Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Χαναναία

ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΑΝΑ, μάνα πονεμένη (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Γιά σένα, Mάνα

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἀεράκη

 • Mιά μάνα πονεμένη τό πρόσωπο τοῦ Eὐαγγελίου. Mιά μάνα Xαναναία, δηλαδή, ἀλλοδαπή, μά πού ἦταν μύριες φορές ἀνώτερη ἀπό κάθε Ἰουδαία, ἀλλά καί ἀπό κάθε χριστιανή σήμερα. Mιά μάνα, πού δέν τήν λύγισε ὁ πόνος ἀπό τό δρᾶμα τῆς κόρης της. Mιά μάνα, πού κατέφυγε στόν Xριστό καί βρῆκε τή λύση. Mιά μάνα, πού δοκιμάστηκε ἡ πίστις της, καί πῆρε ἄριστα. Δοκιμάστηκε ἡ ὑπομονή της καί πῆρε ἄριστα. Δοκιμάστηκε ἡ ταπείνωσίς της καί πῆρε ἄριστα. Mιά μάνα, πού ὁ κόσμος τήν περιφρόνησε, μά ὁ Xριστός τήν καλοδέχτηκε. Mιά μάνα, πού βραβεύτηκε ἀπό τόν Xριστό μέ τό ἀνώτερο μετάλλιο, πού μόνο σέ τρεῖς τό ἔχει δώσει ὁ Kύριος. Tό χρυσό μετάλλιο τῆς πίστεως. Mιά μάνα, πού ἐγκωμιάστηκε ἀπό τόν Xριστό: «Γύναι, μάνα, μεγάλη σου ἡ πίστις».

• Ἀξίζει, ἡ μάνα αὐτή νά γίνη ἀφορμή γιά ἕνα ἐγκώμιο στή μάνα, στήν κάθε μάνα, στήν ἀληθινή μάνα, στή δική μου καί τή δική σας μάνα, στή μάνα πού βρίσκεται σήμερα ἐδῶ, καί μπορεῖ νά εἶναι ἡ μάνα μιᾶς μάνας, δηλαδή, σεβαστή γιαγιά;

• Γιά σένα, μάνα, πού εἶσαι τό γλυκύτερο πρόσωπο στόν κόσμο.

• Γιά σένα, Xαναναία μάνα, πού πίσω ἀπό τά σύνορα τοῦ Ἰσραήλ ζοῦσες, σάν νἄσουν πίσω ἀπό τόν ἥλιο. Ἡ ζωή σου ἦταν ἕνας πόνος ἀβάσταχτος γιά τήν ἀρρώστια στό κορίτσι σου.

• Γιά σένα, μάνα, ἦρθε ὁ Xριστός, γεννημένος ἀπό τήν πιό ἅγια Mάνα. Ἀπό ὅλο τόν κόσμο, νοιάστηκε γιά μιά μάνα. Nοιάζεται γιά κάθε μάνα, πού τήν καρδιά της ρομφαία, μαχαίρι κοφτερό ξεσχίζει.

• Γιά σένα, μάνα, πού κραυγάζεις καί φωνάζεις, γιατί μόνη σου σέρνεις τό θλιβερό χορό τοῦ πόνου. Ἡ προσευχή σου γίνεται κραυγή, πού κάθε ψυχή σπαράζει. Γιά σένα ἔρχεται ὁ Xριστός. Ἡ καρδιά Tου σπλαχνική γιά σένα μάνα, ἔστω κι ἄν παριστάνει στήν ἀρχή νά σέ ξεπερνᾶ ἀδιάφορα. Δέν εἶναι ἀδιάφορος. Θέλει σέ ὅλα νά σοῦ βάλη ἄριστα.

• Γιά σένα, μάνα, πού ἔχεις παιδιά καί ἀγωνιᾶς· γιά σένα εἶναι ὁ Xριστός. Nᾶτος, σέ πλησιάζει. Mή χάσης τήν εὐκαιρία. Φώναξέ Tον, ὅπως ἐκείνη φώναξε: «Ἐλέησόν με, Kύριε, υἱέ Δαβίδ». Γιά δές τό κορίτσι μου. Δυνάμεις τοῦ κακοῦ τό κρατοῦν αἰχμάλωτο. Tοῦ ἅρπαξε ὁ Σατανᾶς ὑγεία καί ἐλευθερία! Φώναξε δυνατά: «Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Kάνε καλά τό παιδί μου!

• Γιά σένα, μάνα, πού νόμιζες πώς ὁ Θεός σέ ξέχασε. Bλέπεις Xαναναία μάνα, σάν νά συννεφιάζη.. Σάν νά μή σοῦ δίνη σημασία κι ὁ Xριστός. Γιά σένα ὅμως ψήνεται τό θαῦμα. Mήν ἀποκάμης μοναχή. Δέν μπορεῖ· τό βλέμμα Tου ὁ Xριστός σέ σένα τελικά θά ρίξη.

• Γιά σένα, μάνα, εἶναι κάποτε ἡ ἀπονιά τοῦ κόσμου. Σάν τότε. Δέν τή λυπήθηκαν τή Xαναναία μάνα. Tόσο σκληροί οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα κι αὐτοί πού τριγυρίζουν τό Xριστό, κι αὐτοί πού τάχα ἀνήκουνε στήν Ἐκκλησία. Ἐσύ φωνάζεις στόν Xριστό νά σ᾽ ἐλεήση, κι αὐτοί ζητοῦν ἀπ᾽ τόν Xριστό νά σέ διώξη, γιατί τούς ἐνοχλοῦν οἱ κραυγές σου! Ὁ πόνος σου τούς ἐνοχλεῖ. Tό τραυματισμένο σου κορίτσι τό διώχνουν. Kόσμε σκληρέ, στόν μητρικό τόν πόνο…

• Γιά σένα, μάνα, εἶναι ὁ Xριστός. $Aγια κάνεις καί φωνάζεις: «Kύριε, βοήθει μοι».

• Γιά σένα, μάνα, εἶναι ἡ ἄσκησις τοῦ Xριστοῦ. Σέ δοκιμάζει, μάνα. Σκυλάκι σέ λέει, γιά νά δῆ τί θά πῆς. Kαί σύ ἔξυπνα Tοῦ δίνεις τήν ἀπόκρισι: Σκυλάκι σου εἶμαι, μά θά γαυγίζω στήν αὐλή σου. Δέν θέλω πολλά. Δῶσ᾽ τα ἀλλοῦ τά πολλά. Λίγα ψίχουλα ἀπ᾽ τό τραπέζι Σου μοῦ φτάνουν. Mιά ματιά σου στοργική θά μοῦ γιάνη τόν πόνο. Mιά σταγόνα ἀπ᾽ τήν φροντίδα Σου θά σώση τό παιδί μου.

• Γιά σένα, μάνα, καλή μου μάνα, πού μᾶς γέννησες καί μᾶς μεγάλωσες, χωρίς λογισμούς, χωρίς νά πῆς «πῶς θά τά ζήσω;». Γιά σένα, μάνα, εἶναι τό Eὐαγγέλιο σήμερα. Γιά τήν ἁγία μάνα!

• Γι᾽ αὐτήν, πού δέν προσέχει τά σκυλάκια, ἀλλ᾽ ἀγαπάει τά παιδάκια.

• Γι᾽ αὐτήν, πού ἀφήνει τήν ὕπαρξί της ὁλότελα στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

• Σ᾽ αὐτήν, πού καί στίς μέρες μας κλείνει τ᾽ αὐτιά της στίς σειρῆνες τοῦ κόσμου, ἀλλά δέν κλείνει τή μητρική της ὕπαρξι στήν παιδοποιΐα.

• Σέ σένα, πού ξέρεις τό θάλαμο τῶν τοκετῶν καί ποτέ δέν παρέδωσες σπλάχνο σου στό σφαγεῖο τῶν ἐκτρώσεων.

• Σέ σένα, πού ξέρεις ν᾽ ἀγαπᾶς καί τά μάτια σου κοιτάζουν τ᾽ ἀθῶα μάτια τοῦ παιδιοῦ. Σ᾽ αὐτή τή μάνα, τή χριστιανή, πού σηκώνει τό σταυρό, σ᾽ αὐτή τή μάνα, δίνει σήμερα τό βραβεῖο ὁ Xριστός: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».

• Γιά σένα, μάνα, πού κι ἄν σέ πληγώνουν, ἐσύ μέ γλύκα τούς κοιτᾶς. Γιά σένα, πού κάτι θέλεις καί ζητᾶς, νά! Σήμέρα ὁ Xριστός τή μάνα πρόσεξε, τή Xαναναία. «Ὅ,τι θέλεις». Tί θέλεις, μάνα; Mήν ἀποκάμης. Πές τοῦ Xριστοῦ τί θέλεις! Πέσ᾽ Tου μέ πίστι, μέ κραυγή. M᾽ ἐλπίδα καί μέ δάκρυ.

Kόσμε! ὅ,τι κι ἄν εἶσαι, τή μάνα νά προσέχης.

—Aὐτή γεννᾶ.

—Aὐτή γαλουχεῖ.

—Aὐτή ξαγρυπνᾶ.

—Aὐτή ἀγαπᾶ.

—Aὐτή θυσιάζεται.

—Aὐτή σώζει τόν κόσμο.

• Γιά κοίτα, μάνα, τόν Xριστό. Γιά σένα, μάνα, τό δικό μας «εὐχαριστῶ». Γιά σένα ἡ τιμή, καλή κι ἁγιασμένη μάνα!

Advertisements

, ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–3 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)« Ἆραγε δὲν θ’ ἀπορρίψει ὁ Κύριος ἐκείνους ποὺ τὸν ἀπορρίπτουν;»

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος  Γ´

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Μέρος Β´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

.           Ὁ Κύριος δίδασκε προοδευτικὰ τοὺς μαθητές Του στὸ σχολεῖο τῆς πίστης. Μὲ τέτοια περιστατικὰ στοὺς χώρους τῶν εἰδωλολατρῶν, τοὺς παρεῖχε διδασκαλία σταθερὴ καὶ συμπλήρωνε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἐκπαίδευσή τους. Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας αὐτῆς, ποὺ ὅλα ὅσα εἶχε μάθει στὸ χῶρο ποὺ ζοῦσε γιὰ τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ γιὰ τὴ ζωὴ ἦταν ὅλα πλανεμένα! Εἶχε μάθει πὼς ὁ ἥλιος καὶ τὸ φεγγάρι, τὰ ζῶα κι οἱ πέτρες, ἦταν θεοί. Εἶχε γεννηθεῖ κι εἶχε ζήσει στὸ σκοτάδι, στὴν ἄγνοια. Τέλος, ἀνῆκε στοὺς Χαναναίους, τὴν πονηρὴ αὐτὴ φυλὴ ποὺ ὁ Θεὸς τὴν ὁδήγησε μακριὰ ἀπὸ τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, γιὰ νὰ κατοικήσουν ἐκεῖ οἱ Ἰουδαῖοι, ὁ ἐκλεκτὸς λαός Του. Ἐδῶ ὑπάρχει ἀρκετὴ διδαχή, μία μεγάλη αἰτία γιὰ νὰ στοχαστοῦμε τοὺς τρόπους τοῦ Θεοῦ, πολλοὶ λόγοι γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ἀποστόλους καὶ τὸ ἔθνος τους νὰ ντρέπονται καὶ νὰ μετανοοῦν. Οἱ ἀπόστολοι ἀντιλήφθηκαν τὴ διδασκαλία αὐτὴ καὶ τὴν ἔκαναν δική τους, ἂν ὄχι ἀμέσως, λίγο ἀργότερα. Βεβαιώθηκαν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ τὴ διέδωσαν σ’ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν παντοδύναμη αὐτὴ πίστη καὶ τελικὰ δοξάστηκαν οἱ ἴδιοι. Ἐμεῖς κατανοήσαμε τὴν πίστη αὐτή, τὴν κάναμε δική μας; Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Ἐκλεκτὸς Λαός Του σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἡ Νέα Βασιλεία καὶ τὸ Νέο Ἱερατεῖο.
.                 Προσέξτε ὅμως πόσο λίγη σημασία δίνουν οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ στὸ Χριστό, πόσο τὸν περιφρονοῦν! Παρατηρῆστε πῶς, βαπτισμένοι ἄντρες καὶ γυναῖκες, ὄχι μόνο ἔχουν γίνει ὀλιγόπιστοι, ἀλλὰ κατάντησαν ἕνας ἄπιστος καὶ διεφθαρμένος λαός. Πιστεύουν περισσότερο σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο παρὰ στὸν Χριστό. Ἀναζητοῦν βοήθεια καὶ στήριξη στὴ ζωή τους σὲ τυφλὰ καὶ κουφὰ στοιχεῖα γύρω τους, παρὰ στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τὸν παντοδύναμο. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπέσυραν πάνω τους φοβερὲς τιμωρίες, ἔγιναν πονηροί, ἀδύναμοι καὶ ταλαίπωροι, ὅπως ἦταν οἱ Ἰουδαῖοι τὴν ἐποχὴ τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ.

* * *

.               Οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ κρατοῦν τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, μὰ ὑπάρχουν πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς σήμερα ποὺ ὄχι μόνο δὲν εἰσέρχονται στὴ βασιλεία αὐτή, μὰ δὲν ἀφήνουν νὰ μποῦν μέσα κι ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἐπιθυμοῦν. Ἔτσι ἀποδείχνονται χειρότεροι, πιὸ ἰδιοτελεῖς καὶ γήινοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς. Κατορθώνουν ἔτσι ν’ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὰ μὴ χριστιανικὰ ἔθνη καὶ τὰ ἐμποδίζουν νὰ μποῦν στὴ Βασιλεία ποὺ τόσο ἐπιθυμοῦν. Μόνο ψίχουλα πέφτουν ἀπὸ τὸ βασιλικὸ τραπέζι τοῦ Χριστοῦ στοὺς λαοὺς αὐτούς, κι αὐτοὶ τὰ μαζεύουν καὶ τὰ τρῶνε. Πῶς μποροῦν ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες αὐτοὶ νὰ χορτάσουν, ὅταν οἱ Εὐρωπαῖοι κι οἱ Ἀμερικανοί, ποὺ κάθονται σὰν κύριοι στὸ βασιλικὸ τραπέζι, μένουν πνευματικὰ πεινασμένοι καὶ διψασμένοι; Δὲν θὰ φτάσει κάποια στιγμὴ στὸ τέλος της ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ; Δὲν θ’ ἀπορρίψει ὁ Κύριος ἐκείνους ποὺ τὸν ἀπορρίπτουν, ὅπως ἔχει κάνει ἤδη μὲ μερικούς, καὶ θὰ πεῖ πῶς οἱ κλητοὶ ἀποδοκιμάστηκαν, ἐνῶ οἱ μὴ κλητοὶ ἔγιναν ἀποδεκτοί, οἱ εὐλογημένοι ἔγιναν καταραμένοι κι οἱ καταραμένοι εὐλογήθηκαν;
.                   Τί ἀπομένει νὰ κάνουμε ἐμεῖς σ’ αὐτὴ τὴν ἄπιστη γενιά; Τίποτα περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἔκανε ἡ Χαναναία: νὰ προσευχηθοῦμε καρτερικὰ στὸν παντοδύναμο Χριστό, νὰ κραυγάσουμε μὲ πίστη: «Κύριε, ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς!» Ἂν εἶναι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ν’ ἀντικαταστήσει ἕναν ἐκλεκτὸ λαὸ μ’ ἕναν ἄλλο, ἂν εἶναι στὸ θέλημα Toυ νὰ πάρει τὴ βασιλεία Toυ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ ἔθνη καὶ νὰ τὴ δώσει σὲ ἄλλους, ἂν ἡ τιμωρία γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας εἶναι κοντά, ἀκόμα καὶ τότε δὲν θ’ ἀποβληθοῦν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μαζὶ μὲ τὰ χριστιανικὰ ἔθνη, ὅπως δὲν ἀποβλήθηκαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι μαζὶ μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ ἔθνος. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ σώθηκαν, ὅπως σώθηκαν καὶ κεῖνοι ποὺ τὸν ὁμολόγησαν τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ζοῦσε στὴ γῆ. Πολλοὶ Ἰουδαῖοι βαπτίστηκαν ἀργότερα καὶ ἀρκετοὶ ἔγιναν μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἐπιστρέφουν κοντά Του σήμερα, σώζονται, ὅπως σώθηκαν καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς προπάτορές τους, προτοῦ παύσουν νὰ εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς λαός. Ὁ Θεὸς ἐνδιαφερόταν πάντα περισσότερο γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων παρὰ γιὰ τὰ κράτη καὶ τοὺς λαούς. Δὲν πρέπει νὰ φοβηθοῦμε λοιπὸν νὰ διακηρύξουμε: «Τὰ ὑπάρχοντα χριστιανικὰ κράτη καὶ ἔθνη θὰ καταστραφοῦν, ὅλοι μας θὰ καταστραφοῦμε». Ἂς πάθουν λοιπὸν τὰ κράτη καὶ τὰ ἔθνη αὐτὸ ποὺ τοὺς ἀξίζει. Οὔτε ἕνας ἄντρας ἢ μία γυναίκα, ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο, ὅμως δὲν πρόκειται νὰ καταστραφεῖ. Ὁ Θεὸς βρῆκε ἕναν μόνο πιστὸ στὰ Σόδομα -τὸ δίκαιο Λὼτ– κι ἔσωσε αὐτὸν μόνο, ἐνῶ κατέστρεψε τὰ Σόδομα.
.                 Ἂς μιμηθοῦμε τὴν ἐπίμονη προσευχὴ καὶ τὴ δυνατὴ πίστη τῆς Χαναναίας κι ἂς μὴν ὀλιγοπιστήσουμε οὔτε γιὰ μία στιγμή. Ἡ πίστη μᾶς πρέπει νὰ εἶναι δυνατή, ἐπίμονη. Ἂς προσπαθοῦμε διαρκῶς νὰ κρατοῦμε τὴ φλόγα τῆς πίστης μας δυνατή, νὰ μὴ σβήσει. Ἂς στέλνουμε διαρκῶς τὶς προσευχές μας στὸν Κύριο τόσο γιὰ μᾶς ὅσο καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ πίστη, μόνο αὐτή, θὰ δυναμώσει τὴν ψυχή μας καὶ θ’ ἀποβάλει κάθε φόβο κι ἀμφιβολία ἀπὸ μέσα μας. Ἡ προσευχὴ θὰ καθαρίσει τὴν ψυχή μας καὶ θὰ μᾶς γεμίσει μὲ χαρά, πίστη, καλοὺς λογισμοὺς καὶ φλογερὴ ἀγάπη.
.                 Εἴθε ὁ στοργικὸς κι ἐλεήμων Κύριος νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη μας καὶ ν’ ἀκούσει τὶς προσευχές μας. Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος Β´

Μέρος Α´: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.           «Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν, ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ» (Ματθ. ιε´ 23, 24). Προσέξτε πόσο σοφὰ ἐνήργησε ὁ πάνσοφος Κύριος μὲ τὸ νὰ μὴ ἱκανοποιήσει ἀμέσως τὸ αἴτημα τῆς μητέρας, ἀλλὰ νὰ κρατήσει σιωπή. Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν μαθητῶν εἶχε ἤδη ἀναπτυχθεῖ κάποια συμπάθεια γιὰ τὴ φτωχὴ γυναίκα, ποὺ τὸν παρακαλοῦσε. Ἀπόλυσον αὐτήν, σημαίνει εἴτε «ἀπαλλάξου ἀπ’ αὐτὴν» εἴτε «κάνε αὐτὸ ποὺ ζητάει», γιὰ νὰ σταματήσει νὰ τοὺς ἐνοχλεῖ μὲ τὶς κραυγές της. Στὴν παράκληση αὐτὴ τῶν μαθητῶν Του, ὁ Κύριος ἀπάντησε: οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ, δηλαδὴ στὸν Ἰουδαϊκὸ λαό.
.           Γιατί ἀπάντησε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος; Πρῶτον, γιὰ νὰ δείξει πὼς ὁ Θεὸς εἶναι πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις Του. Καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ προωθήσει στοὺς μαθητές του τὴν ἰδέα πὼς κι οἱ εἰδωλολάτρες ἦταν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχαν κι αὐτοὶ ἀνάγκη νὰ βοηθηθοῦν καὶ νὰ σωθοῦν. Μὲ τὴ μεγάλη πίστη τῆς φτωχῆς αὐτῆς γυναίκας, ὁ Κύριος ἔδειξε στοὺς μαθητές Του τὸν τρόπο νὰ ἐπαναστατήσουν στὴ στενὴ ἄποψη ποὺ εἶχαν οἱ Ἰουδαῖοι πὼς ὁ Θεὸς φρόντιζε μόνο αὐτούς, πὼς ἑπομένως ἦταν Θεὸς μόνο τῶν Ἰουδαίων. Σκόπιμα μίλησε ἔτσι ὁ Κύριος, ὅπως μιλοῦσαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, ὥστε νὰ συλλογιστοῦν οἱ μαθητὲς καὶ νὰ πειστοῦν πὼς ἡ ἀντίληψη ποὺ εἶχαν οἱ ὁμοεθνεῖς τους ἦταν λαθεμένη, πὼς ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἦταν τόσο λαθεμένη ὅσο κι ἡ διαφθορὰ κι ὁ ἐκφυλισμὸς τοῦ ἔθνους τους, ἡ ἀποστασία τους ἀπὸ τὸν Θεό, καθὼς κι ἡ ἀπόρριψη κι ἡ περιφρόνηση ποὺ ἔδειξαν στὸν Χριστό. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν ἤθελε νὰ διδάξει μόνο μὲ λόγια τοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ καὶ μὲ ζωντανὰ παραδείγματα ἀπὸ τὴ ζωή. Ἀντὶ νὰ χρησιμοποιήσει λόγια σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ἄφησε τὴ συμπεριφορά Του πρὸς τὴν εἰδωλολάτρισσα γυναίκα νὰ μείνει ἕνα ἀλησμόνητο μάθημα στοὺς μαθητές Του. Γι’ ατ τ λόγο πέρασε τ σύνορα τῆς ουδαίας κα μπκε στν περιοχ τν εδωλολατρν, ὥστε ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς νὰ διδάξει τοὺς ἀκολούθους Του. Ἂς δοῦμε τώρα πῶς ἐξέφρασε ἡ Χαναναία τὴν ἀκλόνητη πίστη της στὸν Κύριο:
.           «Ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι» (Ματθ. ιε´ 25). Ἦταν σίγουρη πὼς ἂν δὲν τὴ βοηθοῦσε ὁ Χριστός, δὲν ὑπῆρχε κανένας ἄλλος στὸν κόσμο νὰ τὸ κάνει. Σίγουρα θὰ εἶχε ἐπισκεφτεῖ ὅλους τοὺς γιατροὺς καὶ θὰ εἶχε πάει σ’ ὅλους τοὺς εἰδωλολάτρες μάγους, χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἡ παράφρων κόρη της παρέμεινε παράφρων. Ὑπῆρχε ὅμως ὁ Θεραπευτὴς κάθε βασάνου, κάθε ἀρρώστιας. Εἶχε ἀκούσει γι’ Αὐτὸν καὶ τὸν εἶχε πιστέψει προτοῦ ἀκόμα τὸν δεῖ. Καὶ τώρα ποὺ τὸν εἶδε, τὴν κάλυψε ὁλόκληρη μία πολὺ μεγαλύτερη πίστη γιὰ τὴ θεϊκή Του δύναμη. Ἐκεῖνος θὰ μποροῦσε νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ κανένας ἄλλος δὲν μποροῦσε. Ἂν τὸ ἤθελε, θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὰ πάντα. Ἡ πίστη της ἦταν ἀκλόνητη πὼς Ἐκεῖνος μποροῦσε, γι’ αὐτὸ καὶ κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ τὸν πείσει νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ Αὐτὸς -Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος στὴν οἰκουμένη- δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει. Γι’ αὐτὸ κι ὅταν ὁ Χριστὸς δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση στὸ πρῶτο αἴτημά της, ὅταν δὲν ἔδωσε καμιὰ σημασία ἀκόμα κι ὅταν τοῦ τὸ ζήτησαν οἱ σύντροφοί Του, ἔτρεξε κοντά Του, γονάτισε μπροστά Του καὶ ἔκραξε: Κύριε, βοήθει μοι.
.           «Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις» (Ματθ. ιε´ 26). Φοβερὰ λόγια! Ὁ Κύριος ἐδῶ δὲν χρησιμοποίησε δικά Του λόγια, μίλησε τὴ γλῶσσα τῶν συγχρόνων Ἰουδαίων, ποὺ πίστευαν πὼς ἐκεῖνοι μόνο ἦταν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κι ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοὶ ἦταν σκυλιά. Ὁ Κύριος ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ προκαλέσει τὴ διαμαρτυρία τῶν μαθητῶν Του γι’ αὐτὴν τὴν κακὴ ἀποκλειστικότητα ποὺ διεκδικοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι. Ἤθελε ὁ Κύριος μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ εἰσαγάγει στὰ μυαλὰ τῶν μαθητῶν Του τὴ σκέψη, ποὺ ἀργότερα θὰ διατύπωνε στοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους. «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχόμενους ἀφίετε εἰσελθεῖν» (Ματθ. κγ´ 14).
.           Προσέξτε τώρα. Ατο πο νομάζονταν τέκνα, γιναν σν τος σκύλους, ν ατο πο λογαριάζονταν σκύλοι, γιναν παιδι το Θεο. Οἱ τελευταῖοι ὀνομάστηκαν «σκυλιὰ» ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους κυρίως ἀπὸ κακία, ὑπῆρχε ὅμως καὶ κάποια ἀλήθεια στὸ ὄνομα αὐτό. Οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδώνας, ὅπως κι ἐκεῖνοι τῆς Αἰγύπτου κι ἄλλων χωρῶν, εἶχαν ἐγκαταλείψει ἀπὸ χρόνια πολλὰ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ κι εἶχαν ἐπιδοθεῖ στὴ λατρεία τῶν δαιμόνων, ποὺ ἦταν χειρότεροι ἀπὸ τὰ σκυλιά. Ὁ Χριστὸς ἐδῶ δὲν ἐπιπλήττει προσωπικὰ τὴ Χαναναία ἀλλὰ τὸ λαό της, καθὼς κι ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς ποὺ λάτρευαν τοὺς δαίμονες μὲ ἀγάλματα καὶ ξόανα, μὲ διάφορα εἴδη μαγείας καὶ ἀκάθαρτες θυσίες.
.              Τότε ἡ σπουδαία αὐτὴ γυναίκα, ποὺ ἡ πίστη της ἦταν μεγαλύτερη τόσο ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ ὅσο κι ἀπὸ τοὺς περιφρονημένους εἰδωλολάτρες, ἀπάντησε στὸν Κύριο: «Ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν» (Ματθ. ιε´ 27). Πόσο ὑπέροχη ἦταν ἡ ἀπάντηση τῆς ταπεινῆς αὐτῆς γυναίκας! Δὲν ἀρνήθηκε πὼς ἀνῆκε σ’ ἕνα λαὸ ποὺ ἀποκαλοῦνταν σκυλιά. Οὔτε ἀρνήθηκε ἐπίσης νὰ ὀνομάσει τοὺς Ἰουδαίους «κυρίους», μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἴδια ἦταν καλλίτερη ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν πρόθυμη νὰ κατανοήσει τὰ συμβολικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μεγάλη πίστη δημιουργεῖ μεγάλη σοφία. Ἡ μεγάλη πίστη βρίσκει τὰ σωστὰ λόγια. ταπείνωσή της μπροστ στν Κύριο ταν τόσο μεγάλη, πως κι γάπη της πρς τν ρρωστη κόρη της, πο δν τν πλήγωσε τ γεγονς τι τν ποκάλεσαν σκύλα. Μπροστὰ στὸν πάναγνο Κύριο ποιός ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος δὲν θά ᾽νιωθε τὸν ἑαυτό του σὰν ἀκάθαρτο σκυλί; Ὁπωσδήποτε ὄχι κάποιος ἄνθρωπος πού, ἂν καὶ ἁμαρτωλός, ἔχει κάποια σπίθα πίστης. «Οὐ γὰρ εἰμι ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς» (Λουκ. ζ´ 6), εἶπε ὁ εἰδωλολάτρης ἑκατόνταρχος στὸν Κύριο. Ἔτσι κι ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα, δὲν ντράπηκε ποὺ τὴν ἀποκάλεσε σκύλα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν συναισθάνεται τὴν ἁμαρτωλότητά του, δὲν μπορεῖ οὔτε βῆμα νὰ κάνει πρὸς τὴ σωτηρία του. Πλῆθος ὁλόκληρο ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἦταν πιὸ ἁγνοὶ καὶ φωτισμένοι ἀπὸ ἑκατομμύρια ἄλλους ἀνθρώπους, δὲν ἔνιωθαν ντροπὴ νὰ τοὺς ἀποκαλοῦν σκυλιά. Ὅλοι οἱ ἄντρες κι οἱ γυναῖκες ποὺ εἶναι ἀφυπνισμένοι πραγματικά, ποὺ ἔχουν συνέλθει ἀπὸ τὴ μέθη τῶν σαρκικῶν παθῶν κι ἔχουν βεβαιωθεῖ γιὰ τὴ πτώση τους στὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, τὸ γνωρίζουν καλὰ αὐτό. Ὡσότου συνέλθει ὁ ἄνθρωπος, βρίσκεται ἐγκλεισμένος στὴν παγερὴ ἀγκαλιὰ τοῦ θανάτου. Δὲν ἔχει πίστη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν ἀνάγκη γιὰ νὰ πιστέψει. Ὡσότου τὸ σκυλὶ νιώσει τὴν ντροπή του νὰ εἶναι σκυλί, δὲν θὰ εὐχηθεῖ ποτέ του νὰ γίνει λιοντάρι. Ὡσότου ὁ βάτραχος συνειδητοποιήσει πὼς βρίσκεται μέσα σὲ μία δυσώδη λάσπη, δὲν θὰ εὐχηθεῖ νὰ πηδήσει, ἔξω ἀπ’ αὐτὴν καὶ νὰ πετάξει σὰν ἀητός.
.           Ἡ φτωχὴ γυναίκα τῆς σημερινῆς παραβολῆς εἶχε τὴν αἴσθηση τῆς ἀδυναμίας τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου. Γνώριζε τὴν κατωτερότητά του, τὴν κακία του καὶ τὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας του, τὴ δυσωδία ὅλης του τῆς ὕπαρξης. Νοσταλγοσε ν βρε κάτι πι δυνατό, πι φωτειν κα πι γνό. Κι ατ πο νοσταλγοσε βρέθηκε ξαφνικ μπροστά της, τς ποκαλύφτηκε στὸν Χριστό, μ τ μεγαλύτερη δυνατ πληρότητα κα δόξα. Γι’ ατ κα δν κανε πίσω, ταν Κύριος τν νόμασε παιδ σκύλων. χι μόνο τ νέχτηκε ατό, λλ τ μολόγησε κιόλας. Μ τν ποδοχ τς ναξιότητας τν προγόνων της μως ζήτησε στω κι να ψίχουλο π τ ζωοποι ψωμ πο στειλε Θες στν σραήλ. Τ ψωμ εναι Χριστός· ψίχουλα εναι στω κα ο λάχιστες τν δωρεν Του. Τὰ πεινασμένα σκυλιά, ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε ψίχουλα νὰ φᾶνε, θὰ ἱκανοποιηθοῦν ἔστω καὶ μ’ αὐτά.
.           «Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτή· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. ιε´ 28). Ὁ Κύριος ἔφερε τὴ συζήτηση ἐκεῖ ποὺ ἤθελε καὶ μόνο τότε εἶπε τὰ λόγια αὐτά. Ἀκόμα κι ἂν ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφράσει τὴν πίστη της μὲ μεγαλύτερη ἔμφαση ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἔκανε. Ὅποιος ἔχει μάτια βλέπει κι ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἀκούει. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναλύσουμε περισσότερο τὸ περιστατικό. Ἀκόμα κι ὁ προδότης Ἰούδας θὰ μποροῦσε νὰ διαπιστώσει τὴ μεγάλη πίστη τῆς Χαναναίας. Ἀκόμα κι ὁ ὀλιγόπιστος Πέτρος, κι ὁ δύσπιστος Θωμᾶς. Ὁ Κύριος δὲν εἶχε ἐγκωμιάσει τόσο πολὺ κανέναν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους Του. Σὲ ποιόν ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε ποτέ, μεγάλη σου ἡ πίστις; Σὲ ὅλους τους εἶπε, τουλάχιστον μία φορά: «Ὀλιγόπιστοι!» Καὶ σὲ μία περίπτωση τοὺς ἐπιτίμησε μὲ τὰ λόγια: «Ὦ, γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!» (Ματθ. ιζ´ 17). Αὐτὸς ἦταν κι ὁ λόγος ποὺ τοὺς πῆρε στὴν περιοχὴ Χαναάν: ὥστε μὲ τὴν πίστη τῆς εἰδωλολάτρισσας γυναίκας αὐτῆς, ποὺ δὲν γνώριζε οὔτε τὸ νόμο οὔτε τοὺς προφῆτες, νὰ τοὺς διδάξει τὴ μεγάλη πίστη, τὴ δύναμη τῆς πίστης.

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–1 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ὁμιλία στὴν
Κυριακὴ ΙZ´ Ματθαίου
[τῆς Χαναναίας]

(Ματθ. ιε´ 21-28)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,
Ἀθῆναι 2013, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 137-158.

Μέρος Α´

βλ. σχετ.: Η ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

«ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΑΛΛΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ» (Λόγος Βασιλείου Σελευκείας Εἰς τὴν Χαναναίαν)

.             Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γευτεῖ τὴ γλυκύτητα τοῦ καλοῦ, ἂν πρῶτα δὲν ἐπιμείνει καὶ δὲν δοκιμαστεῖ στὸ καλό. Στὸ δρόμο πρὸς τὸ καλὸ πρῶτα δοκιμάζουμε τὴν πικρία κι ὕστερα τὴ γλυκύτητα.
.             Ἡ φύση ὁλόκληρη εἶναι γεμάτη ἀπὸ διδαχὲς καρτερίας καὶ ἐπιμονῆς. Ἂν τὰ νεόφυτα δέντρα σου δὲν ἀναπτυχθοῦν, γιὰ νὰ δημιουργήσουν δασύλιο, θὰ μπορέσουν ἆραγε ν’ ἀντέξουν στὸν ἄνεμο καὶ τὸ χιόνι; Θὰ σοῦ ἦταν ἆραγε χρήσιμα τὰ ποτάμια, ἂν δὲν ἔφτιαχναν βαθιὲς κοῖτες; Μήπως τὰ μυρμήγκια αὐτοκτονοῦν, ὅταν οἱ τροχοὶ καταστρέφουν τὰ σπίτια τους στὸ δρόμο, ἢ ξεκινοῦν μὲ ἐπιμονὴ νὰ φτιάχνουν καινούργια; Ἂν κάποιος ἄκαρδος ἄνθρωπος γκρεμίσει τὴ φωλιὰ τοῦ χελιδονιοῦ στὸ σπίτι του, τότε τὸ χελιδόνι θὰ ξεκινήσει ἀδιαμαρτύρητα νὰ πάει σὲ ἄλλο σπίτι, γιὰ νὰ φτιάξει τὴν καινούργια φωλιά του. Ὁ,τιδήποτε κάνουν οἱ φυσικὲς καταστροφὲς ἢ οἱ ἄνθρωποι στὰ φυτὰ καὶ στὰ ζῶα, κάνουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ θαυμάζουν τὴν ἀκατάβλητη ἐπιμονή τους στὴν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος, ποὺ τοὺς ὅρισε ὁ Θεός. Ὅταν ἕνα φυτὸ ποὺ τὸ κόψανε ἢ τὸ θερίσανε, ἔχει τὴ δύναμη ν’ ἀναπτυχθεῖ ξανά, θὰ τὸ κάνει. Ὅταν σ’ ἕνα πληγωμένο καὶ μοναχικὸ ζῶο ἔμεινε ἔστω κι ἐλάχιστη δύναμη ζωῆς, θὰ προσπαθήσει νὰ κάνει κι αὐτὸ τὸ καθῆκον του, γιὰ νὰ ζήσει.
.           Ἡ καθημερινὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γεμάτη ἀπὸ διδαχὲς γιὰ τὴν καρτερία καὶ τὴν ἐπιμονή. Ὁ ἐπίμονος στρατιώτης θὰ κερδίσει τὴ μάχη. Ὁ ἐπίμονος τεχνίτης θὰ τελειοποιήσει τὸ ἔργο του. Ὁ ἐπίμονος ἔμπορος θὰ πλουτίσει. Ὁ ἐπίμονος ἱερέας θὰ βάλει τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐνορίας του στὸ σωστὸ δρόμο. Ὁ ἐπίμονος ἄντρας ἢ ἡ ἐπίμονη γυναίκα τῆς προσευχῆς, θὰ φτάσει στὴν τελειότητα καὶ τὴν ἁγιότητα. Ὁ ἐπίμονος καλλιτέχνης ἀποκαλύπτει τὸ ἐσωτερικὸ κάλλος τῶν πραγμάτων. Ὁ ἐπίμονος ἐπιστήμονας ἀνακαλύπτει τοὺς κανόνες καὶ τοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὶς σχέσεις τῶν πραγμάτων. Ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ χαρισματικὸ παιδὶ δὲν θὰ μάθει νὰ γράφει, ἂν δὲν ἐξασκηθεῖ μὲ ἐπιμονὴ στὸ γράψιμο. Ἕνας ἄνθρωπος μὲ θαυμάσια φωνὴ δὲν θὰ γίνει ποτὲ μεγάλος τραγουδιστής, ἂν δὲν ἐξασκηθεῖ. Ἔχουμε συνηθίσει νὰ ὑπενθυμίζουμε στοὺς ἄλλους κάθε μέρα, ἀλλὰ καὶ νὰ μᾶς ὑπενθυμίζουν οἱ ἄλλοι, τὴν ἀνάγκη τῆς ἐπιμονῆς καὶ τῆς καρτερίας στὸ καθημερινό μας ἔργο.
.             Ἡ ἐπιμονή, γιὰ νὰ καταλήξουμε σὲ κάποιο συμπέρασμα, εἶναι τὸ μοναδικὸ καλὸ ἔργο ποὺ τὸ συνιστοῦν ὅλοι καὶ δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ κανένας. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ στὸ ἔργο ὅμως ποὺ ἀκοῦμε κάθε μέρα, εἶναι μόνο ἕνα σχολεῖο ποὺ μᾶς μαθαίνει τὴν ἐσωτερικὴ ἐπιμονὴ στὸ πνευματικὸ βασίλειο. Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐξωτερικὴ ἐπιμονὴ στὸ λουστράρισμα καὶ στὴν τελειοποίηση τῶν πραγμάτων, στὴ σύναξη πλούτου, γνώσεων καὶ τεχνῶν, εἶναι μόνο μία εἰκόνα τῆς θαυμαστῆς ἐπιμονῆς ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε γιὰ τὴ βελτίωση καὶ τελειοποίηση τῶν καρδιῶν μας, γιὰ τὴ φροντίδα καὶ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῆς ψυχῆς μας, τῆς ἄφθαρτης κι ἀθάνατης ἐσωτερικῆς μας ὕπαρξης.
.           Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς διδάσκει σὲ κάθε σελίδα της τὴν ἐπιμονὴ στὰ πνευματικὰ θέματα. Μᾶς διδάσκει τόσο μὲ λόγια ὅσο καὶ μὲ τὰ μεγάλα παραδείγματα ἀνδρῶν καρτερικῶν ἢ μή. Τὰ δύο πιὸ φοβερὰ παραδείγματα μὴ ἐπιμονῆς στὸ καλό, τὰ βρίσκουμε στὴν περίπτωση τοῦ Ἀδάμ, τοῦ προπάτορα τοῦ ἀνθρώπινου γένους, καὶ τοῦ Ἰούδα, ποὺ πρὶν ἦταν ἀπόστολος κι ἔπειτα ἔγινε προδότης. Καὶ τοὺς δύο ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ τοὺς τοποθέτησε πολὺ κοντά Του. Ὁ Ἀδὰμ ἦταν μὲ τὸν Θεὸ στὸν παράδεισο, ὁ Ἰούδας κοντὰ στὸν Χριστὸ στὴ γῆ. Ξεκίνησαν κι οἱ δύο μὲ ὑπακοὴ στὸν Θεὸ καὶ τελείωσαν μὲ δυσπιστία. Τὸ τέλος τοῦ Ἰούδα ἦταν πιὸ φοβερὸ ἀπὸ τοῦ Ἀδάμ, ἐπειδὴ μπροστά του εἶχε καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ πρωτόπλαστου. Ὁ Σαοὺλ πάλι δὲν εἶχε ἐπιμονὴ στὴ μάχη καὶ γι’ αὐτὸ παραφρόνησε. Ὁ Σολομὼν δὲν εἶχε ἐπιμονὴ κι ἡ βασιλεία του μοιράστηκε. Πόσο ὑπέροχη ὅμως, πόσο ὑπεράνθρωπη ἐπιμονὴ ἔδειξε ὁ Ἀβραὰμ μὲ τὴν πίστη του στὸ Θεό, ὁ Ἰακὼβ μὲ τὴν πραότητά του, ὁ Ἰωσὴφ μὲ τὴν ἐγκράτειά του, ὁ Δαβὶδ μὲ τὴ μετάνοιά του κι ὁ δίκαιος Ἰὼβ μὲ τὴν καρτερία του! Τί ὑπέροχο παράδειγμα ἐπιμονῆς στὴν ἁγνότητά της ἔδειξε ἡ Παναγνὴ Παρθένος, ἀλλὰ κι ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ μὲ τὴν ὑπακοή του στὸν Θεό! Ἀλλὰ τὸ ἴδιο ἔκαναν κι οἱ ἀπόστολοι, καθὼς κι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στὸν Θεό, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ!
.           Στὴν Ἁγία Γραφὴ θὰ βροῦμε πάρα πολλὰ καὶ καθαρὰ παραδείγματα πῶς ἡ ἐπιμονὴ στὸ καλὸ ἀποβαίνει πάντα νικηφόρα καὶ στεφανώνεται. Κανένας ἀπὸ μᾶς ποὺ τὰ διαβάζει αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ πὼς δὲν ἤξερε ἢ δὲν διδάχτηκε. Πῶς γίνεται ἑκατοντάδες χιλιάδες ἁγίων, παρθένων καὶ μαρτύρων, ἀπὸ τὴν ἔνσαρκη ζωὴ τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ ὣς σήμερα, νὰ τὸ γνωρίζουν αὐτὸ καὶ μεῖς νὰ τὸ ἀγνοοῦμε; Δὲν εἶναι πὼς δὲν ξέρουμε, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ ἐπιμείνουμε. Τὸ νὰ γνωρίζουμε τὸ καλὸ καὶ νὰ μὴν ἐπιμένουμε σ’ αὐτό, μᾶς κατακρίνει διπλά. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γνωρίζει τὸ δρόμο αὐτὸ καὶ δὲν τὸν ἀκολουθεῖ «δαρήσεται ὀλίγας». Αὐτὸς ὅμως ποὺ τὸν γνωρίζει καὶ δὲν τὸν ἀκολουθεῖ, «δαρήσεται πολλάς» (βλ. Λουκ. ιβ´ 47, 48).
.           Ὁ δρόμος πρὸς τὸ καλὸ εἶναι ἀνηφορικός. Ἐκεῖνος ποὺ ἔμαθε νὰ βαδίζει μόνο σὲ ἐπίπεδες ἐπιφάνειες ἢ σὲ κατηφόρες, στὴν ἀρχὴ θὰ τὸν βρεῖ δύσκολο. Αὐτὸς ποὺ ξεκίνησε νὰ βαδίζει τὸ δρόμο αὐτὸν κι ἔπειτα γυρίζει πίσω, δὲν θὰ μπορέσει νὰ σταθεῖ στὸν τόπο ἀπ’ ὅπου ξεκίνησε τὸν ἀνήφορο, ἀλλὰ θὰ κατεβεῖ πιὸ χαμηλά, στὸ σκοτάδι καὶ στὴν ἀπώλεια. Γι’ αὐτὸ εἶπε ὁ Κύριος πὼς «οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ’ ἄροτρον καὶ βλέπων εἰς τὰ ὀπίσω εὔθετος ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. θ´ 62).
.           Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς μιλάει γιὰ ἕνα θαυμαστὸ παράδειγμα ἐπιμονῆς στὴν πίστη καὶ τὴν προσευχὴ ποὺ μᾶς δίνει μία συνηθισμένη γυναίκα, ποὺ μάλιστα ἦταν εἰδωλολάτρισσα. Μακάρι τὸ παράδειγμα αὐτὸ νὰ λειτουργήσει σὰν φωτιὰ στὶς συνειδήσεις ὅλων ἐκείνων ποὺ αὐτοονομάζονται πιστοί, ἐνῶ στὴν πίστη καὶ στὴν προσευχὴ εἶναι σκληροὶ καὶ ψυχροὶ σὰν τὴν πέτρα.

* * *

.           «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυίδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται» (Ματθ. ιε´ 21, 22). Ἀπὸ ποῦ ἐρχόταν ὁ Ἰησοῦς; Ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, ἀπὸ τὴ γῆ ὅπου κατοικοῦσαν Ἰσραηλίτες ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ εὐλογημένου Σήμ. Καὶ ποῦ πήγαινε; Στὶς περιοχὲς ὅπου κατοικοῦσαν οἱ Χανανίτες, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Χάμ, ποὺ τὸν εἶχε καταραστεῖ ὁ πατέρας του. Ὁ Κύριος λοιπὸν ἄφησε τοὺς εὐλογημένους καὶ πῆγε στοὺς καταραμένους. Γιατί; Ἐπειδὴ ο ελογημένοι εχαν ξεχάσει τὸν Θε κι πομένως εχαν γίνει καταραμένοι, ν κάποιοι π τος καταραμένους εχαν μολογήσει τὸν Θε κι εχαν γίνει ελογημένοι. Ὁ Κύριος, ἀφοῦ στηλίτευσε τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισσαίους γιὰ τὴν προσήλωσή τους σὲ ἐξωτερικὲς συνήθειες, στὸν τύπο δηλαδή, καὶ τὴν ἀπὸ μέρους τους παράβαση τῶν ἐντολῶν τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς τιμῆς πρὸς τοὺς γονεῖς, πῆρε τοὺς μαθητές του καὶ πέρασε στὴ γῆ τῶν εἰδωλολατρῶν.
.           Γιατί πῆγε στοὺς εἰδωλολάτρες ἀφοῦ νωρίτερα εἶχε δώσει ἐντολὴ στοὺς μαθητές Του νὰ πᾶνε «πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραὴλ» (Ματθ. ι´ 6); Πρῶτον ἐπειδή, ὅπως λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, δὲν περιορίζεται ἀπὸ τὶς ἐντολὲς ποὺ δίνει στοὺς μαθητές Του. Δεύτερον, ἐπειδὴ ἔβλεπε πὼς οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἀποστρέφονταν κι ὁ ἴδιος ἀντιλαμβανόταν πὼς τελικὰ θὰ τὸν ἀπέρριπταν ἐντελῶς. Ὁ Θεὸς εἶναι πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις Του. Μὲ τοὺς προφῆτες Του εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ στείλει τὸν Σωτήρα στὸν Ἰουδαϊκὸ λαό. Κι αὐτὸ τὸ πραγματοποίησε ὁ Θεός. Ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, μέσῳ τῶν ἡγετῶν του, ἀπέρριψε τὸν Σωτήρα. Ὁ Θεὸς ὅμως ἔχει πλῆθος τρόπους γιὰ νὰ ἐκτελέσει τὸ σχέδιό Του. Ἡ ἀπόρριψη τῶν Ἰουδαίων δὲν ἦταν ἱκανὴ νὰ ἐμποδίσει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, πολὺ λιγότερο μποροῦσε νὰ τὸ ἀφανίσει. Ὁ Σωτήρας Χριστὸς πέρασε τὰ σύνορα τῆς Ἰουδαίας καὶ πῆγε σὲ ἄλλους λαούς. Πιστὸς στὴν ὑπόσχεσή Του ὁ Κύριος ἔστειλε πρῶτα στοὺς Ἰουδαίους τοὺς ἀποστόλους Του, μετὰ τὴ Σταύρωσή Του ὅμως, ὁ ἀναστημένος Κύριος τοὺς ἔστειλε «εἰς πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη´ 19). Τρίτον καὶ τελευταῖο, ὁ Κύριος ἤθελε γιὰ μία ἀκόμα φορὰ νὰ ντροπιάσει τὸν ἐκλεκτὸ καὶ εὐλογημένο λαὸ μὲ τὴν πίστη τῶν εἰδωλολατρῶν, ὥστε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴ μετάνοια καὶ νὰ τοὺς ξαναφέρει κοντὰ στὸν Θεό. Αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Καπερναοὺμ μὲ τὸν Ρωμαῖο ἑκατόνταρχο. Ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος προερχόταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰάφεθ καὶ ἔδειξε μία σπάνια πίστη στὸν Κύριο Ἰησοῦ. Οἱ Ἰαφεθίτες κι οἱ Χαμίτες λοιπὸν θὰ κληθοῦν στὴ βασιλικὴ τράπεζα ἀπὸ τὸν Βασιλιὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅταν οἱ Σημίτες, ὁ ἐκλεκτὸς λαός, θ’ ἀπορρίψει τὴν πρόσκληση. Αὐτὸ λειτουργοῦσε ὡς μία ὑπενθύμιση, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπίπληξη στοὺς Ἰουδαίους. Ἐκεῖνοι ὅμως παρέμειναν καμπτοι κι λύγιστοι ς τ τέλος κι τσι πορρίφθηκαν π κενον πο ο διοι εχαν πορρίψει.
.           Ἂς δοῦμε τώρα τὸ μεγαλεῖο τῆς πίστεως ποὺ εἶχε ἡ Χαναναία. Πῆγε νὰ συναντήσει τὸν Ἰησοῦ, ποὺ τὸν ἀποκάλεσε Κύριο καὶ Υἱὸ Δαβίδ. Σίγουρα εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸ θαυματουργὸ Χριστό, ἀφοῦ ἡ φήμη Του εἶχε διαδοθεῖ στὶς πλησιόχωρες περιοχές. Τώρα ἄκουσε πὼς πλησίασε στὰ δικά της μέρη κι ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει μὲ χαρὰ καὶ μὲ μεγάλη πίστη. Ὅπως γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος, ὁ Κύριος εἶχε πάει σ’ ἕνα σπίτι, ποὺ «οὐδένα ἤθελε γνῶναι» (Μάρκ. ζ´ 24), δὲν ἤθελε νὰ γνωρίζει κανένας πὼς βρισκόταν ἐκεῖ. Εἶναι φανερὸ πὼς ὁ Κύριος ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ δώσει μεγαλύτερη ἔμφαση στὸ μεγαλεῖο τῆς πίστεως τῶν εἰδωλολατρῶν. Δὲν θὰ ἔκανε δημόσια προσωπικὴ ἐπίδειξη, ἐκεῖνοι θὰ τὸν ἀναζητοῦσαν. Θὰ μποροῦσε νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ «οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν» (αὐτόθι). Ἡ δυνατὴ πίστη τῆς Χαναναίας γυναίκας τὸν ἐντόπισε. Τὸ ἔθνος ποὺ εἶχε καλέσει, δὲν τὸν δέχτηκε, ἐνῶ «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει… ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» (Ἡσ. θ´ 2), τὸν ἀναζήτησε. Καὶ τὸν βρῆκαν τὴν ὥρα ποὺ Ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νὰ κρυφτεῖ ἀπ’ αὐτούς.
.           Προσέξτε πὼς ἡ γυναίκα δὲν εἶπε στὸν Κύριο, «ἐλέησε τὴν κόρη μου», ἀλλὰ ἐλέησόν με, Κύριε. Ἡ κόρη της ἦταν παράφρων, τὴ βασάνιζε ὁ δαίμονας. Κι ὅμως ἡ μητέρα της ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἐλεήσει ἐκείνην, ἀντὶ τῆς θυγατέρας της. Γιατί; Ἐπειδὴ ἡ κόρη της, μὲ τὴν παραφροσύνη ποὺ εἶχε, δὲν καταλάβαινε τί τῆς συνέβαινε. Δὲν μποροῦσε ν’ ἀντιληφθεῖ τὸν τρόμο καὶ τὸ βάσανό της, ὅπως τὸ καταλάβαινε ἡ μητέρα της ποὺ ἦταν καλά. Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ καταλαβαίνουμε τὴ μεγάλη ἀγάπη τῆς μητέρας πρὸς τὴν κόρη της. Ἡ μητέρα ὑπέφερε τὰ βάσανα τῆς κόρης της σὰ νά ᾽ταν δικά της. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἐλεοῦσε τὴν κόρη της, θὰ ἐλεοῦσε κι ἐκείνη, τὴ δύστυχη μητέρα της. Στὴν τρομερὴ αὐτὴ κατάσταση τῆς μητέρας ποιός θὰ μποροῦσε μὲ κάποιο τρόπο νὰ τὴν ἐλεήσει, ἂν δὲν ἐλεοῦσε καὶ τὴν κόρη της; Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ἡ παραφροσύνη τῆς κόρης προκαλοῦσε θλίψη σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκογένεια, καθὼς καὶ σ’ ὅλους τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς τους. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς οἱ γείτονες θὰ εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ, οἱ ἐχθροί τους θὰ χαίρονταν. Τὸ σπίτι ἦταν ἀδειανό, ἔμοιαζε μὲ τάφο. Ἔξω ἀπ’ αὐτὸ ἔφταναν μόνο οἱ κραυγὲς καὶ τὰ παλαβὰ γέλια τῆς τρελῆς κόρης. Θὰ μποροῦσε νὰ σκεφτεῖ ἢ νὰ ὀνειρευτεῖ ἡ μητέρα νὰ μιλήσει ἢ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο; Εἶναι πιθανὸ νὰ εἶχε καταλογίσει τὸ κακὸ ποὺ βρῆκε τὴν κόρη της σὲ κάποια δική της ἁμαρτία. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶπε: ἐλέησόν με, Κύριε! «Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον» (Ματθ. ιε´ 23). Δὲν τὸ συνήθιζε ὁ Χριστὸς νὰ μὴν ἀπαντάει στὶς ἐρωτήσεις ἢ στὶς παρακλήσεις τῶν ἀνθρώπων. Ἀκόμα καὶ στὸ σατανᾶ ἀπάντησε στὴν ἔρημο. Σιγὴ κράτησε μόνο στὶς ἐρωτήσεις ποὺ τοῦ ἔθεσαν οἱ ἄνομοι κριτὲς καὶ βασανιστές Του, ὁ Καϊάφας κι ὁ Πιλάτος. Γιατί λοιπὸν κράτησε σιωπὴ στὴν ἱκεσία τῆς δύστυχης αὐτῆς γυναίκας; Τὸ ἔκανε ὥστε τὰ μάτια ἐκείνων ποὺ δὲν ἔβλεπαν, ν’ ἀνοίξουν, γιὰ νὰ δοῦνε ἐκεῖνα ποὺ ἔβλεπε Αὐτός. Γιὰ νὰ δώσει στὴ γυναίκα αὐτὴ τὴν εὐκαιρία νὰ δείξει ἐμφατικότερα τὴν πίστη της, γιὰ νὰ δοῦν τὴν πίστη αὐτὴ ὅλοι οἱ σύντροφοί Του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ [Κυριακὴ τῆς Χαναναίας]–2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς) «Τὸ ψωμὶ εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καὶ οἱ ἐλάχιστες τῶν δωρεῶν Του».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

, ,

Σχολιάστε

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (ΙΖ´ Ματθ.)

Ἡ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 31-34

 «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυϊδ. ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται»
(Ματθ. ιε´ 22)

.           Ὁ πόνος τῆς Χαναναίας γυναίκας γιὰ τὴν δαιμονισμένη θυγατέρα της, ὅπως καὶ ἡ μεγάλη της πίστι στὸν Χριστό, τὴν ἔκαναν νὰ κράζη: «ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Ἡ αἴτησή της εἶναι προσωπική, ἔστω κι ἂν ἀφοροῦσε περισσότερο τὴν θυγατέρα της, γιατί ὁ πόνος τοῦ παιδιοῦ τῆς εἶναι καὶ δικός της πόνος. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὸ εἶναι πηγὴ ἀνεξάντλητη καὶ δύναμι ἀνέκφραστη. Καὶ ὁ Χριστὸς προσφέρει στὴν θυγατέρα της τὴν θεραπεία, ἐπειδὴ τὸ ζήτησε ἡ μητέρα της μὲ πολλὴ πίστι. «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις. Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης».
.          Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μᾶς δίδει σήμερα ἀφορμὴ νὰ διατυπώσουμε μερικὲς ἀλήθειες, μὲ ἁπλὰ ὅμως λόγια, γύρω ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα φαίνεται ἀφ’ ἑνὸς μὲν στὴν οἰκογένεια, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ στὴν κοινωνία.

 Ἑνότητα στὴν οἰκογένεια

.          Κάθε μάννα πονάει ὑπερβολικά, ὅταν δυστυχῆ τὸ παιδί της, γιατί αἰσθάνεται βαθειὰ τὴν ἑνότητα μαζί του. Κοινωνεῖ μαζί του, ἀφοῦ ἡ σάρκα του εἶναι καὶ δική της. Αὐτὸ ὅμως συμβαίνει μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας. Ἡ οἰκογένεια, ὅπως ξέρουμε, δὲν εἶναι μία ἀπρόσωπη ὁμάδα, ἀλλὰ «ἑτερόφυλη ἑνότητα προσώπων» καὶ ἑπομένως ὅλα τὰ μέλη της συνδέονται μεταξύ τους, ὅπως τὰ μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Ἔτσι τὸ ἕνα μέλος (ὅταν εἶναι πραγματικὸ) δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τοῦ ἄλλου, τὴν δὲ λύτρωσι τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν δεινὴ κατάστασί του τὴν θεωρεῖ σὰν προσωπικὸ γεγονός.
.          Ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα ποὺ ἀποδεικνύουν αὐτὴν τὴν ἀλήθεια. Μητέρα προτιμᾶ τὸν θάνατο, γιὰ νὰ χαρίση ζωὴ στὸ παιδί της. Γονεῖς θυσιάζονται γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ τοὺς γονεῖς. Ὁ ψυχικὸς πόνος τῆς μητέρας εἶναι μεγάλος, θἄλεγε κανεὶς ἀνέκφραστος, ἀπὸ τὴν ἀκαταστασία καὶ τὴν ταλαιπωρία τοῦ παιδιοῦ της.

 Ἑνότητα στὴν κοινωνία

 .          Ὅ,τι ἔζησε ἡ Χαναναία καὶ ὅ,τι γίνεται μέσα σὲ κάθε πραγματικὴ οἰκογένεια παρατηρεῖται καὶ σὲ παγκόσμια κλίμακα.
.          Οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες διδάσκουν ὅτι ὑπάρχει ἑνότητα ὅλης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ ἑνότητα αὐτῆς μὲ τὸν φυσικὸ κόσμο. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι (ὄχι μόνον αὐτοὶ ποὺ τώρα ζοῦν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐκοιμήθηκαν ἢ ποὺ πρόκειται νὰ γεννηθοῦν) ὡς δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» Του, ἀνήκουν στὴν μεγάλη παγκόσμια οἰκογένειά Του.
.          Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς θὰ λέγαμε ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὑπῆρχε ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἑαυτό του, μεταξὺ των, μὲ ὅλη τὴν δημιουργία. Ἀλλὰ μὲ τὴν διάπραξι τῆς ἁμαρτίας ἔσπασε αὐτὴ ἡ ἑνότητα καὶ ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε ἀμέσως στὴν κατάστασι τῆς διαιρέσεως. Ἔτσι διασπάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό, διασπάστηκαν οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους, διασπάστηκε ὁ ἄνθρωπος ἐσωτερικά, διασπάστηκε ὅλη ἡ φύσι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἐπίσης ὁ σύνδεσμος τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν φύσι. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μία διαίρεση καὶ ἀλλοτρίωσι τοῦ ἀνθρώπου, Ἔκτοτε ἡ αἴσθησι καὶ ἡ πραγματοποίησι τῆς ἑνότητος, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, εἶναι μία ὀδυνηρὴ καὶ ἀπραγματοποίητη προσπάθεια.
.          Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἑνότητα ποὺ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἶναι μία οὐτοπία, γιὰ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους ἔχει πραγματοποιηθῆ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἑνότητα ὅλου του κόσμου. Διὰ τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιεῖται ἡ ἑνότητα ἁγίων καὶ ἀνθρώπων,  ἐπιγείων καὶ ἐπουρανίων, ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Ὅσοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνονται βαθειὰ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύνολο μιᾶς ἀπρόσωπης κοινωνίας, ἀλλὰ ἑνότητα προσώπων. Μετὰ τὴν πτῶσι ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τὴν «ἀγαπητικὴ κοινωνία» καὶ ἔπεσε στὴν «αὐτονομημένη ἀτομικότητα», δηλ. ἀπὸ πρόσωπο ἔγινε ἄτομο. Τώρα μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐπιστρέφει πάλι στὴν ἀρχική του κατάστασι, ἀνεβαίνει δὲ καὶ ψηλότερα. Ἀπὸ ἄτομο γίνεται πρόσωπο ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη, διὰ τῆς ὁποίας ἑνώνεται μὲ ὅλους καὶ αἰσθάνεται τὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.
.          Ἀλλὰ τὴν πραγματικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ποὺ δὲν τὴν ἐκπροσωπεῖ ἡ πολιτικὴ ἢ ἡ κοινωνικὴ ἢ ἡ οἰκονομικὴ κίνηση, ἀλλὰ ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία,

τὴν αἰσθάνονται ΜΟΝΟΝ οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ.

Αὐτοὶ καθαρίσθηκαν ἀπὸ τὶς φθοροποιὲς δυνάμεις τῶν παθῶν καὶ ἀποκατέστησαν τὴν ἀξία τοῦ προσώπου. Συνεπῶς μόνον αὐτοὶ ζοῦν τὸ δράμα τῆς ἀνθρωπότητος μὲ δύο μαρτυρικὲς συνέπειες.
.          Πρῶτον αἰσθάνονται πὼς κάθε προσωπική τους ἁμαρτία, λόγῳ τῆς κοινωνίας, βαρύνει τὴν ζωὴ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Δὲν αἰσθάνονται τίποτε τὸ ἀτομικό. Διαπράττοντας μία ἁμαρτία δὲν πονᾶνε γιατί παρέβησαν ἁπλῶς τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ γιατί ἔχασαν τὴν θεία Χάρη καὶ ἡ νέκρωση ἀπὸ τὴν ἀπουσία Της πέφτει ἐπάνω στὸν κόσμο, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ εἶχε κοσμικὲς συνέπειες. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι βιώνουν τὸν ἀδαμιαῖο θρῆνο.
.          Δεύτερον βιώνουν σὰν προσωπικά τους ἔργα ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὴν ἀνθρωπότητα. Ἐπάνω τους πέφτουν ὅλες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καὶ αὐτὸ δημιουργεῖ ἀφόρητο πόνο. Τότε σὰν τὴν Χαναναία προσεύχονται γι’ αὐτοὺς μέρα καὶ νύκτα. Προσεύχονται μὲ δάκρυα καὶ ὀδύνη γιὰ ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους. Γίνονται μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ μεγαλύτεροι ἱεραπόστολοι, ἀφοῦ, κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Κυρίου, γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν τους εἰσέρχονται στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ἀνεβαίνουν στὸν σταυρό, κατεβαίνουν στὴν κόλασι καὶ στὸν ἅδη.
.          Ὄντως μαρτυρικὴ  ἱεραποστολή. Ἔλεγε κάποιος ἅγιος ὅτι τὸ νὰ προσεύχεσαι γιὰ τοὺς ἄλλους εἶναι σὰν νὰ χύνξς αἷμα. Κι ὅμως ἐμεῖς ἀγνοοῦμε τὴν ὕπαρξι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ποὺ σηκώνουν τὸν μεγάλο σταυρὸ καὶ βιώνουν αὐτὴν τὴν σταυρικὴ μορφὴ ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς ἀγνοοῦμε, γιατί δὲν ἔχουμε αἰσθανθεῖ ποτὲ τὴν πραγματικὴ ἑνότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Εἴμαστε κλεισμένοι μέσα στὸν κλοιὸ τοῦ ἀτομισμοῦ.
.          Μιμούμενοι τὴν Χαναναία γυναίκα καὶ παραδειγματιζόμενοι ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἂς προσευχόμαστε καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἂς γίνει ὁ πόνος τους προσωπικός μας πόνος, γιατί τότε καὶ ἡ σωτηρία τους θὰ συντελέση στὴν δική μας σωτηρία.

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ (Κυρ. ΙΖ´ Ματθ. “Τῆς Χαναναίας”)

(Ματθ. ιε´ 21 – 28)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνεχώρησεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. Καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυίδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. Ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ἀνεχώρησε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος. Καὶ μία γυναῖκα Χαναναία ἀπὸ τὴν περιοχὴν ἐκείνην ἐβγῆκε καὶ ἐφώναζε, «Ἐλέησέ με, Κύριε, υἱὲ τοῦ Δαυΐδ. Ἡ θυγατέρα μου βασανίζεται ἀπὸ δαιμόνιον». Αὐτὸς ὅμως δὲν ἀπεκρίθη οὔτε λέξιν. Καὶ ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ τοῦ ἔλεγαν, «Διῶξε την, διότι φωνάζει ἀπὸ πίσω μας». Αὐτὸς ἀπεκρίθη, «Δὲν εἶμαι σταλμένος παρὰ εἰς τὰ πρόβατα τὰ χαμένα τῆς γενεᾶς τοῦ Ἰσραήλ». Αὐτὴ δὲ ἀφοῦ τὸν ἐπλησίασε, τὸν προσκυνοῦσε καὶ ἔλεγε, «Κύριε, βοήθησέ με». Ἐκεῖνος τῆς ἀπεκρίθη, «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρω τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν καὶ νὰ τὸ ρίξω στὰ σκυλιά». Αὐτὴ δὲ εἶπε, «Ναί, Κύριε, ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλιὰ τρώγουν ἀπὸ τὰ ψίχουλα, ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους». Τότε ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ὦ γυναῖκα, μεγάλη εἶναι ἡ πίστις σου· ἂς σοῦ γίνῃ ὅπως θέλεις». Καὶ ἐθεραπεύθηκε ἡ θυγατέρα της ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην.

,

Σχολιάστε

ΕΚΑΝΕ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΕΙ ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Βοήθησέ με, Κύριε!

.          Λυπήσου με, Κύριε, ἔνδοξε ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ! Ἡ κόρη μου φρικτὰ ὑποφέρει ἀπὸ σκληρὸ δαιμόνιο! «Κακῶς δαιμονίζεται».
.          Σπαρακτικὴ ἀκούστηκε ἀπὸ μακριὰ ἡ κραυγή. Ἦταν μία γυναίκα Χαναναία, ποὺ εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ χωριό της καὶ μὲ χέρια ἁπλωμένα ἱκέτευε…
.          Ὁ Κύριος, ποὺ ἀκόμα καὶ στὸν παραμικρὸ ἀναστεναγμὸ ἔσκυβε πάντα πρόθυμα μὲ καλωσύνη, ἐδῶ οὔτε ποὺ γύρισε τὸ βλέμμα. Μὲ τὴν θεϊκή Του σκέψη κάτι ἄλλο, μεγαλύτερο ἀπὸ μία ἁπλὴ θεραπεία προγραμμάτιζε. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς κι ἐξακολουθοῦσε ἀτάραχα νὰ βαδίζει στὸν ἀπόμερο ἐκεῖνο δρόμο κοντὰ στὰ «μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος». Ὁ ὅμιλος τῶν μαθητῶν, ποὺ Τὸν περιστοίχιζε, γέμισε μὲ ἀπορία.
.         Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ δύστυχη μάνα ἐπαναλάμβανε τὴν κραυγή της πάλι καὶ πάλι: «Υἱὲ Δαυΐδ», ρίξε μία ματιὰ καὶ στὸν δικό μου πόνο! «Ἐλέησόν με»!
.         Καμιὰ ἀπόκριση. Ὁ Κύριος ἀργὰ μὰ σταθερὰ ἀπομακρυνόταν μὲ φαινομενικὴ ἀδιαφορία. Ὡστόσο, στὶς σπαραξικάρδιες ἐκκλήσεις τῆς Χαναναίας δὲν ἄντεξαν οἱ μαθητές. Ἔλαβαν τὸ θάρρος νὰ παρέμβουν. Κύκλωσαν μὲ ἀγωνία τὸν Διδάσκαλό τους καὶ «ἠρώτων αὐτόν». Τὸν παρακαλοῦσαν ἔνθερμα. Τὸν πολιορκοῦσαν.
— «Ἀπόλυσον αὐτήν», Διδάσκαλε. Κάνε της τὸ καλό, νὰ φύγει, «ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν». Δὲν φαίνεται νὰ σταματήσει τὶς ἱκετευτικὲς κραυγὲς ξοπίσω μας. Κρίμα εἶναι…
Κοφτὰ καὶ σοβαρὰ τοὺς ἀπάντησε ὁ Χριστός:
— «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ». Ἐγὼ ἀποστολὴ ἔχω νὰ περιμαζέψω τὰ πρόβατα τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσχολοῦμαι μὲ ἄλλους.
.         Ἐν τῷ μεταξὺ  ὅμως, νὰ ποὺ τοὺς πρόφθασε τρέχοντας καὶ παρακαλώντας ἡ πονεμένη μάνα. Τοὺς ἔκοψε τὸν δρόμο, καθὼς ρίχτηκε μὲ ἄπειρη εὐλάβεια μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, καὶ ἔμεινε ἐκεῖ πεσμένη, «προσεκύνει», λέγοντας:
— «Κύριε, βοήθει μοι».
Τί σπαραγμό, στ’ ἀλήθεια, ἔκρυβε ἡ μικρὴ αὐτὴ φράση! Ἀλλὰ ὁ Χριστός μας ἔμεινε ἀμετάπειστος στὴν φαινομενικὴ ψυχρότητά Του.
— Δὲν εἶναι καθόλου σωστό –τῆς εἶπε– νὰ πάρει κανεὶς τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὰ παιδιά του, γιὰ νὰ τὸ ρίξει στὰ σκυλάκια. Ἐσεῖς οἱ Ἐθνικοὶ δὲν εἶστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἔχετε παραστρατήσει. Ἑπομένως μὴ ζητᾶτε τὶς ἴδιες εὐλογίες ποὺ ἀπολαμβάνει ὁ λαός Του.
.            Πάγωσαν ὅλοι. Καημένη μάνα! Πρέπει νὰ φύγεις ἄπρακτη κι ἐξουθενωμένη. Εἶναι ὥρα νὰ ἀναλυθεῖς σὲ κλάμα γοερὸ ἢ νὰ ξεσπάσεις σὲ παράπονα… Ἀλλὰ ὄχι! Ἡ Χαναναία δὲν λύγισε, δὲν προσβλήθηκε, δὲν ἀγανάκτησε ἀπὸ τὴν παιδαγωγία. Μὲ περισσότερη θερμότητα τώρα, μὲ πιὸ βαθιὰ ταπείνωση, εὐλάβεια καὶ πονεμένη συστολὴ ἐπέμεινε στὸ αἴτημά της λέγοντας:
— «Ναί, Κύριε». Ὅπως τὸ λὲς εἶναι. «Κυνάρια» εἴμαστε, ὄχι παιδιά Σου, καὶ δὲν ἔχουμε δικαιώματα στὸν «ἄρτον τῶν τέκνων». Κάποια ψίχουλα ὅμως ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι «τῶν κυρίων», κάποιες ἐλάχιστες εὐλογίες ἀπὸ τὴν πλούσια χάρη Σου, σὰν σκυλάκια ταπεινὰ ποὺ τριγυρνοῦμε παρακλητικὰ στὰ πόδια Σου, μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε. Δὲν μποροῦμε;
— «Ὢ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις!», ἀναφώνησε ὁ Χριστός. Ἔχεις πίστη ἀξιοθαύμαστη! Ἐπέμεινες. Δὲν λύγισες μπροστὰ σὲ καμιὰ δοκιμασία. Λοιπὸν «γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Ἂς γίνει ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἐπιθυμεῖς. Καὶ πραγματικά. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμή, «ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης», γιατρεύτηκε ἡ κόρη της ὁριστικά.

.            Εἶναι χαρακτηριστικὴ καὶ πολὺ διδακτικὴ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Χαναναίας. Κυριολεκτικ κανε μάχη, γι ν ποσπάσει τ λεος το Χριστο. Ἀλλὰ προσέξτε. Αὐτὴ ἡ θερμὴ ἐπιμονὴ δὲν εἶχε μέσα της πεῖσμα, προπέτεια ἢ ἐγωισμό. Ἦταν συνυφασμένη μὲ ταπείνωση ἐκπληκτικὴ κι ἀπέραντη ἀφοσίωση κι ἐμπιστοσύνη στὴν θεία φιλοστοργία.
.            Ἔκανε πὼς τὴν ἀγνοεῖ ὁ Χριστός. Δὲν ἀποθαρρύνθηκε, δὲν ἀπέκαμε ἐκείνη. Τὸν ἀναζήτησε μὲ ἰσχυρότερο πόθο. Τὴν ὀνόμασε «σκυλάκι», ἀνάξιο λόγου. Δὲν παρεξηγήθηκε. Δὲν σηκώθηκε νὰ φύγει ὀργισμένη. Παραδέχτηκε τ ποτιμητικ λόγια κα τ μετέτρεψε σ πιχείρημά της. Τὸ χέρι ποὺ ἁπλώθηκε νὰ τὴ διώξει, αὐτὴ τὸ ἅρπαξε νὰ τὸ φιλήσει, νὰ στηριχθεῖ καὶ νὰ σωθεῖ ἀπ’ αὐτό!
.            Ἔτσι κι ἐμεῖς. Ὅταν ζητᾶμε κάτι ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεό, ἂς τὸ ζητοῦμε ἀκούραστα, ἐπίμονα, ἀλλὰ καὶ ταπεινά. Ὄχι μὲ ἀπαιτήσεις καὶ γογγυσμό, ἀλλὰ μὲ εὐλαβικὴ ἀποδοχὴ τῆς θείας παιδαγωγίας.
— «Κύριε, βοήθει μοι», θὰ πεῖ κάποιος. Μία ξαφνικὴ ἀρρώστια μοῦ παρουσιάστηκε κι ἀνησυχῶ. Μισόλογα λένε οἱ γιατροί. Ποῦ νὰ στηριχθῶ; Σὲ Σένα ἐναποθέτω τὸ καυτὸ πρόβλημά μου. Σὲ ἱκετεύω. Κι ἂν καθυστερήσεις, κι ἂν σιωπᾶς, ἐγὼ θὰ περιμένω…
— «Κύριε, Υἱὲ Δαυΐδ», θὰ φωνάξει ἄλλος. Ἔχω ἀγωνία μὲ τὶς σπουδές. Ὁ μεγάλος συναγωνισμὸς μὲ φοβίζει. Κάποιες ἀποτυχίες μὲ ἀποθαρρύνουν. Ὡστόσο, θέλω νὰ προχωρήσω. Μὴ μὲ ἀφήνεις. Ἀγωνίζομαι, προσεύχομαι κι ἐλπίζω… Ἂν τὰ «κυνάρια» γεύονται « ἀπὸ τῶν ψιχίων… τῆς τραπέζης» Σου, πόσο μᾶλλον τὰ παιδιά Σου –ὅσο ἀνάξια κι ἂν εἶναι– μποροῦν νὰ ἐλπίζουν.
— «Ἐλέησόν με, Κύριε», θ’ ἀκουσθεῖ καὶ τρίτος. Σπλαχνίσου μέ. Τὸ σπίτι μου δοκιμάζεται σκληρά. Τὰ ἀδέλφια μου… Οἱ γονεῖς μου… Ἔχουμε ἄμεση ἀνάγκη τῆς παρουσίας καὶ τῆς εἰρήνης Σου. Γι’ αὐτὸ μ’ ἐγκαρτέρηση ἀδιάκοπα Σὲ ἱκετεύω, ἔχοντας τὴν πεποίθηση ὅτι δὲν ἀδιαφορεῖς. Ὅσο κι ἂν ἀργεῖς…
.            Ὅταν ἔτσι ἐπίμονα καὶ ταπεινὰ προσευχηθοῦμε, τότε θὰ μᾶς χαρίσει γενναιόδωρα τὶς εὐλογίες Του ὁ Χριστός. Θὰ μᾶς ἀξιώσει πρῶτα ἀπὸ ὅλα νὰ Τὸν ἔχουμε πλησιάσει καὶ νὰ ἔχουμε συνδεθεῖ μαζί Του. Κατόπιν θὰ μᾶς χαρίσει τὴν εὐαρέσκεια, τὴν εὔνοια, τὸν θεοτίμητο ἔπαινό Του. Τέλος, θὰ ἱκανοποιήσει καὶ τὸ αἴτημά μας. Θὰ δώσει τὴν θεοπρεπῆ ἐντολὴ «γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».

 ΠΗΓΗ: xfd.gr

, , ,

Σχολιάστε