Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΟΥΡΑΝΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ

 Δέκα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση
τοῦ σύγχρονου ἱεραποστόλου Εὐσεβίου Βίττη
(4 Νοεμβρίου 2009)

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

γέρ. Εὐσ. Βίτ.png.             Γιὰ τὰ πνευματικὰ ἀναστήματα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας μόνον ἐξ ἴσου ἅγια ἀναστήματα μποροῦν τὰ ὁμιλοῦν. Ἔτσι, γιὰ τὸν σύγχρονο Ἅγιο Ἱεραπόστολο τῆς Σουηδίας, τὸν μακαριστὸ Γέροντα Εὐσέβιο Βίττη, ποιός ἄλλος θὰ μποροῦσε νὰ γράψει, παρὰ ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Χαλκίδος, Νικόλαος Σελέντης; Αὐτὸς στὸ προσωπικό του ἡμερολόγιο, μὲ τὴν ζεστὴ φωνὴ τῆς προσευχητικῆς καρδιᾶς του γράφει πηγαῖα καὶ αὐθόρμητα, γιὰ τὸν τότε λαϊκό, νεαρὸ φοιτητή, Στέργιο: «Κύριε, φύλαξε τὸν Στέργιό μας!… Ὁ Στέργιος· Ἡ μεγάλη αὐτὴ ψυχὴ ποὺ γεννήθηκε γιὰ νὰ ἁγιάσει!..»
.             Ἡ οἰκοδομὴ τῆς ἀρετῆς τοῦ πλησίον ἦταν τὸ πρωταρχικὸ μέλημα τοῦ Γέροντος Εὐσεβίου. Μήπως αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ ἡ γενικὴ ἔννοια τῆς ἱεραποστολῆς; Ὁ Γέροντας δὲν περιοριζόταν μόνο στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τὸ κήρυγμα αὐτὸ τὸ συνόδευε σὲ ὅλη του τὴν ζωή, σὲ κάθε τόπο δράσεώς του, ἀπὸ πράξεις ἀγάπης, ἀφοῦ «πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» (Ἰακ. β´ 20). Αὐτὴ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη, ἡ ἐνεργὸς ἀγάπη, στηριζόμενη στὴν ζῶσά του πίστη καὶ τὴν βεβαία του ἐλπίδα γιὰ ἐπικράτηση τῆς ἀληθείας στὸν κόσμο καὶ δόξα τοῦ ὀνόματος τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ, διήνθιζε καὶ ὀμόρφαινε τὴν ζωὴ του. Μὲ ζέση σιγοτραγουδοῦσε τὸ ἐμβατήριο τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων:
Ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ,
νάτο τὸ μέγαλο σύνθημά μας,
ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ,
ἀπ’τὰ πρῶτα χρόνια ὡς τὰ στερνά μας.

Ὁ Γέροντας σώζει ψυχὴν ἐκ θανάτου.

.             Γέροντας Εὐσέβιος πάντοτε «ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι» (Ἰακ. α´ 19), ἔσπευδε νὰ βοηθήσει ὅλους τοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας καὶ κυρίως αὐτοὺς ποὺ τὸ ρεῦμα τῆς ἁμαρτίας θὰ τοὺς παρέσυσε στὸν ἀπέραντο ὠκεανὸ τῆς ψυχικῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Δὲν τὸ ἔπραττε ἀπὸ ἱερατικὴ ὑποχρέωση· τὸ ἔνοιωθε ὡς καθῆκον πρὸς μία ψυχὴ «ὑπὲρ ἧς Χριστὸς ἀπέθανε» (῾Ρωμ. ε´ 9), ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος μικρὸς ἢ μεγάλος, πλούσιος ἢ πτωχός, ἰσχυρὸς ἢ ἀδύναμος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μας κατὰ τὸν Ἀλεξανδρέα Κλήμη, ὁ ὁποῖος λέγει: «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον, τὸν Θεόν σου». Ἄλλωστε ὡς μελετητὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς βαθυνούστατος ὁ Γέροντας γνώριζε ὅτι «ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Ἰακ. ε´ 20).
.             Μιὰ ἑλληνοκυπρία βασανισμένη, διαζευγμένη μὲ ἕνα παιδί, βρέθηκε στὴν Σουηδία. Ἀλληλογραφοῦσε μὲ κάποιο συμπατριώτη της πού, ὅμως, δὲν τὸν γνώριζε προσωπικά. Αὐτὸς τὴν ἔφερε στὴν χώρα αὐτὴ τοῦ βορρᾶ ὑποσχόμενος ὅτι θὰ τὴν παντρευθεῖ. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ καὶ συναντήθηκε μαζί του διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος εἶχε τὴν διπλάσια ἀπὸ αὐτὴν ἡλικία καὶ ὅτι οἱ προθέσεις του γι’ αὐτὴν δὲν ἦσαν ἁγνές. Ἠθελε νὰ ἀνοίξει οἶκο ἀνοχῆς, γιὰ νὰ κερδίσει χρήματα, καὶ δὲν τὸν ἔμελλε οὔτε ὁ γάμος οὔτε ἡ ἀπώλεια τῶν ψυχῶν τῶν ἁμαρτανόντων. Τὴν καλοδέχθηκε καὶ μὲ ὄμορφο, ἀλλὰ δόλιο τρόπο ποὺ ἔκρυβε δηλητήριο, τὴν παρώτρυνε πρὸς τὴν ἁμαρτία.
.             Ξένη καὶ ἔρημη ἡ ταλαίπωρη ψυχὴ δὲν εὕρισκε κάπου νὰ ἀκουμπήσει. Ἔνοιωθε ἀδύναμη καὶ μόνη στὸν παγωμένο βορρᾶ. Ἔσφιγγε στὴν ἀγκαλιά της τὸ μικρὸ βλαστάρι της, τὴν μόνη ἐπὶ γῆς παρηγοριά της καί, εὐτυχῶς, ἔστρεφε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ ζητώντας τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια.
.             Στὴν ἀπελπισία της κατέφυγε στὸν ἱερέα τῆς ἑλληνικῆς παροικίας. Αὐτὸς τὴν κατεύθυνε στὸν Γέροντα Εὐσέβιο πού, ὅμως, βρισκόταν, τριακόσια χιλιόμετρα μακριά. Τοῦ ἔγραψε μία ἐπιστολὴ διεκτραγωδώντας τὴν κατάστασή της. Καὶ αὐτὸς δὲν ἔμεινε ἀδρανής. Δὲν παρέμεινε μόνο στὴν προσευχή, ἀλλὰ ἔστειλε ἀμέσως χρήματα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸν μαστροπὸ καὶ διεφθαρμένο ἐκεῖνον ἄνθρωπο, καὶ σὲ λίγες ἡμέρες κατέβηκε στὴ Στοκχόλμη νὰ τὴν συναντήσει. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐκεῖ πνευματικά του παιδιὰ ὁ Γέροντας ἐπιστράτευσε γιὰ τὴν ἐξεύρεση τῶν ἀναγκαίων πρὸς κάλυψη τῶν ἀναγκῶν καὶ τὴν ἄμεση ἀρωγή της. Τὴν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸν ἐπίβουλο ἄνθρωπο τῆς ψυχῆς της, τὴν σπούδασε καὶ τὴν ὁδήγησε σὲ ἔντιμο γάμο καὶ δημιουργία μιᾶς εὐλογημένης οἰκογένειας. Πῶς αὐτὴ νὰ μὴν ἦταν εὐγνώμων στὸν σωτήρα της, τὸν Γέροντα ποὺ μεριμνοῦσε γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα; Ἂς εἶναι αὐτὸ μικρὸ μνημόσυνο στὴν ἀγαπητική του καρδιά.

ΑΣΚΗΤΗΡΙΟΝ

Τὸ ἀσκητήριο τοῦ Γέροντος

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

,

Σχολιάστε

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΒΙΩΜΑ ΜΕΣΑ ἀπὸ ἕνα κατηχητικὸ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Χαρ. Μπούσιας)

Χριστιανικὸ βίωμα
μέσα ἀπὸ ἕνα κατηχητικὸ τραγούδι
 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             να ὄμορφο τραγούδι τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων μὲ θαυμάσιους στίχους, ὅλο νόημα, τραγούδι ποὺ ἐμπεριέχει τὴν ἔμπρακτη χριστιανικὴ ζωή, αὐτὴν μὲ τὴν ὁποία γνωρίζεται ὁ γνήσιος χριστιανὸς καὶ ἀπὸ τὴν ὁποία δοξάζεται ὁ Κύριός μας, λέει:
Χαρὰ στὰ μάτια ποὺ δακρύζουν
γιὰ κάποιον ἄλλον ποὺ πονᾶ,
γιατὶ τὰ μάτια αὐτὰ θὰ δοῦνε
τοῦ Παραδείσου τὰ ἀγαθά.
.             Εὐλογημένα εἶναι τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ποὺ δακρύζουν γιὰ τὸν πόνο τῶν ἄλλων, ποὺ τοὺς ἐγγίζουν τὰ βάσανα τῶν γύρω τους, ποὺ συμπάσχουν μὲ αὐτούς, συμμετέχουν στὸν πόνο καὶ στὶς θλίψεις τους, ποὺ «χαίρουν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίουν μετὰ κλαιόντων (῾Ρωμ. ιβ´ 15). Αὐτὲς οἱ εὐλογημένες ὑπάρξεις θὰ βραβευθοῦν ἀπὸ τὸν οὐράνιο Κριτὴ καὶ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἀπολαύσουν τοῦ Παραδείσου τὰ ἀγαθά, «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α´ Κορ. β´ 9).
.             Γιὰ νὰ δακρύσουν, ὅμως, τὰ μάτια μας, στὶς δυσκολίες τῶν συνανθρώπων μας πρέπει ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι σπλαγχνική. Γιὰ νὰ ἀναβλύσουν δάκρυα στὰ μάτια μας πρέπει νὰ ὑπάρχει μέσα μας μιὰ πηγή, ἡ πηγὴ τῆς συμπόνοιας, τῆς εὐσπλαγχνίας, αὐτῆς ποὺ εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Χωρὶς εὐσπλαγχνία οἱ πνεύμονές της δὲν λειτουργοῦν καὶ ἐπέρχεται ἐπώδυνος ὁ αἰώνιος θάνατος. Καὶ στὸ ὡραιότερο καὶ πιὸ θαλερὸ δάσος μὲ τὸ πλούσιο ὀξυγόνο ἂν βάλλουμε τὸν ἄσπλαγχνο, ἐκεῖνος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χαρεῖ, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπνεύσει, ἀφοῦ ἔχει κατεστραμένους τοὺς πνεύμονές του! Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι ὁ ἄσπλαγχνος καὶ τὶς ὀμορφιὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει, ἀφοῦ ὅλες οἱ ὀμορφιὲς στηρίζονται στὴν εὐσπλαγχνία καὶ τὶς ὀμορφιὲς θὰ στερηθεῖ τοῦ Παραδείσου, ἀφοῦ αὐτὲς ἔχουν δημιουργηθεῖ γιὰ τοὺς εὐσπλάγχνους ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς ἀγάπης.
.             Οἱ φτωχοὶ ἀλλὰ εὔσπλαγχνοι αὐτῆς τῆς ζωῆς θὰ εἶναι οἱ πρίγκηπες τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ πρίγκηπες σκληρόκαρδοι αὐτῆς τῆς ζωῆς θὰ εἶναι οἱ πάμφτωχοι τῆς ἄλλης, αὐτοὶ ποὺ δὲν θὰ τοὺς δοθεῖ τὸ εἰσιτήριο τῆς ἄλλης ζωῆς, ἀλλὰ τὸ εἰσιτήριο τοῦ διαρκοῦς θανάτου. Γνωστὴ εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ ἄσπλαγχνου πλουσίου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου.
.             Ἕνας σύγχρονος ποιητὴς γράφει ὅτι ἂν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄλλο στὴν κοινωνία τῶν προσώπων ποὺ ζοῦμε, τότε εἴμαστε κιόλας νεκροί, εἴμαστε ζωντανοὶ νεκροί. Ὁ ὁσιώτατος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης ἔλεγε: «Ὅσο κτυπάει ἡ καρδιά μου δὲν θὰ πάψω νὰ ἀγαπῶ. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη μοῦ δίνει ζωή. Ζῶ γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ νοιώθω ζωντανὸς ἐπειδὴ ἀγαπῶ». Ἂν θέλουμε ὅλοι μας νὰ λεγόμαστε ἄνθρωποι ὀφείλουμε νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς στὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου. Καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ ἄλλου περνάει μέσα ἀπὸ τὴν ἁπλοχεριὰ τὴν δική μας, ἀπὸ τὴν συμπόνοια μας, ἀπὸ τὴν εὐπλαγχνία μας. Καὶ αὐτή, ὅμως, ὅσο μεγάλη καὶ νὰ εἶναι, εἶναι ἐλάχιστη ἐμπρὸς στὴν εὐπλαγχνία τοῦ Θεοῦ μας. Ἔγραφε ἡ Γερόντισσα Μακρίνα τῆς Πορταριᾶς ὅτι, «ὅπως ἡ θάλασσα καὶ ὁ οὐρανὸς δέν ἔχουν τέλος, ἔτσι καὶ ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀτελείωτη. Καὶ ὅση εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ,τόση πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀτελείωτη, γιὰ νὰ ἔρθει καὶ τὸ ποθεινὸ εἰσιτήριο τοῦ Παραδείσου».
.             Ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἔλεγε ὅτι «ἡ εὐσπαλγχνία εἶναι ἀπέραντη δύναμη. Αὐτὴ μικραίνει τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν Θεό, ἀνάμεσα στὴν γῆ καὶ τὸν οὐρανό. Ἐκεῖ ὅπου πραγματοποιεῖται τὸ Εὐαγγέλιο, ἐκεῖ ἤδη ἐμφανίζεται ὁ Παράδεισος. Ὁ Θεός τίποτε δὲν ἀγαπάει τόσο, ὅσο τὴν εὐσπλαγχνία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ σπλαχνικὸς ἄνθρωπος μοιάζει μὲ τὸν Θεό. Ἡ εὐσπλαγχνία ἔχει θεϊκὴ καταγωγή, διότι, ἀπὸ τὸν Θεὸ γεννιέται, μὲ τὸν Θεὸ ἀναπτύσσεται καὶ μὲ τὸν Θεὸ ὡριμάζει. Χωρὶς εὐσπλαγχνία ὁ Θεὸς θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι Θεός, ὅπως καὶ ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ εἶναι Ἄνθρωπος».
.             Ἁπλὸ παράδειγμα εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ βλέπουμε στὸ χορτασμὸ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν μὲ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθεῖς. Διαβάζουμε στὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον ὅτι «ὁ Ἰησοῦς εἶδεν πολὺν ὄχλον καὶ «εὐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς» (Ματθ. ιδ´ 14)! Κατάλαβε ὁ Χριστός μας ὅτι πεινοῦσαν. Πῶς μποροῦσε νὰ τοὺς ἀφήσει νηστικούς, Αὐτὸς ποὺ διατρέφει τὰ σύμπαντα; Τοὺς σπλαγχνίσθηκε καὶ ἔκανε τὸ θαῦμα Του, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὅτι καὶ ἐμεῖς ὅταν σπλαγχνιζόμαστε τοὺς ἄλλους γίνεται μέγα θαῦμα μυστικὰ καὶ ὄχι μόνο πολλαπλασιάζουμε τὰ ἀγαθά μας, ἀλλὰ βλέπουμε καὶ τὸ εἰσιτήριο τοῦ Παραδείσου νὰ μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ πολυεύσπλαγχνου Θεοῦ μας.
.             Τὰ δάκρυα τώρα τῆς συμπόνοιας, ὅπως καὶ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας ἀποτελοῦν δῶρο Θεοῦ, ἀφοῦ ὑποδουλώνουν ὅτι προέρχονται ἀπὸ καρδιὰ δοσμένη ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό μας. Οἱ δικές μας καρδιές, ὅμως, δὲν τοῦ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ δοσμένες. Εἴμαστε δίψυχοι. Μᾶς ἀρέσει καὶ ὁ Θεός, μᾶς ἀρέσει καὶ ο μαμωνᾶς. Μᾶς ἀρέσει ἡ ἀρετή, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ ἁμαρτία. Μᾶς ἀρέσει ἡ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ τὸ κοσμικὸ φρόνημα. Λησμονοῦμε ὅτι, «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. ϛ´ 14, Λουκ. ιϛ´ 13). Ἔτσι, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ δῶρο τῶν δακρύων δὲν τὸ θέλουμε, τὸ ἀποφεύγουμε, γιατὶ ἡ καρδιά μας ἔχει σκληρύνει. Δὲν θέλουμε νὰ κλαῖμε, νὰ στενοχωριόμαστε, νὰ στερούμαστε γιὰ νὰ δίνουμε, νὰ δοκιμαζόμαστε. Ἔτσι, μάθαμε καὶ τὰ παιδιά μας, γι’ αὐτὸ τὰ ἔχουμε «μὴ στάξει καὶ μὴ βρέξει» καὶ δημιουργοῦμε ἄβουλα παιδιὰ καὶ εὐάλωτα στὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀπαιτητικά, ἀχόρταγα καὶ ἀχάριστα.
.              Συνεχίζει τὸ τραγούδι μας:
Χαρὰ στὸ στόμα ὅπου λέγει

λόγια παρήγορα, γλυκά,
γιατὶ τὸ στόμα αὐτὸ θὰ ψάλλει
μὲ τοὺς Ἀγγέλους: Ὠσαννά!
.             Εὐλογημένο εἶναι τὸ στόμα ποὺ λέει λόγια παρήγορα, γλυκά. Τὸ στόμα ἀποτελεῖ τὴν θύρα τῆς καρδιᾶς, εἶναι ὁ «ἐκπρόσωπος τύπου» της. Μᾶς λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ὅτι, «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ´ 34). Ὅ,τι ἔχει ἡ καρδιά, αὐτὸ θὰ πεῖ ἡ γλῶσσα. Αὐτὴ ἀποκαλύπτει τὸν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ καθενός μας. Ἂν σὲ μιὰ δεξαμενὴ ρίχνουμε συνεχῶς νερό, αὐτὴ γεμίζει μέχρι πάνω, καὶ ξεχειλίζει. Αὐτὸ ποὺ ξεχειλίζει, εἶναι τὸ περίσσευμα, καὶ αὐτὸ βγάζει τὸ στόμα. Ἂν στὴν δεξαμενὴ μέσα πέσει ἕνα φίδι ἁμαρτίας, κοσμικῆς ζωῆς, ἐμπάθειας, ἐγωϊσμοῦ, φιλοχρηματίας, φιλοπρωτίας, καὶ τὴν δηλητηριάσει τότε ὅλο τὸ νερὸ εἶναι ἀκατάλληλο καὶ φυσικὰ καὶ τὸ ξεχείλισμά της εἶναι δηλητηριασμένο. Ἂν στὴν δεξαμενὴ ρίξουμε λίγο ἁγιασμὸ καλῶν ἔργων, μετανοίας, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς, προσευχητικῆς διαθέσεως, τότε ἁγιάζεται ὅλη καὶ τὸ ξεχειλισμά της εἶναι ἁγιασμός, εἶναι «ὕδωρ ἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ´ 14).
.             Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἔχει στὴν ψυχή του πολύτιμο θησαυροφυλάκιο ἀγαθῶν σκέψεων καὶ συναισθημάτων, καὶ ἀπὸ τὸν ἀγαθὸ αὐτὸ θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του βγάζει καλωσύνη, λόγια καὶ πράξεις ἀγαθές. Ἐνῶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κακὸ θησαυρὸ τῆς καρδιᾶς του βγάζει κακότητα. Ἔτσι, τὸ στόμα μας μιλάει ἀπὸ τὸ περίσσευμα καὶ τὸ ξεχείλισμα τῆς καρδιᾶς μας μὲ ἀποτέλεσμα, ὅταν συμβουλεύουμε τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς συμβουλεύουμε ἀνάλογα μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε στὴν κρυμμένο μέσα της. Καὶ ἂν δὲν ἔχουμε διορθώσει τὸν ἑαυτό μας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουμε ὁδηγοὶ ὠφέλιμοι σὲ αὐτούς; Μᾶς τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Καθαρθῆναι πρῶτον καὶ εἶτα καθάραι, φωτισθῆναι καὶ εἶτα φωτίσαι, ἐγγίσαι Θεῷ καὶ προσαγαγεῖν ἄλλους». Πρῶτα θὰ καθαρισθοῦμε, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ καθαρίσουμε καὶ τοὺς ἄλλους, πρῶτα τὰ φωτισθοῦμε καὶ ἔπειτα θὰ φωτίσουμε, πρῶτα ἐμεῖς θὰ προσεγγίσουμε τὸν Θεό μας καὶ ἔπειτα θὰ ὁδηγήσουμε σὲ Αὐτὸν καὶ ἄλλους.
.             Λέγει πάλιν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω, ἀλλὰ εἴ τις ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας» (Ἐφεσ. δ´ 29). Νὰ μὴν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας λόγος ἄσχημος, ἀλλὰ καλός, γιὰ νὰ οἰκοδομοῦμε μὲ αὐτὸν ψυχές.
.             Εὐλογημένο, λοιπόν, εἶναι τὸ στόμα ποὺ λέει λόγια παρήγορα, λόγια ἀγάπης, λόγια παραμυθίας, λόγια οἰκοδομῆς. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη νὰ ἀκούσουμε τέτοια λόγια, γιατὶ ὅλοι σηκώνουμε τὸν προσωπικό μας σταυρό. Μᾶς προστρέπει σὲ αὐτὸ πάλιν ὁ Παῦλος λέγοντας: «Παραμυθεῖσθε τοὺς ὀλιγοψύχους» (Α´ Θεσ. ε´ 14), γιὰ νὰ συνεχίσει: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως, ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν, εἰς τὸ δύνασθαι ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ τῆς παρακλήσεως ἧς παρακαλούμεθα αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ» (Β´ Κορ. α´ 3-4).
.             Εὐλογητὸς ἂς εἶναι, μᾶς λέει, ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ φιλεύσπλαγχνος Πατέρας καὶ Θεὸς κάθε παρηγορίας, ὁ ὁποῖος μᾶς παρηγορεῖ σὲ κάθε μας θλίψη, ὥστε νὰ μποροῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ παρηγοροῦμε ἄλλους σὲ ὁποιανδήποτε θλίψη τους, μὲ τὴν παρηγοριά, μὲ τὴν ὁποία ἐμεῖς οἱ ἴδιοι παρηγορούμεθα ἀπὸ τὸν Θεό.
.                 Ὁ Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης, ὁ σύγχρονος ὅσιος ἱεραπόστολος, ὡς γνήσιος δοῦλος Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτος ἐκφραστὴς τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὰ παραστρατημένα παιδιὰ ἦταν ἄμεση. Ὡς πνευματικὸς δὲν ἔβαζε ἐπιτίμιο. Τὸ «ἐγὼ φταίω» εἶχε ἀντικαταστήσει μέσα του τὸ «φταῖς»! Πάντα ἔρριχνε στὸν ἑαυτό του τὸ φταίξιμο. «Ἄν ἐμεῖς εἴμαστε καλύτεροι, δὲν θὰ ἔπεφταν στὴν ἁμαρτία οἱ ἄλλοι», ἔλεγε. «Ἂν ἐμεῖς τοὺς ρίχναμε τὸ σωσίβιο τῆς ἀγάπης, θὰ τοὺς σώζαμε πρὶν καταποντισθοῦν στὸν βυθὸ τῆς ἁμαρτίας. Ἔπεσαν οἱ ἄλλοι στὴν ἁμαρτία ἀπὸ δική μας ἀμέλεια». Βλέπετε, ὁ Γέροντας, βίωνε μέσα του τὴν εὐθύνη τῶν ψυχῶν, βίωνε τὴν ἱεραποστολή, βίωνε τὴν φιλαδελφία. Ἔτρεχε νὰ σώσει ψυχὲς καὶ ὄχι νὰ δικάσει, μιμούμενος τὸν ἀρχηγό μας καὶ τελειωτὴ Ἰησοῦ ποὺ ἔλεγε: «Οὐκ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἔτρεχε νὰ προλάβει, γιὰ νὰ μὴν κλάψει ἀργότερα ὡς «γλαὺξ θρηνωδοῦσα ἐπὶ τῶν ἐπειπίων»κατὰ τὴ ρήση τοῦ μεγάλου μας Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ἄλλωστε, ποιός εἶναι ἀναμάρτητος; Αὐτὸς τοῦ ἀναθέματος τὸν «λίθον βαλέτω» (Ἰωάν. η´ 7). Ὁ Γέροντας ἦταν ὄχι μόνο μιμητής, ἀλλὰ καὶ ὁμότροπος τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, στὸν Ναὸ τοῦ ὁποίου ἐξομολογοῦσε, στὸ Σιδηρόκαστρο. Θυμόταν ὅτι τὴν Ριζάρειο Σχολὴ, ὅπου ἐκεῖνος ἦταν Διευθυντής, ἐπέβαλε στὸν ἑαυτό του τὸ ἐπιτίμιο ποὺ ἅρμοζε στὸν ἄτακτο μαθητὴ μὲ τὴν ἀνάρμοστη συμπεριφορά. Καὶ μὲ τὴν πράξη του αὐτὴ τὸν κέρδισε.
.              Συνεχίζει στὸν ἑπόμενο στίχο τὸ τραγούδι:
Xαρά στὰ χέρια ὅπου ντύνουν
μικρὰ παιδιὰ καὶ ὀρφανά,
γιατὶ τὰ χέρια αὐτὰ θα γίνουν
φτερά, γιὰ νὰ πετοῦν ψηλά.
.             Ἐδῶ τὸ τραγούδι μᾶς προτρέπει στὴν ἔμπρακτη ἱεραποστολή. Μᾶς λέει ὅτι εἶναι σίγουρο, ὅτι μέσα ἀπὸ τὶς ἀγαθὲς πράξεις, τὶς πράξεις ἀγάπης γνωρίζει κανεὶς τὸν Θεό μας καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν γνωσιολογικὴ θεωρία: «Θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου δηλαδή, θρησκεία καθαρὴ καὶ ἀμόλυντος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι νὰ ἐπισκέπτεται κανεὶς ὀρφανοὺς καὶ χῆρες στὴν θλίψη τους καὶ νὰ τηρεῖ τὸν ἑαυτό του ἄσπιλο ἀπὸ τὸν κόσμο, δηλαδὴ τὸ κοσμικὸ φρόνημα» (Ἰακ. α´ 27). Ὁ Θεὸς μᾶς θέλει ἀλληλέγγυους καὶ μακαρίζει τὰ χέρια ποὺ προσφέρουν, ποὺ ντύνουν γυμνούς, ποὺ στεγάζουν ἀστέγους, ποὺ δίνουν χαρὰ σὲ φτωχὰ παιδιά, σὲ ὀρφανά, σὲ ἐμπερίστατα. Νὰ μὴν λέμε ὅτι δὲν ἔχουμε πολλά, γιὰ νὰ δώσουμε. Ὅσο δίνουμε τόσο περισσότερα μᾶς δίνει ὁ Θεός μας. Ὅχι μόνο δὲν θὰ στερηθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀποταμιεύσουμε στὰ ταμεῖα τοῦ οὐρανοῦ. Λησμονοῦμε ὅτι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ῥωμ. η´ 28); Μὲ ἄλλα λόγια: Δῶσε καὶ ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσει. Ἐὰν ὁ Θεὸς σὲ ἔκανε μούσκεμα μὲ τὴν βροχή Του, ὁ ἴδιος καὶ θὰ σὲ στεγνώσει μὲ τὸν ἥλιο Του, ὅπως λέει καὶ μιὰ Σλοβένικη παροιμία. Ὁ Χριστός μας ποὺ μεριμνᾶ γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα, δὲν θὰ μεριμνήσει καὶ γιὰ τοὺς ἐλεήμονες; Καὶ ἂν περάσουμε ἀπὸ κάποιο μικρὸ πειρασμὸ θὰ ποῦμε ὅτι ἦταν νεφύδριο καὶ ἔφυγε. Ὁ Θεὸς δίνει «σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν» (Α´ Κορ. ι´ 13 ). Γιατί, λοιπόν, νὰ θλιβόμαστε, γιατὶ νὰ ἀποθαρρυνόμαστε; Ἡ προσευχή μας θὰ μᾶς γεμίσει χαρά, ἀφοῦ ὁ Χριστός μας εἶναι ἡ ἴδια ἡ χαρά. Μὴν λησμονοῦμε ὅτι «ὅποιος ἔχει θλίψη, ὁ Χριστὸς τοῦ λύπει».
.             Σύγχρονο παράδειγμα ὀρφανοτρόφου ἔχουμε τὴν Γερόντισσα Ἀμφιλοχία, ἢ ὅπως πολλοὶ τὴν ξέρουν Μαρίκα Κουφάκη, ποὺ ἀναλώθηκε στὴν ὑπηρεσία τῶν ὀρφανῶν τῶν Χανίων. Τὰ ὀρφανὰ αὐτὰ τὴν λάτρευαν σὰν μητέρα τους, τὴν φώναζαν «Μανούλα», γιατὶ ἡ ἀγάπη της ἦταν μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν πολλῶν μητέρων, ἦταν, ὅπως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας μας, καὶ δὲν σταματοῦσε μὲ τὴν ἐνηλικίωση τῶν ὀρφανῶν, ἀλλὰ συνέχιζε μὲ τὴν οἰκογενειακή τους ἀποκατάσταση καὶ τὸ ἄγρυπνο ἐνδιαφέρον της γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα ζωή τους.
.             Τὸ πνευματικὸ βάθος τῆς Γερόντισσας φάνηκε, ὅταν κάποτε αὐτὴ ἀνθρώπινα ἀγανάκτησε, γιατὶ εἶδε ἀκαταστασία στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ποὺ ἡ ἴδια εἶχε κτίσει, καὶ ἀναστατώθηκε. Τότε τῆς παρουσιάσθηκε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ὁ Ἅγιος ποὺ πολὺ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν κακότητα τῶν ἀνθρώπων στὴ ζωή του, ἀλλὰ οὐδέποτε ἀγανάκτησε, ἀλλὰ μὲ τὴν προσευχὴ ἔλυνε ὅλα τὰ προβλήματα, καὶ τὴν ἐνδυνάμωσε πνευματικὰ λέγοντας; Παράβλεπε! «Εἰ δ’ ἀγανακτεῖς καὶ σαυτὸν λυπεῖς καὶ τὸ φέρον σὲ φέρει», ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι.
.             Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τότε τὸ σύνθημα ποὺ ἐφάρμοζε πάντοτε στὴν ζωή της ἡ Γερόντισσα ἦταν τὸ «Συγχώρει καὶ προχώρει»!
Καὶ τελειώνει τὸ τραγούδι μὲ τὸν ὑπέροχο στίχο:
Χαρὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἀνοίγει
τὴν πόρτα στὸν περαστικό,
γιατὶ ἡ πόρτα αὐτὴ ἀνοίγει
στὴν Παναγιὰ καὶ στὸν Χριστό.
.             Μία ἀπὸ τὶς μεγάλες χαρὲς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ χαρὰ τῆς φιλοξενίας. Εὐλογημένο, λοιπόν, τὸ σπίτι ποὺ ἔχει τὴν πόρτα του ἀνοικτὴ στοὺς περαστικούς. Μοιάζει μὲ τὸ σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητέρας τοῦ Εὐαγγελιστῆ Μάρκου καὶ ἀδελφῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα στὰ Ἱεροσόλυμα. Εἶναι τὸ σπίτι στὸ ὁποῖο ἔγινε ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος καὶ ἡ Πεντηκοστή. Εἶναι τὸ σπίτι καταφύγιο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὸ ὁποῖο ἔτρεξε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὅταν λύθηκαν τὰ δεσμά του καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν φυλακή.
.             Ἡ φιλοξενία λογιζόταν ὡς ἀρετὴ ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, ἂν καὶ δὲν εἶχαν γνωρίσει τὰ μηνύματα τοῦ Χριστοῦ. Λογιζόταν πράξη χρέους καὶ ἀρετῆς. Μάλιστα δέ, καθιέρωσαν ὡς προστάτη τῶν ξένων τὸν «πατέρα τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, τὸν Δία, δίνοντάς του καὶ τὸ προσωνύμιο Ξένιος Ζεύς. Ὁποιαδήποτε ἀσέβεια ἢ ἀπρεπὴς συμπεριφορὰ πρὸς τοὺς ξένους λογιζόταν ὕβρις πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Δία. Γνώριζαν ὅτι μέσα ἀπὸ τὸν ἱερὸ δεσμὸ τῆς φιλοξενίας ἀναπτύσσονται ὄχι μόνο ἀδελφικὲς σχέσεις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου προσλαμβάνει τὴν θεία καὶ ἀληθινή  της ἀποστολή.  Μὲ τὴν φιλοξενία ἀποδίδεται  ὁ ἐπιβαλλόμενος σεβασμὸς καὶ  ἡ δέουσα τιμὴ  στὸν κάθε συνάνθρωπό μας, ἀκόμη καὶ στὴν περίοδο ἑνὸς πολέμου. Ἡ ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας εἶναι τόσο μεγάλης ἀξίας, ὥστε στὴν βυζαντινὴ ἁγιογραφία ἡ Ἁγία Τριάδα μας νὰ ἀπεικονίζεται μὲ τὴν Φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ στοὺς τρεῖς ξένους ἀγγέλους κάτω ἀπὸ τὴν Δρὺ τὴν Μαμβρῆ, οἱ ὁποῖοι ἄγγελοι προτυπώνουν τὰ τρία Πρόσωπα τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ.
.             Τὴν ὕψιστη ἀξία τῆς φιλοξενίας ἐπισημαίνει ἐμφαντικὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς στὴν ἀναφορά του γιὰ τὴν μέλλουσα κρίση, ὅπου παρουσιάζει τὸν ἑαυτό του ξένο, τὸν ὁποῖο οἱ εὐλογημένοι τὸν πῆραν στὸ σπίτι τους, ἐνῶ οἱ καταραμένοι ὄχι. Ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με» ἢ «ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με» (Ματθ. κε´ 31-35).
.             Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινούμενος καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει καὶ παραγγέλει στοὺς Ρωμαίους: «Ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες» (Ρωμ. ιβ´ 9-13). Καὶ στοὺς Ἑβραίους γράφει χαρακτηριστικά: «Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε·  διὰ ταύτης γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους» (Ἑβρ. ιγ´ 1-2). Ἄλλωστε καὶ ὁ Ἀριμαθαίας Ἰωσὴφ τὴν φιλοξενία ἐπιδιώκοντας καὶ τὴν τιμὴ στοὺς νεκροὺς ἔσπευσε νὰ καθικετεύσει τὸν Πιλάτο νὰ τοῦ δώσει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Πολὺ συγκινητικὸ εἶναι τὸ τροπάριο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ποίημα τοῦ 13ου αἰῶνος τοῦ Γεωργίου Ἀκροπολίτου στηριζόμενο σὲ παλαιότερο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, μὲ τὴν ἱκεσία του: «Δός μοι τοῦτον τὸν Ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξενον, ὅστις οἶδε ξενίζειν τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον…».
.             Ἔχοντες ἔμβλημα τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ξένους ξένιζε, μὴ ξένος γένῃ Θεοῦ», ἂς ἐμβαθύνουμε καὶ ἂς βιώσουμε μὲ πνεῦμα ταπεινώσεως, καταλλαγῆς καὶ φιλοξενίας στὰ πρόσωπα τῶν συνανθρώπων μας τοὺς στίχους τοῦ τραγουδιοῦ, γιὰ νὰ τύχουμε καὶ ἐμεῖς φιλοξενίας στὴν οὐράνια Βασιλεία.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ τοῦ ΣΤΑΥΡΟΥ καὶ ὁ ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ τῆς ΒΙΤΣΑΣ

Ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ καὶ ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος τῆς Βίτσας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .              Τὸν καιρὸ τῆς πνευματικῆς δράσεως τοῦ Γέροντος Ἰακώβου τῆς Βίτσας, τοῦ Ἁγίου τοῦ Ζαγορίου, τοῦ διδασκάλου τοῦ Ὁσίου Παϊσίου, (1870-1960), στὸ γειτονικὸ Μονοδένδρι εἶχε ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ μετὰ ἀπὸ πολυετῆ ἐπιτυχῆ ἀποδημία ἕνας χωριανός, ποὺ μαζὶ μὲ τὰ χρήματα ἔφερε στὸν τόπο του καὶ τὸ μικρόβιο τοῦ πνευματισμοῦ. Ἐκεῖ στὸ ἐξωτερικὸ εἶχε παρασυρθεῖ ὁ δύστυχος καὶ εἶχε ἐμπλακεῖ στὰ δίχτυα τοῦ πνευματισμοῦ, ποὺ εἶναι δαιμονικὴ ἐπιχείρηση καμουφλαρισμένη. Αὐτὴ ἔχει στηθεῖ ἀπὸ τὸν πολυμήχανο ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὸν καταστροφέα τῶν ψυχῶν, τὸν διάβολο. Παρουσιάζεται σὰν μιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι δαίμονες μεταμορφωμένοι, ἀφοῦ αὐτοὶ ἔχουν τὴ ἱκανότητα νὰ μετασχηματίζονται ἀκόμη καὶ σὲ φωτόμορφους Ἀγγέλους, ὅπως μᾶς λέει καὶ ὁ μέγας Παῦλος (Β΄ Κορ. ια΄ 14), γιὰ νὰ παρασύρουν ψυχὲς στὴν ἀπώλεια. Πνευματισμὸς σημαίνει καθαρὰ δαιμονισμός. Στὶς ἡμέρες μας αὐτὴ ἡ ἠθοποιΐα ἔχει χιλιάδες θύματα. Τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὰ πνεύματα τῆς κακίας, ὑποδύονται διάφορους ρόλους καὶ κάνουν παιχνίδια τους ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μαζί τούς.
.           Ὁ πνευματιστὴς τοῦ Μονοδενδρίου ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τοῦ Ἔθνους μας, ὄχι ὅμως μὲ τὴν εὐσέβεια ἐκείνων. Εἶχε ἐπιστρέψει ὡς Δούρειος τῶν πνευματιστῶν Ἵππος προβάλλοντας τὰ πλούτη του καὶ ἀπομακρύνοντας τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ποίμνη. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος βλέποντάς τον ὡς λύκο νὰ τοῦ κατασπαράσσει τὰ πρόβατα προσπάθησε νὰ τὸν νουθετήσει πρῶτα κατ’ ἰδίαν καὶ ἔπειτα δημόσια. Δὲν πέτυχε, ὅμως, τίποτα καὶ ὡς ἀντιμίσθιο ἔλαβε τὴν ὑπεροπτικὴ καὶ περιφρονητικὴ στάση του. Δὲν τοῦ ἔμενε τίποτα ἄλλο, παρὰ νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ κάθε του προσπάθεια ἐνθυμούμενος τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τίτ. γ΄ 10). Σταμάτησε νὰ τὸν νουθετεῖ, ἐπέμενε, ὅμως, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτόν, ποὺ τὸν εἶχε στὴν ἀγκαλιά του ὁ πονηρὸς καὶ μισάνθρωπος διάβολος.
.           Γνωστὸ στοὺς πνευματιστικοὺς κύκλους εἶναι τὸ φαινόμενο τῶν «στοιχειωμένων σπιτιῶν», ὅπου συμ­βαίνουν παράδοξα, ἐξωφρενικὰ καὶ ἀνησυχητικὰ φαι­νόμενα καὶ γεγονότα. Ἄλλοτε πάλι ἐξαφανίζονται ἢ μετακινοῦνται ἀντικείμενα, ἀκούονται ἐνοχλητικοὶ θόρυβοι ἢ συμβαίνουν παραδοξότητες μέσα στὸ σπίτι καὶ «δαιμονικά πράγματα», ὅπως τὰ χαρακτηρίζει ἠ λαϊκὴ σοφία.
.           Ἕνα πρωϊνὸ ὁ πνευματιστὴς ξυπνώντας εἶδε μὲ ἔκπληξη ὅλα τὰ ὑπάρχοντα τοῦ σπιτιοῦ του πεταγμένα στὸ δρόμο. Ὁ πονηρὸς εἶχε ἀρχίσει τὴ δράση του. Εἶδε ὁ πνευματιστὴς τὸ σπίτι του νὰ ἔχει ἐντελῶς ἀδειάσει. Μὲ μεγάλο κόπο ἐπανέφερε τὰ ἀντικείμενα στὴ θέση του, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ συμβὰν ἐπαναλαμβανόταν συνέχεια καὶ τὰ ἑπόμενα πρωϊνά. Ἦταν, βλέπετε, δαιμονικὴ ἐνέργεια! Στὴν ἀμηχανία του, ἂν καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ περιμένει, ἀφοῦ ὅλες του οἱ ἐνέργειες γίνονταν μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν πονηρῶν πνευμάτων, οἱ συγχωριανοί του τοῦ πρότειναν νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν πατέρα Ἰάκωβο. Αὐτὸς μόλις τὸν εἶδε, τοῦ εἶπε νὰ ἀλλάξει ἀφεντικό, ἀφοῦ αὐτὸς ποὺ τὸν ὑπηρετεῖ ἐργάζεται τὴ συμφορὰ καὶ τὸ κακό μας. Τὸν συμβούλευσε νὰ χαράξει μὲ κιμωλία ἀπὸ ἕνα σταυρὸ σὲ κάθε ἀντικείμενο, γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ ὁ πονηρὸς νὰ τὸ μετακινεῖ. Ὁ πνευματιστὴς δέχθηκε καὶ χάραξε σταυροὺς στὰ εἴδη τοῦ νοικοκυριοῦ του. Ὄχι, ὅμως, σὲ ὅλα. Τὸ ἄλλο πρωϊνὸ ὅσα ἀντικείμενα εἶχαν σταυρὸ παρέμειναν στὶς θέσεις τους. Ὅσα δὲν εἶχαν βρέθηκαν πάλι στὸ δρόμο. Τὸν Σταυρὸ τὸν φοβᾶται ὁ πονηρὸς καὶ δὲν τὸν πλησιάζει, ἀφοῦ εἶναι τῶν «δαιμόνων τὸ τραῦμα» κατὰ τὸν ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας μας.
.           Μὲ χάραγμα ἑνὸς κύκλου γύρω του μέσα στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ καὶ μὲ τὴ σημείωση τοῦ τύπου τοῦ τιμίου Σταυροῦ κατόρθωσε ἀργότερα νὰ πατάξει τοὺς δαίμονες, ποὺ τοῦ παρουσιάσθηκαν σὰν σκορπιοί, καὶ ὁ συνονόματος τοῦ πατρὸς Ἰακώβου, ἐπίσης θαυμαστὸς Γέροντας Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὁ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, στὴν Εὔβοια. Μὲ τὸν ὕμνο: «Συντριβήτωσαν ὑπὸ τὴν σημείωσιν τοῦ τύπου τοῦ τιμίου Σταυροῦ Σου πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις», κατόρθωσε νὰ ἀπομονώσει καὶ εὐσεβὴς Χριστιανὸς τὰ σμήνη ἀπὸ σφῆκες ποὺ ἐπέδραμον τὴν ὥρα ποὺ ἐκεῖνος ἔψαλλε τὸν Ἑσπερινό. Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν πιστεύσουμε ὅτι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας παραλύει τὴ δύναμη τοῦ διαβόλου; Γιὰ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοφρονοῦντες Χριστιανοὺς τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ εἶναι τὸ σημεῖο τῆς νίκης, τὸ σημεῖο τῆς ἐπιτυχημένης πορείας στὸ δρόμο τῆς ἐπίγειας διαδρομῆς μας. Καὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ κατορθώνουμε καὶ ἀπωθοῦμε μακριὰ τὴν δύναμη τοῦ πονηροῦ.
.           Τὸ θαῦμα αὐτὸ τοῦ Σταυροῦ συγκλόνισε τὸν πνευματιστὴ τοῦ Μονοδενδρίου, ὅμως, μόνο ἐπιδερμικά, ἀφοῦ δὲν θέλησε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ καὶ νὰ δεχθεῖ νὰ μπεῖ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸν εἶχε κερδίσει, ἀλλοίμονο, ὁ μισάνθρωπος, «ὁ κοσμοκράτωρ τοῦ σκότους» (Ἐφ. ϛ΄ 12) τοῦ αἰῶνος τούτου, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν τὰ λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρὸς» (Ψαλμ. ΛΓ´[33], 22).

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ ποὺ μᾶς ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ στὴν ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

 

Οἱ εὐεργεσίες ποὺ μᾶς παρέχουν
οἱ Παρακλήσεις στὴν Παναγία μας.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Αὔγουστος εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας μας, τῆς μεγάλης μας μητέρας, τῆς ἄγρυπνης μεσίτριάς μας πρὸς τὸν γλυκύτατο Υἱό της καὶ Θεό μας, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ. Ἀπὸ τὴν Πρωταυγουστιὰ μέχρι τὸν Δεκαπενταύγουστο κάθε ἀπόγευμα ἐναλλὰξ ψάλλουμε τὸν Μικρὸ καὶ τὸν Μεγάλο Παρακλητικὸ Κανόνα μὲ μεγάλη κατάνυξη καὶ μὲ μοναδικὴ προσέλευση πιστῶν. Οἱ Παρακλητικοὶ αὐτοὶ Κανόνες ἀποτελοῦν τὶς προσφιλέστερες ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ Μικρὴ Παράκληση εἶναι σύνθεση ἀνωνύμου μοναχοῦ, ἴσως τοῦ Θεοστηρίκτου, ἴσως τοῦ Θεοφάνους. Πιθανὸν νὰ πρόκειται καὶ περὶ τοῦ ἰδίου προσώπου μετονομασθένος κατὰ τὴν μοναχικὴ κουρά. Ἡ Μεγάλη Παράκληση ἀποτελεῖ ποίημα τοῦ Δούκα Θεοδώρου τοῦ Β΄ τοῦ Λασκάρεως, Βασιλέως τῆς Νικαίας, ὁ ὁποῖος ἔζησε στὰ μέσα τοῦ 13ου αἰῶνος. Τὸ περιεχόμενο καὶ τῶν δύο Παρακλήσεων εἶναι ἱκετευτικό, μᾶς συγκινεῖ ἀφάνταστα, μᾶς διδάσκει καὶ μᾶς προτρέπει σὲ καθε δυσκολία τῆς ζωῆς μας νὰ καταφεύγουμε μὲ θάρρος καὶ ἐμπιστοσύνη στὴν Παναγιά μας, γιὰ νὰ βρίσκουμε κοντά της παρηγοριὰ καὶ νὰ παίρνουμε δύναμη γιὰ τὴν ἀνηφορικὴ πορεία τῆς ζωῆς μας. Ἄπειρες εἶναι οἱ εὐεργεσίες ποὺ δεχόμαστε ἀπὸ τὶς Παρακλήσεις αὐτές. Εὐεργεσίες πνευματικὲς καὶ σωματικές. Διατηρούμαστε σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητός μας καὶ προσπαθοῦμε μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας μας νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, ἰδίως αὐτὸ τὸ διάστημα τοῦ θέρους, ὅπου ὅλοι κάνουμε διακοπές, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν κάνει καὶ εἶναι ἑτοιμοπόλεμος, ἔχει τὴν φαρέτρα του γεμάτη γιὰ νὰ μᾶς τρώσει μὲ τὰ φαρμακερά του βέλη, καὶ νὰ μᾶς θανατώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν παρακαλοῦμε τὴν Παναγιά μας μόνο γιὰ σωματικὴ ρώμη καὶ ὑγεία, ἀλλά, καὶ τὸ κυριότερο γιὰ ἀποφυγὴ πειρασμῶν, πτώσεων πνευματικῶν καὶ γιὰ ὑπόδειξη τοῦ δρόμου ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν σωτηρία. Καὶ ἡ παράκληση δὲν μένει χωρὶς εὐχαριστία. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 18) μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Τὴν ἀχαριστία τὴν μισεῖ καὶ ὁ Θεός. Αὐτὴ μᾶς πληγώνει, ὅπως πλήγωσε καὶ τὸν θεραπευτὴ Κύριό μας ἡ ἀχαριστία τῶν ἐννέα λεπρῶν ἀπὸ τοὺς δέκα ποὺ καθάρισε, γι’ αὐτὸ καὶ ρώτησε μὲ ἐπιδεικτικὴ ἀπορία: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν, οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» (Λουκ. ιζ΄ 17).
.           Σὲ ἕνα ὄμορφο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος ψάλλουμε: «Τί σοὶ δῶρον προσάξω, τῆς εὐχαριστίας ἀνθ᾽ ὧνπερ ἀπήλαυσα, τῶν σῶν δωρημάτων, καί τῆς σῆς ἀμέτρητου χρηστότητος; Τοιγαροῦν δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, σοῦ τὴν ἄμετρον πρός με συμπάθειαν».
.           Ποιό δῶρο μπορῶ νὰ σοῦ προσφέρω, Παναγία μου, τῆς φωνάζει ὁ καθένας μας, ὡς εὐχαριστία γιὰ ἐκεῖνα ποὺ μοῦ χαρίζεις καθημερινὰ καὶ ἀπολαμβάνω, τόσο γιὰ τὰ δωρήματά σου πρὸς τὴν ἀναξιότητά μου ὅσο καὶ γιὰ τὴν ἀμέτρητη ἠθικότητά σου, ἡ ὁποία εἶναι πυξίδα στὴν ζωή μου, καὶ μὲ τὴν ὁποία γίνεσαι πρότυπο καὶ ὑπόδειγμα ζωῆς; Γι’ αὐτὸ δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω τὴν ἀπερίγραπτη πρὸς ἐμένα συμπάθειά σου.
Ὁ ἑνικὸς δὲν πρέπει νὰ ταυτισθεῖ μὲ προσωπικὴ ἱκεσία, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖται ἐπειδὴ ἡ παράκληση βγαίνει ἀπὸ τὴν καρδιὰ κάθε χριστιανοῦ, ἀποτελεῖ προσωπικὴ παράκληση τοῦ καθενός μας πρὸς τὴν μεγάλη μητέρα μας, ἡ ὁποία, ὅπως κάθε μητέρα, ὅσες φορὲς καὶ νὰ ἀκούσει τὴν προσφώνησή μας «μάνα» θὰ συγκινηθεῖ καὶ δὲν θὰ πεῖ «τί μὲ φωνάζεις, βαρέθηκα νὰ σὲ ἀκούω»!
.           Ἡ Παναγία μας, ἡ μητέρα μας, δὲν μᾶς βοηθάει συμφεροντολογικά, ἐνεργεῖ πάντοτε ἀπὸ γνήσια ἀγάπη βλέποντας τὸ συμφέρον μας καὶ προφυλάσσοντάς μας ἀπὸ κινδύνους ποὺ ἐμεῖς δὲν ἀντιλαμβανόμαστε, δὲν γνωρίζουμε. Τὸ συμφέρον δὲν εἶναι μόνο ὑλικὸ εἶναι καὶ πνευματικό, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ περισσότερα τροπάρια ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκζήτηση τῆς ὑγείας, τῆς δυνάμεως, τῆς προκοπῆς, τῆς εὐτεκνίας, ζητοῦν πρώτιστα τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν μὲ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ. Τὸ συμφέρον τῆς Παναγίας μας εἶναι τὸ συμφέρον τὸ δικό μας, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ χειραγωγός μας πρὸς τὴν σωτηρία. Μᾶς βοηθάει ὅλους ἀνεξαιρέτως, ὅπως ὁ πολυεύσπλαγχνος Υἱός της βοηθάει ὅλους βρέχοντας ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους, ἀνατέλλοντας τὸν ἥλιο ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς. Μᾶς τὸ λέει καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. ε΄ 45).
.           «Τί σοὶ δῶρον προσάξω», λοιπόν, τῆς λέμε. Δὲν μποροῦμε τίποτα νὰ σοῦ προσφέρουμε, γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε τὰ καλά, τὶς εὐεργεσίες, ποὺ μᾶς ἔχεις κάνει καὶ ποὺ μᾶς κάνεις καθημερινά. Τί μποροῦμε νὰ σοῦ προσφέρουμε ἀντάλλαγμα γιὰ τὸ ὅτι ἤσουν τόσο καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη καὶ ἔφθασες σὲ τέτοιο πνευματικὸ ὕψος, ὥστε νὰ γίνεις ἡ Μητέρα Θεοῦ καὶ νὰ θεώσεις μὲ τὴν προσφορά σου αὐτὴ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος; Δὲν μποροῦμε νὰ προσφέρουμε τίποτα, ἀφοῦ, ὅπως λέμε καὶ στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας «ἰσαρίθμους τῆ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Κύριε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον». Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ προσφέρουμε στὴν Παναγία μας εἶναι νὰ τὴν δοξάζουμε, νὰ τὴν ὑμνολογοῦμε, καὶ νὰ τὴν μεγαλύνουμε.
.           Δὲν ἔχουν τοποθετηθεῖ τυχαία μὲ αὐτὴν τὴν σειρὰ τὰ ρήματα, δοξάζω, ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω, οὔτε εἶναι ταυτόσημα. Στὸ τροπάριο αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ρῆμα ἀργό, ἀφοῦ κάθε ἕνα ἔχει τὸ νόημά του καὶ δὲν μῆκε ἔτσι, γιὰ νὰ γεμίζει ὁ στίχος.
.           Ἡ ὑποχρέωση τοῦ καθενός μας, τοῦ κάθε Χριστιανοῦ εἶναι ὁ εὐαγγελισμὸς ἑαυτοῦ καὶ ἀλλήλων, ἡ φώτιση τοῦ κόσμου μὲ τὴν ἁγία ζωή μας καὶ τὴν κήρυξη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑποχρέωση ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ὑμνεῖ τὴν Θεοτόκο καὶ νὰ τὴν μεγαλύνει, γι’ αὐτὸ ἔχουμε μετὰ τὸ δοξάζω, τὰ ρήματα ἀνυμνῶ καὶ μεγαλύνω, εἰδάλλως ἂν ὁ ἴδιος δὲν πράττω ὀρθά, τότε μὲ τὰ χείλη μόνο ὑμνῶ καὶ ὄχι μὲ τὴν καρδιά, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει τὶς πράξεις καὶ τὴν ζωντανὴ πίστη, ἡ ὁποία φέρνει τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν ὀρθοπραξία. Λέγει ὁ Κύριος: «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσι μὲ τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ματθ. ιε΄ 3)· ὁ λαὸς αὐτὸς μὲ τὰ χείλη μὲ τιμᾶ, ἀλλὴ ἡ καρδιά του ἀπέχει μακριὰ ἀπὸ ἐμένα. Ἔτσι, στὴν ἀντίθετη πλευρὰ ὅποιος Χριστιανὸς δὲν ἔχει συνέπεια βίου, δὲν ἔχει ὀρθοπραξία γίνεται αἰτία σκανδαλισμοῦ καὶ βλασφημήσεως τοῦ Θεοῦ μας. Δὲν τοῦ λέμε καθημερινὰ στὴν Κυριακὴ Προσευχή, «Κύριε, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου»; Αὐτὸ τὸ «ἁγιασθήτω» σημαίνει τὴν μεγάλυνση καὶ δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὶς πράξεις μας.
.           Τὸ δοξάζω τοῦ τροπαρίου σημαίνει ὅτι πρέπει πρῶτα νὰ κάνουμε ἔργο εὐαγγελισμοῦ, καὶ αὐτὸ ξεκινάει πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, καὶ ταυτόχρονα καὶ ἔπειτα συνεχίζει μὲ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν ἄλλων. Στὴν φράση ὑμνολογῶ καὶ μεγαλύνω ἡ λέξη ὑμνολογῶ κάνει λόγο γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ λέξη μεγαλύνω κάνει λόγο γιὰ τὴν ἰδιωτικὴ προσευχὴ καὶ τὸ κήρυγμα.
.           Ἡ λέξη «τοιγαροῦν» δηλώνει ταπείνωση στὴν Παναγία μας, ὅτι, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐγὼ σὲ δοξάζω, ἐπειδὴ εἶμαι ἀνάξιος νὰ σοῦ προσφέρω κάτι. Αὐτὸ ποὺ μπορῶ, ποὺ πρέπει, ποὺ ποθεῖς ὡς δῶρο, Παναγιά μου, εἶναι ὁ ἑαυτός μου.
.           Ἡ τιμὴ ποὺ ἀποδίδει ὁ κάθε Χριστιανὸς στὴν Θεοτόκο γιὰ τὴν βοήθεια ποὺ ἐκείνη μᾶς παρέχει δὲν βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας, ἀλλὰ προσωπικὰ ἀπὸ τὸν καθένα μας μὲ τὴν συνετή, τὴν ἁγία ζωή μας, μὲ τὴν μίμησή της, ἡ ὁποία ἀποβαίνει ἐν τέλει στὸν Θεό μας, ὅπως ἡ μίμηση Παύλου ἀπέβαινε στὸν Θεό. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. (Α Κορ. ια΄ 1).
.           Πνευματικὰ αἰτήματα ἀπευθύνουμε στὴν Παναγία μας καὶ μὲ τὸ παρακάτω τροπάριο μὲ τὴν ἀ­κρά­δαν­τη βεβαιότητα ὅτι «δὲν θὰ πα­ρί­δῃ τὴν πε­νι­χρὰν δέ­η­σίν μας, τὸν κλαυθ­μὸν καὶ τὰ δά­κρυ­α καὶ τοὺς στεναγμούς μας, ἀλ­λὰ θὰ ἐκπλη­ρώ­σει τὶς αἰ­τή­σεις μας», γιὰ νὰ τὴν δοξάζουμε με­τὰ πό­θου πάν­το­τε.
.           Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί σου καὶ ἐπίσκεψαι τὴν κάκωσιν ἣν ἔχω καὶ δεινῶν συμφορῶν καὶ βλάβης καὶ κινδύνων καὶ πειρασμῶν με λύτρωσαι, ἀμετρήτῳ σου ἐλέει.
.           Ἐδῶ ὁ Χριστιανὸς ἐκζητεῖ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, γιατὶ δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ τελειωθεῖ, ἂν δὲν ἀπαλλαγεῖ ἐντελῶς καὶ ἀπὸ τὸ παραμικρὸ σκουπιδάκι ποὺ βρίσκεται μέσα σὲ αὐτήν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὴν μολύνει. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἕνα μικρὸ ρῆγμα μπορεῖ νὰ βουλιάξει καὶ τὸ μεγαλύτερο καράβι. Ἂν δὲν ἐξαφανισθεῖ καὶ ἡ παραμικρὴ εἰσροὴ σὲ αὐτὸ ὑδάτων ἢ ἡ παραμικρὴ ὕπαρξη ὑδάτων, ποὺ ἐδῶ καταγράφεται μὲ τὴν φράση «κάκωσιν ἣν έχω», ὑδάτων προερχομένων ἀπὸ τὸ πέλαγος τοῦ κόσμου τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφευχθεῖ τὸ ναυάγιο, ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ ἐπέλθει πλήρης τελειότητα στὸν καθένα μας, ἂν ὁ νοῦς ἀποσπᾶται, δὲν ὑπάρχει φυλακὴ τῶν πέντε αἰσθήσεων καὶ ἰδίως ἂν ἡ ὅρασή μας δὲν εἶναι καθαρή, γιατὶ ὁ κοσμικὸς καταρράκτης τὴν ἔχει θολώσει.
.           Ὁ Θεός μας, ἀγαπητοί μου, κατέβηκε στὴν γῆ, ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό. Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀποζητάει νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, τότε ἀπὸ τὴν μία κρατάει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι δεμένος σὰν μὲ ἁλυσίδα ἀπὸ τὸ πόδι, ἡ ὁποία εἶναι καρφωμένη στὴν Γῆ. Ἐδῶ ἔχουμε ξανὰ παράκληση, ὥστε ἡ Θεοτόκος μὲ τὸν ἐλεήμονα ὀφθαλμό της, «ἱλέῳ ὄμματί σου», ὁ ὁποῖος μὲ τὴν φώτιση καὶ τὴν πληροφορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ δεῖ καὶ τὴν παραμικρὴ κάκωση ποὺ ἔχουμε, δηλαδὴ τὴν κάκωση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν ὁποία βρισκόμαστε. Ζητάει νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ, ὥστε νὰ καθαρθεῖ ἐντελῶς, διότι ἂν ὑπάρχει κάτι στὴν καρδιά μας αὐτὸ γίνεται αἰτία, ὥστε νὰ ὑπάρξουν φοβερὲς συμφορές, νὰ ὑπάρξουν πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς νικήσουν ἂν χαλαρὰ ἀγωνιζόμαστε, ἀφοῦ ὁ Διάβολος ἔχει τὰ κατάλληλα σχέδια γιὰ τὸν κάθε ἕνα μας, καὶ γιὰ τοὺς ἀρχάριους καὶ γιὰ τοὺς προχωρημένους.

Ἡ Παναγία καταφυγή μας

.           Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ καταφυγή μας στὶς δυσκολίες, τὸ ἐξιλαστήριό μας. Σὲ κάθε δύσκολη περίσταση ὅλοι μας καταφεύγουμε στὴν χάρη της μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ τὶς ἐπαναλαμβάνουμε ὁλόθερμα τὸ Τροπάριο τοῦ Παρακλητικοῦ της Κανόνος:
.           Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην, ἁγνή, ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι, ποῦ πορευθῶ; Ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν, ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν,
ποίαν ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι καὶ ἐπὶ σὲ θαῤῥῶν κατέφυγον.
.           Στὴν ζωὴ τῆς Παναγίας μας, συναντοῦμε δυὸ μοναδικὲς ὑπερβάσεις. Σ’ αὐτὲς βλέπουμε νὰ ξεπερνῶνται οἱ νόμοι τῆς φύσεως καὶ νὰ λειτουργοῦν οἱ ἔκτακτοι νόμοι τοῦ θαύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκστατικὸς ὁ ποιητὴς τῆς Ἀκολουθίας τῆς Μεταστάσεώς της γράφει: «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε Ἄχραντε». Αὐτὲς οἱ δύο ὑπερβάσεις ἀποτελοῦν καὶ τὰ μεγαλεῖα τῆς Παναγίας μας, ἀποτελοῦν τὰ παράδοξα μὲ τὰ ὁποῖα στόλισε ὁ Θεάνθρωπος Υἱός της τὴν ταπεινὴ καὶ πάναγνη Κόρη τῆς Ναζαρέτ.
.           Στὴν ἐνάτη ὠδὴ τοῦ Κανόνος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τῆς ὁποίας προαναφέραμε τοὺς πρώτους στίχους, συνοψίζονται καὶ οἱ δύο ὑπερβάσεις τῆς φύσεως στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Λέει αὐτὸ:
.           Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ Τόκον παρθένος καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε,τὴν κληρονομίαν σου,  δηλαδή, Παρθένε ἄχραντε, νικήθηκαν στὸ πρόσωπό σου οἱ φυσικοὶ νόμοι, γι’ αὐτό, ἐσύ, ποὺ μετὰ τὸν τοκετό του παρένειμες παρθένος καὶ μετὰ τὸν θάνατό σου ζεῖς αἰώνια ἂς σώζεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὴν κληρονομία σου, ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος μας.
.           Πῶς ὅμως ἡ Θεοτόκος μπορεῖ νὰ σώζει μὲ τὶς πρεσβεῖες της τὸ γένος μας; Ἀγαπητοί μου, ὅπως ὑπάρχουν στὰ Μοναστήρια μας ἀκοίμητες κανδῆλες, ἔτσι ὑπάρχει καὶ στὰ διαμερίσματα τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἀκοίμητη κανδήλα τῆς Θεοτόκου μας. Αὐτὴ δὲν κοιμᾶται· εἶναι ἀκοίμητη κανδήλα πρεσβειῶν πρὸς τὸ Μονογενῆ της. Μᾶς τὸ τονίζει ἄλλωστε καὶ τὸ Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς της: «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον». Ἡ Παναγία μας βρίσκεται πάντοτε σὲ κατάσταση ἑτοιμότητος. Περιμένει νὰ μεταφέρει τὶς ἱκεσίες μας στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας. Καὶ οἱ πρεσβεῖες της ἀποτελοῦν τὴν καλύτερη προστασία μας.
.           Ἡ Παναγία μας εἶναι τῶν Χριστιανῶν ἡ προστάτις. Καὶ τοῦτο γιατὶ ὅλοι μας αἰσθανόμαστε ἀδύνατοι. Προστασία ζητάει τὸ κράτος ἀπὸ τὶς μεγάλες δυνάμεις, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς γελιέται. Προστασία ζητάει ἡ οἰκογένεια ἀπὸ τὸ κράτος, ἀλλὰ τὶς περισσότερες φορὲς μάταια. Προστασία ζητοῦν οἱ πολίτες ἀπὸ τοὺς νόμους, ποὺ ὅμως πολλὲς φορὲς μεροληπτοῦν. Προστασία ζητάει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του, ἀλλὰ ἀπογοητεύεται. Προστασία ζητᾶμε ὅλοι μας ἐπίσης ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ποὺ ὅμως αὐτὰ ἀκολουθοῦν τὸν αἰώνιο νόμο τους ἀμίληκτα. Ποιός, λοιπόν, μπορεῖ νὰ προστατεύσει ὅλους μας καὶ μάλιστα μὲ βεβαιότητα, μὲ σιγουριά; Ὀξὺ τὸ πρόβλημα τῆς προστασίας, ἀφοῦ ὅλοι μας κατὰ καιροὺς αἰσθανόμαστε ἀπροστάτευτοι. Ἀπροστάτευτοι ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ στὶς ἀρρώστιες μας, στοὺς σεισμούς, στοὺς κυκλῶνες, στοὺς κεραυνούς, στοὺς πειρασμοὺς τῆς ζωῆς. Κινδυνεύουμε σωματικὰ καὶ πνευματικά. Μοιάζουμε σὰν νὰ βρισκόμαστε στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ μετώπου, ὅπου οἱ σφαῖρες πέφτουν βροχὴ γύρω μας καὶ ἐμεῖς παραμένουμε ἀκάλυπτοι. Θέλουμε κάλυψη, θέλουμε προστασία, θέλουμε σκέπη. Αὐτὴ τὴν κάλυψη μᾶς τὴν προσφέρει ἡ Παναγία. Δίκαια λοιπὸν ὁ ὑμνογράφος τὴν ὀνομάζει «Προστασίαν τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντον». Μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς θλίψεις ἡ Παναγία μας, μᾶς μετασχηματίζει τὸν πόνο σὲ χαρά, μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, μᾶς διασφαλίζει ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα. Τὸ γνωρίζουμε αὐτὸ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ, γι’ αὐτὸ καὶ τὴν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς σώσει: «Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων» τῆς λέμε. Μπορεῖ ἡ Παναγία μας νὰ μᾶς λυτρώσει. Ἔχει τὸν τρόπο της νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν μετάνοια, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀνεβοῦμε τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ φθάσουμε στὴν ἀπάθεια. Ἔχει τὴν δύναμη μὲ τὴν μητρική της παρρησία νὰ κατευνάσει τὴν ὀργὴ τοῦ Υἱοῦ της καὶ Θεοῦ μας, ὥστε νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ ὑπερνικήσει τὸ ἔλεός Του τὴν δίκαιη Κρίση Του. Ἄλλωστε «ἀφοῦ «κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως» (Ἰάκ. β΄ 13) καὶ θέλει ὁ Θεός μας «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4 ) εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἂν ἀγωνισθοῦμε νόμιμα καὶ ἀδιάκοπα τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου μας μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας θὰ μᾶς καλύπτει μέχρι ποὺ θὰ βρεθοῦμε κοντά της, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ οὐρανοῦ, «ἃ ἡτοίμασε Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄ 9).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, , , ,

Σχολιάστε

AΝΟΙΞΗ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Δὲν ὑπάρχει σταυρὸς χωρὶς ἀνάσταση, ὅπως δὲν ὑπάρχει χειμώνας χωρὶς ἄνοιξη.
.         Ἄνοιξη καὶ Ἀνάσταση εἶναι ἔννοιες ταυτόσημες. Δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴν μία καὶ νὰ ἀπορρίψουμε τὴν ἄλλη.
.         Δὲν ὑπάρχει ἐτήσιος χρόνος χωρὶς χειμώνα καὶ ἄνοιξη καὶ δὲν ὑπάρχει θάνατος χωρὶς ἀνάσταση. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον βέβαιο γεγονὸς καὶ ὁ καθένας μας γνωρίζει πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἐπέλθει καὶ στὸν ἴδιο. Τὸν ἐπέτρεψε ὁ Θεός, «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται» καὶ προηγεῖται τῆς ἀναστάσεως, ὅπως ὁ χειμώνας προηγεῖται τῆς ἀνοίξεως.
.         Ἡ ἄνοιξη εἶναι χαρά. Ἡ ζωὴ εἶναι χαρά. Μιὰ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἐρχομό της. Μιὰ χαρὰ ποὺ κινεῖται μὲ τοὺς δικούς της νόμους, τοὺς θεϊκοὺς νόμους, ἔξω ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης σκοπιμότητας.
.         Ἡ ἄνοιξη δὲν λογαριάζει πόλεμο οὔτε καταστροφή, οὔτε οἰκονομικὴ κρίση, οὔτε πτώχευση. Εἶναι ἡ βασιλικὴ ἔκφραση τῆς χάρης τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ στὸ αὐτονομημένο, ἀχάριστο καὶ γεμάτο μὲ ἐγωϊσμὸ πλάσμα Του. Χωρὶς αὐτὴν τὴν χάρη θὰ βασίλευε ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἡ ἀνυπαρξία μας. Καὶ ἡ ἀνάσταση γίνεται σὲ πλούσιους καὶ πτωχούς, σὲ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς δημιουργίας, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους.
.         Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἐξάπαντος θὰ συντελεσθεῖ, ὅπως συντελεῖται ὁ ἐρχομὸς τῆς ἀνοίξεως μὲ τὸ τέλος τοῦ χειμώνα. ῾Η σάλπιγγα τοῦ ᾿Αγγέλου ὁπωσδήποτε, θὰ ἠχήσει (Ἀποκ. ια΄ 15-18).᾿Εκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει σημασία γιὰ ἐμᾶς εἶναι νὰ ἔχουμε ἐργασθεῖ κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς βιοτή μας, γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μας, ὥστε ἡ ἀνάστασή μας νὰ μὴν γίνει «εἰς κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ματθ. κε΄ 46).
Καλὴν Ἀνάστασιν!

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΨΥΧΩΜΕΝΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ στὸν ΓΟΛΓΟΘΑ τῆς ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΜΑΣ Μητροπολίτης Γρεβενῶν, Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης -[1]

Ὁ Ψυχωμένος Ἱερομάρτυς
στὸν Γολγοθᾶ τῆς Μακεδονίας μας
Μητροπολίτης Γρεβενῶν,
Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης 

ὑπὸ Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια
Μεγάλου Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας        

Ἔκδοσις Ἑνώσεως Πολυτέκνων Ἀθηνῶν
Ἀθῆναι 2019

Μέρος Α´, σελ. 6-13

.                 Σὲ ὅλη τὴν ἔνδοξη ἑλληνικὴ ἱστορία οἱ λειτουργοὶ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου κάθε βαθμίδος σφράγισαν τὶς σελίδες της μὲ τὸ ἡρωϊκό τους αἷμα. Τὰ ματωμένα ράσα μὲ τὸ ἀλύγιστο φρόνημά τους πρωτοστάτησαν στοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἀγῶνες ἀναπτερώνοντας τὶς ἐλπίδες τῶν Ἑλλήνων καὶ πυργώνοντας τὰ ὄνειρά τους.
.                 Οἱ λεβεντόψυχοι ἱεράρχες, ἀρχιμανδρίτες, ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ μὲ τὰ κηρύγματά τους στήριξαν ψυχές, παρηγόρησαν, ἔθρεψαν. Ἔδωσαν τὸ μεγάλο παράδειγμα τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς ἀνδρείας. Χωρὶς νὰ φείδονται κόπου, ἐθελοντικὰ τὶς πιὸ πολλὲς φορές, συντόνισαν τοὺς ἀγῶνες, ἔφθασαν στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ πυρὸς μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ πεθάνουν, ὅπως τόσοι ἄλλοι πρὶν ἀπὸ αὐτούς, καὶ πότισαν μὲ τὸ αἷμα τους τὸ δένδρο τῆς λευτεριᾶς, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουμε ὅλοι ἐμεῖς τοὺς καρπούς του. Ἡ παρουσία τῶν ἱερωμένων στὰ μέτωπα τῶν τελευταίων ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ἀγώνων ἐμψύχωνε τοὺς γενναίους ἀγωνιστές. Αὐτοὶ τοὺς ἐνέπνεαν μὲ τὸν πύρινο λόγο τους, τοὺς δυνάμωναν μὲ τὴν μετάδοση τῶν ἱερῶν μυστήριων, τοὺς εὐλογοῦσαν, τοὺς ἁγίαζαν, γλύκαιναν τοὺς πόνους τῶν πληγωμένων τους, συμμετεῖχαν στίς κακουχίες τους.
.                 Πολὺ μεγάλη μορφὴ στὸν Μακεδονικὸ ἀγῶνα, συντονιστὴς καὶ ὁμολογητὴς πίστεως, ὁ Μητροπολίτης Καστοριᾶς, Γερμανὸς Καραβαγγέλης, λάμπρυνε τὸ νοητὸ στερέωμα τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Τὴν ἴδια αἴγλη ἐξέπεμπε καὶ ὁ ἱερομάρτυς Μητροπολίτης Γρεβενῶν, Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης, ὁ προάγγελος τῆς λευτεριᾶς τῆς Μακεδονίας μας. Αὐτοὶ οἱ δύο σέρνουν τὸν ἡρωϊκὸ χορὸ πλήθους ἄλλων ἱερωμένων κάθε βαθμίδος ποὺ θυσίασαν τὴν ζωή τους γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία. Τέτοιοι μάρτυρες ὑπῆρξαν καὶ οἱ τρεῖς φονευθέντες ἱερεῖς στὰ Σέρβια, τοὺς ὁποίους ὁ στρατός μας κατὰ τὴν εἴσοδό του ἐκεῖ βρῆκε μέσα στὴν λάσπη τῶν δρόμων. Ἄλλο σφάγιο κατὰ τὴν εἰσβολὴ τῶν Βουλγάρων στὴν Μακεδονία μας τὸ 1913 εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ἐλευθερουπόλεως Γερμανὸς Σακελλαρίδης, ὁ ὁποῖος «ἀντέδρασε ἐῤῥωμένως καὶ ἡρωϊκῶς εἰς τὰ σχέδιά των περὶ καταλήψεως τῆς Μακεδονίας»
.                 Ἂς εἶναι εὐλογητὸς ὁ Θεὸς, ποὺ προικοδότησε τὸ Ἔθνος μας μὲ μιὰ Ἐκκλησία ζωντανή, ὀρθόδοξη, μητρικὴ καὶ πρόθυμη νὰ μοιράζεται μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες τους. Εἶναι ἡ ἴδια ποὺ ἀπὸ τὸ 1453 μέχρι τὸ 1821, θέριεψε στὰ στήθη τῶν ὑποδούλων τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα· εἶναι ἡ ἴδια ποὺ μὲ τὴν ἀκατάλυτη δύναμή της ἔστησε τρόπαια στὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα, στοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, στὸν Πρῶτο καὶ Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στὸ Κυπριακὸ ἔπος τοῦ 1955-59 καὶ ποὺ μέχρι σήμερα στηρίζει τὸν λαὸ μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη. Εἶναι ἡ ἴδια ποὺ προμαχεῖ τῶν παραδόσεων τοῦ Ἔθνους μας, ποὺ μάχεται γιὰ τὴν ἰδιοπροσωπία μας, ἀντιστεκόμενη στὸν νεοβαρβαρισμό, στὴν ἀθεΐα, στὸν σκοταδισμό, στὴν ἐπιβολὴ ξενόφερτων ἠθῶν καὶ ἐθίμων, στὴν παραχάραξη τῆς ἱστορίας μας. Ἀναγνωρίζοντας τὶς προσπάθειές της τῆς ἀπονέμουμε τὸν ὀφειλόμενο σεβασμὸ καὶ προβάλλουμε τὶς ἡρωϊκές της μορφὲς μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ μείνει γιὰ πάντα τροφὸς καὶ μητέρα τοῦ λαοῦ, ἀπροσμάχητη δύναμη καὶ ἀδιάψευστη ἀπαντοχή μας. Ἄλλωστε αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὁ ἴδιος ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς «παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνας» καθὼς λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος.

Ἡ Μακεδονία εἶναι Ἑλληνική

.                 «Ἔστι μὲν οὖν Ἑλλὰς καὶ ἡ Μακεδονία»   διακηρύττει μὲ παρρησία ὁ γεωγράφος, ἱστορικὸς καὶ φιλόσοφος Στράβων. Ἡ Μακεδονία ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια εἶναι ἑλληνική. Τὸ μαρτυροῦν ἀναρίθμητα μνημεῖα μὲ ἑλληνικὲς ἐπιγραφές. Τὸ μαρτυροῦν τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα τῶν κατοίκων της, ὅπως Ἀλέξανδρος, Φίλιππος, Ὀλυμπιάδα. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ συμμετοχὴ τῶν Μακεδόνων στοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, ὅπου γίνονταν δεκτοὶ μόνον Ἕλληνες. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ κοινὴ μὲ τοὺς ὑπολοίπους Ἕλληνες λατρεία τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στὰ Θεσσαλικὰ σύνορα μὲ τὴν Μακεδονία. Τὸ μαρτυροῦν οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς Μακεδόνες ἀποδέκτες, τοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ τοὺς Φιλιππησίους, ποὺ εἶναι γραμμένες στὰ ἑλληνικά. «Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων;».

.                 Στὸν χῶρο τῆς Μακεδονίας τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος μεγαλούργησε διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ ἑρμήνευσε μὲ τὴν λεπτότητα τοῦ πνεύματός του τὶς ὑψηλὲς διδασκαλίες τῶν φιλοσόφων του, τὶς ὁποῖες ἀπὸ ἐκεῖ διέδωσε καὶ μεταλαμπάδευσε σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ χῶρος τῆς Μακεδονίας εἶναι συνδεδεμένος ἄρρηκτα μὲ τὴν δράση τοῦ Φιλίππου καὶ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, οἱ ὁποῖοι κατόρθωσαν τὸ ἀκατόρθωτο ὑλοποιώντας τὸ μεγαλόπνοο σχέδιό τους γιὰ τὴν πολιτιστικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἑνότητα τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου. Βεργίνα, Δίον, Πέλλα, Ἀμφίπολις καὶ τόσα ἄλλα ἀπομεινάρια τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὶς ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς μαρτυροῦν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.

.                 Στὴν Θεσσαλονίκη ἔδρασαν μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες τοῦ Βυζαντίου, ὅπως ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοποι τῆς πόλεως, καὶ σὲ αὐτὴν γεννήθηκαν οἱ Ἅγιοι Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, οἱ ἱεραπόστολοι καὶ φωτιστὲς τῶν Σλάβων. Στὴν Καστοριὰ ἐντυπωσιάζουν οἱ ὑπέροχοι Βυζαντινοὶ Ναοὶ μὲ τὶς τοιχογραφίες τους, ὅπως καὶ στὶς Πρέσπες καὶ στὴν Ἀχρίδα, ὅπου τὰ ὀνόματα τῶν εἰκονιζομένων μορφῶν εἶναι γραμμένα στὴν ἑλληνίδα γραφή. Καὶ ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας μας «οἱ λίθοι κεκράξονται».

Ἡ ἐναντίον τῆς Μακεδονίας ἐπιβουλή

.             Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἐδέσποζε σὲ ὅλους ἡ ἐπίγνωση, ὅτι ἡ Μακεδονία ἦταν ὁ προμαχὼνας τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ κυριαρχοῦσε ἡ συνείδηση τῆς ἀνεκτίμητης συμβολῆς τῶν Μακεδόνων στὴν ἐθνικὴ ὕπαρξη καὶ πολιτιστικὴ ἐξέλιξη τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνισμοῦ. Οἱ Μακεδόνες δὲν ἦταν ἁπλὰ εὐκαιριακοὶ σύμμαχοι τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἀναπόσπαστο κομμάτι τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Ἐφρόντισαν νὰ τὸ διακηρύξουν αὐτὸ προσωπικῶς καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Βασιλεῖς τους.
.                Ἂν ἔλειπαν οἱ Μακεδόνες, νὰ ὑπερασπίζονται ὡς γνήσιοι Ἕλληνες διαρκῶς τὴν Ἑλλάδα ἐναντίον τῶν βαρβάρων, καὶ στὴν συνέχεια ὁ Μακεδόνας Μέγας Ἀλέξανδρος ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἐξελληνίσει καὶ νὰ ἐκπολιτίσει μὲ τὴν μεγαλειώδη ἐκστρατεία του ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν τότε γνωστὴ ἀνθρωπότητα, ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς θὰ παρέμενε ἐκτεινόμενος στὰ ἀρχικά του στενώτατα ὅρια καί, ἴσως ὑπὸ τὴν πίεση συντριπτικὰ πολυπληθεστέρων βαρβάρων, τελικὰ νὰ ἐξέπνεε. Ἔτσι, οὔτε ὁ λαμπρὸς πολιτισμὸς τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου θὰ ἀναπτυσσόταν, οὔτε καὶ ὁ χριστιανισμός, τοῦ ὁποίου τὰ Εὐαγγέλια, πλὴν ἑνός, καὶ οἱ Ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων ἔχουν γραφεῖ, γιὰ νὰ κατανοοῦνται στὴν καθομιλουμένη τὴν ἐποχὴ ἐκείνη Ἑλληνική, οὔτε καὶ τὰ δόγματα ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἑλληνική τους παιδεία θὰ διαδίδονταν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη, ἀλλὰ θὰ παρέμενε αὐτὸς ὡς μία ἁπλῆ αἵρεσις λίγων πιστῶν σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς Παλαιστίνης. Μὲ μία φράση: Ὁλόκληρος ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς τῆς Δύσεως, μὲ τὶς ἑλληνικές του καταβολὲς καὶ τὴν χριστιανική του πνοὴ ὀφείλει αὐτὴ τὴν συγκρότησή του στὴν Μακεδονία καὶ τοὺς Μακεδόνες, ὡς τὸ πιὸ αὐθεντικὸ καὶ δυναμικὸ τμῆμα τοῦ ὅλου ἑλληνισμοῦ.
.             Τὸ λεγόμενο «Μακεδονικὸν ζήτημα» ἀνέκυψε κυριολεκτικὰ ἐκ τοῦ μηδενός, ἐναντίον κάθε ἱστορικῆς, γεωγραφικῆς καὶ ἐθνολογικῆς ἀληθείας, μόνο καὶ μόνο στὸ πλαίσιο ἀνόμων καὶ ἀνηθίκων ἐπεκτατικῶν ἐπιδιώξεων ἐξωβαλκανικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες, γιὰ τὴν πραγματοποίησή τους, βασιζόμενες στὴν δύναμη καὶ τὴν ἐπιρροή τους, ἐξέθρεψαν ὄνειρα καὶ δημιούργησαν ἀθεμελίωτες ἐπιθυμίες σὲ ἀνώριμες γειτονικὲς ἐθνικὲς ὁμάδες

 

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΥΨΩΜΑ ΤΟΥ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Τὸ ὕψωμα τοῦ χαρταετοῦ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Ὁ χαρταετὸς δὲν ὑψώνεται τυχαία τὴν Καθαρὰ Δευτέρα. Μᾶς προκαλεῖ νὰ ὑψωθοῦμε καὶ ἐμεῖς πνευματικὰ στὸν νοητὸ οὐρανὸ τῶν ὑψοποιῶν ἀρετῶν μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση, τὴν προσευχή, τὴν νηστεία, τὴν διαρκῆ ἐγρήγορση. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε, ὅπως ὁ ἀετός, τὸ ὑπερήφανο πουλὶ ποὺ ζεῖ στὰ ψηλὰ βουνά. Αὐτὸ ποὺ τὸ θέλγουν τὰ ψηλώματα, οἱ ἀπάτητες κορυφές, ποὺ ἀρέσκεται στὰ δύσκολα καὶ τὰ ἐπιδιώκει, ποὺ ἐπιθυμεῖ τὸ φῶς, ποὺ θέλει νὰ ἀγναντεύει ἀπὸ ψηλὰ τὴν θεϊκὴ δημιουργία, ποὺ πετᾶ ἐκεῖ ποὺ σπάνια μποροῦν νὰ τὸ ἀκολουθήσουν ἄλλα πτηνά. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε καὶ ἐμεῖς ὁμοιάζοντάς του στὰ ὑψηλὰ ἀποφεύγοντας τὸ σούρσιμο στὰ χθαμαλά! Μᾶς προκαλεῖ νὰ φθάσουμε στὶς δυσπρόσιτες κορυφὲς πετώντας καὶ ὄχι ἕρποντας. Νὰ φθάσουμε καὶ νὰ ἀγναντέψουμε ἀπὸ ψηλὰ ὅλη τὴν φύση ποὺ ἁπλώνεται μπροστά μας καὶ θαυμάζοντάς την μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς μας νὰ ἀναφωνήσουμε: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ΡΓ´ [103] 24).
.          Γιὰ νὰ ὑψωθεῖ, ὅμως, ὁ χαρταετὸς χρειάζεται τὰ ζύγια του, δηλαδὴ τὸ χαλινάρι του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατευθύνεται μέσα ἀπὸ τὸ σπάγγο, νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ μὲ ἴσες ἀποστάσεις. Ὅσο καλὸς καὶ μεγάλος καὶ ἂν εἶναι ὁ χαρταετός, ὅσο μεγάλη οὐρὰ καὶ ἂν ἔχει, ἂν τὰ ζύγια του δὲν προσεχθοῦν, δὲν σηκώνεται καὶ ἂν σηκωθεῖ γιὰ λίγο, πάλι ξαναπέφτει. Μᾶς θυμίζει τοὺς ἑαυτούς μας ποὺ δὲν ἔχουμε ζυγίσει καλὰ τὶς δυνάμεις μας καὶ προσπαθοῦμε νὰ ξεκινήσουμε τὸν ἀγῶνα τῆς σαρακοστῆς ἐπιπόλαια. Γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦμε σωστὰ καὶ νὰ ἀνέβουμε πνευματικὰ χρειάζεται νὰ ζυγίσουμε τὸν ἀγώνα μας, νὰ ζυγίσουμε τὶς δυνάμεις μας χωρὶς ὑπερβολές, γιατὶ ἂν λίγο ξεφύγουμε, λίγο χαλαρώσουμε ἢ λίγο σφίξουμε περισσότερο, τότε δὲν ἰσορροποῦμε καὶ δὲν ἀνεβαίνουμε στὸ οὐράνιο στερέωμα.
.                 Γιὰ μιὰ ἐπιτυχημένη ἀνύψωση ἑνὸς χαρταετοῦ, ἀλλὰ καὶ δική μας, ἰδίως τὴν περίοδο αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ σταδίου, χρειάζεται καλὸ προγραμματισμό, ἐπίγνωση τῆς δυνάμεως τῆς ψυχικῆς ἀντοχῆς μας, ὁραματισμὸ καὶ ἀγόγγυστη ὑπομονή. Τὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ καὶ τοῦ δικοῦ μας στὸ οὐράνιο στερέωμα τῶν ἀρετῶν εἶναι ἕνα πανηγύρι. Ἔτσι τὸ νοιώθουμε, περιμένοντας τὸ φύσιγμα τοῦ ἀνέμου, ποὺ θὰ μᾶς δώσει τὴν δυνατότητα νὰ ἀπολαύσουμε τὸ πέταγμα αὐτό. Βλέπετε, χωρὶς ἄνεμο δὲν πετάει ὁ χαρταετὸς καὶ χωρὶς ἀερμώνια αὔρα, δηλαδὴ χάρη Θεοῦ, οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νὰ πετάξουμε. Ἂν ὁ Θεὸς τὸ θελήσει καὶ πνεύσει ἄνεμος εὐνοϊκός, τότε καὶ ἐμεῖς θὰ πετάξουμε. Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἀνυψωτική μας δύναμη. Ἀπὸ ἐμᾶς περιμένει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὸ στιβαρὸ χέρι ποὺ θὰ βαστάσει σταθερὰ τὸν σπάγγο στὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἂν στὶς πρῶτες ἀποτυχημένες προσπάθειες κλονισθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὶς προσπάθειές μας. Ὁ ἐπιμένων νικᾶ. Ἀρκεῖ κάθε φορὰ νὰ ἐπικαλούμαστε τὸν Χριστό μας, καὶ νὰ ζητοῦμε τὴν συνέργειά Του, ἀφοῦ μόνον Αὐτὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀνυψώσει, νὰ μᾶς δώσει φτερὰ ἀετοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἀτονίσουμε, νὰ μὴν ἀποκάμνουμε, ἀφοῦ μόνον τότε γιὰ ἐμᾶς λέει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας: «Πτεροφυήσουσιν ὡς ἀετοί. Δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσι, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσι» (Ἡσ. M´ 31).
.           Ἀλλοίμονον, ἐπίσης, ἂν φυσήξει πολὺ δυνατὸς ἀέρας καὶ ὁ χαρταετὸς πετάξει μὲ μεγάλη ταχύτητα στὸ οὐράνιο στερέωμα. Ἡ τριβὴ τοῦ σπάγγου στὰ χέρια μας θὰ ἀναπτύξει στὰ δάκτυλά μας τόσο μεγαλή θερμότητα, ὥστε νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Καὶ τὸ γρήγορο πνευματικὸ πέταγμα, νομίζοντας ὅτι θὰ πετύχουμε τὴν πνευματικὴ τελειότητα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Μήπως ἔτσι δὲν συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἴκαρο, ποὺ τὰ τεχνητά του φτερὰ δὲν ἄντεξαν τὶς θερμαντικὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ ἔλιωσαν, μὲ ἀποτέλεσμα ἀντὶ νὰ ἀπολαύσει τὶς ὀμορφιὲς τοῦ οὐρανοῦ νὰ βρεθεῖ στὰ ἔγκατα τῆς θαλάσσης!
.           Στὸ πέταγμά μας ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τῶν σωματικῶν μας ἱκανοτήτων, ἀλλὰ καὶ νὰ λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψη μας τοὺς πιθανοὺς κινδύνους ποὺ θὰ συναντήσουμε, ἀφοῦ κατὰ τὴν λαϊκὴ παροιμία: «Τοῦ φρονίμου τὰ παιδιὰ πρὶν πεινάσουν μαγειρεύουν». Πάντοτε, ὅμως, νὰ ξεκινοῦμε μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς θείας δυνάμεως, ἀφοῦ εἶναι γνωστὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. ιε´ 5). Τεράστια εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς, ἀφοῦ μὲ αὐτὴν ὁ πειρασμὸς τῆς ἄπνοιας ἢ τῆς μεγάλης ταχύτητας τοῦ ἀνέμου, τῆς κοπώσεως καὶ τῆς ἀπογοητεύσεως φεύγει ἄπρακτος. Ἡ προσευχὴ μὲ τὴν συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», μᾶς ἐνισχύει, γιὰ νὰ μὴν σαλευθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὸν ἀγῶνα τοῦ πνευματικοῦ πετάγματος σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Προφητάνακτος; «Προωρώμην τὸν Κύριόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἔστι, ἵνα μὴ σαλευθῶ » (Ψαλμ. IE´ [15] 8).

 

 

 

 

,

Σχολιάστε