Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

ΟΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ ποὺ μᾶς ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ στὴν ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

 

Οἱ εὐεργεσίες ποὺ μᾶς παρέχουν
οἱ Παρακλήσεις στὴν Παναγία μας.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Αὔγουστος εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας μας, τῆς μεγάλης μας μητέρας, τῆς ἄγρυπνης μεσίτριάς μας πρὸς τὸν γλυκύτατο Υἱό της καὶ Θεό μας, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ. Ἀπὸ τὴν Πρωταυγουστιὰ μέχρι τὸν Δεκαπενταύγουστο κάθε ἀπόγευμα ἐναλλὰξ ψάλλουμε τὸν Μικρὸ καὶ τὸν Μεγάλο Παρακλητικὸ Κανόνα μὲ μεγάλη κατάνυξη καὶ μὲ μοναδικὴ προσέλευση πιστῶν. Οἱ Παρακλητικοὶ αὐτοὶ Κανόνες ἀποτελοῦν τὶς προσφιλέστερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ Μικρὴ Παράκληση εἶναι σύνθεση ἀνωνύμου μοναχοῦ, ἴσως τοῦ Θεοστηρίκτου, ἴσως τοῦ Θεοφάνους. Πιθανὸν νὰ πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἰδίου προσώπου μετονομασθένος κατὰ τὴν μοναχικὴ κουρά. Ἡ Μεγάλη Παράκληση ἀποτελεῖ ποίημα τοῦ Δούκα Θεοδώρου τοῦ Β΄ τοῦ Λασκάρεως, Βασιλέως τῆς Νικαίας, ὁ ὁποῖος ἔζησε στὰ μέσα τοῦ 13ου αἰῶνος. Τὸ περιεχόμενο καὶ τῶν δύο Παρακλήσεων εἶναι ἱκετευτικό, μᾶς συγκινεῖ ἀφάνταστα, μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς προτρέπει σὲ καθε δυσκολία τῆς ζωῆς μας νὰ καταφεύγουμε μὲ θάρρος καὶ ἐμπιστοσύνη στὴν Παναγιά μας, γιὰ νὰ βρίσκουμε κοντά της παρηγοριὰ καὶ νὰ παίρνουμε δύναμη γιὰ τὴν ἀνηφορικὴ πορεία τῆς ζωῆς μας. Ἄπειρες εἶναι οἱ εὐεργεσίες ποὺ δεχόμαστε ἀπὸ τὶς Παρακλήσεις αὐτές. Εὐεργεσίες πνευματικὲς καὶ σωματικές. Διατηρούμαστε σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός μας καὶ προσπαθοῦμε μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας μας νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, ἰδίως αὐτὸ τὸ διάστημα τοῦ θέρους, ὅπου ὅλοι κάνουμε διακοπές, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν κάνει καὶ εἶναι ἑτοιμοπόλεμος, ἔχει τὴν φαρέτρα του γεμάτη γιὰ νὰ μᾶς τρώσει μὲ τὰ φαρμακερά του βέλη, καὶ νὰ μᾶς θανατώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν παρακαλοῦμε τὴν Παναγιά μας μόνο γιὰ σωματικὴ ρώμη καὶ ὑγεία, ἀλλά, καὶ τὸ κυριότερο γιὰ ἀποφυγὴ πειρασμῶν, πτώσεων πνευματικῶν καὶ γιὰ ὑπόδειξη τοῦ δρόμου ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν σωτηρία. Καὶ ἡ παράκληση δὲν μένει χωρὶς εὐχαριστία. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 18) μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Τὴν ἀχαριστία τὴν μισεῖ καὶ ὁ Θεός. Αὐτὴ μᾶς πληγώνει, ὅπως πλήγωσε καὶ τὸν θεραπευτὴ Κύριό μας ἡ ἀχαριστία τῶν ἐννέα λεπρῶν ἀπὸ τοὺς δέκα ποὺ καθάρισε, γι’ αὐτὸ καὶ ρώτησε μὲ ἐπιδεικτικὴ ἀπορία: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν, οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» (Λουκ. ιζ΄ 17).
.           Σὲ ἕνα ὄμορφο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος ψάλλουμε: «Τί σοὶ δῶρον προσάξω, τῆς εὐχαριστίας ἀνθ᾽ ὧνπερ ἀπήλαυσα, τῶν σῶν δωρημάτων, καί τῆς σῆς ἀμέτρητου χρηστότητος; Τοιγαροῦν δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, σοῦ τὴν ἄμετρον πρός με συμπάθειαν».
.           Ποιό δῶρο μπορῶ νὰ σοῦ προσφέρω, Παναγία μου, τῆς φωνάζει ὁ καθένας μας, ὡς εὐχαριστία γιὰ ἐκεῖνα ποὺ μοῦ χαρίζεις καθημερινὰ καὶ ἀπολαμβάνω, τόσο γιὰ τὰ δωρήματά σου πρὸς τὴν ἀναξιότητά μου ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀμέτρητη ἠθικότητά σου, ἡ ὁποία εἶναι πυξίδα στὴν ζωή μου, καὶ μὲ τὴν ὁποία γίνεσαι πρότυπο καὶ ὑπόδειγμα ζωῆς; Γι’ αὐτὸ δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω τὴν ἀπερίγραπτη πρὸς ἐμένα συμπάθειά σου.
Ὁ ἑνικὸς δὲν πρέπει νὰ ταυτισθεῖ μὲ προσωπικὴ ἱκεσία, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται ἐπειδὴ ἡ παράκληση βγαίνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ κάθε χριστιανοῦ, ἀποτελεῖ προσωπικὴ παράκληση τοῦ καθενός μας πρὸς τὴν μεγάλη μητέρα μας, ἡ ὁποία, ὅπως κάθε μητέρα, ὅσες φορὲς καὶ νὰ ἀκούσει τὴν προσφώνησή μας «μάνα» θὰ συγκινηθεῖ καὶ δὲν θὰ πεῖ «τί μὲ φωνάζεις, βαρέθηκα νὰ σὲ ἀκούω»!
.           Ἡ Παναγία μας, ἡ μητέρα μας, δὲν μᾶς βοηθάει συμφεροντολογικά, ἐνεργεῖ πάντοτε ἀπὸ γνήσια ἀγάπη βλέποντας τὸ συμφέρον μας καὶ προφυλάσσοντάς μας ἀπὸ κινδύνους ποὺ ἐμεῖς δὲν ἀντιλαμβανόμαστε, δὲν γνωρίζουμε. Τὸ συμφέρον δὲν εἶναι μόνο ὑλικὸ εἶναι καὶ πνευματικό, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ περισσότερα τροπάρια ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκζήτηση τῆς ὑγείας, τῆς δυνάμεως, τῆς προκοπῆς, τῆς εὐτεκνίας, ζητοῦν πρώτιστα τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν μὲ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ. Τὸ συμφέρον τῆς Παναγίας μας εἶναι τὸ συμφέρον τὸ δικό μας, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ χειραγωγός μας πρὸς τὴν σωτηρία. Μᾶς βοηθάει ὅλους ἀνεξαιρέτως, ὅπως ὁ πολυεύσπλαγχνος Υἱός της βοηθάει ὅλους βρέχοντας ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους, ἀνατέλλοντας τὸν ἥλιο ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. Μᾶς τὸ λέει καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. ε΄ 45).
.           «Τί σοὶ δῶρον προσάξω», λοιπόν, τῆς λέμε. Δὲν μποροῦμε τίποτα νὰ σοῦ προσφέρουμε, γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε τὰ καλά, τὶς εὐεργεσίες, ποὺ μᾶς ἔχεις κάνει καὶ ποὺ μᾶς κάνεις καθημερινά. Τί μποροῦμε νὰ σοῦ προσφέρουμε ἀντάλλαγμα γιὰ τὸ ὅτι ἤσουν τόσο καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη καὶ ἔφθασες σὲ τέτοιο πνευματικὸ ὕψος, ὥστε νὰ γίνεις ἡ Μητέρα Θεοῦ καὶ νὰ θεώσεις μὲ τὴν προσφορά σου αὐτὴ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος; Δὲν μποροῦμε νὰ προσφέρουμε τίποτα, ἀφοῦ, ὅπως λέμε καὶ στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας «ἰσαρίθμους τῆ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Κύριε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον». Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ προσφέρουμε στὴν Παναγία μας εἶναι νὰ τὴν δοξάζουμε, νὰ τὴν ὑμνολογοῦμε, καὶ νὰ τὴν μεγαλύνουμε.
.           Δὲν ἔχουν τοποθετηθεῖ τυχαία μὲ αὐτὴν τὴν σειρὰ τὰ ρήματα, δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, οὔτε εἶναι ταυτόσημα. Στὸ τροπάριο αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ρῆμα ἀργό, ἀφοῦ κάθε ἕνα ἔχει τὸ νόημά του καὶ δὲν μῆκε ἔτσι, γιὰ νὰ γεμίζει ὁ στίχος.
.           Ἡ ὑποχρέωση τοῦ καθενός μας, τοῦ κάθε Χριστιανοῦ εἶναι ὁ εὐαγγελισμὸς ἑαυτοῦ καὶ ἀλλήλων, ἡ φώτιση τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἁγία ζωή μας καὶ τὴν κήρυξη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑποχρέωση ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ὑμνεῖ τὴν Θεοτόκο καὶ νὰ τὴν μεγαλύνει, γι’ αὐτὸ ἔχουμε μετὰ τὸ δοξάζω, τὰ ρήματα ἀνυμνῶ καὶ μεγαλύνω, εἰδάλλως ἂν ὁ ἴδιος δὲν πράττω ὀρθά, τότε μὲ τὰ χείλη μόνο ὑμνῶ καὶ ὄχι μὲ τὴν καρδιά, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει τὶς πράξεις καὶ τὴν ζωντανὴ πίστη, ἡ ὁποία φέρνει τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν ὀρθοπραξία. Λέγει ὁ Κύριος: «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσι μὲ τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ματθ. ιε΄ 3)· ὁ λαὸς αὐτὸς μὲ τὰ χείλη μὲ τιμᾶ, ἀλλὴ ἡ καρδιά του ἀπέχει μακριὰ ἀπὸ ἐμένα. Ἔτσι, στὴν ἀντίθετη πλευρὰ ὅποιος Χριστιανὸς δὲν ἔχει συνέπεια βίου, δὲν ἔχει ὀρθοπραξία γίνεται αἰτία σκανδαλισμοῦ καὶ βλασφημήσεως τοῦ Θεοῦ μας. Δὲν τοῦ λέμε καθημερινὰ στὴν Κυριακὴ Προσευχή, «Κύριε, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου»; Αὐτὸ τὸ «ἁγιασθήτω» σημαίνει τὴν μεγάλυνση καὶ δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὶς πράξεις μας.
.           Τὸ δοξάζω τοῦ τροπαρίου σημαίνει ὅτι πρέπει πρῶτα νὰ κάνουμε ἔργο εὐαγγελισμοῦ, καὶ αὐτὸ ξεκινάει πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, καὶ ταυτόχρονα καὶ ἔπειτα συνεχίζει μὲ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἄλλων. Στὴν φράση ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω ἡ λέξη ὑμνολογῶ κάνει λόγο γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ λέξη μεγαλύνω κάνει λόγο γιὰ τὴν ἰδιωτικὴ προσευχὴ καὶ τὸ κήρυγμα.
.           Ἡ λέξη «τοιγαροῦν» δηλώνει ταπείνωση στὴν Παναγία μας, ὅτι, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐγὼ σὲ δοξάζω, ἐπειδὴ εἶμαι ἀνάξιος νὰ σοῦ προσφέρω κάτι. Αὐτὸ ποὺ μπορῶ, ποὺ πρέπει, ποὺ ποθεῖς ὡς δῶρο, Παναγιά μου, εἶναι ὁ ἑαυτός μου.
.           Ἡ τιμὴ ποὺ ἀποδίδει ὁ κάθε Χριστιανὸς στὴν Θεοτόκο γιὰ τὴν βοήθεια ποὺ ἐκείνη μᾶς παρέχει δὲν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας, ἀλλὰ προσωπικὰ ἀπὸ τὸν καθένα μας μὲ τὴν συνετή, τὴν ἁγία ζωή μας, μὲ τὴν μίμησή της, ἡ ὁποία ἀποβαίνει ἐν τέλει στὸν Θεό μας, ὅπως ἡ μίμηση Παύλου ἀπέβαινε στὸν Θεό. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. (Α Κορ. ια΄ 1).
.           Πνευματικὰ αἰτήματα ἀπευθύνουμε στὴν Παναγία μας καὶ μὲ τὸ παρακάτω τροπάριο μὲ τὴν ἀ­κρά­δαν­τη βεβαιότητα ὅτι «δὲν θὰ πα­ρί­δῃ τὴν πε­νι­χρὰν δέ­η­σίν μας, τὸν κλαυθ­μὸν καὶ τὰ δά­κρυ­α καὶ τοὺς στεναγμούς μας, ἀλ­λὰ θὰ ἐκπλη­ρώ­σει τὶς αἰ­τή­σεις μας», γιὰ νὰ τὴν δοξάζουμε με­τὰ πό­θου πάν­το­τε.
.           Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί σου καὶ ἐπίσκεψαι τὴν κάκωσιν ἣν ἔχω καὶ δεινῶν συμφορῶν καὶ βλάβης καὶ κινδύνων καὶ πειρασμῶν με λύτρωσαι, ἀμετρήτῳ σου ἐλέει.
.           Ἐδῶ ὁ Χριστιανὸς ἐκζητεῖ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, γιατὶ δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ τελειωθεῖ, ἂν δὲν ἀπαλλαγεῖ ἐντελῶς καὶ ἀπὸ τὸ παραμικρὸ σκουπιδάκι ποὺ βρίσκεται μέσα σὲ αὐτήν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὴν μολύνει. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἕνα μικρὸ ρῆγμα μπορεῖ νὰ βουλιάξει καὶ τὸ μεγαλύτερο καράβι. Ἂν δὲν ἐξαφανισθεῖ καὶ ἡ παραμικρὴ εἰσροὴ σὲ αὐτὸ ὑδάτων ἢ ἡ παραμικρὴ ὕπαρξη ὑδάτων, ποὺ ἐδῶ καταγράφεται μὲ τὴν φράση «κάκωσιν ἣν έχω», ὑδάτων προερχομένων ἀπὸ τὸ πέλαγος τοῦ κόσμου τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφευχθεῖ τὸ ναυάγιο, ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ ἐπέλθει πλήρης τελειότητα στὸν καθένα μας, ἂν ὁ νοῦς ἀποσπᾶται, δὲν ὑπάρχει φυλακὴ τῶν πέντε αἰσθήσεων καὶ ἰδίως ἂν ἡ ὅρασή μας δὲν εἶναι καθαρή, γιατὶ ὁ κοσμικὸς καταρράκτης τὴν ἔχει θολώσει.
.           Ὁ Θεός μας, ἀγαπητοί μου, κατέβηκε στὴν γῆ, ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό. Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποζητάει νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, τότε ἀπὸ τὴν μία κρατάει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι δεμένος σὰν μὲ ἁλυσίδα ἀπὸ τὸ πόδι, ἡ ὁποία εἶναι καρφωμένη στὴν Γῆ. Ἐδῶ ἔχουμε ξανὰ παράκληση, ὥστε ἡ Θεοτόκος μὲ τὸν ἐλεήμονα ὀφθαλμό της, «ἱλέῳ ὄμματί σου», ὁ ὁποῖος μὲ τὴν φώτιση καὶ τὴν πληροφορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ δεῖ καὶ τὴν παραμικρὴ κάκωση ποὺ ἔχουμε, δηλαδὴ τὴν κάκωση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν ὁποία βρισκόμαστε. Ζητάει νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ, ὥστε νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, διότι ἂν ὑπάρχει κάτι στὴν καρδιά μας αὐτὸ γίνεται αἰτία, ὥστε νὰ ὑπάρξουν φοβερὲς συμφορές, νὰ ὑπάρξουν πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς νικήσουν ἂν χαλαρὰ ἀγωνιζόμαστε, ἀφοῦ ὁ Διάβολος ἔχει τὰ κατάλληλα σχέδια γιὰ τὸν κάθε ἕνα μας, καὶ γιὰ τοὺς ἀρχάριους καὶ γιὰ τοὺς προχωρημένους.

Ἡ Παναγία καταφυγή μας

.           Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ καταφυγή μας στὶς δυσκολίες, τὸ ἐξιλαστήριό μας. Σὲ κάθε δύσκολη περίσταση ὅλοι μας καταφεύγουμε στὴν χάρη της μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ τὶς ἐπαναλαμβάνουμε ὁλόθερμα τὸ Τροπάριο τοῦ Παρακλητικοῦ της Κανόνος:
.           Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην, ἁγνή, ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι, ποῦ πορευθῶ; Ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν, ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν,
ποίαν ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι καὶ ἐπὶ σὲ θαῤῥῶν κατέφυγον.
.           Στὴν ζωὴ τῆς Παναγίας μας, συναντοῦμε δυὸ μοναδικὲς ὑπερβάσεις. Σ’ αὐτὲς βλέπουμε νὰ ξεπερνῶνται οἱ νόμοι τῆς φύσεως καὶ νὰ λειτουργοῦν οἱ ἔκτακτοι νόμοι τοῦ θαύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκστατικὸς ὁ ποιητὴς τῆς Ἀκολουθίας τῆς Μεταστάσεώς της γράφει: «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε Ἄχραντε». Αὐτὲς οἱ δύο ὑπερβάσεις ἀποτελοῦν καὶ τὰ μεγαλεῖα τῆς Παναγίας μας, ἀποτελοῦν τὰ παράδοξα μὲ τὰ ὁποῖα στόλισε ὁ Θεάνθρωπος Υἱός της τὴν ταπεινὴ καὶ πάναγνη Κόρη τῆς Ναζαρέτ.
.           Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κανόνος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς ὁποίας προαναφέραμε τοὺς πρώτους στίχους, συνοψίζονται καὶ οἱ δύο ὑπερβάσεις τῆς φύσεως στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Λέει αὐτὸ:
.           Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ Τόκον παρθένος καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε,τὴν κληρονομίαν σου,  δηλαδή, Παρθένε ἄχραντε, νικήθηκαν στὸ πρόσωπό σου οἱ φυσικοὶ νόμοι, γι’ αὐτό, ἐσύ, ποὺ μετὰ τὸν τοκετό του παρένειμες παρθένος καὶ μετὰ τὸν θάνατό σου ζεῖς αἰώνια ἂς σώζεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὴν κληρονομία σου, ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος μας.
.           Πῶς ὅμως ἡ Θεοτόκος μπορεῖ νὰ σώζει μὲ τὶς πρεσβεῖες της τὸ γένος μας; Ἀγαπητοί μου, ὅπως ὑπάρχουν στὰ Μοναστήρια μας ἀκοίμητες κανδῆλες, ἔτσι ὑπάρχει καὶ στὰ διαμερίσματα τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἀκοίμητη κανδήλα τῆς Θεοτόκου μας. Αὐτὴ δὲν κοιμᾶται· εἶναι ἀκοίμητη κανδήλα πρεσβειῶν πρὸς τὸ Μονογενῆ της. Μᾶς τὸ τονίζει ἄλλωστε καὶ τὸ Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς της: «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον». Ἡ Παναγία μας βρίσκεται πάντοτε σὲ κατάσταση ἑτοιμότητος. Περιμένει νὰ μεταφέρει τὶς ἱκεσίες μας στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας. Καὶ οἱ πρεσβεῖες της ἀποτελοῦν τὴν καλύτερη προστασία μας.
.           Ἡ Παναγία μας εἶναι τῶν Χριστιανῶν ἡ προστάτις. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὅλοι μας αἰσθανόμαστε ἀδύνατοι. Προστασία ζητάει τὸ κράτος ἀπὸ τὶς μεγάλες δυνάμεις, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς γελιέται. Προστασία ζητάει ἡ οἰκογένεια ἀπὸ τὸ κράτος, ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορὲς μάταια. Προστασία ζητοῦν οἱ πολίτες ἀπὸ τοὺς νόμους, ποὺ ὅμως πολλὲς φορὲς μεροληπτοῦν. Προστασία ζητάει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του, ἀλλὰ ἀπογοητεύεται. Προστασία ζητᾶμε ὅλοι μας ἐπίσης ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ποὺ ὅμως αὐτὰ ἀκολουθοῦν τὸν αἰώνιο νόμο τους ἀμίληκτα. Ποιός, λοιπόν, μπορεῖ νὰ προστατεύσει ὅλους μας καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα, μὲ σιγουριά; Ὀξὺ τὸ πρόβλημα τῆς προστασίας, ἀφοῦ ὅλοι μας κατὰ καιροὺς αἰσθανόμαστε ἀπροστάτευτοι. Ἀπροστάτευτοι ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ στὶς ἀρρώστιες μας, στοὺς σεισμούς, στοὺς κυκλῶνες, στοὺς κεραυνούς, στοὺς πειρασμοὺς τῆς ζωῆς. Κινδυνεύουμε σωματικὰ καὶ πνευματικά. Μοιάζουμε σὰν νὰ βρισκόμαστε στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ μετώπου, ὅπου οἱ σφαῖρες πέφτουν βροχὴ γύρω μας καὶ ἐμεῖς παραμένουμε ἀκάλυπτοι. Θέλουμε κάλυψη, θέλουμε προστασία, θέλουμε σκέπη. Αὐτὴ τὴν κάλυψη μᾶς τὴν προσφέρει ἡ Παναγία. Δίκαια λοιπὸν ὁ ὑμνογράφος τὴν ὀνομάζει «Προστασίαν τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντον». Μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς θλίψεις ἡ Παναγία μας, μᾶς μετασχηματίζει τὸν πόνο σὲ χαρά, μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, μᾶς διασφαλίζει ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα. Τὸ γνωρίζουμε αὐτὸ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς σώσει: «Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων» τῆς λέμε. Μπορεῖ ἡ Παναγία μας νὰ μᾶς λυτρώσει. Ἔχει τὸν τρόπο της νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν μετάνοια, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀνεβοῦμε τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ φθάσουμε στὴν ἀπάθεια. Ἔχει τὴν δύναμη μὲ τὴν μητρική της παρρησία νὰ κατευνάσει τὴν ὀργὴ τοῦ Υἱοῦ της καὶ Θεοῦ μας, ὥστε νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ ὑπερνικήσει τὸ ἔλεός Του τὴν δίκαιη Κρίση Του. Ἄλλωστε «ἀφοῦ «κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως» (Ἰάκ. β΄ 13) καὶ θέλει ὁ Θεός μας «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4 ) εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἂν ἀγωνισθοῦμε νόμιμα καὶ ἀδιάκοπα τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου μας μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας θὰ μᾶς καλύπτει μέχρι ποὺ θὰ βρεθοῦμε κοντά της, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ, «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄ 9).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Διαφημίσεις

, , , ,

Σχολιάστε

AΝΟΙΞΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Δὲν ὑπάρχει σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση, ὅπως δὲν ὑπάρχει χειμώνας χωρὶς ἄνοιξη.
.         Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες. Δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴν μία καὶ νὰ ἀπορρίψουμε τὴν ἄλλη.
.         Δὲν ὑπάρχει ἐτήσιος χρόνος χωρὶς χειμώνα καὶ ἄνοιξη καὶ δὲν ὑπάρχει θάνατος χωρὶς ἀνάσταση. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον βέβαιο γεγονὸς καὶ ὁ καθένας μας γνωρίζει πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπέλθει καὶ στὸν ἴδιο. Τὸν ἐπέτρεψε ὁ Θεός, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται» καὶ προηγεῖται τῆς ἀναστάσεως, ὅπως ὁ χειμώνας προηγεῖται τῆς ἀνοίξεως.
.         Ἡ ἄνοιξη εἶναι χαρά. Ἡ ζωὴ εἶναι χαρά. Μιὰ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἐρχομό της. Μιὰ χαρὰ ποὺ κινεῖται μὲ τοὺς δικούς της νόμους, τοὺς θεϊκοὺς νόμους, ἔξω ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης σκοπιμότητας.
.         Ἡ ἄνοιξη δὲν λογαριάζει πόλεμο οὔτε καταστροφή, οὔτε οἰκονομικὴ κρίση, οὔτε πτώχευση. Εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔκφραση τῆς χάρης τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὸ αὐτονομημένο, ἀχάριστο καὶ γεμάτο μὲ ἐγωϊσμὸ πλάσμα Του. Χωρὶς αὐτὴν τὴν χάρη θὰ βασίλευε ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἡ ἀνυπαρξία μας. Καὶ ἡ ἀνάσταση γίνεται σὲ πλούσιους καὶ πτωχούς, σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς δημιουργίας, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους.
.         Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἐξάπαντος θὰ συντελεσθεῖ, ὅπως συντελεῖται ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως μὲ τὸ τέλος τοῦ χειμώνα. ῾Η σάλπιγγα τοῦ ᾿Αγγέλου ὁπωσδήποτε, θὰ ἠχήσει (Ἀποκ. ια΄ 15-18).᾿Εκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει σημασία γιὰ ἐμᾶς εἶναι νὰ ἔχουμε ἐργασθεῖ κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς βιοτή μας, γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μας, ὥστε ἡ ἀνάστασή μας νὰ μὴν γίνει «εἰς κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ματθ. κε΄ 46).
Καλὴν Ἀνάστασιν!

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΨΥΧΩΜΕΝΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ στὸν ΓΟΛΓΟΘΑ τῆς ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΜΑΣ Μητροπολίτης Γρεβενῶν, Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης -[1]

Ὁ Ψυχωμένος Ἱερομάρτυς
στὸν Γολγοθᾶ τῆς Μακεδονίας μας
Μητροπολίτης Γρεβενῶν,
Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης 

ὑπὸ Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια
Μεγάλου Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας        

Ἔκδοσις Ἑνώσεως Πολυτέκνων Ἀθηνῶν
Ἀθῆναι 2019

Μέρος Α´, σελ. 6-13

.                 Σὲ ὅλη τὴν ἔνδοξη ἑλληνικὴ ἱστορία οἱ λειτουργοὶ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου κάθε βαθμίδος σφράγισαν τὶς σελίδες της μὲ τὸ ἡρωϊκό τους αἷμα. Τὰ ματωμένα ράσα μὲ τὸ ἀλύγιστο φρόνημά τους πρωτοστάτησαν στοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἀγῶνες ἀναπτερώνοντας τὶς ἐλπίδες τῶν Ἑλλήνων καὶ πυργώνοντας τὰ ὄνειρά τους.
.                 Οἱ λεβεντόψυχοι ἱεράρχες, ἀρχιμανδρίτες, ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ μὲ τὰ κηρύγματά τους στήριξαν ψυχές, παρηγόρησαν, ἔθρεψαν. Ἔδωσαν τὸ μεγάλο παράδειγμα τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς ἀνδρείας. Χωρὶς νὰ φείδονται κόπου, ἐθελοντικὰ τὶς πιὸ πολλὲς φορές, συντόνισαν τοὺς ἀγῶνες, ἔφθασαν στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ πυρὸς μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ πεθάνουν, ὅπως τόσοι ἄλλοι πρὶν ἀπὸ αὐτούς, καὶ πότισαν μὲ τὸ αἷμα τους τὸ δένδρο τῆς λευτεριᾶς, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουμε ὅλοι ἐμεῖς τοὺς καρπούς του. Ἡ παρουσία τῶν ἱερωμένων στὰ μέτωπα τῶν τελευταίων ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ἀγώνων ἐμψύχωνε τοὺς γενναίους ἀγωνιστές. Αὐτοὶ τοὺς ἐνέπνεαν μὲ τὸν πύρινο λόγο τους, τοὺς δυνάμωναν μὲ τὴν μετάδοση τῶν ἱερῶν μυστήριων, τοὺς εὐλογοῦσαν, τοὺς ἁγίαζαν, γλύκαιναν τοὺς πόνους τῶν πληγωμένων τους, συμμετεῖχαν στίς κακουχίες τους.
.                 Πολὺ μεγάλη μορφὴ στὸν Μακεδονικὸ ἀγῶνα, συντονιστὴς καὶ ὁμολογητὴς πίστεως, ὁ Μητροπολίτης Καστοριᾶς, Γερμανὸς Καραβαγγέλης, λάμπρυνε τὸ νοητὸ στερέωμα τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Τὴν ἴδια αἴγλη ἐξέπεμπε καὶ ὁ ἱερομάρτυς Μητροπολίτης Γρεβενῶν, Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης, ὁ προάγγελος τῆς λευτεριᾶς τῆς Μακεδονίας μας. Αὐτοὶ οἱ δύο σέρνουν τὸν ἡρωϊκὸ χορὸ πλήθους ἄλλων ἱερωμένων κάθε βαθμίδος ποὺ θυσίασαν τὴν ζωή τους γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία. Τέτοιοι μάρτυρες ὑπῆρξαν καὶ οἱ τρεῖς φονευθέντες ἱερεῖς στὰ Σέρβια, τοὺς ὁποίους ὁ στρατός μας κατὰ τὴν εἴσοδό του ἐκεῖ βρῆκε μέσα στὴν λάσπη τῶν δρόμων. Ἄλλο σφάγιο κατὰ τὴν εἰσβολὴ τῶν Βουλγάρων στὴν Μακεδονία μας τὸ 1913 εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ἐλευθερουπόλεως Γερμανὸς Σακελλαρίδης, ὁ ὁποῖος «ἀντέδρασε ἐῤῥωμένως καὶ ἡρωϊκῶς εἰς τὰ σχέδιά των περὶ καταλήψεως τῆς Μακεδονίας»
.                 Ἂς εἶναι εὐλογητὸς ὁ Θεὸς, ποὺ προικοδότησε τὸ Ἔθνος μας μὲ μιὰ Ἐκκλησία ζωντανή, ὀρθόδοξη, μητρικὴ καὶ πρόθυμη νὰ μοιράζεται μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες τους. Εἶναι ἡ ἴδια ποὺ ἀπὸ τὸ 1453 μέχρι τὸ 1821, θέριεψε στὰ στήθη τῶν ὑποδούλων τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα· εἶναι ἡ ἴδια ποὺ μὲ τὴν ἀκατάλυτη δύναμή της ἔστησε τρόπαια στὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα, στοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, στὸν Πρῶτο καὶ Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στὸ Κυπριακὸ ἔπος τοῦ 1955-59 καὶ ποὺ μέχρι σήμερα στηρίζει τὸν λαὸ μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη. Εἶναι ἡ ἴδια ποὺ προμαχεῖ τῶν παραδόσεων τοῦ Ἔθνους μας, ποὺ μάχεται γιὰ τὴν ἰδιοπροσωπία μας, ἀντιστεκόμενη στὸν νεοβαρβαρισμό, στὴν ἀθεΐα, στὸν σκοταδισμό, στὴν ἐπιβολὴ ξενόφερτων ἠθῶν καὶ ἐθίμων, στὴν παραχάραξη τῆς ἱστορίας μας. Ἀναγνωρίζοντας τὶς προσπάθειές της τῆς ἀπονέμουμε τὸν ὀφειλόμενο σεβασμὸ καὶ προβάλλουμε τὶς ἡρωϊκές της μορφὲς μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ μείνει γιὰ πάντα τροφὸς καὶ μητέρα τοῦ λαοῦ, ἀπροσμάχητη δύναμη καὶ ἀδιάψευστη ἀπαντοχή μας. Ἄλλωστε αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὁ ἴδιος ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς «παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνας» καθὼς λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος.

Ἡ Μακεδονία εἶναι Ἑλληνική

.                 «Ἔστι μὲν οὖν Ἑλλὰς καὶ ἡ Μακεδονία»   διακηρύττει μὲ παρρησία ὁ γεωγράφος, ἱστορικὸς καὶ φιλόσοφος Στράβων. Ἡ Μακεδονία ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια εἶναι ἑλληνική. Τὸ μαρτυροῦν ἀναρίθμητα μνημεῖα μὲ ἑλληνικὲς ἐπιγραφές. Τὸ μαρτυροῦν τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα τῶν κατοίκων της, ὅπως Ἀλέξανδρος, Φίλιππος, Ὀλυμπιάδα. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ συμμετοχὴ τῶν Μακεδόνων στοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, ὅπου γίνονταν δεκτοὶ μόνον Ἕλληνες. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ κοινὴ μὲ τοὺς ὑπολοίπους Ἕλληνες λατρεία τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στὰ Θεσσαλικὰ σύνορα μὲ τὴν Μακεδονία. Τὸ μαρτυροῦν οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς Μακεδόνες ἀποδέκτες, τοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ τοὺς Φιλιππησίους, ποὺ εἶναι γραμμένες στὰ ἑλληνικά. «Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων;».

.                 Στὸν χῶρο τῆς Μακεδονίας τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος μεγαλούργησε διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ ἑρμήνευσε μὲ τὴν λεπτότητα τοῦ πνεύματός του τὶς ὑψηλὲς διδασκαλίες τῶν φιλοσόφων του, τὶς ὁποῖες ἀπὸ ἐκεῖ διέδωσε καὶ μεταλαμπάδευσε σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ χῶρος τῆς Μακεδονίας εἶναι συνδεδεμένος ἄρρηκτα μὲ τὴν δράση τοῦ Φιλίππου καὶ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, οἱ ὁποῖοι κατόρθωσαν τὸ ἀκατόρθωτο ὑλοποιώντας τὸ μεγαλόπνοο σχέδιό τους γιὰ τὴν πολιτιστικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἑνότητα τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου. Βεργίνα, Δίον, Πέλλα, Ἀμφίπολις καὶ τόσα ἄλλα ἀπομεινάρια τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὶς ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς μαρτυροῦν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.

.                 Στὴν Θεσσαλονίκη ἔδρασαν μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες τοῦ Βυζαντίου, ὅπως ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοποι τῆς πόλεως, καὶ σὲ αὐτὴν γεννήθηκαν οἱ Ἅγιοι Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, οἱ ἱεραπόστολοι καὶ φωτιστὲς τῶν Σλάβων. Στὴν Καστοριὰ ἐντυπωσιάζουν οἱ ὑπέροχοι Βυζαντινοὶ Ναοὶ μὲ τὶς τοιχογραφίες τους, ὅπως καὶ στὶς Πρέσπες καὶ στὴν Ἀχρίδα, ὅπου τὰ ὀνόματα τῶν εἰκονιζομένων μορφῶν εἶναι γραμμένα στὴν ἑλληνίδα γραφή. Καὶ ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας μας «οἱ λίθοι κεκράξονται».

Ἡ ἐναντίον τῆς Μακεδονίας ἐπιβουλή

.             Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἐδέσποζε σὲ ὅλους ἡ ἐπίγνωση, ὅτι ἡ Μακεδονία ἦταν ὁ προμαχὼνας τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ κυριαρχοῦσε ἡ συνείδηση τῆς ἀνεκτίμητης συμβολῆς τῶν Μακεδόνων στὴν ἐθνικὴ ὕπαρξη καὶ πολιτιστικὴ ἐξέλιξη τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνισμοῦ. Οἱ Μακεδόνες δὲν ἦταν ἁπλὰ εὐκαιριακοὶ σύμμαχοι τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἀναπόσπαστο κομμάτι τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Ἐφρόντισαν νὰ τὸ διακηρύξουν αὐτὸ προσωπικῶς καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Βασιλεῖς τους.
.                Ἂν ἔλειπαν οἱ Μακεδόνες, νὰ ὑπερασπίζονται ὡς γνήσιοι Ἕλληνες διαρκῶς τὴν Ἑλλάδα ἐναντίον τῶν βαρβάρων, καὶ στὴν συνέχεια ὁ Μακεδόνας Μέγας Ἀλέξανδρος ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἐξελληνίσει καὶ νὰ ἐκπολιτίσει μὲ τὴν μεγαλειώδη ἐκστρατεία του ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν τότε γνωστὴ ἀνθρωπότητα, ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς θὰ παρέμενε ἐκτεινόμενος στὰ ἀρχικά του στενώτατα ὅρια καί, ἴσως ὑπὸ τὴν πίεση συντριπτικὰ πολυπληθεστέρων βαρβάρων, τελικὰ νὰ ἐξέπνεε. Ἔτσι, οὔτε ὁ λαμπρὸς πολιτισμὸς τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου θὰ ἀναπτυσσόταν, οὔτε καὶ ὁ χριστιανισμός, τοῦ ὁποίου τὰ Εὐαγγέλια, πλὴν ἑνός, καὶ οἱ Ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων ἔχουν γραφεῖ, γιὰ νὰ κατανοοῦνται στὴν καθομιλουμένη τὴν ἐποχὴ ἐκείνη Ἑλληνική, οὔτε καὶ τὰ δόγματα ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἑλληνική τους παιδεία θὰ διαδίδονταν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη, ἀλλὰ θὰ παρέμενε αὐτὸς ὡς μία ἁπλῆ αἵρεσις λίγων πιστῶν σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς Παλαιστίνης. Μὲ μία φράση: Ὁλόκληρος ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς τῆς Δύσεως, μὲ τὶς ἑλληνικές του καταβολὲς καὶ τὴν χριστιανική του πνοὴ ὀφείλει αὐτὴ τὴν συγκρότησή του στὴν Μακεδονία καὶ τοὺς Μακεδόνες, ὡς τὸ πιὸ αὐθεντικὸ καὶ δυναμικὸ τμῆμα τοῦ ὅλου ἑλληνισμοῦ.
.             Τὸ λεγόμενο «Μακεδονικὸν ζήτημα» ἀνέκυψε κυριολεκτικὰ ἐκ τοῦ μηδενός, ἐναντίον κάθε ἱστορικῆς, γεωγραφικῆς καὶ ἐθνολογικῆς ἀληθείας, μόνο καὶ μόνο στὸ πλαίσιο ἀνόμων καὶ ἀνηθίκων ἐπεκτατικῶν ἐπιδιώξεων ἐξωβαλκανικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες, γιὰ τὴν πραγματοποίησή τους, βασιζόμενες στὴν δύναμη καὶ τὴν ἐπιρροή τους, ἐξέθρεψαν ὄνειρα καὶ δημιούργησαν ἀθεμελίωτες ἐπιθυμίες σὲ ἀνώριμες γειτονικὲς ἐθνικὲς ὁμάδες

 

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΥΨΩΜΑ ΤΟΥ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Τὸ ὕψωμα τοῦ χαρταετοῦ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Ὁ χαρταετὸς δὲν ὑψώνεται τυχαία τὴν Καθαρὰ Δευτέρα. Μᾶς προκαλεῖ νὰ ὑψωθοῦμε καὶ ἐμεῖς πνευματικὰ στὸν νοητὸ οὐρανὸ τῶν ὑψοποιῶν ἀρετῶν μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση, τὴν προσευχή, τὴν νηστεία, τὴν διαρκῆ ἐγρήγορση. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε, ὅπως ὁ ἀετός, τὸ ὑπερήφανο πουλὶ ποὺ ζεῖ στὰ ψηλὰ βουνά. Αὐτὸ ποὺ τὸ θέλγουν τὰ ψηλώματα, οἱ ἀπάτητες κορυφές, ποὺ ἀρέσκεται στὰ δύσκολα καὶ τὰ ἐπιδιώκει, ποὺ ἐπιθυμεῖ τὸ φῶς, ποὺ θέλει νὰ ἀγναντεύει ἀπὸ ψηλὰ τὴν θεϊκὴ δημιουργία, ποὺ πετᾶ ἐκεῖ ποὺ σπάνια μποροῦν νὰ τὸ ἀκολουθήσουν ἄλλα πτηνά. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε καὶ ἐμεῖς ὁμοιάζοντάς του στὰ ὑψηλὰ ἀποφεύγοντας τὸ σούρσιμο στὰ χθαμαλά! Μᾶς προκαλεῖ νὰ φθάσουμε στὶς δυσπρόσιτες κορυφὲς πετώντας καὶ ὄχι ἕρποντας. Νὰ φθάσουμε καὶ νὰ ἀγναντέψουμε ἀπὸ ψηλὰ ὅλη τὴν φύση ποὺ ἁπλώνεται μπροστά μας καὶ θαυμάζοντάς την μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς μας νὰ ἀναφωνήσουμε: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ΡΓ´ [103] 24).
.          Γιὰ νὰ ὑψωθεῖ, ὅμως, ὁ χαρταετὸς χρειάζεται τὰ ζύγια του, δηλαδὴ τὸ χαλινάρι του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατευθύνεται μέσα ἀπὸ τὸ σπάγγο, νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ μὲ ἴσες ἀποστάσεις. Ὅσο καλὸς καὶ μεγάλος καὶ ἂν εἶναι ὁ χαρταετός, ὅσο μεγάλη οὐρὰ καὶ ἂν ἔχει, ἂν τὰ ζύγια του δὲν προσεχθοῦν, δὲν σηκώνεται καὶ ἂν σηκωθεῖ γιὰ λίγο, πάλι ξαναπέφτει. Μᾶς θυμίζει τοὺς ἑαυτούς μας ποὺ δὲν ἔχουμε ζυγίσει καλὰ τὶς δυνάμεις μας καὶ προσπαθοῦμε νὰ ξεκινήσουμε τὸν ἀγῶνα τῆς σαρακοστῆς ἐπιπόλαια. Γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦμε σωστὰ καὶ νὰ ἀνέβουμε πνευματικὰ χρειάζεται νὰ ζυγίσουμε τὸν ἀγώνα μας, νὰ ζυγίσουμε τὶς δυνάμεις μας χωρὶς ὑπερβολές, γιατὶ ἂν λίγο ξεφύγουμε, λίγο χαλαρώσουμε ἢ λίγο σφίξουμε περισσότερο, τότε δὲν ἰσορροποῦμε καὶ δὲν ἀνεβαίνουμε στὸ οὐράνιο στερέωμα.
.                 Γιὰ μιὰ ἐπιτυχημένη ἀνύψωση ἑνὸς χαρταετοῦ, ἀλλὰ καὶ δική μας, ἰδίως τὴν περίοδο αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ σταδίου, χρειάζεται καλὸ προγραμματισμό, ἐπίγνωση τῆς δυνάμεως τῆς ψυχικῆς ἀντοχῆς μας, ὁραματισμὸ καὶ ἀγόγγυστη ὑπομονή. Τὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ καὶ τοῦ δικοῦ μας στὸ οὐράνιο στερέωμα τῶν ἀρετῶν εἶναι ἕνα πανηγύρι. Ἔτσι τὸ νοιώθουμε, περιμένοντας τὸ φύσιγμα τοῦ ἀνέμου, ποὺ θὰ μᾶς δώσει τὴν δυνατότητα νὰ ἀπολαύσουμε τὸ πέταγμα αὐτό. Βλέπετε, χωρὶς ἄνεμο δὲν πετάει ὁ χαρταετὸς καὶ χωρὶς ἀερμώνια αὔρα, δηλαδὴ χάρη Θεοῦ, οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νὰ πετάξουμε. Ἂν ὁ Θεὸς τὸ θελήσει καὶ πνεύσει ἄνεμος εὐνοϊκός, τότε καὶ ἐμεῖς θὰ πετάξουμε. Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἀνυψωτική μας δύναμη. Ἀπὸ ἐμᾶς περιμένει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὸ στιβαρὸ χέρι ποὺ θὰ βαστάσει σταθερὰ τὸν σπάγγο στὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἂν στὶς πρῶτες ἀποτυχημένες προσπάθειες κλονισθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὶς προσπάθειές μας. Ὁ ἐπιμένων νικᾶ. Ἀρκεῖ κάθε φορὰ νὰ ἐπικαλούμαστε τὸν Χριστό μας, καὶ νὰ ζητοῦμε τὴν συνέργειά Του, ἀφοῦ μόνον Αὐτὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀνυψώσει, νὰ μᾶς δώσει φτερὰ ἀετοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἀτονίσουμε, νὰ μὴν ἀποκάμνουμε, ἀφοῦ μόνον τότε γιὰ ἐμᾶς λέει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας: «Πτεροφυήσουσιν ὡς ἀετοί. Δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσι, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσι» (Ἡσ. M´ 31).
.           Ἀλλοίμονον, ἐπίσης, ἂν φυσήξει πολὺ δυνατὸς ἀέρας καὶ ὁ χαρταετὸς πετάξει μὲ μεγάλη ταχύτητα στὸ οὐράνιο στερέωμα. Ἡ τριβὴ τοῦ σπάγγου στὰ χέρια μας θὰ ἀναπτύξει στὰ δάκτυλά μας τόσο μεγαλή θερμότητα, ὥστε νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Καὶ τὸ γρήγορο πνευματικὸ πέταγμα, νομίζοντας ὅτι θὰ πετύχουμε τὴν πνευματικὴ τελειότητα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Μήπως ἔτσι δὲν συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἴκαρο, ποὺ τὰ τεχνητά του φτερὰ δὲν ἄντεξαν τὶς θερμαντικὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ ἔλιωσαν, μὲ ἀποτέλεσμα ἀντὶ νὰ ἀπολαύσει τὶς ὀμορφιὲς τοῦ οὐρανοῦ νὰ βρεθεῖ στὰ ἔγκατα τῆς θαλάσσης!
.           Στὸ πέταγμά μας ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τῶν σωματικῶν μας ἱκανοτήτων, ἀλλὰ καὶ νὰ λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψη μας τοὺς πιθανοὺς κινδύνους ποὺ θὰ συναντήσουμε, ἀφοῦ κατὰ τὴν λαϊκὴ παροιμία: «Τοῦ φρονίμου τὰ παιδιὰ πρὶν πεινάσουν μαγειρεύουν». Πάντοτε, ὅμως, νὰ ξεκινοῦμε μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς θείας δυνάμεως, ἀφοῦ εἶναι γνωστὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. ιε´ 5). Τεράστια εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς, ἀφοῦ μὲ αὐτὴν ὁ πειρασμὸς τῆς ἄπνοιας ἢ τῆς μεγάλης ταχύτητας τοῦ ἀνέμου, τῆς κοπώσεως καὶ τῆς ἀπογοητεύσεως φεύγει ἄπρακτος. Ἡ προσευχὴ μὲ τὴν συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», μᾶς ἐνισχύει, γιὰ νὰ μὴν σαλευθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὸν ἀγῶνα τοῦ πνευματικοῦ πετάγματος σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Προφητάνακτος; «Προωρώμην τὸν Κύριόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἔστι, ἵνα μὴ σαλευθῶ » (Ψαλμ. IE´ [15] 8).

 

 

 

 

,

Σχολιάστε

ΤΟ «ΑΦΕΤΕΙΟΝ» ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ (Χαρ. Μπούσιας)

Τὸ ἀφετεῖον
Ἀφιέρωμα στὴν μνήμη τοῦ μάκαρος,
Γέροντος Ἀγαθαγγέλου Μιχαηλίδη

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Γέροντας Ἀγαθάγγελος Μιχαηλίδης, ὁ ἁπλός, θεόσοφος, διδακτικός, προσηνής, ἀφιλοχρήματος, ταπεινός, καὶ χριστοφίλητος ἱερομόναχος και πνευματικὸς ὑπῆρξε χαρακτηριστικὴ ἐκκλησιαστικὴ φυσιογνωμία τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Ἐπιδείκνυε ἀπαράμιλλο ἦθος, ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ βιωμένο παράδειγμα σὲ ὅλη του τὴν ἱερατικὴ διακονία μέχρι τὴν ὁσιακή του κοίμηση στὶς 13 Μαρτίου τοῦ 1991.
.             Ἔγραφε ὁ Γέροντας στὸ ἡμερολόγιό του:«Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, τὸν Σωτήρα μου, διότι ἀπὸ νήπιο μὲ ἔκαμε νὰ ἀγαπῶ μέχρι τρέλλας τὸ θυσιαστήριό Του, νὰ θέλω νὰ ὑπηρετῶ Αὐτὸν καὶ μόνον Αὐτόν, καὶ νὰ ἐπιθυμῶ νὰ εὕρω τὴν εὐτυχία μου καὶ τὴν χαρά μου μόνο κοντά Του».
.             Ὁ λόγιος καὶ θεόσοφος Γέροντας, ὁ ἑρμηνευτὴς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς ἁγιασμένες πνευματικὲς φυσιογνωμίες τῆς Μεσσηνίας, ὁ πατὴρ Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος, ἔλεγε περὶ αὐτοῦ:
.             «Ὁ πατὴρ Ἀγαθάγγελος εἶναι ὅ,τι λέει τὸ ὄνομά του».
.             Πράγματι ὁ Γέροντας ἦταν ὁ ἄνθρωπος τῆς κενωτικῆς ἀγάπης, τῆς προσφορᾶς, «ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος». Ὅπως ὁ Χριστός μας καὶ ὁ γνήσιος Ἱερεύς Του, ὁ Γέροντας Ἀγαθάγγελος, μᾶς προσέφερε ἀκήρατο τὸν Λυτρωτή μας καὶ ὁ ἴδιος προσέφερε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν ἀγάπη Ἐκείνου, ποὺ ἦταν τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του. Φιλόπονος ἐργάτης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀμπελῶνος ὁ Γέροντας Ἀγαθάγγελος, ἔσπερνε τὸν σπόρο τῆς σωτηρίας, φύτευε στὶς καρδιὲς τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὶς λίπαινε μὲ τὸ δυναμωτικὸ λίπασμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τὶς καθάριζε ἀπὸ τὰ ζιζάνια τῶν παθῶν, τῶν λογισμῶν, τῶν αἱρέσεων. Ἦταν δοσμένος ὁλοκληρωτικὰ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶ ψυχῶν καὶ δὲν ἄφηνε χρόνο στὸν πονηρὸ νὰ ἐπέμβει καὶ νὰ τὶς καταστρέψει. Ἔτρεχε νὰ προλάβει καὶ νὰ τὶς ἁρπάξει ἀπὸ τὶς ἐνέδρες του.
.             Γνώριζε ὁ Γέροντας τὴν ἀκρίβεια τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὁ ἴδιος ἦταν ἀκριβὴς στὴν συμπεριφορά του. Βίωνε ἀπόλυτα τὴν πνευματικὴ ζωή, ἐκινεῖτο μέσα στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἐναρμονιζόταν πλήρως μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, ὅπως μᾶς τοὺς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ νεωτεριστικὲς διδασκαλίες καὶ ἑρμηνεῖες, τοῦ κόσμου, τοῦ αἰῶνος μας τοῦ ἀπατεῶνος, ποὺ θέλουν νὰ περάσουν κάποιοι καὶ οἱ ὁποῖες παραποιοῦν τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ζοῦσε τὴν παραδεδομένη ἀκρίβεια καὶ τὴν ἐπέβαλλε στὰ πνευματικά του παιδιά, ἄσχετα ἂν σὰν φιλόστοργος πατέρας γιὰ τὶς συνεχεῖς μας πτώσεις ἐφάρμοζε ἐνίοτε τὴν «οἰκονομία». Οὐδέποτε, ὅμως, θεωροῦσε ὅτι ἡ ἀκρίβεια ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν οἰκονομία. Τὴν ἀκρίβεια τοῦ Πηδαλίου μὲ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους ποὺ ἔχει καταγράψει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὁ Ἁγιορείτης, τὴν τηροῦσε, ἂν καὶ ὅπως τὸ πηδάλιο, δηλαδή, τὸ τιμόνι τοῦ πλοίου ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸν ἔμπειρο καπετάνιο, στρίβεται πότε ἀριστερά, πότε δεξιά, ἔτσι καὶ αὐτὸς τὸ χειριζόταν κατάλληλα, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ γινόταν γιὰ λόγους σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἐξομολογουμένων ὁ ἔμπειρος πνευματικός, ὁ Γέροντας Ἀγαθάγγελος, σὰν καπετάνιος, ὁδηγοῦσε τὸ καράβι τῆς κάθε ψυχῆς μὲ τὸ εὐέλικτο Πηδάλιο παίρνοντας ὁ ἴδιος τὴν εὐθύνη τῆς ψυχῆς τοῦ ἐξομολογουμένου.
.             Κάποτε ἕνας πιστός, ποὺ δὲν εἶχε σχέση μὲ τὴν ἐξομολόγηση, πλησίασε τὸν τότε Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο Δασκαλάκη. Στὴν συζήτηση ἐπάνω τοῦ εἶπε ὅτι δὲν ἐξομολογεῖται, γιατὶ φοβᾶται τοὺς κανόνες ποὺ οἱ πνευματικοὶ ἐπιβάλλουν. Ὁ Μητροπολίτης χαμογέλασε καὶ τοῦ εἶπε:
-Δὲν ἔχεις παρὰ νὰ πᾶς στὸ «Ἀφετεῖο»!
.             Ἐννοοῦσε βέβαια, τὸν Γέροντα Ἀγαθάγγελο, τὸν ἐπὶ εἰκοσαετία Πρωτοσυγκελλό του, ὁ ὁποῖος ἐξομολογοῦσε πλῆθος πιστῶν καὶ ὅλους τοὺς οἰκονομοῦσε, ὥστε καμία ψυχὴ νὰ μὴν πάει χαμένη. Ἦταν ὁ «πνευματικὸς τῆς Καλαμάτας», τὸ ἀφετεῖο τῶν ψυχῶν, ὁ Γέροντας ποὺ παρεῖχε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μὲ τὸ διακριτικὸ χάρισμα τοῦ «ἐνοικοῦντος» σὲ αὐτὸν Παρακλήτου Πνεύματος

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

Σχολιάστε

ΙΣΟΥΡΑΝΙΑ ΜΝΗΜΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛ. ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἰσουράνια Μνήμη Μητροπολίτου Χαλκίδος
Νικολάου Σελέντη
(19 Ἰανουαρίου 1975)


Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Στὶς 19 Ἰανουαρίου ἐνθυμούμεθα ἐγκωμιαστικὰ καὶ παρακλητικὰ τὸν ἰσάγιο Μητροπολίτη Χαλκίδος, τὸν «μετ’ Ἀγγέλων συναγαλλόμενον», μακαριστὸ Νικόλαο Σελέντη.
.           Τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν φθάσαντα, ὄχι χωρὶς πόνους καὶ θυσίες, ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν». Αὐτὸν ποὺ ἐργάσθηκε στὸν ἀγρὸ τοῦ Κυρίου φιλόπονα, αὐτὸν ποὺ διέπρεψε ὡς φοιτητής, ὅπως καὶ ἀργότερα ὡς Ἱερεύς, Κατηχητής, Ἱεροκήρυκας καὶ Ἐπίσκοπος, μὲ τὴν κενωτικὴ προσφορὰ καὶ ἀγάπη του, μὲ τὸ ἀκατάβλητο φρόνημά του, τὸν κατηχητικό του λόγο καὶ τὴν ὑπομονή του στὶς ἀντιξοότητες, τὶς ἀδικίες καὶ τῆς δυσκολίες τῆς ζωῆς.

.           Ὁ Νικόλαος ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε γιὰ τὸν Χριστό μας, τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του, πρὸς τὸν ὁποῖο προσευχητικά, ἀδιάλειπτα ἔλεγε: Κύριε, σὺ εἶναι «λύχνος τοῖς ποσί μου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. ΡΙΗ´ [118] 105). Στὸ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν συνδέθηκε μὲ μεγάλες σύγχρονες μορφὲς τῆς στρατιᾶς τοῦ Ἰησοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ νῦν μαζί του συναγαλλόμενος στὶς ἐπάλξεις τοῦ οὐρανοῦ, ὁσιώτατος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης. Αὐτόν, τὸν τότε Στέργιο, θαύμαζε γιὰ τὸ γνήσιο φρόνημά του, τὴν ἀγωνιστική του διάθεση, τὴν μαθησιακή του τελειότητα, τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτῆρος. Τὸν θαύμαζε καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸν μιμηθεῖ στὸν ἔνθεο ζῆλο μεταποιώντας τὸν στίχο τοῦ Μεγάλου Κανόνος: «Ψυχή μου, ψυχή, μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις»; Ὁ Νικόλαος τὸν τότε Στέργιο χαρακτήρισε «Ραγιᾶ τοῦ μεγάλου ἰδανικοῦ του καὶ δοῦλο τοῦ Ἰησοῦ». Καὶ γι’ αὐτὸν ἔγραφε στὰ «Ξεσπάματα τῆς καρδιᾶς του»: «… ὁ Στέρ­γι­ος… Εἶ­ναι τό­σο κα­λὸ σκεῦ­ος γιὰ τὴν δι­α­κο­νί­α Σου… Εἶ­ναι θυ­σί­ας ἄν­θρω­πος… Δοῦλος τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Ψυ­χή μου, σὺ τί κά­νεις; Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Κύ­ρι­ε, γι­α­τὶ μοῦ χα­ρί­ζεις τέ­τοι­ους ἀ­δελ­φοὺς καὶ συ­νερ­γά­τες».
.           Ἐγκωμιαστικὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὰ λόγια τοῦ φίλου του, συναγωνιστοῦ του στὸ μετερίζι τῆς πίστεως, τοῦ παναξίου ἐν ζωῇ Μητροπολίτου Καρυστίας κ. κ. Σεραφείμ: «Ὁ Νικόλαος δέν προσέβλεπε οὔτε ἀπέβλεπε στήν δόξα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἀκράδαντα πίστευε στήν μισθαποδοσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτήν ποθοῦσε καί γιά αὐτήν ἐργάστηκε…. Μεταρσιωμένος κατά τήν διάρκεια τῆς Θείας λατρείας ὁ ἴδιος ἒδινε καί ἔδειχνε καί στόν λαό τόν Οὐρανό μέ τήν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ καί ζῶσα λατρευτική του στάση. Δοσμένος ὁλόκληρος καί καταρτισμένος στόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀνέπτυξε τό κήρυγμα καί κατέστησε τόν ἄμβωνα κέντρο τοῦ Ναοῦ καί τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ λαοῦ. Συνείχετο ἀπό τό αἴσθημα τῆς εὐθύνης καί διαρκῶς ἐσκέπτετο καί ἀγωνιοῦσε γιά τήν σωτηρία τῶν ἐμπεπιστευμένων εἰς αὐτόν ψυχῶν “ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανε” καί γιά τοῦτο δέν ἔδινε “ὕπνον τοῖς βλεφάροις καί νυσταγμόν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ”. Ὁ Νικόλαος ὑπῆρξε τύπος τῶν πιστῶν “ἐν ἔργῳ, ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἁγνείᾳ”. Ἡ ψυχή του, ἐξαγνισμένη καί ἐξαγιασμένη, ἦτο δοχεῖον καί λύρα τοῦ Πνεύματος. Ἡ καρδιά του, καθαρή καί ἀγαθή, ἦτο ἐργαστήριον καί πηγή ἀστείρευτη καλῶν ἔργων καί λόγων. Τό χέρι του , πάντα ἀνοιχτό, νά μοιράζει γιά νά δίνει ὅλα τά δικά του καί ὅλα ὅσα οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἔβαζαν στό χέρι. Ἔμεινε διά βίου καί ἔφυγε ἐκ τοῦ βίου πτωχός καί ἔτσι ἀνεδείχθη ὅτι ἀξίως τοῦ ὀνόματος (τοῦ ἁγίου Νικολάου) ἐπολιτεύθη. Ὁ Νικόλαος, ἄν καί ἔζησε ἐπί τῆς γῆς ὀλίγα χρόνια, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς. Ἐδοκιμάσθη ὡς χρυσός ἐν χωνευτηρίῳ καί ἔλαμψε μέ τήν ὑπομονή του, τήν ἀνεξικακία του, τήν ἐν γένει ἀρετή του. Τόν Νικόλαο δέν μπορεῖς νά τόν γνωρίσεις ἀπό τήν περιγραφή καί μάλιστα τήν σύντομη καί περιληπτική. Τόν Νικόλαο, μόνο ἄν τόν εἶχες ζήσει ἀπό κοντά, θά μπορέσεις νά τόν ἐννοήσεις καί νά τόν ἐκτιμήσεις. Μέ τήν ὡραία του μορφή, τό ἀνεπιτήδευτο χαμόγελο, μέ τήν μεγάλη του καρδιά καί τήν ἁγιασμένη του ψυχή,ὅπως μᾶς ἔδινε τήν ζωή του,θά μᾶς δίνει τήν εὐχή του, πού τόσο τήν ἔχομε ἀνάγκη. Καί τήν προσευχή του,διότι “πολύ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη”»
.           Προσευχητικὰ τὸν Μητροπολίτη Νικόλαο ἐνθυμούμεθα, ἀφοῦ τὸν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό μας, ὅπως Ἐκεῖνος. Ἂν τὸ πετύχουμε αὐτὸ τότε ὅλη ἡ ζωή μας θὰ εἶναι χριστοκεντρικὴ καὶ θὰ δοξάζεται καὶ ἀπὸ ἐμᾶς, ὅπως δοξάσθηκε καὶ ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἅγιο Χαλκίδος, Νικόλαο Σελέντη, «ὡς ἐν οὐρανῶ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. ϛ´ 10).

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ (Ὅσιος Παχώμιος ὁ Χίου) [Χαρ. Μπούσιας]

Τὸ διαμάντι τῆς νήψεως
Ὅσιος Παχώμιος ὁ Χίου

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 14 Ὀκτωβρίου.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Χαῖρε, λειμὼν μυρίπνοος νήψεως·
χαῖρε, εἰκὼν ψυχῆς καθαρότητος.

   .             Ὁ Ὅσιος Παχώμιος τῆς μυροβόλου Χίου μας εἶναι ἕνα διαμάντι ποὺ χρυσαφίζει στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ θαμβώνει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, αὐτὰ ποὺ ἀναζητοῦν μέσα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας νὰ δοῦν τὸν νοητὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Φωτοδότη καὶ Ζωοδότη Ἰησοῦ μας.
.             Διαμάντι ὁ Ὅσιος Παχώμιος, διαμαντένιο καὶ τὸ στέμμα ποὺ τοῦ χάρισε ὀ δωρεοδότης μας Κύριος ὡς ἀντιμίσθιο τῶν πολλῶν ἀσκητικῶν του καμάτων. Ἡ διαρκὴς σκληραγωγία καὶ ἡ ἀέναη προσευχὴ ἀνέβασαν τὸν Ὅσιο Παχώμιο στὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ διαμάντι τῆς νήψεως. Στὴν ζωή του ὅλη ὁ Ὅσιος βρισκόταν σὲ διαρκῆ ἐγρήγορση σύμφωνα μὲ λόγια τοῦ Κυρίου μας «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Ματθ. κστ΄ 41). Ἡ ἐγρήγοση αὐτὴ τὸν ἔφερε στὸ σκαλοπάτι τῆς ἀπαθείας καὶ τῆς νήψεως. Ἄλλωστε ἦταν πνευματικὸς ἀπόγονος τῶν νηπτικῶν πατέρων, τῶν εὐλαβῶν ἀνακαινιστῶν τοῦ Ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, τῶν συνειδητοποιημένων ψυχῶν τῆς ἀξίας καὶ τῆς σημασίας τῆς παραδόσεως γιὰ τὸ Ὀρθόδοξο γένος μας· αὐτῶν ποὺ ἤθελαν βιωματικὰ νὰ προχωρήσουν μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή, τὴν πατερικὴ σκέψη, τὴν Ὀρθόδοξη μόρφωση καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ σὲ ἕνα πιὸ ψυχοτρόφο καὶ χριστοκεντρικὸ αὔριο· αὐτῶν ποὺ τὰ προηγούμενα χρόνια εἶχαν διαγνώσει τὸν ἄμεσο κίνδυνο ποὺ διέτρεχε τὸ ‘Ορθόδοξο Γένος τῶν Ἑλλήνων, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ‘Οθωμανοὺς κατακτητές-τυράννους, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τοὺς ψυχοκτόνους αἱρετικοὺς καὶ τοὺς διαφωτιστές-νεωτεριστὲς τῆς Ἑσπερίας· αὐτῶν ποὺ εἶχαν διαγνώσει τὴν καλπάζουσα ἀσθένεια τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶχαν προτείνει φάρμακα κατάλληλα, ὅπως τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, τὴν συχνὴ θεία μετάληψη καὶ τὴν ἐμβριθῆ μελέτη τῶν ἁγιοπατερικῶν κειμένων.
.             Ὁ Ὅσιος Παχώμιος, ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, ὁ σοφὸς διδάσκαλος τοῦ δοχείου τῆς χάριτος, τοῦ μετέπειτα μεγάλου καὶ θαυματουργοῦ ἱεράρχου, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ἄκουγε στὰ αὐτιά του νὰ ἀντηχοῦν σὲ κάθε περίπτωση τὰ λόγια τοῦ Παύλου πρὸς τὸν ἀπόστολο Τιμόθεο: «Σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι» (Β΄ Τιμ. δ΄ 5). Καὶ πρόσεχε κάθε του βῆμα, κάθε του κίνηση καὶ διατηροῦσε ἄγρυπνη φροντίδα, γιὰ νὰ μὴν τὸν ξεγελάσει ὁ πονηρός, αὐτὸς ποὺ καὶ ἀπὸ το τελευταῖο σκαλοπάτι προσπαθεῖ νὰ ρίξει τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς στὴν ἄβυσσο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου. Συνεχῶς ἐπανελάμβανε «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2) καὶ ἐκμεταλλευόταν τὸ χρόνο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς του κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο προσπαθώντας «Θεῷ ἀρέσκειν» (Α΄ Θεσ. δ΄ 1 ) καὶ «ἐξαγοραζόμενος τὸν καιρόν» (Ἐφεσ. ε΄ 16), ἀφοῦ ἡ σπουδαιότερη ἀρετή του ἦταν ἡ ἐξαγορὰ τοῦ χρόνου τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἐραστὴς τῆς ἀῤῥέμβαστης καὶ καρδιακῆς προσευχῆς δὲν ἄφηνε οὔτε στιγμὴ τοῦ χρόνου του νὰ μὴν προφέρει τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ καὶ ἔκανε ἐντύπωσε σὲ ὅλους ἡ κατάνυξη καὶ ἡ νήψη του. Στὸν νοῦ τοῦ ἔρχονταν συχνὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀββᾶ Ἀρσενίου, ποὺ ἔλεγε πάντοτε στὸν ἑαυτό του: « Ἀρσένιε, γιὰ ποιὸ λόγο ἄφησες τὸν κόσμο;» καὶ προσπαθοῦσε νὰ διώξει μακρυὰ κάθε ραστώνη καὶ ἀκηδία, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν ἀμέλεια ποὺ ὁδηγεῖ στὸ πνευματικο τέλμα καὶ στὴν ἀπογοήτευση. Γι’ αὐτὸ καὶ δίδασκε τοὺς ὑποτακτικούς του μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου: «βιασώμεθα ἑαυτούς, βάλωμεν ἀρχήν, θελήσωμεν τὸ καλόν, σπεύσωμεν πρὸς τὴν σωτηρίαν».
.                Μὲ τὴν νήψη ὁ Ὅσιος Παχώμιος κατέστρεψε τὶς ἐνέδρες τοῦ δεινοῦ πολεμήτορος φορώντας βέβαια τὴν περικεφαλαία τῆς προσευχῆς καὶ τὸν θώρακα τῆς νηστείας καὶ κακοπαθείας. Ἔτσι κατάφερε νὰ ὁδεύσει τὸ δόλιχο τοῦ παρόντος βίου καὶ νὰ καταντήσει στὰ σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων ἀπαύστως ψάλλει: «Κύριε, δόξα Σοι»!
.           Τὸ διαμάντι τῆς νήψεως τοῦ Ὁσίου Παχωμίου λαμπυρίζει στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ στολίζει τὴν ἁγία κεφαλή, γιὰ νὰ τὸ βλέπουμε καὶ ἐμεῖς, ποὺ τιμᾶμε πανηγυρικὰ τὴ μνήμη του, καὶ νὰ διδασκόμαστε ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἀπόκτησή τους ζητώντας του νὰ πρεσβεύει στὸν Κύριο, πρὸς τὸν Ὁποῖο μεγάλη ἔχει παρρησία, νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς νὰ στολιστοῦμε μὲ διαμάντια ἀρετῶν καὶ στεφανηφόροι νὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως: «Εὖ, δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» (Ματθ. κε΄ 21).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

Σχολιάστε