Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Φ. Κόντογλου

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (Δ. Νατσιός)

Ὁ Δάσκαλος τοῦ Γένους Φώτης Κόντογλου

Γράφει ὁ Δημ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Ὅποτε καθίσω καὶ λογαριάσω τί γερό, τί ἀκατάληπτο ἔχω στὴν βιβλιοθήκη μου, τί θὰ μποροῦσα νὰ πιάσω σὲ μίαν ὥρα ἀνάγκης καὶ νὰ στυλωθῶ, πιάνω τὸν Κόντογλου…» (Γιῶργος Ἰωάννου)

.               Στὶς 13 Ἰουλίου τοῦ 1965 κλείνει γιὰ πάντα τὰ μάτια του ὁ Φώτης Κόντογλου, ὁ Δάσκαλος τοῦ Γένους, ὁ «ἀρχαῖος» ἄνθρωπος τῆς Ἀνατολῆς. Κατὰ τὸ ξόδι του, ὁ τότε ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κυρὸς Χρυσόστομος, εἶπε μεταξὺ ἄλλων: «Τοιοῦτον ἄνδρα προπέμπομεν σήμερον, ἀδελφοί, ἄνδρα, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ καταταγῆ, χωρὶς ὑπερβολήν, μεταξὺ τῶν ἁγίων καὶ ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως. Διότι οἱ ὁμολογηταὶ τῆς Πίστεως αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκαμνον, ὅ,τι ἔκαμνε καὶ ὁ ἀείμνηστος Φώτιος. Ἐστάθη εὐθυτενής, ἐστάθη γενναῖος ἀπέναντι τῶν πολεμίων τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Πίστεως καὶ ἐγκατάλειψεν εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν μίαν παράδοσιν, ἀλλὰ καὶ γραπτὸν λόγον, ἵνα ἡ νεωτέρα γενεὰ ἐκπαιδεύηται εἰς τὰ ἑλληνοχριστιανικὰ νάματα…».
.             Ὅταν αὐτὰ λέγονται ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Χατζησταύρου, Μακεδονομάχου, ἀρχιδιακόνου καὶ “δεξιοῦ χεριοῦ” τοῦ ἐθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης ἀλλὰ καὶ προμάχου καὶ ὑπερασπιστῆ τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας, τότε «τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων»;
.           Ὄντως ἔζησε ὁσιακά, ὀρθόδοξα ὁ μαστρο-Φώτης, ποὺ φέτος τιμᾶμε τὰ 50 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του.
.             Ἀφήνουμε ὅμως τὸν ἴδιο νὰ διηγηθεῖ τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία του, σὲ ἐπιστολή του στὶς 5 Αὐγούστου τοῦ 1964 στὸν ἐπίσης μακαριστὸ γέροντα Θεόκλητο Διονυσιάτη. Περιλαμβάνεται στὴν ἐξαίρετη ἔκδοση τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου Πενταλόφου Παιονίας Κιλκίς, Ὁ Φώτης Κόντογλου στὴν τρίτη διάστασή του» (Γουμένισσα 2003, σελ. 64-66):

.               Εἰς τὴν ζωήν μου, ποτὲ δὲν ἐσκέφθην διὰ τὴν ἐξασφάλισίν μας οἰκονομικῶς. Μοῦ ἦλθαν καὶ μοῦ ἔρχονται εὐκαιρίαι διὰ νὰ ἀποκτήσω πολλὰ χρήματα (προτάσεις ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν νὰ ζωγραφήσω ναοὺς καὶ μέγαρα, δι’ ἐκδόσεις βιβλίων προπάντων κοσμικῆς γνώσεως καὶ τέχνης, διὰ δημοσιεύματα παντὸς εἴδους, ἱστορικά, λαογραφικά, αἰσθητικά, περιγραφικὰ ταξειδίων, κλπ). Τίποτε δὲν δέχομαι. Θέλω νὰ μείνω ἀκτήμων καὶ ν’ ἀποθάνω τοιοῦτος. Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ μὴν συνδέεται μὲ τίποτα μὲ τοῦτον τὸν κόσμον. Οὔτε εἰς τὴν Ἀκαδημίαν δὲν ἐδέχθην νὰ ἔμπω, παρ’ ὄλας τὰς προσκλήσεις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ὄχι ἀξιώματα. Ὄχι πρωτοκαθεδρίαι. Ἐπάνω εἰς τὸ ἰκρίωμα ἐργάζομαι σκληρῶς, ἱδρώνω, τσακίζομαι, ἀκόμα σήμερα, μὲ πόδι τσακισμένο.
.               Πέρασα τὸ ἥμισυ τῆς ζωῆς μου ἐπάνω στὴν σκαλωσιάν, ὡς στυλίτης. Μὲ χαρὰν ὑπηρετῶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἀδιάφορος διὰ τὸ ἔργον τῆς ἁγιογραφίας, ἀκόμη καὶ ἐχθρική. Τώρα δέ, μὲ τὰ παπικά, οἱ πλεῖστοι τῶν προϊσταμένων τῶν ναῶν, ὄντες φιλοπαπικοί, δὲν μὲ θέλουν ὡς ἁγιογράφον καὶ μόλις ζῶ ἀπὸ τὴν μίαν ἐκκλησίαν ποὺ ἔχω, ἐνῶ τιποτένιοι μπογιατζῆδες καὶ ἀνάξιοι μαθηταί μου ἔχουν ἐργασίαν ποὺ δὲν προφθάνουν, πλουτίζουν, καθ’ ὅσον συναλλάσσονται μὲ τοὺς ἐπιτρόπους καὶ προϊσταμένους τῶν ναῶν καὶ μουντζουρώνουν τοὺς τοίχους, μὴ πατῶντες εἰς τὴν λειτουργίαν, συχνὰ δὲ καὶ σαρκάζοντες τὰ τῆς θρησκείας. Ἐγὼ εἰς αὐτὰς τὰς ἐπιφορὰς τοῦ σατανᾶ ἀντιτάσσω τὴν πίστιν μου. Καὶ ἐνῶ διασαλπίζεται ἀνὰ τὸν κόσμον ἡ φήμη μου ὡς «πρυτάνεως» τῆς β.(=βυζαντινῆς) τέχνης κ.τ.(=κ.τ.λπ.), ἐγὼ πολλάκις δὲν ἔχω ἐργασίαν. Οἱ Ζωϊκοί, παρ’ ὅτι ἔρχονται νὰ μὲ ἰδοῦν, δὲν μὲ χωνεύουν. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπ. (θεολόγοι) μὲ μισοῦν, καὶ μὲ ἐδίωξαν ἀπὸ τὴν ἁγιογράφησιν τῆς Καπνικαρέας καὶ πῆραν ἕναν ἄθλιον μαθητήν μου. Οἱ Οὐνίτες μοῦ πρότειναν νὰ ζωγραφήσω τὴν ἐκκλησίαν των καὶ τοὺς ἔδιωξα, ἀλλὰ ἔσπευσε νὰ τὴν ζωγραφήση ὁ Κοψίδης, πρ. μαθητής μου. Οὐδεὶς ἀνθίσταται εἰς τὸν μαμωνᾶν. Βασιλεία αὐτοῦ καὶ ὄχι τοῦ Χριστοῦ…
…Λοιπόν, πάτερ Θεόκλητε, δὲν ἀφήνομεν τίποτε ἀπὸ ὅσα κερδίζω ἀπὸ τὴν ἐργασίαν μου, τόσον, ὥστε συχνὰ νὰ δανειζόμεθα διὰ νὰ βοηθήσωμεν ἄλλους. Ὅταν ἐπάθαμεν τὸ δυστύχημα, ἀπεκαλύφθη ἡ ἀπενταρία μας, καὶ ἔτσι ἐπίστευσαν καὶ κάποιοι φίλοι μας ὅτι ὄντως δὲν εἴχαμεν χρήματα. Ἐπιρρίπτομεν τὴν μέριμνάν μας ἐπὶ Κύριον τὸν Θεόν μας. Αὐτά, σᾶς παρακαλῶ, νὰ φυλαχθοῦν μεταξύ μας».

.               Ὁ Κόντογλου ἀνήκει στοὺς λίγους, τοὺς ἐλάχιστους πνευματικοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ὅσο ζοῦσε δὲν φιλοῦσε «κατουρημένες» ποδιές, ἀλλὰ μάστιζε ἀλύπητα μὲ τὴν μάχαιρα τῆς ρωμαίικης παράδοσης τοὺς Γραικύλους τῆς σήμερον, τοὺς προσκυνημένους εὐρωλιγούρηδες.
.               Τρεῖς κυρίως ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν εὐλογημένη Ἐπανάσταση τοῦ ’21 καὶ ἐντεῦθεν εἶχαν συλλάβει ἐναργέστατα καὶ μὲ ἀξιοθαύμαστη συνέπεια λόγου καὶ πράξης τὸν πνευματικό μας ἐξανδραποδισμό: ὁ Μακρυγιάννης, ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Κόντογλου, σὰν νὰ παρέδιδε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο τὴν σκυτάλη τῆς γνήσιας παράδοσης τοῦ Γένους καὶ τὰ ὅπλα γιὰ τὴν ἀπόσειση τῶν μιασμάτων τοῦ Φραγκολεβαντινισμοῦ καὶ τῆς δυτικολαγνείας, ποὺ σάπισαν -τὸ βλέπουμε στὶς ἡμέρες μας- τὸ «ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας».
.            Γράφει γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς σπουδαγμένους στὴν σκοτεινὴ καὶ δυσώδη Εὐρώπη, ποὺ ἐπιστρέφουν στὴν φτωχὴ πατρίδα καὶ λεηλατοῦν κυρίως τὴν ψυχή της:

Οἱ περισσότεροι σπουδαστές μας, μόλις πατήσουνε στὴν Εὐρώπη ἀπομένουνε ἐμβρόντητοι ἀπὸ τὶς ψευτοφιλοσοφίες ποὺ διδάσκουνε κάποιοι σπουδαῖοι καθηγητές, καὶ μάλιστα σὲ ξένη γλώσσα. Ἡ ξένη γλώσσα τοὺς κάνει μεγάλη ἐντύπωση! Κατάπληξη τοὺς κάνουνε καὶ οἱ μεγάλες πολιτεῖες, οἱ φαρδιοὶ δρόμοι, τὰ μεγάλα χτίρια, οἱ λεωφόροι, τὰ τραῖνα, οἱ λογῆς-λογῆς μηχανές, οἱ ἀγορές, τὸ πολὺ χρῆμα, τὰ βλοσυρὰ Πανεπιστήμια. Κι αὐτὸ γίνεται, γιατί οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς σπουδαστὲς εἶναι χωριατόπουλα, ποὺ νοιώθουνε μέσα τους ντροπὴ γιὰ τὸ χωριό τους, κι ὅ,τι βλέπουνε κι ἀκοῦνε, εἶναι γι’ αὐτοὺς οὐρανοκατέβατο!
.               Τοὺς ξέρω καλὰ αὐτοὺς τοὺς σπουδαστές, γιατί καὶ ἐμεῖς περάσαμε ἀπὸ κεῖνες τὶς χῶρες, καὶ ζήσαμε σ’ αὐτὲς κάμποσα χρόνια. Ὅποτε ἐρχόντανε στὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἤτανε, στὴν ἀρχή, σαστισμένοι καὶ ζαρωμένοι, σὰν καὶ κεῖνα τὰ μαντρόσκυλα ποὺ ἀκολουθήσανε τὸν τσομπάνο καὶ βρεθήκανε στὸ κέντρο τῆς πολιτείας, μέσα στὴν ὀχλοβοὴ κι ἀνάμεσα στ’ αὐτοκίνητα, καὶ σαστίσανε, τὰ κακόμοιρα, καὶ βάζουνε τὴν οὐρά τους ἀνάμεσα στὰ σκέλια τους, τρομοκρατημένα. Μὰ σὰν γυρίσουνε στὸ μαντρί, τὴν ξανασηκώνουνε περήφανα, καὶ γίνουνται θηρία ἀνήμερα. Μ’ αὐτὰ τὰ σκυλιὰ μοιάζανε, στὰ μάτια τὰ δικά μας, ποὺ εἴχαμε ζήσει πρὶν ἀπὸ χρόνια στὶς μεγάλες πολιτεῖες, ἐκεῖνα τὰ νεοφερμένα Ἑλληνόπουλα, ποὺ μᾶς θεωρούσανε στὴν ἀρχὴ σὰν προστάτες τους, κ’ ἤτανε ταπεινὰ καὶ φρόνιμα. Μὰ μὲ τὸν καιρὸ ξεθαρρεύανε, καὶ πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ παίρνανε στὸ τέλος ἕναν ἐγωϊσμὸ σιχαμερόν, μιλώντας μὲ καταφρόνηση γιὰ τὴν πατρίδα τους. Καὶ πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ σὰν γυρίζανε πίσω στὴν Ἑλλάδα, κάνανε τὰ θηρία, κάνανε τοὺς πάνσοφους, κάνανε τοὺς προφέσσορας, μιλώντας ὁλοένα γιὰ τὴν Εὐρώπη καὶ γιὰ τὴν κακομοιριὰ τὴ δική μας σὲ ὅλα τὰ πράγματα.
.               Γι’ αὐτὸ λέγω, πὼς ἡ Εὐρώπη εἶναι ἡ δοκιμαστικὴ πέτρα γιὰ κάθε ἕναν ἀπὸ μᾶς, ποὺ θὰ πάει σὲ κάποια χώρα της: ἢ θὰ γίνει πίθηκος ξενόδουλος, θαυμάζοντας σὰν οὐρανοκατέβατα ὅλα ὅσα βλέπει κι ἀκούει σὲ κείνη τὴ χώρα, καὶ θ’ ἀρνηθεῖ τὸ γάλα τῆς μάνας του, ἢ θὰ καταλάβει πόσο ψεύτικα εἶναι τὰ φανταχτερὰ στολίδια της, καὶ πόση βαρβαρότητα ὑπάρχει κάτω ἀπὸ τὴν πολιτισμένη ἐπιφάνειά της, καὶ θὰ ἀγαπήσει μὲ πάθος τὸν τόπο του, νοιώθοντας «μὲ ἐπίγνωση», τὴν πνευματική της εὐγένεια καὶ τὴν ὑπεροχή μας, μπροστὰ σὲ κεῖνες τὶς ἀνθρωπομερμηγκιὲς («Εὐλογημένο καταφύγιο», ἐκδ. «Ἀκρίτας», σελ. 226-227).

.               Ἀτίμητη καὶ ἀνυπολόγιστη ὅμως εἶναι ἡ συμβολή του στὴν ἀναχαίτιση τῶν παπικῶν καὶ προτεσταντικῶν κακοηθειῶν στὸ ἦθος καὶ τὸ δόγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. «Ὁ παπισμὸς εἶνε ἡ πιὸ σατανικὴ διαστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. Εἶνε ὁ Ἀντίχριστος», θὰ γράψει σὲ ἐπιστολή του στὸν Γέροντα Θεόκλητο.
.           Χωρὶς ὑπερβολὴ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος εὐαγγελιστὴς καὶ διδάσκαλος στὴν Ἑλλάδα τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας. Ἐπαναφέρει τὴν ἁγιογραφία στὴν ὀρθόδοξη περπατησιά της, γιατί «εἶχεν ἁλωθεῖ ἀπὸ τὶς χαλκομανίες τοῦ δυτικοῦ ἀνθρωπισμοῦ, τὶς «γενοβέφες» -ὅπως τὶς ἔλεγε-, ποὺ εἶχαν κυριαρχήσει στοὺς ἁγιορεῖτες ἁγιογράφους μέσῳ τῶν ρωσικῶν παραγγελιῶν» (Ὁ Φώτης Κόντογλου στὴν τρίτη διάστασή του, σελ. 204).
.             Μὲ ἀγωνία διαβλέπει τὴν ἀλλοτρίωση τοῦ Γένους σ’ ὅλες τὶς καλλιτεχνικές του φανερώσεις ἐξ αἰτίας τῆς πνευματικῆς πανούκλας ποὺ ὀνομάζεται ἐξευρωπαϊσμός.

.             Καμαρῶστε τί «ἔργα» παρουσιάζουν οἱ «τέχνες» σήμερα. Εἶναι νὰ φράζει κανένας τὰ μάτια του. Ὅλα αὐτὰ τὰ πασαλείμματα ἀπάνω στοὺς μουσαμάδες, ποὺ λέγονται «ἔργα ζωγραφικῆς», ὅλα αὐτὰ τὰ παλιοσίδερα ἢ τὰ νταμαροκοτρώνια ποὺ παρουσιάζονται γιὰ «ἔργα γλυπτικῆς» σὲ κάνουνε ὄχι μονάχα νὰ ἀηδιάσεις γιὰ τὸ κατάντημά μας, ἀλλὰ καὶ νὰ θυμώσεις γιὰ τὴν ἀδιαντροπιὰ ποὺ φανερώνουν αὐτὰ τὰ τερατουργήματα… (Μυστικὰ Ἄνθη, ἔκδ. «Ἀστήρ», σελ. 14).

.               Δὲν ξεφεύγει ἀπὸ τὸ ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸ Γένος καὶ τὸ τυμπανιαίας ἀποφορᾶς -σήμερα- πτῶμα τῆς Παιδείας.

.        Τώρα, ἂς ποῦμε καὶ τὰ σημερινά μας. Τὰ σχολειά, ἂν βγάλει κανένας λίγα στὴν μπάντα, τ’ ἄλλα ὅλα δουλεύουν γιὰ νὰ βγάλουνε λεβαντίνους κι ὄχι Ἕλληνες, μ’ ὅλα τὰ ψευτοελληνικὰ ἐξωτερικὰ πασαλείμματα. Οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ διδάσκουνε τὰ παιδιά μας κινήσανε ἀπὸ τὸ χωριό, καὶ πέσανε μὲ τὰ μοῦτρα στὰ «μοντέρνα». Γινήκανε θεριακλῆδες τοῦ μοντερνισμοῦ. Ὁ νοῦς καὶ ὁ λογισμός τους, μέρα-νύχτα, στριφογυρίζει στὶς μοντέρνες ἀνοησίες. Τὴν Ἑλλάδα δὲν θέλουνε μηδὲ νὰ τὴν ἀκούσουνε, τὴν «Ψωροκώσταινα»! Δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀντιπαθητικὸ καὶ πιὸ μικρόμυαλο πλάσμα ἀπὸ τὸν ξιπασμένο ἄνθρωπο, ποὺ ἀρνήθηκε τὸ γάλα τῆς μάνας του καὶ ρεμπεύεται κιόλας γι’ αὐτὸ τὸ κατόρθωμα.
.           Λοιπόν, ἀπὸ τέτοιους δασκάλους τί θὰ μάθουνε τὰ παιδιά μας, τὰ κακόμοιρα τὰ παιδιά μας; Θὰ μάθουνε, πὼς γιὰ νὰ γίνει κανένας σπουδαῖος καὶ γιὰ νὰ φαίνεται πὼς εἶναι ἔξυπνος, πρέπει νὰ μὴν ἔχει τίποτα ἑλληνικὸ ἀπάνω του. Ἀκόμα καὶ τὸ μόρτικο ὕφος, ποὺ εἶναι σήμερα τῆς μοντέρνας μόδας, πρέπει νὰ εἶναι ξενικό, τεντυμποϊκό.
.             Εἴτε βιβλίο, εἴτε τραγούδι, εἴτε παιδικὸ θέατρο, εἴτε χορός, εἴτε προσευχή, ὅλα πρέπει νὰ μὴν εἶναι ἑλληνικά, γιὰ νὰ εἶναι καλὰ γιὰ τοὺς μαθητὲς τῶν σκολειῶν μας.
.             Στὰ βιβλία, στὰ παιδικὰ θέατρα, στὰ παραμύθια καὶ στὰ βλακώδη ἀναγνώσματα, ὅλα εἶναι ξανθά. Ὅλα! Ἄνθρωποι, ζῶα, σύννεφα, τοποθεσίες. Ἂν ἤτανε μπορετὸ νὰ γίνει κ’ ἡ θάλασσα ξανθιὰ (Εὐλογημένο Καταφύγιο, σελ. 183-184).

.           Δασκάλους «θεριακλῆδες τοῦ μοντερνισμοῦ», «ἀναγνώσματα βλακώδη» ἐντοπίζει μὲ ἐκπληκτικὴ διορατικότητα ὁ Κόντογλου στὶς «σημερινὲς-καὶ διαχρονικὲς- γάγγραινες τῆς πολύπαθης Παιδείας!
.             Κορφολογοῦμε, ὡς ἐπίλογο, ἀπὸ τὸν πνευματικό του ἀνθώνα τοῦτα τὰ ἐλάχιστα (τίποτε ἄλλο, ἐξ ἄλλου, δὲν «ζωγραφίζει» καλύτερα τὸν Φώτη Κόντογλου ἀπ’ ὅ,τι τὰ ἴδια τὰ γραψίματά του): Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ’ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε τὴν Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά. Κουράγιο! Ὁ καιρὸς θὰ δείξει ποιὸς ἔχει δίκιο, ἂν καὶ δὲ χρειάζεται ὁλότελα αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη (Ἡ Πονεμένη Ρωμιοσύνη, ἔκδ. «Ἀστήρ», σελ. 324).
.             Κατάντησε ἡ πατρίδα μας κουφάρι ἄψυχο, παίγνιο τῶν Εὐρωπαίων κακεργετῶν. Τὸν δρόμο γιὰ νὰ βροῦμε τὰ φτερὰ τὰ πρωτινά μας, τὰ μεγάλα, μᾶς τὸν δίδαξε ὁ Φώτης Κόντογλου: πίσω στὴν Παράδοσή μας. Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;

,

Σχολιάστε

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΟΡΕΙΑ «Τὸ κακὸ δὲν περιορίζεται πιὰ μὲ τίποτα, μὲ κανένα τρόπο, μὲ καμμιὰ δύναμη. Ποῦ ν᾽ ἀκούσουνε οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας κουβέντα γιὰ Θεό, γιὰ ψυχή, γιὰ ἄλλη ζωή! Ἡ ψυχή τους ἔχει παραμορφωθεῖ ὁλότελα». (Φ. Κόντογλου)

Φώτης Κόντογλου

Ὁ κόσμος στὸν δρόμο του. Δὲν γίνεται πιὰ μεταστροφή.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μυστικὰ Ἄνθη»,

Ἐκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 

.         Τί φωνὴ νὰ ὑψώσω, ποὺ εἶναι βραχνιασμένη καὶ ἀδύνατη, καὶ χάνεται μέσα στὸν κυκεώνα τῆς σημερινῆς ζωῆς; Ὄχι φωνή, ἀλλὰ καὶ τ᾽ ἀστροπελέκι νὰ κρατᾶ στὰ χέρια του κανένας σήμερα, καὶ νὰ τὸ σφενδονίζει, γιὰ νὰ κάνει τοὺς ἀνθρώπους ν᾽ ἀλλάξουνε δρόμο, πάλι τίποτα δὲν θὰ κάνει. Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, τὸ ἐρημοπούλι τῆς ἐρήμου, ποὺ τὸν φοβόντανε οἱ ἁμαρτωλοί, γιατί τοὺς ἔλεγε «γεννήματα ἐχιδνῶν», κι αὐτὸς μάταια φώναζε. Ἡ φωνή του χανότανε μέσα στὴν ἔρημο, «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Καὶ πότε; Τὸν καιρὸ ποὺ ὑπήρχανε ἀκόμα κάποια αὐτιὰ νὰ τὸν ἀκούσουνε, κι ἁπλὲς καρδιὲς γιὰ νὰ τὸν καταλάβουνε. Ὄχι ἐμεῖς ποὺ χρειαζόμαστε δασκάλεμα, καὶ ποὺ ἔχουμε τόσα στὴν καμπούρα μας! Πῶς νὰ γίνουμε δάσκαλοι γιὰ τοὺς ἄλλους; Γεμίζουμε χαρτιὰ μὲ μυριάδες λόγια, μὰ τί τὸ ὄφελος; κόσμος τραβ τν δρόμο του κα δν σκοτίζεται π κηρύγματα. Κι ἂν δώσει προσοχὴ καὶ κανένας στὰ γραψίματά μας, μπορεῖ νὰ θυμώσει ποὺ χαλάσαμε τὴν ἡσυχία του, καὶ νὰ πεῖ πὼς εἴμαστε ὑποκριτές, ψευτογιασμένοι, κουκουβάγιες ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ χαλάσματα τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι εἶναι τέτοιοι, ποὺ μήτε τὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ δὲν θάκανε τίποτα.
.               Λοιπόν, ἂς τὸ πάρουμε ἀπόφαση. Τ κακ δν περιορίζεται πι μ τίποτα, μ κανένα τρόπο, μ καμμι δύναμη. Ὅσοι μιλοῦνε καὶ γράφουνε γιὰ νὰ φέρουνε στὸν ἴσιο δρόμο τοὺς πολλοὺς ποὺ ξεστρατίσανε, ἂς ξέρουμε πὼς δέρνουνε τὸν ἀγέρα, εἶναι «ἀέρα δέροντες», ποὺ ἔλεγε καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Καὶ ἅγιος νὰ εἶναι αὐτός, ποὺ συμβουλεύει, πάλι δὲν θάβρει αὐτιὰ γιὰ ν᾽ ἀκούσουνε τὴ φωνή του, ὄχι ἄνθρωποι σὰν ἐμᾶς, ποὺ ἔχουμε οἱ ἴδιοι ἀνάγκη ἀπὸ δασκάλεμα.
.             Ναί, ὁ κόσμος δὲν ἀλλάζει πορεία. Ἂς μὴν περιμένουμε πιὰ τίποτα καλύτερο, θὰ πηγαίνουμε ὁλοένα στὰ χειρότερα. Ἀνήφορος πιὰ δὲν ὑπάρχει. Μοναχὰ κατήφορος. Ὅσοι ἔχουνε μέσα τους τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ οἱ λίγοι θ᾽ ἀπομείνουνε, «τὸ μικρὸν ποίμνιον» ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Κι ἂν γράφουμε, γι᾽ αὐτοὺς γράφουμε καὶ γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς ἑαυτούς μας ποὺ κιντυνεύουμε νὰ ἁρπαχτοῦμε ἀπὸ τὰ δίχτυα, ποῦναι μπλεγμένοι ἐκεῖνοι ποὺ θέλουμε νὰ δασκαλέψουνε. Γιὰ νὰ καθόμαστε ἀνύσταχτοι.
.           Ὅσοι εἶναι αἰσιόδοξοι γιὰ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας, βλέπουνε μὲ ἄλλα μάτια τὸν κόσμο, ἀπ’ ὅ,τι τὸν βλέπομε ἐμεῖς. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ γκρινιάρηδες, οἱ Ἱερεμίες, οἱ Κασσάντρες, καὶ γι᾽ αὐτὸ ὁ κόσμος μᾶς ὀχτρεύεται. Κι ἔχει δίκιο. Ὁ καθένας νοιώθει διαφορετικὰ τὴ ζωή, τὴ χαρά, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ λέμε πὼς δὲν πᾶνε καλά, ὁ σημερινὸς κόσμος εἶναι ὁ πιὸ θαυμάσιος, ἡ σημερινὴ ζωὴ εἶναι ἡ πιὸ καλύτερη κι ἡ πιὸ βλογημένη ἀπὸ ὅλες ποὺ πέρασε ὁ ἄνθρωπος. Ἡ σημερινὴ νεολαία εἶναι μεθυσμένη ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ λέμε ἐμεῖς «ἀνηθικότητα», καὶ ποὺ αὐτὴ τὸ λέγει «ἐλευθερία». Τί κάθεσαι λοιπὸν ἐσὺ καὶ τσαμπουρνίζεις μὲ τὴν ἠθική σου; Γι᾽ ατος εναι τ πι μεγάλο χάρισμα νηθικότητα, κα μπορονε ν σκοτώσουνε κενον πο χτυπ τν «λευθερία» τους. Αἰῶνες γωνιζότανε νθρωπος, χωρς ν μπορέσει ν τν ποχτήσει. Κα τώρα πο τν κανε χτμα του, ν τν φήσει γι τν παλαιοντολογικ θική μας;
.             Ποτὲ δὲν μίσησε ἄνθρωπος τὸν ἄνθρωπο τόσο πολύ, ὅσο στὸν καιρό μας. Καὶ τὸν μίσησε στ᾽ ὄνομα αὐτῆς τῆς «ἐλευθερίας», ποὺ λέγει πὼς εἶναι τὸ πολύτιμο ἀπόχτημα τῆς ἐποχῆς μας. Μισημένες εἶναι οἱ ἠθικὲς κουκουβάγιες κι οἱ χριστιανικὲς μοιρολογῆστρες. Ποτὲ ὁ χριστιανὸς δὲν μισήθηκε ὅσο σήμερα, οὔτε ἐπὶ Νέρωνα. Ποῦ ν᾽ ἀκούσουνε οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας κουβέντα γιὰ Θεό, γιὰ ψυχή, γιὰ ἄλλη ζωή! Ἡ ψυχή τους ἔχει παραμορφωθεῖ ὁλότελα ἀπὸ τὶς κάθε λογῆς ἀνοησίες ποὺ βλέπουμε στὸν κινηματογράφο. Ἡ ταινία ποὺ δὲν ἔχει μέσα της πολλὴ ἀνοησία, δὲν γνωρίζει ἐπιτυχία. Ἀνοησία, καὶ ἀκαλαισθησία, αὐτὰ τὰ δύο βασιλεύουνε σήμερα. Εἶναι ἀπίστευτο τὸ τί ἀκούγει κανένας γιὰ ἀστεῖα στὶς συναναστροφὲς ποὺ κάνουνε οἱ νέοι. Κρυόμπλαστα, ἀσυναρτησίες, μωρολογίες. Χάθηκε ἀπ’ αὐτοὺς κι ἡ πιὸ συνηθισμένη ἐξυπνάδα. Τὰ καημένα τὰ παιδιά, παίρνουνε ἀφορμὴ ἀπὸ ἕνα τίποτα, γιὰ νὰ χαχανίσουνε. Τὰ δέρνει ἡ ἀμηχανία κι ἡ βαρυεστημάρα κι αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ τὰ κάνει νὰ χοροπηδᾶνε σὰν τρελλά, νὰ τσακίζουνε ὅ,τι βροῦνε μπροστά τους, νὰ τὰ βάζουνε μὲ ἀνύποπτους ἀνθρώπους. Γι᾽ αὐτὰ τὰ πλάσματα ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα ἀνιαρὸ πράγμα δίχως σκοπό, δίχως ἀληθινὴ χαρά, δίχως ἁγνὸν ἐνθουσιασμό.
.           Ποιός φταίγει γι᾽ αὐτὴ τὴν κατάσταση; λοι μας. λοι συνεργήσαμε γι ν καταντήσει ζω τσι πο κατήντησε. λοι δουλέψαμε γι ν χτισθε τοτος τερατώδικος πύργος το Βαβέλ. Ἄλλοι κουβαλήσανε γιὰ πέτρες τὶς πετρωμένες καὶ ἀναίσθητες καρδιές τους, ἄλλοι κουβαλήσανε λάσπη ἀπὸ τὰ κατάβαθά τους ποὺ φωλιάζουνε τὰ βρωμερὰ πάθη. Ἐκεῖνος ὁ παλιὸς πύργος τοῦ Βαβὲλ ρήμαξε κι ἐξαφανίσθηκε. Μὰ τοῦτος θὰ στέκεται ἀσάλευτος, κι οἱ ἄνθρωποι ὁλοένα θὰ τὸν κάνουνε πιὸ ψηλόν, μὲ σκοπὸ νὰ χτυπήσουνε τὸν Θεό.
.           Ἐσεῖς ποὺ θλιβόσαστε καὶ πονᾶτε γι᾽ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καλὰ κάνετε νὰ λυπόσαστε, μὰ μὴν ὀνειρευόσαστε πὼς θάρθουνε καλύτερες μέρες γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ κόσμος τρέχει σὰν τρελλός. Κατὰ μὲν τὴ δική του γνώμη ἀνηφορίζει στὸν θρίαμβο, κατὰ δὲ τὴ δική σας γνώμη κατηφορίζει στὰ τάρταρα καὶ στὸν χαμό. Ποιός ἀπὸ τοὺς δύο ἔχει δίκιο, μοναχὰ ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει. Αὐτὸ τὸ τρέξιμο δὲν θὰ πάψει ὣς τὴν τελευταία μέρα, ποὺ θὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια καὶ θὰ δικαιωθοῦνε ὅσοι τὴν πιστέψανε σωστά, καὶ μαρτυρήσανε γι’ αὐτὴ καὶ ἐμπαιχτήκανε γι᾽ αὐτή.
.         Ἴσως νάρχεται κιόλας ὁ Ἀντίχριστος. Τὰ σημεῖα καὶ τὰ τέρατα ποὺ προφητεύτηκε πὼς θὰ κάνει ἀρχίσανε νὰ φανερώνουνται. Ἡ ἐπιστήμη βασιλεύει κι ἡ ἀθεΐα βασιλεύει μαζί της.
.             Μία βροντερὴ φωνὴ ἀκούγεται ἀπὸ πάνω, μὰ τὴν ἀκοῦνε μόνο ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουνε αὐτιὰ γιὰ νὰ τὴν ἀκούσουνε. Καὶ λέγει: «Νά, ἔρχομαι σὰν τὸν κλέφτη. Καλότυχος ἐκεῖνος ποὺ ξαγρυπνᾶ καὶ βαστᾶ καθαρὰ τὰ φορέματά του. Ὁ καιρὸς εἶναι κοντά. Ὁ ἄδικος ἂς ἀδικήσει ἀκόμα, κι ὁ βρωμερὸς ἂς βρωμισθεῖ ἀκόμα, κι ὁ δίκαιος ἂς κάνει δικαιοσύνη ἀκόμα, κι ὁ ἅγιος ἂς ἁγιάσει ἀκόμα. Νά, ἔρχομαι γρήγορα!».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr

, ,

Σχολιάστε

« ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΠΙΑ ΤΟΥΤΗ ΤΗ ΒΛΑΧΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ»

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

ἐφημ. «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»  
(16.02.1964)

.           «Καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου» (Ματθ. ι´ 22). «Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν» (Ἰωάν. ιε´ 18).
.           Ἡ κίνηση ποὺ ἄρχισε νὰ γίνεται ἀνάμεσα στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ στὸ Βατικανό, μὲ τὴ συνάντηση τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα καὶ τοῦ Πάπα Παύλου, ἔστρεψε κατὰ κεῖ τὴν προσοχὴ τοῦ κόσμου. Ἡ ἐποχή μας εἶναι ὅλο θεαματικὲς σκηνοθεσίες, γιατί ὁ κόσμος σήμερα ἔχει μανία μὲ τὸ θέατρο, κι ὅλοι, εἴτε πολιτικοὶ εἶναι, εἴτε ἐπιστήμονες, εἴτε καλλιτέχνες, ἀκόμα καὶ κάποιοι παπάδες, παρουσιάζονται σὰν νὰ εἶναι ἠθοποιοί, καὶ τοὺς παίρνουνε φωτογραφίες καὶ κινηματογραφικὲς ταινίες, καὶ ποζάρουνε μέσα στὶς ἐφημερίδες, ποὺ τοὺς ἱστορίζουνε μὲ ὅλα τὰ καθέκαστα. Ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τοὺς δύο μεγάλους ἀρχηγοὺς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ πήγανε μὲ πομπή, σὰν ἄρχοντες, ἐκεῖ ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, πάμφτωχος μέσα σὲ ἕνα παχνί, σ᾽ ἕνα φτωχικὸ μαντρί. Ἡ συνάντηση αὐτὴ ἔγινε ὕστερα ἀπὸ πολλὲς τυμπανοκρουσίες, ἀληθινὰ μὲ σεμνότητα ποὺ θύμιζε τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ!
.           Κι ὁ κόσμος χειροκρότησε τοὺς δύο ἀρχηγοὺς ποὺ διακηρύξανε, πὼς οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἑνωθοῦνε, καὶ πὼς αὐτοὶ δίνουνε τὸ σύνθημα, παραμερίζοντας κάθε… ἔχθρητα ποὺ εἶχε φυτρώσει ἀνάμεσά τους στὰ περασμένα χρόνια, καὶ πὼς «τὸ μεσότειχον τοῦ φραγμοῦ διαλέλυται». Ὁ κόσμος θέλει καὶ ποθεῖ τὴ συμφιλίωση ἀνάμεσα στοὺς Χριστιανούς, καὶ θαρρεῖ πὼς ἔχει δίκηο νὰ πιστεύη πὼς κάθε ἄνθρωπος ποὺ δὲ θέλει αὐτὴ τὴ συμφιλίωση, εἶναι κακὸς ἄνθρωπος, ἐχθρὸς τῆς εἰρήνης, ἔρημος ἀπὸ ἀγάπη, κι ἂν λέγη μάλιστα πὼς εἶναι καὶ Χριστιανός, μ᾽ αὐτὸ ποὺ κάνει δείχνει πὼς εἶναι ὑποκριτὴς καὶ θεομπαίχτης, ἀφοῦ δὲν ἔχει μέσα του τὴν ἀγάπη, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἀλλὰ πόσο διαφορετικὰ εἶναι τὰ πράγματα! Πόσο ἄδικα κρίνουνε οἱ πολλοὶ ἐκείνους ποὺ δὲν ἐπικροτοῦνε αὐτοὺς τοὺς ἐναγκαλισμούς!
.           Ὁ πολὺς ὁ κόσμος κρίνει χωρὶς νὰ ξέρη, καταδικάζει χωρὶς νὰ ρωτήση, γιατί φέρνεται ἔτσι σ᾽ αὐτὸν τὸν ὁποῖον καταδικάζει. Βέβαια, μὲ τὴν πρώτη ματιά, δὲ μπορεῖ παρὰ νὰ παραδεχτῆ κανένας πὼς ὅλοι μας πρέπει νὰ ἐπικροτήσουμε μὲ ἐνθουσιασμὸ αὐτὴ τὴν εὐλογημένη κίνηση, καὶ νὰ εὐχόμαστε νὰ φτάξη στὸ ποθητὸ ἀδέλφωμα ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Ὡστόσο, οἱ πολλοὶ δὲν ξέρουνε ἂν ὑπάρχη κάποιο μεγάλο ἐμπόδιο στὸ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ ἀδέλφωμα, τὸ πιὸ μεγάλο ἐμπόδιο. «Καὶ ποιό ἐμπόδιο μπορεῖ νὰ ὑπάρχη, ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ ἀγάπη;», θὰ ποῦνε πολλοί, σχεδὸν ὅλοι. Μιλοῦνε ἔτσι, γιατί δὲν ξέρουνε πὼς αὐτὴ ἡ λεγόμενη συμφιλίωση γίνεται μὲ τὴ θυσία τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ μέρος τῆς Ὀρθοδοξίας, χωρὶς νὰ ὑπάρχη στὴ μέση καθόλου ἀγάπη. Ἀλλὰ κι ἂν ὑπῆρχε ἀγάπη, ἡ ἀγάπη αὐτὴ θὰ ἤτανε ἡ ἀπατηλὴ ἀγάπη τούτου τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὸν Χριστό.
.           Ὁ Χριστὸς ξεχώρισε τὴ μία ἀγάπη ἀπὸ τὴν ἄλλη, καθὼς ξεχώρισε καὶ τὴν εἰρήνη ποὺ νοιώθει ὁ κόσμος, ἀπὸ τὴν δική του τὴν εἰρήνη. Καὶ ποιά λοιπὸν εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Τὴν εἶπε ὁ ἴδιος μὲ τὰ λόγια τοῦτα: «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με… Ἐάν τις ἀγαπᾶ με, τὸν λόγον μου τηρήσει». Καὶ φύλακας καὶ ἑρμηνευτὴς τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἱερὴ Κιβωτός, ποὺ μέσα σ᾽ αὐτὴ φυλάχθηκε ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Φυλάχθηκε ἀμίαντη ἀπὸ τὶς αἱρέσεις, καὶ θὰ φυλαχθῆ ἄσπιλη καὶ ἀναλλοίωτη ἕως τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Κι αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ λεγομένη Ὀρθόδοξη. Εἶναι αὐτή, γιατί μονάχα αὐτὴ διατήρησε ἀνόθευτο κι ἀνάλλαχτο τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, κράτησε ἀνέγγιχτα τὰ μυστήρια καὶ τὰ δόγματα, ἐπικυρώνοντάς τα μὲ τὶς ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, κάθε φορὰ ποὺ ἐπιχειρούσανε οἱ αἱρετικοὶ νὰ τὰ ἐξηγήσουν κατὰ τὴ διεστραμμένη διάνοιά τους. Ἡ παπικὴ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης δὲν τὰ κράτησε ἀδιάφθορα, ἀλλὰ κατάντησε αἱρετική, γιατί ἄλλαξε καὶ μυστήρια καὶ δόγματα, σὲ σημεῖο ποὺ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ νὰ γίνη ἀγνώριστη.
.           Τὸ κοσμικὸ πνεῦμα της, νόθεψε τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, κι ἡ ἀλαζονεία της τὴν ἀποξένωσε ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸ θεμέλιό της εἶναι ἡ ταπείνωση. Λοιπόν, καλὰ εἶναι τὰ ἔμορφα λόγια τῆς ἀγάπης, καὶ εὐχάριστα ἀκούγονται ἀπὸ τὰ ἀνύποπτα αὐτιὰ τῶν πολλῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἀποροῦν πὼς ὑπάρχουνε ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἐπικροτοῦν αὐτὴ τὴν ἀγάπη ἀνάμεσα στοὺς Χριστιανούς. Καὶ τοῦτο γίνεται ἐπειδὴ οἱ πολλοὶ εἶναι ἀδιάφοροι γιὰ τὴ θρησκεία, κι ὅσοι πάλι δὲν εἶναι ἀδιάφοροι, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσουνε ὅλοι μὲ ποιὰ πληρωμὴ θὰ γίνη αὐτὴ ἡ συμφιλίωση. Ἡ πληρωμὴ θὰ γίνη μὲ τὴ θυσία τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη. Τί εἴδους λοιπὸν συναδέλφωση μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ πληρώνεται μὲ τὴ θυσία τῆς ἀληθινῆς Ἀγάπης;
.           Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ χτίσθηκε μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του, καὶ στερεώθηκε μὲ τὸ αἷμα τῶν μυριάδων μαρτύρων. Σὰν λείψανε οἱ ἀρχαῖοι τύραννοι, οἱ εἰδωλολάτρες ἐχθροὶ τῆς θρησκείας μας, οἱ Διοκλητιανοὶ κι οἱ Μαξέντιοι, φανερωθήκανε οἱ αἱρετικοὶ κι οἱ ἀποστάτες, ποὺ λεγόντανε μὲν Χριστιανοί, μὰ χτυπούσανε τὴ θρησκεία μὲ πλέον ὕπουλον τρόπο, καὶ τότε λάμψανε οἱ νέοι μάρτυρες, οἱ λεγόμενοι ὁμολογηταί. Καὶ τοῦτο ἔγινε κατὰ θεία παραχώρηση, γιὰ νὰ βρίσκεται ἡ Ἐκκλησία πάντα σὲ κίνδυνο, ὥστε νὰ εἶναι ἄγρυπνοι νύχτα καὶ μέρα οἱ κυβερνῆτες της κι ὅλοι οἱ Χριστιανοί, σὰν ἐκείνους τοὺς στρατιῶτες ποὺ φυλάγουν θησαυρὸ μεγάλον.
.           Γιὰ τοῦτο λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ πὼς σὲ ὅσους κατοικεῖ μέσα τους τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ συνηθίσουν στὴν ὀκνηρία καὶ νὰ νυστάξουν, ἀλλὰ τοὺς βάζει παντοτινὰ σὲ φροντίδες καὶ σὲ ἀγῶνα σκληρόν. Τώρα ποὺ γίνεται αὐτὴ ἡ κίνηση νὰ ἑνωθοῦν οἱ Χριστιανοί, μὰ κι ὅσοι δὲν εἶναι Χριστιανοί, κινημένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ἐπιθυμία τῆς καλοπέρασης καὶ τῆς πνευματικῆς ἀναισθησίας, κι ὄχι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, οἱ πολλοὶ ποὺ εἶναι ἀδιάφοροι, καὶ ποὺ δὲν τοὺς μέλλει γιὰ τὴ θρησκεία, χειροκροτοῦνε αὐτὴ τὴν κίνηση, γιατί δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ ἄλλο τίποτα, παρὰ μονάχα γιὰ τὴν ὑλικὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴν ἐξασφάλισή της. Γι᾽ αὐτούς, θρησκεία, δόγματα, μυστήρια, ἀλήθεια, μέλλουσα ζωή, εἶναι ἀνοησίες καὶ γελοῖες δεισιδαιμονίες, ποὺ πρέπει νὰ σαρωθοῦν μπροστὰ στὸ ὑψηλὸ καὶ κοσμοεπιθύμητο ἰδεῶδες τῆς ψεύτικης συναδέλφωσης ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
.           Γι᾽ αὐτοὺς μία ἀλήθεια ὑπάρχει, κι εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια τούτη ἡ σαρκικὴ ζωὴ ποὺ ζοῦμε, χωρὶς πίστη, χωρὶς ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὸν τάφο. Καὶ γι᾽ αὐτὴ τὴ ζωὴ πρέπει νὰ θυσιασθοῦνε τὰ πάντα, καὶ πολὺ περισσότερο ἡ ἀλήθεια ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός, καὶ ποὺ γι᾽ αὐτοὺς εἶναι ἕνα ψέμα, μία ἀνοησία. Αὐτὸ τὸ πλῆθος ποὺ εἶναι ἀδιάφορο γιὰ τὴ θρησκεία, βογγᾶ φοβεριστικὰ καταπάνω σὲ κείνους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ νὰ φυλαχτῆ ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ νὰ μὴ θυσιαστῆ στὸ παζάρεμα ποὺ θὰ γίνη γιὰ τὴν κοσμικὴ συμφιλίωση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Γι᾽ αὐτὸ τὸ πλῆθος, εἶναι ἀκατανόητο τὸ πεῖσμα ποὺ φανερώνουν «οἱ φανατικοὶ θρησκόληπτοι, οἱ ἐχθροὶ τῆς προόδου, οἱ μισαλλόδοξοι, οἱ μνησίκακοι». Πόσο εὔκολο πράγμα εἶναι νὰ τὰ βλέπη κανένας ὅλα, καὶ θρησκεία, καὶ Χριστό, καὶ πίστη μὲ τέτοιον μακάριον τρόπο! Νὰ μὴ σκοτίζεσαι γιὰ τίποτα, καὶ ὅμως νὰ φαίνεσαι πὼς εἶσαι καὶ γεμάτος ἀγάπη, ταπεινὸς κι ἀμνησίκακος περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἁγίους! Σήμερα ποὺ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ σπαράξουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ τὸ συμφέρον, γέμισε ὁ κόσμος ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ περνοῦν γιὰ ψυχόπονοι καὶ γιὰ κήρυκες τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ταπείνωσης, ἐπειδὴ φωνάζουνε νὰ σαρωθοῦνε «τὰ μίση τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ λησμονηθοῦν οἱ δογματικὲς ἀνοησίες ποὺ ἐμπόδιζαν ἐπὶ αἰῶνας τὴν προσέγγισιν τῆς Ἀνατολικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας».
.           Γι᾽ αὐτοὺς τοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ δὲν ἔχουνε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁμολογητὲς ποὺ βασανισθήκανε γιὰ τὴν πίστη μας ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, καὶ ποὺ προτιμήσανε νὰ θανατωθοῦνε παρὰ νὰ τὴν ἀρνηθοῦνε, ἤτανε κάποιοι στενόμυαλοι πεισματάρηδες, κακοὶ καὶ μοχθηροί, ποὺ δὲν εἴχανε καθόλου ἀγάπη μέσα τους, κι ἂς τοὺς εἴπανε ἁγίους. Ἅγιοι εἶναι οἱ σημερινοὶ κράχτες τῆς συναδελφώσεως μὲ τοὺς αἱρετικούς, κι ὄχι ὁ Ἀθανάσιος, ὁ Βασίλειος, ὁ Σπυρίδων, ὁ Νικόλαος, ὁ Εὐστάθιος, ὁ Μάξιμος, ὁ Θεόδωρος Στουδίτης, ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτός, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικός, ὁ Νικόδημος Ἁγιορείτης, κι οἱ ἄλλοι φανατικοὶ καλόγηροι. Μὰ γιὰ τοὺς ἔξυπνους ποὺ δὲν δίνουνε πεντάρα γιὰ τὴ θρησκεία, κι οἱ μάρτυρες ἀκόμα ποὺ χύσανε τὸ αἷμα τους γιὰ νὰ στερεωθῆ ἡ Ἐκκλησία, καὶ κεῖνοι ἄδικα σφαχτήκανε καὶ κρεμασθήκανε καὶ χάσανε τὴ ζωή τους γιὰ ἕνα ἀνόητο πεῖσμα, ἐπειδὴ πιστέψανε σὲ κάποιο ψέμα ποὺ τὸ νομίσανε γιὰ ἀλήθεια. Τὸ πρακτικὸ μυαλὸ τὰ περιπαίζει ὅλα, θρησκεία, πίστη, δόγματα, μυστήρια, σωτηρία, μέλλουσα ζωή.
.           Πῶς νὰ θυσιάσης, λέγει, τούτη τὴ ζωὴ τὴ χειροπιαστή, γιὰ τὴν ἄλλη, ποὺ δὲν γύρισε κανένας ἀπὸ τὸν ἅδη γιὰ νὰ μᾶς πῆ πὼς ὑπάρχει! «Κάλλιο πέντε καὶ στὸ χέρι, παρὰ δέκα καὶ καρτέρει». Ἔτσι συλλογίζεται ὁ φρόνιμος, ὁ πρακτικὸς ἄνθρωπος, καὶ πορεύεται ἀναλόγως. Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐνθουσιάσθηκε γιὰ τὴν Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, «γιὰ νὰ πάψουν τέλος πάντων αὐτὲς οἱ ἀνοησίες μὲ τὰ σχίσματα, μὲ τὰ δόγματα καὶ τοὺς βυζαντινισμούς». Τί ὡραῖα! Τί καλά! Τὴ δουλειά μας νὰ κάνουμε. «Νὰ γίνουμε καὶ στὴ θρησκεία Εὐρωπαῖοι, ὅπως γινήκαμε Εὐρωπαῖοι σὲ ὅλα. Νὰ συγγενέψουμε μὲ τοὺς Εὐρωπαίους Χριστιανούς, νὰ παρατήσουμε πιὰ τούτη τὴ βλάχικη θρησκεία μὲ τοὺς λυγδιασμένους καλόγερους. Νὰ συγχρονισθοῦμε. Νὰ ἀποκτήσουμε ἱερωμένους εὐπαρουσίαστους, ὄχι τσελιγκάδες ἀχτένιστους, σὰν τὸν Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ μὲ τὴν γκλίτσα. Ἐκεῖ θὰ βρισκόμαστε αἰωνίως; Ὑπανάπτυκτοι θὰ μείνουμε καὶ στὴ θρησκεία;».
.           Ὁ διάβολος πάντα τάζει πολλὰ σὲ κείνους ποὺ θέλει νὰ μπλέξη στὰ δίχτυά του. Στοὺς πρωτόπλαστους εἶπε πὼς θὰ γίνουνε θεοί, ἂν τὸν ἀκούσουνε καὶ φᾶνε ἀπὸ τὸ Δένδρο τῆς Γνώσεως. Ἔτσι καὶ τώρα, σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἐπικροτοῦνε τὴν ἱερὴ συμμαχία τοῦ Πάπα μὲ τὸν Πατριάρχη, στοὺς ἀδιάφορους γιὰ τὰ θρησκευτικά, στοὺς ἄθεους καὶ στοὺς ψευτοχριστιανούς, λέγει γιὰ νὰ τοὺς σαγηνέψη, πὼς θὰ φανοῦνε στὰ μάτια τοῦ κόσμου φιλάδελφοι, ἀμνησίκακοι, ταπεινοί, μὰ καὶ προοδευτικοί, φιλελεύθεροι, χωρὶς φανατισμοὺς καὶ δεισιδαιμονίες. Καὶ πώς, μὲ τὸ νὰ ἐγκρίνουνε ὅ,τι γίνεται γιὰ τὸ ἀδέρφωμα τῶν Χριστιανῶν, συνεργοῦνε στὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητος, γιὰ νὰ ζήση ἥσυχη καὶ ν᾽ ἀπολάψη τὰ καλὰ τούτου τοῦ κόσμου, χωρὶς νὰ μποδίζεται ἀπὸ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν καταραμένη διδασκαλία του, ποὺ χωρίζει τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς κάνει νὰ ἐχθρεύωνται μεταξύ τους. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν κάνη ἄνω-κάτω, νὰ χωρίση γονιοὺς ἀπὸ τὰ τέκνα, ἀδελφὸ ἀπὸ ἀδελφό: «Μὴ νομίσητε, λέγει, ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν. Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. Ἦλθον γὰρ διχᾶσαι ἄνθρωπον παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς» (Ματθ. ι´ 24). Καὶ σὲ ἄλλο μέρος λέγει πάλι: «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν (Λουκ. ιβ´ 49). Πῶς γίνεται, αὐτὸς ὁ Χριστὸς ποὺ μιλοῦσε ὁλοένα γιὰ εἰρήνη, καὶ χαιρετοῦσε λέγοντας «Εἰρήνη ὑμῖν», πῶς λέγει πάλι πὼς ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ βάλη φωτιὰ νὰ τὴν κάψη; «Λοιπόν, ἐσεῖς οἱ ἄνθρωποι, λέγει ὁ διάβολος στ᾽ αὐτί τους, πρέπει νὰ βάλετε ἕνα τέλος στὴ φαγομάρα ποὺ ἔρριξε ἀνάμεσά σας αὐτὸς ὁ ταραχοποιὸς ποὺ λέγεται Χριστός, γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ ζήσετε ἥσυχοι καὶ μονιασμένοι. Ἐκεῖνος εἶπε πὼς θὰ φέρη στὸν κόσμο τὴν ταραχὴ καὶ τὴ διχόνοια, καὶ τὴν ἔφερε. Ἐγὼ σᾶς φέρνω τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἀγάπη κι ἂς μὲ λένε διάβολο, σατανᾶ κι ἀνθρωποκτόνο. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ καταλάβετε ποιὸς εἶναι ὁ ἐχθρός σας καὶ ποιὸς ὁ εὐεργέτης σας. Εὐεργέτης σας εἶμαι ἐγὼ ὁ ἀδικοκατηγορημένος, ὅπως τὸ βλέπετε καθαρὰ σήμερα ποὺ καθαρίσανε τὰ μάτια σας μὲ τὴν ἐπιστήμη καὶ μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση. Τόσους αἰῶνες σᾶς τύφλωνε ἐκεῖνος ὁ πλάνος ὁ Χριστὸς μὲ τὰ παραμύθια του. Ἀνάθεμα τὸν!».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.paterikiorthodoxia.com

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ «σὰν σήμερα Χριστούγεννα, στὰ 1864, ποὺ ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιά».

 Καπετάνιος Ἁγιογράφος
τοῦ Φώτη Κόντογλου 

Ἀπὸ τὸ περιοδ. «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ»
 ἔτος β´, τόμος Δ´, τεῦχος 45,
Χριστούγεννα 1949

.                 Σὰν σήμερα Χριστούγεννα, στὰ 1864, ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιά. Στ᾿ ἀγριεμένο πέλαγο δὲν φαινότανε πουθενὰ πανί. Μοναχὰ ἕνα μικρὸ καΐκι πάλευε μὲ τὸ χάρο ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ἤτανε ἑνὸς καπετὰν Γιώργη ἀπὸ τὴ Νάξο, φορτωμένο κρασιὰ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη. Ὅλη τὴ μέρα ἀγαντάριζε στὸν ἀγέρα, μὰ σὰν σκοτείνιασε, ὁ βοριὰς σκύλιαξε κ᾿ ἔσπασε τ᾿ ἄρμπουρο, ἔβγαλε καὶ τὸ τιμόνι ἀπὸ τὰ βελόνια. Οἱ ἄνθρωποι προφτάξανε καὶ ρίξανε τὴ βάρκα στὴ θάλασσα καὶ μπήκανε μέσα. Δὲν εἴχανε ἀλαργάρει ὥς μιὰ τουφεκιὰ τόπο, καὶ βούλιαξε τὸ καΐκι. Τὴ βάρκα τὴν ἅρπαξε τὸ μπουρίνι καὶ τὴν πήγαινε ὅπου ἤθελε μέσα στὴν πίσσα τῆς νύχτας. Οἱ τρεῖς νοματέοι ποὺ βρισκόντανε μέσα, ἤτανε ὁ καπετὰν Γιώργης κι᾿ ἄλλοι δυὸ γεμιτζῆδες, σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο μὲ κεῖνον τὸν χιονιά, πουντιασμένοι ἀπὸ τὸ τάντανο, δίχως καμμιὰν ἐλπίδα πὼς θὰ γλυτώνανε. Πιάσανε καὶ κλαίγανε σὰν τὰ μωρά, καὶ τάξανε κ᾿ οἱ τρεῖς νὰ πᾶνε νὰ καλογερέψουνε, ἂν λάχαινε νὰ γλυτώσουνε. Κι᾿ ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς φωνὲς ποὺ τὸν παρακαλούσανε γιατὶ βγαίνανε σὰν τοῦ Ἰωνᾶ μέσα ἀπὸ καρδιὲς ἀπελπισμένες, καὶ κεῖ ποὺ δὲν ξέρανε ποῦ βρισκόντανε, σὰν ξημέρωσε, εἴδανε πὼς ὁ καιρὸς καλωσύνεψε ἀνέλπιστα, καὶ πὼς βρισκόντανε κοντὰ στὴ Σύρα. Ἤβγανε γεροὶ ὄξω καὶ τοὺς μαζέψανε κάτι ψαράδες, δὲν ἀρρώστησε κανένας. Καθίσανε δυὸ τρεῖς μέρες στὴ Σῦρα, κ᾿ εἴπανε πὼς ἔχουνε χρέος νὰ κάνουνε τὸ τάξιμό τους. Πουλήσανε τὴ βάρκα, καὶ μὲ κεῖνα τὰ λεφτὰ μπαρκάρανε, καὶ πήγανε ἴσια στ᾿ Ἅγιον Ὄρος καὶ γινήκανε κ᾿ οἱ τρεῖς καλογέροι, δίχως νὰ εἰδοποιήσουνε τὰ σπίτια τους πὼς γλυτώσανε, ἀφοῦ εἴπανε πὼς εἶναι πιὰ πεθαμένοι γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ καπετὰν Γιώργης πῆγε κι᾿ ἀσκήτεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας, κ᾿ ἔφταξε σὲ μεγάλα μέτρα, μὲ προσευχή, μὲ νηστεία καὶ μὲ σκληρὴ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, τόσο, ποὺ ξακούστηκε ἡ ἁγιοσύνη του σ᾿ ὅλο τὸ Ὄρος. Ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη κοντὰ σ᾿ ἕναν γέροντα μάστορα, κ᾿ ἔγινε σπουδαῖος ἁγιογράφος. Ἡ γυναῖκα του τὸν εἶχε γιὰ πνιγμένον κ᾿ ἔκανε κάθε χρόνο τὰ κόλυβά του. Δὲν ἔμαθὲ πὼς γλύτωσε καὶ πὼς καλογέρεψε ὁ ἄντρας της. Μαυροφόρεσε αὐτὴ καὶ τὰ δυὸ παιδιὰ της τὰ πιὸ μεγάλα, γιατὶ τὸ μικρὸ ἤτανε μωρὸ βυζανιάρικο. Κι᾿ ὁ καπετὰν Γιώργης, ποὺ γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δὲν θέλησε νὰ μάθει τίποτα γιὰ τὸ σπίτι του, μὴν τύχει καὶ τὸν νικήσει ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν του. Ἀλλὰ σὰν περάσανε δυὸ τρία χρόνια, δυνάμωσε ἡ ψυχή του μὲ τὴ θεία χάρη κ᾿ ἤθελε νὰ βγεῖ γιὰ λίγον καιρὸ ἀπὸ τὸ Ὄρος, ὅπως βγαίνανε κι᾿ ἄλλοι πατέρες γιὰ ἐλέη, καὶ νὰ πάγει στὴ Νάξο νὰ δεῖ τὰ παιδιὰ του καὶ τὴ γυναῖκα του, δίχως νὰ φανερωθεῖ. Μάλιστα, σὰν διάβασε τὸ συναξάρι τ᾿ ἅγιου Γιάννη τοῦ Καλυβίτη, ποὺ ἤτανε μοναχογυιὸς κι᾿ ἀρχοντόπουλο, καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ καλογέρεψε, καὶ γιὰ νὰ πονέσει ἀκόμα πιὸ πολὺ ἡ καρδιά του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πῆγε στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι του κ᾿ ἔκανε τὸν ὑπηρέτη δίχως νὰ τὸν ξέρουνε οἱ γονιοί του, κι᾿ ἔτσι παράδωσε τὸ πνεῦμα του στὸ Θεό, σὰν διάβασε λοιπὸν ὁ πάτερ Γεράσιμος τούτη τὴ συγκινητικὴ τὴν ἱστορία, ἀποφάσισε σίγουρα νὰ πάγει στὴ Νάξο. Πῆρε λοιπὸν τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν γέροντά του, καὶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καΐκι καὶ τὸν ἔβγαλε στὴν Πάρο. Ἐκεῖ κάθισε κανένα μῆνα, κ᾿ ἐπειδὴς εἶχε πάρει μαζί του καὶ τὰ σύνεργα τῆς ζωγραφικῆς, ζωγράφισε καὶ καμπόσα εἰκονίσματα ποὺ τοῦ παραγγείλανε. Καὶ τόση ἤτανε ἡ εὐλάβειά του κ᾿ ἡ σεβασμιότητα ποὺ εἶχε τὸ παρουσιαστικό του, ποὺ ξακούστηκε στὰ γύρωθε νησιὰ πὼς τὰ εἰκονίσματα ποὺ ζωγράφιζε ἤτανε «ἔθαρμα», γιατὶ δὲν ἔτρωγε λάδι παρὰ ἔβαζε μονάχα λίγο, μὲ τοῦ φτεροῦ τὴν ἄκρη, στὸ φαγητό του τὴν Κυριακὴ ποὺ δὲν δούλευε, κ᾿ ἔτρωγε καὶ τὸ ψωμὶ μὲ μέτρο, καὶ τὸ νερὸ ἀκόμα ποὔπινε. Τὰ γόνατά του ἤτανε πληγωμένα ἀπὸ τὶς μετάνοιες ποὺ ἔκανε ὅλη τὴ νύχτα, κι᾿ ὁ ὕπνος του ἤτανε μοναχὰ μιὰ δυὸ ὧρες, καὶ τὸν ἔπαιρνε καθιστὸς ἀπάνω στὸ σεντοῦκι ποὖχε τὰ ἐργαλεῖα του, εἴτε πλαγιαστὸς ἀπάνω στὸ χῶμα. Κι᾿ ἀπὸ τὰ λιγοστὰ λεφτουδάκια ποὺ ἔπαιρνε γιὰ τὰ κονίσματα ποὺ ἔκανε, γιὰ τὴ συντήρησή του ξόδευε τὰ πιὸ λίγα, καὶ τ᾿ ἄλλα τἄδινε κρυφὰ στοὺς φτωχούς.
.                 Πήγανε λοιπὸν ἀπὸ τὴ Νάξο δυὸ τρεῖς εὐλαβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει καὶ στὸ νησί τους. Καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, γιατὶ εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὰ γένεια κι᾿ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ κι᾿ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐγκράτεια, καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη. Καὶ κεῖνος χάρηκε πολύ, καὶ σὰν βρέθηκε μοναχός του ἔκλαψε καὶ φχαρίστησε τὸν Θεό, γιατὶ ἤτανε φανερὸ πὼς θέλημά του ἤτανε νὰ πάγει στὴν πατρίδα του νὰ δοκιμαστεῖ ἡ πίστη του «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ».
.                 Βγῆκε λοιπὸν στὴ Νάξο, ἕξη χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ γίνηκε καλόγερας. Οἱ θεοφοβούμενοι χριστιανοὶ κατεβήκανε καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴ βάρκα, κι᾿ ὁ καθένας ἤθελε νὰ τὸν πάρει στὸ σπίτι του, γιὰ νἄχει τὴν εὐλογία του. Πλὴν ὁ Χριστὸς ἔδειξε πάλι πὼς τὸν θεωροῦσε στερεὸν στὴν πίστη του καὶ ἤρθανε τὰ πράγματα τέτοιας λογῆς, ὥστε νὰ τὸν βάλουνε οἱ πιτρόποι τῆς ἐκκλησίας σ᾿ ἕνα κελλὶ ποὺ ἤτανε ἀντίκρυ στὸ σπίτι του. Δὲν περάσανε δυὸ τρεῖς μέρες καὶ πῆρε παραγγελιὰ νὰ ζωγραφίσει κάμποσες εἰκόνες, κ᾿ ἔπιασε καὶ δούλευε. Τὴ μέρα ἤτανε κλεισμένος στὸ κελλί του καὶ δὲν κύταξε καθόλου ἀπὸ τὸ παράθυρο. Μοναχὰ τὴ νύχτα, σὰν ἀνάβανε τὴ λάμπα στὸ σπίτι του, καθότανε στὰ σκοτεινὰ δίχως νὰ τὸν βλέπουνε, καὶ κύτταζε μέσα τὴ χήρα τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του μαυροντυμένα, ποὺ καθόντανε στὸ τραπέζι γιὰ νὰ φᾶνε. Τότες τρέχανε σὰν βρύσες τὰ μάτια του, κ᾿ ἔπεφτε σὲ προσευχὴ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν βαστάξει μὲ τὸ δυνατὸ χέρι του γιὰ νὰ μὴν λυγίσει, ὥστε νὰ βγάλει πέρα τοῦτον τὸν μεγάλον ἀγῶνα ποὺ ἤτανε παραπάνω ἀπ᾿ ὅσο μπορεῖ νὰ ἀντέξει ἄνθρωπος. Γονάτιζε, κ᾿ ἔκλαιγε γονατιστός. Ἔλεγε τὸ ψαλτήρι κ᾿ ἡ καρδιά του σὰ νἄθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στῆθος του, σὰν περιστέρι νὰ πετάξει. Ποῦ νὰ πετάξει; στὸ σπίτι του ἢ στὸ Θεό, ποὺ εἶπε «ὅποιος ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιός μου; Κ᾿ ἔλεγε μὲ κλάψιμο: «Ἕως τίνος θήσομαι ὀδύνας ἐν τῇ καρδίᾳ μου, ἡμέρας καὶ νυκτός; Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριος ὁ Θεός μου. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου: Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν. Κύριε, ἐν σοὶ ρυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου, καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. Σύ μου εἴ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπό σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. Πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον. Τίς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς, καὶ πετασθήσομαι, καὶ καταπαύσω; Ὁ Θεός, τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου. Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι. «Ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐκ τοῦ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων, τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν Θεόν μου». Κι᾿ ἀπὸ τὸν πολὺν ἀγῶνα τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος κατὰ τὰ ξημερώματα. Κι᾿ ἄνοιγε τὰ μάτια του κ᾿ ἔβλεπε τὴ μέρα ποὺ γλυκοχάραζε καὶ στάλαζε εἰρήνη στὴν καρδιά του, σὰν νἄτανε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἔβαζε μὲ τὸν νοῦ του τὸ θρῆνο ποὺ ἔκανε τὴ νύχτα, κ᾿ ἔλεγε μὲ σιγανὴ φωνή: «Τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός, καὶ εἰς τὸ πρωὶ ἀγαλλίασις. Κύριος ἐγεννήθη βοηθός μου. Ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί· διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην». Ἔτσι περνούσανε οἱ μέρες. Καὶ δυνάμωνε ἡ ψυχή του, τόσο, ποὺ ἀποροῦσε καὶ δόξαζε τὸν Θεό. Γιατὶ ἔφταξε νὰ καλημερίζει τ᾿ ἀγοράκι του ποὺ ἔβγαινε τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του νὰ πάγει νὰ δουλέψει σ᾿ ἕνα τσαγκαράδικο, καὶ τὸ μικρὸ τὸ κοριτσάκι του ποὺ ἤτανε βυζανιάρικο τὸν καιρὸ ποὺ θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στὸ κελλί του καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ κουβεντιάζανε μαζί. Ἤτανε τότε ὡς ἕξη χρονῶν καὶ τὸ λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπὸν ἡ Καλλιοπίτσα, στὸν παποῦ, καὶ τοὔδινε κρύο νερὸ ἀπὸ τὴ στέρνα, καὶ σαπούνιζε καὶ τὶς βροῦτσες ποὺ ζωγράφιζε, καὶ δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπὸ κοντά, σὰ νἄνοιωθε πὼς τὴν τραβοῦσε τὸ αἷμα. Καὶ κεῖ ποὺ μιλούσανε, ὧρες ὧρες γύριζε ὁ Πάτερ Γεράσιμος τὸ πρόσωπό του καὶ σφούγγιζε τὰ μάτια του, κ᾿ ἔλεγε πάλι: «Κτηνώδης ἐγενήθην παρὰ σοί· κἀγὼ διαπαντὸς μετὰ σοῦ», ἤγουν: «Σὰν τ᾿ ἀναίσθητο τὸ ζῶο γίνηκα γιὰ σένα, Θεέ μου, μὰ ἐγὼ παντοτινὰ εἶμαι μαζί σου».
.                 Μιὰ μέρα χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, καὶ σὰν ἄνοιξε, βλέπει μπροστά του τὴ γυναῖκα του. Καὶ σὰν νἄτανε ἀπὸ πέτρα κι᾿ ὄχι ἄνθρωπος μὲ κορμί, δὲν ἀπόδειξε τίποτα, κι᾿ οὔτε ταράχτηκε στὸ παραμικρό. Καὶ κείνη δὲν τὸν γνώρισε ὁλότελα, καὶ τοῦ λέγει: «Καλὴ μέρα, γέροντα», καὶ φίλησε τὸ χέρι του. Καὶ κεῖνος τῆς λέγει: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογεῖ, τέκνο μου». Καὶ σὰν μπήκανε μέσα, κάθισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος στὸ σκαμνί του, καὶ κείνη κάθισε ντροπαλὴ καὶ πικραμένη στὸ σεντοῦκι. Καὶ θέλοντας νὰ μιλήσει ἡ κακομοίρα δάκρυσε. Ἡ γυναῖκα ποὺ δὲν τὸν γνώρισε τὸν ἄντρα της, δάκρυσε, καὶ κεῖνος ποὺ τὴ γνώρισε, δὲν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα ἀπόδειξε, παρὰ καθότανε μὲ χαροποιὸ πρόσωπο, σὰν τοὺς μάρτυρες τὴν ὥρα ποὺ τοὺς καίγανε καὶ ποὺ ξεσκίζανε τὰ κορμιά τους. Λέγει του ἡ γυναίκα δακρυσμένη: «Ἦρθα, γέροντα νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μοῦ φτιάξεις μιὰν εἰκόνα τ᾿ ἅγιου Γιώργη, σὲ μνημόσυνο τοῦ μακαρίτη τ᾿ ἀντρός μου, ποὺ πνίγηκε ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα πρὶν ἀπὸ ἕξη χρόνια». «Μετὰ χαρᾶς», λέγει ὁ καλόγερας. «Βοήθειά σου. Μὰ δὲν εἶναι καλὸ νὰ κλαῖς, γιατὶ βαραίνεις τὴν ψυχή του. Εἶσαι χήρα γυναῖκα, δὲν θέλω τίποτα γιὰ τὸν κόπο μου». Ἡ γυναίκα τοὔκανε μετάνοια κ᾿ ἔφυγε. Τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ πρωὶ ὁ Πάτερ Γεράσιμος ἔβαλε μπροστὰ τὴν εἰκόνα. Ὅσον καιρὸ τὴ δούλευε, τὰ μάτια του τρέχανε σὰν βρύσες, οἱ μπογιὲς μὲ τὰ δάκρυα ἤτανε ζυμωμένες. Στὸ ἀπάνω μέρος ζωγράφισε τὸν ἅγιο Γιώργη ἀρματωμένον καὶ θλιμμένον καβάλλα στ᾿ ἄλογο, κι᾿ ἀπὸ κάτω τὸ θεριὸ λαβωμένο ἀπὸ τὸ κοντάρι του, κ᾿ ἡ βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ᾿ ἔμοιαζε τὴν Καλλιοπίτσα. Καὶ στὸ κάτω μέρος χώρισε ἕνα μέρος, καὶ ζωγράφισε ἕνα καράβι ποὺ βούλιαζε, καὶ τρεῖς ναῦτες ποὺ θαλασσοπαλεύανε μέσα στ᾿ ἄγρια τὰ κύματα, κ᾿ ἔγραψε: «Τὸ ναυάγιον». Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ ἔγραψε πάλι τοῦτα τὰ λόγια: «Ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Ἀντρῆ ὅν περ κατέπιε ὑδατόστρωτος τάφος, ἐν ἔτει 1864, μηνὶ Δεκεμβρίῳ 25». Κι᾿ ἀπὸ κάτω ἔγραψε «Διὰ χειρὸς Γερασίμου μοναχοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἔτος 1870».
.                 Ὕστερα ἀπὸ κανέναν μῆνα, ὁ Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε ἀπὸ τὴ Νάξο γιὰ νὰ γυρίσει στὸ Ὄρος. Περνῶντας ἀπὸ τὴ Σύρα ἔγραψε στὴ γυναῖκα του πὼς ἔμαθε ἀπὸ ἕναν ἄλλον καλόγερα πὼς ὁ Καπετὰν Γιώργης ζεῖ καὶ πὼς εἶναι στὸ Ὄρος, καὶ πὼς νὰ στείλει ἐκεῖ πέρα τὸ γυιό της τὸν μεγάλο, γιὰ νὰ τοῦ δώσει τὶς παραγγελιές του. Σὰν γύρισε πίσω στὴ σκήτη τῆς μετανοίας του, πῆρε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸ γυιό του πὼς σὲ λίγες μέρες θὰ πήγαινε νὰ τὸν ἀνταμώσει. Κατέβηκε στὴ Δάφνη καὶ τὸν περίμενε. Σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴ βάρκα, τὸν καλωσόρισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε καὶ κουβεντιάζανε γιὰ τὴ Νάξο, γιὰ τὸ σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτοῦσε τὸ παιδί: «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Καὶ κεῖνος τοὔλεγε: «Πῆγε ὡς τοῦ Ξηροποτάμου, κι᾿ ὅπου νἆνε θἄρθει». Πάλι σὲ λίγο ξαναρωτοῦσε: «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Ὅπου σὲ μιὰ στιγμή, τὸν πήρανε τὰ δάκρυα τὸν γέροντα, καὶ λέγει τοῦ παιδιοῦ του: «Ἐγὼ εἶμαι, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, ἐγὼ ἤμουνα μιὰ φορὰ ὁ καπετὰν Γιώργης. Μὰ θἄμουνα πνιγμένος ἂν δὲ μὲ γλύτωνε ὁ Θεός, κ᾿ ἔταξα νὰ γίνω καλόγερας. Τώρα ἐσὺ δὲν εἶσαι ὀρφανό, μὰ ἐγὼ εἶμαι πιὰ πεθαμένος γιὰ τὸν κόσμο. Ἔτσι θέλησε ὁ Παντοδύναμος ποὺ εἶπε πὼς θὰν ἀφήσει γονιοὺς καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκα ὅποιος τὸν ἀγαπᾶ. Γενηθήτω τὸ θέλημά του».

,

Σχολιάστε

Η ΑΘΗΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, ΚΙ ΑΣ ΛΕΜΕ Ο,ΤΙ ΘΕΛΟΥΜΕ. Ἀπορεῖς πῶς ἀλλάξανε ὅλα μέσα σὲ λίγα χρόνια, καὶ δὲν ἔμεινε τίποτα ποὺ νὰ θυμίζη πὼς βρίσκεσαι στὴν Ἑλλάδα. (Φώτης Κόντογλου 1964!!!)

Ἡ Ἀθήνα δὲν εἶνε πιὰ μιὰ πολιτεία ἑλληνική,
κι᾿ ἂς λέμε ὅ,τι θέλουμε. (Φώτης Κόντογλου 1964!!!)

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΣΗ ΚΙ ΟΙ ΓΥΑΛΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

τοῦ (†) Φώτη Κόντογλου

[ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ὁ Φώτης Κόντογλου στὴν τρίτη διάστασή του, σελ. 134. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν καθημερινὴ πολιτικοκοινωνικὴ ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν «Ἐλευθερία», τὴν Κυριακὴ 10 Μαΐου 1964, στὴ στήλη «Κυριακάτικα Θέματα»]

.            Ὕστερα ἀπὸ πολλὴ ἀπαντοχή, ἦρθε τέλος πάντων ἡ ἄνοιξη. Ἄρχισε ἡ γλυκύτητα τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἥλιος! Χαρὰ Θεοῦ! Ὅλα εἶνε χαρούμενα, ὁ οὐρανός, ἡ στεριά, ἡ θάλασσα, τὰ βουνά, τὰ δέντρα, τὰ ζῶα, τὰ πουλιά, οἱ ἄνθρωποι. Ἀκόμα κ᾿ οἱ ἄψυχες καὶ ψυχρὲς πέτρες σὰν νὰ μιλοῦνε, σὰν νὰ τραγουδοῦνε ἀπὸ χαρά. Τώρα δὲν ὑπάρχει κανένα ἄψυχο. Εὐχαριστοῦνε τὸν ζωοδότη ποὺ τοὺς δίνει τὴ ζωή, γιὰ νὰ χαίρουνται. Εὐχαριστοῦμε κ᾿ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τὸν Χριστὸ ποὺ ἀναστήθηκε, γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο τῆς ζωῆς ποὺ μᾶς χάρισε καὶ γιὰ τὴ φλέβα τῆς χαρᾶς ποὺ ἀναβρύζει μέσα στὴν καρδιά μας, κ᾿ εὐφραινόμαστε ἀπὸ τὴν θαυμαστὴ πλάση του, μαζὶ μ᾿ ὅλα τὰ πλάσματά του. Σήμερα, σὰν νὰ μεταμορφωθήκαμε ὅλοι σὲ Ἀγγέλους, καὶ δοξολογοῦμε τὸν Κύριο, ποὺ εἶπε στὸν Ἰώβ: «Τὸν καιρὸ ποὺ γινήκανε τὰ ἄστρα, μὲ ὑμνήσανε μὲ τὶς φωνές τους ὅλοι οἱ Ἄγγελοί μου». Τώρα, τὸν ὑμνοῦν ὄχι μοναχὰ οἱ Ἄγγελοι, ποὺ τότε μονάχα ἐκεῖνοι εἴχανε πλασθῆ, ἀλλὰ κ᾿ οἱ ἄνθρωποι, κι᾿ ὅσα ἄλλα πλάσματα, πλασθήκανε ὕστερα ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους.
.            Ὁλόκληρη ἡ κτίση δοξάζει Ἐκεῖνον πού, μὲ τὴν παντοδυναμία του, τὴν ἔβγαλε ἀπὸ τὸ χάος κι ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἀνυπαρξίας. Κυττάζοντας αὐτὴ τὴν ἐξαίσια κτίση, ποὺ εἶνε στὸν αἰῶνα καταστολισμένη μὲ ἀμέτρητες χάρες, ὁ νοῦς μου πηγαίνει πάλι, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες ἀνοιξιάτικες μέρες, στὸν Θεό, ποὺ εἶπε στὸν Ἰώβ: «Θὰ σὲ ρωτήσω, κ᾿ ἐσὺ θὰ μοῦ ἀποκριθῇς: Ποῦ ἤσουνα τὸν καιρὸ ποὺ θεμελίωνα τὴ γῆ; Πές μου το, ἂν ἔχῃς γνώση… Ἔφραξα τὴ θάλασσα μὲ καστρόπετρες, τῆς ἔβαλα σύνορα, καὶ τῆς εἶπα: Ὥς ἐδῶ θἄρθῃς καὶ δὲν θὰ πᾶς παραπέρα, καὶ μέσα στὸν ἑαυτό σου θὰ σκάζουνε τὰ κύματά σου. Ἢ μαζί σου ἔβαλα τάξη στὸ χάραγμα τῆς αὐγῆς; Κι’ ὁ αὐγερινὸς γνωρίζει τὴν τάξη του… Ἢ μήπως ξέρεις τὸ δίχτυ τῆς Πούλιας καὶ τὸν φράχτη τοῦ Ὠρίωνα, ἢ γνωρίζεις τὰ γυρίσματα τοῦ οὐρανοῦ; Ἢ θὰ φωνάξῃς τὸ σύννεφο καὶ θἄρθῃ, καὶ θὰ σοῦ ὑπακούσῃ καὶ θὰ ῥίξῃ φοβερὴ νεροποντή; Ἢ θὰ στείλῃς τ᾿ ἀστροπελέκια καὶ θὰ τρέξουνε; Ποιός ἔδωσε στὶς γυναῖκες τὴ σοφία τ᾿ ἀργαλιοῦ καὶ τὴ γνώση στὸ κέντημα; Ἢ ἀπὸ τὴ δική σου φώτιση στέκεται ἀκίνητο τὸ γεράκι καὶ πετᾶ, κυττάζοντας κατὰ τὸ νοτιά; Ἤ, μὲ τὴ δική σου προσταγὴ ψηλώνει στὸν οὐρανὸ ὁ ἀητός, κι᾿ ὁ ἁγιούπας (γύψ) κάθεται ἀπάνω στὴ φωλιά του καὶ κλωσσᾶ, ποὺ εἶνε κανωμένη στὴν ἄκρη στὸν βράχο, κι᾿ ἀπὸ κεῖ γυρεύει νὰ βρῇ τὴ θροφή του; Τὰ μάτια του ἀπὸ μακρυὰ σημαδεύουνε…».
.            Φέρνοντας στὸν λογισμό μου αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνομαι τὴ φύση, φύση ἁγιασμένη, ἱερὸ ἔργο τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ, ποὺ δημιουργώντας την, ἔχυσε τὴν ἀγάπη του μέσα σὲ κάθε πλάσμα, στὶς φλέβες τῆς γῆς, στὶς φλέβες τῆς θάλασσας, στὶς φλέβες τῶν ζώων καὶ τῶν ἀνθρώπων.
.            Κάθουμαι στὸ μικρὸ περιβολάκι μας, καὶ μέσα στὴν ἡσυχία ποὺ εἶνε γύρω μου, νοιώθω μυριάδες πλάσματα, φωνὲς ποὺ δὲν ἀκούγονται, καὶ ποὺ ἔρχουνται ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ βρίσκουνται μακρυά, ἀλλὰ κι᾿ ἀπὸ τὰ χρωματιστὰ λουλούδια, ἀπὸ τὰ χλωρὰ καὶ καινούργια φύλλα τῶν δέντρων, ἀπὸ τὰ σκαθάρια, ἀπὸ τὰ μαμούδια, ἀπὸ τὰ πεταλούδια κι᾿ ἀπὸ τὰ μυγάκια ποὺ τριγυρίζουν πετώντας ἀνάμεσα στὰ δροσερὰ ἄνθια καὶ στὶς πρασινάδες. Μονάχα τὰ πουλάκια τ᾿ ἀκούγω νὰ κελαϊδοῦν μὲ τ᾿ αὐτιά μου. Ὅλα σήμερα εἶνε εὐτυχισμένα.
.           Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶνε ζεστὴ καὶ μοσκοβολημένη, κι᾿ ὁ ἀγέρας μπαίνει δροσερὸς μέσα σου καὶ φτάνει ὥς τὴν καρδιά σου. Ἀπὸ μέσα της ἔχουνε φύγει τὰ πάθη ποὺ τὴ μολεύανε, κι᾿ ἀπόμεινε καθαρή. Κι᾿ οὔτε νὰ νοιώσῃς κἄν μπορεῖς πιὰ τί θὰ πῇ κακία. Μέσα σὲ μιὰ τέτοια βλογημένη πλάση, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουνε ἄνθρωποι φθονεροί, ραδιοῦργοι, μικρολόγοι, φιλοκατήγοροι, ἀχάριστοι, αἱμοβόροι. Ἡ κακία σοῦ φαίνεται σὰν ψευτιά, σὰν ἕνας βραχνᾶς ποὺ σκόρπισε, καὶ δὲν ὑπάρχει πιὰ στὸν κόσμο.
.            Ὡστόσο, λίγο παραπέρα ἀπὸ τοῦτο τὸ μικρὸ περιβολάκι, ποὺ εἶνε τρυπωμένο ἀνάμεσα σὲ μικρὰ σπίτια καὶ σὲ μαντρότοιχους, οὐρλιάζει τὸ ἀνύσταχτο τέρας ποὺ λέγεται ζωή, κοινωνία καὶ πολιτισμός, ἡ σατανικὴ τούτη μηχανὴ ποὺ τὴν ἔκανε ἡ πονηρὴ διάνοια τ᾿ ἀνθρώπου. Τὴν ἔκανε γιὰ νὰ τὴν ἔχῃ σκλάβα του, μὰ ἐκείνη τὸν ἅρπαξε στὶς ρόδες της, τὸν μπέρδεψε στὰ γκρανάζια της, καὶ τὸν στριφογυρίζει δίχως ἔλεος. Τὸν ζάλισε σὰν τὸν σκύλο ποὺ κυνηγᾶ τὴν οὐρά του. Ὁ δυστυχὴς παραπατᾶ ζαλισμένος, λαχανιασμένος, μισοπεθαμένος, μὰ ὡστόσο, αὐτὸ τὸ κουρέλι θαρρεῖ πὼς γίνηκε θεός, τρισευτυχισμένος ἐξουσιαστὴς τῆς γῆς καὶ τ᾿ οὐρανοῦ, σκλάβος ποὺ ἔκανε ὁ ἴδιος τὶς ἁλυσίδες ποὺ εἶνε δεμένος γιὰ πάντα.Κατεβαίνω στὴ Βαβυλῶνα [=Ἀθήνα] ὅσο μπορῶ πιὸ σπάνια, κι᾿ ὅποτε κατέβω στοὺς μεγάλους δρόμους, κιντυνεύω νὰ χάσω τὸν ἑαυτό μου. Συλλογίζομαι τὴ φωλιά μου, τὸ κηπάκι μου, τὰ πουλάκια, τὶς πεταλοῦδες, τὰ μερμήγκια, τὰ μυγάκια, ὅλα αὐτὰ τὰ ξεχασμένα πλάσματα ποὺ εἶνε σὰν ἐμένα, τιποτένια καὶ βιάζουμαι νὰ γυρίσω πίσω. Στὴν πολιτεία σὰν νὰ εἶμαι ξένος καὶ ξενητεμένος, σὰν νὰ ἦρθα πρώτη φορὰ σὲ μεγαλούπολη. Οἱ φάτσες ποὺ ἔχουνε οἱ ἄνθρωποι εἶνε δίχως ἔκφραση. Μοῦ φαίνουνται τόσο ξένοι, ποὺ λὲς καὶ βρίσκουνται στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου, κι᾿ ἀκόμα μακρύτερα. Μακρυά, πολὺ μακρυά! Ἄλλης φυλῆς ἄνθρωποι, ἄλλα φερσίματα. Ἄλλα μυαλά, ἄλλα αἰσθήματα, ἀπότομοι, ἀσυμπάθητοι, ἀδιάφοροι, πεθαμένοι!
.            Μαζεύουνται κοπάδια-κοπάδια στὰ σταυροδρόμια, καὶ περιμένουνε ν᾿ ἀνάψῃ τὸ πράσινο φανάρι γιὰ νὰ περάσουνε ἀντίκρυ. Στριμώχνουμαι κ᾿ ἐγὼ ἀνάμεσά τους, σὰν κανένα γίδι μέσα στὰ γίδια. Σὰν νὰ βρισκόμαστε στὴ δευτέρα Παρουσία!
.            Ἄλλα κοπάδια σπρώχνουνται μπροστὰ στὶς ἐκκλησιὲς τῆς νέας θρησκείας, στοὺς κινηματογράφους. Οἱ πόρτες, τὰ τζάμια κ᾿ οἱ τοῖχοι εἶνε γεμᾶτοι ἀπὸ γυμνὲς γυναῖκες ζωγραφισμένες. Ἕνα κορμὶ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, καὶ μ᾿ αὐτὸ τρώγεται μέρα-νύχτα. Τὸ γυρίζει ἀπὸ δῶ, τὸ γυρίζει ἀπὸ κεῖ, τὸ μισογυμνώνει, τὸ ξεγυμνώνει ὁλότελα, ξανὰ τὸ μισοντύνει, κ᾿ ἔτσι βασανίζεται, δὲν ξέρει τί νὰ τὸ κάνῃ. Ἔ, κακορρίζικε ἄνθρωπε, τὸ ξεγύμνωσες, τὸ γύρισες ἀπὸ δῶ κι᾿ ἀπὸ κεῖ. Κ᾿ ἔπειτα, τί ἔκανες τάχα; Τὸ βρώμισες, τὸ μόλεψες, τὸ κουρέλιασες, τὸ ρεζίλεψες, κι᾿ ἀκόμα δὲν ἡσύχασες! Θεάματα, πυροτεχνήματα, ταινίες, σαρκολατρεία, ἐξαχρείωση, ζωὴ δίχως καμμιὰ οὐσία. Δὲν πᾶς ν᾿ ἀπογευτῆς λίγη ἀληθινὴ ζωή. Παρὰ κλείνεσαι μέσα στὰ σκοτεινὰ μπουντρούμια καὶ πασκίζεις νὰ ψευτοζήσῃς μὲ τοὺς ἴσκιους, μὲ τὶς φωτογραφίες! Τί καταδίκη ἔπαθες! Τί κατάντημα, καὶ δὲν τὸ κατάλαβες! «Ἄνθρωπος, ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκεν. Κατελογίσθη [τὸ ὀρθό: «παρεσυνεβλήθη»] τοῖς κτήνεσιν τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς». «Ὁ ἄνθρωπος, ἐνῷ πλάστηκε τιμημένος δὲν τὸ κατάλαβε. Λογαριάσθηκε [ὀρθότερο: ἀνακατεύτηκε] μαζὶ μὲ τὰ ζῷα τὰ ἄλογα, κ᾿ ἔγινε ἕνα μ᾿ αὐτά».
.            Ἡ Ἀθήνα δὲν εἶνε πιὰ μιὰ πολιτεία ἑλληνική, κι᾿ ἂς λέμε ὅ,τι θέλουμε. Μήτε οἱ ἄνθρωποι, μήτε τὰ χτίρια. Ὁ ἥλιος ἔλειψε. Ὁ ἀγέρας βρώμισε. Ἀπορεῖς πῶς ἀλλάξανε ὅλα μέσα σὲ λίγα χρόνια, καὶ δὲν ἔμεινε τίποτα ποὺ νὰ θυμίζη πὼς βρίσκεσαι στὴν Ἑλλάδα. Μὰ δὲν μοιάζει μήτε μὲ ἀνατολίτικη πολιτεία, ὅπως ἤτανε τὸν καιρὸ ποὺ τὴν εἴχανε οἱ Τοῦρκοι. Εἶνε ἕνα μάζεμα ἀπὸ χτίρια ξενόφερτα, ποὺ καὶ στὸν τόπο τους εἶνε ὁλότελα ἄψυχα, παγωμένα, ἀνέκφραστα, ὅπως ἀνέκφραστοι γινήκανε κ᾿ οἱ ἄνθρωποι. Ἔτσι εἶνε οἱ «διεθνεῖς πόλεις καὶ οἱ διεθνεῖς ἄνθρωποι», ποὺ εἶνε τὸ καύχημα τῆς «διεθνοῦς κοσμογονίας», π᾿ ἀνάθεμά την, ποὺ ἔχει κάνει τὴ ζωὴ ἕνα πρᾶγμα ἄνοστο, ἀμύριστο, ἀνέκφραστο, κρύο κι᾿ ἀσυμπάθιστο. Εἶνε ἡ ζωὴ ἀποστειρωμένη ἀπὸ κάθε αἴσθημα, ἀπὸ κάθε πνευματικὸ σκίρτημα, ἀπὸ κάθε ζέστα τῆς καρδιᾶς.
.            Κυττάζω τὰ διάφορα χτίρια ποὺ στέκουνται σὰν τοὺς κρατῆρες τοῦ φεγγαριοῦ, ἀσυγκίνητα, ἄπονα στὸν ἄνθρωπο ποὺ τἄφτιαξε, ἀδιάφορα, χωρὶς νὰ τὰ γλυκαίνῃ ἡ ἀγάπη. Ἔχουνε ὅλες τὶς εὐκολίες καὶ τὶς ἀναπαύσεις, εἶνε γεμᾶτα κουμπιά, μὰ εἶνε σὰν ἀρχοντικοὶ τάφοι. Μέσα τους δὲν ὑπάρχει κανενὸς εἴδους ποίηση, νὰ ζεστάνῃ τὴν καρδιὰ τ᾿ ἀνθρώπου. Εἶνε κάτι ἀδιάφορες κι᾿ ἀνέκφραστες μηχανές, ἔρημες ἀπὸ ἀγάπη. Εἶνε οἱ κατοικίες τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ξεπλύθηκε καὶ ξεγυμνώθηκε ἀπὸ κάθε αἴσθημα. Εἶνε οἱ κατοικίες τοῦ γυάλινου ἀνθρώπου. Τέρατα κανωμένα μὲ σίδερα καὶ μὲ τζάμια. Ψυγεῖα γιὰ νὰ συντηροῦνται μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ πτώματα. Κι᾿ αὐτὴ τὴ δουλειὰ τὴν κάνουνε οἱ μεγάλοι ἀρχιτέκτονες, καὶ τὴ λένε ἀρχιτεκτονική: Σίδερα, τζάμια και πάγος! Ἀπὸ αὐτὰ τὰ βουβὰ κουτιὰ λείπει κάθε ἀνθρώπινη πνοή. Μηχανὲς νεκρὲς καὶ παγωμένες. Τί συγκέντρωση μπορεῖ νἄχῃ ἕνας ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ κάθεται μέσα στὰ γυαλιά, καὶ βλέπουνε ἀπ᾿ ἔξω ἀκόμα καὶ τὴν τρίχα ποὺ θὰ πέσῃ ἀπὸ τὰ μαλλιά του; Γυάλινοι ἄνθρωποι, γυάλινα σπίτια. Μὲ τὸν καιρό, θὰ γίνουνε κι᾿ οἱ ἄνθρωποι διαφανεῖς σὰν τὰ τζάμια, καὶ θὰ βλέπῃ ὁ ἕνας τί γίνεται μέσα στὸν ἄλλον, τί συλλογίζεται, τί ἔφαγε, τί ἤπιε, πῶς δουλεύουνε τὰ πνευμόνια καὶ τὸ στομάχι του, πῶς χτυπᾶ ἡ καρδιά του… Ἀλλὰ ξέχασα, πὼς δὲν θἄχῃ πιὰ καρδιά, κι οὔτε αἷμα, μήτε αἰσθήματα. Αὐτὰ θὰ εἶνε πράγματα ποὺ τὰ εἶχε ἡ παλιὰ μάρκα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ποὺ πάλιωσε πιὰ σήμερα.
.            Λένε πὼς ἡμεῖς ἤμαστε τοῦ παλιοῦ καιροῦ, καὶ πὼς δὲ μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴ σύγχρονη ζωή. Αὐτὸ δὲν τὸ κρύβουμε, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τοῦτα ποὺ γράφω. Ἀλλά, γι᾿ αὐτὸ ἴσια-ἴσια ἤμαστε πολὺ καλά. Πάρα πολὺ καλὰ μάλιστα!
.            Σήμερα, ὅπως φαίνεται, τελείωσε ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, κ᾿ ἐμεῖς δὲν θέλουμε νὰ τὸν ἀποχωριστοῦμε αὐτὸν τὸν ἀγαπημένον ἄνθρωπο. Θέλουμε νὰ σώσουμε αὐτὸ τὸ εἶδος ποὺ πάγει νὰ χαθῇ, ὅπως σβήσανε τὰ μαμούθ, οἱ πλειστόσαυροι κ᾿ οἱ πτεροδάκτυλοι. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ποὺ εἶνε ἄνθρωπος λίγο-πολὺ μοναχὰ στὸ ἐξωτερικό του, ἂς δώσῃ στὸν ἑαυτό του ὅποιο ὄνομα θέλει, ἀφοῦ δὲν καταδέχεται νὰ λέγεται ἄνθρωπος. Γιατὶ ὅπως λέγει, τὸν ξεπέρασε τὸν ἄνθρωπο.

Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: olympia.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΒΓΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΑ …ΡΑΣΑ ΤΟΥΣ

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Καὶ πῶς νὰ μὴ βγοῦν ἀπὸ τὰ …ράσα τους (ποὺ δὲν ἔχουν!)! Στὸ κατωτέρω δημοσίευμα διαβάζουμε ὡραῖες ἰδέες ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποτελέσουν πηγὴ ἐμπνεύσεως καὶ γιὰ τοὺς καθ᾽ ἡμᾶς ὑποστηρικτὲς τῶν «ἀνοικτῶν ὁριζόντων». Καὶ κανένας ἂς μὴ σχετλιάσει. Δὲν «θέλει πολὺ» γιὰ νὰ φτάσουμε ἐκεῖ. Ἀπὸ τὰ μικρὰ οἱ δυτικοὶ χριστιανοὶ ἔφτασαν στὰ μεγάλα. Ἔκοψαν, ἀφαίρεσαν, προσέθεσαν, διαίρεσαν, πολλαπλασίασαν μὲ τὴν διάνοιά τους καὶ τώρα βρίσκονται στὸ …ταμεῖο γιὰ τὸν λογαριασμό. Κι ἐν τούτοις ὑπάρχουν πολλοὶ ἡμέτεροι ποὺ δελεάζονται ἀπὸ τὰ «θέλγητρα» τῆς Δύσεως καὶ τῆς Διανοίας της. Καὶ πασχίζουν ν“περάσουν” τὶς ἰδέες τους πότε μὲ τὸν ἕνα καὶ πότε μὲ τὸν ἄλλο τρόπο. (Βλ. κατωτέρω στὸ «Ὑπόμνημα» τί ἔγραφε σχετικὰ ὁ Φώτης Κόντογλου). Ἢ τρέχουν καὶ σαλιαρίζουν στοὺς δῆθεν Διαλόγους καὶ στὰ Τσίρκα τῶν Συμπροσευχῶν ξεφορώντας τὴν ἀξιοπρέπεια καὶ τὴν ὀρθόδοξη τιμή τους!

 Βγῆκαν ἀπὸ τὰ… ράσα τους

.          Μπροστὰ στὴν “webcam” τους στήθηκαν οἱ ἐνορίτες τοῦ Ἁγίου Πατρικίου στὸ Ντουμπάρτον, γιὰ νὰ «παρακολουθήσουν» τὴν “θεία λειτουργία”, καθὼς δὲν μποροῦσαν νὰ παρευρεθοῦν στὸν ναό. Κι ἐκεῖ ποὺ περίμεναν νὰ ἀρχίσει ἡ ψαλμωδία… ἄρχισε ἕνα βίντεο ποὺ ἔκανε τοὺς πάντες νὰ κοκκινίσουν. Ἀντὶ τῆς θείας λειτουργίας προβλήθηκε διαφημιστικὸ (γιὰ προϊὸν γνωστῆς ἑταιρείας) μὲ ἀνάρμοστο περιεχόμενο [ποὺ δὲν ἀναδημοσιεύεται ἀπὸ τὴν παροῦσα ἱστοσελίδα]. Ἀρκεῖ μόνο νὰ  ἀναφερθεῖ πὼς τὸ σλόγκαν τῆς διαφήμισης εἶναι… “Sexperience”! […] «Ὑποθέτω ὅτι μπορεῖς νὰ δεῖς τὴν ἀστεία πλευρὰ τοῦ θέματος», δήλωσε δὲ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐνορίτες!

Προσαρμογὴ ἀπὸ real.gr

 ΔΙΚΗΝ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΟΣ

.      […] Αὐτοὶ οἱ ἐπιστημονικοὶ θεολόγοι καὶ νεορθόδοξοι δὲν θὰ εἶναι παράξενο νὰ ὑποστηρίζουνε κάποτε, ἐπιστημονικῶς, πὼς κατὰ λάθος γράφηκε ὅτι οἱ Πατέρες ποὺ διδάξανε στὸν κόσμο τὸν Χριστιανισμὸ γεννηθήκανε ἐδῶ στὴν Ἀνατολή, καὶ πὼς κατόπιν τῶν νέων ἐρευνῶν τῆς ἐπιστήμης ἐβεβαιώθη ὅτι ὁ μὲν Βασίλειος γεννήθηκε στὴν σεπτὴν Φραγκφούρτη, ὁ Χρυσόστομος στὴν ἁγίαν πόλιν τοῦ Μονάχου, τὴν νέαν Σιών, ὁ Γρηγόριος στὸ ἱερὸν Ἀμβοῦργον, ὁ Ἀντώνιος πὼς ἀσκήτεψε παρὰ τὴν Βαλτικὴν θάλασσαν, κ.λπ.
.          Ὅσον γιὰ τὸν Ἐφραὶμ τὸν Σῦρο, ποὺ εἴπαμε παραπάνω, ποῦ νὰ καταδεχτοῦνε νὰ τὸν γράψουνε στὰ σοφὰ συγγράμματά τους, ἕναν ἄξεστον καὶ ἀπαίδευτον τουρκοκαλόγηρον, καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν περιορισμένη διάνοια, ὅπως εἶναι ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, Βαρσανούφιος, Νεῖλος, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Νικήτας Στηθᾶτος, Γρηγόριος Σιναΐτης, κι οἱ ἄλλοι φανατικοὶ καὶ μισαλλόδοξοι ἀνατολίτες.
.           Ἡ σημερινὴ «θεολογικὴ ἐπιστήμη», λένε οἱ ἐξ Ἑσπερίας φωτοδόται, ἐσυγχρονίσθη εἰς τὰς πολιτισμένας χώρας, καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἔρευνάν της ὑπὸ τῶν πορισμάτων τῶν ἄλλων ἐπιστημῶν, τῆς βιολογίας, γεωλογίας, τῆς ἀστρονομίας κ.λπ. Ζῶμεν εἰς τὸν αἰῶνα τῶν ἐπιστημονικῶν θαυμάτων, τῶν πυραύλων, τῶν σπούτνικ. Εἰς τὰ ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα προβάλλουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, τί εἶναι εἰς θέσιν ν᾿ ἀπαντήσουν οἱ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι γέροντες τῆς ἐρήμου, οἱ ζήσαντες ἐν σπηλαίοις ὡς οἱ τρωγλοδῦται, καὶ εἰς μίαν ἐποχὴν καθ᾿ ἣν ἐβασίλευεν ἡ βαρβαρότης, ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ νοσηρὰ δεισιδαιμονία;
.         Ποιά θρησκεία λοιπὸν παραμορφώθηκε σὲ τέτοιον ἀπίστευτον βαθμό; Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς ἔφερε τὴν ἀλήθεια, ἁπλή, καθαρὴ σὰν κρύσταλλο, καὶ ποὺ γλύτωσε τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ ἀπὸ τὴν πολύπλοκη καὶ μπερδεμένη ψευτιὰ τῆς γνώσης, αὐτὴ ἡ θρησκεία ἔπεσε πάλι στὰ πονηρὰ συστήματα ἐκείνων γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς εἶναι κλέφτες καὶ ληστὲς ποὺ ληστεύουνε τὶς ψυχές.
.          Αὐτοὶ δὲν μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων ἀπὸ τὴ θύρα, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ πηδᾶνε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μάντρα, καὶ παρουσιάζουνται σὰν ποιμένες, ἐνῶ εἶναι ληστὲς καὶ κλέφτες.
.           Καὶ ποιοὶ εἶναι αὐτοί; Εἶναι τοῦτοι οἱ λαοπλάνοι, ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια τῆς ἀπιστίας, βαστώντας στὰ χέρια τους διπλώματα καὶ πιστοποιητικὰ τῆς θεολογίας, σὰν νὰ εἶναι ἡ θεολογία γιατρικὴ ἢ χημεία, καὶ χαλᾶνε μὲ τὴν πονηρὴ διδασκαλία τους τὰ ἁπλοϊκὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, λέγοντάς τους πὼς ἡ πίστη τους εἶναι δεισιδαιμονία καὶ τυπολατρεία, καὶ πὼς ἡ ἱερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας τὴ μποδίζει νὰ συγχρονισθῆ, δηλαδὴ νὰ γίνει σὰν τὴ Χριστιανικὴ ἀθεΐα ποὺ λέγεται Προτεσταντισμός.

.           Ναί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κλέφτες κι οἱ ληστὲς ποὺ εἶπε ὁ Κύριος πὼς ἀνεβαίνουνε ἀπ᾿ ἀλλοῦ καὶ μπαίνουνε στὴν αὐλὴ τῶν προβάτων, δηλαδὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δὲν μπαίνουνε ἀπὸ τὴ θύρα, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ θέλουνε νὰ ξεγελάσουνε τὰ ἀθῶα τὰ πρόβατα ποὺ ζοῦνε μὲ τὴν πατροπαράδοτη εὐσέβεια καὶ ποὺ γνωρίζουνε καλὰ τὸν Χριστό, καὶ Ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει.
[…]

, , ,

Σχολιάστε

ΧΡΟΝΟΣ: Ο ΦΘΟΝΕΡΟΣ ΓΕΡΩΝ (Φ. Κόντογλου)

Ὁ χρόνος, ὁ φθονερὸς γέρων
Tοῦ Φώτη Κόντογλου

.            Ὁ καιρὸς εἶναι ἕνα πρᾶγμα ἄπιαστο καὶ κατὰ βάθος ἀκατανόητο. Τὸ μυαλό μας κ᾿ ἡ καρδιά μας τὸν νοιώθουνε ἀπὸ τὶς ἀλλαγὲς ποὺ γίνονται στὸν κόσμο. Μὰ κάποιες ἀλλαγὲς μπορεῖ νὰ γίνουνε πολὺ γρήγορα, ἀπὸ μιὰ μέρα σὲ ἄλλη, ὅπως ἡ παραμόρφωση τοῦ ἄνθρωπου ποὺ γίνεται ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια, ἢ ἕνας ξαφνικὸς θάνατος ποὺ μέσα σὲ μιὰ στιγμὴ κάνει τὸν ἄνθρωπο ἕνα ἀγνώριστο κουφάρι. Τὸν καιρὸ τὸν νοιώθουμε πιὸ δυνατὰ ἀπὸ τὸ πάλιωμα κι ἀπὸ τὸ γῆρας, ποὺ ἀλλάζουνε τὰ νεαρὰ καὶ τὰ ζωντανὰ πλάσματα, κι αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ τὴν καταλαβαίνουμε σκληρά. Τὸν νοιώθουμε κι ἀπὸ τὴν καινούργιεψη τοῦ κόσμου, μὰ πιὸ δυνατὰ τὸν νοιώθουμε ἀπὸ τὴ φθορά· καὶ τὸν νοιώθουμε ἀπ᾿ αὐτὴ πιὸ δυνατά, γιατὶ πονᾶμε, κι ὁ πόνος εἶναι πιὸ βαθὺς ἀπὸ τὴ χαρά.
.            Γι᾿ αὐτὸ στεκόμαστε περίφοβοι μπροστὰ στὸν καινούργιο χρόνο, μπροστὰ σ᾿ ἕνα τεχνητὸ χώρισμα, ποὺ βάλαμε στὸ πέλαγος τοῦ καιροῦ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, σὰν νὰ μὴν εἶναι ἡ κάθε μέρα ἀρχὴ καινούργιου χρόνου. Σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀτελείωτον ὠκεανὸν δὲν ὑπάρχει μήτε νησί, μήτε στεριὰ γιὰ νὰ ἀράξεις. Τὰ ρεύματα σέρνουνε τὸ καράβι σου μέρα-νύχτα καὶ τὸ πᾶνε παραπέρα, εἴτε θέλεις εἴτε δὲν θέλεις, ὣς ποὺ νὰ σὲ πετάξουνε ἀπάνω σὲ μιὰ ξέρα, ἢ νὰ σὲ πᾶνε σ᾿ ἕνα λιμάνι ἀπ᾿ ὅπου δὲν θὰ ξαναβγεῖς πιά.

***

.          Ὁ καιρὸς ἄρχισε μὲ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Πρὶν νὰ γίνει ὁ κόσμος μπορεῖ νὰ μᾶς φαίνεται πὼς θὰ ὑπῆρχε ὁ καιρός, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀπάτη τοῦ μυαλοῦ μας, γιατὶ ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε τίποτα ποὺ νὰ ἀλλάζει κ᾿ ἔτσι νὰ φαίνεται πῶς περνᾷ ὁ καιρός, πῶς ὑπῆρχε ὁ καιρός; Στὸ τίποτα δὲν ὑπάρχει καιρός. Πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία ἤτανε «σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου» (Γένεσις α´, 2). Σκότος κι ἄβυσσος εἶναι ἔννοιες ποὺ φανερώνουνε τὸ τίποτα, τὴν ἀνυπαρξία. Παρακάτω εἶναι γραμμένο, στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως: «Καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀναμέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀναμέσον τοῦ σκότους. Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν, καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα, καὶ ἐγένετο πρωὶ ἡμέρα μία» (Γένεσ. α´, 4-5). Μόλις ἔγινε τὸ φῶς ἄρχισε κι ὁ καιρός, «ἐγένετο πρωῒ ἡμέρα μία».
.            Ἡ θρησκεία μας αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ βλέπουμε τὸν λέγει «παρόντα αἰῶνα». Σ᾿ αὐτὸν τὸν «αἰῶνα» ὑπάρχει ὁ χρόνος, ἐνῷ στὸν «μέλλοντα αἰῶνα» δὲν θὰ ὑπάρχει, ἀλλὰ θὰ καταργηθεῖ, ἂν καὶ λέγεται «αἰώνας». Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων» (Α´ Κορινθ. β´, 6). Δηλαδή, τοῦτος ὁ κόσμος κι ὅσοι τὸν πιστεύουνε, ἤγουν οἱ σαρκικοὶ ἄνθρωποι, «καταργοῦνται», φθείρονται καὶ ἀπὸ τὸν χρόνο πεθαίνουνε. Ἐνῶ στὸν «μέλλοντα αἰῶνα» οἱ δίκαιοι θὰ γίνουνε ἄφθαρτοι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία. Ὁ ἴδιος θεόπνευστος ἀπόστολος λέγει τοῦτα τὰ φοβερὰ λόγια, γι᾿ αὐτὴ τὴν ἀλλαγή: «Ἰδού, μυστήριον ὑμῖν λέγω. Πάντες μὲν οὖν κοιμηθησόμεθα, πάντες ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι (Α´ Κορινθ. ιε´, 51). Μιλώντας γιὰ τὴν καταστροφὴ τούτου τοῦ κόσμου, γράφει: «Εἴτε προφητεῖαι καταργηθήσονται, εἴτε γλῶσσαι, παύσονται, εἴτε γνῶσις καταργηθήσεται. Ἐκ μέρους γὰρ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθη τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται» (Α´ Κορινθ. ιγ´, 8). Τὸ «τέλειον» θὰ εἶναι ἄφθαρτο, κ᾿ ἡ ἀφθαρσία καταργεῖ τὸν χρόνο. Στὸν «μέλλοντα αἰῶνα» δὲν ὑπάρχει οὔτε γέννα, οὔτε θάνατος.
.            Γιὰ τοὺς πολλοὺς ἀνθρώπους αὐτὰ εἶναι ἀσύστατες φαντασίες, ποὺ τὶς πιστεύουνε μοναχὰ «οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι». Μὰ αὐτοὶ ποὺ τὰ λένε αὐτὰ εἶναι γιὰ λύπη, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο: «Ἂν ἐλπίζουμε, λέγει, μοναχὰ σὲ τούτη τὴ ζωή, εἴμαστε οἱ πιὸ ἐλεεινοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους». Γιατὶ μὲ ὅποια ἐλπίδα κι ἂν ξεγελασθοῦμε, καὶ μὲ ὅση ἀδιαφορία κι ἂν ἀρματωθοῦμε, θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ θὰ δοῦμε, θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας, τὴ φθορὰ ποὺ μᾶς ζώνει σὰν πλημμύρα ἀπὸ παντοῦ, καὶ θὰ τρομάξουμε.

***

.            Γύρω μας τὰ πάντα ἀλλάζουνε, μέρα μὲ τὴν μέρα. Τὰ πρόσωπα παραμορφώνουνται, τὰ κορμιὰ σακατεύουνται, τὰ μάτια θολώνουνε, ὅλα βουλιάζουνε μέσα σ᾿ ἕνα βουβὸ χάος. Ἡ φθορά! Καὶ πιὸ ζωηρὰ μᾶς χτυπᾶ αὐτὸ τὸ ξέφτισμα τοῦ κόσμου καὶ μᾶς κάνει νὰ συλλογισθοῦμε τὴ ματαιότητά μας στὴν ἀρχὴ τοῦ καινούργιου χρόνου.
.            Οἱ Ρωμαῖοι παριστάνανε τὸν πρῶτο μήνα μὲ τὴ ζωγραφιὰ τοῦ Ἰανοῦ ποὺ εἶχε δυὸ πρόσωπα, ὁποὺ ἤτανε γυρισμένα ἀπὸ τὶς δυὸ μεριές, (κι ἀπ᾿ αὐτό, τὸν βγάλανε Ἰανουάριο). Τὸ ἕνα πρόσωπο ποὺ παρίστανε τὸν περασμένο χρόνο ἤτανε γερασμένο, καὶ τ᾿ ἄλλο ποὺ παρίστανε τὸν καινούργιο χρόνο ἤτανε νεαρό. Οἱ πιὸ πολλοὶ ποὺ μιλᾶνε γιὰ τὴν πρωτοχρονιά, σᾶς δείχνουνε τὸ νεαρὸ πρόσωπο. Ἐγὼ σᾶς δείχνω τὸ γέρικο. Δὲν τὸ κάνω γιὰ νὰ σᾶς κακοκαρδίσω, ἀλλὰ γιατὶ πιστεύω πὼς ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ξεγελιέται, ἀλλὰ ποὺ βλέπει τὴν ἀδυναμία του καὶ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου, εἶναι κερδισμένος, ἐπειδὴ γίνεται πιὸ χριστιανός, δὲν παραδίνεται στὶς ἡδονὲς ποὺ χαλᾶνε τὴν ψυχή του, λιγοστεύει τὸν ἐγωισμό του, συμπονᾶ τοὺς δυστυχισμένους, ταπεινώνεται, συντρίβεται, ἀποζητᾶ προστασία κι ἁπλώνει τὰ χέρια του στὸν Χριστὸ ποὺ εἶναι ὁ Ἄφθαρτος, ποὺ δίνει τὴν ἀφθαρσία, (Α´ Τιμοθ. α´ 17), ὁ Βράχος (Α´ Κορινθ. ι´, 4), ὁ Πρῶτος καὶ ὁ Ἔσχατος (Ἄποκαλ. β´, 8), ὁ Ῥυόμενος (Ρωμ. ια´, 26), χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνες (Ἑβρ. ιγ´, 8), καὶ ποὺ εἶπε: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. ιδ´, 6), «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή». (Ἰω. ια´, 25). «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἀρχὴ καὶ τέλος» (Ἀποκαλ. α´, 8), « Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη´, 18), «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται» (Ἰω. ια´, 26).
.            Ὅποιος λοιπὸν πιστεύει στὸν Χριστὸ δὲν φοβᾶται καὶ δὲν θέλει νὰ ξεγελιέται σὰν τὸ καμηλοπούλι, ποὺ χώνει τὸ κεφάλι του στὸν ἄμμο καὶ θαρρεῖ πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κυνηγὸς ποὺ θέλει νὰ τὸ σκοτώσει, ἐπειδὴ δὲν τὸ βλέπει. Αὐτὸς ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀντικρίζει τὴν ἀλήθεια, γιατὶ «ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐστὶν ἀθανασίας πλήρης» (Σολομ.). Ὁ νοῦς του στέκεται ἀτάραχος μέσα στὴ βουβὴ φουρτούνα τοῦ καιροῦ καὶ στὸ ἀσταμάτητο ρεῦμα του, καὶ φέρνει μπροστά του τὶς μυριάδες τὶς μέρες καὶ τὶς νύχτες ποὺ περάσανε καὶ σβήσανε, ἀπὸ τότε ποὺ βγῆκε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ χάος τῆς ἀνυπαρξίας ὡς τὴ σημερινὴ μέρα, ποὺ καμμιὰ καρδιὰ δὲν τὶς θῦμαται πιά. Ἡ καρδιά του δὲν λιγοψυχᾶ, οὔτε πνίγεται ἡ ψυχή του μέσα στὰ βουβὰ κύματα τῆς φθορᾶς, ἐπειδὴ «ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἀθανασίας πλήρης». Γιατὶ ὁ Χριστιανὸς πιστεύει πὼς μὲ τὸν Χριστὸ καταργήθηκε ἡ φθορά, καὶ δὲν φοβᾶται τὸ δόντι τοῦ καιροῦ ποὺ τὰ τρώγει ὅλα. Μὲ τὸν Χριστὸ «ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης, τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Οἴδαμεν γάρ, ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν» (Ρωμ. η´, 21). Ναί, ὅλη ἡ κτίση ἀναστενάζει καὶ πονᾶ μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο, γιατὶ εἶναι σκλαβωμένη στὴ φθορά. Κανένα πλάσμα δὲν θέλει νὰ πεθάνει, γιατὶ μέσα στὸ κάθε ἕνα εἶναι ριζωμένη ἡ ἀγάπη τῆς μακροζωίας. Καὶ ὅμως, ὅλα λυώνουνε καὶ χάνουνε τὴν ὄψη τους καὶ γίνουνται χῶμα ἀναίσθητο, κι ἀφανίζεται ἡ τόση λεπτότητα κ᾿ ἡ τόση σοφὴ σύστασή τους. Ἡ ρόδα τοῦ καιροῦ τ᾿ ἀλέθει καὶ τὰ κάνει σκόνη, καὶ λιώνει ὡς κι αὐτὴ τὴ θύμησή τους καὶ τούτη ἡ ἄσπλαχνη ρόδα γυρίζει ἀδιάκοπα, μέρα καὶ νύχτα. Κατὰ τὸ ποίημα τοῦ Ἀνδρέα Κάλβου: Ὁ γέρος φθονερὸς/καὶ τῶν ἔργων ἐχθρός /καὶ πάσης μνήμης, ἔρχεται./ Περιτρέχει τὴν θάλασσαν/ καὶ τὴν γῆν ὅλην./ Ἀπὸ τὴν στάμναν χύνει/ τὰ ρεύματα τῆς λήθης,/ καὶ τὰ πάντα ἀφανίζει.

 ***

.            Ὁ Χρόνος δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἕνας ἴσκιος τῆς φαντασίας. Ὑπάρχει ὁ θάνατος. Στὸν ἄλλον κόσμο, ποὺ θὰ καταργηθεῖ ὁ θάνατος, οἱ μακάριες ψυχὲς τῶν δικαίων δὲν θὰ νοιώθουνε τὸν χρόνο. Ἄλλα κι ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ δὲν ἔχει πολὺ ἐξουσία ἀπάνω τους, σὰν νὰ μὴν τὸν νοιώθουνε καὶ πολύ, γι᾿ αὐτὸ γράφει ὁ Σολομώντας: «Δίκαιος ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται. Γῆρας γὰρ τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον, οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται. Πολιὰ δὲ ἔστι φρόνησις ἀνθρώποις, καὶ ἡλικία γήρως βίος ἀκηλίδωτος. Εὐάρεστος τῷ Θεῷ γενόμενος ἠγαπήθη, καὶ ζῶν μεταξὺ ἀμαρτωλῶν μετετέθη. Ἠρπάγη μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ ἢ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ. Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς. Ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. Οἱ δὲ λαοὶ ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες, μηδὲ θέντες ἐν διανοίᾳ τὸ τοιοῦτον, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ». «Ὁ δίκαιος ἂν ἔρθει ἡ ὥρα του νὰ τελευτήσει; θά ᾽ναι ἀναπαυμένος. Γιατὶ γῆρας τίμιο δὲν εἶναι τὸ νὰ ζήσει κανένας πολὺ κι οὔτε μετριέται μὲ τὰ χρόνια. Ἀλλὰ γεροντικὴ εἶναι ἡ φρονιμάδα στοὺς ἀνθρώπους, κ᾿ ἡ ἡλικία εἶναι ἀψεγάδιαστη ζωή. Ἐπειδὴ εὐαρέστησε στὸν Θεόν, ἀγαπήθηκε, καὶ ἐπειδὴ ζοῦσε ἀνάμεσα σὲ ἁμαρτωλούς, πάρθηκε ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο. Ἁρπάχτηκε, μήπως ἡ κακία ἀλλάξει τὴ φρονιμάδα του, εἴτε μήπως ἡ πονηρία ξεγελάσει τὴν ψυχή του. Πεθαίνοντας μὲ λίγα χρόνια σὰν νά ᾽ζησε πολλά. Γιατὶ ἤτανε ἀγαπημένη ἀπὸ τὸν Κύριο ἡ ψυχή του· γιὰ τοῦτο βιάσθηκε νὰ φύγει μέσα ἀπὸ τὴν πονηριά. Μὰ οἱ ἄνθρωποι εἴδανε καὶ δὲν καταλάβανε, πὼς ἡ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς διαλεχτούς του, κ᾿ ἡ προστασία του μαζὶ μὲ τοὺς ὁσίους του».

 ΠΗΓΗ: opougis.blogspot.com

,

Σχολιάστε

ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΚΑΙ ΓΚΡΑΒΑΡΙΤΕΣ

Ἀθηναῖοι καὶ Γκραβαρίτες

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

«Ὅσoι τὸ χάλκεον χέρι
βαρύ τοῦ φόβου αἰσθάνονται
ζυγό, δουλείας ἂς ἔχωσι
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία»
Ἀνδρέας Κάλβος «εἰς Σάμον»

.            «Ἕνα νέο εἶδος ἀνθρώπου ἔχει ἀναδυθεῖ τὸν τελευταῖο καιρό: ὁ μορφωμένος βάρβαρος, ποὺ ἔχει σπουδάσει εἴκοσι χρόνια, ἔχει ἀποκατασταθεῖ θαυμάσια ἐπαγγελματικά, ἀλλὰ δὲν ἔχει διαβάσει τίποτα, δὲν ξέρει ἱστορία καὶ ἀγνοεῖ ὁτιδήποτε βρίσκεται ἐκτὸς τῆς εἰδικότητάς του… .
.            Μερικοὶ τυχαίνει νὰ εἶναι καὶ δάσκαλοι. Δὲν διαβάζουν τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ πρέπει νὰ διδάξουν (σ.σ. ἀμφίβολο κι αὐτό). Δὲν ἔχουν νιώσει ποτὲ τὴν ἀπόλαυση τῆς ἀνάγνωσης καὶ δὲν μποροῦν νὰ μεταγγίσουν ἐνθουσιασμό, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἀγάπη γιὰ τὸ ἀντικείμενό τους». (Τὸ κείμενο εἶναι τῆς Βρετανίδας Ντόρις Λέσινγκ καὶ περιέχεται στὸ βιβλίο «ὁ Ἀντιχριστιανισμός», τοῦ Σωτήρη Γουνελᾶ, ἔκδ. «Ἁρμός», σελ. 34-35).
.            Γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ Ἑλλάδα σὲ τούτους τοὺς καιροὺς τοὺς ὕστατους, ὀφείλουμε, χρωστᾶμε ὅλοι μας, νὰ ἀναλογισθοῦμε ἐκεῖνον τὸν χαριτωμένο ἀρχαῖο λόγο: «πῆ παρέβην; τί δ’ ἔρεξα; τί μοι δέον οὐκ ἐτελέσθη;». Ἢ νὰ σοβαρευτοῦμε ἐπιτέλους καὶ νὰ ξεκινήσουμε τὴν αὐτομεμψία «μὴ τὰ ἀλλότρια ἀλλὰ τὰ οἰκεῖα πολυπραγμονῶμεν κακὰ» – ἂς μὴν ἀσχολούμαστε μὲ τὰ ξένα σφάλματα, ἀλλὰ μὲ τὰ δικά μας, μᾶς κανοναρχεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος («εἰς ἀσάφειαν», ὁμιλ. Β´, ΕΠΕ 1,380).
.            Ὅλοι μας μυκτηρίζουμε καὶ ἀναθεματίζουμε τὸν κομματικὸ συρφετό, τοὺς χαμόσυρτους δημοπίθηκους πού, «οἰκείᾳ βουλήσει», μᾶς τυραννοῦν. Ὅμως «ἄφετε τοὺς νεκρούς…». Προπαντὸς ἐμεῖς οἱ δάσκαλοι, ὅλων τῶν ἐκπαιδευτικῶν βαθμίδων, βαρυνόμαστε μὲ πολλὲς ἁμαρτίες καὶ ἀστοχίες. Ἡ μεταπολίτευση καὶ κυρίως φρικιαστικ δεκαετία το ’80 στάθηκε ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἔκπτωσης τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος τοῦ δασκάλου, τοῦ «ἱερουργοῦ τῆς παιδείας», ὅπως ὡραία τὸν ὀνομάζει ὁ Παλαμᾶς.
.            Τί σημαίνει κατ’ ἀρχὰς δάσκαλος. Βουτῶ στὸ χρυσοφόρο πέλαγος τῆς Ρωμηοσύνης καὶ ἀνασύρω ἕνα πολύτιμο πετράδι. Τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ δάσκαλος πρέπει νὰ εἶναι «ἀρχέτυπον βίου, νόμος ἔμψυχος καὶ κανὼν ἀρετῆς». Ἂς ἀναλογιστοῦμε ὅλοι, οἱ διάκονοι τῆς Παιδείας, ποιά ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς προϋποθέσεις τηροῦμε; Ἀδαμάντινη βάση τῆς παιδαγωγικῆς τοῦ Γένους μας ἦταν τὸ νὰ διδάσκει κανεὶς «ἔργῳ καὶ λόγῳ καὶ οὐχὶ μόνον λόγῳ». Μᾶς κατέφθασαν ὅμως ἀπὸ τὸ πνευματικὸ ὀστεοφυλάκιο τῆς Δύσης οἱ καταστρεπτικοὶ «μονοφυσιτισμοί», ἀποσυνδέθηκε ἡ πράξη ἀπὸ τὴν θεωρία, τὸ εὐαγγελικὸ «ὁ ποιήσας καὶ διδάξας» μπαζώθηκε ἀπὸ τοὺς δόλιους ψευτοανθρωπισμούς. Καὶ μπῆκαν μὲς στὶς τάξεις ἄνθρωποι μέτριοι, ἀνονήρευτοι. Ἔγινε τοῦ συρμοῦ ἡ τιποτοκρατία, ἡ προχειρότητα, ἡ λεγόμενη πολιτικὴ τῆς ἥσσονος προσπάθειας. Ἀπὸ τὶς σχολὲς παραγωγῆς ἐκπαιδευτικῶν ἔβγαιναν (καὶ βγαίνουν) σωρηδὸν ἡμιμαθεῖς, φιλόϋλοι καὶ φυγόπονοι ἐκπαιδευτικοί, ἀνίδεοι γιὰ τὸ τεράστιο καὶ κρίσιμο ἔργο ποὺ καλοῦνται νὰ βαστάξουν. Ὁ εὔκολος, ἄκοπος καὶ ἀνέλεγκτος διορισμὸς ἐπιδείνωσε τὴν κατάσταση. (Τώρα βέβαια τὰ πράγματα ἄλλαξαν. Ἡ εὐκολοδιοριστία καὶ τὸ ρουσφέτι φαίνεται ὅτι τελείωσαν. Τὰ παιδιὰ λιώνουν στὰ θρανία γιὰ μεταπτυχιακά, διδακτορικὰ καὶ λοιπὰ χαρτιά. Ἔλεγε ὁ Ἄγγλος ἱστορικὸς Τόϋνμπι: «Ἂν θέλεις νὰ καταστρέψεις ἕνα ἔθνος, νὰ ἐπιμηκύνεις τὰ παραγωγικὰ χρόνια τῆς νεολαίας του πίσω ἀπὸ τὰ θρανία». Εἶναι βαθὺς ὁ λόγος…). Πρὶν φτάσουμε ὅμως στὸν ἐκπαιδευτικό της τάξης, προηγήθηκε τὸ ἔγκλημα ποὺ λέγεται ἅλωση τῶν σχολῶν π τος λυσσαλέους πηρέτες το πνευματικο ποσιτισμο: τος θνομηδενιστς κα τος βλάσφημους κκλησιομάχους. Ἔτσι φτάσαμε στοὺς μορφωμένους βαρβάρους ποὺ «τὴν ἐλευτεριά τους, τὴν ζωντανάδα τους, τὴ θέλησή τους, τὶς ἔχουν πλακώσει ἀνωφέλωτα βάρη, ποὺ τοὺς ἐζάρωσαν τὸ νοῦ καὶ τοὺς ἐμίκραιναν τὴν ψυχή, (σ.σ. πράγμα ποὺ ἀντανακλᾶ καὶ στὴν ψυχὴ τῶν μαθητῶν τους), γεμίζοντάς την μὲ μίαν ἀρρωστιάρικη ἀνησυχία γιὰ τὸ πῶς θὰ βγάλουν τὸ ψωμί τους μονάχα», γράφει ὁ Ἴων Δραγούμης στὸ «ὅσοι ζωντανοὶ» (σελ. 153, ἔκδ. «Δωδώνη»). Ἀλλὰ καὶ ὅσοι, πολλοὶ ποὺ εἶχαν μεράκι καὶ ζῆλο καὶ ἔβλεπαν τὸ κατρακύλισμα στοῦ κακοῦ τὴ σκάλα, ἀφοπλίστηκαν, ξεθώριασε μέσα τους ὁ ζῆλος, «χωρὶς περίσκεψιν, χωρὶς λύπην, χωρὶς αἰδῶ», κλείστηκαν μὲς στὰ τείχη τῆς μετριοκρατίας, συστηματοποιήθηκαν. Γράφει πάλι ὁ Ἴων στὸ προαναφερόμενο βιβλίο μίαν ἱστοριούλα γιὰ τὸ ἴδιο θέμα. Καὶ ὅλα λέγονται σὲ μία ἐποχὴ περίπου ὅμοια μὲ τὴν «σημερινὴ πανάθλια πραγματικότητα καὶ τὴν πολιτικὴ κατάντια τοῦ ἔθνους».
.            Λέει, λοιπόν, γιὰ τοὺς γραμματιζούμενους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς πού, ὅταν εἶδαν πὼς ὁ ἀρχαῖος Ἑλληνισμὸς εἶχε πέραση στὴν Εὐρώπη, ρίχτηκαν στὴν ἀρχαιομανία, ἀφήνοντας ἀπότιστο «τὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας», ὅπως θὰ μᾶς ἔλεγε ὁ Κόντογλου. (Ἔτσι γίναμε γραικύλοι. Πιάσαμε τὶς χλαμύδες καὶ ἀφήσαμε τὸ «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας»). «Μία φορὰ ἕνας κουλὸς χωριάτης ἔφυγε ἀπὸ τὰ Γκράβαρα καὶ πῆρε τὴν τύχη του στὴν Ἀθήνα ζητιανεύοντας. Συγκινοῦσε τοὺς Ἀθηναίους ἡ καλοσύνη του καὶ τοῦ ἔδιναν οἱ σπλαχνικοὶ πεντάρες. Ἅμα γύρισε στὸ χωριό του, γέρος πιὰ καὶ μὲ κομπόδεμα, καὶ τοὺς διηγήθηκε πῶς ἐπλούτισε, ζήλεψαν οἱ χωριανοὶ καὶ τοὺς εἶδες ὅλους τότε νὰ καῖν τὰ χέρια τους, νὰ παραμορφώνουν τὰ κορμιά τους, νὰ γίνονται κουλοί, κουτσοί, στραβοὶ καὶ μουγγοὶ καὶ νὰ ζητιανεύουν στὴν Ἀθήνα. Ὥς που τοὺς κατάλαβαν οἱ Ἀθηναῖοι καὶ τοὺς ἔδιωξαν ὅλους τοὺς Γκραβαρίτες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα μὲ τὶς κλοτσιές». (Μία διδασκαλικὴ παρένθεση-ἐπεξήγηση. Τί νὰ κάνουμε; Δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε τὸν διδακτισμό. Τὰ Γκράβαρα ἢ Κράβαρα, ἦταν περιφέρεια τῆς Ναυπακτίας ἀποτελούμενη ἀπὸ δέκα χωριά. Τὰ χρόνια ἐκεῖνα οἱ κάτοικοι τῶν χωριῶν αὐτῶν ἐπιδίδονταν συστηματικὰ στὴν ἐπαιτεία, σ’ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Γιὰ νὰ προκαλοῦν τὸν οἶκτο καὶ τὴν λύπηση, στρέβλωναν μέλη τοῦ σώματός τους, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ προσωνυμία Γκραβαρίτης ἔγινε συνώνυμο τοῦ ζητιάνος. Αὐτὸ τὸ ἀπέδωσε ἀριστοτεχνικὰ ὁ Α. Καρκαβίτσας στὸν περίφημο «Ζητιάνο» του).
.            Διαβάζοντας τὴν ἱστορία τοῦ Δραγούμη, δὲν ἀποφεύγω τὸν πειρασμό, νὰ βάλω στὴ θέση τῶν Κραβαριτῶν, ἐμᾶς τοὺς εὐρωλιγούρηδες καὶ ἀντὶ τῶν Ἀθηναίων τοὺς «Εὐρωπαίγους» τοῦ Μακρυγιάννη. Γίναμε τυφλοί, κουλοί, στρεβλωμένοι καί… πολυπολιτισμένοι, πεκδυθήκαμε, ς ξεραμένο φιδόδερμα, τ ρωμαΐικο θος, τν λληνικ περπατησιά μας κα σπεύσαμε, ς χάσκακες, στν θήνα-Ερώπη «στν πόλη τς δουλοπαροικίας, κα τν πλουτοκρατν» καὶ δὲν μείναμε «εἰς τὴν ἔντιμον πενίαν μας διὰ νὰ μᾶς βοηθεῖ καὶ ὁ Θεός», ὅπως θὰ μᾶς ἔλεγε ταπεινὰ ὁ μεγάλος Σκιαθίτης. Καὶ τώρα μᾶς διώχνουν μὲ τὶς κλοτσιές. ερωπαϊκή μας περιπέτεια κα συνακόλουθη σώτευση συνδυασμένη μ τν κομματικ λιγόνοια κα τζογομαφιόζικη τακτικὴ μᾶς φεραν στν κλωτσηδν κδίωξη π τν ερωπαϊκ οκογένεια. (Οἰκογένεια. Μαγαρίζουν καὶ «ἱερὲς» λέξεις οἱ ἀθεόφοβοι. Ἄκου «εὐρωπαϊκὴ οἰκογένεια»).
.            Τέλος πάντων. Ὁ λόγος ξεστράτισε. Τὸ θέμα μου ἦταν οἱ ἱερουργοὶ (ἢ ἀνασιουργοί;) τῆς Παιδείας. Θὰ ἐπανέλθω σὲ ἑπόμενο ἄρθρο, στηλιτεύοντας, ἀναξέοντας τὰ οἰκεῖα κακά, αὐτομαστιγούμενος. Γράφω καὶ δὲν λησμονῶ ποτὲ τὸν λόγο τοῦ Μακρυγιάννη: «Κι ἂς μὲ συγχωρέσουνε κι ἐκεῖνοι ὅπου τοὺς λέγω τὰ κουσούρια τους. Ἔχουν κι αὐτεῖνοι τὸ δικαίωμα νὰ εἰποῦνε τὰ δικά μου, ὅ,τι ἔκαμα. Κι ὅταν λέγονται τὰ λάθη μας, τότε κάνουν λιγότερα οἱ μεταγενέστεροι καὶ γινόμαστε κι ἐμεῖς Ἔθνος». Αὐτὴ ἡ λέξη «οἱ μεταγενέστεροι» του ἀειστένακτου, γιὰ τὸ καλό τῆς πίστης καὶ τῆς πατρίδος, Μακρυγιάννη, πρέπει νὰ μᾶς συγκλονίζει. Καὶ δὲν χρειάζεται ἀπόγνωση. «Ποτὲ δὲν εἶναι νωρίς», ἔλεγε ὁ Τσαρούχης. «Τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ αὐτὶ θὰ τὴν πιάσουμε καὶ θὰ τὴν σώσουμε θέλει δὲ θέλει» (Πλαστήρας).

, , , ,

1 Σχόλιο

ΖΩΗ ΠΟΛΥΜΕΡΙΜΝΗ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΜΙΑ ΕΥΤΥΧΙΑ (Φ. Κόντογλου)

Ζωὴ πολυμέριμνη, χωρὶς καμμία ἐσωτερικὴ εὐτυχία

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

.        Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὲ ὅλα ἀχόρταγος, θέλει ν᾿ ἀπολάψει πολλά, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὰ προφτάξει ὅλα. Καὶ βασανίζεται. Ὅποιος ὅμως φτάξει σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ νὰ εὐχαριστιέται μὲ τὰ λίγα, καὶ νὰ μὴ θέλει πολλά, ἔστω κι ἂν μπορεῖ νὰ τ᾿ ἀποχτήσει, ἐκεῖνος λοιπὸν εἶναι ὁ εὐτυχισμένος. Δὲν τὸ κάνει ἀπὸ οἰκονομία, εἴτε γιατὶ ἔχει τὴν ἰδέα πὼς τὰ πολλὰ τὸν βλάφτουνε στὴν ψυχὴ ἢ στὸ σῶμα. Ἀλλὰ γιατὶ στὰ λίγα καὶ στὰ ἁπλὰ βρίσκει πιὸ ἁγνὴ ἱκανοποίηση. Καὶ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα, ἐπειδὴ μὲ τὰ ἁπλὰ καὶ μὲ τὰ λίγα δὲν χάνει τὸν ἑαυτό του. «Τὶς ἔστι πλούσιος; Ὁ ἐν ὀλίγῳ ἀναπαυόμενος».
.        Οἱ ἄνθρωποι δὲν βρίσκουνε πουθενὰ ἡσυχία, γιατὶ ἐπιχειροῦνε νὰ ζήσουνε χωρὶς τὸν ἑαυτό τους.
.        Τρέχουνε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ νὰ βροῦνε τὴν εὐτυχία, μὰ εὐτυχία δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. θέλουμε νὰ εὐχαριστηθοῦμε μὲ συμπόσια ἀπ᾿ ὅπου λείπουμε. Ὅποιος ἔχει χάσει τὸν ἑαυτό του, ἔχει χάσει τὴν εὐτυχία. Εὐτυχία δὲν εἶναι τὸ ζάλισμα ποὺ δίνουνε οἱ πολυμέριμνες ἡδονὲς κι ἀπολαύσεις, ἀλλὰ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς καὶ ἡ σιωπηλὴ ἀγαλλίαση τῆς καρδίας. Μ᾿ αὐτὸ τὸ βύθισμα στὸν ἑαυτό του βρίσκει ὁ ἄνθρωπος τὸν θεό.
.        Γιὰ τοῦτο εἶπε ὁ Χριστός: «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως, οὐδὲ ἐροῦσιν· ἰδοὺ ὧδε ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ. Ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν». «Μὴν ψάχνετε, ζαλισμένοι ἄνθρωποι, ἐδῶ κι ἐκεῖ νὰ βρῆτε τὴν εὐτυχία. Γιατὶ ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα σας».
.        Μέγας λόγος, ὅπως ὅλα τὰ θεϊκὰ λόγια. Μέσα μας εἶναι ὁ θησαυρός. Ἀπ᾿ ἔξω εἶναι ξέρακας, κι ἂς μὴ μᾶς ξεγελᾶ ἡ φασαρία καὶ τὰ ψεύτικα πυροτεχνήματα. Ὅποιος ζεῖ ἐξωτερικά, ζεῖ ψεύτικα.
.        Ὅποιος ζεῖ ἐσωτερικά, ζεῖ ἀληθινά. Ξέρω καλὰ τί εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ζοῦνε οἱ λεγόμενοι κοσμικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ἄνθρωποι ποὺ διασκεδάζουνε, ποὺ ταξιδεύουνε, ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ λογῆς-λογῆς θεάματα, μὲ ἀσημαντολογίες, μὲ σκάνδαλα, μὲ διάφορες ματαιότητες, ποὺ ἀπὸ μακρυὰ φαντάζουνε γιὰ κάποιο πρᾶγμα σπουδαῖο καὶ ζηλευτό, ἐνῷ σὰν τὰ δεῖ κανένας ἀπὸ κοντά, ἀπορεῖ γιὰ τὴ φτώχεια ποὺ ἔχουνε καὶ τὸ πόσο κούφιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ψευτογελιοῦνται μ᾿ αὐτὰ τὰ γιατροσόφια τῆς εὐτυχίας.
.        Ξέρω λοιπὸν καλὰ αὐτὴ τὴ ζωή, γιατί, ἀναγκαστικά, ἔζησα, κάποιες φορές, μὲ ἀνθρώπους πλούσιους, ποὺ μὲ προσκαλούσανε στὰ σπίτια τους, στὶς ἐπαύλεις τους, στὰ κόττερά τους καὶ στὶς ἄλλες διασκεδάσεις τους. Μελαγχολία μ᾿ ἔπιανε ἀπὸ κείνη τὴν κατάσταση. Ἔβλεπα δυστυχισμένους ἀνθρώπους, ποὺ κάνανε τὸν εὐτυχισμένο, κατάδικους ποὺ κάνανε τὸν ἐλεύθερο. Ἀλλά, ἂν δὲν καταγινόντανε μὲ τόσες ψεύτικες χαρές, θὰ πέφτανε στὴ βαρεμάδα, στὴ λεγόμενη ἀνία. Ἢ τὸ ἕνα, ἢ τὸ ἄλλο. Ἄδειοι ἀπὸ κάθε οὐσία, τρισδυστυχισμένοι.
.        Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνύπαρκτη κι ἀνύπαρκτη ἡ εὐτυχία, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πῶς νὰ γίνει ψωμί, σὰν δὲν ὑπάρχει προζύμι; Πῶς νὰ μὴν εἶναι ὅλα ἄνοστα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ ἁλάτι;
.        Λοιπόν, ὅποτε ἀναγκαζόμουνα νὰ πάγω γιὰ λίγο κοντὰ σὲ τέτοιους κοσμικοὺς ἀνθρώπους, πρᾶγμα ποὺ γινότανε σπάνια, γιὰ νὰ μὴν τοὺς προσβάλω, ἀφοῦ μὲ προσκαλούσανε μὲ εὐγένεια, δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ νὰ ἀποτραβηχτῶ στὸ καβούκι μου, νὰ γυρίσω στὸ φτωχὸ σπίτι μου καὶ στ᾿ ἀγαπημένα πράγματα ποὺ βρίσκουνται γύρω μου. Ἔβλεπα πῶς ἀντὶ νὰ πάρω κάτι ἀπὸ ὅλη ἐκείνη τὴν τυμπανοκρουσία, ὅπως πιστεύει ὁ πολὺς ὁ κόσμος, ἐγὼ ἔδινα, ἔδινα ξύπνημα στοὺς κοιμισμένους, ξεμούδιασμα στοὺς μουδιασμένους, ζωὴ στὴ μονοτονία τους.
.        Γι᾿ αὐτὸ καὶ τώρα ποὺ γράφω, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶμαι προσκαλεσμένος σὲ πολλὰ μέρη ἀπὸ κάποιους εὐγενεῖς ἀνθρώπους, ὄχι μονάχα στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ σὲ μακρυνὰ μέρη, κάθουμαι στὸ μικρὸ περιβολάκι μας μὲ τὰ λίγα δεντράκια καὶ μὲ τὰ ταπεινὰ λουλούδια. Ξεκουράζουμαι κι εἰρηνεύει ἡ ψυχή μου. Τοῦτο τὸ μικρὸ κηπάριο εἶναι γιὰ μένα ὁ Κῆπος τῆς Ἐδέμ. Ὁ ἀγέρας μοσχοβολᾶ, κι ὁ νοῦς μου ταξιδεύει. Ταξιδεύει ἐδῶ κι ἐκεῖ, μὰ περισσότερο βυθίζεται μέσα μου, ἐκεῖ ποὺ ἀναβρύζει τὸ μυστικὸ νερό, ἐκεῖ ποὺ βρίσκουνται τὰ ριζώματα» τοῦ κόσμου.
.        Εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ ποὺ βρέθηκε αὐτὸ τὸ καταφύγιο. Νοιώθω μεγάλη εὐτυχία ποὺ εἶμαι μοναχιασμένος, πού, ἐδῶ ποὺ κάθομαι, δὲν μὲ ξέρει κανένας, δὲν μὲ θυμᾶται κανένας. Σὰν νὰ εἶμαι καραβοτσακισμένος ποὺ γλύτωσε ἀπὸ τὴ φουρτούνα, κι ἀκούγει τὸ μούγκρισμα τῆς θάλασσας ἀπὸ τὸ σίγουρο καταφύγιό του. Σὰν νὰ γλύτωσε ἀπὸ λῃστές. Ἀνατριχιάζω συλλογισμένος τὴν ἀνεμοζάλη ποὺ τὴ λένε ζωὴ οἱ ὅμοιοί μου, κοινωνικὴ ζωή, ζούγκλα γεμάτη σκορπιούς, φίδια καὶ λύκους.
.        Ἀναπαύουμαι μοναχὰ μὲ δυὸ – τρεῖς ἀνθρώπους ἁπλοὺς καὶ καλοκάγαθους, ποὺ ἔχουνε ἀγάπη μέσα τους καὶ εἰρήνη στὴν καρδιά τους. Δὲν θέλω μήτε θαυμασμούς, μηδὲ δόξες, μήτε ἄλλες τέτοιες συμφορές, θέλω νὰ εἶμαι ξεχασμένος κι ἀσήμαντος. Ὦ λησμονιά, τί μπάλσαμο εἶσαι γιὰ ὅσους ποθοῦνε τὴν εἰρήνη! Κατάρα εἶναι ἡ δίψα ποὺ ἔχουνε οἱ ἄνθρωποι νὰ κατασταθοῦνε ξακουσμένοι, νὰ τοὺς δοξάζει ὁ κόσμος καὶ νὰ βασανίζουνται μέσα στὴ ματαιότητα κι ἐκεῖνοι ποὺ θαυμάζουνται κι ἐκεῖνοι ποὺ θαυμάζουνε.
.        Ἐδῶ ποὺ κάθουμαι, νοιώθω πὼς εἶμαι μακρυὰ ἀπ᾿ ὅλους αὐτοὺς τοὺς βραχνάδες ποὺ τοὺς ἔχουνε γιὰ εὐτυχία οἱ δυστυχισμένοι ἄνθρωποι.
.        Φυσᾶ στὸ πρόσωπό μου τὸ δροσερὸ ἀγεράκι, μπαίνει ἁπαλὰ στ᾿ αὐτιά μου, σὰν νὰ μὲ χαιρετᾶ. Σιγοσαλεύουνε τὰ κλαδιὰ κι οἱ κορφὲς τῶν δέντρων. Μαμούνια περπατοῦνε στὸ μοσχοβολημένο χῶμα, τὸ κάθε ἕνα τραβᾶ τὸν δρόμο του κι ἔχει τὸν σκοπό του. Ποῦ πηγαίνουνε; Μυστήριο. Πεταλούδια καὶ μυγάκια λογῆς-λογῆς, ἄλλα μακρουλά, ἄλλα στρογγυλά, πετᾶνε καὶ μαζεύονται γύρω ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ εἶναι ἀναμμένο ἀπὸ πάνω μου. Ὅλα εἶναι σπουδαῖα, ὅλα ἀξιαγάπητα. Κι ἐγὼ εἶμαι ἕνα ἀπ᾿ αὐτά.
.        Δὲν ἀκούγεται τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ τὶς σταλαγματιὲς τὸ νερὸ ποὺ πέφτουνε ἀπὸ τὴ βρύση, κάνοντας τὴ σιωπὴ ἀκόμα πιὸ βαθειά. Σὰ νὰ γίνεται γύρω μου κάποια μυσταγωγία. Τὸ μυστήριο τοῦ κόσμου τὸ νοιώθω καὶ μέσα μου κι ἀπ᾽ ἔξω. Μυστικὲς θύρες ἀνοίγουνε ἀπὸ παντοῦ. Τὸ κάθε δέντρο, τὸ κάθε χορτάρι, τὸ κάθε λουλούδι, σὰν νὰ μὲ βλέπει μὲ τὰ μυστηριώδη μάτια του.
.        Εἶμαι μακάριος στὸ μικρὸ τοῦτο περιβολάκι μας. Τύφλα νἄχουνε μπροστά του οἱ μεγάλοι κῆποι καὶ τὰ πολυέξοδα παλάτια, τὰ φανταχτερὰ κόττερα. Ὅσα εἶναι γύρω μου εἶναι ἀγαπημένα, γιατὶ δὲν εἶναι ἀγορασμένα μὲ λεφτὰ πολλά, ὅπως εἶναι ὅσα ἔχουνε οἱ πλούσιοι. Ἀγορασμένα πράγματα μποροῦνε νὰ δώσουνε εὐτυχία στὸν ἄνθρωπο;
.        Ὤ, ἐσεῖς ποὺ ἔχετε τὰ πλούτη καὶ ποὺ μόνο τί λογῆς εἶναι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ δὲν ξέρετε. Ἄνθρωποι βασανισμένοι, σαστισμένοι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες κι ἀπὸ τὶς σκουτοῦρες, σκλάβοι στὴ φιλοδοξία καὶ στ᾿ ἄλλα πάθη, ὦ ἄσωτοι γυιοί, ποὺ φάγατε τὰ ξυλοκέρατα καὶ δὲν χορτάσατε, γυρίστε πίσω στὸ σπίτι τοῦ πατέρα σας τοῦ πονετικοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ καρδιὰ ἡ δική σας, καὶ μπεῖτε μέσα νὰ ξαποστάσετε, νὰ εὐφρανθῆτε καὶ νὰ νοιώσετε τὴν ἀληθινὴ χαρά!

Συλλογή «Μυστικὰ Ἄνθη», Ἐκδ. Παπαδημητρίου
ΠΗΓΗ Διαδικτύου: http://www.aganargyroi.gr

,

Σχολιάστε

“ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ”, “ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ”, “ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ” ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ

.     ΕΙΣΑΓ. ΣΧΟΛΙΟ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Τὸ αἴτημα τῆς λειτουργικῆς χρήσεως “μεταφράσεων” τῶν λειτουργικῶν κειμένων ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ”κατανοήσεως” εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ἐκφάνσεις ἑνὸς βαθυτέρου αἰτήματος γιὰ τὸν “ἐκσυγχρονισμὸ” τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα αἴτημα δηλαδὴ ποὺ καὶ ἀπὸ μόνη τὴν διατύπωσή του εἶναι πρόχειρο, ρηχὸ καὶ προδήλως ἀντιευαγγελικό – ἀντιεκκλησιαστικό, ἐφ᾽ ὅσον εἰσηγεῖται τὴν “προσαρμογὴ” τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐποχή μας προεξυπονοώντας τὴν παλαίωσή της.
.      Ὁποιαδήποτε ἐπιχειρηματολογία δὲν πρόκειται νὰ πείσει τοὺς ἐργάτες τῶν ἐκσυγχρονιστικῶν προσπαθειῶν. Δὲν συζητοῦν. Δὲν δείχνουν κατανόηση στοὺς ἀδελφούς τους, μόνον νοιάζονται γιὰ τὴν ποσότητα κατανοήσεως ποὺ θὰ ἀπορροφήσει ὁ  ὑπερμεγέθης ἐγκέφαλός  τους καὶ μεθοδεύουν πῶς θὰ πετύχουν τὸν “ἐπαναπροσδιορισμὸ” τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὰ θεολογικὰ ἰδιοσκευάσματά τους.
.      Οὔτε τὸ περιεχόμενο τῆς Ἁγίας Παραδόσεως φαίνεται νὰ τοὺς ἐνδιαφέρει, οὔτε οἱ Πατέρες, οὔτε οἱ Ἅγιοι, οὔτε οἱ Σύνοδοι, οὔτε οἱ Κανόνες, οὔτε οἱ  ἴδιοι οἱ Ἀδελφοί τους. Ἡ μόνη προτεραιότητα εἶναι ἡ δική τους ἐκτίμηση, ἡ δική τους κατανόηση, ἡ δική τους ἑρμηνεία, ἡ δική τους γνώση, ἡ δική τους αὐτοπεποίθηση, ἡ δική τους ἀλαζονία.
.       Ἐκ παραλλήλου ἄλλωστε εἴμαστε μάρτυρες τῆς Ἐργολαβίας Ἀλλοτριώσεως τῆς  ἱστορικῆς μας μνήμης. Ἡ ἰδεολογία καὶ ἡ σκοποθεσία εἶναι εὔγλωττες: «(…)Τὸ νέο κράτος ποὺ εἰσάγεται στὴν Ἐπίδαυρο σὰν ἔνδυμα ἀπὸ τὴν Γαλλία, δὲν καλύπτει ἀπόλυτα τὴν ντόπια φορεσιά μας ἀπὸ μέσα. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ψυχὴ τῶν περισσοτέρων δὲν συγχρονίστηκε μὲ τοὺς ξένους θεσμοὺς ποὺ ἐπικάθησαν στὴν κοινωνία. Ὁ Στέλιος Ράμφος ἀποδίδει τὴν ἀσύμπτωτη σχέση μὲ ἐπιλογὲς τοῦ Βυζαντίου, ὅταν προτιμήθηκε τὸ “τουρκικ φακιόλι π τν παπικ τιάρα”.(…) Ὡστόσο, πιλογ κείνη, λλ κα λλες παλαιότερες, διαμορφώνουν μία ντίληψη ταυτότητας πο βρίσκει στν έναη συλλογικ ζω τ πρότυπα γι τ διαμόρφωση τς σημερινς μας ατοσυνειδησίας. (…) Κα ν δν λλάξει συνείδηση το κάθε πολίτη, ἡ κάθοδός μας θὰ συνεχίζεται.» (Θ. Βερέμης, ἐφημ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» , 27.02.2011). Ἔχουμε ὁλοφάνερη καὶ ἀτόφια τὴν διακήρυξη τῆς ἐργολαβίας ἀλλαγῆς συνειδήσεως, ὥστε νὰ μὴ ἀντιστέκεται στὸν ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟ, σ᾽ αὐτὴν δηλαδὴ τὴν ὑπερτάτη προτεραιότητα, στὴν disciplina maxima, στὴν ὁποία γονατίζουν τόσο εὐλαβικὰ καὶ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, Κληρικοί, θεολόγοι, διανοητές.
.       Μπροστὰ ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ κείμενα ἐκεῖνο ποὺ πρέπει ἐπειγόντως νὰ γίνει “κατανοητὸ” εἶναι ὅτι ἡ παραχάραξη καὶ ὁ “ἐπαναπροσδιορισμὸς” δὲν εἶναι ἁπλὰ συμβεβηκότα. Εἶναι ἕνας παγκόσμιος ἰδεολογικὸς ὁδοστρωτήρας μὲ μεσσιανικὲς ἀξιώσεις. « παγκοσμιοποίηση περιέχει τ ρμα ποι. πάρχει λοιπν κάποιος πο τὴν φτιάχνει, πο τν κατευθύνει, πο κάποιο φελος πιδιώκει π ατή…» (Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Ἱερώνυμος)

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΒΑΡΛΑΑΜΙΣΜΟΣ

Τοῦ Παναγιώτη Τελεβάντου

===========

.             Τί ἔκανε ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ καὶ ἔφτασε σὲ τέτοια δυσθεώρητα μέτρα Ἁγιότητας; Τίποτα δὲν ἔκανε μὲ τὰ κοσμικὰ κριτήρια. Ἕνας ἀγράμματος παπὰς ἤτανε ποὺ ψεύδιζε σὰν μικρὸ παιδὶ καὶ ποὺ δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ διαβάσει σωστὰ τὸ εὐαγγέλιο, τὶς εὐχὲς καὶ τὶς ἐκφωνήσεις τῆς Θείας λατρείας!
.             Καὶ πῶς πέρασε τὴν ζωή του; Ἀπὸ λειτουργία σὲ ἀγρυπνία καὶ ἀπὸ Παράκληση σὲ Χαιρετισμοὺς σὲ ὅσους Ἁγίους ἔβρισκε στὸ πέρασμά του καὶ μὲ ἕνα ἀτέλειωτο διάβασμα ὀνομάτων στὴν Πρόθεση “ζώντων τε καὶ τεθνεώτων”.
.             Τί ἔκανε λοιπὸν μὲ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια; Χασομεροῦσε διαβάζοντας “Βυζαντινολιγουριδικὰ” κείμενα.
.             Καὶ ὅμως! Γιὰ στίψε ὅλους τοὺς Καθηγητὲς τῆς Λειτουργικῆς ὅλων τῶν ὀρθοδόξων Θεολογικῶν Σχολῶν τοῦ κόσμου καὶ πές μου ἂν ἀπέκτησαν ἕνα χιλιοστὸ – τί λέγω χιλιοστό; – ἕνα ἑκατομμυριοστὸ ἀπὸ τὴν κατανόηση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς λατρείας ποὺ ἀπέκτησε ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς!
.             Ἐμεῖς κάνουμε τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Ἀντὶ νὰ μιλοῦμε στὸν Θεὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ἔκανε ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς, μιλοῦμε στοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸν Θεό. Καὶ νὰ μιλούσαμε γιὰ κάτι ποὺ εἴχαμε ἐμπειρία; Καλὴ ὑπηρεσία θὰ προσφέραμε!
.             Νὰ μᾶς συγχωρεθεῖ – ἔστω – ἂν μιλᾶμε στοὺς ἀδελφούς μας γιὰ τὸν Χριστὸ ἔστω καὶ ἂν δὲν ἔχουμε προσωπικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπικαλούμαστε τὴν Ἀποκάλυψη τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων. Ἀλλὰ νὰ μιλᾶμε γι’ αὐτὰ ποὺ δὲν ξέρουμε ἢ ἀκόμη χειρότερα νὰ θέλουμε (ἐπειδὴ διαβάσαμε τὸν Σμέμαν καὶ τὸν Κλεμάν) νὰ διορθώσουμε τοὺς Ἁγίους – αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ δὲν στοχάζονται ἀλλὰ ἔχουν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ – ποιός Θεὸς θὰ μᾶς συγχωρέσει τὸ μεγάλο κρίμα;
.             Παραθέτουμε στὴ συνέχεια τὸ κείμενο τοῦ Φώτη Κόντογλου ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὸ πιὸ πάνω σχόλιο.

*****

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΙΕΡΕΑ

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

====================

.           Ποιός ἄρχοντας, ποιός βαθύπλουτος ἔζησε σὰν τὸν παπὰ-Πλανᾶ, ποὺ δὲν εἶχε «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνη»; Ποιὸς δοξασμένος ἀγαπήθηκε ὅσο ἀγαπήθηκε ἐκεῖνος ποὺ κρυβότανε γιὰ νὰ μὴ τὸν δῆ κανένας;
.         Ποιός ρήτορας στάθηκε πιὸ ἐκφραστικὸς ἀπὸ τὸν παπὰ-Νικόλα, ποὺ ψεύδιζε σὰν νάτανε κανένα νήπιο;
.         Κι ἀληθινά, ποιὸς ἤτανε πιὸ πλούσιος ἀπὸ τὸν ἁγιασμένον αὐτὸν γέροντα, ἀφοῦ τὰ εἶχε ὅλα στὴ ζωή του, χωρὶς νὰ κρατᾶ μία δραχμὴ στὴν τσέπη του; Αὐτὸς ζοῦσε σὰν ἐκείνους τοὺς βλογημένους ποὺ λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πὼς ἤτανε «μηδὲν ἔχοντες καὶ τὰ πάντα κατέχοντες». Ζητοῦσε πρῶτα τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κι ὅλα τὰ ἄλλα «προσετίθεντο αὐτῷ (Μάρκ. δ´ 24).
.         Τὸ πιὸ μικρὸ νόμισμα δὲν βραδυαζότανε στὴν τσέπη του. «Γιατί, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, «ἐκεῖνος ὅπου ἔχει φυλαγμένα χρήματα, εἶναι ἀδύνατο νὰ πιστεύη καὶ νὰ ἐλπίζει στὸν Θεό». Καὶ τοῦτο εἶναι φανερὸ ἀπὸ ἐκεῖνα ὅπου εἶπε ὁ Χριοτὸς καὶ Θεός μας: «Ὅπου ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. ϛ´ 21).

ΠΗΓΗ: http://panayiotistelevantos.blogspot.com καὶ «Ἀναστάσιος»

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε