Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ γιὰ τὸν Ὅσ. ΔΑΝΙΗΛ τὸν ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗ ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη (Χαρ. Μπούσιας)

 

Μαρτυρίες γιὰ τὸν Ὅσιο Δανιήλ, τὸν Κατουνακιώτη
ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Ἀφιέρωμα στὴν μνήμη του 7/20 Σεπτεμβρίου

.                     μεγάλος Σκιαθίτης πεζογράφος, Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, ὁ ἄλλος μετὰ τὸν Παπαδιαμάντη ἅγιος τῶν νεοελληνικῶν γραμμάτων, ἦταν τὸ πνευματικὸ τέκνο τοῦ Γέροντος Δανιήλ, ἀπὸ τὸ πρόσωπο καὶ τὶς διδαχὲς τοῦ ὁποίου εἶχε πολὺ ἐντυπωσιασθεῖ, τόσο αὐτὸς ὅσο καὶ ἡ γυναίκα του, ὥστε ἔζησαν μαζὶ στὸν κόσμο ὄχι ἁπλῶς ὡς κοσμοκαλόγεροι, ἀλλὰ ἀξιώθηκαν καὶ οἱ δύο νὰ φορέσουν τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα ὡς μοναχοί, Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία. Συνέβαλαν μάλιστα καὶ οἱ δύο πολὺ στὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐπικοινωνίας καὶ στὴν ἀμοιβαία ἐκτίμηση μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καὶ τοῦ Γέροντος Δανιήλ. Ἡ σύζυγος μάλιστα τοῦ Μωραϊτίδη ἦταν  στὸν κύκλο τῶν γυναικῶν, οἱ ὁποῖες βρίσκονταν ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Σχολαρχίας του στὴν Ριζάρειο Ἐκκλησιαστικὴ Σχολή. Ὑπάρχουν ἐντυπωσιακὲς μαρτυρίες τοῦ ἴδιου τοῦ Μωραϊτίδη γιὰ τὴν ἐντύπωση ποὺ τοῦ προκάλεσαν ἡ πρώτη του γνωριμία μὲ τὸν Γέροντα, οἱ νυκτερινὲς συζητήσεις στὴν ἁπλωταριὰ τοῦ κελλιοῦ στὰ Κατουνάκια, ἡ γενικὴ ἐκτίμηση καὶ ἀποδοχὴ τοῦ διακριτικοῦ Γέροντος ἀπὸ τοὺς ἁγιορεῖτες. Οἱ μαρτυρίες αὐτὲς προέρχονται ὅλες ἀπὸ τὸ γνωστὸ ἔργο τοῦ Μωραϊτίδη «Μὲ τοῦ βοριᾶ τὰ κύματα».
.                     Γράφει γιὰ τὴν πρώτη τους γνωριμία ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης: «Ἐκεῖ, στὰ Κατουνάκια, πρωτοεῖδα τὸν γέρο-Δανιήλ, συστάσεων δὲν εἶχον ἀνάγκην… ὥστε ὁ Γέρων Δανιὴλ μόλις ἤκουσε τὸ ὄνομά μου ἔδειξεν εἰλικρινῆ χαράν, ὡσὰν νὰ ἔβλεπεν ἀρχαῖον τινὰ μαθητήν του, καὶ δὲν ἤξευρε, καθὼς λέγει ὁ λόγος, πῶς νὰ μὲ περιποιηθεῖ οἰκειότερον, ὅσον τὸ δυνατόν. Σμυρναῖος, διαβασμένος, ἀσκητικώτατος, μὲ τὴν ὁσιακήν του ὠχρόλαμπρον αἴγλην τῆς μορφῆς του, μὲ τὴν μιξοπόλιον γενειάδα του, μὲ τὴν ὑπόξανθον κόμην του καὶ τοὺς γλαυκοὺς πως ὀφθαλμούς του, λόγιος καὶ ὁμιλητικώτατος. Κοινοβιάσας κατ’ ἀρχὰς εἰς μεγάλας μονάς, ἀλλὰ ὀλιγοστὰ ἔτη πρὸ τῆς γνωριμίας μας ἀποσυρθεὶς εἰς Κατουνάκια πρὸς μείζονα ἡσυχίαν, ἐν ᾗ ὄντως παράγεται τὸ γλυκύτατον τῆς ἀσκήσεως μέλι, οὗ τὴν ἡδύτητα γνωρίζουσι μόνον ὅσοι τὸ ἐγεύθησαν… Ἐκεῖ κατὰ πρῶτον ἐξετίμησα τὴν χάριν, τὴν διάκρισιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ταπείνωσιν τοῦ Γέροντος Δανιήλ, ὅστις, σημειωθήτω, ἔχει διέλθει ὅλην τὴν σειρὰν τῶν γραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἀλλὰ καὶ τὴν σειρὰν τῶν συγγραμμάτων τῶν λεγομένων Νηπτικῶν, ὧν ἡ ἀνάγνωσις βαθύτερον τὸν ἑλκύει, ἀρεσκόμενον εἰς τὰς ἀλληγορίας καὶ τὰς λοιπὰς καλλονὰς τῶν λόγων τῶν τοιούτων Πατέρων, π.χ. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος καὶ Συμεών, τοῦ Νέου  Θεολόγου. Ὁ Γέρων Δανιὴλ ὡς ἀντελήφθην ἀμέσως, μελετηρότατος καὶ ὁμιλητικότατος, διακριτικότατος δὲ εἰς τὸ ἄκρον, ὅπου ἂν ἐκοινοβίασεν ἐν Ἄθωνι ἀπέκτησε ταχέως τὴν ἀγάπην καὶ συμπάθειαν τῶν ἀδελφῶν, οὗ ἡ γνώμη ἐπὶ τῶν πνευματικῶν ζητημάτων βαρύνει πολύ, πάρα πολύ».
.                     Σὲ ἕνα ἄλλο σημεῖο γράφει γιὰ τὴν ἕλξη καὶ ἐπίδραση ποὺ ἀσκοῦσε ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦἉγίου Ὄρους ὁ Ὅσιος Δανιήλ: «Πρωτοστατεῖ δὲ ἐν τῇ ἱστορίᾳ πλέον τῶν Κατουνακίων ὁ Γέρων Δανιήλ, ὁ Σμυρναῖος, κατὰ τὸ ἔτος 1881 ἐγκατασταθεὶς ἐνταῦθα. Οὗτος στολισμένος μὲ τὴν χάριν τοῦ λόγου καὶ μὲ τὴν φυσικήν τινά γλυκύτητα τῆς ὁμιλίας του, φιλομαθὴς καὶ μελετηρός, ὡς εἴπομεν, ἔχων δὲ εἰς ἔπακρον τὸ αἴσθημα τῆς φιλαλληλίας καὶ τρέφων τὸν πόθον νὰ φανῇ ψυχωφελὴς εἰς τὸν πλησίον, ἤρχισε νὰ συγκεντρώνῃ περὶ ἑαυτὸν μέγαν εὐλαβῶν προσκυνητῶν κύκλον… Μολονότι δὲ δὲν ἔχει τὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέως, ὅμως, κοσμεῖται μὲ πλούσιον τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως, ἐπαναπαύων τοὺς ἐξομολογουμένους εἰς αὐτὸν καὶ ζητοῦντας τὴν συμβουλήν του ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων. Τὸ ὄνομά του εἶναι γνωστὸν εἴς τε τὴν Σμύρνην καὶ τὰς Ἀθήνας μάλιστα, καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅπου μακροσκελεῖς ἐπιστολὰς στέλλει πρὸς πάμπολλα πνευματικὰ τέκνα του, ἀκούραστος ἐν τῇ πνευματικῇ ταύτῃ ἐργασίᾳ του, ἡ ὁποία καθιστᾶ αὐτὸν ὄντως ἀξιοθαύμαστον».
.                     Συχνὰ ἀναπολεῖ ὁ Μωραϊτίδης τὸ περιβάλλον τῆς καλύβης τοῦ Γέροντος στὰ Κατουνάκια: «Ἀφοῦ ἐδειπνήσαμε ἐν τῇ πενιχρᾷ τῆς καλύβης τραπέζῃ ἀπολαυστικώτατα, διότι ἡ Κυρία Θεοτόκος εὐλόγησε τὰ παρατεθέντα λιτὰ βρώματα καὶ ἔγιναν γλυκύτατα, ἐξήλθομεν καὶ ἐκαθήσαμεν εἰς τὸ ὕπαιθρον ἔξω ἐπὶ πετρίνων ἀναπαυτικῶν καθισμάτων, ἔμπροσθεν τῆς μικρᾶς αἰθούσης τῆς φιλοξενίας, νὰ λάβωμεν τὰ ἐπιδόρπια, ἅτινα ἦσαν λόγοι ἀποστάζοντες οὐράνιον γλυκασμόν, τοῦ Γέροντος Δανιὴλ λόγοι. Ἐκεῖ διήλθομεν μακρὰς ὥρας συνομιλοῦντες, ἔχοντες κατενώπιον ἡμῶν τὸν λαμπυρίζοντα πόντον… ἕνα θέαμα μαγευτικώτατον, μίαν σκηνὴν ἀπὸ τὰς πλέον θαυμαστὰς τῆς Δημιουργίας…».
.                     Ἐπαναλαμβάνοντας δὲ καὶ συμπληρώνοντας καταλλήλως τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος ἀναπολοῦσε ἐπίσης τὶς γλυκεῖες κατανυκτικὲς στιγμὲς ποὺ ἔζησε στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Πόντου μαζὶ μὲ τὸν Μ. Βασίλειο καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς, γράφει ὁ Μωραϊτίδης γιὰ τὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Γέροντος Δανιὴλ στὰ Κατουνάκια: «Ποιός ἠμπορεῖ νὰ μὲ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸν μήνα τῶν παρελθουσῶν ἐκείνων ἡμερῶν; Ποιός πλέον νὰ μοῦ δώσῃ τὰς ψαλμωδίας ἐκείνας καὶ τὰς ἀγρυπνίας καὶ τὰς πρὸς Θεὸν ἐκδημίας διὰ μέσου τῆς προσευχῆς καὶ τὴν ἄϋλον τρόπον τινά ζωήν, ὅπου ἐπερνούσαμεν τότε εἰς τὰ Κατουνάκια; Ποιός νὰ παραστήσῃ τὴν φιλοπονίαν μας διὰ τὴν ἐξήγησιν τῶν θείων λόγων κατὰ τὰς ἀναγνώσεις ὁποὺ ἐκάμνομεν, ἰδίως τὸν Συμεών, τὸν Νέον Θεολόγον; Ποιός νὰ παραστήσῃ τὰς καθημερινὰς ἐργασίας μας καὶ τὰ ἐργόχειρά μας; Ποιός δὲν ἐνθυμεῖται τὴν δροσερὰν ἐκείνην ἁπλωταριάν, ὅπου ἐκάθητο τὴν νύκτα οὐχὶ πολυκτήμων καὶ πολύχρυσος πυργοδεσπότης, ἀλλὰ μοναχὸς κατακουρασμένος; … Ἐγὼ δὲν ἐλπίζω νὰ σᾶς ξαναΐδω πλέον, ὦ ἐρημικά, ὦ ἐράσμια, ὦ παμπόθητα, ὦ πανέρημα Κατουνάκια!…».
.                     Οἱ συζητήσεις αὐτὲς τοῦ Γέροντος Δανιὴλ δὲν ἔμοιαζαν καθόλου μὲ τὶς φλύαρες καὶ ἄσκοπες ἀργολογίες γιὰ ἀσήμαντα καὶ ἐπουσιώδη θέματα, ποὺ σπαταλοῦν τὸν πολύτιμο γιὰ τὴν σωτηρία χρόνο καὶ συνήθως συνδυάζονται μὲ κατακρίσεις προσώπων καὶ ἐγωπαθεῖς ἀναφορές. Ἀπέβλεπαν στὴν πνευματικὴ ὠφέλεια τῶν συζητούντων, στὴν τόνωση τῆς διαθέσεως γιὰ μετάνοια, ταπείνωση καὶ ἐπιστροφή. Εἶναι συγκλονιστικὴ ἡ τελευταία σχετικὴ μαρτυρία τοῦ Μωραϊτίδη: «Ὅταν βγῆκα στὰ Καρούλια – Κατουνάκια, ἐνόμισα ὅτι ἔφθασα εἰς τὸν Θεόν. Ἀλλ’ ὅταν συνομίλησα μετὰ τοῦ Γέροντος Δανιὴλ εἶπον: »Τώρα εἶδον πόσον μακρὰν εἶμαι ἀπὸ τὸν Θεόν»».
.                     Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ μὲ τὸ προρατικό του χάρισμα εἶχε πεῖ στὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, ποὺ εἶχε τὸν πόθο νὰ γένει μοναχός, ὅτι μετὰ ἀπὸ 40 ἡμέρες ἀπὸ τὴν κουρά του θὰ παραδώσει τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο. Ἡ πρόβλεψη αὐτὴ ἐπαληθεύθηκε, ἀφοῦ ἡ κουρά του ἔγινε στὶς 16 Σεπτεμβρίου καὶ ἡ κοίμησή του στὶς 25 Ὀκτωβρίου τοῦ 1929.

Σχολιάστε

ΞΕΚΙΝΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΣΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ (Χαρ. Μπούσιας)

Ξεκίνα τὴν ἡμέρα σου μὲ τὸν Χριστό.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 .                   « ζωὴ χωρὶς Χριστὸ εἶναι ζωὴ χωρὶς χαρά», ἀφοῦ  «ὁ Χριστὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ δίνει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη». Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ τὸν Χριστό, βιώνουμε στὴν ζωή μας ἔντονη τὴν ἀπουσία Του καὶ ἡ ἔλλειψη ἐπικοινωνίας μαζί Του ἔχει ὡς συνέπεια  ἔλλειμμα ἐπικοινωνίας καὶ μὲ τοὺς γύρω μας καὶ ἔλλειμμα χαρᾶς. Αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια νὰ ὑποφέρουμε ἀπὸ μοναξιὰ καὶ γιὰ νὰ τὴν ξεπεράσουμε δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ στραφοῦμε πάλι στὸν Χριστό μας, ποὺ πρόθυμα πάντοτε γεμίζει τὰ κενά μας καὶ μᾶς συντροφεύει. Κοντά Του, καὶ ὅταν ἀκόμη μένουμε μόνοι, αἰσθανόμαστε τὴν γλυκύτητα καὶ τὴν ζεστασιὰ τῆς παρουσίας Του. Ἡ συνομιλία μας μαζί Του μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴνκοινωνία τῶν προσώπων μέσα στὴν Ἐκκλησία μᾶς στηρίζουν, μᾶς βοηθοῦν, μᾶς χαροποιοῦν, γεμίζουν τὶς καρδιές μας.
.                   Κάθε πρωῒ ξεκινᾶ μιὰ καινούργια ἡμέρα ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Νοητὸς Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ δωρεοδότης Χριστός μας. Μιὰ ἡμέρα γεμάτη ἐλπίδα γιὰ κάτι καλύτερο, γιὰ πρόοδο πνευματική, γιὰ προσφορὰ κενωτικῆς ἀγάπης, γιὰ εἰρηνικὴ συνύπαρξη μὲ τοὺς πλησίον μας, γιὰ λιγώτερη ἁμαρτία.  Ὅταν ξεκινᾶμε τὴν καινούργια ἡμέρα καὶ θέλουμε νὰ κυλίσει ὁμαλά, εὐχάριστα, ἐποικοδομητικὰ καὶ προσοφοφόρα κοιτᾶμε στὸν οὐρανὸ καὶ ζητᾶμε τὴν συμπαράσταση τοῦ εὐεργέτη Χριστοῦ μας. Μᾶς ἔρχεται τότε ὡς δῶρο μιὰ καινούργια διάθεση. Ὅλους ὅσους συναντοῦμε τοὺς χαιρετοῦμε εὐχάριστα εὐχόμενοι «Καλημέρα». Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας στὸ ξεκίνημά μας μᾶς γεμίζει αἰσιοδοξία. Αὐτὸς ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο Του «ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. ε΄ 45) μᾶς παίρνει τὶς ἀδυναμίες, τὶς ἀπογοητεύσεις, τὴν ἀπαισιοδοξία, τὶς ἐμπάθειες, τὴν ὀργὴ βοηθώντάς μας νὰ ἔλθουμε σὲ ἐπίγνωση, νὰ συντρίψουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, νὰ ἐγκαταλείψουμε τὶς φαῦλες καὶ πονηρὲς συνήθειές μας, νὰ ἐφαρμόσουμε μαζὶ μὲ τὸ πρωϊνὸ πλύσιμο τοῦ προσώπου τὸ πλύσιμο τῶν ἁμαρτιῶν μας ψιθυρίζοντάς μας «νίψον ἀνομήματα μὴ μόναν ὄψιν», νὰ ντυθοῦμε χιτῶνα πνευματικῆς ἀγαλλιάσεως, νὰ ἀλλάξουμε τὶς ἀνωφελεῖς προτεραιότητες, νὰ πάρουμε τὴν δύναμη τῆς ὁμολογίας: «Ἔκανα λάθος»!
.                   Τὸ νέο μας ξεκίνημα μαζὶ μὲ τὸν Χριστό μας θὰ ἀλλάξει ὄχι μόνο τὴν δική μας ζωή, ἀλλὰ καὶ τῶν δικῶν μας, τῶν οἰκείων μας, τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχουμε δίπλα μας καὶ που δὲν ξέρουμε γιὰ πόσο χρόνο θὰ τοὺς ἔχουμε, ἀφοῦ τίποτα μὲν μένει αἰώνιο ἐδῶ στὴν γῆ, στὴν ὁποία ἤλθαμε γιὰ νὰ φύγουμε. Θὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ ἀνόητες σκέψεις, φοβίες, κακὲς ἀναμνήσεις, φαντασιώσεις, ἀνθρώπους ποὺ ἐπιδροῦν ἀρνητικὰ στὴν ζωή μας, στὴν πρόοδό μας, στὴν ψυχική μας γαλήνη.
.                   Ξενίκημα μὲ Χριστὸ σημαίνει προσευχὴ καὶ ταπεινὸ φρόνημα, ὥστε νὰ Τοῦ λέμε: «Οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, Κύριε, ἀλλ’ὡς Σύ» (Ματθ. κστ΄ 39). Καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ τὸν ζητᾶμε νὰ ἔλθει στὸ ξεκίνημά μας γνωρίζει τὸ καλό μας καὶ μᾶς περιφρουρεῖ καὶ μᾶς περισκέπει, ὄχι μόνον τὴν σήμερον ἡμέρα, ἀλλὰ πάντοτε, ἐὰν βέβαια, καθημερινὰ κάνοντας νέο ξεκίνημα φωνάζουμε: «Κύριε, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν».
Μὴν ἀφήσουμε τὴν σημερινὴ ἡμέρα νὰ πάει χαμένη χωρὶς Χριστό. «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2). Μὴν ἀναβάλλουμε τὸ ξεκίνημά μας γιὰ αὔριο.  Ὁ Χριστὸς περιμένει νὰ τὸν φωνάξουμε καὶ σπεύδει νὰ μᾶς ἀγκαλιάσει. Μᾶς φωνάζει: «Ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. γ΄ 20). Περιμένει νὰ τὸν ἐπικαλεσθοῦμε καὶ σπεύδει νὰ μᾶς ἀλλάξει τὸν ροῦν τῆς ζωῆς μας. Ὁ Δαβὶδ τὸ ἔνοιωθε αὐτό, τὸ ἔζησε, καὶ μὲ παρρησία ἔψαλλε: «Ἐξεζήτησα τὸν Κύριον καὶ ἐπήκουσέ μου καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεών μου ἐῤῥύσατό με» (Ψαλμ. 33, 5).
.                   Μαζὶ μὲ τὸν Χριστό μας ἡ στάση τῆς ζωής μας γίνεται γενναία, ἀγωνιστική, θαρραλέα καὶ δὲν φοβούμεθα τίποτα. «Εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ’ ἡμών;» ( Ῥωμ. η΄ 31). Τὰ πάντα ὑπερνικοῦμε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἡμέρα μας εἶναι γλυκειά, ἀποδοτική, ἤρεμη, θεάρεστη. Ἂς ξεκινᾶμε καθημερινῶς τὴν ἡμέρα μας μὲ Χριστὸ καὶ ὅλα τὰ καλὰ θὰ εἶναι μαζί μας.

 

Σχολιάστε

ΦΤΩΧΥΝΕ Η ΓΗ, ΠΛΟΥΤΙΣΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Φτώχυνε ἡ γῆ, πλούτισε ὁ οὐρανός.

 Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
καὶ ὁμόζυγος, πνευματικὸ τοῦ Γέροντος τέκνο

.                  Ὁ πλοῦτος τῆς γῆς εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τὰ πλάσματα τοῦ Δημιουργοῦ μας.
.                Ὁ πλοῦτος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ λογικὸ τοῦ Χριστοῦ ποίμνιο, οἱ ἱεροπρεπεῖς κληρικοὶ καὶ οἱ φιλάρετοι πιστοί.
.                  Ὁ πλοῦτος τῆς ποιμαντικῆς ἐπιστήμης εἶναι οἱ ἀπλανέστατοι τῶν ψυχῶν χειραγωγοὶ πρὸς τὴν σωτηρίαν.
.                   Ὁ πλοῦτος τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι οἱ ἀγωνιστὲς τῆς ἀληθείας μὲ ἐπίγνωση καὶ «μόρφωσιν εὐσεβείας».
.                      Ὁ πλούσιος σὲ ἀρετές, πνευματικὴ πατρότητα, ἐκκλησιαστικὴ προσφορά, Ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ λειτουργικὴ διακονία, ὁ ταπεινός, φιλόκαλος, διδακτικός, ἱεροπρεπέστατος πατὴρ Σαράντης, ἀφοῦ πλούτισε τὴν γῆ μὲ τὴν πολυσχιδῆ, θεάρεστη διακονία του ἔφυγε γιὰ τοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ αὐξήσει τὸν ἤδη ἐκεῖ ἀναρίθμητο πλοῦτο τους.
.                  Φτώχυνε ἡ γῆ, πλούτισε ὁ οὐρανός.
.                     Φτώχυνε ἡ περίοικος τοῦ Ἀμαρουσίου καὶ ὄχι μόνο, ποὺ σὲ κάθε δυσκολία προσέφευγε στὶς συμβουλὲς καὶ νουθεσίες του.
.                        Φτώχυνε ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἐνάρετη, διακριτικὴ παρουσία του, ἀπὸ τὸν ὁμόζηλο τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἀθανασίου τῆς Νεραντζιώτισσας, ἀπὸ τὸν ἀκάματο λειτουργὸ τῶν ἐξωκκλησίων.
.                     Φτώχυνε ὁ Μητροπολιτικὸς Ναὸς τῆς Παναγίας ἀπὸ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀξίους λειτουργούς του καὶ πνευματικοὺς πατέρες, ποὺ ἀνέπαυε στὸ πετραχήλι του πλήθη πιστῶν ποὺ συνωστίζονταν, ἰδίως τὰ Σάββατα, γιὰ νὰ τοῦ καταθέσουν τὶς ἁμαρτίες καὶ τοὺς προβληματισμούς τους.
.                        Φτώχυνε ὁ φιλοκαλικὸς κόσμος ἀπὸ ἕναν πνευματοκίνητο ἑρμηνευτὴ τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων, ἕναν θεολόγο μεγάλης πνευματικῆς ἐμβέλειας καὶ διδάσκαλο τῆς Ριζαρείου, τὴν ὁποία κατεκόσμησε ἕνας Ἅγιος Νεκτάριος.
.                    Φτώχυναν τὰ πνευματικά του παιδιά, τὰ ὁποῖα εὕρισκαν πάντοτε μιὰ ἀγκαλιὰ ἀνοιχτή, νὰ τὰ περιμένει, νὰ  ἀκούσει τοὺς κτύπους τῆς καρδιᾶς τους, νὰ τοὺς δώσει τὸ βάλσαμο τῆς παρηγοριᾶς καὶ τῆς θεραπείας τῶν τραυμάτων τους.
.                         Φτώχυναν τὰ ἐρτζιανὰ κύματα ἀπὸ τὴν γνήσια, δυναμικὴ ἀγωνιστικὴ φωνή του, τὸ παπαδιαμαντικὸ ὕφος καὶ τὶς βαθυνούστατες θεολογικές του προσεγγίσεις.
.                       Τώρα, βαθυσέβαστε πατέρα μας Σαράντη, ποὺ μετέστης ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, τώρα ποὺ ἀπεξεδύθης τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, γιὰ νὰ ἐνδυθεῖς ἱμάτιον ἀφθαρσίας, τώρα μποροῦμε ἄφοβα χωρὶς τρικλοποδιὲς τοῦ πονηροῦ νὰ σοῦ ἀπευθύνουμε τὸν προβληματισμό μας.

Τί σὲ προσφυῶς ὀνομάσωμεν;
Ἀκατάβλητον ἐργάτην
Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ,

τῶν πιστῶν Ἀμαρουσίου
παιδοτρίβην ἀπλανῆ,
ποιμένα καὶ πατέρα εὐσυμπάθητον,

Σαράντη,  ταπεινόφρονα, φιλόκαλον,
Ἀθανασίου ὁμόζηλον
Χαμακιώτου, θεόφρονος,

ὑπέρμαχον
τῶν ἠθῶν τῆς χρηστότητος.

, ,

Σχολιάστε

ΑΠΛΟΤΗΤΑ καὶ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου τῆς Βίτσας (Χαρ. Μπούσιας)

 

Ἁπλότητα καὶ προφητικὸ χάρισμα
Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου τῆς Βίτσας

Ἀφιέρωμα στὴν μνήμη του, 15 Φεβρουαρίου 

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ  Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                               Ὁ ἁπλός, καλοκάγαθος, ἀπειρόκακος Λειτουργὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, ὁ Ὅσιος Γέροντας π. Ἰάκωβος εἶναι μιὰ σύγχρονη ἁγιασμένη μορφὴ ποὺ κατακόσμησε τὰ τελευταῖα χρόνια τὴν Ἤπειρό μας καὶ ἔφυγε μόλις τὸ 1960 σὲ βαθιὰ γεράματα, γιὰ νὰ διακοσμήσει καὶ τὴ χορεία τῆς θριαμβεύουσας στὸν οὐρανὸ Ἐκκλησίας.
.                               Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἕνας βιαστὴς τοῦ πνεύματος, ἕνας μοναστὴς τῆς Ἀθωνικῆς πολιτείας, ἕνας σύγχρονος Πατροκοσμᾶς, ἕνα φιλέρημο στρουθίο τῆς ἀρετῆς, ἀπὸ τὰ ἐρημοπούλια τῆς πίστεως, ποὺ χτίζουν τὶς φωλιές τους στὶς ἀπάτητες κορυφὲς τῆς ἀρετῆς, καλλικέλαδο ὡς πρὸς τὴν ἀδιάκοπη  δοξολογία τοῦ Θεοῦ μας. Ὑπῆρξε ὁ Ὅσιος Ἀσκητὴς τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Προφήτη Ἠλία, στὰ ψηλώματα τῆς Βίτσας τῶν Ζαγοροχωρίων, κοντὰ στὸ μοναδικὸ «πέτρινο δάσος», ὁ πνευματικὸς πατέρας τοῦ νεαροῦ τότε ἐπισκέπτη του μὲ τὴ φλόγα τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως στὸν Θεό μας,   τοῦ σημερινοῦ Ὁσίου Παϊσίου, ἡ γνήσια ἐπιβεβαίωση ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι διαχρονικὸ φαινόμενο καὶ μάλιστα τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν: «Ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ὑπερεπερίσευσεν ἡ χάρις» (Ῥωμ. ε΄ 20).
.                               Ὁ Γέροντας γεννήθηκε κοντὰ στὸ Ἀργυρόκαστρο τῆς Βορείου Ἠπείρου, στὸ χωριὸ Βοδίνο, μόλις τὸ 1870. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου ὁ Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας ποὺ ζοῦσε διαρκῶς  στὰ ὑψηλά. Δὲν ἀναπαυόταν στὰ χαμηλά, ἀφοῦ εἶχε ὑψηλὲς πνευματικὲς ἀνατάσεις καὶ δὲν συμβιβαζόταν μὲ τὴν ζωὴ στὰ χιμαδιὰ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀνέπνεε τὸν καθαρὸ ἀέρα τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ψυχῶν καὶ στὴν θεία ἀγάπη. Προτιμοῦσε τὴν σκληρὴ ζωὴ τῶν στερήσεων καὶ τῶν θλίψεων λέγοντας ὅτι «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν» (Πράξ. ιδ΄ 22). Κακουχία γι’ αὐτὸν σήμαινε ἀναψυχή. Στέρηση σήμαινε πλουτισμός. Λύπη καὶ πειρασμὸς σήμαινε ἀγαπητικὴ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Ἤθελε νὰ βιώνει τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο. Εἶχε ἐγκαταλείψει τὸν ἑαυτό του στὸ θεῖο ἔλεος καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀντλοῦσε δύναμη καὶ ὑγεία.
.                               Ἀσκητικός, γλυκύτατος, λαμπερὸς ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, μὲ ἁπλᾶ λόγια ἐξηγοῦσε τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο στοὺς πιστούς. Ὁ λόγος του ἦταν βαθειὰ θεολογικός, ἀλλὰ ἀπόλυτα κατανοητὸς καὶ πάντοτε συμβουλευτικός. Γιὰ κάθε πρόβλημα ἔδινε μία λύση, ἡ ὁποία ἦταν πάντοτε ἡ καλύτερη. Ἂν κάποιος ἔκανε σοβαρὴ ἁμαρτία τὸν συμβούλευε πατρικὰ καὶ ἔδειχνε ἰδιαίτερη εὐαισθησία στὴν συκοφαντία, τὴν ὁποία θεωροῦσε μεγάλο ὀλίσθημα μισητὸ ἀπὸ τὸν ἀκατάκριτο Κύριό μας. Αὐτὴ εἶναι διαβολή, ἔλεγε, καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἐφευρέτης της, ἀφοῦ εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους.
Ὁ βίος τοῦ π. Ἰακώβου ἦταν στολισμένος μὲ ὅλες τὶς ἀρετές, μὲ καρτερία, σεμνότητα, ἐγκράτεια, ἀγάπη καὶ πρὸ πάντων μὲ τὴν ὑψοποιὸ ταπείνωση. Γι’ αὐτὸ κέρδισε καὶ τὴν Οὐράνια Βασιλεία.
.                               Στὰ χωριὰ ποὺ περιόδευε ἱεραποστολικὰ ὁ Γέροντας διδάσκοντας τὴν εὐσέβεια μαζευόταν ὅλη ἡ γειτονιά, γιὰ νὰ ἀκούσει τὸν ψυχωφελῆ λόγο του. Ὅταν τοῦ πρότειναν νὰ φάει ἐκεῖνος ἔτρωγε μόνο δυὸ κουταλιές, πάντοτε νηστίσιμο, καὶ εὐχαριστοῦσε  τοὺς πάντες. Μιλοῦσε καὶ προφητικὰ λέγοντας: «Μὴ χαίρεστε! Πίσω θὰ ἔρθουν χειρότερες ἡμέρες». Ἐπίσης ἔλεγε: «Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ ὁ ἕνας δὲν θὰ θέλει νὰ δεῖ τὸν ἄλλον. Θὰ ἀλλάξει ὁ κόσμος. Τὸ μεγάλο ποτάμι δὲν ἦρθε ἀκόμη, πίσω εἶναι. Γι’ αὐτὸ ἐξομολογηθεῖτε, κοινωνεῖστε. Δὲν ξέρουμε τὴν ὥρα μας. Θὰ ἔχετε ὅλα τὰ καλά, ἀλλὰ δὲν θὰ τὰ χαίρεστε»!
.                               Στὰ δύσκολα χρόνια τῆς πείνας καὶ τῆς ἀνέχειας, ἂν ἐξοικονομοῦσε καμμιὰ ὀκᾶ ἀλεύρι ἢ καμμιὰ χούφτα φασόλια, μποροῦσε νὰ πάει καὶ δυὸ ὧρες δρόμο σὲ κάποιο χωριό, γιὰ νὰ τὰ δώσει σὲ φτωχὲς οἰκογένειες. Ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους! Τίποτα δὲν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τὰ βράδια, στὴν μικρὴ ἀνάπαυση ποὺ ἔδινε στὸν ἑαυτό του κοιμόταν κατάχαμα πάνω σὲ ἕνα χράμι ἀπὸ γιδόμαλλο μὲ μαξιλάρι μιὰ πέτρα.
.                   Στὸν ἐμφύλιο σπαραγμὸ ποὺ ἔζησε σὲ δυσχείμερα χρόνια τὸν ρωτοῦσαν:
-Γέροντα, πόλεμος γίνεται, φονικὰ βλέπουμε, μὲ ποιόν νὰ πᾶμε;
-Μὲ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὸ μικρότερο πειρασμό», ἀπαντοῦσε, χωρὶς νὰ παίρνει θέση.
Στὴν ἀμφίεσή  του ἦταν πάντοτε ταπεινός. Ἔτσι, ὅταν τοῦ ἔδωσαν σὲ ἕνα Ναό, ὅπου πῆγε γιὰ νὰ λειτουργήσει, ὡραῖα ἄμφια μὲ φανταχτερὰ χρώματα χωρὶς νὰ τοὺς προσβάλει ρώτησε:
-Δὲν ὑπάρχουν ἄλλα πιὸ ἁπλά, μὲ πιὸ μουντὰ χρώματα;
Φρονοῦσε καὶ ἔλεγε, ὅτι ὁ Ἱερεὺς εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Παμβασιλέως Θεοῦ. Καὶ ὅπως ὁ ὑπηρέτης παρουσιάζεται πάντοτε στὸ Βασιλέα εὐπρεπής, καθαρός, καλοντυμένος καὶ πρόθυμος νὰ τὸν ἐξυπηρετήσει, ἔτσι καὶ ὁ Ἱερεὺς παρουσιάζεται εὐπρεπὴς καὶ ἱεροπρεπὴς στὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο. Δὲν ντύνεται, ὅμως, ὁ ὑπηρέτης μὲ βασιλικὲς φορεσιές. Δὲν μπορεῖ ὁ ὑπηρέτης νὰ ντύνεται μὲ ἀκριβότερα ροῦχα ἀπὸ τὸ ἀφεντικό του. Δὲν τοῦ ταιριάζει ἡ πορφύρα καὶ ὁ βύσσος. Κόσμημά του εἶναι ἡ ἁπλότητα, ἡ καθαριότητα, ἡ σεμνότητα. Τὰ πολύτιμα κοσμήματα καὶ ἐνδύματα τὰ φυλάει γιὰ τὴν ἀθάνατη ψυχή του, αὐτὴ ποὺ θὰ μετέχει τοῦ οὐρανίου Μεγάλου Δείπνου.
.                               Ἀφοῦ σώθηκε ἀπὸ νάρκες καὶ πολλοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους ἐχθροὺς μὲ τὴ Θεία συνέργεια καὶ μὲ θαυμαστοὺς τρόπους ποὺ μόνο σὲ Ἁγίους συμβαίνουν, ὁ Ὅσιος π. Ἰάκωβος κοιμήθηκε τὶς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1960 ἥσυχα καὶ Ἄγγελοι Κυρίου παρέλαβαν τὴν μακαρία του ψυχή, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρουν στὸ θρόνο τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου. Ἦταν ἡμέρα νίκης, ἡμέρα λυτρωμοῦ, ἡμέρα θριάμβου, γιὰ τὸ Γέροντα, ποὺ ἔσπαγε τὸ φράγμα τῆς ὕλης καὶ πορευόταν στὴν ἀφθαρσία, στὴν αἰωνιότητα, κοντὰ στὸ Χριστό μας.
.                      Στὴν ἐκταφὴ τῶν λειψάνων του βρῆκαν ἕνα λουλούδι στὸ κεφάλι του. Πῶς νὰ μὴν ἀνθήσει λουλούδι, ὅταν ὁ ἴδιος ἦταν τὸ ρόδο τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, τὸ κρίνο τῆς ἱεραποστολικῆ δράσεως καὶ τὸ ζουμπούλι τῆς ψυχικῆς κενώσεως στὶς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων του; Τὸ ἄνθισμα τοῦ λουλουδιοῦ ἔδειχνε τὴν εὐαρέσκεια τοῦ οὐρανοῦ στοὺς ἀγῶνες τοῦ Γέροντος Ἰακώβου.

 

 

 

 

,

Σχολιάστε

ΠΡΩΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ στὴν ΚΑΣΤΟΡΙΑ (Χαρ. Μπούσιας)

Πρόσφατα πρωτοχριστιανικὰ χρόνια στὴν Καστοριά
Στὸ 40νθήμερο μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου Σεραφείμ

γράφει
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                   Μποροῦμε στὰ χρόνια μας νὰ ζήσουμε ὅπως οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τῶν Ἱεροσολύμων; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπάντησε πρόσφατα καὶ μάλιστα ἔμπράκτα ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Καστοριᾶς, ὁ πολύκλαυστος κυρὸς Σεραφείμ· ὁ φιλάγιος Ἱεράρχης, ποὺ ἔζησε τὴν ζωὴ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων καὶ μᾶς ἔδωσε τὴν ἀπάντηση. Ναί, μποροῦμε, ἅμα ἀγαποῦμε πραγματικὰ τὸν Χριστό μας καὶ ἔχουμε φιλαγιότητα. Ὅταν προσπαθοῦμε νὰ ὁμοιάσουμε μὲ τοὺς Ἁγίους μας, ὅταν ἡ ζωή μας εἶναι χριστοκεντρική, ὅταν ἔχουμε ἐγκαταστήσει μόνιμο ἔνοικο τῆς καρδιᾶς μας τὸν εὐεργέτη καὶ λυτρωτή μας, τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ.
.                 Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶναι μόνιμα ἐγκαταστημένος στὴν καρδιά μας, τότε μᾶς πλημμυρίζει μὲ τὴν πλούσια τὴ χάρη Του καὶ μᾶς ἀξιώνει νὰ ζοῦμε καθαρὴ Χριστιανικὴ ζωή, νὰ γινόμαστε παραδείγματα πρὸς μίμηση, νὰ εἴμαστε «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» [1] καὶ νὰ φαινόμαστε ὡς «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη»[2]. Μᾶς ἀξιώνει νὰ μὴν ἀρκούμασε μόνο  στὶς θρησκευτικές μας ὑποχρεώσεις, στὴν εὔκολη ἱκανοποίησή μας ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ νὰ διεισδύσουμε στὸ Μυστήριο τῆς ἀνακαινίσεως, κατὰ τὸ ὁποῖο ἀποτασσόμεθα τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του καὶ συντασσόμεθα μαζὶ μὲ τὸν Χριστό μας. Μᾶς ἀξιώνει νὰ ζοῦμε ἢ τουλάχιστον νὰ προσπαθοῦμε τὴν προσωπική μας ὑπέρβαση, γιὰ νὰ λειτουργήσουν οἱ πνευματικές μας αἰσθήσεις, ποὺ θὰ γεμίσουν τὶς ψυχές μας μὲ τὴν θεία παρουσία Του. Ἔτσι, αὐτὲς καθαρίζονται, καὶ δεχόμενες τὴν Θεία Χάρη ποὺ ἡ παρουσία Του ἐκπέμπει, πληροῦνται ἀπὸ εὐλογία καὶ φῶς, ἀπὸ τὸ Αὐτοφῶς, τὸ ἀΐδιο Φῶς τῆς ζωῆς.
.                 Ἡ ζωὴ καὶ ἡ ποιμαντικὴ δράση τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Σεραφεὶμ στὴν Καστοριὰ μᾶς θυμίζει τὰ λόγια τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων γιὰ τὴν  ζωὴ καὶ τὴν δράση τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ποὺ ζοῦσαν ἔντονα τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ὅπως τὴν ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «Εἶχον ἅπαντα κοινά»[3], σὰν μέλη μιᾶς οἰκογενείας. Καὶ «ἦσαν ὁμοθυμαδόν»[4] δηλαδὴ ζοῦσαν, θὰ λέγαμε σήμερα, κοινοβιακά, μὲ πλούσια  αἰσθήματα ἀγάπης, προσανατολισμένα ὁλοκάρδια στὴν ἐπικοινωνία, «ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας»[5], δηλαδὴ μὲ ἁπλότητα, χωρὶς νὰ περνᾶ ἀπὸ τὶς σκέψεις τους δεύτερος πονηρὸς λογισμὸς γιὰ τὰ λεγόμενα τῶν ἄλλων. Ἦσαν ἄδολοι, ἁγνοί, δοσμένοι σὲ αὐτὸ τὸ παραδείσιο βίωμα τῆς εἰλικρίνειας, τῆς ἀθωότητος, τῆς αὐτοπροσφορᾶς. Ζοῦσαν, λοιπόν, μὲ ἁπλότητα, ἀλλὰ καὶ ἦταν «προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς»[6]. Προσκαρτεροῦντες σημαίνει, ὅτι ἔστεκαν μὲ ἐγκαρτέρηση καὶ ἐπιμονή, ἀφοσιωμένοι σὲ τέσσερα πράγματα, τὰ ὁποῖα τοὺς γέμιζαν τὴν ζωὴ καὶ τοὺς ὁδηγοῦσαν κοντὰ στὸ Χριστό μας. Ἔτσι, καὶ ὁ κυρὸς Σεραφεὶμ μὲ τὴν εὐλογημένη καὶ ἁγιόλεκτη συνοδεία του προσκαρτεροῦσαν:

 *Στὴν διδαχὴ τῶν Ἀποστόλων, δηλαδὴ στὴν ἐμβάθυνσή τους στὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀφοῦ «πᾶσα Γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ»[7].

*Στὴν κοινωνία τῶν προσώπων, δηλαδὴ στὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους Χριστιανούς, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ὡς κοινωνικὸ ὂν ἔχει ἀνάγκη πνευματικῆς ἐπικοινωνίας. Ἐπικοινωνίας, ὅμως, πνευματικῆς, ποὺ δὲν σκορπίζει τὸν νοῦ, οὔτε σπαταλᾶ σὲ ἄσκοπα πράγματα τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του, γιὰ τὴν χρήση τοῦ ὁποίου γνωρίζει ὅτι θὰ δώσει λόγο στὸν Θεό μας. Ἡ ἐπικοινωνία ἦταν σύμφωνη μὲ τὴ ρήση τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰωάννου τοῦ Δομβοΐτου «ὠφελοῦ ἢ ὠφέλει ἢ φεῦγε»[8].

*Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου, δηλαδὴ στὴν ἱκανοποίηση τῶν τροφικῶν ἀναγκῶν τους. Ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ σύγκειται ἀπὸ σάρκα καὶ πνεῦμα ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ δύο τροφές· πνευματικὴ καὶ σωματική. Γι’ αὐτὸ καὶ πάντοτε στὶς πνευματικὲς συνάξεις ἀπαραίτητη εἶναι ἡ παράθεση πνευματικῆς τράπεζας, γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, ἀλλὰ καὶ ὑλικῆς πρὸς παράκληση τοῦ σαρκίου. Ἡ ὑλικὴ τράπεζα ποὺ παρατίθεται εἶναι εὐλογημένη, ὅταν στὴν κορυφή της κάθεται πάντοτε ὁ Κύριός μας εὐλογώντας καὶ ἁγιάζοντάς την.

*Καὶ στὴν προσευχή, ἀφοῦ αὐτὴ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸ δωρεοδότη μας Χριστό, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχεται «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον»[9].

.                 Ἡ ἐν Χριστῷ αὐτὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, ὅπως ἐπονομάζονταν οἱ πρῶτοι πιστοὶ τῶν Ἱεροσολύμων, ἀποτελοῦσε τὴν προτύπωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τοῦ Ἱεράρχου Καστορίας, ποὺ ἐπιθυμοῦμε νὰ εὑρίσκεται συνεχῶς ἑνωμένος μαζὶ μὲ τὸν Κύριο καὶ νὰ πορεύεται  κατὰ τὸ ἅγιο θέλημά Του. Τὴν ἕνωση αὐτὴ τὴν ἐπιτύγχανε μόνο μέσα στὴν μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική μας Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ὑπηρέτησε ἄοκνα μέχρι τῆς κοιμήσεώς του, καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας καὶ καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Καὶ εἶναι ἀποδεδειγμένο ὅτι ὅπου ὑπάρχει ζῶσα πίστη ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ποὺ συντελεῖ στὴν πνευματικὴ πρόοδο ποὺ προάγει τὸν ἄνθρωπο σὲ τέλεια προσωπικότητα καὶ διανοίγει τὰ χείλη του σὲ ἐξύμνηση τῶν κατορθωμάτων τῶν ἀριστέων τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ σταδίου, τῶν Ὀλυμπιονικῶν στοὺς ὑπὲρ τοῦ ἐσταυρωμένου Ἀρνίου ἀγῶνες, ὁ ὁποῖος ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ὑπῆρξε σημεῖο ἀμφιλεγόμενο, «Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν» [10].
.              Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Σεραφεὶμ εἶχε τὴν σφραγίδα τῆς θεοτοκοφιλίας καὶ τῆς φιλαγιότητος ἀνεξίτηλα χαραγμένη στὴν καρδιά του. Βρισκόταν πάντοτε ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς Παναγίας μας, «τῆς Πορφύρας, Μαυριώτισσας, Ρασιώτισσας, Ἑβραΐδος, Καστριώτισσας, Προφητῶν τοῦ Κήρυγματος, Ὁδηγήτριας Γραμμούστιανης Ἄργους Ὀρεστικοῦ, Φανερωμένης, Ἐλεούσας Μονῆς Κλεισούρας, Βλαχερνίτισσας, Παραμυθίας, Ἐλεούσας Καστοριᾶς, Ἐλπίδος ἀπηλπισμένων, Δακρυρροούσας, Πορταΐτισσας, Γοργοϋπηκόου καὶ Τριχερούσας». Βρισκόταν ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ πολιούχου τῆς Καστοριᾶς Ἁγίου Μηνᾶ, τοῦ προστάτου τῶν γουναράδων τῆς περιοχῆς του, τοῦ Προφήτου Ἠλία, τοῦ Ἁγίου Νικάνορος, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς Κλεισούρας καὶ τοῦ Ἱερομάρτυρος Βασιλείου Χιλιοδένδρου, διὰ τὴν ἁγιοκατάταξη τῶν ὁποίων εἶχε μεριμνήσει, τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων, Μάρκου τοῦ Κλεισουριέως, Γεωργίου καὶ Ἰωάννου-Νούλτσου, τῶν Καστοριέων καὶ τοῦ νέου Ἱερομάρτυρος, Πλάτωνος Ἀϊβαζίδη, ὡς καὶ ὅλου τοῦ νέφους τῶν Ἁγίων, τὶς μνῆμες τῶν ὁποίων καθημερινὰ τιμοῦσε.
.                Ὁ θεοπρόβλητος καὶ θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Σεραφεὶμ εἶχε νοικιάσει τὴν καρδιά του ὁλοκληρωτικὰ στὸν Χριστό μας. Ὁ ἴδιος  δὲν εἶχε οὔτε νοῦ ἰδικό του οὔτε θέληση οὔτε ζωή, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τοῦ ἦταν ὁ Χριστός. Ἔτσι, λέγοντας ὅτι εἶχε «νοῦν Χριστοῦ» [11], πιστοποιοῦμε ὅτι εἶχε τὴν ἴδια μὲ Ἐκεῖνον θέληση, γι’ αὐτὸ καὶ θὰ μποροῦσε νὰ φωνάζει τὸ παύλειο: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» [12]. Ὁ μακαριστὸς Ἱεράρχης, ποὺ τόσο ἀναπάντεχα μεταδημότευσε γιὰ τὴν οὐράνια Βασιλεία, ἔζησε πρωτοχριστιανικὰ μαζὶ μὲ τὴν ἀπορφανισθεῖσα ἐπισκοπική του ἀδελφότητα. Τώρα ὁ Ἐπίσκοπος βρίσκεται κοντὰ στὸν ἀγαπημένο του Ἰησοῦ καὶ μαζὶ μὲ τοὺς φίλους του Ἁγίους  ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθά, «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» [13]. Ἀπολαμβάνει τοὺς καρποὺς τῶν ἔργων του καὶ δέεται τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν εὐλογημένη του ἀδελφότητα, γιὰ τὸ θεοσεβὲς πλήρωμα τῆς ἐπαρχίας του, γιὰ τὴν πολυαγαπημένη του Μακεδονία, γιὰ ὅλους μας, ποὺ μᾶς ἀνέψυχε μὲ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς εὐλογίες του.

[1]  Ματθ. ε΄ 14.

[2]  Ματθ. ε΄ 14.

[3]  Πράξ. β΄ 44.

[4]  Πράξ. β΄ 46.

[5]  Πράξ. β΄ 46.

[6]  Πράξ. β΄ 42.

[7]  Β΄ Τιμ. γ΄ 16.

[8]  Τὰ ποιήματα τοῦ Καλόγερου, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, τόμος α΄, σελὶς 196, Ἀθῆναι 1971.

[9]  Ἰακ. α΄ 17.

[10] Α΄ Κορινθ. α΄ 23.

[11]  Β’ Κορ. β΄ 16.

[12]  Γαλ. β 20.

[13] Α΄ Κορ. β΄ 9.

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΝΕΡΟ καὶ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ [καὶ θαυμαστὲς διηγήσεις] (Χαρ. Μπούσιας)

 

Τὸ εὐλογημένο νερὸ καὶ ὁ ἁγιασμὸς στὴ ζωή μας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»:
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                   Ὅταν ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἄπειρη σοφία Του δημιουργοῦσε τὸν κόσμο μάζεψε τὰ νερὰ ὅλα μέσα σὲ μιὰ τεράστια δεξαμενή, τὴν θάλασσα, λέγοντας: «Συναχθήτω τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγὴν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά. Καὶ ἐγένετο οὕτως, καὶ συνήχθη τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά. Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὴν ξηρὰν, γῆν, καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας (Γεν. 1, 9-10). Αὐτὸ τὸ νερό, τὸ τόσο ἀπαραίτητο στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι μόνο μᾶς διατηρεῖ ζωντανούς, ἀλλὰ καὶ μᾶς καθαρίζει καὶ μᾶς ἁγιάζει.
.             Τὸ νερὸ συντελεῖ στὴν σωστὴ καὶ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴν σωματικὴ καθαριότητα καὶ ὑγιεινή. Περίπου τὰ δύο τρίτα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος ἀποτελοῦνται ἀπὸ νερό, τὸ ὁποῖο συμβάλλει σημαντικὰ στὴν ζωὴ καὶ τὴν παραγωγὴ τῶν κυττάρων μας. Ἐπίσης, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ κύριο μέσο γιὰ τὴν μεταφορὰ τῶν θρεπτικῶν οὐσιῶν στὰ κύτταρα καὶ τὰ ὄργανα τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὸ μέσο ἀπομακρύνσεως τῶν τοξικῶν καὶ ἀχρήστων οὐσιῶν. Χωρὶς νερό, τὰ νεφρὰ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιτελέσουν τὸ ἔργο τους. Ζητοῦμε νερό, γιατὶ καθημερινὰ ἀποβάλλουμε μεγάλη ποσότητά του ἀπὸ τὴν ἐφίδρωση καὶ τὴν ἀναπνοή. Ἀπὸ αὐτὲς ἕνας ἐνήλικας μπορεῖ νὰ χάσει περίπου δέκα φλυτζάνια νεροῦ καθημερινά. Ἂν δὲν ἔχουμε ἀποθέματα νεροῦ τότε αἰσθανόμαστε κόπωση, δίψα, ἀδυναμία καὶ τελικὰ παθαίνουμε ἀφυδάτωση ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν θάνατο. Ἄρα τὸ νερὸ εἶναι ἀπαραίτητο στὴν ζωή μας.
.             Εἶναι, ὅμως, τὸ νερὸ καὶ μέσο καθαρισμοῦ. Καὶ ἡ καθαριότητα βοηθάει στὴν καλύτερη λειτουργία τοῦ ὀργανισμοῦ. Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας θεωροῦσαν ὅτι τὸ νερὸ καθαρίζει τόσο τὸ σῶμα ὅσο καὶ τὸ πνεῦμα. Ἡ ὑγιεινὴ τοῦ σώματος εἶναι ἀπόλυτα συνηφασμένη μὲ τὴν καθαριότητά του.  Ὁ Πλάτωνας παρότρυνε ἐξ ἄλλου τοὺς ἀδύναμους καὶ ἀσθενεῖς ἐκτὸς τὴν κατ’ οἶκον καθαριότητα, ποὺ τὴν θεωροῦσε ἐπιβεβλημένη, νὰ ἐπισκέπτονται κὰι ἰαματικά λουτρά, γιὰ τὶς θεραπευτικὲς ἰδιότητες τῶν ὁποίων ὁ Αριστοφάνης μιλοῦσε μὲ ζῆλο καὶ ὁ Ἱπποκράτης, πατέρας τῆς λουτροθεραπείας, ἔκανε λεπτομερεῖς ἀναφορὲς γιὰ τὴν σπουδαιότητά τους.
.             Τὸ νερὸ στὴν χριστιανικὴ θρησκεία συνδέθηκε στενὰ μὲ τὴν θεία λατρεία. Μὲ αὐτὸ βαπτιζόμαστε, γιὰ νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ἐνθυμούμενοι τον Κύριό μας ποὺ βαπτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη, τὸν Πρόδρομο, μὲ αὐτὸ ἁγιαζόμαστε στὴν Ἐκκλησία μας. Ἁγιασμὸ φυλᾶμε στὸ εἰκονοστάσι μας, μὲ αὐτὸν μᾶς ραντίζει ὁ Ἱερεὺς στὴν ἀρχὴ κάθε μηνός, στὴν ἀρχὴ κάθε καλοῦ ἔργου, κάθε σχολικῆς χρονιᾶς, στὰ ἐγκαίνια καταστημάτων, στὴν  εὐλογία τῶν ἀγρῶν τὸ φθινόπωρο, στὴν ἀγορὰ αὐτοκινήτων καὶ ὁποιωνδήποτε ἄλλων κινητῶν καὶ ἀκινήτων ἀντικειμένων.
.             Τὸ νερὸ τὸ συναντοῦμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὸν Κατακλυσμὸ τοῦ Νῶε, στὴν διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, στὴν πορεία τῶν Ἰσραηλιτῶν μέσα στὴν ἔρημο. Ὅταν αὐτοὶ δίψασαν, ὁ Μωυσῆς χτύπησε ἕνα βράχο μὲ τὸ ραβδί του καὶ ἀμέσως ἀνέβλυσε νερό.
.             Στὴν Καινή Διαθήκη ἔχουμε τὸν Κύριό μας νὰ βαπτίζεται στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου, νὰ θεραπεύει τὸν παράλυτο στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, στὸ γάμο τῆς Κανᾶ, νὰ μεταποιεῖ τὸ νερὸ σὲ κρασί, στὴν Τιβεριάδα νὰ γαληνεύει τὰ ὕδατα τῆς θαλάσσης καὶ νὰ κοπάζει τοὺς ἀνέμους.
.             Τὸ νερὸ παίζει μεγάλο ρόλο καὶ στὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανική μας ζωή. Ὅλοι μας βαπτιζόμαστε στὴν κολυμβήθρα «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Στὴν Θεία Κοινωνία βάζουμε μαζὶ μὲ τὸ  κρασὶ καὶ τὸν ἄρτο τὸ «ζέον ὕδωρ», γιατὶ ὅταν τρύπησαν μὲ λόγχη τὸν Χριστὸ πάνω στὸν Σταυρό, ἀπὸ τὴν πληγὴ ἔτρεξε αἷμα καὶ ὕδωρ. Ἐξ ἄλλου δὲ περιόδους ἀνομβρίας κάνουμε λιτανεῖες.
.             Κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων ἁγιάζουμε τὰ ὕδατα καὶ ὁ Ἱερεὺς μετά, ἀφοῦ ἁγιάσει ὅλους τοὺς πιστούς, γυρίζει τὰ σπίτια καὶ τὰ ἁγιάζει μὲ τὸν τίμιο Σταυρό. Τὸ ἁγιασμένο νερὸ παύει πλέον νὰ λογαριάζεται ὡς κοινὸ νερὸ χωρὶς ἰδιαίτερη σημασία καὶ ἀξία. Ἔχει φορτισθεῖ μὲ μυστική, ἀνερμήνευτη θεία δύναμη καὶ ἐνέργεια. Γι’ αὐτὸ ὁ τελετουργὸς ἱερεὺς μὲ ἔμφαση ἱκετεύει τὸν Θεό μας λέγοντας: «Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Κύριε, ἐμπλησθῆναι ἁγιασμοῦ, διὰ τῆς τοῦ ὕδατος τούτου μεταλήψεώς τε καὶ ραντισμοῦ, καὶ γενέσθω ἡμῖν, εἰς ὑγείαν ψυχῆς τε καὶ σώματος». Ἡ γεύση αὐτοῦ τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ συνηθισμένο νερό. Ἔχει γίνει, ὅμως, πνευματικὸ ποτὸ ποὺ ἔχει ἀναβλύσει ἀπὸ τὴν «πνευματικὴ πέτρα», ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, καὶ ὁ ὁποῖος τὸ ἔχει καταστήσει πηγὴ εὐλογίας καὶ χάριτος.
.             Κατὰ τὸν Μεγάλο Ἁγιασμὸ τῶν Θεοφανείων ἁγιαζόμαστε καὶ καθαριζόμαστε «διὰ τῆς τοῦ ὕδατος τούτου μεταλήψεώς τε καὶ ῥαντισμοῦ», τὸ ὁποῖο ἔχει γίνει «ἰαματικὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων καὶ πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν». Ὁ ἁγιασμὸς στηρίζεται στὴν βέβαιη πίστη μας, ὅτι στὸ ἁγιασμένο νερὸ μεταδίδονται πνευματικὲς ἰδιότητες, ἔτσι, ὥστε αὐτὸ νὰ ἀναδεικνύεται «ἀποτρόπαιον πάσης ἐπιβουλῆς ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν». Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τὸν τέταρτο αἰῶνα ὁ Ἐπίσκοπος Ἀπαμείας, Ἅγιος Μάρκελλος, μὴ μπορώντας νὰ γκρεμίζει ἕναν εἰδωλολατρικὸ ναὸ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοποθετήσουν νερὸ κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅπου λειτουργοῦσε, καὶ μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ τὸ σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸ ἔδωσε στὸν διάκονο, γιὰ νὰ ραντίσει τὰ εἴδωλα, τὰ ὁποῖα ἀκαριαίως γκρεμίσθηκαν. Ἀπὸ τὴν πράξη αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Μαρκέλλου ἐπικράτησε ἡ συνήθεια νὰ ψάλλεται ὁ Μικρὸς Ἁγιασμὸς στὴν ἀρχὴ κάθε μηνὸς καὶ νὰ ραντίζονται τὰ σπίτια, τὰ κτήματα, τὰ ὑποστατικὰ καὶ γενικὰ τὰ μέρη ὅπου εὑρίσκεται ἀσθένεια καὶ «ἐμφιλοχωρεῖ ἐνέργεια δαιμονική», γιατὶ αὐτὴ διώχνεται μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ.
.             Ἄλλο θαυμαστὸ περιστατικὸ τῆς δυνάμεως τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ διηγεῖται ὁ Θεοδώρητος ὡς ἑξῆς: «Τοῦ βασιλιᾶ Οὐάλη ἀρρώστησε ξαφνικὰ τὰ ἄλογο. Ὁ ἱπποκόμος του ποὺ ἦταν εὐσεβὴς τὸ ὁδήγησε στὸ ἐρημητήριο τοῦ Ἁγίου Ἀφραάτου. Αὐτός, ἀφοῦ προσευχήθηκε θερμά, διέταξε νὰ βγάλουν καθαρὸ νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι. Τὸ σταύρωσε καὶ τὸ ἔρριξε πάνω στὸ ἄλογο, τὸ ὁποῖο ἀμέσως θεραπεύθηκε».
.             Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος ἀναφέρει, ὅτι ὁ ἱστορικὸς Ἰώσηπος ποὺ πρὶν γίνει Χριστιανὸς ἦταν Ἑβραῖος, ὅταν πρόκειτο νὰ ἀνεγείρει Ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἐμποδιζόταν ἀπὸ τὶς μαγεῖες καὶ δολοπλοκίες τῶν παλαιῶν ὁμοθρήσκων του. Τότε ἔτρεξε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ διέταξε νὰ τοῦ φέρουν νερὸ μέσα σὲ καθαρὸ δοχεῖο. Τὸ σφράγισε σταυροειδῶς μὲ τὸ δάκτυλό του καὶ εἶπε δυνατά: «Στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τὸν ὁποῖον σταύρωσαν οἱ πατέρες μου καὶ πατέρες ὅλων αὐτῶν ποὺ παραβρίσκονται ἐδῶ ἂς πάρει δύναμη αὐτὸ τὸ νερό, ὥστε νὰ κτισθεῖ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ». Ὕστερα ἔρρανε μὲ τὸ νερὸ αὐτὸ τὸν χῶρο καὶ οἱ μαγεῖες καὶ οἱ φαρμακεῖες διαλύθηκαν.
.             Στὸν Μεγάλο Ἁγιασμὸ καὶ στὴν μέση τῆς εὐχῆς μὲ δυνατὴ φωνὴ ὁ Ἱερεὺς λέγει: «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων Σου». Στὴν μεγαλειώδη αὐτὴ εὐχή, ὅπου ἀνυμνεῖται ὁ Δημιουργὸς τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου, ὑμνολογεῖται ὁ «ἐν Ἰορδάνῃ ἐπιφανεὶς» Χριστός, ὁ καὶ «ἁγιάσας τὰ ῥεῖθρα» του. Ὅπως τότε ὁ Θεὸς ἐξαποστέλλει τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα, γιὰ νὰ ἁγιάσει τὸ νερὸ καὶ νὰ τὸ κάνει «ἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον».
.             Ἕνα βασικὸ ἐρώτημα ποὺ συχνὰ τίθεται ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλακόλουθους πιστοὺς εἶναι ἂν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ ἁγιαστικῆς χάριτος μεταξὺ τοῦ Μεγάλου καὶ τοὺ Μικροῦ Ἁγιασμοῦ. Ἡ θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας εἶναι σαφὴς καὶ ξεκάθαρη. Ὁ Μεγάλος ἁγιασμὸς εἶναι αὐτὸς τῶν Θεοφανείων καὶ τελεῖται μία φορὰ τὸ χρόνο, τὴν παραμονὴ καὶ τὴν ἡμέρα  τῆς ἑορτῆς, ἐνῶ ὁ Μικρός τελεῖται ὅποτε οἱ πιστοὶ τὸ ζητήσουν.
.             Στὸν Μικρὸ Ἁγιασμὸ δίδεται ἔμφαση στὴν ἴαση τῶν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν ἀσθενειῶν, ἐνῶ στὸν Μεγάλο κυριαρχεῖ ἡ εὐλογία τῆς φύσεως τῶν ὑδάτων μὲ τὴν βάπτιση τοῦ Κυρίου. Ὁ ἁγιασμὸς τῶν Θεοφανείων ὑπενθυμίζει ἕνα πραγματικὸ γεγονός. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνάμνηση καὶ πραγματικὴ λειτουργικὴ παρουσία τοῦ σωτηριώδους γεγονότος τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου, μὲ ὅλο τὸ βάρος τῶν συνεπειῶν του, στὴν ζωὴ τοῦ καθενὸς πιστοῦ χωριστὰ καὶ τοῦ ὅλου σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
.             Βεβαίως δὲν εἶναι σωστὸ ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων νὰ συγκρίνεται πρὸς τὴν Θεία Κοινωνία, ὁπωσδήποτε, ὅμως,  εἶναι τὸ δεύτερο σὲ ἱερότητα μυστηριακὸ εἶδος μετὰ τὴν Θεία Μετάληψη.
.             Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ στὸ Δ΄ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν  ἀναφέρεται ἕνα  ὡραῖο περιστατικό, τὸ ὁποῖο παρουσιάζει τὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες ποὺ ἔδρασαν μὲ τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου καὶ θεράπευσαν ἀπὸ λέπρα τὸν ἀρχιστράτηγο τῆς Συρίας Νεεμάν.
.             Ὁ Προφήτης Ἐλισαῖος, ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ λεπρὸς Νεεμὰν κατόπιν ὑποδείξεως μιᾶς ἑβραιοπούλας, γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσει, χωρὶς νὰ ἀσχοληθεῖ μαζί του, τὸν  ἔστειλε πρῶτα στὸν Ἰορδάνη ποταμό, προτρέποντας τον νὰ λουσθεῖ ἐκεῖ ἑπτὰ φορές.
.             Ὁ Νεεμάν, ποὺ ὡς στρατηγὸς καὶ μάλιστα πηγαίνοντας συστημένος στὸν Ἐλισαῖο, περίμενε προσωπικὴ ὑποδοχὴ ἀπὸ ἐκεῖνον, ἔνοιωσε πληγωμένο τὸν ἐγωϊσμό του, ὅταν τὸν ἔστειλε στὸν Ἰορδάνη χωρὶς νὰ τοῦ δώσει πολὺ σημασία καὶ ὀργισμένος  συλλογίσθηκε:
-Χάθηκαν τὰ ποτάμια τῆς Δαμασκοῦ, γιὰ νὰ λουσθῶ σὲ ἐκεῖνα; Ἔπρεπε νὰ μὲ στείλει χωρὶς ἄλλη σκέψη στὸν Ἰορδάνη;
.             Ἔτσι, θυμωμένος ἄλλαξε δρομο. Οἱ δοῦλοι του ποὺ τὸν πλησίασαν τὸν ἔπεισαν νὰ ὑποχωρήσει λέγοντάς του ὅτι δὲν ἦταν κάτι τὸ δύσκολο αὐτὸ ποὺ τοῦ πρότεινε ὁ Προφήτης. Ὁ Νεεμὰν πῆγε τότε στὸν Ἰορδάνη, λούσθηκε στὰ νερά του ἑπτὰ φορὲς καὶ μὲ θαυμαστὸ τρόπο εἶδε τὴ λέπρα νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ σῶμα του. Χαρούμενος ἐπέστρεψε, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἐλισαῖο καὶ μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του ὁμολόγησε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεός, ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ Ἐλισαίου, ὑπονοώντας τὴν δύναμη τῆς πίστεως καὶ ὄχι τὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη. Ἡ ἄκτιση ἰαματικὴ δράση τοῦ νεροῦ βρισκόταν στὴν θεία ἐνέργεια ποὺ ἐξερχόταν ἀπὸ τὸν μόνο πραγματικὸ Θεό μας.
.             Τὴν ἴδια ἰαματικὴ δύναμη βλέπουμε νὰ παρουσιάζουν καὶ τὰ ὕδατα τῆς κολυμβήθρας τῆς Βηθεσδᾶ, τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ταράσσονταν ἀπὸ τὸν Ἄγγελο τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος ποὺ ἔμπαινε πρῶτος μετὰ τὴν ταραχὴ τοῦ ὕδατος «ὑγιὴς ἐγένετο ὁ,δήποτε κατείχετο νοσήματι».
.             Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν ἐπωφελὴ διάσταση τοῦ ἁγιασμοῦ θὰ ἀναφέρουμε μερικὰ ἀκομη περιστατικά.
.             Γράφει τὸ Γεροντικό, ὅτι μιὰν ἡμέρα ὁ Γέροντας Δωρόθεος, ὁ Θηβαῖος, ἔστειλε τὸν ὑποτακτικό του στὸ πηγάδι νὰ φέρει νερό. Ἐκεῖνος μόλις ἔσκυψε καὶ ἦταν ἕτοιμος νὰ ρίψει στὸ νερὸ τὸν κουβὰ εἶδε μιὰ ἀσπίδα, ἕνα δηλητηριῶδες φίδι, νὰ βρίσκεται μέσα σὲ αὐτό. Ἐγκατέλειψε τότε τὸν κουβᾶ καὶ ἔτρεξε στὸ Γέροντα φωνάζοντας:
-Ἀββᾶ χαθήκαμε,  τό πηγάδι δηλητηριάστηκε ἀπὸ μιὰ ἀσπίδα.
-Κι ἂν ο διάβολος ἀποφασίσει νὰ ρίψει ἀσπίδες σὲ ὅλα τὰ πηγάδια, ἐσὺ θὰ πεθάνεις ἀπὸ τὴ δίψα;
.             Ἔτσι τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Γέροντας κουνώντας τὸ κεφάλι, γιὰ τὴν δειλία τοῦ ὑποτακτικοῦ του. Μετὰ πῆγε ὁ ἴδιος στὸ πηγάδι πῆρε τὸν κουβᾶ καὶ ἔβγαλε μόνος του νερό. Τὸ σταύρωσε, ἤπιε ὁ ἴδιος καὶ ἔδωσε καὶ στὸν ὑποτακτικό του  λέγοντας: Ὅπου ὑπάρχει σταυρὸς δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἡ κακία τοῦ ἐχθροῦ.
.             Ἄλλο παράδειγμα τῆς ἀποτρεπτικῆς δυνάμεως τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ καταγράφει ὁ ἀείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος. Μὲ γλαφυρὴ ἁπλότητα αὐτὸς διηγεῖται, ὅτι ἕνας νεαρὸς πνευματιστὴς κάθε βράδυ στὸ σπίτι του ἔκανε πνευματιστικὲς συνεδριάσεις, καλώντας πονηρὰ πνεύματα. Ἕνα βράδυ, ὅμως, ἂν καὶ πάλεψε πολὺ ὥρα μὲ ἐπίμονες προσκλήσεις του, τὰ πνεύματα δὲν παρουσιάζονταν. Σὲ μιὰ στιγμὴ ἄκουσε μιὰ φωνὴ ἔντονα ἐκνευρισμένη:
-Δὲν μποροῦμε νὰ ἔρθουμε, γιατὶ σήμερα  ἦρθε ἐκεῖνος ὁ ἄλλος ἐδῶ.
.             Ταραγμένος ὁ δυστυχὴς νέος πῆγε στὸ διπλανὸ δωμάτιο τῆς μητέρας του καὶ μὲ ἔντονο ὕφος τὴ ρώτησε:
-Ποιός ἦρθε σήμερα στὸ δωμάτιό μου;
.             Κι’ ἐκείνη μὲ σταθερὴ φωνή ἤρεμα τοῦ ἀπάντησε:
Ἀφοῦ ἐσὺ μαζεύεις ἐδῶ τοὺς σατανάδες κάθε βράδυ καὶ δὲν μὲ ἀφήνουν νὰ κοιμηθῶ, πῆγα σήμερα καὶ ἔφερα τὸν παπᾶ, ἔκανα Ἁγιασμὸ καὶ ράντισα τὸ σπίτι καὶ τὸ δωμάτιό σου.
.             Ἡ συνετὴ καὶ ἀποφασιστικὴ παρέμβαση τῆς εὐσεβοῦς μητέρας ἀφύπνισε πνευματικὰ τὸν παγιδευμένο νεαρό, ὁ ὁποῖος  στὴν συνέχεια ἔκοψε κάθε σχέση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸν πνευματισμό, καθώς κατάλαβε ὅτι εἶχε ἐπικίνδυνα ἐμπλακεῖ στὰ πλοκάμια τοῦ πονηροῦ.
.             Τὸ τρίτο περισταστικὸ συνέβη τὸ 1850 στὴν Ἀθήνα, ὅταν ἀπειλήθηκε ἡ ζωὴ χιλιάδων ἀνθρώπων ἀπὸ χολέρα. Κάθε ἡμέρα ἔφευγαν ἀπὸ τὴν ζωὴ ἑκατοντάδες. Φόβος καὶ τρόμος κατέλαβε τοὺς πάντες. Ὁ τότε Γενικὸς ἀρχίατρος τοῦ κράτους ἀδύναμος καὶ ἀνήμπορος νὰ προσφέρει βοήθεια, κρύφθηκε ἀπὸ φόβο. Δὲν τὸν εὕρισκαν πουθενά. Μοναδικὴ ἐλπίδα γιὰ τὸ λαό, ὅπως πάντοτε, ἦταν ἡ περιφρονημένη καὶ διωκόμενη ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πραγματικὴ πνευματικὴ μάνα καὶ ἀνοιχτὴ ἀγκαλιὰ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.             Ἔτσι, ἐνῶ στὶς δυσκολίες οἱ πολιτικοὶ ταγοὶ στρίβουν, κρύβονται, φυγομαχοῦν ἢ κριτικάρουν καὶ δίδουν ὁδηγίες ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ  ποιμένες βρίσκονται στὴν πρώτη γραμμὴ τοῦ ἀγώνα γιὰ στήριξη, ἐνίσχυση καὶ παροχὴ βοηθείας τοῦ εὐκολόπιστου καὶ πάντα προδομένου λαοῦ.  Στὴν κρίσιμη ἐκείνη ὥρα, ὅπου ὁ λαὸς ἀγωνιοῦσε καὶ οἱ ὑπεύθυνοι μουδιασμένοι ἀποσύρθηκαν ἀπὸ τὸ προσκήνιο, ὄρθωσε τὸ ἀνάστημα του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ κάλεσε τοὺς  φοβισμένους κατοίκους τῆς πόλεως στὸν Μητροπολιτικὸ Ναό. Μέσα σὲ κλίμα συγκινήσεως καὶ ἀγωνίας στήριξε τὸν λαό, ἐνέπνευσε  πίστη καὶ καλλιέργησε ἐλπίδα τελώντας τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ. Οἱ ψυχὲς ἀναθάρρησαν καὶ χιλιάδες λαοῦ, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς Ἱερεῖς λιτάνευαν τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Ἀτέλειωτες σειρὲς εὐσεβῶν Χριστιανῶν διέσχιζαν τοὺς κεντρικοὺς δρόμους τῆς Ἀθήνας. Στὶς πλατεῖες Συντάγματος καὶ Ὁμονοίας γονατιστοὶ χιλιάδες λαοῦ, μὲ πόνο ψυχῆς καὶ δάκρυα στὰ μάτια, κραύγαζαν τὸ «Κύριε ελέησον..»
.             Οἱ ξένοι, κυρίως Προτεστάντες, ποὺ διαφέντευαν τὸν τόπο, ἔλεγαν ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι τρελλάθηκαν μαζικὰ καὶ ὁδηγοῦνταν στὴν αὐτοκατατροφή. Γιατὶ ἀντὶ νὰ ἀπομονωθοῦν, γιὰ νὰ προστατευθοῦν, συνωστίζονταν στὸν Ναὸ καὶ στὴν λιτανεία μὲ ἄμεσο κίνδυνο ἡ ἐπιδημία νὰ φουντώσει καὶ νὰ λάβει ἀνεξέλεγκτες διαστάσεις. Ὅμως, οἱ φόβοι τους, καθαρὰ ἀνθρώπινοι, διαψεύσθηκαν. Ἡ ἐπιδημία σταμάτησε ἀμέσως. Κανένα νέο κρούσμα καὶ κανένα νέο θύμα δὲν παρουσιάσθηκε  τὶς ἑπόμενες ἡμέρες. Ὁ Ἁγιασμὸς στὰ χέρια τῶν πιστῶν ὑπῆρξε τὸ δραστικότερο φάρμακο, τὸ ἰσχυρότερο ἀντιβιοτικό. Στὴν δύναμη τοῦ ἁγιασμοῦ κανένα μικρόβιο δὲν ἀντιστέκεται. Αὐτὸς μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἐσταυρωμένου ποὺ κρύβεται μέσα του εἶναι τὸ δυνατότερο φάρμακο, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμβόλιο ποὺ προληπτικὰ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ. Ὁ Ἁγιασμὸς συνιστᾶται νὰ τὸν πίνουμε, νὰ τὸν ραντίζουμε, νὰ τὸν ἔχουμε πρὸς «πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον».

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

EΦΥΓΕ ΜE ΓΕΜΑΤΑ ΧΕΡΙΑ μὲ διαμάντια πολύεδρα, ἀρετῶν, φιλανθρωπίας, ἀγάπης, φιλοξενίας, ψυχωφελῶν κηρυγμάτων

Ἔφυγε μὲ γεμάτα χέρια.
Μητροπολίτης Καστορίας Σεραφείμ

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

Σεραφεὶμ ἐκλέλοιπε τῆς Ἐκκλησίας,
Σεραφεὶμ τοῖς Ἀγγέλοις συνηριθμήθη.

.                      Ὁ φιλοκαλικὸς Ἐπίσκοπος, ὁ ὑψιπέτης ἀετὸς τοῦ Πνεύματος, ὁ διακατεχόμενος ἀπὸ τὸ ἡρωϊκὸ φρόνημα τοῦ προκατόχου του Γερμανοῦ Καραβαγγέλη καὶ τοῦ ἥρωος Παύλου Μελᾶ, ὁ φίλος τῶν Ἁγίων, τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ὁσίων, ὁ ἀνύστακτος Λειτουργὸς τῶν Θείων Μυστηρίων, τὸ ἔκτυπον τῆς ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας, ὁ ἀκέραιος περὶ τὴν πίστιν, ἄνοιξε τὰ φτερά του γιὰ νὰ πετάξει στοὺς παμφώτους τῶν οὐρανῶν αἰθέρες, νὰ μεταβεῖ «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Ἰωάν. ε΄ 24). Ὁ μακαριστὸς ἤδη Ἅγιος Καστορίας, κυρὸς Σεραφείμ, πέταξε ἐνωρίς, ἀφοῦ «ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς» (Σοφ. Σολομ. δ΄ 10). Ἡ ἄδολη καὶ ἀνεξίκακη ψυχή του θὰ συμπανηγυρίζει σήμερα μαζὶ μὲ τὰ ἄδολα καὶ ἀνεξίκακα Νήπια, τὰ σφαγιασθέντα ἀπὸ τὸν Ἡρώδη στὴν Βηθλεέμ. Θὰ τελεῖ χωρὶς περιορισμοὺς τὴν Θεία Λειτουργία στὸ ἐπουράνιο θυσιαστήριο, αὐτὴν ποὺ σχεδὸν καθημερινὰ τελοῦσε στὴν γῆ συμπαρισταμένων, ὄχι μόνον τοῦ ποιμνίου του καὶ τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν, ἀλλὰ τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων.
.                    Ὁ Ἅγιος Καστορίας μεταδημότευσε ἀπὸ τὴν βυζαντινὴ ἐπαρχία τῆς Καστοριᾶς γιὰ τὴν βυζαντινὴ αὐτοκρατορία τοῦ οὐρανοῦ μὲ τὸ πλῆθος τῶν Καστοριέων Ἁγίων, αὐτῶν ποὺ ἀνέδειξε καὶ τίμησε. Γνώριζε τὴν ἀναχώρησή του, εἶχε τὸ εἰσιτήριο χωρὶς ἐπιστροφὴ στὸ χέρι. Τὸ εἰσιτήριο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν οὐράνια πατρίδα τὸ εἶχε  ἐξασφαλίσει μὲ τὸ ὁλοκληρωτικὸ δόσιμό του στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας μας, μὲ τὸ γνήσιο, ἀρωματισμένο χριστιανικό του φρόνημα, τὴν ἄοκνη διακονία του στὴν Μητρόπολη τῆς Καστοριᾶς, τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν μυστηριακὴ ζωὴ καὶ τὴν ὑπομονή του στὰ ἔμπονα ποιμαντικά του καθήκοντα, στὰ προβλήματα ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ ἀντιμετωπίσει, καὶ ὅπου ἔλαμψεν «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ» (Σοφ. Σολομ. γ΄ 6).
.                     Δὲν παρουσιάσθηκε στὸν Χριστό μας ὁ Ἅγιος Καστορίας μὲ ἄδεια χέρια. Εἶχε σφραγισμένα διαπιστευτήρια. Ἦταν τὰ χέρια του γεμάτα μὲ διαμάντια πολύεδρα, ἀρετῶν, φιλανθρωπίας, ἀγάπης, φιλοξενίας, ψυχωφελῶν κηρυγμάτων καὶ πλήθους πνευματικῶν του παιδιῶν, γιὰ τὰ ὁποῖα καυχόταν λέγοντας: «Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία, ἃ μοὶ ἔδωκεν ὁ Θεός» (Ἑβρ. β΄ 13).

* Παρουσίασε στὸν Χριστό μας τὸ μικρό του, ἀλλὰ ἁγιόλεκτο, μητροπολιτικὸ κοινόβιο, στὸ ὁποῖο συνέτρωγε μὲ τὰ παιδιά του καὶ τοὺς φιλοξενουμένους του, ἀναπαύοταν ψυχικὰ καὶ σωματικά, καὶ τὸ ὁποῖο στήριζε μὲ τὴν ράβδο τῶν θεόπνευστων διδαχῶν του.

* Παρουσίασε στὸν Χριστό μας τὴν ἄνθηση τῆς Μητροπολεώς του, τὴν μέριμνα γιὰ τὰ Μοναστήρια της, τὴν φροντίδα του γιὰ ὅλους τοὺς Ναούς, μικρούς, μεγάλους, ἀρχαίους καὶ νεόδμητους, γιὰ τὸν Ἅγιο Νικάνορα στὴν Χλόη, γιὰ τον Ἅγιο Νεκτάριο στὸ Ἄργος Ὀρεστικό.

* Παρουσίασε στὸν Κύριο τὸν ἐνιαύσιο κύκλο τῶν λειτουργιῶν του καὶ τῶν ἀκολουθιῶν τοῦ εἰκοσιτετραώρου, ἀπὸ τὶς ὁποῖες δὲν ἀπεῖχε παρὰ τὸν φόρτο τῶν καθηκόντων του καὶ ἐνίοτε τῶν προβλημάτων ὑγείας του.

* Παρουσίασε στὸν Κύριο τοὺς φακέλλους ποὺ ἔστειλε στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὶς ἁγιοκατατάξεις τῶν Ἁγίων τῆς ἐπαρχίας του καὶ αὐτοὺς τῶν ἱερῶν τους Ἀκολουθιῶν πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὅπως, τῆς Ὁσίας Σοφίας, τῆς Κλεισούρας, τοῦ Ἱερομάρτυρος Βασιλείου ἀπὸ τὸ Χιλιόδενδρο καὶ τῶν προσφάτων, τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων τῆς Καστοριᾶς, Μάρκου Κλεισουριέως, Γεωργίου καὶ Ἰωάννου, τῶν Καστοριέων καὶ Πλάτωνος, νέου ἱερομάρτυρος, τοῦ Ἀϊβαζίδου,  ἔχοντας τοὺς Ἁγίους αὐτοὺς πρεσβεύοντας πρὸς τὸν Ὕψιστον ὑπὲρ αὐτοῦ.

* Παρουσίασε στὸν Κύριο τὶς ἐλεημοσύνες του, οἱ ὁποῖες εἶχαν προπορευθεῖ καὶ ἀνεβεῖ ἐνώπιόν Του, ὅπως τοῦ Κορνηλίου τοῦ Ἑκατοντάρχου, ἂν καὶ ἀκολουθοῦσε τὴν ἀρχὴ τοῦ «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τὶ ποιεῖ ἡ δεξία σου» (Ματθ. στ΄ 3).

* Παρουσίασε στὸν Κύριο τὴν ἀφανῆ του μέριμνα γιὰ τοὺς φτωχούς, τοὺς ἐμπεριστάτους, τὰ ὀρφανά, τὴν αὐγὴ τῆς ζωῆς, τὴν νεότητα, καὶ τὰ τίμια γηρατειά, γιὰ τὴν ἄνετη διαβίωση τῶν ὁποίων ἰδιαιτέρως μοχθοῦσε.

       .                Καὶ ὁ Κύριος, «ὁ σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα δὲ πιστῶν» (Α΄ Τιμ. δ΄ 9), τὸν ὑποδέχθηκε μὲ οὐράνιες τιμὲς καὶ τὸν κατέστησε οὐρανοπολίτη.
.                Σεβαστέ μου, Ἅγιε Καστορίας, τὴν προπαραμονὴ τῆς εἰσαγωγῆς σου στὴν ΜΕΘ, ὅταν ξαφνικὰ ἀνέβασες πυρετό, μὲ πῆρες τηλέφωνο, γιὰ νὰ σοῦ εὐχηθῶ γρήγορα νὰ ἐξέλθεις νικητὴς ἀπὸ τὴν περιπέτειά σου. Τώρα ποὺ βλέπω μὲ ἄλλο ὀπτικὸ πρίσμα τὰ πράγματα, δὲν νομίζω ὅτι εἶχες ἀνάγκη ἐγὼ ὁ ἀνάξιος νὰ εὐχηθῶ γιὰ σένα, ὅταν σὲ κάλυπταν οἱ εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς στρατευομένης καὶ τῆς θριαμβεύουσας. Μὲ πῆρες, γιὰ νὰ μὲ ἀποχαιρετήσεις προβλέποντας τὸ μεγάλο σου ταξίδι. Και ἐγὼ κλίνοντας γόνυ σώματος καὶ καρδίας τώρα σὲ ἀποχαιρετῶ καὶ σὲ παρακαλῶ, ἐκεῖ στὴν γειτονιὰ τῶν Ἀγγέλων ποὺ βρίσκεσαι, μὴν παύσεις νὰ εὔχεσαι στὸν Κύριο τῆς δόξης γιὰ τὸ λογικό σου ποίμνιο, γιὰ ὁποῖο ἔδωσες κάθε σου ἰκμάδα, καὶ γιὰ ἐμᾶς ποὺ σὲ ἀγαπήσαμε καὶ ὠφεληθήκαμε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ μαζί σου συναναστροφή. Τὴν εὐχή σου νὰ ἔχουμε!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας

Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

,

Σχολιάστε

ΕΝΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΕ πρὸς τὸν οὐρανό

Ἕνας Ἄγγελος φτερούγισε πρὸς τὸν οὐρανό.
Ἀρχιμανδρίτης π. Αὐγουστῖνος Μύρου, 28-12-20

 Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 ν μᾶς ρωτήσει κάποιος ἂν ἔχουμε δεῖ Ἀγγέλους, μποροῦμε νὰ ἀπαντήσουμε σὲ σιγουριά: «Μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ τοὺς δοῦμε στὸ πρόσωπο τοῦ π. Αὐγουστίνου, ποὺ σήμερα φτερούγισε γιὰ τοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ συμμετέχει στὴν οὐράνια ἀγγελικὴ συμφωνία τῶν δοξολογούντων τὸν Ὕψιστο.
.                 Σήμερα ἠθέλησε ὁ Κύριος νὰ μᾶς στερήσει τὴν ἐπὶ γῆς παρουσία τοῦ Ἀγγέλου Του, γιὰ νὰ τὸν κατατάξει στὴν οὐράνια, τοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Αὐγουστίνου Μύρου, τοῦ ἀγαθοῦ ἱεροκήρυκος, τοῦ σεβασμίου λευΐτου, τοῦ ἰσάγγελου ἀσκητή, τοῦ πνευματικοῦ φάρου τοῦ Παλαιογράτσανου, ψηλὰ στὰ Πιέρια, ὅπου αὐτὸς εἶχε κτίσει σὲ πάτρια χώματα τὴν ἀσκητική του παλαίστρα. 
.                 Ἠθέλησε ὁ Κύριος νὰ πάρει στὰ σκηνώματα τῆς δόξης Του τὸν ἀγωνιστὴ μὲ τὸ ἀδούλωτο φρόνημα, τὸν ὀρθοφρονοῦντα καὶ ὑπερμαχοῦντα τῆς ἀληθείας, τὸν ἱεροπρεπέστατο, πνευματοκίνητο, ταπεινὸ ἱερωμένο, τὸν ἐπιδιώκοντα πνευματικὲς ἀξίες καὶ ὄχι ἀξιώματα, τὸν πνευματικό, τοῦ ὁποίου ἡ αὔρα τοῦ προσώπου ἀνέψυχε πολλὲς ψυχὲς ἀπὸ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας. 
.                 Ἠθέλησε ὁ Κύριος νὰ καταστήσει οὐρανοπολίτη τὸν π. Αὐγουστῖνο, τὸ γνήσιο τέκνο τοῦ μεγάλου ἱεροκήρυκος τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, τοῦ μοναδικοῦ Ἐπισκόπου Φλωρίνης, π. Αὐγουστίνου Καντιώτη, τοῦ ὁποίου ἐπαξίως ἔφερε τὸ ὄνομα.
.                 Ἠθέλησε ὁ Κύριος νὰ συντάξει στὴν χορωδία τῶν Ἀγγέλων ποὺ ἔψαλλαν κατὰ τὴν Γέννησή Του τὸ «Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρηνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» τὸν π. Αὐγουστῖνο, ποὺ σὲ ὅλη του τὴν ζωή, ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια στὴν Κοζάνη, τὰ νεανικά του στὴν Φλώρινα, τὰ φοιτητικά του στὴν Ἀθήνα, τὰ κηρυκτικά του σὲ ὅλη τὴν Δυτικὴ Μακεδονία καὶ τὰ ἡσυχαστικά του στὸ Παλαιογράστσανο, Τὸν δόξασε μὲ ἔργα καὶ λόγια, ἀφοῦ εἶχε βρεῖ «τὴν πρᾶξιν εἰς θεωρίας ἐπίβασιν.         
.                 Ἠθέλησε ὁ Κύριος νὰ ἔχει συνδαιτυμόνα Του στὸ μεγάλο δεῖπνο τῆς αἰωνιότητος τὸν π. Αὐγοστῖνο, τὸν διακονητὴ ὅλων τῶν ψυχῶν ποὺ τὸν πλησίαζαν, τὸν χαρούμενο, προσηνή, εὐπροσήγορο, εὔχρηστο εἰς διακονίαν, τηρητὴ ἀπόλυτο τῶν λόγων Του: «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. ΄ 28).
.                 Σεβαστέ μας, π. Αὐγουστῖνε, ἀπὸ σήμερα εἶσαι γραμμένος στὶς δέλτους τοῦ οὐρανοῦ, στὰ δίπτυχα τῆς μακαρίας ζωῆς. Στερούμεθα τῆς παρουσίας σου, τοῦ μεστοῦ καὶ ἐπικοδομητικοῦ λόγου σου, τοῦ παιδικοῦ σου ἁγνοῦ χαμόγελου, τῆς διακονικῆς σου ἀγάπης. Ἡ παρουσία σου, ὅμως, στὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων μᾶς χαροποιεῖ, μᾶς γεμίζει αἰσιοδοξία καὶ δύναμη καὶ πεποίθηση ὅτι, «ὡς οἰκεῖο ἐν Ἱερουσαλήμ» (Ἡσ. λα΄ 9), θὰ σὲ ἔχουμε πρεσβευτή, ὅταν ὁ Κύριος ζητήσει καὶ ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ξεπληρώσουμε τὸ κοινὸ χρέος. 
.                 Δοξάζουμε τὸν Κύριο ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ σὲ γνωρίσουμε, ἰσάγγελε ἐπὶ γῆς καὶ νῦν φωτόμορφε Ἄγγελε τοῦ οὐρανοῦ.

 Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

, ,

Σχολιάστε

O ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ὁ ἐν Εὐβοίᾳ ΜΕΤΑΔΙΔΕΙ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΛΟΓΗ ΚΤΙΣΗ

Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος, τῆς Εὐβοίας,
μεταδίδει τὴν χαρὰ τῶν Χριστουγέννων στὴν ἄλογη κτίση.*

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.               Οἱ χαριτωμένοι ἄνθρωποι, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, μεταδίδουν τὰ συναισθήματά τους, τὴν χαρὰ καὶ τὴν λύπη τους σὲ ὅλη τὴν κτίση. Ἡ ἄλογη κτίση συγχαίρει καὶ συνοδυνᾶται μὲ αὐτούς.  Οἱ προπτωτικὲς καταστάσεις ἐπαναλαμβάνονται, γιὰ νὰ μᾶς διαβεβαιώσουν ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅτι ὑπάρχει ἀτελεύτητη μακαριότητα, τὴν ὁποίαν ἔχασαν οἱ προπάτορες μὲ τὴν παρακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν πτώση στὴν ἁμαρτία,  καὶ ὅτι ἀπὸ ἐδῶ στὴν γῆ μποροῦν νὰ ἀπολαύσουν πάλι τὴν εὐφροσύνη τῶν οὐρανῶν οἱ «καθαροὶ τὴν καρδίαν». Οἱ χαριτωμένοι ἄνθρωποι μεταδίδουν τὴν χαρὰ  καὶ στὰ πουλιὰ καὶ στὰ ζῶα καὶ στὰ δένδρα, σὲ ὁλάκερη τὴν κτίση. 
.                Ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος, ὁ ἁπλὸς καὶ ἀγράμματος ἀσκητής, ὁ πνευματοφόρος ἡγούμενος  τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, εἶχε ἑλκύσει τὴν χάρη τοῦ παναγίου Πνεύματος μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ σύντονη ἄσκησή του· μὲ τὴν ἀφειδόλευτη ἀγάπη του καὶ τὴν συμπόνια του πρὸς κάθε ἕνα ποὺ ἔπασχε, ποὺ εἶχε ἀνάγκη, ποὺ λύγιζε ἀπὸ τὸ φορτίο τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν καὶ τῶν θλίψεων. Ἡ πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ τὸν γέμιζε τόσο, ποὺ δὲν αἰσθανόταν ποτὲ μοναξιά. Εἶχε μιὰ πληρότητα καρδιᾶς, ποὺ τὸν χαροποιοῦσε καὶ τὸν μετέφερε σὲ ἄλλους κόσμους, μακρινούς, ἀΰλους, φωτεινούς, γεμάτους χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, ποὺ παρέχει καὶ μόνη ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ γλυκυτάτου Ναζωραίου.
. Χριστούγεννα! Ἡμέρα χαρᾶς καὶ συμπανηγυρισμοῦ τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ. Ἄγγελοι ὑμνοῦν τὸν τεχθέντα Βασιλέα. Βοσκοὶ καὶ Μάγοι προσκυνοῦν τὸν μονογενῆ υἱὸ τῆς Παρθένου, τὸν τέλειο Θεό, ποὺ καταδέχθηκε νὰ γίνει καὶ τέλειος ἄνθρωπος. «Μυστήριον ξένον καὶ παράδοξον» τελεσιουργεῖται στὸ ἀπέριττο σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ. Τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀναγενᾶται. Ὁ πεσὼν Ἀδὰμ ἀνακαλεῖται. Χαρὰ σὲ ὅλη τὴν κτίση !
. Χριστούγεννα στὴν Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ μὲ Λειτουργὸ τὸν Ἅγιο Γέροντα ἦταν μιὰ μοναδικὴ ἐμπειρία. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ περιστατικὸ ποὺ διηγοῦνται κάποιοι φοιτητὲς ποὺ βρέθηκαν ἐκεῖ τέτοια μέρα εἶναι συγκλονιστικό. Μὲ ὅλα τὰ χρώματα τοῦ λόγου καὶ ἂν προσπαθήσουμε νὰ τὸ ζωγραφίσουμε δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδώσουμε τὴν ὀμορφιά του. Θὰ τὸ προσπαθήσουμε, ὅμως, γιὰ νὰ μεταδώσουμε κι’ ἐμεῖς τὴν χαρὰ τῶν Χριστουγεννιάτικων στιγμῶν τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου.
.                  Μετὰ τὴν ἀγρυπνία τῶν Χριστουγέννων ἀποσύρθηκαν μοναχοὶ καὶ ἐπισκέπτες γιὰ λίγη ξεκούραση στὰ κελλιά τους. Ὁ χειμωνιάτικος καιρὸς καὶ τὸ κρύο μάζευαν ὅλους σὲ ζεστοὺς χώρους. Στὸ Μοναστήρι βέβαια τὰ κελλιὰ δὲν εἶχαν θέρμανση, πολὺ δὲ περισσότερο τὸ κελλάκι τοῦ Γέροντος. 
.                 Στὴν τραπεζαρία ὑπῆρχε μόνο μιὰ σόμπα, ποὺ σκόρπιζε θαλπωρὴ στοὺς ἀσυνήθιστους ἀπὸ τὸ κρύο προσκυνητές. Καὶ αὐτή, ὅμως, δὲν ἦταν ἀπαραίτητη γιατὶ ὁ Χριστὸς θέρμαινε τὶς ψυχὲς αὐτῶν ποὺ Τὸν ἀγαποῦσαν «ὑπὲρ πατέρα καὶ μητέρα» καὶ ποὺ γι’ Αὐτὸν ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα· ἰδιαιτέρως τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῶν Χριστουγέννων, ποὺ οἱ φίλοι τοῦ θείου Βρέφους κάνουν φάτνη τὴν καρδιά τους, γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ ζεσταθοῦν ἀπὸ τὴν ζωντανὴ παρουσία Του.
.                    Οἱ δύο φοιτητὲς-προσκυνητὲς ξεκουράσθηκαν λίγο, ἀλλὰ τὰ κελλιά τους δὲν τοὺς κρατοῦσαν. Βγῆκαν ἔξω γιὰ ἕνα περίπατο στὸ δάσος. Ὁδήγησαν τὰ βήματά τους πρὸς τὴν Καστανιά, μιὰ περιοχὴ μὲ πολλὰ πλατάνια καὶ ἕνα ρεματάκι ποὺ ἔτρεχε μὲ ταχύτητα τὰ γάργαρα νερά του· μιὰ περιοχὴ ποὺ ἀπολαμβάνει κανεὶς τὴ συνεργασία ὅλων τῶν εἰδῶν τῶν φυτῶν, ὅπως δένδρα, θάμνοι καὶ πόες, μὲ τὰ ἀγρινὰ τοῦ δάσους καὶ τὰ πουλιά. Στὴν καταστόλιστη καὶ χαριτωμένη αὐτὴ γωνιὰ τῆς Εὐβοϊκῆς γῆς, ὅπως σὲ κάθε γωνιὰ τῆς χοϊκῆς δημιουργίας, τὸ χῶμα τοῦ ἐδάφους καλύπτεται ἀπὸ φυτικοὺς ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀθόρυβα καὶ ἀφανῶς ἀπορροφοῦν μὲ τὸ νερὸ τὶς θρεπτικὲς οὐσίες καὶ τὶς μεταποιοῦν σὲ φυτικὰ τμήματα, ρίζες, βλαστούς, φυλλώματα, ἄνθη, καρπούς, καὶ παράγουν ὀργανικὲς οὐσίες χρήσιμες γιὰ τὴν διατροφὴ καὶ τὴν διατήρηση στὴν ζωὴ  τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου τῶν ζώων. Αὐτῶν ποὺ κατοικοῦν μέσα στὶς πυκνὲς φυλλωσιές, στὰ κλαδιά τους καὶ στὶς ρίζες τους.
.                     λήθεια, ποιός χοϊκὸς δὲν ξεκουράζεται περιβαλλόμενος ἀπὸ τὴν γαληνεμένη φιλοξενοῦσα φύση; Ποιὸς δὲν νοιώθει ἀνάλαφρα, γαλήνια, χαρούμενα καὶ εὐτυχισμένα ἀπ’ τὶς τόσες χάρες τοῦ περιβάλλοντος, ποὺ ἡ κάθε μιὰ πολλὲς χαρὲς σκορπίζει.
. Ὁ ἐπίσης ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, ὁ προορατικὸς Γέροντας Πορφύριος διδάσκοντας ἔλεγε:
-Νὰ συχνάζετε ὅπου ὑπάρχουν πουλιά.  Ξεκουράζουν. Ὑμνοῦν τὸ Δημιουργὸ καὶ διδάσκουν. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀπόλαυση ἀπὸ τὸ νὰ παρατηρεῖ κανεὶς τὴν συνεργασία τους  μὲ τὰ φυτά !
.                    Πραγματικά, κάθε φτερούγισμα καὶ κάθε κελάηδημα πουλιῶν εἶναι καὶ μιὰ ἔκφραση εὐχαριστίας. Εἶναι μία διατύπωση ὕμνου. Εἶναι μία μίξη φωνῶν γιὰ σύνθεση συμφωνίας, ἔτσι ὅπως τὸ θρόϊσμα τῶν φύλλων συναντιέται μὲ τὸ κελλάρισμα τῶν τρεχούμενων νερῶν. Καὶ ἀνάμεσα ἀπ’ αὐτὴ τὴν συμφωνία καὶ τὴν ἁρμονία χρωμάτων, ἀρωμάτων καὶ σχημάτων ἐξάγονται καὶ πάμπολλα διδάγματα, ὅπως ἡ ἄρρηκτη συνεργασία στὴν κτίση ὅλη. 
.                        Καθὼς οἱ φοιτητὲς περπατοῦσαν ἄκουσαν κάποιον νὰ ψάλλει πολὺ γλυκὰ: 

Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε·
Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε·
Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε·
ᾄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ
καὶ ἐν εὐφροσύνῃ
ἀνυμνήσατε, λαοί, ὅτι δεδόξασται.

.              Πλησίασαν πρὸς τὸ μέρος, ἀπὸ ὅπου ἐρχόταν ἡ ψαλμωδία. Ἡ φωνὴ τοὺς φάνηκε γνώριμη· δὲν εἶχαν καμιὰ ἀμφιβολία. Ἦταν ὁ Ὅσιος Γέροντας Ἰάκωβος· ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν  εἶχε πάει νὰ ξεκουρασθεῖ. Προτίμησε νὰ μεταφέρει τὸ χαρούμενο μήνυμα τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ στὴν ἄλογη φύση. Πῆγε καὶ γονάτισε μέσα στὴν κουφάλα ἑνὸς γέρικου πλατάνου καὶ προσευχόταν μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα, ἄδοντας καὶ ψάλλοντας τὸ Ἀπολυτίκιο καὶ τὶς Καταβασίες τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. 
.             Τὸ πιὸ θαυμαστό, ὅμως, ποὺ ἀντίκρυσαν οἱ φοιτητὲς ἦταν ὅτι ὅλα τὰ πουλιὰ τοῦ δάσους μαζεύθηκαν καὶ πετοῦσαν πάνω ἀπὸ τὸ πλατάνι, ποὺ βρισκόταν ὁ  ἅγιος ἄνθρωπος αὐτός. Δὲν ὑπῆρχε πουθενὰ ἀλλοῦ πουλί. Τὰ γύρω δένδρα γυμνὰ καὶ ἄδεια. Ὅλα τὰ πουλιὰ τοῦ δάσους μαζεύθηκαν πάνω στὸ πλατάνι «τῶν Χριστουγέννων», ποὺ νόμιζες πὼς εἶχε φύλλα, καθότι ὡς φυλλοβόλα δένδρα τὴν ἐποχὴ αὐτὴ τὰ πλατάνια εἶχαν ρίξει ὅλα τους τὰ φύλλα στὴν γῆ καὶ παρέμεναν γδυτά. 
.             Ὅταν ὁ Ὅσιος Γέροντας εἶδε τοὺς δύο φοιτητὲς κατέβασε τὰ δεητικὰ χέρια του καὶ σταμάτησε τὴν ψαλμωδία. Τότε σταμάτησαν τὴν συμφωνία καὶ τὰ πουλιὰ καὶ  ἄρχισαν νὰ πετοῦν καὶ νὰ ἀπομακρύνονται. Ἡ χοϊκὴ παρουσία τῶν νέων τὰ ἔδιωχνε, τοὺς χάλασε τὴν μυστικὴ χριστουγεννιάτικη χορωδία. Σηκώθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπευθυνόμενος στοὺς δύο νέους τοὺς λέει:
. -Νά, καλά μου παιδιά ! Ἦταν τόση ἡ χαρά μου ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δὲν ἄντεχα νὰ τὴν ἔχω μόνος μου καὶ εἶπα, δὲν πηγαίνεις, χαζὲ Ἰάκωβε, μέσα στὸ δάσος νὰ ψάλλεις «Χριστὸς γεννᾶτε δοξάσατε»; Καὶ ὅπως ἔψελνα, ἦλθαν ὅλα αὐτὰ τὰ πουλιὰ καὶ ἔψελναν καὶ αὐτὰ μαζί μου ! Γιορτάζουν κι’ αὐτὰ τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου· γιορτάζουν καὶ δείχνουν τὴν χαρά τους μὲ τὰ γλυκόλαλα κελαηδήματά τους. Εἶναι κι’ αὐτὰ ἕνας δοξολογικὸς ὕμνος στὸν Δημιουργὸ ποὺ ἄφησε τὴν πατρικὴ ἀγκάλη γιὰ νὰ γίνει τέλειος ἄνθρωπος, χωρὶς βέβαια νὰ χάσει κάτι ἀπὸ τὴν θεϊκή Του φύση. Ὁ τέλειος Θεὸς γίνηκε τέλειος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ θεώσει ὅλους ἐμᾶς, ποὺ ἡ πτώση μας στὴν ἁμαρτία μᾶς εἶχε ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν Ἐδὲμ τὴν γλυκυτάτη. 
.                  Βλέπετε ὁ ἁπλὸς Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἀναγγενημένος, ἀφοῦ εἶχε μιμηθεῖ τὸν Χριστό μας καὶ τὰ στίγματα τῆς ἀγάπης του βάσταζε στὴν καρδιά του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἂν καὶ ζοῦσε στὴν γῆ προαπολάμβανε τὴν χαρὰ τῶν οὐρανῶν. Ζοῦσε τὴν μυστικὴ χαρὰ τοῦ Παραδείσου καὶ ἡ ἀγάπη του στὴν φύση, στὰ ζῶα καὶ στὰ φυτὰ ἀναγνωριζόταν ἀπὸ αὐτά, ποὺ τὸ ἐκδήλωναν, ἰδίως τὰ πουλιά, μὲ τὰ χαρούμενα κελαηδήματα τους καὶ τὴν μυστικὴ μὲ αὐτὸν συμφωνικὴ δοξολογία πρὸς τὸν ἐνανθρωπήσαντα Κύριο τὴν ἅγια κείνη ἡμέρα τὴν Χριστουγεννιάτικη, ποὺ γνωρίστηκε σὲ ὅλους μας ἀπὸ τὴν εὐσεβῆ δυάδα τῶν φοιτητῶν.    

Τροπάριον τοῦ θαυμαστοῦ τούτου γεγονότος.
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Χαριτόβρυτε πάτερ,
σεπτὲ Ἰάκωβε,
ἔνδον κορμοῦ τῆς πλατάνου
ᾄδων τὴν γένναν Χριστοῦ
ἐν αὐτῆς τοῖς κλώνοις ἅπαντα συνήθροισας
σμήνη τοῦ δάσους τῶν πτηνῶν
τὴν χαρὰν μεταδιδοὺς 
γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος
ἀλόγῳ κτίσει, ὑμνούσῃ
σὺν σοὶ τὸ ἄῤῥητον μυστήριον.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

,

Σχολιάστε

ΣΥΝΕΧΙΣΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ, Ὁ Μητροπολίτης Σιατίστης Ἀντώνιος

ΣΥΝΕΧΙΣΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
Ὁ Μητροπολίτης Σιατίστης Ἀντώνιος

Κοιμήθηκε στὶς 17 Δεκεμβρίου τοῦ 2005

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                «Ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. α΄ 21) ἔλεγε ὁ οὐρανοπολίτης Ἐπίσκοπος, ὁ ἀναπαυόμενος στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Σισανίου καὶ Σιατίστης Ἀντώνιος· ὁ Ἐπίσκοπος ποὺ ζοῦσε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἔσπευδε νὰ τὸν συναντήσει, ὅπως ὁ νοσταλγὸς ἀπόδημος σπεύδει νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα, γιὰ νὰ συναντήσει τοὺς δικούς του ἀνθρώπους. Δὲν ἔχουμε καλύτερο   παράδειγμα σύχρονης ἁγιότητος ἀπὸ τὸν ταπεινὸ καὶ ἀφιλοχρήματο, τὸν ἀκτήμονα, νηστευτή, προσευχόμενο π. Ἀντώνιο. 
.                Σήμερα ποὺ ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ βιωματικὴ πίστη, ἀφοῦ ἔχει βαρεθεῖ τὰ πολλὰ λόγια, ὁ Ἐπίσκοπος Ἀντώνιος προβάλλεται ὡς πρότυπο, γιατὶ πραγματικὰ εἶχε βρεῖ «τὴν πρᾶξιν εἰς θεωρίας ἐπίβασιν». Ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔλεγε. Ἦλθε γιὰ νὰ διακονήσει καὶ ὄχι νὰ διακονηθεῖ, ἀφοῦ ἄλλωστε καὶ στὴν Ἐπισκοπὴ ἔμενε μόνος, δὲν δεχόταν βοήθεια οὔτε στὴν καθαριότητα, τὴν ὁποία ἐπιμελοῦνταν ὁ ἴδιος, οὔτε στὴν ἁπλὴ μαγειρική, ὅταν δὲν περιοριζόταν στὰ λίγα λαχανικὰ καὶ τὰ φροῦτα. Ἦταν πραγματικὸς ἀσκητής, ὄχι ὅμως τῆς ἐρήμου, ἀλλὰ τοῦ κόσμου· αὐτοῦ ποὺ διψάει γιὰ ἁγιότητα, διψάει γιὰ παράδειγμα. 
.                Ὅταν ἐπισκεπτόταν τὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ συμμετάσχει στὶς Συνοδικὲς ἐργασίες ὁ Ἅγιος Σισανίου καὶ Σιατίστης χρησιμοποιοῦσε λεωφορεῖα, ἀφοῦ δὲν διέθετε ὁ ἴδιος αὐτοκίνητο, ἂν καὶ ὡς Μητροπολίτης δικαιοῦταν νὰ ἔχει καὶ μάλιστα μὲ ὁδηγό. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «ὁ Δεσπότης τῶν τρόλεϊ». Τὸ ἴδιο ἔπραττε καὶ κατὰ τὶς περιοδεῖες του στὰ ὀρεινὰ χωριὰ τοῦ Βοΐου καὶ τῆς Σιάτιστας. Χρησιμοποιοῦσε λεωφορεῖα μέχρι κάποιο σημεῖο καὶ μετὰ συνέχιζε μὲ τὰ πόδια, πάντοτε, ὅμως, προσευχόμενος, γιὰ νὰ παίρνει δύναμη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Χρυσοποίκιλτα ἄμφια δὲν χρησιμοποιοῦσε λέγοντας: «Ἐγὼ εἶμαι καλόγερος»! Τὴν ἴδια ἀπάντηση ἔδινε καὶ σὲ ὅσους τὸν ρωτοῦσαν γιατὶ δὲν χρησιμοποιεῖ κινητὸ τηλέφωνο. «Τί τὰ θέλει τὰ κινητὰ τηλέφωνα ὁ καλόγερος; Ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸν οὐρανὸ γίνεται δωρεὰν χωρὶς νὰ μᾶς ἐπερηάζουν τὰ βουνὰ καὶ νὰ μὴν ἔχουμε σήματα, καὶ χωρὶς μαγνητικὰ κύματα ποὺ βλάπτουν κιόλας». Ὅταν τὸν συνέκριναν μπροστά του μὲ ἄλλους ἀρχιερεῖς ποτὲ δὲν ἔπεσε σὲ κατάκριση. Μὲ ἁπλότητα καὶ ταπείνωση ἔλεγε ὅτι «πρῶτα γινόμαστε μοναχοὶ καὶ μετὰ ἐπίσκοποι. Ὁ μοναχὸς δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει μέχρι νὰ πεθάνουμε. Καὶ αὐτὸς ζῆ μὲ ἀκτημοσύνη, παρθενία, προσευχὴ καὶ σκληραγωγία». Ἔτσι ἀπέφευγε τὶς περαιτέρω συζητήσεις, γιὰ νὰ καταλήγει αὐτομεμφόμενος: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἀπὸ ὅλους. Οἱ ἄλλοι ἀρχιερεῖς ἔχουν πολλὰ προσόντα, πολλὰ χαρίσματα, εὐαρεστοῦν στὸν Θεὸ καὶ στοὺς συνανθρώπους μας. Ἐγὼ δὲν ξέρω ἂν ἔχω κάτι καταφέρει». 
.                Στὴν Μητρόπολη ἐξυπηρετοῦσε τὸν κόσμο ποὺ ἐρχόταν νὰ τὸν συναντήσει μὲ τὴν προθυμία τοῦ πιὸ εὐπειθοῦς ὑπαλλήλου, γι’ αὐτὸ καὶ πολλοὶ δὲν τὸν ξεχωρίζαν, τὸν νόμιζαν ἕνα ἁπλὸ ἱερέα τῶν γραφείων.
.                Στὸ νὰ βοηθήσει ἦταν πρῶτος, στὸ νὰ δεχθεῖ βοήθεια ἀπὸ ἄλλους τελευταῖος. Θυμᾶμαι μερικοὺς μῆνες πρὶν κοιμηθεῖ, τῆς Παναγίας μὲ τὸ ἁγιορείτικο ἡμερολόγιο, μὲ συνοδεία ἐκλεκτῶν πνευματικῶν του παιδιῶν ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὄρος καλεσμένος ἀπὸ τὸν Παπα-Γιάννη στὴν Καλύβη του, στὴν Ἁγία Ἄννα, ποὺ γιόρταζε.Κουβαλοῦσε πάντοτε μιὰ μικρὴ ξύλινη βαλίτσα μὲ τὰ ἀρχιερατικά του ἄμφια. Δύσκολα νὰ τοῦ τὴν πάρουν οἱ συνοδοί του. Μόνος του ἤθελε νὰ σηκώνει τὸ φορτίο του, γιὰ νὰ μὴν γίνεται φορτίο σὲ κανέναν.
.                Στὸν ἀρσανᾶ τῆς Σκήτης τὸν περίμεναν οἱ μοναχοὶ τῆς συνοδείας τοῦ Παπα-Γιάννη ποὺ εἶχαν ἔλθει μὲ ζῶα, νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ τὸν ἀνεβάσουν καβάλα σὲ αὐτὰ στὴν δύσκολη ἀνηφόρα πρὸς τὴν Καλύβη τους, ποὺ γινόταν πιὸ δύσκολη λόγῳ τῆς ἀπογευματικῆς καλοκαιριάτης ὥρας ποὺ ὁ ἥλιος ἔπεφτε καυτὸς ἐπάνω τους. Τὸν χαιρέτισαν εὐχόμενοι «καλὴν πανήγυριν» καὶ πῆραν τὴν εὐχή του. Μετὰ ἔσπευσαν στὴν προβλήτα νὰ πάρουν τὴν βαλίτσα τοῦ Δεσπότη μαζὶ μὲ αὐτὲς τῶν συνοδῶν του καὶ νὰ τὶς βάλουν πάνω στὰ ζῶα ἑτοιμάζοντάς τα γιὰ νὰ δεχθοῦν στὴν πλάτη τους τὸν γηραιὸ καὶ πάσχοντα Ἐπίσκοπο καὶ νὰ τὸν ἀνεβάσουν στὸν πανηγυρικὸ προορισμό του. 
.                Ὅταν τακτοποίησαν τὶς ἀποσκευὲς ζήτησαν τὸν Δεσπότη. Κοίταξαν δεξιά, κοίταξαν ἀριστερά, δὲν τὸν ἔβλεπαν πουθενά. Ρώτησαν τότε κάποιους ἄλλους μοναχοὺς καὶ πληροφορήθηκαν ὅτι ὁ Δεσπότης μόνος εἶχε ἤδη πάρει τὸ ἀνηφορικὸ μονοπάτι γιὰ τὴν Καλύβη. Οὔτε τότε, ποὺ ἡ ἀσθένειά του εἶχε ἀρχίσει νὰ τὸν καταβάλει δέχθηκε ἐξυπηρετήσεις ἀπὸ ἄλλους, οὔτε ἤθελε νὰ γίνει βάρος καὶ σὲ αὐτὰ ἀκόμη τὰ τεράποδα ζῶα, τὰ προοριζόμενα γιὰ ἐξυπηρέτηση τῶν ἀνθρώπων. Καὶ τὸ βράδυ στὴν ἀγρυπνία, τὴν πολύωρη καὶ κοπιαστικὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας, δὲν ἔδειχνε τὴν παραμικρὴ κόπωση. Ὡς παρόντες τὸ βεβαιοῦμε καὶ θαυμάζουμε τὸν ἄνδρα, τὸν Ἐπίσκοπο, τὸν ἀγωνιστή, τὸν ὑπὲρ πάντας ἀγαπῶντα τὸν Κύριο. 
.                Ἐφέτος συμπληρώνονται 15 χρόνια ἀπὸ τὴν ὁσιακή του κοίμηση καὶ ἑκατὸ ἀπὸ τὴν γέννησή του. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀντώνιος ἦταν δῶρο τοῦ οὐρανοῦ στὴν γῆ, δῶρο στὴν πτωχινὴ ἀλλὰ ἁγιοτρόφο Μητρόπολη τοῦ Σισανίου καὶ τῆς Σιάτιστας.   Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή του καὶ ἂς μᾶς γίνει πρότυπο ζωῆς.               

 

Σχολιάστε