Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. [Χαρ. Μπούσιας]

Τὸ Παράκλητον Πνεῦμα,
ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας.

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μας, καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους ὡς ἡ ψυχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο συγκροτεῖ ὁλόκληρο τὸ θεσμό της, καθὼς τονίζεται στὸ ἰδιαίτερα γνωστὸ στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς τὴν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ χωρὶς τὰ χαρίσματά Του δὲν μπορεῖ οὔτε Ἐκκλησία νὰ ὑπάρξει, οὔτε Μυστήρια νὰ τελεσθοῦν, οὔτε ὁμολογία πίστεως νὰ γίνει, οὔτε ἁγιότητα βίου νὰ ἐπιτευχθεῖ.
.             Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὁμίλησε καὶ συνεχίζει νὰ ὁμιλεῖ διὰ τῶν Προφητῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο χαριτώνει καὶ φωτίζει τοὺς ἁγίους ἀνθρώπους, τελειοποιεῖ τοὺς ἱερεῖς, μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ γινόμαστε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστοῦ. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς παπικοὺς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας τὰ πάντα συντελοῦνται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰ πάντα ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ἐπενέργειά Του. Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Χριστὸς εἶχε προείπει τὴν ἔλευση καὶ γι’ αυτό παρότρυνε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μὴν φύγουν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἕως ὅτου λάβουν τὴν ἐπαγγελία τοῦ Πατρός Του. Ὅταν θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος, εἶπε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, Ἐκεῖνος θὰ σᾶς διδάξει, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσει τὸ τί ἔκανα καὶ τὸ τί εἶπα. «Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός,τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ» (Ἰωάν, ιε΄ 26).
.             Την πεντηκοστὴ ἡμέρα μετὰ τὸ Πάσχα κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» στὶς κεφαλὲς τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι φωτίσθηκαν καὶ ἄρχισαν νὰ λαλοῦν διάφορες γλῶσσες. Ἔκτοτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔμεινε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ θὰ μένει μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ δίδει τὴν πνευματικότητα στὶς ζῶσες ὑπάρξεις. «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται…». Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ζεῖ μέσα στὴν Εκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων. Ἀνασταίνει τὶς ψυχές, συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, δίδει τὰ χαρίσματα, χρίει τοὺς πιστούς, δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν στὴν ἐξομολόγηση, μετουσιάζει τὰ Τίμια Δῶρα κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία. Στὴν ἱερωσύνη δίδει τὰ χαρίσματα στὸν χειροτονηθέντα, στὸ γάμο ἑνώνει δύο ὑπάρξεις, στὸ εὐχέλαιο δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἐνεργεῖ στὴν ἴαση τῆς ἀσθενείας.
.             Ἰδιαιτέρως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐνεργεῖ σὲ κάθε Χριστιανὸ καὶ μάλιστα δυναμικὰ δίνοντάς του οὐράνιες δωρεές, ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ μακροθυμία, ἡ πραότητα, ἡ χρηστότητα, ἡ πίστη, ἡ ἀγαθοσύνη. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ φωτίζει τὸν Χριστιανὸ νὰ ἐννοεῖ τὸ θεῖο λόγο στὸ κήρυγμα, στὴ μελέτη. Ὕστερα τὸν ἐνισχύει στὸν ἀγῶνα τὸν πνευματικὸ κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ στὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.
.             Ἐνεργεῖ, ὅμως, σ’ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τὸ Πανάγιο Πνεῦμα; Ὄχι, δὲν ἐνεργεῖ σὲ ὅλους. Δὲν ἐνεργεῖ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, στοὺς ἀδιάφορους, στοὺς τυπολάτρες. Αὐτοὶ εἶναι τὰ ἀσθενικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχουν στὴν Εκκλησία οἱ ὑγιεῖς πιστοὶ καὶ οἱ ἀσθενεῖς πιστοί. Οἱ ἀσθενεῖς πιστοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐκτελοῦν τὰ πνευματικὰ τους καθήκοντα. Σὲ αὐτούς, λοιπόν, δὲν ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, διότι Αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ πλησιάσει τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει, εἶναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας: «Πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν» (Α´ Ἰωάν, γ´ 6). Πρέπει ὁ ἁμαρτάνων νὰ στραφεῖ στὴ μετάνοια, γιὰ νὰ ἐνεργήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ τὸν βοηθήσει, ὥστε νὰ φέρει εἰς πέρας τὴ σωτηρία του.
.             Ὅλοι μας ἔχουμε τὴν ἀνάγκη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει αὐτὴν τὴν ὡραία προσευχὴ ποὺ λέγεται ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι τὸ Μέγα Σάββατο, τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγὸς, ἐλθὲ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλίδος, καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ εἶναι πάντα μέσα μας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τὸ ἴδιο μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε» (Α΄ Θεσ. ε΄ 19). Ἂς προσέξουμε, λέει, μὴ χάσουμε τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ πότε τὴ χάνουμε; Ὅταν ἐμμένουμε στὴν ἁμαρτία, ὅταν δὲν προσπαθοῦμε νὰ μειώσουμε ὁρισμένα ἐλαττώματα. Γι’ αὐτὸ συνέχεια πρέπει νὰ λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε», ἀφοῦ εἶναι ἀπαραίτητο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μέσα στὶς καρδιές μας, γιὰ νὰ ἔχουμε ζωὴ πνευματική. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ζωογονεῖ: «Ἁγίῳ Πνεύματι πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται λαμπρύνεται…». Αὐτὸ καθαρίζει τὴν ψυχή, τὴν ἐξυψώνει, τὴν κάνει, ὅπως τὴ θέλει ὁ Θεός μας.
.             Τώρα γιατί ἀπὸ τὸ Μέγα Σάββατο ἕως τὴν Πεντηκοστὴ δὲν λέμε τὸ «Βασιλεῦ Οὐράνιε»; Ἀπεδήμησε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο; Ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τὸν Χριστό; Ὄχι, ἀλλὰ δὲν εἶχε ἔλθει ἀκόμα. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου κατῆλθε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ἔτσι τὸ θέσπισε, γιατὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, τὸ λόγο ἔχει ὁ Χριστός μας, ὁ ἀναστημένος μας Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἦλθε γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ὁ Πατήρ δημιούργησε, ὁ Χριστὸς ἔσωσε, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία ὅλον τὸν κόσμο. Εἶναι μονίμως ἐδῶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνεργεῖ, θαυματουργεῖ, συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία. Γι’ αὐτὸ ὅποιος τὰ βάζει μὲ αὐτὴν τὰ βάζει μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Εἶναι δυνατὸ νὰ νικηθεῖ ὁ Θεὸς ποτέ;
.             Ἡ πα­ρου­σί­α καὶ ἡ ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος μέ­σα στὸν κό­σμο μαρ­τυ­ρεῖται ἀ­πὸ τὶς πολ­λὲς βι­βλι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς τό­σο στὴν Πα­λαιὰ ὅ­σο καὶ στὴν Και­νὴ Δια­θή­κη. Κα­τὰ τὴ δη­μιουρ­γί­α τοῦ κόσμου «πνεῦ­μα Θε­οῦ ἐ­πε­φέ­ρε­το ἐ­πά­νω τοῦ ὕ­δα­τος» (Γεν. α΄ 2). Στὸν κα­τα­κλυ­σμὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε ὁ Θεὸς «ἐ­πή­γα­γε πνεῦ­μα ἐ­πὶ τὴν γῆν καὶ ἐ­κό­πα­σε τὸ ὕ­δωρ» (Γεν. δ΄ 1). Στὴν ὠ­δὴ τοῦ Μω­ϋ­σέως, με­τὰ τὴν ἔ­ξο­δο, δο­ξο­λο­γεῖ­ται ὁ Θε­ὸς μὲ τὴ φράση: «Ἀ­πέ­στει­λας τὸ πνεῦ­μά σου, ἐ­κά­λυ­ψεν αὐ­τοὺς θά­λασ­σα, ἔ­δυ­σαν ὡσεὶ μό­λι­βος ἐν ὕδα­τι σφο­δρῷ» (Ἐξ. ιε΄ 10). Ἐ­πί­σης ὁ Μω­υ­σῆς εὐ­λο­γεῖ τὸν Ἰ­η­σοῦ τοῦ Ναυ­ῆ ὅ­τι «οὗ­τος ἐνε­πλή­σθη πνεύ­μα­τος συ­νέ­σε­ως» (Δευτ. λε΄ 9)», καὶ στὸν 50ο ψαλ­μὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς πνεῦμα «εὐ­θές», «ἅγιον», «ἡ­γε­μο­νι­κόν, ἐ­νῶ ἡ Σοφία Σο­λομῶντος τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζει πνεύ­μα «φι­λάν­θρω­πον» (Σοφ. Σολ. α΄ 5).
.             Τέ­λος τὸ Ἅγιον Πνεύῦμα εἶναι τὸ «λα­λῆσαν διὰ τῶν προ­φη­τῶν». Ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας ση­μειώ­νει: «Πνεῦ­μα Κυ­ρί­ου ἐπ’ ἐ­μέ, οὗ ἕνε­κεν ἔχρι­σέ με» (Ἡσ. ξ´ 1) καὶ ὁ Ἰε­ζε­κι­ήλ ση­μειώ­νει: «…καὶ ἦλ­θεν ἐπ’ ἐ­μὲ πνεῦμα καὶ ἔ­στη­σέ με ἐ­πὶ τοὺς πό­δας μου καὶ ἐ­λά­λη­σε πρός με…» (Ἰεζ. γ΄ 24).
.             Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δει­κτι­κὲς πε­ρὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ἔ­λευ­ση καὶ μὲ τὸ ἔρ­γο Του μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­ναι οἱ ἀνα­φο­ρὲς στὴν Και­νὴ Δια­θή­κη. Κατ’ ἀρ­χὴν ἡ Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ «ἐκ πνεύ­μα­τος ἐ­στὶν ἁ­γί­ου» (Ματ­θ. α΄ 21). Στὸν Εὐαγ­γε­λι­σμὸ τῆς Θε­ο­τό­κου ὁ Ἀρχάγ­γε­λος Γα­βρι­ὴλ θὰ τῆς ἀ­πα­ντή­σει στὴν ἔκ­πλη­ξή της: «Πνεῦ­μα Ἅ­γιον ἐ­πε­λεύ­σε­ται ἐ­πὶ σὲ καὶ δύ­να­μις Ὑ­ψί­στου ἐ­πι­σκιά­σει σοι», (Λουκ. α΄ 35). Στὴν ἔ­ρη­μο ὁ Ἰω­άν­νης ἐπα­να­λαμ­βά­νει: «Ἐγὼ μὲν βα­πτί­ζω ὑ­μᾶς ἐν ὕ­δα­τι εἰς με­τά­νοιαν, ὁ δὲ ὀ­πί­σω μου ἐρχό­με­νος…βα­πτί­σει ὑ­μᾶς ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ καὶ πυ­ρί» (Ματ­θ. γ´ 11).
.             Ἐ­πί­σης ἔ­χου­με καὶ αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύματος κα­τὰ τὴ Βά­πτι­ση τοῦ Κυ­ρί­ου: «Ἐ­γέ­νε­το ἀ­νε­ω­χθῆ­ναι τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ κα­τα­βῆ­ναι τὸ πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον σω­μα­τι­κῶς ἐν εἴ­δει πε­ρι­στε­ρᾶς» (Λουκ. γ΄ 21-22). Κα­τὰ τὴ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Κυρίου «…Ἰ­δοὺ νε­φέ­λη φω­τει­νὴ ἐ­πε­σκί­α­σεν αὐ­τούς» (Ματ­θ. ιζ΄ 5). Πρό­κει­ται, κα­τὰ τοὺς πα­τέ­ρες, γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύμα­τος ὡς «φω­τει­νῆς νε­φέ­λης», ποὺ «ἐπε­σκί­α­σε» τοὺς μα­θη­τὲς τοῦ Κυ­ρί­ου.
.             Τέ­λος, ἔχου­με τὴν αἰ­σθη­τὴ πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος κα­τὰ τὴν ἡμέ­ρα τῆς Πε­ντη­κο­στῆς, ὅ­ταν οἱ μα­θη­τὲς «ὤ­φθη­σαν αὐτοῖς δια­με­ρι­ζό­με­ναι γλῶσ­σαι ὡ­σεὶ πυ­ρός …ἐ­πλή­σθη­σαν ἅ­πα­ντες Πνεύ­μα­τος Ἁγί­ου» (Πραξ. β´ 1-3).
.             Εἶ­ναι αὐ­στη­ρὴ ἐξ ἄλλου ἡ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Κυ­ρί­ου, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ βλα­σφη­μί­α κα­τὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ποὺ ση­μαί­νει, κατὰ τοὺς πα­τέ­ρες, τὴν ἀ­με­τα­νο­η­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τὴν παραμο­νή του στὴν ἁ­μαρ­τί­α. «Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μὶν· Ὃς ἂν βλα­σφη­μή­σῃ εἰς τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον οὐκ ἔ­χει ἄ­φε­σιν εἰς τὸν αἰῶ­να, ἀλ­λ’ ἔ­νο­χος ἐ­στὶν αἰω­νί­ου κρί­σε­ως» (Μάρ­κ. γ´ 28-29).
.             Ὁ Κύ­ριος λί­γο πρὶν ἀπὸ τὸ Πά­θος Του ὑπο­σχέθηκε­ στοὺς μαθη­τές Του τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὡς Πα­ρα­κλή­του, δη­λα­δή, ὡς ἐ­νι­σχυ­τοῦ στὸ ἔρ­γο τους. Τοὺς εἶπε: «…Καὶ ἐ­γὼ ἐ­ρω­τή­σω τὸν πα­τέ­ρα καὶ ἄλ­λον πα­ρά­κλη­τον δώ­σει ὑ­μῖν… τὸ πνεύῦμα τῆς ἀλη­θεί­ας» (Ἰω­άν. ιδ΄ 15), γιὰ νὰ ἐπαναλάβει στη συ­νέ­χεια: «…Ὁ δὲ πα­ρά­κλη­τος, τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιον, Ὃ πέμ­ψει ὁ Πα­τὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, Ἐκεῖ­νος ὑ­μᾶς δι­δά­ξει πά­ντα…» (Ἰωάν. ιε´ 25-26). Κα­τὰ τὸν Ἅγιο Κύριλλο, Ἐπί­σκο­πο Ἱε­ρο­σο­λύ­μων, «κα­λεῖ­ται τὸ πνεῦ­μα πα­ρά­κλη­τος, ὡς πα­ρη­γο­ροῦν ἡ­μᾶς, βο­η­θοῦν τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἡ­μῶν καὶ ἐντυγ­χά­νων ὑ­πὲρ ἡ­μῶν».
.             Μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος οἱ Α­πό­στο­λοι συνέχισαν τὸ ἔρ­γο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ ἀ­πο­στο­λι­κὴ πε­ρί­ο­δος εἶ­ναι κατ’ ἐ­ξο­χὴν ἁγιοπνευ­μα­τι­κή, ση­μεῖ­ον ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἀ­νὰ τὴν οἰκουμένη πο­ρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἔτσι, ἡ εἴ­σο­δος τῶν ἐ­θνι­κῶν στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­πως ἀπο­φά­σι­σε ἡ Ἀ­πο­στο­λι­κὴ Σύ­νο­δος (48 μ.Χ.), θε­ω­ρεῖ­ται ὡς καρ­πὸς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­φοῦ «…ἔ­δο­ξε τῷ Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι καὶ ἡ­μῖν» (Πραξ. ιε΄ 28) γρά­φουν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι στοὺς Χρι­στια­νοὺς τῆς Ἀντιοχεί­ας.
.             Στὴ συ­νέ­χεια ὁ Ἀπόστολος Παῦ­λος μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ γιὰ τὶς «δω­ρε­ὲς» καὶ τὰ «χα­ρί­σμα­τα» τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ση­μειώ­νει στὴν πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του «Α´ Κορ. ιδ´ 4»: «Διαι­ρέ­σεις χα­ρι­σμά­των εἰσί, τὸ δὲ αὐ­τὸ Πνεῦ­μα. Ἑ­κά­στῳ δὲ δί­δο­ται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύ­μα­τος πρὸς τὸ συμ­φέ­ρον». Ὑπάρ­χουν χαρίσματα «ἔκτα­κτα» (π.χ. προ­φη­τεί­α, γλωσ­σο­λα­λί­α κ.α.) καὶ χαρίσμα­τα «μόνι­μα». Γι’ αὐ­τὸ ση­μειώ­νει: «Εἴ­τε προ­φη­τεῖ­αι καταργη­θή­σον­ται, εἴτε γλῶσσαι παύσονται (Α΄ Κορ. ιγ΄ 8) «Νυ­νὶ μέ­νει πί­στις, ἐλ­πίς, ἀγά­πη, τὰ τρί­α ταῦ­τα, μεί­ζων δὲ τού­των ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´13). Κι ἔ­τσι φθά­νου­με στὰ «μό­νι­μα» χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὅπως εἶ­ναι, κυ­ρί­ως, ἡ ἀ­γά­πη, ἡ ὁ­ποί­α «ουὐδέ­πο­τε ἐκ­πί­πτει» καὶ συ­μπλη­ρώ­νει: «ζη­λοῦτε …τὰ χα­ρί­σμα­τα τὰ κρείτ­το­να…ζη­λοῦ­τε τὰ πνευ­μα­τι­κά» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31). Καὶ τέ­τοια χα­ρί­σμα­τα, ὡς καρ­πὸς τοῦ πνεύ­μα­τος, «…ἐ­στίν ἀ­γά­πη χα­ρά, εἰ­ρή­νη, μα­κρο­θυ­μί­α, χρη­στό­της, ἀγα­θω­σύ­νη, πί­στις, πρα­ό­της, ἐ­γκρά­τεια… (Γαλ. ε΄ 22). Ἔ­τσι ὁ ἄνθρω­πος γί­νε­ται «πνευ­μα­τι­κὸς» καὶ «χαρισματι­κός».
.             Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη περιγράφεται ἕνα περιστατικὸ κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ φιλοξένησε τρεῖς ἄνδρες στὴ σκηνή του (Γένεση, κεφάλαιο 18). Ὁ Ἀβραὰμ δέχτηκε τὸν Θεὸ ὡς Τριάδα Προσώπων, τὰ Ὁποῖα παρουσιάσθηκαν ὡς ἄνδρες ἀγγελιοφόροι. Οἱ τρεῖς Ἄγγελοι δηλαδὴ ποὺ δέχθηκε ὁ Ἀβραὰμ ἦταν ἄκτιστοι, ἦταν τὰ τρία πρόσωπα τοῦ Θεοῦ μας, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὑπάρχει καὶ ἕνα Τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζει αὐτή τὴν ἀποψη, ψαλλόμενο τὴν Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου. «Μέτοικος ὑπάρχων ὁ ᾿Αβραάμ, κατηξιώθη τυπικῶς ὑποδέξασθαι, ἑνικὸν μὲν Κύριον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν, ὑπερούσιον, ἀνδρικαῖς δὲ μορφώσεσιν (Κανὼν Μεσονυκτικοῦ, ᾠδὴ ϛ´). Ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ γράφει: «Ὤφθη δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ» (Γέν. ιη´ 1).
.             Τώρα γιὰ τὸ πῶς γίνεται ὁρατὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἂν αὐτὸ τοὺς συνοδεύει στὴ ζωή τους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ σὲ συζήτησή του μὲ τὸν Μοτοβίλωφ εἶπε:
– Στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, φθάσαμε σὲ τέτοια χλιαρότητα πίστεως καὶ σὲ τέτοια ἔλλειψη εὐαισθησίας ὡς πρὸς τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. Ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Μωϋσῆς εἶδαν τὸν Θεό. Ἡ στήλη τῆς πύρινης νεφέλης, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χρησίμευε γιὰ ὁδηγὸς στὸν Ἑβραϊκὸ λαὸ μέσα στὴν ἔρημο. Οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν τὸν Θεὸ καὶ τὸ Πνεῦμά Του ὄχι σὲ ὄνειρο ἢ σὲ ἔκσταση, προϊόντα ἀρρωστημένης φαντασίας, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα. Ἔτσι ἀπρόσεκτοι ποὺ γίναμε, ἀντιλαμβανόμαστε τὰ λόγια τῆς Γραφῆς ἀλλοιώτικα ἀπ’ ὅ,τι θὰ ἔπρεπε. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατὶ ἀντὶ νὰ ἀναζητοῦμε τὴ χάρη, τὴν ἐμποδίζουμε νὰ ἔλθει νὰ κατοικήσει στὶς ψυχές μας ἀπὸ διανοητικὴ ὑπεροψία.
.             Μὴ λησμονοοῦμε ὅτι ὁ Αδάμ δημιουργήθηκε ζῶον, ὅμοιο μὲ τὰ ἄλλα πλάσματα ποὺ ζοῦν στὴ γῆ, ἂν καὶ ἀνώτερος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Θὰ ἔμενε ζῶο, ἂν δὲν εἶχε δεχθεῖ «τὴν πνοὴ τῆς ζωῆς», τὸ πνεῦμα, ποὺ τὸν ἔκανε συγγενῆ μὲ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος μόνο ζωοποιήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἐνοικεῖ μέσα του.
.             Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι ἐμεῖς προχωρώντας στὴν ἡλικία δὲν αὐξάνουμε στὴ σοφία, ὅπως ὁ Κύριός μας ( Λουκ. β΄ 52), ἀλλὰ ἀντίθετα φθειρόμαστε ὅλο καὶ περισσότερο καὶ γινόμαστε ἁμαρτωλοί, ἀπεχθῶς μάλιστα ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ χάσαμε τὴ χάρη ποὺ εἴχαμε δεχθεῖ στὴν ἀρχή. Ἂν παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ἀποφασίσει νὰ ξαναγυρίσει στὸν Θεὸ ἀκολουθώντας τὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας, πρέπει νὰ ἐξασκήσει τὶς ἀρετές, τὶς ἀντίθετες πρὸς τὰ ἀμαρτήματα ποὺ εἶχε διαπράξει. Θὰ ξαναβρεῖ τότε μέσα του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργεῖ καὶ νὰ θεμελιώνει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ, «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν » (Λουκ . ιζ´ 21), καὶ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» ( Ματθ . ια´ 12).
.             Σὲ δεύτερη ἐρώτηση τοῦ Μοτοβίλωφ γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναγνωρίσει τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ στὴν ἐνέργεια τοῦ ἄρχοντος τοῦ σκότους ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ ἀπάντησε:
.             «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ «ἐπαναφέρει ἀδιάκοπα στὴ μνήμη μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γεμίζει τὶς καρδιές μας μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, ἐνῶ τὸ σατανικὸ πνεῦμα, τὸ πονηρόν, ἐργάζεται κατ’ ἀντίστροφη ἔννοια. Οἱ ἐνέργειες του ἐπάνω μας εἶναι θορυβώδεις, μᾶς παρακινοῦν πρὸς τὴν ἀνταρσία καὶ μᾶς κάνουν σκλάβους τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας, τῆς ματαιοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφάνειας.
.             Ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐμφανίζεται σὰν ἕνα ἄρρητο φῶς σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ νὰ φανερωθεῖ. Ἐμφανίζεται μὲ χαρὰ καὶ εἰρήνη, μὲ γλυκύτητα, μὲ θερμότητα, ποὺ καὶ στὸ χιόνι μέσα νὰ εἶσαι χωμένος νομίζεις ὅτι εἶσαι μέσα σὲ ἀτμόλουτρο καὶ μὲ εὐωδία ἀσύγκριτη.
.             Ἔτσι ὅταν ἡ Θεία Χάρις κατοικεῖ μέσα στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεως μας, στὴν καρδιά μας. «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστί» ( Λουκ. ιζ΄ 21). Μὲ τὴ φράση «βασιλεία τοῦ Θεοῦ » ἐννοεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ βασιλεία βρίσκεται τώρα μέσα μας, μᾶς θερμαίνει, μᾶς φωτίζει, εὐχαριστεῖ τὶς αἰσθήσεις μας καὶ γεμίζει μὲ ἀγαλλίαση τὴν καρδιά μας. Ἡ τωρινή μας κατάσταση μοιάζει μὲ αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «οὐκ ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καί πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ » (Ρωμ. ιδ΄ 17).
.             «Όσο γιὰ τὴ διαφορετικὴ κατάσταση μεταξὺ μοναχῶν καὶ λαϊκῶν ἐνώπιον Θεοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ ὅλους μας ὁ Θεὸς ζητάει μιὰ καρδιὰ γεμάτη πίστη καὶ ἀγάπη. Ἐκεῖ βρίσκεται ὁ θρόνος στὸν ὁποῖο ἀρέσκεται νὰ κάθεται καὶ ἐκεῖ ἐμφανίζεται μέσα στὴν πληρότητα τῆς δόξης Του. «Υἱέ, δός μοι σὴν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´ 26) καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ σοῦ τὰ δώσω ἐγὼ πολλαπλάσια. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ χωρέσει τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. « Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ», λέγει ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του «καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ϛ´ 33). « Οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων».
.             Ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ὁ νεοφανὴς αὐτὸς νηπτικὸς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπαναλάμβανε ὅτι, ἡ ψυχὴ ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θλίβεται, ὅταν βλέπει τὸν ἄλλο νὰ ὑποφέρει. Ποθεῖ καὶ γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο τὴν ἴδια χάρη ποὺ καὶ αὐτὴ ἔλαβε. Ἐπιθυμεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ γνωρίσουν τὴν ἴδια ὀμορφιά, νὰ μετανοήσουν, νὰ δοῦν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀνακαλύψουν τὴν εὐσπλαχνία Του καὶ νὰ σωθοῦν. Ἐπιθυμεῖ τὸ κακὸ νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ τὴ γῆ καὶ νὰ βασιλεύσει ἡ εἰρήνη. Ἡ ἀγάπη, ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη, δὲν ἀνέχεται τὴν ἀπώλεια οὔτε μιᾶς ψυχῆς. Ὁ ἀδελφός μας εἶναι ἡ ζωή μας. Θὰ δοξασθοῦν αὐτοὶ πού, ἐπειδὴ ἦταν πλήρεις ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὑπέμειναν τὸν πόνο ὅλου τοῦ κόσμου.
.             Τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀσταμάτητα στὰ μάτια τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἡ καρδιά του πονοῦσε γιὰ ὅλη τὴν κτίση ποὺ ζοῦσε μακριὰ ἀπὸ τὸν Ποιητὴ καὶ Δημιουργό της. Ἡ προσευχή του μὲ πόνο βαθὺ ἀνέβαινε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε: «Δέομαι Σου, ἐλεῆμον Κύριε, ἵνα γνωρίσωσί Σε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς».
.             Στὰ νέα οἰκονομικὰ δεδομένα τῆς καθημερινότητας μποροῦσε κανεὶς μέχρι ἕνα σημεῖο νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ πράγματα μέσω μιᾶς καταναλωτικῆς μανίας. Σήμερα, ὅμως, ποὺ στένεψαν τὰ οἰκονομικά, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἐρχόμαστε νὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ τὸν ἐσωτερικό μας ἑαυτό. Ἕνα κενὸ ἀπὸ πνευματικὰ ἐφόδια ποὺ δύσκολα τὸ ἀναγνωρίζουμε.
.             Ἡ βοήθεια τῶν Ἁγίων ἀφ’ ἑνὸς μᾶς θεραπεύει μὲ τὴν ὑπομονή, γιατὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἀπελπισία, ἡ ἀπομόνωση μᾶς φέρνουν σὲ μιὰ αὐτοεξέταση. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ «μὴ ἀπελπίζου» τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀναδιάταξη τῶν προτεραιοτήτων μας.
.             Νὰ γεμίζουμε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνορθώσεως σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς μας. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι σὲ αὐτὴ τὴν τραγικότητα τῆς ἀπελπισίας, μόνο ἄνθρωποι ποὺ βιώνουν τὸν πόνο, τὴ δυστυχία τοῦ ἄλλου, μποροῦν νὰ προσφέρουν λύσεις. Μόνο ἄνθρωποι ποὺ ἐνοικεῖ μέσα τους τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Ἂς τὸ ἐπιζητοῦμε, λοιπόν, πάντοτε λέγοντας «Βασιλεῦ οὐράνιε, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν», καὶ ἂς μὴν τὸ λυποῦμε, ἀλλὰ νὰ τὸ χαροποιοῦμε μὲ τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὶς πράξεις σωφροσύνης καὶ εὐποιΐας μας, γιὰ νὰ χαιρόμαστε καὶ ἐμεῖς μόνιμα κοντά Του.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

,

Σχολιάστε

Η ΤΑΡΑΧΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἡ ταραχή
ἀποτέλεσμα ἐλλείψεως προετοιμασίας μας

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ποιοὶ ξαφνιάζονται καὶ αἰσθάνονται ταραχή; Οἱ ἀπροετοίμαστοι νὰ ἀντιμετωπίσουν μιὰ δυσκολία, μιὰ ἐξέταση, μία ἐχθρικὴ ἐπιδρομή, μία ἀπρεπῆ συμπεριφορὰ ἑνὸς συνανθρώπου, μίαν ἀρρώστια, ἕνα θάνατο. Ταράσσονται οἱ ἀμελεῖς μαθητές, ὅταν ὁ δάσκαλος τοὺς καλεῖ γιὰ ἐξέταση. Ταράσσονται οἱ στρατιῶτες, ὅταν βλέπουν τὸν ἐχθρὸ νὰ προβάλλει καὶ δὲν εἶναι ἕτοιμοι νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουν. Ταράσσονται οἱ ἀσθενεῖς ὅταν ὁ γιατρὸς τοὺς ἀνακοινώνει τὴ μορφὴ τῆς ἀσθενείας τους. Ταράσσονται οἱ μὴ ὑπομονετικοὶ συνάνθρωποί μας ἀπὸ τὶς ἀντιδράσεις, τοὺς ἐκνευρισμούς, τίς, ἄδικες πολλὲς φορές, συμπεριφορὲς τῶν ἄλλων. Ταράσσονται οἱ χλιαροὶ στὴν πίστη, οἱ εὐαίσθητοι ἀλλὰ ἀπρόσεκτοι, ὅταν πέσουν ἀναπόφευκτα στὴν ἁμαρτία. Ταράσσονται οἱ γονεῖς ὅταν μαθαίνουν ὅτι τὰ παιδιά τους ἔχουν μπλέξει μὲ κακὲς παρέες, μὲ ναρκωτικά, μὲ ἀνθρώπους τοῦ ὑποκόσμου ποὺ τὰ παρασύρουν στὸν ὄλεθρο καὶ στὴν καταστροφή. Ταράσσονται οἱ ψυχὲς ὅταν ἐννοήσουν τὸ θάνατο, γιατὶ μπροστά τους ἐπικρέμαται ἡ σπάθη τοῦ δικαιοκρίτου Κυρίου. Μᾶς τὸ λέει καὶ ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία: «Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον». Ἡ ἔλλειψη κατάλληλης προετοιμασίας σὲ κάθε περίσταση ὁδηγεῖ στὴν ταραχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ψαλμωδὸς μᾶς λέει: «Ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην» (Ψαλμ. 118, 60).
.         Οἱ ἐπιμελεῖς μαθητὲς δὲν ταράσσονται, γιατὶ ἡ προετοιμασία τους τοὺς θωρακίζει ἀπὸ ὁποιαδήποτε ξαφνικὴ ἐξέταση τοῦ δασκάλου τους. Οἱ στρατιῶτες ποὺ ἄγρυπνοι στέκουν μὲ «ἐφ’ ὅπλου λόγχην» καὶ γνωρίζουν τὶς πονηρὲς κινήσεις τοῦ ἔχθροῦ δὲν ταράσσονται μὲ τὴν παρουσία του. Τὴν περιμένουν. Ὅλοι μας ταρασσόμαστε, ὅταν οἱ ἄλλοι μᾶς συμπεριφέρονται ἀπαξιωτικά, μᾶς προσβάλλουν, μᾶς ὑποτιμοῦν, μᾶς ἐρεθίζουν μὲ λόγια καὶ πράξεις, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε μὲ ἀπάθεια, ταπεινὸ φρόνημα καὶ ὑπομονὴ νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζουμε, γιὰ νὰ ἀποφεύγουμε τὸν πειρασμὸ καὶ τὴν ταραχή. Γιὰ τὶς κρίσιμες αὐτὲς στιγμές, ποὺ ἀναπόφευκτα ἔρχονται στὴν καθημερινότητά μας, ἄκουσα ἀπὸ ἕναν πνευματικὸ τὴ θεόσοφη φράση:
-Νὰ μαζεύεις ὑπομονή!,
δηλαδὴ νὰ σκέφτεσαι ἀπὸ πρὶν πῶς θὰ τὶς διαχειρισθεῖς. Ἡ προετοιμασία σου θὰ σοῦ διώξει κάθε ταραχή.
.       Οἱ ἀσθενεῖς ποὺ εἶναι προσγειωμένοι στὴν πραγματικότητα καὶ ἔχουν ἀποδεχθεῖ ὅτι οἱ ἀσθένειες εἶναι γιὰ ὅλους μας καὶ ὄχι γιὰ μόνο τοὺς ἄλλους, δὲν ταράσσονται στὸ ἄκουσμα τῶν ἰατρικῶν γνωματεύσεων, ἀλλὰ καρτερικὰ καὶ ἀγόγγυστα τὶς δέχονται καὶ φέρνουν στὰ χείλη τους τὰ λόγια τοῦ Ἰὼβ «ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν οὕτω καὶ ἐγένετο. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» (Ἰὼβ α´ 21).
.       Ὅλοι μας, οἱ χλιαροὶ περὶ τὴν πίστη, ἂς ἀκούσουμε τὸ παράδειγμα τοῦ Ὁσίου Παϊσίου καὶ ἂς μὴν θρηνοῦμε μετὰ τὶς πτώσεις μας. Ἡ στιχομυθία τοῦ Γέροντα μὲ κάποιον ἀνήσυχο νεαρὸ λίγο τροποποιημένη ἔχει ὡς ἑξῆς: Γέροντα, πῶς θὰ ξεπεράσω τὶς πτώσεις μου;
– Σκοπὸς εἶναι νὰ προλαβαίνεις νὰ μὴν φθάνεις σ’ αὐτές. Ἄμα φθάσεις, ἔχασες! Καὶ τὸ γάλα, ἂν δὲν προλάβεις νὰ τὸ κατεβάσεις ἀπὸ τὴ φωτιά, μόλις φουσκώσει, χύνεται.
-Πῶς θὰ τὶς προλαβαίνω;
– Χρειάζεται ἐπαγρύπνηση. Νὰ παρακολουθεῖς τὸν ἐαυτό σου καὶ νὰ συγκρατεῖς τὸ νοῦ σου καὶ τοὺς λογισμούς σου, γιὰ νὰ μὴ ριζώσει μέσα σου ἐπιθυμία κακή, νὰ μὴν γίνει ἀποδοχή της, νὰ μὴν γίνει πάθος, γιατὶ μετά, καὶ νὰ θελήσεις νὰ συγκρατηθεῖς καὶ νὰ τὴν κόψεις μὲ τὸ τσεκούρι, δὲν θὰ τὰ καταφέρεις. Νὰ θυμᾶσαι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Δαβίδ: «Ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην» (Ψαλμ, 118, 60).
.       Εἶδες ἐκεῖνος ὁ μοναχὸς τί ἔκανε; Μόλις ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελλί του, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ ἔλεγε: «Θεέ μου, φύλαξέ με ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς» καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀντιμετωπίσει ὁποιονδήποτε πειρασμό. Ἦταν σὰν νὰ κρατοῦσε σκοπιά. Κοιτοῦσε ἀπὸ ποὺ θὰ τοῦ ἔλθει ὁ πειρασμός, γιὰ νὰ ἀμυνθεῖ. Καὶ μόνοι μας ἄμυνα δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε ὅσο καὶ ἂν προετοιμαζόμαστε. Ἡ προσευχὴ μᾶς φέρνει δίπλα μας τὸν Κύριο, ποὺ μᾶς ἐνισχύει. Εἶναι ἡ ἐπέμβαση τῆς μεγάλης δυνάμεως. Καὶ αὐτὴ τὴ χρειαζόμαστε πάντοτε!
.       Οἱ γονεῖς ποὺ μεγαλώνουν τὰ παιδιά τους μὲ «παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου» (Ἐφεσ. ϛ´ 4) χωρὶς νὰ ὑποκρίνονται, γιατὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν τὴν λεπτότητα νὰ καταλαβαίνουν τὸ γνήσιο ἀπὸ τὸ κάλπικο, τότε παρακαλουθώντας τὶς κινήσεις τῶν παιδιῶν τους, στέκουν δίπλα τους, εἶναι ἕτοιμοι κάθε στιγμὴ νὰ τὰ προστατεύσουν ἀπὸ τὰ βέλη τῆς σύγχρονης κοινωνίας, ὥστε νὰ νὰ μὴν φθάσουν νὰ κλαύσουν γιὰ ἐπερχόμενες πτώσεις. Καὶ οἱ ψυχές, ποὺ ὁ κτύπος τους εἶναι ρυθμισμένος μὲ τοὺς κτύπους τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ, καὶ ὁ δρόμος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους εἶναι δρόμος Χριστοῦ, δρόμος ἀρετῆς, δρόμος συνεχοῦς ἐγρηγόρσεως, δὲν θὰ φθάσουν νὰ ποῦν: «Τὸν χιτῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ.» Ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα ποὺ θὰ ἔλθει ὁ Κύριος νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας εἶναι ἄγνωστες. Ἐμεῖς ὡς πιστοὶ δοῦλοι Κυρίου ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι. Μᾶς τὸ λέει καὶ ὁ Κύριος μὲ τὸ στόμα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου: «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής (Ματθ. κϛ´ 41). Ἔτσι, ὅταν ἔλθει ἡ εὐλογημένη ἐκείνη ὥρα τῆς ἐπισκέψεώς Του, ἡ παρουσία Του δὲν θὰ μᾶς ταράξει. Δὲν θὰ μᾶς δικαιολογήσει ἡ λαϊκὴ φράση: «Σπίτι ἀσυγύριστο μουσαφήρη περιμένει». Καὶ ἔτσι ὄχι μόνον δὲν θὰ ταραχθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ χαροῦμε καὶ θὰ πανηγυρίσουμε λέγοντας:
-Ἐλθέ, Κύριε, ὁ δοῦλος Σου μὲ χαρὰ Σὲ προσμένει. «Δέξαι με ὡς ἕνα τῶν μισθίων Σου (Λουκ. ιε´ 19). Πολὺ ἐπιθυμῶ νὰ μὲ πάρεις κοντά Σου. Ἐπιθυμῶ, ὅπως ὁ Παῦλος «ἀναλῦσαι καὶ σὺν Σοὶ εἶναι» (Φιλιπ. α´ 23). Ἐλθέ, εὐλογημένε μου Κύριε!


, ,

Σχολιάστε

ΠΑΝΑΓΙΑ, ΒΡΟΝΤΗ ἡ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΚΑΤΑΠΛΗΤΤΟΥΣΑ (Χαρ. Μπούσιας)

 Παναγία, Βροντὴ ἡ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

Παναγία ἡ Νικοποιός

.              Ἡ Παναγία Παρθένος ὑπῆρξε ἀνέκαθεν γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς ἡ ἑτοίμη προστασία, ἡ παραμυθία, τὸ καταφύγιο, ἡ χαρά, ἡ θεία πρὸς τὸν Υἱό της καὶ Θεό μας πρέσβειρα. Γιὰ ἐμᾶς, τὸ εὐλογημένο γένος τῶν Ἑλλήνων ὑπῆρξε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει ἡ «ἀκαταίσχυντος προστασία» ἡ «ὑπέρμαχος στρατηγός», ὁ «πύρινος στῦλος» ποὺ φώτισε καὶ φωτίζει, ποὺ ὁδήγησε καὶ ὁδηγεῖ ὅλο τὸ Ρωμαίϊκο γένος στὸ δρόμο τοῦ θριάμβου καὶ τῆς δόξης, στὸ δρόμο τῆς μέσα ἀπὸ περιπέτειες εἰρήνης καὶ προόδου, στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἡ Παναγία μας εἶναι αὐτὴ που συνοδοιπόρησε μαζί μας στὴ διαδρομὴ τῶν αἰώνων καὶ μᾶς προστάτεψε ἀπὸ τοὺς ἐπίβουλους ἐχθρούς μας. Εἶναι ἡ «βροντὴ ἡ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα», ἡ ἀστραπὴ καὶ ὁ κεραυνὸς ποὺ κατακεραυνώνει τοὺς ἐπιβούλους τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας μας, ὅλους αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν κάθε πιστὸ στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ μεγαλοδύναμου Υἱοῦ της.
.         Δὲν ἐκδικεῖται τοὺς ἐχθρούς μας ἡ Παναγία μας, ἀφοῦ εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀγάπη. Ἡ δικαιοσύνη, ὅμως, τοῦ Υἱοῦ της ἐπιβάλλει τὴν παραδειγματική τους ταπείνωση, γιατὶ μὲ τὶς ἄνομες, τυραννικὲς καὶ πολεμικὲς τακτικές τους πολλὰ δεινὰ ἐπισώρευσαν καὶ ἐπισωρεύουν στὸ πιστὸ Ὀρθόδοξο πλήρωμα. Μὲ τὴ θεία της σκέπη ἡ Παναγία μας προστατεύει τὸ γένος μας, τὸ ταλαιπωρημένο ἀπὸ τὶς ἄγριες ἐπιθέσεις αὐτῶν ποὺ ἐπιζητοῦν τὰ τὸ ὑποδουλώσυν, νὰ τὸ ἐξαφανίσουν ἀπὸ προσώπου γῆς. Προστατεύει τὸ δίκαιο, προστατεύει τοὺς εἰρηνοποιούς, ἀφοῦ οὐδέποτε οἱ Ἕλληνες πολέμησαν μὲ ἐπεκτατικὲς βλέψεις. Ἔχοντας στὸ νοῦ τὴ ρήση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους» οἱ Ἕλληνες προβάλλοντας τὸ Σταυρὸ τοῦ Υἱοῦ τῆς Παναγίας μας, τὸ σημεῖον τοῦ «ἐν τούτῳ νίκα» καὶ ζητῶντας τὴ μεσιτεία της συντηροῦσαν και συντηροῦν τὴν ἐλευθερία τους καὶ τὴν ἐδαφική τους ἀκεραιότητα.
.         Ὁλόκληρος ὁ ἱστὸς τῆς Ρωμηοσύνης, ἔχει ὑφανθεῖ γύρω ἀπὸ τὴν προστασία καὶ σκέπη τῆς Θεοτόκου. Γι’ αὐτὸ ὁ εὐσεβὴς λαός μας δείχνει ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό μας, τὴν Κυρὰ τῶν Αγγέλων, καὶ ἡ εὐλάβεια αὐτὴ ἐκφράζεται μὲ τὴν αὐθόρμητη ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός της, «Παναγία μου», στὴν ὥρα τοῦ κινδύνου. Ἐκφράζεται ἐπίσης μὲ τὴν πλούσια καλλιεπῆ ὑμνολογία καὶ τὴν πλούσια εἰκονογραφία. Ἡ Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν εἶναι ἡ πιὸ προσφιλὴς Ἀκολουθία τῶν Ρωμηῶν ποὺ τὴν παρακολουθοῦν μικροὶ καὶ μεγάλοι μὲ κατάνυξη θυμίζοντάς μας τὴ σωτηρία ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Βασιλεύουσας τοῦ Βυζαντίου. Ὁ Ἑλληνικός Ὀρθόδοξος λαὸς βλέπει πάντοτε μὲ σεβασμὸ τὴ γαλήνια καὶ πονεμένη μορφὴ τῆς Παναγίας μας καὶ τὸ ὑπερύμνητο πρόσωπό Της βρίσκεται βαθύτατα ριζωμένο στὴν ἐθνικὴ καὶ πνευματική μας παράδοση. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὀνομάζουμε τὴν Παναγία μας «Νικοποιό», «Πολεμίστρα», «Ἐλευθερώτρια», «Ἁγία Σκέπη» καὶ «Πατριδοφιλοῦσα».
.         Ἡ τιμή ὅλων τῶν Ρωμηῶν πρὸς τὴν Θεοτόκο εἶναι πάντα συνυφασμένη μὲ τὴν ἐθνικὴ καὶ Ὀρθόδοξη ὕπαρξή μας. Σὲ αὐτὴν ἐκφράζουμε στὴ διαδρομὴ τοῦ χρόνου, στὶς δοκιμασίες καὶ στὶς πικρίες, στὴν ἀνελέητη προσφυγιά, στὴν αἱματηρὴ αἰχμαλωσία καὶ ὑποδούλωση, τὴν καρτερία καὶ τὴν ἐλπίδα.
.         Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ Παναγία τοῦ Γένους τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ ἔγινε ὕμνος, δύναμή μας καὶ ἀπαντοχή, ζωντανὴ καὶ ἐνεργὴ ελπίδα. Στὶς κρίσιμες ὧρες τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅταν ὡς ἔθνος περνούσαμε ἀπὸ τὴν τροχιὰ τῶν δακρύων, τῶν συμφορῶν καὶ τοῦ πόνου, στὴν Παναγία καταφεύγαμε. Αὐτὴ φώτιζε τὴ νύχτα τῆς ἀγρυπνίας μας καὶ τῆς προσδοκίας τῆς ἀπελευθερώσεως ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς πικρῆς σκλαβιᾶς. Αὐτὴ μᾶς φωτίζει καὶ σήμερα νὰ πορευόμαστε σωστὰ στὸ δρόμο τῆς ἐλευθερίας καὶ μᾶς σκεπάζει ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν ποὺ μᾶς περιβάλλει.
.         Στὴν ἐθνική μας ἱστορία ἡ Παναγία ἀπέβη δύναμη συνοχῆς τοῦ Γένους καὶ πηγὴ ἐμπνεύσεώς του σὲ ὅλους τοὺς ἐθνικοὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες. Εἶναι ἡ «δύναμη δι’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι», εἶναι ἡ «βροντὴ ἡ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα». Ἡ λατρεία μας, γράφει ὁ πεζογράφος Σπῦρος Μελᾶς, εἶναι ὑφασμένη μὲ αὐτὴ τὴν ἐθνική μας ὕπαρξη. Ἔτσι, ἀλλοίμονό μας ἂν λησμονήσουμε τὶς ἀπ’ αἰῶνος εὐεργεσίες της πρὸς τὸ γένος μας τὸ Ὀρθοδοξο, τὸ γένος τῶν Ρωμηῶν. Ἡ λησμονιὰ αὐτὴ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀπομάκρυνση τῆς χάριτός της καὶ τῆς σκέπης της, ποὺ μοιραία θὰ μᾶς φέρει στὰ πρόθυρα τῆς καταστροφῆς.

 

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΘΛΗΤΕΣ ΑΝΟΙΞΕ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ

Τὸ Στάδιο γιὰ τοὺς ἀθλητὲς ἄνοιξε τὶς πύλες.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

ὁ  Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

   .       Καθημερινὰ ὅλοι μας ἐνσυνείδητα ἢ ἀσυνείδητα ἀγωνιζόμαστε στὸ στάδιο τῆς ζωῆς καὶ ἔχουμε, ἄλλοι μικρή, ἄλλοι μεγάλη, πεῖρα ἀγωνιστική. Ἀγωνιζόμαστε, ὅμως, ὄχι πάντοτε νόμιμα, γιὰ τοῦτο καὶ δὲν ὁδηγούμαστε σὲ νίκες, σὲ θριάμβους, σὲ ἐπιτυχίες. Καὶ ὁ ἀγώνας εἶναι τῆς ἐπιβιώσεως, τῆς βελτιώσεως τῶν αὐριανῶν συνθηκῶν ζωῆς μας. Ἄν, λοιπόν, ὁ ἀγώνας ὁ βιοτικὸς μᾶς θέλει ἀγωνιστές, μᾶς θέλει νόμιμους ἀθλητές, πόσο ἀθλητὲς μᾶς θέλει ὁ πνευματικὸς ἀγώνας, τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ποὺ ἀνοίγει σήμερα καὶ μᾶς καλεῖ νὰ εἰσέλθουμε σὲ αὐτό;
.       Ὁ ἀγώνας ὁ πνευματικὸς εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ ὁδηγεῖ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ νικοποιοῦ μας Χριστοῦ κοντά Του, στὴ θριαμβευτικὴ νίκη τῆς αἰωνιότητος, στὴν ὄντως ζωή. Ἄλλωστε Αὐτὸς εἶναι ὁ δίκαιος ἀγωνοθέτης καὶ στεφοδότης μας Κύριος. Στὸ στάδιο τῆς ἐπιβιώσεως ἀγωνιζόμαστε ἄλλοτε ἐγωϊστικὰ αὐτονομούμενοι καὶ ἄλλοτε ἐπικαλούμενοι τὴ Θεία Χάρη. Ἄλλοτε πρόθυμα καὶ ἄλλοτε ράθυμα. Ἄλλοτε μὲ ἐπιτυχίες καὶ ἄλλοτε μὲ ἀποτυχίες. Στὸ πνευματικὸ ὅμως στάδιο τί κάνουμε; Παραμένουμε ἀδρανεῖς νομίζοντας ὅτι δὲν θὰ τὰ καταφέρουμε νὰ ἀγωνισθοῦμε μέχρι τέλος ἐπιτυχῶς, σπεύδουμε νὰ κερδίσουμε τὸ στεφάνι χωρὶς νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τῶν δυνάμεών μας, ὁπότε ἡ κόπωση δὲν μᾶς φέρνει ποτὲ σὸ ἐπιθυμητὸ τέλος ἢ ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις, γιὰ νὰ νικήσουμε ἀκούοντας τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου: «Οὐδεὶς στεφανοῦται ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ;».
.       Σήμερα ἄνοιξε τὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ὁ καλὸς Θεός μας μᾶς καλεῖ νὰ ἀγωνισθοῦμε νόμιμα. Μᾶς θέλει ἀθλητὲς ὁ Κύριος, ἀθλητὲς τῆς ἀρετῆς. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἂν θὰ βγοῦμε πρωταθλητές· τὸν ἐνδιαφέρει νὰ ἀγωνιζόμαστε. Τὴν πρόθεσή μας θέλει ὁ Θεὸς καὶ Ἐκεῖνος μᾶς ἐνδυναμώνει, ἀφοῦ μᾶς εἶπε: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».
.       Ἔχετε ἰδεῖ, ἀδελφοί μου, κανένα ἀθλητὴ νὰ μπαίνει στὸ στάδιο χωρὶς προετοιμασία; Ὅλοι, ἀνάλογα μὲ τὶς ἱκανότητές τους προπονοῦνται γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα καὶ μετὰ εἰσέρχονται στὸ στάδιο γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν. Ἡ προετοιμασία, ἡ προγύμναση τοῦ ἀθλητῆ εἶναι βασικὸ γνώρισμα τῆς ἐπιτυχίας του. Στὸ πνευματικὸ στάδιο προγύμναση εἶναι ἡ ἐγρήγορση, ἡ προθυμία, ἡ ἐπιθυμία τοῦ καλοῦ ἀγῶνος. Μὲ τὴν προγύμναση, ποὺ προϋποθέτει ἱδρῶτες δυναμώνει ὁ πνευματικὸς μυοσκελετικὸς ὀργανισμὸς τῶν ἀθλητῶν, σπάζουν τὰ ἅλατα τῶν ἀρθρώσεων καὶ δημιουργοῦνται εὐέλικτα σώματα, ἱκανὰ νὰ διαγωνισθοῦν καὶ νὰ ἐπιδιώξουν τὰ τρόπαια τῆς νίκης.
.       Δὲν θὰ ἰδεῖτε, ἀγαπητοί μου, κανένα ἀθλητὴ νὰ εἰσέρχεται στὸ στάδιο τοῦ ἀγῶνος μὲ γεμάτο στομάχι, οὔτε μὲ τὰ ἐνδύματα ποὺ κυκλοφορεῖ καθημερινὰ στὸν κόσμο. Γιὰ νὰ εἰσέλθει στὸ στάδιο ἀπεκδύεται τὰ ἐνδύματά του καὶ ἐνδύεται τὴ στολὴ τῆς ἀθλήσεως. Γιὰ τὸ πνευματικὸ στάδιο ὁ ἀθλητὴς νηστεύει, ἀποτοξινώνεται, ἀπέχει ἀπὸ φαγητὰ ποὺ τέρπουν μὲν τὴ σάρκα, ἀλλὰ φθείρουν τὸ πνεῦμα, φθείρουν τὴν ψυχή. Ἐπίσης ἀπεκδύεται τὰ ἐνδύματα τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἐνδύεται χιτώνα ἀγαλλιάσεως μὲ τὰ πνευματικὰ ἀγωνίσματα, τὴν ἀγρυπνία, τὴν ἀνάγνωση ψυχωφελοῦν βιβλίων, τὶς μετάνοιες, τὴ σκληραγωγία τοῦ σώματος καὶ φυσικὰ τὴν φιλανθρωπία, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία μας θεωρεῖ τὴν ἐλεημοσύνη ὡς τὴν περικεφαλαία τῶν ἀρετῶν.
.       Ὁ πνευματικὸς ἀγωνιστὴς ἐπὶ πλέον ζητεῖ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν προσευχή, ἡ ὁποία ὄχι μόνο τὸν τονώνει, ἀλλὰ καὶ τοῦ χαρίζει τὴν εὐλογία, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ νικηφόρο τέλος. Μὴ λησμονοῦμε τὸν Ἅγιο Νέστορα, ποὺ εἰσῆλθε στὸ στάδιο καὶ νίκησε μὲ τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.
.       Ἄλλο βασικὸ στοιχεῖο τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας τῶν ἀθλητῶν εἶναι ἡ ἐξεύρεση τοῦ κατάλληλου, προπονητή, τοῦ κατάλληλου ἀλείπτη, ὅπως ἔλεγαν στὰ χρόνια τῶν ὀλυμπιονικῶν. Ὁ ἀλείπτης ἄλειφε μὲ λάδι τὰ σώματα τῶν ἀθλητῶν, γιὰ νὰ γλυστροῦν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀντιπάλων τους στὸ ἀγώνισμα τῆς πάλης. Σήμερα στὴν πάλη μας μὲ τοὺς νοητοὺς ἐχθρούς, μὲ τὸ διάβολο, χρείαζεται ὁ ἄριστος προπονητής, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν πνευματικό μας πατέρα. Αὐτὸς μᾶς καθοδηγεῖ, αὐτὸς γνωρίζει τὰ ἐλλαττώματά μας καὶ τὰ τρωτὰ σημεῖα μας, τὴν ἀχίλειο πτέρνα μας, καὶ μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὰ βέλη τῶν πολεμίων. Μὲ τὴν εὐχὴ λοιπὸν καὶ τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ μας Γέροντος ἂς ἀγωνισθοῦμε καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ νίκη θὰ εἶναι δική μας. Ἐμεῖς θὰ βάλουμε τὴν προθυμία, τὴν καλὴ ἐξομολόγηση καὶ τὴν ἐπιμονὴ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀγῶνος, οὕτως ὥστε νὰ περατώσουμε ἐπιτυχῶς τὸν ἀγώνα μας καὶ νὰ στεφανωθοῦμε ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτη Χριστό μας, ὁ ὁποῖος μᾶς προσμένει στὸ τέλος γιὰ νὰ μᾶς εἰπεῖ: «Εὖ, δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου». Καλὸ στάδιο!

Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

Η ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ «ΠΑΤΕΡ» ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΚΗ ΑΓΚΑΛΙΑ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἡ προσφώνηση «Πάτερ» ἀνοίγει τὴν πατρικὴ ἀγκαλιά.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                Στὸν Θεὸ Πατέρα καταφεύγουμε πάντοτε στὶς δυσκολίες καὶ στὶς θλίψεις μας, ὅπως καταφεύγουμε στὸν ἐπίγειο πατέρα μας σὲ κάθε στιγμὴ ποὺ μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ δώσουμε λύσεις στὰ προβλήματα ποὺ μᾶς ἀνακύπτουν. Οἱ ἐγωϊστὲς ἄνθρωποι δὲν καταφεύγουν στὸν πατέρα νομίζοντας ὅτι θὰ τὰ καταφέρουν μόνοι τους. Ὁ πατέρας μας, ὅμως, γνωρίζοντας καλὰ τὰ παιδιά του καὶ ὡς φιλόστοργος, ποὺ εἶναι, περιμένει νὰ τοῦ ζητήσουμε τὴ βοήθειά του, τὴν ὁποίαν ἄλλωστε οὐδέποτε μᾶς ἀρνεῖται. Καὶ ὄχι μόνο περιμένει πάντοτε πρόθυμος, ἀλλὰ εἶναι   διατεθειμένος νὰ κάνει καὶ κάθε ἀβαρεία, κάθε ὑποχώρηση, κάθε προσπάθεια, κάθε θυσία, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς ἐπιθυμίες μας. Εἶναι πατέρας ἀγάπης καί, ἐνῶ μᾶς ἀφήνει ἐλεύθερους νὰ δράσουμε, ὅταν τὸν ἐπικαλεσθοῦμε τρέχει νὰ μᾶς βοηθήσει. Ἡ πατρότητά Του μᾶς δέχεται, ὅπως εἴμαστε καὶ ἔχει πάντοτε ἀνοιχτὴ ἀγκαλιά, ἕτοιμο λουτρὸ καθαρισμοῦ μας καὶ ἕτοιμα μουσικὰ ὄργανα πανηγυρισμοῦ γιὰ τὴν ἐπιστροφή μας καὶ τὴν ἐκζήτηση τῆς πατρικῆς βοηθείας. Κάμπτεται ὁ πατέρας ἀπὸ τὴν ταπείνωσή μας, αὐτὴ ποὺ δείχνει ὅτι τὸν ὑπολογίζουμε, ἄσχετα ἂν προηγουμένως πολιτευθήκαμε σὰν ἄσωτοι καὶ κατασπαταλίσαμε τὴν περιουσία του. Ὅταν τὸ ζητήσουμε Ἐκεῖνος πρόθυμα σπεύδει νὰ μᾶς ἀγκαλιάσει, νὰ μᾶς χαρίσει πλούσια τὰ ἀγαθά Του. Ἡ λέξη «πάτερ», ποὺ τοῦ ἀπευθύνουμε, ξεκλειδώνει τὴν πόρτα τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους.
.             Στὸν ἄσωτο τῆς παραβολῆς τί ἐπέφερε τὴν καλὴ ἀλλοίωση καὶ τί τὸν ὁδήγησε στὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν πατρικὴ στέγη; Μά, ἡ λέξη «πάτερ». Ὁ ἄσωτος γιὸς μόνο ποὺ σκέφθηκε νὰ ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του καὶ μὲ τὰ χείλη του πρόφερε τὸ ὄνομά Του ἀμέσως δέχθηκε τὴ δύναμη τῆς ἀπαρνήσεως τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐπιστροφῆς στὸ σπίτι του, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀρνηθεῖ ὠθούμενος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὁ Πατέρας μᾶς δέχεται πίσω, ὅταν μᾶς ἀκούει νὰ τοῦ λέμε, ὅπως ὁ ἄσωτος τῆς παραβολῆς: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου»! «Πατέρα μου, ἁμάρτησα. Σὲ πίκρανα μὲ τὴ συμπεριφορά μου. Ἔσφαλα. Θέλω ὅμως νὰ συνεχίσω νὰ σὲ ὀνομάζω πατέρα μου. Συγχώρεσέ μου τὸ ὅτι ἀτιμάζω τὸ γλυκύτατο ὀνομά Σου μὲ τὰ βδελυρὰ μὲ βέβηλα χείλη μου. Ὁμολογῶ τὰ σφάλματά μου καὶ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες μου. Γεύθηκα, ἀλλοίμονο, τοὺ καρποὺς τῆς ἁμαρτίας ποὺ εἶναι ἡδονικοί, ἀλλὰ σύντομα ἡ ἡδονὴ ποὺ αὐτοὶ προκαλοῦν μεταποιεῖται σὲ ὀδύνη. Ὁ ἀδελφός μου, πατέρα μου, δούλευε σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ κοντά Σου. Ἦταν ὑπάκουος, ἀλλὰ ποτὲ δὲν σὲ ὀνόμασε «πατέρα». Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ καρδιά του ἔγινε σκληρή, ἔγινε πέτρινη. Δὲν τὴν μαλάκωσαν τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τῆς ταπεινώσεως. Κοντά Σου ἔμεινε, ναί, ἀλλὰ μακρυὰ ἀπὸ τὴν ταπείνωση τῆς ἀγαθότητός Σου. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔσφαξες γιὰ χατίρι του σιτευτὸ μοσχάρι. Τὸ βαστοῦσες γιὰ μένα, γιὰ τὸ πανηγύρι τῆς ἐπιστροφῆς μου. Σὲ εὐχαριστῶ, Πατέρα, γιατὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία γνώρισα τὴ στοργικότητά Σου, γνώρισα τὰ ἀληθινά Σου αἰσθήματά, γνώρισα τὴν πατρότητά Σου»!
.             Ἡ λέξη «πάτερ» μᾶς ταπεινώνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας καὶ μᾶς ἀνοίγει τὴν πόρτα τῆς μετανοίας, τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρικὴ στέγη, τῆς σωτηρίας.
.             Ἂς ἀναλογισθοῦμε: Στὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεό μας ποιός ἔφταιξε καὶ ποιὸς ταπεινώθηκε; Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι φταίξαμε στὸ Θεό μας μὲ τὴν ἀπρόσεκτη ζωή, τὶς ἐμπάθειες καὶ τὶς πτώσεις μας. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ἔκανε τὸ πρῶτο βῆμα καὶ σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος, γεύθηκε τὴν κακότητά μας καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ μᾶς πλύνει μὲ τὸ πανάχραντο αἷμα Του, ἀπὸ τὸ βόρβορο τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς χαρίσει ξανὰ τὸν ποθεινότατο Παράδεισο. Ὁ ἄνθρωπος ἔφταιξε, ὁ Θεὸς πρῶτος ἔκανε τὸ βῆμα τῆς προσεγγίσεως, τῆς καταλλαγῆς, τῆς συγχωρήσεώς μας. Ἐμεῖς, τὰ παιδία, πολλὲς φορὲς φερόμαστε μὲ ἀπρέπεια στὸν πατέρα μας, μὲ αὐθάδεια, μὲ ἀπείθεια, μὲ σκληροκαρδία. Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ πατέρα, τοῦ κάθε πατέρα καὶ φυσικὰ τοῦ εὔσπλαχνου πατέρα, τοῦ Θεοῦ μας; Καλωσύνη, ὑπομονή, μακροθυμία, ἀγκαλιὰ ἀνοιχτή, ἕτοιμη νὰ μᾶς χωρέσει, μάτια ποὺ δακρύζουν ἀπὸ θλίψη γιὰ τὶς πτώσεις μας καὶ ἀπὸ χαρὰ γιὰ τὴν ἀνόρθωση καὶ ἐπιστροφή μας. Ὁ πατέρας εἶναι πάντοτε ἕτοιμος νὰ μᾶς συγχωρήσει, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν ἔχουμε κάνει. Ἡ μετάνοια, τὸ «Πάτερ, ἥμαρτον» (Λουκ. ιε´ 18) δὲν τὸν ἀφήνει ἀσυγκίνητο. Τὸ περιμένει, γιατὶ γνωρίζει τὴν ἐφάμαρτη ἀνθρώπινη φύση. Γνωρίζει τὰ θελήματα τῆς σάρκας, τὴν ἐπιθυμία τῶν ἡδονῶν. Ἀλήθεια, ποιὸς εἶναι ἄμεμπτος ἀπέναντι στὸν Κύριο; Ποιὸς εἶναι τόσο καθαρὸς ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ ἀντικρύσει τὸ Θεὸ Πατέρα στὰ μάτια; Κανεὶς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ φυσικὰ οὔτε ἐγώ. Καὶ ὅμως ὅσο ἀκάθαρτος καὶ ἂν εἶμαι, εἶμαι παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Μὲ καταλαβαίνει καὶ μόνο στὸ ἀντίκρυσμα τῆς μορφῆς Του, μόνο στὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Του τρέχει νὰ μὲ συναντήσει, νὰ μὲ ἀγκαλιάσει, νὰ μὲ πλύνει, νὰ μὲ πάρει πάλι κοντά Του. Εἶναι πραγματικὸς πατέρας, ἐνῶ ἐγὼ ἕνας ἄσωτος γιός. Ὅσο ζῶ αὐτονομούμενος στὴν ἁμαρτία καταστρέφομαι. Ὅταν ταπεινωθῶ ἐνώπιόν Του καὶ τὸν ὀνομάσω πατέρα μου ἀπὸ τὴν καταστροφὴ ὁδεύω πρὸς τὴ σωτηρία, πρὸς τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Πατέρα μου οὐράνιε, μὴ μὲ παραδειγματίσεις γιὰ τὴν ἀσωτία μου, ἀλλὰ δέξαι με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες Σου στὴ Βασιλεία Σου. «Πάτερ, ἥμαρτον» σῶσαι με.
.             Ὅπως ἐμεῖς δὲν θέλουμε τὸ κακὸ τῶν παιδιῶν μας καὶ τοὺς συγχωροῦμε ὅλα τὰ λάθη, γιατὶ τὸ πατρικό μας φίλτρο ὑπερισχύει τῆς αὐστηρότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης μας, ἔτσι καὶ ὁ Θεός μας μὲ τὴ μοναδικὴ πατρότητα ποὺ ἐπιδεικνύει μᾶς συγχωρεῖ κάθε μας ἁμαρτία καὶ «κατακαυχᾶται τὸ ἔλεος τῆς κρίσεώς Του» (Ἰακ. β´ 13), δηλαδὴ ἡ ἐλεήμων καρδιά Του ὑπερνικᾶ τὴν δίκαιη Κρίση Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς Πατέρας μας. Ἐμεῖς πῶς συγχωροῦμε τὰ παιδιά μας, ὅταν κλαίοντας ἔρχονται σὲ μᾶς καὶ μᾶς ζητοῦν στοργὴ καὶ ἐπιείκεια! Καὶ νὰ σκεφθεῖτε ὅτι ἡ συμπάθειά μας εἶναι περιορισμένη. Καμία σχέση δὲν ἔχει μὲ τὴν ἄπειρη συμπάθεια τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Καὶ μόνο ποὺ στὴν καθημερινή μας προσευχὴ τοῦ λέμε: «Πάτερ ἡμῶν», Ἐκεῖνος σκύβει καὶ μᾶς ἀγκαλιάζει, μᾶς χαρίζει τὴν εἰρήνη Του, μᾶς χαρίζει ὅλα τὰ ἀγαθά Του, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἑτοιμάζει γιὰ τὸ πανηγυρικὸ Δεῖπνο τοῦ οὐρανοῦ. Στὴ λέξη «πάτερ» δακρύζει ὁ κάθε πατέρας καὶ φυσικὰ ὁ οὐράνιός μας. Καὶ μὲ τὸ δάκρυ ξεπλένει κάθε ἀτότημα τοῦ προτέρου βίου μας.   Τὸ μυστικὸ ποὺ κρύβει ἡ λέξη «Πάτερ» εἶναι τὸ μυστικὸ τῆς μετανοίας καὶ τῆς σωτηρίας. Τὸ περιμένει νὰ τὸ ἀκούσει ὁ Θεὸς Πατέρας μας. Ἂς τοῦ τὸ φωνάξουμε!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΔΩΡΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Δῶρο μαρτυρίου
Ἅγιος Χαραλάμπης

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 .           Τὸ μαρτύριο γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀποτελεῖ μαρτυρία πίστεως δὲν εἶναι προσωπικὸ κατόρθωμα τοῦ κάθε μάρτυρος. Εἶναι δῶρο τοῦ οὐρανοῦ καὶ αὐτὸ δὲν δίδεται σὲ ὅλους, ἀλλὰ μόνο στοὺς ἐκλεκτούς, σὲ αὐτοὺς τῶν ὁποίων τὰ σπλάχνα φλέγει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει πρὸς τοῦτο: «Ἡμῖν ἐχαρίσθη οὐ μόνον τὸ εἰς Χριστὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ Αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλιπ. α´ 29). Τὸ μαρτύριο, αὐτὸ ποὺ ἐξυψώνει καὶ ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπο ὡς κοινωνὸ καὶ μιμητὴ τῶν παθημάτων τοῦ πρώτου καὶ μεγάλου μάρτυρος τῆς πίστεως μας, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, μᾶς δίδεται ὡς δῶρο. Σὲ αὐτὸ τὸ μαρτύριο στοιχίζεται διαχρονικὰ καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὡς ἁγιοτρόφος, καλλίτεκνος καὶ πολύτεκνος μητέρα, ἡ ὁποία δέχεται πλουσιοπάροχα τὰ δῶρα τοῦ οὐρανοῦ.
.           Ἀγαπῶ τὸν Χριστό μας καὶ θέλω νὰ γίνω Μάρτυρας γιὰ χάρη Του! Μπορῶ; Ναί, ὁ καθένας μας μπορεῖ, ἀρκεῖ νὰ ἔχει καρδιὰ ἀγάπης καὶ ταπεινώσεως. Δὲν γίνομαι μάρτυρας ἀπὸ ἐγωϊσμό, γιὰ νὰ δείξω ὅτι ὑπερέχω σὲ πίστη τῶν ἄλλων. Γίνομαι μάρτυρας μόνο ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὴν Αὐταγάπη, τὴ θυσιαστικὴ Ἀγάπη, τὸν Κύριό μας, ποὺ συνοδεύεται ἀπαραίτητα ἀπὸ ἀγάπη καὶ πρὸς ὅλους τοὺς συνανθρώπους μας.
.           Ἂς θυμηθοῦμε τὸν Σαπρίκιο καὶ τὸν Ἅγιο Νικηφόρο ποὺ μόλις ἐχθὲς ἑορτάσαμε τὴ μνήμη του. Μάρτυρας ἤθελε νὰ γίνει ὁ Σαπρίκιος, ἀλλὰ μάρτυρας ἐγωϊστὴς δὲν γίνεται. Δὲν τοῦ δόθηκε ἡ χάρη τοῦ μαρτυρίου. Δὲν συγχωροῦσε τὸν φτωχὸ Σαπρίκιο ποὺ τὸν ἱκέτευε νὰ τὸν συγχωρήσει. Ἀποτέλεσμα. Δὲν τοῦ δόθηκε ἡ χάρη τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ λίγο πρὶν τὸ τέλος καὶ ἡ χάρη δόθηκε στὸν ἅγιο τῆς συγχωρητικῆς ἀγάπης, τὸν Ἅγιο Νικηφόρο ποὺ ἔσπευσε νὰ πάρει τὴ θέση του στὸ μαρτύριο.
.           Δῶρο μαρτυρίου καὶ μάλιστα σὲ βαθιὰ γεράματα δόθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό μας στὸν Ἅγιο Χαραλάμπη. Τοῦ δόθηκε τὸ δῶρο τοῦ μαρτυρίου, γιὰ τὴν πολλή του ἀγάπη καὶ τὴ θυσιαστικὴ προσφορά του στὴν Ἐκκλησία τῆς Μαγνησίας. Καὶ δὲν τοῦ δόθηκε ἐφ’ ἅπαξ. Συνεχίζει νὰ τοῦ δίδεται μετὰ τὸ μαρτύριο ὡς δῶρο ἀπὸ τὸν Θεό μας καὶ τὸ χάρισμα νὰ προλαβαίνει νὰ τρέχει παντοῦ, ὅπου τὸν καλοῦν, ὅπως ἔτρεχε μὲ καρφιὰ στὰ πόδια διαπομευόμενος στοὺς δρόμους τῆς Μαγνησίας. Δὲν ὑπάρχει σημεῖο ποὺ νὰ μὴν τρέχει νὰ προσφέρει τὶς καλές του ὑπηρεσίες ὁ Ἅγιος Χαραλάμπης. Δὲν ὑπάρχει συγκεκριμμένος χρόνος δράσεώς του. Δὲν ὑπάρχει ἀσθένεια ἀνίατη γιὰ τὸν ὑπέργηρο ἱερομάρτυρα. Νὰ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ μας στὸν Ἅγιο Χαραλάμπη, ποὺ μᾶς δείχνει ὅτι «θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ» (Ψαλμ. ΞΖ´ 36).
.           Ἡ τήρηση τοῦ νόμου τῆς ἀγάπης, τοῦ πληρώματος τοῦ νόμου, μᾶς δίνει ὡς δῶρο τὴ δύναμη τῆς μαρτυρίας τῆς πίστεώς μας ἄχρι μαρτυρίου. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι δικό μας. Ἐμεῖς βάζουμε τὴν πρόθεση καὶ τὸ βίωμα. Τὸ μαρτύριο εἶναι δῶρο Θεοῦ πρὸς τοὺς ἐκλεκτούς Του. Τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο Χαραλάμπη καὶ πρὸς κάθε Μάρτυρα ἀποτελεῖ ἡ μίμηση τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ταπεινώσεώς του καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πρεσβεύει, γιὰ νὰ χαρίσει καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος τὸ μεγάλο δῶρο τῆς μαρτυρίας τῆς ἀγάπης του.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΑΚΡΙΒΟΣ Ο ΑΚΡΙΒΗΣ! (Χαρ. Μπούσιας)

Ἀκριβὸς ὁ ἀκριβής

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Ἀκριβὸς σημαίνει πολύτιμος, αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγάλη ἀξία, αὐτὸς ποὺ δὲν ἀγοράζεται εὔκολα, αὐτὸς ποὺ γιὰ νὰ γίνει ὅ,τι ἔγινε ἀπαιτήθηκε μεγάλος κόπος καὶ θυσία. Θαυμάζουμε κάθε τί τὸ ἀκριβὸ καὶ θέλουμε νὰ τὸ ἀποκτήσουμε. Γινόμαστε συλλέκτες ἀκριβῶν ἀντικειμένων, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ γινόμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀκριβοὶ μέσα στὴν κοινωνία μὲ τὸν πλοῦτο τῶν γνώσεων, τῶν ἀρετῶν μας, τῆς κοινωνικῆς μας προσφορᾶς, τῆς ἀκριβῆς συμπεριφορᾶς μας. Γιὰ νὰ γίνουμε, ὅμως, ἀκριβοί, δηλαδή, πολύτιμοι, θὰ πρέπει νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, δηλαδή, συνεπεῖς στὶς ὑποχρεώσεις μας, στὸ πιστεύω μας, στὶς ἀρχές μας. Γιὰ ὅ,τι πράττουμε νὰ ἔχουμε μπροστά μας πρότυπο, τὸ αἰώνιο πρότυπο, τὸν Χριστό μας. Καὶ νὰ ρωτάμε τὸν ἑαυτό μας:
– Αὐτὸ ποὺ σκέφτομαι νὰ πράξω θὰ σοῦ ἀρέσει, Χριστέ μου; Συμφωνεῖ μὲ τὸ νόμο Σου; Συμφωνεῖ μὲ τὸ θέλημά Σου;
.         Πρὸς τοῦτο χρειάζεται νὰ γνωρίζουμε ποιὸ εἶναι «τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ῥωμ. ιβ´ 2) καὶ τί εἶναι ἀκρίβεια. Ὄχι ἀκρίβια οἰκονομικὴ ποὺ μᾶς θλίβει ὅλους, βλέποντας στὰ καταστήματα τὰ εἴδη ποὺ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα στὴ ζωὴ νὰ ἀκριβαίνουν καὶ πολλὲς φορὲς νὰ μᾶς εἶναι ἀπλησίαστα, ἀλλὰ ἀκρίβεια λόγων καὶ πράξεων, ἀκρίβεια ποὺ μᾶς ἀναδεκνύει συνεπεῖς στὴν πίστη μας, μᾶς χαροποιεῖ καὶ μαζὶ μὲ μᾶς χαροποιεῖ καὶ τοὺς πλησίον μας.
.         «Ἀκρίβεια» εἶναι ἡ ἀπόλυτη τήρηση τῶν Κανόνων ποὺ διέπουν τὴν κοινωνική μας συμπεριφορά, ἡ τήρηση τῶν νόμων τῆς πολιτείας καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Εὐαγγελίου, ἐφ’ ὅσον θέλουμε πραγματικὰ νὰ ὀνομαζόμαστε Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ αὐτὴ τὴν πίστη μας νὰ τὴν προβάλλουμε μὲ τὴ ζωή μας, ὥστε νὰ δοξάζεται ἀπὸ αὐτὴ καὶ ὄχι νὰ ὑβρίζεται τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεώς μας, τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ.
.         Στὴ ζωὴ μᾶς ἔχουν τεθεῖ κάποια ὅρια μέσα στὰ ὁποῖα κινούμενοι σὲ μιὰ εὐνομούμενη πολιτεία προκόβουμε στὴν ἀρετὴ καὶ ὄχι «ἐπὶ τὰ χείῤῥῳ πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β´ Τιμ. γ´ 13), ὅπως οἱ πονηροὶ καὶ οἱ γόητες. Τὰ ὅρια αὐτὰ τὰ ἔχει θέσει ὁ Δημιουργός μας καὶ ἡ πολιτεία, στὴν ὁποία ζοῦμε, καὶ τὴν ἐφαρμογή τους τὴ διδάσκει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, ἡ ὁποία μᾶς θέλει εὐπειθῆ τέκνα της. Ὅποιος ὑπερβεῖ ἢ καταστρατηγήσει τὰ ὅρια αὐτὰ ἐκτροχιάζεται μὲ ἀπρόβλεπρες συνέπειες στὴ ζωή του καὶ στὴν κοινωνία μας. Γιὰ παράδειγμα, ἐὰν ἕνα τραῖνο ἔχει κατασκευασθεῖ νὰ τρέχει μὲ 100 χιλιόμετρα τὴν ὥρα καὶ ὁ ὁδηγός του τὸ τρέξει μὲ 150 χιλιόμετρα τὴν ὥρα, θὰ τὸ ἐκτροχιάσει. Ἐὰν ἕνα ποτήρι ἔχει κατακευασθεῖ γιὰ νὰ δέχεται βραστὸ νερὸ μέχρι 100 βαθμῶν Κελσίου καὶ ἐμεῖς τὸ βάλλουμε πάνω σὲ μιὰ σόμπα ποὺ ἔχει 150 βαθμοὺς Κελσίου αὐτὸ θὰ σπάσει. Ἡ τήρηση τῶν νόμων, ἡ ἀκρίβεια, πάντοτε προστατεύει καὶ μᾶς κάνει νὰ μεγαλουργοῦμε.
.         Στὴν καθημερινή μας ζωὴ ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, ὄχι μόνο στὸ χρόνο τῶν συναντήσεων μας, στὰ «ραντεβοῦ μας», ἀλλὰ σὲ κάθε μας ἐνέργεια. «Ἀκριβεῖς» εἴπαμε σημαίνει «συνεπεῖς» καὶ «ἀκριβοὶ» εἶναι οἱ «συνεπεῖς» σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς τους. Ἔτσι ἔχουμε ἀκριβούς-συνεπεῖς μαθητές, συνεπεῖς ἐπιστήμονες, συνεπεῖς καθηγητές, συνεπεῖς γιατρούς, συνεπεῖς ἱερεῖς, συνεπεῖς δικαστικούς, συνεπεῖς στρατιωτικούς, συνεπεῖς ἐλεύθερους ἐπαγγελματίες, συνεπεῖς ἀγρότες, συνεπεῖς σὲ κάθε ἐπαγγελματικὸ καὶ κοινωνικὸ κλάδο. Ἔχουμε ἐπίσης ἀκριβοὺς φίλους, ἀκριβοὺς πατριῶτες, ἀκριβοὺς εὐσεβεῖς Χριστιανούς, αὐτοὺς ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς, τὴν ἁγιότητα, τὴ θέωση. Οἱ τελευταῖοι εἶναι οἱ πιστοὶ ἀγωνιστὲς τῆς ζωῆς, αὐτοὶ ποὺ νόμιμα ἀγωνίζονται, αὐτοὶ ποὺ τηροῦν τὸ νόμο τοῦ Εὐαγγελίου, μέχρι λεπτομερείας καὶ ὄχι μόνο ὅταν εἶναι ἐνώπιον ἄλλων, ἀλλὰ καὶ ὅταν εἶναι μόνοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας. Οἱ ἀκριβοὶ εἶναι καὶ ἀκριβεῖς σὲ ὅλα, γιατὶ γνωρίζουν, ὅτι ἐὰν ὁ πιστὸς εἶναι ἀνακριβὴς καὶ στὸ ἐλάχιστο δὲν σέβεται τίποτα. Μᾶς τὸ λέει ἡ Γραφὴ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ τηρεῖ ὅλο τὸ Νόμο, ἀλλὰ πταίει καὶ παραβαίνει κάποια ἐντολή, εἶναι ἔνοχος παραβάσεως ὅλων τῶν ἐντολῶν. «Ὅστις γὰρ ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος.» (Ἰακ. β΄ 10).
.         Παράδειγμα ἀκριβείας μᾶς διδάσκε πολὺ ἁπλὰ ὁ μακαριστὸς Γέροντας Μητροφάνης τῆς Ροβέλιστας μὲ τὴν προσοχὴ στὴ λήψη τοῦ ἀντιδώρου. Δὲν εἶναι ὑποχονδριασμὸς αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔλεγε, ἀλλὰ ἀκρίβεια καὶ εὐλάβεια. Ἔλεγε:
-Θὰ παίρνετε τὸ ἀντίδωρο μὲ σταυρωμένες τὶς παλάμες, θὰ τὸ φέρνετε στὸ στόμα καὶ θὰ μαζεύετε μὲ τὸ δάκτυλο τὰ ψίχουλα, τὰ ὁποῖα, ὅλα θὰ τὰ τρῶτε. Τίποτα δὲν θὰ πετιέται κάτω!
.         Οἱ ἀκριβοὶ ἄνθρωποι προσπαθοῦν νὰ βιώνουν ἀπόλυτα τὴν πνευματική μας ζωή, νὰ κινοῦνται μέσα στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νά ἐναρμονίζονται μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, ὅπως μᾶς τοὺς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ νεωτεριστικὲς διδασκαλίες καὶ ἑρμηνεῖες, τοῦ κόσμου, τοῦ αἰῶνος μας τοῦ ἀπατεῶνος, ποὺ θέλουν νὰ περάσουν κάποιοι καὶ οἱ ὁποῖες εἶναι ἀποκεκομμένες ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἀκριβὴ γιατὶ τηρεῖ τὴν παραδεδομένη ἀκρίβεια, ἄσχετα ἂν σὰν φιλόστοργη μητέρα γιὰ τὶς συνεχεῖς μας πτώσεις ἐφαρμόζει ἐνίοτε τὴν «οἰκονομία». Οὐδέποτε, ὅμως, ἡ ἀκρίβεια ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν οἰκονομία. Τὴν ἀκρίβεια περιγράφει σαφέστατα τὸ Πηδάλιο, τὸ βιβλίο μὲ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους ποὺ ἔχει καταγράψει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὁ Ἁγιορείτης. Πηδάλιο εἶναι τὸ τιμόνι τοῦ πλοίου ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸν ἔμπειρο καπετάνιο. Ὁ Γέροντας Παΐσιος, μὲ τὸν ἁπλὸ καὶ φωτισμένο λόγο του, σὲ κάποια συζήτηση περὶ οἰκονομίας καὶ ἀκριβείας καὶ περὶ τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τοῦ Πηδαλίου, εἶχε τονίσει τὰ ἑξῆς: «Τὸ Πηδάλιο κάποιες φορὲς χρειάζεται νὰ τὸ στρίβουμε πότε ἀριστερά, πότε δεξιά, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ γίνεται γιὰ λόγους σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Γι᾽ αὐτό ὀνομάζεται «πηδάλιο». Ὄντως παράδειγμα ἁπλὸ καὶ φωτισμένο. Εἶναι δηλαδή, ὅπως τὸ τιμόνι στὸ πλοῖο, γιατὶ χωρὶς πηδάλιο τὸ σκάφος δὲν πηγαίνει πουθενά. Καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἐξομολογουμένων ὁ ἔμπειρος πνευματικός, σὰν καπετάνιος, ὁδηγεῖ τὸ καράβι τῆς ψυχῆς του μὲ τὸ εὐέλικτο Πηδάλιο παίρνοντας ὁ ἴδιος τὴν εὐθύνη τῆς ψυχῆς τοῦ ἐξομολογουμένου.
.         Οἱ ἀκριβοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν καταφεύγουν στὴν οἰκονομία. Εἶναι ἀκριβεῖς στὴν τήρηση τῶν νόμων μέχρι κεραίας. Ἄλλωστε Ὀρθοδοξία σημαίνει ἀπόλυτη ἀκρίβεια, γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ ἀκριβότερο πράγμα ποὺ διαθέτουμε. Καὶ σὰν τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα, τὸ ἐπιζητοῦν οἱ κλέφτες, οἱ ἅρπαγες, οἱ σφετεριστές, νὰ μᾶς τὸ πάρουν, νὰ τὸ ἀλλοιώσουν νὰ τὸ καταστρέψουν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐξαφανίσουν ἀπὸ τὸ χάρτη, ἀφοῦ δὲν μποροῦν νὰ τὸ οἰκειοποιηθοῦν.
.         Ἂς ἀκούσουμε τί μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Θέλετε νὰ εἶσθε ἀκριβεῖς; «Στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» (Β´ Θεσ. β´ 15), καὶ πάλιν «μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ» (Ῥωμ. ιβ´ 2 ). Μὴν ἀκοῦτε τὶς σειρῆνες τοῦ κόσμου ποὺ δὲν ἀπηχοῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ποὺ προβάλλουν τὸ ἄσχημο γιὰ ὡραῖο καὶ τὴν ἁμαρτία γιὰ ἀρετή. Γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε, ὅμως, αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ πολιτευόμαστε «σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς» (Τίτ. β´ 12). Ὁ ἀκριβὴς ἄνθρωπος εἶναι ὁ συνεπὴς στὸν ἑαυτό του καὶ ἂς μὴν τὸν βλέπει κανείς, ἀφοῦ πιστεύει ὅτι τὸν βλέπει ὁ Παντεπόπτης Θεός, ὁ «πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν». Εἶναι συνεπὴς στοὺς γύρω του, εἶναι ἀκριβοδίκαιος, καὶ χρησιμοποιεῖ πάντοτε τὰ ἴδια μέτρα καὶ σταθμὰ γιὰ ὅλους. Δὲν φατριάζει, δὲν δημιουργεῖ κυκλώματα, δὲν δημιουργεῖ αὐλὲς μὲ εὐνοούμενα πρόσωπα. Εἶναι συνεπὴς καὶ στὸ Θεό μας μὲ τὴν ἀπόλυτη τήρηση τῶν ἐνολῶν Του καὶ τὴ συμμετοχή μας στὴν ἀγωνία Του, «ἵνα ὧμεν ἕν» (Ἰωάν. ιζ´ 22), γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μας, στὴ βάση, ὅμως, τῶν ἀποστολικῶν μας παραδόσεων.
.         Ἂν εἴμαστε, λοιπόν, ἀκριβεῖς στὶς ἀρχές μας αὐτές, τότε θὰ εἴμαστε καὶ ἀκριβοὶ καὶ πολύτιμοι στὴν κοινωνία μας, θὰ εἴμαστε εἰκόνες καθαρώτατες τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ καὶ θὰ δοξάζεται μὲ τὴ συμπεριφορά μας ὁ δεδοξασμένος ἀνὰ τοὺς αἰῶνες Κύριος καὶ Θεός μας.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

,

Σχολιάστε