Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

«ΚΥΡΙΕ, ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ»

19 Ἰανουαρίου μνήμη Μητροπολίτου Χαλκίδος
Νικολάου Σελέντη (1975)

 Κύριε, δός μοι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

μακάριος Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης μὲ τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας, τοῦ κατηχητικοῦ λόγου, τῆς ποιμαντικῆς δραστηριότητος, ὡς καὶ ὁ σημερινὸς διάδοχός του, ὁ Τήνιος τὴν καταγωγὴ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, κοιμήθηκε σὲ νοσοκομείου τοῦ Λονδίνου στὶς 19 Ἰανουαρίου τοῦ 1975. Εἵλκυε πάντας μὲ τὴν ὡραία του μορφή, τὸ ἀνεπιτήδευτο χαμόγελο, μὲ τὴν μεγάλη του καρδιὰ καὶ τὴν ἁγιασμένη του ψυχή, ἦταν μιὰ ψυχὴ ποὺ ποτιζόταν ἀπὸ τὴν βροχὴ τῶν δακρύων, μὲ τὴν βοήθεια τῆς ὁποίας φύτρωνε μέσα της καὶ ἀναπτυσόταν τὸ ἄνθος τῆς χαρᾶς. Ἴσχυε γι’ αὐτόν, ὅτι  τὸ χάρισμα τῶν δακρύων παράγει «χαροποιὸν πένθος» καὶ ἐπιτακτικὰ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ, ὅπως κάθε Χριστιανὸς «ἐν μετανοίᾳ», νὰ τοῦ δώσει τὸ χάρισμα τῶν δακρύων. Ἔτσι, ἔγραφε στὰ «Ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς μου»:

.             Ὅπως ἡ βροχὴ γονιμοποιεῖ τὰ σπέρματα τῶν καρπῶν στὴν γῆ,  ἔτσι καὶ τὸ δάκρυ τὰ σπέρματα τῶν ἀρετῶν στὴν ψυχή. Καὶ προσευχητικὰ πρακαλοῦσε: Κύριε, δός μου τὸ χάρισμα τῶν δακρύων, γιατὶ Σὺ μόνος ξέρεις πόση λάσπη κρύβω μέσα μου. Ναί, ἀκούω τὴν φωνή Σου νὰ μοῦ λέει: «Λούσου στὰ δάκρυά σου, γιὰ νὰ καθαριστεῖς». Ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου κάθε μέρα ἀπογοητεύομαι. Ἔρχου, Κύριε!

.                Ἔλεγε, ὅτι στὰ δάκρυα τῆς μετανοίας ἡ ψυχὴ ἀναβαπτίζεται. Ἡ μετάνοια εἶναι ὁ νιπτήρας μας καὶ τὰ δάκρυα τὸ εὐλογημένο νερὸ τοῦ ἀναβαπτισμοῦ. Τὸ δάκρυ, κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης ἰσοδυναμεῖ μὲ λουτρὸ παλιγγενεσίας καὶ ξαναφέρνει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀπομακρυσμένη χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτὴν ποὺ ὁ ἴδιος μὲ τὴν συμπεριφορά του ἀπομάκρυνε.  «Καὶ δάκρυον στάξαν ἰσοδυναμεῖ  λουτρῷ παλλιγγενεσίας καὶ ἐπανάγει τὴν χάριν». Στὰ δάκρυα καταφεύγουν τόσοι καὶ τόσοι, γιὰ νὰ καθαρισθοῦν ἀπὸ τὸν ρύπο τῆς ἁμαρτίας. «Δακρύων ὄμβρους» «προσάγουν» στὸν αἴροντα τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, Χριστό μας. Καὶ τὰ δάκρυα τοῦ Ἐπισκόπου Νικολάου ὑπῆρξαν ἀείρρυτα.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Διαφήμιση

,

Σχολιάστε

ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ ὁ Ὑμνογράφος (ΣΥΝΑΞΑΡΙ) [Χαρ. Μπούσιας]

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙ

, ,

Σχολιάστε

ΧΡΟΝΟΣ ΖΩΗΣ, ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Χρόνος  ζωῆς, χρόνος μετανοίας

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .                      χρόνος τῆς παρεπίδημης στὴν γῆ ζωῆς μας εἶναι ἄπιαστος. Τρέχει γρήγορα καὶ ἐμεῖς ἀσθμαίνοντες τὸν κυνηγοῦμε, γιὰ νὰ τὸν πιάσουμε, νὰ χαροῦμε τὶς ὄμορφες, πολὺ λίγες- ἀλήθεια- στιγμές του, καὶ νὰ ξεχάσουμε μὲ τὴν παροδό του τὶς θλίψεις, τὰ βάσανα, τοὺς πόνους μας. Κάθε πρωῒ ἔρχεται τὸ ξημέρωμα ἐλπιδοφόρο καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε βραδυάζει καὶ οἱ προσδοκίες μας μένουν, δυστυχῶς, ἀνεκπλήρωτες.  Προβληματιζόμαστε γιὰ τὸ πόσο γρήγορα φεύγει ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ τὸν συγκρατήσουμε, νὰ τὸν σταματήσουμε.  Τρέχουμε πίσω του χωρὶς ἀνάπαυλα. Τρέχουμε, ἄραγε νὰ κατακτήσουμε τὶς ὀμορφιὲς τῆς ζωῆς ἢ νὰ φύγουμε γερασμένοι καὶ ἀπογοητευμένοι ἀπὸ αὐτήν; Καὶ ποιές χαρὲς τῆς ζωῆς ζητοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε; Τὶς πρόσκαιρες, αὐτὲς ποὺ μᾶς παρασύρουν σὰν ψόφια ψάρια στὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ καὶ μᾶς ἐκβράζουν στὴν θάλασσα τῆς ἀπωλείας, ἢ τὶς οὐράνιες, τὶς αἰώνιες, αὐτὲς γιὰ τὶς ὁποῖες μᾶς ἔπλασε ὁ Δημιουργός μας;  Κυλάει σὰν ποτάμι ὁρμητικὸ καὶ στὸ πέρασμά του παρασύρει τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες μας. Μέχρι νὰ ξημερώσει, βλέπουμε τὸν ἥλιο νὰ μεσουρανεῖ καὶ πάλι νὰ δύει, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ τὸν συγκρατήσουμε, νὰ τὸν σταματήσουμε, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὶς εὐχάριστες στιγμές του, τὶς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες στιγμὲς τοῦ σήμερα, ποὺ ἤδη ἔγινε παρελθόν, ἔγινε χθές.
.                      Ὡς ἀνθρώπινο κατασκεύασμα ὁ χρόνος δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸν ἄχρονο Θεό μας, ἀφοῦ ὅπως λέει καὶ ὁ ποιητὴς Παναγιώτης Σοῦτσος στο ποίημά του «Εἰς τὸν Θεόν»,

Τὸ φῶς ὑπάρχει σῶμά σου
ὁ ἥλιος δὲ ὄμμα σου,
ὁ κεραυνὸς φωνή σου.
Τὸ ἄπειρον διάστημα
τὸ μέγα σου ἀνάστημα,
καὶ ὁ αἰὼν στιγμή σου
ὁ αἰώνας εἶναι στιγμὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅμως ὁ ἄχρονος Λόγος τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου καταδέχθηκε σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ νὰ γίνει ἄνθρωπος, νὰ φορέσει τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, χωρὶς βέβαια νὰ χάσει κάτι ἀπὸ τὴν θεϊκή Του φύση, γιὰ νὰ θεώσει ὅλους ἐμᾶς, ποὺ μᾶς φθείρει ὁ πανδαμάτορας χρόνος· αὐτὸς ποὺ περνᾶ ἀπὸ πάνω μας καὶ ἀφήνει ἔντονα τὰ σημάδια τοῦ περάσματός του. Ὅλοι μας ἀποροῦμε βλέποντας τὸν χρόνο νὰ μᾶς στιγματίζει καὶ προβληματιζόμαστε γιὰ τὴν ταχύτητά του. Τὸ παρελθὸν συνεχῶς μεγαλώνει, τὸ παρὸν μένει ἄπιαστο, τὸ μέλλον γίνεται παρὸν καὶ παρελθὸν σὲ κλάσματα δευτερολέπτου. Τρέχουμε ἄραγε νὰ κατακτήσουμε τὴν ζωὴ ἢ νὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν ζωή; Μία εἶναι ἡ ζωή· ἡ ζωὴ κοντὰ στὸν Χριστό, αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ὄντως «Ζωή» (Ἰω. ια´ 25) καὶ ὁ σκοπὸς τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας εἶναι ἡ θέωση, δηλαδή, ἡ αἰώνια ζωὴ κοντά Του, ἐὰν τοῦ ὁμοιάσουμε στὴν ἀγάπη, καὶ ὁ ἀγώνας μας στὴν γῆ ἔχει ὄνομα: «Ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ». Καὶ ἄν τὸ χρόνο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς μας τὸν ἐκμεταλλευθοῦμε γιὰ ἀπόκτηση τῆς κατὰ Θεὸν ἀρετῆς καὶ σοφίας, μὲ ἀγάπη, εἰρήνη καὶ μετάνοια, τότε ἡ χαρά μας θὰ εἶναι ἀνυπέρβλητη, γιατὶ θὰ ἔχουμε ἐπιτύχει τὸ ἐφετό, τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν ἄχρονο Θεάνθρωπο Ἰησοῦ. Ὅμως, τὸ κύλισμα τοῦ χρόνου προκαλεῖ θλίψη βαθύτατη. Θλίψη γιὰ δύο λόγους: Πρῶτα γιατὶ δὲν ἐκμεταλλευόμαστε σωστὰ τὸ χρόνο ποὺ μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ζήσουμε καὶ δεύτερο γιατὶ οἱ καλὲς στιγμές του δὲν ἐπαναλαμβάνονται. Ἕνα μᾶς μένει νὰ πράξουμε. Νὰ ἐκμεταλλευτοῦμε τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας ἐπαναλαμβάνοντες τὸ αἴτημα: ” Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα”.
.                      Μὲ αὐτὴ τὴν αἴτηση πρῶτα ἀπ’ ὅλα ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσει τὴν εἰρήνη, ἰδίως τὴν ἐσωτερική, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ χαμαίζηλα πάθη καὶ τὶς καθημερινὲς ἁμαρτίες. Μὴν λησμονοῦμε ὅτι ἡ εἰρήνη εἶναι καρπὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος, εἶναι πολύτιμο δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἀγωνιζόμενο καὶ ἀπὸ παντοῦ πολεμούμενο ἄνθρωπο. Μᾶς τὸ τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Γαλάτες: «Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλατ. ε´ 22). Ἡ μετάνοια ἐξ ἄλλου ἀποτελεῖ τὸ μόνο μέσο γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ Θεοῦ, γιὰ μιὰ δημιουργικὴ πορεία πρὸς τὸ μέλλον μὲ σαφῆ ἀξιοποίηση τῶν ἀρνητικῶν ἐμπειριῶν τοῦ παρελθόντος.
.                      Ἂς μὴν λησμονοῦμε, ὅτι ἡ ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου παραμονῆς μας ἐπάνω στὴν γῆ εἶναι ἡ ἀφετηρία τοῦ τελικοῦ στόχου τῆς ζωῆς μας, ποὺ εἶναι τὰ χριστιανικὰ τέλη καὶ ἡ καλὴ ἀπολογία ἐνώπιον τοῦ δικαιοκρίτου Κυρίου. Ὁ χρόνος μας αὐτὸς εἶναι περιορισμένος καὶ τελειώνει σύντομα. Ἀποτελεῖ, λοιπόν, θανάσιμο ἁμάρτημα ἡ μὴ σωστὴ ἀξιοποίησή του· ἁμάρτημα, ποὺ ὄχι μόνο δεικνύει ἀχαριστία μπροστὰ στὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν καθένα μας, ἀλλὰ καὶ πονηρία καὶ ὀκνηρία μαζί. Ἄν δὲν τὸν ἀξιοποιοῦμε σωστά, γιὰ νὰ παρουσιάσουμε θετικὸ πνευματικὸ ἔργο, ἁμαρτάνουμε, ἰδίως ὅταν τὸν σπαταλοῦμε ράθυμα, σὲ φληναφήματα, μωρολογίες, ἀργολογίες, κακοήθεις διασκεδάσεις, ποὺ φουντώνουν τὴν σάρκα καὶ ἀτονοῦν τὸ πνεῦμα, τρυφηλὴ ζωή, παχυλὰ γεύματα, ἀποχαυνωτικὸ ὕπνο, ἄσεμνα ἀναγνώσματα, πονηρὰ θεάματα καὶ πολλὲς ἄλλες χρονοβόρες καί, φυσικά, ψυχοκτόνες ἀναλώσεις.
.                      Πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε, ὅτι ἔχουμε χρέος μας νὰ ἐξαγοράζουμε τὸν καιρὸ σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ πάλι τοῦ ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν: “Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν” (Ἐφεσ. ε´ 15 ). Νὰ ἀξιοποιοῦμε τὸν χρόνο μας μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, μὲ δικαιοσύνη, μὲ σωφροσύνη, μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ πρὸς τὸν ἄχρονο Δημιουργὸ καὶ Κυρίαρχο τῶν καρδιῶν μας καὶ μὲ μετάνοια. Ὁ χρόνος μετανοίας εἶναι δῶρο Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς, τὰ ἄσωτα παιδιά Του, γιὰ νὰ τὸν πλησιάσουμε καὶ νὰ σωθοῦμε ἐπιτυγχάνοντας τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς μας, τὴν κληρονομία τῶν οὐρανῶν. Δὲν πρέπει νὰ  λησμονοῦμε, ὅτι τὸ τέλος ἐγγύς, καὶ οὐδεὶς αὐτὸ τὸ γνωρίζει. Μᾶς τὸ λέει καθαρὰ καὶ ὁ Προφήτης Ἀβδιού: «Ἐγγὺς ἡ ἡμέρα Κυρίου». Ἔρχεται ὅπως ὁ κλέπτης τὴν νύχτα καὶ κλέβει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. «Ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται» μᾶς προειδοποιεῖ ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος στοὺς Θεσσαλονικεῖς (Κεφ. ε´ 1-8). Ἀφοῦ, λοιπόν, τὸ γνωρίζουμε, ὅτι πλησιάζει τὸ τέλος μας,γιατί νὰ μὴν ζοῦμε ὡς υἱοὶ τοῦ φωτὸς καὶ υἱοὶ ἡμέρας καὶ νὰ πολιτευόμαστε ὡς υἱοὶ τῆς νύχτας καὶ τοῦ σκότους; Ἄς τὸν ἀκούσουμε τὶ μᾶς παρωτρύνει νὰ πράττουμε: «Μὴ καθεύδομεν ὡς οἱ λοιποί, ἀλλὰ γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν· οἱ γὰρ καθεύδοντες νυκτὸς καθεύδουσι καὶ μεθυσκόμενοι νυκτὸς μεθύουσιν. Ἡμεῖς δὲ ἡμέρας ὄντες νήφωμεν, ἐνδυσάμενοι θώρακα πίστεως καὶ ἀγάπης  καὶ περικεφαλαίαν ἐλπίδα σωτηρίας».
.                      Τὸ τρίπτυχον τοῦ χρόνου μας ἄς εἶναι πάντοτε ἔμβλημά μας στὴν ἐπίγεια πορεία μας: «Πάντοτε, χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 16-18). Δηλαδή, πάντοτε νὰ παρουσιαζόμαστε χαρούμενοι μὲ ἐσωτερικὴ χαρά, ἀνείπωτη ἀπὸ τὴν ζωντανὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν ζωή μας. Συνεχῶς νὰ προσευχόμαστε, γιὰ νὰ μᾶς ἐπισκιάζει ἡ χάρη τοῦ Κυρίου μας καὶ νὰ καθοδηγεῖ τὰ βήματά μας πρὸς ἔργα σωτηριώδη, καὶ γιὰ κάθε δωρεὰ τοῦ δωρεοδότη Χριστοῦ μας, ποὺ μᾶς ξημερώνει ζωντανούς, μᾶς δίνει τὸν ἄρτο τὸν ἐπιούσιο, μᾶς χαρίζει ὑγεία καὶ δύναμη καὶ  μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἀγαθὰ τῆς δημιουργίας Του, νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε ἀκατάπαυστα.
.                      Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε καὶ τὴν ἄλλη προτροπὴ τοῦ θεηγόρου Παύλου: «Ὁ ἥλιος μὴ ἐπιδυέτω ἐπὶ τῷ παροργισμῷ ὑμῶν». (Ἐφεσ. δ´ 26). Δηλαδὴ νὰ μὴ νυχτώνει καὶ μᾶς βρίσκει ἡ ἑσπέρα μαλωμένους μὲ κάποιους ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας. Δὲν πρέπει νὰ βαστᾶμε τὴν ὀργὴ καὶ τὸν θυμό μας γιὰ χρόνο πολύ. Ἡ ἁγία Συγκλητικὴ μᾶς διδάσκει γι’ αὐτό: «Τί μισεῖς τὸν λυπήσαντά σε ἄνθρωπον; Οὐκ αὐτός ἐστιν ὁ ἀδικήσας, ἀλλ’ ὁ διάβολος. Μίσησον τὴν νόσον, καὶ μὴ τὸν νοσοῦντα». Δηλαδή, Νὰ μὴ μισοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας, ὅσο καὶ ἄν μᾶς ἀδικοῦν, γιατὶ πίσω ἀπὸ αὐτοὺς κρύβεται ὁ μισόκαλος διάβολος. Νὰ μισοῦμε τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς ἁμαρτωλούς.
.                      Ὀφείλουμε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε στὴν ζωὴ αὐτή, ὅπως λένε οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, σὰν νὰ μὴν πεθάνουμε ποτέ, ἀλλὰ καὶ νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὸ θάνατο σὰν νὰ πεθάνουμε αὐτὴ τὴν στιγμή. Ἔτσι, θὰ εὐαρεστήσουμε τὸν ἄχρονο Θεό μας καὶ θὰ κληρονομήσουμε τὴν οὐράνια Βασιλεία, «τὴν ἡτοιμασμένην ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε´ 34).
.                      Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰωάννης ὁ Δομβοΐτης, ὁ φιλόσοφος καὶ θεολόγος τῆς οἰκονομίας τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς ἐφάρμοζε τὴν σιωπὴ καὶ λόγος ἀργὸς καὶ σαπρὸς δὲν ἔβγαινε ἀπὸ τὰ χείλη του, γιὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο: «Λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω» (Ἐφεσ. δ´ 29).  Αὐτὸ δίδασκε ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ πρακτικά, χωρὶς νὰ ἀφήνει οὔτε δευτερόλεπτο τῆς ζωῆς νὰ κυλᾶ χωρὶς νὰ βρίσκεται μέσα στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ὠφελεῖ ἢ νὰ ὠφελεῖται ἀπὸ τὶς συναναστροφές του ἢ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποία τὸν διατηροῦσε σὲ διαρκῆ ἑνότητα μὲ τὸν πανοκτίρμονα καὶ ψυχοσώστη Κύριό μας. Σύνθημά του ἦταν τὸ γνωστό μας «Ὠφελοῦ ἢ ὠφέλει, ἢ φεῦγε» καὶ τὴν βεβαιότητα, ὅτι μιὰ φορὰ μονάχα ζοῦμε καὶ ὅτι τὰ ἔργα μας γράφονται στὶς δέλτους τοῦ οὐρανοῦ περιγράφει πολὺ παραστατικὰ ὁ Ὅσιος Γέρων Ἰωάννης ὁ Δομβοΐτης στὸ ποίημά του «Ἅπαξ μόνον» ὡς ἑξῆς:

Θὰ διέλθω ἅπαξ μόνον
φεῦ! τοῦ βίου τὴν ὁδὸν
κ’ ἂς προσέχω πάντα χρόνον
πᾶν μου βῆμα τῶν ποδῶν.

 Κι’ ἀπὸ  τὴν ζωὴν τὴν ἄλλην
εἰς τὴν γῆν δὲν θἄλθω πάλιν.

 .                      Ἀδελφοί μου, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι κάθε στιγμὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας εἶναι ἀνεπανάληπτη καὶ ὀφείλουμε νὰ ἐξαγοράζουμε τὸν καιρὸ μὲ τὴν προσευχή. Πολλὲς φορές, ὅμως, ἐνῶ προσευχόμεθα δὲν λαμβάνουμε, δὲν βρίσκουμε ἀνταπόκριση. Τὸ ταμεῖο τῆς χάριτος δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἐκβιάσουμε. Ὁ Κύριος ἔχει στὰ χέρια Του τὸ κλειδὶ καὶ θὰ ἀνοίξει νὰ μᾶς δώσει, ὅταν πρέπει. Ἡ θεία χάρις εἶναι ἕνας πολὺ διακριτικὸς ἐπισκέπτης καὶ τὸ παραμικρὸ νὰ συμβεῖ συστέλλει τὶς ἀκτῖνες της. Αὐτὴ μᾶς σηκώνει ψηλά, μᾶς θεώνει. Μόνοι μποροῦμε νὰ σηκωθοῦμε ψηλά; Ὄχι! Πρέπει κάποιος ἄλλος ὑψηλότερος ἀπὸ ἐμᾶς νὰ μᾶς σηκώσει. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεία χάρις. Ἐὰν ποτὲ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ μποῦμε στὸν Παράδεισο, θὰ ἀπορήσουμε γιὰ τρία πράγματα:

1. Δὲν θὰ δοῦμε μέσα αὐτοὺς ποὺ περιμέναμε νὰ δοῦμε.
2. Θὰ δοῦμε αὐτοὺς ποὺ δὲν περιμέναμε νὰ δοῦμε, καί
3. Θὰ ἀπορήσουμε πῶς μπήκαμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μέσα.

.                      Ὀφείλουμε, λοιπόν, νὰ συστήνουμε σὲ ὅλους νὰ μὴν χάνουν τὸν καιρό τους. Κάθε στιγμὴ τοῦ χρόνου πρέπει νὰ μᾶς εὑρίσκει εἴτε στὴν προσευχή, εἴτε στὴν κατὰ Θεὸ ἐργασία, σὲ διαρκῆ ἐπιδίωξη τοῦ ἁγιασμοῦ μας.
.                      Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας τρέχει. Ὅλα παρέρχονται καὶ σβήνουν. Ἕνας μόνο μένει στοὺς αἰῶνες. Ὁ Χριστός μας καὶ  μαζί του «ὁ ποιῶν τὸ θέλημα Αὐτοῦ» (Α´ Ἰωάν. β´ 17). Ὁ χρόνος κυλάει, ἀλλὰ ἀφήνει πίσω τὰ σημάδια του. Ὁ χρόνος καὶ μᾶς μεγαλώνει καὶ μᾶς μικραίνει. Ὅσο αὐξάνονται τὰ χρόνια τῆς γήϊνης ζωῆς μας τόσο φθίνει ὁ χρόνος ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα. Ὁ χρόνος καὶ μᾶς φθείρει καὶ μᾶς ἀνακαινίζει. Φθορὰ εἶναι τὸ γῆρας, οἱ ἀσθένειες, οἱ πόνοι. Ἀνακαίνιση ἡ μετάνοια, ἡ πνευματικὴ ὡριμότητα, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ» (Β´ Κορ. δ´ 16).  Γι’ αὐτὸ ἐπιγραμματικὰ ἂς τονίσουμε ὅτι τὸ χθές, ὅσο ἐπαχθὲς κι ἂν εἶναι, ὁ Χριστὸς τὸ ἀλλάζει. Τὸ σήμερα, ὅσο ἀγχῶδες καὶ  ἂν εἶναι καὶ δύσκολο καὶ ἔμπονο ὁ Χριστὸς τὸ μεταποιεῖ σὲ ἀγώνα ὡραῖο, σὲ ζυγὸ χρηστὸ καὶ ἐλαφρύ. Τὸ αὔριο, ὅσο θολὸ κι ἂν εἶναι τὸ μετατρέπει Αὐτὸς σὲ ἐλπιδοφόρο. Ἂς εἴμαστε λοιπόν, ἀδελφοί μου, πάντοτε κοντὰ στὸ Χριστό μας, τὴν ὄντως ἀγάπη, καὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας νὰ μὴ λησμονοῦμε τὰ λόγια τοῦ Γέροντός μας, τοῦ πατρὸς Γαβριήλ, ὅτι πρέπει τὴ ζωή μας νὰ τὴν θεμελιώνουμε στὸ τρίπτυχο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία καὶ ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ Ζῶσα πίστη, βεβαία ἐλπίδα καὶ ἐνεργὸ ἀγάπη.
.                      Ὁ ὑπόλοιπος χρόνος τῆς ζωῆς μας εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ μας, γιὰ νὰ μετανοιώσουμε. Αὐτὸς μᾶς δίνει εὐκαιρίες  ἀξιοποιήσεώς του. Ἡ κάθε εὐκαιρία, ὅμως, εἶναι  γυμνή, καὶ ἂν μᾶς προσπεράσει δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἁρπάξουμε ἀπὸ τὰ ροῦχα της. Τρέχει πάνω στοὺς ἀδυσώπητους τροχοὺς τοῦ χρόνου, αὐτοῦ ποὺ δὲν γυρίζει πίσω. Πρὶν μᾶς προσπεράσει, ὅμως, μποροῦμε νὰ τὴν πιάσουμε ἀπὸ τὰ μαλλιά. Γιὰ νὰ τὴν πιάσουμε, ὅμως, χρειάζεται ἐπαγρύπνηση, ἐγρήγορση, ἀγωνιστικὸ φρόνημα. Καὶ ἡ εὐκαιρία δὲν εἶναι νὰ ἀπολαύσουμε ἐδῶ τὰ πάντα, ἀλλὰ νὰ ἑτοιμαζόμαστε νὰ ἀπολαύσουμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α´ Κορ. β´ 9). Αὐτός, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας.  Δὲν εἶναι εὐκαιρία ἡ καλοπέραση, οἱ ἀνέσεις, ἡ ἐπιδίωξη τοῦ πλούτου, οἱ ἡδονές, τὸ καλὸ ντύσιμο. Εὐκαιρία εἶναι ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀρετῆς, τῆς δικαιοσύνης, τῆς εἰρηνεύσεως τοῦ κόσμου, τῆς ἔμπρακτης ἐφαρμογῆς τοῦ, Κύριε, «ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου, γενηθήτω τὸ θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. ϛ´ 10).
.                      Στῶμεν, λοιπόν, καλῶς, καὶ ἂς μὴν ἀφήνουμε νὰ μᾶς προσπερνάει ὁ χρόνος, οἱ εὐκαιρίες τῆς σωτηρίας μας, λέγοντας «οὔπω καιρός», γιὰ νὰ μὴν μετανοιώσουμε καὶ ποῦμε «οὐκέτι καιρός», ἢ «μακάρι νὰ γυρνοῦσε ὁ χρόνος πίσω». Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. ϛ´ 2).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΣ ΕΓΩ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος
(Ῥωμ. ζ´ 24)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                  Εἶμαι ταλαίπωρος ἄνθρωπος, γιατί, δυστυχῶς, προτιμῶ

*τὸ σκοτάδι, ἀπὸ τὸ φῶς,
*τὴ δυσωδία τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς ἀναμαρτησίας,
*τὸ τραγούδι τοῦ θανάτου ἀπὸ τὸ τραγούδι τῆς ζωῆς,
*τὴ συμπόρευση μὲ τὸν πονηρὸ παρὰ μὲ τὸ Θεό,
*τὴν ἀπόκτηση ἀγαθῶν, αὐτῶν ποὺ γεμίζουν τὰ χέρια  ἀπὸ τὸ μοίρασμα τῶν ἀγαθῶν, αὐτῶν ποὺ γεμίζουν τὴν ψυχή,
*τὴν ἱκανοποίηση τοῦ ἐγὼ σὲ βάρος τῶν ἄλλων,
*τὴν ἡδονικὴ θέα τῶν προσκαίρων ἀπὸ τὴ θέα τοῦ ἀπείρου κάλλους τῶν ἀθεάτων, τῶν ἐπέκεινα.

.                  Εἶμαι ταλαίπωρος, γιατὶ ἐγκλωβίζομαι στὰ προσωπικά μου πάθη, στὶς προσωπικές μου ἀνάγκες καὶ ἐπιδιώξεις, στὸ προσωπικό μου συμφέρον, ποὺ μὲ ἀποξενώνει ἀπὸ τὸ περιβάλλον μου, ἀπὸ τὰ προβλήματα τοῦ γείτονα, ἀπὸ τὶς ὅποιες ἀνάγκες τοῦ πλησίον. Δὲν εἰρηνεύω καὶ δὲν νιώθω χαρά, ἀφοῦ λείπεις Ἐσύ, Χριστέ μου, ἀπὸ τὴν καρδιά μου, Ἐσὺ ποὺ δίνεις τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη. Δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τῆς προσφορᾶς, δὲν ἔχω κενωτικὴ ἀγάπη στὶς χρεῖες τῶν γύρω μου. Κρατῶ κλειστὸ τὸ παράθυρο τῆς ψυχῆς μου καὶ δὲν τὸ ἀνοίγω, γιὰ νὰ μὴν ἰδῶ τοὺς πάσχοντες συνανθρώπους μου, νὰ μὴν ἀκούσω τὰ προβλήματά τους, νὰ μὴ σκύψω στὸν πόνο τους. Ἀκόμη καὶ στὰ προσωπικά μου προβλήματα, στὶς θλίψεις τὶς «εὑρούσαις με σφόδρα» (Ψαλμ. ΜϚ´ [46] 1) προτιμῶ νὰ παραμένω στὸ ἐγωϊστικό μου σκοτάδι καὶ νὰ προσπαθῶ νὰ τὸ διώξω μὲ τὰ χέρια μου.  Δὲν ἀνοίγω τὸ παράθυρό μου σὲ Ἐσένα, Χριστέ μου, ὅπως μᾶς παρότρυνε ὁ Ὅσιος Πορφύριος, γιὰ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὸ σκοτάδι. Μιὰ τρυπίτσα ἂν ἄνοιγα καὶ ἔμπαινε μέσα μου ἔστω καὶ μιὰ ἀκτίνα Σου, τοῦ νοητοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, θὰ φωτιζόμουν καὶ θὰ ἄλλαζα ζωή. Οἱ ἀκτίνες τοῦ φωτός Σου  εἶναι ἡ ἀγκαλιά Σου.
.                  Ὁ τέλειος τρόπος γιὰ νὰ διώξω τὴν προσωπική μου ταλαιπωρία εἶναι νὰ μὴν πολεμῶ μόνος μου τὸ κακό, ἀλλὰ μὲ τὴ βοήθεια τῶν φωτεινῶν ἀκτίνων τῆς ἀγάπης Σου, Χριστέ μου.  Αὐτὴ ἔχει τὴ δύναμη νὰ μὲ μεταφέρει ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση στὴ χαρά, ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο.
.                  Αὐτή, ὅταν ἀποκάμνω στὴ μαραθώνια πορεία τοῦ βίου μου καὶ συνεχίζω κάθιδρος, ἔρχεται μὲ τὸ σφουγάρι τῶν Θείων Οἰκτιρμῶν Σου νὰ μοῦ σκουπίσει τοὺς θρόμβους τοῦ ἱδρώτα, μὲ τὴ βροχὴ τοῦ Θείου Ἐλέους Σου νὰ μὲ δροσίσει καὶ μὲ τὸ λουτρὸ τῆς Θείας Χάριτός Σου νὰ μὲ ἀνακουφίσει καὶ νὰ μὲ ξεκουράσει.
.                  Αὐτή, ὅταν καίγομαι ἀπὸ τὸν καύσωνα τῶν λυπηρῶν καὶ τῶν θλίψεων μὲ ὁδηγεῖ σὰν ἐλάφι διψασμένο στὴν πηγὴ τῆς χαρᾶς, στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, στὴν πηγὴ ποὺ ξεδιψᾶ κάθε διψασμένο, ἑκούσιο ἀπόδημο ἀπὸ τὴ Θεία Σου Ἐπιστασία μὲ τὰ νάματα τῆς γλυκειᾶς ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα, ἀφοῦ Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἴδιος ὁ Θεός μου, ὁ ὁποῖος γιὰ ἄφατη ἀγαθότητα ἐπεδήμησες πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς Χάριτός Σου.      
.                  Αὐτή, ὅταν τὰ πάντα γύρω μου πωλοῦνται καὶ ἀγοράζονται, ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθὰ μέχρι συνειδήσεις, χωρὶς διάκριση στὴ μακραίωνη παράδοση μας, στὶς ἑλληνορθόδοξες ἀξίες μας καὶ στὶς αἰώνιες ἀλήθειες καὶ βλέπει, Παντέφορε, ὅτι μάταια κοπιάζω καὶ στὰ κούφια ἀγωνίζομαι « ὡς ἂν εἰς ἀέρα δέρων» (Α´ Κορ. θ´ 25 ), ἔρχεται μὲ παιδαγωγικὸ τρόπο, ἔστω καὶ ἔμπονο, νὰ μὲ ἐλέγξει ὡς παραβάτη καὶ νὰ μὲ θεραπεύσει ὡς ἀνίατο ἀσθενή.
.                  Ἡ ταλαιπωρία μου θὰ παύσει, τὸ πιστεύω, Χριστέ μου, ὅταν πάρω ἀπόφαση νὰ μείνω γιὰ πάντα κοντά Σου. Μαζί Σου μὲ περιμένει χαρά, εἰρήνη, ὑγεία, προκοπὴ καὶ κατάπαυση ἄγχους καὶ ἀγωνίας. Μακριά Σου ζῶ μέσα στὴ  θλίψη, στὴ μελαγχολία, στὸν ἐκνευρισμό, στὴ στενοχώρια, στὴν ἐνθύμηση τῶν κακῶν μου ἀναμνήσεων καὶ τραυμάτων καθὼς καὶ τῶν ἀγωνιωδῶν καταστάσεων τοῦ χθές. Ὅταν ἀποδέχομαι τὶς φωτεινὲς ἀκτίνες τῆς ἀγάπης Σου, ὅπου καὶ ἂν εἶμαι, στὸ σπίτι, στὸ γραφεῖο, στὸν ἐργασιακό μου χῶρο, σὲ ἐπισκέψεις σὲ σπίτια ἀρχοντικὰ ἢ σὲ καλύβια φτωχικά, σὲ σπηλιές, σὲ δάση, στὰ βάθη τῆς  θάλασσας, δὲν θέλω νὰ φύγω ἀπὸ ἐκεῖ, γιὰ νὰ μὴ χάσω τὸν πολύτιμο μαργαρίτη μου, Ἐσένα Χριστέ μου, καὶ ἡ ταλαιπωρία μου διαιωνισθεῖ. Σὲ ὅποιο σημεῖο τῆς γῆς καὶ ἂν ἀνοίξω τὸ παράθυρο τῆς σκοτεινιασμένης ψυχῆς μου στὶς θεϊκὲς ἀκτίνες τῆς ἀγάπης Σου καὶ νιώσω ὅτι εἰρηνεύω, τότε εἶμαι σίγουρος ὅτι μὲ ἔχει ἐπισκεφθεῖ ἡ Χάρη Σου καὶ δὲν θέλω νὰ μετακινηθῶ ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ νὰ μὴν Σὲ χάσω. Μόνον ὅπου Ἐσύ,  Χριστέ μου, εἶσαι παρὼν δὲν αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω ἀνάγκες καὶ ἡ ταλαιπωρία μου μεταποιεῖται σὲ εὐτυχία, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ κόσμος καὶ αἰώνια ἀγαλλίαση, ὅπως τὴν ἐννοοῦν οἱ πιστοὶ ἀδελφοί μας, τὰ παιδιά Σου.

 

Σχολιάστε

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ «ΤΗΛΕΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΟ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ», ὅσιος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης

Πνευματικὸ  drone,
ὅσιος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης
4 Νοεμβρίου 2009

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                      Ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τεχνολογία ἐξελίσσονται καὶ μᾶς δίνουν ζωηρὰ παραδείγματα βελτιώσεως τῆς ζωῆς μας μέσα ἀπὸ τὴν ἀποκρυπτογραφούμενη σοφία τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν βοήθειά τους, πολλὴ κατανοητὴ στὶς ἡμέρες μας, μποροῦμε ἀναμφισβήτητα νὰ παρομοιάσουμε τὸν Ὅσιο Γέροντα Εὐσέβιο μὲ ἕναν δορυφόρο. Ἦταν ἕνας τηλεκατευθυνόμενος δορυφόρος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ὁποῖος ἔπαιρνε ἐντολὲς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὶς μετέφερε στὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ, τὰ ἀναγκεμένα, τὰ ἐμπερίστατα, αὐτὰ ποὺ ἔστρεφαν τὸ βλέμμα σὲ Αὐτὸν καὶ ζητοῦσαν τὴν ἐνεργὴ καὶ ἄμεση συμπαράστασή Του στὰ προβλήματά τους. Προσδιορίζοντας περισσότερο τὸν Ὅσιο Γέροντα, θὰ λέγαμε ὅτι ἦταν ἕνα drone  ποὺ τὸ κατηύθυνε ἡ Θεία Χάρις στὶς καρδιὲς τῶν ὅπου γῆς ἀνθρώπων, αὐτῶν ποὺ ζητοῦσαν τὸ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος τοῦ Κυρίου μας. Αὐτοῦ καὶ μόνον Αὐτοῦ ποὺ εἶχε μέσα στὴν ψυχή του ὁ π. Εὐσέβιος καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Ὁποίου ἀφιέρωσε ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή του.
.                      Τὸ πνευματικὸ drone, ὁ π. Εὐσέβιος, κατευθυνόταν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ ἔχοντας ἄμεση ἐπαφὴ μαζί Του μὲ τὴν  προσευχή, τὴν λειτουργική του διακονία, τὶς ἐλεημοσύνες του, τὸν κατηχητικό του λόγο, τὴν διδασκαλία του, τὴν ὁλοκληρωτική του ἀφιέρωση στὴν ἐν Χριστῷ «Καινὴν κτίσιν» (Β΄ Κορ. ε΄ 17). Ἦταν ὡς ἐκ τούτου ὡς θεοκίνητος χαριτωμένος καὶ πλημμύριζε ὅλους, ὅσοι τῶν προσέγγιζαν, μὲ χαρά, μὲ τὸν ἀφηγηματικό του τρόπο, μὲ τὸ δόσιμο ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς καρδιᾶς του,  ἀφοῦ εἶναι γνωστὸ ὅτι «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας λαλεῖ τὸ στόμα» (Λουκ. Στ΄ 45). Ὁ π. Εὐσέβιος ἀντλοῦσε ὕδωρ σωτηρίας ἀπὸ τὸν ὑδάτινο ὄγκο τοῦ ψυχικοῦ του περισσεύματος. Καὶ τὸ ἄντλημα του ἦταν πλούσιο, ὥστε νὰ ξεδιψάει καρδιές, αὐτὲς ποὺ διψοῦν γιὰ λόγο Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα νὰ τὶς ποτίζει καὶ νὰ τὶς κάνει νὰ θάλλουν καὶ νὰ καρποφοροῦν.
.                      
Τὰ drones, δηλαδὴ τηλεκατευθυνόμενα ἀεροσκάφη, κατευθύνονται ἀπὸ ἀνθρώπινα χέρια καὶ πετοῦν, γιὰ νὰ φωτογραφίζουν αὐτὰ ποὺ θέλει ὁ ἰδιοκτήτης τους καὶ νὰ παρέχουν σχετικὲς πληροφορίες γιὰ αὐτὰ ποὺ βλέπουν, καὶ τὰ πιὸ σύγχρονα νὰ μεταφέρουν ἀντικείμενα, προϊόντα πρώτων βοηθειῶν, ἄμεσης ἀνάγκης στοὺς ἐμπεριστάτους. Χρησιμοποιοῦνται ἐπίσης γιὰ κατασκοπευτικὸ σκοπό, μεταφέροντας πληροφορίες γιὰ τὸ ἀντίπαλο στρατόπεδο.   Πνευματικὸ  drone  ὁ Γέροντας Εὐσέβιος κατευθυνόταν μόνον ἀπὸ τὰ ἄχραντα χέρια τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ἐπέβλεπε ἐπὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ μόχθου, τῆς φτώχειας, τῆς ἁμαρτίας, ἐπ’ αὐτὰ  τὰ παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ μας, γιὰ τὰ ὁποῖα Ἐκεῖνος ἦρθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὰ σώσει· ἦρθε τοῦ «ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός»  (Λουκ. ιθ΄ 10).
.                      
Πετοῦσε ὁ π. Εὐσέβιος μὲ τὴν κατευθυντήρια δύναμη τοῦ Χριστοῦ μας σὲ μέρη ποὺ ὑπῆρχαν ψυχὲς πρὸς σωτηρία.  Τὸν σήκωσε Αὐτὸς ἀπὸ τὴν Βλάστη τῆς Κοζάνης καὶ τὸν μετέφερε στὴν Ἀθήνα, στὴν Θεσσαλονίκη, στὸ Παρίσι, στὴν Σουηδία, στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὸ Σιδηρόκαστρο τῆς Σιντικῆς, στὰ βουνὰ τοῦ Μπέλλες. Μοναδικὸ φορτίο τοῦ  drone Εὐσεβίου ἦταν τὸ Ἅγιο καὶ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης, τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ Ἀναστάντος Χριστοῦ μας, τοῦ κατευθυντῆρός του. Μὲ αὐτὸ ἔδρασε ἱεραποστολικά, ἀψηφώντας κινδύνους, φθόνους, μίση, κακουχίες, ξενιτεία, καιρικὲς συνθῆκες, ἀλλὰ καὶ φιλανθρωπικά, μεριμνώντας γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ κάθε ἀναξιοπαθοῦντος καὶ ἐμπεριστάτου, σωματικὲς  καὶ ψυχικές, καὶ γνωρίζοντας ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη σύγκειται ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή, χωρὶς νὰ παραθεωρεῖται οὔτε τὸ ἕνα οὔτε ἡ ἄλλη.

.                      Γιὰ τὴν ἱεραποστολική του δράση, ἰδίως στὴν Σουηδία, νὰ ἀναφέρουμε δύο περιστατικά. Κατὰ τὸ πρῶτο ὁ πατὴρ Εὐσέβιος τὰ Σαββατοκύριακα ταξίδευε μὲ τὸ τραῖνο ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, συναντοῦσε μετανάστες παλιοὺς καὶ νέους στοὺς σιδηροδρομικοὺς σταθμούς, συγκέντρωνε σὲ σπίτια ἢ κατάλληλες αἴθουσες τοὺς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες, τελοῦσε Ἀκολουθίες, Βαπτίσεις, Τρισάγια, Θεῖες Λειτουργίες. Ταυτόχρονα, ἐξομολογοῦσε, μετέφραζε, συμβούλευε, ἔκανε τὸν διερμηνέα καί, γενικά, συμπαραστεκόταν στὶς πολυποίκιλες ἀνάγκες τῶν Ἑλλήνων μεταναστῶν. Διαπιστώνοντας μάλιστα πόσο ὀξὺ ἦταν τὸ πρόβλημα τῆς γλώσσας, στοὺς μὲν ἐνήλικες μάθαινε σουηδικά, στὰ δὲ παιδιά τους ἑλληνικά, ὥστε νὰ μὴν ἀφελληνισθοῦν στὸ ξένο περιβάλλον.

.                      Κατὰ τὸ δεύτερο περιστατικὸ ἀναφέρουμε τὸ πῶς ὁ π. Εὐσέβιος ἔσωσε ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ ἕνα δυστυχισμένο παιδί, τὸν μικρὸ Γιωργάκη. Αὐτοῦ ποὺ ὁ παππούς του τὸν εἶχε κλέψει ἀπὸ τοὺς γονεῖς σου σὲ ἡλικία δύο ἐτῶν καὶ τὸν εἶχε μεταφέρει σὲ Μοναστήρι στὸ Θιβέτ. Ὅταν ὁ μικρὸς μεγάλωσε καὶ ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ κόσμο, ἔμαθε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τοὺς φυσικούς τους γονεῖς καὶ τοῦ δημιουργήθηκε ἡ περιέργεια νὰ γνωρίσει κι αὐτὸς τοὺς γονεῖς του, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε γνωρίσει ἕως τότε. Ἔμαθε πὼς οἱ γονεῖς του ζοῦσαν σὲ κάποια πόλη τῆς Σουηδίας καὶ ὁ πατέρας του ἦταν ἔμπορος ξυλείας. Μὲ τὴν σατανιστικὴ ἐπήρεια πῆρε φτερὰ καὶ ταξίδεψε μὲ ὑπερφυσικὸ τρόπο στὸν τόπο ποὺ ζοῦσαν οἱ γονεῖς του.
.                      Τὶς πρῶτες μέρες ποὺ αὐτοὶ τὸν φιλοξενοῦσαν, πέρασε ἀπὸ τὸ σπίτι ὁ π. Εὐσέβιος Βίττης, Ἕλληνας ἱεραπόστολος. Μόλις ὁ μικρὸς τὸν εἶδε νόμιζε ὅτι ἦταν κινέζος καὶ ἄρχισε νὰ τοῦ μιλάει κινέζικα. Τὸν χαιρέτησε κάνοντας μιὰ μικρὴ ὑπόκλιση, ὅπως ἀκριβῶς συνηθίζεται στὴν Κίνα. Ὁ ἱερέας παραξενεύθηκε μὲ τὴν συμπεριφορά του καὶ ρώτησε τὸν πατέρα του:
-Γιατὶ αὐτὸ τὸ παιδὶ συμπεριφέρεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο;
.                      
Ὁ πατέρας μετέφερε στὸν μικρὸ τὴν ἀπορία τοῦ ἐπισκέπτη καὶ τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἦταν ὀρθόδοξος ἱερέας ἰδιότητα ἄγνωστη στὸν μικρό, ποὺ πίστευε μόνο στὴν παντοδυναμία τοῦ σατανᾶ.
.                      
Ὁ π. Εὐσέβιος ἄρχισε τότε μὲ τὴν σωτηριώδη ἀποστολική του δράση νὰ τοῦ ἐξηγεῖ τὰ τῆς πίστεως καὶ ὁ μικρὸς ἀκούγοντας γελοῦσε, γιατὶ πίστευε μόνο στὴν δύναμη τοῦ σατανᾶ, μὲ τὰ τόσα θαυμαστὰ γεγονότα ποὺ τοῦ εἶχαν συμβεῖ μέχρι τότε στὴν ζωή του. Ὅταν ὁ Γέροντας κάποια στιγμὴ ζήτησε ἕνα ποτήρι νερό, ὁ Γιωργάκης ἀπευθύνθηκε στὸν πονηρὸ καὶ ἀμέσως ἕνα ποτήρι πεντακάθαρο νερὸ βρέθηκε πάνω στὸ τραπέζι. Ὁ μικρὸς σατανιστὴς ἄρχισε τότε νὰ λέει στὸν Γέροντα:
-Βλέπεις, σοῦ ἀπέδειξα πὼς ὁ δικός μου θεὸς εἶναι δυνατὸς καὶ μπορεῖ νὰ κάνει θαυμαστὰ πράγματα. Θέλω νὰ κάνεις κι ἐσὺ κάτι, γιὰ νὰ μοῦ ἀποδείξεις ὅτι ὁ δικός σου Θεὸς εἶναι πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν δικό μου, κι  ἔτσι νὰ μὲ πείσεις.
-Ξέρεις, λέει ὁ π. Εὐσέβιος, ὁ δικός μου Θεὸς εἶναι ταπεινὸς καὶ δὲν κάνει ἐπιδείξεις.
.                      
Βγάζει τότε ἀπὸ τὴν τσέπη του ἕνα ξύλινο σταυρουδάκι καὶ τοῦ λέει:
-Κράτα αὐτὸ στὸ χέρι σου καὶ κάνε πάλι αὐτὸ ποὺ ἔκανες.
Ὁ Γιωργάκης γέλασε μόλις τὸ εἶδε καὶ εἶπε:
-Αὐτὸ τὸ ξυλαράκι θὰ σταματήσει τὴν δύναμη τοῦ σατανᾶ;
-Δοκίμασε, λέει ὁ Γέροντας μὲ αὐτοπεποίθηση.
.                      
Πράγματι, ὁ Γιωργάκης βαστώντας τὸ ξύλινο σταυρουδάκι εἶπε τὰ λόγια τῆς ἐπικλήσεως, ἀλλὰ ὁ σατανᾶς δὲν ἐμφανίσθηκε.
.                      
«Κάποιο λάθος θὰ ἔκανα», σκέφθηκε, γι’ αὐτὸ δὲν ἐμφανίσθηκε. Τὰ λέει δεύτερη φορὰ τὰ λόγια, μὲ περισσότερη προσοχή, γιατὶ πίστεψε ὅτι εἶχε κάνει λάθος, ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν εἶχε ἀποτέλεσμα.
.                      Τὴν τρίτη φορὰ εἶπε τὰ λόγια ἀργὰ καὶ καθαρά, μὲ περισσότερη προσοχὴ καὶ λίγο νευριασμένα. Ἐμφανίσθηκε τότε μπροστά του ὁ διάβολος ποὺ τὸν ὑπηρετοῦσε, τρέμοντας.
-Τὶ ἔπαθες, τοῦ λέει, γιατὶ δὲν ἔρχεσαι τόση ὥρα ποὺ σὲ καλῶ;
-Πέταξε ἀμέσως αὐτὸ ποὺ κρατᾶς στὸ χέρι σου. Τοῦ λέει οὐρλιάζοντας δυνατά.
.                      Ζήτησε τότε ὁ μικρός, ὅπως εἶναι φυσικό, κάποιες ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν σατανᾶ, γιατὶ μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμὴ δὲν εἶχε βρεθεῖ ἄλλη δύναμη μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δική του.
Μετὰ λέει, λοιπόν, στὸν π. Εὐσέβιο:
-Θέλω νὰ μοῦ μιλήσεις γιὰ τὸν δικό σου τὸν Θεό, τὸν ἀληθινὸ ὅπως λές.
.                      Ὅλο χαρὰ ἐκεῖνος ἄρχισε περιληπτικά, ἀλλὰ ἐμπεριστατωμένα, νὰ τοῦ διηγεῖται ἐπιγραμματικὰ τὴν ἱστορία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔκτοτε τὸν ἐπισκεπτόταν τακτικά. Ὁ Γιωργάκης πίστεψε καὶ σώθηκε. Ἀργότερα ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἀφιερώθηκε στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό μας. Ἡ ἱεραποστολὴ τοῦ πατρὸς Εὐσεβίου καὶ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση εἶχε αἴσιο ἀποτέλεσμα.

.                      Γιὰ τὴν φιλανθρωπικὴ δράση τοῦ Γέροντος Εὐσεβίου πάλι θὰ ἀναφέρουμε δύο παραδείγματα, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὄχι μόνο ἐφάρμοζε τὸ «λάθε βιώσας», ἀλλὰ καὶ τὸ «λάθε εὐεργετήσας», κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου μας «Μὴ γνώτω  ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. ϛ΄ 3).  Οἱ ἐλεημοσύνες του γίνονταν μὲ πολὺ διακριτικὸ τρόπο. Ἔπαιρνε πληροφορίες γιὰ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ἀνάγκες καὶ προσπαθοῦσε τὶς ἀνάγκες αὐτὲς νὰ τὶς θεραπεύσει ὅσο γινόταν καλύτερα καὶ χωρὶς τυμπανοκρουσίες. Ἀκόμη καὶ σὲ βενζινάδικα ἔπαιρνε τηλέφωνο καὶ ἔδινε ἐντολὴ νὰ πᾶνε πετρέλαιο θερμάνσεως σὲ σπίτια ποὺ δὲν εἶχαν τὴν παραμικρὴ θέρμαση, χωρὶς νὰ φαίνεται ὁ δωρητής.
.                      
Τὸ πρῶτο παράδειγμα σχετίζεται μὲ μιὰ Ἑλληνοκυπρία βασανισμένη, διαζευγμένη μὲ ἕνα παιδί, ποὺ  βρέθηκε στὴν Σουηδία. Αὐτὴ ἀλληλογραφοῦσε μὲ κάποιο συμπατριώτη της πού, ὅμως, δὲν τὸν γνώριζε προσωπικά. Τὴν ἔφερε, ὅμως, στὴν χώρα αὐτὴ τοῦ βορρᾶ ὑποσχόμενος ὅτι θὰ τὴν παντρευθεῖ. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ ἡ κοπέλλα καὶ συναντήθηκε μαζί του διαπίστωσε, ὅτι ἐκεῖνος εἶχε τὴν διπλάσια ἀπὸ αὐτὴν ἡλικία καὶ ὅτι οἱ προθέσεις του γι’ αὐτὴν δὲν ἦσαν ἁγνές. Ἤθελε νὰ ἀνοίξει οἶκο ἀνοχῆς, γιὰ νὰ κερδίσει χρήματα, καὶ δὲν τὸν ἔμελλε οὔτε ὁ γάμος οὔτε ἡ ἀπώλεια τῶν ψυχῶν τῶν ἁμαρτανόντων. Τὴν καλοδέχθηκε καὶ μὲ ὄμορφο, ἀλλὰ δόλιο τρόπο ποὺ ἔκρυβε δηλητήριο, τὴν παρώτρυνε πρὸς τὴν ἁμαρτία.
.                      
Ξένη καὶ ἔρημη ἡ ταλαίπωρη ψυχὴ δὲν εὕρισκε κάπου νὰ ἀκουμπήσει. Ἔνοιωθε ἀδύναμη καὶ μόνη στὸν παγωμένο βορρᾶ. Ἔσφιγγε στὴν ἀγκαλιά της τὸ μικρὸ βλαστάρι της, τὴν μόνη ἐπὶ γῆς παρηγοριά της καί, εὐτυχῶς, ἔστρεφε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ ζητώντας τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια.
.                      
Στὴν ἀπελπισία της κατέφυγε στὸν ἱερέα τῆς ἑλληνικῆς παροικίας. Αὐτὸς τὴν κατεύθυνε στὸν Γέροντα Εὐσέβιο πού, ὅμως, βρισκόταν, τριακόσια χιλιόμετρα μακριά. Τοῦ ἔγραψε μία ἐπιστολὴ διεκτραγωδώντας τὴν κατάστασή της.  Καὶ αὐτὸς δὲν ἔμεινε ἀδρανής. Μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ ἔστειλε χρήματα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸν μαστροπὸ καὶ διεφθαρμένο ἐκεῖνον ἄνθρωπο, καὶ σὲ λίγες ἡμέρες κατέβηκε στὴ Στοκχόλμη, γιὰ νὰ τὴν συναντήσει. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐκεῖ πνευματικά του παιδιὰ ὁ Γέροντας ἐπιστράτευσε γιὰ τὴν ἐξεύρεση τῶν ἀναγκαίων καὶ τὴν ἄμεση ἀρωγή της. Τὴν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸν ἐπίβουλο ἄνθρωπο τῆς ψυχῆς της, τὴν σπούδασε καὶ τὴν ὁδήγησε σὲ ἔντιμο γάμο καὶ δημιουργία μιᾶς εὐλογημένης οἰκογένειας. Πῶς αὐτὴ νὰ μὴν ἦταν εὐγνώμων στὸν σωτήρα της, τὸν Γέροντα ποὺ μεριμνοῦσε γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα;
.                      Τὸ δεύτερο περιστατικὸ ἀφορᾶ μιὰ ἐμπερίστατη νέα, τὴν Β. ποὺ ἀναπαυόταν πνευματικὰ στὸν Γέροντα καὶ δεχόταν τὸ προϊὸν ὄχι μόνο τῶν προσευχῶν του, ἀλλὰ καὶ  τῆς ὑλικῆς του στηρίξεως. Ὁ Γέροντας γνώριζε τὸ δυφυὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ δὲν ἔμενε σὲ εὐχολόγια. Δὲν ἔλεγε:
-Ὕπαγε καὶ ἐγὼ θὰ προσεύχομαι γιὰ σένα.
.                      Τί νὰ τὴν κάνει κανεὶς μόνο τὴν εὐχή, ὅταν τὸ στομάχι διαμαρτύρεται; Ὁ Γέροντας ὄχι μόνο πονοῦσε γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἀλλὰ μεριμνοῦσε καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν τους ἀναγκῶν. Ἦταν πραγματικὸς πατέρας.

.                      Τὴν Β. πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε εὐεργετήσει καὶ αὐτὴ ἔνοιωθε τὸν Γέροντα ὄχι μόνο πνευματικὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ τροφέα καὶ ἀνακουφιστὴ καὶ ἀρωγὸ στὶς καθημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς.
.                      Ἦλθε ἡ εὐλογημένη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς κάλεσε τὸν Γέροντα Εὐσέβιο γιὰ νὰ τὸν κάνει οὐρανοπολίτη, νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα. Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση ἡ κ. Β. βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση. Ποιός τώρα θὰ τῆς κάλυπτε τὰ ἔξοδα; Ποιός θὰ τὴν βοηθοῦσε;
.                      Ἀπελπισμένη σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ψέλλισε:
-Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ, τί θὰ ἀπογίνω τώρα;
.                      Ἡ ἔκπληξη ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὸ ἑπόμενο πρωῒ βρίσκει κάτω ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ της ἕναν φάκελλο. Εἶχε ὄνομα: «π. Εὐσέβιος». Τὸ ἄνοιξε βιαστικὰ καὶ ἔμεινε ἄφωνη. Ὁ «Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» εἶχε μεριμνήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες της. Θαυμαστό; Ναί. Γράμμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ χρηματικὸ ποσὸν ἱκανὸ νὰ τῆς λύσει τὰ τρέχοντα οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ ὄχι μόνον.
.                      
Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν ἕνας ὑψιπέτης ἀετὸς τοῦ πνεύματος, ποὺ πετοῦσε σὲ ἀπάτητες κορυφές,  ζοῦσε τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καὶ αὐτὴν κήρυττε μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα. Μήπως καὶ ὁ σκοπὸς τῶν drones  δὲν εἶναι νὰ βρίσκονται στὰ ὕψη;  Ἔλεγε ὅτι ὁ  φανατισμὸς καὶ ἡ ἐμπάθεια εἶναι δύο φοβερὰ ἀνασταλτικὰ τῆς ἐλευθερίας τόσο τῶν ἴδιων τῶν φορέων τους, ὅσο καὶ τῶν ἄλλων. Εἶναι δυνατὸν ἐμπαθεῖς καὶ φανατικοὶ νὰ θεωροῦνται ἐλεύθεροι ἄνθρωποι; Καὶ εἶναι δυνατὸν αὐτοί, ὅταν ἔχουν ὅλη τὴν ἐξωτερικὴ ἄνεση, νὰ μὴν ἐκτρέψουν τὴν ἐλευθερία σὲ ἀσυδοσία ἢ καὶ τυραννία; Καί, ὅμως, αὐτοὶ φωνάζουν γιὰ ἐλευθερία, δημοκρατία, ἀνθρώπινα δικαιώματα, καὶ ὅ,τι ἄλλο μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει δημαγωγικὸ σύνθημα, γιὰ νὰ ἐπιδιωχθοῦν ἄλλοι σκοποί. Καταλυτικοὶ τῆς ἐλευθερίας στὴν πραγματικότητα. Καταλυτικοὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἄλλων…
.                      
Δὲν ὑπάρχουν μεγαλύτεροι δυνάστες ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μὲ φανατισμὸ κόπτονται ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας. Ποιᾶς δημοκρατίας, ὅμως, τῶν ὀλίγων ἢ τῶν πολλῶν; Τῶν καταδυναστευομένων, αὐτῶν ποὺ πασχίζουν νὰ ἀναπνεύσουν ἀέρα λευτεριᾶς, ἰσονομίας, ἰσοπολιτείας καὶ ἀμβλύνσεως τῶν κοινωνικῶν τάξεων, ἢ αὐτῶν ποὺ ζοῦν σὰν ἀγάδες καί, ἀλλοίμονον, ἂν ἡ ἐλευθερία τῶν ἄλλων περιορίσει τὴν δική τους; Αὐτῶν ποὺ οὔτε κἂν σκέπτονται νὰ μοιρασθοῦν τοὺς βαθμοὺς ἐλευθερίας ποὺ ἔχουν,- ἀλήθεια ἀπὸ ποὺ τοὺς πῆραν,-μὲ ἄλλους ποὺ τοὺς στεροῦνται ὁλοσχερῶς. Ὁ Γέροντας αὐτὲς τὶς κοινωνικὲς ἀνισότητες τὶς καυτηρίαζε, γιατὶ πόρρω ἀπέχουν ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ χειρότεροι εἶναι οἱ κράχτες τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας. Ἄνθρωποι δοῦλοι τῶν παθῶν τους χωρὶς πνευματικὴ ὡριμότητα. Αὔξηση τῆς πνευματικῆς ὡριμότητας τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει σπάσιμο τῶν δεσμῶν τῆς δουλείας καὶ ἄνοιγμα τῶν πτερύγων τῆς καρδιᾶς τους γιὰ πέταγμα στὸν οὐρανὸ τῆς ἐλευθερίας. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἔρριχνε τὸ σύνθημα, αὐτὸ ποὺ εἶχε κάνει λάβαρο ὁ ἀγωνιστὴς ἱεράρχης Φλωρίνης, ὁ νῦν οὐρανοπολίτης πατὴρ Αὐγουστῖνος Καντιώτης, «Ζητοῦμε ἐλευθέρα καὶ ζῶσα Ἐκκλησία».
.                      Ὅσο ἀφορᾶ τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ τὴν αὐτομεμψία τοῦ Γέροντος Εὐσεβίου θὰ ἀναφέρουμε τὸ ἑξῆς χαριτωμένο περιστατικό:
.                      Σὲ μία ὁμιλία του στὸ Σιδηρόκαστρο ἀναφερόμενος σὲ τρίτο πρόσωπο, ἀλλὰ φωτογραφίζοντας τὸν ἑαυτό του ἔλεγε:
– Ἐντυπωσιαζόμαστε σήμερα, ὅπως καὶ παλαιότερα, ὅταν βλέπουμε κάποιον νὰ ὁμιλεῖ  ξένες γλῶσσες. Καὶ ἂν ξέρει καὶ μία καὶ δύο καὶ τρεῖς καὶ τέσσερεις ἢ καὶ πέντε γλῶσσες, τότε ἐντυπωσιαζόμαστε ἀκόμη πιό πολύ!
.                      
Ρωτήθηκε τότε ἀπὸ κάποιον ἀκροατή, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀκούσει ὅτι ὁ Γέροντας ὁμιλοῦσε ἄπταιστα Γαλλικά, Ἀγγλικά, Γερμανικά, Σουηδικά, Λατινικὰ καὶ ἀρκετὰ καλὰ Ἰταλικά, γιὰ ἐπιβεβαίωση τῶν ὅσων εἶχε ἀκούσει:
-Ἐσεῖς πόσες γλῶσσες ξέρετε;
.                      Καὶ ὁ μακάριος Γέροντας  βυθίζοντας τὸ μεγάλο του χάρισμα μέσα στὸν ὠκεανὸ τῆς ταπεινώσεώς του ἀπήντησε:
-Δυστυχῶς, ξέρω περισσότερες ἀπὸ μιὰ καὶ ἑπομένως σὲ κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς ἐπαναλαμβάνω τὶς ἴδιες ἀνοησίες. Θὰ τὶς ἒλεγα μόνο στὰ ἁπλὰ Ἑλληνικά, ἂν ὁμιλοῦσα μόνο Ἑλληνικά.
.                      Καὶ συνέχισε τὴν ὑποτίμηση τοῦ χαρίσματός του μέχρις ἐξοντώσεώς του μὲ ἐκεῖνο τὸ ἀφοπλιστικὸ χαμόγελό του λέγοντας:
-Ἡ γλωσσομάθεια δὲν αὐξάνει τὴν ἐξυπνάδα καὶ τὴν ἱκανότητα κριτικῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος παραμένει αὐτὸς ποὺ εἶναι. Καὶ ξαναλέω, ὅτι ὅποιος ξέρει μόνο ἑλληνικὰ ἐπαναλαμβάνει μία φορὰ τὴν ἀνοησία του.
.                      
Στὸν π. Εὐσέβιο σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Ὁ ποιήσας καὶ διδάξας οὗτος μέγας κληθήσεται»  (Ματθ. ε΄ 19), θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ ἀποδοθεῖ ὁ τίτλος τοῦ Μεγάλου, γιατὶ δὲν ἔμενε στὰ λόγια, ἀλλὰ  εὕρισκε πάντοτε «τὴν πρᾶξιν εἰς θεωρίας ἐπίβασιν». Κάποτε μοῦ ζήτησε νὰ συνθέσω μιὰν ἀκολουθία γιὰ τὸν ὅσιο Εὐσέβιο τὸν Αἴθριο. Τὸν ρώτησα γιατὶ τὴν ἤθελε καὶ μοῦ ἀπάντησε ὅτι αὐτὸν τὸν Ἅγιο ἐπέλεξε νὰ τιμᾶ καὶ νὰ τὸν ἑορτάζει. Στὴν ἐρώτησή μου πάλι γιατὶ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μὲ τὸ ὄνομα Εὐσέβιος ἐπέλεξε νὰ τιμᾶ αὐτὸν μοῦ εἶπε χαμηλώνοντας τὸ βλέμμα.
-Γιατὶ ἦταν ἀκτήμων καὶ δὲν εἶχε, ὅπως ὁ Κύριός μας «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Λουκ. θ΄ 58)! Δὲν εἶχε κελλὶ στεγασμένο, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται «αἴθριος». Εἶχε στέγη τὸν οὐρανὸ καὶ ἡ οὐράνια στέγη δίνει τὴν πιὸ σίγουρη προστασία ἀπὸ ὅλες τὶς καιρικὲς συνθῆκες. Αὐτὴ στὰ κρύα τοῦ χειμῶνος μᾶς θερμαίνει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινο θερμαντῆρα καὶ στοὺς καύσωνες τοῦ θέρους μᾶς ψύχει μὲ μιὰ οὐράνια δρόσο. Καὶ ἐγώ, ὁ κεχριαῖος προσπαθῶ τιμώντας τον νὰ τὸν μιμηθῶ, ἀνεπιτυχῶς βέβαια, – νὰ ἡ ἔμφυτη αὐτομεμψία του καὶ ἡ ἄκρα του ταπείνωση- καὶ περιφέρω τὸ σαρκίο μου στὰ ἄλση καὶ τὰ βουνά, παρακαλώντας τον νὰ μὲ ἀξιώσει στὸ ἐλάχιστο νὰ τὸν μιμηθῶ.
.                      
Καὶ νὰ σκεφθοῦμε ὅτι τὰ δασύσκια βουνὰ τοῦ Μπέλλες μὲ τὶς βροχές, τὶς παγωνίες, τὰ χιόνια, ὁ Γέροντας Εὐσέβιος τὰ ἅγιασε περπατώντας καὶ εὐχόμενος ἀδιάκοπα.
.                      
Τί ἀπ’ ὅλα μποροῦσε κανεὶς νὰ πρωτοθαυμάσει στὸν Γέροντα; Τὸ βάθος τῆς γνώσεως; Τὰ χαρίσματά του; Τὸ  ταπεινό του φρόνημα; Τὴν ἑτοιμολογία του; Τὸν ἀνάλαφρο λόγο του; Τὴν προσήνειά του; Τὴν ἀγἀπη του χωρὶς ὅρια, ἀφοῦ σύνθημά του εἶχε τὴν φράση: «Ζῶ γιὰ ν’ ἀγαπῶ καὶ νιώθω ζωντανὸς ἐπειδὴ ἀγαπῶ. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ τῆς καρδιᾶς μου»; Ἦταν ὅλος ἕνα διαυγέστατο δοχεῖο τῆς Χάριτος, ἦταν ὅλος ἁγιασμένος. Ἦταν μιὰ μορφή, ποὺ ὅπως εἶχε γράψει στὰ φοιτητικά τους χρόνια ὁ συνομήλικός του μετέπειτα Ἅγιος Μητροπολίτης Χαλκίδος, Νικόλαος Σελέντης: Εἶναι  μιὰ μεγάλη αὐτὴ ψυχή, ψυχὴ ποὺ γεννήθηκε γιὰ νὰ ἁγιάσει!.

,

Σχολιάστε

«ΜΕ ΜΙΑ ΜΠΟΥΚΙΑ ΨΩΜΙ ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΕΙΣ»

Μὲ μιὰ μπουκιὰ ψωμὶ δὲν χορταίνεις.

Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας
( Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                              Ὁ ὅσιος Ἰάκωβος τῆς Βίτσης τοῦ Ζαγορίου, ὁ ἅγιος προστάτης τῶν ἀνέργων, δὲν εἶχε μεριμνήσει ποτὲ γιὰ ἀποθεματικὰ τροφίμων. Βίωνε τὸ «Πάτερ ἡμῶν»! Ζητοῦσε μόνιμα «τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον» (Ματθ. ϛ΄ 11) καὶ ἐφάρμοζε ἔμπρακτα τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε» (Ματθ. ϛ΄ 19). Ὁ χορτασμός του ἦταν πάντα μὲ πνευματικὴ τροφή.
.                  Στὶς ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες του ὁ Γέροντας Ἰάκωβος  στὰ Ζαγοροχώρια δὲν εἶχε ἀξιώσεις φιλοξενίας ὕπνου καὶ τροφῆς. Χόρταινε μὲ τὸν ἄρτο τῆς πίστεως, ποὺ τὸν μοίραζε πλουσιοπάροχα· χόρταινε μὲ τὸν χορτασμὸ τῶν ἄλλων. Καὶ δὲν ἦταν μόνος του. Συνοδευόταν πάντοτε ἀπὸ τὴν γερόντισσα ἀδελφή του, τὴν τυφλή, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ τὸν περιποιεῖται βλέποντας ὄχι μὲ τὸ φῶς τῶν κλειστῶν χοϊκῶν ὀφθαλμῶν της, ἀλλὰ μὲ τὸ φῶς τῆς κενωτικῆς της ἀδελφικῆς προσφορᾶς, τῆς προσφορᾶς τῆς ἀγάπης. Ἡ τυφλὴ Γερόντισσα, ἡ παρθενόκλητη Δέσποινα μοναχή, ὅταν ὁ Γέροντας Ἰάκωβος δίδασκε ἢ ἐξομολογοῦσε, ζητιάνευε καὶ τὸ ἀλεύρι ποὺ τῆς ἔδιναν οἱ πτωχοὶ Χριστιανοί, πότε σταρένιο, πότε κριθαρένιο, πότε καλαμποκίσιο, πότε σικάλεως, τὸ ἀνακάτευε καὶ ἔψηνε τὸ ζυμάρι στὴν στάχτη. Αὐτὸ ἦταν τὸ ψωμὶ ποὺ ἔδινε στὸν Γέροντα, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν διαμαρτυρήθηκε, ἀφοῦ ἡ τυφλὴ ἀδελφή του ὅ,τι μποροῦσε ἔκανε. Ἄλλωστε τὸ αἰσθητήριο τῆς γεύσεως τοῦ Γέροντος ἦταν πολὺ ἁπλό. Ἔτρωγε γιὰ νὰ ζήσει καὶ δὲν ζοῦσε γιὰ νὰ τρώει. Τὸ ἀνακατεμένο μὲ στάχτη ψωμί, μισοψημένο ἢ μισοφουσκωμένο, γιὰ τὸν Γέροντα ἦταν τὸ καλύτερο γλύκισμα. Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ποὺ πρόφερε μὲ τὸ στόμα του νοστίμιζε καὶ τὸ πιὸ ἄνοστο παρασκεύασμα τῆς ἀδελφῆς του. Πικρὸ τὸ ψωμί, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος ἔλεγε, τροποποιώντας τὰ λόγια τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων ποὺ ἔλεγαν, ὅταν τοὺς ἔρριξαν στὰ παγωμένα νερὰ τῆς λίμνης τῆς Σεβαστείας: «Δριμὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος».
.                        Ὅταν πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος βρισκόταν στὸ νοσοκομεῖο τῶν Ἰωαννίνων, τὸν ἐπισκέφθηκε μιὰ λόγια καὶ εὐσεβὴς ψυχή, ἡ ὁποία ποθοῦσε νὰ γίνει καὶ νύμφη Χριστοῦ ἀκολουθώντας τὴν μοναχικὴ πολιτεία. Ὁ Γέροντας κατὰ τὴν πάντοτε ψυχωφελῆ συζήτηση τὴν ρώτησε:
-Προσεύχεσαι καθημερινά, κόρη, στὸν γλυκύτατό μας Ἰησοῦ;
-Προσεύχομαι, Γέροντα, τοῦ ἀπάντησε μὲ κατεβασμένο ἀπὸ συστολὴ κεφάλι.
-Τὴν εὐχὴ τὴν λές; Συνέχισε.
-Τὴν λέω Γέροντα!
-Πόσες φορὲς τὴν λές;
 -Τὴν λέω, Γέροντα, ἐπανέλαβε ἀμήχανα.
-Ἄκου, κόρη μου, τῆς εἶπε. Τὴν λὲς μιὰ ἢ πολλὲς φορές; Γιατὶ μὲ μὲ μιὰ μπουκιὰ ψωμὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν χορταίνει καὶ ἡ εὐχὴ εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ψυχῆς. Ὅσο περισσότερες φορὲς τὴν λές, τόσο ἡ γλυκύτητα μένει μόνιμα στὸ στόμα σου καὶ τόσο πιὸ πολὺ αἰσθάνεσαι τὸν τροφοδότη Χριστὸ νὰ σὲ γεμίζει μὲ τὴν χάρη Του.
.                         Καὶ μόνο αὐτὴ ἡ στιχομυθία δείχνει τὴν συνεχῆ τροφοδοσία τοῦ Γέροντος ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς, τὸν ἄρτο «ζωῆς τῆς αἰωνιζούσης», τὸν ἄρτο ποὺ δὲν ξεραίνεται οὔτε μουχλιάζει, τὴν μονολόγιστη εὐχή «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». 

, , ,

Σχολιάστε

ΑΝΟΙΞΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Δὲν ὑπάρχει σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση, ὅπως δὲν ὑπάρχει  χειμώνας χωρὶς ἄνοιξη.
.           Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες. Δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴν μία καὶ νὰ ἀπορρίψουμε τὴν ἄλλη.
.           Δὲν ὑπάρχει ἐτήσιος χρόνος χωρὶς χειμώνα καὶ ἄνοιξη καὶ δὲν ὑπάρχει θάνατος χωρὶς ἀνάσταση. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον βέβαιο γεγονὸς καὶ ὁ καθένας μας γνωρίζει πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπέλθει καὶ στὸν ἴδιο. Τὸν ἐπέτρεψε ὁ Θεός, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται» καὶ προηγεῖται τῆς ἀναστάσεως, ὅπως ὁ χειμώνας προηγεῖται τῆς ἀνοίξεως.
.           Ἡ ἄνοιξη εἶναι χαρά. Ἡ ζωὴ εἶναι χαρά. Μιὰ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἐρχομό της. Μιὰ χαρὰ ποὺ κινεῖται μὲ τοὺς δικούς της νόμους, τοὺς θεϊκοὺς νόμους, ἔξω ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης σκοπιμότητας.
.           Ἡ ἄνοιξη δὲν λογαριάζει πόλεμο οὔτε καταστροφή, οὔτε οἰκονομικὴ κρίση, οὔτε πτώχευση. Εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔκφραση τῆς χάρης τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὸ αὐτονομημένο, ἀχάριστο καὶ γεμάτο μὲ ἐγωϊσμὸ πλάσμα Του. Χωρὶς αὐτὴν τὴν χάρη θὰ βασίλευε ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἡ ἀνυπαρξία μας. Καὶ ἡ ἀνάσταση γίνεται σὲ πλούσιους καὶ πτωχούς, σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς δημιουργίας, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους.
.           Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἐξάπαντος θὰ συντελεσθεῖ, ὅπως συντελεῖται ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως μὲ τὸ τέλος τοῦ χειμώνα. ῾Η σάλπιγγα τοῦ ᾿Αγγέλου ὁπωσδήποτε, θὰ ἠχήσει (Ἀποκ. Ια´ 15-18).᾿Εκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει σημασία γιὰ ἐμᾶς εἶναι νὰ ἔχουμε ἐργασθεῖ κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς βιοτή μας, γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μας, ὥστε ἡ ἀνάστασή μας νὰ μὴν γίνει «εἰς κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ματθ. κε´ 46).

Καλὴν Ἀνάστασιν!

, ,

Σχολιάστε

ΟΣ. ΕΥΜΕΝΙΟΥ τοῦ Νέου (Σαριδάκη) ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ [Χαρ. Μπούσιας]

ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΝΕΟΣ ΟΣΙΟΣ ΚΡΗΣ
ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΝΕΟΣ ΕΞ ΕΘΙΑΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ
ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

,

Σχολιάστε

KΥΡΙΕ, ΦΕΡΕ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ! (Χαρ. Μπούσιας)

Κύριε, φέρε τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Κύριε, ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τῶν αἰώνων καὶ βρέθηκε τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς Σου, ἡ ἀειπάρθενος κόρη, ἡ Παναγία μας, σαρκώθηκες καὶ ἔγινες, ὁ τέλειος Θεός, τέλειος ἄνθρωπος. Ἦλθες στὴν γῆ, γιὰ νὰ μᾶς ἀνυψώσεις ὅλους στὸν οὐρανό. Ἔγινες ἄνθρωπος, γιὰ νὰ μᾶς κάνεις θεούς. Τί μεγάλη τιμὴ γιὰ ὅλους μας, γιὰ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, αὐτὸ ποὺ ἐξέπεσε ἀπὸ τὸν Παράδεισο γιὰ τὴν ἐφήμερη ἁμαρτία!
.               Κύριε, τὸν ἐρχομό Σου στὴν γῆ Ἄγγελοι συνόδευσαν δοξολογοῦντες καὶ ψάλλοντες: «Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη». Στὸν ταραγμένο κόσμο ἦλθες Ἐσύ, Κύριε, ὁ εἰρήναρχος Θεός, γιὰ νὰ μᾶς φέρεις τὴν εἰρήνη. Ἦλθες γιὰ νὰ μᾶς σταματήσεις τοὺς πολέμους καὶ νὰ ἐξαπλώσεις τὴν εἰρήνη σὲ ὅλη τὴν γῆ. Ἦλθες, γιὰ νὰ γαληνέψεις τὶς ἀγριεμένες ψυχές μας, νὰ τὶς μαλακώσεις, νὰ εἰρηνεύσεις τὶς οἰκογένειες μας, τὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες μας. Σκοπὸς καὶ πόθος Σου ἦταν καὶ εἶναι μέσα στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἡ ἐξάπλωση τῆς εἰρήνης Σου παντοῦ, ἀφοῦ, δυστυχῶς, ἡ γῆ μας μαστίζεται, τὸ γνωρίζεις καλὰ καὶ κλαῖς, ἀπὸ πολέμους, ἀτέλειωτες συρράξεις μὲ ἑκατόμβες νεκρῶν καὶ πολὺ περισσότερους περίλυπους συγγενεῖς, ἀδελφούς, φίλους, ὀρφανὰ καὶ χῆρες.
.               Κύριε, ἡ εἰρήνη ἀποτελεῖ τὸ κύριο γνώρισμα τῆς θεότητός Σου, γι’ αὐτὸ καὶ Σὲ ὀνομάζουμε «Θεόν τῆς εἰρήνης» (Β΄ Κορ. ιγ΄ 11). Σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεώς Σου ἦταννὰ ἐπιφέρεις τὴν εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Θεοῦ Πατρός Σου καὶ ὅλων μας, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, εἰρήνη ἡ ὁποία εἶχε διαταραχθεῖ ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἀμάρτημα καὶ ἀπὸ τὶς μετέπειτα ἁμαρτίες μας. Ἤθελες νὰ σταματήσουν οἱ πόλεμοι καὶ νὰ ἐπικρατήσει εἰρήνη ἐδῶ στὸν κόσμο, γι’ αὐτὸ καὶ  μόλις ἐμφανίσθηκες ἀναστημένος στοὺς μαθητές Σου, ὁ πρῶτος λόγος Σου ἦταν· «Εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάν. κ΄19).
.               Κύριε, ἡ εἰρήνη Σου, ἡ «πάντα νοῦν ὑπερέχουσα»  χαρακτηρίζεται καὶ εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος: «Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐστὶν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη..» (Γαλ. ε΄22). Ἔτσι, αὐτοὶ ποὺ δὲν γαληνεύουν τὶς ψυχὲς καὶ προκαλοῦν σχίσματα καὶ προστριβὲς δὲν εἶναι εἰρηνοποιοί, δὲν εἶναι δικά Σου παιδιά. Σὲ αὐτῶν τὶς καρδιὲς δὲν ἔχεις θέση, ἔτσι, αὐτοὶ εἶναι ζηλόφθονοι, ἐριστικοί, ἀκατάστατοι καὶ ἂς νομίζουν ὅτι εἶναι μορφωμένοι καὶ μεγάλοι, ἀφοῦ ἀρέσκονται ὄχι στὴν ὡραιότητα τῆς συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ στὴν φαυλότητα, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἅγιο Ἰακωβο τὸν Ἀδελφόθεο ποὺ λέει: «Ὅπου ζῆλος καὶ ἐριθεία, ἐκεῖ ἀκαταστασία καὶ πᾶν φαῦλον πρᾶγμα. Ἡ δὲ ἄνωθεν σοφία πρῶτον μὲν ἀγνή ἐστιν, ἔπειτα δὲ εἰρηνική…» (Ἰακ. γ΄ 16).
.               Κύριε, ἐὰν μετρηθοῦμε ὅλοι μας μὲ τὸ μέτρο τοῦ Εὐαγγελίου Σου, ἐλάχιστοι θὰ βρεθοῦμε νὰ Σὲ ἀγαποῦμε πραγματικά. Δυστυχῶς τηροῦμε τοὺς τύπους, πολλὲς φορὲς ἀσυνείδητα, μὲ ἐκκλησιασμὸ καὶ μὲ ἐλεημοσύνες ἀπὸ τὸ περίσσευμά μας, ἀλλὰ ἡ διαίρεση, τὸ σχίσμα, ἡ φατρία ὀργιάζει στὴν καθημερινότητά μας. Ἡ εἰρήνη Σου δὲν μᾶς ἀγγίζει.
.               Κύριε, οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι κατὰ τὴν γέννησή Σου πρῶτα τόνισαν τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ Πατρός Σου καὶ ὕστερα τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο. «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄ 14). Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν Σὲ δοξάζουν μὲ πίστη καὶ προσευχή, ἔχουν διαρκεῖς πτώσεις στὴν ζωή τους καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν εἰρήνη στὴν ψυχή. Ταραγμένη ψυχὴ πῶς μπορεῖ νὰ ἔχει χαρὰ καὶ νὰ προάγει τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο; Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Σου Παύλου «Αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Ἐφ. β´ 14) μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο Σου στὴν οὐσία εἶναι ἡ μόνη στὸν κόσμο ὑπάρχουσα Ἐπιστήμη περὶ τῆς Εἰρήνης καὶ ἡ ἀπόλυτη ἐφαρμογή του εἶναι ἡ ἀπόλυτη εἰρήνη.
.               Κύριε, τὰ ἀνδρόγυνα εἰρηνεύουν, ὅταν ἐφαρμόζουν τὸν νόμο τοῦ Εὐαγγελίου Σου, τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης. Στὴν οἰκογένεια, ὅπου δοξάζεται τὸ ὄνομά Σου, κυριαρχεῖ ἡ τιμιότητα καὶ ἡ εἰρήνη εἶναι διάχυτη παντοῦ. Ὅπως ἡ ζέστη εἶναι συνέπεια τῆς φωτιᾶς, ἔτσι, καὶ ἡ εἰρήνη εἶναι συνέπεια τῆς ἐνθρονίσεώς Σου στὶς καρδιές μας, Σοῦ τοῦ Εἰρηνάρχου Θεοῦ μας, τῆς προτυπώσεως τῆς ἀρετῆς. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς κοινωνίες τῶν προσώπων. Ὅπου καλλιεργεῖται ἡ ἀρετή, ἐκεῖ οἱ λαοὶ εἰρηνεύουν. Ὅπου αὐτὴ ταλαντεύεται, ἡ εἰρήνη ἀπομακρύνεται καὶ οἱ ἔριδες καὶ οἱ συγκρούσεις καὶ οἱ πόλεμοι δίνουν τὸ καταστροφικό τους παρόν.
.               Κύριε, προσωπικὰ δὲν εἰρηνεύουμε, δὲν ἀφήνουμε τόπο στὴν καρδιά μας γιὰ Ἐσένα, οὔτε σὲ μιὰν ἄκρη της. Τὸ βλέπεις, Κύριε, ὅτι κλαίοντας Σοῦ τὸ λέω, στὴν γῆ μας βασιλεύει ὁ  τρόμος καί ὁ φόβος, ἡ ἀβεβαιότητα, ἡ ἀκαταστασία.
.               Γιατί, ὅμως; Γιατί ἐμεῖς, Κύριε, θελήσαμε νὰ δημιουργήσουμε ἕνα κόσμο χωρὶς Ἐσένα, χωρὶς τὴν εἰρήνη Σου, αὐτὴ πού Ἐσὺ μᾶς χαρίζεις, εἰρήνη στὶς ψυχές μας, εἰρήνη μεταξύ τῶν λαῶν, εἰρήνη στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Ἑπιθυμία τόσο μεγάλη, ἀλλὰ καὶ τόσο ἀνικανοποίητη.
.               Σήμερα, Κύριε, μόνο εἰρήνη δὲν θὰ βρεῖς στὴν γῆ μας. Οἱ σειρῆνες τοῦ πολέμου ἠχοῦν ἐφιαλτικὰ γύρω μας. Μαίνονται ἐμφύλιοι πόλεμοι καὶ πόλεμοι μεταξὺ ἐθνῶν μὲ ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀνθρώπους νὰ παίρνουν τὸν πικρὸ δρόμο τῆς προσφυγιᾶς, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τί θὰ τοὺς τύχει στὸν δρόμο ἢ ποῦ τελικὰ θὰ καταλήξουν; Θρηνοῦμε γιὰ τὰ θύματα, τοὺς πρόσφυγες, τοὺς ἄστεγους, τοὺς λησμονημένους. Κλίνουμε, ὅμως,  τὰ γόνατα καὶ Σὲ παρακαλοῦμε μὲ δάκρυα, Εἰρήναρχε Κύριε: Ἀφόπλισε τὶς καρδιές μας ἀπὸ τὴν κακία, γιατὶ μὲ αὐτὴ δὲν ἐπιτυγχάνεται εἰρήνη, ὅσο καὶ ἂν ἀφοπλιστοῦν ὅλα τὰ ἔθνη. Ἐὰν ἀγάπη δὲν ἔχουμε στὶς καρδιές μας καὶ χωρὶς ὅπλα θὰ ἐπιτεθοῦμε στοὺς γύρω μας, μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια. Ἔλα, Κύριε, νὰ μᾶς εἰρηνεύσεις, φέρε τὴν εἰρήνη Σου στὴν γῆ μας! Ἄλλαξε τὸν τρόπο ζωῆς μας. Ἀξίωσέ μας νὰ Σὲ ποθοῦμε, νὰ θέλουμε νὰ γίνεις ὁ Κύριος τῆς καρδιᾶς μας, γιὰ νὰ μένεις μόνιμα μαζί μας, νὰ μᾶς εἰρηνεύεις καί, ὄχι μόνο νὰ φαινόμαστε στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε πραγματικὰ δικοί Σου, εἰρηνοποιοί, φιλάδελφοι, ἀλληλέγγυοι, ἄνθρωποι ἀγάπης χωρὶς ὅρια καὶ διακρίσεις.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ», Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας.

Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων,
Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας.
Ἐλεημοσύνη: Τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς σωτηρίας μας.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                      Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος στὴν Βίτσα τοῦ Ζαγορίου, στὸ Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία,  ζοῦσε μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀσκητικὴ ζωή.

-Λίγο ζουμάκι βάλε μου ἀπὸ τὶς φακὲς ἢ τὰ φασόλια, ἔλεγε.

.                     Αὐτὸ ἦταν τὸ φαγητό του κάθε ἡμέρα. Μαγείρευε στὸ κελλί του καὶ ζύμωνε ἡ τυφλὴ ἀδελφή του. Ὅ,τι ἔφτιαχνε ἐκείνη τὸ ἔτρωγε ὁ Γέροντας μὲ εὐχαρίστηση καὶ τῆς ἔλεγε ὅτι ἦταν καὶ πολὺ νόστιμο. Στὰ δύσκολα χρόνια τῆς πείνας καὶ τῆς ἀνέχειας, ἂν ἐξοικονομοῦσε καμιὰ ὀκὰ ἀλεύρι ἢ καμιὰ χούφτα φασόλια, μποροῦσε νὰ πάει καὶ δυὸ ὧρες δρόμο σὲ κάποιο χωριό, γιὰ νὰ τὰ δώσει σὲ φτωχὲς οἰκογένειες.  Ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους! Τίποτα δὲν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του.
.               Μία γνωστή του κυρία πήγαινε σὲ μιὰ γειτόνισσα καὶ τὴν βοηθοῦσε στὶς δουλειές της, ἐνῶ τὴν ἀδελφή της τὴν παραμελοῦσε. Ὁ Γέροντας τῆς ἔλεγε ὅτι δὲν ποτίζουμε τὴν αὐλὴ τοῦ γείτονα, ὅταν ἡ δική μας διψάει. Ἤθελε, ἔτσι, νὰ τῆς πεῖ νὰ βοηθάει πρῶτα τὴν ἀδελφή της, ποὺ εἶχε ἀνάγκη. Μάλιστα, γιὰ νὰ τῆς αὐξήσει τὴν ἐπιθυμία γιὰ βοήθεια, ἔκανε ἔκπτωση καὶ σὲ βασικὲς ἀρχές, ἀφοῦ τῆς ἔλεγε:
-Εὐλογημένη, πιὲς καφὲ τὴν Κυριακὴ τὸ πρωῒ καὶ μετὰ πήγαινε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἂς παίρνεις καὶ ἀντίδωρο. Πῶς θὰ τὰ βγάλει πέρα μόνη ἡ ἀδελφή σου;
.                   Ὁ Γέροντας συνιστοῦσε πολὺ τὴν ἐλεημοσύνη.
Αὐτὴ εἶναι τὸ Ἄλφα καὶ τὸ Ὠμέγα τῆς σωτηρίας μας, ἔλεγε.
.                    Ὅταν ἀρρώστησε ὁ Γέροντας, στὸ Νοσοκομεῖο πῆγε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ μιὰ γνωστή του καὶ τοῦ ἀνακοίνωσε, ὅτι κάποια συγγενής της ἔπαθε ἐγκαύματα καὶ ὄχι μόνο πονοῦσε πολύ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ οἰκονομικὴ συμπαράσταση ἀπὸ πουθενά. Ὁ Γέροντας λυπήθηκε καὶ ἄρχισε νὰ ψάχνει κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι του. Μιὰ νοσοκόμα τοῦ ἔκανε παρατήρηση:
-Δὲν θὰ ἀφήσεις τίποτα, παππούλη; Τί κάνεις ἐκεῖ;
.         Ὁ Γέροντας ἔβγαλε ἕνα δεκάρικο, τὸ τελευταῖο ποὺ εἶχε, καὶ τὸ ἔδωσε στὴν ἐπισκέπτρια νὰ πάρει κάτι γιὰ τὴν ἐμπερίστατη συγγενή της, ποὺ εἶχε καεῖ. Τὰ πάντα ἔδινε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ πλησίον.

.                    Σήμερα ὁ π. Ἰάκωβος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔχει τὴν χάρη νὰ ἐλεεῖ τοὺς ἀνέργους·  νὰ τοὺς βρίσκει ἐργασία. Εἶναι ὁ Ἅγιός τους. Γνώριζε, ὅτι ὅλοι μας σὲ αὐτὴ τὴν ζωή, θέλοντας καὶ μή, ἀφοῦ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ζήσουμε, ἐργαζόμαστε ὡς μεταπτωτικοὶ ἄνθρωποι μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας, κατὰ τὴ ρήση τοῦ Δημιουργοῦ μας «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου» (Γεν. 3, 19).
.                Ἡ ἐργασία ὡς εὐλογία Θεοῦ χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει συνδημιουργὸ τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ κάθε ἐργαζόμενος, ὅπως ἡ ὄρνιθα, ποὺ ὅταν πίνει νερὸ στρέφει τὸ βλέμμα της δοξολογικὰ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ἐπιζητεῖ καθημερινῶς τὴν θεία βοήθεια γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς ἐκείνη τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ πράξει.
.                  Ἡ βοήθεια τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου στοὺς ἀνέργους εἶναι σημαντική, γιατὶ ἡ ἀνεργία ἀποτελεῖ μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας. Μάστιγα, ποὺ σὰν τὶς ἀσθένειες, τὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία, ἐνσκήπτει στοὺς ἀνθρώπους κατὰ  Θεία παραχώρηση. Καὶ ὁ ὅσιος Ἰάκωβος ἐπεμβαίνει μὲ τὸν τρόπο του, μὲ τὴν χάρη ποὺ ἔχει λάβει ἀπὸ τὸν δωρεοδότη μας Κύριο. Ἔτσι, μεριμνᾶ   γιὰ τὴν καταπολέμησή της καὶ οἱ προσευχές του εἰσακούονται ἀπὸ Αὐτόν. Ὅσοι, λοιπόν, ἄνεργοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, λὲς καὶ ἀπευθύνονται σὲ γραφεῖο ἐξευρέσεως ἐργασίας, βρίσκουν ἄμεσα ἐργασία, γιὰ νὰ μποροῦν ἀξιοπρεπῶς νὰ διανύσουν τὸν δόλιχο τῆς παρούσας ζωῆς.
.                 Πολλὲς μαρτυρίες καὶ πολλὰ περιστατικὰ ἔχουμε καταγεγραμμένα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ μᾶς ἔχουν διηγηθεῖ σοβαρὰ πρόσωπα γιὰ τὴν ταχεῖα ἐπέμβαση τοῦ πανοσίου Γέροντος Ἰακώβου σὲ Ἀθήνα, Καλαμπάκα, Ἰωάννινα, Κύπρο, Τρίπολι, Θεσσαλονίκη, ὅπου ἀντίγραφα τῆς μορφῆς του ἔχουν διαδοθεῖ καὶ ὅπου ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του ἔχει ἐπιφέρει αἴσια ἀποτελέσματα.
.                 Ὅταν κάποτε ρωτήθηκε ὁ Γέροντας Γαβιὴλ ἀπὸ τὴν Κύπρο πότε θαυματουργοῦν οἱ Ἅγιοι μᾶς εἶπε:
-Εὑρισκόμενος πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Μοναστήρι τοῦ Ναυπλίου, ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μορφὴ ἁγία,  ρωτήθηκε ποιοί Ἄγιοι θαυματουργοῦν; Ἡ ἀπάντησή του ἦταν, ὅτι θαυματουργοῦν ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται πολλὲς προσευχές. Οἱ Ἅγιοι ποὺ οἱ πιστοὶ τοὺς ἐπικαλοῦνται μὲ θερμὲς προσευχές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὅσιο Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Βίτσας, θαυματουργοῦν. Αὐτὸς πρόθυμα καὶ γρήγορα ἐξευρίσκει ἐργασία στοὺς ἀνέργους ποὺ θερμὰ προστρέχουν στὴν χάρη του. Αὐτὴν τὴν ὑπηρεσία μᾶς προαφέρει ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε