Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΘΛΗΤΕΣ ΑΝΟΙΞΕ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ

Τὸ Στάδιο γιὰ τοὺς ἀθλητὲς ἄνοιξε τὶς πύλες.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

ὁ  Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .       Καθημερινὰ ὅλοι μας ἐνσυνείδητα ἢ ἀσυνείδητα ἀγωνιζόμαστε στὸ στάδιο τῆς ζωῆς καὶ ἔχουμε, ἄλλοι μικρή, ἄλλοι μεγάλη, πεῖρα ἀγωνιστική. Ἀγωνιζόμαστε, ὅμως, ὄχι πάντοτε νόμιμα, γιὰ τοῦτο καὶ δὲν ὁδηγούμαστε σὲ νίκες, σὲ θριάμβους, σὲ ἐπιτυχίες. Καὶ ὁ ἀγώνας εἶναι τῆς ἐπιβιώσεως, τῆς βελτιώσεως τῶν αὐριανῶν συνθηκῶν ζωῆς μας. Ἄν, λοιπόν, ὁ ἀγώνας ὁ βιοτικὸς μᾶς θέλει ἀγωνιστές, μᾶς θέλει νόμιμους ἀθλητές, πόσο ἀθλητὲς μᾶς θέλει ὁ πνευματικὸς ἀγώνας, τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ποὺ ἀνοίγει σήμερα καὶ μᾶς καλεῖ νὰ εἰσέλθουμε σὲ αὐτό;
.       Ὁ ἀγώνας ὁ πνευματικὸς εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ ὁδηγεῖ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ νικοποιοῦ μας Χριστοῦ κοντά Του, στὴ θριαμβευτικὴ νίκη τῆς αἰωνιότητος, στὴν ὄντως ζωή. Ἄλλωστε Αὐτὸς εἶναι ὁ δίκαιος ἀγωνοθέτης καὶ στεφοδότης μας Κύριος. Στὸ στάδιο τῆς ἐπιβιώσεως ἀγωνιζόμαστε ἄλλοτε ἐγωϊστικὰ αὐτονομούμενοι καὶ ἄλλοτε ἐπικαλούμενοι τὴ Θεία Χάρη. Ἄλλοτε πρόθυμα καὶ ἄλλοτε ράθυμα. Ἄλλοτε μὲ ἐπιτυχίες καὶ ἄλλοτε μὲ ἀποτυχίες. Στὸ πνευματικὸ ὅμως στάδιο τί κάνουμε; Παραμένουμε ἀδρανεῖς νομίζοντας ὅτι δὲν θὰ τὰ καταφέρουμε νὰ ἀγωνισθοῦμε μέχρι τέλος ἐπιτυχῶς, σπεύδουμε νὰ κερδίσουμε τὸ στεφάνι χωρὶς νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τῶν δυνάμεών μας, ὁπότε ἡ κόπωση δὲν μᾶς φέρνει ποτὲ σὸ ἐπιθυμητὸ τέλος ἢ ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις, γιὰ νὰ νικήσουμε ἀκούοντας τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου: «Οὐδεὶς στεφανοῦται ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ;».
.       Σήμερα ἄνοιξε τὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ὁ καλὸς Θεός μας μᾶς καλεῖ νὰ ἀγωνισθοῦμε νόμιμα. Μᾶς θέλει ἀθλητὲς ὁ Κύριος, ἀθλητὲς τῆς ἀρετῆς. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἂν θὰ βγοῦμε πρωταθλητές· τὸν ἐνδιαφέρει νὰ ἀγωνιζόμαστε. Τὴν πρόθεσή μας θέλει ὁ Θεὸς καὶ Ἐκεῖνος μᾶς ἐνδυναμώνει, ἀφοῦ μᾶς εἶπε: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».
.       Ἔχετε ἰδεῖ, ἀδελφοί μου, κανένα ἀθλητὴ νὰ μπαίνει στὸ στάδιο χωρὶς προετοιμασία; Ὅλοι, ἀνάλογα μὲ τὶς ἱκανότητές τους προπονοῦνται γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα καὶ μετὰ εἰσέρχονται στὸ στάδιο γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν. Ἡ προετοιμασία, ἡ προγύμναση τοῦ ἀθλητῆ εἶναι βασικὸ γνώρισμα τῆς ἐπιτυχίας του. Στὸ πνευματικὸ στάδιο προγύμναση εἶναι ἡ ἐγρήγορση, ἡ προθυμία, ἡ ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ ἀγῶνος. Μὲ τὴν προγύμναση, ποὺ προϋποθέτει ἱδρῶτες δυναμώνει ὁ πνευματικὸς μυοσκελετικὸς ὀργανισμὸς τῶν ἀθλητῶν, σπάζουν τὰ ἅλατα τῶν ἀρθρώσεων καὶ δημιουργοῦνται εὐέλικτα σώματα, ἱκανὰ νὰ διαγωνισθοῦν καὶ νὰ ἐπιδιώξουν τὰ τρόπαια τῆς νίκης.
.       Δὲν θὰ ἰδεῖτε, ἀγαπητοί μου, κανένα ἀθλητὴ νὰ εἰσέρχεται στὸ στάδιο τοῦ ἀγῶνος μὲ γεμάτο στομάχι, οὔτε μὲ τὰ ἐνδύματα ποὺ κυκλοφορεῖ καθημερινὰ στὸν κόσμο. Γιὰ νὰ εἰσέλθει στὸ στάδιο ἀπεκδύεται τὰ ἐνδύματά του καὶ ἐνδύεται τὴ στολὴ τῆς ἀθλήσεως. Γιὰ τὸ πνευματικὸ στάδιο ὁ ἀθλητὴς νηστεύει, ἀποτοξινώνεται, ἀπέχει ἀπὸ φαγητὰ ποὺ τέρπουν μὲν τὴ σάρκα, ἀλλὰ φθείρουν τὸ πνεῦμα, φθείρουν τὴν ψυχή. Ἐπίσης ἀπεκδύεται τὰ ἐνδύματα τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐνδύεται χιτώνα ἀγαλλιάσεως μὲ τὰ πνευματικὰ ἀγωνίσματα, τὴν ἀγρυπνία, τὴν ἀνάγνωση ψυχωφελοῦν βιβλίων, τὶς μετάνοιες, τὴ σκληραγωγία τοῦ σώματος καὶ φυσικὰ τὴν φιλανθρωπία, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία μας θεωρεῖ τὴν ἐλεημοσύνη ὡς τὴν περικεφαλαία τῶν ἀρετῶν.
.       Ὁ πνευματικὸς ἀγωνιστὴς ἐπὶ πλέον ζητεῖ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν προσευχή, ἡ ὁποία ὄχι μόνο τὸν τονώνει, ἀλλὰ καὶ τοῦ χαρίζει τὴν εὐλογία, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ νικηφόρο τέλος. Μὴ λησμονοῦμε τὸν Ἅγιο Νέστορα, ποὺ εἰσῆλθε στὸ στάδιο καὶ νίκησε μὲ τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.
.       Ἄλλο βασικὸ στοιχεῖο τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας τῶν ἀθλητῶν εἶναι ἡ ἐξεύρεση τοῦ κατάλληλου, προπονητή, τοῦ κατάλληλου ἀλείπτη, ὅπως ἔλεγαν στὰ χρόνια τῶν ὀλυμπιονικῶν. Ὁ ἀλείπτης ἄλειφε μὲ λάδι τὰ σώματα τῶν ἀθλητῶν, γιὰ νὰ γλυστροῦν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀντιπάλων τους στὸ ἀγώνισμα τῆς πάλης. Σήμερα στὴν πάλη μας μὲ τοὺς νοητοὺς ἐχθρούς, μὲ τὸ διάβολο, χρείαζεται ὁ ἄριστος προπονητής, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν πνευματικό μας πατέρα. Αὐτὸς μᾶς καθοδηγεῖ, αὐτὸς γνωρίζει τὰ ἐλλαττώματά μας καὶ τὰ τρωτὰ σημεῖα μας, τὴν ἀχίλειο πτέρνα μας, καὶ μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὰ βέλη τῶν πολεμίων. Μὲ τὴν εὐχὴ λοιπὸν καὶ τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ μας Γέροντος ἂς ἀγωνισθοῦμε καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ νίκη θὰ εἶναι δική μας. Ἐμεῖς θὰ βάλουμε τὴν προθυμία, τὴν καλὴ ἐξομολόγηση καὶ τὴν ἐπιμονὴ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀγῶνος, οὕτως ὥστε νὰ περατώσουμε ἐπιτυχῶς τὸν ἀγώνα μας καὶ νὰ στεφανωθοῦμε ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτη Χριστό μας, ὁ ὁποῖος μᾶς προσμένει στὸ τέλος γιὰ νὰ μᾶς εἰπεῖ: «Εὖ, δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Καλὸ στάδιο!

Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

Η ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ «ΠΑΤΕΡ» ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΚΗ ΑΓΚΑΛΙΑ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἡ προσφώνηση «Πάτερ» ἀνοίγει τὴν πατρικὴ ἀγκαλιά.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                Στὸν Θεὸ Πατέρα καταφεύγουμε πάντοτε στὶς δυσκολίες καὶ στὶς θλίψεις μας, ὅπως καταφεύγουμε στὸν ἐπίγειο πατέρα μας σὲ κάθε στιγμὴ ποὺ μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ δώσουμε λύσεις στὰ προβλήματα ποὺ μᾶς ἀνακύπτουν. Οἱ ἐγωϊστὲς ἄνθρωποι δὲν καταφεύγουν στὸν πατέρα νομίζοντας ὅτι θὰ τὰ καταφέρουν μόνοι τους. Ὁ πατέρας μας, ὅμως, γνωρίζοντας καλὰ τὰ παιδιά του καὶ ὡς φιλόστοργος, ποὺ εἶναι, περιμένει νὰ τοῦ ζητήσουμε τὴ βοήθειά του, τὴν ὁποίαν ἄλλωστε οὐδέποτε μᾶς ἀρνεῖται. Καὶ ὄχι μόνο περιμένει πάντοτε πρόθυμος, ἀλλὰ εἶναι   διατεθειμένος νὰ κάνει καὶ κάθε ἀβαρεία, κάθε ὑποχώρηση, κάθε προσπάθεια, κάθε θυσία, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς ἐπιθυμίες μας. Εἶναι πατέρας ἀγάπης καί, ἐνῶ μᾶς ἀφήνει ἐλεύθερους νὰ δράσουμε, ὅταν τὸν ἐπικαλεσθοῦμε τρέχει νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἡ πατρότητά Του μᾶς δέχεται, ὅπως εἴμαστε καὶ ἔχει πάντοτε ἀνοιχτὴ ἀγκαλιά, ἕτοιμο λουτρὸ καθαρισμοῦ μας καὶ ἕτοιμα μουσικὰ ὄργανα πανηγυρισμοῦ γιὰ τὴν ἐπιστροφή μας καὶ τὴν ἐκζήτηση τῆς πατρικῆς βοηθείας. Κάμπτεται ὁ πατέρας ἀπὸ τὴν ταπείνωσή μας, αὐτὴ ποὺ δείχνει ὅτι τὸν ὑπολογίζουμε, ἄσχετα ἂν προηγουμένως πολιτευθήκαμε σὰν ἄσωτοι καὶ κατασπαταλίσαμε τὴν περιουσία του. Ὅταν τὸ ζητήσουμε Ἐκεῖνος πρόθυμα σπεύδει νὰ μᾶς ἀγκαλιάσει, νὰ μᾶς χαρίσει πλούσια τὰ ἀγαθά Του. Ἡ λέξη «πάτερ», ποὺ τοῦ ἀπευθύνουμε, ξεκλειδώνει τὴν πόρτα τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους.
.             Στὸν ἄσωτο τῆς παραβολῆς τί ἐπέφερε τὴν καλὴ ἀλλοίωση καὶ τί τὸν ὁδήγησε στὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν πατρικὴ στέγη; Μά, ἡ λέξη «πάτερ». Ὁ ἄσωτος γιὸς μόνο ποὺ σκέφθηκε νὰ ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του καὶ μὲ τὰ χείλη του πρόφερε τὸ ὄνομά Του ἀμέσως δέχθηκε τὴ δύναμη τῆς ἀπαρνήσεως τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐπιστροφῆς στὸ σπίτι του, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀρνηθεῖ ὠθούμενος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὁ Πατέρας μᾶς δέχεται πίσω, ὅταν μᾶς ἀκούει νὰ τοῦ λέμε, ὅπως ὁ ἄσωτος τῆς παραβολῆς: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου»! «Πατέρα μου, ἁμάρτησα. Σὲ πίκρανα μὲ τὴ συμπεριφορά μου. Ἔσφαλα. Θέλω ὅμως νὰ συνεχίσω νὰ σὲ ὀνομάζω πατέρα μου. Συγχώρεσέ μου τὸ ὅτι ἀτιμάζω τὸ γλυκύτατο ὀνομά Σου μὲ τὰ βδελυρὰ μὲ βέβηλα χείλη μου. Ὁμολογῶ τὰ σφάλματά μου καὶ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες μου. Γεύθηκα, ἀλλοίμονο, τοὺ καρποὺς τῆς ἁμαρτίας ποὺ εἶναι ἡδονικοί, ἀλλὰ σύντομα ἡ ἡδονὴ ποὺ αὐτοὶ προκαλοῦν μεταποιεῖται σὲ ὀδύνη. Ὁ ἀδελφός μου, πατέρα μου, δούλευε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ κοντά Σου. Ἦταν ὑπάκουος, ἀλλὰ ποτὲ δὲν σὲ ὀνόμασε «πατέρα». Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ καρδιά του ἔγινε σκληρή, ἔγινε πέτρινη. Δὲν τὴν μαλάκωσαν τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τῆς ταπεινώσεως. Κοντά Σου ἔμεινε, ναί, ἀλλὰ μακρυὰ ἀπὸ τὴν ταπείνωση τῆς ἀγαθότητός Σου. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔσφαξες γιὰ χατίρι του σιτευτὸ μοσχάρι. Τὸ βαστοῦσες γιὰ μένα, γιὰ τὸ πανηγύρι τῆς ἐπιστροφῆς μου. Σὲ εὐχαριστῶ, Πατέρα, γιατὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία γνώρισα τὴ στοργικότητά Σου, γνώρισα τὰ ἀληθινά Σου αἰσθήματά, γνώρισα τὴν πατρότητά Σου»!
.             Ἡ λέξη «πάτερ» μᾶς ταπεινώνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας καὶ μᾶς ἀνοίγει τὴν πόρτα τῆς μετανοίας, τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρικὴ στέγη, τῆς σωτηρίας.
.             Ἂς ἀναλογισθοῦμε: Στὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεό μας ποιός ἔφταιξε καὶ ποιὸς ταπεινώθηκε; Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι φταίξαμε στὸ Θεό μας μὲ τὴν ἀπρόσεκτη ζωή, τὶς ἐμπάθειες καὶ τὶς πτώσεις μας. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ἔκανε τὸ πρῶτο βῆμα καὶ σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος, γεύθηκε τὴν κακότητά μας καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ μᾶς πλύνει μὲ τὸ πανάχραντο αἷμα Του, ἀπὸ τὸ βόρβορο τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς χαρίσει ξανὰ τὸν ποθεινότατο Παράδεισο. Ὁ ἄνθρωπος ἔφταιξε, ὁ Θεὸς πρῶτος ἔκανε τὸ βῆμα τῆς προσεγγίσεως, τῆς καταλλαγῆς, τῆς συγχωρήσεώς μας. Ἐμεῖς, τὰ παιδία, πολλὲς φορὲς φερόμαστε μὲ ἀπρέπεια στὸν πατέρα μας, μὲ αὐθάδεια, μὲ ἀπείθεια, μὲ σκληροκαρδία. Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ πατέρα, τοῦ κάθε πατέρα καὶ φυσικὰ τοῦ εὔσπλαχνου πατέρα, τοῦ Θεοῦ μας; Καλωσύνη, ὑπομονή, μακροθυμία, ἀγκαλιὰ ἀνοιχτή, ἕτοιμη νὰ μᾶς χωρέσει, μάτια ποὺ δακρύζουν ἀπὸ θλίψη γιὰ τὶς πτώσεις μας καὶ ἀπὸ χαρὰ γιὰ τὴν ἀνόρθωση καὶ ἐπιστροφή μας. Ὁ πατέρας εἶναι πάντοτε ἕτοιμος νὰ μᾶς συγχωρήσει, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ἔχουμε κάνει. Ἡ μετάνοια, τὸ «Πάτερ, ἥμαρτον» (Λουκ. ιε´ 18) δὲν τὸν ἀφήνει ἀσυγκίνητο. Τὸ περιμένει, γιατὶ γνωρίζει τὴν ἐφάμαρτη ἀνθρώπινη φύση. Γνωρίζει τὰ θελήματα τῆς σάρκας, τὴν ἐπιθυμία τῶν ἡδονῶν. Ἀλήθεια, ποιὸς εἶναι ἄμεμπτος ἀπέναντι στὸν Κύριο; Ποιὸς εἶναι τόσο καθαρὸς ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ ἀντικρύσει τὸ Θεὸ Πατέρα στὰ μάτια; Κανεὶς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ φυσικὰ οὔτε ἐγώ. Καὶ ὅμως ὅσο ἀκάθαρτος καὶ ἂν εἶμαι, εἶμαι παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Μὲ καταλαβαίνει καὶ μόνο στὸ ἀντίκρυσμα τῆς μορφῆς Του, μόνο στὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Του τρέχει νὰ μὲ συναντήσει, νὰ μὲ ἀγκαλιάσει, νὰ μὲ πλύνει, νὰ μὲ πάρει πάλι κοντά Του. Εἶναι πραγματικὸς πατέρας, ἐνῶ ἐγὼ ἕνας ἄσωτος γιός. Ὅσο ζῶ αὐτονομούμενος στὴν ἁμαρτία καταστρέφομαι. Ὅταν ταπεινωθῶ ἐνώπιόν Του καὶ τὸν ὀνομάσω πατέρα μου ἀπὸ τὴν καταστροφὴ ὁδεύω πρὸς τὴ σωτηρία, πρὸς τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Πατέρα μου οὐράνιε, μὴ μὲ παραδειγματίσεις γιὰ τὴν ἀσωτία μου, ἀλλὰ δέξαι με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες Σου στὴ Βασιλεία Σου. «Πάτερ, ἥμαρτον» σῶσαι με.
.             Ὅπως ἐμεῖς δὲν θέλουμε τὸ κακὸ τῶν παιδιῶν μας καὶ τοὺς συγχωροῦμε ὅλα τὰ λάθη, γιατὶ τὸ πατρικό μας φίλτρο ὑπερισχύει τῆς αὐστηρότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης μας, ἔτσι καὶ ὁ Θεός μας μὲ τὴ μοναδικὴ πατρότητα ποὺ ἐπιδεικνύει μᾶς συγχωρεῖ κάθε μας ἁμαρτία καὶ «κατακαυχᾶται τὸ ἔλεος τῆς κρίσεώς Του» (Ἰακ. β´ 13), δηλαδὴ ἡ ἐλεήμων καρδιά Του ὑπερνικᾶ τὴν δίκαιη Κρίση Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς Πατέρας μας. Ἐμεῖς πῶς συγχωροῦμε τὰ παιδιά μας, ὅταν κλαίοντας ἔρχονται σὲ μᾶς καὶ μᾶς ζητοῦν στοργὴ καὶ ἐπιείκεια! Καὶ νὰ σκεφθεῖτε ὅτι ἡ συμπάθειά μας εἶναι περιορισμένη. Καμία σχέση δὲν ἔχει μὲ τὴν ἄπειρη συμπάθεια τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Καὶ μόνο ποὺ στὴν καθημερινή μας προσευχὴ τοῦ λέμε: «Πάτερ ἡμῶν», Ἐκεῖνος σκύβει καὶ μᾶς ἀγκαλιάζει, μᾶς χαρίζει τὴν εἰρήνη Του, μᾶς χαρίζει ὅλα τὰ ἀγαθά Του, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἑτοιμάζει γιὰ τὸ πανηγυρικὸ Δεῖπνο τοῦ οὐρανοῦ. Στὴ λέξη «πάτερ» δακρύζει ὁ κάθε πατέρας καὶ φυσικὰ ὁ οὐράνιός μας. Καὶ μὲ τὸ δάκρυ ξεπλένει κάθε ἀτότημα τοῦ προτέρου βίου μας.   Τὸ μυστικὸ ποὺ κρύβει ἡ λέξη «Πάτερ» εἶναι τὸ μυστικὸ τῆς μετανοίας καὶ τῆς σωτηρίας. Τὸ περιμένει νὰ τὸ ἀκούσει ὁ Θεὸς Πατέρας μας. Ἂς τοῦ τὸ φωνάξουμε!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΔΩΡΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Δῶρο μαρτυρίου
Ἅγιος Χαραλάμπης

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 .           Τὸ μαρτύριο γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀποτελεῖ μαρτυρία πίστεως δὲν εἶναι προσωπικὸ κατόρθωμα τοῦ κάθε μάρτυρος. Εἶναι δῶρο τοῦ οὐρανοῦ καὶ αὐτὸ δὲν δίδεται σὲ ὅλους, ἀλλὰ μόνο στοὺς ἐκλεκτούς, σὲ αὐτοὺς τῶν ὁποίων τὰ σπλάχνα φλέγει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει πρὸς τοῦτο: «Ἡμῖν ἐχαρίσθη οὐ μόνον τὸ εἰς Χριστὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ Αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλιπ. α´ 29). Τὸ μαρτύριο, αὐτὸ ποὺ ἐξυψώνει καὶ ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπο ὡς κοινωνὸ καὶ μιμητὴ τῶν παθημάτων τοῦ πρώτου καὶ μεγάλου μάρτυρος τῆς πίστεως μας, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, μᾶς δίδεται ὡς δῶρο. Σὲ αὐτὸ τὸ μαρτύριο στοιχίζεται διαχρονικὰ καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὡς ἁγιοτρόφος, καλλίτεκνος καὶ πολύτεκνος μητέρα, ἡ ὁποία δέχεται πλουσιοπάροχα τὰ δῶρα τοῦ οὐρανοῦ.
.           Ἀγαπῶ τὸν Χριστό μας καὶ θέλω νὰ γίνω Μάρτυρας γιὰ χάρη Του! Μπορῶ; Ναί, ὁ καθένας μας μπορεῖ, ἀρκεῖ νὰ ἔχει καρδιὰ ἀγάπης καὶ ταπεινώσεως. Δὲν γίνομαι μάρτυρας ἀπὸ ἐγωϊσμό, γιὰ νὰ δείξω ὅτι ὑπερέχω σὲ πίστη τῶν ἄλλων. Γίνομαι μάρτυρας μόνο ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὴν Αὐταγάπη, τὴ θυσιαστικὴ Ἀγάπη, τὸν Κύριό μας, ποὺ συνοδεύεται ἀπαραίτητα ἀπὸ ἀγάπη καὶ πρὸς ὅλους τοὺς συνανθρώπους μας.
.           Ἂς θυμηθοῦμε τὸν Σαπρίκιο καὶ τὸν Ἅγιο Νικηφόρο ποὺ μόλις ἐχθὲς ἑορτάσαμε τὴ μνήμη του. Μάρτυρας ἤθελε νὰ γίνει ὁ Σαπρίκιος, ἀλλὰ μάρτυρας ἐγωϊστὴς δὲν γίνεται. Δὲν τοῦ δόθηκε ἡ χάρη τοῦ μαρτυρίου. Δὲν συγχωροῦσε τὸν φτωχὸ Σαπρίκιο ποὺ τὸν ἱκέτευε νὰ τὸν συγχωρήσει. Ἀποτέλεσμα. Δὲν τοῦ δόθηκε ἡ χάρη τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ λίγο πρὶν τὸ τέλος καὶ ἡ χάρη δόθηκε στὸν ἅγιο τῆς συγχωρητικῆς ἀγάπης, τὸν Ἅγιο Νικηφόρο ποὺ ἔσπευσε νὰ πάρει τὴ θέση του στὸ μαρτύριο.
.           Δῶρο μαρτυρίου καὶ μάλιστα σὲ βαθιὰ γεράματα δόθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό μας στὸν Ἅγιο Χαραλάμπη. Τοῦ δόθηκε τὸ δῶρο τοῦ μαρτυρίου, γιὰ τὴν πολλή του ἀγάπη καὶ τὴ θυσιαστικὴ προσφορά του στὴν Ἐκκλησία τῆς Μαγνησίας. Καὶ δὲν τοῦ δόθηκε ἐφ’ ἅπαξ. Συνεχίζει νὰ τοῦ δίδεται μετὰ τὸ μαρτύριο ὡς δῶρο ἀπὸ τὸν Θεό μας καὶ τὸ χάρισμα νὰ προλαβαίνει νὰ τρέχει παντοῦ, ὅπου τὸν καλοῦν, ὅπως ἔτρεχε μὲ καρφιὰ στὰ πόδια διαπομευόμενος στοὺς δρόμους τῆς Μαγνησίας. Δὲν ὑπάρχει σημεῖο ποὺ νὰ μὴν τρέχει νὰ προσφέρει τὶς καλές του ὑπηρεσίες ὁ Ἅγιος Χαραλάμπης. Δὲν ὑπάρχει συγκεκριμμένος χρόνος δράσεώς του. Δὲν ὑπάρχει ἀσθένεια ἀνίατη γιὰ τὸν ὑπέργηρο ἱερομάρτυρα. Νὰ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ μας στὸν Ἅγιο Χαραλάμπη, ποὺ μᾶς δείχνει ὅτι «θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ» (Ψαλμ. ΞΖ´ 36).
.           Ἡ τήρηση τοῦ νόμου τῆς ἀγάπης, τοῦ πληρώματος τοῦ νόμου, μᾶς δίνει ὡς δῶρο τὴ δύναμη τῆς μαρτυρίας τῆς πίστεώς μας ἄχρι μαρτυρίου. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι δικό μας. Ἐμεῖς βάζουμε τὴν πρόθεση καὶ τὸ βίωμα. Τὸ μαρτύριο εἶναι δῶρο Θεοῦ πρὸς τοὺς ἐκλεκτούς Του. Τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο Χαραλάμπη καὶ πρὸς κάθε Μάρτυρα ἀποτελεῖ ἡ μίμηση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ταπεινώσεώς του καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πρεσβεύει, γιὰ νὰ χαρίσει καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος τὸ μεγάλο δῶρο τῆς μαρτυρίας τῆς ἀγάπης του.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΑΚΡΙΒΟΣ Ο ΑΚΡΙΒΗΣ! (Χαρ. Μπούσιας)

Ἀκριβὸς ὁ ἀκριβής

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ἀκριβὸς σημαίνει πολύτιμος, αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγάλη ἀξία, αὐτὸς ποὺ δὲν ἀγοράζεται εὔκολα, αὐτὸς ποὺ γιὰ νὰ γίνει ὅ,τι ἔγινε ἀπαιτήθηκε μεγάλος κόπος καὶ θυσία. Θαυμάζουμε κάθε τί τὸ ἀκριβὸ καὶ θέλουμε νὰ τὸ ἀποκτήσουμε. Γινόμαστε συλλέκτες ἀκριβῶν ἀντικειμένων, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ γινόμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀκριβοὶ μέσα στὴν κοινωνία μὲ τὸν πλοῦτο τῶν γνώσεων, τῶν ἀρετῶν μας, τῆς κοινωνικῆς μας προσφορᾶς, τῆς ἀκριβῆς συμπεριφορᾶς μας. Γιὰ νὰ γίνουμε, ὅμως, ἀκριβοί, δηλαδή, πολύτιμοι, θὰ πρέπει νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, δηλαδή, συνεπεῖς στὶς ὑποχρεώσεις μας, στὸ πιστεύω μας, στὶς ἀρχές μας. Γιὰ ὅ,τι πράττουμε νὰ ἔχουμε μπροστά μας πρότυπο, τὸ αἰώνιο πρότυπο, τὸν Χριστό μας. Καὶ νὰ ρωτάμε τὸν ἑαυτό μας:
– Αὐτὸ ποὺ σκέφτομαι νὰ πράξω θὰ σοῦ ἀρέσει, Χριστέ μου; Συμφωνεῖ μὲ τὸ νόμο Σου; Συμφωνεῖ μὲ τὸ θέλημά Σου;
.         Πρὸς τοῦτο χρειάζεται νὰ γνωρίζουμε ποιὸ εἶναι «τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ῥωμ. ιβ´ 2) καὶ τί εἶναι ἀκρίβεια. Ὄχι ἀκρίβια οἰκονομικὴ ποὺ μᾶς θλίβει ὅλους, βλέποντας στὰ καταστήματα τὰ εἴδη ποὺ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα στὴ ζωὴ νὰ ἀκριβαίνουν καὶ πολλὲς φορὲς νὰ μᾶς εἶναι ἀπλησίαστα, ἀλλὰ ἀκρίβεια λόγων καὶ πράξεων, ἀκρίβεια ποὺ μᾶς ἀναδεκνύει συνεπεῖς στὴν πίστη μας, μᾶς χαροποιεῖ καὶ μαζὶ μὲ μᾶς χαροποιεῖ καὶ τοὺς πλησίον μας.
.         «Ἀκρίβεια» εἶναι ἡ ἀπόλυτη τήρηση τῶν Κανόνων ποὺ διέπουν τὴν κοινωνική μας συμπεριφορά, ἡ τήρηση τῶν νόμων τῆς πολιτείας καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Εὐαγγελίου, ἐφ’ ὅσον θέλουμε πραγματικὰ νὰ ὀνομαζόμαστε Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ αὐτὴ τὴν πίστη μας νὰ τὴν προβάλλουμε μὲ τὴ ζωή μας, ὥστε νὰ δοξάζεται ἀπὸ αὐτὴ καὶ ὄχι νὰ ὑβρίζεται τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεώς μας, τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ.
.         Στὴ ζωὴ μᾶς ἔχουν τεθεῖ κάποια ὅρια μέσα στὰ ὁποῖα κινούμενοι σὲ μιὰ εὐνομούμενη πολιτεία προκόβουμε στὴν ἀρετὴ καὶ ὄχι «ἐπὶ τὰ χείῤῥῳ πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β´ Τιμ. γ´ 13), ὅπως οἱ πονηροὶ καὶ οἱ γόητες. Τὰ ὅρια αὐτὰ τὰ ἔχει θέσει ὁ Δημιουργός μας καὶ ἡ πολιτεία, στὴν ὁποία ζοῦμε, καὶ τὴν ἐφαρμογή τους τὴ διδάσκει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, ἡ ὁποία μᾶς θέλει εὐπειθῆ τέκνα της. Ὅποιος ὑπερβεῖ ἢ καταστρατηγήσει τὰ ὅρια αὐτὰ ἐκτροχιάζεται μὲ ἀπρόβλεπρες συνέπειες στὴ ζωή του καὶ στὴν κοινωνία μας. Γιὰ παράδειγμα, ἐὰν ἕνα τραῖνο ἔχει κατασκευασθεῖ νὰ τρέχει μὲ 100 χιλιόμετρα τὴν ὥρα καὶ ὁ ὁδηγός του τὸ τρέξει μὲ 150 χιλιόμετρα τὴν ὥρα, θὰ τὸ ἐκτροχιάσει. Ἐὰν ἕνα ποτήρι ἔχει κατακευασθεῖ γιὰ νὰ δέχεται βραστὸ νερὸ μέχρι 100 βαθμῶν Κελσίου καὶ ἐμεῖς τὸ βάλλουμε πάνω σὲ μιὰ σόμπα ποὺ ἔχει 150 βαθμοὺς Κελσίου αὐτὸ θὰ σπάσει. Ἡ τήρηση τῶν νόμων, ἡ ἀκρίβεια, πάντοτε προστατεύει καὶ μᾶς κάνει νὰ μεγαλουργοῦμε.
.         Στὴν καθημερινή μας ζωὴ ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, ὄχι μόνο στὸ χρόνο τῶν συναντήσεων μας, στὰ «ραντεβοῦ μας», ἀλλὰ σὲ κάθε μας ἐνέργεια. «Ἀκριβεῖς» εἴπαμε σημαίνει «συνεπεῖς» καὶ «ἀκριβοὶ» εἶναι οἱ «συνεπεῖς» σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς τους. Ἔτσι ἔχουμε ἀκριβούς-συνεπεῖς μαθητές, συνεπεῖς ἐπιστήμονες, συνεπεῖς καθηγητές, συνεπεῖς γιατρούς, συνεπεῖς ἱερεῖς, συνεπεῖς δικαστικούς, συνεπεῖς στρατιωτικούς, συνεπεῖς ἐλεύθερους ἐπαγγελματίες, συνεπεῖς ἀγρότες, συνεπεῖς σὲ κάθε ἐπαγγελματικὸ καὶ κοινωνικὸ κλάδο. Ἔχουμε ἐπίσης ἀκριβοὺς φίλους, ἀκριβοὺς πατριῶτες, ἀκριβοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανούς, αὐτοὺς ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς, τὴν ἁγιότητα, τὴ θέωση. Οἱ τελευταῖοι εἶναι οἱ πιστοὶ ἀγωνιστὲς τῆς ζωῆς, αὐτοὶ ποὺ νόμιμα ἀγωνίζονται, αὐτοὶ ποὺ τηροῦν τὸ νόμο τοῦ Εὐαγγελίου, μέχρι λεπτομερείας καὶ ὄχι μόνο ὅταν εἶναι ἐνώπιον ἄλλων, ἀλλὰ καὶ ὅταν εἶναι μόνοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας. Οἱ ἀκριβοὶ εἶναι καὶ ἀκριβεῖς σὲ ὅλα, γιατὶ γνωρίζουν, ὅτι ἐὰν ὁ πιστὸς εἶναι ἀνακριβὴς καὶ στὸ ἐλάχιστο δὲν σέβεται τίποτα. Μᾶς τὸ λέει ἡ Γραφὴ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ τηρεῖ ὅλο τὸ Νόμο, ἀλλὰ πταίει καὶ παραβαίνει κάποια ἐντολή, εἶναι ἔνοχος παραβάσεως ὅλων τῶν ἐντολῶν. «Ὅστις γὰρ ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος.» (Ἰακ. β΄ 10).
.         Παράδειγμα ἀκριβείας μᾶς διδάσκε πολὺ ἁπλὰ ὁ μακαριστὸς Γέροντας Μητροφάνης τῆς Ροβέλιστας μὲ τὴν προσοχὴ στὴ λήψη τοῦ ἀντιδώρου. Δὲν εἶναι ὑποχονδριασμὸς αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔλεγε, ἀλλὰ ἀκρίβεια καὶ εὐλάβεια. Ἔλεγε:
-Θὰ παίρνετε τὸ ἀντίδωρο μὲ σταυρωμένες τὶς παλάμες, θὰ τὸ φέρνετε στὸ στόμα καὶ θὰ μαζεύετε μὲ τὸ δάκτυλο τὰ ψίχουλα, τὰ ὁποῖα, ὅλα θὰ τὰ τρῶτε. Τίποτα δὲν θὰ πετιέται κάτω!
.         Οἱ ἀκριβοὶ ἄνθρωποι προσπαθοῦν νὰ βιώνουν ἀπόλυτα τὴν πνευματική μας ζωή, νὰ κινοῦνται μέσα στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νά ἐναρμονίζονται μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, ὅπως μᾶς τοὺς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ νεωτεριστικὲς διδασκαλίες καὶ ἑρμηνεῖες, τοῦ κόσμου, τοῦ αἰῶνος μας τοῦ ἀπατεῶνος, ποὺ θέλουν νὰ περάσουν κάποιοι καὶ οἱ ὁποῖες εἶναι ἀποκεκομμένες ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἀκριβὴ γιατὶ τηρεῖ τὴν παραδεδομένη ἀκρίβεια, ἄσχετα ἂν σὰν φιλόστοργη μητέρα γιὰ τὶς συνεχεῖς μας πτώσεις ἐφαρμόζει ἐνίοτε τὴν «οἰκονομία». Οὐδέποτε, ὅμως, ἡ ἀκρίβεια ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν οἰκονομία. Τὴν ἀκρίβεια περιγράφει σαφέστατα τὸ Πηδάλιο, τὸ βιβλίο μὲ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους ποὺ ἔχει καταγράψει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὁ Ἁγιορείτης. Πηδάλιο εἶναι τὸ τιμόνι τοῦ πλοίου ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸν ἔμπειρο καπετάνιο. Ὁ Γέροντας Παΐσιος, μὲ τὸν ἁπλὸ καὶ φωτισμένο λόγο του, σὲ κάποια συζήτηση περὶ οἰκονομίας καὶ ἀκριβείας καὶ περὶ τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τοῦ Πηδαλίου, εἶχε τονίσει τὰ ἑξῆς: «Τὸ Πηδάλιο κάποιες φορὲς χρειάζεται νὰ τὸ στρίβουμε πότε ἀριστερά, πότε δεξιά, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ γίνεται γιὰ λόγους σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Γι᾽ αὐτό ὀνομάζεται «πηδάλιο». Ὄντως παράδειγμα ἁπλὸ καὶ φωτισμένο. Εἶναι δηλαδή, ὅπως τὸ τιμόνι στὸ πλοῖο, γιατὶ χωρὶς πηδάλιο τὸ σκάφος δὲν πηγαίνει πουθενά. Καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἐξομολογουμένων ὁ ἔμπειρος πνευματικός, σὰν καπετάνιος, ὁδηγεῖ τὸ καράβι τῆς ψυχῆς του μὲ τὸ εὐέλικτο Πηδάλιο παίρνοντας ὁ ἴδιος τὴν εὐθύνη τῆς ψυχῆς τοῦ ἐξομολογουμένου.
.         Οἱ ἀκριβοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν καταφεύγουν στὴν οἰκονομία. Εἶναι ἀκριβεῖς στὴν τήρηση τῶν νόμων μέχρι κεραίας. Ἄλλωστε Ὀρθοδοξία σημαίνει ἀπόλυτη ἀκρίβεια, γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ ἀκριβότερο πράγμα ποὺ διαθέτουμε. Καὶ σὰν τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα, τὸ ἐπιζητοῦν οἱ κλέφτες, οἱ ἅρπαγες, οἱ σφετεριστές, νὰ μᾶς τὸ πάρουν, νὰ τὸ ἀλλοιώσουν νὰ τὸ καταστρέψουν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐξαφανίσουν ἀπὸ τὸ χάρτη, ἀφοῦ δὲν μποροῦν νὰ τὸ οἰκειοποιηθοῦν.
.         Ἂς ἀκούσουμε τί μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Θέλετε νὰ εἶσθε ἀκριβεῖς; «Στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Β´ Θεσ. β´ 15), καὶ πάλιν «μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ» (Ῥωμ. ιβ´ 2 ). Μὴν ἀκοῦτε τὶς σειρῆνες τοῦ κόσμου ποὺ δὲν ἀπηχοῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ποὺ προβάλλουν τὸ ἄσχημο γιὰ ὡραῖο καὶ τὴν ἁμαρτία γιὰ ἀρετή. Γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε, ὅμως, αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ πολιτευόμαστε «σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς» (Τίτ. β´ 12). Ὁ ἀκριβὴς ἄνθρωπος εἶναι ὁ συνεπὴς στὸν ἑαυτό του καὶ ἂς μὴν τὸν βλέπει κανείς, ἀφοῦ πιστεύει ὅτι τὸν βλέπει ὁ Παντεπόπτης Θεός, ὁ «πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν». Εἶναι συνεπὴς στοὺς γύρω του, εἶναι ἀκριβοδίκαιος, καὶ χρησιμοποιεῖ πάντοτε τὰ ἴδια μέτρα καὶ σταθμὰ γιὰ ὅλους. Δὲν φατριάζει, δὲν δημιουργεῖ κυκλώματα, δὲν δημιουργεῖ αὐλὲς μὲ εὐνοούμενα πρόσωπα. Εἶναι συνεπὴς καὶ στὸ Θεό μας μὲ τὴν ἀπόλυτη τήρηση τῶν ἐνολῶν Του καὶ τὴ συμμετοχή μας στὴν ἀγωνία Του, «ἵνα ὧμεν ἕν» (Ἰωάν. ιζ´ 22), γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μας, στὴ βάση, ὅμως, τῶν ἀποστολικῶν μας παραδόσεων.
.         Ἂν εἴμαστε, λοιπόν, ἀκριβεῖς στὶς ἀρχές μας αὐτές, τότε θὰ εἴμαστε καὶ ἀκριβοὶ καὶ πολύτιμοι στὴν κοινωνία μας, θὰ εἴμαστε εἰκόνες καθαρώτατες τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ καὶ θὰ δοξάζεται μὲ τὴ συμπεριφορά μας ὁ δεδοξασμένος ἀνὰ τοὺς αἰῶνες Κύριος καὶ Θεός μας.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

,

Σχολιάστε

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΜΕΓΑΣ»; (Μηνύματα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στὴ ζωή μας) [Χαρ. Μπούσιας]

Μηνύματα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στὴ ζωή μας
«Ἀγαθὴν ἅμιλλαν ἐνωτίσασθε».

Τί σημαίνει Μέγας;

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 .           Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος, ὀνομάσθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας Μέγας. Μέγας στὴν ἀρετή, μέγας στὴν πίστη, μέγας στὴν ἄσκηση, μέγας στὴν στήριξη ὅλων αὐτῶν ποὺ βρίσκονταν σὲ ἀνάγκες, μέγας στὸν καθημερινὸ ἀγώνα του μὲ τὸν ἀντίδικο. Γιατί, ὅμως, ὀνομάσθηκε «Μέγας»; Στὰ τροπάρια τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου ψάλλουμε: «Τὴν πρᾶξιν εὗρες, θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν». Ἡ συνέπεια τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών μας εὐλογεῖται ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Κύριό μας. Αὐτὸς ἄλλωστε μᾶς εἶπε: «Ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ οὗτος μέγας κληθήσεται» (Ματθ. ε΄ 19). Ὅποιος διδάξει καὶ ταυτόχρονα ὑλοποιήσει τὶς διδαχές μου, ποὺ συμφωνοῦν μὲ τὸ θέλημά μου, αὐτὸς θὰ ὀνομασθεῖ μεγάλος. Καὶ ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος καὶ δίδαξε καὶ ἔπραξε. Δίδαξε βιωματικά.
.           Ἐμεῖς σήμερα βιώνουμε τὴν πίστη μας; Δυστυχῶς ἐμεῖς πῶς νὰ βιώσουμε ἀφοῦ δὲν πιστεύουμε; Γιὰ ἐμᾶς ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας διὰ στόματος τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα «ὁ λαός μου ταῖς χείλεσι μὲ τιμᾷ· ἡ καρδία αὐτοῦ πόῤῥῳ ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ» (Ἡσ. κθ΄ 13). Ἡ πίστη μας εἶναι ἀσθενικὴ καὶ κλυδωνίζεται μὲ τὸ πρῶτο φύσιμα τοῦ ἀνέμου. Πιστεύω στὸ Θεὸ σημαίνει ὅτι τοῦ παραδίδω τὴ σκυτάλη τῆς ζωῆς μου. Σημαίνει ὅτι μπορῶ νὰ ἐπαναλαμβάνω τὰ λόγια τοῦ Παύλου: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός»(Γαλ. β’ 20). Σημαίνει ὅτι γιὰ κάθε μου ἀπόφαση ρωτάω: «Ἀρέσει αὐτὸ ποὺ θὰ κάνω στὸν Κύριο»;
.           Δυστυχῶς ζοῦμε σὲ ἡμέρες ἀπιστίας καὶ ὅλοι μας, ἐκτὸς ἀπὸ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, κυλιόμαστε καθημερινὰ στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἁμαρτία μᾶς ἔχει γίνει συνήθεια δὲν νοιώθουμε ὅτι κάνουμε κάτι κακό, ἀλλὰ τὴν ἀπολαμβάνουμε σὰν κάτι τὸ φυσιολογικό. Αὐτὸ εἶναι τὸ χειρότερο, γιατὶ ἔτσι φθάνουμε στὴ διαστροφή. Ζοῦμε σὲ μιὰ κοσμογονικὴ ἐποχή, ὅπου κυριαρχεῖ τὸ παγκόσμιο πνεῦμα τῆς ἀποστασίας, τοῦ πλεονασμοῦ τῆς ἁμαρτίας, τοῦ ψεύδους, τῆς καταπτώσεως τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, τῆς τροφοδοσίας μας μὲ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ μᾶς προσφέρουν γιὰ φαγητὸ τὰ μέσα ἐνημερώσεως, οἱ τηλεοράσεις, τὰ περιοδικά, τὸ διαδίκτυο. Ζοῦμε τὴν ἀποχαλίνωση τῶν πάντων στὴν ἐποχὴ τῆς «πληθύνσεως τῆς γνώσεως» (Δαν. ιβ΄ 1,2,4).

Ὀλιγαρκής

.           Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος στὴ ζωή του ἐπιζητοῦσε πάντοτε τὰ ὀλίγα. Ἂν καὶ γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς πλουσίους ἀρνήθηκε τὸν πλοῦτο καὶ τὶς ἀνέσεις τους, γιατὶ ἦταν πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγάπη Θεοῦ καὶ γνώριζε ὅτι, «ὅπου Θεὸς ἐκεῖ οὐδεμία ἀνάγκη». Ἦταν ὀλιγαρκής, ὅπως ὅλους μᾶς θέλει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγοντάς μας: «Ἔχοντες διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Α΄ Τιμ. 6,8). Τὰ χρήματα τὰ ἀποστρεφόταν ὅπως καὶ τὶς εὔγευστες καὶ πλούσιες τροφές. Ἀγαποῦσε τὴν ἀκτημοσύνη καὶ μισοῦσε τὴν πλεονεξία καὶ τὸ δίδασκε. Ἔτσι γράφει τὸ Γεροντικό:
.           Κάποιος ἀδελφὸς ποὺ ἀπαρνήθηκε τὸν κόσμο, μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, κράτησε ὅμως λίγα γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ πῆγε στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτὸ ὁ Γέροντας τοῦ λέει:
.           «Ἐὰν θέλεις νὰ γίνεις μοναχός, πήγαινε στὸ τάδε χωριό, ἀγόρασε κρέας, τύλιξέ το στὸ σῶμα σου γυμνὸ καὶ ἔλα κατόπιν ἐδῶ».
.           Ἔκανε ὁ ἀδελφὸς ὅπως τοῦ ὑπέδειξε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, ἀλλὰ τὰ σκυλιὰ καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ ξέσχισαν τὸ σῶμα του.
.           Ὅταν γύρισε στὸν Γέροντα, τὸν ρώτησε νὰ μάθει ἐὰν ἔγιναν τὰ πράγματα ὅπως τὸν συμβούλεψε.
.           Καὶ καθὼς ἐκεῖνος τοῦ ἔδειχνε τὸ καταξεσχισμένο σῶμα του, τοῦ λέει ὁ ἅγιος Ἀντώνιος:
.           «Ἐκεῖνοι ποὺ ἀπαρνοῦνται τὸν κόσμο καὶ θέλουν νὰ ἔχουν χρήματα, ἔτσι κατακόπτονται ἀπὸ τοὺς δαίμονες ποὺ τοὺς πολεμοῦν».
.           Ἐμεῖς σήμερα εἴμαστε ὀλιγαρκεῖς; Ἀρκούμαστε στὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου μας καὶ δίνουμε ἀπὸ τὸ ὑστέρημά μας στοὺς ἄλλους που στεροῦνται;
.           Δυστυχῶς, δὲν ἀρκούμαστε στὰ ὀλίγα. Ζητᾶμε περισσότερα, ἰδίως στὴ σύγχρονη καταναλωτικὴ κοινωνία, ποὺ βομβαρδίζεται ἀπὸ διαφημίσεις γιὰ προϊόντα, τὸ ὁποῖα μάλιστα, δὲν μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα. Οἱ ἀπαιτήσεις τότε ποὺ δημιουργοῦνται ἀντὶ νὰ μᾶς διευκολύνουν τὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, μᾶς τὴ δυσκολεύουν. Μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ ἐξοδεύουμε περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσπράττουμε μὲ ἀποτέλεσμα μέρα μὲ τὴ μέρα νὰ χρεωνόμαστε περισσότερο χάνοντας τὴν προσωπική, οἰκογενειακὴ καὶ κοινωνικὴ ἐλευθερία μας. Ἔτσι, φθάσαμε καὶ στὴ σύγχρονη οἰκονομικὴ κρίση, ἀφοῦ ζητούσαμε νὰ ἀποκτήσουμε ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, λὲς καὶ αὐτὰ θὰ μᾶς χάριζαν τὴν ἀθανασία, τὴν εὐτυχία, τὴν ὑγεία, τὴν εἰρήνη. Μοιάζαμε μὲ τὸν ἄφρονα πλούσιο, αὐτὸν ποὺ ἤθελε νὰ γκρεμίσει τὶς ἀποθῆκες του, γιὰ νὰ κτίσει μεγαλύτερες, ὥστε νὰ χωροῦν τὰ ἀγαθά του. Ἡ ὑπεραφθονία καὶ ἡ ὑπερκαταναλωση μᾶς ἔτρωγε, ὅπως τὸ σαράκι τὸ ξύλο. Ζημιὰ στὴν ψυχὴ κάνει ἡ ὑπεραφθονία ἀγαθῶν καὶ θάνατο φέρνει ἡ ὑπερκατανάλωση. Ἄλλωστε, «τί ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Ματθ. ιϛ´ 26).

Ὀλιγόλογος

.           Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἔλεγε ὀλίγα, ἀλλὰ μεστὰ νοημάτων. Λόγος σαπρὸς ἀπὸ τὸ στόμα του δὲν ἔβγαινε. Ὁμιλοῦσε μόνο γιὰ νὰ νουθετεῖ, νὰ διδάσκει, νὰ κατευθύνει, νὰ ἐνισχύει, νὰ ὠφελεῖ ψυχές, ἂν καὶ πολλὲς φορὲς ὠφελοῦσε καὶ μὲ τὴν ἴδια τὴ σιωπή του. Ἐμεῖς σήμερα λέμε λόγια πολλὰ καὶ μεγάλα, ἀλλὰ ἀνούσια. Διδάσκουμε μὲ ξύλινη γλῶσσα καὶ δὲν καταλαβαίνουμε ὅτι δὲν ὠφελοῦμε. Δὲν εἴμαστε διδάσκαλοι ἁγιότητος, διδάσκαλοι σεμνότητος, διδάσκαλοι ἤθους. Οἱ ἴδιοι δὲν γινόμαστε παραδείγματα ἁγιασμοῦ τῶν ἄλλων.
.           Εἴμαστε γονεῖς; Τὸ παράδειγμά μας μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἁγιότητα τὰ παιδιά μας καὶ ἂς εἴμαστε ἀγράμματοι. Στὸ Γεροντικὸ διαβάζουμε γιὰ τὸν ἐπισκέπτη τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου ποὺ κάθησε δίπλα του καὶ δὲν τὸν ρωτοῦσε τίποτα ἂν καὶ ἔκανε μεγάλο ταξίδι γιὰ νὰ τὸν συναντήσει. Καὶ ὅταν τὸν ρώτησε ὁ μεγάλος Ἀββᾶς ἂν ἔχει κάτι νὰ ρωτήσει γιὰ ὠφέλειά του τοῦ ἀπάντησε:
-Ἀββᾶ μου, ἀρκεῖ μοι τοῦ βλέπειν σε! Πάτερ μου, μοῦ ἀρκεῖ ποὺ σὲ βλέπω, γιατὶ τὸ πρόσωπό σου ἐκπέμπει τὴν ἁγιότητά σου.
.           Εἴμαστε διδάσκαλοι, ἱερωμένοι, παιδαγωγοί; Μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ ἑλκύουμε τοὺς ἄλλους μὲ τὸ παράδειγμά μας, γιατὶ ἂν ὄχι θὰ μᾶς ποῦν τὸ «δάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις». Εἴμαστε πολιτικοί, εἴμαστε ἡγήτορες; Ὀφείλουμε νὰ ἐκπέμπουμε ἁγιότητα, γιὰ νὰ γινόμαστε παραδείγματα πρὸς μίμηση τῶν ἀνθρώπων ποὺ κυβερνᾶμε. Ἂν δὲν στοχεύουμε στὴν ὠφέλεια τῶν ἄλλων μὲ τὰ λόγια μας καὶ μὲ τὸ παράδειγμά μας ἂν δὲν δείχνουμε τὸ δρόμο τῆς ἁγιότητος στοὺς ἄλλους τότε ἡ εὐθύνη μας εἶναι μεγάλη, γιατὶ παίρνουμε στὸ λαιμό μας ψυχές «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν» (Ῥωμ. ιδ´ 15).

Κοινωνικός

 .           Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἂν καὶ ζοῦσε στὴν ἔρημο, ὅμως, ἐνημερωνόταν γιὰ τὰ ἐπίκαιρα προβλήματα καὶ κατανοοῦσε τὸ μέγεθός τους, γιὰ νὰ μπορεῖ ἀνάλογα νὰ συντρέχει καὶ νὰ ἔρχεται ἀρωγὸς στοὺς ἐμπερίστατους δείχνοντας σπλάχνα οἰκτιρμῶν καὶ ἀδελφικῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης. Ἔτσι, στοὺς διωγμοὺς τῶν Χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ σὲ μεγάλες ἀνάγκες τοῦ κόσμου ἄφηνε τὴ Θηβαΐδα καὶ κατέβαινε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Τὸ ἔτος 311, κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμίνου (307-313), ὁ ὅσιος ἀσκητὴς κατέβηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ νὰ βοηθήσει τοὺς πιστοὺς τῆς μεγάλης αὐτῆς αἰγυπτιακῆς πόλεως ποὺ ἀντιστέκονταν στὴ λαίλαπα τῶν εἰδωλολατρῶν. Ζοῦσε τὰ προβλήματα τοῦ κόσμου καὶ μὲ τὴν παρουσία του ἐνίσχυε ὅλους θυμίζοντάς μας τὸν Ὅσιο Γέροντα Πορφύριο, ποὺ ζοῦσε μέσα στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἀλλὰ σὰν ἀσκητής, καὶ τὸν ἐπίσης συγχρονό μας Ὅσιο Γέροντα Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ποὺ ζοῦσε καὶ αὐτὸς ἀσκητικώτατα σὲ ἕνα διαμέρισμα, ἀλλὰ ἔδινε κατευθύνσεις καὶ λύσεις σὲ ὅλα τὰ προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας.
.           Ἐμεῖς σήμερα ζοῦμε μέσα στὶς πόλεις, ἀλλὰ δὲν ζοῦμε ἀσκητικὰ καὶ δὲν συμπαριστάμεθα στὰ προβλήματα τῆς κοινωνίας. Τὶς περισσόρετες φορὲς ἐφησυχάζουμε καὶ ἀδιαφοροῦμε μεταθέτοντας τὶς εὐθῦνες στοὺς ἄλλους καὶ νίπτουμε ὡς Πόντιοι Πιλᾶτοι τὰ χέρια μας. Ὅμως ἡ ἀδιαφορία ὅλων μας εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς ἔφθασε στὸ κατώφλι τῆς παρακμῆς. Ἡ ἠθικὴ κρίση εἶχε καὶ ἀκόμη ἔχει παρασύρει καὶ ἐμᾶς καὶ μᾶς στριφογυρίζει στὴν ἀνεμοζάλη τῆς ἀπαξίας, τοῦ ἐθελοτυφλοτισμοῦ καὶ τῆς ἀρνήσεως πνευματικῆς ἀντιστάσεως λέγοντας: «Ὠχ ἀδελφέ! Ἐγὼ θὰ διορθώσω τὴν κοινωνία»;

Ἀγωνιστής

 .           Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἦταν ἕνας ἀνύστακτος ἀγωνιστής. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἀσκητικῶν του παλαισμάτων δὲν ἄλλαξε ποτὲ ἔνδυμα, οὔτε ἔπλυνε τὸ σῶμα ἢ τὰ πόδια του μὲ νερό. Δίδασκε τοὺς μαθητές του νὰ μὴν θεωροῦν τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴν νομίζουν ὅτι ἐπειδὴ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀγαθά, στεροῦνται κάτι ἀξιόλογο. Τὸ νὰ ἀφήνει κανεὶς τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, ἔλεγε, εἶναι σὰν νὰ καταφρονεῖ αὐτὸς μία δραχμὴ ἀπὸ χαλκό, γιὰ νὰ κερδίσει ἑκατὸ χρυσές. Τόνιζε ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε, ὅτι ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πρόσκαιρος συγκρινόμενος πρὸς τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κοπιάζουμε γιὰ τὴν ἀπόκτηση προσκαίρων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε μαζί μας, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀπόκτηση αἰωνίων ἀγαθῶν, ὅπως τῆς φρονήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῆς σωφροσύνης, τῆς ἀνδρείας, τῆς συνέσεως καὶ τῆς ἀγάπης.
.           Συνήθιζε ὁ Ἅγιος νὰ ἐπισκέπτεται διάφορους ἄλλους ἀσκητές, τῶν ὁποίων θαύμαζε τὴν ἀρετή, ὅπου ὡς «σοφὴ μέλισσα» ἐπέλεγε τὰ ἄνθη της συλλέγοντας τὸ «πνευματικὸ νέκταρ» τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς ἀρετῆς. Ἐπεδίωκε νὰ ἀσκεῖται στὴν ἀγρυπνία καὶ στὴν προσευχὴ καθὼς καὶ στὴ νηστεία τρώγοντας μία φορὰ τὴν ἡμέρα περὶ τὴ δύση τοῦ ἡλίου, ἢ κάθε δύο ἡμέρες ἢ καὶ τέσσερις, μόνο ἄρτο καὶ ἀλάτι καὶ νερό. Παράλληλα ἀσχολιόταν μὲ ἐργόχειρο ποὺ ἀντάλλασσε μὲ τὰ ἀπαραίτητα γιὰ ἐπιβίωση, ἐνῶ τὰ ὑπόλοιπα συνέχιζε νὰ τὰ μοιράζει στοὺς πτωχούς. Διάβαζε τὰ ἱερὰ κείμενα καὶ παρέμενε ἀγαπητός, πρᾶος, καὶ θαυμαστὸς σὲ ὅλους. Ποτὲ δὲν ὑπερηφανεύθηκε, ἀλλὰ οὔτε καὶ φιλονίκησε ἢ λύπησε κανέναν.
.           Ὡς ἄνθρωπος «σάρκα φορῶν καὶ τὸν κόσμο οἰκῶν» ὁ Μέγας Ἀντώνιος δεχόταν πολλοὺς πειρασμοὺς ἀπὸ τὸ μισόκαλο δαίμονα, ἄλλοτε σαρκικούς, ἄλλοτε μέσα ἀπὸ πονηροὺς λογισμούς, οἱ ὁποῖοι τὸν ὠθοῦσαν στὴν ἐγατάλειψη τῆς ἐρημικῆς του ζωῆς καὶ ἐπιστροφῆς του στὸν κόσμο. Οἱ ἀσθένειες ποὺ ἀκολούθησαν δὲν κατάφεραν νὰ τὸν πτοήσουν. Ὅλα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ ἀντέκρουε μὲ τὴ συνεχὴ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὴν πάλη του μὲ τοὺς δαίμονες εἶχαν ἀντιληφθεῖ ἀκόμα καὶ οἱ ἐπισκέπτες του, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸν θαύμαζαν ἀποκαλύπτοντάς τους ὅτι, δὲν ἦταν αὐτὸς ποὺ νίκησε, ἀλλὰ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ διαρκῶς τὸν ἐνίσχυε.
.           Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἦταν ἀγωνιστής. Ἐμεῖς ἀγωνιζόμαστε γιὰ νὰ τὸν μιμηθοῦμε; Εἴμαστε ἀγωνιστὲς τῆς ζωῆς, ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς, ἀγωνιστὲς νόμιμοι στὸ στίβο τοῦ ἤθους, τῆς ὁμολογίας, τῶν πατρικῶν παραδόσεων καὶ τῆς ψυχικῆς κενώσεως στὴν ὑπηρεσία τοῦ πλησίον; Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, ὅπως και ὅλοι οἱ Ἅγιοι δὲν ἁγίασαν μὲ τὶς προσωπικές τους δυνάμεις, ἀφοῦ χωρὶς τὴ θεία δύναμη δὲν ἐπιτυγχάνει κανεὶς τίποτα, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄ 5). Οὔτε, ἐπίσης, ἁγίασαν μὲ τὰ ἔργα τους, ἀφοῦ «ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σάρξ» (Ῥωμ. γ΄ 20), ἀλλὰ ὁ δίκαιος «ἐκ πίστεως ζήσεται» (Ῥωμ. α΄ 17). Δηλαδή, δὲν μᾶς ἁγιάζουν τὰ ὁποιαδήποτε καλὰ ἔργα, ἀλλὰ μόνον τὰ ἔργα τῆς πίστεως, ἐκεῖνα ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τὴν πίστη μας στὸ Χριστό, στὴν Αὐταγάπη, συνεπῶς τὰ ἔργα ἀγάπης, τὰ ἔργα ποὺ ὑλοποιοῦν τὴν πνοὴ τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως.
.           Ὁ Θεὸς μᾶς θέλει ἀγωνιστές, δὲν μᾶς θέλει ὅλους, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε, πρωταθλητές. Μᾶς θέλει ἀγωνιστὲς καὶ μάλιστα νόμιμους ἀγωνιστές. Μᾶς τὸ εἶπε ὁ ἴδιος, ὅταν κάποτε πορευόμενος γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα δέχθηκε ἀπὸ κάποιον ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε τὴν ἑξῆς ἐρώτηση:

  • Κύριε, εἰ ὀλίγοι οἱ σῳζόμενοι;

  • Τότε αὐτὸς δὲν τοὺς εἶπε οὔτε πολλοὶ οὔτε λίγοι. Τοὺς ἀπάντησε μὲ χαμόγελο:

    -Ἀγωνίζεσθε! Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πολλοί, λέγω ὑμῖν, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ οὐκ ἰσχύσουσιν» (Λουκ. ιγ΄ 24).

.           Τὸν ρώτησε, λοιπόν, κάποιος ἂν θὰ εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ θὰ σωθοῦν, αὐτοὶ ποὺ θὰ καταφέρουν νὰ ἀνεβοῦν τὰ σκαλοπάτια τοῦ οὐρανοξύστη τῆς ἐπιτυχίας καὶ τῆς εὐτυχίας, ἀφοῦ αὐτὸς δὲν ἔχει ἀσανσέρ, γιὰ νὰ νοικιάσουν τὸ πολυπόθητο αὐτὸ διαμέρισμα. Ὁ Χριστός μας δὲν τοὺς ἀπάντησε ἀριθμητικά. Δὲν τοὺς εἶπε οὔτε πολλοὶ οὔτε λίγοι. Τοὺς ἔδωσε ἕνα σύνθημα μὲ τὴν προστακτικὴ τοῦ ρήματος ἀγωνίζομαι. Τοὺς εἶπε: «Ἀγωνίζεσθε», δηλαδὴ προσπαθεῖστε. Μὴν ἀποθαρρύνεσθε ἀλλὰ καὶ μὴν ἀμελεῖτε. Ἕνα μόνο νὰ ἔχετε κατὰ νοῦν. Ὅτι μόνοι σας δὲν θὰ τὰ καταφέρετε. Ζητῆστε με καὶ Ἐγὼ θὰ σᾶς βοηθήσω, γιὰ νὰ ἀνεβῆτε «ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων» (Ψαλμ. 104, 3). Καὶ μὴν ξεχνᾶτε ὅτι ὁ καθημερινός σας ἀγώνας, ἡ ἐργασία σας εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ σᾶς ἀνταμείψει, ποὺ θὰ σᾶς ὁδηγήσει στὴν ἐπιτυχία καὶ τὴν εὐόδωση τοῦ τελικοῦ σας στόχου. Ἐπιτυχία, ὅμως, χωρὶς ἐργασία δὲν νοεῖται. Μόνο στὰ λεξικὰ προηγεῖται ἡ ἐπιτυχία τῆς ἐργασίας. Στὴν πράξη ἂν δὲν ἐργασθεῖς, ἂν δὲν ἀγωνισθεῖς δὲν ἐπιτυγχάνεις.
.           Μᾶς προτρέπει ὁ Κύριός μας νὰ ἀγωνιζόμαστε καὶ μόνο τὰ ἀγωνιζόμαστε. Νὰ ἀγωνιζόμαστε «τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως» (Α΄ Τιμ. ϛ´ 12) καὶ νὰ μὴν ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβαση τοῦ ἀγῶνος μας. Αὐτὴ νὰ τὴν ἀφήσουμε σὲ Ἐκεῖνον. Καθῆκον καὶ ὑποχρέωσή μας εἶναι νὰ ἀγωνιζόμαστε. Ἀποτελεῖ καθῆκον Χριστιανικὸ ἀλλὰ καὶ προσωπικὸ τοῦ κάθε ἑνός μας, ποὺ θέλει στὴ ζωή του νὰ ἐπιτύχει, νὰ ἀφήσει κάτι στὶς ἐπιγενόμενες γενιές. Μὲ τὸν ἀγώνα μας διώχνουμε ἐπίσης μακρυὰ τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ «τὰ καθ’ ἡμῶν δολίως κινούμενα», ὅπως τὰ ἔδιωχνε καὶ ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Μάλιστα λέγεται, ὅτι ἐκεῖνος φοβόταν τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου μέχρι τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του. Μόνο ὅταν παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὰ χέρια τοῦ Κυρίου μας ἄνοιξε τὸ Παράθυρο τοῦ Παραδείσου καὶ τοῦ φώναξε: Τώρα, πονηρέ, δὲν σὲ φοβᾶμε πιά!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΝΕΡΟ καὶ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Τὸ εὐλογημένο νερὸ καὶ ὁ ἁγιασμὸς στὴ ζωή μας

Γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               ταν ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἄπειρη σοφία Του δημιουργοῦσε τὸν κόσμο μάζεψε τὰ νερὰ ὅλα μέσα σὲ μιὰ τεράστια δεξαμενή, τὴ θάλασσα, λέγοντας: «Συναχθήτω τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγὴν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά. Καὶ ἐγένετο οὕτως, καὶ συνήχθη τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά. Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὴν ξηρὰν, γῆν, καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας (Γεν. α´ 9-10). Αὐτὸ τὸ νερό, τὸ τόσο ἀπαραίτητο στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι μόνο μᾶς διατηρεῖ ζωντανούς, ἀλλὰ καὶ μᾶς καθαρίζει καὶ μᾶς ἁγιάζει.
.               Τὸ νερὸ συντελεῖ στὴ σωστὴ καὶ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴ σωματικὴ καθαριότητα καὶ ὑγιεινή. Περίπου τὰ δύο τρίτα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος ἀποτελοῦνται ἀπὸ νερό, τὸ ὁποῖο συμβάλλει σημαντικὰ στὴ ζωὴ καὶ τὴν παραγωγὴ τῶν κυττάρων μας. Ἐπίσης, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ κύριο μέσο γιὰ τὴ μεταφορὰ τῶν θρεπτικῶν οὐσιῶν στὰ κύτταρα καὶ τὰ ὄργανα τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὸ μέσο ἀπομακρύνσεως τῶν τοξικῶν καὶ ἀχρήστων οὐσιῶν. Χωρὶς νερό, τὰ νεφρὰ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἔργο τους. Ζητοῦμε νερὸ γιατὶ καθημερινὰ ἀποβάλλουμε μεγάλη ποσότητά του ἀπὸ τὴν ἐφίδρωση καὶ τὴν ἀναπνοή. Ἀπὸ αὐτὲς ἕνας ἐνήλικας μπορεῖ νὰ χάσει περίπου δέκα φλυτζάνια νεροῦ καθημερινά. Ἂν δὲν ἔχουμε ἀποθέματα νεροῦ τότε αἰσθανόμαστε κόπωση, δίψα, ἀδυναμία καὶ τελικὰ παθαίνουμε ἀφιδάτωση ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ θάνατο. Ἄρα τὸ νερὸ εἶναι ἀπαραίτητο στὴ ζωή μας.
.               Εἶναι, ὅμως, τὸ νερὸ καὶ μέσο καθαρισμοῦ. Καὶ ἡ καθαριότητα βοηθάει στὴν καλύτερη λειτουργία τοῦ ὀργανισμοῦ. Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας θεωροῦσαν ὅτι τὸ νερὸ καθαρίζει τόσο τὸ σῶμα ὅσο καὶ τὸ πνεῦμα. Ἡ ὑγιεινὴ τοῦ σώματος εἶναι ἀπόλυτα συνηφασμένη μὲ τὴν καθαριότητά του. Ὁ Πλάτωνας παρότρυνε ἐξ ἄλλου τοὺς ἀδύναμους καὶ ἀσθενεῖς ἐκτὸς τὴν κατ’ οἶκον καθαριότητα, ποὺ τὴ θεωροῦσε ἐπιβεβλημένη, νὰ ἐπισκέπτονται κὰι ἰαματικά λουτρά, γιὰ τὶς θεραπευτικὲς ἰδιότητες τῶν ὁποίων ὁ Ἀριστοφάνης μιλοῦσε μὲ ζῆλο καὶ Ἰπποκράτης, πατέρας τῆς λουτροθεραπείας, ἔκανε λεπτομερεῖς ἀναφορὲς γιὰ τὴ σπουδαιότητά τους.
.               Τὸ νερὸ στὴ χριστιανικὴ πίστη συνδέθηκε στενὰ μὲ τὴ θεία Λατρεία. Μὲ αὐτὸ βαπτιζόμαστε, γιὰ νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ἐνθυμούμενοι τον Κύριό μας ποὺ βαπτίσθηκε στον Ἰορδάνη ποταμὸ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη, τὸν Πρόδρομο, μὲ αὐτὸ ἁγιαζόμαστε στὴν Ἐκκλησία μας. Ἁγιασμὸ φυλᾶμε στὸ εἰκονοστάσι μας, μὲ αὐτὸν μᾶς ραντίζει ὁ Ἱερέας στὴν ἀρχὴ κάθε μηνός, στὴν ἀρχὴ κάθε καλοῦ ἔργου, κάθε σχολικῆς χρονιᾶς, στὰ ἐγκαίνια καταστημάτων, στὴν εὐλογία τῶν ἀγρῶν τὸ φθινόπωρο, στὴν ἀγορὰ αὐτοκινήτων καὶ ὁποιωνδήποτε ἄλλων κινητῶν καὶ ἀκινήτων ἀντικειμένων.
.               Τὸ νερὸ τὸ συναντοῦμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὸν Κατακλυσμὸ τοῦ Νῶε, στὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, στὴν πορεία τῶν Ἰσραηλιτῶν μέσα στὴν ἔρημο. Ὅταν αὐτοὶ δίψασαν, ὁ Μωυσῆς χτύπησε ἕνα βράχο μὲ τὸ ραβδί του καὶ ἀμέσως ἀνέβλυσε νερό.
.               Στὴν Καινή Διαθήκη ἔχουμε τὸν Κύριό μας νὰ βαπτίζεται στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, νὰ θεραπεύει τὸν παράλυτο στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, στὸ γάμο τῆς Κανᾶ, νὰ μεταποιεῖ τὸ νερὸ σὲ κρασί, στὴν Τιβεριάδα νὰ γαληνεύει τὰ ὕδατα τῆς θαλάσσης καὶ νὰ κοπάζει τοὺς ἀνέμους.
.               Τὸ νερὸ παίζει μεγάλο ρόλο καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανική μας ζωή. Ὅλοι μας βαπτιζόμαστε στὴν κολυμβήθρα «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Στὴ Θεία Κοινωνία βάζουμε μαζὶ μὲ τὸ κρασὶ καὶ τὸν ἄρτο τὸ «ζέον ὕδωρ», γιατὶ ὅταν τρύπησαν μὲ λόγχη τὸν Χριστὸ πάνω στὸν Σταυρό, ἀπὸ τὴν πληγὴ ἔτρεξε αἷμα καὶ ὕδωρ. Ἐξ ἄλλου δὲ περιόδους ἀνομβρίας κάνουμε λιτανεῖες.
.               Κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων ἁγιάζουμε τὰ ὕδατα καὶ ὁ Ἱερεὺς μετά, ἀφοῦ ἁγιάσει ὅλους τοὺς πιστούς, γυρίζει τὰ σπίτια καὶ τὰ ἁγιάζει μὲ τὸν τίμιο Σταυρό. Τὸ ἀγιασμένο νερὸ παύει πλέον νὰ λογαριάζεται ὡς κοινὸ νερὸ χωρὶς ἰδιαίτερη σημασία καὶ ἀξία. Ἔχει φορτισθεῖ μὲ μυστική, ἀνερμήνευτη θεία δύναμη καὶ ἐνέργεια. Γι’ αὐτὸ ὁ τελετουργὸς ἱερέας μὲ ἔμφαση ἱκετεύει τὸν Θεό μας λέγοντας: «Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Κύριε, ἐμπλησθῆναι ἁγιασμοῦ, διὰ τῆς τοῦ ὕδατος τούτου μεταλήψεώς τε καὶ ραντισμοῦ, καὶ γενέσθω ἡμῖν, εἰς ὑγείαν ψυχῆς τε καὶ σώματος». Ἡ γεύση αὐτοῦ τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ συνηθισμένο νερό. Ἔχει γίνει, ὅμως, πνευματικὸ ποτὸ ποὺ ἔχει ἀναβλύσει ἀπὸ τὴν «πνευματικὴ πέτρα», ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, καὶ ὁ ὁποῖος τὸ ἔχει καταστήσει πηγὴ εὐλογίας καὶ χάριτος.
.               Κατὰ τὸν Μεγάλο Ἁγιασμὸ τῶν Θεοφανείων ἁγιαζόμαστε καὶ καθαριζόμαστε «διὰ τῆς τοῦ ὕδατος τούτου μεταλήψεώς τε καὶ ῥαντισμοῦ», τὸ ὁποῖο ἔχει γίνει «ἰαματικὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων καὶ πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν». Ὁ ἁγιασμὸς στηρίζεται στὴ βέβαιη πίστη μας ὅτι στὸ ἁγιασμενο νερὸ μεταδίδονται πνευματικὲς ἰδιότητες, ἔτσι, ὥστε αὐτὸ νὰ ἀναδεικνύεται «ἀποτρόπαιον πάσης ἐπιβουλῆς ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν». Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τὸν τέταρτο αἰῶνα ὁ Ἐπίσκοπος Ἀπαμείας Ἅγιος Μάρκελλος μὴ μπορώντας νὰ γκρεμίζει ἕναν εἰδωλολατρικὸ ναὸ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοποθετήσουν νερὸ κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅπου λειτουργοῦσε, καὶ μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ τὸ σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ ἔδωσε στὸ διάκονο γιὰ νὰ ραντίσει τὰ εἴδωλα, τὰ ὁποῖα ἀκαριαίως γκρεμίσθηκαν. Ἀπὸ τὴν πράξη αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Μαρκέλλου ἐπικράτησε ἡ συνήθεια νὰ ψάλλεται ὁ Μικρὸς Ἁγιασμὸς στὴν ἀρχὴ κάθε μηνὸς καὶ νὰ ραντίζονται τὰ σπίτια, τὰ κτήματα, τὰ ὑποστατικὰ καὶ γενικὰ τὰ μέρη ὅπου εὑρίσκεται ἀσθένεια καὶ «ἐμφιλοχωρεῖ ἐνέργεια δαιμονική», γιατὶ αὐτὴ διώχνεται μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ.
.               Ἄλλο θαυμαστὸ περιστατικὸ τῆς δυνάμεως τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ διηγεῖται ὁ Θεοδώρητος τὸ ἑξῆς: Τοῦ βασιλιᾶ Οὐάλη ἀρρώστησε ξαφνικὰ τὰ ἄλογο. Ὁ ἱπποκόμος του ποὺ ἦταν εὐσεβὴς τὸ ὁδήγησε στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ἁγίου Ἀφραάτου. Αὐτός, ἀφοῦ προσευχήθηκε θερμά, διέταξε νὰ βγάλουν καθαρὸ νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι. Τὸ σταύρωσε καὶ τὸ ἔρριξε πάνω στὸ ἄλογο, τὸ ὁποῖο ἀμέσως θεραπεύθηκε.
.               Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος ἀναφέρει ὅτι ὁ ἱστορικὸς Ἰώσηπος ποὺ πρὶν γίνει Χριστιανὸς ἦταν Ἑβραῖος, ὅταν πρόκειτο νὰ ἀνεγείρει Ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἐμποδιζόταν ἀπὸ τὶς μαγεῖες καὶ δολοπλοκίες τῶν παλαιῶν ὁμοθρήσκων του. Τότε ἔτρεξε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ διέταξε νὰ τοῦ φέρουν νερὸ μέσα σὲ καθαρὸ δοχεῖο. Τὸ σφράγισε σταυροειδῶς μὲ τὸ δάκτυλό του καὶ εἶπε δυνατά: «Στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τὸν ὁποῖον σταύρωσαν οἱ πατέρες μου καὶ πατέρες ὅλων αὐτῶν ποὺ παραβρίσκονται ἐδῶ ἂς πάρει δύναμη αὐτὸ τὸ νερό, ὥστε νὰ κτισθεῖ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ». Ὕστερα ἔρρανε μὲ τὸ νερὸ αὐτὸ τὸ χῶρο καὶ οἱ μαγεῖες καὶ οἱ φαρμακεῖες διαλύθηκαν.
.               Στὸν Μεγάλο Ἁγιασμὸ καὶ στὴ μέση τῆς εὐχῆς μὲ δυνατὴ φωνὴ ὁ Ἱερέας λέγει: «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων Σου». Στὴ μεγαλειώδη αὐτὴ εὐχή, ὅπου ἀνυμνεῖται ὁ Δημιουργὸς τοῦ ὀρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου, ὑμνολογεῖται ὁ «ἐν Ἰορδάνῃ ἐπιφανεὶς» Χριστός, ὁ καὶ «ἁγιάσας τὰ ῥεῖθρα» του. Ὅπως τότε, ὁ Θεὸς ἐξαποστέλλει τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα, γιὰ νὰ ἁγιάσει τὸ νερὸ καὶ νὰ τὸ κάνει «ἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον».
.               Ἕνα βασικὸ ἐρώτημα ποὺ συχνὰ τίθεται ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλακόλουθους πιστοὺς εἶναι ἂν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ ἁγιαστικῆς χάριτος μεταξὺ τοῦ Μεγάλου καὶ τοὺ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ. Ἡ θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας εἶναι σαφὴς καὶ ξεκάθαρη. Ὁ Μεγάλος ἁγιασμὸς εἶναι αὐτὸς τῶν Θεοφανείων καὶ τελεῖται μία φορὰ τὸ χρόνο, τὴν παραμονὴ καὶ τὴν ἡμέρα  τῆς ἑορτῆς, ἐνῶ ὁ Μικρός τελεῖται ὅποτε οἱ πιστοὶ τὸ ζητήσουν.
.               Στὸν Μικρὸ Ἁγιασμὸ δίδεται ἔμφαση στὴν ἴαση τῶν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν ἀσθενειῶν, ἐνῶ στὸν Μεγάλο κυριαρχεῖ ἡ εὐλογία τῆς φύσεως τῶν ὑδάτων μὲ τὴ βάπτιση τοῦ Κυρίου. Ὁ ἁγιασμὸς τῶν Θεοφανείων ὑπενθυμίζει ἕνα πραγματικὸ γεγονός. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνάμνηση καὶ πραγματικὴ λειτουργικὴ παρουσία τοῦ σωτηριώδους γεγονότος τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου, μὲ ὅλο τὸ βάρος τῶν συνεπειῶν του, στὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς πιστοῦ χωριστὰ καὶ τοῦ ὅλου σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
.               Βεβαίως δὲν εἶναι σωστὸ ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων νὰ συγκρίνεται πρὸς τὴ Θεία Κοινωνία, ὁπωσδήποτε, ὅμως, εἶναι τὸ δεύτερο σὲ ἱερότητα μυστηριακὸ εἶδος μετὰ τὴ Θεία Μετάληψη.
.               Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ στὸ Δ´ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν ἀναφέρεται ἕνα  ὡραῖο περιστατικό, τὸ ὁποῖο παρουσιάζει τὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες ποὺ ἔδρασαν μὲ τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου καὶ θεράπευσαν ἀπὸ λέπρα τὸν ἀρχιστράτηγο τῆς Συρίας Ναιμάν.
.               Ὁ Προφήτης Ἐλισαῖος, ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ λεπρὸς Ναιμὰν κατόπιν ὑποδείξεως μιᾶς ἑβραιοπούλας, γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσει, χωρὶς νὰ ἀσχοληθεῖ μαζί του, τὸν ἔστειλε πρῶτα στὸν Ἰορδάνη ποταμό, προτρέποντάς τον νὰ λουσθεῖ ἐκεῖ ἑπτὰ φορές.
.               Ὁ Ναιμάν, ποὺ ὡς στρατηγὸς καὶ μάλιστα πηγαίνοντας συστημένος στὸν Ἐλισαῖο, περίμενε προσωπικὴ ὑποδοχὴ ἀπὸ ἐκεῖνον, ἔνοιωσε πληγωμένο τὸν ἐγωϊσμό του, ὅταν τὸν ἔστειλε στὸν Ἰορδάνη, χωρὶς νὰ τοῦ δώσει πολὺ σημασία καὶ ὀργισμένος συλλογίσθηκε:
-Χάθηκαν τὰ ποτάμια τῆς Δαμασκοῦ, γιὰ νὰ λουσθῶ σὲ ἐκεῖνα; Ἔπρεπε νὰ μὲ στείλει χωρὶς ἄλλη σκέψη στὸν Ἰορδάνη;
.               Ἔτσι, θυμωμένος ἄλλαξε δρομο. Οἱ δοῦλοι του ποὺ τὸν πλησίασαν τὸν ἔπεισαν νὰ ὑποχωρήσει λέγοντάς του ὅτι δὲν ἦταν κάτι τὸ δύσκολο αὐτὸ ποὺ τοῦ πρότεινε ὁ Προφήτης. Ὁ Ναιμὰν πῆγε τότε στὸν Ἰορδάνη, λούστηκε στὰ νερά του ἑπτὰ φορὲς καὶ μὲ θαυμαστὸ τρόπο εἶδε τὴ λέπρα νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ σῶμα του. Χαρούμενος ἐπέστρεψε, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἐλισαῖο καὶ μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του ὁμολόγησε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεός, ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ Ἐλισαίου, ὑπονοώντας τὴ δύναμη τῆς πίστεως καὶ ὄχι τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη. Ἡ ἄκτιστη ἰαματικὴ δράση τοῦ νεροῦ βρισκόταν στὴ θεία ἐνέργεια ποὺ ἐξερχόταν ἀπὸ τὸν μόνο πραγματικὸ Θεό μας.
.               Τὴν ἴδια ἰαματικὴ δύναμη βλέπουμε νὰ παρουσιάζουν καὶ τὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας τῆς Βηθεσδᾶ, τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ταράσσονταν ἀπὸ τὸν Ἄγγελο τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος ποὺ ἔμπαινε πρῶτος μετὰ τὴν ταραχὴ τοῦ ὕδατος «ὑγιὴς ἐγένετο ᾡδήποτε κατείχετο νοσήματι».
.               Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν ἐπωφελῆ διάσταση τοῦ ἁγιασμοῦ θὰ ἀναφέρουμε μερικὰ ἀκομη περιστατικά.
.               Γράφει τὸ Γεροντικό, ὅτι μιὰν ἡμέρα ὁ Γέροντας Δωρόθεος, ὁ Θηβαῖος, ἔστειλε τὸν ὑποτακτικό του στὸ πηγάδι νὰ φέρει νερό. Ἐκεῖνος μόλις ἔσκυψε καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ρίψει στὸ νερὸ τὸν κουβὰ εἶδε μιὰ ἀσπίδα, ἕνα δηλητηριῶδες φίδι, νὰ βρίσκεται μέσα σὲ αὐτό. Ἐγκατέλειψε τότε τὸν κουβᾶ καὶ ἔτρεξε στὸ Γέροντα φωνάζοντας:
-Ἀββᾶ χαθήκαμε, τό πηγάδι δηλητηριάστηκε ἀπὸ μιὰ ἀσπίδα.
-Κι ἂν ο διάβολος ἀποφασίσει νὰ ρίψει ἀσπίδες σὲ ὅλα τὰ πηγάδια, ἐσὺ θὰ πεθάνεις ἀπὸ τὴ δίψα;
Ἔτσι τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Γέροντας κουνώντας τὸ κεφάλι, γιὰ τὴ δειλία τοῦ ὑποτακτικοῦ του. Μετὰ πῆγε ὁ ἴδιος στὸ πηγάδι πῆρε τὸν κουβᾶ καὶ ἔβγαλε μόνος του νερό. Τὸ σταύρωσε, ἤπιε ὁ ἴδιος καὶ ἔδωσε καὶ στὸν ὑποτακτικό του λέγοντας: Ὅπου ὑπάρχει σταυρὸς δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἡ κακία τοῦ ἐχθροῦ.
.               Ἄλλο παράδειγμα τῆς ἀποτρεπτικῆς δυνάμεως τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ καταγράφει ὁ ἀείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος. Μὲ γλαφυρὴ ἁπλότητα αὐτὸς διηγεῖται, ὅτι ἕνας νεαρὸς πνευματιστὴς κάθε βράδυ στὸ σπίτι του ἔκανε πνευματιστικὲς συνεδριάσεις, καλώντας πονηρὰ πνεύματα. Ἕνα βράδυ, ὅμως, ἂν καὶ πάλεψε πολὺ ὥρα μὲ ἐπίμονες προσκλήσεις του, τὰ πνεύματα δὲν παρουσιάζονταν. Σὲ μιὰ στιγμὴ ἄκουσε μιὰ φωνὴ ἔντονα ἐκνευρισμένη:
-Δὲν μποροῦμε νὰ ἔρθουμε, γιατὶ σήμερα  ἦρθε ἐκεῖνος ὁ ἄλλος ἐδῶ.
Ταραγμένος ὁ δυστυχὴς νέος πῆγε στὸ διπλανὸ δωμάτιο τῆς μητέρας του καὶ μὲ ἔντονο ὕφος τὴ ρώτησε:
-Ποιός ἦρθε σήμερα στὸ δωμάτιό μου;
Κι’ ἐκείνη μὲ σταθερὴ φωνή ἤρεμα τοῦ ἀπάντησε:
-Ἀφοῦ ἐσὺ μαζεύεις ἐδῶ τοὺς σατανάδες κάθε βράδυ καὶ δὲν μὲ ἀφήνουν νὰ κοιμηθῶ, πῆγα σήμερα καὶ ἔφερα τὸν παπᾶ, ἔκανα Ἁγιασμὸ καὶ ράντισα τὸ σπίτι καὶ τὸ δωμάτιό σου.
.               Ἡ συνετὴ καὶ ἀποφασιστικὴ παρέμβαση τῆς εὐσεβοῦς μητέρας ἀφύπνισε πνευματικὰ τὸν παγιδευμένο νεαρό, ὁ ὁποῖος  στὴ συνέχεια ἔκοψε κάθε σχέση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸν πνευματισμό, καθώς κατάλαβε ὅτι εἶχε ἐπικίνδυνα ἐμπλακεῖ στὰ πλοκάμια τοῦ πονηροῦ.
.               Τὸ τρίτο περισταστικὸ συνέβη τὸ 1850 στὴν Ἀθήνα, ὅταν ἀπειλήθηκε ἡ ζωὴ χιλιάδων ἀνθρώπων ἀπὸ χολέρα. Κάθε ἡμέρα ἔφευγαν ἀπὸ τὴ ζωή ἑκατοντάδες. Φόβος καὶ τρόμος κατέλαβε τοὺς πάντες. Ὁ τότε Γενικὸς Ἀρχίατρος τοῦ κράτους ἀδύναμος καὶ ἀνήμπορος νὰ προσφέρει βοήθεια, κρύφτηκε ἀπὸ φόβο. Δὲν τὸν εὕρισκαν πουθενά. Μοναδικὴ ἐλπίδα γιὰ τὸ λαό, ὅπως πάντοτε, ἦταν ἡ περιφρονημένη καὶ διωκόμενη ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πραγματικὴ πνευματικὴ μάνα καὶ ἀνοιχτὴ ἀγκαλιὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.               Ἔτσι, ἐνῶ στὶς δυσκολίες οἱ πολιτικοὶ ταγοὶ στρίβουν, κρύβονται, φυγομαχοῦν ἢ κριτικάρουν καὶ δίδουν ὁδηγίες ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ  ποιμένες βρίσκονται στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ ἀγώνα γιὰ στήριξη, ἐνίσχυση καὶ παροχὴ βοηθείας τοῦ εὐκολόπιστου καὶ πάντα προδομένου λαοῦ. Στὴν κρίσιμη ἐκείνη ὥρα, ὅπου ὁ λαὸς ἀγωνιοῦσε καὶ οἱ ὑπεύθυνοι μουδιασμένοι ἀποσύρθηκαν ἀπὸ τὸ προσκήνιο, ὄρθωσε τὸ ἀνάστημα του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ κάλεσε τοὺς  φοβισμένους κατοίκους τῆς πόλεως στὸ Μητροπολιτικὸ Ναό. Μέσα σὲ κλίμα συγκινήσεως καὶ ἀγωνίας στήριξε τὸ λαό, ἐνέπνευσε  πίστη καὶ καλλιέργησε ἐλπίδα τελώντας τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ. Οἱ ψυχὲς ἀναθάρρησαν καὶ χιλιάδες λαοῦ, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς Ἱερεῖς λιτάνευαν τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Ἀτέλειωτες σειρὲς εὐσεβῶν Χριστιανῶν διέσχιζαν τοὺς κεντρικοὺς δρόμους τῆς Ἀθήνας. Στὶς πλατεῖες Συντάγματος καὶ Ὁμονοίας γονατιστοὶ χιλιάδες λαοῦ, μὲ πόνο ψυχῆς καὶ δάκρυα στὰ μάτια, κραύγαζαν τὸ «Κύριε ελέησον..»
.               Οἱ ξένοι, κυρίως Προτεστάντες, ποὺ διαφέντευαν τὸν τόπο, ἔλεγαν ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι τρελλάθηκαν μαζικὰ καὶ ὁδηγοῦνταν στὴν αὐτοκατατροφή. Γιατὶ ἀντὶ νὰ ἀπομονωθοῦν, γιὰ νὰ προστατευθοῦν, συνωστίζονταν στὸ Ναὸ καὶ στὴ λιτανεία μὲ ἄμεσο κίνδυνο ἡ ἐπιδημία νὰ φουντώσει καὶ νὰ λάβει ἀνεξέλεγκτες διαστάσεις. Ὅμως, οἱ φόβοι τους, καθαρὰ ἀνθρώπινοι, διαψεύσθηκαν. Ἡ ἐπιδημία σταμάτησε ἀμέσως. Κανένα νέο κροῦσμα καὶ κανένα νέο θύμα δὲν παρουσιάσθηκε τὶς ἑπόμενες ἡμέρες. Ὁ Ἁγιασμὸς στὰ χέρια τῶν πιστῶν ὑπῆρξε τὸ δραστικότερο φάρμακο, τὸ ἰσχυρότερο ἀντιβιοτικό. Στὴ δύναμη τοῦ ἁγιασμοῦ κανένα μικρόβιο δὲν ἀντιστέκεται. Αὐτὸς μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἐσταυρωμένου ποὺ κρύβεται μέσα του εἶναι τὸ δυνατότερο φάρμακο, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμβόλιο ποὺ προληπτικὰ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ. Ὁ Ἁγιασμὸς συνιστᾶται νὰ τὸν πίνουμε, νὰ τὸν ραντίζουμε, νὰ τὸν ἔχουμε πρὸς «πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ “ΑΓΙΟΥ” ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

3 Ἰανουαρίου

Μνήμη τοῦ ἁγίου τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων
Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

Γράφει ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ.Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ὁ μεγάλος Σκιαθίτης λογοτέχνης Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ λογοτέχνης ποὺ συγκινεῖ ὅλους μας διαχρονικά, ἔζησε τὴν ἑκούσια φτώχεια γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τραγουδήσει μὲ τὴν πέννα του τὰ πάθια καὶ τοὺς ἀτέλειωτους καημοὺς τοῦ κόσμου. Πόσο μᾶς ἀναπαύει καὶ σήμερα στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ περνᾶμε ὡς ἔθνος, ὡς κοινωνία μὲ τὰ ἔργα του ποῦ μυροβλύζουν ἁγιότητα!
.         Στὰ Παπαδιαμαντικὰ κείμενα προβάλλεται ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ πορεύεται μέσα στὴν κοσμικὴ ματαιότητα, γιὰ νὰ κάνει τὸν κόσμο Ἐκκλησία, γιὰ νὰ θεώσει τὸν ἄνθρωπο. Καταγράφει τὰ πάθια καὶ τοὺς καημούς, ποὺ δὲν ἔχουν τελειωμό. Καὶ μὲ τὴν καταγραφὴ αὐτὴ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας δὲ μένει ἀπαθής, ἀλλὰ συγκλονίζεται ἀπ᾽ αὐτά, ποὺ γίνονται καὶ δικά του πάθη, ἀφοῦ ζεῖ βιωματικὰ τὴν Ἐκκλησία. Σ᾽ αὐτὴν ὅλοι ἔχουν τὴ θέση τους καὶ ὅλοι καταξιώνονται, ὅταν ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς. Τὸ μεγάλο μυστήριο ποὺ ἱερουργεῖται στὰ κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ἡ μεταμόρφωση τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας σὲ εὐχαριστιακὴ σύναξη καὶ θεανθρώπινη κοινότητα. Ἴσως μονάχα τὸ λογοτεχνικὸ χάρισμα καὶ ἡ συνέπεια τῆς ζωῆς τοῦ κυρ Ἀλέξανδρου, ποὺ συνδύαζε ἀγωνιστικὸ πνεῦμα, ταπείνωση καὶ θεῖο φωτισμό, μποροῦν νὰ καταγράψουν καὶ νὰ φανερώσουν αὐτὴ τὴ μεγάλη δυνατότητα τῆς ἁγιότητος, τὸ πῶς, δηλαδή, ἕνας κόσμος πεπερασμένος γίνεται αἰώνιος καὶ μιὰ κοινωνία πόνου καὶ δακρύων μεταβάλλεται σὲ εὐχαριστιακὴ κοινότητα ἁγιωσύνης.

Ὁσιακὸ τέλος.

   .         Τὸ νησί του ἔθελγε τὸν κυρ-Ἀλέξανδρο. Ἔτσι ἔφυγε γιὰ τὴ Σκιάθο, ὅπου ἔγραψε τὰ ὄψιμα διηγήματά του καὶ πέρασε τὶς τελευταῖες στιγμὲς τοῦ ἐπίγειου βίου του ἤρεμα καὶ ἁπλᾶ γνωρίζοντας ὅτι ὁ “καιρὸς τῆς αὐτοῦ ἀναλύσεως ἐφέστηκε” (Β΄ Τιμοθ. δ΄ 6). Ὁ νοῦς του μέχρι τὴν τελευταία του στιγμὴ ἦταν ἀφιερωμένος στο Θεό. Κοιμήθηκε ἐξομολογημένος καὶ χριστοφόρος. Πρὶν παραδώσει τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Κυρίου μας προσευχήθηκε καὶ μὲ ταπείνωση καὶ κατάνυξη ἔψαλλε μὲ πόνο τὸ δοξαστικὸ τῆς Παραμονῆς τῶν Θεοφανείων, «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον Κορυφὴν τοῦ Δεσπότου, μεθ᾿ ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτὸν ἡμῖν καθυπέδειξας, ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτόν, Βαπτιστά, ὡς παῤῥησίαν ἔχων πολλήν». Τὸ Ὀρθόδοξο τέλος του ἦταν μιὰ ἀκόμη ἀπόδειξη τῆς ζωῆς του καὶ τῆς βιωματικῆς του Ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ἡ ἁγία του ψυχὴ φτερούγισε, γιὰ νὰ τὴ στεφανώσει ὁ Χριστός μας, τοῦ ὁποίου τὴν πτωχεία ἀγάπησε, καὶ νὰ τὸν εἰσαγάγει στὴν οὐράνια Βασιλεία Του, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος». Ἦταν δύο ἡ ὥρα μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ξημερώνοντας ἡ τρίτη Ἰανουαρίου τοῦ 1911. Ὁ Φτωχὸς Ἅγιος, στὸ ὁμώνυμο διήγημά του ἔζησε στὶς ἐρημιὲς τῆς Σκιάθου, ἐνῶ ὁ φτωχὸς Παπαδιαμάντης ἔζησε στὴν πολυάνθρωπη ἔρημο τῆς Ἀθήνας. Ἡ γῆ τῆς Σκιάθου μυρόβλυσε ἐκεῖ ποὺ δέχθηκε τὸ σκήνωμα τοῦ Φτωχοῦ Ἁγίου. Ἡ πνευματικὴ γῆ τῆς Ἑλλάδος μοσχοβόλησε μὲ τὰ λογοτεχνικὰ κείμενα τοῦ φτωχοῦ κυρ Ἀλέξανδρου. Αὐτοῦ, ποὺ ἄν δὲν πέθαινε ἀπὸ ἀσθένεια, τὸ κρύο ἐκεῖνο γενναριάτικο ξημέρωμα στὴ Σκιάθο, θὰ πέθαινε ἀπὸ πεῖνα, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κοινὴ μοῖρα αὐτῶν ποὺ θέλουν νὰ ζοῦν τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, τὴ ζωὴ τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς χρηστοηθείας.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ.Μπούσιας

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

,

Σχολιάστε