Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

Ο ΕΛΕΗΜΩΝ ΠΑΠΠΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ὁ ἐλεήμων Παππούλης τῆς Νερατζιώτισσας

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                  Ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος, ὁ ταπεινὸς λευΐτης τῆς Νερατζιώτισσας στὸ Μαρούσι, ἔμοιαζε ἀπόλυτα μὲ τὸ φιλάνθρωπο Κύριό μας. Ἦταν ἡ εἰκόνα τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς συμπάθειας, ἦταν «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ζοῦσε πραγματικὰ σὲ ἕνα παροξυσμὸ ψυχικῆς κενώσεως στὶς ἀνάγκες τοῦ πλησίον, αὐτοπροσφερόταν στοὺς ἐνδεεῖς, στὰ μοναχικὰ πρόσωπα, στοὺς ἀξιοπρεπεῖς, τοὺς ὁποίους οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς κατήντησαν νεοπτώχους, ἐμπεριστάτους. Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἰκτιρμῶν δὲν ἄφηνε ποτὲ τὰ χέρια τοῦ Γέροντος ἀδειανά.

-Κοιμᾶμαι, ἔλεγε χαριτολογώντας, φτωχὸς καὶ ξυπνάω πλούσιος. Χρήματα δὲν ἔχω καὶ χωρὶς χρήματα δὲν μένω.

.              Καὶ δὲν τὰ ὑπολόγιζε τὰ χρήματα ὁ Γέροντας. Αὐτὰ εἶναι γιὰ νὰ ἀλλάζουν χέρια καὶ νὰ καλύπτουν ἀνάγκες, ἔλεγε. Ἡ μοναδικὴ ἀξία ποὺ ἔχουν εἶναι ὅτι μὲ αὐτὰ μποροῦμε νὰ ἀγοράσουμε Παράδεισο. Ὁ ἐλεῶν πτωχὸν δανείζει Θεῷ» (Παρ. ιθ´ 17). Καὶ τοῦτο γιατὶ τίποτα ἀπὸ ὅσα ὁ ἄνθρωπος σκορπίζει σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη δὲν πηγαίνει χαμένο. Ἡ «ἐλεημοσύνη ἐξιλάσεται ἁμαρτίας (Σοφ. Σειρ. γ´ 30), μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ βάρος πολλῶν ἁμαρτιῶν καὶ μᾶς καθαρίζει καὶ μᾶς ἁγνίζει. Μᾶς ἀνοίγει τὶς πόρτες τοῦ Παραδείσου.
Ὅταν μᾶς ἔρχονται χρήματα, νὰ μὴν χαιρόμαστε ἄσκοπα. Νὰ προβληματιζόμαστε γιὰ τὴ σωστή τους χρήση. Ἄλλωσε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὴ γραφίδα τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ, δὲν λέει: «Ὁ ἐλεήμων ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησι, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ψαλμ. ΡΙΑ´ 9) καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Μακάριος ὁ συνιῶν ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα» (Ψαλμ. 40, 1). Γι’αὐτὸ καὶ στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία του ὁ παντελεήμων Θεάνθρωπος διακηρύσσει: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» ( Ματθ. ε´ 7).
.             Ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος, μᾶς λέει ὁ μέγας Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μοιάζει μὲ λιμάνι σὲ ὅσους παλεύουν μὲ τὰ βιοτικὰ κύματα. Δέχεται ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ταλαιπωρημένους, τοὺς ναυαγούς, τοὺς κλυδωνιζομένους, τοὺς κινδυνεύοντες καὶ τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴ δίνη. Καὶ εἴτε εἶναι κακοί, εἴτε ἀγαθοί, εἴτε ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἐκεῖνοι ποὺ κινδυνεύουν, τοὺς δέχεται στὴν ἀγκαλιά του, στὰ γαλήνια νερά του. Μακάριοι οἱ συνάνθρωποί μας, οἱ ὁποῖοι γίνονται λιμάνια σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πέσει στὴν τρικυμία τῆς φτώχειας, τῆς ἀνέχειας, τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀναγκαίων βιοτικῶν ἀγαθῶν.
.                Τὰ χρήματα ὁ Γέροντας Ἀθανασιος δὲν ἤθελε νὰ μένουν ἐπάνω του. Τὰ ἔνοιωθε μίασμα. Αὐτά, ἔλεγε, σταύρωσαν τὸν Χριστό μας. Αὐτὰ φέρνουν πρόσκαιρη εὐτυχία, ἀλλὰ μόνιμη δυστυχία στὸν κόσμο. Ἀλλοίμονο σὲ αὐτοὺς ποὺ τὰ φυλᾶνε. Ἔχουν φίδια στὸν κόρφο τους.
.            Χαρακτηριστικὸ τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἐλεήμονος καρδιᾶς τοῦ Γέροντος εἶναι τὸ ἑξῆς περιστατικό. Κάποια μέρα τὸν ἐπισκέφθηκε ἀπελπισμένη μιὰ χήρα γυναίκα. Κινδύνευε νὰ τῆς κάνουν έξωση, ἐπειδὴ δὲν εἶχε νὰ πληρώσει τὸ ἐνοίκιο. Ὁ Γέροντας τὴ συμπόνεσε, ἀλλὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν εἶχε καθόλου χρήματα.

-Παιδί, της εἶπε, δὲν ἔχω δραχμὴ στὴν τσέπη μου. Ὅμως, μὴ φύγεις. Κάθησε ἔξω στοὺς πάγκους νὰ δῶ τί μπορεῖ νὰ γίνει.

.              Ὁ εὔσπλαχνος Γέροντας κατέφυγε μὲ θέρμη στὴν ἀγαπημένη του προσευχή.

– Γιατί ἄφησες, Θεέ μου, τὰ παιδιά σου νὰ ἔλθουν σὲ τέτοια δυστυχία; Λυπήσου, Κύριε, καὶ αὐτὴ τὴ δούλη σου καὶ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ τὴν πετάξουν στὸ δρόμο!

.               Σὲ λίγο μιὰ εὐκατάστατη κυρία κατέφθασε καὶ τοῦ παρέδωσε ἕνα φάκελο μὲ σεβαστὸ ποσό. Ὁ Γέροντας οὔτε ἄνοιξε τὸ φάκελο νὰ δεῖ πόσα χρήματα περιεῖχε. Φώναξε μὲ χαρὰ τὴ χήρα καὶ τῆς τὰ παρέδωσε. Ἡ γυναίκα ἀνοίγοντας τὸ φάκελο ἔμεινε ἄφωνη. Μὲ τὸ ποσὸ τοῦ περιεχομένου του ξωφλοῦσε τὸν ἰδιοκτήτη της.
.             Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ συμπόνοια τοῦ Γέροντος Ἀθανασίου δὲν σταματοῦσε μόνο στὸ δόσιμο χρημάτων. Ἡ προσωπικὴ προσφορὰ εἶχε μεγαλύτερη ἀξία. Ἐπιδίωκε νὰ ἔρχεται ἀρωγὸς σὲ κάθε ἐμπερίστατο, κάθε κινδυνεύοντα. Ἦταν εὐσυμπάθητος μὲ τοὺς ἀρρώστους, μὲ τοὺς ἀνίατα ἀσθενεῖς, τοὺς κατακοίτους ἡλικιωμένους, αὐτοὺς ποὺ δύσκολα κάνουν ἀκόμη καὶ στοιχειώδεις κινήσεις. Ἔτρεχε νὰ βοηθήσει αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἤθελαν κάποιο δίπλα τους, νὰ τοὺς συμπαρασταθεῖ στὴν καθημερινότητά τους. Ἔχουν ἀναφερθεῖ ζωντανὰ παραδείγματα ἀσθενῶν ποὺ συχνὰ ἐπισκεπτόταν ὁ Γέροντας, καὶ τῶν ὁποίων οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ οἰκεῖοι συνέπασχαν μαζί τους. Ἦταν ὁ ἀρωγὸς σὲ ἀσθενεῖς καὶ στοὺς συνοδούς τους, ποὺ καὶ αὐτοὶ χρειάζονταν στήριξη καὶ ἀγάπη. Ἦταν ὁ ἄγγελος παρηγοριᾶς τῶν ἐγκαταλελειμμένων φυματικῶν τῆς περιοχῆς. Τοὺς πήγαινε αὐγὰ καὶ ἄλλα τρόφιμα καὶ ἔπαιρνε τὰ λερωμένα ροῦχα τους, τὰ ἔπλενε, τὰ σιδέρωνε καὶ τοὺς τὰ πήγαινε μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸ Μαρούσι στὰ Μελίσσια. Καὶ ὅλα αὐτὰ «ἐν τῷ κρυπτῷ». Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ προσωπικὴ προσφορὰ διαλαλεῖται, δὲν διατυμπανίζεται, δὲν διαφημίζεται, ἀφοῦ ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. ϛ´ 3). Ὅσο, ὅμως, καὶ ἂν   κρυβόταν, ὁ Θεὸς ἐπέτρεπε, πρὸς οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν νὰ φανερώνονται οἱ πάμπολλες εὐεργεσίες του. Ἂν καὶ σίγουρα πολλὰ ἔμειναν κρυφά.

.                Πρὶν κοιμηθεῖ τὸν ὕπνο τῶν δικαίων στὶς 17 Αὐγούστου τοῦ 1967 ἔλεγε:

—Γυμνὸς ἦρθα, γυμνὸς καὶ θὰ φύγω.

.               Γι’ αὐτὸ καὶ πρὶν παραδώσει τὴν ψυχούλα του στὰ χέρια τοῦ παντελεήμονος καὶ πανοικτίρμονος Θεοῦ μας δέχθηκε ἐπίσκεψη τῆς προσωποποιημένης ἐλεημοσύνης. Ἡ μοναχὴ ποὺ τὸν ὑπηρετοῦσε στὶς τελευταῖες στιγμές του τὸν ρώτησε ποιός τὸν ἐπισκέφτηκε, καὶ τῆς εἶπε:

—Ἡ ἐλεημοσύνη, παιδί μου!
—Καὶ τί τῆς εἴπατε, ρώτησε ἐκείνη;
—Τῆς εἶπα πὼς ὅ,τι εἶχα τὸ ἔδωσα. Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΡΟΣΤΡΕΧΟΥΜΕ ΜΕ ΘΑΡΡΟΣ, ὅπως στὴ μητέρα μας (Χαρ. Μπούσιας)

Στὴν Παναγία προστρέχουμε μὲ θάρρος,
ὅπως στὴ μητέρα μας.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         «Καί ποῦ λοιπόν ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν; ποῦ προσφύγω; ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι; τίνα θερμήν ἕξω βοηθόν;… Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, καὶ θαῤῥῶ καὶ καυχῶμαι καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ σου· σῶσόν με». Μέσα στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀναξιότητάς μας μαζὶ μὲ τὸν ὑμνωδό, πιστὸ βασιλέα, μοναχὸ Θεόδωρο, ποιητὴ τοῦ Μεγάλου Κανόνος, καταφεύγουμε ὅλοι μας, ὅλοι οἱ ἐμπερίστατοι καὶ κατατρυχόμενοι ἀπὸ τὰ βιοτικὰ βάσανα πιστοί, στὴν πρεσβεία τῆς Κυρίας μας Θεοτόκου πρὸς τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της. Καὶ τοῦτο γιατὶ γνωρίζουμε, ὅτι ἡ Παναγία συνδέεται μὲ μιὰ εἰδικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό, τὸν Θεὸ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου, τὴ σχέση τῆς μητρότητος. Τὴν ὁμολογοῦμε ὡς «ἀληθῆ Θεοτόκον», καταφάσκοντες, ἔτσι, τὸ σχετικὸ δόγμα τῆς Τρίτης καὶ Τετάρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δηλαδὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ ποὺ μπορεῖ καὶ τὸ θέλει ἀπὸ ἀμέτρητη συμπάθεια, νὰ μεσιτεύει στὸν εὔσπλαγχνο Υἱό της γιὰ ὅλους μας.
.         Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα ποὺ ἔχουμε στὶς δυσκολίες καὶ τὸ ἀδιάσειστο στήριγμα στὶς στιγμὲς ἀδυναμίας καὶ ἀπογοητεύσεων τῆς ζωῆς. Σὲ αὐτὴν καταφεύγουμε μὲ παρρησία λέγοντάς της «Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τὴν πᾶσαν ἐλπίδα σου εἰς σὲ ἀνατίθημι». Αὐτὴν τὴν παρρησία πρὸς Ἐκείνη, αὐτὸ τὸ θάρρος νὰ τὶς ἀπευθυνόμαστε ἄμεσα, τὸ ἀποκτοῦμε, γιατὶ νοιώθουμε τὴν Παναγία μας, τὴ μεγάλη Μάνα μας, νὰ εἶναι ἕτοιμη κάθε φορὰ ποὺ τῆς τὸ ζητοῦμε, νὰ ἀνοίγει τὴν ἀγκαλιά της καὶ φιλόστοργα νὰ μᾶς δέχεται, ὅπως ἡ κλῶσσα τὰ νοσσία της. Ὅταν τὴν παρακαλοῦμε ψάλλοντας «εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω καὶ θαῤῥῶ καὶ καυχῶμαι» τῆς δείχνουμε τὴν οἰκειότητα ποὺ αἰσθανόμαστε ἀπέναντί της. Ὅταν πάλι τῆς λέμε: «Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην, ἁγνή; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι καὶ ἐπὶ σὲ θαῤῥῶν κατέφυγον» τῆς ὁμολογοῦμε ὅτι εἶναι ἡ μόνη μας καταφυγὴ καὶ σκέπη καὶ προστασία καὶ ἀντίληψις καὶ βοήθεια.
.         Ὅταν λέμε ὅτι ἔχουμε θάρρος σὲ κάποιον, ἐννοοῦμε ὅτι αἰσθανόμαστε οἰκεῖοι του, φίλοι του. Στοὺς οἰκείους καὶ στοὺς φίλους μας ἐκμυστηρευόμαστε κάθε μας πρόβλημα, κάθε ἀντιξοότητα τῆς ζωῆς. Σὲ αὐτοὺς ἔχουμε θάρρος, ἂν καὶ πολλὲς φορὲς ἀπογοητευόμαστε ἀπὸ τὴ συμπεριφορά τους. Στὴ μητέρα μας ἔχουμε περισσότερο θάρρος γνωρίζοντες τὴ μητρική της, τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη. Στὴν Παναγία μας ἔχουμε κάτι παραπάνω ἀπὸ τὴ σαρκική μας μητέρα, ἔχουμε ἀπόλυτο θάρρος νὰ τὶς ἐκφράσουμε τὶς ἀνησυχίες μας, τὶς θλίψεις μας, τὶς καθημερινές μας ἀνάγκες γνωρίζοντες ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ τὶς θεραπεύσει. Δὲν εἶναι μόνο δυὸ φορὲς μητέρα ἡ Παναγία μας, εἶναι ἡ οὐράνια μητέρα ποὺ καὶ νὰ τὴν στενοχωρήσουμε δὲν ἀποκάμνει, ἀλλὰ σπεύδει νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ μᾶς ἱκανοποιήσει κάθε μας σωτήρια ἐπθυμία. Καὶ σκέπτομαι. Ποιά μητέρα, ὅταν τῆς ζητάει κάτι τὸ παιδί της δὲν σπεύδει νὰ τὸ ἱκανοποιήσει; Ποιά μητέρα ὅταν τὸ παιδί της πεινάει δὲν τοῦ δίνει τροφή; Ποιά μητέρα ὅταν τὸ παιδί της πονάει δὲν τὸ παίρνει στὴν ἀγκαλιά της νὰ τὸ ἀνακουφίσει; Ποιά μητέρα δὲν δακρύζει μπροστὰ στὸ ἄρρωστο παιδί της περιμένοντας μὲ ἀγωνία τὴ γνωμάτευση τοῦ γιατροῦ; Ἂν ἡ μητέρα εἶναι ἡ προσωποποίηση τῆς ἀγάπης, ἡ Παναγία εἶναι ἡ προσωποποίηση αὐτῆς στὸν ὑπέρτατο βαθμό.
.         Τὸ θάρρος νὰ ἀπευθυνόμαστε στὴν Παναγία μας, ὅταν ἔχουμε ἀναγκες μᾶς τὸ ἔχει δώσει ἡ ἴδια μὲ τὴν καθημερινή της μέριμνα γιὰ ἐμᾶς. Εἴμαστε τὰ παιδιά της, καὶ ὅπως τῆς φυσικῆς μας μητέρας τὸ βλέμμα μᾶς ἀκολουθεῖ, γιὰ νὰ μᾶς προστατεύσει, ἔτσι καὶ τὸ ἄγρυπνο βλέμμα τῆς Παναγίας μας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ χαθοῦμε στὴ δίνη τῆς ἁμαρτίας, τῶν θλίψεων, τῶν ἀσθενειῶν, τῶν προβλημάτων μας. Γιὰ τὴν Παναγία μας δὲν ὑπάρχει ἄλυτο πρόβλημα, ἀνίατη ἀσθένεια, βρώμικη ψυχή. Τρέχει παντοῦ νὰ μᾶς γιατρέψει, νὰ μᾶς βοηθήσει, νὰ μᾶς πλύνει μὲ τὰ φιλόστοργα δάκρυά της τὸ ρύπο τοῦ ἐνδύματος τῆς ψυχῆς. Καὶ ἐνῶ οἱ φίλοι μας καὶ οἱ οἰκεῖοι μας ποὺ τοὺς ἐμπιστευόμαστε πολλὲς φορὲς μᾶς ἀπογοητεύουν, ἡ Παναγία μας οὐδέποτε μᾶς ἀπογοητεύει, οὐδέποτε μᾶς ἐγκαταλείπει. Ἡ προστασία της εἶναι «ἀκαταίσχυντος». Γι’ αὐτὸ τῆς ψάλλουμε: «Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοὶ κατῃσχυμένος ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε, Θεοτόκε».
.         Ἔχουμε θάρρος νὰ ἀπευθυνόμαστε στὴν Παναγία μας, γιατὶ καὶ αὐτὴ ἔχει τὸ θάρρος, ἔχει τὴ μητρικὴ παρρησία, νὰ ἀπευθύνεται στὸν εὔσπλαγχνο Υἱὸ καὶ Θεό της, γιὰ ὅλους μας. Ὡς Μητέρα γνωρίζει πολὺ καλὰ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Υἱοῦ της, γνωρίζει καλὰ ὅτι αὐτὸς «οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ» ( Ψαλμ. 102, 9), ἀφοῦ γιὰ αὐτοὺς ποὺ τὸν σέβονται, μᾶς λέει καὶ ὁ ἱερὸς Ψαμωδός, «κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος Αὐτοῦ ἐπὶ τοὺ φοβουμένους Αὐτόν» (Ψαλμ. ΡΒ´ [102] 11).
.         Ἔχουμε τὸ θάρρος νὰ ἀπευθυνόμαστε στὴν Παναγία μας, τὸ τελειότερο πλάσμα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, γιατὶ εἶναι ἡ μόνη ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ ἐπέλεξε ὁ Θεός μας, γιὰ νὰ γεννήσει τὸν σαρκωθέντα Λόγο Του. Περίμενε πολλοὺς αἰῶνες, γιὰ νὰ ἔλθει τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, νὰ βρεθεῖ ἡ Παναγία μας, ἡ μόνη ἀμόλυντος, γιὰ νὰ στείλει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ τὸν Υἱό Του τὸν ἀγαπημένο, ὥστε νὰ ἑλκύσει μέσῳ Αὐτοῦ ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἀποδήμους ἀνθρώπους τῆς χάριτός Του ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Ἔχουμε θάρρος νὰ ἀπευθυνόμαστε στὴν Παναγία μας, γιατὶ ὡς ἄνθρωπος, ἂν καὶ πανάσπιλος, καὶ ὑπεράμωμος καὶ «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν», γνωρίζει τὸ εὐόλισθο τῆς φύσεώς μας καὶ μᾶς συμπαθεῖ. Γι’ αὐτὸ καταφεύγουμε πάντοτε στὴ δική της βοήθεια, ὅλοι μας, οἱ ὀφειλέτες μυρίων ταλάντων, ἐμεῖς ποὺ σπαταλοῦμε τὴν πατρικὴ περιουσία μὲ ἄσωτη ζωή, ἐμεῖς ποὺ συμπεριφερόμαστε χειρότερα ἀπὸ τὴν πόρνη, τὸ ληστή, τὸν τελώνη, ποὺ παρανομοῦμε πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν Μανασσῆ, ποὺ εἴμαστε πιὸ ἄσπλαγχνοι ἀπὸ τὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς, ποὺ εἴμαστε λαίμαργοι δοῦλοι, δοχεῖα πονηρῶν καὶ ἀκαθάρτων λογισμῶν, ξένοι κάθε ἀγαθοῦ ἔργου.
.         Ἔχουμε θάρρος, ὅταν διαθέτουμε ταπεινὸ φρόνημα, νὰ φωνάζουμε στὴν Παναγία μας:

.         Ἐλέησέ μας τὴν ταπείνωση καὶ λυπήσου μας τὴν ἀσθένεια. Σὺ μόνο ἔχεις τόση παρρησία πρὸς τὸν «ἐκ σοῦ τεχθέντα», ὅση κανεὶς ἄλλος. Τὰ πάντα μπορεῖς ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ σοῦ γράφει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος «πάντα ὅσα βούλεσαι, ὡς Θεομήτωρ δύνασαι». Γιὰ ὅλα ἔχεις τὴν ἰσχὺ ὡς ὑπερέχουσα ὅλων τῶν κτισμάτων. Τίποτα δὲν σοῦ εἶναι ἀδύνατο, ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσεις. Μή, λοιπόν, παραβλέψεις τὰ δάκρυά μας, μὴν ἀηδιάσεις τὸ στεναγμό μας, μὴν ἀποστραφεῖς τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς μας, μὴ καταισχύνεις τὴν προσδοκία μας, ἀλλὰ ἀξίωσέ μας μὲ τὴ μεσιτεία σου νὰ ξαναβροῦμε τὸ ἀρχαῖο προπτωτικὸ κάλλος ἀποβάλλοντας τὴν ἀσχήμια τῶν παθῶν μας. Συνοδοιπόρησε μαζί μας στὴ γήϊνη πορεία μας, παραμύθησέ μας στὶς θλίψεις, θεράπευσε τὶς ἀσθένειές μας, λύτρωσέ μας ἀπὸ ἀδικίες καὶ συκοφαντίες. Παιδαγώγησε τὴ νεότητα, φύλαξέ μας τὶς αἰσθήσεις ἀπὸ τὶς προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ καὶ δῶσε μας καιρὸ μετανοίας.
.         Μὲ θάρρος, Παναγία μου, ἀπεθύνθηκε σὲ σένα καὶ ὁ ἀσκητὴς τοῦ ὁποίου πέθανε ὁ ὑποτακτικὸς ποὺ διαρκῶς ἔπεφτε σὲ ἁμαρτίες. Καὶ πέτυχε τοῦ ἐπιθυμητοῦ. Σὲ παρακάλεσε νὰ τοῦ φανερώσεις ποῦ βρίσκεται ἡ ψυχή του. Καὶ τοῦ τὸ ἔδειξες.
.         Μετὰ μερικὲς ἡμέρες ἦλθε σὲ ἔκσταση καὶ εἶδε τὸν ὑποτακτικό του ἀμίλητο νὰ βαστάζεται ἀπὸ δύο ἀγνώστους καὶ νὰ ἀγωνιᾶ. Λυπήθηκε πολὺ ὁ Γέροντας καὶ ἄρχισε ἐλεημοσύνες γιὰ τὴν ψυχή του καὶ μνημονεύσεις συνεχεῖς στὶς Θεῖες Λειτουργίες. Ταυτόχρονα κοπίαζε πολὺ στὴν ἄσκηση, στὴν ξηροφαγία καὶ στὶς μετάνοιες ὥσπου τοῦ παρουσιάσθηκε ἡ Παναγία καὶ τοῦ εἶπε:
-Γιατί λυπεῖσαι καὶ ἀδημονεῖς, Γέροντα;
.         Ὁ Γέροντας τῆς ἐξήγησε τὸ ὅραμα καὶ μὲ θάρρος ἀπὸ τὴν ἀνταπόκρισή της τὴν παρακάλεσε πιὸ θερμὰ νὰ μεσιτεύσει γιὰ τὴν ψυχή του.
.         Τὴν ἑπομένη ἡμέρα εἶδε πάλι τὸν ὑποτακτικό του νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν γελώντας καὶ νὰ τοῦ λέει:
-Οἱ πρεσβεῖες σου, Γέροντα, ἔκαμψαν τὴν Παναγία μας, γιατὶ σὲ ἀγαπάει ὑπερβολικά, καὶ παρακάλεσε τὸν Σωτήρα μας νὰ μοῦ λύσει τὰ δεσμά, ἀφοῦ ἤμουν περιφραγμένος μὲ τὰ σχοινιὰ τῶν ἁμαρτιῶν μου.
.         Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Γέροντας γέμισε ἀπὸ χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν Παναγία μας, τὴν ταχινὴ ἀρωγό μας, ἡ ὁποία ἀμέσως πάλι τοῦ παρουσιάσθηκε καὶ τὸν ρώτησε;
-Ἔλαβες πληροφορία, Γέροντα;
Καὶ ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε:
-Ναί, Δέσποινά μου, καὶ χάρηκα ποὺ τὸν εἶδα σὲ πλήρη ἄνεση. Καὶ ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε:
-Πήγαινε, καὶ νὰ θυμᾶσαι πάντοτε τὸν ὑποτακτικό σου μὲ προσευχές, ἐλεημοσύνες καὶ θεῖες λειτουργίες.
.         Τὸ θάρρος μας πρὸς τὴν Παναγία μας, θάρρος παιδιοῦ πρὸς μητέρα, ἂς τὸ χρησιμοποιοῦμε πάντοτε, ὄχι μόνο γιὰ ἐπίτευξη προσωπικῶν στόχων ἀλλὰ καὶ πρὸς ὠφέλεια ὅλων τῶν ἄλλων ποὺ μᾶς παρακαλοῦν νὰ εὐχόμαστε γιὰ αὐτούς, ἰδιαίτερα γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν θάρρος, δὲν ἔχουν παρρησία νὰ προσευχηθοῦν λόθῳ ἀκάθαρτης ζωῆς, γιὰ ὅλους, «τοὺς ἐντειλαμένους ἡμῖν εὔχεσθε ὑπὲρ αὐτῶν». Καὶ νὰ εἴμαστε κάτι περισσότερο ἀπὸ βέβαιοι ὅτι ἡ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας μας θὰ εἶναι ἄμεση.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΡΑΓΕ ΑΞΙΟΙ ΝΑ ΥΠΟΔΕΧΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ; [Χάπι γιὰ τὸν πόνο τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός»] (Χαρ. Μπούσιας)

Εἴμαστε ἆραγε ἄξιοι
νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Χριστὸ
στὴν καρδιά μας;

Ἔχουμε ἆραγε τὴν πίστη, ἀγάπη καὶ ταπείνωση
τοῦ Ἑκατοντάρχου;

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Ὡς ἄνθρωποι ἀτελεῖς καὶ ἀδύναμοι ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἀτέλειας καὶ τῆς ἀδυναμίας μας, ὀφείλουμε νὰ ὁμολογοῦμε πάντοτε μὲ μεγάλο δέος τὴν ἀναξιότητα καὶ ἁμαρτωλότητά μας, ἀναγνωρίζοντας τὴν ἄφθαστη καὶ ἄρρητη τελειότητα τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ συνεχοῦς καὶ ἀτελεύτητου   λυτρωτικοῦ μας ἀγῶνος εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἀναξιότητάς μας, τὸ γκρέμισμα τῶν τειχῶν ποὺ συνήθως κτίζουμε, γιὰ νὰ δείξουμε στοὺς ἄλλους τὴ δύναμη καὶ τὴν ὑπεροχή μας. Αὐτὰ τὰ κτιστὰ τείχη μᾶς ἀποξενώνουν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἐμποδίζουν καὶ τὴν πραγματικὴ ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
.           Τρεῖς ἀρετὲς ποὺ μᾶς μεταβάλλουν ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ παρόντος κόσμου σὲ ἀγγέλους τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἀρετὲς ποὺ ὀφείλει νὰ καλλιεργεῖ κάθε ἕνας ποὺ πιστεύει στὸν ταπεινὸ Ναζωραῖο, εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ταπείνωση. Μὲ τὴν ταπείνωση γνωρίζουμε καλὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ νιώθουμε ἐσωτερικὴ ἁρμονία. Μὲ τὴν ἀγάπη προσεγγίζουμε τοὺς ἀδελφούς μας καὶ ζοῦμε εἰρηνικὰ μαζί τους καὶ μὲ τὴν πίστη γνωρίζουμε καὶ συνδεόμαστε μὲ τὸν Θεό μας.
.           Οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς κοσμοῦσαν καὶ τὸν ἀνώνυμο Ἑκατόνταρχο τῆς Καπερναούμ, τοῦ ὁποίου ὁ Κύριος κατόπιν ἐπίμονης παρακλήσεώς του θεράπευσε τὸν δοῦλο. Ἦταν τὰ παράσημα ποὺ κοσμοῦσαν τὸ στῆθος του καὶ τὰ διαμάντια ποὺ αὐτὸς μᾶς παρουσιάζει καὶ μᾶς καλεῖ σὲ μίμησή του. Ὁ Ἑκατόνταρχος αὐτὸς ἦταν ὁ στρατιωτικός διοικητὴς τῆς Καπερναοὺμ καὶ ὅλης τῆς περιοχῆς. ῾Ως Ρωμαῖος ἀξιωματικὸς ἦταν φυσικά εἰδωλολάτρης. Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν πίστευε στὰ εἴδωλα, ἀλλὰ στὸν ἀληθινὸ Θεό, Αὐτὸν ποὺ εἶχε γνωρίσει ἀπὸ τοὺς ᾿Ισραηλίτες. Ἔτσι ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ἀνώτερος στὴν ἀγάπη, στὴν πίστη, καὶ στὴν ταπείνωση.
.           Οἱ περισσότεροι τῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂν καὶ ἔβλεπαν σὲ καθημερινὴ βάση τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, καὶ μάλιστα οἱ ἄρχοντές τους, οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι, μιλοῦσαν περιφρονητικὰ γιὰ τὸ πρόσωπό Του καὶ τὸν ὀνόμαζαν, «υἱὸν τοῦ τέκτονος», παιδί τοῦ μαραγκοῦ, ἀνάξιο τιμῆς. Ὁ Ἑκατόνταρχος, ὅμως, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸν Χριστό, συγκρίνοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ ἄφθαστο ὕψος τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητος τοῦ Χριστοῦ, βλέπει ὅτι τεράστια εἶναι ἡ ἠθικὴ ἀπόσταση ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ Αὐτὸν καὶ ὁμολογεῖ δημοσίως, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος νὰ τὸν δεχθεῖ στὸ σπίτι του. Ἔτσι, ὁ Χριστός μας προγνωρίζοντας τὴν πίστη του δὲν τὸν προκαλεῖ νὰ τὴν ἐκφράσει ἔμπρακτα, ὅπως προκάλεσε σὲ παρόμοιο αἴτημά της τὴ Χαναναία.
.           Ὅταν ὁ Χριστός μας μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του ἦλθε στὴν Καπερναοὺμ τὸν πλησίασε αὐτὸς ὁ Ἑκατόνταρχος, λοχαγὸς δηλαδὴ τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ὅλη τότε ἡ Παλαιστίνη ἦταν κάτω ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία. Αὐτὸς ἐξουσίαζε καὶ διοικοῦσε ἑκατὸ ἄνδρες. ῾Η φήμη τοῦ Χριστοῦ μας ἐκείνη τὴν ἐποχὴ συνεχῶς μεγάλωνε. Τὸ πρόσωπό Του, ἡ διδασκαλία καὶ τὰ σημεῖα Του ἦταν  τὸ θέμα τῆς συζητήσεως ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ φυσικὰ καὶ τῶν ἐπισήμων τῆς Καπερναούμ. Ὁ Ἑκατόνταρχος θαυμάζοντας τὸν Κύριο καὶ πιστεύοντας σὲ Αὐτὸν τὸν πλησίασε καὶ ἀναγνωρίζοντας τὴν ἀνώτερότητά Του τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ θεραπεύσει τὸν παράλυτο δοῦλο. Τὸ ἀξίωμά του καὶ ὁ τρόπος τῆς παρακλήσεώς του δείχνουν ἄνθρωπο μὲ εὐγενικὴ ψυχή, καλοπροαίρετο καὶ δεκτικὸ τῆς ἀληθείας. Δυστυχῶς, ὅλοι οἱ ἐξουσιαστὲς ἀνθρώπων, εἴτε ὀλίγων εἴτε πολλῶν ἔχουν ὑπέρμετρη ἀλαζονεία. Ἔχουν καὶ ἐπιδεικνύουν τὴν ἀλαζονεία τῆς ἐξουσίας.
.           Τί παρακάλεσε τὸν Χριστὸ μὲ πίστη καὶ ταπείνωση ὁ Ἑκατόνταρχος; Μήπως τὸν παρακάλεσε γιὰ τὴν ὑγεία του, τὴν οἰκογένειά του, γιὰ τὰ παιδιά του ἢ τὰ συμφέροντα του; Ὄχι! Τὸν παρακάλεσε γιὰ τὸν δοῦλο του ποὺ ἦταν παράλυτος λέγοντας: «Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος». (Ματθ. η´ 6).
.           ῾Η λέξη παῖς ἐδῶ σημαίνει τόν δοῦλο καὶ ὁ δοῦλος ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στεροῦνταν τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα στὸν κόσμο, τὴν ἐλευθερία. Δὲν εἶχε κανένα ἀνθρώπινο δικαίωμα καὶ ἀποτελοῦσε περιουσία τοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος μποροῦσε ὅποια στιγμὴ ἤθελε νά τὸν πουλήσει ἤ νὰ τὸν σκοτώσει. Ἔτσι, βλέπουμε πολλὲς ἐπαναστάσεις τῶν δούλων ἐναντίον τῶν κυρίων τους γιὰ τὴ βάναυση συμπεριφορά τους ἢ ἀκόμη καὶ δραπετεύσεις. Ἡ καλοσύνη, ὅμως, τὴν Ἑκατοντάρχου, ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν δοῦλο του, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔντιμος, ὅπως περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἑκατόνταρχος τὸν σεβόταν καὶ τὸν εἶχε νὰ μένει μαζί του στὸ σπίτι του, σὰν παιδί του πραγματικό. ᾿Ενδιαφερόταν καὶ συνέπασχε μαζί του, λὲς καὶ γνώριζε καὶ βίωνε τὴν ἀλήθεια ποὺ διακηρύττει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· «Οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ» (Γαλ. γ´ 28).
.           Καὶ ὁ Χριστὸς στὸ αἴτημα τοῦ Ἑκατοντάρχου καὶ βλέποντας ὅτι εἶχε πίστη φιλάδελφη, ταπεινὴ καὶ ἀκλόνητη, ἀπάντησε: «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν» (Ματθ. η´ 7), δείχνοντας τὴ διάθεση Του νὰ μεταβεῖ στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν δοῦλο του.
.           Καί τότε ἦταν ποὺ ἀκούσθηκε ἡ ἀπόκριση τοῦ Ἑκατοντάρχου: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. η´ 8). Ὡς ταπεινὴ ψυχὴ ταπεινώθηκε περισσότερο μπροστὰ στὴ συγκατάβαση τοῦ Χριστοῦ μας μέχρι τῆς ἐλαχιστότητός του καὶ στὸ ἐνδιαφέρον Του γι’ αὐτόν.
.           Τὴ φράση τοῦ Ἑκατοντάρχου ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἅγιος ᾿Ιωάννης, ὁ Χρυσόστομος, στὴν κατανυκτικὴ εὐχὴ τῆς θείας Μεταλήψεως, ποὺ ἐκφράζει τὴ συντριβὴ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ πιστοῦ, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται ἀνάξιος νὰ φιλοξενήσει στὴν καρδιά του τὸν Κύριο: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα, ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς». ῞Ολοι μας οἱ ἀγωνιζόμενοι γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς καὶ τὴ θέωση, ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἀναγνωρίζοντας τὴν τελειότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀτέλεια τῶν πράξεών μας ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθοῦμε τὴν προτροπή Του: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι Ἐγὼ Ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. α´ 16).
.           Ἀγαπητοί μου, ὁ Θεός μας ἔκανε τὸ χατίρι καὶ θεράπευσε τὸν δοῦλο τοῦ Ἑκατοντάρχου βλέποντας τὴν πίστη του, τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν ταπείνωσή του. Καὶ ἐμεῖς ἂς γνωρίζουμε ὅτι κάθε αἴτημά μας πρὸς τὸν Κύριο ἂν συνοδεύεται ἀπὸ ταπεινὸ φρόνημα, γνωρίζοντας τὴν ἀτέλεια καὶ ἀναξιότητά μας, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ: «ἕκαστος μὴ τὰ ἑαυτῶν σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἑτέρων» (Φιλιπ. β΄ 4), καθὼς καὶ ἀπὸ πίστη στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ μας, καθὼς εἶπεν ὁ Ἰώβ: «ἀδυνατεῖ δὲ τῷ Θεῷ οὐδὲν» (Ἰώβ Ι´, 13), τὸ αἴτημά μας θὰ γίνει ἀποδεκτό. Τὸ αἴτημά μας, ὅμως, ἂς συνοδεύεται ἀπὸ προσευχὴ καὶ δοξολογία Κυρίου.
.           Τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός,» δὲν πρέπει νὰ λείπει ἀπὸ τὰ χείλη μας, ἔλεγε ὁ Ὅσιος Γέροντας Παΐσιος καὶ συνέχιζε.
Ὅταν πονᾶτε, νὰ ἔχετε γιὰ χάπι τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός». Κι’ ἐμένα τίποτα ἄλλο δὲν μὲ πιάνει ὅταν πονάω, παρὰ μόνο ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεὸς» εἶναι ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Ὁ πνευματικός του Γέροντας στὴν καλύβη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὁ χαριτωμένος Παπα- Τύχων, μὲ τὸν ὁποῖο συγχαίρει αἰώνια στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ὁ Ὅσιος Παΐσιος, ἔλεγε:
-Τὸ « Κύριε, ἐλέησον» ἔχει μισθὸ ἑκατὸ δραχμές, τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός» ἔχει χίλιες δραχμές, εἶναι δηλαδὴ πολὺ πιὸ ἀρεστὸ στὸν Θεό μας.
.           Ἤθελε νὰ πεῖ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, δυστυχῶς, ζητάει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἀνάγκη, ἐνῶ Τὸν δοξολογεῖ ἀπὸ φιλότιμο. Καὶ αὐτὸ τὸ φιλότιμο ἐπιβραβεύει ὁ Θεός. Τοῦ δίνει μεγαλύτερη ἀξία. Καὶ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ φαίνεται μόνο στὶς ἀνάγκες καὶ στὶς δοκιμασίες, ἀλλὰ καὶ ὅταν αὐτὲς περάσουν. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὲς τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς τὶς ἐπιτρέπει ὁ φιλάνθρωπος καὶ γιατρὸς τῶν ψυχῶν μας καὶ παιδαγωγός μας Θεός, γιὰ σωφρονισμὸ καὶ θεραπεία μας, ἀφοῦ αὐτὲς εἶναι τὰ φάρμακα τῆς ψυχῆς.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

Σχολιάστε

ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. [Χαρ. Μπούσιας]

Τὸ Παράκλητον Πνεῦμα,
ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας.

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μας, καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους ὡς ἡ ψυχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο συγκροτεῖ ὁλόκληρο τὸ θεσμό της, καθὼς τονίζεται στὸ ἰδιαίτερα γνωστὸ στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς τὴν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ χωρὶς τὰ χαρίσματά Του δὲν μπορεῖ οὔτε Ἐκκλησία νὰ ὑπάρξει, οὔτε Μυστήρια νὰ τελεσθοῦν, οὔτε ὁμολογία πίστεως νὰ γίνει, οὔτε ἁγιότητα βίου νὰ ἐπιτευχθεῖ.
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὁμίλησε καὶ συνεχίζει νὰ ὁμιλεῖ διὰ τῶν Προφητῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο χαριτώνει καὶ φωτίζει τοὺς ἁγίους ἀνθρώπους, τελειοποιεῖ τοὺς ἱερεῖς, μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ γινόμαστε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστοῦ. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς παπικοὺς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας τὰ πάντα συντελοῦνται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰ πάντα ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ἐπενέργειά Του. Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Χριστὸς εἶχε προείπει τὴν ἔλευση καὶ γι’ αυτό παρότρυνε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μὴν φύγουν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἕως ὅτου λάβουν τὴν ἐπαγγελία τοῦ Πατρός Του. Ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος, εἶπε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, Ἐκεῖνος θὰ σᾶς διδάξει, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσει τὸ τί ἔκανα καὶ τὸ τί εἶπα. «Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός,τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» (Ἰωάν, ιε΄ 26).
.             Την πεντηκοστὴ ἡμέρα μετὰ τὸ Πάσχα κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» στὶς κεφαλὲς τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι φωτίσθηκαν καὶ ἄρχισαν νὰ λαλοῦν διάφορες γλῶσσες. Ἔκτοτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔμεινε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ μένει μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δίδει τὴν πνευματικότητα στὶς ζῶσες ὑπάρξεις. «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται…». Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ζεῖ μέσα στὴν Εκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων. Ἀνασταίνει τὶς ψυχές, συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, δίδει τὰ χαρίσματα, χρίει τοὺς πιστούς, δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν στὴν ἐξομολόγηση, μετουσιάζει τὰ Τίμια Δῶρα κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία. Στὴν ἱερωσύνη δίδει τὰ χαρίσματα στὸν χειροτονηθέντα, στὸ γάμο ἑνώνει δύο ὑπάρξεις, στὸ εὐχέλαιο δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἐνεργεῖ στὴν ἴαση τῆς ἀσθενείας.
.             Ἰδιαιτέρως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐνεργεῖ σὲ κάθε Χριστιανὸ καὶ μάλιστα δυναμικὰ δίνοντάς του οὐράνιες δωρεές, ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ μακροθυμία, ἡ πραότητα, ἡ χρηστότητα, ἡ πίστη, ἡ ἀγαθοσύνη. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ φωτίζει τὸν Χριστιανὸ νὰ ἐννοεῖ τὸ θεῖο λόγο στὸ κήρυγμα, στὴ μελέτη. Ὕστερα τὸν ἐνισχύει στὸν ἀγῶνα τὸν πνευματικὸ κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ στὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.
.             Ἐνεργεῖ, ὅμως, σ’ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα; Ὄχι, δὲν ἐνεργεῖ σὲ ὅλους. Δὲν ἐνεργεῖ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, στοὺς ἀδιάφορους, στοὺς τυπολάτρες. Αὐτοὶ εἶναι τὰ ἀσθενικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχουν στὴν Εκκλησία οἱ ὑγιεῖς πιστοὶ καὶ οἱ ἀσθενεῖς πιστοί. Οἱ ἀσθενεῖς πιστοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐκτελοῦν τὰ πνευματικὰ τους καθήκοντα. Σὲ αὐτούς, λοιπόν, δὲν ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, διότι Αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ πλησιάσει τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας: «Πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν» (Α´ Ἰωάν, γ´ 6). Πρέπει ὁ ἁμαρτάνων νὰ στραφεῖ στὴ μετάνοια, γιὰ νὰ ἐνεργήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ τὸν βοηθήσει, ὥστε νὰ φέρει εἰς πέρας τὴ σωτηρία του.
.             Ὅλοι μας ἔχουμε τὴν ἀνάγκη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει αὐτὴν τὴν ὡραία προσευχὴ ποὺ λέγεται ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι τὸ Μέγα Σάββατο, τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγὸς, ἐλθὲ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος, καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ εἶναι πάντα μέσα μας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τὸ ἴδιο μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 19). Ἂς προσέξουμε, λέει, μὴ χάσουμε τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ πότε τὴ χάνουμε; Ὅταν ἐμμένουμε στὴν ἁμαρτία, ὅταν δὲν προσπαθοῦμε νὰ μειώσουμε ὁρισμένα ἐλαττώματα. Γι’ αὐτὸ συνέχεια πρέπει νὰ λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε», ἀφοῦ εἶναι ἀπαραίτητο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μέσα στὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ ἔχουμε ζωὴ πνευματική. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ζωογονεῖ: «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται…». Αὐτὸ καθαρίζει τὴν ψυχή, τὴν ἐξυψώνει, τὴν κάνει, ὅπως τὴ θέλει ὁ Θεός μας.
.             Τώρα γιατί ἀπὸ τὸ Μέγα Σάββατο ἕως τὴν Πεντηκοστὴ δὲν λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε»; Ἀπεδήμησε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο; Ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τὸν Χριστό; Ὄχι, ἀλλὰ δὲν εἶχε ἔλθει ἀκόμα. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου κατῆλθε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ἔτσι τὸ θέσπισε, γιατὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, τὸ λόγο ἔχει ὁ Χριστός μας, ὁ ἀναστημένος μας Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ὁ Πατήρ δημιούργησε, ὁ Χριστὸς ἔσωσε, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία ὅλον τὸν κόσμο. Εἶναι μονίμως ἐδῶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνεργεῖ, θαυματουργεῖ, συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ ὅποιος τὰ βάζει μὲ αὐτὴν τὰ βάζει μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι δυνατὸ νὰ νικηθεῖ ὁ Θεὸς ποτέ;
.             Ἡ πα­ρου­σί­α καὶ ἡ ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος μέ­σα στὸν κό­σμο μαρ­τυ­ρεῖται ἀ­πὸ τὶς πολ­λὲς βι­βλι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς τό­σο στὴν Πα­λαιὰ ὅ­σο καὶ στὴν Και­νὴ Δια­θή­κη. Κα­τὰ τὴ δη­μιουρ­γί­α τοῦ κόσμου «πνεῦ­μα Θε­οῦ ἐ­πε­φέ­ρε­το ἐ­πά­νω τοῦ ὕ­δα­τος» (Γεν. α΄ 2). Στὸν κα­τα­κλυ­σμὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε ὁ Θεὸς «ἐ­πή­γα­γε πνεῦ­μα ἐ­πὶ τὴν γῆν καὶ ἐ­κό­πα­σε τὸ ὕ­δωρ» (Γεν. δ΄ 1). Στὴν ὠ­δὴ τοῦ Μω­ϋ­σέως, με­τὰ τὴν ἔ­ξο­δο, δο­ξο­λο­γεῖ­ται ὁ Θε­ὸς μὲ τὴ φράση: «Ἀ­πέ­στει­λας τὸ πνεῦ­μά σου, ἐ­κά­λυ­ψεν αὐ­τοὺς θά­λασ­σα, ἔ­δυ­σαν ὡσεὶ μό­λι­βος ἐν ὕδα­τι σφο­δρῷ» (Ἐξ. ιε΄ 10). Ἐ­πί­σης ὁ Μω­υ­σῆς εὐ­λο­γεῖ τὸν Ἰ­η­σοῦ τοῦ Ναυ­ῆ ὅ­τι «οὗ­τος ἐνε­πλή­σθη πνεύ­μα­τος συ­νέ­σε­ως» (Δευτ. λε΄ 9)», καὶ στὸν 50ο ψαλ­μὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς πνεῦμα «εὐ­θές», «ἅγιον», «ἡ­γε­μο­νι­κόν, ἐ­νῶ ἡ Σοφία Σο­λομῶντος τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζει πνεύ­μα «φι­λάν­θρω­πον» (Σοφ. Σολ. α΄ 5).
.             Τέ­λος τὸ Ἅγιον Πνεύῦμα εἶναι τὸ «λα­λῆσαν διὰ τῶν προ­φη­τῶν». Ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας ση­μειώ­νει: «Πνεῦ­μα Κυ­ρί­ου ἐπ’ ἐ­μέ, οὗ ἕνε­κεν ἔχρι­σέ με» (Ἡσ. ξ´ 1) καὶ ὁ Ἰε­ζε­κι­ήλ ση­μειώ­νει: «…καὶ ἦλ­θεν ἐπ’ ἐ­μὲ πνεῦμα καὶ ἔ­στη­σέ με ἐ­πὶ τοὺς πό­δας μου καὶ ἐ­λά­λη­σε πρός με…» (Ἰεζ. γ΄ 24).
.             Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δει­κτι­κὲς πε­ρὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ἔ­λευ­ση καὶ μὲ τὸ ἔρ­γο Του μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­ναι οἱ ἀνα­φο­ρὲς στὴν Και­νὴ Δια­θή­κη. Κατ’ ἀρ­χὴν ἡ Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ «ἐκ πνεύ­μα­τος ἐ­στὶν ἁ­γί­ου» (Ματ­θ. α΄ 21). Στὸν Εὐαγ­γε­λι­σμὸ τῆς Θε­ο­τό­κου ὁ Ἀρχάγ­γε­λος Γα­βρι­ὴλ θὰ τῆς ἀ­πα­ντή­σει στὴν ἔκ­πλη­ξή της: «Πνεῦ­μα Ἅ­γιον ἐ­πε­λεύ­σε­ται ἐ­πὶ σὲ καὶ δύ­να­μις Ὑ­ψί­στου ἐ­πι­σκιά­σει σοι», (Λουκ. α΄ 35). Στὴν ἔ­ρη­μο ὁ Ἰω­άν­νης ἐπα­να­λαμ­βά­νει: «Ἐγὼ μὲν βα­πτί­ζω ὑ­μᾶς ἐν ὕ­δα­τι εἰς με­τά­νοιαν, ὁ δὲ ὀ­πί­σω μου ἐρχό­με­νος…βα­πτί­σει ὑ­μᾶς ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ καὶ πυ­ρί» (Ματ­θ. γ´ 11).
.             Ἐ­πί­σης ἔ­χου­με καὶ αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύματος κα­τὰ τὴ Βά­πτι­ση τοῦ Κυ­ρί­ου: «Ἐ­γέ­νε­το ἀ­νε­ω­χθῆ­ναι τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ κα­τα­βῆ­ναι τὸ πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον σω­μα­τι­κῶς ἐν εἴ­δει πε­ρι­στε­ρᾶς» (Λουκ. γ΄ 21-22). Κα­τὰ τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Κυρίου «…Ἰ­δοὺ νε­φέ­λη φω­τει­νὴ ἐ­πε­σκί­α­σεν αὐ­τούς» (Ματ­θ. ιζ΄ 5). Πρό­κει­ται, κα­τὰ τοὺς πα­τέ­ρες, γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύμα­τος ὡς «φω­τει­νῆς νε­φέ­λης», ποὺ «ἐπε­σκί­α­σε» τοὺς μα­θη­τὲς τοῦ Κυ­ρί­ου.
.             Τέ­λος, ἔχου­με τὴν αἰ­σθη­τὴ πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος κα­τὰ τὴν ἡμέ­ρα τῆς Πε­ντη­κο­στῆς, ὅ­ταν οἱ μα­θη­τὲς «ὤ­φθη­σαν αὐτοῖς δια­με­ρι­ζό­με­ναι γλῶσ­σαι ὡ­σεὶ πυ­ρός …ἐ­πλή­σθη­σαν ἅ­πα­ντες Πνεύ­μα­τος Ἁγί­ου» (Πραξ. β´ 1-3).
.             Εἶ­ναι αὐ­στη­ρὴ ἐξ ἄλλου ἡ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ βλα­σφη­μί­α κα­τὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ποὺ ση­μαί­νει, κατὰ τοὺς πα­τέ­ρες, τὴν ἀ­με­τα­νο­η­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τὴν παραμο­νή του στὴν ἁ­μαρ­τί­α. «Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μὶν· Ὃς ἂν βλα­σφη­μή­σῃ εἰς τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον οὐκ ἔ­χει ἄ­φε­σιν εἰς τὸν αἰῶ­να, ἀλ­λ’ ἔ­νο­χος ἐ­στὶν αἰω­νί­ου κρί­σε­ως» (Μάρ­κ. γ´ 28-29).
.             Ὁ Κύ­ριος λί­γο πρὶν ἀπὸ τὸ Πά­θος Του ὑπο­σχέθηκε­ στοὺς μαθη­τές Του τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὡς Πα­ρα­κλή­του, δη­λα­δή, ὡς ἐ­νι­σχυ­τοῦ στὸ ἔρ­γο τους. Τοὺς εἶπε: «…Καὶ ἐ­γὼ ἐ­ρω­τή­σω τὸν πα­τέ­ρα καὶ ἄλ­λον πα­ρά­κλη­τον δώ­σει ὑ­μῖν… τὸ πνεύῦμα τῆς ἀλη­θεί­ας» (Ἰω­άν. ιδ΄ 15), γιὰ νὰ ἐπαναλάβει στη συ­νέ­χεια: «…Ὁ δὲ πα­ρά­κλη­τος, τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον, Ὃ πέμ­ψει ὁ Πα­τὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, Ἐκεῖ­νος ὑ­μᾶς δι­δά­ξει πά­ντα…» (Ἰωάν. ιε´ 25-26). Κα­τὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο, Ἐπί­σκο­πο Ἱε­ρο­σο­λύ­μων, «κα­λεῖ­ται τὸ πνεῦ­μα πα­ρά­κλη­τος, ὡς πα­ρη­γο­ροῦν ἡ­μᾶς, βο­η­θοῦν τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἡ­μῶν καὶ ἐντυγ­χά­νων ὑ­πὲρ ἡ­μῶν».
.             Μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος οἱ Α­πό­στο­λοι συνέχισαν τὸ ἔρ­γο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ ἀ­πο­στο­λι­κὴ πε­ρί­ο­δος εἶ­ναι κατ’ ἐ­ξο­χὴν ἁγιοπνευ­μα­τι­κή, ση­μεῖ­ον ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἀ­νὰ τὴν οἰκουμένη πο­ρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἔτσι, ἡ εἴ­σο­δος τῶν ἐ­θνι­κῶν στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­πως ἀπο­φά­σι­σε ἡ Ἀ­πο­στο­λι­κὴ Σύ­νο­δος (48 μ.Χ.), θε­ω­ρεῖ­ται ὡς καρ­πὸς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­φοῦ «…ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι καὶ ἡ­μῖν» (Πραξ. ιε΄ 28) γρά­φουν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι στοὺς Χρι­στια­νοὺς τῆς Ἀντιοχεί­ας.
.             Στὴ συ­νέ­χεια ὁ Ἀπόστολος Παῦ­λος μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ γιὰ τὶς «δω­ρε­ὲς» καὶ τὰ «χα­ρί­σμα­τα» τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ση­μειώ­νει στὴν πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του «Α´ Κορ. ιδ´ 4»: «Διαι­ρέ­σεις χα­ρι­σμά­των εἰσί, τὸ δὲ αὐ­τὸ Πνεῦ­μα. Ἑ­κά­στῳ δὲ δί­δο­ται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύ­μα­τος πρὸς τὸ συμ­φέ­ρον». Ὑπάρ­χουν χαρίσματα «ἔκτα­κτα» (π.χ. προ­φη­τεί­α, γλωσ­σο­λα­λί­α κ.α.) καὶ χαρίσμα­τα «μόνι­μα». Γι’ αὐ­τὸ ση­μειώ­νει: «Εἴ­τε προ­φη­τεῖ­αι καταργη­θή­σον­ται, εἴτε γλῶσσαι παύσονται (Α΄ Κορ. ιγ΄ 8) «Νυ­νὶ μέ­νει πί­στις, ἐλ­πίς, ἀγά­πη, τὰ τρί­α ταῦ­τα, μεί­ζων δὲ τού­των ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´13). Κι ἔ­τσι φθά­νου­με στὰ «μό­νι­μα» χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὅπως εἶ­ναι, κυ­ρί­ως, ἡ ἀ­γά­πη, ἡ ὁ­ποί­α «ουὐδέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει» καὶ συ­μπλη­ρώ­νει: «ζη­λοῦτε …τὰ χα­ρί­σμα­τα τὰ κρείτ­το­να…ζη­λοῦ­τε τὰ πνευ­μα­τι­κά» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31). Καὶ τέ­τοια χα­ρί­σμα­τα, ὡς καρ­πὸς τοῦ πνεύ­μα­τος, «…ἐ­στίν ἀ­γά­πη χα­ρά, εἰ­ρή­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, χρη­στό­της, ἀγα­θω­σύ­νη, πί­στις, πρα­ό­της, ἐ­γκρά­τεια… (Γαλ. ε΄ 22). Ἔ­τσι ὁ ἄνθρω­πος γί­νε­ται «πνευ­μα­τι­κὸς» καὶ «χαρισματι­κός».
.             Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη περιγράφεται ἕνα περιστατικὸ κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ φιλοξένησε τρεῖς ἄνδρες στὴ σκηνή του (Γένεση, κεφάλαιο 18). Ὁ Ἀβραὰμ δέχτηκε τὸν Θεὸ ὡς Τριάδα Προσώπων, τὰ Ὁποῖα παρουσιάσθηκαν ὡς ἄνδρες ἀγγελιοφόροι. Οἱ τρεῖς Ἄγγελοι δηλαδὴ ποὺ δέχθηκε ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἄκτιστοι, ἦταν τὰ τρία πρόσωπα τοῦ Θεοῦ μας, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὑπάρχει καὶ ἕνα Τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζει αὐτή τὴν ἀποψη, ψαλλόμενο τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου. «Μέτοικος ὑπάρχων ὁ ᾿Αβραάμ, κατηξιώθη τυπικῶς ὑποδέξασθαι, ἑνικὸν μὲν Κύριον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὑπερούσιον, ἀνδρικαῖς δὲ μορφώσεσιν (Κανὼν Μεσονυκτικοῦ, ᾠδὴ ϛ´). Ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ γράφει: «Ὤφθη δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ» (Γέν. ιη´ 1).
.             Τώρα γιὰ τὸ πῶς γίνεται ὁρατὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἂν αὐτὸ τοὺς συνοδεύει στὴ ζωή τους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ σὲ συζήτησή του μὲ τὸν Μοτοβίλωφ εἶπε:
– Στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, φθάσαμε σὲ τέτοια χλιαρότητα πίστεως καὶ σὲ τέτοια ἔλλειψη εὐαισθησίας ὡς πρὸς τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. Ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Μωϋσῆς εἶδαν τὸν Θεό. Ἡ στήλη τῆς πύρινης νεφέλης, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χρησίμευε γιὰ ὁδηγὸς στὸν Ἑβραϊκὸ λαὸ μέσα στὴν ἔρημο. Οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν τὸν Θεὸ καὶ τὸ Πνεῦμά Του ὄχι σὲ ὄνειρο ἢ σὲ ἔκσταση, προϊόντα ἀρρωστημένης φαντασίας, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα. Ἔτσι ἀπρόσεκτοι ποὺ γίναμε, ἀντιλαμβανόμαστε τὰ λόγια τῆς Γραφῆς ἀλλοιώτικα ἀπ’ ὅ,τι θὰ ἔπρεπε. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατὶ ἀντὶ νὰ ἀναζητοῦμε τὴ χάρη, τὴν ἐμποδίζουμε νὰ ἔλθει νὰ κατοικήσει στὶς ψυχές μας ἀπὸ διανοητικὴ ὑπεροψία.
.             Μὴ λησμονοοῦμε ὅτι ὁ Αδάμ δημιουργήθηκε ζῶον, ὅμοιο μὲ τὰ ἄλλα πλάσματα ποὺ ζοῦν στὴ γῆ, ἂν καὶ ἀνώτερος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Θὰ ἔμενε ζῶο, ἂν δὲν εἶχε δεχθεῖ «τὴν πνοὴ τῆς ζωῆς», τὸ πνεῦμα, ποὺ τὸν ἔκανε συγγενῆ μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος μόνο ζωοποιήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἐνοικεῖ μέσα του.
.             Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι ἐμεῖς προχωρώντας στὴν ἡλικία δὲν αὐξάνουμε στὴ σοφία, ὅπως ὁ Κύριός μας ( Λουκ. β΄ 52), ἀλλὰ ἀντίθετα φθειρόμαστε ὅλο καὶ περισσότερο καὶ γινόμαστε ἁμαρτωλοί, ἀπεχθῶς μάλιστα ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ χάσαμε τὴ χάρη ποὺ εἴχαμε δεχθεῖ στὴν ἀρχή. Ἂν παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ἀποφασίσει νὰ ξαναγυρίσει στὸν Θεὸ ἀκολουθώντας τὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας, πρέπει νὰ ἐξασκήσει τὶς ἀρετές, τὶς ἀντίθετες πρὸς τὰ ἀμαρτήματα ποὺ εἶχε διαπράξει. Θὰ ξαναβρεῖ τότε μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ θεμελιώνει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ, «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν » (Λουκ . ιζ´ 21), καὶ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» ( Ματθ . ια´ 12).
.             Σὲ δεύτερη ἐρώτηση τοῦ Μοτοβίλωφ γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναγνωρίσει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ στὴν ἐνέργεια τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ἀπάντησε:
.             «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ «ἐπαναφέρει ἀδιάκοπα στὴ μνήμη μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γεμίζει τὶς καρδιές μας μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, ἐνῶ τὸ σατανικὸ πνεῦμα, τὸ πονηρόν, ἐργάζεται κατ’ ἀντίστροφη ἔννοια. Οἱ ἐνέργειες του ἐπάνω μας εἶναι θορυβώδεις, μᾶς παρακινοῦν πρὸς τὴν ἀνταρσία καὶ μᾶς κάνουν σκλάβους τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας, τῆς ματαιοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφάνειας.
.             Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐμφανίζεται σὰν ἕνα ἄρρητο φῶς σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ νὰ φανερωθεῖ. Ἐμφανίζεται μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, μὲ γλυκύτητα, μὲ θερμότητα, ποὺ καὶ στὸ χιόνι μέσα νὰ εἶσαι χωμένος νομίζεις ὅτι εἶσαι μέσα σὲ ἀτμόλουτρο καὶ μὲ εὐωδία ἀσύγκριτη.
.             Ἔτσι ὅταν ἡ Θεία Χάρις κατοικεῖ μέσα στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεως μας, στὴν καρδιά μας. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστί» ( Λουκ. ιζ΄ 21). Μὲ τὴ φράση «βασιλεία τοῦ Θεοῦ » ἐννοεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ βασιλεία βρίσκεται τώρα μέσα μας, μᾶς θερμαίνει, μᾶς φωτίζει, εὐχαριστεῖ τὶς αἰσθήσεις μας καὶ γεμίζει μὲ ἀγαλλίαση τὴν καρδιά μας. Ἡ τωρινή μας κατάσταση μοιάζει μὲ αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «οὐκ ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καί πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ » (Ρωμ. ιδ΄ 17).
.             «Όσο γιὰ τὴ διαφορετικὴ κατάσταση μεταξὺ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ἐνώπιον Θεοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ ὅλους μας ὁ Θεὸς ζητάει μιὰ καρδιὰ γεμάτη πίστη καὶ ἀγάπη. Ἐκεῖ βρίσκεται ὁ θρόνος στὸν ὁποῖο ἀρέσκεται νὰ κάθεται καὶ ἐκεῖ ἐμφανίζεται μέσα στὴν πληρότητα τῆς δόξης Του. «Υἱέ, δός μοι σὴν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´ 26) καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ σοῦ τὰ δώσω ἐγὼ πολλαπλάσια. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ χωρέσει τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. « Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ», λέγει ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του «καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ϛ´ 33). « Οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων».
.             Ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς νηπτικὸς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπαναλάμβανε ὅτι, ἡ ψυχὴ ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θλίβεται, ὅταν βλέπει τὸν ἄλλο νὰ ὑποφέρει. Ποθεῖ καὶ γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο τὴν ἴδια χάρη ποὺ καὶ αὐτὴ ἔλαβε. Ἐπιθυμεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ γνωρίσουν τὴν ἴδια ὀμορφιά, νὰ μετανοήσουν, νὰ δοῦν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀνακαλύψουν τὴν εὐσπλαχνία Του καὶ νὰ σωθοῦν. Ἐπιθυμεῖ τὸ κακὸ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ νὰ βασιλεύσει ἡ εἰρήνη. Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη, δὲν ἀνέχεται τὴν ἀπώλεια οὔτε μιᾶς ψυχῆς. Ὁ ἀδελφός μας εἶναι ἡ ζωή μας. Θὰ δοξασθοῦν αὐτοὶ πού, ἐπειδὴ ἦταν πλήρεις ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὑπέμειναν τὸν πόνο ὅλου τοῦ κόσμου.
.             Τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀσταμάτητα στὰ μάτια τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἡ καρδιά του πονοῦσε γιὰ ὅλη τὴν κτίση ποὺ ζοῦσε μακριὰ ἀπὸ τὸν Ποιητὴ καὶ Δημιουργό της. Ἡ προσευχή του μὲ πόνο βαθὺ ἀνέβαινε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε: «Δέομαι Σου, ἐλεῆμον Κύριε, ἵνα γνωρίσωσί Σε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς».
.             Στὰ νέα οἰκονομικὰ δεδομένα τῆς καθημερινότητας μποροῦσε κανεὶς μέχρι ἕνα σημεῖο νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ πράγματα μέσω μιᾶς καταναλωτικῆς μανίας. Σήμερα, ὅμως, ποὺ στένεψαν τὰ οἰκονομικά, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἐρχόμαστε νὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ τὸν ἐσωτερικό μας ἑαυτό. Ἕνα κενὸ ἀπὸ πνευματικὰ ἐφόδια ποὺ δύσκολα τὸ ἀναγνωρίζουμε.
.             Ἡ βοήθεια τῶν Ἁγίων ἀφ’ ἑνὸς μᾶς θεραπεύει μὲ τὴν ὑπομονή, γιατὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἀπελπισία, ἡ ἀπομόνωση μᾶς φέρνουν σὲ μιὰ αὐτοεξέταση. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ «μὴ ἀπελπίζου» τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀναδιάταξη τῶν προτεραιοτήτων μας.
.             Νὰ γεμίζουμε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνορθώσεως σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς μας. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι σὲ αὐτὴ τὴν τραγικότητα τῆς ἀπελπισίας, μόνο ἄνθρωποι ποὺ βιώνουν τὸν πόνο, τὴ δυστυχία τοῦ ἄλλου, μποροῦν νὰ προσφέρουν λύσεις. Μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἐνοικεῖ μέσα τους τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Ἂς τὸ ἐπιζητοῦμε, λοιπόν, πάντοτε λέγοντας «Βασιλεῦ οὐράνιε, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν», καὶ ἂς μὴν τὸ λυποῦμε, ἀλλὰ νὰ τὸ χαροποιοῦμε μὲ τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὶς πράξεις σωφροσύνης καὶ εὐποιΐας μας, γιὰ νὰ χαιρόμαστε καὶ ἐμεῖς μόνιμα κοντά Του.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

,

Σχολιάστε

Η ΤΑΡΑΧΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἡ ταραχή
ἀποτέλεσμα ἐλλείψεως προετοιμασίας μας

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ποιοὶ ξαφνιάζονται καὶ αἰσθάνονται ταραχή; Οἱ ἀπροετοίμαστοι νὰ ἀντιμετωπίσουν μιὰ δυσκολία, μιὰ ἐξέταση, μία ἐχθρικὴ ἐπιδρομή, μία ἀπρεπῆ συμπεριφορὰ ἑνὸς συνανθρώπου, μίαν ἀρρώστια, ἕνα θάνατο. Ταράσσονται οἱ ἀμελεῖς μαθητές, ὅταν ὁ δάσκαλος τοὺς καλεῖ γιὰ ἐξέταση. Ταράσσονται οἱ στρατιῶτες, ὅταν βλέπουν τὸν ἐχθρὸ νὰ προβάλλει καὶ δὲν εἶναι ἕτοιμοι νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουν. Ταράσσονται οἱ ἀσθενεῖς ὅταν ὁ γιατρὸς τοὺς ἀνακοινώνει τὴ μορφὴ τῆς ἀσθενείας τους. Ταράσσονται οἱ μὴ ὑπομονετικοὶ συνάνθρωποί μας ἀπὸ τὶς ἀντιδράσεις, τοὺς ἐκνευρισμούς, τίς, ἄδικες πολλὲς φορές, συμπεριφορὲς τῶν ἄλλων. Ταράσσονται οἱ χλιαροὶ στὴν πίστη, οἱ εὐαίσθητοι ἀλλὰ ἀπρόσεκτοι, ὅταν πέσουν ἀναπόφευκτα στὴν ἁμαρτία. Ταράσσονται οἱ γονεῖς ὅταν μαθαίνουν ὅτι τὰ παιδιά τους ἔχουν μπλέξει μὲ κακὲς παρέες, μὲ ναρκωτικά, μὲ ἀνθρώπους τοῦ ὑποκόσμου ποὺ τὰ παρασύρουν στὸν ὄλεθρο καὶ στὴν καταστροφή. Ταράσσονται οἱ ψυχὲς ὅταν ἐννοήσουν τὸ θάνατο, γιατὶ μπροστά τους ἐπικρέμαται ἡ σπάθη τοῦ δικαιοκρίτου Κυρίου. Μᾶς τὸ λέει καὶ ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία: «Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον». Ἡ ἔλλειψη κατάλληλης προετοιμασίας σὲ κάθε περίσταση ὁδηγεῖ στὴν ταραχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ψαλμωδὸς μᾶς λέει: «Ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην» (Ψαλμ. 118, 60).
.         Οἱ ἐπιμελεῖς μαθητὲς δὲν ταράσσονται, γιατὶ ἡ προετοιμασία τους τοὺς θωρακίζει ἀπὸ ὁποιαδήποτε ξαφνικὴ ἐξέταση τοῦ δασκάλου τους. Οἱ στρατιῶτες ποὺ ἄγρυπνοι στέκουν μὲ «ἐφ’ ὅπλου λόγχην» καὶ γνωρίζουν τὶς πονηρὲς κινήσεις τοῦ ἔχθροῦ δὲν ταράσσονται μὲ τὴν παρουσία του. Τὴν περιμένουν. Ὅλοι μας ταρασσόμαστε, ὅταν οἱ ἄλλοι μᾶς συμπεριφέρονται ἀπαξιωτικά, μᾶς προσβάλλουν, μᾶς ὑποτιμοῦν, μᾶς ἐρεθίζουν μὲ λόγια καὶ πράξεις, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε μὲ ἀπάθεια, ταπεινὸ φρόνημα καὶ ὑπομονὴ νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζουμε, γιὰ νὰ ἀποφεύγουμε τὸν πειρασμὸ καὶ τὴν ταραχή. Γιὰ τὶς κρίσιμες αὐτὲς στιγμές, ποὺ ἀναπόφευκτα ἔρχονται στὴν καθημερινότητά μας, ἄκουσα ἀπὸ ἕναν πνευματικὸ τὴ θεόσοφη φράση:
-Νὰ μαζεύεις ὑπομονή!,
δηλαδὴ νὰ σκέφτεσαι ἀπὸ πρὶν πῶς θὰ τὶς διαχειρισθεῖς. Ἡ προετοιμασία σου θὰ σοῦ διώξει κάθε ταραχή.
.       Οἱ ἀσθενεῖς ποὺ εἶναι προσγειωμένοι στὴν πραγματικότητα καὶ ἔχουν ἀποδεχθεῖ ὅτι οἱ ἀσθένειες εἶναι γιὰ ὅλους μας καὶ ὄχι γιὰ μόνο τοὺς ἄλλους, δὲν ταράσσονται στὸ ἄκουσμα τῶν ἰατρικῶν γνωματεύσεων, ἀλλὰ καρτερικὰ καὶ ἀγόγγυστα τὶς δέχονται καὶ φέρνουν στὰ χείλη τους τὰ λόγια τοῦ Ἰὼβ «ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν οὕτω καὶ ἐγένετο. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» (Ἰὼβ α´ 21).
.       Ὅλοι μας, οἱ χλιαροὶ περὶ τὴν πίστη, ἂς ἀκούσουμε τὸ παράδειγμα τοῦ Ὁσίου Παϊσίου καὶ ἂς μὴν θρηνοῦμε μετὰ τὶς πτώσεις μας. Ἡ στιχομυθία τοῦ Γέροντα μὲ κάποιον ἀνήσυχο νεαρὸ λίγο τροποποιημένη ἔχει ὡς ἑξῆς: Γέροντα, πῶς θὰ ξεπεράσω τὶς πτώσεις μου;
– Σκοπὸς εἶναι νὰ προλαβαίνεις νὰ μὴν φθάνεις σ’ αὐτές. Ἄμα φθάσεις, ἔχασες! Καὶ τὸ γάλα, ἂν δὲν προλάβεις νὰ τὸ κατεβάσεις ἀπὸ τὴ φωτιά, μόλις φουσκώσει, χύνεται.
-Πῶς θὰ τὶς προλαβαίνω;
– Χρειάζεται ἐπαγρύπνηση. Νὰ παρακολουθεῖς τὸν ἐαυτό σου καὶ νὰ συγκρατεῖς τὸ νοῦ σου καὶ τοὺς λογισμούς σου, γιὰ νὰ μὴ ριζώσει μέσα σου ἐπιθυμία κακή, νὰ μὴν γίνει ἀποδοχή της, νὰ μὴν γίνει πάθος, γιατὶ μετά, καὶ νὰ θελήσεις νὰ συγκρατηθεῖς καὶ νὰ τὴν κόψεις μὲ τὸ τσεκούρι, δὲν θὰ τὰ καταφέρεις. Νὰ θυμᾶσαι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Δαβίδ: «Ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην» (Ψαλμ, 118, 60).
.       Εἶδες ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς τί ἔκανε; Μόλις ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελλί του, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ ἔλεγε: «Θεέ μου, φύλαξέ με ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς» καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀντιμετωπίσει ὁποιονδήποτε πειρασμό. Ἦταν σὰν νὰ κρατοῦσε σκοπιά. Κοιτοῦσε ἀπὸ ποὺ θὰ τοῦ ἔλθει ὁ πειρασμός, γιὰ νὰ ἀμυνθεῖ. Καὶ μόνοι μας ἄμυνα δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε ὅσο καὶ ἂν προετοιμαζόμαστε. Ἡ προσευχὴ μᾶς φέρνει δίπλα μας τὸν Κύριο, ποὺ μᾶς ἐνισχύει. Εἶναι ἡ ἐπέμβαση τῆς μεγάλης δυνάμεως. Καὶ αὐτὴ τὴ χρειαζόμαστε πάντοτε!
.       Οἱ γονεῖς ποὺ μεγαλώνουν τὰ παιδιά τους μὲ «παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου» (Ἐφεσ. ϛ´ 4) χωρὶς νὰ ὑποκρίνονται, γιατὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν τὴν λεπτότητα νὰ καταλαβαίνουν τὸ γνήσιο ἀπὸ τὸ κάλπικο, τότε παρακαλουθώντας τὶς κινήσεις τῶν παιδιῶν τους, στέκουν δίπλα τους, εἶναι ἕτοιμοι κάθε στιγμὴ νὰ τὰ προστατεύσουν ἀπὸ τὰ βέλη τῆς σύγχρονης κοινωνίας, ὥστε νὰ νὰ μὴν φθάσουν νὰ κλαύσουν γιὰ ἐπερχόμενες πτώσεις. Καὶ οἱ ψυχές, ποὺ ὁ κτύπος τους εἶναι ρυθμισμένος μὲ τοὺς κτύπους τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ, καὶ ὁ δρόμος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους εἶναι δρόμος Χριστοῦ, δρόμος ἀρετῆς, δρόμος συνεχοῦς ἐγρηγόρσεως, δὲν θὰ φθάσουν νὰ ποῦν: «Τὸν χιτῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ.» Ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα ποὺ θὰ ἔλθει ὁ Κύριος νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας εἶναι ἄγνωστες. Ἐμεῖς ὡς πιστοὶ δοῦλοι Κυρίου ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι. Μᾶς τὸ λέει καὶ ὁ Κύριος μὲ τὸ στόμα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου: «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής (Ματθ. κϛ´ 41). Ἔτσι, ὅταν ἔλθει ἡ εὐλογημένη ἐκείνη ὥρα τῆς ἐπισκέψεώς Του, ἡ παρουσία Του δὲν θὰ μᾶς ταράξει. Δὲν θὰ μᾶς δικαιολογήσει ἡ λαϊκὴ φράση: «Σπίτι ἀσυγύριστο μουσαφήρη περιμένει». Καὶ ἔτσι ὄχι μόνον δὲν θὰ ταραχθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ χαροῦμε καὶ θὰ πανηγυρίσουμε λέγοντας:
-Ἐλθέ, Κύριε, ὁ δοῦλος Σου μὲ χαρὰ Σὲ προσμένει. «Δέξαι με ὡς ἕνα τῶν μισθίων Σου (Λουκ. ιε´ 19). Πολὺ ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πάρεις κοντά Σου. Ἐπιθυμῶ, ὅπως ὁ Παῦλος «ἀναλῦσαι καὶ σὺν Σοὶ εἶναι» (Φιλιπ. α´ 23). Ἐλθέ, εὐλογημένε μου Κύριε!


, ,

Σχολιάστε

ΠΑΝΑΓΙΑ, ΒΡΟΝΤΗ ἡ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΚΑΤΑΠΛΗΤΤΟΥΣΑ (Χαρ. Μπούσιας)

 Παναγία, Βροντὴ ἡ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

Παναγία ἡ Νικοποιός

.              Ἡ Παναγία Παρθένος ὑπῆρξε ἀνέκαθεν γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς ἡ ἑτοίμη προστασία, ἡ παραμυθία, τὸ καταφύγιο, ἡ χαρά, ἡ θεία πρὸς τὸν Υἱό της καὶ Θεό μας πρέσβειρα. Γιὰ ἐμᾶς, τὸ εὐλογημένο γένος τῶν Ἑλλήνων ὑπῆρξε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει ἡ «ἀκαταίσχυντος προστασία» ἡ «ὑπέρμαχος στρατηγός», ὁ «πύρινος στῦλος» ποὺ φώτισε καὶ φωτίζει, ποὺ ὁδήγησε καὶ ὁδηγεῖ ὅλο τὸ Ρωμαίϊκο γένος στὸ δρόμο τοῦ θριάμβου καὶ τῆς δόξης, στὸ δρόμο τῆς μέσα ἀπὸ περιπέτειες εἰρήνης καὶ προόδου, στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἡ Παναγία μας εἶναι αὐτὴ που συνοδοιπόρησε μαζί μας στὴ διαδρομὴ τῶν αἰώνων καὶ μᾶς προστάτεψε ἀπὸ τοὺς ἐπίβουλους ἐχθρούς μας. Εἶναι ἡ «βροντὴ ἡ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα», ἡ ἀστραπὴ καὶ ὁ κεραυνὸς ποὺ κατακεραυνώνει τοὺς ἐπιβούλους τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας μας, ὅλους αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν κάθε πιστὸ στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ μεγαλοδύναμου Υἱοῦ της.
.         Δὲν ἐκδικεῖται τοὺς ἐχθρούς μας ἡ Παναγία μας, ἀφοῦ εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀγάπη. Ἡ δικαιοσύνη, ὅμως, τοῦ Υἱοῦ της ἐπιβάλλει τὴν παραδειγματική τους ταπείνωση, γιατὶ μὲ τὶς ἄνομες, τυραννικὲς καὶ πολεμικὲς τακτικές τους πολλὰ δεινὰ ἐπισώρευσαν καὶ ἐπισωρεύουν στὸ πιστὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα. Μὲ τὴ θεία της σκέπη ἡ Παναγία μας προστατεύει τὸ γένος μας, τὸ ταλαιπωρημένο ἀπὸ τὶς ἄγριες ἐπιθέσεις αὐτῶν ποὺ ἐπιζητοῦν τὰ τὸ ὑποδουλώσυν, νὰ τὸ ἐξαφανίσουν ἀπὸ προσώπου γῆς. Προστατεύει τὸ δίκαιο, προστατεύει τοὺς εἰρηνοποιούς, ἀφοῦ οὐδέποτε οἱ Ἕλληνες πολέμησαν μὲ ἐπεκτατικὲς βλέψεις. Ἔχοντας στὸ νοῦ τὴ ρήση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους» οἱ Ἕλληνες προβάλλοντας τὸ Σταυρὸ τοῦ Υἱοῦ τῆς Παναγίας μας, τὸ σημεῖον τοῦ «ἐν τούτῳ νίκα» καὶ ζητῶντας τὴ μεσιτεία της συντηροῦσαν και συντηροῦν τὴν ἐλευθερία τους καὶ τὴν ἐδαφική τους ἀκεραιότητα.
.         Ὁλόκληρος ὁ ἱστὸς τῆς Ρωμηοσύνης, ἔχει ὑφανθεῖ γύρω ἀπὸ τὴν προστασία καὶ σκέπη τῆς Θεοτόκου. Γι’ αὐτὸ ὁ εὐσεβὴς λαός μας δείχνει ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό μας, τὴν Κυρὰ τῶν Αγγέλων, καὶ ἡ εὐλάβεια αὐτὴ ἐκφράζεται μὲ τὴν αὐθόρμητη ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός της, «Παναγία μου», στὴν ὥρα τοῦ κινδύνου. Ἐκφράζεται ἐπίσης μὲ τὴν πλούσια καλλιεπῆ ὑμνολογία καὶ τὴν πλούσια εἰκονογραφία. Ἡ Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν εἶναι ἡ πιὸ προσφιλὴς Ἀκολουθία τῶν Ρωμηῶν ποὺ τὴν παρακολουθοῦν μικροὶ καὶ μεγάλοι μὲ κατάνυξη θυμίζοντάς μας τὴ σωτηρία ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Βασιλεύουσας τοῦ Βυζαντίου. Ὁ Ἑλληνικός Ὀρθόδοξος λαὸς βλέπει πάντοτε μὲ σεβασμὸ τὴ γαλήνια καὶ πονεμένη μορφὴ τῆς Παναγίας μας καὶ τὸ ὑπερύμνητο πρόσωπό Της βρίσκεται βαθύτατα ριζωμένο στὴν ἐθνικὴ καὶ πνευματική μας παράδοση. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὀνομάζουμε τὴν Παναγία μας «Νικοποιό», «Πολεμίστρα», «Ἐλευθερώτρια», «Ἁγία Σκέπη» καὶ «Πατριδοφιλοῦσα».
.         Ἡ τιμή ὅλων τῶν Ρωμηῶν πρὸς τὴν Θεοτόκο εἶναι πάντα συνυφασμένη μὲ τὴν ἐθνικὴ καὶ Ὀρθόδοξη ὕπαρξή μας. Σὲ αὐτὴν ἐκφράζουμε στὴ διαδρομὴ τοῦ χρόνου, στὶς δοκιμασίες καὶ στὶς πικρίες, στὴν ἀνελέητη προσφυγιά, στὴν αἱματηρὴ αἰχμαλωσία καὶ ὑποδούλωση, τὴν καρτερία καὶ τὴν ἐλπίδα.
.         Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ Παναγία τοῦ Γένους τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ ἔγινε ὕμνος, δύναμή μας καὶ ἀπαντοχή, ζωντανὴ καὶ ἐνεργὴ ελπίδα. Στὶς κρίσιμες ὧρες τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅταν ὡς ἔθνος περνούσαμε ἀπὸ τὴν τροχιὰ τῶν δακρύων, τῶν συμφορῶν καὶ τοῦ πόνου, στὴν Παναγία καταφεύγαμε. Αὐτὴ φώτιζε τὴ νύχτα τῆς ἀγρυπνίας μας καὶ τῆς προσδοκίας τῆς ἀπελευθερώσεως ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς πικρῆς σκλαβιᾶς. Αὐτὴ μᾶς φωτίζει καὶ σήμερα νὰ πορευόμαστε σωστὰ στὸ δρόμο τῆς ἐλευθερίας καὶ μᾶς σκεπάζει ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν ποὺ μᾶς περιβάλλει.
.         Στὴν ἐθνική μας ἱστορία ἡ Παναγία ἀπέβη δύναμη συνοχῆς τοῦ Γένους καὶ πηγὴ ἐμπνεύσεώς του σὲ ὅλους τοὺς ἐθνικοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες. Εἶναι ἡ «δύναμη δι’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι», εἶναι ἡ «βροντὴ ἡ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα». Ἡ λατρεία μας, γράφει ὁ πεζογράφος Σπῦρος Μελᾶς, εἶναι ὑφασμένη μὲ αὐτὴ τὴν ἐθνική μας ὕπαρξη. Ἔτσι, ἀλλοίμονό μας ἂν λησμονήσουμε τὶς ἀπ’ αἰῶνος εὐεργεσίες της πρὸς τὸ γένος μας τὸ Ὀρθοδοξο, τὸ γένος τῶν Ρωμηῶν. Ἡ λησμονιὰ αὐτὴ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀπομάκρυνση τῆς χάριτός της καὶ τῆς σκέπης της, ποὺ μοιραία θὰ μᾶς φέρει στὰ πρόθυρα τῆς καταστροφῆς.

 

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΘΛΗΤΕΣ ΑΝΟΙΞΕ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ

Τὸ Στάδιο γιὰ τοὺς ἀθλητὲς ἄνοιξε τὶς πύλες.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

ὁ  Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .       Καθημερινὰ ὅλοι μας ἐνσυνείδητα ἢ ἀσυνείδητα ἀγωνιζόμαστε στὸ στάδιο τῆς ζωῆς καὶ ἔχουμε, ἄλλοι μικρή, ἄλλοι μεγάλη, πεῖρα ἀγωνιστική. Ἀγωνιζόμαστε, ὅμως, ὄχι πάντοτε νόμιμα, γιὰ τοῦτο καὶ δὲν ὁδηγούμαστε σὲ νίκες, σὲ θριάμβους, σὲ ἐπιτυχίες. Καὶ ὁ ἀγώνας εἶναι τῆς ἐπιβιώσεως, τῆς βελτιώσεως τῶν αὐριανῶν συνθηκῶν ζωῆς μας. Ἄν, λοιπόν, ὁ ἀγώνας ὁ βιοτικὸς μᾶς θέλει ἀγωνιστές, μᾶς θέλει νόμιμους ἀθλητές, πόσο ἀθλητὲς μᾶς θέλει ὁ πνευματικὸς ἀγώνας, τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ποὺ ἀνοίγει σήμερα καὶ μᾶς καλεῖ νὰ εἰσέλθουμε σὲ αὐτό;
.       Ὁ ἀγώνας ὁ πνευματικὸς εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ ὁδηγεῖ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ νικοποιοῦ μας Χριστοῦ κοντά Του, στὴ θριαμβευτικὴ νίκη τῆς αἰωνιότητος, στὴν ὄντως ζωή. Ἄλλωστε Αὐτὸς εἶναι ὁ δίκαιος ἀγωνοθέτης καὶ στεφοδότης μας Κύριος. Στὸ στάδιο τῆς ἐπιβιώσεως ἀγωνιζόμαστε ἄλλοτε ἐγωϊστικὰ αὐτονομούμενοι καὶ ἄλλοτε ἐπικαλούμενοι τὴ Θεία Χάρη. Ἄλλοτε πρόθυμα καὶ ἄλλοτε ράθυμα. Ἄλλοτε μὲ ἐπιτυχίες καὶ ἄλλοτε μὲ ἀποτυχίες. Στὸ πνευματικὸ ὅμως στάδιο τί κάνουμε; Παραμένουμε ἀδρανεῖς νομίζοντας ὅτι δὲν θὰ τὰ καταφέρουμε νὰ ἀγωνισθοῦμε μέχρι τέλος ἐπιτυχῶς, σπεύδουμε νὰ κερδίσουμε τὸ στεφάνι χωρὶς νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τῶν δυνάμεών μας, ὁπότε ἡ κόπωση δὲν μᾶς φέρνει ποτὲ σὸ ἐπιθυμητὸ τέλος ἢ ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις, γιὰ νὰ νικήσουμε ἀκούοντας τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου: «Οὐδεὶς στεφανοῦται ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ;».
.       Σήμερα ἄνοιξε τὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ὁ καλὸς Θεός μας μᾶς καλεῖ νὰ ἀγωνισθοῦμε νόμιμα. Μᾶς θέλει ἀθλητὲς ὁ Κύριος, ἀθλητὲς τῆς ἀρετῆς. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἂν θὰ βγοῦμε πρωταθλητές· τὸν ἐνδιαφέρει νὰ ἀγωνιζόμαστε. Τὴν πρόθεσή μας θέλει ὁ Θεὸς καὶ Ἐκεῖνος μᾶς ἐνδυναμώνει, ἀφοῦ μᾶς εἶπε: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».
.       Ἔχετε ἰδεῖ, ἀδελφοί μου, κανένα ἀθλητὴ νὰ μπαίνει στὸ στάδιο χωρὶς προετοιμασία; Ὅλοι, ἀνάλογα μὲ τὶς ἱκανότητές τους προπονοῦνται γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα καὶ μετὰ εἰσέρχονται στὸ στάδιο γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν. Ἡ προετοιμασία, ἡ προγύμναση τοῦ ἀθλητῆ εἶναι βασικὸ γνώρισμα τῆς ἐπιτυχίας του. Στὸ πνευματικὸ στάδιο προγύμναση εἶναι ἡ ἐγρήγορση, ἡ προθυμία, ἡ ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ ἀγῶνος. Μὲ τὴν προγύμναση, ποὺ προϋποθέτει ἱδρῶτες δυναμώνει ὁ πνευματικὸς μυοσκελετικὸς ὀργανισμὸς τῶν ἀθλητῶν, σπάζουν τὰ ἅλατα τῶν ἀρθρώσεων καὶ δημιουργοῦνται εὐέλικτα σώματα, ἱκανὰ νὰ διαγωνισθοῦν καὶ νὰ ἐπιδιώξουν τὰ τρόπαια τῆς νίκης.
.       Δὲν θὰ ἰδεῖτε, ἀγαπητοί μου, κανένα ἀθλητὴ νὰ εἰσέρχεται στὸ στάδιο τοῦ ἀγῶνος μὲ γεμάτο στομάχι, οὔτε μὲ τὰ ἐνδύματα ποὺ κυκλοφορεῖ καθημερινὰ στὸν κόσμο. Γιὰ νὰ εἰσέλθει στὸ στάδιο ἀπεκδύεται τὰ ἐνδύματά του καὶ ἐνδύεται τὴ στολὴ τῆς ἀθλήσεως. Γιὰ τὸ πνευματικὸ στάδιο ὁ ἀθλητὴς νηστεύει, ἀποτοξινώνεται, ἀπέχει ἀπὸ φαγητὰ ποὺ τέρπουν μὲν τὴ σάρκα, ἀλλὰ φθείρουν τὸ πνεῦμα, φθείρουν τὴν ψυχή. Ἐπίσης ἀπεκδύεται τὰ ἐνδύματα τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐνδύεται χιτώνα ἀγαλλιάσεως μὲ τὰ πνευματικὰ ἀγωνίσματα, τὴν ἀγρυπνία, τὴν ἀνάγνωση ψυχωφελοῦν βιβλίων, τὶς μετάνοιες, τὴ σκληραγωγία τοῦ σώματος καὶ φυσικὰ τὴν φιλανθρωπία, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία μας θεωρεῖ τὴν ἐλεημοσύνη ὡς τὴν περικεφαλαία τῶν ἀρετῶν.
.       Ὁ πνευματικὸς ἀγωνιστὴς ἐπὶ πλέον ζητεῖ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν προσευχή, ἡ ὁποία ὄχι μόνο τὸν τονώνει, ἀλλὰ καὶ τοῦ χαρίζει τὴν εὐλογία, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ νικηφόρο τέλος. Μὴ λησμονοῦμε τὸν Ἅγιο Νέστορα, ποὺ εἰσῆλθε στὸ στάδιο καὶ νίκησε μὲ τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.
.       Ἄλλο βασικὸ στοιχεῖο τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας τῶν ἀθλητῶν εἶναι ἡ ἐξεύρεση τοῦ κατάλληλου, προπονητή, τοῦ κατάλληλου ἀλείπτη, ὅπως ἔλεγαν στὰ χρόνια τῶν ὀλυμπιονικῶν. Ὁ ἀλείπτης ἄλειφε μὲ λάδι τὰ σώματα τῶν ἀθλητῶν, γιὰ νὰ γλυστροῦν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀντιπάλων τους στὸ ἀγώνισμα τῆς πάλης. Σήμερα στὴν πάλη μας μὲ τοὺς νοητοὺς ἐχθρούς, μὲ τὸ διάβολο, χρείαζεται ὁ ἄριστος προπονητής, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν πνευματικό μας πατέρα. Αὐτὸς μᾶς καθοδηγεῖ, αὐτὸς γνωρίζει τὰ ἐλλαττώματά μας καὶ τὰ τρωτὰ σημεῖα μας, τὴν ἀχίλειο πτέρνα μας, καὶ μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὰ βέλη τῶν πολεμίων. Μὲ τὴν εὐχὴ λοιπὸν καὶ τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ μας Γέροντος ἂς ἀγωνισθοῦμε καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ νίκη θὰ εἶναι δική μας. Ἐμεῖς θὰ βάλουμε τὴν προθυμία, τὴν καλὴ ἐξομολόγηση καὶ τὴν ἐπιμονὴ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀγῶνος, οὕτως ὥστε νὰ περατώσουμε ἐπιτυχῶς τὸν ἀγώνα μας καὶ νὰ στεφανωθοῦμε ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτη Χριστό μας, ὁ ὁποῖος μᾶς προσμένει στὸ τέλος γιὰ νὰ μᾶς εἰπεῖ: «Εὖ, δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Καλὸ στάδιο!

Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε