Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

Ο ΨΥΧΩΜΕΝΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ στὸν ΓΟΛΓΟΘΑ τῆς ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΜΑΣ Μητροπολίτης Γρεβενῶν, Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης -[1]

Ὁ Ψυχωμένος Ἱερομάρτυς
στὸν Γολγοθᾶ τῆς Μακεδονίας μας
Μητροπολίτης Γρεβενῶν,
Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης 

ὑπὸ Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια
Μεγάλου Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας        

Ἔκδοσις Ἑνώσεως Πολυτέκνων Ἀθηνῶν
Ἀθῆναι 2019

Μέρος Α´, σελ. 6-13

.                 Σὲ ὅλη τὴν ἔνδοξη ἑλληνικὴ ἱστορία οἱ λειτουργοὶ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου κάθε βαθμίδος σφράγισαν τὶς σελίδες της μὲ τὸ ἡρωϊκό τους αἷμα. Τὰ ματωμένα ράσα μὲ τὸ ἀλύγιστο φρόνημά τους πρωτοστάτησαν στοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἀγῶνες ἀναπτερώνοντας τὶς ἐλπίδες τῶν Ἑλλήνων καὶ πυργώνοντας τὰ ὄνειρά τους.
.                 Οἱ λεβεντόψυχοι ἱεράρχες, ἀρχιμανδρίτες, ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ μὲ τὰ κηρύγματά τους στήριξαν ψυχές, παρηγόρησαν, ἔθρεψαν. Ἔδωσαν τὸ μεγάλο παράδειγμα τῆς αὐταπαρνήσεως καὶ τῆς ἀνδρείας. Χωρὶς νὰ φείδονται κόπου, ἐθελοντικὰ τὶς πιὸ πολλὲς φορές, συντόνισαν τοὺς ἀγῶνες, ἔφθασαν στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ πυρὸς μὲ τὴν ἀπόφαση νὰ πεθάνουν, ὅπως τόσοι ἄλλοι πρὶν ἀπὸ αὐτούς, καὶ πότισαν μὲ τὸ αἷμα τους τὸ δένδρο τῆς λευτεριᾶς, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουμε ὅλοι ἐμεῖς τοὺς καρπούς του. Ἡ παρουσία τῶν ἱερωμένων στὰ μέτωπα τῶν τελευταίων ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ἀγώνων ἐμψύχωνε τοὺς γενναίους ἀγωνιστές. Αὐτοὶ τοὺς ἐνέπνεαν μὲ τὸν πύρινο λόγο τους, τοὺς δυνάμωναν μὲ τὴν μετάδοση τῶν ἱερῶν μυστήριων, τοὺς εὐλογοῦσαν, τοὺς ἁγίαζαν, γλύκαιναν τοὺς πόνους τῶν πληγωμένων τους, συμμετεῖχαν στίς κακουχίες τους.
.                 Πολὺ μεγάλη μορφὴ στὸν Μακεδονικὸ ἀγῶνα, συντονιστὴς καὶ ὁμολογητὴς πίστεως, ὁ Μητροπολίτης Καστοριᾶς, Γερμανὸς Καραβαγγέλης, λάμπρυνε τὸ νοητὸ στερέωμα τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Τὴν ἴδια αἴγλη ἐξέπεμπε καὶ ὁ ἱερομάρτυς Μητροπολίτης Γρεβενῶν, Αἰμιλιανὸς Λαζαρίδης, ὁ προάγγελος τῆς λευτεριᾶς τῆς Μακεδονίας μας. Αὐτοὶ οἱ δύο σέρνουν τὸν ἡρωϊκὸ χορὸ πλήθους ἄλλων ἱερωμένων κάθε βαθμίδος ποὺ θυσίασαν τὴν ζωή τους γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία. Τέτοιοι μάρτυρες ὑπῆρξαν καὶ οἱ τρεῖς φονευθέντες ἱερεῖς στὰ Σέρβια, τοὺς ὁποίους ὁ στρατός μας κατὰ τὴν εἴσοδό του ἐκεῖ βρῆκε μέσα στὴν λάσπη τῶν δρόμων. Ἄλλο σφάγιο κατὰ τὴν εἰσβολὴ τῶν Βουλγάρων στὴν Μακεδονία μας τὸ 1913 εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ἐλευθερουπόλεως Γερμανὸς Σακελλαρίδης, ὁ ὁποῖος «ἀντέδρασε ἐῤῥωμένως καὶ ἡρωϊκῶς εἰς τὰ σχέδιά των περὶ καταλήψεως τῆς Μακεδονίας»
.                 Ἂς εἶναι εὐλογητὸς ὁ Θεὸς, ποὺ προικοδότησε τὸ Ἔθνος μας μὲ μιὰ Ἐκκλησία ζωντανή, ὀρθόδοξη, μητρικὴ καὶ πρόθυμη νὰ μοιράζεται μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες τους. Εἶναι ἡ ἴδια ποὺ ἀπὸ τὸ 1453 μέχρι τὸ 1821, θέριεψε στὰ στήθη τῶν ὑποδούλων τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα· εἶναι ἡ ἴδια ποὺ μὲ τὴν ἀκατάλυτη δύναμή της ἔστησε τρόπαια στὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα, στοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, στὸν Πρῶτο καὶ Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στὸ Κυπριακὸ ἔπος τοῦ 1955-59 καὶ ποὺ μέχρι σήμερα στηρίζει τὸν λαὸ μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη. Εἶναι ἡ ἴδια ποὺ προμαχεῖ τῶν παραδόσεων τοῦ Ἔθνους μας, ποὺ μάχεται γιὰ τὴν ἰδιοπροσωπία μας, ἀντιστεκόμενη στὸν νεοβαρβαρισμό, στὴν ἀθεΐα, στὸν σκοταδισμό, στὴν ἐπιβολὴ ξενόφερτων ἠθῶν καὶ ἐθίμων, στὴν παραχάραξη τῆς ἱστορίας μας. Ἀναγνωρίζοντας τὶς προσπάθειές της τῆς ἀπονέμουμε τὸν ὀφειλόμενο σεβασμὸ καὶ προβάλλουμε τὶς ἡρωϊκές της μορφὲς μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ μείνει γιὰ πάντα τροφὸς καὶ μητέρα τοῦ λαοῦ, ἀπροσμάχητη δύναμη καὶ ἀδιάψευστη ἀπαντοχή μας. Ἄλλωστε αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὁ ἴδιος ὁ γλυκύτατός μας Ἰησοῦς «παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνας» καθὼς λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος.

Ἡ Μακεδονία εἶναι Ἑλληνική

.                 «Ἔστι μὲν οὖν Ἑλλὰς καὶ ἡ Μακεδονία»   διακηρύττει μὲ παρρησία ὁ γεωγράφος, ἱστορικὸς καὶ φιλόσοφος Στράβων. Ἡ Μακεδονία ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια εἶναι ἑλληνική. Τὸ μαρτυροῦν ἀναρίθμητα μνημεῖα μὲ ἑλληνικὲς ἐπιγραφές. Τὸ μαρτυροῦν τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα τῶν κατοίκων της, ὅπως Ἀλέξανδρος, Φίλιππος, Ὀλυμπιάδα. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ συμμετοχὴ τῶν Μακεδόνων στοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, ὅπου γίνονταν δεκτοὶ μόνον Ἕλληνες. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ κοινὴ μὲ τοὺς ὑπολοίπους Ἕλληνες λατρεία τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στὰ Θεσσαλικὰ σύνορα μὲ τὴν Μακεδονία. Τὸ μαρτυροῦν οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς Μακεδόνες ἀποδέκτες, τοὺς Θεσσαλονικεῖς καὶ τοὺς Φιλιππησίους, ποὺ εἶναι γραμμένες στὰ ἑλληνικά. «Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων;».

.                 Στὸν χῶρο τῆς Μακεδονίας τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος μεγαλούργησε διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ ἑρμήνευσε μὲ τὴν λεπτότητα τοῦ πνεύματός του τὶς ὑψηλὲς διδασκαλίες τῶν φιλοσόφων του, τὶς ὁποῖες ἀπὸ ἐκεῖ διέδωσε καὶ μεταλαμπάδευσε σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ὁ χῶρος τῆς Μακεδονίας εἶναι συνδεδεμένος ἄρρηκτα μὲ τὴν δράση τοῦ Φιλίππου καὶ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, οἱ ὁποῖοι κατόρθωσαν τὸ ἀκατόρθωτο ὑλοποιώντας τὸ μεγαλόπνοο σχέδιό τους γιὰ τὴν πολιτιστικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἑνότητα τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου. Βεργίνα, Δίον, Πέλλα, Ἀμφίπολις καὶ τόσα ἄλλα ἀπομεινάρια τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὶς ἑλληνικὲς ἐπιγραφὲς μαρτυροῦν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.

.                 Στὴν Θεσσαλονίκη ἔδρασαν μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες τοῦ Βυζαντίου, ὅπως ὁ Συμεὼν καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοποι τῆς πόλεως, καὶ σὲ αὐτὴν γεννήθηκαν οἱ Ἅγιοι Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, οἱ ἱεραπόστολοι καὶ φωτιστὲς τῶν Σλάβων. Στὴν Καστοριὰ ἐντυπωσιάζουν οἱ ὑπέροχοι Βυζαντινοὶ Ναοὶ μὲ τὶς τοιχογραφίες τους, ὅπως καὶ στὶς Πρέσπες καὶ στὴν Ἀχρίδα, ὅπου τὰ ὀνόματα τῶν εἰκονιζομένων μορφῶν εἶναι γραμμένα στὴν ἑλληνίδα γραφή. Καὶ ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε γιὰ τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας μας «οἱ λίθοι κεκράξονται».

Ἡ ἐναντίον τῆς Μακεδονίας ἐπιβουλή

.             Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἐδέσποζε σὲ ὅλους ἡ ἐπίγνωση, ὅτι ἡ Μακεδονία ἦταν ὁ προμαχὼνας τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ κυριαρχοῦσε ἡ συνείδηση τῆς ἀνεκτίμητης συμβολῆς τῶν Μακεδόνων στὴν ἐθνικὴ ὕπαρξη καὶ πολιτιστικὴ ἐξέλιξη τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνισμοῦ. Οἱ Μακεδόνες δὲν ἦταν ἁπλὰ εὐκαιριακοὶ σύμμαχοι τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἀναπόσπαστο κομμάτι τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Ἐφρόντισαν νὰ τὸ διακηρύξουν αὐτὸ προσωπικῶς καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Βασιλεῖς τους.
.                Ἂν ἔλειπαν οἱ Μακεδόνες, νὰ ὑπερασπίζονται ὡς γνήσιοι Ἕλληνες διαρκῶς τὴν Ἑλλάδα ἐναντίον τῶν βαρβάρων, καὶ στὴν συνέχεια ὁ Μακεδόνας Μέγας Ἀλέξανδρος ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἐξελληνίσει καὶ νὰ ἐκπολιτίσει μὲ τὴν μεγαλειώδη ἐκστρατεία του ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν τότε γνωστὴ ἀνθρωπότητα, ὁ Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς θὰ παρέμενε ἐκτεινόμενος στὰ ἀρχικά του στενώτατα ὅρια καί, ἴσως ὑπὸ τὴν πίεση συντριπτικὰ πολυπληθεστέρων βαρβάρων, τελικὰ νὰ ἐξέπνεε. Ἔτσι, οὔτε ὁ λαμπρὸς πολιτισμὸς τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου θὰ ἀναπτυσσόταν, οὔτε καὶ ὁ χριστιανισμός, τοῦ ὁποίου τὰ Εὐαγγέλια, πλὴν ἑνός, καὶ οἱ Ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων ἔχουν γραφεῖ, γιὰ νὰ κατανοοῦνται στὴν καθομιλουμένη τὴν ἐποχὴ ἐκείνη Ἑλληνική, οὔτε καὶ τὰ δόγματα ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἑλληνική τους παιδεία θὰ διαδίδονταν ἀνὰ τὴν οἰκουμένη, ἀλλὰ θὰ παρέμενε αὐτὸς ὡς μία ἁπλῆ αἵρεσις λίγων πιστῶν σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς Παλαιστίνης. Μὲ μία φράση: Ὁλόκληρος ὁ σημερινὸς πολιτισμὸς τῆς Δύσεως, μὲ τὶς ἑλληνικές του καταβολὲς καὶ τὴν χριστιανική του πνοὴ ὀφείλει αὐτὴ τὴν συγκρότησή του στὴν Μακεδονία καὶ τοὺς Μακεδόνες, ὡς τὸ πιὸ αὐθεντικὸ καὶ δυναμικὸ τμῆμα τοῦ ὅλου ἑλληνισμοῦ.
.             Τὸ λεγόμενο «Μακεδονικὸν ζήτημα» ἀνέκυψε κυριολεκτικὰ ἐκ τοῦ μηδενός, ἐναντίον κάθε ἱστορικῆς, γεωγραφικῆς καὶ ἐθνολογικῆς ἀληθείας, μόνο καὶ μόνο στὸ πλαίσιο ἀνόμων καὶ ἀνηθίκων ἐπεκτατικῶν ἐπιδιώξεων ἐξωβαλκανικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες, γιὰ τὴν πραγματοποίησή τους, βασιζόμενες στὴν δύναμη καὶ τὴν ἐπιρροή τους, ἐξέθρεψαν ὄνειρα καὶ δημιούργησαν ἀθεμελίωτες ἐπιθυμίες σὲ ἀνώριμες γειτονικὲς ἐθνικὲς ὁμάδες

 

Διαφημίσεις

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΥΨΩΜΑ ΤΟΥ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Τὸ ὕψωμα τοῦ χαρταετοῦ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Ὁ χαρταετὸς δὲν ὑψώνεται τυχαία τὴν Καθαρὰ Δευτέρα. Μᾶς προκαλεῖ νὰ ὑψωθοῦμε καὶ ἐμεῖς πνευματικὰ στὸν νοητὸ οὐρανὸ τῶν ὑψοποιῶν ἀρετῶν μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση, τὴν προσευχή, τὴν νηστεία, τὴν διαρκῆ ἐγρήγορση. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε, ὅπως ὁ ἀετός, τὸ ὑπερήφανο πουλὶ ποὺ ζεῖ στὰ ψηλὰ βουνά. Αὐτὸ ποὺ τὸ θέλγουν τὰ ψηλώματα, οἱ ἀπάτητες κορυφές, ποὺ ἀρέσκεται στὰ δύσκολα καὶ τὰ ἐπιδιώκει, ποὺ ἐπιθυμεῖ τὸ φῶς, ποὺ θέλει νὰ ἀγναντεύει ἀπὸ ψηλὰ τὴν θεϊκὴ δημιουργία, ποὺ πετᾶ ἐκεῖ ποὺ σπάνια μποροῦν νὰ τὸ ἀκολουθήσουν ἄλλα πτηνά. Μᾶς προκαλεῖ νὰ πετάξουμε καὶ ἐμεῖς ὁμοιάζοντάς του στὰ ὑψηλὰ ἀποφεύγοντας τὸ σούρσιμο στὰ χθαμαλά! Μᾶς προκαλεῖ νὰ φθάσουμε στὶς δυσπρόσιτες κορυφὲς πετώντας καὶ ὄχι ἕρποντας. Νὰ φθάσουμε καὶ νὰ ἀγναντέψουμε ἀπὸ ψηλὰ ὅλη τὴν φύση ποὺ ἁπλώνεται μπροστά μας καὶ θαυμάζοντάς την μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς μας νὰ ἀναφωνήσουμε: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. ΡΓ´ [103] 24).
.          Γιὰ νὰ ὑψωθεῖ, ὅμως, ὁ χαρταετὸς χρειάζεται τὰ ζύγια του, δηλαδὴ τὸ χαλινάρι του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατευθύνεται μέσα ἀπὸ τὸ σπάγγο, νὰ εἶναι σταθερὰ καὶ μὲ ἴσες ἀποστάσεις. Ὅσο καλὸς καὶ μεγάλος καὶ ἂν εἶναι ὁ χαρταετός, ὅσο μεγάλη οὐρὰ καὶ ἂν ἔχει, ἂν τὰ ζύγια του δὲν προσεχθοῦν, δὲν σηκώνεται καὶ ἂν σηκωθεῖ γιὰ λίγο, πάλι ξαναπέφτει. Μᾶς θυμίζει τοὺς ἑαυτούς μας ποὺ δὲν ἔχουμε ζυγίσει καλὰ τὶς δυνάμεις μας καὶ προσπαθοῦμε νὰ ξεκινήσουμε τὸν ἀγῶνα τῆς σαρακοστῆς ἐπιπόλαια. Γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦμε σωστὰ καὶ νὰ ἀνέβουμε πνευματικὰ χρειάζεται νὰ ζυγίσουμε τὸν ἀγώνα μας, νὰ ζυγίσουμε τὶς δυνάμεις μας χωρὶς ὑπερβολές, γιατὶ ἂν λίγο ξεφύγουμε, λίγο χαλαρώσουμε ἢ λίγο σφίξουμε περισσότερο, τότε δὲν ἰσορροποῦμε καὶ δὲν ἀνεβαίνουμε στὸ οὐράνιο στερέωμα.
.                 Γιὰ μιὰ ἐπιτυχημένη ἀνύψωση ἑνὸς χαρταετοῦ, ἀλλὰ καὶ δική μας, ἰδίως τὴν περίοδο αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ σταδίου, χρειάζεται καλὸ προγραμματισμό, ἐπίγνωση τῆς δυνάμεως τῆς ψυχικῆς ἀντοχῆς μας, ὁραματισμὸ καὶ ἀγόγγυστη ὑπομονή. Τὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ καὶ τοῦ δικοῦ μας στὸ οὐράνιο στερέωμα τῶν ἀρετῶν εἶναι ἕνα πανηγύρι. Ἔτσι τὸ νοιώθουμε, περιμένοντας τὸ φύσιγμα τοῦ ἀνέμου, ποὺ θὰ μᾶς δώσει τὴν δυνατότητα νὰ ἀπολαύσουμε τὸ πέταγμα αὐτό. Βλέπετε, χωρὶς ἄνεμο δὲν πετάει ὁ χαρταετὸς καὶ χωρὶς ἀερμώνια αὔρα, δηλαδὴ χάρη Θεοῦ, οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νὰ πετάξουμε. Ἂν ὁ Θεὸς τὸ θελήσει καὶ πνεύσει ἄνεμος εὐνοϊκός, τότε καὶ ἐμεῖς θὰ πετάξουμε. Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἀνυψωτική μας δύναμη. Ἀπὸ ἐμᾶς περιμένει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὸ στιβαρὸ χέρι ποὺ θὰ βαστάσει σταθερὰ τὸν σπάγγο στὸ πέταγμα τοῦ χαρταετοῦ. Ἀλλοίμονο, ὅμως, ἂν στὶς πρῶτες ἀποτυχημένες προσπάθειες κλονισθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὶς προσπάθειές μας. Ὁ ἐπιμένων νικᾶ. Ἀρκεῖ κάθε φορὰ νὰ ἐπικαλούμαστε τὸν Χριστό μας, καὶ νὰ ζητοῦμε τὴν συνέργειά Του, ἀφοῦ μόνον Αὐτὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ἀνυψώσει, νὰ μᾶς δώσει φτερὰ ἀετοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἀτονίσουμε, νὰ μὴν ἀποκάμνουμε, ἀφοῦ μόνον τότε γιὰ ἐμᾶς λέει ὁ Προφήτης Ἡσαΐας: «Πτεροφυήσουσιν ὡς ἀετοί. Δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσι, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσι» (Ἡσ. M´ 31).
.           Ἀλλοίμονον, ἐπίσης, ἂν φυσήξει πολὺ δυνατὸς ἀέρας καὶ ὁ χαρταετὸς πετάξει μὲ μεγάλη ταχύτητα στὸ οὐράνιο στερέωμα. Ἡ τριβὴ τοῦ σπάγγου στὰ χέρια μας θὰ ἀναπτύξει στὰ δάκτυλά μας τόσο μεγαλή θερμότητα, ὥστε νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Καὶ τὸ γρήγορο πνευματικὸ πέταγμα, νομίζοντας ὅτι θὰ πετύχουμε τὴν πνευματικὴ τελειότητα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἐγκαύματα. Μήπως ἔτσι δὲν συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἴκαρο, ποὺ τὰ τεχνητά του φτερὰ δὲν ἄντεξαν τὶς θερμαντικὲς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ ἔλιωσαν, μὲ ἀποτέλεσμα ἀντὶ νὰ ἀπολαύσει τὶς ὀμορφιὲς τοῦ οὐρανοῦ νὰ βρεθεῖ στὰ ἔγκατα τῆς θαλάσσης!
.           Στὸ πέταγμά μας ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση τῶν σωματικῶν μας ἱκανοτήτων, ἀλλὰ καὶ νὰ λαμβάνουμε ὑπ’ ὄψη μας τοὺς πιθανοὺς κινδύνους ποὺ θὰ συναντήσουμε, ἀφοῦ κατὰ τὴν λαϊκὴ παροιμία: «Τοῦ φρονίμου τὰ παιδιὰ πρὶν πεινάσουν μαγειρεύουν». Πάντοτε, ὅμως, νὰ ξεκινοῦμε μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς θείας δυνάμεως, ἀφοῦ εἶναι γνωστὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. ιε´ 5). Τεράστια εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς, ἀφοῦ μὲ αὐτὴν ὁ πειρασμὸς τῆς ἄπνοιας ἢ τῆς μεγάλης ταχύτητας τοῦ ἀνέμου, τῆς κοπώσεως καὶ τῆς ἀπογοητεύσεως φεύγει ἄπρακτος. Ἡ προσευχὴ μὲ τὴν συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου μας, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», μᾶς ἐνισχύει, γιὰ νὰ μὴν σαλευθοῦμε καὶ ἐγκαταλείψουμε τὸν ἀγῶνα τοῦ πνευματικοῦ πετάγματος σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Προφητάνακτος; «Προωρώμην τὸν Κύριόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἔστι, ἵνα μὴ σαλευθῶ » (Ψαλμ. IE´ [15] 8).

 

 

 

 

,

Σχολιάστε

ΤΟ «ΑΦΕΤΕΙΟΝ» ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ (Χαρ. Μπούσιας)

Τὸ ἀφετεῖον
Ἀφιέρωμα στὴν μνήμη τοῦ μάκαρος,
Γέροντος Ἀγαθαγγέλου Μιχαηλίδη

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Γέροντας Ἀγαθάγγελος Μιχαηλίδης, ὁ ἁπλός, θεόσοφος, διδακτικός, προσηνής, ἀφιλοχρήματος, ταπεινός, καὶ χριστοφίλητος ἱερομόναχος και πνευματικὸς ὑπῆρξε χαρακτηριστικὴ ἐκκλησιαστικὴ φυσιογνωμία τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Ἐπιδείκνυε ἀπαράμιλλο ἦθος, ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ βιωμένο παράδειγμα σὲ ὅλη του τὴν ἱερατικὴ διακονία μέχρι τὴν ὁσιακή του κοίμηση στὶς 13 Μαρτίου τοῦ 1991.
.             Ἔγραφε ὁ Γέροντας στὸ ἡμερολόγιό του:«Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, τὸν Σωτήρα μου, διότι ἀπὸ νήπιο μὲ ἔκαμε νὰ ἀγαπῶ μέχρι τρέλλας τὸ θυσιαστήριό Του, νὰ θέλω νὰ ὑπηρετῶ Αὐτὸν καὶ μόνον Αὐτόν, καὶ νὰ ἐπιθυμῶ νὰ εὕρω τὴν εὐτυχία μου καὶ τὴν χαρά μου μόνο κοντά Του».
.             Ὁ λόγιος καὶ θεόσοφος Γέροντας, ὁ ἑρμηνευτὴς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς ἁγιασμένες πνευματικὲς φυσιογνωμίες τῆς Μεσσηνίας, ὁ πατὴρ Ἰωὴλ Γιαννακόπουλος, ἔλεγε περὶ αὐτοῦ:
.             «Ὁ πατὴρ Ἀγαθάγγελος εἶναι ὅ,τι λέει τὸ ὄνομά του».
.             Πράγματι ὁ Γέροντας ἦταν ὁ ἄνθρωπος τῆς κενωτικῆς ἀγάπης, τῆς προσφορᾶς, «ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος». Ὅπως ὁ Χριστός μας καὶ ὁ γνήσιος Ἱερεύς Του, ὁ Γέροντας Ἀγαθάγγελος, μᾶς προσέφερε ἀκήρατο τὸν Λυτρωτή μας καὶ ὁ ἴδιος προσέφερε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν ἀγάπη Ἐκείνου, ποὺ ἦταν τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του. Φιλόπονος ἐργάτης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀμπελῶνος ὁ Γέροντας Ἀγαθάγγελος, ἔσπερνε τὸν σπόρο τῆς σωτηρίας, φύτευε στὶς καρδιὲς τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὶς λίπαινε μὲ τὸ δυναμωτικὸ λίπασμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τὶς καθάριζε ἀπὸ τὰ ζιζάνια τῶν παθῶν, τῶν λογισμῶν, τῶν αἱρέσεων. Ἦταν δοσμένος ὁλοκληρωτικὰ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶ ψυχῶν καὶ δὲν ἄφηνε χρόνο στὸν πονηρὸ νὰ ἐπέμβει καὶ νὰ τὶς καταστρέψει. Ἔτρεχε νὰ προλάβει καὶ νὰ τὶς ἁρπάξει ἀπὸ τὶς ἐνέδρες του.
.             Γνώριζε ὁ Γέροντας τὴν ἀκρίβεια τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὁ ἴδιος ἦταν ἀκριβὴς στὴν συμπεριφορά του. Βίωνε ἀπόλυτα τὴν πνευματικὴ ζωή, ἐκινεῖτο μέσα στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἐναρμονιζόταν πλήρως μὲ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες, ὅπως μᾶς τοὺς παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ νεωτεριστικὲς διδασκαλίες καὶ ἑρμηνεῖες, τοῦ κόσμου, τοῦ αἰῶνος μας τοῦ ἀπατεῶνος, ποὺ θέλουν νὰ περάσουν κάποιοι καὶ οἱ ὁποῖες παραποιοῦν τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ζοῦσε τὴν παραδεδομένη ἀκρίβεια καὶ τὴν ἐπέβαλλε στὰ πνευματικά του παιδιά, ἄσχετα ἂν σὰν φιλόστοργος πατέρας γιὰ τὶς συνεχεῖς μας πτώσεις ἐφάρμοζε ἐνίοτε τὴν «οἰκονομία». Οὐδέποτε, ὅμως, θεωροῦσε ὅτι ἡ ἀκρίβεια ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν οἰκονομία. Τὴν ἀκρίβεια τοῦ Πηδαλίου μὲ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους ποὺ ἔχει καταγράψει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὁ Ἁγιορείτης, τὴν τηροῦσε, ἂν καὶ ὅπως τὸ πηδάλιο, δηλαδή, τὸ τιμόνι τοῦ πλοίου ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸν ἔμπειρο καπετάνιο, στρίβεται πότε ἀριστερά, πότε δεξιά, ἔτσι καὶ αὐτὸς τὸ χειριζόταν κατάλληλα, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ γινόταν γιὰ λόγους σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἐξομολογουμένων ὁ ἔμπειρος πνευματικός, ὁ Γέροντας Ἀγαθάγγελος, σὰν καπετάνιος, ὁδηγοῦσε τὸ καράβι τῆς κάθε ψυχῆς μὲ τὸ εὐέλικτο Πηδάλιο παίρνοντας ὁ ἴδιος τὴν εὐθύνη τῆς ψυχῆς τοῦ ἐξομολογουμένου.
.             Κάποτε ἕνας πιστός, ποὺ δὲν εἶχε σχέση μὲ τὴν ἐξομολόγηση, πλησίασε τὸν τότε Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο Δασκαλάκη. Στὴν συζήτηση ἐπάνω τοῦ εἶπε ὅτι δὲν ἐξομολογεῖται, γιατὶ φοβᾶται τοὺς κανόνες ποὺ οἱ πνευματικοὶ ἐπιβάλλουν. Ὁ Μητροπολίτης χαμογέλασε καὶ τοῦ εἶπε:
-Δὲν ἔχεις παρὰ νὰ πᾶς στὸ «Ἀφετεῖο»!
.             Ἐννοοῦσε βέβαια, τὸν Γέροντα Ἀγαθάγγελο, τὸν ἐπὶ εἰκοσαετία Πρωτοσυγκελλό του, ὁ ὁποῖος ἐξομολογοῦσε πλῆθος πιστῶν καὶ ὅλους τοὺς οἰκονομοῦσε, ὥστε καμία ψυχὴ νὰ μὴν πάει χαμένη. Ἦταν ὁ «πνευματικὸς τῆς Καλαμάτας», τὸ ἀφετεῖο τῶν ψυχῶν, ὁ Γέροντας ποὺ παρεῖχε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μὲ τὸ διακριτικὸ χάρισμα τοῦ «ἐνοικοῦντος» σὲ αὐτὸν Παρακλήτου Πνεύματος

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

Σχολιάστε

ΙΣΟΥΡΑΝΙΑ ΜΝΗΜΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛ. ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἰσουράνια Μνήμη Μητροπολίτου Χαλκίδος
Νικολάου Σελέντη
(19 Ἰανουαρίου 1975)


Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Στὶς 19 Ἰανουαρίου ἐνθυμούμεθα ἐγκωμιαστικὰ καὶ παρακλητικὰ τὸν ἰσάγιο Μητροπολίτη Χαλκίδος, τὸν «μετ’ Ἀγγέλων συναγαλλόμενον», μακαριστὸ Νικόλαο Σελέντη.
.           Τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν φθάσαντα, ὄχι χωρὶς πόνους καὶ θυσίες, ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν». Αὐτὸν ποὺ ἐργάσθηκε στὸν ἀγρὸ τοῦ Κυρίου φιλόπονα, αὐτὸν ποὺ διέπρεψε ὡς φοιτητής, ὅπως καὶ ἀργότερα ὡς Ἱερεύς, Κατηχητής, Ἱεροκήρυκας καὶ Ἐπίσκοπος, μὲ τὴν κενωτικὴ προσφορὰ καὶ ἀγάπη του, μὲ τὸ ἀκατάβλητο φρόνημά του, τὸν κατηχητικό του λόγο καὶ τὴν ὑπομονή του στὶς ἀντιξοότητες, τὶς ἀδικίες καὶ τῆς δυσκολίες τῆς ζωῆς.

.           Ὁ Νικόλαος ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε γιὰ τὸν Χριστό μας, τὸ ἐφετὸ τῆς καρδιᾶς του, πρὸς τὸν ὁποῖο προσευχητικά, ἀδιάλειπτα ἔλεγε: Κύριε, σὺ εἶναι «λύχνος τοῖς ποσί μου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. ΡΙΗ´ [118] 105). Στὸ φοιτητικὸ οἰκοτροφεῖο τῶν Ἀθηνῶν συνδέθηκε μὲ μεγάλες σύγχρονες μορφὲς τῆς στρατιᾶς τοῦ Ἰησοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ νῦν μαζί του συναγαλλόμενος στὶς ἐπάλξεις τοῦ οὐρανοῦ, ὁσιώτατος Γέροντας Εὐσέβιος Βίττης. Αὐτόν, τὸν τότε Στέργιο, θαύμαζε γιὰ τὸ γνήσιο φρόνημά του, τὴν ἀγωνιστική του διάθεση, τὴν μαθησιακή του τελειότητα, τὴν ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτῆρος. Τὸν θαύμαζε καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸν μιμηθεῖ στὸν ἔνθεο ζῆλο μεταποιώντας τὸν στίχο τοῦ Μεγάλου Κανόνος: «Ψυχή μου, ψυχή, μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις»; Ὁ Νικόλαος τὸν τότε Στέργιο χαρακτήρισε «Ραγιᾶ τοῦ μεγάλου ἰδανικοῦ του καὶ δοῦλο τοῦ Ἰησοῦ». Καὶ γι’ αὐτὸν ἔγραφε στὰ «Ξεσπάματα τῆς καρδιᾶς του»: «… ὁ Στέρ­γι­ος… Εἶ­ναι τό­σο κα­λὸ σκεῦ­ος γιὰ τὴν δι­α­κο­νί­α Σου… Εἶ­ναι θυ­σί­ας ἄν­θρω­πος… Δοῦλος τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Ψυ­χή μου, σὺ τί κά­νεις; Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Κύ­ρι­ε, γι­α­τὶ μοῦ χα­ρί­ζεις τέ­τοι­ους ἀ­δελ­φοὺς καὶ συ­νερ­γά­τες».
.           Ἐγκωμιαστικὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὰ λόγια τοῦ φίλου του, συναγωνιστοῦ του στὸ μετερίζι τῆς πίστεως, τοῦ παναξίου ἐν ζωῇ Μητροπολίτου Καρυστίας κ. κ. Σεραφείμ: «Ὁ Νικόλαος δέν προσέβλεπε οὔτε ἀπέβλεπε στήν δόξα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἀκράδαντα πίστευε στήν μισθαποδοσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτήν ποθοῦσε καί γιά αὐτήν ἐργάστηκε…. Μεταρσιωμένος κατά τήν διάρκεια τῆς Θείας λατρείας ὁ ἴδιος ἒδινε καί ἔδειχνε καί στόν λαό τόν Οὐρανό μέ τήν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ καί ζῶσα λατρευτική του στάση. Δοσμένος ὁλόκληρος καί καταρτισμένος στόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀνέπτυξε τό κήρυγμα καί κατέστησε τόν ἄμβωνα κέντρο τοῦ Ναοῦ καί τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ λαοῦ. Συνείχετο ἀπό τό αἴσθημα τῆς εὐθύνης καί διαρκῶς ἐσκέπτετο καί ἀγωνιοῦσε γιά τήν σωτηρία τῶν ἐμπεπιστευμένων εἰς αὐτόν ψυχῶν “ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανε” καί γιά τοῦτο δέν ἔδινε “ὕπνον τοῖς βλεφάροις καί νυσταγμόν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ”. Ὁ Νικόλαος ὑπῆρξε τύπος τῶν πιστῶν “ἐν ἔργῳ, ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἁγνείᾳ”. Ἡ ψυχή του, ἐξαγνισμένη καί ἐξαγιασμένη, ἦτο δοχεῖον καί λύρα τοῦ Πνεύματος. Ἡ καρδιά του, καθαρή καί ἀγαθή, ἦτο ἐργαστήριον καί πηγή ἀστείρευτη καλῶν ἔργων καί λόγων. Τό χέρι του , πάντα ἀνοιχτό, νά μοιράζει γιά νά δίνει ὅλα τά δικά του καί ὅλα ὅσα οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἔβαζαν στό χέρι. Ἔμεινε διά βίου καί ἔφυγε ἐκ τοῦ βίου πτωχός καί ἔτσι ἀνεδείχθη ὅτι ἀξίως τοῦ ὀνόματος (τοῦ ἁγίου Νικολάου) ἐπολιτεύθη. Ὁ Νικόλαος, ἄν καί ἔζησε ἐπί τῆς γῆς ὀλίγα χρόνια, ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς. Ἐδοκιμάσθη ὡς χρυσός ἐν χωνευτηρίῳ καί ἔλαμψε μέ τήν ὑπομονή του, τήν ἀνεξικακία του, τήν ἐν γένει ἀρετή του. Τόν Νικόλαο δέν μπορεῖς νά τόν γνωρίσεις ἀπό τήν περιγραφή καί μάλιστα τήν σύντομη καί περιληπτική. Τόν Νικόλαο, μόνο ἄν τόν εἶχες ζήσει ἀπό κοντά, θά μπορέσεις νά τόν ἐννοήσεις καί νά τόν ἐκτιμήσεις. Μέ τήν ὡραία του μορφή, τό ἀνεπιτήδευτο χαμόγελο, μέ τήν μεγάλη του καρδιά καί τήν ἁγιασμένη του ψυχή,ὅπως μᾶς ἔδινε τήν ζωή του,θά μᾶς δίνει τήν εὐχή του, πού τόσο τήν ἔχομε ἀνάγκη. Καί τήν προσευχή του,διότι “πολύ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη”»
.           Προσευχητικὰ τὸν Μητροπολίτη Νικόλαο ἐνθυμούμεθα, ἀφοῦ τὸν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό μας, ὅπως Ἐκεῖνος. Ἂν τὸ πετύχουμε αὐτὸ τότε ὅλη ἡ ζωή μας θὰ εἶναι χριστοκεντρικὴ καὶ θὰ δοξάζεται καὶ ἀπὸ ἐμᾶς, ὅπως δοξάσθηκε καὶ ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἅγιο Χαλκίδος, Νικόλαο Σελέντη, «ὡς ἐν οὐρανῶ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ματθ. ϛ´ 10).

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΗΣ ΝΗΨΕΩΣ (Ὅσιος Παχώμιος ὁ Χίου) [Χαρ. Μπούσιας]

Τὸ διαμάντι τῆς νήψεως
Ὅσιος Παχώμιος ὁ Χίου

Ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 14 Ὀκτωβρίου.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Χαῖρε, λειμὼν μυρίπνοος νήψεως·
χαῖρε, εἰκὼν ψυχῆς καθαρότητος.

   .             Ὁ Ὅσιος Παχώμιος τῆς μυροβόλου Χίου μας εἶναι ἕνα διαμάντι ποὺ χρυσαφίζει στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ θαμβώνει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, αὐτὰ ποὺ ἀναζητοῦν μέσα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας νὰ δοῦν τὸν νοητὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Φωτοδότη καὶ Ζωοδότη Ἰησοῦ μας.
.             Διαμάντι ὁ Ὅσιος Παχώμιος, διαμαντένιο καὶ τὸ στέμμα ποὺ τοῦ χάρισε ὀ δωρεοδότης μας Κύριος ὡς ἀντιμίσθιο τῶν πολλῶν ἀσκητικῶν του καμάτων. Ἡ διαρκὴς σκληραγωγία καὶ ἡ ἀέναη προσευχὴ ἀνέβασαν τὸν Ὅσιο Παχώμιο στὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ διαμάντι τῆς νήψεως. Στὴν ζωή του ὅλη ὁ Ὅσιος βρισκόταν σὲ διαρκῆ ἐγρήγορση σύμφωνα μὲ λόγια τοῦ Κυρίου μας «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Ματθ. κστ΄ 41). Ἡ ἐγρήγοση αὐτὴ τὸν ἔφερε στὸ σκαλοπάτι τῆς ἀπαθείας καὶ τῆς νήψεως. Ἄλλωστε ἦταν πνευματικὸς ἀπόγονος τῶν νηπτικῶν πατέρων, τῶν εὐλαβῶν ἀνακαινιστῶν τοῦ Ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ, τῶν συνειδητοποιημένων ψυχῶν τῆς ἀξίας καὶ τῆς σημασίας τῆς παραδόσεως γιὰ τὸ Ὀρθόδοξο γένος μας· αὐτῶν ποὺ ἤθελαν βιωματικὰ νὰ προχωρήσουν μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή, τὴν πατερικὴ σκέψη, τὴν Ὀρθόδοξη μόρφωση καὶ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ σὲ ἕνα πιὸ ψυχοτρόφο καὶ χριστοκεντρικὸ αὔριο· αὐτῶν ποὺ τὰ προηγούμενα χρόνια εἶχαν διαγνώσει τὸν ἄμεσο κίνδυνο ποὺ διέτρεχε τὸ ‘Ορθόδοξο Γένος τῶν Ἑλλήνων, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ‘Οθωμανοὺς κατακτητές-τυράννους, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τοὺς ψυχοκτόνους αἱρετικοὺς καὶ τοὺς διαφωτιστές-νεωτεριστὲς τῆς Ἑσπερίας· αὐτῶν ποὺ εἶχαν διαγνώσει τὴν καλπάζουσα ἀσθένεια τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ εἶχαν προτείνει φάρμακα κατάλληλα, ὅπως τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, τὴν συχνὴ θεία μετάληψη καὶ τὴν ἐμβριθῆ μελέτη τῶν ἁγιοπατερικῶν κειμένων.
.             Ὁ Ὅσιος Παχώμιος, ὁ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, ὁ σοφὸς διδάσκαλος τοῦ δοχείου τῆς χάριτος, τοῦ μετέπειτα μεγάλου καὶ θαυματουργοῦ ἱεράρχου, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ἄκουγε στὰ αὐτιά του νὰ ἀντηχοῦν σὲ κάθε περίπτωση τὰ λόγια τοῦ Παύλου πρὸς τὸν ἀπόστολο Τιμόθεο: «Σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι» (Β΄ Τιμ. δ΄ 5). Καὶ πρόσεχε κάθε του βῆμα, κάθε του κίνηση καὶ διατηροῦσε ἄγρυπνη φροντίδα, γιὰ νὰ μὴν τὸν ξεγελάσει ὁ πονηρός, αὐτὸς ποὺ καὶ ἀπὸ το τελευταῖο σκαλοπάτι προσπαθεῖ νὰ ρίξει τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς στὴν ἄβυσσο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου. Συνεχῶς ἐπανελάμβανε «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2) καὶ ἐκμεταλλευόταν τὸ χρόνο τῆς πρόσκαιρης ζωῆς του κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο προσπαθώντας «Θεῷ ἀρέσκειν» (Α΄ Θεσ. δ΄ 1 ) καὶ «ἐξαγοραζόμενος τὸν καιρόν» (Ἐφεσ. ε΄ 16), ἀφοῦ ἡ σπουδαιότερη ἀρετή του ἦταν ἡ ἐξαγορὰ τοῦ χρόνου τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἐραστὴς τῆς ἀῤῥέμβαστης καὶ καρδιακῆς προσευχῆς δὲν ἄφηνε οὔτε στιγμὴ τοῦ χρόνου του νὰ μὴν προφέρει τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ καὶ ἔκανε ἐντύπωσε σὲ ὅλους ἡ κατάνυξη καὶ ἡ νήψη του. Στὸν νοῦ τοῦ ἔρχονταν συχνὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀββᾶ Ἀρσενίου, ποὺ ἔλεγε πάντοτε στὸν ἑαυτό του: « Ἀρσένιε, γιὰ ποιὸ λόγο ἄφησες τὸν κόσμο;» καὶ προσπαθοῦσε νὰ διώξει μακρυὰ κάθε ραστώνη καὶ ἀκηδία, νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν ἀμέλεια ποὺ ὁδηγεῖ στὸ πνευματικο τέλμα καὶ στὴν ἀπογοήτευση. Γι’ αὐτὸ καὶ δίδασκε τοὺς ὑποτακτικούς του μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου: «βιασώμεθα ἑαυτούς, βάλωμεν ἀρχήν, θελήσωμεν τὸ καλόν, σπεύσωμεν πρὸς τὴν σωτηρίαν».
.                Μὲ τὴν νήψη ὁ Ὅσιος Παχώμιος κατέστρεψε τὶς ἐνέδρες τοῦ δεινοῦ πολεμήτορος φορώντας βέβαια τὴν περικεφαλαία τῆς προσευχῆς καὶ τὸν θώρακα τῆς νηστείας καὶ κακοπαθείας. Ἔτσι κατάφερε νὰ ὁδεύσει τὸ δόλιχο τοῦ παρόντος βίου καὶ νὰ καταντήσει στὰ σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων ἀπαύστως ψάλλει: «Κύριε, δόξα Σοι»!
.           Τὸ διαμάντι τῆς νήψεως τοῦ Ὁσίου Παχωμίου λαμπυρίζει στὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ στολίζει τὴν ἁγία κεφαλή, γιὰ νὰ τὸ βλέπουμε καὶ ἐμεῖς, ποὺ τιμᾶμε πανηγυρικὰ τὴ μνήμη του, καὶ νὰ διδασκόμαστε ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἀπόκτησή τους ζητώντας του νὰ πρεσβεύει στὸν Κύριο, πρὸς τὸν Ὁποῖο μεγάλη ἔχει παρρησία, νὰ μᾶς ἀξιώσει καὶ ἐμᾶς νὰ στολιστοῦμε μὲ διαμάντια ἀρετῶν καὶ στεφανηφόροι νὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως: «Εὖ, δοῦλε, ἀγαθὲ καὶ πιστέ, εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» (Ματθ. κε΄ 21).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

Σχολιάστε

ΚΡΑΥΓH IΚΕΣΙΑΣ ΠΡOΣ ΤOΝ ΚΥΡΙΟ (Χαρ. Μπούσιας)

Κραυγ κεσίας πρς τν Κύριο

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Στὶς δυσκολίες μας, στοὺς πόνους μας, στὶς συμφορὲς ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή, στὶς ἀρρώστιες μας, στὶς ἀδικίες ποὺ αἰσθανόμαστε ζητοῦμε συμπαράσταση, ζητοῦμε κάπου νὰ ἀκουμπήσουμε. Ἔχουμε ἀνάγ­κη ἀπὸ κάποιον νὰ σταθεῖ κοντά μας, νὰ μᾶς γαληνέψει, νὰ μᾶς παρηγορήσει, νὰ μᾶς πεῖ δυὸ λόγια ἀγάπης, νὰ μᾶς δώσει ἕνα χέρι βοηθείας. Νὰ δείξει λίγο ἐνδιαφέρον γιὰ ἐμᾶς, τοὺς ἐμπεριστάτους, τοὺς κατατρεγμένους. Ἀκόμη καὶ τίποτε νὰ μὴν μπορεῖ αὐτὸς νὰ μᾶς προσφέρει, ἀρκεῖ νὰ μᾶς ρίξει ἕνα βλέμμα συμπάθειας, ἕνα βλέμμα γεμάτο ἀγάπη καὶ στοργή.
.           Μήπως αὐτὸ τὸ στοργικὸ βλέμμα δὲν ἀποζητοῦσε καὶ ὁ βανανισμένος βασιλιὰς καὶ ψαλμωδός, ὁ προφήτης Δαβίδ; Τὸ Ψαλτήρι του, αὐτὸ ποὺ ὅλους μᾶς ἀναπαύει, γιατὶ μιλάει στὴν καρδιά μας, μᾶς κάνει νὰ ἐκφράζουμε μαζί του τὴν ἀγωνία μας στὰ καθημερινά μας προβλήματα, στὶς πτώσεις μας, ἀλλὰ καὶ μᾶς δείχνει τὸ οὐράνιο ἀποκούμπι, στὸ ὁποῖο στηριζόμενοι ξεπερνοῦμε κάθε ἀνθρώπινη δυσκολία. Μέσα στὶς σκληρὲς δοκιμασίες τῆς ζωῆς του ὁ Δαβὶδ ἀναζητάει στήριγμα καὶ παρηγοριά. Ὄχι ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται προδομένος. Ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Θεό, ποὺ μᾶς βλέπει ὅλους παιδιά Του καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ χαθοῦμε στὰ τάρταρα τῆς κολάσεως, ἀλλὰ ἀποζητάει τρόπους σωτηρίας μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ φωνάζει: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός Σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, Σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει· ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ Σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά Σου» (Ψαλμ. ΡΛΗ´ [138] 7 – 10).
.           Αἰσθανόμενοι καὶ ἐμεῖς τὴν ἐγκατάλειψη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τὴν πολιτεία, ἀπὸ τοὺς φίλους μας, μαζὶ μὲ τὸν Δαβὶδ στὶς δυσκολίες μας καταφεύγουμε στὸν Θεό μας. Σὲ Ἐκεῖνον ἐλπίζουμε, σὲ Ἐκεῖνον ἀπευθύνουμε θερμὴ ἱκετηρία δέηση καὶ τοῦ φωνάζουμε: «Ἐπίβλεψον, Κύριε, ἐφ’ ἡμᾶς». Εἴμαστε τὰ παιδιά Σου! «Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τοῦ παιδός Σου, ὅτι θλίβομαι, ταχὺ ἐπάκουσόν μου» (Ψαλ. ΞΗ´ [68] 17-18)· Ἐσὺ ποὺ ἔχεις πλῆθος οἰκτιρμῶν καὶ ἄπειρη εὐσπλαχνία, ρίξε στοργικὰ τὸ βλέμμα Σου ἐπάνω μας· μὴν ἀποστρέψεις μὲ ἀδιαφορία τὸ πρόσωπό Σου ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς δούλους Σου, διότι θλιβόμαστε καὶ ὑποφέρουμε. Ἄκουσέ μας γρήγορα, γιατὶ ἔχουμε ἀνάγκη βοηθείας καὶ δὲν ἔχουμε ἄλλη καταφυγή. Ὅλα τὰ παιδιὰ στὶς δυσκολίες στὴν μάνα καὶ τὸν πατέρα καταφεύγουν. Ἐκεῖ βρίσκουν ἀνταπόκριση, ἐκεῖ στοργή, ἐκεῖ βοήθεια.
.           Ὁ Θεός μας καὶ μόνο μὲ τὸ βλέμμα Του μᾶς μεταγγίζει στὴν ψυχὴ ἐλπίδα, εἰρήνη, παρηγοριά, ἐλπίδα, ἔλεος, δύναμη καὶ ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν παρακαλοῦμε: «Ἐπίβλεψον, Κύριε, ἐφ’ ἡμᾶς». Γιὰ ὅλους μας εἶναι πολὺ ἐνισχυτικὴ καὶ παρηγορητικὴ ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὁ Παντεπόπτης Κύριος, βλέπει τοὺς κόπους μας, τοὺς πόνους μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὰ προβλήματά μας, τὶς ἀποτυχίες μας, ὅπως βλέπει καὶ τὶς προόδους μας, τὶς ἐπιτυχίες μας, τὰ κατορθώματά μας. Ἡ αἴσθηση αὐτὴ ὅτι ὁ Κύριος μᾶς βλέπει καὶ μᾶς συμπαρίσταται μᾶς χαρίζει ἀσφάλεια καὶ σιγουριά, μᾶς δίνει κουράγιο γιὰ τὴν συνέχιση τοῦ ἀγώνα μας, ἀναγνωρίζει καὶ βραβεύει τοὺς μόχθους μας.
.           Τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μας δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀπομακρύνουμε ἀπὸ πάνω μας, ἔστω καὶ ἂν πολλὲς φορὲς δὲν ἀντέχουμε στὴν ἰδέα ὅτι κάποιος μᾶς παρακολουθεῖ, ὅτι βλέπει ὅλες τὶς ἐνέργειές μας. Δὲν θέλουμε κάποτε νὰ μᾶς βλέπουν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διαπράττουμε στὸ σκοτάδι τὶς ἄνομες ἁμαρτίες μας, τὶς βδελυρὲς καὶ θεομίσητες ἐπιθυμίες καὶ ἐνέργειές μας. Τὶς ἐνοχές μας, γιὰ τὶς ὁποῖες ντρεπόμαστε καὶ δὲν θέλουμε οὔτε ἄνθρωπος νὰ τὶς γνωρίζει, πῶς νὰ τὶς βλέπει ὁ παντέφορος ὀφθαλμὸς τοῦ Κυρίου μας; Αὐτὸς ποὺ εἶδε τὴν πτώση τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἔσπευσε ἀπὸ ἀγάπη καὶ γνήσιο ἐνδιαφέρον νὰ τὸν συναντήσει φωνάζοντάς τον μὲ τὸ ὄνομά του: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;» (Γεν. γ΄ 9). Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει «καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμ. 7΄ 10), πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν βλέπει τὰ παραπτώματα τῆς ἄνομης βιοτῆς μας καὶ τὶς αἰσχρὲς ἐπιθυμίες μας; Καὶ δὲν θέλουμε νὰ μᾶς βλέπει κανείς, γιατὶ εἴμαστε ἀνθρωποφοβούμενοι καὶ νομίζουμε ὅτι μποροῦμε οἱ ταλαίπωροι νὰ γλυτώσουμε καὶ ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ μας!
.           Ἐὰν ἀναπαυόμαστε πάντοτε στὸ βλέμμα Του καὶ πιστεύουμε ὅτι αὐτὸ εἶναι βλέμμα στοργῆς καὶ συμπαθείας, βλέμμα ἐλέους καὶ οἰκτιρμῶν δὲν θὰ ἐπιδιώκαμε τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ αὐτό. Τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ μας δὲν εἶναι βλέμμα ἀστυνομικό, ποὺ μᾶς παρακολουθεῖ σὰν ὑπόπτους καὶ ἐγκληματίες. Εἶναι βλέμμα πατρικοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ σωτηρίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ αἴσθηση ὅτι μᾶς βλέπει ὁ Θεός, δὲν δημιουργεῖ φόβο καὶ ἐνοχὴ ἢ ἀσφυκτικὸ κλοιὸ ποὺ πνίγει τὶς ψυχές μας, ἀλλὰ χαρὰ καὶ εἰρήνη ποὺ ἀναπαύει, στηρίζει καὶ ἀναζωογονεῖ.
.           Ὑπάρχουν, βέβαια, στιγμὲς ποὺ αἰσθανόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἐγκατέλειψε. Σὰν νὰ ἔστρεψε ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό Του καὶ σὰν νὰ μὴν γυρίζει νὰ ρίξει οὔτε ἕνα βλέμμα στὸ ταλαίπωρο πλάσμα Του. Τοῦτο συμβαίνει, γιατὶ ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή μας δὲν εἶναι εὐάρεστη στὸν Θεό μας καὶ ἡ ἐπικοινωνία μας μαζί Του μέσω τῆς προσευχῆς δὲν ἔχει θέρμη. Ἐμεῖς ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό μας καὶ ὄχι Ἐκεῖνος ἀπὸ ἐμᾶς. Αἴρεται ἡ χάρη Του, γιατὶ ἐμεῖς τὸ ἐπιζητοῦμε μὲ ὁποιαδήποτε συνέπεια. Καὶ ὅταν ἔλθουν οἱ συμφορὲς διερωτώμεθα γιατί σὲ ἐμᾶς; Ὁ Θεὸς ἀποδοκιμάζει τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή μας, μισεῖ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἐμᾶς, τὰ παιδιά Του, μᾶς ἀγαπάει. Αὐτὴ ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ Θεοῦ μας στὶς κακὲς ἕξεις καὶ πράξεις μας εἶναι ἡ αἰτία θλίψεως, στενοχώριας, ἀπομονώσεώς μας ἀπὸ τὴν χάρη Του, ἀπομακρυνσεώς μας ἀπὸ τὴν ζωοποιὸ σκέπη καὶ προστασία Του.
.           Ἡ αἴσθηση αὐτὴ τῆς ἐγκαταλείψεώς μας ἀπὸ τὸν Θεό μας τὶς εὐαίσθητες καρδιὲς τὶς συγκλονίζει καὶ τὶς ὁδηγεῖ σὲ ἀναζήτησή Του με ἐντονότερο πόθο. Γι’ αὐτὸ μαζὶ μὲ τὸν Δαβὶδ θερμὰ τὸν παρακαλοῦμε νὰ μὴν ἀποστρέφει τὸ πρόσωπό Του ἀπὸ ἐμᾶς, ἀπὸ τὰ πλάσματά Του, γιατὶ μᾶς πιάνει θλίψη βαθιά. Καὶ αὐτὴ ἡ θλίψη γίνεται πολλὲς φορὲς πρόξενος μετανοίας καὶ σωτηρίας.
.           Ἡ θλίψη αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ἀπὸ τὶς καταστροφικὲς πυρκαγιὲς μὲ τὴν ἑκατόμβη τῶν νεκρῶν ἀδελφῶν μας εἶναι ἀπέραντη. Ἂν εἶχε προηγηθεῖ ἡ θλίψη μας γιὰ τὴν ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ τὸν Θεό μας καὶ εἶχε ἀκολουθήσει μετάνοια, ὁ Κύριος δὲν θὰ ἐπέτρεπε αὐτὴ τὴν παιδαγωγικὴ συμφορά. Ὁ μαρτυρικὸς διὰ πυρὸς θάνατος τῶν ἀδελφῶν μας θὰ εἶχε ἀποσοβηθεῖ. Ἡ συμφορά, ἡ ταραχὴ καὶ ὁ τρόμος, ποὺ ἐπικράτησε, εἶναι αἰτία ἀποστροφῆς τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀσώτους. Καὶ ὁ θάνατος τῶν ἀδελφῶν μας μέσα ἀπὸ τὸ σίγουρο «Κύριε, ἐλέησον» πού, εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι ξεστόμισαν πρὶν τὸ τέλος, τοὺς ὁδήγησε κοντά Του. Εἶναι, ὅμως, αὐτὸς ὁ μαρτυρικὸς τῶν ἀδελφῶν μας θάνατος ἀπαρχὴ μετανοίας γιὰ ἐμᾶς, ποὺ ἐξακολουθοῦμε νὰ βρισκόμαστε σὲ κατάντημα ἠθικὸ καὶ πνευματικό; Δὲν ἔχουμε καιρό. «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β´ Κορ. ϛ´ 2). Ἂς ἀπευθύνουμε τοῦ Κυρίου μας λόγια μετανοίας και ἂς τοῦ δείξουμε αὐτὴν μὲ τὶς πράξεις μας. Ἂς Τὸν παρακαλέσουμε νὰ μὴν ἀποστρέψει ἄλλο τὸ πρόσωπό Του ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μας λέγοντας.
.           Μὴν παραβλέψεις, Κύριε, τὴν μετάνοιά μας, συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες μας καὶ δεῖξέ μας τὸ ἄπειρο ἔλεός Σου. Ἀμήν!

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

,

Σχολιάστε

ΣΩΤΗΡΙΑ ΦΥΓΗ (παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία) [Χαραλ. Μπούσιας]

Σωτήρια φυγή
(παράδειγμα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία)

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         Τὸν ὄγδοο πρὸ Χριστοῦ αἰώνα, στὰ χρόνια τοῦ Προφήτη Ἠλία, τὸ βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ εἶχε ἀποστατήσει ἀπὸ τὸ Θεό. Δυστυχῶς μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σολομῶντος ὁ λαὸς εἶχε χωρισθεῖ σὲ δύο βασίλεια, τὸ βόρειο μὲ τὶς δέκα φυλὲς καὶ τὸ νότιο μὲ τὶς φυλὲς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν. Τὸ νότιο εἶχε πρωτεύουσα τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐνῶ τὸ βόρειο εἶχε πρωτεύουσα τὴ Σαμάρεια. Δυστυχῶς, στὸ βόρειο βασίλειο οἱ βασιλεῖς ἀκολούθησαν τὴν εἰδωλολατρία, ὅπως ὁ Ἀχαάβ. Αὐτὸς εἶχε ἕνα μαλακό, χαλαρό χαρακτήρα, μὲ τάση πρὸς τὴν εἰδωλολατρία, καὶ ἦταν ἄνθρωπος ποὺ ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τὴ γυναίκα του Ἰεζάβελ, ἡ ὁποία δὲν ἦταν Ἑβραία, ἀλλὰ Συροφοινίκισσα, εἰδωλολάτρισσα φανατική. Γρήγορα, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς φοβερῆς γυναίκας, ἡ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἐξοστρακίσθηκε καὶ εἰσήχθηκε ἡ λατρεία τοῦ Βάαλ καὶ τῆς αἰσχρότατης Ἀστάρτης, ἡ ὁποία ἦταν κάτι ἀντίστοιχο μὲ τὴ δική μας Ἀφροδίτη.
.       Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη καμπὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἔζησε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, τὴν ἀποστασία στὶς ἡμέρες αὐτοῦ τοῦ βασιλιᾶ, ἐμφανίσθηκε ὁ φλογερός καὶ ζηλωτής Προφήτης ἀπὸ τὴ Θέσβη, ὁ Ἠλίας. Σὰν ἀστραπὴ αἰφνίδια παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν βασιλιά, γιὰ νὰ τοῦ δώσει ἐκεῖνο τὸ φοβερὸ μήνυμα τῆς ἐπ’ ἀόριστον ἀνομβρίας, ὡς τιμωρία ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἀποστασία τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς κυβερνήσεώς του.
.       Γράφει ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος: «Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν καὶ προσευχὴν προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ» (Ἰάκ. ε΄ 17). Καὶ ὁ Θεὸς εἰσήκουσε τὴν προσευχή τοῦ Ἠλία, γιατὶ ἦταν ἄνθρωπος καθαρὸς καὶ τῶν καθαρῶν ἀνθρώπων ὁ Θεὸς δέχεται τὶς προσευχές.
.       «Ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων», (Γ΄ Βασιλ. 17, 1) λέει στὸ βασιλιὰ ὁ Προφήτης. Ὅρκίζομαι στὸ Θεὸ τὸν ζῶντα, τὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἐνώπιον τοῦ Ὁποίου στέκομαι καὶ τὸν Ὁποῖο ὑπηρετῶ, ὅτι, σ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ θὰ ἔρθουν, οὔτε θὰ βρέξει οὔτε θὰ πέσει δροσιά. Κι ὅλα θὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ στόμα τὸ δικό μου. Ὅ,τι λέω ἐγώ, αὐτὸ θὰ γίνεται. Αὐτὰ εἶπε ὁ Προφήτης καὶ ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ προσώπου Ἀχαάβ.
.       Ἐμεῖς, οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες, ἀλλοίμονο, βρισκόμαστε σὲ παράλληλες ἡμέρες μὲ ἐκεῖνες τῆς ἐποχῆς τοῦ βορείου Ἰσραήλ. Εἴμαστε βυθισμένοι σὲ πνευματικὴ νάρκη καὶ δὲν ἀκοῦμε τὰ μηνύματα τῶν καιρῶν καὶ τὶς σάλπιγγες τῆς Ἀποκαλύψεως. Οἱ ἡμέρες μας εἶναι κρίσιμες γιὰ τὸ λαό μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Θὰ καταλάβουμε ἄραγε ὅτι, τόσο προσωπικὰ ὅσο καὶ ἐθνικά, σὰν ἀνίκανοι καπεταναῖοι ρίχνουμε τὸ καράβι τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τοῦ ἔθνους μας στὰ βράχια, ὥστε νὰ συνέλθουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε πορεία πλεύσεως;
.       Ἡ μετάνοια θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σωτηρία. Τὰ μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Γραφῶν καὶ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἴδια μὲ τὰ μηνύματα τοῦ Προφήτη Ἠλία πρὸς τὸ βασιλιὰ καὶ τὸ λαὸ τοῦ βόρειου Ἰσραήλ. Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ βοηθήσει ὁ Θεός, νὰ μᾶς ἐλεήσει, νὰ μὴ νοιώσουμε, ὅ,τι ἔνοιωσαν οἱ Ἰσραηλίτισσες ἐκεῖνες, πρὸς τὶς ὁποῖες ἔλεγε προφητεύοντας ὁ Ἡσαΐας: «- Κυρίες μου… φορᾶτε τὰ φουστάνια σας τὰ ὡραῖα μὲ τὶς ζῶνες τὶς χρυσὲς καὶ τὰ χρυσοκεντημένα καὶ μεταξωτά σας ροῦχα, καὶ τὰ ἀρώματά σας… Σχοινὶ θὰ μπεῖ στὴ μέση σας καὶ θὰ συρθεῖτε ξυπόλυτες στὴ γῆ τῆς αἰχμαλωσίας!… «καὶ ἔσται ἀντὶ ὀσμῆς ἡδείας κονιορτὸς καὶ ἀντὶ ζώνης σχοινίῳ ζώσῃ καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τῆς κεφαλῆς τοῦ χρυσίου φαλάκρωμα ἕξεις διὰ τὰ ἔργα σου καὶ ἀντὶ τοῦ χιτῶνος τοῦ μεσοπορφύρου περιζώσῃ σάκκον» (Ἡσ. 3, 24). Ἂν δὲν κάνουμε τοὺς συσχετισμούς μας, δὲν συνέλθουμε, δὲν μετανοιώσουμε, θὰ ἔλθουν οἱ συνέπειες καὶ τότε, ἀργὰ βέβαια, ἴσως συνετισθοῦμε.
.       Ὁ Θεός μας, ὁ «πανταχοῦ παρών» προστάτευσε σὲ δύσκολες ἡμέρες, σὲ ἡμέρες φθόνου καὶ κατατρεγμοῦ, τὸν Προφήτη Ἠλία. Τὸν προστάτευσε ἀπὸ τὸν μέχρι θανάτου φθόνο τῆς Ἰεζάβελ. Τὸν παρότρυνε νὰ φύγει μακριὰ καὶ νὰ κρυφθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ λέγοντάς Του: «Πορεύου κατὰ ἀνατολὰς καὶ κρύβηθι ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Χοῤῥάθ, τοῦ ἐπὶ προσώπου Ἰορδάνου, καὶ ἔσται ἐκ τοῦ χειμάῤῥου πίεσαι ὕδωρ καὶ τοῖς κόραξιν ἐντελοῦμαι διατρέφειν σε» (Γ΄ Βασ. 17, 3-4). Πήγαινε, τοῦ εἶπε, νὰ κρυφθεῖς καὶ ἐγὼ θὰ σὲ διαθρέψω. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι λόγια παμμέγιστης σημασίας. «Κρύβηθι», κρύψου! Αὐτὸ τὸ «κρύβηθι» εἶναι ἕνας σπουδαῖος λόγος γιὰ ὅλους μας καὶ φυσικὰ γιὰ τὸ ἔθνος μας στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ διανύει. Τὰ ἴδια λόγια τοῦ Θεοῦ μας τὰ ἔχουμε ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη: – Λαέ μου, «εἴσελθε εἰς τὰ ταμιεῖα σου, ἀπόκλεισον τὴν θύραν σου, ἀποκρύβηθι μικρόν, ὅσον ὅσον, ἕως ἂν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου» (Ἡσ. κστ΄ 20). Λαέ μου, περπάτα, μπὲς μέσα στὰ ἐσώτερα δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ σου, κλεῖσε τὴν πόρτα σου, κρύψου γιὰ λίγο, «ὅσον ὅσον», ἕως ὅτου περάσει ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου.
.       Γιὰ νὰ κρυφτοῦμε, ὅμως, πρέπει νὰ φύγουμε· νὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν ἐσφαλμένο δρόμο, τὸ δρόμο τῆς ἀπωλείας, στὸν ὁποῖο, δυστυχῶς, βαδίζουμε. Χρειάζεται φυγή! Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι γιὰ νὰ σώσει ὁ Ἰωσὴφ τὸ βρέφος Χριστό, ἔλαβε ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο. Γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ οἰκογένεια τοῦ Λὼτ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τῶν Σοδόμων, ἔλαβε ἐντολὴ νὰ φύγει, χωρὶς μάλιστα νὰ κοιτάξει πίσω, δηλαδὴ χωρὶς νὰ μολυνθεῖ μὲ φιλήδονες ἐνθυμήσεις, ποὺ προκαλοῦν πειρασμοὺς καὶ ἀναπόφευκτα πτώσεις. Γιὰ νὰ ἀποφύγει τοὺς πειρασμοὺς τῆς σάρκας τέλος ὁ Ὅσιος Μαρτινιανός, ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ σπήλαιό του ἀναφωνώντας τὸ σοφότατο: «Μαρτινιανέ, φεῦγε καὶ σῴζου». Ἡ μετάνοιά μας, λοιπόν, καὶ ἡ φυγὴ ἀπὸ τὸ κατεστημένο θὰ μᾶς φέρει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, θὰ ἑλκύσει γύρω μας τὸ ἔλεος Του, ἀφοῦ θὰ κρυφθοῦμε σὰν τὰ μετανοιωμένα παιδιὰ στὴν ἀγκαλιά Του, καὶ θὰ σώσουμε, ἔτσι, τὴν πατρίδα μας καὶ φυσικὰ τοὺς ἑαυτούς μας.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε