Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ (Ὅσιος Παχώμιος ὁ Χίου) [Χαρ. Μπούσιας]

Τὸ διαμάντι τῆς νήψεως
Ὅσιος Παχώμιος ὁ Χίου

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 14 Ὀκτωβρίου.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Χαῖρε, λειμὼν μυρίπνοος νήψεως·
χαῖρε, εἰκὼν ψυχῆς καθαρότητος.

   .             Ὁ Ὅσιος Παχώμιος τῆς μυροβόλου Χίου μας εἶναι ἕνα διαμάντι ποὺ χρυσαφίζει στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ θαμβώνει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, αὐτὰ ποὺ ἀναζητοῦν μέσα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας νὰ δοῦν τὸν νοητὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Φωτοδότη καὶ Ζωοδότη Ἰησοῦ μας.
.             Διαμάντι ὁ Ὅσιος Παχώμιος, διαμαντένιο καὶ τὸ στέμμα ποὺ τοῦ χάρισε ὀ δωρεοδότης μας Κύριος ὡς ἀντιμίσθιο τῶν πολλῶν ἀσκητικῶν του καμάτων. Ἡ διαρκὴς σκληραγωγία καὶ ἡ ἀέναη προσευχὴ ἀνέβασαν τὸν Ὅσιο Παχώμιο στὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ διαμάντι τῆς νήψεως. Στὴν ζωή του ὅλη ὁ Ὅσιος βρισκόταν σὲ διαρκῆ ἐγρήγορση σύμφωνα μὲ λόγια τοῦ Κυρίου μας «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Ματθ. κστ΄ 41). Ἡ ἐγρήγοση αὐτὴ τὸν ἔφερε στὸ σκαλοπάτι τῆς ἀπαθείας καὶ τῆς νήψεως. Ἄλλωστε ἦταν πνευματικὸς ἀπόγονος τῶν νηπτικῶν πατέρων, τῶν εὐλαβῶν ἀνακαινιστῶν τοῦ Ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, τῶν συνειδητοποιημένων ψυχῶν τῆς ἀξίας καὶ τῆς σημασίας τῆς παραδόσεως γιὰ τὸ Ὀρθόδοξο γένος μας· αὐτῶν ποὺ ἤθελαν βιωματικὰ νὰ προχωρήσουν μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή, τὴν πατερικὴ σκέψη, τὴν Ὀρθόδοξη μόρφωση καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ σὲ ἕνα πιὸ ψυχοτρόφο καὶ χριστοκεντρικὸ αὔριο· αὐτῶν ποὺ τὰ προηγούμενα χρόνια εἶχαν διαγνώσει τὸν ἄμεσο κίνδυνο ποὺ διέτρεχε τὸ ‘Ορθόδοξο Γένος τῶν Ἑλλήνων, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ‘Οθωμανοὺς κατακτητές-τυράννους, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τοὺς ψυχοκτόνους αἱρετικοὺς καὶ τοὺς διαφωτιστές-νεωτεριστὲς τῆς Ἑσπερίας· αὐτῶν ποὺ εἶχαν διαγνώσει τὴν καλπάζουσα ἀσθένεια τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶχαν προτείνει φάρμακα κατάλληλα, ὅπως τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, τὴν συχνὴ θεία μετάληψη καὶ τὴν ἐμβριθῆ μελέτη τῶν ἁγιοπατερικῶν κειμένων.
.             Ὁ Ὅσιος Παχώμιος, ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, ὁ σοφὸς διδάσκαλος τοῦ δοχείου τῆς χάριτος, τοῦ μετέπειτα μεγάλου καὶ θαυματουργοῦ ἱεράρχου, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ἄκουγε στὰ αὐτιά του νὰ ἀντηχοῦν σὲ κάθε περίπτωση τὰ λόγια τοῦ Παύλου πρὸς τὸν ἀπόστολο Τιμόθεο: «Σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι» (Β΄ Τιμ. δ΄ 5). Καὶ πρόσεχε κάθε του βῆμα, κάθε του κίνηση καὶ διατηροῦσε ἄγρυπνη φροντίδα, γιὰ νὰ μὴν τὸν ξεγελάσει ὁ πονηρός, αὐτὸς ποὺ καὶ ἀπὸ το τελευταῖο σκαλοπάτι προσπαθεῖ νὰ ρίξει τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς στὴν ἄβυσσο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου. Συνεχῶς ἐπανελάμβανε «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2) καὶ ἐκμεταλλευόταν τὸ χρόνο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς του κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο προσπαθώντας «Θεῷ ἀρέσκειν» (Α΄ Θεσ. δ΄ 1 ) καὶ «ἐξαγοραζόμενος τὸν καιρόν» (Ἐφεσ. ε΄ 16), ἀφοῦ ἡ σπουδαιότερη ἀρετή του ἦταν ἡ ἐξαγορὰ τοῦ χρόνου τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἐραστὴς τῆς ἀῤῥέμβαστης καὶ καρδιακῆς προσευχῆς δὲν ἄφηνε οὔτε στιγμὴ τοῦ χρόνου του νὰ μὴν προφέρει τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ καὶ ἔκανε ἐντύπωσε σὲ ὅλους ἡ κατάνυξη καὶ ἡ νήψη του. Στὸν νοῦ τοῦ ἔρχονταν συχνὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀββᾶ Ἀρσενίου, ποὺ ἔλεγε πάντοτε στὸν ἑαυτό του: « Ἀρσένιε, γιὰ ποιὸ λόγο ἄφησες τὸν κόσμο;» καὶ προσπαθοῦσε νὰ διώξει μακρυὰ κάθε ραστώνη καὶ ἀκηδία, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν ἀμέλεια ποὺ ὁδηγεῖ στὸ πνευματικο τέλμα καὶ στὴν ἀπογοήτευση. Γι’ αὐτὸ καὶ δίδασκε τοὺς ὑποτακτικούς του μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου: «βιασώμεθα ἑαυτούς, βάλωμεν ἀρχήν, θελήσωμεν τὸ καλόν, σπεύσωμεν πρὸς τὴν σωτηρίαν».
.                Μὲ τὴν νήψη ὁ Ὅσιος Παχώμιος κατέστρεψε τὶς ἐνέδρες τοῦ δεινοῦ πολεμήτορος φορώντας βέβαια τὴν περικεφαλαία τῆς προσευχῆς καὶ τὸν θώρακα τῆς νηστείας καὶ κακοπαθείας. Ἔτσι κατάφερε νὰ ὁδεύσει τὸ δόλιχο τοῦ παρόντος βίου καὶ νὰ καταντήσει στὰ σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων ἀπαύστως ψάλλει: «Κύριε, δόξα Σοι»!
.           Τὸ διαμάντι τῆς νήψεως τοῦ Ὁσίου Παχωμίου λαμπυρίζει στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ στολίζει τὴν ἁγία κεφαλή, γιὰ νὰ τὸ βλέπουμε καὶ ἐμεῖς, ποὺ τιμᾶμε πανηγυρικὰ τὴ μνήμη του, καὶ νὰ διδασκόμαστε ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἀπόκτησή τους ζητώντας του νὰ πρεσβεύει στὸν Κύριο, πρὸς τὸν Ὁποῖο μεγάλη ἔχει παρρησία, νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς νὰ στολιστοῦμε μὲ διαμάντια ἀρετῶν καὶ στεφανηφόροι νὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως: «Εὖ, δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» (Ματθ. κε΄ 21).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

ΚΡΑΥΓH IΚΕΣΙΑΣ ΠΡOΣ ΤOΝ ΚΥΡΙΟ (Χαρ. Μπούσιας)

Κραυγ κεσίας πρς τν Κύριο

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Στὶς δυσκολίες μας, στοὺς πόνους μας, στὶς συμφορὲς ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή, στὶς ἀρρώστιες μας, στὶς ἀδικίες ποὺ αἰσθανόμαστε ζητοῦμε συμπαράσταση, ζητοῦμε κάπου νὰ ἀκουμπήσουμε. Ἔχουμε ἀνάγ­κη ἀπὸ κάποιον νὰ σταθεῖ κοντά μας, νὰ μᾶς γαληνέψει, νὰ μᾶς παρηγορήσει, νὰ μᾶς πεῖ δυὸ λόγια ἀγάπης, νὰ μᾶς δώσει ἕνα χέρι βοηθείας. Νὰ δείξει λίγο ἐνδιαφέρον γιὰ ἐμᾶς, τοὺς ἐμπεριστάτους, τοὺς κατατρεγμένους. Ἀκόμη καὶ τίποτε νὰ μὴν μπορεῖ αὐτὸς νὰ μᾶς προσφέρει, ἀρκεῖ νὰ μᾶς ρίξει ἕνα βλέμμα συμπάθειας, ἕνα βλέμμα γεμάτο ἀγάπη καὶ στοργή.
.           Μήπως αὐτὸ τὸ στοργικὸ βλέμμα δὲν ἀποζητοῦσε καὶ ὁ βανανισμένος βασιλιὰς καὶ ψαλμωδός, ὁ προφήτης Δαβίδ; Τὸ Ψαλτήρι του, αὐτὸ ποὺ ὅλους μᾶς ἀναπαύει, γιατὶ μιλάει στὴν καρδιά μας, μᾶς κάνει νὰ ἐκφράζουμε μαζί του τὴν ἀγωνία μας στὰ καθημερινά μας προβλήματα, στὶς πτώσεις μας, ἀλλὰ καὶ μᾶς δείχνει τὸ οὐράνιο ἀποκούμπι, στὸ ὁποῖο στηριζόμενοι ξεπερνοῦμε κάθε ἀνθρώπινη δυσκολία. Μέσα στὶς σκληρὲς δοκιμασίες τῆς ζωῆς του ὁ Δαβὶδ ἀναζητάει στήριγμα καὶ παρηγοριά. Ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται προδομένος. Ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Θεό, ποὺ μᾶς βλέπει ὅλους παιδιά Του καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ χαθοῦμε στὰ τάρταρα τῆς κολάσεως, ἀλλὰ ἀποζητάει τρόπους σωτηρίας μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ φωνάζει: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, Σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά Σου» (Ψαλμ. ΡΛΗ´ [138] 7 – 10).
.           Αἰσθανόμενοι καὶ ἐμεῖς τὴν ἐγκατάλειψη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τὴν πολιτεία, ἀπὸ τοὺς φίλους μας, μαζὶ μὲ τὸν Δαβὶδ στὶς δυσκολίες μας καταφεύγουμε στὸν Θεό μας. Σὲ Ἐκεῖνον ἐλπίζουμε, σὲ Ἐκεῖνον ἀπευθύνουμε θερμὴ ἱκετηρία δέηση καὶ τοῦ φωνάζουμε: «Ἐπίβλεψον, Κύριε, ἐφ’ ἡμᾶς». Εἴμαστε τὰ παιδιά Σου! «Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου» (Ψαλ. ΞΗ´ [68] 17-18)· Ἐσὺ ποὺ ἔχεις πλῆθος οἰκτιρμῶν καὶ ἄπειρη εὐσπλαχνία, ρίξε στοργικὰ τὸ βλέμμα Σου ἐπάνω μας· μὴν ἀποστρέψεις μὲ ἀδιαφορία τὸ πρόσωπό Σου ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς δούλους Σου, διότι θλιβόμαστε καὶ ὑποφέρουμε. Ἄκουσέ μας γρήγορα, γιατὶ ἔχουμε ἀνάγκη βοηθείας καὶ δὲν ἔχουμε ἄλλη καταφυγή. Ὅλα τὰ παιδιὰ στὶς δυσκολίες στὴν μάνα καὶ τὸν πατέρα καταφεύγουν. Ἐκεῖ βρίσκουν ἀνταπόκριση, ἐκεῖ στοργή, ἐκεῖ βοήθεια.
.           Ὁ Θεός μας καὶ μόνο μὲ τὸ βλέμμα Του μᾶς μεταγγίζει στὴν ψυχὴ ἐλπίδα, εἰρήνη, παρηγοριά, ἐλπίδα, ἔλεος, δύναμη καὶ ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν παρακαλοῦμε: «Ἐπίβλεψον, Κύριε, ἐφ’ ἡμᾶς». Γιὰ ὅλους μας εἶναι πολὺ ἐνισχυτικὴ καὶ παρηγορητικὴ ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὁ Παντεπόπτης Κύριος, βλέπει τοὺς κόπους μας, τοὺς πόνους μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὰ προβλήματά μας, τὶς ἀποτυχίες μας, ὅπως βλέπει καὶ τὶς προόδους μας, τὶς ἐπιτυχίες μας, τὰ κατορθώματά μας. Ἡ αἴσθηση αὐτὴ ὅτι ὁ Κύριος μᾶς βλέπει καὶ μᾶς συμπαρίσταται μᾶς χαρίζει ἀσφάλεια καὶ σιγουριά, μᾶς δίνει κουράγιο γιὰ τὴν συνέχιση τοῦ ἀγώνα μας, ἀναγνωρίζει καὶ βραβεύει τοὺς μόχθους μας.
.           Τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μας δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀπομακρύνουμε ἀπὸ πάνω μας, ἔστω καὶ ἂν πολλὲς φορὲς δὲν ἀντέχουμε στὴν ἰδέα ὅτι κάποιος μᾶς παρακολουθεῖ, ὅτι βλέπει ὅλες τὶς ἐνέργειές μας. Δὲν θέλουμε κάποτε νὰ μᾶς βλέπουν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διαπράττουμε στὸ σκοτάδι τὶς ἄνομες ἁμαρτίες μας, τὶς βδελυρὲς καὶ θεομίσητες ἐπιθυμίες καὶ ἐνέργειές μας. Τὶς ἐνοχές μας, γιὰ τὶς ὁποῖες ντρεπόμαστε καὶ δὲν θέλουμε οὔτε ἄνθρωπος νὰ τὶς γνωρίζει, πῶς νὰ τὶς βλέπει ὁ παντέφορος ὀφθαλμὸς τοῦ Κυρίου μας; Αὐτὸς ποὺ εἶδε τὴν πτώση τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἔσπευσε ἀπὸ ἀγάπη καὶ γνήσιο ἐνδιαφέρον νὰ τὸν συναντήσει φωνάζοντάς τον μὲ τὸ ὄνομά του: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;» (Γεν. γ΄ 9). Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει «καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμ. 7΄ 10), πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν βλέπει τὰ παραπτώματα τῆς ἄνομης βιοτῆς μας καὶ τὶς αἰσχρὲς ἐπιθυμίες μας; Καὶ δὲν θέλουμε νὰ μᾶς βλέπει κανείς, γιατὶ εἴμαστε ἀνθρωποφοβούμενοι καὶ νομίζουμε ὅτι μποροῦμε οἱ ταλαίπωροι νὰ γλυτώσουμε καὶ ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ μας!
.           Ἐὰν ἀναπαυόμαστε πάντοτε στὸ βλέμμα Του καὶ πιστεύουμε ὅτι αὐτὸ εἶναι βλέμμα στοργῆς καὶ συμπαθείας, βλέμμα ἐλέους καὶ οἰκτιρμῶν δὲν θὰ ἐπιδιώκαμε τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ αὐτό. Τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μας δὲν εἶναι βλέμμα ἀστυνομικό, ποὺ μᾶς παρακολουθεῖ σὰν ὑπόπτους καὶ ἐγκληματίες. Εἶναι βλέμμα πατρικοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ σωτηρίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ αἴσθηση ὅτι μᾶς βλέπει ὁ Θεός, δὲν δημιουργεῖ φόβο καὶ ἐνοχὴ ἢ ἀσφυκτικὸ κλοιὸ ποὺ πνίγει τὶς ψυχές μας, ἀλλὰ χαρὰ καὶ εἰρήνη ποὺ ἀναπαύει, στηρίζει καὶ ἀναζωογονεῖ.
.           Ὑπάρχουν, βέβαια, στιγμὲς ποὺ αἰσθανόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἐγκατέλειψε. Σὰν νὰ ἔστρεψε ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό Του καὶ σὰν νὰ μὴν γυρίζει νὰ ρίξει οὔτε ἕνα βλέμμα στὸ ταλαίπωρο πλάσμα Του. Τοῦτο συμβαίνει, γιατὶ ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή μας δὲν εἶναι εὐάρεστη στὸν Θεό μας καὶ ἡ ἐπικοινωνία μας μαζί Του μέσω τῆς προσευχῆς δὲν ἔχει θέρμη. Ἐμεῖς ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό μας καὶ ὄχι Ἐκεῖνος ἀπὸ ἐμᾶς. Αἴρεται ἡ χάρη Του, γιατὶ ἐμεῖς τὸ ἐπιζητοῦμε μὲ ὁποιαδήποτε συνέπεια. Καὶ ὅταν ἔλθουν οἱ συμφορὲς διερωτώμεθα γιατί σὲ ἐμᾶς; Ὁ Θεὸς ἀποδοκιμάζει τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή μας, μισεῖ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἐμᾶς, τὰ παιδιά Του, μᾶς ἀγαπάει. Αὐτὴ ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ Θεοῦ μας στὶς κακὲς ἕξεις καὶ πράξεις μας εἶναι ἡ αἰτία θλίψεως, στενοχώριας, ἀπομονώσεώς μας ἀπὸ τὴν χάρη Του, ἀπομακρυνσεώς μας ἀπὸ τὴν ζωοποιὸ σκέπη καὶ προστασία Του.
.           Ἡ αἴσθηση αὐτὴ τῆς ἐγκαταλείψεώς μας ἀπὸ τὸν Θεό μας τὶς εὐαίσθητες καρδιὲς τὶς συγκλονίζει καὶ τὶς ὁδηγεῖ σὲ ἀναζήτησή Του με ἐντονότερο πόθο. Γι’ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὸν Δαβὶδ θερμὰ τὸν παρακαλοῦμε νὰ μὴν ἀποστρέφει τὸ πρόσωπό Του ἀπὸ ἐμᾶς, ἀπὸ τὰ πλάσματά Του, γιατὶ μᾶς πιάνει θλίψη βαθιά. Καὶ αὐτὴ ἡ θλίψη γίνεται πολλὲς φορὲς πρόξενος μετανοίας καὶ σωτηρίας.
.           Ἡ θλίψη αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἀπὸ τὶς καταστροφικὲς πυρκαγιὲς μὲ τὴν ἑκατόμβη τῶν νεκρῶν ἀδελφῶν μας εἶναι ἀπέραντη. Ἂν εἶχε προηγηθεῖ ἡ θλίψη μας γιὰ τὴν ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ τὸν Θεό μας καὶ εἶχε ἀκολουθήσει μετάνοια, ὁ Κύριος δὲν θὰ ἐπέτρεπε αὐτὴ τὴν παιδαγωγικὴ συμφορά. Ὁ μαρτυρικὸς διὰ πυρὸς θάνατος τῶν ἀδελφῶν μας θὰ εἶχε ἀποσοβηθεῖ. Ἡ συμφορά, ἡ ταραχὴ καὶ ὁ τρόμος, ποὺ ἐπικράτησε, εἶναι αἰτία ἀποστροφῆς τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀσώτους. Καὶ ὁ θάνατος τῶν ἀδελφῶν μας μέσα ἀπὸ τὸ σίγουρο «Κύριε, ἐλέησον» πού, εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι ξεστόμισαν πρὶν τὸ τέλος, τοὺς ὁδήγησε κοντά Του. Εἶναι, ὅμως, αὐτὸς ὁ μαρτυρικὸς τῶν ἀδελφῶν μας θάνατος ἀπαρχὴ μετανοίας γιὰ ἐμᾶς, ποὺ ἐξακολουθοῦμε νὰ βρισκόμαστε σὲ κατάντημα ἠθικὸ καὶ πνευματικό; Δὲν ἔχουμε καιρό. «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β´ Κορ. ϛ´ 2). Ἂς ἀπευθύνουμε τοῦ Κυρίου μας λόγια μετανοίας και ἂς τοῦ δείξουμε αὐτὴν μὲ τὶς πράξεις μας. Ἂς Τὸν παρακαλέσουμε νὰ μὴν ἀποστρέψει ἄλλο τὸ πρόσωπό Του ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μας λέγοντας.
.           Μὴν παραβλέψεις, Κύριε, τὴν μετάνοιά μας, συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες μας καὶ δεῖξέ μας τὸ ἄπειρο ἔλεός Σου. Ἀμήν!

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

,

Σχολιάστε

ΣΩΤΗΡΙΑ ΦΥΓΗ (παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία) [Χαραλ. Μπούσιας]

Σωτήρια φυγή
(παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία)

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Τὸν ὄγδοο πρὸ Χριστοῦ αἰώνα, στὰ χρόνια τοῦ Προφήτη Ἠλία, τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ εἶχε ἀποστατήσει ἀπὸ τὸ Θεό. Δυστυχῶς μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σολομῶντος ὁ λαὸς εἶχε χωρισθεῖ σὲ δύο βασίλεια, τὸ βόρειο μὲ τὶς δέκα φυλὲς καὶ τὸ νότιο μὲ τὶς φυλὲς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν. Τὸ νότιο εἶχε πρωτεύουσα τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐνῶ τὸ βόρειο εἶχε πρωτεύουσα τὴ Σαμάρεια. Δυστυχῶς, στὸ βόρειο βασίλειο οἱ βασιλεῖς ἀκολούθησαν τὴν εἰδωλολατρία, ὅπως ὁ Ἀχαάβ. Αὐτὸς εἶχε ἕνα μαλακό, χαλαρό χαρακτήρα, μὲ τάση πρὸς τὴν εἰδωλολατρία, καὶ ἦταν ἄνθρωπος ποὺ ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴ γυναίκα του Ἰεζάβελ, ἡ ὁποία δὲν ἦταν Ἑβραία, ἀλλὰ Συροφοινίκισσα, εἰδωλολάτρισσα φανατική. Γρήγορα, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς φοβερῆς γυναίκας, ἡ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἐξοστρακίσθηκε καὶ εἰσήχθηκε ἡ λατρεία τοῦ Βάαλ καὶ τῆς αἰσχρότατης Ἀστάρτης, ἡ ὁποία ἦταν κάτι ἀντίστοιχο μὲ τὴ δική μας Ἀφροδίτη.
.       Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη καμπὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἔζησε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, τὴν ἀποστασία στὶς ἡμέρες αὐτοῦ τοῦ βασιλιᾶ, ἐμφανίσθηκε ὁ φλογερός καὶ ζηλωτής Προφήτης ἀπὸ τὴ Θέσβη, ὁ Ἠλίας. Σὰν ἀστραπὴ αἰφνίδια παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν βασιλιά, γιὰ νὰ τοῦ δώσει ἐκεῖνο τὸ φοβερὸ μήνυμα τῆς ἐπ’ ἀόριστον ἀνομβρίας, ὡς τιμωρία ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἀποστασία τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς κυβερνήσεώς του.
.       Γράφει ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος: «Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν καὶ προσευχὴν προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ» (Ἰάκ. ε΄ 17). Καὶ ὁ Θεὸς εἰσήκουσε τὴν προσευχή τοῦ Ἠλία, γιατὶ ἦταν ἄνθρωπος καθαρὸς καὶ τῶν καθαρῶν ἀνθρώπων ὁ Θεὸς δέχεται τὶς προσευχές.
.       «Ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων», (Γ΄ Βασιλ. 17, 1) λέει στὸ βασιλιὰ ὁ Προφήτης. Ὅρκίζομαι στὸ Θεὸ τὸν ζῶντα, τὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἐνώπιον τοῦ Ὁποίου στέκομαι καὶ τὸν Ὁποῖο ὑπηρετῶ, ὅτι, σ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ θὰ ἔρθουν, οὔτε θὰ βρέξει οὔτε θὰ πέσει δροσιά. Κι ὅλα θὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ στόμα τὸ δικό μου. Ὅ,τι λέω ἐγώ, αὐτὸ θὰ γίνεται. Αὐτὰ εἶπε ὁ Προφήτης καὶ ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ προσώπου Ἀχαάβ.
.       Ἐμεῖς, οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες, ἀλλοίμονο, βρισκόμαστε σὲ παράλληλες ἡμέρες μὲ ἐκεῖνες τῆς ἐποχῆς τοῦ βορείου Ἰσραήλ. Εἴμαστε βυθισμένοι σὲ πνευματικὴ νάρκη καὶ δὲν ἀκοῦμε τὰ μηνύματα τῶν καιρῶν καὶ τὶς σάλπιγγες τῆς Ἀποκαλύψεως. Οἱ ἡμέρες μας εἶναι κρίσιμες γιὰ τὸ λαό μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Θὰ καταλάβουμε ἄραγε ὅτι, τόσο προσωπικὰ ὅσο καὶ ἐθνικά, σὰν ἀνίκανοι καπεταναῖοι ρίχνουμε τὸ καράβι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ ἔθνους μας στὰ βράχια, ὥστε νὰ συνέλθουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε πορεία πλεύσεως;
.       Ἡ μετάνοια θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὰ μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Γραφῶν καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἴδια μὲ τὰ μηνύματα τοῦ Προφήτη Ἠλία πρὸς τὸ βασιλιὰ καὶ τὸ λαὸ τοῦ βόρειου Ἰσραήλ. Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ βοηθήσει ὁ Θεός, νὰ μᾶς ἐλεήσει, νὰ μὴ νοιώσουμε, ὅ,τι ἔνοιωσαν οἱ Ἰσραηλίτισσες ἐκεῖνες, πρὸς τὶς ὁποῖες ἔλεγε προφητεύοντας ὁ Ἡσαΐας: «- Κυρίες μου… φορᾶτε τὰ φουστάνια σας τὰ ὡραῖα μὲ τὶς ζῶνες τὶς χρυσὲς καὶ τὰ χρυσοκεντημένα καὶ μεταξωτά σας ροῦχα, καὶ τὰ ἀρώματά σας… Σχοινὶ θὰ μπεῖ στὴ μέση σας καὶ θὰ συρθεῖτε ξυπόλυτες στὴ γῆ τῆς αἰχμαλωσίας!… «καὶ ἔσται ἀντὶ ὀσμῆς ἡδείας κονιορτὸς καὶ ἀντὶ ζώνης σχοινίῳ ζώσῃ καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τῆς κεφαλῆς τοῦ χρυσίου φαλάκρωμα ἕξεις διὰ τὰ ἔργα σου καὶ ἀντὶ τοῦ χιτῶνος τοῦ μεσοπορφύρου περιζώσῃ σάκκον» (Ἡσ. 3, 24). Ἂν δὲν κάνουμε τοὺς συσχετισμούς μας, δὲν συνέλθουμε, δὲν μετανοιώσουμε, θὰ ἔλθουν οἱ συνέπειες καὶ τότε, ἀργὰ βέβαια, ἴσως συνετισθοῦμε.
.       Ὁ Θεός μας, ὁ «πανταχοῦ παρών» προστάτευσε σὲ δύσκολες ἡμέρες, σὲ ἡμέρες φθόνου καὶ κατατρεγμοῦ, τὸν Προφήτη Ἠλία. Τὸν προστάτευσε ἀπὸ τὸν μέχρι θανάτου φθόνο τῆς Ἰεζάβελ. Τὸν παρότρυνε νὰ φύγει μακριὰ καὶ νὰ κρυφθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ λέγοντάς Του: «Πορεύου κατὰ ἀνατολὰς καὶ κρύβηθι ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Χοῤῥάθ, τοῦ ἐπὶ προσώπου Ἰορδάνου, καὶ ἔσται ἐκ τοῦ χειμάῤῥου πίεσαι ὕδωρ καὶ τοῖς κόραξιν ἐντελοῦμαι διατρέφειν σε» (Γ΄ Βασ. 17, 3-4). Πήγαινε, τοῦ εἶπε, νὰ κρυφθεῖς καὶ ἐγὼ θὰ σὲ διαθρέψω. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι λόγια παμμέγιστης σημασίας. «Κρύβηθι», κρύψου! Αὐτὸ τὸ «κρύβηθι» εἶναι ἕνας σπουδαῖος λόγος γιὰ ὅλους μας καὶ φυσικὰ γιὰ τὸ ἔθνος μας στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ διανύει. Τὰ ἴδια λόγια τοῦ Θεοῦ μας τὰ ἔχουμε ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη: – Λαέ μου, «εἴσελθε εἰς τὰ ταμιεῖα σου, ἀπόκλεισον τὴν θύραν σου, ἀποκρύβηθι μικρόν, ὅσον ὅσον, ἕως ἂν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου» (Ἡσ. κστ΄ 20). Λαέ μου, περπάτα, μπὲς μέσα στὰ ἐσώτερα δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ σου, κλεῖσε τὴν πόρτα σου, κρύψου γιὰ λίγο, «ὅσον ὅσον», ἕως ὅτου περάσει ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου.
.       Γιὰ νὰ κρυφτοῦμε, ὅμως, πρέπει νὰ φύγουμε· νὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν ἐσφαλμένο δρόμο, τὸ δρόμο τῆς ἀπωλείας, στὸν ὁποῖο, δυστυχῶς, βαδίζουμε. Χρειάζεται φυγή! Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι γιὰ νὰ σώσει ὁ Ἰωσὴφ τὸ βρέφος Χριστό, ἔλαβε ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο. Γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ οἰκογένεια τοῦ Λὼτ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τῶν Σοδόμων, ἔλαβε ἐντολὴ νὰ φύγει, χωρὶς μάλιστα νὰ κοιτάξει πίσω, δηλαδὴ χωρὶς νὰ μολυνθεῖ μὲ φιλήδονες ἐνθυμήσεις, ποὺ προκαλοῦν πειρασμοὺς καὶ ἀναπόφευκτα πτώσεις. Γιὰ νὰ ἀποφύγει τοὺς πειρασμοὺς τῆς σάρκας τέλος ὁ Ὅσιος Μαρτινιανός, ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ σπήλαιό του ἀναφωνώντας τὸ σοφότατο: «Μαρτινιανέ, φεῦγε καὶ σῴζου». Ἡ μετάνοιά μας, λοιπόν, καὶ ἡ φυγὴ ἀπὸ τὸ κατεστημένο θὰ μᾶς φέρει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, θὰ ἑλκύσει γύρω μας τὸ ἔλεος Του, ἀφοῦ θὰ κρυφθοῦμε σὰν τὰ μετανοιωμένα παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά Του, καὶ θὰ σώσουμε, ἔτσι, τὴν πατρίδα μας καὶ φυσικὰ τοὺς ἑαυτούς μας.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; (Χαρ. Μπούσιας)

Παιδί μου, ποῦ εἶσαι;

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                Ἀσίγητα ἀκούγεται στὰ αὐτιά μας, στὰ αὐτιὰ τοῦ καθενός μας, ἡ φωνή του Κυρίου μας, τοῦ Δημιουργοῦ μας, τοῦ Πλάστη μας, ἡ φωνὴ τοῦ ἐνδιαφέροντός Του γιὰ ἐμᾶς:
-Παιδί μου, ποῦ εἶσαι»; Σὲ ψάχνω! Σὲ ἀναζητῶ! Γιατί μοῦ κρύβεσαι; Ἔχεις παράπονο ἀπὸ μένα; Μήπως δὲν σοῦ φέρθηκα καλά; Γιατί μὲ ἀποστρέφεσαι; Μήπως ντρέπεσαι νὰ μὲ δεῖς, γιατί ἡ συμπεριφορά σου εἶναι ἀνάρμοστη; Μήπως παρήκουσες τῶν ἀντολῶν μου; Ὅτι καὶ ἂν συμβαίνει, ἐγὼ σὲ ψάχνω! Μὴν κρύβεσαι! Σὲ θέλω! Εἶσαι τὸ παιδί μου καὶ εἶμαι ὁ πατέρας σου. Σὲ θέλω κοντά μου. Θέλω νὰ νοιώθω τὴν ἀνάσα σου δίπλα μου. Θέλω νὰ σὲ βλέπω εὐτυχισμένο καὶ χαρούμενο. Θέλω τὴν πρόοδό σου. Θέλω νὰ ζῶ γιὰ πάντα μαζί σου.
.             «Ἀδάμ, ποῦ εἶ» (Γεν. γ´ 9) ; Ἀκούστηκε κάποτε ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου μέσα στὸν Παράδεισο. Ἔψαχνε ὁ Θεὸς τοὺς Πρωτοπλάστους ποὺ εἶχαν κρυφθεῖ. Τότε ποὺ ἡ παρακοή τους στὸ θεῖο θέλημα τοὺς εἶχε ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντά Του. Τότε ποὺ ντρέπονταν νὰ Τὸν δοῦν. Τότε ποὺ ἡ Εὔα «κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα τῷ φόβῳ ἐκρύβη», ὅταν τὸ δειλινὸ ἐκεῖνο ἄκουσε τὸν ἦχο τῶν ποδιῶν τοῦ Κυρίου «περιπατοῦντος», αὐτῶν ποὺ ἀργότερα ἄκουσε καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, ἡ ὁποία ἔρρανε τὰ ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, ὅπως ψάλλει καὶ ἡ ὑμνωδὸς Κασσιανή. Δὲν εἶχε, ὅμως, τίποτε τὸ ἄγριο ἐκείνη ἡ φωνή, τίποτε τὸ ἀπάνθρωπο καὶ τὸ αὐστηρό. Μόνο κάτι τὸ πονεμένο καὶ τὸ ἐλεγκτικό. Ἦταν ἕνα κάλεσμα σὲ μετάνοια καὶ σὲ σωτηρία, πράξη καὶ αὐτὴ τῆς θείας Οἰκονομίας.
.             Ὁ Θεὸς ὡς παντογνώστης καὶ παντεπόπτης γνώριζε, ἀσφαλῶς, τί εἶχαν διαπράξει οἱ Πρωτόπλαστοι. Δὲν περίμενε, ὅμως, αὐτοὺς νὰ Τὸν ἀναζητήσουν. Πρῶτος Ἐκεῖνος ἔκανε τὸ μεγάλο βῆμα. Πρῶτος Ἐκεῖνος ἔσπευσε νὰ τοὺς ἀναζητήσει. Ἤθελε νὰ τοὺς δώσει τὴν εὐκαιρία νὰ Τοῦ ζητήσουν συγγνώμη. Ἔτσι, ἄρχισε νὰ τριγυρνᾶ ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς τοῦ Παραδείσου καὶ νὰ φωνάζει: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ»; Παιδί μου Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι; Σὲ ἀναζητῶ μὲ ἀγωνία! Ἔλα, παρουσιάσου, μὴν μὲ κακοκαρδίζεις.
.             Ἔμοιαζε ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὴν συμπεριφορὰ τῶν μικρῶν μας παιδιῶν, ποὺ μετὰ ἀπὸ κάποια ζημιὰ ἢ ἀταξία κρύβονται φοβισμένα. Ἡ ἀγάπη, ὅμως, τοῦ πατέρα, τὰ ἀναζητᾶ περιμένοντας νὰ ὁμολογήσουν κλαίοντας τὸ λάθος τους καὶ Ἐκεῖνος νὰ τὰ σφίξει πάλι μέσα στὴ μεγάλη του ἀγκαλιά.
.             Τὸ ἐρώτημα «Ποῦ εἶσαι» ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Κύριος  εἶναι ἐρώτημα ἀγάπης, εἶναι πρόσκληση σωτηρίας. Εἶναι ἐρώτημα ποὺ περιμένει τὴν ἀπάντηση τῆς μετανοίας γιὰ ὁποιοδήποτε λάθος ζωῆς καὶ τὸ αἰτήμα τῆς συγχωρήσεως. Μὲ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ὁ Κύριος κάτι περιμένει. Περιμένει τὴν ἀνταπόκρισή μας στὸ ψάξιμό Του, μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ νοιώσουμε το λάθος μας καὶ νὰ τὸ διορθώσουμε μένοντας μέσα στὴν πατρικὴ ἀγκαλιά, μέσα τὸν μυρβόλο Παράδεισο.
.             Ὁ παρήκοος Ἀδὰμ τότε, μὴ μπορώντας περισσότερο νὰ κρυφθεῖ παρουσιάσθηκε γυμνὸς μπροστά Του, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ζητήσει συγγνώμη Τοῦ εἶπε:
-Ἄκουσα, Κύριε, τὴν φωνή Σου καὶ κρύφθηκα, γιατὶ ἤμουν γυμνός. Πρώτη φορὰ εἶδα τὴν γύμνια μου καὶ ντρέπομαι.
-Γιατί, Ἀδάμ, φοβήθηκες Ἐμένα ποὺ σὲ ἔπλασα; Τί τὸ τρομακτικὸ εἶδες τὴν ὄψη Μου; Στὴν ὄψη Αὐτοῦ ποὺ σὲ εὐεργέτησε μὲ τόσα ἀγαθά; Αὐτοῦ ποὺ σὲ τίμησε μὲ τόση τιμή; Ποιός σοῦ εἶπε, Ἀδάμ, ὅτι εἶσαι γυμνός; Τί σὲ ἔκανε νὰ δεῖς αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, νὰ ἀντιληφθεῖς τὴν φτώχια σου, τί ἄλλο ἀπὸ τὸν καρπὸ τῆς γνώσεως, ποὺ σοῦ εἶχα πεῖ νὰ μὴν τὸν φᾶς;
.             Τί ἄφατη ἀγάπη! Τί διευκόλυνση τῆς ἐξομολογήσεως! Τοῦ εἶπε ὁ Κύριος τὴν ἁμαρτία ποὺ διέπραξε, γιὰ νὰ κάνει τὰ πράγματα εὔκολα στὸν Ἀδάμ. Τοῦ τὴν εἶπε πρὶν ἐκεῖνος τὴν ὁμολογήσει, γιὰ νὰ τὸν φέρει σὲ συναίσθηση καὶ σκύβοντας τὸ κεφάλι νὰ τοῦ πεῖ:
«Ναί, Κύριε, δὲν Σὲ ἄκουσα, συγχώρεσέ με».!
.             Τί ὄμορφα ποὺ θὰ εἶχαν τελειώσει ὅλα! «Συγχώρεσέ με». Ἂν ἔλεγε αὐτὴ τὴν μεγάλη λέξη, τὴν ὁποία οὔτε ἀργότερα ὁ Ἰούδας τὴν εἶπε, θὰ ἄνοιγε ἡ πόρτα τοῦ θείου ἐλέους. Αὐτὴ εἶναι ἡ λέξη ποὺ ἀνοίγει τὴν κλειστὴ πόρτα τῆς καρδιᾶς στὴν Χάρη. Εἶναι ἡ λέξη ποὺ θὰ σφράγιζε τὴν πόρτα τῆς ἐξόδου τοῦ Πρωτοπλάστου ἀπὸ τὸν ποθεινότατο Παράδεισο.
.             Ὅμως ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶπε τὴν λέξη αὐτή. Προτίμησε νὰ ἀντιτάξει τὴν αὐθάδεια στὴν ἀγάπη.
-Ἐσὺ φταῖς, Θεέ μου! «Ναί, Ἐσὺ φταῖς, γιατὶ ἡ γυναίκα ποὺ μοῦ ἔδωσες μὲ παρέσυρε καὶ μοῦ ἔδωσε τὸν ἀπαγορευμένο καρπό».
.             Τότε ἦταν ποὺ ὁ Κύριος δέχθηκε μιὰ κλωτσιά ἀπὸ τὸ πλάσμα Του, ἀλλὰ δὲν μίλησε. Κοίταξε μήπως βρεῖ πόρτα ἀνοικτὴ στὴν καρδιὰ τῆς Εὔας.
-Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό, Εὔα;»
.             Ἀλλὰ οὔτε ἐδῶ βρῆκε τὴν μετάνοια, τὴν συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας.
-Τί ζητᾶς ἀπὸ ἐμᾶς εὐθύνη, Κύριε, συνέχισε ὁ Ἀδάμ, ἀφοῦ φταῖς Ἐσὺ ὁ ἴδιος; Ἐσὺ δὲν δημιούργησες τὴν γυναίκα; Ἐσὺ δὲν δημιούργησες τὸν ὄφη;
.             Τὸ φαρμάκι τῆς ἀναισχυντίας καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τῆς αὐτονομήσεως εἶχε φαρμακώσει τὶς καρδιὲς τῶν Πρωτοπλάστων. Φαρμακώθηκε ἡ καρδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας καὶ μίσησαν τὸν Δημιουργό τους μέχρι τοῦ σημείου νὰ τὸν μεμφθοῦν γιὰ τὰ δημιουργήματά Του. Ἔκλεισαν πιὰ οἱ φαρμακωμένες καρδιές τους στὴν Χάρη ποὺ ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ κτυπάει τὴν πόρτα τους. «Ἰδοὺ ἵσταμαι ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. γ´ 20). Ὅμως ἡ θύρα ἦταν καλὰ ἀμπαρωμένη καὶ μέσα κατοικοῦσε ὁ Διάβολος.
.             Μὲ τὶς ἀπαντήσεις του ὁ ἀμετανότητος καὶ σκληρόκαρδος Ἀδὰμ ἔχασε τὴν εὐκαιρία τῆς ζητήσεως συγγνώμης, τὴν ὁποία ἤλπιζε νὰ ἀκούσει ὁ Θεός, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν συγχωρήσει καὶ νὰ τὸν κρατήσει δίπλα Του μέσα στὸν Παράδεισο, ἂν καὶ τὴν προγνώριζε. Ὁ σκοτισμένος, ὅμως, Ἀδὰμ δὲν ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία, γιὰ νὰ πέσει μέσα στὴν ἀγκαλιὰ πάλι τοῦ Θεοῦ. Δὲν κατανοοῦσε ὁ ταλαίπωρος τότε ὅτι μόνος του μὲ τὰ λόγια του καὶ μὲ τὰ ἴδια του χέρια ἄνοιγε τὴν πόρτα τῆς ἐξόδου του ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Δὲν ἦταν μόνο παρήκοος, ἦταν ἀμετανόητος καὶ τολμητίας ὕβρεως καὶ ἀχαριστίας πρὸς τὸν Εὐεργέτη του, ὅταν Τοῦ εἶπε:
-Ἐσύ, Θεέ μου, ποὺ λυπήθηκες τὴν μοναξιά μου καὶ ποὺ ἔδωσες σύντροφο στὴ ζωή μου, Ἐσὺ φταῖς. Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ ἀγάπη δὲν μὲ ἄφησες μόνο, Ἐσὺ ποὺ καὶ τώρα ἀκόμη μὲ ψάχνεις, γιατὶ ἡ ἀγάπη Σου εἶναι ἀπέραντη.
.             Ποιός μπορεῖ νὰ νοιώσει τὴν πικρία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ πλάσματός Του; Τὴν ἀπογοήτευση ἀπὸ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά του; Μιά του λέξη θὰ εἶχε ἀλλάξει ὅλο το σκηνικὸ στὸν Παράδεισο ἐκεῖνο τὸ δειλινό. Ἕνας λόγος συγγνώμης καὶ μιὰ δροσοσταλίδα ἀπὸ δάκρυ θὰ ἅπλωνε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ πάνω Του, ὅπως Αὐτὸς τὸ ἁπλώνει σὲ κάθε παιδί Του, ποὺ μὲ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός του σπεύδει μετανοημένος νὰ γευθεῖ τὸ πατρικὸ χάδι καὶ νὰ χωθεῖ μέσα στὴν πλατιὰ ἀγκαλιά Του.
.             Δὲν σκέφθηκε ὁ Ἀδάμ, ὅπως καὶ ἐμεῖς δὲν σκεπτόμαστε, ὅτι ὡς Θεὸς Αὐτὸς γνωρίζει τὰ πάντα! Πῶς μποροῦμε νὰ κρυφθοῦμε ἀπὸ τὴν χάρη Του; Πολὺ ὄμορφα μᾶς τὸ λέει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω; ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, Σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά Σου (Ψαλμ. 138 7-10).
.             Ποῦ μπορῶ νὰ πορευθῶ, ὥστε νὰ εἶμαι μακριὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμά Σου; Καὶ ποῦ μπορῶ νὰ καταφύγω, ὥστε νὰ μὴν βρίσκομαι κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα Σου; Ἐὰν τολμήσω νὰ ἀνεβῶ στὸν οὐρανό, Σὺ ὑπάρχεις ἐκεῖ. Ἐὰν κατεβῶ στὸν Ἅδη, Ἐσὺ πάλι παρευρίσκεσαι ἐκεῖ. Ἐὰν ἀποκτήσω φτερὰ καὶ κατὰ τὰ χαράματα, πρὶν νὰ ἀνατείλει ὁ ἥλιος, πετάξω καὶ κατασκηνώσω στὴν ἄκρη τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θάλασσας, ἐκεῖ ὅπου δύει ὁ ἥλιος, ἐκεῖ ὑπάρχεις καὶ Ἐσύ.
.             Αὐτὸς ὁ Ψαλμὸς ποὺ δείχνει τὴν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ μας καὶ τὴν ἀνικανότητα μας νὰ κρυφθοῦμε ἀπὸ τὰ μάτια Του μᾶς προτυπώνει καὶ τὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μας, πάνω στὸν ὁποῖο σφραγίσθηκε ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ἡ θυσία τοῦ Πατέρα τῆς ἀγάπης, τῆς συγχωρητικότητος, γιὰ τὰ τέκνα του τὰ ἁμαρτωλά. Τὸ «ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν», φανερώνει τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ, τὸ «ἐὰν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην», φανερώνει τὸ βάθος του, τὸ «ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον», φανερώνει τὸ πλάτος του καὶ μάλιστα πρὸς τὴν κατεύθυνση ἐκείνη ὅπου ἀνατέλλει κατὰ τὸ πρωῒ ὁ ἥλιος , καὶ τὸ «καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης», δηλαδὴ πρὸς τὰ ἐκεῖ, ὅπου δύει ὁ ἥλιος, πρὸς τὴν δύση, μᾶς φανερώνει τό πλάτος τοῦ Σταυροῦ καὶ μάλιστα τῆς δεξιᾶς του ἀκτίνας. Ἔτσι, ἐπιβεβαιώνεται, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιβλέπει ὁ Μέγας Δημιουργὸς καὶ τὰ πληροῖ μὲ τὴν παρουσία Του, ἐνθυμούμενοι καὶ τὸ τροπάριο τὸ σχετικὸ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο λέει ὅτι: «εὗρος καὶ μῆκος σταυροῦ οὐρανοῦ ἰσοστάσιον» δηλαδὴ οἱ ὁριζόντιες καὶ οἱ κάθετες ἀκτίνες τοῦ Σταυροῦ προεκτεινόμενες νοητὰ καλύπτουν ὅλην τὴν κτίση.
.             Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα μᾶς ὠφελεῖ, γιατὶ μᾶς γεμίζει μὲ ἀσφάλεια. Αὐτὴ τὴν ὁποία αἰσθάνεται κάθε μικρὸ παιδάκι ὅταν παίζει κοντὰ στὴ μητέρα του καὶ κάτω ἀπὸ τὸ βλέμμα της. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πιστὸς ποὺ ἀγάπησε τὸν Θεὸ καὶ ταπεινώθηκε ἀπέναντί Του σὰν παιδί, νοιώθει τὴν καρδιά του νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ πνευματικὴ χαρὰ καὶ ἀσφάλεια, διότι αἰσθάνεται τὸ στοργικὸ θεῖο βλέμμα ἐπάνω του, γλυκαίνεται ἀπὸ τὴν θαλπωρὴ τῆς θείας ἀγάπης. Ἀκόμη, ὅταν βαραίνει τὴν καρδιά του κάποια θλίψη, τότε, ἐπειδὴ πιστεύει ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὴν ἐσωτερικὴ δυσκολία του, κάνει πολλὴ ὑπομονὴ καὶ παρηγορεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
.             Ἐπίσης ὅταν κάθε πιστὸς βρίσκεται σὲ κίνδυνο, δὲν ὀλιγοψυχεῖ. Ἀκόμη κι ἂν βρεθῶ ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο, λέει, δὲν θὰ φοβηθῶ νὰ πάθω κάποιο κακό, διότι Ἐσὺ εἶσαι μαζί μου. Ὑπάρχει μάλιστα ἕνας θαυμάσιος Ψαλμός, ὁ ὑπ᾿ ἀριθμὸν 138, ὁ ὁποῖος ξεχειλίζει ἀπὸ πίστη, ἅγιο φόβο, θαυμασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ θεία παγγνωσία. «Τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶ­δον οἱ ὀφθαλμοί σου», γράφει ὁ Ψαλμωδός. Μὲ εἶδαν τὰ μάτια Σου, Κύριε, ὅταν ἤμουν ἀδιαμόρφωτο ἔμβρυο στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας μου. Ἐσὺ γνωρίζεις ὅλες τὶς σκέψεις μου, πρὶν τὶς βάλω στὸν νοῦ μου. Πῶς νὰ κρυφθῶ ἀπὸ Ἐσένα; Ἐσὺ παντοῦ, μὲ κρατᾶς σφιχτὰ καὶ μὲ ὁδηγεῖ τὸ δεξί Σου χέρι.
.             Ἐσύ, Χριστέ μου, δείχνοντας πατρικὰ σπλάχνα οἰκτιρμῶν δὲν ἄφησες τὸν Ἀδάμ, δὲν ἄφησες ὅλες τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων στὸν Ἅδη νὰ χαθοῦν. Καὶ γι’ αὐτὲς μερίμνησες. Ἀφήνοντας τὸν Σταυρό Σου, μετὰ τὸ «τετέλεσται» (Ἰωάν. ιθ´ 30) κατέβηκες καὶ ἔψαξες στὰ βαθύτερα σημεῖα τοῦ Ἅδη νὰ βρεῖς τὸ παιδί σου τὸ πρωτότοκο, γιὰ νὰ τὸ σώσεις. «Ἀδὰμ γὰρ τῷ προτέρῳ δεύτερος ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν κατῆλθεν μέχρις Ἅδου ταμείων». Ἐσύ, λέει ἕνα πολὺ ὡραῖο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, κατέβηκες, γιὰ νὰ τὸν ἀναζητήσεις μέχρι τὰ κατώτατα διαμερίσματα τοῦ Ἅδη. Καὶ μὲ τὴν ἀνάστασή Σου τὸν συνανέστησας παγγενεῖ, μὲ ὅλο του τὸ γένος. «Παγγενεῖ τὸν Ἀδὰμ ἀναστήσας», μᾶς λέει ἕνα ἄλλο τροπάριο τῆς Ἀναστάσεως. Ἐδῶ τὸν Χριστό μας ὁ ὑμνωδὸς τὸν ὀνομάζει δεύτερο Ἀδάμ, γιατί, ὅπως ὁ πρῶτος Ἀδὰμ δὲν γεννήθηκε ἀπὸ σαρκικὴ μίξη, ἀλλὰ πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἔτσι καὶ Χριστός μας συνελήφθηκε ἄνευ σπορᾶς καὶ γεννήθηκε ἀπὸ παρθενική μήτρα.
.             Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ὅλο καὶ περισσότερο παρακολουθεῖται ἡ ζωή μας ἀπὸ κάμερες καὶ δορυφόρους. Καὶ αὐτὸ γεμίζει μὲ ἀνησυχία τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅμως πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη παρακολούθηση ὑπάρχει τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ παρακολουθεῖ τὰ πάντα καὶ προνοεῖ γιὰ τὰ πάντα. Γι᾽ αὐτὴν τὴν παρακολούθηση οὔτε νοιαζόμαστε. Εἴμαστε ἀνθρωποφοβούμενοι καὶ ὄχι θεοφοβούμενοι. Αὐτὴ ἡ παρακολούθηση δὲν εἶναι κατασκοπευτική. Εἶναι παρακολούθηση ἀγάπης καὶ ἐνδιαφέροντος τοῦ Πλάστη πρὸς τὸ πλάσμα Του. Εἶναι ὁ θεϊκὸς ὀφθαλμός, «ὃς τὰ πανθ᾽ ὁρᾷ». Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Θεό μας, νὰ μᾶς δίνει αὐτὸ τὸ μεγάλο δῶρο, τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του. Παράλληλα, ἂς προσπαθοῦμε κι ἐμεῖς νὰ τὴν θυμόμαστε καὶ νὰ τὴν συνειδητοποιοῦμε δίνοντας προσοχὴ στὶς κινήσεις τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἂς τὸν ἀκοῦμε κάθε στιγμὴ ποὺ μᾶς ψάχνει καὶ μᾶς φωνάζει: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ»; Ταπεινὰ ἂς τοῦ ἀπαντήσουμε καὶ ἡ ἀπάντησή μας ἂς συνοδεύεται ἀπὸ τὸ «ἥμαρτον, Κύριε, ἐνώπιόν Σου» (Λουκ. ιε´ 18). Τότε μόνο θὰ ζοῦμε καὶ θὰ κινούμαστε πάντοτε μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὴν ὀμορφιὰ τοῦ Παραδείσου Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ τὸ θέλουμε. Μᾶς τὸ εἶπε ἄλλωστε: «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ´ 21 ).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ [Χαρ. Μπούσιας]

 Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων,
Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας

Τὴν μνήμη του τιμᾶμε στὶς 15 Φεβρουαρίου.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Ὁ Ἅγιος τῆς Βίτσας Ζαγορίου, μακαριστὸς Γέροντας Ἰάκωβος Βαλαδῆμος (+ 15 Φεβρουαρίου 1960), ὑπῆρξε πρότυπο ἐργατικότητος, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ βοηθᾶ τοὺς ἀνέργους σὲ ἐξεύρεση ἐργασίας. Ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὸ Μονοδένδρι, στὸ ἐρειπωμένο τότε, ὅπως, δυστυχῶς, καὶ σήμερα, Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο τόσο στὴν ἀνακαίνισή του ὅσο καὶ στὴν ἀνακαίνιση ψυχῶν τῆς γύρω περιοχῆς μέσα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴν καθαρὴ μυστηριακὴ ζωή. Ἐρείπιο βρῆκε τὸ Μοναστήρι ἀπὸ τὶς φθορὲς καὶ τὶς λεηλασίες, ἐρείπια καὶ τὶς ἀκατήχητες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων τῆς γύρω περιοχῆς, ποὺ τὶς ἀγαποῦσε σὰν κάτι ἀτίμητο, ἀφοῦ καὶ αὐτές, ὅπως ὅλων μας, ἦσαν ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Μὲ τὴν φιλεργατικότητα του ὁ Γέροντας ἀνακαίνισε τὰ κτίρια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη του προσείλκυε τὶς ψυχὲς σὰν μαγνήτης, γιὰ νὰ τὶς πλύνει καὶ νὰ τὶς θεραπεύσει σταδιακὰ ἀπὸ τὰ γήϊνα πάθη τους.
.           Ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ εὐλογία Θεοῦ, χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει συνδημιουργὸ τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ κάθε ἐργαζόμενος, ὅπως ἡ ὄρνιθα, ποὺ ὅταν πίνει νερὸ στρέφει τὸ βλέμμα της δοξολογικὰ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ἐπιζητεῖ καθημερινῶς τὴν θεία βοήθεια γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς ἐκείνη τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἐργάζεται σκέπτεται πονηρά, περιπατεῖ ἄτακτα περιεργαζόμενος τοὺς ἐργαζομένους, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Θεσ. γ´ 12), καὶ γίνεται βάρος στὸν κοινωνικό του περίγυρο. Ὁ ἄνεργος ὅμως διαφέρει ἀπὸ τὸν ἄεργο, γιατί, ἐνῶ αὐτὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐργάζεται, οἱ συνθῆκες τῆς κάθε ἐποχῆς δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ βρεῖ ἐργασία.
.           Γιὰ τὸ πολυσχιδὲς ἔργο τοῦ Γέροντος Ἰακώβου στὰ Ζαγοροχώρια ὁ τότε ἐπιχώριος Μητροπολίτης τοῦ ἔδωσε τὸ ὀφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Αὐτός, ὅμως, ἦταν τόσο ταπεινός, ποὺ ποτέ του δὲν φόρεσε τὸ ἐπανωκαλύμαυχο καὶ τὸν σταυρό, τὰ διακριτικὰ τοῦ βαθμοῦ του. Τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ δὲν τὸν θεωροῦσε κόσμημα ἐπιδείξεως. Τὸν φοροῦσε μέσα του διακριτικὰ καὶ τὸν σήκωνε στοὺ ὤμους του ἀγόγγυστα. Ἦταν ἕνας σταυροφόρος Κυρηναῖος ψυχῶν. Γνώριζε ὅτι κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο χωρὶς νὰ σηκώσει μὲ χαρὰ τὸν σταυρό του. Κανεὶς δὲν θὰ δεχθεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του χωρὶς νὰ πλέξει γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό του τὰ τριαντάφυλλα τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Κανεὶς δὲν καθαρίζεται καὶ δὲν σώζεται χωρὶς παστρικὴ ἐξομολόγηση. Κανεὶς δὲν ὁδηγεῖται στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν μόνο μὲ γλέντια καὶ πανηγύρια. Χρειάζεται νὰ ἀκολουθήσει καὶ τὰ βήματα τοῦ Ἐσταυρωμένου στὸν ἀνηφορικὸ Γολγοθᾶ τῆς ζωῆς. Τὰ φίδια, ἔλεγε ὁ Γέροντας, στὰ πνευματικά του παιδιά, ὅταν βγοῦν ἀπὸ τὶς τρῦπες τους οἱ ἄνθρωποι τὰ σκοτώνουν. Ὅταν κάθονται μέσα χοντραίνουν. Οἱ ἁμαρτίες μας μοιάζουν μὲ φίδια. Ὅταν τὶς ἐξομολογούμαστε βγαίνουν ἀπὸ μέσα μας καὶ ψωφοῦν. Ὅταν, ὅμως, δὲν τὶς βγάζουμε μένουν μέσα μας καὶ μεγαλώνοντας μᾶς τσιμποῦν καὶ μᾶς ρίχνουν τὸ δηλητήριο τοῦ θανάτου.
.           Ἐντύπωση προξενοῦσε τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῶ ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν αὐστηρὸς ἀσκητὴς ἀπομονωμένος ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅμως, δὲν παρουσίαζε φαινόμενα ἄκρατης αὐστηρότητος καὶ φανατισμοῦ. Ἐξυπηρετώντας ὡς ἐφημέριος καὶ πνευματικὸς τὰ γύρω του χωριὰ ἐκ περιτροπῆς ἐφάρμοζε τὸ τοῦ Παύλου: «Τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις» (Φιλιπ. δ´ 5) καί, ἐνῶ ἦταν πολὺ αὐστηρὸς στὸν ἑαυτό του, ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς ἄλλους.
.           Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἀναγεννημένος πνευματικὰ καὶ δὲν θύμωνε, δὲν ἐπέπληττε, οὔτε κατέκρινε αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησίαζαν ὅσο ἁμαρτωλοὶ καὶ ἂν ἦσαν. Μόνο ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ θέματα πίστεως ἢ κινδύνου τοῦ ποιμνίου του ἀντιδροῦσε ἔντονα καὶ πάλι τότε μετὰ ἀπὸ πολλὲς νουθεσίες καὶ παραινέσεις.
.           Γνώριζε πολὺ καλὰ ὁ Γέροντας ὅτι ἡ ἐργασία, τόσο ἡ σωματικὴ ὅσο καὶ ἡ πνευματική, ἀποτελεῖ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ δῶρο Tου πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἐργασία εἶναι πάντοτε εὐχάριστη, ἀφοῦ ὁ σκοπός της δὲν εἶναι νὰ δυσαρεστεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἄσχετα ἂν πολλοὶ λέγουν ὅτι ἡ δουλειὰ εἶναι δουλεία, ἀλλὰ νὰ τοὺς προξενεῖ εὐχαρίστηση. Γράφει ὁ Ἐκκλησιαστής, ὅτι τὸ νὰ τρώγει ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθὰ τοῦ μόχθου του εἶναι χάρισμα Θεοῦ, «καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ὃς φάγεται καὶ πίεται καὶ ἴδῃ ἀγαθὸν ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, δόμα Θεοῦ ἐστιν» (Ἐκκλ. γ´ 13).
.            Ἄλλο, ὅμως, πράγμα, νὰ μὴ θέλει κάποιος νὰ ἐργασθεῖ, καὶ ἄλλο νὰ ἐπιζητεῖ ἐργασία καὶ νὰ μὴν βρίσκει. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ ἀεργία γίνεται ἀνεργία καὶ εἶναι ἔμπονη. Ἀποτελεῖ μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας. Μάστιγα, ποὺ σὰν τὶς ἀσθένειες, τὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία ἐνσκύπτει στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν Θεία παραχώρηση.
.           Γιὰ θεραπεία τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς μάστιγας τῆς ἀνεργίας ὁ καλὸς Θεὸς ἔδωσε τὴν χάρη στὸν φίλεργο Γέροντα Ἰάκωβο, νὰ μεριμνᾶ γιὰ τὴν καταπολέμησή της καὶ οἱ προσευχές του νὰ εἰσακούονται ἀπὸ Αὐτόν. Ἔτσι, ὅσοι ἄνεργοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, λὲς καὶ ἀπευθύνονται σὲ γραφεῖο ἐξευρέσεως ἐργασίας, βρίσκουν ἐργασία γιὰ νὰ μποροῦν ἀξιοπρεπῶς νὰ διανύσουν τὸν δόλιχο τῆς παρούσας ζωῆς. Πολλὲς μαρτυρίες καὶ πολλὰ περιστατικὰ ἔχουμε καταγεγραμμένα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ μᾶς ἔχουν διηγηθεῖ σοβαρὰ πρόσωπα γιὰ τὴν ταχεῖα ἐπέμβαση τοῦ πανοσίου Γέροντος Ἰακώβου σὲ Ἀθήνα, Καλαμπάκα, Ἰωάννινα, Κύπρο, ὅπου ἀντίγραφα τῆς μορφῆς του ἔχουν διαδοθεῖ καὶ ὅπου ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του ἔχει ἐπιφέρει αἴσια ἀποτελέσματα. Ὅταν κάποτε ρωτήθηκε ὁ Γέροντας Γαβιὴλ ἀπὸ τὴν Κύπρο πότε θαυματουργοῦν οἱ Ἅγιοι μᾶς εἶπε:
-Εὑρισκόμενος πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Μοναστήρι τοῦ Ναυπλίου, ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μορφὴ ἁγία, ρωτήθηκε ποιοί Ἄγιοι θαυματουργοῦν; Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ὅτι θαυματουργοῦν ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται πολλὲς προσευχές. Οἱ Ἅγιοι ποὺ οἱ πιστοὶ τοὺς ἐπικαλοῦνται μὲ θερμὲς προσευχές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὅσιο Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Βίτσας, ὁ ὁποῖος πρόθυμα καὶ γρήγορα ἐξευρίσκει ἐργασία στοὺς ἀνέργους ποὺ θερμὰ προστρέχουν στὴν χάρη του.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ [Ὁ Νέος Μητροπολίτης] (Χαρ. Μπούσιας)

Ὁ πλοῦτος τῆς Μάνης


γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                Ἂν θέλαμε νὰ σκιαγραφήσουμε τὸν νέο Μητροπολίτη Μάνης κ. κ. Χρυσόστομο Παπαθανασίου θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι ὁ Ἱεράρχης μὲ τὴν πλούσια θύραθεν παιδεία, δικαστικὴ καὶ θεολογική, μὲ τὴν πλούσια σὲ αἰσθήματα καρδιά, μὲ τὴν πλούσια πίστη στὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ, μὲ τὴν πλούσια ἱεραποστολικὴ δράση, μὲ τὸν πλούσιο ψυχικὸ κόσμο, μὲ τὸ πλούσιο ταπεινὸ φρόνημα καὶ μὲ τὴν πλούσια ἐπιθυμία διακονίας τοῦ πιστοῦ λαοῦ. Ὁ χρόνος θὰ δείξει τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, τὸ ὁποῖο ἔχει ἀποδείξει ἡ μέχρι σήμερα ἱστορικὴ πορεία τοῦ νέου Ἱεράρχου, τοῦ γνωστοῦ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἀπὸ τὸν Ἄμβωνα τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν.
.              Ὁ νέος Μητροπολίτης Μάνης, Σεβασμιώτατος κ. κ. Χρυσόστομος Παπαθανασίου, καθίσταται ὁ πλοῦτος τῆς Μάνης, ὁ πλοῦτος τοῦ πλούσιου σὲ ἠρωϊσμό, ἀγάπη, πίστη καὶ φιλοξενία λαοῦ τῆς Μάνης, τῆς καρδιᾶς τῆς Ἑλλάδας μας. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας μας γίνεται πιὸ πλούσια μὲ τὴν εἴσοδο σὲ αὐτὴ τοῦ πατρὸς Χρυσοστόμου καὶ ἡ Μάνη περιμένει πολλὰ μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ κυροῦ Χρυσοστόμου. Στὸν κατηχητικό του Λόγο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ποὺ διαβάζεται τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως, λέει: «Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδεὶς θρηνείτω πενίαν». Ἐμεῖς στὴν λογικὴ τῶν Μανιατῶν ποίμνη λέγομεν: «Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος τοῦ νέου σας Ποιμενάρχου. Μηδεὶς θρηνείτω πενίαν λόγων καὶ ἔργων». Ἡ ἐπισκοπικὴ διακονία τοῦ π. Χρυσοστόμου εἶναι ἐγγύς. Ἴδετε!

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΓΓΕΛΩΝ γιὰ τὴ σωτηρία μας (Χαρ. Μπούσιας)

Ἀποστολὴ Ἀγγέλων γιὰ τὴ σωτηρία μας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 Ἀρχάγγελος Ραφαὴλ εἶναι ὁ Ἀρχιδιάκονος τοῦ Ἀρχιερέως Θεοῦ, τὸν ὁποῖον Ἐκεῖνος ἀποστέλλει, κάθε φορὰ ποὺ θέλει νὰ σώσει τὰ πλάσματα τῶν χειρῶν Του. Στὰ τελευταῖα χρόνια παρουσιάσθηκε σὲ ἕνα γεωργὸ τῆς Κρήτης, ποὺ τὸν ἔσωσε ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν αἵρεση, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀξίωσε νὰ γίνει μεγάλος ἐρημίτης ἀσκητὴς μὲ τὸ ὄνομα Σέργιος. Βλέπετε, ὁ ἀναστημένος Χριστός μας παραμένει « χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8) καὶ σπεύδει σὰν Καλὸς Ποιμένας νὰ σώσει ὅλα τὰ κινδυνεύοντα πρόβατά Του.
.                Ὁ γεωργὸς αὐτὸς ζοῦσε σὲ ἕνα χωριὸ κοντὰ στοὺς Καλοὺς Λιμένες τῆς Κρήτης, ἔξυπνος καὶ καλλιεργημένος, ἀλλὰ παρασυρμένος σὲ αἱρέσεις. Εἶχε, ὅμως, μέσα του ἀμφιβολίες γιὰ τὸν ἂν ὁ δρόμος ποὺ ἀκολουθοῦσε αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένεια του ἦταν ὁ σωστός. Γι’ αὐτὸ καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεό, νὰ τοῦ στείλει ἕναν Ἄγγελό Του, νὰ τοῦ δείξει τὸν σωστὸ δρόμο. Οἱ παρακλήσεις του κράτησαν χρόνια, μέχρι ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸν ἀμπελώνα του ἕνας Ὀρθόδοξος Διάκονος, ὁ ὁποῖος τὸν πλησίασε καὶ ἄρχισε τὴ συζήτηση μαζί του. Ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις του καὶ τὸν αἰχμαλώτισε μὲ τὶς γνώσεις καὶ τὴν πειστικότητά του. Ἡ συζήτηση κράτησε ὧρες καὶ εὐχαριστημένος ἀπ’ αὐτὴν ὁ φιλόξενος γεωργὸς κάλεσε τὸν Διάκονο στὸ σπίτι του. Καὶ ἐκεῖ ὅλη ἡ οἰκογένειά του κρεμάσθηκε ἀπὸ τὰ χείλη του. Ὅλη τὴ νύχτα τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ, ποὺ σαρκώθηκε ἀπὸ ἀγαθότητα, γιὰ τὴν ἀγάπη Του πρὸς τὸν κόσμο ὅλο, γιὰ τὸν θάνατο, γιὰ τὴ μέλλουσα ζωή. Σὲ ὅλων τὶς ψυχὲς ἐνθρονίσθηκε ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας ἔδιωξε τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας καὶ τῶν αἱρέσεων. Ὁμαδικὰ ἤθελαν ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ ἀποτινάξουν τὴν αἵρεση καὶ νὰ προσέλθουν στὴ μόνη σώζουσα πίστη, τὴν Ὀρθόδοξη.
.                Ὁ διάκονος, ὅταν ξημέρωσε, πῆρε ὅλη τὴν οἰκογένεια τοῦ γεωργοῦ καὶ τοὺς πῆγε νὰ τοὺς παρουσιάσει στὸν τοπικὸ Ἐπίσκοπο. Ἐκεῖνος τὸν εὐχαρίστησε καὶ τὸν ρώτησε ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πηγαίνει. Ὁ Διάκονος ἔβαλε μετάνοια καὶ τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι Ἀρχιδιάκονος τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως, ἔρχεται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ πηγαίνει γιὰ ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις στὴν Ἀθήνα. Οἱ δυνατοί, ὅμως, ἄνεμοι καὶ ἡ τρικυμία ἀνάγκασαν τὸ καράβι τους νὰ ἀράξει στοὺς Καλοὺς Λιμένες. Στὴν ἐπισκοπὴ ἦρθε, γιὰ νὰ τὸν παρακαλέσει νὰ δεχθεῖ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας τὴν οἰκογένεια τοῦ γεωργοῦ, τὴν ὁποία ὅλη τὴ νύχτα κατηχοῦσε, γιὰ νὰ φωτισθεῖ ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα.
.                Ἀκούγοντας ὁ Ἐπίσκοπος ὅτι ἦταν Ἀρχιδιάκονος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων τὸν παρακάλεσε νὰ λάβει μέρος στὴν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων ποὺ θὰ τελοῦσαν τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ἀφοῦ ἦταν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ὁ Ἀρχιδιάκονος ἀποδέχθηκε εὐχαρίστως νὰ λάβει μέρος.
.                Κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία ὁ Ἐπίσκοπος ἔδωσε στὸν ἐπισκέπτη του νὰ σηκώσει τὸν Ἅγιο Δίσκο μὲ τὸ Πανάγιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας. Ἐκεῖνος τὸν παρέλαβε τρέμοντας καὶ ἔκανε τὴ μεταφορὰ τρικλίζοντας, λὲς καὶ ἦταν μεθυσμένος. Ὅλοι ἔλεγαν ὅτι ὁ Διάκονος πρέπει νὰ ἦταν ἄρρωστος καὶ κάποιος ἔσπευσε νὰ τὸν ὑποβαστάσει, γιὰ νὰ μὴν πέσει κάτω μὲ τὸ Πανάγιο Σῶμα τοῦ Κυρίου μας.
.                Μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ Ἐπίσκοπος ρώτησε τὸν Ἀρχιδιάκονο μήπως ἦταν ἄρρωστος ἢ ἔπασχε ἀπὸ κάποια παράξενη ἀσθένεια. Καὶ ὁ Ἀρχιδιάκονος ἀπάντησε:
-Ἔχω, Ἅγιε Δέσποτα, μιὰ ἀσθένεια ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει. Κάθε φορὰ ποὺ διακονῶ καὶ παίρνω στὰ χέρια μου τὸ Πανάγιο Σῶμα τοῦ Κυρίου μου αἰσθάνομαι νὰ κάμπτονται τὰ γόνατά μου ἀπὸ τὸ βάρος, γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν μπορῶ νὰ βαδίσω ἐλεύθερα. Ἀλλὰ σκέπτομαι: Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ κρατήσει στὰ χέρια του τὸν «ἀχώρητον παντί»; Καὶ λέγοντας αὐτὰ ἄστραψε ὅλος ἀπὸ οὐράνιο φῶς καὶ μὲ παράξενη φωνὴ εἶπε:
-Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τὰ Λειτουργικὰ Πνεύματα, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλονται νὰ διακονήσουν αὐτοὺς ποὺ θὰ κληρονομήσουν τὴ σωτηρία. Ἐμένα ἔστειλε ὁ Κύριος στὸν Κορνήλιο τὸν ἐλεήμονα ἑκατόνταρχο καὶ ἐγὼ προσφέρω τὶς προσευχὲς αὐτῶν ποὺ θὰ σωθοῦν στὸν οὐράνιο θρόνο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μὲ ἔστειλε σὲ αὐτὸ τὸν γεωργό, ὁ ὁποῖος ζητοῦσε στὴν προσευχή του νὰ τοῦ ὑποδειχθεῖ ἡ ἀληθινὴ πίστη.
.                Ὅταν ἄκουσαν αὐτὰ ὁ Ἐπίσκοπος καὶ οἱ ἄλλοι, ταράχθηκαν τόσο, ποὺ ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο κάτω στὸ ἔδαφος. Ὁ Ἀρχιδιάκονος, ὅμως, ποὺ ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Ραφαήλ, τοὺς εἶπε:
-Μὴ φοβεῖσθε, ἀλλὰ νὰ εὐλογεῖτε τὸν Κύριο εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Καὶ λέγοντας αὐτὰ ἐξαφανίσθηκε.
.                Ὅταν σηκώθηκε ἐπάνω ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶδε κανέναν. Ὅλοι μαζὶ τότε δόξασαν τὸν Θεό μας, ποὺ τοὺς φανέρωσε τὸν Ἀρχάγγελό του, γιὰ νὰ καταλάβουν ὅτι ὁ Θεὸς πάντοτε ἀκούει τὶς προσευχές μας καὶ μᾶς προορίζει γιὰ τὴν οὐράνιο Βασιλεία Του.
.                Ἡ μνήμη τοῦ Ἀρχαγγέλου Ραφαήλ, γιὰ νὰ μᾶς κατευθύνει ὅλο τὸ χρόνο πρὸς τὸ στόχο, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία μας, τιμᾶται στὶς 31 Δεκεμβρίου.

 

 

,

Σχολιάστε