Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

Ο ὅσ. Γέροντας ΙΑΚΩΒΟΣ τῆς ΒΙΤΣΑΣ ΣΩΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΟΥΣ

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς μνήμης του, 15 Φεβρουαρίου.

Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας
σώζεται ἀπὸ τοὺς τουρκαλβανούς.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.              Ὁ πόθος προσφορᾶς τοῦ πατρὸς Ἰακώβου στὴν πολύπαθη πατρίδα του, τὴν Βόρειο Ἤπειρο, ποὺ στέναζε κάτω ἀπὸ τὸ βαρὺ φορτίο τῶν στυγνῶν Τουρκαλβανῶν, τὸν ὤθησε νὰ ἐγκαταλείψει ὡς ἄλλος Κοσμᾶς Αἰτωλὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ ἐπιστρέψει σὲ αὐτήν. Ἐκεῖ τοποθετήθηκε ἐφημέριος σὲ διπλανὸ χωριὸ ἀπὸ τὸ δικό του, στὴν Πέπελη, καὶ διέμενε στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας, στὰ Ζωνάρια. Ὁ ἔνθερμος ζῆλος καὶ ἡ δράση του τόσο γιὰ σωτηρία ψυχῶν ὅσο καὶ γιὰ ἐνίσχυση τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τοῦ ὑποδούλου ποιμνίου του τὸν ἔθεσαν στὸ στόχαστρο τῶν τυράννων κατακτητῶν, ποὺ ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ἡ σωτηρία του ὑπῆρξε θαυμαστή, γιὰ νὰ δείχνει στοὺς αἰῶνες τὸ πῶς ὁ Θεὸς τυφλώνει τοὺς ἐχθρούς μας στὴν προσπάθεια τῆς διασώσεώς μας.
.              Καιροφυλακτοῦσαν οἱ ἐχθροὶ νὰ πετύχουν τὸν πατέρα Ἰάκωβο στὸ δρόμο ποὺ ἑνώνει τὸ χωριὸ τῆς ἐφημερίας του μὲ αὐτὸ τῆς γεννήσεώς του. Ὅταν τὸν σταμάτηταν καὶ τὸν ρώτησαν ἀπὸ ποῦ εἶναι, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν γιὰ τὴν ταυτότητά του καὶ νὰ μὴ σκοτώσουν ἄδικα κάποιο ἄσχετο πρόσωπο, ἐκεῖνος χωρὶς δεύτερη σκέψη τοὺς ἔδειξε τὸ πατρικό του χωριό. Οἱ Ἀλβανοὶ λόγω ἀμφιβολιῶν, ἀφοῦ προσωπικὰ δὲν τὸν ἤξεραν, τὸν ἄφησαν νὰ φύγει. Ὅταν ἀργότερα ρώτησαν στὸ χωριὸ τῆς ἐφημερίας του, καὶ τοὺς εἶπαν ἀπονήρευτοι οἱ κάτοικοι, ὅτι ἐκεῖνος ἦταν ποὺ συνάντησαν στὸ δρόμο, σκύλιασαν ἀπὸ τὸ κακό τους καὶ ζητοῦσαν εὐκαιρία νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ἐκτελέσουν. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος συνέχισε τὸ δρόμο του καὶ φθάνοντας σὲ κάτι «κονάκια», σὲ βλαχόσπιτα, ἔμαθε ὅτι τὸν καταζητοῦν. Κρύφθηκε ἐκεῖ γιὰ λίγο καὶ σώθηκε.
.                  Ἡ μανία τῶν τουρκαλβανῶν, ὅμως, γιγαντώθηκε καὶ ἡ σύλληψή του ἦταν θέμα χρόνου, ἀφοῦ ὄλες του οἱ κινήσεις παρακολουθοῦνταν. Ἔτσι σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα τρεῖς ἔνοπλοι ἀπὸ αὐτοὺς πῆγαν στὸ σπίτι του μὲ ἐγκληματικὲς διαθέσεις. Ὁ Γέροντας βρισκόταν μέσα καὶ ὅταν τοὺς ἀντιλήφθηκε ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτό. Ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ κρυφθεῖ σὲ αὐτὸ μποροῦσε, ἀφοῦ ὅλο κι ὅλο ἕνα δωμάτιο εἶχε καὶ αὐτὸ χωρὶς πάτωμα καὶ ταβάνι. Κρυψῶνες δὲν διέθετε καὶ ἦταν γυμνὸ καὶ ἀπὸ πράγματα καὶ ἔπιπλα, ἀφοῦ ὁ Γέροντας ζοῦσε ἐντελῶς φτωχικὰ μοιράζοντας τὸ ὑστέρημά του στοὺς ἐνδεεῖς τοῦ τόπου του. Τὰ μαδέρια στὴ στέγη ποὺ βαστοῦσαν τὰ κεραμίδια ἦταν ἐπίσης γυμνά. Σὲ αὐτὰ τόλμησε νὰ κρυφθεῖ προσευχόμενος ὁ πατὴρ Ἰάκωβος καὶ σιγοψέλλιζε τὸν Ψαλμό: «Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς» (Ψαλμ. 90΄ 1-3, 87΄ 7, 119’ 1, 120΄ 8, 122΄ 1-2 ). Ἀγκάλιασε ἕνα μαδέρι ὁ Ἅγιος καὶ κουλουριάσθηκε σὰν φίδι γύρω του. Μὲ δυσκολία ἀνέπνεε, γιὰ νὰ μὴν τὸν προδώσει καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάσα του. Ἡ μόνη του ἐλπίδα ἦταν ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος καὶ τύφλωσε τοὺς τουρκαλβανούς, ποὺ δὲν κοίταξαν ψηλά, ἀλλὰ καὶ ἂν κάποιος κοίταξε δὲν ἀντιλήφθηκε τὸ παραμικρό, γιατὶ μιὰ θεϊκὴ νεφέλη τὸν τύλιξε καθιστώντας τον ἀόρατο. Καὶ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι οἱ τουρκαλβανοὶ δὲν ἀπεχώρησαν ἀμέσως ἀπὸ τὸ σπίτι, ἀλλὰ μὴ βρίσκοντάς τον κάθησαν στὴ μοναδικὴ κασέλα ποὺ ὑπῆρχε καὶ ἔσπαζαν καρύδια, αὐτὰ ποὺ βρῆκαν στὸ σπίτι, καὶ ἔτρωγαν. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπέτρεψε νὰ δοῦν στὴν ὀροφὴ τοῦ σπιτιοῦ τὸ Γέροντα. Τοὺς κρατοῦσε τὰ μάτια κλειστά, ὅπως ἄλλοτε τοῦ Λουκᾶ καὶ τοῦ Κλεόπα στὸ δρόμος πρὸς Ἐμμαούς. Ὅταν ἄνοιξαν τὴν πόρτα καὶ ἀπομακρύνθηκαν ὁ πατὴρ Ἰάκωβος ἀνακουφίσθηκε. Κατέβηκε μὲ προσοχὴ καὶ ἕνας δοξολογικὸς ὕμνος βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη του.
-Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Σου, Κύριε, εἶπε, ποὺ μὲ ἔσωσες «ἐκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων με» (Ψαλμ. 123, 7). Κύριε, Σὺ εἶσαι καὶ παραμένεις πάντοτε «στερέωμά μου καὶ καταφυγή μου καὶ ῥύστης μου» (Ψαλμ. 17,3).
.             Ἔτσι, σώθηκε ὁ μακάριος, ἀλλὰ φοβούμενος τὴ μανία τῶν ἀλλοπίστων ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὸ πάτριον ἔδαφος καὶ νὰ καταφύγει στὰ Ζαγοροχώρια, ὅπου ἤθελε ὁ Κύριός μας νὰ διαλάμψει γιὰ πολλὰ χρόνια ὡς ἥλιος ἀρετῆς, ἀπαθείας, νήψεως καὶ παραδόξων θαυμάτων.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ὁσίου ΙΕΡΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗ

Θαυμαστὴ διάσωση
Ὁσίου Λευΐτου π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη
ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη Μιχαήλ
κοιμηθέντος στὶς 29 Ἰανουαρίου 1975

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 ἀοίδιμος καὶ χαριτωμένος ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, τὸ σέμνωμα τῆς ἱερωσύνης, τῆς ἀπλανοῦς ποδηγεσίας τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ πολύτεκνος, ἀγαθὸς καὶ ἁπλοϊκὸς λευΐτης τοῦ Πλατάνου (Βάνιας) τῶν Τρικάλων, ἀγαποῦσε καὶ ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν Ταξιάρχη μας Μιχαήλ.
.                 Ὁ Παπα-Δημήτρης δὲν ἦταν κάτοχος τῆς σοφίας τοῦ κόσμου. Μὲ δυσκολίες τελείωσε τὸ δημοτικὸ στὸ χωριό του. Ἦταν βοσκὸς προβάτων καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνει καὶ βοσκὸς ψυχῶν. Ἀπὸ μικρὸς εἶχε πλήρη ἐπικοινωνία μὲ τὸν Χριστό μας μέσα ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, εἶχε μνήμη θανάτου καὶ πόθο ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ὅταν ἔκλεινε τὰ πρόβατα στὴν στάνη πήγαινε μὲ δάκρυα κατ’ εὐθείαν στὴν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, στοὺς ἀγαπημένους του Ταξιάρχες, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν χάρη τους, νὰ τοὺς διακονήσει, νὰ τοὺς νοιώσει κοντά του. Ὅταν δὸν κατορθωνε νὰ τὸ κάνει, γιὰ κάποιους λόγους ποὺ ἦταν πέρα ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, γονάτιζε ἐκεῖ ποὺ ἦταν στὰ βουνὰ καὶ ἔκλαιγε, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ συγγνώμη, γιατὶ βρισκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸν οἶκο Του. Διάβαζε μὲ πολλὴ κατάνυξη βίους Ἁγίων καὶ τοὺς αἰσθανόταν φύλακες, εὐεργέτες καὶ προστάτες, τοὺς ἔνοιωθε δίπλα του. Εἶχε ζωντανὴ τὴν αίσθηση τῆς παρουσίας τους. Φεύγοντας κάθε πρωῒ γιὰ νὰ φυλάξει τὰ πρόβατα, περνοῦσε πρώτα ἀπὸ τοὺς Ταξιάρχες, τὸν κοντινὸ στὸ σπίτι του Ναό τους μὲ τὶς κατανυκτικὲς τοιχογραφίες τοῦ 1600, γιὰ νὰ τοὺς χαιρετήσει, νὰ τοὺς πεῖ «καλημέρα».
.                 Εἶχε τόση οἰκειότητα μαζί τους, ὥστε ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πάει στὸν στρατό, τὸ 1921, καὶ μάλιστα στὸ μικρασιατικὸ μέτωπο, τοὺς προσκύνησε καὶ τοὺς ἔκανε συμφωνητικό λέγοντας: «Σᾶς ζητῶ μιὰ χάρη. Ἐγὼ σᾶς ὑπηρετῶ ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καθαρίζω τὰ καντήλια σας, κάνω ὅ,τι μπορῶ. Τώρα ποὺ μὲ καλεῖ ἡ πατρίδα θέλω νὰ μὲ ἐνισχύσετε, νὰ μὲ βοηθήσετε, νὰ μὲ φέρετε πίσω χωρὶς νὰ μὲ ἀγγίξει κανένα κακό. Νὰ μὲ φέρετε σῶο καὶ ἀβλαβῆ. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ ἀνταποδώσω. Θὰ ὑπηρετήσω τὴν χάρη σας μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά. Ἂς μὴν μοῦ φέρει κωλύματα ἱερωσύνης ἡ στρατιωτική μου θητεία».
.                 Ἕνα βράδυ κάπου στὴν Σμύρνη, τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ποὺ κατέληξαν στὴν τραγωγία τῆς καταστροφῆς, ὁ νεαρὸς τότε στρατιώτης Δημήτριος, φύλαγε σκοπιὰ μαζὶ μὲ ἄλλους δύο συστρατιῶτες του. Τὰ μεσάνυκτα ἔφθασε ἕνα τουρκικὸ ἀπόσπασμα ἱππικοῦ καὶ ἔπεσε πάνω στοὺς σκοποὺς ἀπειλητικό. Ο πιστὸς στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πατρίδος, ὁ Δημήτριος, πρόφθασε νὰ φωνάξει:
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσέ με!
.                 Μὲ γρηγοράδα ἔπεσε στὸν διπλανὸ λαχανόκηπο. Μιὰ ἀόρατη δύναμη τὸν ἔσπρωξε καὶ τὸν ἔκανε ἀόρατο. Οἱ Τοῦρκοι γύρισαν ὅλον τὸν κῆπο μὲ τὰ ἄλογα. Ἕνας ἔφθασε μισὸ μέτρο ἀπὸ αὐτόν. Τὸ ἄλογο φοβήθηκε, ἀλλὰ ὁ Δημήτριος προσευχόμενος καὶ καλυπτόμενος ἀπὸ ἀρχαγγελικὴ προστασία ἔμεινε ἀκίμητος. Μιὰ φωνὴ ἀπομάκρυνε τοὺς Τούρκους. Οἱ δύο στρατιῶτες, δυστυχῶς, φονεύθηκαν, ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὁ Δημήτριος σώθηκε καὶ γύρισε σῶος, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ὑποσχέση του. Νὰ ὑπηρετήσει τοὺς Ταξιάρχες ὡς Ἱερεὺς στὸν Ναό τους.
.                 Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1945, ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς κατέτρωγε τὰ σπλάγχνα τοῦ ἔθνους. Ὁ Παπα-Δημήτρης μιὰ Κυριακὴ πρωῒ βλέποντας τὸν κίνδυνο ἐπιδρομῆς κτύπησε τὴν καμπάνα καὶ ἔφυγε πρὸς τὸ διπλανὸ χωριό. Καβαλάρηδες, ὅμως, ἐπιδρομεῖς ἔτρεχαν ὀπίσω του καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ τὸν περικύκλωσαν. Ὁ ἀγαθὸς λευΐτης ἔχοντας ἰσχυρὴ προστασία ἀπὸ τον οὐρανὸ σήκωσε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ φώναξε:
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε με, κινδυνεύω.
.                 Ἀμέσως τότε σὰν ἀστραπὴ παρουσιάσθηκε ὁ Ἀρχάγγελος, πλησίασε τὸν ἀρχηγό τους, ἔκοψε μὲ τὸ σπαθί του τὰ λουριὰ τῆς σέλας καὶ τὸν ἔρριξε κάτω. Οἱ ἄλλοι ἔμειναν ἀκίνητοι, σὰν νὰ τοὺς εἶχε κτυπήσει ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. Πῆρε τότε τὸν λόγο ὁ ἀρχηγὸς καὶ τοῦ λέει:
-Παπά μου, νὰ μᾶς συγχωρᾶς. Πήγαινε στὸ καλό. Ἔχεις ἰσχυροὺς προστάτες!
.                 Ἔκτοτε ὁ Παπα-Δημήτρης πιστὸς στὰ ἱερατικά του καθήκοντα λετουργοῦσε μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στοὺς Ἁγίους Ταξιάρχες στὸν Ναό τους. Μάλιστα ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἐπιτελεῖ θαυμαστὰ σημεῖα. Ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία καταθέτω τὴν μυροβλυσία τῆς Ἁγίας Τραπέζης κατὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων. Τὸ θαῦμα μᾶς εἶχε διηγηθεῖ ὁ φίλος του, Ὅσιος Φιλόθος, ὁ Ζερβᾶκος, ὁ ὁποῖος καὶ σὲ μιὰ ἐκδρομὴ ποὺ εἶχε ὀργανώσει μᾶς εἶπε καὶ τοποθετήσαμε βαμβάκια στὴν βάση τοῦ Ἐσταυρωμένου, πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τραπεζα. Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, ἱερουργούντων τῶ δύο αὐτῶν ὁσιακῶν μορφῶν, τοῦ Παπα-Δημήτρη καὶ τοῦ Παπα-Φιλόθεου, τὰ βαμβάκια ἔσταζαν μύρο.
.                 Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ὁσίοις Αὐτοῦ καὶ μεγάλη ἡ δύναμη καὶ προστασία τῶν Ἀγίων Ἀρχαγγέλων καὶ μάλιστα τοῦ Ταξιάρχη Μιχαήλ, τοῦ «Ἀρχιστρατήγου Δυνάμεως Κυρίου».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

«ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΓΙΑ Ν᾽ ΑΓΙΑΣΕΙ»- Ὑποθέσεις καὶ πεποιθήσεις γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο Βίττη (Χαραλ. Μπούσιας)

Ὑποθέσεις καὶ πεποιθήσεις
γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο Βίττη

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
(Ὁμιλία στὶς Σέρρες στὴν Ἡμερίδα [19.01.20] γιὰ τὰ 10 χρόνια
ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ὁσίου Γέροντος Εὐσεβίου Βίττη)

Σεβασμιώτατε, φερωνύμως καὶ ἁγιοπνευματικῶς Θεολόγε, σεβαστοὶ Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

 .         ν ζοῦσε σήμερα ὁ Λεονάρντο Ντα Βίντσι καὶ τοῦ παρήγγειλαν νὰ ζωγραφίσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας, ἀσφαλῶς θὰ ἐπέλεγε γιὰ πρότυπο τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ζοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ὀ Χρυσόστομος, καὶ ἀνέπτυσσε τὴν ὁμιλία του γιὰ τὴν ἱεραποστολή, ἀσφαλῶς θὰ ἀναφερόταν στὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ζοῦσε ὁ ποιητὴς τῶν Κοντακίων, Ἅγιος Ρωμανός, ὁ Μελῳδός, καὶ συνέθετε Κοντάκιο γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας, θὰ ἐμπνεόταν ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν Ἄγγελος κυρίου κατέβαινε ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ καταγράψει τὴν ἄριστη ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἀσφαλῶς θὰ βράβευε τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἂν ὁ Κίπλινγκ εἶχε γνωρίσει τὸν π. Εὐσέβιο στὸ ποίημά του «Ἄν», “ If” στὰ ἀγγλικά, ποὺ ξεκινᾶ μὲ τὸν στίχο: «Ἂν νὰ κρατᾶς καλὰ μπορεῖς τὰ λογικά σου, ὅταν τριγύρω σου ὅλοι τάχουνε χαμένα…», δὲν θὰ τελείωνε μὲ τὸν στίχο: «τότε μόνο θὰ λέγεσαι ἄνδρας», ἀλλὰ μὲ τὸν στίχο: «τότε μόνο θὰ λέγεσαι Εὐσέβιος».
.         Ἂν στοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες ὑπῆρχε ἄθλημα ἐναρέτου διαγωγῆς καὶ ἀγάπης Χριστοῦ, τότε ὀλυμπιονίκης θὰ στεφανωνόταν ὁ π. Εὐσέβιος.
.         Ἂν ὁ ὀδοστρωτήρας τῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἰσοπεδώνει τὰ πάντα, περνοῦσε πάνω ἀπὸ τὸν π. Εὐσέβιο, θὰ καταστρεφόταν ἀπὸ τὴν γρανιτώδη καρδιὰ καὶ θέληση τοῦ π. Εὐσεβίου.
.         Ἂν διδασκόταν ὁ βίος τοῦ πατρὸς Εὐσεβίου στὰ λύκεια καὶ στὶς πανελλήνιες ἐξετάσεις ἔμπαινε θέμα: «Περιγράψατε ἕναν σύγχρονο ἅγιο», οἱ ὑποψήφιοι θὰ περιέγραφαν ἀπολύτως τὸν π. Εὐσέβιο.
.         Ἄν, τέλος, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, βάζαμε σὲ μία ζυγαριὰ ἀπὸ τὴν μία μεριὰ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν π. Εὐσέβιο, ἡ πλάστιγα θὰ ἔγερνε πρὸς τὴν μεριά του, γιατὶ αὐτὸς εἶχε τὸ βάρος ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ αὐτὸ τῆς Θείας Χάριτος ποὺ ἐνοικοῦσε μέσα του.      

 Ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει.

.         Στὰ συναξάρια κάποιων Ἁγίων διαβάζουμε, ὅτι αὐτοὶ ἦταν ἁγιασμένοι «ἐκ κοιλίας μητρός». Ἦταν, δηλαδή, ἀπὸ τὰ βρεφικά τους χρόνια δοχεῖα τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἦταν ἐπιλεγμένα πρόσωπα, γιὰ νὰ «ἁγιάσουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ὡς ἐν τῶ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», καθὼς παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς ὁ Χριστός μας στὴν Κυριακὴ προσευχή. «Ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει»,εἶναι νεανικὴ φράση καταγεγραμμένη ἀπὸ τὸν σὰν σήμερα κοιμηθέντα ἐν Κυρίῳ τὸ 1975, ἀοίδιμο Μητροπολίτη Χαλκίδος, κυρὸ Νικόλαο Σελέντη, τὸν ἱεράρχη μὲ τὸ νεανικὸ σφρίγος καὶ τὴν πολιὰ φρόνηση. Τὴν ἔγραψε στὸ ἡμερολόγιό του γιὰ τὸν Γέροντα Εὐσέβιο Βίττη, τότε νεαρὸ φίλο καὶ συμφοιτητή του Στέργιο, ποὺ κυκλοφόρησε ἀργότερα μὲ τίτλο «Ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς μου».
.         Στὸ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν εἶχε συνδεθεῖ ὁ ἐνάρετος Νικόλαος μὲ τὴν ἐν Χριστῷ φιλία μὲ τὸν τότε νεαρὸ Στέργιο, καὶ εἶχε δεῖ στὸ πρόσωπό του τὸν ἰσάγγελο ἄνθρωπο, τὸν ἀγωνιστὴ καὶ βιαστὴ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τὸν νηστευτή, τὸν εἰρηνοποιὸ στοὺς διαξιφισμοὺς τῶν συνομιλήκων καὶ τῶν μεγαλυτέρων του. Ὁ νεανικὸς τοῦ Στέργιου ζῆλος, ζῆλος μὲ ἐπίγνωση τῶν ὅσων ἤθελε νὰ πράξει, μὲ ἀγάπη ἀνυπόκριτη, μὲ πίστη ἀκαταίσχυντη, μὲ πλησμονὴ σοφίας, μὲ περιποίηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, τὸν εἶχε συναρπάσει. Διαπίστωνε ὅτι τὸ κάθε βῆμα τοῦ νεαροῦ συμφοιτητῆ καὶ συνοικοτρόφου του ἦταν προσεγμένο πιστοποιώντας τὸν λόγο τοῦ Σοφοῦ Σειραχίδου: «Στολισμὸς ἀνδρὸς καὶ βῆμα ποδὸς καὶ γέλως ὀδόντων ἀναγγελεῖ τὰ περὶ αὐτοῦ» (Σοφ. Σειρ. 19 30). Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζεται ἀπὸ τὸν στολισμὸ τοῦ σώματός του, πῶς ντύνεται, ἀπὸ τὸν βηματισμό του, πῶς περπατάει, καὶ ἀπὸ τὸ γέλιο του, πῶς ἀντιδρᾶ στὶς εὐχάριστες στιγμὲς τῆς ζωῆς του.
.         Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν διακοσμημένος μὲ σεμνότητα ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια. Τὸν στόλιζε τὸ κόκκινο χρῶμα τῆς ντροπῆς, αὐτὸ ποὺ ὁ Ἀριστοτέλης δίδασκε στὸν μαθητή του, τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, ὅτι εἶναι τὸ ὡραιότερο χρῶμα. Ἦταν, ἐπίσης, μοσχοβολημένος μὲ τὸ ἄρωμα τῆς ἀγάπης. Ἦταν ὅλος «εὐωδία Χριστοῦ» (Β´ Κορ. β´ 15). Ἐνσάρκωνε καὶ βίωνε τὴν Διαθήκη τῆς Χάριτος καὶ εὔφραινε ὅλους, ὅσοι τὸν πλησίαζαν. Τοὺς ἀνέπαυε μὲ τὴν γλυκύτητα τῶν λόγων του καὶ τοὺς μετέδιδε τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «χαρά, εἰρήνη καὶ πραότητα» (Γαλ. ε´ 22), μὲ τὰ ὁποῖα ἦταν προικισμένος ἐπιβεβαιώνοντας τὴν εὐαγγελικὴ φράση «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας ὁμιλεῖ ἡ γλῶσσα» (Ματθ. ιβ´ 34). Ἡ νεανικὴ ὁρμὴ καὶ τὸ σφρίγος του διοχετευόταν στὴν προσφορὰ ἀγάπης, στὴν διακονία τοῦ πλησίον, στὴν ἐνδελεχῆ μελέτη τῶν Γραφῶν, στὸν κατηχητικὸ λόγο καὶ στὴν ἐξισορροπητικὴ τάση μέσα στὸν περιβάλλοντα χῶρο του, διεκδικώντας τὸν τίτλο τοῦ μάκαρος, καὶ τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας, ἀφοῦ κατὰ τὰ ἀδιάψευστα χείλη τοῦ Κυρίου μας εἶναι «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. ε´ 9). Ὁ Στέργιος δὲν συμβιβαζόταν μὲ κάθε τὶ τὸ ὁποῖο μείωνε μέσα του, ἀλλὰ καὶ στοὺς γύρω του, τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ μποροῦσε νὰ σκανδαλίσει ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Κάθε του ἐργασία, κάθε του ἐνέργεια, κάθε του λόγος ἔκρυβε τὴν ἀπόλυτη ψυχική του κένωση, ἔκρυβε τὴν τελειότητα. Ἦταν ὁ οἰκουμενικὸς ἀναζητητὴς τοῦ ἀπολύτου, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἐπίσης ἐπιστήθιος φίλος του, συμφοιτητής του καὶ πνευματικός του ἀδελφός, ὁ νῦν Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος. Ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Γέροντα ὡς «οἰκουμενικοῦ» ὑποδηλώνει αὐτὴν ποὺ χωρὶς διάκριση ἔδειχνε σὲ ὅλους μεγάλη του καρδιὰ καὶ μεγάλη του ἀγκαλιά, αὐτὴν ποὺ χωροῦσε μέσα της ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως φάνηκε στὴν περαιτέρω πορεία τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἱεραποστολικῆς του δράσεως, ἀνεξάρτητα ἀπὸ καταγωγή, φυλὴ καὶ θρησκευτικὸ δόγμα.
.         Ἡ ἀέρινη αὐτὴ καὶ ἀγγελικὴ παρουσία τοῦ νεαροῦ Στέργιου στὸ οἰκοτροφεῖο κίνησε τὴν γραφίδα τοῦ φίλου του, ἀγγελόμορφου ἐπίσης, Νικολάου Σελέντη, σὲ ὥρα ἐκφράσεως θαυμασμοῦ του γι’ αὐτὸν νὰ γράψει: «Ἂχ, αὐτὸς ὁ Στέργιος, μιὰ ψυχή, ποὺ γεννήθηκε, γιὰ ν’ ἁγιάσει».

Ὑψηλοὶ στόχοι

.         Τὸν πῆχυ τῆς προσφορᾶς του στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ νεαρὸς ὁ Γέροντας τὸν εἶχε θέσει πολὺ ψηλά. Ἔθετε στόχους ὑψηλοὺς καὶ ἀγωνιζόταν, πάντοτε μὲ ἐπιτυχία, στὴν ἐπιτευξή τους. Ἦταν ἕνας ὀλυμπιονίκης τοῦ πνεύματος, ἕνας Ἄνθρωπος μὲ Α κεφαλαῖο, ἀφοῦ ἄνω ἔθρωσκε, εἶχε στραμμένο μόνιμα τὸ βλέμμα του στὸν Ἀρχηγὸ καὶ τελειωτή μας Ἰησοῦ. Αὐτὸν εἶχε βάλει κυβερνήτη τοῦ πλοίου τῆς καρδιᾶς του στὸ πολυκύμαντο πέλαγος τῆς ζωῆς μὲ στόχο τὴν προσόρμησή του στὸ λιμάνι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Δώδεκα στόχους συνοπτικὰ εἶχε θέσει στὸν ἑαυτό του ὁ «κεχριαῖος, ὅπως ὑπέγραφε, π. Εὐσέβιος. *Νὰ μὴν λυπήσει τὸν Κύριο.*Νὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἀρετή. *Νὰ μάθει πολλὲς γλῶσσες, γιὰ νὰ μεταδίδει παντοῦ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης. *Νὰ μὴν χαθεῖ οὔτε μιὰ ψυχή, ἀπὸ αὐτὲς ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος. *Νὰ μὴν ἀλλοτριωθεῖ ἀπὸ τὰ σύγχρονα ρεύματα. *Νὰ μὴν σταματήσει νὰ δέεται τοῦ Κυρίου ὑπὲρ πάσης ψυχῆς τρυχομένης καὶ καταπονουμένης. *Νὰ μὴν ξηραθεῖ ἡ μελάνη στὸ μελανοδοχεῖο τῆς καρδιᾶς του πρὸς οἰκοδομὴ ψυχῶν μέσα ἀπὸ συγγραφὴ βιβλίων καὶ ἀλληλογραφίας. *Νὰ τιμᾶ καὶ διακονεῖ τοὺς ἄλλους μὴ δεχόμενος ὁ ἴδιος τιμές. *Νὰ ἀπέχει ἀπὸ χρηματικὲς ἀπολαυὲς ἐφαρμόζοντας τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ. *Νὰ βιώνει τὴν ἁπλότητα, τὴν λιτότητα καὶ νὰ ἀποφεύγει τὸ σκάνδαλο. *Νὰ ζεῖ τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καὶ *Νὰ ἀποφεύγει τὴν κρίση τῶν ἄλλων.

 Ἄνθρωπος Σταυροφόρος

 .         Εὐρυμαθὴς καὶ βαθυνούστατος, καθὼς ἦταν ὁ π. Εὐσέβιος, γνώριζε ὅτι ἡ προσφορὰ πρὸς τοὺς ἄλλους συνεπάγεται ἀγώνα, ὁ ἀγώνας πίστη καὶ ἡ πίστη συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ ἀγάπη, ἀφοῦ «πίστις ἄνευ ἔργων νεκρὰ ἐστί» (Ἰακ. β´ 26). Γνώριζε καλὰ ὅτι κανεὶς δὲν θὰ δεχθεῖ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του χωρὶς νὰ πλέξει γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό του τὰ τριαντάφυλλα τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Ὁ σταυρὸς τοῦ ἦταν δεδομένος, ὅπως εἶναι γιὰ ὅλους μας. Ἤξερε νὰ τὸν σηκώνει ἀγόγγυστα, ἀφοῦ γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἀνάσταση περνᾶμε πάντοτε ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ. Γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἀπόλαυση τῶν οὐρανῶν πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ τὶς συμπληγάδες τῆς γῆς. Ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση χωρὶς σταυρό. Δὲν ὑπάρχει νίκη χωρὶς ἀγώνα. Δὲν ὑπάρχει θρίαμβος χωρὶς προσπάθεια. Καὶ λυπόταν, γιατὶ ζοῦμε σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀντισταυρικὸ πνεῦμα, σὲ ἕναν κόσμο ποὺ φίλαυτα ἔχει ὡς ἰδανικά του τὴν εὐημερία, τὴν καλοπέραση, τὴν ἄνεση, τὸν λίγο μόχθο καὶ τὶς πολλὲς ἀπολαύσεις. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ τοποθετεῖ τὴν ἐλευθερία στὸν ἐγωϊσμὸ καὶ ὄχι στὴν θυσία καὶ τὴν κενωτικὴ ἀγάπη. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ βλέπει τὸν πλησίον ὄχι σὰν κομμάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ σὰν ἀντίπαλο ποὺ τοῦ καταναλώνει τὸ πολύτιμο ὀξυγόνο τῆς ζωῆς. Σὲ ἕναν κόσμο ποὺ τὸν τρομάζει ὁ ἀγώνας, τὸν τρομάζει ὁ σταυρός. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ φυσικὴ συνέπεια τῆς σύγχρονης ἐγωκεντρικῆς ζωῆς, τῆς νιρβάνας, δηλαδὴ τῆς ἀνέσεως ποὺ ἀποκοιμίζει πνευματικά, ἠθικά, κοινωνικὰ καὶ ἐργασιακὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ζωὴ καὶ ἰδίως ἡ κατὰ Χριστὸν ζωὴ προϋποθέτει σταυρικὴ θυσία, προϋποθέτει διαρκὴ προσπάθεια καὶ κενωτικὴ προσφορὰ καὶ θλιβόταν ὁ Γέροντας, γιατὶ ὁ σημερινὸς κόσμος δὲν ἔχει μάθει νὰ δίνει. Γνωρίζει μόνο νὰ παίρνει. Ἔχει ἀπαιτήσεις χωρὶς ὑποχρεώσεις. Αὐτὸν τὸν κόσμο ὁ π. Εὐσέβιος τὸν λυπόταν καὶ προσπαθοῦσε μὲ τὸ παράδειγμά του, μὲ τὴν ἀγάπη του, νὰ τὸν ἀλλάξει, νὰ τὸν διορθώσει. Ἐδῶ ἔμπαινε καὶ ἡ ἱεραποστολική του δράση. Ἡ δράση ποὺ στηριζόταν στὴν ἀγάπη, γιὰ τὴν ὁποία ἔλεγε: «Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ τῆς καρδιᾶς μου». Ζῶ γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ νοιώθω ζωντανός, ἐπειδὴ ἀγαπῶ. Ἔτσι ἐξηγοῦσε ὁ ἅγιος Γέροντας τὴν κενωτικὴ προσφορὰ τοῦ ἴδιου πρὸς τοὺς γύρω του καὶ ἔτσι ἐπιθυμοῦσε καὶ δίδασκε μὲ τὸ παράδειγμά του νὰ συμπεριφέρονται καὶ οἱ ἄλλοι. Ἄλλωστε, ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ λογίζεται νεκρὸς ἄνθρωπος, εἶναι νεκρὸ κύτταρο στὸν κοινωνικὸ ἱστὸ καὶ νεκρὸ μέλος στὴν χριστιανικὴ ὁμήγυρη.
.         Ἔφερνε στὸν νοῦ του ὁ Γέροντας τὴν φράση τῆς Ἀντιγόνης ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη τραγωγία τοῦ Σοφοκλέους: «Δὲν γεννήθηκα γιὰ νὰ μισῶ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀγαπῶ» (στ. 523) καὶ ἔλεγε ὅτι, ἡ ζωὴ χωρὶς ἀγάπη δὲν ἔχει νόημα, ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α´ Κορίνθ. ιγ´ 8), καθὼς μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι κενωτικὴ καὶ σφαιρική. Δὲν ἔχει περιορισμούς, δὲν ἔχει ὅρια, ὅπως δὲν ἔχει καὶ ὁρισμένους μόνον ἀποδέκτες. Ἡ ἀγάπη ἀπευθύνεται σὲ ὅλους, εἶναι παγκόσμια, χωρὶς σύνορα, ἐθνότητες, πολιτισμούς, γνώσεις.

Μεῖζον ἡ ἀγάπη

.         Ἡ φράση ποὺ προείπαμε τῆς Ἀντιγόνης «γεννήθηκα, γιὰ νὰ ἀγαπῶ» ἔλεγε, εἶναι φράση μὲ νόημα ξεκάθαρο καὶ διαχρονικό, ποὺ σπάνια συναντοῦμε στὴν παγκόσμια ποίηση καὶ λογοτεχνία. Αὐτὴν εἶχε χαραγμένη στὰ φυλλοκάρδια του ὁ π. Εὐσέβιος καὶ τὴν βίωνε, ἀφοῦ τὴν θεωροῦσε, ὅπως καὶ εἶναι, ὡς αὐθεντικὴ διατύπωση τῆς πιὸ ἀρχέγονης καὶ ἀκατάλυτης ἀγάπης πολὺ πρὶν τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ φυσικὰ τοῦ οὑμανισμοῦ ποὺ ἀναπτύχθηκε τὸν 14ο καὶ 15ο αἰώνα.
.         Κάθε ἄνθρωπος γεννήθηκε, γιὰ νὰ ἀγαπᾶ, γιατὶ μόνο ἡ ἐκ φύσεως ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἀδικία, τὴν κακότητα, τὴν βία. Ἀντιστέκεται στοὺς πολέμους, ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ τὸ μίσος, τὴν κακία, τὴν πλεονεξία, καὶ τὴν ζήλεια, στοιχεῖα ἐπίκτητα στὴν ζωή μας.
.         Ἡ πολυδιάστατη, ὅμως, αὐτὴ ἀγάπη δὲν εἶναι προϊὸν ἠθικῆς ἀγωγῆς καὶ παιδείας, ἀλλὰ μιὰ ὑπαρξιακὴ δύναμη καὶ ἕνας ἀνώτερος φυσικὸς προορισμὸς στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι μόνο συναίσθημα καὶ σκέψη, εἶναι βίωμα καὶ πράξη, ποὺ διώχνει τὴν δειλία καὶ τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Εἶναι ἴσως ἡ μόνη ἐλπίδα, γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος. Νὰ νοιώσει τὸν πόνο καὶ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, νὰ συναισθανθεῖ τὸν προορισμό του καὶ κατὰ συνέπεια τὸ χρέος του. Γιὰ κάθε λογικὸ καὶ εὐαίσθητο ἄνθρωπο ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ ἀληθινὸ νόημα καὶ ἡ οὐσία τῆς ὑπάρξεώς του. Εἶναι ἡ ἐλπίδα στὸ νὰ γίνει ἡ γῆ μας Παράδεισος, νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Μαθ. ϛ´ 10).

Προσευχὴ ὅλο φῶς

.         Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος γιὰ νὰ ἀναλωθεῖ στὴν ἀγάπη ἔπρεπε νὰ συνδεθεῖ μὲ τὸ καλώδιο τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἡ σύνδεση γινόταν, ὅπως γίνεται σὲ ὅλους μας, μὲ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Αὐτὴ δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη του. Ἄλλωστε τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του ἦταν ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς, Αὐτὸς ποὺ τὶς ἄσχημες στιγμὲς τῆς ζωῆς του τὶς ὀμόρφαινε, Αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Γέροντας εἶχε διακαῆ ἐπιθυμία «εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Αὐτῷ εἶναι» (Φιλιπ. α´ 21). Τὸ μήνυμα τῆς προσευχῆς του ἦταν, ὅτι ὅποιος γεύθηκε τὴν γλυκύτητα της δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἐγκαταλείψει, γιατὶ γλυκύτερο πράγμα στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑπάρχει.
.         Κάποτε ἕνα πνευματικὸ τέκνο του, χωρὶς νὰ γίνει ἀντιληπτὸ ἀπὸ αὐτόν, τὸν εἶδε νὰ προσεύχεται στὸ Κελλί του. Εἶχε ὑπερυψωμένα τὰ χέρια, αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα δεόταν στὸν Κύριο γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ ἔμοιαζαν μὲ δύο λαμπάδες ὁλόφωτες, ποὺ ἐκτείνονταν πρὸς τὰ πάνω. Εἶχαν ἐπικαλυφθεῖ ἀπὸ δέσμες πυρός, ὅπως αὐτὲς τῶν δύο αὐταδέλφων νεαρῶν ἀσκητῶν, τοῦ Μαξίμου καὶ τοῦ Δομετίου, στὴν χάρη καὶ τῶν ὁποίων εἶχε ἀφιερώσει τὸ ἀσκητικό του κελλάκι, τὸν εὐκτήριο οἶκο του, στὸ Κρυονέρι. Ζοῦσε ὁ π. Εὐσέβιος στὴν χώρα τοῦ ἀκτίστου, τοῦ Θαβωρείου φωτός.
.         Μὲ τὴν προσευχή του ὁ π. Εὐσέβιος μποροῦσε καὶ «ὄρη μεθιστάνειν» (Α´ Κορ. ιγ´ 2), ὄρη ψυχῶν ποὺ ἐμπόδιζαν τὰ ζωήρρυτα νάματα τῆς ἐπιγνώσεως καὶ τῆς μετανοίας νὰ διεισδύσουν καὶ νὰ τὶς καλλιεργήσουν πνευματικά. Στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, κοντὰ στὴν πόλη Ratvik, ὅπου ἡ πρόσβαση ἦταν δύσκολη καὶ ἡ περιοχὴ ἐρημική, μιὰ ψυχὴ μὲ τὴν δύναμη τῆς θελήσεώς της, καὶ γιατὶ ὄχι μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ διορατικοῦ Γέροντος, κατάφερε καὶ ἔφθασε. Ἦταν καλοκαίρι καὶ τὸ τοπίο ἦταν ὑπέροχο, γεμάτο ἔλατα. Ὁ Γέροντας ποὺ ἔδειχνε νὰ μὴν γνωρίζει τίποτα γιὰ τὸν ἐρχομό της, ἀφοῦ δὲν εἶχε εἰδοποιηθεῖ, ὅταν τὴν ὑποδέχθηκε, τὴν ἀποκάλεσε μὲ τὸ ὄνομά της, -τυχαῖο;- καὶ τὴν ἔβαλε νὰ φάει σὲ ἕνα τραπέζι ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ἐκ τῶν προτέρων. Τὸ γεῦμα καὶ τὸ τραπέζι ἦταν ὅλα προετοιμασμένα γιὰ δύο ἄτομα -καὶ αὐτὸ τυχαῖο;-. Στὸ Ἡσυχαστήριο δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄλλος.
Ἡ ἐπισκέπτρια ἔθεσε στὸν Γέροντα τὶς ἀπορίες της, ἔκλαυσε, παραπονέθηκε, ἐξομολογήθηκε καὶ ἔνοιωσε τὴν ψυχή της πραγματικὰ ἀνάλαφρη. Ἦταν τόσο χαρούμενη καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὰ ψυχικά της βάρη ποὺ μονολόγησε: «Τὸ μόνο ἐπιπλέον πράγμα ποὺ θὰ ἤθελα αὐτὴ τὴν στιγμὴ εἶναι νὰ ἔβλεπα αὐτὸ τὸ ὑπέροχο δάσος χιονισμένο». Ὁ π. Εὐσέβιος μὲ τὸ διορατικό του φίλτρο συνέλαβε τὴν ἐπιθυμία της καὶ προσευχήθηκε θερμά. Νὰ ποὺ ἡ «προσευχὴ ταπεινοῦ νεφέλας διέρχεται» (Σοφ. Σειρ. 35, 17) καὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ μετακινεῖ καὶ βουνά.
.         Σὲ λίγα λεπτὰ ἄρχισαν νὰ χορεύουν νιφάδες καὶ ἕνα ἁπαλὸ ἄσπρο σεντόνι σκέπασε τὰ πάντα μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ καλοκαιριοῦ! Ἡ προσευχὴ τοῦ Γέροντα εἶχε εἰσακουσθεῖ καὶ ὁ καλός μας Θεὸς καὶ αὐτὴ τὴν κρύφια ἐπιθυμία τῆς προσκυνήτριας ἐκπλήρωσε, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι ὁ Θεὸς ἀκούει τὶς προσευχὲς τῶν δικαίων. Μᾶς τὸ εἶπε: «Ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω» (Ἰωάν. ιδ´ 14).

Μάξιμος καὶ Δομέτιος

.         Ὁ π. Εὐσέβιος ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στοὺς σήμερα ἑορταζομένους Ὁσίους αὐταδέλφους, τὸν Μάξιμο καὶ τὸν Δομέτιο, τοὺς δύο νεαροὺς Ὁσίους, «τοὺς ἁγιασθέντας διὰ τῆς εὐχῆς. Θαύμαζε τὴν ἄσκησή τους, τὴν προσευχή τους, τὴν σκληραγωγία καὶ τὴν σιωπή τους, τὴν ἐπιδίωξη τῆς ἀφάνειας, ὥστε τὴν ἀρετή τους νὰ γνωρίζει μόνο ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε καὶ στὸν πνευματικό τους καθοδηγητὴ νὰ τὴν γνωρίσει λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ὁσιακή τους κοίμηση. Θαύμαζε καὶ τοὺς τιμοῦσε κατὰ τὸ χρυσοστομικὸ «τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου».
.         Οἱ Μάξιμος καὶ Δομέτιος ἦταν ἀδελφοὶ ἀπὸ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρὰ τὴν εὐμάρεια καὶ τὶς ἀνέσεις τῆς οἰκογενείας τους ἦσαν ἀκάματοι ἐργάτες τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς σιωπῆς, τῆς ξενιτείας καὶ τῆς σκληραγωγίας. Ἡ ὄψη τους, ὄψη νεαρῶν ποὺ εἶχαν μεγαλώσει μέσα σὲ χλιδή, ξεγελοῦσε καὶ δὲν ἄφηνε νὰ καταλάβει κανεὶς τὴν μυστική τους πνευματικότητα καὶ νὰ δεῖ τὰ πολύτιμα διαμάντια τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ κρύβονταν μέσα τους. Τὰ διαμάντια αὐτὰ τὰ ἔκρυβαν μὲ τόση ἐπιμέλεια, ποὺ δὲν τὰ διέκρινε οὔτε καὶ ὁ μεγάλος ἀσκητὴς τῆς Νιτρίας, ὁ Ἅγιος Μακάριος.
.         Ὅταν σὲ αὐτὸν ζήτησαν νὰ γίνουν μαθητές του στὴν ἔρημο, ἐκεῖνος θέλησε νὰ τοὺς διώξει βλέποντάς τους καλοαναθρεμμένους καὶ ἴσως ἀνίκανους γιὰ τὴν σκληρὴ δοκιμασία τῆς ἐρήμου. Ὁ λογισμός του, ὅμως, τοῦ ὑπαγόρευσε νὰ τοὺς δεχθεῖ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς σκανδαλίσει, ἀφοῦ ἂν δὲν ἄντεχαν, θὰ ἔφευγαν μόνοι τους. Μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ τοὺς ὑπέδειξε ἕνα μέρος, γιὰ νὰ κτίσουν ἕνα λιθόκτιστο κελλάκι καί, ἀφοῦ τοὺς ἐφοδίασε μὲ ἕναν πέλεκυ καὶ ἕνα σακκούλι γεμάτο ψωμιὰ καὶ ἁλάτι, τοὺς ἔδειξε πὼς νὰ πλέκουν ζεμπίλια μὲ βαγιὲς ἀπὸ ἕνα κοντινὸ ἕλος. Αὐτὰ θὰ τὰ πωλοῦσαν γιὰ νὰ   ἐξασφαλίσουν τὸν «ἐπιούσιον ἄρτον».
.         Γιὰ τρία ὁλόκληρα χρόνια οἱ νεαροὶ ἀγωνίσθηκαν ὑπεράνθρωπα μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ σιωπὴ καὶ ἔφθασαν σὲ μέτρα ἀρετῆς πολὺ ὑψηλά. Ζοῦσαν, ὅμως, καὶ ἐπιδίωκαν τὴν ἀφάνεια. Δὲν ἔδιναν σημεῖα προκοπῆς οὔτε σὲ αὐτὸν στὸν ἀββᾶ Μακάριο, ἀφοῦ μόνο στὴν ἐκκλησιὰ πήγαιναν, γιὰ νὰ μεταλάβουν, καὶ ἐκεῖ σιωπώντας.
.         Κάποια ἡμέρα αὐτὸς μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ ξεκίνησε νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ, γιὰ νὰ γνωρίσει τὴν κρυφή τους, ἂν ὑπῆρχε, πρόοδο. Ὅταν ἔφθασε στὸ κελλί τους, τὸν ὑποδέχθηκαν οἱ δύο νεαροὶ ἀσκητὲς καὶ τὸν ἀσπάσθηκαν μὲ σιωπή, ἐνῶ ὁ μικρότερος μὲ νεῦμα τοῦ μεγάλου συνέχισε τὴν πλοκὴ τῶν ζεμπιλιῶν του. Μετὰ τὴν ἐνάτη παρέθεσαν λίγο λιτὸ φαγητὸ καὶ τρία παξιμάδια γιὰ δεῖπνο. Σιωπώντας πάλι κάλεσαν τὸν Ἀββᾶ Μακάριο στὸ τραπέζι καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ρώτησαν, ἂν θὰ ἔφευγε ἢ θὰ ἔμενε μαζί τους τὸ βράδυ. Ἡ σιωπή τους τὸν εἶχε μαγνητίσει καὶ στὴν διερευνητική του ἐπιθυμία νὰ γνωρίσει τὸν ἐσωτερικό τους κόσμο, ἔδωσε καταφατικὴ ἀπάντηση. Ἐκεῖνοι τότε ἔστρωσαν ἕνα ψαθὶ γιὰ τὸν ἐπισκέπτη τους καὶ ἕνα ἄλλο στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς καλύβας γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Μόλις πλάγιασαν, ὁ Ἀββᾶς Μακάριος προσευχήθηκε στὸν Θεό, νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὴν ἐργασία τους. Τότε ἄνοιξε ἡ στέγη καὶ ἔγινε φῶς, σὰν νὰ ἦταν ἡμέρα. Οἱ δύο ἀδελφοί, ὅμως, δὲν ἔβλεπαν τὸ φῶς καί, πιστεύοντας ὅτι ὁ Ἀββᾶς Μακάριος κοιμήθηκε, σηκώθηκαν καὶ ἁπλώνοντας τὰ χέρια στὸν οὐρανὸ ἄρχισαν νὰ προσεύχονται. Ἔβλεπε τότε ὁ Μέγας Καθηγητὴς τῆς ἐρήμου μυῖγες, νὰ προσπαθοῦν τὰ πλησιάσουν τὸν μικρότερο ἀδελφό, ποὺ τὸν περιτείχιζε Ἄγγελος Κυρίου κρατώντας πύρινη ρομφαία. Τὸν μεγαλύτερο ἀδελφὸ δὲν τὸν πλησίασαν.
.         Κατὰ τὸ πρωῒ ξεκίνησαν ὅλοι μαζὶ τὴν ὀρθρινὴ προσευχή. Καὶ ἔβλεπε πάλι στὴν διάρκειά της ὁ Ἀββᾶς Μακάριος, σὲ κάθε στίχο τοῦ ψαλτηρίου ποὺ ἔλεγαν, νὰ βγαίνει λαμπάδα φωτιᾶς ἀπὸ τὸ στόμα τους, ποὺ ἔφθανε ὡς τὸν οὐρανό. Μετὰ τὸ τέλος τῆς προσευχῆς ὁ θεῖος Μακάριος ἔκπληκτος γιὰ τὸ ὑπερφυέστατο θέαμα τοὺς ζήτησε νὰ εὔχονται γι’ αὐτὸν καὶ αὐτοὶ πάλι σιωπώντας πῆραν τὴν εὐχή του καὶ τὸν χαιρέτησαν. Ὁ Γέροντας ἀπομακρύνθηκε, ἀφοῦ εἶχε διαπιστώσει ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς εἶχε φθάσει στὴν τελειότητα, ἐνῶ ὁ μικρότερος δεχόταν ἀκόμη ἐπιθέσεις ἀπὸ τὸν πονηρό, ἀπὸ τὶς ὁποῖες, ὅμως, προστατευόταν ἀπὸ Ἄγγελο γιὰ τὴν ὑπερφυσική του ἄσκηση καὶ τὸν πόθο του γιὰ πνευματικὴ τελείωση.
.         Ὕστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες κοιμήθηκε ὁ μεγάλος ἀδελφὸς τὸν ὕπνο τῶν δικαίων καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες καὶ ὁ μικρότερος. Ὁ ἀββᾶς Μακάριος ἔκτοτε τοὺς παρουσίαζε σὰν πρότυπα ἀσκήσεως καὶ ἔδειχνε τὸν τόπο τους γιὰ παραδειγματισμὸ στοὺς ἄλλους ἀσκητὲς λέγοντας: «Ἐλᾶτε τὰ δεῖτε τὸν τόπο μαρτυρίου τῶν νεαρῶν, ποὺ ἁγίασαν μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν σιωπή».
.         Οἱ ἀδελφοὶ αὐτοί, Μάξιμος καὶ Δομέτιος, τιμῶνται πολὺ στὴν ἔρημο τῆς Νιτρίας καὶ τὸ μοναστήρι ποὺ δημιουργήθηκε στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς τους ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους σήμερα «Μονὴ Baramous», ποὺ σημαίνει «Μονὴ τῶν Ρωμιῶν», τῶν νεαρῶν χριστιανῶν εὐγενῶν αὐταδέλφων, τῶν ἐραστῶν τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Αὐτοὺς τοὺς αὐταδέλφους εἶχε πρότυπα ὁ π. Εὐσέβιος μιμούμενος τὴν ἀποταγὴ τοῦ κόσμου, τὴν προσευχή, τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἐργασία.
.         Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς αὐτὴ ἡ ψυχή, ποὺ γεννήθηκε γιὰ ν’ ἁγιάσει, ὁ Γέροντας Εὐσέβιος, ὁ ἱεραπόστολος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς προσευχῆς, ὀ ἀναζητητὴς τοῦ ἀπολύτου!

Ἐλάχιστη προσφορά

.         Σεβασμιώτατε, σεβαστοί μοι Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἔχοντας πλήρη ἐπίγνωση ὅτι ὁ μοναδικὸς Γέροντας Εὐσέβιος ἦταν ἕνας πολύεδρος ἀδάμαντας τῆς ἀρετῆς, τῆς ἀγάπης, τῆς προσευχῆς, τὸν ὁποῖο ἀπὸ ὅποια ὀπτικὴ γωνία καὶ ἂν τὸν κοίταζες αἰσθανόσουν θάμβος, τόλμησα νὰ τὸν δῶ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου καὶ ἡ ἀκτινοβολία του μὲ θάμπωσε. Στὴν ἱερὴ μνήμη του, ἔτσι θαμπωμένος, τόλμησα ὁ ἀνάξιος νὰ καταθέσω αὐτὲς τὶς σκέψεις νομίζοντας ἀφελῶς ὅτι κάτι προσφέρω. Τὸ ἔκανα, γιὰ νὰ ἐξωτερικεύσω τὴν ἀνάγκη μου νὰ προσφέρω ἀπὸ τὸ ἄντλημα τῆς καρδιᾶς μου «εὐσεβείας νάματα».
.         Ὁ π. Εὐσέβιος δὲν ἔχει ἀνάγκη προβολῆς ὡς οὐρανοπολίτης, οὔτε ἤθελε προβολὲς καὶ παρουσίες στὴν ἐπίγεια ζωή του. Ζοῦσε στὴν ἀφάνεια καὶ τὸν γέμιζε ἡ πανταχοῦ παρουσία τοῦ Κυρίου μας, τὸ κάλλος τῆς μορφῆς τοῦ ὁποίου τώρα ἀπολαμβάνει μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια. Ἐμεῖς, ὅμως, οἱ ζῶντες, «οἱ περιλειπόμενοι» (Α´ Θεσ. δ´ 15), ἔχουμε ἀνάγκη νὰ δροσισθοῦμε μὲ νάματα σωτηρίας, μὲ νάματα εὐσεβείας. Τὸ ἄντλημά μου, δυστυχῶς, εἶναι μικρό. Ἴσως, ὅμως, προβάλλοντας τὸν π. Εὐσέβιο, νὰ ἐπέμβει ἐκεῖνος καὶ ὡς ἀντίδωρο ἀγάπης νὰ δροσίσει κάποιες διψασμένες καρδιές, ὅπως ἔπραττε καὶ ὅσο χρόνο ἦταν μαζί μας, ὁδηγώντάς τες στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Χριστό μας, ποὺ τόσο αὐτὸς ἀγάπησε. Ἔτσι, δροσισμένες στὸ καῦμα τοῦ σύγχρονου κόσμου, τοῦ κόσμου τοῦ αἰῶνος τούτου, τοῦ ἀπατεῶνος, ἂς ἀνάψουν ἕνα κερὶ στὴν μνήμη του καὶ ἂς τὸν ἐπικαλεσθοῦν στὰ προβλήματά τους ὡς «Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ». Μὲ τὴν ἐπεξήγηση αὐτῆς τῆς φράσεως θὰ κλείσω τὴν σύντομη γιὰ τὸν π. Εὐσέβιο εἰσήγησή μου.
.         Ὁ Γέροντας, γνωστὸ σὲ ὅλους, ὑπῆρξε ἀφιλάργυρος. Βίωνε τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ καὶ πλούτιζε τοὺς ἄλλους μὲ ἀγάπη καὶ μὲ ὅσα ἡ ἀγάπη τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν τοῦ ἔδινε, γιὰ φιλανθρωπία. Γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἐνδεεῖς ἧταν «»πατερούλης», ὅσο ζοῦσε καὶ ὁ «πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» μετὰ τὴν κοίμησή του. Χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωση μιᾶς νέας κοπέλλας ποὺ ἀναπαυόταν πνευματικὰ στὸν Γέροντα καὶ δεχόταν τὸ προϊὸν ὄχι μόνο τῶν προσευχῶν του, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑλικῆς του στηρίξεως. Ὁ Γέροντας γνώριζε τὸ δυφυὲς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ δὲν ἔμενε σὲ εὐχολόγια. Δὲν ἔλεγε:
-Ὕπαγε καὶ ἐγὼ θὰ προσεύχομαι γιὰ σένα.
.         Τί νὰ τὴν κάνει κανεὶς μόνο τὴν εὐχή, ὅταν τὸ στομάχι διαμαρτύρεται; Ὁ π. Εὐσέβιος ὄχι μόνο πονοῦσε γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, ἀλλὰ μεριμνοῦσε καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ὑλικῶν τους ἀναγκῶν. Ἦταν πραγματικὸς πατέρας. Ἦταν εἰς τύπον Χριστοῦ.
.         Τὴν κοπέλλα αὐτὴ πολλὲς φορὲς τὴν εἶχε εὐεργετήσει καὶ αὐτὴ ἔνοιωθε τὸν Γέροντα ὄχι μόνο πνευματικὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ τροφέα καὶ ἀνακουφιστὴ καὶ ἀρωγὸ στὶς καθημερινὲς ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς.
.         Ἦλθε ἡ εὐλογημένη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς κάλεσε τὸν Γέροντα Εὐσέβιο γιὰ νὰ τὸν κάνει οὐρανοπολίτη, νὰ τοῦ χαρίσει τὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα. Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση ἡ νεαρὴ βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση. Ποιός τώρα θὰ τῆς κάλυπτε τὰ ἔξοδα; Ποιός θὰ τὴν βοηθοῦσε;
.         Ἀπελπισμένη σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ψέλλισε:
-Πατερούλη τοῦ οὐρανοῦ, τί θὰ ἀπογίνω τώρα;
.         Ἡ ἔκπληξη ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό. Τὸ ἑπόμενο πρωῒ βρίσκει κάτω ἀπὸ τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ της ἕναν φάκελλο. Εἶχε ὄνομα: «π. Εὐσέβιος». Τὸ ἄνοιξε βιαστικὰ καὶ ἔμεινε ἄφωνη. Ὁ «Πατερούλης τοῦ οὐρανοῦ» εἶχε μεριμνήσει γιὰ τὶς ἀνάγκες της. Θαυμαστό; Ναί. Γράμμα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ χρηματικὸ ποσό, ἱκανὸ νὰ τῆς λύσει τὰ τρέχοντα οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ ὄχι μόνον.
.         Σεβασμιώτατε, ἡ ἐποχή μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ Εὐσεβίους. Εὐσέβιοι μᾶς χρειάζονται, γιὰ νὰ μᾶς καθοδηγοῦν στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Ζωοδότη μας Χριστό. Εὔχεσθε, νὰ πληθαίνουν οἱ Εὐσέβιοι πρὸς σωτηρίαν ψυχῶν καὶ δόξαν τοῦ παναγίου ὀνόματός Του. Ἀμήν.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

«Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΕΣΤΡΑΦΗ ΕΙΣ ΤΑ ΟΠΙΣΩ» (Χαραλ. Μπούσιας)

Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω.

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Ἰορδάνης ποταμός, ὁ ἱερὸς ποταμὸς τῆς θεοφανείας, ὁ ποταμὸς ποὺ «ἐθαμβήθη θεωρῶν τὸν ἀθεώρητον γυμνόν», εἶναι ὁ ποταμὸς ποὺ ἡ διάβασή του ὁδηγεῖ στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ὁ ποταμὸς τῆς ἐπιθυμίας ἐπισκέψεως τῶν ρείθρων του, τῆς καθάρσεως, τοῦ ἁγιασμοῦ. Ὅλοι μας τρέφουμε τὴν ἐλπίδα, νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βαπτισθοῦμε στὰ νερά του, στὰ ρεῖθρα ποὺ στὴν γύρω τους ἔρημο ἀσκήσευσε ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης, ὁ Πρόδρομος, στὰ ῥεῖθρα ποὺ ἁγιάσθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς Πατὴρ ἐφώνει «Οὖτός ἐστίν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός» καὶ τὶ Ἅγιον Πνεῦμα παρουσιάσθηκε «ἐν εἴδει περιστερᾶς».
.               Ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς εἶναι ὁ προσωποποιημένος ποταμός. Ἂν καὶ ὡς κτίσμα εἶναι ἄψυχο, δὲν ἔχει αἰσθήσεις, ἐν τούτοις τοῦ φωνάζουμε: «Ἰορδάνη ποταμέ, τί ἐθαμβήθης θεωρῶν;», «Ἑτοιμάζου, Ἰορδάνη ποταμέ..», «Ἰορδάνη ποταμέ, στῆθι ὑπόδεξαι σκιρτῶν..», «Ἰορδάνη ποταμέ, εὐφράνθητι..», «Καὶ σύ, Ἰορδάνη ποταμέ, διατὶ ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω», λὲς καὶ ἀπευθυνόμαστε σὲ πρόσωπο. Βέβαια, δὲν εἶναι τὸ μοναδικὸ κτίσμα ποὺ προσωποποιεῖται στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία. Ἔχουμε πολλὰ παρόμοια παραδείγματα στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς ὑμνογραφίας καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὅταν λέμε: «Εὐφραινέσθω τὰ οὐράνια, ἀγαλλιάσθω τὰ ἐπίγεια», δηλαδή, ἂς εὐφρανθοῦν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἂς χαρεῖ ἡ γῆ, ἐννοοῦμε τὴν χαρὰ τῶν ἀγγέλων στὸν οὐρανὸ καὶ τῶν ἀνθρώπων στὴν γῆ καὶ ὄχι τοῦ ἀέρος καὶ τοῦ ἐδάφους. Ἐπίσης στὴν ὑμνογραφία ἀπευθυνόμαστε πολλὲς φορὲς σὲ ἱεροὺς τόπους ἢ ἱερὰ ἀντικείμενα λὲς καὶ αὐτὰ εἶναι ἔμψυχα, ὅπως στὴν Βηθλεὲμ καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό. Ἔτσι λέμε:
.               «Ἑτοιμάζου, Βηθλεέμ, ἤνοικται πᾶσιν ἡ Ἐδέμ..» ἢ « Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ, σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου», ἢ «Οὐ δυνησόμεθα, Σταυρὲ τοῦ Κυρίου, τὰ σὰ θαυμάσια ὑμνεῖν οἱ κατάκριτοι».  Ὅταν ἐπίσης λέμε: «Σκιρτήσατε τὰ ὄρη καὶ οἱ βουνοί», δὲν παρακινοῦμε τὰ βουνὰ καὶ τοὺς λόφους νὰ σκιρτήσουν, ἀλλὰ τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ κατοικοῦν σὲ αὐτούς. Καὶ ὅταν λέμε: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ», δὲν ἐννοοῦμε, ὅτι ἀφήνουν φωνὴ ποὺ ἀκοῦν τὰ αὐτιά μας, ἀλλὰ ὅτι παρουσιάζουν σὲ μᾶς μὲ τὸ μέγεθός τους τὴν δύναμη τοῦ Δημιουργοῦ. Ἔτσι, κατανοοῦμε τὸ κάλλος τους καὶ δοξάζουμε τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό τους σὰν ἄριστο τεχνίτη.
Τὴν θαυμαστὴ στροφὴ τοῦ ρεύματος τοῦ ποταμοῦ Ἰορδάνου πρὸς τὰ ὀπίσω, αὐτὴν ποὺ ὑπερφυῶς βλέπουμε σὲ αὐτὸν κάθε χρόνο, στὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, και δοξάζουμε τὸν βαπτισθέντα Κύριό μας Ἰησοῦ, περιφράφει ὁ Προφητάναξ Δαβὶδ λέγοντας: «Ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω» (Ψαλμ. ΡΙΔ´, 3). Μὲ αὐτὸ τὸ χωρίο ὁ Ψαλμωδὸς ἤθελε νὰ προφητεύσει τὴν ἔκπληξη τῆς θαλάσσης, τοῦ νεροῦ ποὺ ἁπλωνόταν σὲ μεγάλο μέρος, καὶ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, μὲ τὴν εἴσοδο στὰ νάματά του τοῦ ἀναμάρτητου Χριστοῦ μας. Αὐτὴν τὴν ἔκπληξη δικαιολογεῖ στὴν εὐχὴ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν ὑδάτων ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων λέγοντας.
.               «Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω θεασάμενος τὸ πῦρ τῆς Θεότητος σωματικῶς κατερχόμενον καὶ εἰσερχόμενον ἐπ’ αὐτόν». Τὸ πῦρ τῆς Θεότητος στὴν σάρκα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ εἰσερχόταν μέσα στὰ ἰορδάνεια ρεῖθρα, ἀπὸ φόβο καὶ σεβασμὸ αὐτὰ ἤθελαν νὰ τὸ ἀποφύγουν.
.               Τὸ ὅτι ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω περιγράφει καὶ τὸ ἑπόμενο ὡραιότατο τροπάριο τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων θυμίζοντάς μας τὴν διαίρεση τοῦ ὕδατος τοῦ Ἰορδάνου μὲ τὴν μηλωτὴ τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου, μετὰ τὴν ἀνάληψη στοὺς οὐρανοὺς μὲ πύρινο ἅρμα τοῦ προφήτου Ἠλιού:
.               «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταμός, τῇ μηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιοὺ, καὶ διῃρεῖτο τὰ ὕδατα ἔνθεν καὶ ἔνθεν· καὶ γέγονεν αὐτῷ, ξηρὰ ὁδὸς ἡ ὑγρὰ, εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσματος, δι᾽ οὗ ἡμεῖς τὴν ῥέουσαν, τοῦ βίου διαπερῶμεν διάβασιν, Χριστὸς ἐφάνη, ἐν Ἰορδάνῃ, ἁγιάσαι τὰ ὕδατα». Ἐστράφη παλιὰ πρὸς τὰ πίσω τὸ ρεῦμα τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ διὰ τῆς μηλωτῆς τοῦ ἀναληφθέντος στὸν οὐρανὸ προφήτου Ἠλία, τὴν ὁποίαν εἶχε ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος. Καὶ ἔγινε ἡ ὑγρὴ ὁδὸς ξερὴ προτυπώνοντας ἀληθινὰ τὸ βάπτισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμεῖς διαπερνοῦμε τὴν ρευστὴ διάβαση τοῦ βίου. Ὁ Χριστὸς φανερώθηκε στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ ἁγιάσει τὰ ὕδατα.
.               Ἡ ποιητικώτατη προφητικὴ αὐτὴ φράση τῶν Ψαλμῶν «ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω» εἶναι πλουτισμένη μὲ ἕνα ἀσυνήθιστο καὶ ἀνυποψίαστο, ἀκόμα καὶ στοὺς πιὸ φιλακόλουθους, πνευματικὸ βάθος. Τὸ σχολιάζει πολὺ ὄμορφα, ὅπως πράττει πάντοτε, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:
.               Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης, ποὺ ἦταν πολυφημισμένος στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα θαύματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν βάπτιση τοῦ Χριστοῦ σὲ αὐτόν, πηγάζει ἀπὸ δύο πηγές. Ἡ μία λέγεται Ἰὸρ καὶ ἡ ἄλλη Δάν. Καθὼς προχωροῦν τὰ δύο αὐτὰ ποτάμια, ἑνώνονται σὲ ἕνα ποὺ ὀνομάζεται Ἰορδάνης. Αὐτὸς μὲ πλῆρες ἀνάπτυγμα τοῦ ροῦ του περνάει μέσα ἀπὸ ἐναλλασσόμενα παρόχθια γόνιμα καὶ ἀμμώδη ἐδάφη καὶ χύνεται στὴν Νεκρὰ θάλασσα. Ἡ ἀλληγορία ἐδῶ εἶναι βαθειὰ καὶ θεολογικώτατη, ὅπως τὴν φανερώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης εἶναι ὁ τύπος τουῦ ἀνθρωπίνου γένους. Οἱ δύο πηγές του συμβολίζουν τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, τοὺς δύο προπάτορες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀνέβλυσε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ τὸ γένος αὐτὸ πρὸς τὰ ποῦ πορευόταν πρὶν τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεανθρώπου μας Ἰησοῦ; Ἀλλοίμονο, στὴν νέκρωση καὶ στὸν θάνατο μέσα ἀπὸ χαρὲς καὶ λύπες τῆς ζωῆς, ὅπως ὁ Ἰορδάνης, ὁ ὁποῖος μέσα ἀπὸ γόνιμα καὶ ἄγονα ἐδάφη ἐκβάλλει στὴν Νεκρὰ θάλασσα. Ἦρθε, ὅμως, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ πόνεσε γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ἔπαθε πάνω στὸν Σταυρό, καὶ κατήργησε, μὲ τὸν θάνατό του, τὸν θάνατο. Ἔτσι, χάρισε στοὺς ἀνθρώπους τὴν ζωὴ καὶ τοὺς ἔστρεψε πρὸς τὰ πίσω, τοὺς ἔκαμε νὰ μὴν τρέχουν πιὰ πρὸς τὴν νέκρωση καὶ τὸν θάνατο, ἀλλὰ πρὸς τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἀφθαρσία. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει, ὅτι «ὅσοι εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν». (Ῥωμ. στ΄ 3).
.               Σὲ ἕνα ἄλλο δοξαστικὸ τῆς Ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων ὁ ὑμνογράφος ἐρωτᾶ τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ προσωποποιημένο:
.               «Τί ἀναχαιτίζει σου τὰ ὕδατα, ὦ Ἰορδάνη, τί ἀναποδίζεις τὸ ῥεῖθρον καὶ οὐ προβαίνεις τὴν κατὰ δύσιν πορείαν;».
.               Γιὰ νὰ συνεχίσει μὲ τὴν ἀπάντηση τοῦ Ἰορδάνου:
«Οὐ δύναμαι φέρειν πῦρ καταναλίσκον· ἐξίσταμαι καὶ φρίττω τὴν ἄκραν συγκατάβασιν· ὅτι οὐκ εἴωθα τὸν καθαρὸν ἀποπλύνειν, οὐκ ἔμαθον τὸν ἀναμάρτηρον ἀποσμήχειν, ἀλλὰ τὰ ῥερυπωμένα σκεύη ἐκκαθαίρειν…». Ποιός σοῦ ἀναχαιτίζει τὰ ὕδατα, Ἰορδάνη, καὶ ἐμποδίζει τὴν φυσική σου πορεία πρὸς τὴν δύση; Αὐτὸς ποὺ εἶναι ὅλος πῦρ καὶ ἀπορῶ καὶ φρίττω τὴν ἀμέτρητη συγκατάβασή Του. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ καθαρίσω τὸν καθαρόν, οὔτε νὰ σκουπίσω τὸν ἀναμάρτητο. Ἐγὼ μόνο βρώμικα σκεύη μπορῶ μὲ τὰ νερά μου νὰ καθαρίσω.
.               Ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀποκαλύπτεται ὡς ὁ ποταμὸς ποὺ ὁρίζει τὴν «γῆ τῆς ἐπαγγελίας». Τὸ νὰ διασχίσεις τὸν Ἰορδάνη σήμαινε, γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, πὼς εἰσέρχεσαι στὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Κυρίου. Σήμαινε, ὅτι μπαίνεις στὴν «γῆ ποὺ ρέει γάλα καὶ μέλι», στὸν τόπο ὅπου ὁ Θεὸς θὰ κατοικήσει μὲ τὸν λαό Του παρέχοντάς του τὶς ἀτελεύτητες εὐλογίες τῆς παρουσίας Του.
.               Στὴν Καινὴ Διαθήκη ἡ διαπέραση τοῦ Ἰορδάνη σημαίνει εἴσοδο στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐμπειρία τῆς πληρότητας τῆς ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Μωϋσῆς δὲν εὐλογήθηκε νὰ διασχίσει τὸν Ἰορδάνη συμβολίζει ὅτι ὁ Νόμος μόνος του δὲν σώζει. «Οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ» (Γαλ. β΄ 16). Ἔπρεπε νὰ ἔλθει ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός μας, ὁ ὁποῖος διὰ μέσου τοῦ Ἰορδάνου μπορεῖ νὰ εἰσάγει τοὺς πιστοὺς στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, στὴν Οὐράνια Βασιλεία, τονίζοντας ἔτσι τὴν λυτρωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἰησοῦ, στὴν διαθήκη τῆς χάριτος.
.               Ὅταν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μωϋσέως ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἔφθασε στὸν Ἰορδάνη, τὰ ὕδατα σχίσθηκαν στὴν παρουσία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μὲ τοὺς ἱερεῖς νὰ προπορεύονται βαστάζοντας στὰ χέρια τους τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης. Ὅπως τὰ ὕδατα τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης σχίσθηκαν, γιὰ νὰ ἐπιτρέψουν στὸν λαὸ αὐτὸ νὰ διαβεῖ ὡς διὰ ξηρᾶς, κατὰ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο ἐπιζητώντας τὴν «ἐν Θεῷ ἐλευθερία»καὶ σωτηρία του ἀπὸ τὰ φαραωνικὰ δεσμά, ἔτσι καὶ κατὰ τὴν εἴσοδό του στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς σχίσθηκε, γιὰ νὰ διαβεῖ ὁ ταλαιπωρημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν τόπο τοῦ τελικοῦ του προορισμοῦ. Μήπως καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τὴν δική μας δὲν σχίσθηκαν τὰ Ἰορδάνεια ρεῖθρα, γιὰ νὰ περάσουμε στὴν Ἄνω Πόλη οἱ ταλαίπωροι ὁδοιπόροι αὐτῆς τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι μοναδικὴ βακτηρία ἔχουμε τὴν πίστη μας στὸν «ἐν Ἰορδάνῃ βαπτισθέντα Κύριο»;
.               Μετὰ τὴν διάβαση τοῦ Ἰορδάνου ὑπὸ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ τὸ ρεῦμα του ἐπανῆλθε στὴν κανονική του πορεία, «ὥρμησεν κατὰ χώραν καὶ ἐπορεύετο καθὰ ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν δι’ ὅλης τῆς κρηπίδος» (Ἰησ. δ 18). Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης σχίσθηκε ἐπίσης κατὰ τὴν διέλευση τῶν προφητῶν Ἠλία καὶ Ἐλισσαίου, ὅπως ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν, καὶ ἀκούγεται στὴν Ἀκολουθία τῶν Θεοφανείων: «Ἀμφότεροι ἔστησαν ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου. Καὶ ἔλαβεν Ἠλίας τὴν μηλωτὴν αὐτοῦ καὶ εἴλησε καὶ ἐπάταξε τὸ ὕδωρ καὶ διῃρέθη τὸ ὕδωρ ἔνθεν καὶ ἔνθεν καὶ διέβησαν ἀμφότεροι ἐν ἐρήμῳ» (Β’ Βασιλ. 2). Ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς ὁ προφήτης Ἠλίας, ὁ «ζῶν προφήτης», μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιστρέψει ξανά, καθώς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε, γιὰ νὰ ἑτοιμάσει τὴν ὁδὸ γιὰ τὸν ἐρχομό Του: «Ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἠλίας ἔρχεται πρῶτον καὶ ἀποκαταστήσει πάντα» (Ματθ. ιζ΄-11).
.               Στὸν Ἰορδάνη τέλος ποταμὸ καθαρίσθηκε ἀπὸ τὴν λέπρα του ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος, προεικονίζοντας τὸν καθαρισμὸ ὅλων μας ἀπὸ τὴν λέπρα τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ὕδατα τοῦ Ἰορδάνου εἶχαν καθαριστικὲς ἰδιότητες, γιατὶ μὲ αὐτὰ ποτίσθηκε τὸ τρισύνθετο δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατασκευάσθηκε ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας, πάνω στὸν ὁποῖο πλύθηκε ἡ ἁμαρτία τοῦ κόσμου.
.               Ἡ Ἱστορία τοῦ τρισύνθετου δένδρου ἔχει ὡς ἑξῆς:
.               Κάποια ἡμέρα παρουσιάσθηκε στὸν Λώτ, ποὺ εἶχε πέσει σὲ θανάσιμο ἁμάρτημα, ἕνας ἄγγελος καὶ τοῦ ἔδωσε τρία ραβδιά, τὸ καθένα ἀπὸ ἕνα εἶδος δέντρου, κέδρου, πεύκου καὶ κυπαρισσιοῦ. Τοῦ εἶπε νὰ τὰ φυτέψει καὶ νὰ φέρνει καθημερινὰ νερὸ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, νὰ τὰ ποτίζει. Ἐὰν βλαστήσουν τοῦ εἶπε, θὰ σημαίνει πὼς ὁ Θεὸς δέχθηκε τὴν μετάνοιά σου, διαφορετικὰ θὰ εἶσαι κολασμένος γιὰ πάντα. Γεμάτος χαρὰ ὁ Λὼτ ἔκαμε, ὅπως τοῦ ὑπέδειξε ὁ ἄγγελος. Ἔφερνε νερὸ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη σὲ ἀπόσταση πορείας μιᾶς ἡμέρας, πολὺ κοπιαστική. Στὴν πορεία του αὐτὴ παρουσιαζόταν ὁ διάβολος, γιὰ νὰ τοῦ πάρει μὲ δόλιο τρόπο τὸ νερὸ καὶ νὰ μὴν βλαστήσουν τὰ ραβδιά. Μετασχηματιζόταν ἄλλοτε σὲ ταλαιπωρο διψασμένο ὁδοιπόρο, ἄλλοτε σὲ γέροντα ἀσθενῆ καὶ ἄλλοτε σὲ γυναίκα δυστυχισμένη καὶ τοῦ ἔπινε τὸ νερό. Γιὰ τὴν καλωσύνη του, ὅμως, τὸν λυπήθηκε ὁ Θεὸς καὶ μὲ μιὰ φορὰ ποὺ πότισε τὰ ραβδιά, αὐτὰ βλάστησαν καὶ ἑνώθηκαν στὸ τρισύνθετο δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατασκευάσθηκε τὸ τίμιο ξύλο τοῦ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τὸ Ξύλο τῆς σωτηρίας μας.
.               Στὴν ἐρώτηση ἐὰν μποροῦμε νὰ πλυθοῦμε σὲ ὁποιονδήποτε ποταμὸ καὶ νὰ καθαρισθοῦμε, ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὄχι. Μόνο στὸν Ἰορδάνη, μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ, καθαριζόμαστε ἀπὸ ὅλες μας τὶς ἁμαρτίες. Μόνο διὰ μέσου τοῦ Ἰορδάνου, ποὺ μεταφέρεται στὸ πετραχήλι τῶν ἐξομολόγων, εἰσερχόμαστε πεντακάθαροι στὴν χώρα τῶν ζώντων, στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Μόνο διὰ τῶν ἁγιασμένων ὑδάτων τοῦ Ἰορδάνη καὶ τῶν δακρύων τῆς μετανοίας μᾶς ἐξαγιάζει ὁ Θεὸς γιὰ πάντα.

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΟΥΡΑΝΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ

 Δέκα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση
τοῦ σύγχρονου ἱεραποστόλου Εὐσεβίου Βίττη
(4 Νοεμβρίου 2009)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

γέρ. Εὐσ. Βίτ.png.             Γιὰ τὰ πνευματικὰ ἀναστήματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας μόνον ἐξ ἴσου ἅγια ἀναστήματα μποροῦν τὰ ὁμιλοῦν. Ἔτσι, γιὰ τὸν σύγχρονο Ἅγιο Ἱεραπόστολο τῆς Σουηδίας, τὸν μακαριστὸ Γέροντα Εὐσέβιο Βίττη, ποιός ἄλλος θὰ μποροῦσε νὰ γράψει, παρὰ ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Χαλκίδος, Νικόλαος Σελέντης; Αὐτὸς στὸ προσωπικό του ἡμερολόγιο, μὲ τὴν ζεστὴ φωνὴ τῆς προσευχητικῆς καρδιᾶς του γράφει πηγαῖα καὶ αὐθόρμητα, γιὰ τὸν τότε λαϊκό, νεαρὸ φοιτητή, Στέργιο: «Κύριε, φύλαξε τὸν Στέργιό μας!… Ὁ Στέργιος· Ἡ μεγάλη αὐτὴ ψυχὴ ποὺ γεννήθηκε γιὰ νὰ ἁγιάσει!..»
.             Ἡ οἰκοδομὴ τῆς ἀρετῆς τοῦ πλησίον ἦταν τὸ πρωταρχικὸ μέλημα τοῦ Γέροντος Εὐσεβίου. Μήπως αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ ἡ γενικὴ ἔννοια τῆς ἱεραποστολῆς; Ὁ Γέροντας δὲν περιοριζόταν μόνο στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τὸ κήρυγμα αὐτὸ τὸ συνόδευε σὲ ὅλη του τὴν ζωή, σὲ κάθε τόπο δράσεώς του, ἀπὸ πράξεις ἀγάπης, ἀφοῦ «πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» (Ἰακ. β´ 20). Αὐτὴ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη, ἡ ἐνεργὸς ἀγάπη, στηριζόμενη στὴν ζῶσά του πίστη καὶ τὴν βεβαία του ἐλπίδα γιὰ ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας στὸν κόσμο καὶ δόξα τοῦ ὀνόματος τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ, διήνθιζε καὶ ὀμόρφαινε τὴν ζωὴ του. Μὲ ζέση σιγοτραγουδοῦσε τὸ ἐμβατήριο τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων:
Ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ,
νάτο τὸ μέγαλο σύνθημά μας,
ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ,
ἀπ’τὰ πρῶτα χρόνια ὡς τὰ στερνά μας.

Ὁ Γέροντας σώζει ψυχὴν ἐκ θανάτου.

.             Γέροντας Εὐσέβιος πάντοτε «ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι» (Ἰακ. α´ 19), ἔσπευδε νὰ βοηθήσει ὅλους τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας καὶ κυρίως αὐτοὺς ποὺ τὸ ρεῦμα τῆς ἁμαρτίας θὰ τοὺς παρέσυσε στὸν ἀπέραντο ὠκεανὸ τῆς ψυχικῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Δὲν τὸ ἔπραττε ἀπὸ ἱερατικὴ ὑποχρέωση· τὸ ἔνοιωθε ὡς καθῆκον πρὸς μία ψυχὴ «ὑπὲρ ἧς Χριστὸς ἀπέθανε» (῾Ρωμ. ε´ 9), ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος μικρὸς ἢ μεγάλος, πλούσιος ἢ πτωχός, ἰσχυρὸς ἢ ἀδύναμος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μας κατὰ τὸν Ἀλεξανδρέα Κλήμη, ὁ ὁποῖος λέγει: «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον, τὸν Θεόν σου». Ἄλλωστε ὡς μελετητὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς βαθυνούστατος ὁ Γέροντας γνώριζε ὅτι «ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Ἰακ. ε´ 20).
.             Μιὰ ἑλληνοκυπρία βασανισμένη, διαζευγμένη μὲ ἕνα παιδί, βρέθηκε στὴν Σουηδία. Ἀλληλογραφοῦσε μὲ κάποιο συμπατριώτη της πού, ὅμως, δὲν τὸν γνώριζε προσωπικά. Αὐτὸς τὴν ἔφερε στὴν χώρα αὐτὴ τοῦ βορρᾶ ὑποσχόμενος ὅτι θὰ τὴν παντρευθεῖ. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ καὶ συναντήθηκε μαζί του διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος εἶχε τὴν διπλάσια ἀπὸ αὐτὴν ἡλικία καὶ ὅτι οἱ προθέσεις του γι’ αὐτὴν δὲν ἦσαν ἁγνές. Ἠθελε νὰ ἀνοίξει οἶκο ἀνοχῆς, γιὰ νὰ κερδίσει χρήματα, καὶ δὲν τὸν ἔμελλε οὔτε ὁ γάμος οὔτε ἡ ἀπώλεια τῶν ψυχῶν τῶν ἁμαρτανόντων. Τὴν καλοδέχθηκε καὶ μὲ ὄμορφο, ἀλλὰ δόλιο τρόπο ποὺ ἔκρυβε δηλητήριο, τὴν παρώτρυνε πρὸς τὴν ἁμαρτία.
.             Ξένη καὶ ἔρημη ἡ ταλαίπωρη ψυχὴ δὲν εὕρισκε κάπου νὰ ἀκουμπήσει. Ἔνοιωθε ἀδύναμη καὶ μόνη στὸν παγωμένο βορρᾶ. Ἔσφιγγε στὴν ἀγκαλιά της τὸ μικρὸ βλαστάρι της, τὴν μόνη ἐπὶ γῆς παρηγοριά της καί, εὐτυχῶς, ἔστρεφε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ ζητώντας τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια.
.             Στὴν ἀπελπισία της κατέφυγε στὸν ἱερέα τῆς ἑλληνικῆς παροικίας. Αὐτὸς τὴν κατεύθυνε στὸν Γέροντα Εὐσέβιο πού, ὅμως, βρισκόταν, τριακόσια χιλιόμετρα μακριά. Τοῦ ἔγραψε μία ἐπιστολὴ διεκτραγωδώντας τὴν κατάστασή της. Καὶ αὐτὸς δὲν ἔμεινε ἀδρανής. Δὲν παρέμεινε μόνο στὴν προσευχή, ἀλλὰ ἔστειλε ἀμέσως χρήματα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸν μαστροπὸ καὶ διεφθαρμένο ἐκεῖνον ἄνθρωπο, καὶ σὲ λίγες ἡμέρες κατέβηκε στὴ Στοκχόλμη νὰ τὴν συναντήσει. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐκεῖ πνευματικά του παιδιὰ ὁ Γέροντας ἐπιστράτευσε γιὰ τὴν ἐξεύρεση τῶν ἀναγκαίων πρὸς κάλυψη τῶν ἀναγκῶν καὶ τὴν ἄμεση ἀρωγή της. Τὴν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸν ἐπίβουλο ἄνθρωπο τῆς ψυχῆς της, τὴν σπούδασε καὶ τὴν ὁδήγησε σὲ ἔντιμο γάμο καὶ δημιουργία μιᾶς εὐλογημένης οἰκογένειας. Πῶς αὐτὴ νὰ μὴν ἦταν εὐγνώμων στὸν σωτήρα της, τὸν Γέροντα ποὺ μεριμνοῦσε γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα; Ἂς εἶναι αὐτὸ μικρὸ μνημόσυνο στὴν ἀγαπητική του καρδιά.

ΑΣΚΗΤΗΡΙΟΝ

Τὸ ἀσκητήριο τοῦ Γέροντος

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

,

Σχολιάστε

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΒΙΩΜΑ ΜΕΣΑ ἀπὸ ἕνα κατηχητικὸ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Χαρ. Μπούσιας)

Χριστιανικὸ βίωμα
μέσα ἀπὸ ἕνα κατηχητικὸ τραγούδι
 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             να ὄμορφο τραγούδι τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων μὲ θαυμάσιους στίχους, ὅλο νόημα, τραγούδι ποὺ ἐμπεριέχει τὴν ἔμπρακτη χριστιανικὴ ζωή, αὐτὴν μὲ τὴν ὁποία γνωρίζεται ὁ γνήσιος χριστιανὸς καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία δοξάζεται ὁ Κύριός μας, λέει:
Χαρὰ στὰ μάτια ποὺ δακρύζουν
γιὰ κάποιον ἄλλον ποὺ πονᾶ,
γιατὶ τὰ μάτια αὐτὰ θὰ δοῦνε
τοῦ Παραδείσου τὰ ἀγαθά.
.             Εὐλογημένα εἶναι τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ποὺ δακρύζουν γιὰ τὸν πόνο τῶν ἄλλων, ποὺ τοὺς ἐγγίζουν τὰ βάσανα τῶν γύρω τους, ποὺ συμπάσχουν μὲ αὐτούς, συμμετέχουν στὸν πόνο καὶ στὶς θλίψεις τους, ποὺ «χαίρουν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίουν μετὰ κλαιόντων (῾Ρωμ. ιβ´ 15). Αὐτὲς οἱ εὐλογημένες ὑπάρξεις θὰ βραβευθοῦν ἀπὸ τὸν οὐράνιο Κριτὴ καὶ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἀπολαύσουν τοῦ Παραδείσου τὰ ἀγαθά, «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α´ Κορ. β´ 9).
.             Γιὰ νὰ δακρύσουν, ὅμως, τὰ μάτια μας, στὶς δυσκολίες τῶν συνανθρώπων μας πρέπει ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι σπλαγχνική. Γιὰ νὰ ἀναβλύσουν δάκρυα στὰ μάτια μας πρέπει νὰ ὑπάρχει μέσα μας μιὰ πηγή, ἡ πηγὴ τῆς συμπόνοιας, τῆς εὐσπλαγχνίας, αὐτῆς ποὺ εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Χωρὶς εὐσπλαγχνία οἱ πνεύμονές της δὲν λειτουργοῦν καὶ ἐπέρχεται ἐπώδυνος ὁ αἰώνιος θάνατος. Καὶ στὸ ὡραιότερο καὶ πιὸ θαλερὸ δάσος μὲ τὸ πλούσιο ὀξυγόνο ἂν βάλλουμε τὸν ἄσπλαγχνο, ἐκεῖνος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χαρεῖ, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπνεύσει, ἀφοῦ ἔχει κατεστραμένους τοὺς πνεύμονές του! Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι ὁ ἄσπλαγχνος καὶ τὶς ὀμορφιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει, ἀφοῦ ὅλες οἱ ὀμορφιὲς στηρίζονται στὴν εὐσπλαγχνία καὶ τὶς ὀμορφιὲς θὰ στερηθεῖ τοῦ Παραδείσου, ἀφοῦ αὐτὲς ἔχουν δημιουργηθεῖ γιὰ τοὺς εὐσπλάγχνους ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς ἀγάπης.
.             Οἱ φτωχοὶ ἀλλὰ εὔσπλαγχνοι αὐτῆς τῆς ζωῆς θὰ εἶναι οἱ πρίγκηπες τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ πρίγκηπες σκληρόκαρδοι αὐτῆς τῆς ζωῆς θὰ εἶναι οἱ πάμφτωχοι τῆς ἄλλης, αὐτοὶ ποὺ δὲν θὰ τοὺς δοθεῖ τὸ εἰσιτήριο τῆς ἄλλης ζωῆς, ἀλλὰ τὸ εἰσιτήριο τοῦ διαρκοῦς θανάτου. Γνωστὴ εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ ἄσπλαγχνου πλουσίου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου.
.             Ἕνας σύγχρονος ποιητὴς γράφει ὅτι ἂν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄλλο στὴν κοινωνία τῶν προσώπων ποὺ ζοῦμε, τότε εἴμαστε κιόλας νεκροί, εἴμαστε ζωντανοὶ νεκροί. Ὁ ὁσιώτατος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης ἔλεγε: «Ὅσο κτυπάει ἡ καρδιά μου δὲν θὰ πάψω νὰ ἀγαπῶ. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη μοῦ δίνει ζωή. Ζῶ γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ νοιώθω ζωντανὸς ἐπειδὴ ἀγαπῶ». Ἂν θέλουμε ὅλοι μας νὰ λεγόμαστε ἄνθρωποι ὀφείλουμε νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς στὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου. Καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ ἄλλου περνάει μέσα ἀπὸ τὴν ἁπλοχεριὰ τὴν δική μας, ἀπὸ τὴν συμπόνοια μας, ἀπὸ τὴν εὐπλαγχνία μας. Καὶ αὐτή, ὅμως, ὅσο μεγάλη καὶ νὰ εἶναι, εἶναι ἐλάχιστη ἐμπρὸς στὴν εὐπλαγχνία τοῦ Θεοῦ μας. Ἔγραφε ἡ Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Πορταριᾶς ὅτι, «ὅπως ἡ θάλασσα καὶ ὁ οὐρανὸς δέν ἔχουν τέλος, ἔτσι καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀτελείωτη. Καὶ ὅση εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ,τόση πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀτελείωτη, γιὰ νὰ ἔρθει καὶ τὸ ποθεινὸ εἰσιτήριο τοῦ Παραδείσου».
.             Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἔλεγε ὅτι «ἡ εὐσπαλγχνία εἶναι ἀπέραντη δύναμη. Αὐτὴ μικραίνει τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν Θεό, ἀνάμεσα στὴν γῆ καὶ τὸν οὐρανό. Ἐκεῖ ὅπου πραγματοποιεῖται τὸ Εὐαγγέλιο, ἐκεῖ ἤδη ἐμφανίζεται ὁ Παράδεισος. Ὁ Θεός τίποτε δὲν ἀγαπάει τόσο, ὅσο τὴν εὐσπλαγχνία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ σπλαχνικὸς ἄνθρωπος μοιάζει μὲ τὸν Θεό. Ἡ εὐσπλαγχνία ἔχει θεϊκὴ καταγωγή, διότι, ἀπὸ τὸν Θεὸ γεννιέται, μὲ τὸν Θεὸ ἀναπτύσσεται καὶ μὲ τὸν Θεὸ ὡριμάζει. Χωρὶς εὐσπλαγχνία ὁ Θεὸς θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι Θεός, ὅπως καὶ ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ εἶναι Ἄνθρωπος».
.             Ἁπλὸ παράδειγμα εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ βλέπουμε στὸ χορτασμὸ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν μὲ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθεῖς. Διαβάζουμε στὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον ὅτι «ὁ Ἰησοῦς εἶδεν πολὺν ὄχλον καὶ «εὐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς» (Ματθ. ιδ´ 14)! Κατάλαβε ὁ Χριστός μας ὅτι πεινοῦσαν. Πῶς μποροῦσε νὰ τοὺς ἀφήσει νηστικούς, Αὐτὸς ποὺ διατρέφει τὰ σύμπαντα; Τοὺς σπλαγχνίσθηκε καὶ ἔκανε τὸ θαῦμα Του, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι καὶ ἐμεῖς ὅταν σπλαγχνιζόμαστε τοὺς ἄλλους γίνεται μέγα θαῦμα μυστικὰ καὶ ὄχι μόνο πολλαπλασιάζουμε τὰ ἀγαθά μας, ἀλλὰ βλέπουμε καὶ τὸ εἰσιτήριο τοῦ Παραδείσου νὰ μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ πολυεύσπλαγχνου Θεοῦ μας.
.             Τὰ δάκρυα τώρα τῆς συμπόνοιας, ὅπως καὶ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας ἀποτελοῦν δῶρο Θεοῦ, ἀφοῦ ὑποδουλώνουν ὅτι προέρχονται ἀπὸ καρδιὰ δοσμένη ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό μας. Οἱ δικές μας καρδιές, ὅμως, δὲν τοῦ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ δοσμένες. Εἴμαστε δίψυχοι. Μᾶς ἀρέσει καὶ ὁ Θεός, μᾶς ἀρέσει καὶ ο μαμωνᾶς. Μᾶς ἀρέσει ἡ ἀρετή, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ ἁμαρτία. Μᾶς ἀρέσει ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ τὸ κοσμικὸ φρόνημα. Λησμονοῦμε ὅτι, «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. ϛ´ 14, Λουκ. ιϛ´ 13). Ἔτσι, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ δῶρο τῶν δακρύων δὲν τὸ θέλουμε, τὸ ἀποφεύγουμε, γιατὶ ἡ καρδιά μας ἔχει σκληρύνει. Δὲν θέλουμε νὰ κλαῖμε, νὰ στενοχωριόμαστε, νὰ στερούμαστε γιὰ νὰ δίνουμε, νὰ δοκιμαζόμαστε. Ἔτσι, μάθαμε καὶ τὰ παιδιά μας, γι’ αὐτὸ τὰ ἔχουμε «μὴ στάξει καὶ μὴ βρέξει» καὶ δημιουργοῦμε ἄβουλα παιδιὰ καὶ εὐάλωτα στὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀπαιτητικά, ἀχόρταγα καὶ ἀχάριστα.
.              Συνεχίζει τὸ τραγούδι μας:
Χαρὰ στὸ στόμα ὅπου λέγει

λόγια παρήγορα, γλυκά,
γιατὶ τὸ στόμα αὐτὸ θὰ ψάλλει
μὲ τοὺς Ἀγγέλους: Ὠσαννά!
.             Εὐλογημένο εἶναι τὸ στόμα ποὺ λέει λόγια παρήγορα, γλυκά. Τὸ στόμα ἀποτελεῖ τὴν θύρα τῆς καρδιᾶς, εἶναι ὁ «ἐκπρόσωπος τύπου» της. Μᾶς λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ὅτι, «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ´ 34). Ὅ,τι ἔχει ἡ καρδιά, αὐτὸ θὰ πεῖ ἡ γλῶσσα. Αὐτὴ ἀποκαλύπτει τὸν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ καθενός μας. Ἂν σὲ μιὰ δεξαμενὴ ρίχνουμε συνεχῶς νερό, αὐτὴ γεμίζει μέχρι πάνω, καὶ ξεχειλίζει. Αὐτὸ ποὺ ξεχειλίζει, εἶναι τὸ περίσσευμα, καὶ αὐτὸ βγάζει τὸ στόμα. Ἂν στὴν δεξαμενὴ μέσα πέσει ἕνα φίδι ἁμαρτίας, κοσμικῆς ζωῆς, ἐμπάθειας, ἐγωϊσμοῦ, φιλοχρηματίας, φιλοπρωτίας, καὶ τὴν δηλητηριάσει τότε ὅλο τὸ νερὸ εἶναι ἀκατάλληλο καὶ φυσικὰ καὶ τὸ ξεχείλισμά της εἶναι δηλητηριασμένο. Ἂν στὴν δεξαμενὴ ρίξουμε λίγο ἁγιασμὸ καλῶν ἔργων, μετανοίας, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς, προσευχητικῆς διαθέσεως, τότε ἁγιάζεται ὅλη καὶ τὸ ξεχειλισμά της εἶναι ἁγιασμός, εἶναι «ὕδωρ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ´ 14).
.             Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἔχει στὴν ψυχή του πολύτιμο θησαυροφυλάκιο ἀγαθῶν σκέψεων καὶ συναισθημάτων, καὶ ἀπὸ τὸν ἀγαθὸ αὐτὸ θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του βγάζει καλωσύνη, λόγια καὶ πράξεις ἀγαθές. Ἐνῶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κακὸ θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του βγάζει κακότητα. Ἔτσι, τὸ στόμα μας μιλάει ἀπὸ τὸ περίσσευμα καὶ τὸ ξεχείλισμα τῆς καρδιᾶς μας μὲ ἀποτέλεσμα, ὅταν συμβουλεύουμε τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς συμβουλεύουμε ἀνάλογα μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε στὴν κρυμμένο μέσα της. Καὶ ἂν δὲν ἔχουμε διορθώσει τὸν ἑαυτό μας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουμε ὁδηγοὶ ὠφέλιμοι σὲ αὐτούς; Μᾶς τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Καθαρθῆναι πρῶτον καὶ εἶτα καθάραι, φωτισθῆναι καὶ εἶτα φωτίσαι, ἐγγίσαι Θεῷ καὶ προσαγαγεῖν ἄλλους». Πρῶτα θὰ καθαρισθοῦμε, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ καθαρίσουμε καὶ τοὺς ἄλλους, πρῶτα τὰ φωτισθοῦμε καὶ ἔπειτα θὰ φωτίσουμε, πρῶτα ἐμεῖς θὰ προσεγγίσουμε τὸν Θεό μας καὶ ἔπειτα θὰ ὁδηγήσουμε σὲ Αὐτὸν καὶ ἄλλους.
.             Λέγει πάλιν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω, ἀλλὰ εἴ τις ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας» (Ἐφεσ. δ´ 29). Νὰ μὴν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας λόγος ἄσχημος, ἀλλὰ καλός, γιὰ νὰ οἰκοδομοῦμε μὲ αὐτὸν ψυχές.
.             Εὐλογημένο, λοιπόν, εἶναι τὸ στόμα ποὺ λέει λόγια παρήγορα, λόγια ἀγάπης, λόγια παραμυθίας, λόγια οἰκοδομῆς. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη νὰ ἀκούσουμε τέτοια λόγια, γιατὶ ὅλοι σηκώνουμε τὸν προσωπικό μας σταυρό. Μᾶς προστρέπει σὲ αὐτὸ πάλιν ὁ Παῦλος λέγοντας: «Παραμυθεῖσθε τοὺς ὀλιγοψύχους» (Α´ Θεσ. ε´ 14), γιὰ νὰ συνεχίσει: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως, ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν, εἰς τὸ δύνασθαι ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ τῆς παρακλήσεως ἧς παρακαλούμεθα αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ» (Β´ Κορ. α´ 3-4).
.             Εὐλογητὸς ἂς εἶναι, μᾶς λέει, ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ φιλεύσπλαγχνος Πατέρας καὶ Θεὸς κάθε παρηγορίας, ὁ ὁποῖος μᾶς παρηγορεῖ σὲ κάθε μας θλίψη, ὥστε νὰ μποροῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ παρηγοροῦμε ἄλλους σὲ ὁποιανδήποτε θλίψη τους, μὲ τὴν παρηγοριά, μὲ τὴν ὁποία ἐμεῖς οἱ ἴδιοι παρηγορούμεθα ἀπὸ τὸν Θεό.
.                 Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης, ὁ σύγχρονος ὅσιος ἱεραπόστολος, ὡς γνήσιος δοῦλος Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτος ἐκφραστὴς τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὰ παραστρατημένα παιδιὰ ἦταν ἄμεση. Ὡς πνευματικὸς δὲν ἔβαζε ἐπιτίμιο. Τὸ «ἐγὼ φταίω» εἶχε ἀντικαταστήσει μέσα του τὸ «φταῖς»! Πάντα ἔρριχνε στὸν ἑαυτό του τὸ φταίξιμο. «Ἄν ἐμεῖς εἴμαστε καλύτεροι, δὲν θὰ ἔπεφταν στὴν ἁμαρτία οἱ ἄλλοι», ἔλεγε. «Ἂν ἐμεῖς τοὺς ρίχναμε τὸ σωσίβιο τῆς ἀγάπης, θὰ τοὺς σώζαμε πρὶν καταποντισθοῦν στὸν βυθὸ τῆς ἁμαρτίας. Ἔπεσαν οἱ ἄλλοι στὴν ἁμαρτία ἀπὸ δική μας ἀμέλεια». Βλέπετε, ὁ Γέροντας, βίωνε μέσα του τὴν εὐθύνη τῶν ψυχῶν, βίωνε τὴν ἱεραποστολή, βίωνε τὴν φιλαδελφία. Ἔτρεχε νὰ σώσει ψυχὲς καὶ ὄχι νὰ δικάσει, μιμούμενος τὸν ἀρχηγό μας καὶ τελειωτὴ Ἰησοῦ ποὺ ἔλεγε: «Οὐκ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἔτρεχε νὰ προλάβει, γιὰ νὰ μὴν κλάψει ἀργότερα ὡς «γλαὺξ θρηνωδοῦσα ἐπὶ τῶν ἐπειπίων»κατὰ τὴ ρήση τοῦ μεγάλου μας Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ἄλλωστε, ποιός εἶναι ἀναμάρτητος; Αὐτὸς τοῦ ἀναθέματος τὸν «λίθον βαλέτω» (Ἰωάν. η´ 7). Ὁ Γέροντας ἦταν ὄχι μόνο μιμητής, ἀλλὰ καὶ ὁμότροπος τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, στὸν Ναὸ τοῦ ὁποίου ἐξομολογοῦσε, στὸ Σιδηρόκαστρο. Θυμόταν ὅτι τὴν Ριζάρειο Σχολὴ, ὅπου ἐκεῖνος ἦταν Διευθυντής, ἐπέβαλε στὸν ἑαυτό του τὸ ἐπιτίμιο ποὺ ἅρμοζε στὸν ἄτακτο μαθητὴ μὲ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά. Καὶ μὲ τὴν πράξη του αὐτὴ τὸν κέρδισε.
.              Συνεχίζει στὸν ἑπόμενο στίχο τὸ τραγούδι:
Xαρά στὰ χέρια ὅπου ντύνουν
μικρὰ παιδιὰ καὶ ὀρφανά,
γιατὶ τὰ χέρια αὐτὰ θα γίνουν
φτερά, γιὰ νὰ πετοῦν ψηλά.
.             Ἐδῶ τὸ τραγούδι μᾶς προτρέπει στὴν ἔμπρακτη ἱεραποστολή. Μᾶς λέει ὅτι εἶναι σίγουρο, ὅτι μέσα ἀπὸ τὶς ἀγαθὲς πράξεις, τὶς πράξεις ἀγάπης γνωρίζει κανεὶς τὸν Θεό μας καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν γνωσιολογικὴ θεωρία: «Θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου δηλαδή, θρησκεία καθαρὴ καὶ ἀμόλυντος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι νὰ ἐπισκέπτεται κανεὶς ὀρφανοὺς καὶ χῆρες στὴν θλίψη τους καὶ νὰ τηρεῖ τὸν ἑαυτό του ἄσπιλο ἀπὸ τὸν κόσμο, δηλαδὴ τὸ κοσμικὸ φρόνημα» (Ἰακ. α´ 27). Ὁ Θεὸς μᾶς θέλει ἀλληλέγγυους καὶ μακαρίζει τὰ χέρια ποὺ προσφέρουν, ποὺ ντύνουν γυμνούς, ποὺ στεγάζουν ἀστέγους, ποὺ δίνουν χαρὰ σὲ φτωχὰ παιδιά, σὲ ὀρφανά, σὲ ἐμπερίστατα. Νὰ μὴν λέμε ὅτι δὲν ἔχουμε πολλά, γιὰ νὰ δώσουμε. Ὅσο δίνουμε τόσο περισσότερα μᾶς δίνει ὁ Θεός μας. Ὅχι μόνο δὲν θὰ στερηθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀποταμιεύσουμε στὰ ταμεῖα τοῦ οὐρανοῦ. Λησμονοῦμε ὅτι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ῥωμ. η´ 28); Μὲ ἄλλα λόγια: Δῶσε καὶ ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσει. Ἐὰν ὁ Θεὸς σὲ ἔκανε μούσκεμα μὲ τὴν βροχή Του, ὁ ἴδιος καὶ θὰ σὲ στεγνώσει μὲ τὸν ἥλιο Του, ὅπως λέει καὶ μιὰ Σλοβένικη παροιμία. Ὁ Χριστός μας ποὺ μεριμνᾶ γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα, δὲν θὰ μεριμνήσει καὶ γιὰ τοὺς ἐλεήμονες; Καὶ ἂν περάσουμε ἀπὸ κάποιο μικρὸ πειρασμὸ θὰ ποῦμε ὅτι ἦταν νεφύδριο καὶ ἔφυγε. Ὁ Θεὸς δίνει «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α´ Κορ. ι´ 13 ). Γιατί, λοιπόν, νὰ θλιβόμαστε, γιατὶ νὰ ἀποθαρρυνόμαστε; Ἡ προσευχή μας θὰ μᾶς γεμίσει χαρά, ἀφοῦ ὁ Χριστός μας εἶναι ἡ ἴδια ἡ χαρά. Μὴν λησμονοῦμε ὅτι «ὅποιος ἔχει θλίψη, ὁ Χριστὸς τοῦ λύπει».
.             Σύγχρονο παράδειγμα ὀρφανοτρόφου ἔχουμε τὴν Γερόντισσα Ἀμφιλοχία, ἢ ὅπως πολλοὶ τὴν ξέρουν Μαρίκα Κουφάκη, ποὺ ἀναλώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῶν ὀρφανῶν τῶν Χανίων. Τὰ ὀρφανὰ αὐτὰ τὴν λάτρευαν σὰν μητέρα τους, τὴν φώναζαν «Μανούλα», γιατὶ ἡ ἀγάπη της ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν πολλῶν μητέρων, ἦταν, ὅπως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας μας, καὶ δὲν σταματοῦσε μὲ τὴν ἐνηλικίωση τῶν ὀρφανῶν, ἀλλὰ συνέχιζε μὲ τὴν οἰκογενειακή τους ἀποκατάσταση καὶ τὸ ἄγρυπνο ἐνδιαφέρον της γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα ζωή τους.
.             Τὸ πνευματικὸ βάθος τῆς Γερόντισσας φάνηκε, ὅταν κάποτε αὐτὴ ἀνθρώπινα ἀγανάκτησε, γιατὶ εἶδε ἀκαταστασία στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ποὺ ἡ ἴδια εἶχε κτίσει, καὶ ἀναστατώθηκε. Τότε τῆς παρουσιάσθηκε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ Ἅγιος ποὺ πολὺ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν κακότητα τῶν ἀνθρώπων στὴ ζωή του, ἀλλὰ οὐδέποτε ἀγανάκτησε, ἀλλὰ μὲ τὴν προσευχὴ ἔλυνε ὅλα τὰ προβλήματα, καὶ τὴν ἐνδυνάμωσε πνευματικὰ λέγοντας; Παράβλεπε! «Εἰ δ’ ἀγανακτεῖς καὶ σαυτὸν λυπεῖς καὶ τὸ φέρον σὲ φέρει», ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι.
.             Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τότε τὸ σύνθημα ποὺ ἐφάρμοζε πάντοτε στὴν ζωή της ἡ Γερόντισσα ἦταν τὸ «Συγχώρει καὶ προχώρει»!
Καὶ τελειώνει τὸ τραγούδι μὲ τὸν ὑπέροχο στίχο:
Χαρὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἀνοίγει
τὴν πόρτα στὸν περαστικό,
γιατὶ ἡ πόρτα αὐτὴ ἀνοίγει
στὴν Παναγιὰ καὶ στὸν Χριστό.
.             Μία ἀπὸ τὶς μεγάλες χαρὲς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ χαρὰ τῆς φιλοξενίας. Εὐλογημένο, λοιπόν, τὸ σπίτι ποὺ ἔχει τὴν πόρτα του ἀνοικτὴ στοὺς περαστικούς. Μοιάζει μὲ τὸ σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητέρας τοῦ Εὐαγγελιστῆ Μάρκου καὶ ἀδελφῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα στὰ Ἱεροσόλυμα. Εἶναι τὸ σπίτι στὸ ὁποῖο ἔγινε ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος καὶ ἡ Πεντηκοστή. Εἶναι τὸ σπίτι καταφύγιο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὸ ὁποῖο ἔτρεξε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν λύθηκαν τὰ δεσμά του καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν φυλακή.
.             Ἡ φιλοξενία λογιζόταν ὡς ἀρετὴ ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, ἂν καὶ δὲν εἶχαν γνωρίσει τὰ μηνύματα τοῦ Χριστοῦ. Λογιζόταν πράξη χρέους καὶ ἀρετῆς. Μάλιστα δέ, καθιέρωσαν ὡς προστάτη τῶν ξένων τὸν «πατέρα τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, τὸν Δία, δίνοντάς του καὶ τὸ προσωνύμιο Ξένιος Ζεύς. Ὁποιαδήποτε ἀσέβεια ἢ ἀπρεπὴς συμπεριφορὰ πρὸς τοὺς ξένους λογιζόταν ὕβρις πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Δία. Γνώριζαν ὅτι μέσα ἀπὸ τὸν ἱερὸ δεσμὸ τῆς φιλοξενίας ἀναπτύσσονται ὄχι μόνο ἀδελφικὲς σχέσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου προσλαμβάνει τὴν θεία καὶ ἀληθινή  της ἀποστολή.  Μὲ τὴν φιλοξενία ἀποδίδεται  ὁ ἐπιβαλλόμενος σεβασμὸς καὶ  ἡ δέουσα τιμὴ  στὸν κάθε συνάνθρωπό μας, ἀκόμη καὶ στὴν περίοδο ἑνὸς πολέμου. Ἡ ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας εἶναι τόσο μεγάλης ἀξίας, ὥστε στὴν βυζαντινὴ ἁγιογραφία ἡ Ἁγία Τριάδα μας νὰ ἀπεικονίζεται μὲ τὴν Φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ στοὺς τρεῖς ξένους ἀγγέλους κάτω ἀπὸ τὴν Δρὺ τὴν Μαμβρῆ, οἱ ὁποῖοι ἄγγελοι προτυπώνουν τὰ τρία Πρόσωπα τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ.
.             Τὴν ὕψιστη ἀξία τῆς φιλοξενίας ἐπισημαίνει ἐμφαντικὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς στὴν ἀναφορά του γιὰ τὴν μέλλουσα κρίση, ὅπου παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ξένο, τὸν ὁποῖο οἱ εὐλογημένοι τὸν πῆραν στὸ σπίτι τους, ἐνῶ οἱ καταραμένοι ὄχι. Ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με» ἢ «ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με» (Ματθ. κε´ 31-35).
.             Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινούμενος καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει καὶ παραγγέλει στοὺς Ρωμαίους: «Ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες» (Ρωμ. ιβ´ 9-13). Καὶ στοὺς Ἑβραίους γράφει χαρακτηριστικά: «Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε·  διὰ ταύτης γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους» (Ἑβρ. ιγ´ 1-2). Ἄλλωστε καὶ ὁ Ἀριμαθαίας Ἰωσὴφ τὴν φιλοξενία ἐπιδιώκοντας καὶ τὴν τιμὴ στοὺς νεκροὺς ἔσπευσε νὰ καθικετεύσει τὸν Πιλάτο νὰ τοῦ δώσει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Πολὺ συγκινητικὸ εἶναι τὸ τροπάριο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ποίημα τοῦ 13ου αἰῶνος τοῦ Γεωργίου Ἀκροπολίτου στηριζόμενο σὲ παλαιότερο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, μὲ τὴν ἱκεσία του: «Δός μοι τοῦτον τὸν Ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξενον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον…».
.             Ἔχοντες ἔμβλημα τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ξένους ξένιζε, μὴ ξένος γένῃ Θεοῦ», ἂς ἐμβαθύνουμε καὶ ἂς βιώσουμε μὲ πνεῦμα ταπεινώσεως, καταλλαγῆς καὶ φιλοξενίας στὰ πρόσωπα τῶν συνανθρώπων μας τοὺς στίχους τοῦ τραγουδιοῦ, γιὰ νὰ τύχουμε καὶ ἐμεῖς φιλοξενίας στὴν οὐράνια Βασιλεία.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΣΤΑΥΡΟΥ καὶ ὁ ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ τῆς ΒΙΤΣΑΣ

Ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ καὶ ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος τῆς Βίτσας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .              Τὸν καιρὸ τῆς πνευματικῆς δράσεως τοῦ Γέροντος Ἰακώβου τῆς Βίτσας, τοῦ Ἁγίου τοῦ Ζαγορίου, τοῦ διδασκάλου τοῦ Ὁσίου Παϊσίου, (1870-1960), στὸ γειτονικὸ Μονοδένδρι εἶχε ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ μετὰ ἀπὸ πολυετῆ ἐπιτυχῆ ἀποδημία ἕνας χωριανός, ποὺ μαζὶ μὲ τὰ χρήματα ἔφερε στὸν τόπο του καὶ τὸ μικρόβιο τοῦ πνευματισμοῦ. Ἐκεῖ στὸ ἐξωτερικὸ εἶχε παρασυρθεῖ ὁ δύστυχος καὶ εἶχε ἐμπλακεῖ στὰ δίχτυα τοῦ πνευματισμοῦ, ποὺ εἶναι δαιμονικὴ ἐπιχείρηση καμουφλαρισμένη. Αὐτὴ ἔχει στηθεῖ ἀπὸ τὸν πολυμήχανο ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὸν καταστροφέα τῶν ψυχῶν, τὸν διάβολο. Παρουσιάζεται σὰν μιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι δαίμονες μεταμορφωμένοι, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουν τὴ ἱκανότητα νὰ μετασχηματίζονται ἀκόμη καὶ σὲ φωτόμορφους Ἀγγέλους, ὅπως μᾶς λέει καὶ ὁ μέγας Παῦλος (Β΄ Κορ. ια΄ 14), γιὰ νὰ παρασύρουν ψυχὲς στὴν ἀπώλεια. Πνευματισμὸς σημαίνει καθαρὰ δαιμονισμός. Στὶς ἡμέρες μας αὐτὴ ἡ ἠθοποιΐα ἔχει χιλιάδες θύματα. Τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὰ πνεύματα τῆς κακίας, ὑποδύονται διάφορους ρόλους καὶ κάνουν παιχνίδια τους ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μαζί τούς.
.           Ὁ πνευματιστὴς τοῦ Μονοδενδρίου ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τοῦ Ἔθνους μας, ὄχι ὅμως μὲ τὴν εὐσέβεια ἐκείνων. Εἶχε ἐπιστρέψει ὡς Δούρειος τῶν πνευματιστῶν Ἵππος προβάλλοντας τὰ πλούτη του καὶ ἀπομακρύνοντας τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ποίμνη. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος βλέποντάς τον ὡς λύκο νὰ τοῦ κατασπαράσσει τὰ πρόβατα προσπάθησε νὰ τὸν νουθετήσει πρῶτα κατ’ ἰδίαν καὶ ἔπειτα δημόσια. Δὲν πέτυχε, ὅμως, τίποτα καὶ ὡς ἀντιμίσθιο ἔλαβε τὴν ὑπεροπτικὴ καὶ περιφρονητικὴ στάση του. Δὲν τοῦ ἔμενε τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ κάθε του προσπάθεια ἐνθυμούμενος τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. γ΄ 10). Σταμάτησε νὰ τὸν νουθετεῖ, ἐπέμενε, ὅμως, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτόν, ποὺ τὸν εἶχε στὴν ἀγκαλιά του ὁ πονηρὸς καὶ μισάνθρωπος διάβολος.
.           Γνωστὸ στοὺς πνευματιστικοὺς κύκλους εἶναι τὸ φαινόμενο τῶν «στοιχειωμένων σπιτιῶν», ὅπου συμ­βαίνουν παράδοξα, ἐξωφρενικὰ καὶ ἀνησυχητικὰ φαι­νόμενα καὶ γεγονότα. Ἄλλοτε πάλι ἐξαφανίζονται ἢ μετακινοῦνται ἀντικείμενα, ἀκούονται ἐνοχλητικοὶ θόρυβοι ἢ συμβαίνουν παραδοξότητες μέσα στὸ σπίτι καὶ «δαιμονικά πράγματα», ὅπως τὰ χαρακτηρίζει ἠ λαϊκὴ σοφία.
.           Ἕνα πρωϊνὸ ὁ πνευματιστὴς ξυπνώντας εἶδε μὲ ἔκπληξη ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ σπιτιοῦ του πεταγμένα στὸ δρόμο. Ὁ πονηρὸς εἶχε ἀρχίσει τὴ δράση του. Εἶδε ὁ πνευματιστὴς τὸ σπίτι του νὰ ἔχει ἐντελῶς ἀδειάσει. Μὲ μεγάλο κόπο ἐπανέφερε τὰ ἀντικείμενα στὴ θέση του, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ συμβὰν ἐπαναλαμβανόταν συνέχεια καὶ τὰ ἑπόμενα πρωϊνά. Ἦταν, βλέπετε, δαιμονικὴ ἐνέργεια! Στὴν ἀμηχανία του, ἂν καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ περιμένει, ἀφοῦ ὅλες του οἱ ἐνέργειες γίνονταν μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν πονηρῶν πνευμάτων, οἱ συγχωριανοί του τοῦ πρότειναν νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν πατέρα Ἰάκωβο. Αὐτὸς μόλις τὸν εἶδε, τοῦ εἶπε νὰ ἀλλάξει ἀφεντικό, ἀφοῦ αὐτὸς ποὺ τὸν ὑπηρετεῖ ἐργάζεται τὴ συμφορὰ καὶ τὸ κακό μας. Τὸν συμβούλευσε νὰ χαράξει μὲ κιμωλία ἀπὸ ἕνα σταυρὸ σὲ κάθε ἀντικείμενο, γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ ὁ πονηρὸς νὰ τὸ μετακινεῖ. Ὁ πνευματιστὴς δέχθηκε καὶ χάραξε σταυροὺς στὰ εἴδη τοῦ νοικοκυριοῦ του. Ὄχι, ὅμως, σὲ ὅλα. Τὸ ἄλλο πρωϊνὸ ὅσα ἀντικείμενα εἶχαν σταυρὸ παρέμειναν στὶς θέσεις τους. Ὅσα δὲν εἶχαν βρέθηκαν πάλι στὸ δρόμο. Τὸν Σταυρὸ τὸν φοβᾶται ὁ πονηρὸς καὶ δὲν τὸν πλησιάζει, ἀφοῦ εἶναι τῶν «δαιμόνων τὸ τραῦμα» κατὰ τὸν ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας μας.
.           Μὲ χάραγμα ἑνὸς κύκλου γύρω του μέσα στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ καὶ μὲ τὴ σημείωση τοῦ τύπου τοῦ τιμίου Σταυροῦ κατόρθωσε ἀργότερα νὰ πατάξει τοὺς δαίμονες, ποὺ τοῦ παρουσιάσθηκαν σὰν σκορπιοί, καὶ ὁ συνονόματος τοῦ πατρὸς Ἰακώβου, ἐπίσης θαυμαστὸς Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὁ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, στὴν Εὔβοια. Μὲ τὸν ὕμνο: «Συντριβήτωσαν ὑπὸ τὴν σημείωσιν τοῦ τύπου τοῦ τιμίου Σταυροῦ Σου πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις», κατόρθωσε νὰ ἀπομονώσει καὶ εὐσεβὴς Χριστιανὸς τὰ σμήνη ἀπὸ σφῆκες ποὺ ἐπέδραμον τὴν ὥρα ποὺ ἐκεῖνος ἔψαλλε τὸν Ἑσπερινό. Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν πιστεύσουμε ὅτι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας παραλύει τὴ δύναμη τοῦ διαβόλου; Γιὰ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοφρονοῦντες Χριστιανοὺς τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ εἶναι τὸ σημεῖο τῆς νίκης, τὸ σημεῖο τῆς ἐπιτυχημένης πορείας στὸ δρόμο τῆς ἐπίγειας διαδρομῆς μας. Καὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ κατορθώνουμε καὶ ἀπωθοῦμε μακριὰ τὴν δύναμη τοῦ πονηροῦ.
.           Τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Σταυροῦ συγκλόνισε τὸν πνευματιστὴ τοῦ Μονοδενδρίου, ὅμως, μόνο ἐπιδερμικά, ἀφοῦ δὲν θέλησε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ καὶ νὰ δεχθεῖ νὰ μπεῖ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸν εἶχε κερδίσει, ἀλλοίμονο, ὁ μισάνθρωπος, «ὁ κοσμοκράτωρ τοῦ σκότους» (Ἐφ. ϛ΄ 12) τοῦ αἰῶνος τούτου, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν τὰ λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρὸς» (Ψαλμ. ΛΓ´[33], 22).

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, , , ,

Σχολιάστε