Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ; (Χαρ. Μπούσιας)

Εἶναι ὁ Χριστὸς τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας;

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Εἶναι ἡ ζωή μας χριστοκεντρική; Βλέπουμε σὲ κάθε στιγμή της τὸν Χριστὸ μπροστά μας, νὰ μᾶς εὐλογεῖ καὶ νὰ κατευθύνει τὰ βήματά μας; Γιὰ κάθε μας πράξη καὶ ἐνέργεια θέτουμε τὸ ἐρώτημα, ἂν αὐτὴ θὰ ἀρέσει στὸν Χριστό μας; Ἐγκαταλείπουμε τὸ ἐγώ μας καὶ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ θυσιασθοῦμε γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας; Μποροῦμε μὲ παρρησία νὰ ἀναφωνοῦμε αὐτὸ ποὺ φώναζε μὲ στεντόρεια φωνὴ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β´ 20);
.             Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουμε ἀποθέσει τὸν ἑαυτό μας, τὰ προβλήματά μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς βιοτικές μας μέριμνες, τὴν ὑγεία μας στὸν Χριστό μας; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουμε νεκρωθεῖ γιὰ τὸν κόσμο καὶ ζοῦμε μόνο γιὰ τὸ Σωτήρα μας Χριστό; Πόσοι μποροῦμε νὰ τοῦ λέμε: Λοιπόν, δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ὁ παλαιὸς ἑαυτός μου, ἀλλὰ ζεῖς μέσα μου Ἐσύ, ὁ γλυκύτατος Χριστός μου. Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς μποροῦμε νὰ ἀνοίξουμε διάπλατα τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας στὸν Χριστό, προκειμένου νὰ μπεῖ Ἐκεῖνος καὶ νὰ κατοικήσει μέσα μας; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς παραδίδουμε τὸ τιμόνι τῆς ζωῆς μας στὸν Σωτήρα μας Ἰησοῦ ἀναγνωρίζοντάς τον ὡς σταθερὸ κυβερνήτη μας, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει ὅπου Ἐκεῖνος θέλει καὶ ὄχι ὅπου ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε;
.             Ἐὰν πραγματικὰ ζοῦμε χριστοκεντρικά, καταλαβαίνουμε τί βάθος καὶ τί μεγαλεῖο κρύβει ἡ ἐν Χριστῷ ζωή! Δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα σύστημα ἠθικῆς οὔτε γιὰ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἀκατανόητες τελετουργίες. Πρόκειται γιὰ ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ὅλοι ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ζοῦμε τὴ νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ συγχρόνως τὴν ἀνάσταση σὲ μιὰ νέα ζωή, τὴν ὁποία καλούμαστε νὰ διατηρήσουμε μὲ τὸν προσωπικό μας ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἂν ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε νοιώθουμε νὰ φανερώνεται ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, νὰ ζοῦμε χριστοκεντρικὰ καὶ νὰ δεχόμαστε τὴ χάρη Του σὰν ἁπαλὸ χάδι καὶ νὰ αἰσθανόμασθε τὴν παρουσία του σὰν χαρὰ καὶ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση ἀτελεύτητη.
.             Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει σάλπισμα εἰρήνης, χαρᾶς καὶ προόδου. Πῶς νὰ ξεχάσουμε τὸ τραγούδι τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων ποὺ λέει ὅτι «ὁ Χριστὸς εἶναι ποὺ δίνει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη»; Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός· ὅτι ἔχουμε «τὸν Χριστόν ἐν τοῖς στέρνοις ἡμῶν», ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ πνοή μας, ἡ χαρά μας, ἡ δύναμή μας. Ὑπάρχει γλυκύτερη ἐμπειρία ἀπὸ τὸ νὰ ἔρχεται καὶ νὰ κατασκηνώνει στὴν καρδιά μας ὅλη ἡ Ἁγία μας Τριάδα; Ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ τὸ νὰ ἔχουμε ἔνοικο στὴν κατοικία τῆς καρδιᾶς μας τόν Κύριο, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος; «Τοῦ τὸν Χριστὸν ἔχοντος ἔνοικον τί γένοιτο ἂν μακαριώτερον πώποτε;». Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη χαρὰ τοῦ χριστιανοῦ.
.             Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ἔχουμε «νοῦν Χριστοῦ» (Α´ Κορ. β´ 16). Οἱ σκέψεις μας εἶναι σκέψεις Χριστοῦ, πρῶτες καὶ καθαρές, ὄχι δεύτερες καὶ ρυπαρές, τὰ αἰσθήματά μας αἰσθήματα Χριστοῦ, οἱ πόθοι μας πόθοι Χριστοῦ, ἡ ζωή μας ζωὴ «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Σημαίνει ὅτι δίνουμε τὴν καρδιά μας ὁλοκληρωτικὰ καὶ ὄχι μέρος της στὸν Κύριο. Δὲν τοῦ νοικιάζουμε ἕνα διαμέρισμα τῆς καρδιᾶς μας, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημά της. Δὲν τὸν βάζουμε σὲ μιὰ ἀκρούλα τοῦ σπιτιοῦ μας, ἀλλὰ στὸ κέντρο του. Τὸν ἀγαποῦμε καὶ τὸν σεβόμαστε «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας μας». Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ἐφαρμόζουμε στὴν πράξη τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὅτι πράττουμε τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καθαρίζουμε τὰ χέρια μας οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίζουμε τὶς καρδιές μας οἱ δίψυχοι, σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀδελφοθέου Ἰακώβου (Ἰακ. δ´ 8). Καὶ ὀφείλουμε νὰ τὶς ἁγνίζουμε, γιατὶ Ἐκεῖνος εἶναι πάναγνος καὶ πῶς θὰ κατοικήσει σὲ σπιλωμένο οἴκημα; Σημαίνει ἐπίσης ὅτι δείχνουμε σὲ ὅλους ἀγάπη καὶ καλωσύνη. Εἴμαστε εὐεργετικοί, σπλαχνικοί, φιλόστοργοι, συγχωροῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. ῞Οταν μέσα μας μένει ὁ Χριστός, λέγει ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας,, τί ἄλλο μᾶς χρειάζεται, ἤ ποιό ἀγαθὸ μᾶς διαφεύγει; Ἀρκεῖ καὶ ἐμεῖς νὰ μένουμε μαζί Του. Τότε καὶ ἔνοικο ἔχουμε καὶ κατοικία, ὥστε νὰ εἴμαστε μακάριοι τόσο γιὰ τὴν κατοικία μας ὅσο καὶ γιατὶ τὴν παραχώρησή της σὲ τέτοιο ἔνοικο. Ὅταν, λοιπόν, πάρουμε τὴν ἀπόφαση νὰ νοικιάσουμε τὸ σπίτι τῆς καρδιᾶς μας στὸν Χριστό, τότε ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου θὰ εἶναι δικά μας, ἀφοῦ ὁ ἔνοικός μας εἶναι «ὁ δοτὴρ τῶν ἀγαθῶν», ὁ δωρεοδότης, ὁ ἀγαθόδωρος Κύριος. Τότε κάθε φαύλη πράξη καὶ ἐπιθυμία μας ἀπομακρύνεται, ἀφοῦ τίποτα πονηρὸ δὲν στέκεται ἐμπρὸς σὲ τόσο σορὸ ἀγαθῶν. Τίποτε πονηρὸ δὲν κατορθώνει νὰ μᾶς πλησιάσει, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶναι μαζί μας, ὅταν κατοικεῖ στὴν καρδιά μας καὶ ὅταν ἡ ἁγιότητά Του διαπερνάει ὅλη μας τὴν ὕπαρξη καὶ βασιλεύει μέσα μας! Τὰ βέλη ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ἔξω τὰ ἐμποδίζει Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐγγίσουν, ἀφοῦ ἔχει περιφρουρήσει τὴν καρδιά μας μὲ τὴ χάρη Του. Ἀλλὰ καὶ κάθε τὶ τὸ φαῦλο ποὺ τυχὸν ὑπάρχει μέσα μας, τὸ ἀπομακρύνει ὠθώντας το, ὅπως τὰ μάτια μας διώχνουν μὲ τὸ δάκρυ τὰ ξένα σώματα ποὺ τολμοῦν νὰ εἰσχωρήσουν σὲ αὐτό. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγάλος ἔνοικος ποὺ γεμίζει ὅλη τὴν κατοικία Του μὲ χάρη, εἰρήνη, χαρά, δύναμη καὶ ὑγεία. Εἶναι ὁ φωτοδότης ἔνοικος, ποὺ διώχει τὰ σκότη. Εἶναι αὐτὸς ποὺ μᾶς ἐνδύει μὲ τὸ χιτώνα τῆς ἀφθαρσίας. Ζητάει ἀπὸ ἐμᾶς μόνο νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ τὸν ἀφήσουμε ἔνοικο τῆς καρδιᾶς μας, ποὺ γίνεται σπίτι Του καὶ νὰ τοῦ φωνάζουμε διαρκῶς: «Πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Σοὶ παραθώμεθα».
.             Ἔχοντας, λοιπόν, νοικάρη στὴν καρδιά μας τὸν Χριστὸ ζοῦμε χριστοκεντρικὰ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ μὴ νοιαζόμαστε γιὰ τὸν πρόσφυγα ἀδελφό μας ποὺ θλίβεται μόνο μὲ τὴ θύμηση τῆς γῆς ποὺ τοῦ λείπει. Μεριμνᾶμε γιὰ τὸν πάσχοντα, γιὰ αὐτὸν ποὺ λιώνει στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου. Καὶ ὄχι μόνο μὲ στιγμιαία προσφορά, ἀλλὰ μὲ συνεχὴ καὶ ἀτελείωτη. Μοιράζουμε πραότητα καὶ συμπόνια, καλωσύνη καὶ ἀγάπη. Καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ζήτημα ἐσωτερικῆς καθάρσεως. Ζήτημα προσωπικῆς καθάρσεως τοῦ καθενός μας καὶ γενναίας τοποθετήσεώς μας μπροστὰ στὶς ὑποχρεώσεις μας πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας.
.             Ὅταν περιστρεφόμαστε γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό μας, ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του, ἀγωνιζόμαστε καὶ παλεύουμε μὲ τὸν κακὸ ἑαυτό μας, νικοῦμε τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ προσφέρουμε τὶς δυνάμεις μας καὶ κάθε μας ἰκμάδα γιὰ ἐξυπηρέτηση τῶν συνανθρώπων μας. Ντυνόμαστε αὐταπάρνηση, ταπείνωση, ἀγάπη. Ἀντιτασσόμαστε στὸ μανιασμένο ξέσπασμα τοῦ μίσους, ποὺ φοβερίζει τὴν ἀνθρωπότητα, ἰδιαίτερα σήμερα, μὲ ἀφανισμό. Παίρνουμε στὰ χέρια μας τὴ ζύμη, γιὰ νὰ πλάθουμε μὲ τὸν πόνο καὶ τὴν ἀγάπη τὸν ἄρτο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, τῆς αἰώνιας. Ἀνακαλύπτουμε τὸν ἄνθρωπο, τὴ γνήσια εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλα γύρω μας παίρνουν νόημα καὶ χάρη. Τὸ δάκρυ μας μαλακώνει κάθε σκληρότητα τῆς καρδιᾶς μας καὶ μέσα της φυτρώνουν τὰ ρόδα τῆς συμπόνοιας καὶ τῆς συμπαραστάσεως τῶν ἐμπεριστάτων, ἔτσι ὥστε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ αἰσθανόμαστε πολῖτες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, νὰ βιώνουμε τὴ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου μας «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστί» (Λουκ. ιζ´ 21 ).
.             Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή μας. Εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος της, ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας, εἶναι ἡ σφιχταγγαλιασμένη ἕνωσή μας μὲ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ὁ Σωτήρας μας, ὁ Λυτρωτής μας. Μὲ αὐτὸν ποὺ φωτίζει τὸ νοῦ μας, ἐνδυναμώνει τὴ θέλησή μας, ἁγιάζει τὴν καρδιά μας. Ὅταν ὁ Χριστὸς βρεῖ κατάλυμα στὴν καρδιά μας τότε ἔχουμε διαρκῆ ἐπικοινωνία μαζί του μὲ τὴν προσευχή μας, ρυθμίζουμε τὶς πράξεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες μας σύμφωνα μὲ τὸ δικό Του θέλημα, ὥστε νὰ μὴν τὸν κακοκαρδίσουμε, καὶ προσδοκοῦμε τὴ Βασιλεία Του καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ κοντά Του.
.             Ὅμως, γιὰ νὰ κατοικήσει μέσα μας ὁ Χριστός, ὀφείλουμε νὰ νεκρώσουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο. Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας: «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς»· δηλαδή, νεκρῶστε τὰ μέλη σας ποὺ ἐπιθυμοῦν τὶς γήϊνες ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές. Νεκρῶστε κάθε πάθος καὶ ὑποδούλωση στὸ κακό, κάθε κακὴ ἐπιθυμία.
.             Μὲ τὸν Χριστό μας στὸ κέντρο ζοῦμε μιὰ νέα, ἐνάρετη καὶ ἁγία ζωή, ἡ ὁποία εἶναι ἀσυμβίβαστη μὲ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα κατονομάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πλεονεξίαν… ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν». Αὐτός, ὁ Κύριός μας, δρᾶ σὰν ἀλεξικέραυνο καὶ διώχνει μακριὰ τοὺς κεραυνοὺς τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν καὶ τῶν κακῶν ἐπιθυμιῶν. Αὐτὸς μᾶς ἑνώνει γύρω Του, ὅπως ἡ ὄρνις τὰ κλωσσόπουλά της καταργώντας κάθε φυλετικὴ διαφορὰ ἢ κοινωνικὴ ἀνισότητα. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός». Δὲν ὑπάρχει πλέον διάκριση Ἕλληνα καὶ Ἰουδαίου, περιτμημένου Ἰσραηλίτη καὶ ἀπερίτμητου ἐθνικοῦ, βάρβαρου καὶ Σκύθη, δούλου καὶ ἐλεύθερου. Ὅλοι ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ μας εἴμαστε ἴδιοι.
.             Ὅλοι μας βάζουμε στὴ ζωή μας κάποιους στόχους καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ τοὺς φθάσουμε. Οἱ νέοι βάζουν στόχο νὰ σπουδάσουν καὶ νὰ βροῦν μιὰ καλὴ δουλειά, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἀποφέρει χρήματα καὶ ἴσως κοινωνικὴ ἀναγνώριση. Οἱ οἰκογενειάρχες βάζουν στόχο νὰ σπουδάσουν τὰ παιδιά τους καὶ νὰ τὰ ἀποκαταστήσουν ἐπαγγελματικά, οἰκογενειακὰ καὶ κοινωνικά. Ὅλοι βάζουν στόχους, βάζουν τὸν πήχυ ψηλά, καὶ ἀγωνίζονται. Ὁ ὑψηλότερος, ὅμως, πήχυς, ὁ ὡραιότερος ἀγώνας, ὁ καλύτερος στόχος, εἶναι ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστό, μὲ τὸν νοητὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ κατέχει τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, ὥστε νὰ περιστρεφόμαστε γύρω Του, ὅπως οἱ πλανῆτες γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἡ τάξη ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ σύμπαν εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐπικρατεῖ καὶ στὶς καρδιὲς τῶν χριστιανῶν ποὺ ζοῦν χριστοκεντρικὴ ζωή. Τάξη στὴν προσευχή, τάξη στὶς ἐπιθυμίες, τάξη στὴ συμπεριφορά μας.
.             Στὴν προσευχή μας τότε ὁ Θεὸς εἶναι πολὺ οἰκεῖος. Στὶς ἐπιθυμίες μας δὲν ὑπάρχει προτεραιότητα στὰ χρήματα, στὴν κοσμικὴ ἐπιτυχία, στὴν καταξίωση. Ἀξία μας εἶναι ὁ Χριστός μας, ὁ ὁποῖος ἀπομαρύνει μακριὰ κάθε μας ἀπαξία. Ἡ πνευματικὴ ζωή, ἡ χριστοκεντρικὴ ζωὴ ποὺ συμφωνεῖ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας, μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι εὔκολη, εἶναι, ὅμως, ἐπιτυχής. Ἀξίζει νὰ τὴν ἀκολουθήσουμε. Δὲν θὰ μετανοίωσουμε. Ὁ Χριστός μας εἶναι ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς, ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου, ἡ αἰώνια ζωή.
.             Σήμερα ὁ κόσμος δὲν ζεῖ χριστοκεντρικά. Ἔχει διώξει τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴ ζωή του. Ἐκεῖνος σεβόμενος τὴν ἐλευθερία μας ἀπομακρύνεται θλιμμένος. Δὲν ἔχει φύγει μόνος Του. Ἐμεῖς τὸν διώξαμε μὲ τὴ συμπεριφορά μας, μὲ τοὺς ἐγωϊσμούς μας, μὲ τὶς ἁμαρτίες μας, μὲ τὴν αὐτονόμησή μας. Ἡ ἀπομάκρυνση, ὅμως, τοῦ Θεοῦ ἔχει καὶ τὶς συνέπειές της. Ἔτσι, ζοῦμε σὲ ἕνα κόσμο ταραγμένο. Σὲ ἕνα κόσμο ποὺ ψάχνει νὰ βρεῖ διεξόδους στὰ ἀδιέξοδά του, στὰ τυφλά. Ὁ Χριστός μας εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινό. Ἐὰν τὸ σβήσουμε περιπατοῦμε στὸ σκοτάδι καὶ «ὁ περιπατῶν ἐν τῆ σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει» ( Ἰωάν. ιβ´ 35) μᾶς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης. Κοντὰ στὸ Χριστό μας εἴμαστε ἀσφαλισμένοι, μακρυά Του νοιώθουμε ἀνασφάλιστοι. Κοντά Του εἰρηνεύουμε, μακρυά Του ταραζόμαστε. Κοντά Του ζοῦμε ἥσυχα καὶ προοδεύουμε, μακρυά Του κινδυνεύουμε καὶ ὀπισθοχωροῦμε.
.             Σήμερα μὲ τὴν κρίση ποὺ μαστίζει τὴν πατρίδα μας ὅλοι νοιώθουμε ἀνασφαλεῖς, τὸ αὔριο ἔρχεται ἀβέβαιο, πόλεμοι καὶ συρράξεις ἀκούγονται γύρω μας καὶ ἡ ταραχὴ ἔχει καταλάβει τὸ μέρος τῆς εἰρήνης στὶς καρδιές μας. Τώρα περισσότερο, ὅμως, ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ὀφείλουμε νὰ θρονιάσουμε στὶς καρδιές μας τὸν Χριστό μας, τὸ Ἄρχοντα τῆς Εἰρήνης, καὶ νὰ θυμηθοῦμε μὲ πόσο σαφῆ καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος λέγοντας στὸν καθένα μας: «Οὐ μὴ σὲ ἀνῶ, οὐδ’ οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλίπω» (Ἑβρ. ιγ´ 5). Ὁ χριστοκεντρικὸς ἄνθρωπος δοξολογεῖ τὸν Θεό, ποθεῖ νὰ μένει κοντά του φωνάζοντας: «Κύριε, μεῖνον μεθ’ ἡμῶν» (Λουκ. κδ´ 29). Τότε νοιώθει τὸ χάδι Του καὶ ἀκούει τὴν εὐλογημένη του φωνὴ νὰ μᾶς λέει: Παιδί μου, δὲν πρόκειται νὰ σὲ ἀφήσω μόνο καὶ ἀπροστάτευτο. Βοηθός σου εἶμαι «ἐν θλίψεσι» (Ψαλμ. θ´ 10 ), γι’ αὐτὸ ζήτησέ Με. «Ἐπικάλεσαί με ἐν ὥρᾳ θλίψεως καὶ ἐξελοῦμαί σε» (Ψαλμ. μθ´ 15). Μὴν ἀπογοητεύεσαι ἐμπρὸς στὰ προβλήματα τῆς ζωῆς. Ζήτησε τὴ βοήθειά μου καὶ ἐγὼ θὰ σὲ βγάλω ἀπὸ κάθε δυσκολία. Σὲ περιμένουν καὶ ἐσένα θλίψεις, ἀλλὰ μὴν ἀπογοητευθεῖς ἀπὸ αὐτές. Παῖρνε δύναμη, μὴν κάμπτεσαι, μὴ χάνεις τὸ θάρρος σου. Ἐγὼ «νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιϛ´ 33). Ἡ πίστη σου ἂς γίνει πηγὴ δυνάμεως, πηγὴ ὑπομονῆς, πηγὴ ψυχικοῦ ἡρωϊσμοῦ, πηγὴ εἰρήνης. Ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζί σου ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς σου «ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων» (Ματθ. κη´ 20) καὶ θὰ σοῦ δίνω πάντοτε χαρὰ καὶ εἰρήνη.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

ΟΦΕΛΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ὀφέλη τῆς κοινωνίας ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους Χριστιανούς

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Καθηγητὴς Χαράλαμπος Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.              πιστὸς ποὺ σηκώνει μὲ χαρὰ τὸ Σταυρό του ἀποτελεῖ τὴ βάση τῆς εὐνομούμενης πολιτείας, τῆς πολιτείας ποὺ κτίζει τὴν πρόοδό της πάνω στὴ Χριστιανικὴ ἠθική, τὴν κενωτικὴ ἀγάπη, τὴν ἐνεργὴ ἐλπίδα, τὴ φιλαδελφία καὶ τὴν ἀλληλοκατανόηση. Ὁ σταυροφόρος χριστιανὸς ἀποτελεῖ τὸ ἀνάχωμα τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως τῆς κοινωνίας μας. Ἡ ἠθικὴ κατάπτωση τῶν ἀνθρώπων, ποὺ δὲν σηκώνουν τὸν σταυρό τους μὲ προθυμία καὶ ὑπομονή, ἔφερε τὴ σημερινὴ οἰκονομικὴ κρίση, ποὺ δὲν παύει νὰ εἶναι «παδαγωγὸς εἰς Χριστόν» (Γαλ. γ´ 24), γιατὶ μᾶς φέρνει κοντά Του, γιατὶ μᾶς ἐξαναγκάζει νὰ ἐλαττώσουμε τὶς ὑπέρμετρες ἐπιθυμίες μας καὶ νὰ αὐξήσουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας σ’ Αὐτόν. Ἡ οἰκονομικὴ κρίση μᾶς διδάσκει νὰ ἐγκαταλείψουμε τὴν ἐξωστρέφεια καὶ νὰ ἐπιμείνουμε στὴν πλήρη γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας, αὐτοῦ τοῦ ἄγνωστου ποὺ μᾶς δανείζει τὴν ἀναπνοὴ γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴ ζωή, μᾶς δανείζει τὴν καρδιά, τὸ αἷμα, τὰ μάτια, ὅλες τὶς αἰσθήσεις, μόνο ὅμως γιὰ νὰ ζοῦμε ὑλικὰ καὶ ὄχι πνευματικά, ἀφοῦ τὸ Θεὸ τὸν ἔχουμε βάλει στὸ περιθώριο. Ἡ οἰκονομικὴ κρίση μᾶς ἐξαναγκάζει νὰ δοῦμε τὴ ζωὴ στὶς πραγματικές της διαστάσεις, καὶ ἐπιστρέφοντας στὶς ἠθικὲς ρίζες μας νὰ τὴν ἀναδιοργανώσουμε στὸ πρότυπο τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης καὶ νὰ ἐπιτύχουμε τοῦ ἐλέους τοῦ πολυεύσπλαγχνου Θεοῦ μας, ποὺ ζητᾶ νὰ βρεῖ εὐκαιρία, γιὰ νὰ μᾶς σώσει, ἀφοῦ «κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως» (Ἰάκ. β´ 13) καὶ θέλει ὁ Θεός μας «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4 ). Ὁ σταυροφόρος Χριστιανὸς ἀποτελεῖ τὸ καύχημα τῆς κοινωνίας καὶ δείχνει τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάζει τὸ πρόσωπό της μὲ συμπάθεια, ἀφοῦ στηρίζεται στὴν ἐνεργὴ ἀγάπη, αὐτὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐμφορεῖτο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἐσταυρωμένος Ἰησοῦς. Ἔτσι ὁ σταυροφόρος Χριστιανὸς γίνεται «εὐχάριστος τοῖς πᾶσι» (Κολασ. γ´ 15), εἶναι φιλόθεος καὶ φιλάνθρωπος, ἐμπνέει τοὺς γύρω του μὲ τὸ σταυροαναστάσιμο ἦθος του, δημιουργεῖ ἕναν ἐπίγειο παράδεισο στὸ περιβάλλον του μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ παράδειγμά του, προβάλλει τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημά του μὲ παρρησία καὶ ἀγωνίζεται «κόντρα στὸ ρεῦμα» κατὰ τῆς ἐνορχηστρωμένης πολεμικῆς τῆς ἀποδομήσεως τῶν Ἑλληνορθοδόξων θεμελίων τοῦ ἔθνους μας.
.   Μὲ τὸ Σταυρό, λοιπόν, στὸ χέρι ἂς πορευθοῦμε ὅλοι μας στὸ δρόμο τῆς ζωῆς καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ δρόμος μας ὅσο δύσβατος καὶ γεμάτος ἀγκάθια καὶ ἐὰν εἶναι, εἶναι ὡραῖος, ἀφοῦ στὶς δυσκολίες καὶ στὶς πτώσεις μας Κυρηναῖος μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ ἀπὸ τὶς θλίψεις στὶς χαρές, ἀπὸ τὶς περιπέτειες στὴν ἀναψυχή, ἀπὸ τὸ φρικτὸ Γολγοθᾶ στὴ λαμπροφόρο ἀνάσταση, στὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα, τὴν ὁποία εἴθε ὅλοι νὰ ἀπολαύσουμε.

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΜΥΡΩΝ ΕΟΡΔΑΙΑΣ

Ὁ Ἱερομάρτυς Μύρων
τοῦ Ἐμπορίου Ἑορδαίας
 

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

  .               Γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ παίρνει πολίτες τῆς γῆς καὶ νὰ τοὺς κάνει οὐρανοπολίτες. Νὰ παίρνει σαρκικοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς μεταποιεῖ σὲ πνευματικούς. Νὰ γεννάει Ἁγίους. Ἡ θεϊκὴ ἐπενέργεια ὁδηγεῖ κάθε ἀγωνιζόμενο πιστὸ στὴν ἁγιότητα, ὅπως ἡ ἐπενέργεια τοῦ ἠλεκτρισμοῦ μεταποιεῖται σὲ φῶς καὶ θερμότητα καὶ τοῦ ἥλιου σὲ ἐκτυφλωτικὴ λάμψη. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος κατορθώνει μέσα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ φθάσει στὴν ἁγιότητα, τότε ἡ Ἐκκλησία πέτυχε τὸν κύριο λόγο ὑπάρξεώς της. Στὴν ἐπίτευξη αὐτῆς τῆς ἁγιότητος βοηθοῦν τὰ κηρύγματα, οἱ ὁμιλίες, οἱ πνευματικὲς συνάξεις καὶ πρώτιστα ἡ μυστηριακὴ ζωή, ἡ ὁποία μᾶς διατηρεῖ σὲ ἐγρήγορση, σὲ μετάνοια, σὲ εὐαρέσκεια τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ.
.               Ἡ ἁγιότης δὲν εἶναι κάτι τὸ ἄπιαστο. Εἶναι ἐφικτὴ γιὰ τὸν καθένα μας, γιὰ ὅλους μας ποὺ ἀγαποῦμε Χριστό, ποὺ μᾶς ἀρέσει νὰ ἀγωνιζόμαστε, ποὺ ἔχουμε ὑψηλὰ ἰδανικὰ καὶ πιστεύουμε ὅτι ἡ ζωή μας δὲν σταματάει στὸν τάφο.
.               Οἱ Ἅγιοι διαφέρουν ἀπὸ ἐμᾶς στὸ χρόνο, ἂν καὶ Ἅγιοι ἀναδεικνύονται σὲ κάθε ἐποχή, καὶ σὲ κάθε τόπο. Ἔτσι, οἱ σύγχρονοι Ἅγιοι μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι τῆς ἐρημίας καὶ τῶν διωγμῶν, ἀλλὰ τῆς ἐρημίας τῶν πόλεων καὶ τῆς ὁμολογίας τῆς πίστεως. Διαφέρουν οἱ Ἅγιοι στὸν τόπο δράσεως, ὄχι ὅμως καὶ στὸν τρόπο. Καὶ τοῦτο γιατὶ οἱ ἄνθρωποι μέσα στοὺς αἰῶνες κουβαλοῦν τὸ ἴδιο ψυχικὸ ἄλγος, τὰ ἴδια προβλήματα, τὶς ἴδιες θλίψεις, τὴν ἴδια ἀγωνία τοῦ θανάτου. Τὰ ξεπερνοῦν, ὅμως, ὅλα μὲ ἀπαράμιλλο ψυχικὸ σθένος, μὲ τὸ σθένος τῆς ἁγιότητος ποὺ δὲν μετριέται μὲ τὸ στρέμμα, ἀλλὰ «μὲ τῆς καρδιᾶς τὸ πύρωμα καὶ μὲ τὸ αἷμα» ταυτίζοντάς την μὲ τὴ μεγαλοσύνη τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Κωστῆ Παλαμᾶ.
.               Οἱ Ἅγιοί μας ἦταν, ὅπως εἶναι καὶ σήμερα, ἀγωνιστὲς τῆς ζωῆς, ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς, ἀγωνιστὲς νόμιμοι στὸ στίβο τοῦ ἤθους, τῆς ὁμολογίας, τῶν πατρικῶν παραδόσεων καὶ τῆς ψυχικῆς κενώσεως στὴν ὑπηρεσία τοῦ πλησίον.
.              Ποῦ διέφεραν καὶ ποῦ διαφέρουν οἱ Ἅγιοι ἀπὸ ἐμᾶς; Διέφεραν καὶ διαφέρουν στὴν πληρότητα τῆς καρδιᾶς τους ἀπὸ τὴ θεϊκὴ ἀγάπη, ἀφοῦ δὲν τοὺς γέμιζε ποτὲ ἡ κοσμικὴ δόξα, οἱ ἀνέσεις, τὰ πλούτη καὶ ἡ κοινωνικὴ καταξίωση. Αὐτὲς τὶς πρόσκαιρες ἐπιδιώξεις ἐπιζητοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀλιγόπιστοι, ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε κοσμικὸ φρόνημα, ποὺ ἔχουμε κενὸ στὴν καρδιά μας δυσαναπλήρωτο καὶ ἀντὶ νὰ τὸ γεμίζουμε μὲ Θεὸ προσπαθοῦμε, χωρὶς ἐπιτυχία βέβαια, νὰ τὸ γεμίσουμε μὲ χαρὲς καὶ ἀνέσεις τοῦ κόσμου τούτου. Ἡ πληρότητα αὐτὴ τῆς καρδιᾶς δὲν ἀφήνει στοὺς Ἁγίους περιθώρια κενοδοξίας. Ἐπιδιώκουν τὴν ἀφάνεια, τὴν ταπείνωση, τὴν ἄμεση καὶ διαρκῆ ἐπικοινωνία μὲ τὴν οὐράνια ἀγάπη, τὸν Δημιουργὸ καὶ Σωτήρα μας.
.               Ὑπάρχουν καὶ σήμερα Ἅγιοι. Τὰ ὀνόματά τους δὲν διαφημίζονται στὶς ἐφημερίδες, στὶς τηλεοράσεις, στὰ μέσα μαζικῆς ἐπικοινωνίας. Παραμένουν ἄγνωστοι, ἂν καὶ εἶναι ἄνθρωποι τῆς διπλανῆς πόρτας, τοῦ διπλανοῦ διαμερίσματος. Ἡ ἁγιότης δὲν προβάλλεται. Παραμένει σιωπηλή, γιατὶ δὲν στοχεύει στὴν ἀνθρώπινη δόξα. Δὲν τὴν ἐνδιαφέρει ἡ γνώμη τῶν πολλῶν. Τὴν ἐνδιαφέρει μόνο ἡ εὐαρέσκεια τοῦ Κυρίου τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, Αὐτοῦ ποὺ γνωρίζει τοὺς ἀγῶνες μας καὶ περιμένει νὰ μᾶς δώσει τὸ στέμμα τῆς ἀφθαρσίας.
.               Εἴμαστε διδάσκαλοι, ἱερωμένοι, παιδαγωγοί; Πρέπει νὰ ἑλκύουμε τοὺς ἄλλους μὲ τὸ παράδειγμά μας, γιατὶ ἂν ὄχι θὰ μᾶς ποῦν τὸ «δάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις». Εἴμαστε πολιτικοί, εἴμαστε ἡγήτορες; Ὀφείλουμε νὰ ἐκπέμπουμε ἁγιότητα, γιὰ νὰ γινόμαστε παραδείγματα πρὸς μίμηση τῶν ἀνθρώπων ποὺ κυβερνᾶμε. Ἂν δὲν στοχεύουμε στὴν ἁγιότητα καὶ δὲν δείχνουμε τὸ δρόμο τῆς ἁγιότητος στοὺς ἄλλους τότε ἡ εὐθύνη μας εἶναι μεγάλη, γιατὶ παίρνουμε στὸ λαιμό μας ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανεν» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Ἂν διδάσκουμε ἔμπρακτα τὴν ἁγιότητα, ποὺ σημαίνει ὅτι πρῶτα τὴν ἔχουμε βιώσει, τότε διπλὰ στεφάνια μᾶς περιμένουν στὸν οὐρανὸ καὶ ὁ Κύριος θὰ μᾶς ὀνομάσει μεγάλους ἐνώπιόν Του, ἀφοῦ αὐτὸς ποὺ θὰ ποιήσει καὶ θὰ διδάξει «μέγας κληθήσεται» (Ματθ. ε´ 19 ).
.               Ἀφανὴς γιὰ χρόνια πολλά, ἀλλὰ ἐμφανέστατος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας, παρέμενε ὁ ἅγιος Ἱερομάρτυς τοῦ Ἐμπορίου Ἑορδαίας, τὸν ὁποῖον προσφυῶς ἐπονομάσαμε Μύρωνα, λόγῳ τῆς μυροβλύσεως τῶν σεβασμίων του λειψάνων. Καὶ ἄλλων πολλῶν ἁγίων ἀγνοοῦντες τὰ ὀνόματα δώσαμε στὴν Ἐκκλησία μας ὀνόματα σχετικὰ μὲ τὶς ἰδιαιτερότητες τῆς χάριτος ποὺ παρουσιάζουν, τὴ βιοτική τους ταυτότητα ἢ τὸν τρόπο ποὺ μᾶς ἔγιναν γνωστοί. Ἔτσι ἔχουμε τὸν «εὐγνώμονα Ληστή», τὸ ὅσιο «Εὐδόκιμο», τὸ Βατοπεδινό, τὸν ἀσκητὴ «Προσδόκιο» ἀπὸ τὴ Σαντορίνη.
.               Ὁ ἀφανὴς μέχρι πρό τινος Ἱερομάρτυς Μύρων ἔγινε ἐμφανὴς στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα μόλις τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ μάλιστα μὲ τὴ μυροβλυσία τῶν τιμίων του λειψάνων. Θεωροῦμε ὅτι ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος Μογλενῶν γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον γιατὶ τὸ Ἐμπόριο ὑπῆρξε γιὰ μιὰ ἑκατοντάδα ἐτῶν ἕδρα τῆς Μητροπόλεως Μογλενῶν καὶ δεύτερον γιατὶ τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου βρέθηκε καθήμενο καὶ πλησίον του πόλος ὠμοφορίου, ὑπολείμματα ἀπὸ ἀρχιερατικὸ μανδύα καὶ δικεροτρίκηρο, χαρακτηριστικὰ ἀντικείμενα ἐπισκόπου. Στοὺς ἐπισκοπικοὺς καταλόγους τῆς Μητροπόλεως δὲν ἀναφέρεται κάποιος μὲ τὸ ὄνομα αὐτό, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἱερομάρτυς. Ἔτσι δὲν διαφωτιζόμαστε ἀπὸ αὐτούς. Τὸ ὅτι ὁ Ἅγιος Μύρων εἶναι Μάρτυς πίστεως φαίνεται ἀπὸ τὰ σημάδια στὴν τιμία του κεφαλὴ ἀπὸ καρφιά.
.               Ὁ Ἅγιος Μύρων ἐνταφιάσθηκε στὸ Σολέα τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ Μητροπολιτικὸς Ναὸς τοῦ Ἐμπορίου, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἔνδειξη τιμῆς στὸ ἐπισκοπικό του ἀξίωμα. Τὸ ἔτος 1921, κατὰ τὴν ἐπισκευαστικὴ ἀνακαίνισή του βρέθηκαν τὰ χαριτόβρυτα καὶ μυροβλύζοντα λείψανά του, ἀλλὰ δὲν ἀνακομίσθηκαν παραμένοντα στὴ θέση τους. Τὰ τελευταῖα χρόνια μὲ θαυμαστὸ τρόπο αὐτὰ ἔδωσαν τὴν παρουσία τους. Ἡ καντήλα τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας στὸ τέμπλο τοῦ Ναοῦ κάθε πρωΐ, ἀλλὰ καὶ στὸ διάστημα τῆς ἡμέρας, βρισκόταν στὸ δάπεδο τοῦ σολέα, ἄλλοτε ἀναμμένη καὶ ἄλλοτε ὄχι, χωρὶς νὰ ἐπεμβαίνει ἀνθρώπινο χέρι. Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς πῆρε μεγάλες διαστάσεις τὸ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὶς 22 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 2000 μέχρι τὶς 11 Ἰουνίου τοῦ ἑπομένου ἔτους 2001. Ὁ Ἐφημέριος τοῦ Ναοῦ νόμιζε ὅτι κάποιος τὴν κατέβαζε, γιὰ νὰ τὴν ἀνάψει καὶ τὴν ξεχνοῦσε ἐκεῖ. Ἔλαβε τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα ἀσφαλείας, ἀλλὰ ἡ καντήλα πάλι βρισκόταν τὰ πρωϊνὰ στὸ δάπεδο. Ἀποφάσισε τότε μαζὶ μὲ μέλη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ναοῦ νὰ ἀγρυπνίσουν, γιὰ νὰ διερευνήσουν τὸ αἴτιο τῆς θαυμαστῆς αὐτῆς μετακινήσεως. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας διαπίστωσαν ἔκπληκτοι ὅτι μόνη της ἡ καντήλα βρισκόταν στὸ συγκεκριμένο σημεῖο τοῦ δαπέδου. Ὁ Ἐφημέριος τὸ θεώρησε σημεῖο τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐνθυμούμενος ὅτι οἱ παλαιοὶ ἀπέφευγαν ἀπὸ σεβασμὸ νὰ πατήσουν σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο τοῦ σολέα, ἐνέτεινε τὶς προσευχές του, γιὰ νὰ δείξει ὁ Θεὸς τὸ σκοπὸ τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος. Τότε ἦταν, ὅπου μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου ἀποφάσισαν νὰ ἐπισκευάσουν τὸ Ναὸ καί, ὢ τῶν θαυμασίων Σου, Κύριε, ἀποκαλύφθηκαν τὰ μυροβλύζοντα τοῦ Ἁγίου λείψανα πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Του.
.               Τὴν χάρη τῆς μυροβλυσίας γνώρισε ἐπίσης καὶ ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος Σισανίου καὶ Σιατίστης Ἀντώνιος, ὁ ὁποῖος μπροστὰ στὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἔμεινε ἐκστατικὸς καὶ εἶπε ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλου Ἁγίου. Τὴν ἴδια ἐμπειρία ἀπέκτησε καὶ ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Ἐλασσῶνος κυρὸς Βασίλειος, ὁ ὁποῖος εὐλαβούμενος τὸν Ἅγιο Μηνᾶ καὶ προσκαλούμενος στὸ πανηγύρι του ἀπὸ τὸν Ἅγιο Φλωρίνης κ. κ. Θεόκλητο, θαύμαζε τὸ γεγονὸς τῆς εὐωδίας ἐκ τῆς μυροβλυσίας καὶ τὸ συνεδύαζε μὲ τὴ φιλαγιότητα τοῦ Μητροπολίτου λέγοντας ὅτι ὁ Ἅγιος Φλωρίνης εἶναι ὄντως φιλάγιος ἔχοντας τὸ προνόμοιο νὰ ἀγαπᾶ τοὺς Ἁγίους καὶ νὰ ἀγαπᾶτε ἀπὸ αὐτοὺς στὸν τόπο τους.
.               Προσωπικὴ ἐμπειρία τῆς μυροβλυσίας τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ προσφυῶς ὀνομασθέντος «Ἁγίου Μύρωνος» καταθέτει καὶ ὁ γράφων καὶ «ἀληθινὴ ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ» (Ἰωάν. κα´ 24), γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη γράφοντας τὴ φράση αὐτὴ γιὰ πίστωση τῶν λόγων του καὶ φυσικὰ τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας ποὺ εἶχε ἀπὸ τὸ μεγάλο του Διδάσκαλο, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ. Τὴν ἴδια ἐμπειρία μοῦ διηγήθηκαν καὶ μονάζουσες γειτονικῶν μοναστηριῶν τοῦ Ἐμπορίου μετὰ ἀπὸ προσκύνημα σὲ αὐτὸ καὶ πλῆθος πιστῶν ἀπὸ ὅλο τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο μὲ ἔμφαση στὸν ἐπιχώριο Ἐπίσκοπο, τὸν ὄντως Σεβασμιώτατο Ἅγιο Φλωρίνης κ. κ. Θεόκλητο, ὁ ὁποῖος μοῦ διηγήθηκε ὅτι μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὸ προσκύνημα στὸ Ἐμπόριο ὅλοι στὰ γραφεῖα τῆς Μητροπόλεως τὸν ρωτοῦσαν τί ἄρωμα ἔβαλε. Ὅλα αὐτά, ὅμως, ἔρχονται σὲ ἐπιβεβαίωση τῶν ὅσων γνωρίζουμε, ἀφοῦ μπροστὰ στὴν προσωπικὴ ἐμπειρία «τί χρείαν ἔχομεν μαρτύρων;» (Ματθ. κϛ´ 63).
.               Σήμερα ὁ κατανυκτικώτατος Ναὸς τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ εὐωδιάζει ἀπὸ τὴν παρουσία τῶν ἱερῶν τοῦ Ἁγίου Μύρωνος λειψάνων, τὰ ὁποῖα συναγωνίζονται σὲ εὐωδία αὐτὰ τοῦ πολιούχου Ἁγίου Μηνᾶ. Εὔχομαι ὁ Ἅγιος νὰ γίνει γνωστὸς σύντομα σὲ ὅλο τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα καὶ ἂν τὸ θελήσει ἂς μᾶς γνωρίσει τὸ πραγματικό του ὄνομα. Μέχρι τότε ἐμεῖς θὰ τὸν τιμοῦμε ὡς «Ἅγιο Μύρωνα».

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

Σχολιάστε

OΣ. ΔΑΝΙΗΛ Ο ΕΚ ΖΑΓΟΡΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ὅσιος Δανιήλ, ὁ ἐκ Ζαγορᾶς

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 19 Αὐγούστου

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ἕνα μεγάλο φιλοκαλικὸ κίνημα ἀναπτύχθηκε τὸν δέκατο ὄγδοο καὶ τὸν δέκατο ἕνατο αἰῶνα στὸν Ἑλλαδικὸ Ὀρθόδοξο χῶρο. Ἕνα κίνημα ποὺ ξεσήκωσε τὸ λαό, τὸν δίδαξε, τὸ νουθέτησε, τοῦ ἔδειξε τὸν δρόμο τῆς παραδόσεως, τῆς εὐσεβείας, τῆς σωτηρίας. Ἦταν τὸ κίνημα τῶν Κολλυβάδων ποὺ ξέσπασε στὰ μισὰ τοῦ δεκάτου ὀγδόου αἰῶνος καὶ ξεκίνησε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὸ μέσῳ τῶν Ἑλληνικῶν νησιῶν, Σκιάθου, Χίου, Πάτμου, Πάρου, Ἰκαρίας, Ὕδρας, Σάμου καὶ ἄλλων ἐπεκτάθηκε ὄχι μόνο στὸν Ὀρθόδοξο Ἑλλαδικὸ χῶρο, ἀλλὰ καὶ στὶς Ὀρθόδοξες χῶρες τοῦ βορρᾶ μέσῳ τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Βελιτσκόφσκυ. Τ κίνημα τν «Κολλυβάδων» μὲ πρωτεργάτες τούς Μακάριο, Ἀρχιεπίσκοπο Κορίνθου, Νικόδημο Ἁγιορείτη, Ἀθανάσιο Πάριο, Νικηφόρο καὶ Νήφωνα, τοὺς Χίους, τὸ Σκιαθίτη Διονύσιο Ἐπιφανιάδη, τὸν Κύριλλο τὸν Παπαδόπουλο, καὶ πλῆθος ἄλλων Ἁγίων καὶ ἀφανῶν ἀγωνιστῶν πατέρων, ταν μι γις ντίδραση τν γιορειτν καὶ ὄχι μόνο Πατέρων νάντια στς πιδράσεις τς φράγκικης θεολογίας στν ρθόδοξο τρόπο ζως, κα νάντια στν κκοσμίκευση, ποία κα σήμερα πειλε ν λλοιώσει τ πνεμα το ρθόδοξου μοναχισμο κα γενικότερα τν ρθόδοξη Παράδοση.

   .           Οἱ Κολλυβάδες Πατέρες ἦσαν αὐτοὶ ποὺ διέγνωσαν τὸν ἄμεσο κίνδυνο ποὺ διέτρεχε τὸ Ὀρθόδοξο Γένος τῶν Ἑλλήνων, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ‘Οθωμανοὺς κατακτητές-τυράννους, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τοὺς ψυχοκτόνους αἱρετικοὺς καὶ τοὺς διαφωτιστές-νεωτεριστὲς τῆς Ἑσπερίας. Διέγνωσαν τὴν καλπάζουσα ἀσθένεια καὶ πρότειναν φάρμακα κατάλληλα, ὅπως τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, τὴ συχνὴ θεία μετάληψη καὶ τὴν ἐμβριθῆ μελέτη τῶν ἁγιοπατερικῶν κειμένων.
.             Ἕνας μεγάλος τέτοιος φιλοκαλικὸς πατὴρ ὑπῆρξε καὶ ὁ Ὅσιος Δανιήλ, τὸ βλάστημα τῆς εὐάνδρου Ζαγορᾶς τοῦ βουνοῦ τῶν Κενταύρων, τοῦ δασυσκίου Πηλίου. Τὰ στοιχεῖα τοῦ βίου του ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ συναξαριστὴ τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ «ἐν Πάρῳ», τοῦ πνευματικοῦ του τέκνου.
.           Διακρινόμενος ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ὡς πνευματικὸς πατὴρ μεγάλου βεληνεκοῦς στὸν Ἄθωνα μετεκλήθη στὶς Κυδωνίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπὸ τὸν Σχολάρχη τῆς ἐκεῖ περίφημης Σχολῆς Ἱερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη, γιὰ πνευματικὴ τῶν μαθητῶν στήριξη καὶ ποδηγεσία. Ἐκεῖ γνώρισε τὸν ἠπειρώτη μαθητὴ Ἀθανάσιο, τὸν μετέπεια Ὅσιο Ἀρσένιο, τὸν ὁποῖο προσείλκυσε στὸν Ἄθωνα. Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ἦταν φιλοκαλικὸ πνεῦμα καὶ ὑπέρμαχος τοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων. Ὡς ἐκ τούτου ὑπέστη ἀνελέητο διωγμὸ μαζὶ μὲ τὸν ὑποτακτικό του Ἀρσένιο καὶ κατέφυγε στὴ Μονὴ τῆς Πεντέλης καὶ γιὰ περισσότερη ἡσυχία στὴ Μονὴ Λογγοβάρδας, τῆς Πάρου, πρῶτα καὶ ἔπειτα στὴ Σίκινο καὶ στὴ Φολέγανδρο, στὴν ὁποία καὶ μετὰ ἀπὸ σύντονους πνευματικοὺς ἀγῶνες ἀπεδήμησε πρὸς τὸν Κύριο. Τὴν τιμία του κάρα, μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ἔφερε στὴν Πάρο, στὸ Μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, στὸ Δάσος, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔκτισε. Ἐκεῖ καὶ ἀποθησαυρίζεται μέχρι σήμερα, στὸ κελλάκι τοῦ Ὁσίου μαθητοῦ του, καὶ ἔχει ἀπδειχθεῖ πηγὴ πολλῶν θαυμασίων.
.         Μικρὸ ἀπότμημα τῆς ἁγίας αὐτῆς κάρας δώρησε ὁ ἱεροκῆρυξ τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος, πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Ἐπιφάνιος Δημητρίου στὸ Ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τῆς πατρίδος τοῦ Ὁσίου Δανιήλ, τῆς Ζαγορᾶς. Ἐκεῖ πραγματοποιήθηκε ἐφέτος στὶς 19 Αὐγούστου ὁ πρῶτος ἐπίσημος ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τοῦ Ὁσίου μὲ τὴν εὐλογία τοῦ οἰκείου Ἱεράρχου, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος καὶ Ζαγορᾶς κ. κ. Ἰγνατίου. Αὐτὸς παρέστη καὶ ἐτέλεσε τὴν πανηγυρικὴ Θεία Λειτουργία. Στὸν Ἑσπερινὸ παρέστη καὶ μίλησε καταλλήλως ὁ πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Δαμασκηνὸς Κιαμέτης, Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Ἡ Ἱερὰ τοῦ Ὁσίου Δανιὴλ Ἀκολουθία συνετέθη ἀπὸ τὸν ὑπογράφοντα τὸ Ἄρθρο αὐτό, ὁ ὁποῖος καὶ προσκληθεὶς παρέστη στὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις καὶ μίλησε ἐπικαίρως. Τὴν ὅλη φροντίδα τῆς πανηγύρεως στὴν ὁποία παρέστη καὶ ὁ ἀξιότιμος Δήμαρχος Ζαγορᾶς, ἐπιφορτίσθηκε ὁ ἀκάματος λευΐτης, αἰδεσιμώτατος Γενικὸς Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος Ζαγορᾶς, π. Δημήτριος Ξυνογαλᾶς, μὲ τὴν ἀμέριστη ἐπικουρικὴ βοήθεια τοῦ φιλαγίου Ζαγοριανοῦ κ. Ἐμμανουὴλ Χαδίνη.

 

 

 

,

Σχολιάστε

Ο ΕΛΕΗΜΩΝ ΠΑΠΠΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΝΕΡΑΤΖΙΩΤΙΣΣΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ὁ ἐλεήμων Παππούλης τῆς Νερατζιώτισσας

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                  Ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος, ὁ ταπεινὸς λευΐτης τῆς Νερατζιώτισσας στὸ Μαρούσι, ἔμοιαζε ἀπόλυτα μὲ τὸ φιλάνθρωπο Κύριό μας. Ἦταν ἡ εἰκόνα τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς συμπάθειας, ἦταν «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ζοῦσε πραγματικὰ σὲ ἕνα παροξυσμὸ ψυχικῆς κενώσεως στὶς ἀνάγκες τοῦ πλησίον, αὐτοπροσφερόταν στοὺς ἐνδεεῖς, στὰ μοναχικὰ πρόσωπα, στοὺς ἀξιοπρεπεῖς, τοὺς ὁποίους οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς κατήντησαν νεοπτώχους, ἐμπεριστάτους. Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἰκτιρμῶν δὲν ἄφηνε ποτὲ τὰ χέρια τοῦ Γέροντος ἀδειανά.

-Κοιμᾶμαι, ἔλεγε χαριτολογώντας, φτωχὸς καὶ ξυπνάω πλούσιος. Χρήματα δὲν ἔχω καὶ χωρὶς χρήματα δὲν μένω.

.              Καὶ δὲν τὰ ὑπολόγιζε τὰ χρήματα ὁ Γέροντας. Αὐτὰ εἶναι γιὰ νὰ ἀλλάζουν χέρια καὶ νὰ καλύπτουν ἀνάγκες, ἔλεγε. Ἡ μοναδικὴ ἀξία ποὺ ἔχουν εἶναι ὅτι μὲ αὐτὰ μποροῦμε νὰ ἀγοράσουμε Παράδεισο. Ὁ ἐλεῶν πτωχὸν δανείζει Θεῷ» (Παρ. ιθ´ 17). Καὶ τοῦτο γιατὶ τίποτα ἀπὸ ὅσα ὁ ἄνθρωπος σκορπίζει σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη δὲν πηγαίνει χαμένο. Ἡ «ἐλεημοσύνη ἐξιλάσεται ἁμαρτίας (Σοφ. Σειρ. γ´ 30), μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ βάρος πολλῶν ἁμαρτιῶν καὶ μᾶς καθαρίζει καὶ μᾶς ἁγνίζει. Μᾶς ἀνοίγει τὶς πόρτες τοῦ Παραδείσου.
Ὅταν μᾶς ἔρχονται χρήματα, νὰ μὴν χαιρόμαστε ἄσκοπα. Νὰ προβληματιζόμαστε γιὰ τὴ σωστή τους χρήση. Ἄλλωσε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὴ γραφίδα τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ, δὲν λέει: «Ὁ ἐλεήμων ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησι, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ψαλμ. ΡΙΑ´ 9) καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Μακάριος ὁ συνιῶν ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα» (Ψαλμ. 40, 1). Γι’αὐτὸ καὶ στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία του ὁ παντελεήμων Θεάνθρωπος διακηρύσσει: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» ( Ματθ. ε´ 7).
.             Ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος, μᾶς λέει ὁ μέγας Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μοιάζει μὲ λιμάνι σὲ ὅσους παλεύουν μὲ τὰ βιοτικὰ κύματα. Δέχεται ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ταλαιπωρημένους, τοὺς ναυαγούς, τοὺς κλυδωνιζομένους, τοὺς κινδυνεύοντες καὶ τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴ δίνη. Καὶ εἴτε εἶναι κακοί, εἴτε ἀγαθοί, εἴτε ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἐκεῖνοι ποὺ κινδυνεύουν, τοὺς δέχεται στὴν ἀγκαλιά του, στὰ γαλήνια νερά του. Μακάριοι οἱ συνάνθρωποί μας, οἱ ὁποῖοι γίνονται λιμάνια σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πέσει στὴν τρικυμία τῆς φτώχειας, τῆς ἀνέχειας, τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀναγκαίων βιοτικῶν ἀγαθῶν.
.                Τὰ χρήματα ὁ Γέροντας Ἀθανασιος δὲν ἤθελε νὰ μένουν ἐπάνω του. Τὰ ἔνοιωθε μίασμα. Αὐτά, ἔλεγε, σταύρωσαν τὸν Χριστό μας. Αὐτὰ φέρνουν πρόσκαιρη εὐτυχία, ἀλλὰ μόνιμη δυστυχία στὸν κόσμο. Ἀλλοίμονο σὲ αὐτοὺς ποὺ τὰ φυλᾶνε. Ἔχουν φίδια στὸν κόρφο τους.
.            Χαρακτηριστικὸ τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἐλεήμονος καρδιᾶς τοῦ Γέροντος εἶναι τὸ ἑξῆς περιστατικό. Κάποια μέρα τὸν ἐπισκέφθηκε ἀπελπισμένη μιὰ χήρα γυναίκα. Κινδύνευε νὰ τῆς κάνουν έξωση, ἐπειδὴ δὲν εἶχε νὰ πληρώσει τὸ ἐνοίκιο. Ὁ Γέροντας τὴ συμπόνεσε, ἀλλὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν εἶχε καθόλου χρήματα.

-Παιδί, της εἶπε, δὲν ἔχω δραχμὴ στὴν τσέπη μου. Ὅμως, μὴ φύγεις. Κάθησε ἔξω στοὺς πάγκους νὰ δῶ τί μπορεῖ νὰ γίνει.

.              Ὁ εὔσπλαχνος Γέροντας κατέφυγε μὲ θέρμη στὴν ἀγαπημένη του προσευχή.

– Γιατί ἄφησες, Θεέ μου, τὰ παιδιά σου νὰ ἔλθουν σὲ τέτοια δυστυχία; Λυπήσου, Κύριε, καὶ αὐτὴ τὴ δούλη σου καὶ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ τὴν πετάξουν στὸ δρόμο!

.               Σὲ λίγο μιὰ εὐκατάστατη κυρία κατέφθασε καὶ τοῦ παρέδωσε ἕνα φάκελο μὲ σεβαστὸ ποσό. Ὁ Γέροντας οὔτε ἄνοιξε τὸ φάκελο νὰ δεῖ πόσα χρήματα περιεῖχε. Φώναξε μὲ χαρὰ τὴ χήρα καὶ τῆς τὰ παρέδωσε. Ἡ γυναίκα ἀνοίγοντας τὸ φάκελο ἔμεινε ἄφωνη. Μὲ τὸ ποσὸ τοῦ περιεχομένου του ξωφλοῦσε τὸν ἰδιοκτήτη της.
.             Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ συμπόνοια τοῦ Γέροντος Ἀθανασίου δὲν σταματοῦσε μόνο στὸ δόσιμο χρημάτων. Ἡ προσωπικὴ προσφορὰ εἶχε μεγαλύτερη ἀξία. Ἐπιδίωκε νὰ ἔρχεται ἀρωγὸς σὲ κάθε ἐμπερίστατο, κάθε κινδυνεύοντα. Ἦταν εὐσυμπάθητος μὲ τοὺς ἀρρώστους, μὲ τοὺς ἀνίατα ἀσθενεῖς, τοὺς κατακοίτους ἡλικιωμένους, αὐτοὺς ποὺ δύσκολα κάνουν ἀκόμη καὶ στοιχειώδεις κινήσεις. Ἔτρεχε νὰ βοηθήσει αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἤθελαν κάποιο δίπλα τους, νὰ τοὺς συμπαρασταθεῖ στὴν καθημερινότητά τους. Ἔχουν ἀναφερθεῖ ζωντανὰ παραδείγματα ἀσθενῶν ποὺ συχνὰ ἐπισκεπτόταν ὁ Γέροντας, καὶ τῶν ὁποίων οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ οἰκεῖοι συνέπασχαν μαζί τους. Ἦταν ὁ ἀρωγὸς σὲ ἀσθενεῖς καὶ στοὺς συνοδούς τους, ποὺ καὶ αὐτοὶ χρειάζονταν στήριξη καὶ ἀγάπη. Ἦταν ὁ ἄγγελος παρηγοριᾶς τῶν ἐγκαταλελειμμένων φυματικῶν τῆς περιοχῆς. Τοὺς πήγαινε αὐγὰ καὶ ἄλλα τρόφιμα καὶ ἔπαιρνε τὰ λερωμένα ροῦχα τους, τὰ ἔπλενε, τὰ σιδέρωνε καὶ τοὺς τὰ πήγαινε μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸ Μαρούσι στὰ Μελίσσια. Καὶ ὅλα αὐτὰ «ἐν τῷ κρυπτῷ». Ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ προσωπικὴ προσφορὰ διαλαλεῖται, δὲν διατυμπανίζεται, δὲν διαφημίζεται, ἀφοῦ ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. ϛ´ 3). Ὅσο, ὅμως, καὶ ἂν   κρυβόταν, ὁ Θεὸς ἐπέτρεπε, πρὸς οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν νὰ φανερώνονται οἱ πάμπολλες εὐεργεσίες του. Ἂν καὶ σίγουρα πολλὰ ἔμειναν κρυφά.

.                Πρὶν κοιμηθεῖ τὸν ὕπνο τῶν δικαίων στὶς 17 Αὐγούστου τοῦ 1967 ἔλεγε:

—Γυμνὸς ἦρθα, γυμνὸς καὶ θὰ φύγω.

.               Γι’ αὐτὸ καὶ πρὶν παραδώσει τὴν ψυχούλα του στὰ χέρια τοῦ παντελεήμονος καὶ πανοικτίρμονος Θεοῦ μας δέχθηκε ἐπίσκεψη τῆς προσωποποιημένης ἐλεημοσύνης. Ἡ μοναχὴ ποὺ τὸν ὑπηρετοῦσε στὶς τελευταῖες στιγμές του τὸν ρώτησε ποιός τὸν ἐπισκέφτηκε, καὶ τῆς εἶπε:

—Ἡ ἐλεημοσύνη, παιδί μου!
—Καὶ τί τῆς εἴπατε, ρώτησε ἐκείνη;
—Τῆς εἶπα πὼς ὅ,τι εἶχα τὸ ἔδωσα. Δὲν ἔχω τίποτα ἄλλο!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΡΟΣΤΡΕΧΟΥΜΕ ΜΕ ΘΑΡΡΟΣ, ὅπως στὴ μητέρα μας (Χαρ. Μπούσιας)

Στὴν Παναγία προστρέχουμε μὲ θάρρος,
ὅπως στὴ μητέρα μας.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         «Καί ποῦ λοιπόν ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν; ποῦ προσφύγω; ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι; τίνα θερμήν ἕξω βοηθόν;… Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, καὶ θαῤῥῶ καὶ καυχῶμαι καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ σου· σῶσόν με». Μέσα στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀναξιότητάς μας μαζὶ μὲ τὸν ὑμνωδό, πιστὸ βασιλέα, μοναχὸ Θεόδωρο, ποιητὴ τοῦ Μεγάλου Κανόνος, καταφεύγουμε ὅλοι μας, ὅλοι οἱ ἐμπερίστατοι καὶ κατατρυχόμενοι ἀπὸ τὰ βιοτικὰ βάσανα πιστοί, στὴν πρεσβεία τῆς Κυρίας μας Θεοτόκου πρὸς τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της. Καὶ τοῦτο γιατὶ γνωρίζουμε, ὅτι ἡ Παναγία συνδέεται μὲ μιὰ εἰδικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό, τὸν Θεὸ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου, τὴ σχέση τῆς μητρότητος. Τὴν ὁμολογοῦμε ὡς «ἀληθῆ Θεοτόκον», καταφάσκοντες, ἔτσι, τὸ σχετικὸ δόγμα τῆς Τρίτης καὶ Τετάρτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δηλαδὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ ποὺ μπορεῖ καὶ τὸ θέλει ἀπὸ ἀμέτρητη συμπάθεια, νὰ μεσιτεύει στὸν εὔσπλαγχνο Υἱό της γιὰ ὅλους μας.
.         Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα ποὺ ἔχουμε στὶς δυσκολίες καὶ τὸ ἀδιάσειστο στήριγμα στὶς στιγμὲς ἀδυναμίας καὶ ἀπογοητεύσεων τῆς ζωῆς. Σὲ αὐτὴν καταφεύγουμε μὲ παρρησία λέγοντάς της «Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τὴν πᾶσαν ἐλπίδα σου εἰς σὲ ἀνατίθημι». Αὐτὴν τὴν παρρησία πρὸς Ἐκείνη, αὐτὸ τὸ θάρρος νὰ τὶς ἀπευθυνόμαστε ἄμεσα, τὸ ἀποκτοῦμε, γιατὶ νοιώθουμε τὴν Παναγία μας, τὴ μεγάλη Μάνα μας, νὰ εἶναι ἕτοιμη κάθε φορὰ ποὺ τῆς τὸ ζητοῦμε, νὰ ἀνοίγει τὴν ἀγκαλιά της καὶ φιλόστοργα νὰ μᾶς δέχεται, ὅπως ἡ κλῶσσα τὰ νοσσία της. Ὅταν τὴν παρακαλοῦμε ψάλλοντας «εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω καὶ θαῤῥῶ καὶ καυχῶμαι» τῆς δείχνουμε τὴν οἰκειότητα ποὺ αἰσθανόμαστε ἀπέναντί της. Ὅταν πάλι τῆς λέμε: «Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην, ἁγνή; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι καὶ ἐπὶ σὲ θαῤῥῶν κατέφυγον» τῆς ὁμολογοῦμε ὅτι εἶναι ἡ μόνη μας καταφυγὴ καὶ σκέπη καὶ προστασία καὶ ἀντίληψις καὶ βοήθεια.
.         Ὅταν λέμε ὅτι ἔχουμε θάρρος σὲ κάποιον, ἐννοοῦμε ὅτι αἰσθανόμαστε οἰκεῖοι του, φίλοι του. Στοὺς οἰκείους καὶ στοὺς φίλους μας ἐκμυστηρευόμαστε κάθε μας πρόβλημα, κάθε ἀντιξοότητα τῆς ζωῆς. Σὲ αὐτοὺς ἔχουμε θάρρος, ἂν καὶ πολλὲς φορὲς ἀπογοητευόμαστε ἀπὸ τὴ συμπεριφορά τους. Στὴ μητέρα μας ἔχουμε περισσότερο θάρρος γνωρίζοντες τὴ μητρική της, τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη. Στὴν Παναγία μας ἔχουμε κάτι παραπάνω ἀπὸ τὴ σαρκική μας μητέρα, ἔχουμε ἀπόλυτο θάρρος νὰ τὶς ἐκφράσουμε τὶς ἀνησυχίες μας, τὶς θλίψεις μας, τὶς καθημερινές μας ἀνάγκες γνωρίζοντες ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ τὶς θεραπεύσει. Δὲν εἶναι μόνο δυὸ φορὲς μητέρα ἡ Παναγία μας, εἶναι ἡ οὐράνια μητέρα ποὺ καὶ νὰ τὴν στενοχωρήσουμε δὲν ἀποκάμνει, ἀλλὰ σπεύδει νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ μᾶς ἱκανοποιήσει κάθε μας σωτήρια ἐπθυμία. Καὶ σκέπτομαι. Ποιά μητέρα, ὅταν τῆς ζητάει κάτι τὸ παιδί της δὲν σπεύδει νὰ τὸ ἱκανοποιήσει; Ποιά μητέρα ὅταν τὸ παιδί της πεινάει δὲν τοῦ δίνει τροφή; Ποιά μητέρα ὅταν τὸ παιδί της πονάει δὲν τὸ παίρνει στὴν ἀγκαλιά της νὰ τὸ ἀνακουφίσει; Ποιά μητέρα δὲν δακρύζει μπροστὰ στὸ ἄρρωστο παιδί της περιμένοντας μὲ ἀγωνία τὴ γνωμάτευση τοῦ γιατροῦ; Ἂν ἡ μητέρα εἶναι ἡ προσωποποίηση τῆς ἀγάπης, ἡ Παναγία εἶναι ἡ προσωποποίηση αὐτῆς στὸν ὑπέρτατο βαθμό.
.         Τὸ θάρρος νὰ ἀπευθυνόμαστε στὴν Παναγία μας, ὅταν ἔχουμε ἀναγκες μᾶς τὸ ἔχει δώσει ἡ ἴδια μὲ τὴν καθημερινή της μέριμνα γιὰ ἐμᾶς. Εἴμαστε τὰ παιδιά της, καὶ ὅπως τῆς φυσικῆς μας μητέρας τὸ βλέμμα μᾶς ἀκολουθεῖ, γιὰ νὰ μᾶς προστατεύσει, ἔτσι καὶ τὸ ἄγρυπνο βλέμμα τῆς Παναγίας μας δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ χαθοῦμε στὴ δίνη τῆς ἁμαρτίας, τῶν θλίψεων, τῶν ἀσθενειῶν, τῶν προβλημάτων μας. Γιὰ τὴν Παναγία μας δὲν ὑπάρχει ἄλυτο πρόβλημα, ἀνίατη ἀσθένεια, βρώμικη ψυχή. Τρέχει παντοῦ νὰ μᾶς γιατρέψει, νὰ μᾶς βοηθήσει, νὰ μᾶς πλύνει μὲ τὰ φιλόστοργα δάκρυά της τὸ ρύπο τοῦ ἐνδύματος τῆς ψυχῆς. Καὶ ἐνῶ οἱ φίλοι μας καὶ οἱ οἰκεῖοι μας ποὺ τοὺς ἐμπιστευόμαστε πολλὲς φορὲς μᾶς ἀπογοητεύουν, ἡ Παναγία μας οὐδέποτε μᾶς ἀπογοητεύει, οὐδέποτε μᾶς ἐγκαταλείπει. Ἡ προστασία της εἶναι «ἀκαταίσχυντος». Γι’ αὐτὸ τῆς ψάλλουμε: «Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοὶ κατῃσχυμένος ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε, Θεοτόκε».
.         Ἔχουμε θάρρος νὰ ἀπευθυνόμαστε στὴν Παναγία μας, γιατὶ καὶ αὐτὴ ἔχει τὸ θάρρος, ἔχει τὴ μητρικὴ παρρησία, νὰ ἀπευθύνεται στὸν εὔσπλαγχνο Υἱὸ καὶ Θεό της, γιὰ ὅλους μας. Ὡς Μητέρα γνωρίζει πολὺ καλὰ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Υἱοῦ της, γνωρίζει καλὰ ὅτι αὐτὸς «οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ» ( Ψαλμ. 102, 9), ἀφοῦ γιὰ αὐτοὺς ποὺ τὸν σέβονται, μᾶς λέει καὶ ὁ ἱερὸς Ψαμωδός, «κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος Αὐτοῦ ἐπὶ τοὺ φοβουμένους Αὐτόν» (Ψαλμ. ΡΒ´ [102] 11).
.         Ἔχουμε τὸ θάρρος νὰ ἀπευθυνόμαστε στὴν Παναγία μας, τὸ τελειότερο πλάσμα τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, γιατὶ εἶναι ἡ μόνη ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ ἐπέλεξε ὁ Θεός μας, γιὰ νὰ γεννήσει τὸν σαρκωθέντα Λόγο Του. Περίμενε πολλοὺς αἰῶνες, γιὰ νὰ ἔλθει τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, νὰ βρεθεῖ ἡ Παναγία μας, ἡ μόνη ἀμόλυντος, γιὰ νὰ στείλει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ τὸν Υἱό Του τὸν ἀγαπημένο, ὥστε νὰ ἑλκύσει μέσῳ Αὐτοῦ ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἀποδήμους ἀνθρώπους τῆς χάριτός Του ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Ἔχουμε θάρρος νὰ ἀπευθυνόμαστε στὴν Παναγία μας, γιατὶ ὡς ἄνθρωπος, ἂν καὶ πανάσπιλος, καὶ ὑπεράμωμος καὶ «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν», γνωρίζει τὸ εὐόλισθο τῆς φύσεώς μας καὶ μᾶς συμπαθεῖ. Γι’ αὐτὸ καταφεύγουμε πάντοτε στὴ δική της βοήθεια, ὅλοι μας, οἱ ὀφειλέτες μυρίων ταλάντων, ἐμεῖς ποὺ σπαταλοῦμε τὴν πατρικὴ περιουσία μὲ ἄσωτη ζωή, ἐμεῖς ποὺ συμπεριφερόμαστε χειρότερα ἀπὸ τὴν πόρνη, τὸ ληστή, τὸν τελώνη, ποὺ παρανομοῦμε πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν Μανασσῆ, ποὺ εἴμαστε πιὸ ἄσπλαγχνοι ἀπὸ τὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς, ποὺ εἴμαστε λαίμαργοι δοῦλοι, δοχεῖα πονηρῶν καὶ ἀκαθάρτων λογισμῶν, ξένοι κάθε ἀγαθοῦ ἔργου.
.         Ἔχουμε θάρρος, ὅταν διαθέτουμε ταπεινὸ φρόνημα, νὰ φωνάζουμε στὴν Παναγία μας:

.         Ἐλέησέ μας τὴν ταπείνωση καὶ λυπήσου μας τὴν ἀσθένεια. Σὺ μόνο ἔχεις τόση παρρησία πρὸς τὸν «ἐκ σοῦ τεχθέντα», ὅση κανεὶς ἄλλος. Τὰ πάντα μπορεῖς ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ σοῦ γράφει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος «πάντα ὅσα βούλεσαι, ὡς Θεομήτωρ δύνασαι». Γιὰ ὅλα ἔχεις τὴν ἰσχὺ ὡς ὑπερέχουσα ὅλων τῶν κτισμάτων. Τίποτα δὲν σοῦ εἶναι ἀδύνατο, ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσεις. Μή, λοιπόν, παραβλέψεις τὰ δάκρυά μας, μὴν ἀηδιάσεις τὸ στεναγμό μας, μὴν ἀποστραφεῖς τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς μας, μὴ καταισχύνεις τὴν προσδοκία μας, ἀλλὰ ἀξίωσέ μας μὲ τὴ μεσιτεία σου νὰ ξαναβροῦμε τὸ ἀρχαῖο προπτωτικὸ κάλλος ἀποβάλλοντας τὴν ἀσχήμια τῶν παθῶν μας. Συνοδοιπόρησε μαζί μας στὴ γήϊνη πορεία μας, παραμύθησέ μας στὶς θλίψεις, θεράπευσε τὶς ἀσθένειές μας, λύτρωσέ μας ἀπὸ ἀδικίες καὶ συκοφαντίες. Παιδαγώγησε τὴ νεότητα, φύλαξέ μας τὶς αἰσθήσεις ἀπὸ τὶς προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ καὶ δῶσε μας καιρὸ μετανοίας.
.         Μὲ θάρρος, Παναγία μου, ἀπεθύνθηκε σὲ σένα καὶ ὁ ἀσκητὴς τοῦ ὁποίου πέθανε ὁ ὑποτακτικὸς ποὺ διαρκῶς ἔπεφτε σὲ ἁμαρτίες. Καὶ πέτυχε τοῦ ἐπιθυμητοῦ. Σὲ παρακάλεσε νὰ τοῦ φανερώσεις ποῦ βρίσκεται ἡ ψυχή του. Καὶ τοῦ τὸ ἔδειξες.
.         Μετὰ μερικὲς ἡμέρες ἦλθε σὲ ἔκσταση καὶ εἶδε τὸν ὑποτακτικό του ἀμίλητο νὰ βαστάζεται ἀπὸ δύο ἀγνώστους καὶ νὰ ἀγωνιᾶ. Λυπήθηκε πολὺ ὁ Γέροντας καὶ ἄρχισε ἐλεημοσύνες γιὰ τὴν ψυχή του καὶ μνημονεύσεις συνεχεῖς στὶς Θεῖες Λειτουργίες. Ταυτόχρονα κοπίαζε πολὺ στὴν ἄσκηση, στὴν ξηροφαγία καὶ στὶς μετάνοιες ὥσπου τοῦ παρουσιάσθηκε ἡ Παναγία καὶ τοῦ εἶπε:
-Γιατί λυπεῖσαι καὶ ἀδημονεῖς, Γέροντα;
.         Ὁ Γέροντας τῆς ἐξήγησε τὸ ὅραμα καὶ μὲ θάρρος ἀπὸ τὴν ἀνταπόκρισή της τὴν παρακάλεσε πιὸ θερμὰ νὰ μεσιτεύσει γιὰ τὴν ψυχή του.
.         Τὴν ἑπομένη ἡμέρα εἶδε πάλι τὸν ὑποτακτικό του νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν γελώντας καὶ νὰ τοῦ λέει:
-Οἱ πρεσβεῖες σου, Γέροντα, ἔκαμψαν τὴν Παναγία μας, γιατὶ σὲ ἀγαπάει ὑπερβολικά, καὶ παρακάλεσε τὸν Σωτήρα μας νὰ μοῦ λύσει τὰ δεσμά, ἀφοῦ ἤμουν περιφραγμένος μὲ τὰ σχοινιὰ τῶν ἁμαρτιῶν μου.
.         Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Γέροντας γέμισε ἀπὸ χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν Παναγία μας, τὴν ταχινὴ ἀρωγό μας, ἡ ὁποία ἀμέσως πάλι τοῦ παρουσιάσθηκε καὶ τὸν ρώτησε;
-Ἔλαβες πληροφορία, Γέροντα;
Καὶ ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε:
-Ναί, Δέσποινά μου, καὶ χάρηκα ποὺ τὸν εἶδα σὲ πλήρη ἄνεση. Καὶ ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε:
-Πήγαινε, καὶ νὰ θυμᾶσαι πάντοτε τὸν ὑποτακτικό σου μὲ προσευχές, ἐλεημοσύνες καὶ θεῖες λειτουργίες.
.         Τὸ θάρρος μας πρὸς τὴν Παναγία μας, θάρρος παιδιοῦ πρὸς μητέρα, ἂς τὸ χρησιμοποιοῦμε πάντοτε, ὄχι μόνο γιὰ ἐπίτευξη προσωπικῶν στόχων ἀλλὰ καὶ πρὸς ὠφέλεια ὅλων τῶν ἄλλων ποὺ μᾶς παρακαλοῦν νὰ εὐχόμαστε γιὰ αὐτούς, ἰδιαίτερα γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν θάρρος, δὲν ἔχουν παρρησία νὰ προσευχηθοῦν λόθῳ ἀκάθαρτης ζωῆς, γιὰ ὅλους, «τοὺς ἐντειλαμένους ἡμῖν εὔχεσθε ὑπὲρ αὐτῶν». Καὶ νὰ εἴμαστε κάτι περισσότερο ἀπὸ βέβαιοι ὅτι ἡ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας μας θὰ εἶναι ἄμεση.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, , ,

Σχολιάστε

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΡΑΓΕ ΑΞΙΟΙ ΝΑ ΥΠΟΔΕΧΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ; [Χάπι γιὰ τὸν πόνο τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός»] (Χαρ. Μπούσιας)

Εἴμαστε ἆραγε ἄξιοι
νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Χριστὸ
στὴν καρδιά μας;

Ἔχουμε ἆραγε τὴν πίστη, ἀγάπη καὶ ταπείνωση
τοῦ Ἑκατοντάρχου;

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Ὡς ἄνθρωποι ἀτελεῖς καὶ ἀδύναμοι ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἀτέλειας καὶ τῆς ἀδυναμίας μας, ὀφείλουμε νὰ ὁμολογοῦμε πάντοτε μὲ μεγάλο δέος τὴν ἀναξιότητα καὶ ἁμαρτωλότητά μας, ἀναγνωρίζοντας τὴν ἄφθαστη καὶ ἄρρητη τελειότητα τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ συνεχοῦς καὶ ἀτελεύτητου   λυτρωτικοῦ μας ἀγῶνος εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἀναξιότητάς μας, τὸ γκρέμισμα τῶν τειχῶν ποὺ συνήθως κτίζουμε, γιὰ νὰ δείξουμε στοὺς ἄλλους τὴ δύναμη καὶ τὴν ὑπεροχή μας. Αὐτὰ τὰ κτιστὰ τείχη μᾶς ἀποξενώνουν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἐμποδίζουν καὶ τὴν πραγματικὴ ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.
.           Τρεῖς ἀρετὲς ποὺ μᾶς μεταβάλλουν ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ παρόντος κόσμου σὲ ἀγγέλους τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἀρετὲς ποὺ ὀφείλει νὰ καλλιεργεῖ κάθε ἕνας ποὺ πιστεύει στὸν ταπεινὸ Ναζωραῖο, εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ταπείνωση. Μὲ τὴν ταπείνωση γνωρίζουμε καλὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ νιώθουμε ἐσωτερικὴ ἁρμονία. Μὲ τὴν ἀγάπη προσεγγίζουμε τοὺς ἀδελφούς μας καὶ ζοῦμε εἰρηνικὰ μαζί τους καὶ μὲ τὴν πίστη γνωρίζουμε καὶ συνδεόμαστε μὲ τὸν Θεό μας.
.           Οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς κοσμοῦσαν καὶ τὸν ἀνώνυμο Ἑκατόνταρχο τῆς Καπερναούμ, τοῦ ὁποίου ὁ Κύριος κατόπιν ἐπίμονης παρακλήσεώς του θεράπευσε τὸν δοῦλο. Ἦταν τὰ παράσημα ποὺ κοσμοῦσαν τὸ στῆθος του καὶ τὰ διαμάντια ποὺ αὐτὸς μᾶς παρουσιάζει καὶ μᾶς καλεῖ σὲ μίμησή του. Ὁ Ἑκατόνταρχος αὐτὸς ἦταν ὁ στρατιωτικός διοικητὴς τῆς Καπερναοὺμ καὶ ὅλης τῆς περιοχῆς. ῾Ως Ρωμαῖος ἀξιωματικὸς ἦταν φυσικά εἰδωλολάτρης. Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, δὲν πίστευε στὰ εἴδωλα, ἀλλὰ στὸν ἀληθινὸ Θεό, Αὐτὸν ποὺ εἶχε γνωρίσει ἀπὸ τοὺς ᾿Ισραηλίτες. Ἔτσι ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ἀνώτερος στὴν ἀγάπη, στὴν πίστη, καὶ στὴν ταπείνωση.
.           Οἱ περισσότεροι τῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἂν καὶ ἔβλεπαν σὲ καθημερινὴ βάση τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, καὶ μάλιστα οἱ ἄρχοντές τους, οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι, μιλοῦσαν περιφρονητικὰ γιὰ τὸ πρόσωπό Του καὶ τὸν ὀνόμαζαν, «υἱὸν τοῦ τέκτονος», παιδί τοῦ μαραγκοῦ, ἀνάξιο τιμῆς. Ὁ Ἑκατόνταρχος, ὅμως, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸν Χριστό, συγκρίνοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ ἄφθαστο ὕψος τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητος τοῦ Χριστοῦ, βλέπει ὅτι τεράστια εἶναι ἡ ἠθικὴ ἀπόσταση ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ Αὐτὸν καὶ ὁμολογεῖ δημοσίως, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος νὰ τὸν δεχθεῖ στὸ σπίτι του. Ἔτσι, ὁ Χριστός μας προγνωρίζοντας τὴν πίστη του δὲν τὸν προκαλεῖ νὰ τὴν ἐκφράσει ἔμπρακτα, ὅπως προκάλεσε σὲ παρόμοιο αἴτημά της τὴ Χαναναία.
.           Ὅταν ὁ Χριστός μας μετὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του ἦλθε στὴν Καπερναοὺμ τὸν πλησίασε αὐτὸς ὁ Ἑκατόνταρχος, λοχαγὸς δηλαδὴ τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ὅλη τότε ἡ Παλαιστίνη ἦταν κάτω ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία. Αὐτὸς ἐξουσίαζε καὶ διοικοῦσε ἑκατὸ ἄνδρες. ῾Η φήμη τοῦ Χριστοῦ μας ἐκείνη τὴν ἐποχὴ συνεχῶς μεγάλωνε. Τὸ πρόσωπό Του, ἡ διδασκαλία καὶ τὰ σημεῖα Του ἦταν  τὸ θέμα τῆς συζητήσεως ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ φυσικὰ καὶ τῶν ἐπισήμων τῆς Καπερναούμ. Ὁ Ἑκατόνταρχος θαυμάζοντας τὸν Κύριο καὶ πιστεύοντας σὲ Αὐτὸν τὸν πλησίασε καὶ ἀναγνωρίζοντας τὴν ἀνώτερότητά Του τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ θεραπεύσει τὸν παράλυτο δοῦλο. Τὸ ἀξίωμά του καὶ ὁ τρόπος τῆς παρακλήσεώς του δείχνουν ἄνθρωπο μὲ εὐγενικὴ ψυχή, καλοπροαίρετο καὶ δεκτικὸ τῆς ἀληθείας. Δυστυχῶς, ὅλοι οἱ ἐξουσιαστὲς ἀνθρώπων, εἴτε ὀλίγων εἴτε πολλῶν ἔχουν ὑπέρμετρη ἀλαζονεία. Ἔχουν καὶ ἐπιδεικνύουν τὴν ἀλαζονεία τῆς ἐξουσίας.
.           Τί παρακάλεσε τὸν Χριστὸ μὲ πίστη καὶ ταπείνωση ὁ Ἑκατόνταρχος; Μήπως τὸν παρακάλεσε γιὰ τὴν ὑγεία του, τὴν οἰκογένειά του, γιὰ τὰ παιδιά του ἢ τὰ συμφέροντα του; Ὄχι! Τὸν παρακάλεσε γιὰ τὸν δοῦλο του ποὺ ἦταν παράλυτος λέγοντας: «Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος». (Ματθ. η´ 6).
.           ῾Η λέξη παῖς ἐδῶ σημαίνει τόν δοῦλο καὶ ὁ δοῦλος ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στεροῦνταν τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα στὸν κόσμο, τὴν ἐλευθερία. Δὲν εἶχε κανένα ἀνθρώπινο δικαίωμα καὶ ἀποτελοῦσε περιουσία τοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος μποροῦσε ὅποια στιγμὴ ἤθελε νά τὸν πουλήσει ἤ νὰ τὸν σκοτώσει. Ἔτσι, βλέπουμε πολλὲς ἐπαναστάσεις τῶν δούλων ἐναντίον τῶν κυρίων τους γιὰ τὴ βάναυση συμπεριφορά τους ἢ ἀκόμη καὶ δραπετεύσεις. Ἡ καλοσύνη, ὅμως, τὴν Ἑκατοντάρχου, ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν δοῦλο του, ὁ ὁποῖος ἦταν ἔντιμος, ὅπως περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἑκατόνταρχος τὸν σεβόταν καὶ τὸν εἶχε νὰ μένει μαζί του στὸ σπίτι του, σὰν παιδί του πραγματικό. ᾿Ενδιαφερόταν καὶ συνέπασχε μαζί του, λὲς καὶ γνώριζε καὶ βίωνε τὴν ἀλήθεια ποὺ διακηρύττει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· «Οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ» (Γαλ. γ´ 28).
.           Καὶ ὁ Χριστὸς στὸ αἴτημα τοῦ Ἑκατοντάρχου καὶ βλέποντας ὅτι εἶχε πίστη φιλάδελφη, ταπεινὴ καὶ ἀκλόνητη, ἀπάντησε: «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν» (Ματθ. η´ 7), δείχνοντας τὴ διάθεση Του νὰ μεταβεῖ στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν δοῦλο του.
.           Καί τότε ἦταν ποὺ ἀκούσθηκε ἡ ἀπόκριση τοῦ Ἑκατοντάρχου: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου» (Ματθ. η´ 8). Ὡς ταπεινὴ ψυχὴ ταπεινώθηκε περισσότερο μπροστὰ στὴ συγκατάβαση τοῦ Χριστοῦ μας μέχρι τῆς ἐλαχιστότητός του καὶ στὸ ἐνδιαφέρον Του γι’ αὐτόν.
.           Τὴ φράση τοῦ Ἑκατοντάρχου ἐπαναλαμβάνει ὁ Ἅγιος ᾿Ιωάννης, ὁ Χρυσόστομος, στὴν κατανυκτικὴ εὐχὴ τῆς θείας Μεταλήψεως, ποὺ ἐκφράζει τὴ συντριβὴ καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ πιστοῦ, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται ἀνάξιος νὰ φιλοξενήσει στὴν καρδιά του τὸν Κύριο: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα, ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς». ῞Ολοι μας οἱ ἀγωνιζόμενοι γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς καὶ τὴ θέωση, ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἀναγνωρίζοντας τὴν τελειότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀτέλεια τῶν πράξεών μας ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθοῦμε τὴν προτροπή Του: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι Ἐγὼ Ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. α´ 16).
.           Ἀγαπητοί μου, ὁ Θεός μας ἔκανε τὸ χατίρι καὶ θεράπευσε τὸν δοῦλο τοῦ Ἑκατοντάρχου βλέποντας τὴν πίστη του, τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν ταπείνωσή του. Καὶ ἐμεῖς ἂς γνωρίζουμε ὅτι κάθε αἴτημά μας πρὸς τὸν Κύριο ἂν συνοδεύεται ἀπὸ ταπεινὸ φρόνημα, γνωρίζοντας τὴν ἀτέλεια καὶ ἀναξιότητά μας, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ: «ἕκαστος μὴ τὰ ἑαυτῶν σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἑτέρων» (Φιλιπ. β΄ 4), καθὼς καὶ ἀπὸ πίστη στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ μας, καθὼς εἶπεν ὁ Ἰώβ: «ἀδυνατεῖ δὲ τῷ Θεῷ οὐδὲν» (Ἰώβ Ι´, 13), τὸ αἴτημά μας θὰ γίνει ἀποδεκτό. Τὸ αἴτημά μας, ὅμως, ἂς συνοδεύεται ἀπὸ προσευχὴ καὶ δοξολογία Κυρίου.
.           Τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός,» δὲν πρέπει νὰ λείπει ἀπὸ τὰ χείλη μας, ἔλεγε ὁ Ὅσιος Γέροντας Παΐσιος καὶ συνέχιζε.
Ὅταν πονᾶτε, νὰ ἔχετε γιὰ χάπι τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός». Κι’ ἐμένα τίποτα ἄλλο δὲν μὲ πιάνει ὅταν πονάω, παρὰ μόνο ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεὸς» εἶναι ἀνώτερο καὶ ἀπὸ τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Ὁ πνευματικός του Γέροντας στὴν καλύβη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὁ χαριτωμένος Παπα- Τύχων, μὲ τὸν ὁποῖο συγχαίρει αἰώνια στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ὁ Ὅσιος Παΐσιος, ἔλεγε:
-Τὸ « Κύριε, ἐλέησον» ἔχει μισθὸ ἑκατὸ δραχμές, τὸ «δόξα Σοι, ὁ Θεός» ἔχει χίλιες δραχμές, εἶναι δηλαδὴ πολὺ πιὸ ἀρεστὸ στὸν Θεό μας.
.           Ἤθελε νὰ πεῖ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, δυστυχῶς, ζητάει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἀνάγκη, ἐνῶ Τὸν δοξολογεῖ ἀπὸ φιλότιμο. Καὶ αὐτὸ τὸ φιλότιμο ἐπιβραβεύει ὁ Θεός. Τοῦ δίνει μεγαλύτερη ἀξία. Καὶ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ φαίνεται μόνο στὶς ἀνάγκες καὶ στὶς δοκιμασίες, ἀλλὰ καὶ ὅταν αὐτὲς περάσουν. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὲς τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς τὶς ἐπιτρέπει ὁ φιλάνθρωπος καὶ γιατρὸς τῶν ψυχῶν μας καὶ παιδαγωγός μας Θεός, γιὰ σωφρονισμὸ καὶ θεραπεία μας, ἀφοῦ αὐτὲς εἶναι τὰ φάρμακα τῆς ψυχῆς.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

Σχολιάστε