ὁ Παπα-Χρύσανθος ζοῦσε τὸ θαῦμα. Δέκα χρόνια μεταλάμβανε τοὺς λεπροὺς τῆς Σπιναλόγκας καί, ἐνῶ μοίραζε δύναμη καὶ παρηγοριά, ὁ ἴδιος δὲν ἔπαθε τίποτα. Τὸν ἔβλεπαν μὲ δάκρυα οἱ λεπροὶ νὰ καταλύει τὸ Ἅγιο Ποτήριο χωρὶς φόβο καὶ ἀποροῦσαν γιὰ τὴν πίστη του. Τὸν θαύμαζαν ὡς ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ἑνωμένο μαζί Του μέσα ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία καὶ ἔβλεπαν ζωντανά, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωὴ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μεταφέρει θάνατο. Ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης μᾶς προτρέπει νὰ κοινωνοῦμε λέγοντας:«Ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς (Ἰωάν ϛ΄ 53).
.             Στὸ νησὶ τῶν λεπρῶν, στὴν Σπιναλόγκα, βρίσκονταν στὴν ἀπομόνωση οἱ ἀσθενεῖς καὶ κανεὶς δὲν τοὺς ἔδινε σημασία. Ἦταν ἀποξενωμένοι, περιθωριοποιημένοι. Ὅμως γι’ αὐτούς, ὅπως γιὰ τὸν καθένα μας, ἐνδιαφερόταν ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος δὲν ἀφήνει κανένα παιδί του ἀπροστάτευτο, παραπονεμένο, χωρὶς νὰ τοῦ ἁπλώσει χείρα βοηθείας, χωρὶς νὰ τὸ στηρίξει. Ἔτσι, στὰ 1947 ἔστειλε σὲ αὐτὸ τὸν λειτουργό Του, τὸν ἱερομόναχο Χρύσανθο Κουτσουλογιαννάκη, τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς Του, γιὰ νὰ παρηγορήσει ψυχές, νὰ ἐνισχύσει τοὺς ὀλιγόπιστους, νὰ δώσει ἐλπίδα. Ἦταν ἕνας ἱερομόναχος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Φανερωμένης, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὰ Ἔξω Μουλιανὰ τῆς Σητείας, ὅπου εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἥλιου τὸ 1893. Ἦταν ἐγκάρδιος, καλοσυνάτος, ἁπλός, βραχύσωμος μὲ ἄσπρη γενειάδα. Εἶχε ἕνα ράσο φτωχικό, ξεθωριασμένο καὶ ὅμοιο σὲ ποιότητα σκοῦφο. Μέσα του, ὅμως, φοροῦσε βασιλικὸ ἔνδυμα, ἀφοῦ εἶχε ντυθεῖ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, τὸν βασιλιᾶ τῶν βασιλευόντων καὶ κύριο τῶν κυριευόντων. Ἦταν χειροτονημένος διάκος καὶ ἱερέας ἀπὸ τὸ 1920 καὶ εἶχε καταλύσει ἄπειρες φορὲς τὸ Ἅγιο Ποτήριο. Στὶς κατὰ Χριστὸν ἀρετές του συμπεριλαμβάνονταν ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ μακροθυμία, ἡ εὐσπλαγχνία καὶ ἡ ἀνεξικακία. Γνωριζόταν ὡς προστάτης τῶν πονεμένων, παρηγοριὰ τῶν θλιβομένων, βοήθεια τῶν ἀβοηθήτων. Ἀγαποῦσε τὸν Χριστό μας «ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης καρδίας καὶ ἐξ ὅλης διανοίας» (Μάρκ. ιβ΄ 30) καὶ ὅλους τοὺς συνανθρώπους του, στὸ πρόσωπο τῶν ὁποίων ἔβλεπε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ποὺ μᾶς εἶπε: «Εἰ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40).
.             Ἡ ἀγάπη τοῦ Παπα-Χρύσανθου, ἡ ἀγάπη ποὺ «ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 18) ὁδήγησε τὰ βήματά του στὸ νησὶ τοῦ πόνου ὅπου «ὡς καλὸς ποιμὴν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκεν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι΄ 11). Ἐκεῖ, γιὰ δέκα ὁλόκληρα χρόνια ἔγινε ἡ παρηγοριὰ τῶν λεπρῶν. Τοὺς εὐλογοῦσε καὶ κοινωνοῦσε τοὺς ἀρρώστους ἁπλώνοντας τὸ χέρι καὶ μεταλαμβάνοντας τὴν Θεία Κοινωνία ἀπὸ τὸ ἴδιο κουτάλι, χωρὶς νὰ φοβηθεῖ τὴν μεταδοτικότητα τῆς ἀσθενείας καὶ τὶς συνέπειες της. Χαιρετοῦσε ὅλους μὲ χειραψία, ἂν καὶ ἀπογορευόταν αὐτὴ στοὺς λεπρούς, μοίραζε τὸ ἀντίδωρο μὲ τὸ χέρι, καὶ ὄχι μέσα σὲ καλάθι, καὶ μάλιστα ἔτεινε τὸ χέρι του, γιὰ νὰ τὸ ἀσπασθοῦν οἱ λεπροί πλησιάζοντάς το στὸ στόμα τους. Λειτουργοῦσε στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα, τὸν Ναὸ τοῦ νησιοῦ, καὶ κατέλυε τὸ Ἅγιο Ποτήριο ἐνώπιον πάντων. Ὅλα αὐτὰ τὰ δέκα χρόνια ποὺ ἔμεινε μαζὶ μὲ τοὺς λεπροὺς ἐκδήλωνε μὲ κάθε τρόπο τὴν ἀγάπη του. Ἐπισκεπτόταν τὰ σπίτια τῶν ἀσθενῶν, τοὺς καθοδηγοῦσε καὶ ἐνίσχυε μὲ τὰ λίγα χρήματα ποὺ εἶχε τοὺς πτωχότερους τηρῶντας τό: «Μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. ϛ΄ 3).
.             Βεβαιώνοντας τοὺς πάντες ὅτι καμία ἀρρώστια δὲν μεταδίδεται μὲ τὴν Θεία Κοινωνία, μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ», ὁ Παπα-Χρύσανθος ἔμεινε στὸ νησὶ καὶ μετὰ τὴν εὕρεση τοῦ φαρμάκου τῆς λέπρας καὶ τὴν ἀπομάκρυση τῶν λεπρῶν ἀπὸ αὐτὸ τὸ 1957. Ἔμεινε γιὰ νὰ περιποιεῖται τοὺς τάφους τῶν κεκοιμημένων καὶ νὰ τοὺς κάνει τρισάγια. Ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸ τὸ 1959, ὅταν κλονίσθηκε ἡ ὑγεία του καὶ πῆγε στὴν Μονὴ Τοπλοῦ, ὅπου καὶ κοιμήθηκε ἀρκετὰ χρόνια μετά, εἰρηνικά, στὶς 3 Ἀπριλίου τοῦ 1972 καὶ ἐνταφιάσθηκε ἐκεῖ προσδοκῶντας τὴν κοινὴν ἀνάστασιν.

Ταπεινοῦ Ἱερέως τῶν λεπρῶν
Χρυσάνθου τοὐπίκλην Κουτσουλογιαννάκη
Ἡ μνήμη του τελεῖται τῇ 3ῃ Ἀπριλίου.

 

Τροπάριον.Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Λειτουργὸν Μυστηρίων Ἀχράντων μέλψωμεν,
αὐτῶν λεπροὺς κοινωνοῦντα
ἀφόβως ὕμνοις τερπνοῖς
καὶ αὐτὰ τὸν καταλύοντα ἐνώπιον
πάντων νοσούντων ἀλγεινῶς,
θεῖον Χρύσανθον, πιστῶς
βοῶντα· Χριστὸς ὑπάρχει
ψυχῶν ἡμῶν καὶ σωμάτων
ὁ ἰατήρ, ζωῆς ὁ πάροχος.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
Ἀρθμ. Καταλ. Σ 249 /25-5-20

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΔΥΟ ΠΟΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

Οἱ δύο πορεῖες τῆς ζωῆς μας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
 

.                   Μὲ τὴ γέννησή μας ξεκινᾶμε δύο πορεῖες στὴ ζωή μας. Τὴ βιολογική μας πορεία στὴ γῆ καὶ τὴν πορεία μας πρὸς τὸν οὐρανό. Ξεκινᾶμε δυὸ πορεῖες σὲ παράλληλα μονοπάτια ποὺ θέλοντας καὶ μὴ τὶς ἀκολουθοῦμε, ἀφοῦ εἶναι πορεῖες πρὸς τὸ χρόνο. Ἡ πρώτη πορεία ἔχει ὁρισμένο τέλος σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουμε, ἀλλὰ μόνο ὁ Θεὸς καὶ Πλάστης μας τὴ γνωρίζει. Ἡ δεύτερη εἶναι ἀτελεύτητη, ὁδηγεῖ στὴν αἰωνιότητα.
.                   Γιὰ τὴν πρώτη πορεία μας ἐφοδιαζόμαστε ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια μὲ τὴ βοήθεια τῶν γονέων καὶ τῶν διδασκάλων μας, ὥστε νὰ τὴ διανύσουμε ὅσο γίνεται πιὸ ἀνώδυνα, μὲ περισσότερη γνώση, μὲ περισσότερα ἀγαθά, καὶ νὰ τὴν χαροῦμε μὲ τὶς ἐναλλαγές, τὶς περιπέτειες καὶ τὶς ἐμπειρίες ποὺ αὐτὴ μᾶς γεμίζει. Γιὰ τὴ δεύτερη, αὐτὴ ποὺ εἶναι ἀτελεύτητη καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν θέσουμε σὲ προτεραιότητα ἐφοδιασμοῦ, δυστυχῶς, δὲν ἐνδιαφερόμαστε καὶ πολύ, νὰ μὴν πῶ ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμαστε καθόλου. Καὶ ὅμως ἡ ἐπιτυχὴς πρώτη πορεία προϋποθέτει καὶ τὴ μέριμνά μας γιὰ τὴ δεύτερη.
.                   Βασικὸς ἐφοδιασμὸς γιὰ τὶς πορεῖες μας εἶναι τὸ νερό. Χωρὶς νερὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ. Ἡ δίψα εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική. Ἔτσι, κάθε ὁδοιπόρος ἔχει πάντοτε μαζί του ἕνα παγούρι μὲ νερό, γιατὶ ὁ ἱδρώτας τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς μᾶς κάνει νὰ διψοῦμε. Οἱ πορεῖες μας δὲν εἶναι ποτὲ σὲ δρόμο εὐθὺ καὶ ἐπίπεδο. Ἔχουν ἀνηφόρες καὶ κατηφόρες, ἔχουν κακοτράχαλα βουνά, ἔχουν ρεματιὲς καὶ χαράδρες, ἔχουν ἀμμουδερὲς καὶ ἄνυδρες ἐρήμους, ἔχουν σκαρφάλωμα σὲ πέτρες μέσα ἀπὸ ἀγκάθια καὶ βάτα καὶ τριβόλια. Σὲ κάθε στάση μας σηκώνουμε τὸ παγούρι μας καὶ πίνουμε νερό, γιὰ νὰ ξεδιψάσουμε. Ὅμως τὸ περιεχόμενό του σύντομα ἐξαντλεῖται καὶ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι, γιὰ νὰ συνεχίσουμε τὴν πορεία μας, νὰ ἀναζητήσουμε πηγὲς ὕδατος. Πορευόμαστε καὶ ψάχνουμε γιὰ γάργαρο, καθαρὸ νερό, νερὸ ἀνεφοδιασμοῦ μας, νερὸ ζωῆς, ἀφοῦ πάλι καὶ πάλι θὰ διψάσουμε καὶ δὲν θὰ πάψουμε νὰ πίνουμε μέρχι νὰ φθάσουμε στὸ τέλος τῆς πορείας μας.
.                   Γιὰ τὴν πρώτη μας πορεία στὸ ταξίδι μας στὴ γῆ προσπαθοῦμε νὰ ἔχουμε πάντοτε ἢ νὰ βρίσκουμε στὸ δρόμο μας πηγὲς ὕδατος. Γιὰ τὸ δεύτερο, τὸ αἰώνιο τί κάνουμε; Γι’ αὐτὸ ἀδρανοῦμε; Δι’ αὐτὸ δὲν μεριμνοῦμε; Ἄλλοι ναί, ἄλλοι ὄχι! Ὅταν ὅμως ζητήσουμε τὸ νερὸ τῆς αἰωνιότητος, αὐτὸ θὰ μᾶς κάνει νὰ μὴν ξαναδιψάσουμε ποτέ. Μὲ αὐτὸ ἡ πορεία τῆς ζωῆς θὰ γίνει πιὸ εὐχάριστη, δὲν θὰ νοιώθουμε μοναξιὰ στὸ ταξίδι μας καὶ θὰ ἀπολαμβάνουμε κάθε στιγμὴ μοναδικὴ μὲ τὸ μάτι ὄχι τῆς πρόσκαιρης πορείας μας, ἀλλὰ τῆς αἰώνιας. Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ἐφοδιάσει μὲ αὐτὸ νερό; Μόνον ὁ Χριστός μας, ποὺ μᾶς λέει μέσα ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω». Μόνον αὐτὸς ποὺ μᾶς λέει: «Ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. δ´ 14).
.                   Τί ζητάει ὁ Χριστός μας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ὁδοιπόρους; Ζητάει νὰ τοῦ ποῦμε μαζὶ μὲ τὴ Σαμαρείτισσα: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ» (Ἰωάν. δ´ 15). Θὰ μᾶς πεῖ κάποιος: Θὰ τὸν βροῦμε τὸν Χριστό μας στὴν πορεία μας; Μά, βρίσκεται διαρκῶς δίπλα μας. Ἐμεῖς δὲν τὸν βλέπουμε, ἐμεῖς δὲν τὸν ἀναζητοῦμε. Αὐτὸς γιὰ νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώσει τὴ Σαμαρείτισσα ἔκανε μακριὰ πορεία ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ σὴ Σαμάρεια. Δὲν ὑπολόγιζε τὴ ζέστη, τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶτα. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ οἱ σύγχρονοι κυβερνῆτες καὶ ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, οἱ πλούσιοι μὲ τὶς ἀστραφτερές σας λιμουζίνες, ποὺ δὲν ὁδοιποροῦν, οὔτε ἀναζητοῦν τὸν πτωχὸ Ναζωραῖο, ἂν καὶ εἶναι δίπλα τους, γιὰ νὰ μιμηθοῦν τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς Του! Ἐκεῖνος δὲν εἶχε ἅμαξα ποὺ τὴν σύρουν ὑπερήφανα ἄλογα, ἀλλὰ ἔλεγε ὅτι «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η´ 20, Λουκ. θ´ 58). Ἐκεῖνον τὸν βλέπουμε νὰ πεζοπορεῖ σὰν τὸν πιὸ φτωχὸ ἄνθρωπο, νὰ βαδίζει δεκάδες χιλιόμετρα, νὰ διασχίζει πεδιάδες καὶ βουνά, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ Συχὲμ τῆς Σαμαρείας, νὰ δώσει νερὸ στὴ διψασμένη Σαμαρείτισσα. Γιὰ μία ψυχὴ σηκώθηκε ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα καὶ ἦρθε στὴ Σαμάρεια; Ναί, γιὰ μιὰ ψυχὴ ὁδοιπόρησε τόση ἀπόσταση, ἡ ὁποία, ὅμως, εἶναι πολὺ μικρὴ ἐμπρὸς στὴν ἄλλη, ἐκείνη τὴν ἰλιγγιώδη ἀπόστασι ποὺ διήνυσε ὅταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ νὰ γίνει ἄνθρωπος, ὅταν «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Β´ Βασ. 22, 10, Ψαλμ. 17, 10). Ἐνανθρώπησε ὁ Χριστός μας καὶ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ σώσει ἔστω καὶ μία ψυχὴ ἁμαρτωλή. Δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη κάτω ἐδῶ στὴ γῆ ὑπῆρχε μία μόνο ψυχὴ διψασμένη, ἁμαρτωλή, γι᾿ αὐτὴν καὶ μόνο θὰ ὑπέφερε προθύμως τὰ πάντα, ὅπως τοὺς ἐμπτυσμούς, τὴ μαστίγωση, τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, τὴν κόκκινη χλαμύδα καὶ πρὸ πάντων τὸ σταυρικὸ θάνατο, γιὰ νὰ τὴν ξεδιψάσει, νὰ τὴν ξεστρατίσει ἀπὸ τὸ μονοπάτι τῆς ἁμαρτίας, νὰ τὴν σώσει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ σατανᾶ καὶ νὰ τῆς χαρίσει τὴ σωτηρία, στὴν αἰώνια ἀπόλαυση.
.                   Τὸ νερὸ ποὺ χρειαζόμαστε γιὰ τὴ δεύτερη πορεία μας, δὲν εἶναι ὑλικό. Εἶναι ἄϋλο. Καὶ μᾶς τὸ δίνει δωρεὰν ὁ Χριστός μας, ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς εὐσπλαγχνίας Του, τῆς φιλανθρωπίας Του. Ὅταν ἐμεῖς τὸ ἀναζητήσουμε, τότε Ἐκεῖνος διανύει πρόθυμα καὶ χαρούμενα χιλιάδες χιλιάδων χιλιόμετρα, γιὰ νὰ ἔλθει νὰ νᾶς ξεδιψάσει. Ἂς τοῦ τὸ ζητήσουμε, ὅπως ἡ Ἁγία Φωτεινή, ἡ Σαμαρείτισσα, λέγοντες: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, Κύριε»! Καὶ τότε θὰ συνεχίσουμε ἐπιτυχῶς τόσο τὴν πρόσκαιρη πορεία μας, ὅσο καὶ τὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα μὲ τὴ βεβαιοτητα ὅτι δὲν ὁδοιποροῦμε μόνοι μας, ἀλλὰ μαζὶ μὲ Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς εἶπε: «Χωρὶς ἐμοῦ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε´ 5). Καὶ ὄχι μόνο ἐμεῖς θὰ ξεδιψᾶμε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ τῆς Χάριτός Του θὰ ξεδιψάσουμε καὶ ἄλλες ψυχές, ποὺ δὲν γνωρίζουν τὴν ὕπαρξή Του. Θὰ γίνουμε Ἀπόστολοι, ὅπως ἡ Ἁγια Φωτεινή. Θὰ γίνουμε κήρυκες, ὁ καθένας στὸν κύκλο μας, μέσα στὸ σπίτι μας, στὴ γειτονιά μας, στὴν ἐργασία μας, στὰ σχολεῖα μας, στὴν πατρίδα μας, σὲ ἄλλα μέρη μακρινά, ἐκεῖ ποὺ περιμένουν ἀναρίθμητες ψυχὲς περιφρονημένες ἀπὸ τὸν κόσμο, κουρασμένες ἀπὸ τὴν πορεία μέσα στὶς θλίψεις καὶ στὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Ἂν τὶς πλησιάσουμε καὶ ἂν τὶς ἀνακουφίσουμε λέγοντάς τους, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, καὶ ὅτι ἂν κάποιος πιεῖ ἀπὸ τὸ δικό Του τὸ νερό, δὲν θὰ ξαναδιψάσει ποτέ, τότε στὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα θὰ εἴμαστε εὐλογημένοι, χαρούμενοι, χωρὶς νὰ νοιώθουμε κόπωση καὶ θὰ ἔχουμε τὴν ἠθικὴ ἱκανοποίηση ὅτι μαζί μας συμπορεύονται καὶ ἄλλες ψυχὲς ξεδιψασμένες ἀπὸ τὸ «Ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰωάν. δ´ 11).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, ,

Σχολιάστε

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΣΤΙΣ ΠΑΝΔΗΜΙΚΕΣ ΝΟΣΟΥΣ (Χαρ. Μπούσιας) «Τὸ στερητικὸ σύνδρομο τῆς Θείας Κοινωνίας, θὰ μᾶς αὐξήσει περισσότερο τὸν ἔνθεο ζῆλο μας καὶ θὰ κατανοήσουμε τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχουμε πολλὲς φορὲς ἀναξιοποίητο ἢ καὶ τὸ παραθεωροῦμε»

Θεία Κοινωνία: ἀντίδοτο στὶς πανδημικὲς νόσους

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ὑγεία ὅλων μας ποὺ πιστεύουμε «εἰς Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ..καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν μονογενῆ…καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον», ἀποκτᾶται μὲ τὴν συμμετοχή μας στὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας κέντρο τῆς ὁποίας εἶναι ἡ μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Καὶ ὁμολογοῦμε, ὅτι λαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας «εἰς ἴασιν ψυχῆς καὶ σώματος». Αἰσθανόμεθα ἀσθενεῖς, γι’ αὐτὸ σπεύδουμε στὸν Χριστό μας, στὸν ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, γιὰ νὰ θεραπευθοῦμε γενόμενοι χριστοφόροι. «Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ’ οἱ κακῶς ἔχοντες» (Μαρκ. β΄ 17), θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος. Δὲν ἔχουν ἀνάγκη οἱ ὑγιεῖς ἀπὸ γιατρό, ἀλλὰ οἱ ἄρρωστοι.
.               Στὴν λειτουργικὴ σύναξη, οἱ πιστοὶ συνεχίζοντας τὴν συνάθροιση τῶν Ἁγίων τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων κατὰ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (Κεφ. β΄ 46), προσκαρτεροῦν στὴν προσευχή, στὴν ἀνάγνωση ἐποικοδομητικῶν γραφῶν, στὴν Μετάληψη τῶν Θείων Δώρων καὶ στὴν κοινωνία τῶν προσώπων. Ἐκεῖ, μέσα στὸν Ναὸ σφυρηλατεῖται ἡ διαπροσωπικὴ σχέση ὅλων μας μὲ τὸν Σωτήρα μας Χριστὸ καὶ ἡ μεταξύ μας ἀδελφικὴ ἐν Χριστῷ ἀγάπη, ἀφοῦ νοιώθουμε ὅλοι παιδιὰ τοῦ ἴδιου οὐράνιου πατέρα.
.               Ὅλοι οἱ πιστοί, σὰν μία οἰκογένεια, καθόμαστε γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ βιώνουμε τὴν σταυροειδῆ σχέση, μὲ τὸν Θεὸ (κάθετη σχέση) καὶ τοὺς πιστοὺς συνανθρώπους μας (ὁριζόντια σχέση). Ἄλλωστε ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Ἐσταυρωμένος Κύριος, ἔχει «εὖρος καὶ μῆκος οὐρανοῦ ἰσοστάσιον». Τὴν ἀγάπη Αὐτοῦ ποὺ δὲν ἔχει περιορισμοὺς βιώνουμε καὶ ἐμεῖς οἱ πιστοὶ μέσα στὸν Ναό.
.               Σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἄμεση σύνδεση πιστοῦ καὶ Θεανθρώπου. Ἡ σύνδεση αὐτὴ εἶναι ἀόρατη, εἶναι σύνδεση ὑγείας, δυνάμεως καὶ σθένους ἀντιμετωπίσεως τῶν καθημερινῶν μας πολλῶν, ἀνυπερβλήτων πολλὲς φορές, προβλημάτων. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, δὲν ὑπάρχει σπίτι καὶ πόρτα χωρὶς τὸν δικό του πόνο, τὸν δικό του καημό, τὸ δικό του πρόβλημα. Ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ «Ἅγιος τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων» τί μᾶς λέει; «Σὰν νάχαν ποτὲ τελειωμὸ τὰ πάθια κι οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου». Στὸ ποτήριο τῆς ζωῆς κάθε ἀσθένεια ὑποχωρεῖ, κάθε πρόβλημα λύεται «πνευματικῷ τῷ τρόπῳ». Ἄλλωστε κατὰ τὸν θεῖο Παῦλο «Ἔστι πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. ια΄ 1). Τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μας, δὲν τὸν βλέπουμε, τὸν νοιώθουμε, ὅμως, ἀπὸ τὶς ἐνέργειες Του, μὲ τὴν δύναμη ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν γεύση τοῦ Σώματος καὶ Αἵματός Του. Σήμερα ὁμιλοῦμε καὶ γιὰ πανδημία ἀπὸ τὸν κορωνοϊό. Καὶ αὐτὸν δὲν τὸν βλέπουμε, ἀλλὰ τὸν αἰσθανόμαστε ἀπὸ τὸ συμπτώματα ποὺ μᾶς προκαλεῖ. Ἂν τὸν βλέπαμε, θὰ προσπαθούσαμε νὰ τὸν ἀποφύγουμε. Ἂν τὸν βλέπαμε σὰν φίδι δὲν θὰ κάναμε τὸ πᾶν, νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ αὐτόν, γιὰ νὰ μὴν δεχθοῦμε τὸ θανατηφόρο του δάγκωμα; Καὶ ἂν ἀκόμη μᾶς δάγκωνε δὲν θὰ τρέχαμε νὰ πάρουμε ἕνα ἀντίδοτο στὸ δηλητήριό του; Ἀντίδοτο τοῦ κορωνοϊοῦ, ὅπως καὶ ὅλων τῶν ἰῶν ποὺ προκαλοῦν πανδημίες, εἶναι ἕνα καὶ μόνον. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας.
.               Γνωρίζουμε, λοιπόν, τὸ ἀντίδοτο, γνωρίζουμε τὸ φάρμακο. Εἶναι ἡ «Θεία Κοινωνία». Τὸ πιστεύουμε πραγματικὰ καὶ ὄχι γιὰ τὸ «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. κγ΄5), ὁμολογώντας το στὴν Ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως.
.               Στὴν α΄ ὠδὴ τοῦ Κανόνος αὐτῆς λέμε τοῦ Κυρίου μας, ὅτι «τὸ σῶμά Σου τὸ ἅγιον, εὔ­σπλαγ­χνε Κύ­ρι­ε, καὶ τὸ τί­μι­ον αἷ­μά Σου, εἶναι νό­σων πολυ­τρό­πων ἀ­λε­ξι­τή­ρι­ον». Τοῦ ὁμολογοῦμε ὅτι ἐξολοθρευτὴς ὅλων τῶν νοσημάτων καὶ πανδημιῶν εἶναι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Πάρα κάτω στὸν ἴδιο Κανόνα ὁμολογοῦμε ὅτι ἡ μετάληψη τῶν Θείων Μυστηρίων στοχεύει στὴν προσθήκη ζωῆς καὶ ἀσφαλείας μας. Στὴν α΄ εὐχὴ τῆς Ἀκολουθίας αὐτῆς, εὐχῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, παρακαλοῦμε τὸν Κύριο λέγοντας: «Κύριε, Σὲ εἶσαι, ὁ τὴν ἁμαρ­τί­αν αἴ­ρων τοῦ κό­σμου καὶ τὰς ἀ­σθε­νεί­ας τῶν ἀνθρώπων ἰώ­με­νος, ὁ τοὺς κο­πι­ῶ­ντας καὶ πε­φορ­τι­σμέ­νους πρὸς σε­αυ­τὸν κα­λῶν καὶ ἀ­να­παύ­ων· …διὸ κα­θά­ρι­σόν με ἀ­πὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρ­κὸς καὶ πνεύ­μα­τος».
.               Στὴν δευτέρα αὐτοῦ εὐχὴ στὴν Θεία Μετάληψη Τὸν παρακαλοῦμε λέγοντας: «Κύριε, ποί­η­σον μετ᾿ ἐ­μοῦ κα­τὰ τὸ ἔλεός Σου· καί γε­νέ­σθω μοι τά ἅ­γι­α ταῦ­τα εἰς ἴ­α­σιν καὶ κάθαρσιν καὶ φω­τι­σμόν». Στὴν πέμπτη εὐχὴ τοῦ ἰδίου παρακακαλοῦμε, ἐπίσης, λέγοντας: «Κύριε, κα­τα­ξί­ω­σόν με ἀκατα­κρί­τως μεταλαβεῖν τῶν ἀ­χρά­ντων καὶ ἀ­θα­νά­των, καὶ ζωο­ποι­ῶν καὶ φρικτῶν μυ­στη­ρί­ων Σου, εἰς ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν καὶ εἰς ζω­ὴν αἰώνιον· εἰς ἁ­γι­α­σμὸν καὶ φω­τι­σμὸν καὶ ρώ­μην καὶ ἴ­α­σιν καὶ ὑγεί­αν ψυ­χῆς τε καί σώ­μα­τος». Τέλος, ἐπαναλαμβάνουμε τὴν βεβαίωση τοῦ Κυρίου: «Πᾶς ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα, πίνων δέ μου καὶ τὸ αἷμα, ἐν ἐμοὶ μὲν οὗτος μένει, ἐν αὐτῷ δ’ ἐγὼ τυγχάνω», ποὺ σημαίνει, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Χριστός μας εἶναι ὁ γιατρὸς κάθε ἀσθενείας, κοντά Του ἐμεῖς δὲν ἔχουμε φόβο νὰ νοσήσουμε. Μακριά του ὁ μισόκαλος ἐχθρός ἢ ὁ κάθε κορωνοϊός, μπορεῖ νὰ μᾶς «ἀφαρπάσῃ δολίως». Μακριά Του κινδυνεύουμε, κοντά Του ποτέ. Δεχόμαστε τὸ Σῶμα Του καὶ τὸ Αἷμα Του «ἐπ᾿ εὐ­ερ­γε­σί­ᾳ καὶ ἁγιασμῷ τῶν ψυ­χῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡ­μῶν καὶ εἰς ἴ­α­σιν ψυχῆς τε καὶ σώ­μα­τος καὶ εἰς ἀποτροπήν πα­ντὸς ἐ­να­ντί­ου» καὶ εὐχόμεθα «Γέ­νοι­το ἡμῖν ἡ εὐχα­ρι­στί­α αὕ­τη εἰς χα­ράν, ὑ­γεί­αν καὶ εὐ­φρο­σύ­νην».
.               Ἔχουμε φιλάνθρωπο Θεὸ «δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν» (Ἑβρ. δ΄ 15), εὔσπλαγχνο, παντελεήμονα, διελθόντα τὴν ἐπὶ γῆς παρουσία Του «εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος» (Πραξ. ι΄ 38). Πίστη σημαίνει ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη σὲ Αὐτόν. Αὐτὸν ποθεῖ ἡ καρδιά μας. Αὐτὸς μᾶς στηρίζει. Αὐτὸς εἶναι ποὺ μᾶς λέγει: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθω; Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ἰωάν. ε΄ 7, 14). Ἡ μετάνοια μᾶς φέρνει κοντά Του ὑγιεῖς, ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀρρωσταίνει, μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ Αὐτὸν καὶ πολλὰ δεινὰ μᾶς ἐπισσωρεύει. Κοντά Του εἴμαστε ἰσχυροί. Μακριά Του μόνιμα ἀσθενεῖς. Κοντά του χαρούμενοι καὶ εὐτυχεῖς. Μακριά Του λυπημένοι καὶ δυστυχεῖς. Κοντά Του εὐσταθεῖς. Μακριά Του ἀσταθεῖς, κλονιζόμενοι.
.               Ἂς Τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς ἀξιώσει σύντομα νὰ δοῦμε ἀνοικτὲς τὶς ἐκκλησιές μας, τὰ «φαρμακεῖα» μας, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ προμηθευόμαστε τὰ φάρμακα τῆς ὑγείας μας, τὰ ἀντίδοτα σὲ κάθε λοιμικὴ ἀσθένεια, σὲ κάθε ἐπιδημία, ὅπως στὴν πρόσφατη πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ. Ἀντίδοτο ἄμεσο καὶ ἀποτελεσματικὸ εἶναι μόνο τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Δὲν θὰ μᾶς τὸ ἀρνηθεῖ, ἀφοῦ εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ Θεὸς ἀκούει τὶς προσευχές μας. Ἄλλωστε δὲν μᾶς τὸ εἶπε: «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν, κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται» (Ματθ. ζ΄ 7-8). Ἂν γιὰ λόγους φιλαδελφείας ἀναγκαζόμαστε προσωρινὰ νὰ μένουμε χωρὶς τὴν φαρμακευτικὴ ἀγωγὴ τῆς Θείας Κοινωνίας, ὁ Κύριος μᾶς προστατεύει μὲ τὴν ἀφάρμακη Θεία Ἐπιστασία Του. Γνωρίζει τὴν ἐπιθυμία μας καὶ σύντομα θὰ μᾶς τὴν πραγματοποιήσει. Εἶναι σίγουρο μάλιστα, ὅτι τὸ στερητικὸ σύνδρομο τῆς Θείας Κοινωνίας, θὰ μᾶς αὐξήσει περισσότερο τὸν ἔνθεο ζῆλο μας καὶ θὰ κατανοήσουμε τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχουμε πολλὲς φορὲς ἀναξιοποίητο ἢ καὶ τὸ παραθεωροῦμε. Ἡ ὑπομονή μας θὰ βραβευθεῖ. Ἂς παίρνουμε θάρρος ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου: «Νεφύδριον ἐστὶ καὶ θᾶττον παρελεύσεται» καὶ τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γαβριὴλ τῆς Κύπρου μας, ποὺ συνεχῶς μᾶς ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: Ὁ Κύριος δίνει «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α΄ Κορ. ι΄ 13). Τώρα εἴμαστε μέσα στὰ νέφη. Θὰ λάμψει ὁ ἥλιος. Τώρα εἴμαστε στὸν πειρασμό. Σύντομα θὰ ἔλθει καὶ ἡ ἀπομάκρυνσή του.
.               Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστανοί, ποὺ μᾶς ἔχει ἀξιώσει ο Μεγαλοδύναμος νὰ γευόμαστε, ἀνάξια πάντοτε, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, ἂς καλλιεργήσουμε τὴν Χάρη, τὴν ὁποία  ἐλάβαμε ἀπὸ τὴν τελευταία μας Θεία Μετάληψη καὶ ἂς κάνουμε ἐργασία ἐσωτερικώτερη μέσα μας, ἀξιοποιώντας ἐντατικώτερα τὸν χρόνο αὐτό, ὥστε ὅταν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέψουν, ποὺ ὅλοι εὐχόμαστε νὰ ἔρθουν σύντομα, νὰ μεταλάβουμε μὲ περισσότερη συναίσθηση καὶ περισσότερη εὐγνωμοσύνη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, ,

Σχολιάστε

ΑΝΟΙΞΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΥΝ

Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση συνοδοιποροῦν

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 Ὁ Γέροντας Γαβριήλ, ὁ χαριτωμένος Ἡγούμενος τοῦ Ἀποστόλου στὴν Κύπρο μας, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἔλεγε, ὅτι ὁ Θεὸς δίνει στὸν καθένα μας «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α΄ Κορ. ι΄ 13). Δίνει τὸν κορωνοϊό, ἀλλὰ δίνει καὶ τὴν ἴαση. Δίνει τὸν ἐγκλεισμό μας στὰ σπίτια μας, ἀλλὰ δίνει καὶ τὴν ἐλευθερία τῶν κινήσεων. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Θεός μας εἶναι ἡ Ἴαση καὶ ἡ Ἐλευθερία. Δίνει Αὐτὸς τὸν χειμώνα τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄνοιξη τῆς ἐκβάσεως καὶ τῆς ἀναψυχῆς. Δίνει τὸν θάνατο τοῦ φθαρτοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Δίνει τὸν σταυρό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος γίνεται Κυρηναῖος μας στὴν ἐπίπονη ἄρση του. Καὶ δὲν ὑπάρχει σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση, ὅπως δὲν ὑπάρχει χειμώνας χωρὶς ἄνοιξη, δὲν ὑπάρχει ἀσθένεια χωρὶς φάρμακο. Μᾶς τὸ ἔχει δώσει μὲ τὸ Ἄχραντο Σῶμα Του ὁ Κύριός μας καὶ τὸ τίμιο Αἷμα Του, ὁ Ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, λεγοντάς μας: «Εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καὶ σώματος».
.              Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες. Δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴ μία καὶ νὰ ἀπορρίψουμε τὴν ἄλλη. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν πρώτη καὶ νὰ ἀμφισβητοῦμε τὴν δεύτερη. Δὲν ὑπάρχει ἐτήσιος χρόνος χωρὶς χειμώνα καὶ ἄνοιξη καὶ δὲν ὑπάρχει θάνατος χωρὶς ἀνάσταση. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον βέβαιο γεγονὸς καὶ ὁ καθένας μας γνωρίζει πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπέλθει καὶ στὸν ἴδιο. Τὸν ἐπέτρεψε ὁ Θεός, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται» καὶ προηγεῖται τῆς ἀναστάσεως, ὅπως ὁ χειμώνας προηγεῖται τῆς ἀνοίξεως.᾿Ἂν καὶ ὡς δῶρο Θεοῦ ὁ θάνατος θὰ ἔπρεπε ὅλους μας νὰ μᾶς χαροποιεῖ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κακὸ καὶ ἄσχημο δῶρο Θεοῦ, ἐν τούτοις τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς παραμένει γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους ἀπόλυτα ἀνεπιθύμητο καὶ ἐπίμονα ἀπωθημένο.

.               Καὶ αὐτὸ γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει καλλιεργήσει μέσα του ὅσο ζεῖ πρόσκαιρα σὲ αὐτὴν τὴν γῆ τὴν προσδοκία τοῦ «ἐπέκεινα» καὶ δὲν βασίζεται πάνω στὴ στέρεη πέτρα τῆς «ἐν Χριστῷ» ἐλπίδας. Αἰφνιδιαζόμαστε ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Αδάμ ἀπὸ τὸ φαινόμενο τοῦ θανάτου, ἐπειδὴ ἀσφαλῶς εἴμαστε πλασμένοι γιὰ νὰ ζήσουμε αἰώνια. Ἰδιαίτερα ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐξάρσεως τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς, ἐμεῖς ποὺ προσπαθοῦμε ὅλα νὰ τὰ ἐξηγήσουμε μὲ τὴν πεπερασμένη λογικὴ καὶ μὲ μαθηματικοὺς τύπους, ἔχουμε χάσει τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ κάθε μεταθανάτια προοπτικὴ καὶ πολύ περισσότερο, ἔχουμε νεκρώσει μέσα μας, δυστυχῶς, κάθε ἐλπίδα γιὰ ἀνάσταση καὶ ἀθανασία.
.              Ὅπως τὸν χειμώνα μὲ τὶς παγωνιές, τὴν νεκρὴ φύση, τὸ κλείσιμο στὰ σπίτια μας διαδέχεται ἡ ἄνοιξη μὲ τὴν ἀνάσταση τῆς φύσεως, μὲ τὴν χαρὰ τῆς δημιουργίας, μὲ τὶς ἀποδράσεις μας στὰ ἀνθισμένα λιβάδια, ἔτσι καὶ τὸν θάνατο θὰ τὸν διαδεχεῖ ἡ ἀνάσταση μας, αὐτὴν γιὰ τὴν ὁποία ὁμολογοῦμε καθημερινὰ «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».
.               Δυστυχῶς, ὅλοι μας σήμερα ἔχουμε γίνει τόσο ὑλικοί, τόσο σωματικοὶ καὶ διόλου πνευματικοί, ὥστε νὰ ὁριοθετοῦμε τὸ καθετὶ μὲ βάση τοὺς φυσικοὺς νόμους, καὶ νὰ κρίνουμε τὰ πάντα μὲ βάση αὐτὰ ποὺ βλέπουμε μὲ τὰ τσιμπλασμένα ἀπὸ τὴν μεταπτωτικὴ ἁμαρτία μάτια μας. Ὅπως μετὰ τὴ χειμερία νάρκη εἶναι βέβαιος ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως, ἔτσι καὶ μετὰ τὸν θάνατο ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, καθὼς πάλι μᾶς λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ὅτι αὐτὴ «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ» (Α΄ Κορ. ιε΄ 42).

.                Ἡ ἄνοιξη εἶναι χαρά. Ἡ ζωὴ εἶναι χαρά. Μιὰ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἐρχομό της. Μιὰ χαρὰ ποὺ κινεῖται μὲ τοὺς δικούς της νόμους, τοὺς θεϊκοὺς νόμους, ἔξω ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης σκοπιμότητας.
.                Ἡ ἄνοιξη δὲν λογαριάζει οὔτε πόλεμο οὔτε καταστροφή, οὔτε οἰκονομικὴ κρίση, οὔτε πανδημίες κορονοϊῶν, οὔτε πτώχευση. Εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔκφραση τῆς χάριτος τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὸ αὐτονομημένο, ἀχάριστο καὶ γεμάτο μὲ ἐγωϊσμὸ πλάσμα Του. Χωρὶς αὐτὴ τὴν χάρη θὰ βασίλευε ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἡ ἀνυπαρξία μας. Καὶ ἡ ἀνάσταση γίνεται σὲ πλούσιους καὶ πτωχούς, σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς δημιουργίας, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους.
.                 Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας ποὺ ἀκολούθησε τὰ ἄχραντα Πάθη Του προεικονίζει καὶ τὴν δική μας ἐξανάσταση, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν σαρκικὸ θάνατο. Ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως σημαδεύει τὸ τέλος τοῦ χειμώνα. Σὲ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη τὸ πιὸ χαρούμενο γεγονὸς εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Τὴν διασαλπίζει ἡ ἀνθισμένη φύση, ἡ πίστη μας γιὰ κάτι ὀμορφότερο, γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ βιοτικὰ προβλήματα, τοὺς πολέμους, τὶς πανδημίες. Ἀλήθεια πόσο φτωχὸς καὶ μικρὸς αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ σὲ αὐτὲς τὶς καταστάσεις; Ἕνας θανατηφόρος ἰός, ἀπὸ τὰ μικρότερα τῶν δημιουργημάτων, σπέρνει τὸν θάνατο. Πόσο μικροὶ αἰσθανόμαστε μπροστά του! Ἂς ἀφήσουμε τοὺς ἐγωϊσμοὺς καὶ τὴν ἐπιστήμη, ἡ ὁποία «χωριζομένη ἀρετῆς πανουργία ἐστὶ καὶ οὐ σοφία φαίνεται». Ἂ καταλάβουμε πόσο μηδαμινοὶ ἐνώπιον Κυρίου εἴμαστε, ἂς ἀπολαύσουμε τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀνοίξεως, ἂς δοξολογήσουμε τὸν Δημιουργό μας καὶ ἂς ἑτοιμαζόμαστε ψάλλοντας τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη , γιὰ τὴν δική μας αἰώνια ἄνοιξη στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

 

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ὅσ. Γέροντας ΙΑΚΩΒΟΣ τῆς ΒΙΤΣΑΣ ΣΩΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΟΥΣ

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς μνήμης του, 15 Φεβρουαρίου.

Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας
σώζεται ἀπὸ τοὺς τουρκαλβανούς.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.              Ὁ πόθος προσφορᾶς τοῦ πατρὸς Ἰακώβου στὴν πολύπαθη πατρίδα του, τὴν Βόρειο Ἤπειρο, ποὺ στέναζε κάτω ἀπὸ τὸ βαρὺ φορτίο τῶν στυγνῶν Τουρκαλβανῶν, τὸν ὤθησε νὰ ἐγκαταλείψει ὡς ἄλλος Κοσμᾶς Αἰτωλὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ ἐπιστρέψει σὲ αὐτήν. Ἐκεῖ τοποθετήθηκε ἐφημέριος σὲ διπλανὸ χωριὸ ἀπὸ τὸ δικό του, στὴν Πέπελη, καὶ διέμενε στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας, στὰ Ζωνάρια. Ὁ ἔνθερμος ζῆλος καὶ ἡ δράση του τόσο γιὰ σωτηρία ψυχῶν ὅσο καὶ γιὰ ἐνίσχυση τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τοῦ ὑποδούλου ποιμνίου του τὸν ἔθεσαν στὸ στόχαστρο τῶν τυράννων κατακτητῶν, ποὺ ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ἡ σωτηρία του ὑπῆρξε θαυμαστή, γιὰ νὰ δείχνει στοὺς αἰῶνες τὸ πῶς ὁ Θεὸς τυφλώνει τοὺς ἐχθρούς μας στὴν προσπάθεια τῆς διασώσεώς μας.
.              Καιροφυλακτοῦσαν οἱ ἐχθροὶ νὰ πετύχουν τὸν πατέρα Ἰάκωβο στὸ δρόμο ποὺ ἑνώνει τὸ χωριὸ τῆς ἐφημερίας του μὲ αὐτὸ τῆς γεννήσεώς του. Ὅταν τὸν σταμάτηταν καὶ τὸν ρώτησαν ἀπὸ ποῦ εἶναι, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν γιὰ τὴν ταυτότητά του καὶ νὰ μὴ σκοτώσουν ἄδικα κάποιο ἄσχετο πρόσωπο, ἐκεῖνος χωρὶς δεύτερη σκέψη τοὺς ἔδειξε τὸ πατρικό του χωριό. Οἱ Ἀλβανοὶ λόγω ἀμφιβολιῶν, ἀφοῦ προσωπικὰ δὲν τὸν ἤξεραν, τὸν ἄφησαν νὰ φύγει. Ὅταν ἀργότερα ρώτησαν στὸ χωριὸ τῆς ἐφημερίας του, καὶ τοὺς εἶπαν ἀπονήρευτοι οἱ κάτοικοι, ὅτι ἐκεῖνος ἦταν ποὺ συνάντησαν στὸ δρόμο, σκύλιασαν ἀπὸ τὸ κακό τους καὶ ζητοῦσαν εὐκαιρία νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος συνέχισε τὸ δρόμο του καὶ φθάνοντας σὲ κάτι «κονάκια», σὲ βλαχόσπιτα, ἔμαθε ὅτι τὸν καταζητοῦν. Κρύφθηκε ἐκεῖ γιὰ λίγο καὶ σώθηκε.
.                  Ἡ μανία τῶν τουρκαλβανῶν, ὅμως, γιγαντώθηκε καὶ ἡ σύλληψή του ἦταν θέμα χρόνου, ἀφοῦ ὄλες του οἱ κινήσεις παρακολουθοῦνταν. Ἔτσι σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα τρεῖς ἔνοπλοι ἀπὸ αὐτοὺς πῆγαν στὸ σπίτι του μὲ ἐγκληματικὲς διαθέσεις. Ὁ Γέροντας βρισκόταν μέσα καὶ ὅταν τοὺς ἀντιλήφθηκε ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτό. Ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ κρυφθεῖ σὲ αὐτὸ μποροῦσε, ἀφοῦ ὅλο κι ὅλο ἕνα δωμάτιο εἶχε καὶ αὐτὸ χωρὶς πάτωμα καὶ ταβάνι. Κρυψῶνες δὲν διέθετε καὶ ἦταν γυμνὸ καὶ ἀπὸ πράγματα καὶ ἔπιπλα, ἀφοῦ ὁ Γέροντας ζοῦσε ἐντελῶς φτωχικὰ μοιράζοντας τὸ ὑστέρημά του στοὺς ἐνδεεῖς τοῦ τόπου του. Τὰ μαδέρια στὴ στέγη ποὺ βαστοῦσαν τὰ κεραμίδια ἦταν ἐπίσης γυμνά. Σὲ αὐτὰ τόλμησε νὰ κρυφθεῖ προσευχόμενος ὁ πατὴρ Ἰάκωβος καὶ σιγοψέλλιζε τὸν Ψαλμό: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς» (Ψαλμ. 90΄ 1-3, 87΄ 7, 119’ 1, 120΄ 8, 122΄ 1-2 ). Ἀγκάλιασε ἕνα μαδέρι ὁ Ἅγιος καὶ κουλουριάσθηκε σὰν φίδι γύρω του. Μὲ δυσκολία ἀνέπνεε, γιὰ νὰ μὴν τὸν προδώσει καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάσα του. Ἡ μόνη του ἐλπίδα ἦταν ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος καὶ τύφλωσε τοὺς τουρκαλβανούς, ποὺ δὲν κοίταξαν ψηλά, ἀλλὰ καὶ ἂν κάποιος κοίταξε δὲν ἀντιλήφθηκε τὸ παραμικρό, γιατὶ μιὰ θεϊκὴ νεφέλη τὸν τύλιξε καθιστώντας τον ἀόρατο. Καὶ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι οἱ τουρκαλβανοὶ δὲν ἀπεχώρησαν ἀμέσως ἀπὸ τὸ σπίτι, ἀλλὰ μὴ βρίσκοντάς τον κάθησαν στὴ μοναδικὴ κασέλα ποὺ ὑπῆρχε καὶ ἔσπαζαν καρύδια, αὐτὰ ποὺ βρῆκαν στὸ σπίτι, καὶ ἔτρωγαν. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπέτρεψε νὰ δοῦν στὴν ὀροφὴ τοῦ σπιτιοῦ τὸ Γέροντα. Τοὺς κρατοῦσε τὰ μάτια κλειστά, ὅπως ἄλλοτε τοῦ Λουκᾶ καὶ τοῦ Κλεόπα στὸ δρόμος πρὸς Ἐμμαούς. Ὅταν ἄνοιξαν τὴν πόρτα καὶ ἀπομακρύνθηκαν ὁ πατὴρ Ἰάκωβος ἀνακουφίσθηκε. Κατέβηκε μὲ προσοχὴ καὶ ἕνας δοξολογικὸς ὕμνος βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη του.
-Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Σου, Κύριε, εἶπε, ποὺ μὲ ἔσωσες «ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων με» (Ψαλμ. 123, 7). Κύριε, Σὺ εἶσαι καὶ παραμένεις πάντοτε «στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου καὶ ῥύστης μου» (Ψαλμ. 17,3).
.             Ἔτσι, σώθηκε ὁ μακάριος, ἀλλὰ φοβούμενος τὴ μανία τῶν ἀλλοπίστων ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὸ πάτριον ἔδαφος καὶ νὰ καταφύγει στὰ Ζαγοροχώρια, ὅπου ἤθελε ὁ Κύριός μας νὰ διαλάμψει γιὰ πολλὰ χρόνια ὡς ἥλιος ἀρετῆς, ἀπαθείας, νήψεως καὶ παραδόξων θαυμάτων.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ὁσίου ΙΕΡΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗ

Θαυμαστὴ διάσωση
Ὁσίου Λευΐτου π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη
ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη Μιχαήλ
κοιμηθέντος στὶς 29 Ἰανουαρίου 1975

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 ἀοίδιμος καὶ χαριτωμένος ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, τὸ σέμνωμα τῆς ἱερωσύνης, τῆς ἀπλανοῦς ποδηγεσίας τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ πολύτεκνος, ἀγαθὸς καὶ ἁπλοϊκὸς λευΐτης τοῦ Πλατάνου (Βάνιας) τῶν Τρικάλων, ἀγαποῦσε καὶ ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν Ταξιάρχη μας Μιχαήλ.
.                 Ὁ Παπα-Δημήτρης δὲν ἦταν κάτοχος τῆς σοφίας τοῦ κόσμου. Μὲ δυσκολίες τελείωσε τὸ δημοτικὸ στὸ χωριό του. Ἦταν βοσκὸς προβάτων καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνει καὶ βοσκὸς ψυχῶν. Ἀπὸ μικρὸς εἶχε πλήρη ἐπικοινωνία μὲ τὸν Χριστό μας μέσα ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, εἶχε μνήμη θανάτου καὶ πόθο ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ὅταν ἔκλεινε τὰ πρόβατα στὴν στάνη πήγαινε μὲ δάκρυα κατ’ εὐθείαν στὴν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, στοὺς ἀγαπημένους του Ταξιάρχες, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν χάρη τους, νὰ τοὺς διακονήσει, νὰ τοὺς νοιώσει κοντά του. Ὅταν δὸν κατορθωνε νὰ τὸ κάνει, γιὰ κάποιους λόγους ποὺ ἦταν πέρα ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, γονάτιζε ἐκεῖ ποὺ ἦταν στὰ βουνὰ καὶ ἔκλαιγε, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ συγγνώμη, γιατὶ βρισκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸν οἶκο Του. Διάβαζε μὲ πολλὴ κατάνυξη βίους Ἁγίων καὶ τοὺς αἰσθανόταν φύλακες, εὐεργέτες καὶ προστάτες, τοὺς ἔνοιωθε δίπλα του. Εἶχε ζωντανὴ τὴν αίσθηση τῆς παρουσίας τους. Φεύγοντας κάθε πρωῒ γιὰ νὰ φυλάξει τὰ πρόβατα, περνοῦσε πρώτα ἀπὸ τοὺς Ταξιάρχες, τὸν κοντινὸ στὸ σπίτι του Ναό τους μὲ τὶς κατανυκτικὲς τοιχογραφίες τοῦ 1600, γιὰ νὰ τοὺς χαιρετήσει, νὰ τοὺς πεῖ «καλημέρα».
.                 Εἶχε τόση οἰκειότητα μαζί τους, ὥστε ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πάει στὸν στρατό, τὸ 1921, καὶ μάλιστα στὸ μικρασιατικὸ μέτωπο, τοὺς προσκύνησε καὶ τοὺς ἔκανε συμφωνητικό λέγοντας: «Σᾶς ζητῶ μιὰ χάρη. Ἐγὼ σᾶς ὑπηρετῶ ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καθαρίζω τὰ καντήλια σας, κάνω ὅ,τι μπορῶ. Τώρα ποὺ μὲ καλεῖ ἡ πατρίδα θέλω νὰ μὲ ἐνισχύσετε, νὰ μὲ βοηθήσετε, νὰ μὲ φέρετε πίσω χωρὶς νὰ μὲ ἀγγίξει κανένα κακό. Νὰ μὲ φέρετε σῶο καὶ ἀβλαβῆ. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ ἀνταποδώσω. Θὰ ὑπηρετήσω τὴν χάρη σας μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά. Ἂς μὴν μοῦ φέρει κωλύματα ἱερωσύνης ἡ στρατιωτική μου θητεία».
.                 Ἕνα βράδυ κάπου στὴν Σμύρνη, τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ποὺ κατέληξαν στὴν τραγωγία τῆς καταστροφῆς, ὁ νεαρὸς τότε στρατιώτης Δημήτριος, φύλαγε σκοπιὰ μαζὶ μὲ ἄλλους δύο συστρατιῶτες του. Τὰ μεσάνυκτα ἔφθασε ἕνα τουρκικὸ ἀπόσπασμα ἱππικοῦ καὶ ἔπεσε πάνω στοὺς σκοποὺς ἀπειλητικό. Ο πιστὸς στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πατρίδος, ὁ Δημήτριος, πρόφθασε νὰ φωνάξει:
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσέ με!
.                 Μὲ γρηγοράδα ἔπεσε στὸν διπλανὸ λαχανόκηπο. Μιὰ ἀόρατη δύναμη τὸν ἔσπρωξε καὶ τὸν ἔκανε ἀόρατο. Οἱ Τοῦρκοι γύρισαν ὅλον τὸν κῆπο μὲ τὰ ἄλογα. Ἕνας ἔφθασε μισὸ μέτρο ἀπὸ αὐτόν. Τὸ ἄλογο φοβήθηκε, ἀλλὰ ὁ Δημήτριος προσευχόμενος καὶ καλυπτόμενος ἀπὸ ἀρχαγγελικὴ προστασία ἔμεινε ἀκίμητος. Μιὰ φωνὴ ἀπομάκρυνε τοὺς Τούρκους. Οἱ δύο στρατιῶτες, δυστυχῶς, φονεύθηκαν, ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὁ Δημήτριος σώθηκε καὶ γύρισε σῶος, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ὑποσχέση του. Νὰ ὑπηρετήσει τοὺς Ταξιάρχες ὡς Ἱερεὺς στὸν Ναό τους.
.                 Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1945, ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς κατέτρωγε τὰ σπλάγχνα τοῦ ἔθνους. Ὁ Παπα-Δημήτρης μιὰ Κυριακὴ πρωῒ βλέποντας τὸν κίνδυνο ἐπιδρομῆς κτύπησε τὴν καμπάνα καὶ ἔφυγε πρὸς τὸ διπλανὸ χωριό. Καβαλάρηδες, ὅμως, ἐπιδρομεῖς ἔτρεχαν ὀπίσω του καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ τὸν περικύκλωσαν. Ὁ ἀγαθὸς λευΐτης ἔχοντας ἰσχυρὴ προστασία ἀπὸ τον οὐρανὸ σήκωσε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ φώναξε:
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε με, κινδυνεύω.
.                 Ἀμέσως τότε σὰν ἀστραπὴ παρουσιάσθηκε ὁ Ἀρχάγγελος, πλησίασε τὸν ἀρχηγό τους, ἔκοψε μὲ τὸ σπαθί του τὰ λουριὰ τῆς σέλας καὶ τὸν ἔρριξε κάτω. Οἱ ἄλλοι ἔμειναν ἀκίνητοι, σὰν νὰ τοὺς εἶχε κτυπήσει ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. Πῆρε τότε τὸν λόγο ὁ ἀρχηγὸς καὶ τοῦ λέει:
-Παπά μου, νὰ μᾶς συγχωρᾶς. Πήγαινε στὸ καλό. Ἔχεις ἰσχυροὺς προστάτες!
.                 Ἔκτοτε ὁ Παπα-Δημήτρης πιστὸς στὰ ἱερατικά του καθήκοντα λετουργοῦσε μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στοὺς Ἁγίους Ταξιάρχες στὸν Ναό τους. Μάλιστα ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἐπιτελεῖ θαυμαστὰ σημεῖα. Ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία καταθέτω τὴν μυροβλυσία τῆς Ἁγίας Τραπέζης κατὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων. Τὸ θαῦμα μᾶς εἶχε διηγηθεῖ ὁ φίλος του, Ὅσιος Φιλόθος, ὁ Ζερβᾶκος, ὁ ὁποῖος καὶ σὲ μιὰ ἐκδρομὴ ποὺ εἶχε ὀργανώσει μᾶς εἶπε καὶ τοποθετήσαμε βαμβάκια στὴν βάση τοῦ Ἐσταυρωμένου, πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τραπεζα. Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, ἱερουργούντων τῶ δύο αὐτῶν ὁσιακῶν μορφῶν, τοῦ Παπα-Δημήτρη καὶ τοῦ Παπα-Φιλόθεου, τὰ βαμβάκια ἔσταζαν μύρο.
.                 Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ὁσίοις Αὐτοῦ καὶ μεγάλη ἡ δύναμη καὶ προστασία τῶν Ἀγίων Ἀρχαγγέλων καὶ μάλιστα τοῦ Ταξιάρχη Μιχαήλ, τοῦ «Ἀρχιστρατήγου Δυνάμεως Κυρίου».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

«ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΓΙΑ Ν᾽ ΑΓΙΑΣΕΙ»- Ὑποθέσεις καὶ πεποιθήσεις γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο Βίττη (Χαραλ. Μπούσιας)

Ὑποθέσεις καὶ πεποιθήσεις
γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο Βίττη

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
(Ὁμιλία στὶς Σέρρες στὴν Ἡμερίδα [19.01.20] γιὰ τὰ 10 χρόνια
ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ὁσίου Γέροντος Εὐσεβίου Βίττη)

Σεβασμιώτατε, φερωνύμως καὶ ἁγιοπνευματικῶς Θεολόγε, σεβαστοὶ Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

 .         ν ζοῦσε σήμερα ὁ Λεονάρντο Ντα Βίντσι καὶ τοῦ παρήγγειλαν νὰ ζωγραφίσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας, ἀσφαλῶς θὰ ἐπέλεγε γιὰ πρότυπο τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ζοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὀ Χρυσόστομος, καὶ ἀνέπτυσσε τὴν ὁμιλία του γιὰ τὴν ἱεραποστολή, ἀσφαλῶς θὰ ἀναφερόταν στὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ζοῦσε ὁ ποιητὴς τῶν Κοντακίων, Ἅγιος Ρωμανός, ὁ Μελῳδός, καὶ συνέθετε Κοντάκιο γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας, θὰ ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν Ἄγγελος κυρίου κατέβαινε ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ καταγράψει τὴν ἄριστη ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἀσφαλῶς θὰ βράβευε τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ὁ Κίπλινγκ εἶχε γνωρίσει τὸν π. Εὐσέβιο στὸ ποίημά του «Ἄν», “ If” στὰ ἀγγλικά, ποὺ ξεκινᾶ μὲ τὸν στίχο: «Ἂν νὰ κρατᾶς καλὰ μπορεῖς τὰ λογικά σου, ὅταν τριγύρω σου ὅλοι τάχουνε χαμένα…», δὲν θὰ τελείωνε μὲ τὸν στίχο: «τότε μόνο θὰ λέγεσαι ἄνδρας», ἀλλὰ μὲ τὸν στίχο: «τότε μόνο θὰ λέγεσαι Εὐσέβιος».
.         Ἂν στοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες ὑπῆρχε ἄθλημα ἐναρέτου διαγωγῆς καὶ ἀγάπης Χριστοῦ, τότε ὀλυμπιονίκης θὰ στεφανωνόταν ὁ π. Εὐσέβιος.
.         Ἂν ὁ ὀδοστρωτήρας τῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἰσοπεδώνει τὰ πάντα, περνοῦσε πάνω ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο, θὰ καταστρεφόταν ἀπὸ τὴν γρανιτώδη καρδιὰ καὶ θέληση τοῦ π. Εὐσεβίου.
.         Ἂν διδασκόταν ὁ βίος τοῦ πατρὸς Εὐσεβίου στὰ λύκεια καὶ στὶς πανελλήνιες ἐξετάσεις ἔμπαινε θέμα: «Περιγράψατε ἕναν σύγχρονο ἅγιο», οἱ ὑποψήφιοι θὰ περιέγραφαν ἀπολύτως τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἄν, τέλος, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, βάζαμε σὲ μία ζυγαριὰ ἀπὸ τὴν μία μεριὰ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν π. Εὐσέβιο, ἡ πλάστιγα θὰ ἔγερνε πρὸς τὴν μεριά του, γιατὶ αὐτὸς εἶχε τὸ βάρος ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ αὐτὸ τῆς Θείας Χάριτος ποὺ ἐνοικοῦσε μέσα του.      

 Ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει.

.         Στὰ συναξάρια κάποιων Ἁγίων διαβάζουμε, ὅτι αὐτοὶ ἦταν ἁγιασμένοι «ἐκ κοιλίας μητρός». Ἦταν, δηλαδή, ἀπὸ τὰ βρεφικά τους χρόνια δοχεῖα τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἦταν ἐπιλεγμένα πρόσωπα, γιὰ νὰ «ἁγιάσουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὡς ἐν τῶ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», καθὼς παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς ὁ Χριστός μας στὴν Κυριακὴ προσευχή. «Ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει»,εἶναι νεανικὴ φράση καταγεγραμμένη ἀπὸ τὸν σὰν σήμερα κοιμηθέντα ἐν Κυρίῳ τὸ 1975, ἀοίδιμο Μητροπολίτη Χαλκίδος, κυρὸ Νικόλαο Σελέντη, τὸν ἱεράρχη μὲ τὸ νεανικὸ σφρίγος καὶ τὴν πολιὰ φρόνηση. Τὴν ἔγραψε στὸ ἡμερολόγιό του γιὰ τὸν Γέροντα Εὐσέβιο Βίττη, τότε νεαρὸ φίλο καὶ συμφοιτητή του Στέργιο, ποὺ κυκλοφόρησε ἀργότερα μὲ τίτλο «Ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς μου».
.         Στὸ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν εἶχε συνδεθεῖ ὁ ἐνάρετος Νικόλαος μὲ τὴν ἐν Χριστῷ φιλία μὲ τὸν τότε νεαρὸ Στέργιο, καὶ εἶχε δεῖ στὸ πρόσωπό του τὸν ἰσάγγελο ἄνθρωπο, τὸν ἀγωνιστὴ καὶ βιαστὴ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τὸν νηστευτή, τὸν εἰρηνοποιὸ στοὺς διαξιφισμοὺς τῶν συνομιλήκων καὶ τῶν μεγαλυτέρων του. Ὁ νεανικὸς τοῦ Στέργιου ζῆλος, ζῆλος μὲ ἐπίγνωση τῶν ὅσων ἤθελε νὰ πράξει, μὲ ἀγάπη ἀνυπόκριτη, μὲ πίστη ἀκαταίσχυντη, μὲ πλησμονὴ σοφίας, μὲ περιποίηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, τὸν εἶχε συναρπάσει. Διαπίστωνε ὅτι τὸ κάθε βῆμα τοῦ νεαροῦ συμφοιτητῆ καὶ συνοικοτρόφου του ἦταν προσεγμένο πιστοποιώντας τὸν λόγο τοῦ Σοφοῦ Σειραχίδου: «Στολισμὸς ἀνδρὸς καὶ βῆμα ποδὸς καὶ γέλως ὀδόντων ἀναγγελεῖ τὰ περὶ αὐτοῦ» (Σοφ. Σειρ. 19 30). Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζεται ἀπὸ τὸν στολισμὸ τοῦ σώματός του, πῶς ντύνεται, ἀπὸ τὸν βηματισμό του, πῶς περπατάει, καὶ ἀπὸ τὸ γέλιο του, πῶς ἀντιδρᾶ στὶς εὐχάριστες στιγμὲς τῆς ζωῆς του.
.         Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν διακοσμημένος μὲ σεμνότητα ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια. Τὸν στόλιζε τὸ κόκκινο χρῶμα τῆς ντροπῆς, αὐτὸ ποὺ ὁ Ἀριστοτέλης δίδασκε στὸν μαθητή του, τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, ὅτι εἶναι τὸ ὡραιότερο χρῶμα. Ἦταν, ἐπίσης, μοσχοβολημένος μὲ τὸ ἄρωμα τῆς ἀγάπης. Ἦταν ὅλος «εὐωδία Χριστοῦ» (Β´ Κορ. β´ 15). Ἐνσάρκωνε καὶ βίωνε τὴν Διαθήκη τῆς Χάριτος καὶ εὔφραινε ὅλους, ὅσοι τὸν πλησίαζαν. Τοὺς ἀνέπαυε μὲ τὴν γλυκύτητα τῶν λόγων του καὶ τοὺς μετέδιδε τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «χαρά, εἰρήνη καὶ πραότητα» (Γαλ. ε´ 22), μὲ τὰ ὁποῖα ἦταν προικισμένος ἐπιβεβαιώνοντας τὴν εὐαγγελικὴ φράση «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας ὁμιλεῖ ἡ γλῶσσα» (Ματθ. ιβ´ 34). Ἡ νεανικὴ ὁρμὴ καὶ τὸ σφρίγος του διοχετευόταν στὴν προσφορὰ ἀγάπης, στὴν διακονία τοῦ πλησίον, στὴν ἐνδελεχῆ μελέτη τῶν Γραφῶν, στὸν κατηχητικὸ λόγο καὶ στὴν ἐξισορροπητικὴ τάση μέσα στὸν περιβάλλοντα χῶρο του, διεκδικώντας τὸν τίτλο τοῦ μάκαρος, καὶ τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας, ἀφοῦ κατὰ τὰ ἀδιάψευστα χείλη τοῦ Κυρίου μας εἶναι «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. ε´ 9). Ὁ Στέργιος δὲν συμβιβαζόταν μὲ κάθε τὶ τὸ ὁποῖο μείωνε μέσα του, ἀλλὰ καὶ στοὺς γύρω του, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ μποροῦσε νὰ σκανδαλίσει ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Κάθε του ἐργασία, κάθε του ἐνέργεια, κάθε του λόγος ἔκρυβε τὴν ἀπόλυτη ψυχική του κένωση, ἔκρυβε τὴν τελειότητα. Ἦταν ὁ οἰκουμενικὸς ἀναζητητὴς τοῦ ἀπολύτου, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἐπίσης ἐπιστήθιος φίλος του, συμφοιτητής του καὶ πνευματικός του ἀδελφός, ὁ νῦν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος. Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Γέροντα ὡς «οἰκουμενικοῦ» ὑποδηλώνει αὐτὴν ποὺ χωρὶς διάκριση ἔδειχνε σὲ ὅλους μεγάλη του καρδιὰ καὶ μεγάλη του ἀγκαλιά, αὐτὴν ποὺ χωροῦσε μέσα της ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως φάνηκε στὴν περαιτέρω πορεία τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἱεραποστολικῆς του δράσεως, ἀνεξάρτητα ἀπὸ καταγωγή, φυλὴ καὶ θρησκευτικὸ δόγμα.
.         Ἡ ἀέρινη αὐτὴ καὶ ἀγγελικὴ παρουσία τοῦ νεαροῦ Στέργιου στὸ οἰκοτροφεῖο κίνησε τὴν γραφίδα τοῦ φίλου του, ἀγγελόμορφου ἐπίσης, Νικολάου Σελέντη, σὲ ὥρα ἐκφράσεως θαυμασμοῦ του γι’ αὐτὸν νὰ γράψει: «Ἂχ, αὐτὸς ὁ Στέργιος, μιὰ ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει».

Ὑψηλοὶ στόχοι

.         Τὸν πῆχυ τῆς προσφορᾶς του στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ νεαρὸς ὁ Γέροντας τὸν εἶχε θέσει πολὺ ψηλά. Ἔθετε στόχους ὑψηλοὺς καὶ ἀγωνιζόταν, πάντοτε μὲ ἐπιτυχία, στὴν ἐπιτευξή τους. Ἦταν ἕνας ὀλυμπιονίκης τοῦ πνεύματος, ἕνας Ἄνθρωπος μὲ Α κεφαλαῖο, ἀφοῦ ἄνω ἔθρωσκε, εἶχε στραμμένο μόνιμα τὸ βλέμμα του στὸν Ἀρχηγὸ καὶ τελειωτή μας Ἰησοῦ. Αὐτὸν εἶχε βάλει κυβερνήτη τοῦ πλοίου τῆς καρδιᾶς του στὸ πολυκύμαντο πέλαγος τῆς ζωῆς μὲ στόχο τὴν προσόρμησή του στὸ λιμάνι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Δώδεκα στόχους συνοπτικὰ εἶχε θέσει στὸν ἑαυτό του ὁ «κεχριαῖος, ὅπως ὑπέγραφε, π. Εὐσέβιος. *Νὰ μὴν λυπήσει τὸν Κύριο.*Νὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἀρετή. *Νὰ μάθει πολλὲς γλῶσσες, γιὰ νὰ μεταδίδει παντοῦ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης. *Νὰ μὴν χαθεῖ οὔτε μιὰ ψυχή, ἀπὸ αὐτὲς ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος. *Νὰ μὴν ἀλλοτριωθεῖ ἀπὸ τὰ σύγχρονα ρεύματα. *Νὰ μὴν σταματήσει νὰ δέεται τοῦ Κυρίου ὑπὲρ πάσης ψυχῆς τρυχομένης καὶ καταπονουμένης. *Νὰ μὴν ξηραθεῖ ἡ μελάνη στὸ μελανοδοχεῖο τῆς καρδιᾶς του πρὸς οἰκοδομὴ ψυχῶν μέσα ἀπὸ συγγραφὴ βιβλίων καὶ ἀλληλογραφίας. *Νὰ τιμᾶ καὶ διακονεῖ τοὺς ἄλλους μὴ δεχόμενος ὁ ἴδιος τιμές. *Νὰ ἀπέχει ἀπὸ χρηματικὲς ἀπολαυὲς ἐφαρμόζοντας τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ. *Νὰ βιώνει τὴν ἁπλότητα, τὴν λιτότητα καὶ νὰ ἀποφεύγει τὸ σκάνδαλο. *Νὰ ζεῖ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καὶ *Νὰ ἀποφεύγει τὴν κρίση τῶν ἄλλων.

 Ἄνθρωπος Σταυροφόρος

 .         Εὐρυμαθὴς καὶ βαθυνούστατος, καθὼς ἦταν ὁ π. Εὐσέβιος, γνώριζε ὅτι ἡ προσφορὰ πρὸς τοὺς ἄλλους συνεπάγεται ἀγώνα, ὁ ἀγώνας πίστη καὶ ἡ πίστη συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ ἀγάπη, ἀφοῦ «πίστις ἄνευ ἔργων νεκρὰ ἐστί» (Ἰακ. β´ 26). Γνώριζε καλὰ ὅτι κανεὶς δὲν θὰ δεχθεῖ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του χωρὶς νὰ πλέξει γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό του τὰ τριαντάφυλλα τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Ὁ σταυρὸς τοῦ ἦταν δεδομένος, ὅπως εἶναι γιὰ ὅλους μας. Ἤξερε νὰ τὸν σηκώνει ἀγόγγυστα, ἀφοῦ γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἀνάσταση περνᾶμε πάντοτε ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ. Γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἀπόλαυση τῶν οὐρανῶν πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ τὶς συμπληγάδες τῆς γῆς. Ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση χωρὶς σταυρό. Δὲν ὑπάρχει νίκη χωρὶς ἀγώνα. Δὲν ὑπάρχει θρίαμβος χωρὶς προσπάθεια. Καὶ λυπόταν, γιατὶ ζοῦμε σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀντισταυρικὸ πνεῦμα, σὲ ἕναν κόσμο ποὺ φίλαυτα ἔχει ὡς ἰδανικά του τὴν εὐημερία, τὴν καλοπέραση, τὴν ἄνεση, τὸν λίγο μόχθο καὶ τὶς πολλὲς ἀπολαύσεις. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ τοποθετεῖ τὴν ἐλευθερία στὸν ἐγωϊσμὸ καὶ ὄχι στὴν θυσία καὶ τὴν κενωτικὴ ἀγάπη. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ βλέπει τὸν πλησίον ὄχι σὰν κομμάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ σὰν ἀντίπαλο ποὺ τοῦ καταναλώνει τὸ πολύτιμο ὀξυγόνο τῆς ζωῆς. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ τὸν τρομάζει ὁ ἀγώνας, τὸν τρομάζει ὁ σταυρός. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ φυσικὴ συνέπεια τῆς σύγχρονης ἐγωκεντρικῆς ζωῆς, τῆς νιρβάνας, δηλαδὴ τῆς ἀνέσεως ποὺ ἀποκοιμίζει πνευματικά, ἠθικά, κοινωνικὰ καὶ ἐργασιακὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ζωὴ καὶ ἰδίως ἡ κατὰ Χριστὸν ζωὴ προϋποθέτει σταυρικὴ θυσία, προϋποθέτει διαρκὴ προσπάθεια καὶ κενωτικὴ προσφορὰ καὶ θλιβόταν ὁ Γέροντας, γιατὶ ὁ σημερινὸς κόσμος δὲν ἔχει μάθει νὰ δίνει. Γνωρίζει μόνο νὰ παίρνει. Ἔχει ἀπαιτήσεις χωρὶς ὑποχρεώσεις. Αὐτὸν τὸν κόσμο ὁ π. Εὐσέβιος τὸν λυπόταν καὶ προσπαθοῦσε μὲ τὸ παράδειγμά του, μὲ τὴν ἀγάπη του, νὰ τὸν ἀλλάξει, νὰ τὸν διορθώσει. Ἐδῶ ἔμπαινε καὶ ἡ ἱεραποστολική του δράση. Ἡ δράση ποὺ στηριζόταν στὴν ἀγάπη, γιὰ τὴν ὁποία ἔλεγε: «Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ τῆς καρδιᾶς μου». Ζῶ γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ νοιώθω ζωντανός, ἐπειδὴ ἀγαπῶ. Ἔτσι ἐξηγοῦσε ὁ ἅγιος Γέροντας τὴν κενωτικὴ προσφορὰ τοῦ ἴδιου πρὸς τοὺς γύρω του καὶ ἔτσι ἐπιθυμοῦσε καὶ δίδασκε μὲ τὸ παράδειγμά του νὰ συμπεριφέρονται καὶ οἱ ἄλλοι. Ἄλλωστε, ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ λογίζεται νεκρὸς ἄνθρωπος, εἶναι νεκρὸ κύτταρο στὸν κοινωνικὸ ἱστὸ καὶ νεκρὸ μέλος στὴν χριστιανικὴ ὁμήγυρη.
.         Ἔφερνε στὸν νοῦ του ὁ Γέροντας τὴν φράση τῆς Ἀντιγόνης ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη τραγωγία τοῦ Σοφοκλέους: «Δὲν γεννήθηκα γιὰ νὰ μισῶ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀγαπῶ» (στ. 523) καὶ ἔλεγε ὅτι, ἡ ζωὴ χωρὶς ἀγάπη δὲν ἔχει νόημα, ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α´ Κορίνθ. ιγ´ 8), καθὼς μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι κενωτικὴ καὶ σφαιρική. Δὲν ἔχει περιορισμούς, δὲν ἔχει ὅρια, ὅπως δὲν ἔχει καὶ ὁρισμένους μόνον ἀποδέκτες. Ἡ ἀγάπη ἀπευθύνεται σὲ ὅλους, εἶναι παγκόσμια, χωρὶς σύνορα, ἐθνότητες, πολιτισμούς, γνώσεις.

Μεῖζον ἡ ἀγάπη

.         Ἡ φράση ποὺ προείπαμε τῆς Ἀντιγόνης «γεννήθηκα, γιὰ νὰ ἀγαπῶ» ἔλεγε, εἶναι φράση μὲ νόημα ξεκάθαρο καὶ διαχρονικό, ποὺ σπάνια συναντοῦμε στὴν παγκόσμια ποίηση καὶ λογοτεχνία. Αὐτὴν εἶχε χαραγμένη στὰ φυλλοκάρδια του ὁ π. Εὐσέβιος καὶ τὴν βίωνε, ἀφοῦ τὴν θεωροῦσε, ὅπως καὶ εἶναι, ὡς αὐθεντικὴ διατύπωση τῆς πιὸ ἀρχέγονης καὶ ἀκατάλυτης ἀγάπης πολὺ πρὶν τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ φυσικὰ τοῦ οὑμανισμοῦ ποὺ ἀναπτύχθηκε τὸν 14ο καὶ 15ο αἰώνα.
.         Κάθε ἄνθρωπος γεννήθηκε, γιὰ νὰ ἀγαπᾶ, γιατὶ μόνο ἡ ἐκ φύσεως ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἀδικία, τὴν κακότητα, τὴν βία. Ἀντιστέκεται στοὺς πολέμους, ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ τὸ μίσος, τὴν κακία, τὴν πλεονεξία, καὶ τὴν ζήλεια, στοιχεῖα ἐπίκτητα στὴν ζωή μας.
.         Ἡ πολυδιάστατη, ὅμως, αὐτὴ ἀγάπη δὲν εἶναι προϊὸν ἠθικῆς ἀγωγῆς καὶ παιδείας, ἀλλὰ μιὰ ὑπαρξιακὴ δύναμη καὶ ἕνας ἀνώτερος φυσικὸς προορισμὸς στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι μόνο συναίσθημα καὶ σκέψη, εἶναι βίωμα καὶ πράξη, ποὺ διώχνει τὴν δειλία καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Εἶναι ἴσως ἡ μόνη ἐλπίδα, γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος. Νὰ νοιώσει τὸν πόνο καὶ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, νὰ συναισθανθεῖ τὸν προορισμό του καὶ κατὰ συνέπεια τὸ χρέος του. Γιὰ κάθε λογικὸ καὶ εὐαίσθητο ἄνθρωπο ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ ἀληθινὸ νόημα καὶ ἡ οὐσία τῆς ὑπάρξεώς του. Εἶναι ἡ ἐλπίδα στὸ νὰ γίνει ἡ γῆ μας Παράδεισος, νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Μαθ. ϛ´ 10).

Προσευχὴ ὅλο φῶς

.         Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος γιὰ νὰ ἀναλωθεῖ στὴν ἀγάπη ἔπρεπε νὰ συνδεθεῖ μὲ τὸ καλώδιο τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἡ σύνδεση γινόταν, ὅπως γίνεται σὲ ὅλους μας, μὲ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Αὐτὴ δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη του. Ἄλλωστε τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του ἦταν ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς, Αὐτὸς ποὺ τὶς ἄσχημες στιγμὲς τῆς ζωῆς του τὶς ὀμόρφαινε, Αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Γέροντας εἶχε διακαῆ ἐπιθυμία «εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Αὐτῷ εἶναι» (Φιλιπ. α´ 21). Τὸ μήνυμα τῆς προσευχῆς του ἦταν, ὅτι ὅποιος γεύθηκε τὴν γλυκύτητα της δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἐγκαταλείψει, γιατὶ γλυκύτερο πράγμα στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑπάρχει.
.         Κάποτε ἕνα πνευματικὸ τέκνο του, χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ἀπὸ αὐτόν, τὸν εἶδε νὰ προσεύχεται στὸ Κελλί του. Εἶχε ὑπερυψωμένα τὰ χέρια, αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα δεόταν στὸν Κύριο γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ ἔμοιαζαν μὲ δύο λαμπάδες ὁλόφωτες, ποὺ ἐκτείνονταν πρὸς τὰ πάνω. Εἶχαν ἐπικαλυφθεῖ ἀπὸ δέσμες πυρός, ὅπως αὐτὲς τῶν δύο αὐταδέλφων νεαρῶν ἀσκητῶν, τοῦ Μαξίμου καὶ τοῦ Δομετίου, στὴν χάρη καὶ τῶν ὁποίων εἶχε ἀφιερώσει τὸ ἀσκητικό του κελλάκι, τὸν εὐκτήριο οἶκο του, στὸ Κρυονέρι. Ζοῦσε ὁ π. Εὐσέβιος στὴν χώρα τοῦ ἀκτίστου, τοῦ Θαβωρείου φωτός.
.         Μὲ τὴν προσευχή του ὁ π. Εὐσέβιος μποροῦσε καὶ «ὄρη μεθιστάνειν» (Α´ Κορ. ιγ´ 2), ὄρη ψυχῶν ποὺ ἐμπόδιζαν τὰ ζωήρρυτα νάματα τῆς ἐπιγνώσεως καὶ τῆς μετανοίας νὰ διεισδύσουν καὶ νὰ τὶς καλλιεργήσουν πνευματικά. Στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, κοντὰ στὴν πόλη Ratvik, ὅπου ἡ πρόσβαση ἦταν δύσκολη καὶ ἡ περιοχὴ ἐρημική, μιὰ ψυχὴ μὲ τὴν δύναμη τῆς θελήσεώς της, καὶ γιατὶ ὄχι μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ διορατικοῦ Γέροντος, κατάφερε καὶ ἔφθασε. Ἦταν καλοκαίρι καὶ τὸ τοπίο ἦταν ὑπέροχο, γεμάτο ἔλατα. Ὁ Γέροντας ποὺ ἔδειχνε νὰ μὴν γνωρίζει τίποτα γιὰ τὸν ἐρχομό της, ἀφοῦ δὲν εἶχε εἰδοποιηθεῖ, ὅταν τὴν ὑποδέχθηκε, τὴν ἀποκάλεσε μὲ τὸ ὄνομά της, -τυχαῖο;- καὶ τὴν ἔβαλε νὰ φάει σὲ ἕνα τραπέζι ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ἐκ τῶν προτέρων. Τὸ γεῦμα καὶ τὸ τραπέζι ἦταν ὅλα προετοιμασμένα γιὰ δύο ἄτομα -καὶ αὐτὸ τυχαῖο;-. Στὸ Ἡσυχαστήριο δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄλλος.
Ἡ ἐπισκέπτρια ἔθεσε στὸν Γέροντα τὶς ἀπορίες της, ἔκλαυσε, παραπονέθηκε, ἐξομολογήθηκε καὶ ἔνοιωσε τὴν ψυχή της πραγματικὰ ἀνάλαφρη. Ἦταν τόσο χαρούμενη καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ ψυχικά της βάρη ποὺ μονολόγησε: «Τὸ μόνο ἐπιπλέον πράγμα ποὺ θὰ ἤθελα αὐτὴ τὴν στιγμὴ εἶναι νὰ ἔβλεπα αὐτὸ τὸ ὑπέροχο δάσος χιονισμένο». Ὁ π. Εὐσέβιος μὲ τὸ διορατικό του φίλτρο συνέλαβε τὴν ἐπιθυμία της καὶ προσευχήθηκε θερμά. Νὰ ποὺ ἡ «προσευχὴ ταπεινοῦ νεφέλας διέρχεται» (Σοφ. Σειρ. 35, 17) καὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ μετακινεῖ καὶ βουνά.
.         Σὲ λίγα λεπτὰ ἄρχισαν νὰ χορεύουν νιφάδες καὶ ἕνα ἁπαλὸ ἄσπρο σεντόνι σκέπασε τὰ πάντα μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ καλοκαιριοῦ! Ἡ προσευχὴ τοῦ Γέροντα εἶχε εἰσακουσθεῖ καὶ ὁ καλός μας Θεὸς καὶ αὐτὴ τὴν κρύφια ἐπιθυμία τῆς προσκυνήτριας ἐκπλήρωσε, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι ὁ Θεὸς ἀκούει τὶς προσευχὲς τῶν δικαίων. Μᾶς τὸ εἶπε: «Ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω» (Ἰωάν. ιδ´ 14).

Μάξιμος καὶ Δομέτιος

.         Ὁ π. Εὐσέβιος ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στοὺς σήμερα ἑορταζομένους Ὁσίους αὐταδέλφους, τὸν Μάξιμο καὶ τὸν Δομέτιο, τοὺς δύο νεαροὺς Ὁσίους, «τοὺς ἁγιασθέντας διὰ τῆς εὐχῆς. Θαύμαζε τὴν ἄσκησή τους, τὴν προσευχή τους, τὴν σκληραγωγία καὶ τὴν σιωπή τους, τὴν ἐπιδίωξη τῆς ἀφάνειας, ὥστε τὴν ἀρετή τους νὰ γνωρίζει μόνο ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε καὶ στὸν πνευματικό τους καθοδηγητὴ νὰ τὴν γνωρίσει λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ὁσιακή τους κοίμηση. Θαύμαζε καὶ τοὺς τιμοῦσε κατὰ τὸ χρυσοστομικὸ «τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου».
.         Οἱ Μάξιμος καὶ Δομέτιος ἦταν ἀδελφοὶ ἀπὸ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρὰ τὴν εὐμάρεια καὶ τὶς ἀνέσεις τῆς οἰκογενείας τους ἦσαν ἀκάματοι ἐργάτες τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς σιωπῆς, τῆς ξενιτείας καὶ τῆς σκληραγωγίας. Ἡ ὄψη τους, ὄψη νεαρῶν ποὺ εἶχαν μεγαλώσει μέσα σὲ χλιδή, ξεγελοῦσε καὶ δὲν ἄφηνε νὰ καταλάβει κανεὶς τὴν μυστική τους πνευματικότητα καὶ νὰ δεῖ τὰ πολύτιμα διαμάντια τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ κρύβονταν μέσα τους. Τὰ διαμάντια αὐτὰ τὰ ἔκρυβαν μὲ τόση ἐπιμέλεια, ποὺ δὲν τὰ διέκρινε οὔτε καὶ ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Νιτρίας, ὁ Ἅγιος Μακάριος.
.         Ὅταν σὲ αὐτὸν ζήτησαν νὰ γίνουν μαθητές του στὴν ἔρημο, ἐκεῖνος θέλησε νὰ τοὺς διώξει βλέποντάς τους καλοαναθρεμμένους καὶ ἴσως ἀνίκανους γιὰ τὴν σκληρὴ δοκιμασία τῆς ἐρήμου. Ὁ λογισμός του, ὅμως, τοῦ ὑπαγόρευσε νὰ τοὺς δεχθεῖ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς σκανδαλίσει, ἀφοῦ ἂν δὲν ἄντεχαν, θὰ ἔφευγαν μόνοι τους. Μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ τοὺς ὑπέδειξε ἕνα μέρος, γιὰ νὰ κτίσουν ἕνα λιθόκτιστο κελλάκι καί, ἀφοῦ τοὺς ἐφοδίασε μὲ ἕναν πέλεκυ καὶ ἕνα σακκούλι γεμάτο ψωμιὰ καὶ ἁλάτι, τοὺς ἔδειξε πὼς νὰ πλέκουν ζεμπίλια μὲ βαγιὲς ἀπὸ ἕνα κοντινὸ ἕλος. Αὐτὰ θὰ τὰ πωλοῦσαν γιὰ νὰ   ἐξασφαλίσουν τὸν «ἐπιούσιον ἄρτον».
.         Γιὰ τρία ὁλόκληρα χρόνια οἱ νεαροὶ ἀγωνίσθηκαν ὑπεράνθρωπα μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ σιωπὴ καὶ ἔφθασαν σὲ μέτρα ἀρετῆς πολὺ ὑψηλά. Ζοῦσαν, ὅμως, καὶ ἐπιδίωκαν τὴν ἀφάνεια. Δὲν ἔδιναν σημεῖα προκοπῆς οὔτε σὲ αὐτὸν στὸν ἀββᾶ Μακάριο, ἀφοῦ μόνο στὴν ἐκκλησιὰ πήγαιναν, γιὰ νὰ μεταλάβουν, καὶ ἐκεῖ σιωπώντας.
.         Κάποια ἡμέρα αὐτὸς μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ ξεκίνησε νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ, γιὰ νὰ γνωρίσει τὴν κρυφή τους, ἂν ὑπῆρχε, πρόοδο. Ὅταν ἔφθασε στὸ κελλί τους, τὸν ὑποδέχθηκαν οἱ δύο νεαροὶ ἀσκητὲς καὶ τὸν ἀσπάσθηκαν μὲ σιωπή, ἐνῶ ὁ μικρότερος μὲ νεῦμα τοῦ μεγάλου συνέχισε τὴν πλοκὴ τῶν ζεμπιλιῶν του. Μετὰ τὴν ἐνάτη παρέθεσαν λίγο λιτὸ φαγητὸ καὶ τρία παξιμάδια γιὰ δεῖπνο. Σιωπώντας πάλι κάλεσαν τὸν Ἀββᾶ Μακάριο στὸ τραπέζι καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ρώτησαν, ἂν θὰ ἔφευγε ἢ θὰ ἔμενε μαζί τους τὸ βράδυ. Ἡ σιωπή τους τὸν εἶχε μαγνητίσει καὶ στὴν διερευνητική του ἐπιθυμία νὰ γνωρίσει τὸν ἐσωτερικό τους κόσμο, ἔδωσε καταφατικὴ ἀπάντηση. Ἐκεῖνοι τότε ἔστρωσαν ἕνα ψαθὶ γιὰ τὸν ἐπισκέπτη τους καὶ ἕνα ἄλλο στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς καλύβας γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Μόλις πλάγιασαν, ὁ Ἀββᾶς Μακάριος προσευχήθηκε στὸν Θεό, νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὴν ἐργασία τους. Τότε ἄνοιξε ἡ στέγη καὶ ἔγινε φῶς, σὰν νὰ ἦταν ἡμέρα. Οἱ δύο ἀδελφοί, ὅμως, δὲν ἔβλεπαν τὸ φῶς καί, πιστεύοντας ὅτι ὁ Ἀββᾶς Μακάριος κοιμήθηκε, σηκώθηκαν καὶ ἁπλώνοντας τὰ χέρια στὸν οὐρανὸ ἄρχισαν νὰ προσεύχονται. Ἔβλεπε τότε ὁ Μέγας Καθηγητὴς τῆς ἐρήμου μυῖγες, νὰ προσπαθοῦν τὰ πλησιάσουν τὸν μικρότερο ἀδελφό, ποὺ τὸν περιτείχιζε Ἄγγελος Κυρίου κρατώντας πύρινη ρομφαία. Τὸν μεγαλύτερο ἀδελφὸ δὲν τὸν πλησίασαν.
.         Κατὰ τὸ πρωῒ ξεκίνησαν ὅλοι μαζὶ τὴν ὀρθρινὴ προσευχή. Καὶ ἔβλεπε πάλι στὴν διάρκειά της ὁ Ἀββᾶς Μακάριος, σὲ κάθε στίχο τοῦ ψαλτηρίου ποὺ ἔλεγαν, νὰ βγαίνει λαμπάδα φωτιᾶς ἀπὸ τὸ στόμα τους, ποὺ ἔφθανε ὡς τὸν οὐρανό. Μετὰ τὸ τέλος τῆς προσευχῆς ὁ θεῖος Μακάριος ἔκπληκτος γιὰ τὸ ὑπερφυέστατο θέαμα τοὺς ζήτησε νὰ εὔχονται γι’ αὐτὸν καὶ αὐτοὶ πάλι σιωπώντας πῆραν τὴν εὐχή του καὶ τὸν χαιρέτησαν. Ὁ Γέροντας ἀπομακρύνθηκε, ἀφοῦ εἶχε διαπιστώσει ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς εἶχε φθάσει στὴν τελειότητα, ἐνῶ ὁ μικρότερος δεχόταν ἀκόμη ἐπιθέσεις ἀπὸ τὸν πονηρό, ἀπὸ τὶς ὁποῖες, ὅμως, προστατευόταν ἀπὸ Ἄγγελο γιὰ τὴν ὑπερφυσική του ἄσκηση καὶ τὸν πόθο του γιὰ πνευματικὴ τελείωση.
.         Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες κοιμήθηκε ὁ μεγάλος ἀδελφὸς τὸν ὕπνο τῶν δικαίων καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες καὶ ὁ μικρότερος. Ὁ ἀββᾶς Μακάριος ἔκτοτε τοὺς παρουσίαζε σὰν πρότυπα ἀσκήσεως καὶ ἔδειχνε τὸν τόπο τους γιὰ παραδειγματισμὸ στοὺς ἄλλους ἀσκητὲς λέγοντας: «Ἐλᾶτε τὰ δεῖτε τὸν τόπο μαρτυρίου τῶν νεαρῶν, ποὺ ἁγίασαν μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν σιωπή».
.         Οἱ ἀδελφοὶ αὐτοί, Μάξιμος καὶ Δομέτιος, τιμῶνται πολὺ στὴν ἔρημο τῆς Νιτρίας καὶ τὸ μοναστήρι ποὺ δημιουργήθηκε στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς τους ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους σήμερα «Μονὴ Baramous», ποὺ σημαίνει «Μονὴ τῶν Ρωμιῶν», τῶν νεαρῶν χριστιανῶν εὐγενῶν αὐταδέλφων, τῶν ἐραστῶν τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Αὐτοὺς τοὺς αὐταδέλφους εἶχε πρότυπα ὁ π. Εὐσέβιος μιμούμενος τὴν ἀποταγὴ τοῦ κόσμου, τὴν προσευχή, τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἐργασία.
.         Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς αὐτὴ ἡ ψυχή, ποὺ γεννήθηκε γιὰ ν’ ἁγιάσει, ὁ Γέροντας Εὐσέβιος, ὁ ἱεραπόστολος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προσευχῆς, ὀ ἀναζητητὴς τοῦ ἀπολύτου!

Ἐλάχιστη προσφορά

.         Σεβασμιώτατε, σεβαστοί μοι Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἔχοντας πλήρη ἐπίγνωση ὅτι ὁ μοναδικὸς Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν ἕνας πολύεδρος ἀδάμαντας τῆς ἀρετῆς, τῆς ἀγάπης, τῆς προσευχῆς, τὸν ὁποῖο ἀπὸ ὅποια ὀπτικὴ γωνία καὶ ἂν τὸν κοίταζες αἰσθανόσουν θάμβος, τόλμησα νὰ τὸν δῶ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου καὶ ἡ ἀκτινοβολία του μὲ θάμπωσε. Στὴν ἱερὴ μνήμη του, ἔτσι θαμπωμένος, τόλμησα ὁ ἀνάξιος νὰ καταθέσω αὐτὲς τὶς σκέψεις νομίζοντας ἀφελῶς ὅτι κάτι προσφέρω. Τὸ ἔκανα, γιὰ νὰ ἐξωτερικεύσω τὴν ἀνάγκη μου νὰ προσφέρω ἀπὸ τὸ ἄντλημα τῆς καρδιᾶς μου «εὐσεβείας νάματα».
.         Ὁ π. Εὐσέβιος δὲν ἔχει ἀνάγκη προβολῆς ὡς οὐρανοπολίτης, οὔτε ἤθελε προβολὲς καὶ παρουσίες στὴν ἐπίγεια ζωή του. Ζοῦσε στὴν ἀφάνεια καὶ τὸν γέμιζε ἡ πανταχοῦ παρουσία τοῦ Κυρίου μας, τὸ κάλλος τῆς μορφῆς τοῦ ὁποίου τώρα ἀπολαμβάνει μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια. Ἐμεῖς, ὅμως, οἱ ζῶντες, «οἱ περιλειπόμενοι» (Α´ Θεσ. δ´ 15), ἔχουμε ἀνάγκη νὰ δροσισθοῦμε μὲ νάματα σωτηρίας, μὲ νάματα εὐσεβείας. Τὸ ἄντλημά μου, δυστυχῶς, εἶναι μικρό. Ἴσως, ὅμως, προβάλλοντας τὸν π. Εὐσέβιο, νὰ ἐπέμβει ἐκεῖνος καὶ ὡς ἀντίδωρο ἀγάπης νὰ δροσίσει κάποιες διψασμένες καρδιές, ὅπως ἔπραττε καὶ ὅσο χρόνο ἦταν μαζί μας, ὁδηγώντάς τες στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Χριστό μας, ποὺ τόσο αὐτὸς ἀγάπησε. Ἔτσι, δροσισμένες στὸ καῦμα τοῦ σύγχρονου κόσμου, τοῦ κόσμου τοῦ αἰῶνος τούτου, τοῦ ἀπατεῶνος, ἂς ἀνάψουν ἕνα κερὶ στὴν μνήμη του καὶ ἂς τὸν ἐπικαλεσθοῦν στὰ προβλήματά τους ὡς «Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ». Μὲ τὴν ἐπεξήγηση αὐτῆς τῆς φράσεως θὰ κλείσω τὴν σύντομη γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο εἰσήγησή μου.
.         Ὁ Γέροντας, γνωστὸ σὲ ὅλους, ὑπῆρξε ἀφιλάργυρος. Βίωνε τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ καὶ πλούτιζε τοὺς ἄλλους μὲ ἀγάπη καὶ μὲ ὅσα ἡ ἀγάπη τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν τοῦ ἔδινε, γιὰ φιλανθρωπία. Γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἐνδεεῖς ἧταν «»πατερούλης», ὅσο ζοῦσε καὶ ὁ «πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» μετὰ τὴν κοίμησή του. Χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωση μιᾶς νέας κοπέλλας ποὺ ἀναπαυόταν πνευματικὰ στὸν Γέροντα καὶ δεχόταν τὸ προϊὸν ὄχι μόνο τῶν προσευχῶν του, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑλικῆς του στηρίξεως. Ὁ Γέροντας γνώριζε τὸ δυφυὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ δὲν ἔμενε σὲ εὐχολόγια. Δὲν ἔλεγε:
-Ὕπαγε καὶ ἐγὼ θὰ προσεύχομαι γιὰ σένα.
.         Τί νὰ τὴν κάνει κανεὶς μόνο τὴν εὐχή, ὅταν τὸ στομάχι διαμαρτύρεται; Ὁ π. Εὐσέβιος ὄχι μόνο πονοῦσε γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἀλλὰ μεριμνοῦσε καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν τους ἀναγκῶν. Ἦταν πραγματικὸς πατέρας. Ἦταν εἰς τύπον Χριστοῦ.
.         Τὴν κοπέλλα αὐτὴ πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε εὐεργετήσει καὶ αὐτὴ ἔνοιωθε τὸν Γέροντα ὄχι μόνο πνευματικὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ τροφέα καὶ ἀνακουφιστὴ καὶ ἀρωγὸ στὶς καθημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς.
.         Ἦλθε ἡ εὐλογημένη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς κάλεσε τὸν Γέροντα Εὐσέβιο γιὰ νὰ τὸν κάνει οὐρανοπολίτη, νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα. Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση ἡ νεαρὴ βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση. Ποιός τώρα θὰ τῆς κάλυπτε τὰ ἔξοδα; Ποιός θὰ τὴν βοηθοῦσε;
.         Ἀπελπισμένη σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ψέλλισε:
-Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ, τί θὰ ἀπογίνω τώρα;
.         Ἡ ἔκπληξη ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὸ ἑπόμενο πρωῒ βρίσκει κάτω ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ της ἕναν φάκελλο. Εἶχε ὄνομα: «π. Εὐσέβιος». Τὸ ἄνοιξε βιαστικὰ καὶ ἔμεινε ἄφωνη. Ὁ «Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» εἶχε μεριμνήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες της. Θαυμαστό; Ναί. Γράμμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ χρηματικὸ ποσό, ἱκανὸ νὰ τῆς λύσει τὰ τρέχοντα οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ ὄχι μόνον.
.         Σεβασμιώτατε, ἡ ἐποχή μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ Εὐσεβίους. Εὐσέβιοι μᾶς χρειάζονται, γιὰ νὰ μᾶς καθοδηγοῦν στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Ζωοδότη μας Χριστό. Εὔχεσθε, νὰ πληθαίνουν οἱ Εὐσέβιοι πρὸς σωτηρίαν ψυχῶν καὶ δόξαν τοῦ παναγίου ὀνόματός Του. Ἀμήν.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΕΣΤΡΑΦΗ ΕΙΣ ΤΑ ΟΠΙΣΩ» (Χαραλ. Μπούσιας)

Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω.

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Ἰορδάνης ποταμός, ὁ ἱερὸς ποταμὸς τῆς θεοφανείας, ὁ ποταμὸς ποὺ «ἐθαμβήθη θεωρῶν τὸν ἀθεώρητον γυμνόν», εἶναι ὁ ποταμὸς ποὺ ἡ διάβασή του ὁδηγεῖ στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ὁ ποταμὸς τῆς ἐπιθυμίας ἐπισκέψεως τῶν ρείθρων του, τῆς καθάρσεως, τοῦ ἁγιασμοῦ. Ὅλοι μας τρέφουμε τὴν ἐλπίδα, νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βαπτισθοῦμε στὰ νερά του, στὰ ρεῖθρα ποὺ στὴν γύρω τους ἔρημο ἀσκήσευσε ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης, ὁ Πρόδρομος, στὰ ῥεῖθρα ποὺ ἁγιάσθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς Πατὴρ ἐφώνει «Οὖτός ἐστίν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός» καὶ τὶ Ἅγιον Πνεῦμα παρουσιάσθηκε «ἐν εἴδει περιστερᾶς».
.               Ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ὁ προσωποποιημένος ποταμός. Ἂν καὶ ὡς κτίσμα εἶναι ἄψυχο, δὲν ἔχει αἰσθήσεις, ἐν τούτοις τοῦ φωνάζουμε: «Ἰορδάνη ποταμέ, τί ἐθαμβήθης θεωρῶν;», «Ἑτοιμάζου, Ἰορδάνη ποταμέ..», «Ἰορδάνη ποταμέ, στῆθι ὑπόδεξαι σκιρτῶν..», «Ἰορδάνη ποταμέ, εὐφράνθητι..», «Καὶ σύ, Ἰορδάνη ποταμέ, διατὶ ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω», λὲς καὶ ἀπευθυνόμαστε σὲ πρόσωπο. Βέβαια, δὲν εἶναι τὸ μοναδικὸ κτίσμα ποὺ προσωποποιεῖται στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία. Ἔχουμε πολλὰ παρόμοια παραδείγματα στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς ὑμνογραφίας καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὅταν λέμε: «Εὐφραινέσθω τὰ οὐράνια, ἀγαλλιάσθω τὰ ἐπίγεια», δηλαδή, ἂς εὐφρανθοῦν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἂς χαρεῖ ἡ γῆ, ἐννοοῦμε τὴν χαρὰ τῶν ἀγγέλων στὸν οὐρανὸ καὶ τῶν ἀνθρώπων στὴν γῆ καὶ ὄχι τοῦ ἀέρος καὶ τοῦ ἐδάφους. Ἐπίσης στὴν ὑμνογραφία ἀπευθυνόμαστε πολλὲς φορὲς σὲ ἱεροὺς τόπους ἢ ἱερὰ ἀντικείμενα λὲς καὶ αὐτὰ εἶναι ἔμψυχα, ὅπως στὴν Βηθλεὲμ καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό. Ἔτσι λέμε:
.               «Ἑτοιμάζου, Βηθλεέμ, ἤνοικται πᾶσιν ἡ Ἐδέμ..» ἢ « Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ, σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου», ἢ «Οὐ δυνησόμεθα, Σταυρὲ τοῦ Κυρίου, τὰ σὰ θαυμάσια ὑμνεῖν οἱ κατάκριτοι».  Ὅταν ἐπίσης λέμε: «Σκιρτήσατε τὰ ὄρη καὶ οἱ βουνοί», δὲν παρακινοῦμε τὰ βουνὰ καὶ τοὺς λόφους νὰ σκιρτήσουν, ἀλλὰ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ κατοικοῦν σὲ αὐτούς. Καὶ ὅταν λέμε: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ», δὲν ἐννοοῦμε, ὅτι ἀφήνουν φωνὴ ποὺ ἀκοῦν τὰ αὐτιά μας, ἀλλὰ ὅτι παρουσιάζουν σὲ μᾶς μὲ τὸ μέγεθός τους τὴν δύναμη τοῦ Δημιουργοῦ. Ἔτσι, κατανοοῦμε τὸ κάλλος τους καὶ δοξάζουμε τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό τους σὰν ἄριστο τεχνίτη.
Τὴν θαυμαστὴ στροφὴ τοῦ ρεύματος τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνου πρὸς τὰ ὀπίσω, αὐτὴν ποὺ ὑπερφυῶς βλέπουμε σὲ αὐτὸν κάθε χρόνο, στὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, και δοξάζουμε τὸν βαπτισθέντα Κύριό μας Ἰησοῦ, περιφράφει ὁ Προφητάναξ Δαβὶδ λέγοντας: «Ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω» (Ψαλμ. ΡΙΔ´, 3). Μὲ αὐτὸ τὸ χωρίο ὁ Ψαλμωδὸς ἤθελε νὰ προφητεύσει τὴν ἔκπληξη τῆς θαλάσσης, τοῦ νεροῦ ποὺ ἁπλωνόταν σὲ μεγάλο μέρος, καὶ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, μὲ τὴν εἴσοδο στὰ νάματά του τοῦ ἀναμάρτητου Χριστοῦ μας. Αὐτὴν τὴν ἔκπληξη δικαιολογεῖ στὴν εὐχὴ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν ὑδάτων ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων λέγοντας.
.               «Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω θεασάμενος τὸ πῦρ τῆς Θεότητος σωματικῶς κατερχόμενον καὶ εἰσερχόμενον ἐπ’ αὐτόν». Τὸ πῦρ τῆς Θεότητος στὴν σάρκα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ εἰσερχόταν μέσα στὰ ἰορδάνεια ρεῖθρα, ἀπὸ φόβο καὶ σεβασμὸ αὐτὰ ἤθελαν νὰ τὸ ἀποφύγουν.
.               Τὸ ὅτι ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω περιγράφει καὶ τὸ ἑπόμενο ὡραιότατο τροπάριο τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων θυμίζοντάς μας τὴν διαίρεση τοῦ ὕδατος τοῦ Ἰορδάνου μὲ τὴν μηλωτὴ τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου, μετὰ τὴν ἀνάληψη στοὺς οὐρανοὺς μὲ πύρινο ἅρμα τοῦ προφήτου Ἠλιού:
.               «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιοὺ, καὶ διῃρεῖτο τὰ ὕδατα ἔνθεν καὶ ἔνθεν· καὶ γέγονεν αὐτῷ, ξηρὰ ὁδὸς ἡ ὑγρὰ, εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι᾽ οὗ ἡμεῖς τὴν ῥέουσαν, τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν, Χριστὸς ἐφάνη, ἐν Ἰορδάνῃ, ἁγιάσαι τὰ ὕδατα». Ἐστράφη παλιὰ πρὸς τὰ πίσω τὸ ρεῦμα τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ διὰ τῆς μηλωτῆς τοῦ ἀναληφθέντος στὸν οὐρανὸ προφήτου Ἠλία, τὴν ὁποίαν εἶχε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος. Καὶ ἔγινε ἡ ὑγρὴ ὁδὸς ξερὴ προτυπώνοντας ἀληθινὰ τὸ βάπτισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμεῖς διαπερνοῦμε τὴν ρευστὴ διάβαση τοῦ βίου. Ὁ Χριστὸς φανερώθηκε στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ ἁγιάσει τὰ ὕδατα.
.               Ἡ ποιητικώτατη προφητικὴ αὐτὴ φράση τῶν Ψαλμῶν «ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω» εἶναι πλουτισμένη μὲ ἕνα ἀσυνήθιστο καὶ ἀνυποψίαστο, ἀκόμα καὶ στοὺς πιὸ φιλακόλουθους, πνευματικὸ βάθος. Τὸ σχολιάζει πολὺ ὄμορφα, ὅπως πράττει πάντοτε, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:
.               Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης, ποὺ ἦταν πολυφημισμένος στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα θαύματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν βάπτιση τοῦ Χριστοῦ σὲ αὐτόν, πηγάζει ἀπὸ δύο πηγές. Ἡ μία λέγεται Ἰὸρ καὶ ἡ ἄλλη Δάν. Καθὼς προχωροῦν τὰ δύο αὐτὰ ποτάμια, ἑνώνονται σὲ ἕνα ποὺ ὀνομάζεται Ἰορδάνης. Αὐτὸς μὲ πλῆρες ἀνάπτυγμα τοῦ ροῦ του περνάει μέσα ἀπὸ ἐναλλασσόμενα παρόχθια γόνιμα καὶ ἀμμώδη ἐδάφη καὶ χύνεται στὴν Νεκρὰ θάλασσα. Ἡ ἀλληγορία ἐδῶ εἶναι βαθειὰ καὶ θεολογικώτατη, ὅπως τὴν φανερώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης εἶναι ὁ τύπος τουῦ ἀνθρωπίνου γένους. Οἱ δύο πηγές του συμβολίζουν τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, τοὺς δύο προπάτορες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀνέβλυσε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ τὸ γένος αὐτὸ πρὸς τὰ ποῦ πορευόταν πρὶν τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεανθρώπου μας Ἰησοῦ; Ἀλλοίμονο, στὴν νέκρωση καὶ στὸν θάνατο μέσα ἀπὸ χαρὲς καὶ λύπες τῆς ζωῆς, ὅπως ὁ Ἰορδάνης, ὁ ὁποῖος μέσα ἀπὸ γόνιμα καὶ ἄγονα ἐδάφη ἐκβάλλει στὴν Νεκρὰ θάλασσα. Ἦρθε, ὅμως, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ πόνεσε γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ἔπαθε πάνω στὸν Σταυρό, καὶ κατήργησε, μὲ τὸν θάνατό του, τὸν θάνατο. Ἔτσι, χάρισε στοὺς ἀνθρώπους τὴν ζωὴ καὶ τοὺς ἔστρεψε πρὸς τὰ πίσω, τοὺς ἔκαμε νὰ μὴν τρέχουν πιὰ πρὸς τὴν νέκρωση καὶ τὸν θάνατο, ἀλλὰ πρὸς τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἀφθαρσία. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει, ὅτι «ὅσοι εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν». (Ῥωμ. στ΄ 3).
.               Σὲ ἕνα ἄλλο δοξαστικὸ τῆς Ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων ὁ ὑμνογράφος ἐρωτᾶ τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ προσωποποιημένο:
.               «Τί ἀναχαιτίζει σου τὰ ὕδατα, ὦ Ἰορδάνη, τί ἀναποδίζεις τὸ ῥεῖθρον καὶ οὐ προβαίνεις τὴν κατὰ δύσιν πορείαν;».
.               Γιὰ νὰ συνεχίσει μὲ τὴν ἀπάντηση τοῦ Ἰορδάνου:
«Οὐ δύναμαι φέρειν πῦρ καταναλίσκον· ἐξίσταμαι καὶ φρίττω τὴν ἄκραν συγκατάβασιν· ὅτι οὐκ εἴωθα τὸν καθαρὸν ἀποπλύνειν, οὐκ ἔμαθον τὸν ἀναμάρτηρον ἀποσμήχειν, ἀλλὰ τὰ ῥερυπωμένα σκεύη ἐκκαθαίρειν…». Ποιός σοῦ ἀναχαιτίζει τὰ ὕδατα, Ἰορδάνη, καὶ ἐμποδίζει τὴν φυσική σου πορεία πρὸς τὴν δύση; Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὅλος πῦρ καὶ ἀπορῶ καὶ φρίττω τὴν ἀμέτρητη συγκατάβασή Του. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ καθαρίσω τὸν καθαρόν, οὔτε νὰ σκουπίσω τὸν ἀναμάρτητο. Ἐγὼ μόνο βρώμικα σκεύη μπορῶ μὲ τὰ νερά μου νὰ καθαρίσω.
.               Ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ ποταμὸς ποὺ ὁρίζει τὴν «γῆ τῆς ἐπαγγελίας». Τὸ νὰ διασχίσεις τὸν Ἰορδάνη σήμαινε, γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, πὼς εἰσέρχεσαι στὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Κυρίου. Σήμαινε, ὅτι μπαίνεις στὴν «γῆ ποὺ ρέει γάλα καὶ μέλι», στὸν τόπο ὅπου ὁ Θεὸς θὰ κατοικήσει μὲ τὸν λαό Του παρέχοντάς του τὶς ἀτελεύτητες εὐλογίες τῆς παρουσίας Του.
.               Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἡ διαπέραση τοῦ Ἰορδάνη σημαίνει εἴσοδο στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐμπειρία τῆς πληρότητας τῆς ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Μωϋσῆς δὲν εὐλογήθηκε νὰ διασχίσει τὸν Ἰορδάνη συμβολίζει ὅτι ὁ Νόμος μόνος του δὲν σώζει. «Οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ» (Γαλ. β΄ 16). Ἔπρεπε νὰ ἔλθει ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός μας, ὁ ὁποῖος διὰ μέσου τοῦ Ἰορδάνου μπορεῖ νὰ εἰσάγει τοὺς πιστοὺς στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, στὴν Οὐράνια Βασιλεία, τονίζοντας ἔτσι τὴν λυτρωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἰησοῦ, στὴν διαθήκη τῆς χάριτος.
.               Ὅταν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μωϋσέως ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἔφθασε στὸν Ἰορδάνη, τὰ ὕδατα σχίσθηκαν στὴν παρουσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μὲ τοὺς ἱερεῖς νὰ προπορεύονται βαστάζοντας στὰ χέρια τους τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης. Ὅπως τὰ ὕδατα τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης σχίσθηκαν, γιὰ νὰ ἐπιτρέψουν στὸν λαὸ αὐτὸ νὰ διαβεῖ ὡς διὰ ξηρᾶς, κατὰ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ἐπιζητώντας τὴν «ἐν Θεῷ ἐλευθερία»καὶ σωτηρία του ἀπὸ τὰ φαραωνικὰ δεσμά, ἔτσι καὶ κατὰ τὴν εἴσοδό του στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς σχίσθηκε, γιὰ νὰ διαβεῖ ὁ ταλαιπωρημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν τόπο τοῦ τελικοῦ του προορισμοῦ. Μήπως καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τὴν δική μας δὲν σχίσθηκαν τὰ Ἰορδάνεια ρεῖθρα, γιὰ νὰ περάσουμε στὴν Ἄνω Πόλη οἱ ταλαίπωροι ὁδοιπόροι αὐτῆς τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι μοναδικὴ βακτηρία ἔχουμε τὴν πίστη μας στὸν «ἐν Ἰορδάνῃ βαπτισθέντα Κύριο»;
.               Μετὰ τὴν διάβαση τοῦ Ἰορδάνου ὑπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ τὸ ρεῦμα του ἐπανῆλθε στὴν κανονική του πορεία, «ὥρμησεν κατὰ χώραν καὶ ἐπορεύετο καθὰ ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν δι’ ὅλης τῆς κρηπίδος» (Ἰησ. δ 18). Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης σχίσθηκε ἐπίσης κατὰ τὴν διέλευση τῶν προφητῶν Ἠλία καὶ Ἐλισσαίου, ὅπως ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν, καὶ ἀκούγεται στὴν Ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων: «Ἀμφότεροι ἔστησαν ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου. Καὶ ἔλαβεν Ἠλίας τὴν μηλωτὴν αὐτοῦ καὶ εἴλησε καὶ ἐπάταξε τὸ ὕδωρ καὶ διῃρέθη τὸ ὕδωρ ἔνθεν καὶ ἔνθεν καὶ διέβησαν ἀμφότεροι ἐν ἐρήμῳ» (Β’ Βασιλ. 2). Ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς ὁ προφήτης Ἠλίας, ὁ «ζῶν προφήτης», μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιστρέψει ξανά, καθώς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε, γιὰ νὰ ἑτοιμάσει τὴν ὁδὸ γιὰ τὸν ἐρχομό Του: «Ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἠλίας ἔρχεται πρῶτον καὶ ἀποκαταστήσει πάντα» (Ματθ. ιζ΄-11).
.               Στὸν Ἰορδάνη τέλος ποταμὸ καθαρίσθηκε ἀπὸ τὴν λέπρα του ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος, προεικονίζοντας τὸν καθαρισμὸ ὅλων μας ἀπὸ τὴν λέπρα τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ὕδατα τοῦ Ἰορδάνου εἶχαν καθαριστικὲς ἰδιότητες, γιατὶ μὲ αὐτὰ ποτίσθηκε τὸ τρισύνθετο δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατασκευάσθηκε ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας, πάνω στὸν ὁποῖο πλύθηκε ἡ ἁμαρτία τοῦ κόσμου.
.               Ἡ Ἱστορία τοῦ τρισύνθετου δένδρου ἔχει ὡς ἑξῆς:
.               Κάποια ἡμέρα παρουσιάσθηκε στὸν Λώτ, ποὺ εἶχε πέσει σὲ θανάσιμο ἁμάρτημα, ἕνας ἄγγελος καὶ τοῦ ἔδωσε τρία ραβδιά, τὸ καθένα ἀπὸ ἕνα εἶδος δέντρου, κέδρου, πεύκου καὶ κυπαρισσιοῦ. Τοῦ εἶπε νὰ τὰ φυτέψει καὶ νὰ φέρνει καθημερινὰ νερὸ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, νὰ τὰ ποτίζει. Ἐὰν βλαστήσουν τοῦ εἶπε, θὰ σημαίνει πὼς ὁ Θεὸς δέχθηκε τὴν μετάνοιά σου, διαφορετικὰ θὰ εἶσαι κολασμένος γιὰ πάντα. Γεμάτος χαρὰ ὁ Λὼτ ἔκαμε, ὅπως τοῦ ὑπέδειξε ὁ ἄγγελος. Ἔφερνε νερὸ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη σὲ ἀπόσταση πορείας μιᾶς ἡμέρας, πολὺ κοπιαστική. Στὴν πορεία του αὐτὴ παρουσιαζόταν ὁ διάβολος, γιὰ νὰ τοῦ πάρει μὲ δόλιο τρόπο τὸ νερὸ καὶ νὰ μὴν βλαστήσουν τὰ ραβδιά. Μετασχηματιζόταν ἄλλοτε σὲ ταλαιπωρο διψασμένο ὁδοιπόρο, ἄλλοτε σὲ γέροντα ἀσθενῆ καὶ ἄλλοτε σὲ γυναίκα δυστυχισμένη καὶ τοῦ ἔπινε τὸ νερό. Γιὰ τὴν καλωσύνη του, ὅμως, τὸν λυπήθηκε ὁ Θεὸς καὶ μὲ μιὰ φορὰ ποὺ πότισε τὰ ραβδιά, αὐτὰ βλάστησαν καὶ ἑνώθηκαν στὸ τρισύνθετο δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατασκευάσθηκε τὸ τίμιο ξύλο τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τὸ Ξύλο τῆς σωτηρίας μας.
.               Στὴν ἐρώτηση ἐὰν μποροῦμε νὰ πλυθοῦμε σὲ ὁποιονδήποτε ποταμὸ καὶ νὰ καθαρισθοῦμε, ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὄχι. Μόνο στὸν Ἰορδάνη, μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ, καθαριζόμαστε ἀπὸ ὅλες μας τὶς ἁμαρτίες. Μόνο διὰ μέσου τοῦ Ἰορδάνου, ποὺ μεταφέρεται στὸ πετραχήλι τῶν ἐξομολόγων, εἰσερχόμαστε πεντακάθαροι στὴν χώρα τῶν ζώντων, στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Μόνο διὰ τῶν ἁγιασμένων ὑδάτων τοῦ Ἰορδάνη καὶ τῶν δακρύων τῆς μετανοίας μᾶς ἐξαγιάζει ὁ Θεὸς γιὰ πάντα.

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΟΥΡΑΝΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ

 Δέκα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση
τοῦ σύγχρονου ἱεραποστόλου Εὐσεβίου Βίττη
(4 Νοεμβρίου 2009)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

γέρ. Εὐσ. Βίτ.png.             Γιὰ τὰ πνευματικὰ ἀναστήματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας μόνον ἐξ ἴσου ἅγια ἀναστήματα μποροῦν τὰ ὁμιλοῦν. Ἔτσι, γιὰ τὸν σύγχρονο Ἅγιο Ἱεραπόστολο τῆς Σουηδίας, τὸν μακαριστὸ Γέροντα Εὐσέβιο Βίττη, ποιός ἄλλος θὰ μποροῦσε νὰ γράψει, παρὰ ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Χαλκίδος, Νικόλαος Σελέντης; Αὐτὸς στὸ προσωπικό του ἡμερολόγιο, μὲ τὴν ζεστὴ φωνὴ τῆς προσευχητικῆς καρδιᾶς του γράφει πηγαῖα καὶ αὐθόρμητα, γιὰ τὸν τότε λαϊκό, νεαρὸ φοιτητή, Στέργιο: «Κύριε, φύλαξε τὸν Στέργιό μας!… Ὁ Στέργιος· Ἡ μεγάλη αὐτὴ ψυχὴ ποὺ γεννήθηκε γιὰ νὰ ἁγιάσει!..»
.             Ἡ οἰκοδομὴ τῆς ἀρετῆς τοῦ πλησίον ἦταν τὸ πρωταρχικὸ μέλημα τοῦ Γέροντος Εὐσεβίου. Μήπως αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ ἡ γενικὴ ἔννοια τῆς ἱεραποστολῆς; Ὁ Γέροντας δὲν περιοριζόταν μόνο στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τὸ κήρυγμα αὐτὸ τὸ συνόδευε σὲ ὅλη του τὴν ζωή, σὲ κάθε τόπο δράσεώς του, ἀπὸ πράξεις ἀγάπης, ἀφοῦ «πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» (Ἰακ. β´ 20). Αὐτὴ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη, ἡ ἐνεργὸς ἀγάπη, στηριζόμενη στὴν ζῶσά του πίστη καὶ τὴν βεβαία του ἐλπίδα γιὰ ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας στὸν κόσμο καὶ δόξα τοῦ ὀνόματος τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ, διήνθιζε καὶ ὀμόρφαινε τὴν ζωὴ του. Μὲ ζέση σιγοτραγουδοῦσε τὸ ἐμβατήριο τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων:
Ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ,
νάτο τὸ μέγαλο σύνθημά μας,
ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ,
ἀπ’τὰ πρῶτα χρόνια ὡς τὰ στερνά μας.

Ὁ Γέροντας σώζει ψυχὴν ἐκ θανάτου.

.             Γέροντας Εὐσέβιος πάντοτε «ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι» (Ἰακ. α´ 19), ἔσπευδε νὰ βοηθήσει ὅλους τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας καὶ κυρίως αὐτοὺς ποὺ τὸ ρεῦμα τῆς ἁμαρτίας θὰ τοὺς παρέσυσε στὸν ἀπέραντο ὠκεανὸ τῆς ψυχικῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Δὲν τὸ ἔπραττε ἀπὸ ἱερατικὴ ὑποχρέωση· τὸ ἔνοιωθε ὡς καθῆκον πρὸς μία ψυχὴ «ὑπὲρ ἧς Χριστὸς ἀπέθανε» (῾Ρωμ. ε´ 9), ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος μικρὸς ἢ μεγάλος, πλούσιος ἢ πτωχός, ἰσχυρὸς ἢ ἀδύναμος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μας κατὰ τὸν Ἀλεξανδρέα Κλήμη, ὁ ὁποῖος λέγει: «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον, τὸν Θεόν σου». Ἄλλωστε ὡς μελετητὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς βαθυνούστατος ὁ Γέροντας γνώριζε ὅτι «ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Ἰακ. ε´ 20).
.             Μιὰ ἑλληνοκυπρία βασανισμένη, διαζευγμένη μὲ ἕνα παιδί, βρέθηκε στὴν Σουηδία. Ἀλληλογραφοῦσε μὲ κάποιο συμπατριώτη της πού, ὅμως, δὲν τὸν γνώριζε προσωπικά. Αὐτὸς τὴν ἔφερε στὴν χώρα αὐτὴ τοῦ βορρᾶ ὑποσχόμενος ὅτι θὰ τὴν παντρευθεῖ. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ καὶ συναντήθηκε μαζί του διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος εἶχε τὴν διπλάσια ἀπὸ αὐτὴν ἡλικία καὶ ὅτι οἱ προθέσεις του γι’ αὐτὴν δὲν ἦσαν ἁγνές. Ἠθελε νὰ ἀνοίξει οἶκο ἀνοχῆς, γιὰ νὰ κερδίσει χρήματα, καὶ δὲν τὸν ἔμελλε οὔτε ὁ γάμος οὔτε ἡ ἀπώλεια τῶν ψυχῶν τῶν ἁμαρτανόντων. Τὴν καλοδέχθηκε καὶ μὲ ὄμορφο, ἀλλὰ δόλιο τρόπο ποὺ ἔκρυβε δηλητήριο, τὴν παρώτρυνε πρὸς τὴν ἁμαρτία.
.             Ξένη καὶ ἔρημη ἡ ταλαίπωρη ψυχὴ δὲν εὕρισκε κάπου νὰ ἀκουμπήσει. Ἔνοιωθε ἀδύναμη καὶ μόνη στὸν παγωμένο βορρᾶ. Ἔσφιγγε στὴν ἀγκαλιά της τὸ μικρὸ βλαστάρι της, τὴν μόνη ἐπὶ γῆς παρηγοριά της καί, εὐτυχῶς, ἔστρεφε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ ζητώντας τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια.
.             Στὴν ἀπελπισία της κατέφυγε στὸν ἱερέα τῆς ἑλληνικῆς παροικίας. Αὐτὸς τὴν κατεύθυνε στὸν Γέροντα Εὐσέβιο πού, ὅμως, βρισκόταν, τριακόσια χιλιόμετρα μακριά. Τοῦ ἔγραψε μία ἐπιστολὴ διεκτραγωδώντας τὴν κατάστασή της. Καὶ αὐτὸς δὲν ἔμεινε ἀδρανής. Δὲν παρέμεινε μόνο στὴν προσευχή, ἀλλὰ ἔστειλε ἀμέσως χρήματα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸν μαστροπὸ καὶ διεφθαρμένο ἐκεῖνον ἄνθρωπο, καὶ σὲ λίγες ἡμέρες κατέβηκε στὴ Στοκχόλμη νὰ τὴν συναντήσει. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐκεῖ πνευματικά του παιδιὰ ὁ Γέροντας ἐπιστράτευσε γιὰ τὴν ἐξεύρεση τῶν ἀναγκαίων πρὸς κάλυψη τῶν ἀναγκῶν καὶ τὴν ἄμεση ἀρωγή της. Τὴν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸν ἐπίβουλο ἄνθρωπο τῆς ψυχῆς της, τὴν σπούδασε καὶ τὴν ὁδήγησε σὲ ἔντιμο γάμο καὶ δημιουργία μιᾶς εὐλογημένης οἰκογένειας. Πῶς αὐτὴ νὰ μὴν ἦταν εὐγνώμων στὸν σωτήρα της, τὸν Γέροντα ποὺ μεριμνοῦσε γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα; Ἂς εἶναι αὐτὸ μικρὸ μνημόσυνο στὴν ἀγαπητική του καρδιά.

ΑΣΚΗΤΗΡΙΟΝ

Τὸ ἀσκητήριο τοῦ Γέροντος

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

,

Σχολιάστε