Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαραλ. Μπούσιας

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ [Χαρ. Μπούσιας]

 Ὁ Ἅγιος τῶν ἀνέργων,
Γέροντας Ἰάκωβος τῆς Βίτσας

Τὴν μνήμη του τιμᾶμε στὶς 15 Φεβρουαρίου.

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Ὁ Ἅγιος τῆς Βίτσας Ζαγορίου, μακαριστὸς Γέροντας Ἰάκωβος Βαλαδῆμος (+ 15 Φεβρουαρίου 1960), ὑπῆρξε πρότυπο ἐργατικότητος, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ βοηθᾶ τοὺς ἀνέργους σὲ ἐξεύρεση ἐργασίας. Ὅταν ἐγκαταστάθηκε στὸ Μονοδένδρι, στὸ ἐρειπωμένο τότε, ὅπως, δυστυχῶς, καὶ σήμερα, Μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο τόσο στὴν ἀνακαίνισή του ὅσο καὶ στὴν ἀνακαίνιση ψυχῶν τῆς γύρω περιοχῆς μέσα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴν καθαρὴ μυστηριακὴ ζωή. Ἐρείπιο βρῆκε τὸ Μοναστήρι ἀπὸ τὶς φθορὲς καὶ τὶς λεηλασίες, ἐρείπια καὶ τὶς ἀκατήχητες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων τῆς γύρω περιοχῆς, ποὺ τὶς ἀγαποῦσε σὰν κάτι ἀτίμητο, ἀφοῦ καὶ αὐτές, ὅπως ὅλων μας, ἦσαν ψυχὲς «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (Ῥωμ. ιδ´ 15). Μὲ τὴν φιλεργατικότητα του ὁ Γέροντας ἀνακαίνισε τὰ κτίρια καὶ μὲ τὴν ἀγάπη του προσείλκυε τὶς ψυχὲς σὰν μαγνήτης, γιὰ νὰ τὶς πλύνει καὶ νὰ τὶς θεραπεύσει σταδιακὰ ἀπὸ τὰ γήϊνα πάθη τους.
.           Ἡ ἐργασία ἀποτελεῖ εὐλογία Θεοῦ, χαροποιεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κάνει συνδημιουργὸ τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ κάθε ἐργαζόμενος, ὅπως ἡ ὄρνιθα, ποὺ ὅταν πίνει νερὸ στρέφει τὸ βλέμμα της δοξολογικὰ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ἐπιζητεῖ καθημερινῶς τὴν θεία βοήθεια γνωρίζοντας ὅτι χωρὶς ἐκείνη τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἐργάζεται σκέπτεται πονηρά, περιπατεῖ ἄτακτα περιεργαζόμενος τοὺς ἐργαζομένους, ὅπως γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Θεσ. γ´ 12), καὶ γίνεται βάρος στὸν κοινωνικό του περίγυρο. Ὁ ἄνεργος ὅμως διαφέρει ἀπὸ τὸν ἄεργο, γιατί, ἐνῶ αὐτὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἐργάζεται, οἱ συνθῆκες τῆς κάθε ἐποχῆς δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ βρεῖ ἐργασία.
.           Γιὰ τὸ πολυσχιδὲς ἔργο τοῦ Γέροντος Ἰακώβου στὰ Ζαγοροχώρια ὁ τότε ἐπιχώριος Μητροπολίτης τοῦ ἔδωσε τὸ ὀφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη. Αὐτός, ὅμως, ἦταν τόσο ταπεινός, ποὺ ποτέ του δὲν φόρεσε τὸ ἐπανωκαλύμαυχο καὶ τὸν σταυρό, τὰ διακριτικὰ τοῦ βαθμοῦ του. Τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ δὲν τὸν θεωροῦσε κόσμημα ἐπιδείξεως. Τὸν φοροῦσε μέσα του διακριτικὰ καὶ τὸν σήκωνε στοὺ ὤμους του ἀγόγγυστα. Ἦταν ἕνας σταυροφόρος Κυρηναῖος ψυχῶν. Γνώριζε ὅτι κανεὶς δὲν θὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο χωρὶς νὰ σηκώσει μὲ χαρὰ τὸν σταυρό του. Κανεὶς δὲν θὰ δεχθεῖ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του χωρὶς νὰ πλέξει γύρω ἀπὸ τὸν σταυρό του τὰ τριαντάφυλλα τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Κανεὶς δὲν καθαρίζεται καὶ δὲν σώζεται χωρὶς παστρικὴ ἐξομολόγηση. Κανεὶς δὲν ὁδηγεῖται στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν μόνο μὲ γλέντια καὶ πανηγύρια. Χρειάζεται νὰ ἀκολουθήσει καὶ τὰ βήματα τοῦ Ἐσταυρωμένου στὸν ἀνηφορικὸ Γολγοθᾶ τῆς ζωῆς. Τὰ φίδια, ἔλεγε ὁ Γέροντας, στὰ πνευματικά του παιδιά, ὅταν βγοῦν ἀπὸ τὶς τρῦπες τους οἱ ἄνθρωποι τὰ σκοτώνουν. Ὅταν κάθονται μέσα χοντραίνουν. Οἱ ἁμαρτίες μας μοιάζουν μὲ φίδια. Ὅταν τὶς ἐξομολογούμαστε βγαίνουν ἀπὸ μέσα μας καὶ ψωφοῦν. Ὅταν, ὅμως, δὲν τὶς βγάζουμε μένουν μέσα μας καὶ μεγαλώνοντας μᾶς τσιμποῦν καὶ μᾶς ρίχνουν τὸ δηλητήριο τοῦ θανάτου.
.           Ἐντύπωση προξενοῦσε τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῶ ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν αὐστηρὸς ἀσκητὴς ἀπομονωμένος ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅμως, δὲν παρουσίαζε φαινόμενα ἄκρατης αὐστηρότητος καὶ φανατισμοῦ. Ἐξυπηρετώντας ὡς ἐφημέριος καὶ πνευματικὸς τὰ γύρω του χωριὰ ἐκ περιτροπῆς ἐφάρμοζε τὸ τοῦ Παύλου: «Τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις» (Φιλιπ. δ´ 5) καί, ἐνῶ ἦταν πολὺ αὐστηρὸς στὸν ἑαυτό του, ἦταν ἐπιεικὴς στοὺς ἄλλους.
.           Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἀναγεννημένος πνευματικὰ καὶ δὲν θύμωνε, δὲν ἐπέπληττε, οὔτε κατέκρινε αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησίαζαν ὅσο ἁμαρτωλοὶ καὶ ἂν ἦσαν. Μόνο ὅταν ἐπρόκειτο γιὰ θέματα πίστεως ἢ κινδύνου τοῦ ποιμνίου του ἀντιδροῦσε ἔντονα καὶ πάλι τότε μετὰ ἀπὸ πολλὲς νουθεσίες καὶ παραινέσεις.
.           Γνώριζε πολὺ καλὰ ὁ Γέροντας ὅτι ἡ ἐργασία, τόσο ἡ σωματικὴ ὅσο καὶ ἡ πνευματική, ἀποτελεῖ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ δῶρο Tου πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἐργασία εἶναι πάντοτε εὐχάριστη, ἀφοῦ ὁ σκοπός της δὲν εἶναι νὰ δυσαρεστεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἄσχετα ἂν πολλοὶ λέγουν ὅτι ἡ δουλειὰ εἶναι δουλεία, ἀλλὰ νὰ τοὺς προξενεῖ εὐχαρίστηση. Γράφει ὁ Ἐκκλησιαστής, ὅτι τὸ νὰ τρώγει ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθὰ τοῦ μόχθου του εἶναι χάρισμα Θεοῦ, «καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ὃς φάγεται καὶ πίεται καὶ ἴδῃ ἀγαθὸν ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, δόμα Θεοῦ ἐστιν» (Ἐκκλ. γ´ 13).
.            Ἄλλο, ὅμως, πράγμα, νὰ μὴ θέλει κάποιος νὰ ἐργασθεῖ, καὶ ἄλλο νὰ ἐπιζητεῖ ἐργασία καὶ νὰ μὴν βρίσκει. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ ἀεργία γίνεται ἀνεργία καὶ εἶναι ἔμπονη. Ἀποτελεῖ μάστιγα τῆς σύγχρονης κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς δύσμοιρης πατρίδος μας. Μάστιγα, ποὺ σὰν τὶς ἀσθένειες, τὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία ἐνσκύπτει στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν Θεία παραχώρηση.
.           Γιὰ θεραπεία τῆς κοινωνικῆς αὐτῆς μάστιγας τῆς ἀνεργίας ὁ καλὸς Θεὸς ἔδωσε τὴν χάρη στὸν φίλεργο Γέροντα Ἰάκωβο, νὰ μεριμνᾶ γιὰ τὴν καταπολέμησή της καὶ οἱ προσευχές του νὰ εἰσακούονται ἀπὸ Αὐτόν. Ἔτσι, ὅσοι ἄνεργοι τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, λὲς καὶ ἀπευθύνονται σὲ γραφεῖο ἐξευρέσεως ἐργασίας, βρίσκουν ἐργασία γιὰ νὰ μποροῦν ἀξιοπρεπῶς νὰ διανύσουν τὸν δόλιχο τῆς παρούσας ζωῆς. Πολλὲς μαρτυρίες καὶ πολλὰ περιστατικὰ ἔχουμε καταγεγραμμένα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ μᾶς ἔχουν διηγηθεῖ σοβαρὰ πρόσωπα γιὰ τὴν ταχεῖα ἐπέμβαση τοῦ πανοσίου Γέροντος Ἰακώβου σὲ Ἀθήνα, Καλαμπάκα, Ἰωάννινα, Κύπρο, ὅπου ἀντίγραφα τῆς μορφῆς του ἔχουν διαδοθεῖ καὶ ὅπου ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του ἔχει ἐπιφέρει αἴσια ἀποτελέσματα. Ὅταν κάποτε ρωτήθηκε ὁ Γέροντας Γαβιὴλ ἀπὸ τὴν Κύπρο πότε θαυματουργοῦν οἱ Ἅγιοι μᾶς εἶπε:
-Εὑρισκόμενος πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ ἕνα Μοναστήρι τοῦ Ναυπλίου, ὁ τότε Μητροπολίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος, μορφὴ ἁγία, ρωτήθηκε ποιοί Ἄγιοι θαυματουργοῦν; Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ὅτι θαυματουργοῦν ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται πολλὲς προσευχές. Οἱ Ἅγιοι ποὺ οἱ πιστοὶ τοὺς ἐπικαλοῦνται μὲ θερμὲς προσευχές, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ὅσιο Γέροντα Ἰάκωβο τῆς Βίτσας, ὁ ὁποῖος πρόθυμα καὶ γρήγορα ἐξευρίσκει ἐργασία στοὺς ἀνέργους ποὺ θερμὰ προστρέχουν στὴν χάρη του.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ [Ὁ Νέος Μητροπολίτης] (Χαρ. Μπούσιας)

Ὁ πλοῦτος τῆς Μάνης


γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                Ἂν θέλαμε νὰ σκιαγραφήσουμε τὸν νέο Μητροπολίτη Μάνης κ. κ. Χρυσόστομο Παπαθανασίου θὰ λέγαμε ὅτι εἶναι ὁ Ἱεράρχης μὲ τὴν πλούσια θύραθεν παιδεία, δικαστικὴ καὶ θεολογική, μὲ τὴν πλούσια σὲ αἰσθήματα καρδιά, μὲ τὴν πλούσια πίστη στὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ, μὲ τὴν πλούσια ἱεραποστολικὴ δράση, μὲ τὸν πλούσιο ψυχικὸ κόσμο, μὲ τὸ πλούσιο ταπεινὸ φρόνημα καὶ μὲ τὴν πλούσια ἐπιθυμία διακονίας τοῦ πιστοῦ λαοῦ. Ὁ χρόνος θὰ δείξει τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, τὸ ὁποῖο ἔχει ἀποδείξει ἡ μέχρι σήμερα ἱστορικὴ πορεία τοῦ νέου Ἱεράρχου, τοῦ γνωστοῦ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἀπὸ τὸν Ἄμβωνα τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν.
.              Ὁ νέος Μητροπολίτης Μάνης, Σεβασμιώτατος κ. κ. Χρυσόστομος Παπαθανασίου, καθίσταται ὁ πλοῦτος τῆς Μάνης, ὁ πλοῦτος τοῦ πλούσιου σὲ ἠρωϊσμό, ἀγάπη, πίστη καὶ φιλοξενία λαοῦ τῆς Μάνης, τῆς καρδιᾶς τῆς Ἑλλάδας μας. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας μας γίνεται πιὸ πλούσια μὲ τὴν εἴσοδο σὲ αὐτὴ τοῦ πατρὸς Χρυσοστόμου καὶ ἡ Μάνη περιμένει πολλὰ μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ κυροῦ Χρυσοστόμου. Στὸν κατηχητικό του Λόγο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ποὺ διαβάζεται τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως, λέει: «Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδεὶς θρηνείτω πενίαν». Ἐμεῖς στὴν λογικὴ τῶν Μανιατῶν ποίμνη λέγομεν: «Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος τοῦ νέου σας Ποιμενάρχου. Μηδεὶς θρηνείτω πενίαν λόγων καὶ ἔργων». Ἡ ἐπισκοπικὴ διακονία τοῦ π. Χρυσοστόμου εἶναι ἐγγύς. Ἴδετε!

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΓΓΕΛΩΝ γιὰ τὴ σωτηρία μας (Χαρ. Μπούσιας)

Ἀποστολὴ Ἀγγέλων γιὰ τὴ σωτηρία μας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.                 Ἀρχάγγελος Ραφαὴλ εἶναι ὁ Ἀρχιδιάκονος τοῦ Ἀρχιερέως Θεοῦ, τὸν ὁποῖον Ἐκεῖνος ἀποστέλλει, κάθε φορὰ ποὺ θέλει νὰ σώσει τὰ πλάσματα τῶν χειρῶν Του. Στὰ τελευταῖα χρόνια παρουσιάσθηκε σὲ ἕνα γεωργὸ τῆς Κρήτης, ποὺ τὸν ἔσωσε ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν αἵρεση, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀξίωσε νὰ γίνει μεγάλος ἐρημίτης ἀσκητὴς μὲ τὸ ὄνομα Σέργιος. Βλέπετε, ὁ ἀναστημένος Χριστός μας παραμένει « χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8) καὶ σπεύδει σὰν Καλὸς Ποιμένας νὰ σώσει ὅλα τὰ κινδυνεύοντα πρόβατά Του.
.                Ὁ γεωργὸς αὐτὸς ζοῦσε σὲ ἕνα χωριὸ κοντὰ στοὺς Καλοὺς Λιμένες τῆς Κρήτης, ἔξυπνος καὶ καλλιεργημένος, ἀλλὰ παρασυρμένος σὲ αἱρέσεις. Εἶχε, ὅμως, μέσα του ἀμφιβολίες γιὰ τὸν ἂν ὁ δρόμος ποὺ ἀκολουθοῦσε αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένεια του ἦταν ὁ σωστός. Γι’ αὐτὸ καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεό, νὰ τοῦ στείλει ἕναν Ἄγγελό Του, νὰ τοῦ δείξει τὸν σωστὸ δρόμο. Οἱ παρακλήσεις του κράτησαν χρόνια, μέχρι ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸν ἀμπελώνα του ἕνας Ὀρθόδοξος Διάκονος, ὁ ὁποῖος τὸν πλησίασε καὶ ἄρχισε τὴ συζήτηση μαζί του. Ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις του καὶ τὸν αἰχμαλώτισε μὲ τὶς γνώσεις καὶ τὴν πειστικότητά του. Ἡ συζήτηση κράτησε ὧρες καὶ εὐχαριστημένος ἀπ’ αὐτὴν ὁ φιλόξενος γεωργὸς κάλεσε τὸν Διάκονο στὸ σπίτι του. Καὶ ἐκεῖ ὅλη ἡ οἰκογένειά του κρεμάσθηκε ἀπὸ τὰ χείλη του. Ὅλη τὴ νύχτα τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ, ποὺ σαρκώθηκε ἀπὸ ἀγαθότητα, γιὰ τὴν ἀγάπη Του πρὸς τὸν κόσμο ὅλο, γιὰ τὸν θάνατο, γιὰ τὴ μέλλουσα ζωή. Σὲ ὅλων τὶς ψυχὲς ἐνθρονίσθηκε ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας ἔδιωξε τὸ σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας καὶ τῶν αἱρέσεων. Ὁμαδικὰ ἤθελαν ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ ἀποτινάξουν τὴν αἵρεση καὶ νὰ προσέλθουν στὴ μόνη σώζουσα πίστη, τὴν Ὀρθόδοξη.
.                Ὁ διάκονος, ὅταν ξημέρωσε, πῆρε ὅλη τὴν οἰκογένεια τοῦ γεωργοῦ καὶ τοὺς πῆγε νὰ τοὺς παρουσιάσει στὸν τοπικὸ Ἐπίσκοπο. Ἐκεῖνος τὸν εὐχαρίστησε καὶ τὸν ρώτησε ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πηγαίνει. Ὁ Διάκονος ἔβαλε μετάνοια καὶ τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι Ἀρχιδιάκονος τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως, ἔρχεται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ πηγαίνει γιὰ ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις στὴν Ἀθήνα. Οἱ δυνατοί, ὅμως, ἄνεμοι καὶ ἡ τρικυμία ἀνάγκασαν τὸ καράβι τους νὰ ἀράξει στοὺς Καλοὺς Λιμένες. Στὴν ἐπισκοπὴ ἦρθε, γιὰ νὰ τὸν παρακαλέσει νὰ δεχθεῖ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας τὴν οἰκογένεια τοῦ γεωργοῦ, τὴν ὁποία ὅλη τὴ νύχτα κατηχοῦσε, γιὰ νὰ φωτισθεῖ ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα.
.                Ἀκούγοντας ὁ Ἐπίσκοπος ὅτι ἦταν Ἀρχιδιάκονος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων τὸν παρακάλεσε νὰ λάβει μέρος στὴν Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων ποὺ θὰ τελοῦσαν τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ἀφοῦ ἦταν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ὁ Ἀρχιδιάκονος ἀποδέχθηκε εὐχαρίστως νὰ λάβει μέρος.
.                Κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία ὁ Ἐπίσκοπος ἔδωσε στὸν ἐπισκέπτη του νὰ σηκώσει τὸν Ἅγιο Δίσκο μὲ τὸ Πανάγιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας. Ἐκεῖνος τὸν παρέλαβε τρέμοντας καὶ ἔκανε τὴ μεταφορὰ τρικλίζοντας, λὲς καὶ ἦταν μεθυσμένος. Ὅλοι ἔλεγαν ὅτι ὁ Διάκονος πρέπει νὰ ἦταν ἄρρωστος καὶ κάποιος ἔσπευσε νὰ τὸν ὑποβαστάσει, γιὰ νὰ μὴν πέσει κάτω μὲ τὸ Πανάγιο Σῶμα τοῦ Κυρίου μας.
.                Μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας ὁ Ἐπίσκοπος ρώτησε τὸν Ἀρχιδιάκονο μήπως ἦταν ἄρρωστος ἢ ἔπασχε ἀπὸ κάποια παράξενη ἀσθένεια. Καὶ ὁ Ἀρχιδιάκονος ἀπάντησε:
-Ἔχω, Ἅγιε Δέσποτα, μιὰ ἀσθένεια ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει. Κάθε φορὰ ποὺ διακονῶ καὶ παίρνω στὰ χέρια μου τὸ Πανάγιο Σῶμα τοῦ Κυρίου μου αἰσθάνομαι νὰ κάμπτονται τὰ γόνατά μου ἀπὸ τὸ βάρος, γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν μπορῶ νὰ βαδίσω ἐλεύθερα. Ἀλλὰ σκέπτομαι: Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ κρατήσει στὰ χέρια του τὸν «ἀχώρητον παντί»; Καὶ λέγοντας αὐτὰ ἄστραψε ὅλος ἀπὸ οὐράνιο φῶς καὶ μὲ παράξενη φωνὴ εἶπε:
-Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τὰ Λειτουργικὰ Πνεύματα, τὰ ὁποῖα ἀποστέλλονται νὰ διακονήσουν αὐτοὺς ποὺ θὰ κληρονομήσουν τὴ σωτηρία. Ἐμένα ἔστειλε ὁ Κύριος στὸν Κορνήλιο τὸν ἐλεήμονα ἑκατόνταρχο καὶ ἐγὼ προσφέρω τὶς προσευχὲς αὐτῶν ποὺ θὰ σωθοῦν στὸν οὐράνιο θρόνο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μὲ ἔστειλε σὲ αὐτὸ τὸν γεωργό, ὁ ὁποῖος ζητοῦσε στὴν προσευχή του νὰ τοῦ ὑποδειχθεῖ ἡ ἀληθινὴ πίστη.
.                Ὅταν ἄκουσαν αὐτὰ ὁ Ἐπίσκοπος καὶ οἱ ἄλλοι, ταράχθηκαν τόσο, ποὺ ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο κάτω στὸ ἔδαφος. Ὁ Ἀρχιδιάκονος, ὅμως, ποὺ ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Ραφαήλ, τοὺς εἶπε:
-Μὴ φοβεῖσθε, ἀλλὰ νὰ εὐλογεῖτε τὸν Κύριο εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Καὶ λέγοντας αὐτὰ ἐξαφανίσθηκε.
.                Ὅταν σηκώθηκε ἐπάνω ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶδε κανέναν. Ὅλοι μαζὶ τότε δόξασαν τὸν Θεό μας, ποὺ τοὺς φανέρωσε τὸν Ἀρχάγγελό του, γιὰ νὰ καταλάβουν ὅτι ὁ Θεὸς πάντοτε ἀκούει τὶς προσευχές μας καὶ μᾶς προορίζει γιὰ τὴν οὐράνιο Βασιλεία Του.
.                Ἡ μνήμη τοῦ Ἀρχαγγέλου Ραφαήλ, γιὰ νὰ μᾶς κατευθύνει ὅλο τὸ χρόνο πρὸς τὸ στόχο, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία μας, τιμᾶται στὶς 31 Δεκεμβρίου.

 

 

,

Σχολιάστε

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΥΡΟΒΛΥΖΟΥΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ. 3 Ἰανουαρίου, μνήμη Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

Γράμματα ποὺ μυροβλύζουν ἁγιότητα,
3 Ἰανουαρίου, μνήμη Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

.          Στὴν ἐποχή μας, ποὺ οἱ αὐθεντικοὶ λογοτέχνες ἀποτελοῦν εἶδος σὲ ἀνεπάρκεια καὶ τὰ ὑψηλὰ πνευματικὰ ἀναστήματα συμπαρασύρονται ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῶν πονηρῶν ἡμερῶν μας, ἡ διατήρηση τῆς μνήμης μιᾶς αὐθεντίας τῶν γραμμάτων, ἑνὸς ἁγίου κοσμοκαλόγερου, ποὺ τὸ κορυφαῖο του ἔργο εἶναι γνωστὸ καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς χώρας μας, ὅπως εἶναι ὁ μεγάλος Κυρ Ἀλέξανδρος, εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ὁ μοναδικὸς αὐτὸς Σκιαθίτης λογοτέχνης ἔζησε τὴν ἑκούσια φτώχεια, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τραγουδήσει μὲ τὴν πέννα του τὰ πάθια καὶ τοὺς ἀτέλειωτους καημοὺς τοῦ κόσμου.
.          Δὲν τὸν ἐνθυμούμαστε μόνο στὶς 3 Ἰανουαρίου, τὴν ἡμέρα τῆς ὁσιακῆς του ἐκδημίας, ἀλλὰ καθημερινά, ἀφοῦ ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρος. Ὁ λόγος του σαγηνεύει, οἱ γραφές του ἀνυψώνουν, ἡ πίστη του στερεώνει, τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς του μετουσιώνει, οἱ ἥρωές του, γνήσια ἡρωϊκοί, ἁπλοί, Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους τῶν ἐξωκλησιῶν καὶ τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου κατανύσουν καὶ εὐφραίνουν τὴ διάνοια τῶν ἀναγνωστῶν του. Τί κι ἄν πέρασε πάνω ἀπὸ ἕνας αἰῶνας ἀπὸ τὸ θάνατό του. Ζεῖ καὶ θὰ ζεῖ, γιὰ νὰ εὐφραίνει σὰν καλλίφωνος ψάλτης τῆς Ὀρθοδοξίας, μὲ καθαρὸ μέταλλο φωνῆς καὶ λόγο, ὅπως σημειώνει ὁ ἑπόμενος τῶν τρόπων του καὶ τῆς γραφίδος του, σύγχρονος μεγάλος λογοτέχνης μας, Παντελῆς Β. Πάσχος, καὶ νὰ ἑνώνει νοσταλγικὰ Ἑλλάδα καὶ Ὀρθοδοξία. Ἔχει καταφέρει ὁ Κυρ Ἀλέξανδρος νὰ προσφέρει στοὺς νεοέλληνες ἕνα ἰδανικὸ ἀμάλγαμα γνήσιας καὶ ὑψηλῆς τέχνης, ποὺ ἐκφράζει τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τὶς πληγὲς καὶ τὰ ὁράματα τοῦ Γένους μας.
.          Τὸ πρόσωπο τοῦ μεγάλου μας λογοτέχνη καὶ τὸ ἔργο του στέκεται πολὺ ψηλὰ καὶ εἶναι τόσο ἱερό, ποὺ μόνο μὲ θαυμασμό, ἀγάπη, ἐνδόμυχη ὑποχρέωση στὴν προσφορά του καὶ τὴ συνέπεια τοῦ βίου του μποροῦμε ν᾽ ἀναφερόμαστε σ᾽ αὐτὰ. Ὅποιο ἐγκώμιο καὶ ἂν γράψει κανεὶς γιὰ τὸν Κυρ Ἀλέξανδρο, εἶναι ἀδύνατο νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὰ πνευματικὰ ὑψώματα τοῦ γίγαντος αὐτοῦ τοῦ ἀθανάτου ἑλληνικοῦ πνεύματος.
.          Στὰ Παπαδιαμαντικὰ γράμματα προβάλλεται ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ πορεύεται μέσα στὴν κοσμικὴ ματαιότητα, γιὰ νὰ κάνει τὸν κόσμο Ἐκκλησία, γιὰ νὰ θεώσει τὸν ἄνθρωπο. Καταγράφει «τὰ πάθια καὶ τοὺς καημούς», τὰ βάσανα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἔχουν τελειωμό. Καὶ μὲ τὴν καταγραφή τους ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας δὲ μένει ἀπαθής, ἀλλὰ συγκλονίζεται ἀπ’ αὐτά, ποὺ γίνονται καὶ δικά του πάθη, ἀφοῦ ζεῖ βιωματικὰ τὴν Ἐκκλησία. Σ᾽ αὐτὴν ὅλοι ἔχουν τὴ θέση τους καὶ ὅλοι καταξιώνονται, ὅταν ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς. Τὸ μεγάλο μυστήριο ποὺ ἱερουργεῖται στὰ κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ἡ μεταμόρφωση τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας σὲ εὐχαριστιακὴ σύναξη καὶ θεανθρώπινη κοινότητα. Ἴσως μονάχα τὸ λογοτεχνικὸ χάρισμα καὶ ἡ συνέπεια τῆς ζωῆς τοῦ Κυρ Ἀλέξανδρου, ποὺ συνδύαζε ἀγωνιστικὸ πνεῦμα, ταπείνωση καὶ θεῖο φωτισμό, μποροῦν νὰ καταγράψουν καὶ νὰ φανερώσουν αὐτὴ τὴ μεγάλη δυνατότητα τῆς ἁγιότητος, τὸ πῶς, δηλαδή, ἕνας κόσμος πεπερασμένος γίνεται αἰώνιος καὶ μιὰ κοινωνία πόνου καὶ δακρύων μεταβάλλεται σὲ εὐχαριστιακὴ κοινότητα ἁγιωσύνης.
.          Δὲν κοιμήθηκε γιὰ νὰ περάσει στὴ φθορὰ στὶς 3 Ἰανουαρίου τοῦ 1911 πάμφτωχος στὴ Σκιάθο ὁ Κυρ Ἀλέξανδρος ψάλλοντας τὸ περίφημο δοξαστικὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων «Τὴν χεῖρά Σου τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου». Κοιμήθηκε γιὰ νὰ περάσει στὴν ἀφθαρσία, ἀφοῦ ἔκτοτε ὄχι μόνο ἡ γῆ τῆς Σκιάθου, ἀλλὰ ὅλη ἡ πνευματικὴ γῆ τῆς Ἑλλάδος μοσχοβόλησε μὲ τὰ λογοτεχνικὰ κείμενά του, τοῦ φτωχοῦ σὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ πλουσίου σὲ πνευματικά, κυρ Ἀλέξανδρου. Αὐτοῦ ποὺ ἄν δὲν πέθαινε ἀπὸ ἀσθένεια, τὸ κρύο ἐκεῖνο γενναριάτικο ξημέρωμα στὴ Σκιάθο, θὰ πέθαινε σὲ λίγο ἀπὸ τὴν πεῖνα, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κοινὴ μοῖρα τῶν ἀνθρώπων ποὺ θέλουν νὰ ζοῦν τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, τὴ ζωὴ τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς χρηστοηθείας.

 

 

,

Σχολιάστε

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ τοῦ Ὁσ. ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΥ τῆς Βίτσας (Χαρ. Μπούσιας)

Μιὰ χριστουγεννιάτικη νύχτα
τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου, τῆς Βίτσας [1]

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.         χειμώνας τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἦταν βαρύτατος στὰ ὀρεινὰ ὑψώματα τῶν Ζαγοροχωρίων. Βίτσα καὶ Μονοδένδρι εἶχαν θαφτεῖ στὸ χιόνι ἀπὸ τὰ μέσα Δεκεμβρίου καὶ ὁ ξηρὸς βοριᾶς ποὺ φυσοῦσε τὸ ἔσφιγγε καὶ τὸ ἔκανε γυαλί, ἐπικίνδυνο γιὰ κάθε ἕνα ποὺ ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ περπατήσει, εἴτε γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὰ ζωντανά του, εἴτε νὰ οἰκονομήσει κάτι γιὰ τὶς οἰκογενειακές του ἀνάγκες. Σπάνια νὰ εὕρισκες κάποιον πεζοπόρο-ὀρειβάτη, ποὺ ἤθελε νὰ ἀπολαύσει τὸ χειμωνιάτικο τοπίο μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῶν στολισμένων δένδρων ἀπὸ τὶς πανεύμορφες κρυσταλλίζουσες νιφάδες καὶ νὰ βαδίζει τυλιγμένος στὸ πανωφόρι του μὲ τὰ ἀχνίζοντα χνώτα του νὰ θαμπώνουν τὴν ὅρασή του. Χειμερία νάρκη βασίλευε παντοῦ.
.         Ἀπὸ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, στὶς 17 τοῦ Δεκέμβρη, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος δὲν εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ Μοναστήρι του. Συνήθιζε τότε νὰ σταματάει τὶς περιοδεῖες του γιὰ κατήχηση τοῦ λαοῦ καὶ ἐξομολόγηση. Ἂν βέβαια κάποιος εἶχε ἀνάγκη, τὸν εὕρισκε στὸν Προφήτη Ἠλία, στὸ ἀπόμακρο Μοναστηράκι του, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπαυε νὰ προσεύχεται γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ λειτουργεῖ μὲ βοηθὸ καὶ ψάλτρια τὴ γερόντισσα, τυφλὴ ἀδελφή του. Ὁ Γέροντας ἦταν τόσο φιλακόλουθος, ποὺ δὲν ὑπῆρχε Ἅγιος τῆς ἡμέρας, ποὺ νὰ μὴν τὸν ψάλει καὶ νὰ μὴν τὸν παρακαλέσει γιὰ ὅλους τοὺς ἐνδεεῖς, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς ἐμπερίσταστους, αὐτοὺς ποὺ ἐμμένουν στὴν ἁμαρτία, γιατὶ δὲν ἔχουν γευθεῖ τὴ γλυκύτητα τῆς μετάνοιας, τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς θείας κοινωνίας.
.         Ἐκείνη τὴ χρονιὰ καὶ νὰ ἤθελε νὰ συνεχίσει τὴν ἱεραποστολική του δράση στὰ δυσπρόσιτα χωριὰ τῆς Ἠπείρου ὁ Γέροντας Ἰάκωβος, εὕρισκε ἐμπόδιο τὸν καιρό. Οἱ χιονοπτώσεις καὶ ἡ παγωνιὰ τοῦ ἀπαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Ἔτσι ἔμενε κλεισμένος μέσα, νὰ ἑτοιμάζεται γιὰ τὴ μεγάλη γιορτή. Οἱ ἑτοιμασίες τοῦ Γέροντα ἦταν πνευματικές. Τίποτα τὸ ὑλικὸ δὲν τὸν συγκινοῦσε. Πλημμύριζε ἡ καρδιά του ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ἔνοιωθε ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ὕμνος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων τὸ βράδυ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ μας στὸ φτωχὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» δονοῦσε τὰ σωθικά του καὶ κινοῦσε τὰ χείλη του. Καὶ ὅταν ἡ καρδιὰ εἶναι γεμάτη Χριστό, τότε τὸ στομάχι χορταίνει μὲ τὸ παραμικρό, μὲ τὸ βρεγμένο παξιμάδι καὶ τὸ ψημένο στὴ χόβολη κρεμμύδι, ποὺ ἔχει ἀνείπωτη γλυκύτητα. Αὐτά, ἄλλωστε, διέθετε καὶ τὸ μικρὸ Μοναστηράκι τοῦ Γέροντα. Στὶς ἱεραποστολικές του ἐπισκέψεις ἡ ἀδελφή του ποὺ πάντοτε τὸν συνόδευε συγκέντρωνε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῶν πιστῶν, ὅ,τι τῆς ἔδιναν. Ἀλεύρι σταρένιο, κριθάρινο ἢ καλαμποκίσιο, καρύδια, μύγδαλα, μέλι, ὄσπρια, τυριὰ καὶ ἄλλα φαγώσιμα, τὰ ὁποῖα κατανάλωνε μαζὶ μὲ τὸν Γέροντα ἀδελφό της καὶ περίσσευαν καὶ γιὰ τοὺς προσκυνητές. Βλέπετε, ἡ φιλοξενία ἦταν στὸ αἷμα τοῦ ταπεινοῦ λευΐτη, τοῦ πατρὸς Ἰακώβου, καὶ κανεὶς δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ ἐρημητήριό του, χωρὶς νὰ δεχθεῖ τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης του. Μήπως ἔχουμε τίποτα δικό μας, ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι, «πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστὶ καταβαῖνον», ἔλεγε. Μᾶς τὰ χαρίζει ὁ δωρεοδότης Κύριός μας, καὶ ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια τοῦ τροπαρίου τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων: «Δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε»!
.         Τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων τὰ χιόνια εἶχαν καλύψει τὸν αὐλόγυρο τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ χρειάσθηκε μὲ τὰ ροζιασμένα ἀλλὰ ἁγιασμένα χεράκια του νὰ ἀνοίγει μόνος του διάδρομο ἀπὸ τὴν πόρτα τῶν κελλιῶν μέχρι τὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ. Στὸ μέσο τῆς αὐλῆς ὑπῆρχε ἡ στεγασμένη δεξαμενή, ὅπου μάζευε τὰ ὄμβρια ὕδατα καὶ μὲ αὐτὰ ἐξυπηρετοῦσε ὅλο τὸ χρόνο τὰς ἀνάγκες του σὲ νερό. Αὐτὴ ἔπρεπε νὰ τὴν παρακάμψει στὸν ἀποχιονισμό, ἀλλὰ ἐξ ἀνάγκης τὴ γέμιζε μὲ περισσότερο χιόνι, ἀπ’ αὐτὸ ποὺ πετοῦσε μὲ τὸ ὁλόγιομο φτυάρι του.
.         Μέσα στὸν Ναὸ τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό. Γέμισε ὁ Γέροντας τὴν ξυλόσομπα μὲ καυσόξυλα, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τοὺς θερινοὺς μῆνες μάζευε ἀπὸ τὸ γειτονικὸ δάσος καὶ ἀρκοῦσαν καὶ γιὰ τὸ τζάκι καὶ τὴν ἑστία τοῦ μαγειρείου, τὸ βασίλειο τῆς τυφλῆς ἀδελφῆς του. Αὐτὴ ἦταν ἡ μαγείρισσα. Πόσο μιὰ τυφλὴ μποροῦσε νὰ μαγειρέψει καλὰ καὶ καθαρά; Κι ὅμως ποτὲ ὁ Γέροντας δὲν παραπονέθηκε γιὰ τὸ φαγητὸ τῆς ἀδελφῆς του. Τὸ θεωροῦσε εἶδος πρὸς συντήρηση. «Δὲν ζοῦμε, γιὰ νὰ τρῶμε», ἔλεγε, «ἀλλὰ τρῶμε γιὰ νὰ ζοῦμε».
.         Τὴν ὥρα τοῦ «ἱλαροῦ φωτός», τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἄναψε ὅλα τὰ καντήλια τοῦ τέμπλου καὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης ψάλλοντας τὸ δοξαστικὸ τῶν Χριστουγέννων: «Τί Σοὶ προσενέγκωμεν, Χριστέ»; Τί νὰ σοῦ προσφέρουμε, Χριστέ μου, ἀφοῦ «ἰσαρίθμους τῇ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Βασιλεῦ Ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον»; Εὐπρέπισε τὸ προσκυνητάρι βάζοντας τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μας μὲ μερικὰ κλαδιὰ δένδρων, τοποθέτησε τὸ νάμα καὶ τὸ πρόσφορο στὴν Ἁγία Πρόθεση καὶ ἄναψε ὅλα τὰ κεριὰ τοῦ πολυελέου. Σήμερα γεννήθηκε ὁ Χριστός μας, μονολόγησε, πρέπει νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε βάζοντας τὰ γιορτινά μας. Ὅλος ὁ Ναὸς πρέπει νὰ λάμψει σὰν τὴν φάτνη ἀπὸ τὸ ἀστέρι τῶν Χριστουγέννων. Μόνο βοσκοὺς δὲν ἔχουμε, εἶπε, νὰ προσκυνήσουν τὸ νεογέννητο θεῖο Βρέφος. Ὄχι ὅτι τὰ χωριά μας δὲν ἔχουν βοσκούς, ἀφοῦ ἡ κτηνοτροφία εἶναι ἡ βασικὴ πηγὴ ζωῆς στὴν ὀρεινὴ περιοχή μας, καὶ κάθε πλαγιὰ ἔχει καὶ τὴ δική της στάνη, ἀλλὰ μὲ τέτοιο χιονιὰ ποιός θὰ μπορέσει νὰ φύγει ἀπὸ τὴ στάνη του, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ χριστουγεννιάτικη λειτουργία τοῦ ἀπόμερου Μοναστηριοῦ μας;
.         Στὸ ἀναλόγιο ἡ τυφλὴ καλόγρια ἀδελφή του μὲ καθαρὴ μαντήλα καὶ ράσα ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Χριστουγέννων. Ἔψαλλε ὅσα γνώριζε ἀπὸ στήθους λόγῳ τῆς πολυχρόνιας ἐμπειρίας καὶ ψαλμωδίας καὶ ἀπήγγελλε τοὺς Ψαλμοὺς καὶ τὰ Ἀναγνώσματα μὲ περισσὴ κατάνυξη. Ὁ Γέροντας ντυμένος μὲ ἁπλᾶ, ἀλλὰ πεντακάθαρα ἄμφια, βοηθοῦσε ψάλλοντας τὰ ἰδιόμελα τῆς Ἑορτῆς μὲ τὴ μελωδικώτατη φωνή του: «Τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γεννηθέντος πεφώτισται τὰ σύμπαντα…».
.         Ὅταν ἔφθασαν στὰ Καθίσματα τοῦ Ὄρθρου καὶ ἄρχισαν νὰ ψάλλουν τὰ κατανυκτικώτατα «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοὶ ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός…», ἄκουσαν κτυπήματα στὸ χερούλι τῆς ἐξώπορτας τοῦ Μοναστηριοῦ. Κοίταξε μὲ ἀπορία ὁ Γέροντας στὸ πρόσωπο τὴν ἀδελφή του, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ θορυβημένη μὲ μορφασμοὺς ἐκδήλωνε τὴν ἀνησυχία της. Δέν περίμεναν μὲ τέτοιο καιρὸ κανέναν. Καὶ ἡ νύχτα ἦταν ἤδη προχωρημένη. Ποιός μποροῦσε νὰ πλησιάσει μέσα ἀπὸ τὸ ἀπάτητο χιόνι στὸ Μοναστήρι;
-Θὰ εἶναι ἐχθρὸς ἢ φίλος; Ρώτησε ἡ καλόγρια.
-Δὲν ἔχουμε ἐχθρούς. Ὅλοι εἶναι ἀδέλφια μας καὶ ἴσως κάποιος νὰ ἔχει ἀνάγκη, ἀπάντησε ὁ Γέροντας, ὁ ὁποῖος φόρεσε ἕνα χοντρὸ ἐπανωφόρι καὶ βιάστηκε νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὸ Ναὸ παίρνοντας μαζί του ἕνα λυχνοφάναρο, γιὰ νὰ τοῦ φέγγει τὸ διάδρομο μέχρι τὴν ἐξώπορτα. Τὸ παγωμένο χιόνι ἀντιφέγγιζε μὲ τὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ, ἀλλὰ ἐμπόδιζε τὸ περπάτημα. Ἡ ζεστασιὰ τῆς θείας Γεννήσεως θέρμαινε τόσο τὸν Γέροντα, ποὺ δὲν ἔνοιωθε πόνο ἀπὸ τὸν παγωμένο βοριά, ποὺ τοῦ ρίπιζε τὸ σκαμμένο ἀπὸ τὸ χρόνο ἀσκητικό του πρόσωπο.
-Χριστὸς ἐτέχθη, φώναξε! Ποιός εἶσαι, ἀδελφέ;
Ἡ φωνὴ τοῦ ξένου ἀκούσθηκε χαμηλή, ἴσα ποὺ τὴν ξεχώριζες.
-Χριστιανὸς εἶμαι, χάθηκα μέσα στὰ βουνὰ καὶ τὸ χιόνι μοῦ δυσκόλεψε τὸν προσανατολισμό. Ἄκουσα τὴν καμπάνα καὶ κατάλαβα ὅτι κάπου κοντὰ γιορτάζουν τὰ Χριστούγεννα. Εἶπα· «Χριστέ μου, βοήθησέ με νὰ γιορτάσω κι ἐγὼ τὴ γέννησή Σου! Κι’ Ἐσὺ δὲν εἶχες τόπο νὰ γεννηθεῖς στὴ χειμωνιάνικη Βηθλεὲμ καὶ βρέθηκε τὸ σπήλαιο νὰ Σὲ δεχθεῖ. Βρές μου κι ἐμένα τώρα ἕνα σπήλαιο. Ἂν δὲν βρῶ σύντομα μιὰ ζεστὴ γωνιά, θὰ πεθάνω ἀπὸ τὸ κρύο. Μὴν μὲ ἐγκαταλείπεις, Χριστέ μου, ἀφοῦ γιὰ ἐμᾶς ἔγινες ἄνθρωπος»!
.         Ὁ Γέροντας ἄνοιξε γρήγορα τὴν πόρτα καὶ τὴν ἔκλεισε πίσω του. Καλωσόρισε τὸν παγωμένο ὁδοιπόρο καὶ πηγαίνοντας μπροστὰ μὲ τὸ λυχνοφάναρο τὸν ὁδήγησε κατ’ εὐθεῖαν στὸν ζεστὸ καὶ ὁλόφωτο Ναό. Τοῦ ἔβαλε μιὰ καρέκλα δίπλα στὴν ξυλόσομπα καὶ τὸν προέτρεψε νὰ καθήσει ἐκεῖ, γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, καὶ ὁ ἴδιος βγάζοντας τὸ πανωφόρι του μπῆκε στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ ἄρχισε τὶς Καταβασίες. Δονήθηκε ὅλος ὁ Ναὸς μὲ τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε», τὸν περίφημο Κανόνα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Μελωδοῦ καὶ τὸ «Ἔσωσε λαὸν θαυματουργῶν Δεσπότης» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἡ τυφλὴ καλόγρια βαστοῦσε τὸ ἴσο καὶ ἐπαναλάμβανε τὶς γνωστὲς σὲ ἐκείνην καταβασίες. Ὁ ξένος ἔνοιωσε τὴ θαλπωρὴ τοῦ Ναοῦ καὶ τὴν Ψαλμωδία τῶν δύο ἀδελφῶν σὰν οὐράνιο δῶρο. «Ζεῖ Κύριος» μονολογοῦσε. «Δὲν μὲ ἄφησε νὰ χαθῶ. Ἔχασα τὸ δρόμο μου μέσα στὶς δυσκολοπερπάτητες βουνοπλαγιὲς καὶ μέσα στὸ βαρύτατο χιονιά, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε καὶ γιὰ μένα σήμερα».
.         Πρὶν τοὺς Αἴνους ὁ Γέροντας πλησίασε τὸν ἄγνωστο χριστουγεννιάτικο ἐπισκέπτη του, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ κατάσταση ἀπόλυτης κατανύξεως.
-Πῶς πᾶς, ἀδελφέ; Τὸν ρώτησε. Ζεστάθηκες; Ὁ Κύριός μας σὲ ἀγαπᾶ. Γιὰ ὅλους μας γεννήθηκε σήμερα. Σὲ ἔστειλε κοντά μας. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομά Του. Μήπως θέλεις νὰ Τὸν νοιώσεις πιὸ βαθιὰ στὴν καρδιά σου; Μήπως θέλεις νὰ ἐξομολογηθεῖς, ἂν ἔχεις κάτι ποὺ σὲ βαραίνει;
.         Ὁ ξένος συγκατένευσε καὶ σὲ λίγο ἐμπρὸς στὴν Ὡραία Πύλη καὶ κάτω ἀπὸ τοὺς κινούμενους ἀπὸ τὸν Γέροντα πολυελέους συντελέσθηκε τὸ μυστήριο. Ἡ ἐξομολόγηση καθάρισε τὴν καρδιὰ τοῦ ὁδοιπόρου καὶ τὴν ἑτοίμασε νὰ ζεσταθεῖ καὶ αὐτὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ νεογέννητου Χριστοῦ.
.         Στὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» ὁ ξένος δέχθηκε τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ μας. Καὶ στὴν καρδιά του ποὺ ἔγινε φάτνη γεννήθηκε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Ὁ Γέροντας περίχαρις ἀπευθύνθηκε στὴν ἀδελφή του λέγοντας:
-Καλογραῖα, νὰ ποὺ ὁ Χριστός μας ἔστειλε καὶ τοὺς βοσκοὺς νὰ τὸν προσκυνήσουν! Ἡ καμπάνα μας ἔγινε ὁ ἀστέρας ποὺ ὁδήγησε τὸν ἀδελφὸ κοντά μας. Τὸν ὁδήγησε ἐδῶ, ὥστε καὶ ἐκεῖνος νὰ χαρεῖ τὴν πνευματικὴ τῶν Χριστουγένων ἀγαλλίαση, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς νὰ μὴν εἴμαστε μόνοι, χρονιάρα μέρα.
.         Στὸ τζάκι δίπλα μετὰ τὸ «δι’ εὐχῶν» μιὰ ζεστὴ σούπα ἦταν τὸ καλύτερο βάλσαμο γιὰ ὅλους. Καὶ τὸ φτωχικὸ χριστουγεννιάτικο τραπέζι τοῦ Γέροντα καὶ τῆς ἀδελφῆς του ἦταν καλύτερο καὶ φαινόταν πλουσιότερο ἀπὸ τὰ πιὸ ἀριστοκρατικά, χριστουγεννιάτικα τραπεζώματα στὰ μεγάλα ἀρχοντόσπιτα. «Κανεὶς δὲν χορταίνει μὲ τὰ φαγητά», ἔλεγε, ὁ Γέροντας, «ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεμίζει καὶ θερμαίνει καρδιές».

 

 

[1] Νέος Ὅσιος Γέροντας, ὁ π. Ἰάκωβος Βαλαδῆμος, κοιμήθηκε στὶς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1960.

,

Σχολιάστε

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ; (Χαρ. Μπούσιας)

Εἶναι ὁ Χριστὸς τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας;

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.             Εἶναι ἡ ζωή μας χριστοκεντρική; Βλέπουμε σὲ κάθε στιγμή της τὸν Χριστὸ μπροστά μας, νὰ μᾶς εὐλογεῖ καὶ νὰ κατευθύνει τὰ βήματά μας; Γιὰ κάθε μας πράξη καὶ ἐνέργεια θέτουμε τὸ ἐρώτημα, ἂν αὐτὴ θὰ ἀρέσει στὸν Χριστό μας; Ἐγκαταλείπουμε τὸ ἐγώ μας καὶ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ θυσιασθοῦμε γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας; Μποροῦμε μὲ παρρησία νὰ ἀναφωνοῦμε αὐτὸ ποὺ φώναζε μὲ στεντόρεια φωνὴ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. β´ 20);
.             Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουμε ἀποθέσει τὸν ἑαυτό μας, τὰ προβλήματά μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς βιοτικές μας μέριμνες, τὴν ὑγεία μας στὸν Χριστό μας; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἔχουμε νεκρωθεῖ γιὰ τὸν κόσμο καὶ ζοῦμε μόνο γιὰ τὸ Σωτήρα μας Χριστό; Πόσοι μποροῦμε νὰ τοῦ λέμε: Λοιπόν, δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ὁ παλαιὸς ἑαυτός μου, ἀλλὰ ζεῖς μέσα μου Ἐσύ, ὁ γλυκύτατος Χριστός μου. Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς μποροῦμε νὰ ἀνοίξουμε διάπλατα τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας στὸν Χριστό, προκειμένου νὰ μπεῖ Ἐκεῖνος καὶ νὰ κατοικήσει μέσα μας; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς παραδίδουμε τὸ τιμόνι τῆς ζωῆς μας στὸν Σωτήρα μας Ἰησοῦ ἀναγνωρίζοντάς τον ὡς σταθερὸ κυβερνήτη μας, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει ὅπου Ἐκεῖνος θέλει καὶ ὄχι ὅπου ἐμεῖς ἐπιθυμοῦμε;
.             Ἐὰν πραγματικὰ ζοῦμε χριστοκεντρικά, καταλαβαίνουμε τί βάθος καὶ τί μεγαλεῖο κρύβει ἡ ἐν Χριστῷ ζωή! Δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα σύστημα ἠθικῆς οὔτε γιὰ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἀκατανόητες τελετουργίες. Πρόκειται γιὰ ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ὅλοι ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ζοῦμε τὴ νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ συγχρόνως τὴν ἀνάσταση σὲ μιὰ νέα ζωή, τὴν ὁποία καλούμαστε νὰ διατηρήσουμε μὲ τὸν προσωπικό μας ἀγώνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἂν ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε νοιώθουμε νὰ φανερώνεται ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, νὰ ζοῦμε χριστοκεντρικὰ καὶ νὰ δεχόμαστε τὴ χάρη Του σὰν ἁπαλὸ χάδι καὶ νὰ αἰσθανόμασθε τὴν παρουσία του σὰν χαρὰ καὶ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση ἀτελεύτητη.
.             Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει σάλπισμα εἰρήνης, χαρᾶς καὶ προόδου. Πῶς νὰ ξεχάσουμε τὸ τραγούδι τῶν κατηχητικῶν μας χρόνων ποὺ λέει ὅτι «ὁ Χριστὸς εἶναι ποὺ δίνει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη»; Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός· ὅτι ἔχουμε «τὸν Χριστόν ἐν τοῖς στέρνοις ἡμῶν», ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ πνοή μας, ἡ χαρά μας, ἡ δύναμή μας. Ὑπάρχει γλυκύτερη ἐμπειρία ἀπὸ τὸ νὰ ἔρχεται καὶ νὰ κατασκηνώνει στὴν καρδιά μας ὅλη ἡ Ἁγία μας Τριάδα; Ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρὰ ἀπὸ τὸ νὰ ἔχουμε ἔνοικο στὴν κατοικία τῆς καρδιᾶς μας τόν Κύριο, θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος; «Τοῦ τὸν Χριστὸν ἔχοντος ἔνοικον τί γένοιτο ἂν μακαριώτερον πώποτε;». Αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη χαρὰ τοῦ χριστιανοῦ.
.             Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ἔχουμε «νοῦν Χριστοῦ» (Α´ Κορ. β´ 16). Οἱ σκέψεις μας εἶναι σκέψεις Χριστοῦ, πρῶτες καὶ καθαρές, ὄχι δεύτερες καὶ ρυπαρές, τὰ αἰσθήματά μας αἰσθήματα Χριστοῦ, οἱ πόθοι μας πόθοι Χριστοῦ, ἡ ζωή μας ζωὴ «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Σημαίνει ὅτι δίνουμε τὴν καρδιά μας ὁλοκληρωτικὰ καὶ ὄχι μέρος της στὸν Κύριο. Δὲν τοῦ νοικιάζουμε ἕνα διαμέρισμα τῆς καρδιᾶς μας, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημά της. Δὲν τὸν βάζουμε σὲ μιὰ ἀκρούλα τοῦ σπιτιοῦ μας, ἀλλὰ στὸ κέντρο του. Τὸν ἀγαποῦμε καὶ τὸν σεβόμαστε «ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας μας». Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ἐφαρμόζουμε στὴν πράξη τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὅτι πράττουμε τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Καθαρίζουμε τὰ χέρια μας οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίζουμε τὶς καρδιές μας οἱ δίψυχοι, σύμφωνα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀδελφοθέου Ἰακώβου (Ἰακ. δ´ 8). Καὶ ὀφείλουμε νὰ τὶς ἁγνίζουμε, γιατὶ Ἐκεῖνος εἶναι πάναγνος καὶ πῶς θὰ κατοικήσει σὲ σπιλωμένο οἴκημα; Σημαίνει ἐπίσης ὅτι δείχνουμε σὲ ὅλους ἀγάπη καὶ καλωσύνη. Εἴμαστε εὐεργετικοί, σπλαχνικοί, φιλόστοργοι, συγχωροῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. ῞Οταν μέσα μας μένει ὁ Χριστός, λέγει ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας,, τί ἄλλο μᾶς χρειάζεται, ἤ ποιό ἀγαθὸ μᾶς διαφεύγει; Ἀρκεῖ καὶ ἐμεῖς νὰ μένουμε μαζί Του. Τότε καὶ ἔνοικο ἔχουμε καὶ κατοικία, ὥστε νὰ εἴμαστε μακάριοι τόσο γιὰ τὴν κατοικία μας ὅσο καὶ γιατὶ τὴν παραχώρησή της σὲ τέτοιο ἔνοικο. Ὅταν, λοιπόν, πάρουμε τὴν ἀπόφαση νὰ νοικιάσουμε τὸ σπίτι τῆς καρδιᾶς μας στὸν Χριστό, τότε ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου θὰ εἶναι δικά μας, ἀφοῦ ὁ ἔνοικός μας εἶναι «ὁ δοτὴρ τῶν ἀγαθῶν», ὁ δωρεοδότης, ὁ ἀγαθόδωρος Κύριος. Τότε κάθε φαύλη πράξη καὶ ἐπιθυμία μας ἀπομακρύνεται, ἀφοῦ τίποτα πονηρὸ δὲν στέκεται ἐμπρὸς σὲ τόσο σορὸ ἀγαθῶν. Τίποτε πονηρὸ δὲν κατορθώνει νὰ μᾶς πλησιάσει, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶναι μαζί μας, ὅταν κατοικεῖ στὴν καρδιά μας καὶ ὅταν ἡ ἁγιότητά Του διαπερνάει ὅλη μας τὴν ὕπαρξη καὶ βασιλεύει μέσα μας! Τὰ βέλη ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ἔξω τὰ ἐμποδίζει Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐγγίσουν, ἀφοῦ ἔχει περιφρουρήσει τὴν καρδιά μας μὲ τὴ χάρη Του. Ἀλλὰ καὶ κάθε τὶ τὸ φαῦλο ποὺ τυχὸν ὑπάρχει μέσα μας, τὸ ἀπομακρύνει ὠθώντας το, ὅπως τὰ μάτια μας διώχνουν μὲ τὸ δάκρυ τὰ ξένα σώματα ποὺ τολμοῦν νὰ εἰσχωρήσουν σὲ αὐτό. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγάλος ἔνοικος ποὺ γεμίζει ὅλη τὴν κατοικία Του μὲ χάρη, εἰρήνη, χαρά, δύναμη καὶ ὑγεία. Εἶναι ὁ φωτοδότης ἔνοικος, ποὺ διώχει τὰ σκότη. Εἶναι αὐτὸς ποὺ μᾶς ἐνδύει μὲ τὸ χιτώνα τῆς ἀφθαρσίας. Ζητάει ἀπὸ ἐμᾶς μόνο νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ τὸν ἀφήσουμε ἔνοικο τῆς καρδιᾶς μας, ποὺ γίνεται σπίτι Του καὶ νὰ τοῦ φωνάζουμε διαρκῶς: «Πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Σοὶ παραθώμεθα».
.             Ἔχοντας, λοιπόν, νοικάρη στὴν καρδιά μας τὸν Χριστὸ ζοῦμε χριστοκεντρικὰ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ μὴ νοιαζόμαστε γιὰ τὸν πρόσφυγα ἀδελφό μας ποὺ θλίβεται μόνο μὲ τὴ θύμηση τῆς γῆς ποὺ τοῦ λείπει. Μεριμνᾶμε γιὰ τὸν πάσχοντα, γιὰ αὐτὸν ποὺ λιώνει στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου. Καὶ ὄχι μόνο μὲ στιγμιαία προσφορά, ἀλλὰ μὲ συνεχὴ καὶ ἀτελείωτη. Μοιράζουμε πραότητα καὶ συμπόνια, καλωσύνη καὶ ἀγάπη. Καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι ζήτημα ἐσωτερικῆς καθάρσεως. Ζήτημα προσωπικῆς καθάρσεως τοῦ καθενός μας καὶ γενναίας τοποθετήσεώς μας μπροστὰ στὶς ὑποχρεώσεις μας πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας.
.             Ὅταν περιστρεφόμαστε γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό μας, ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του, ἀγωνιζόμαστε καὶ παλεύουμε μὲ τὸν κακὸ ἑαυτό μας, νικοῦμε τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ προσφέρουμε τὶς δυνάμεις μας καὶ κάθε μας ἰκμάδα γιὰ ἐξυπηρέτηση τῶν συνανθρώπων μας. Ντυνόμαστε αὐταπάρνηση, ταπείνωση, ἀγάπη. Ἀντιτασσόμαστε στὸ μανιασμένο ξέσπασμα τοῦ μίσους, ποὺ φοβερίζει τὴν ἀνθρωπότητα, ἰδιαίτερα σήμερα, μὲ ἀφανισμό. Παίρνουμε στὰ χέρια μας τὴ ζύμη, γιὰ νὰ πλάθουμε μὲ τὸν πόνο καὶ τὴν ἀγάπη τὸν ἄρτο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, τῆς αἰώνιας. Ἀνακαλύπτουμε τὸν ἄνθρωπο, τὴ γνήσια εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλα γύρω μας παίρνουν νόημα καὶ χάρη. Τὸ δάκρυ μας μαλακώνει κάθε σκληρότητα τῆς καρδιᾶς μας καὶ μέσα της φυτρώνουν τὰ ρόδα τῆς συμπόνοιας καὶ τῆς συμπαραστάσεως τῶν ἐμπεριστάτων, ἔτσι ὥστε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ αἰσθανόμαστε πολῖτες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, νὰ βιώνουμε τὴ διαβεβαίωση τοῦ Κυρίου μας «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστί» (Λουκ. ιζ´ 21 ).
.             Χριστοκεντρικὴ ζωὴ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή μας. Εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος της, ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας, εἶναι ἡ σφιχταγγαλιασμένη ἕνωσή μας μὲ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ὁ Σωτήρας μας, ὁ Λυτρωτής μας. Μὲ αὐτὸν ποὺ φωτίζει τὸ νοῦ μας, ἐνδυναμώνει τὴ θέλησή μας, ἁγιάζει τὴν καρδιά μας. Ὅταν ὁ Χριστὸς βρεῖ κατάλυμα στὴν καρδιά μας τότε ἔχουμε διαρκῆ ἐπικοινωνία μαζί του μὲ τὴν προσευχή μας, ρυθμίζουμε τὶς πράξεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες μας σύμφωνα μὲ τὸ δικό Του θέλημα, ὥστε νὰ μὴν τὸν κακοκαρδίσουμε, καὶ προσδοκοῦμε τὴ Βασιλεία Του καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ κοντά Του.
.             Ὅμως, γιὰ νὰ κατοικήσει μέσα μας ὁ Χριστός, ὀφείλουμε νὰ νεκρώσουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο. Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας: «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς»· δηλαδή, νεκρῶστε τὰ μέλη σας ποὺ ἐπιθυμοῦν τὶς γήϊνες ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές. Νεκρῶστε κάθε πάθος καὶ ὑποδούλωση στὸ κακό, κάθε κακὴ ἐπιθυμία.
.             Μὲ τὸν Χριστό μας στὸ κέντρο ζοῦμε μιὰ νέα, ἐνάρετη καὶ ἁγία ζωή, ἡ ὁποία εἶναι ἀσυμβίβαστη μὲ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα κατονομάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πλεονεξίαν… ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν». Αὐτός, ὁ Κύριός μας, δρᾶ σὰν ἀλεξικέραυνο καὶ διώχνει μακριὰ τοὺς κεραυνοὺς τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν καὶ τῶν κακῶν ἐπιθυμιῶν. Αὐτὸς μᾶς ἑνώνει γύρω Του, ὅπως ἡ ὄρνις τὰ κλωσσόπουλά της καταργώντας κάθε φυλετικὴ διαφορὰ ἢ κοινωνικὴ ἀνισότητα. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός». Δὲν ὑπάρχει πλέον διάκριση Ἕλληνα καὶ Ἰουδαίου, περιτμημένου Ἰσραηλίτη καὶ ἀπερίτμητου ἐθνικοῦ, βάρβαρου καὶ Σκύθη, δούλου καὶ ἐλεύθερου. Ὅλοι ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ μας εἴμαστε ἴδιοι.
.             Ὅλοι μας βάζουμε στὴ ζωή μας κάποιους στόχους καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ τοὺς φθάσουμε. Οἱ νέοι βάζουν στόχο νὰ σπουδάσουν καὶ νὰ βροῦν μιὰ καλὴ δουλειά, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἀποφέρει χρήματα καὶ ἴσως κοινωνικὴ ἀναγνώριση. Οἱ οἰκογενειάρχες βάζουν στόχο νὰ σπουδάσουν τὰ παιδιά τους καὶ νὰ τὰ ἀποκαταστήσουν ἐπαγγελματικά, οἰκογενειακὰ καὶ κοινωνικά. Ὅλοι βάζουν στόχους, βάζουν τὸν πήχυ ψηλά, καὶ ἀγωνίζονται. Ὁ ὑψηλότερος, ὅμως, πήχυς, ὁ ὡραιότερος ἀγώνας, ὁ καλύτερος στόχος, εἶναι ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Χριστό, μὲ τὸν νοητὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ κατέχει τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας, ὥστε νὰ περιστρεφόμαστε γύρω Του, ὅπως οἱ πλανῆτες γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἡ τάξη ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ σύμπαν εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐπικρατεῖ καὶ στὶς καρδιὲς τῶν χριστιανῶν ποὺ ζοῦν χριστοκεντρικὴ ζωή. Τάξη στὴν προσευχή, τάξη στὶς ἐπιθυμίες, τάξη στὴ συμπεριφορά μας.
.             Στὴν προσευχή μας τότε ὁ Θεὸς εἶναι πολὺ οἰκεῖος. Στὶς ἐπιθυμίες μας δὲν ὑπάρχει προτεραιότητα στὰ χρήματα, στὴν κοσμικὴ ἐπιτυχία, στὴν καταξίωση. Ἀξία μας εἶναι ὁ Χριστός μας, ὁ ὁποῖος ἀπομαρύνει μακριὰ κάθε μας ἀπαξία. Ἡ πνευματικὴ ζωή, ἡ χριστοκεντρικὴ ζωὴ ποὺ συμφωνεῖ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας, μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι εὔκολη, εἶναι, ὅμως, ἐπιτυχής. Ἀξίζει νὰ τὴν ἀκολουθήσουμε. Δὲν θὰ μετανοίωσουμε. Ὁ Χριστός μας εἶναι ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς, ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου, ἡ αἰώνια ζωή.
.             Σήμερα ὁ κόσμος δὲν ζεῖ χριστοκεντρικά. Ἔχει διώξει τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴ ζωή του. Ἐκεῖνος σεβόμενος τὴν ἐλευθερία μας ἀπομακρύνεται θλιμμένος. Δὲν ἔχει φύγει μόνος Του. Ἐμεῖς τὸν διώξαμε μὲ τὴ συμπεριφορά μας, μὲ τοὺς ἐγωϊσμούς μας, μὲ τὶς ἁμαρτίες μας, μὲ τὴν αὐτονόμησή μας. Ἡ ἀπομάκρυνση, ὅμως, τοῦ Θεοῦ ἔχει καὶ τὶς συνέπειές της. Ἔτσι, ζοῦμε σὲ ἕνα κόσμο ταραγμένο. Σὲ ἕνα κόσμο ποὺ ψάχνει νὰ βρεῖ διεξόδους στὰ ἀδιέξοδά του, στὰ τυφλά. Ὁ Χριστός μας εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινό. Ἐὰν τὸ σβήσουμε περιπατοῦμε στὸ σκοτάδι καὶ «ὁ περιπατῶν ἐν τῆ σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει» ( Ἰωάν. ιβ´ 35) μᾶς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης. Κοντὰ στὸ Χριστό μας εἴμαστε ἀσφαλισμένοι, μακρυά Του νοιώθουμε ἀνασφάλιστοι. Κοντά Του εἰρηνεύουμε, μακρυά Του ταραζόμαστε. Κοντά Του ζοῦμε ἥσυχα καὶ προοδεύουμε, μακρυά Του κινδυνεύουμε καὶ ὀπισθοχωροῦμε.
.             Σήμερα μὲ τὴν κρίση ποὺ μαστίζει τὴν πατρίδα μας ὅλοι νοιώθουμε ἀνασφαλεῖς, τὸ αὔριο ἔρχεται ἀβέβαιο, πόλεμοι καὶ συρράξεις ἀκούγονται γύρω μας καὶ ἡ ταραχὴ ἔχει καταλάβει τὸ μέρος τῆς εἰρήνης στὶς καρδιές μας. Τώρα περισσότερο, ὅμως, ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ὀφείλουμε νὰ θρονιάσουμε στὶς καρδιές μας τὸν Χριστό μας, τὸ Ἄρχοντα τῆς Εἰρήνης, καὶ νὰ θυμηθοῦμε μὲ πόσο σαφῆ καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος λέγοντας στὸν καθένα μας: «Οὐ μὴ σὲ ἀνῶ, οὐδ’ οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλίπω» (Ἑβρ. ιγ´ 5). Ὁ χριστοκεντρικὸς ἄνθρωπος δοξολογεῖ τὸν Θεό, ποθεῖ νὰ μένει κοντά του φωνάζοντας: «Κύριε, μεῖνον μεθ’ ἡμῶν» (Λουκ. κδ´ 29). Τότε νοιώθει τὸ χάδι Του καὶ ἀκούει τὴν εὐλογημένη του φωνὴ νὰ μᾶς λέει: Παιδί μου, δὲν πρόκειται νὰ σὲ ἀφήσω μόνο καὶ ἀπροστάτευτο. Βοηθός σου εἶμαι «ἐν θλίψεσι» (Ψαλμ. θ´ 10 ), γι’ αὐτὸ ζήτησέ Με. «Ἐπικάλεσαί με ἐν ὥρᾳ θλίψεως καὶ ἐξελοῦμαί σε» (Ψαλμ. μθ´ 15). Μὴν ἀπογοητεύεσαι ἐμπρὸς στὰ προβλήματα τῆς ζωῆς. Ζήτησε τὴ βοήθειά μου καὶ ἐγὼ θὰ σὲ βγάλω ἀπὸ κάθε δυσκολία. Σὲ περιμένουν καὶ ἐσένα θλίψεις, ἀλλὰ μὴν ἀπογοητευθεῖς ἀπὸ αὐτές. Παῖρνε δύναμη, μὴν κάμπτεσαι, μὴ χάνεις τὸ θάρρος σου. Ἐγὼ «νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιϛ´ 33). Ἡ πίστη σου ἂς γίνει πηγὴ δυνάμεως, πηγὴ ὑπομονῆς, πηγὴ ψυχικοῦ ἡρωϊσμοῦ, πηγὴ εἰρήνης. Ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζί σου ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς σου «ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων» (Ματθ. κη´ 20) καὶ θὰ σοῦ δίνω πάντοτε χαρὰ καὶ εἰρήνη.

 

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

ΟΦΕΛΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ὀφέλη τῆς κοινωνίας ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους Χριστιανούς

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ Καθηγητὴς Χαράλαμπος Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.              πιστὸς ποὺ σηκώνει μὲ χαρὰ τὸ Σταυρό του ἀποτελεῖ τὴ βάση τῆς εὐνομούμενης πολιτείας, τῆς πολιτείας ποὺ κτίζει τὴν πρόοδό της πάνω στὴ Χριστιανικὴ ἠθική, τὴν κενωτικὴ ἀγάπη, τὴν ἐνεργὴ ἐλπίδα, τὴ φιλαδελφία καὶ τὴν ἀλληλοκατανόηση. Ὁ σταυροφόρος χριστιανὸς ἀποτελεῖ τὸ ἀνάχωμα τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως τῆς κοινωνίας μας. Ἡ ἠθικὴ κατάπτωση τῶν ἀνθρώπων, ποὺ δὲν σηκώνουν τὸν σταυρό τους μὲ προθυμία καὶ ὑπομονή, ἔφερε τὴ σημερινὴ οἰκονομικὴ κρίση, ποὺ δὲν παύει νὰ εἶναι «παδαγωγὸς εἰς Χριστόν» (Γαλ. γ´ 24), γιατὶ μᾶς φέρνει κοντά Του, γιατὶ μᾶς ἐξαναγκάζει νὰ ἐλαττώσουμε τὶς ὑπέρμετρες ἐπιθυμίες μας καὶ νὰ αὐξήσουμε τὴν ἐμπιστοσύνη μας σ’ Αὐτόν. Ἡ οἰκονομικὴ κρίση μᾶς διδάσκει νὰ ἐγκαταλείψουμε τὴν ἐξωστρέφεια καὶ νὰ ἐπιμείνουμε στὴν πλήρη γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας, αὐτοῦ τοῦ ἄγνωστου ποὺ μᾶς δανείζει τὴν ἀναπνοὴ γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴ ζωή, μᾶς δανείζει τὴν καρδιά, τὸ αἷμα, τὰ μάτια, ὅλες τὶς αἰσθήσεις, μόνο ὅμως γιὰ νὰ ζοῦμε ὑλικὰ καὶ ὄχι πνευματικά, ἀφοῦ τὸ Θεὸ τὸν ἔχουμε βάλει στὸ περιθώριο. Ἡ οἰκονομικὴ κρίση μᾶς ἐξαναγκάζει νὰ δοῦμε τὴ ζωὴ στὶς πραγματικές της διαστάσεις, καὶ ἐπιστρέφοντας στὶς ἠθικὲς ρίζες μας νὰ τὴν ἀναδιοργανώσουμε στὸ πρότυπο τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης καὶ νὰ ἐπιτύχουμε τοῦ ἐλέους τοῦ πολυεύσπλαγχνου Θεοῦ μας, ποὺ ζητᾶ νὰ βρεῖ εὐκαιρία, γιὰ νὰ μᾶς σώσει, ἀφοῦ «κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως» (Ἰάκ. β´ 13) καὶ θέλει ὁ Θεός μας «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4 ). Ὁ σταυροφόρος Χριστιανὸς ἀποτελεῖ τὸ καύχημα τῆς κοινωνίας καὶ δείχνει τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάζει τὸ πρόσωπό της μὲ συμπάθεια, ἀφοῦ στηρίζεται στὴν ἐνεργὴ ἀγάπη, αὐτὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐμφορεῖτο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἐσταυρωμένος Ἰησοῦς. Ἔτσι ὁ σταυροφόρος Χριστιανὸς γίνεται «εὐχάριστος τοῖς πᾶσι» (Κολασ. γ´ 15), εἶναι φιλόθεος καὶ φιλάνθρωπος, ἐμπνέει τοὺς γύρω του μὲ τὸ σταυροαναστάσιμο ἦθος του, δημιουργεῖ ἕναν ἐπίγειο παράδεισο στὸ περιβάλλον του μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ παράδειγμά του, προβάλλει τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημά του μὲ παρρησία καὶ ἀγωνίζεται «κόντρα στὸ ρεῦμα» κατὰ τῆς ἐνορχηστρωμένης πολεμικῆς τῆς ἀποδομήσεως τῶν Ἑλληνορθοδόξων θεμελίων τοῦ ἔθνους μας.
.   Μὲ τὸ Σταυρό, λοιπόν, στὸ χέρι ἂς πορευθοῦμε ὅλοι μας στὸ δρόμο τῆς ζωῆς καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ δρόμος μας ὅσο δύσβατος καὶ γεμάτος ἀγκάθια καὶ ἐὰν εἶναι, εἶναι ὡραῖος, ἀφοῦ στὶς δυσκολίες καὶ στὶς πτώσεις μας Κυρηναῖος μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ ἀπὸ τὶς θλίψεις στὶς χαρές, ἀπὸ τὶς περιπέτειες στὴν ἀναψυχή, ἀπὸ τὸ φρικτὸ Γολγοθᾶ στὴ λαμπροφόρο ἀνάσταση, στὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα, τὴν ὁποία εἴθε ὅλοι νὰ ἀπολαύσουμε.

 

 

, ,

Σχολιάστε