Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Φόβος Θεοῦ

ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ καὶ ΦΟΒΙΕΣ

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ φοβίες τῶν ἀνθρώπων

Ἐπίσκοπος Ἰωὴλ Φραγκάκος,
Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης & Ἀλμωπίας

ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

.                 Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὅταν γεννιέται, ἔχει μέσα του (κληρονομοῦνται σ᾿ αὐτὸν) ψυχολογικὲς καὶ σωματικὲς ἀδυναμίες· π.χ. ἡ ἀκόρεστη δίψα γιὰ ζωή, ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἡ φθορὰ τοῦ σώματος, οἱ ποικίλες ἰδιόμορφες καταστάσεις, καχυποψίες γιὰ ἄλλους καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὅλα αὐτὰ τοῦ προκαλοῦν φόβο. Ὁ φόβος δὲν τὸν ἀφήνει νὰ τελειοποιηθεῖ στὴν ἀγάπη. Ὁ Χριστὸς ὅμως ἦλθε νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ θανάτου καὶ τῆς κολάσεως, (Ἑβρ. β´ 14-15). Δὲν μᾶς ἔφερε πνεῦμα δειλίας, ποὺ προκαλεῖ φόβο, ἀλλὰ πνεῦμα υἱοθεσίας (Ῥωμ. η´ 14-15). Ὁ Χριστὸς μᾶς ἐλευθέρωσε. Ὅποιος πιστεύει στὸ Χριστὸ ἐλευθερώνεται καὶ ὁδηγεῖται στὴν ἀγάπη ποὺ «ἔξω βάλλει τὸν φόβο» (Α´ Ἰω. δ´ 18). Γιὰ νὰ φτάσουμε ὅμως στὴν ἀγάπη, χρειάζεται ἀγώνας καὶ ἄσκηση καὶ φυσικὰ δὲν ζεῖ κάποιος τὴν κατάσταση αὐτὴ διὰ μιᾶς. Στὰ πρῶτα βήματά του πρὸς τὴν τελείωση, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἔχει φόβο γιὰ μερικὰ πράγματα, ὅπως π.χ. γιὰ τὴν κόλαση, τὴν ἁμαρτία, τὴν γέενα τοῦ πυρός. Νὰ φοβηθεῖ τὴν ἁμαρτία μήπως τὸν χωρίσει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ καταδικασθεῖ.

ΓΝΩΜΕΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΑΥΤΗ

.                 Ὁ φόβος ποὺ ἔχουμε νὰ μὴν πέσουμε στὴν ἁμαρτία εἶναι ἀρετή. Ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. (Ἰσαὰκ ὁ Σύρος)
Ὁ φόβος εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ πένθος τῶν ἁμαρτημάτων (Πέτρος ὁ Δαμασκηνός).
.                 Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο, φοβεῖται τὴν κόλαση, κι αὐτὸς ποὺ φοβεῖται τὴν κόλαση, τηρεῖ τὶς ἐντολές. Αὐτὸς πάλι ποὺ τηρεῖ τὶς ἐντολές, ὑπομένει τὶς θλίψεις, κι ὅποιος ὑπομένει τὶς θλίψεις, ἀποκτᾶ τὴν ἐλπίδα του στὸν Θεὸ (ὅπ.π.).
.                 Ἄλλο πράγμα νὰ φοβεῖσαι τὸν Θεὸ καὶ ἄλλο νὰ ἐφαρμόζεις τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ (Συμεὼν ὁ ν. Θεολόγος).
.                 Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς στὴν πνευματική μας ζωὴ προηγεῖται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς κάνει νὰ πενθοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ ἀκολουθεῖ ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν ὡς καρπός. Ὁ ἔμφυτος φόβος βοηθάει μαζὶ μὲ τὴν πίστη στὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν.
.                 Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀναγκάζει νὰ πολεμᾶμε τὴν κακία καὶ ἐνῶ τὴν πολεμᾶμε, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τὴν πολεμεῖ (Μάρκος ὁ Ἀσκητής).
Ἡ ρίζα τῆς εὐλάβειάς μας πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ ὅπλο γιὰ νὰ πολεμήσουμε τὶς δυσκολίες στὴν πνευματική μας πορεία (Ἰω. ὁ Χρυσόστομος).
.                 Παράδειγμα χαρακτηριστικὸ ὁ ληστής. Ὅλοι ξέρουμε τί εἶπε στὸν ἐξ εὐωνύμων του Χριστοῦ κακοῦργο, ποῦ λοιδοροῦσε τὸν Χριστό: «οὐχὶ σὺ ὁ Χριστός; σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα αὐτῷ λέγων· οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ;» (Λουκ. κγ´ 29). Μπροστὰ στὸν Κύριο ὁ εὐγνώμων ληστὴς αἰσθάνθηκε μεγάλο φόβο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ εἶπε τὰ περίφημα ἐκεῖνα λόγια· «Ἰησοῦ, μνήσθητί μου ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ´ 41).

ΠΩΣ ΕΝΕΡΓΕΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ;

.                 Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος λέγει πὼς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ξυπνάει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἐναντίον τῶν πονηρῶν ἐπινοήσεων τοῦ διαβόλου. Ὅπως τὰ Χερουβὶμ ἦσαν ἄγρυπνα μπροστὰ στὴν θύρα τοῦ Παραδείσου, ἔτσι καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄγρυπνος φύλακας τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ μὴν πέσει στὴν ἁμαρτία. Αὐτὸν τὸν φόβο χρειάζεται νὰ τὸν διατηρεῖ γιὰ νὰ μὴ βλαβεῖ ἀπὸ τὸν ἐχθρό.
.                 Πράγματι πολλὲς φορὲς συγκρατούμεθα μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, διότι μέσα μας ὑπάρχει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ἀναλογιζόμαστε· «πῶς θὰ τὸ κάνω αὐτό; φοβᾶμαι τὸν Θεό, φοβᾶμαι τὴν κόλαση». Ὁ σωτήριος αὐτὸς φόβος μᾶς κάνει νὰ μισοῦμε τὴν ἀδικία, τὴν ὕβρη καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, τονίζει ὁ Μέγας Βασίλειος.
.                 Αὐτός, ποὺ ἔχει φόβο Θεοῦ, ἀπομακρύνει εὔκολα τοὺς λογισμοὺς τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ δὲν αἰχμαλωτίζεται μὲ τίποτε. Δὲν ἔχει περισπασμοὺς στὸ νοῦ του, διότι περιμένει τὸν Δεσπότη Χριστό. Ἐπιμελεῖται τῶν ἀρετῶν, γιὰ νὰ μὴν καταδικασθεῖ.
.                 Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία μήτρα. ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ σπέρμα. κι αὐτὸ ποὺ θὰ γεννηθεῖ, εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ ἔχουμε καθαρὴ ἐλεημοσύνη, δηλ. ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κενοδοξία, φιλαργυρία καὶ ἡδονή, πρέπει νὰ προηγηθεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ νεκρώσει τὰ πάθη αὐτά.
Ὅποιος θέλει νὰ ἀγαπήσει τὸν Θεό, θὰ ἀρχίσει ἀπὸ τὸν φόβο του. Ἐξαιτίας αὐτοῦ του φόβου προσέχουμε καὶ τὰ λεπτότατα ἁμαρτήματα. Ἕνας ποὺ φοβᾶται τὸν Θεό, λέγει καὶ τὰ πιὸ μικρά του ἁμαρτήματα, διότι ἔχει τὴν ἐντύπωση, πὼς μετὰ θάνατο τὸν περιμένουν πολὺ ἄσχημες καταστάσεις.
.                 Ὅποιος φοβᾶται τὸν Θεό, ἀγαπάει τὴν ἐγκράτεια. Μὲ φόβο πηγαίνει νὰ κοινωνήσει. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», προσκαλεῖ ὁ λειτουργὸς τοὺς πιστούς. Ὁ φοβούμενος τὸν Κύριο, δὲν φοβεῖται τῶν δαιμόνων τὶς ὁρμές, οὔτε τὶς ἀπειλὲς τῶν ἀνθρώπων.

Ο ΦΟΒΟΣ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΔΥΟ ΕΙΔΗ

.                 Οἱ Πατέρες λένε πὼς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἔχει δύο μορφές. Εἶναι ὁ φόβος τῶν εἰσαγωγικῶν καὶ ὁ φόβος τῶν τελείων.
Ὁ φόβος τῶν εἰσαγωγικῶν ἢ τῶν ἀρχαρίων, ποὺ ὑπάρχει μέσα μας καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ πέσουμε στὴν ἁμαρτία ἐξαιτίας τῆς κολάσεως. «Εἰσαγωγικὸς ἐστὶν ὁ ἀπέχων τῆς κακίας». Αὐτός, ποὺ ἔχει αὐτὸν τὸν φόβο φοβᾶται σὰν δοῦλος τὰ κολαστήρια, τὶς τιμωρίες καὶ τὶς καταδίκες.
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ τέλειοι, ποὺ ἔχουν καὶ αὐτοὶ φόβο, ἀλλὰ μὲ ἄλλη μορφή. Φοβοῦνται μήπως παραβοῦν κάποια ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν λυπήσουν. Φοβοῦνται μήπως ὑποστοῦν τροπὴ ἢ ἀλλοίωση στὴν πνευματική τους ζωὴ καὶ πέσουν στὴν ἁμαρτία.
.                 Ὁ φόβος τῶν εἰσαγωγικῶν ἐξαφανίζεται, ὅταν συγχωρηθοῦν τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ὁ δεύτερος, τῶν τελείων, παραμένει συνεχῶς στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἁγιάζει περισσότερο.
.                 Ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καταλαβαίνουμε πὼς μποροῦμε νὰ ὠφεληθοῦμε τὰ μέγιστα ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μία εὐχὴ τῆς θείας Λειτουργίας τὸ τονίζει αὐτὸ ἐμφατικά. «Ἔνθες ἡμῖν καὶ τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες».
.                 Αὐτὲς τὶς πνευματικὲς καταστάσεις ἂς ἐπιζητοῦμε σταθερά, γιὰ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΦΟΒΙΕΣ

.                 Εἴδαμε διεξοδικὰ τί εἶναι ὁ φόβος καὶ ποιὲς εἶναι οἱ ἐνέργειές του. Ἂς δοῦμε τώρα τὶς ἀνθρώπινες φοβίες.
Φοβία, ὀνομάζεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐπιστήμη, δηλ. τὴν ψυχιατρική, ἡ πάθηση ἐκείνη, ὅπου τὸ ἄτομο κατακλύζεται ἀπὸ φόβο, ἐνῶ δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ αἰτία φόβου. Λέμε ὅτι κάποιος ἔχει κλειστοφοβία, ὅταν δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθει σὲ κλειστοὺς χώρους, π.χ. σὲ ἀνελκυστήρα, ἢ νὰ ταξιδεύσει μὲ ἀεροπλάνο, τρένο κ.λπ., ἐπειδὴ καταλαμβάνεται ἀπὸ μεγάλου βαθμοῦ φόβο. Πλεῖστα πράγματα καὶ καταστάσεις μποροῦν νὰ γίνουν ἀφορμὴ τέτοιας φοβίας. Τὰ συνηθέστερα εἶναι: Πλατεῖες ἢ χῶροι ὅπου ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι (ἀγοροφοβία), ἡ ἄνοδος σὲ ὑψηλοὺς ὀρόφους κτηρίων (ὑψοφοβία), ζωύφια ἀκίνδυνα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅπως π.χ. μικρὲς ἀράχνες (ἀραχνοφοβία) κατσαρίδες (κατσαριδοφοβίες) κ.λπ. Ἐπίσης φόβος τῶν μικροβίων (μικροβιοφοβία), γι᾿ αὐτὸ καὶ πλένουν τὰ χέρια καὶ τὰ ἐνδύματα συχνότατα. Ἀκόμη διάφορες ἀρρώστειες, ὅπως π.χ. ὁ καρκίνος (καρκινοφοβία), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προσέχουν νὰ μὴν τοὺς ἐγγίσει ἄνθρωπος, ποὺ πάσχει ἀπὸ τὴ νόσο αὐτή, ἢ κάποια ἄλλη. Ὅσοι ἔχουν μία ἀπὸ τὶς φοβίες αὐτές, δὲ σημαίνει πὼς εἶναι ἄτομα δειλὰ καὶ μὲ μειωμένη προσωπικότητα. Ἀντιθέτως μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπιτυχημένοι ἐπαγγελματίες, σωστοὶ ἐπιστήμονες, ἢ ἀκόμη νὰ ἐπιδίδονται καὶ σὲ τολμηρὲς δραστηριότητες, ὅπως π.χ. τὴν ὀρειβασία.

.                 Ἡ κατάσταση τῆς φοβίας ὀφείλεται σὲ κάποια διαταραχὴ τῆς λειτουργίας τοῦ κεντρικοῦ νευρικοῦ συστήματος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ποὺ πάσχει ἀπὸ τὴ φοβία, δὲν ἔχει ἄλλα ψυχοπαθολογικὰ συμπτώματα, τότε ἡ ὀδυνηρὴ αὐτὴ κατάσταση ὀνομάζεται νευρωτικὴ φοβία καὶ τὸ ἄτομο ἔχει πλήρη ἐπίγνωση τοῦ παραλόγου της φοβίας του. Παρ᾿ ὅλες ὅμως τὶς προσπάθειές του δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ εὔκολα. Ἀκόμη ἡ φοβία μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ συμπτώματα ψυχοπάθειας, ὅπως π.χ. ἡ μελαγχολία κ.λπ. Ἂς ἀναφέρουμε καὶ δύο παραδείγματα. Ἕνας γιατρὸς μοῦ ἔλεγε πὼς τὸν ἐπισκεπτόταν συχνὰ κάποιος, ποὺ εἶχε τὴ φοβία τοῦ ἐμφράγματος τῆς καρδιᾶς καὶ γενικώτερα τῆς φοβίας τοῦ θανάτου. Εἶχε καχυποψίες γιὰ τοὺς πάντες καὶ ἔτρεμε στὴν ἰδέα πὼς μπορεῖ νὰ πάθει ἔμφραγμα. Κάθε τόσο πήγαινε στὸν γιατρὸ καὶ ἐξέφραζε τὶς ἀνησυχίες του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ χρόνια συνέβη νὰ πάθει καρκίνο ἥπατος, ἐπειδὴ ἦταν συνειδητὸς χριστιανός, ἀντιμετώπισε τὴν ἀσθένεια μὲ ἀξιοθαύμαστη καρτερία καὶ ὑπομονὴ καὶ τὸ καταπληκτικὸ ἦταν, πὼς ἥσυχος περίμενε τὸ θάνατο. Τὸ ἄλλο παράδειγμα. Καπετάνιος ἐμπορικοῦ πλοίου, ποὺ διέπλεε συχνά τους ταραγμένους ὠκεανοὺς καὶ ἀντιμετώπιζε μὲ ἐπιτυχία τὶς φοβερὲς φουρτοῦνες τῆς θάλασσας, τὸν ἐπίανε μεγάλη φοβία, ὅταν ἔμπαινε στὸ λιμάνι καὶ ἔβλεπε συνωστισμὸ (μποτιλιάρισμα) πλοίων. Νόμιζε πὼς δὲ θὰ τὰ κατάφερνε νὰ μπεῖ μέσα. Δὲν φοβόταν τὰ ἄγρια κύματα τοῦ ὠκεανοῦ καὶ ἔτρεμε τὸν συνωστισμὸ τοῦ ἀσφαλοῦς λιμανιοῦ.

.                 Ἕνας πνευματικὸς τί μπορεῖ νὰ κάνει στὴν προκειμένη περίπτωση; Φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει κατευθύνσεις ποὺ ἔχουν σχέση μὲ φάρμακα καὶ ἰατρικὲς ἀγωγές. Οἱ παρατηρήσεις τοῦ τύπου, πὼς αὐτὸ ποὺ ἔχει ὁ ἀσθενὴς δὲν εἶναι τίποτε, καὶ ἡ προτροπὴ νὰ μὴν πάει στὸ γιατρό, δὲν ἔχουν καλὰ ἀποτελέσματα. Ἐὰν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἰατρικὴ θεραπεία, θὰ τὸ κρίνει ἕνας καλὸς καὶ δοκιμασμένος γιατρός. Γίνεται πολλὲς φορὲς μὴ πιστευτὸς καὶ μὴ ἔγκυρος ὁ πνευματικὸς ποὺ δίνει τέτοιες συμβουλές. Τὸ ἔργο τοῦ πνευματικοῦ στὸ ἐξομολογητήριο εἶναι νὰ φύγει ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ καταφύγει στὴν βοήθειά του καὶ ἔχει φοβίες, μὲ ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη στὸ Θεὸ καὶ μὲ ἐλπίδα πὼς στὴ δίνη τοῦ προβλήματός του δὲν θὰ εἶναι ἀποῦσα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καταπληκτικὴ εἶναι ἡ ἐμπειρικὴ διαπίστωση τῶν ἁγίων Πατέρων πὼς ὅσο καθαρίζεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, τόσο καὶ ἐξαφανίζονται τὰ πάθη του καὶ οἱ ψυχολογικές του ἀνισότητες. Κάποτε ρώτησαν κάποιον ἀπὸ τοὺς Γεροντάδες τί πνευματικὴ ἐργασία κάνει, κι αὐτὸς ἀπάντησε: «Ἡμεῖς νοῦν τηροῦμεν». Ἡ τήρηση καὶ ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ πολλὲς φοβίες. Ὁ καθαρὸς νοῦς ἡγεμονεύει τῆς κεφαλῆς καὶ ὑποτάσσει ὅλες τὶς αἰσθήσεις τοῦ σώματος. Ὁ μέγας ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τονίζει, πὼς πάνω ἀπὸ τὴ σπουδὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ γνωρίσει «ἄστρων μεγέθη καὶ φύσεων λόγους», δηλ. θὰ λέγαμε σήμερα ἐπιστημονικὲς γνώσεις, προτιμότερο εἶναι «τὸ εἰδέναι τὸν καθ᾿ ἡμᾶς νοῦν τὴν ἑαυτοῦ ἀσθένειαν καὶ ταύτην ἰάσασθαι ζητεῖν», νὰ μπορέσει ὁ νοῦς νὰ γνωρίσει τὴν ἀσθένειά του καὶ νὰ ζητήσει τὴν ἴασή του. Ἡ καλλιέργεια τοῦ νοῦ μὲ τὴν ἡσυχία, τὴ νηστεία, τὴν προσευχή, τὰ καθαρτικὰ δάκρυα, τὶς ἀκολουθίες, τὴν ἐργασία καὶ μὲ τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν πνευματικὸ καὶ ἄλλους πατέρες, καὶ τὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ θὰ φέρει θετικὰ ἀποτελέσματα γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ θὰ μπορεῖ πιὸ δυναμικὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς βασανιστικὲς φοβίες. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅταν καταλάβει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, καθαρίζει ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς καὶ μάλιστα τὴν πιὸ κύρια δύναμη, ποὺ εἶναι ὁ νοῦς. Ἔτσι μποροῦν νὰ θεραπευθοῦν καὶ οἱ φοβίες.
.                 Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πρακτικὰ πὼς ἡ ἐργασία τοῦ νοῦ μὲ τὴν συνεχῆ μνήμη τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἕνα μέσον γιὰ νὰ ἐλέγξουμε τὶς φοβίες μας. Πίσω ἀπὸ τὰ λόγια της σωτήριας εὐχῆς κρύβεται ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ προσεύχεται λέγοντας «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἔρχεται σὲ ζωντανὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεὸ καὶ ζωοποιεῖται. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Ἰησοῦ καὶ ἔτσι ἐγκαταλείπονται οἱ φοβίες. Ἔχω ὑπόψη κάποιον, ποὺ εἶχε διάφορες φοβίες, ποὺ τὸν ἐμπόδιζαν νὰ κοιμηθεῖ, καὶ ὅταν ἄρχισε νὰ λέγει τὴν εὐχὴ καὶ νὰ ἐνεργεῖ μέσα του, πολλὲς ἀπὸ τὶς δύσκολες αὐτὲς καταστάσεις ἐξαφανίσθηκαν.
.                 Ἐπίσης εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ εὐαίσθητοι ἄνθρωποι ὑποφέρουν πάρα πολὺ ἀπὸ τὶς φοβίες. Ὁ μακάριος Γέροντας π. Παΐσιος ἔλεγε πὼς ὁ πονηρὸς βρίσκει διάφορες εὐκαιρίες καὶ τοὺς εὐαίσθητους τοὺς κάνει πιὸ εὐαίσθητους καὶ τοὺς ἀναίσθητους πιὸ ἀναίσθητους. Οἱ εὐαίσθητοι περνοῦν πολλὲς φορὲς μαρτυρικὲς μέρες ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς φοβίας. Διάφορα γεγονότα τοῦ καθημερινοῦ βίου, ἡ ἐνέργεια τοῦ πονηροῦ καὶ ἐγγενεῖς ψυχολογικὲς καταστάσεις κάνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑποφέρει πολύ. Τότε χρειάζεται τὴ βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ, νὰ συζητήσει μαζί του, νὰ ἐνισχυθεῖ ἀπὸ τὰ λόγια του, νὰ νοιώσει τὴ θεία παρηγοριά. Ἡ παρουσία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ μᾶς ἀγαποῦν ἀνιδιοτελῶς, εἶναι εὐεργετική.
.              Θὰ θέλαμε νὰ θίξουμε κι ἕνα ἄλλο σημεῖο. Ἡ θεραπεία τῆς φοβίας ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν ταπείνωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνθυμοῦμαι τὰ λόγια ἑνὸς Γέροντα τοῦ Ἁγίου Ὄρους σὲ κάποιον, ποὺ εἶχε βασανιστικὲς φοβίες. Ἦταν νέος στὴν ἡλικία καὶ φοβόταν νὰ περπατήσει τὴ νύχτα ἢ νὰ περάσει ἀπὸ τοὺς χώρους τῶν κοιμητηρίων, νὰ κοιμηθεῖ μόνος του στὸ δωμάτιο κ.ἄ. Ὁ θεοφώτιστος, λοιπόν, ἐκεῖνος Γέροντας τοῦ εἶπε: «Ὅλα αὐτὰ τὰ παθαίνεις ἀπὸ τὸν ἐγωϊσμό σου καὶ ἐπειδὴ δὲν κοινωνεῖς συχνά». Ἡ ταπείνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ ζωοποιὸς χάρη τῶν μυστηρίων ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ θεραπεύσουν τὴ φοβία.
.                  Δὲν ἀρκεῖ μόνο τὰ φάρμακα τοῦ ἰατροῦ, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ δύναμη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, εἴτε ἔρχεται σὲ μᾶς ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἀπὸ τὶς διαπροσωπικές μας σχέσεις μὲ τὸν Θεό. Ὅπου χρειάζεται νὰ συνδυάσουμε καὶ τὰ δύο, θὰ τὸ κάνουμε. Ἐὰν οἱ φοβίες ἔχουν τὶς ῥίζες τους σὲ καθαρὰ πνευματικὰ αἴτια (ὅπως π.χ. σὲ ἁμαρτίες), θὰ καταφύγουμε στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
.                 Ἕνα ὡραιότατο τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας μᾶς κάνει ἔκκληση στὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ νὰ τὴν μεταποιήσει σὲ χαρά: «Τὰ λυπηρὰ τοῦ σοῦ δούλου, τοῦ παρόντος κινδύνου, τὴν ζάλην τὴν πολλὴν καὶ χαλεπήν, μεταποίησον νῦν, Δέσποτα, καὶ μετάτρεψον τούτου, τὸ πένθος εἰς χαρὰν διηνεκῆ· ἵνα πίστει καὶ πόθῳ, ἀπαύστως μεγαλύνῃ σε» (Παράκλησις ἐπὶ ἀσθένειαν).
.                 Ἂς δώσει ὁ Θεὸς τὴ λύση αὐτὴ σὲ ὅλους ὅσους ἔχουν προβλήματα καὶ θλίψεις.

ΠΗΓΗ: agiameteora.net

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΦΟΒΟΣ-1 «Γιατί φοβᾶμαι διασχίζοντας τὴν ἔρημο; Γιατί νομίζεις ὅτι εἶσαι μόνος καὶ δὲν βλέπεις τὸν Θεὸ δίπλα σου».

Ο ΦΟΒΟΣ
[Α´]

Jean Claude Larchet

.               Οἱ Πατέρες συμπεριλαμβάνουν στὰ πάθη τὸν φόβο καὶ τὶς συγγενεῖς πρὸς αὐτὸν καταστάσεις, ποὺ συνιστοῦν μορφὲς ἢ διαβαθμίσεις του, ὅπως τὴν φοβία, τὸ δέος, τὸν τρόμο καὶ ἐπιπλέον τὸ ἄγχος, τὴν ἀγωνία, τὴν ἀδημονία.
.               Γενικά, ὁ φόβος προκαλεῖται ἀπὸ τὸν κίνδυνο στέρησης ἢ πόνου/δοκιμασίας, μέσῳ τῆς ἰδέας ἢ τοῦ αἰσθήματος ὅτι θὰ χάσουμε ἢ ἐνδεχομένως θὰ χάσουμε αὐτό, ποὺ ἐπιθυμοῦμε ἢ αὐτὸ στὸ ὁποῖο εἴμαστε προσκολλημένοι. Ὡστόσο, ὁ φόβος, -ποὺ ὁρίζεται κατ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο- εἶναι δυνατὸν ν᾽ ἀποτελεῖ ἀρετὴ παρὰ πάθος. Σημειώνει σχετικὰ ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας: «Εἰ καὶ πάθος ὁ φόβος, ὡς βούλονται τινές, ὅτι φόβος ἐστὶ πάθος, οὐχ ὁ πᾶς φόβος πάθος». Πρέπει λοιπὸν νὰ διακρίνουμε δύο εἴδη φόβου.

 1) Τ πρτο εδος φόβου, πο Θες νέβαλε στν νθρωπο κατ τ δημιουργία του, -συνεπς νήκει στν νθρώπινη φύση-, χει διπλ μορφή.

α) πρώτη του μορφ εναι μία δύναμη, πο συνδέει τν νθρωπο μ τν δια τν παρξή του κα τν κάνει ν φοβται γι τν πώλεια τς διας τη῀ς ψυχς κα το σώματός του. Μέσῳ αὐτοῦ τοῦ φόβου στὶς στοιχειωδέστερες ἐκδηλώσεις του, ὁ ἄνθρωπος προσαρμόζεται στὴ ζωὴ καὶ τὸ εἶναι, ἐνῶ φοβᾶται ὁ,τιδήποτε θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ τὰ διαβρώσει καὶ νὰ τὰ καταστρέψει [Σ.τ.μ.: Τὴ ζωὴ καὶ τὸ εἶναι]. Ἐπιπλέον ἀποστρέφεται τὸ μὴ-εἶναι καὶ τὴν ἀνυπαρξία, ὅπως τὸ ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Μάξιμος, ποὺ ὑπογραμμίζει ὅτι ἡ συγκεκριμένη ροπὴ εἶναι φυσική, δηλαδὴ ἀνήκει στὴν ἴδια τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου: «Εἰ γὰρ ἐξ οὐκ ὄντων τὰ ὄντα γενόμενα, καὶ τοῦ ὄντος, οὐ τοῦ μὴ ὄντος, ἔχουσι ἀνθεκτικὴν δύναμιν· ταύτης δὲ κατὰ φύσιν ἴδιον ἡ πρὸς τὰ συστατικὰ ὁρμή, καὶ πρὸς τὰ φθαρτικὰ ἀφορμή»· μετέχει τῶν λόγων, «τῶν δημιουργικῶς αὐτῇ [Σ.τ.μ.: «Τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει»] παρ᾽ α(Α)ὐτοῦ ἐντεθέντων». Καὶ ὁ ἴδιος γράφει σὲ ἄλλο σημεῖο: «Ἐστὶ γὰρ καὶ κατὰ φύσιν καὶ παρὰ φύσιν δειλία [Σ.τ.μ.: Φόβος]· καὶ κατὰ φύσιν δειλία ἐστι, δύναμις κατὰ συστολὴν τοῦ ὄντος ἀνθεκτική». Ἀκριβῶς μὲ τὴν ἴδια ἔκφραση, «δύναμιν κατὰ συστολὴν τοῦ ὄντος ἀνθεκτικήν», χαρακτηρίζει τὸν φόβο, ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς καὶ συμπληρώνει ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἀντιστοιχεῖ στὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης, τὴν ὁρμὴ τῆς ζωῆς, τὴν ἔμφυτη ροπὴ ὅτι ὀφείλουμε νὰ παραμείνουμε στὸ εἶναι καὶ νὰ διαιωνίσουμε τὴν ὕπαρξή μας. Ἰδιαίτερα ἐκδηλώνεται ὡς φόβος τοῦ θανάτου ποὺ συνιστᾶ φυσικὴ ροπή, καθὼς ὁ Δημιουργός μᾶς ἔδωσε τὴ ζωὴ γιὰ νὰ τὴ διατηρήσουμε καὶ ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος ἀποτελοῦν φαινόμενα ἀντίθετα στὴ φύση.

 β) δεύτερή του μορφ εναι «φόβος το Θεο», ποὺ στὴν ἀρχικὴ βαθμίδα τοῦ εἶναι ὁ φόβος τῆς θείας τιμωρίας καὶ στὴν ἀνώτερη βαθμίδα του ὁ φόβος τῆς ἀπομάκρυνσης καὶ τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ δεύτερη μορφὴ φόβου συνδέεται φυσικὰ μὲ τὴν προηγούμενη: ὁ προσκολλημένος στὴ ζωὴ καὶ τὸ εἶναι του ἄνθρωπος, φοβούμενος τὴν ἀπώλειά τους, ἐὰν γνωρίζει τὴν πραγματικὴ φύση τους, τρέμει πιθανὸν τὸν χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τους, ἡ πηγὴ καὶ τὸ νόημά τους. Ἀκόμη ὑψηλότερα ἀπὸ τὴ βιολογικὴ ζωή, γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ συνειδητοποιεῖ τὸ θεμέλιό της πραγματικότητας, βρίσκεται ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς ὁποίας φοβᾶται. Νὰ γιατί στὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ φόβος αὐτῶν ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν χωρίσουν ἀπὸ τὸν Θεό, -τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ Πονηροΰ, ποὺ ὁδηγοῦν στὸ θάνατο τῆς ψυχῆς (πρβλ. Ματθ. ι´ 28. Λουκ. ιβ´ 5)-, ἐξαφανίζουν τὸ φόβο τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ μόνος, ποὺ ὀφείλει νὰ φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος, καθὼς τοῦ στερεῖ ὁριστικὰ ὅλη τὴ ζωή, ἐνῶ ὁ βιολογικὸς θάνατος μόνο πρόσκαιρα χωρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἀποσυνθέτει μόνο τὴ γήινη καὶ φθαρτὴ μορφὴ τῆς ὕπαρξης.
.              Τὸ πρῶτο εἶδος τοῦ φόβου, ποὺ μόλις παρουσιάσαμε στὶς δύο μορφές του, συνιστᾶ ἀρετή, ποὺ κατεῖχε ὁ Ἀδὰμ στὴν προπτωτικὴ κατάστασή του. Πράγματι, ὁ προορισμὸς τοῦ Ἀδὰμ ἦταν νὰ γίνει κατὰ χάρη ἀθάνατος, ἀλλ᾽ ἦταν ἐπιδεκτικὸς θανάτου ἐξ αἰτίας τῆς ἐλεύθερης βούλησής του, ἐὰν μέσῳ αὐτῆς ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ γιατί ὁ Θεὸς λέγει στὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα: «Ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾽ αὐτοῦ· ᾗ δ᾽ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾽ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. Β´ 17). Ὁ φόβος, (συγχρόνως, τοῦ θανάτου καὶ τοῦ χωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό), ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ τηρεῖ τὴν ἐντολή Του καὶ νὰ προφυλάσσεται ἀπὸ τ᾽ ἀποτελέσματα τῆς παράβασής της.

2) Τ δεύτερο εδος φόβου, τ ποο ο Πατέρες θεωρον ς πάθος, ποτελε συνέπεια το προπατορικο μαρτήματος. κδηλώνεται πάντα μ τ μορφ ποστροφς, πο νιώθει νθρωπος ναντι ατο πο εναι δυνατν ν φθείρει κα ν καταστρέφει τν παρξή του· ρος παρξη δν ναφέρεται μως στ κατ Θεν εναι το νθρώπου, λλ στ πεπτωκς εναι του, στ ποο προσκολλται μ τ φιλαυτία. Ἐμφανίζεται πάντα πρὶν ἀπὸ κάθε φόβο θανάτου, ἀλλὰ πλέον γιὰ διαφορετικὸ λόγο σὲ σχέση μὲ τὴν πρώτη μορφή. Λαμβάνει πολυποίκιλες μορφές, καὶ θὰ ἦταν κουραστικὸ νὰ τὶς ἀπαριθμήσουμε στὸ σημεῖο αὐτό. Θ᾽ ἀναφέρουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Μάξιμο, γιὰ νὰ χαρακτηρίσουμε τὸ συγκεκριμένο φόβο ὅτι συμμετέχει στὰ πάθη ποὺ ὀφείλονται στὴ στέρηση τῆς ἡδονῆς καὶ ἔρχεται ὅπως ἐκεῖνα ὡς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ποὺ ἡ φιλαυτία κατεργάζεται μέσω τῆς ὀδύνης ψυχῆς καὶ σώματος: ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται μήπως χάσει ἕνα αἰσθητὸ ἀντικείμενο, ἡ κατοχὴ τοῦ ὁποίου (πραγματικὴ ἢ φανταστικὰ πρόωρη) τοῦ παρέχει συγκεκριμένη αἰσθητὴ ἀπόλαυση. Φοβᾶται ἐπίσης καὶ τὴν αἰτία τῆς πιθανῆς ἀπώλειας τοῦ ἀντικειμένου. Ἡ ἰδέα ἢ ἡ αἴσθηση τῆς πιθανῆς αὐτῆς ἀπώλειας γεννᾶ στὴν ψυχὴ τοῦ κατάσταση δυσφορίας καὶ ταραχῆς, τῶν ὁποίων τὶς συνέπειες ὑφίσταται καὶ στὸ σωματικὸ πεδίο ἐξ ἴσου: «Ποτὲ μὲν ἡ ψυχή, ποτὲ δὲ τὸ σῶμα προεδειλίασε, καὶ τῷ ἑτέρῳ τοῦ πάθους μετέδωκεν», σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
.              Σ λες τς περιπτώσεις φόβος-πάθος ποκαλύπτει πρόσδεση κα γάπη στν κόσμο τοτο: στὰ ἀγαθά του, στὴν αἰσθητὴ ἡδονή τους, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς, καθὼς αὐτὴ ἡ ζωὴ κατανοεῖται ὡς προϋπηρεσία γιὰ νὰ φτάσει κάποιος στὴν ἀπόλαυση. Ἀπὸ τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανασυνδέσουμε στὴ συγκεκριμένη μορφὴ φόβου, κάθε φόβο θανάτου, ποὺ δὲν ὑπῆρχε πρὶν γιὰ παράδειγμα, ὅπως στὸ πλαίσιο τοῦ φυσικοῦ φόβου μποροῦμε νὰ συνάψουμε τὸ φόβο ἀπώλειας τῆς ζωῆς, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζεται: α) ὡς ἀγαθὸ ποὺ προσφέρεται ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ προϋπηρεσία γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του, β) ὡς ἀπώλεια τῶν αἰσθητῶν ἡδονῶν τοῦ κόσμου, τὶς ὁποῖες ἡ ζωὴ ἐπιτρέπει ν᾽ ἀπολαύσουμε. Ἡ βασικὴ αὐτὴ σχέση τοῦ πάθους τοῦ φόβου καὶ τῆς κοσμικῆς ζωῆς, -ποὺ κατανοεῖται καὶ βιώνεται σαρκικά-, ἀξιολογεῖται συχνὰ στὸ πλαίσιο τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων. Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ γράφει: «Ὅτε [ἄνθρωπος] ἐν τῇ γνώσει καὶ τῇ πολιτείᾳ τοῦ σώματος ἵσταται, ἐκ τοῦ θανάτου πτοεῖται». Ἕνα ἀπόφθεγμα ἀναφέρει: «Ρωτήθηκε ἕνας Γέροντας: “Γιατί φοβᾶμαι ὅταν περπατῶ στὴν ἔρημο;” Καὶ ἀπάντησε: “Γιατί ἐξακολουθεῖς νὰ ζεῖς”!». Καὶ ἕνα ἀκόμη: «Ἀδελφὸς ρώτησε ἕνα Γέροντα: “Γιατί μὲ καταλαμβάνει φόβος ὅταν μοῦ τυχαίνει νὰ βγαίνω μόνος τὴ νύκτα;” Καὶ ὁ Γέροντας ἀπαντᾶ: “Γιατί ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει ἀξία γιὰ σένα”».
.           Ἐνῶ τὸ πρῶτο εἶδος τοῦ φόβου εἶναι «κατὰ φύσιν», τὸ δεύτερο, ποὺ συνιστᾶ κακὸ πάθος, εἶναι «παρὰ φύσιν» καὶ «παρὰ λόγον». Ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπομάκρυνε τὸν διπλὸ σκοπὸ τοῦ φόβου, -φυσιολογικὸ καὶ φυσικό-, ποὺ τὸν συνέδεε μὲ τὸ ἀληθινὸ εἶναι του καὶ τὸν Θεό, γιὰ νὰ τὸν καταστήσει φόβο ἀπώλειας τοῦ πεπτωκότος εἶναι τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ κόσμο, καὶ ἀπώλειας τῆς ἐμπαθοῦς ζωῆς καὶ τῆς ἀντίστοιχης, πρὸς αὐτή, ἡδονῆς. ντ ν φοβται ,τι πειλε τν παρξή του κα διαίτερα τν πνευματική του παρξη, νθρωπος ρχίζει ν φοβται ,τι θέτει σ κίνδυνο τ ασθητ εναι του κα τς πολαύσεις, πο καρπώνεται π᾽ ατό.
.             Στὸ σημεῖο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ὁ κατὰ Θεὸν φόβος καὶ ὁ «κοσμικὸς» φόβος δὲν συνιστοῦν δύο διαφορετικὲς στάσεις ἐκ φύσεως, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ τὴν δια διάθεση κα στάση, προσανατολισμένη πρς δύο διαφορετικος σκοπούς. Τοῦτο προκύπτει ἀπὸ τὶς πατερικὲς διδασκαλίες, ὅπου οἱ δύο σκοποὶ παρουσιάζονται ὡς ἀποκλείοντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλο: ἂν φοβόμαστε κάποιο πράγμα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, τοῦτο συμβαίνει γιατί δὲν φοβόμαστε τὸν Θεό· ἀντίστροφα, ποιος φοβται τὸν Θεό, δν χει τίποτε ν φοβηθε: «ὁ δοῦλος Κυρίου γενόμενος τὸν οἰκεῖον Δεσπότην καὶ μόνον φοβηθήσεται· ὁ δὲ τοῦτον οὔπω φοβούμενος, τὴν ἑαυτοῦ σκιὰν πολλάκις πεφόβηται», γράφει γιὰ παράδειγμα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐξ ἄλλου οἱ Πατέρες ἀναφέρουν ὅτι ὁ φόβος-πάθος εὐνοεῖται ἀπὸ τὴν ἀκαρπία τῆς ψυχῆς, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπώλειας τῆς θείας παρουσίας σ᾽ αὐτήν: «Ἐφοβήθην ὅτι γυμνὸς εἰμί», ἐξομολογεῖται ὁ Ἀδάμ, μετὰ τὸ ἁμάρτημά του (Γεν. Γ´10).

.               Ὅπως ὅλα τὰ ὑπόλοιπα πάθη, ὁ φόβος παρουσιάζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς νόσος. Κύριος λόγος, ποὺ μόλις παρουσιάσαμε εἶναι ἡ διαστροφὴ τῆς ἐνάρετης φυσικῆς διάθεσης καὶ στάσης σὲ παρὰ φύση πάθος. Δευτερεύοντα λόγο συνιστοῦν οἱ ταραχὲς ποὺ γεννᾶ ὁ φόβος.
.               Κατὰ πρῶτον, φόβος ποκαλύπτει παθολογικ σχέση το νθρώπου πρς τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος ἀποστρέφεται τὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς του, τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τοῦ εἶναι του, τὸ νόημα τῆς ὕπαρξής του καὶ τοποθετεῖ τὸ κέντρο τῶν μερίμνων του στὴν αἰσθητὴ πραγματικότητα ποὺ γίνεται γι᾽ αὐτὸν τὸ Ἀπόλυτο: φοβούμενος τὴν ἀπώλεια κάποιου ἀγαθοῦ τοῦ κόσμου καὶ κάποιας αἰσθητῆς ἡδονῆς, ντ ν φοβται τν πώλεια το Θεο κα συνεπς το διου του αυτο του, πομακρύνεται τελικ π τὸν Θεό. Ὅλη ἡ διαδικασία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἐντοπίζεται καὶ πάλι στὴ συγκεκριμένη στάση, ὅπως βλέπουμε μαζὶ μὲ ὅλες τὶς συνέπειές της προφανῶς.
.               μφοβος, μως δν χει λησμονήσει τὸν Θε μόνο ς ρχ κα τέλος το εναι κα το βίου, λλ κα ς νόημα κα κέντρο τς παρξης: Τν χει ξ ἴσου παρνηθε κα γνοήσει· χει ρνηθε τν Πρόνοια κα τν προστασία, μ τν ποία περιβάλλει κάθε παρξη. φόβος ποκαλύπτει τν παραίσθηση, τν ποία χει παραδομένος στν αυτό του νθρωπος: νὰ μὴ μπορεῖ ἢ νὰ μὴ πρέπει νὰ βασίζεται στὶς δικές του δυνάμεις, νὰ ἀποστερεῖται τῆς βοήθειας τοῦ Θεοῦ. «Ρώτησαν ἕνα Γέροντα: “Γιατί φοβμαι διασχίζοντας τν ρημο;” Κα ατς πάντησε: “Γιατί νομίζεις τι εσαι μόνος κα δὲν βλέπεις τὸν Θε δίπλα σου». Ἡ διδασκαλία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται ν᾽ ἀκυρώσει καὶ νὰ διαλύσει τὴν ψευδαίσθηση, ὑπενθυμίζοντας στὸν ἄνθρωπο ὅτι ὁ Θεὸς προνοεῖ ἀδιάκοπα γι᾽ αὐτὸν (Ματθ. ι´ 29-31. Λουκ. ιβ´ 6-7). Ἀκόμη φόβος εναι τεκμήριο κα σημεο πώλειας τς πίστης στ Θεία Πρόνοια: «Τί δειλοὶ ἐστε οὕτω; πῶς οὐκ ἔχετε πίστιν;» λέγει ὁ Χριστὸς στοὺς κατατρομαγμένους ἀπὸ τὴ θύελλα μαθητές του (Μάρκ. δ´ 36-40). Ἐπιπλέον, ὁ φόβος ἐκφράζει ἀπώλεια πίστης καὶ στὰ πνευματικὰ ἀγαθά. Διότι ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνδεθεῖ μ᾽ αὐτά, μόνο αὐτὰ θὰ φοβόταν μήπως χάσει: «μίαν ὀδύνην εἰδώς, τὴν τούτων [θείων] ἀποτυχίαν», ἀναφέρει σχετικὰ ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Τὰ θεία ἀγαθὰ εἶναι πραγματικὰ τὰ μόνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπόλυτη ἀξία καὶ ζωτικὴ σημασία. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό, γενόμενος μέτοχός της Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς θείας ζωῆς, ὀφείλει νὰ μὴ φοβᾶται καμιὰ ἐπίθεση κατὰ τῆς ψυχῆς ἢ κατὰ τοῦ σώματός του, οὔτε ἀκόμη τὴν ἐπίθεση τοῦ θανάτου ποὺ σκοτώνει προσωρινὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε περισσότερο (Ματθ. ι´ 28. Λουκ. ιβ´4). Ὅποιος ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό, βρίσκει σ᾽ Αὐτὸν τὴν πληρότητα τῶν ἀγαθῶν καὶ δὲν φοβᾶται μήπως στερηθεῖ κάποιου αἰσθητοῦ ἀγαθοῦ.

ΠΗΓΗ: alopsis

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΦΡΕΝΟΝ

ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΦΡΕΝΟΝ

Τοῦ πρωτ. π. Διονυσίου Τάτση
ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 22.03.2013

.        Οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι ἀπό πνευματικῆς πλευρᾶς βρίσκονται σέ τραγική κατάσταση. Ἐνῶ ἔχουν πολλές εὐκαιρίες και πολλές δυνατότητες, τούς λείπει ὁ σαφής προσανατολισμός. Ὅλο ψάχνουν καί ἀμφισβητοῦν καί ὅλο σκοντάφτουν. Ἡ πορεία τους πάνω στή γῆ εἶναι ὑπό συνεχῆ ἀναθεώρηση, γεγονός πού τούς ἐπηρεάζει ἀρνητικά καί δημιουργεῖ ποικίλες δυσάρεστες καταστάσεις στή ζωή τους. Ὁ διάλογος καί ἡ ἐπικοινωνία με ἄλλους δέν τούς ὠφελεῖ, γιατί εἶναι ἐπίμονοι στίς προσωπικές τους ἀπόψεις καί ἑρμητικά κλεισμένοι στή διαφορετική ἄποψη. Παραδόξως, τήν ἑπόμενη ἡμέρα εἶναι ἐπίμονοι σέ κάποια ἄλλη ἄποψη, ἐντελῶς ἀντίθετη ἀπό τή σημερινή μέ τά ἴδια ἀποτελέσματα. Αὐτή ἡ ἀκαταστασία καί ἀσυνέπεια ὀφείλεται στό ὅτι οἱ πνευματικές τους δραστηριότητες ἔχουν ὡς σκοπό τήν ἱκανοποίηση τῶν ἁμαρτωλῶν τους παθῶν καί ὄχι τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.
.        Στήν ἐποχή μας, ἐάν δηλώσεις ὅτι στή ζωή σου προσπαθεῖς να τηρεῖς τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, θεωρεῖσαι καθυστερημένος πού δεν μπορεῖς νά ξεπεράσεις τά ἠθικά ἐμπόδια τοῦ παρελθόντος καί να δεῖς ὅτι ὁ κόσμος ἄλλαξε καί ὅτι ὅλα αὐτά τά παλιά ἔχουν ἀναθεωρηθεῖ καί ἀχρηστευθεῖ. Δυστυχῶς, αὐτά ὑποστηρίζουν οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι, παρόλο πού βλέπουν ὅτι οἱ ἴδιοι στή ζωή τους ἔχουν βυθιστεῖ στή δυστυχία καί δέν ὑπάρχει ἐλπίδα βελτίωσης καί σωτηρίας. Μέ τά ἴδια τους τά χέρια ἔχουν καταστρέψει τήν ἀναγκαία πυξίδα καί ταξιδεύουν χωρίς προσανατολισμό, μέ πολλούς κινδύνους νά ἀπομακρυνθοῦν σέ μέρη πού δέν ἐπιθυμοῦν, ἀλλά καί να ναυαγήσουν. Ἔτσι κυλάει ἡ ζωή τους ἀνάμεσα στά κύματα καί τις ἀπειλές, στήν ἀδιάκοπη διακύμανση καί στίς ψυχικές μεταπτώσεις.
.        Γέροντας Παΐσιος ἀπέδιδε τήν τραγική αὐτή κατάσταση τῶν ἀνθρώπων στήν ἔλλειψη τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι τό σωτήριο φρένο, γιά νά μή καταλήξουν στόν γκρεμό.Ἔλεγε μέ πολύ πόνο καί ἀνησυχία: «Οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολύ προβληματισμένοι και οἱ περισσότεροι πολύ ζαλισμένοι. Σιγά-σιγά κατευθύνονται προς τό νά μή μποροῦν νά ἐλέγχουν τόν ἑαυτό τους. Ἄν αὐτοί πού ἔρχονται στό Ἅγιον Ὄρος εἶναι τόσο πολύ συγχυσμένοι, τόσο μπερδεμένοι, μέ τόσο ἄγχος, σκεφτεῖτε οἱ ἄλλοι πού εἶναι μακριά ἀπό τόν Θεό, ἀπό τήν Ἐκκλησία, πῶς θά εἶναι!».
.        Αὐτούς τούς ἀνθρώπους ποιός μπορεῖ νά τούς βοηθήσει; Ποιός θά τούς ἀνορθώσει καί θά τούς δώσει νόημα στή ζωή; Προφανῶς ὁ Θεός, ἐφόσον τό θελήσουν. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ θά γίνουν ἱεραπόστολοι, θά μιλήσουν, θά δείξουν τήν ἔμπρακτη ἀγάπη τους καί θά τούς βοηθήσουν μέ τό φωτεινό τους παράδειγμα. Ὅποιος νομίζει ὅτι μόνο μέ τό λόγο μπορεῖ νά βοηθήσει, κάνει λάθος. Χρειάζεται καί ἡ ἀγάπη καί τό παράδειγμα. Μακάρι οἱ ἄνθρωποι νά πλησιάσουν τόν Θεό καί νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τήν καθημερινή τους κόλαση.

 ΠΗΓΗ: thriskeftika.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

π τν φόβο στν γάπη

Γράφει ὁ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

Ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 10.03.2013

α) Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος φοβᾶται νὰ ἀντικρίσει κατάματα τὸν ἑαυτό του, γι’ αὐτὸ καὶ γίνεται ἰδιαίτερα ἐξωστρεφής. Ἐξαντλεῖται στοὺς κοινωνικούς του ρόλους, ἀσχολεῖται κυρίως μὲ ἀλλότρια πράγματα καὶ σπάνια μὲ τὴν ἐσώτατη ὕπαρξή του. Ὁ νοῦς «σκεδαννύμενος ἐπὶ τὰ ἔξω», δηλαδὴ διασκορπιζόμενος καὶ διαχεόμενος διὰ τῶν αἰσθήσεων στὰ πράγματα τοῦ κόσμου, μοιάζει μὲ τὸν ἄσωτο γιὸ τῆς παραβολῆς τῆς περασμένης Κυριακῆς.

β) Γιὰ τὴν ἐπάνοδο καὶ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ «εἰς ἑαυτόν», δηλαδὴ στὸν χῶρο τῆς καθαρῆς καρδιᾶς, συμβάλλουν ἡ ἡσυχία, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ μυστηριακὴ ζωή. Ὅταν ὁ νοῦς ἐγκαταλείψει τὸν μετεωρισμὸ καὶ ἐπανέλθει «εἰς ἑαυτόν», ἀρχίζει νὰ ἀναγνωρίζει διὰ τῆς χάριτος τὸν Θεό. Τότε τὸ θεϊκὸ κάλλος φωτίζει τὸν νοῦ καὶ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ἔτσι ὁ Θεὸς δὲν ἀποβαίνει πηγὴ φόβου, ἀλλὰ πηγὴ ὑπερφυσικοῦ γλυκασμοῦ.

γ) Ὅμως, ἡ διακοπὴ τῆς σχέσης μὲ Αὐτόν, ἡ εἰδωλοποίησή του ἢ καὶ ἡ ἄρνησή του δημιουργοῦν αἴσθημα φόβου. Παράλληλα φόβος γεννιέται ὅταν ὁ «ἄλλος», ἀντὶ νὰ θεωρεῖται ὡς συνάνθρωπος, συνάδελφος καὶ συνοδοιπόρος, θεωρεῖται ὡς ἐχθρός. Καὶ γράφονται αὐτὲς οἱ γραμμὲς μὲ ἀφορμὴ τὴν παραβολὴ τῆς μελούσης Κρίσεως καὶ τὴν ἀνάμνηση τῆς Δευτέρας τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας.

δ) Ἀναφέρεται στὸ Συναξάρι τῆς σημερινῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, ποὺ συνέταξε ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος καὶ μετέφρασε σὲ ἁπλὴ διάλεκτο ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Πάριος: «Εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὁ Κριτὴς δὲν θέλει ζητήσει νηστείας οὔτε σωματικὰς κακοπαθείας· ὅτι καλὰ μὲν εἶναι καὶ αὐτά, ἀλλὰ τὰ πολὺ τούτων καλλίτερα, ἐλεημοσύνην δηλαδὴ καὶ συμπάθειαν». Ὁπότε ἡ ἐν μετανοίᾳ στροφὴ τοῦ νοῦ πρὸς τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ νηστεία, ἐὰν δὲν βοηθοῦν στὴν πλάτυνση τῆς συνείδησης καὶ τὴ φροντίδα γιὰ τὸν πλησίον, μένουν χωρὶς οὐσιαστικὸ περιεχόμενο.

ε) Εἶναι λίαν δυσχερὲς στὸν ἐγωκεντρικὸ ἄνθρωπο νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ δικαιώματά του καὶ νὰ διακονήσει φιλάδελφα τὸν πλησίον. Ὁπότε, μέσῳ τῶν συμβολικῶν βιβλικῶν διηγήσεων γίνεται ἀναφορὰ στὴν παιδαγωγία τοῦ κολαστικοῦ φόβου ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τὴν τρυφὴ  τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους ἀφ᾽ ἑτέρου. Ὁ θεῖος φόβος θεραπεύει παιδαγωγικὰ τὸν χριστιανὸ καὶ τὸν ὁδηγεῖ στὸ λιμάνι τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Ὡστόσο καὶ οἱ ἅγιοι δὲν εἶναι ἀθεόφοβοι. Ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸν ἁγνὸ φόβο, «ποὺ διαμένει εἰς αἰῶνα αἰῶνος» (Ψαλμ. ΙΗ´ 10).

ϛ) Στὸ Συναξάρι ἐπίσης ἀναφέρεται: «Αἱ βάσανοι δὲ ὁπού εὑρίσκονται εἰς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον εἶναι αὗται: κλαυθμὸς καὶ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, σκώληξ μὴ τελευτῶν, πῦρ μὴ σβενύμενον, σκότος ἐξώτερον. Τὰ ὁποῖα ὅλα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, ἤτοι οἱ θεῖοι Πατέρες, τρυφὴν μὲν καὶ Βασιλείαν οὐρανῶν στοχάζονται τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἔλλαμψιν τοῦ θείου φωτὸς καὶ τὴν παντοτινὴν ἀνάβασιν. Βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ χωρισμὸν καὶ μακρυσμόν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τοῦ συνειδότος δαπάνην, ἐνθυμούμενοι, ὅτι ἀπὸ τὴν ἀμέλειάν τους καὶ διὰ πρόσκαιρον τρυφήν, τῆς θεϊκῆς ἐλλάμψεως ἐστερήθησαν».

ζ) Εἶναι ἐμφανὲς ὅτι τὰ παραπάνω λειτουργοῦν ἀφυπνιστικὰ καὶ προτρέπουν σὲ ἐγρήγορση πνευματική. Χρειάζεται ὅμως προσοχή, μήπως ὁ φόβος γίνει μέσο καταναγκασμοῦ ἢ ἀκόμη καὶ πηγὴ ἀπογνώσεως. Διότι στὴ διάρκεια τοῦ δυτικοῦ χριστιανικοῦ μεσαίωνα, ἡ «ποιμαντική του φόβου» προσέλαβε θεσμικὲς διαστάσεις μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνονται ἐγκλήματα στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης. Ἡ ἱερὰ ἐξέταση, ὁ διὰ πυρᾶς θάνατος, τὸ κυνήγι τῶν μαγισσῶν καὶ οἱ διαδικασίες ἐνοχοποίησης ἁπλῶν ἀνθρώπων ἀποτελοῦν μαῦρες σελίδες στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας καὶ κυρίως στρέβλωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὁ φόβος δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, ἀλλὰ στὴν ἀπανθρωπία καὶ τὴν ἀπόγνωση, εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος. Ἐξ ἄλλου «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α´ Ἰωάν. δ´ 18).

, ,

Σχολιάστε

«ΛΑΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΝΕΙ ΓΡΗΓΟΡΑ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ» (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

(Οὗ ἡ μνήμη τῇ 18ῃ Μαρτίου)

«ΛΑΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΜΕΝΕΙ ΓΡΗΓΟΡΑ ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ»
Ἐκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»,
Θεσσαλονίκη 2012
σελ. 203-207

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Οἱ θεόπνευστοι προφῆτες ἔλεγαν: Ὅλοι οἱ δρόμοι τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ἡ ἀλήθεια. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ παραπάνω λόγια, ἐμεῖς μποροῦμε νὰ ποῦμε: Ὅλοι οἱ δρόμοι τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης εἶναι ἡ ἔλλειψη τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τὸ ψέμα.
.           Ποιός ἔχει ἀμφιβολίες γιὰ αὐτό; Ἡ τραγική μας ἐμπειρία τὸ βεβαιώνει. Ἡ τραγικὴ ἐμπειρία τοῦ λαοῦ μας, τοὺς τελευταίους δύο αἰῶνες, τὸ βεβαιώνει. Γιατὶ μόλις οἱ πρόγονοί μας, οἱ χωριάτες μας, ξεκίνησαν τὸν ἀγώνα τους ἐναντίον τῶν Τούρκων γιὰ τὴν ἐλευθερία μας, ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη ἔδειξε ἐχθρότητα γιὰ τὴν ἐλευθερία μας. Γιὰ ποιό λόγο;
.           Γιατὶ ἡ χώρα μας ἀποτελοῦσε πέρασμα. Ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ἡ χώρα μας ἀποτελοῦσε πέρασμα, λόγῳ εἰσαγωγῶν καὶ ἐξαγωγῶν, λόγῳ τῶν γορουνιῶν καὶ τῶν βουβαλιῶν. Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα ἀποκαλύπτεται μπροστὰ στὰ μάτια μας ἡ ἀπρόβλεπτη πραγματικότητα ἐκφράζεται μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: Ὅλοι οἱ δρόμοι τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης εἶναι ἡ ἔλλειψη ἐλεημοσύνης καὶ τὸ ψέμα. Ὅταν αἰφνιδιασμένοι ἀνοίξαμε τὰ μάτια μας, εἴδαμε πὼς ὅλος ὁ πλανήτης, ἡ Ἀσία, ἡ Ἀφρική, ὅλα τὰ μεγάλα νησιὰ καὶ ὅλες οἱ θάλασσες ὁμολογοῦν: Ὅλοι οἱ δρόμοι τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης εἶναι ἡ ἔλλειψη τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τὸ ψέμα.
.           Νιώθοντας μεγάλη ἀπογοήτευση ἀναρωτιόμασταν: Πῶς ἔτσι; Δὲν εἶναι ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη χριστιανική;
Ἡ ἀπάντηση ἔφτασε: Ἦταν…
Καὶ ἡ ἑπόμενη ἐρώτηση ἦταν: Ποῦ εἶναι ὁ Χριστὸς στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη;
Ἡ ἀπάντηση: Στὴν ἄκρη τοῦ τραπεζιοῦ.
-Καὶ ποιός βρίσκεται στὴν κορυφὴ τοῦ τραπεζιοῦ;
-Οἱ πολιτικοί, οἱ φιλόσοφοι, οἱ λογοτέχνες, οἱ Φαρισαῖοι, οἱ γραμματεῖς.

Ποιός θὰ διδάξει στὴν Εὐρώπη τί εἶναι ἀλήθεια;
-Ἡ Εὐρώπη οὔτε ποὺ ψάχνει τὴν αἰώνια ἀλήθεια. Οἱ φιλόσοφοί της, οἱ πολιτικοί, οἱ λογοτέχνες κηρύττουν τὴν ἀλήθεια τους σὲ κάθε καινούργια γενιά. Κάθε νέα γενιὰ καὶ μιὰ καινούργια ἀλήθεια. Οὐσιαστικὰ κηρύττουν ἀνθρώπινα ψέματα.
-Ποιός θὰ δώσει στὴν Εὐρώπη τὸ παράδειγμα τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἐλεημοσύνης;
-Γιὰ τὴν Εὐρώπη ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἀδυναμία. Οἱ τελευταῖοι φιλόσοφοί της, μὲ τοὺς ὁποίους ξεκίνησε ὁ εἰκοστὸς αἰῶνας, πέθαναν στὰ τρελοκομεῖα. Κήρυτταν πὼς ἡ ἀσπλαχνία, ἡ ἔλλειψη συμπόνιας εἶναι φυσικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ ἀνθρώπου, κάτι σὰν τὴν φυσικὴ ὑγεία. Σπρώξανε τὸν Χριστὸ στὴν ἄκρη τοῦ τραπεζιοῦ καὶ διατάξανε νὰ τὸν διώξουν ὅσο τὸ δυνατὸ πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸ σπίτι. Οἱ φιλόσοφοί τους ἔχασαν τὸν νοῦ τους καὶ πέθαναν στὰ τρελοκομεῖα, αὐτοὶ οἱ νέοι ἠθικολόγοι, οἱ νέοι νομοθέτες τῆς Εὐρώπης.
.           Τὸ Ἰσραὴλ καὶ ἡ σύγχρονη Εὐρώπη εἶναι σὰν δίδυμα ἀδέρφια! Δὲν ὑπῆρξε τίποτε ἀνάλογο στὸν κόσμο. Ἡ σύγχρονη Εὐρώπη δὲν ἔχει καμμία διαφορὰ μὲ τὸν τότε Ἰσραήλ. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο μισοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ καταδιώκουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἐπειδὴ μοιάζουν σὰν δίδυμα ἀδέρφια. Μεγάλη ἀρρώστια βρῆκε τὴν Εὐρώπη, ἀρρώστια ποὺ εἶναι παρόμοια μὲ ἐκείνη ποὺ βρῆκε τὸν παλιὸ Ἰσραήλ, ὅταν κατεδίωκε τὸν Χριστό. Ἴδια ἀρρώστια καὶ στοὺς δύο: Μάχη ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, μάχη ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ.
.           Πῶς ἔφτασε αὐτὴ ἡ ἀρρώστια στοὺς λαοὺς ποὺ ἦταν πλησιέστεροι στὸν Θεό; Ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργὸς παραπονέθηκε στὸν Θεό; Ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργὸς παραπονέθηκε διὰ μέσου τοῦ προφήτη Ἠσαΐα: Τοὺς γιοὺς φρόντισα καὶ ἀνέθρεψα. Ὁ ταῦρος γνωρίζει τὸ ἀφεντικὸ καὶ κυρίαρχό του, τὸ γαϊδούρι τὸν σταῦλο τοῦ ἀφεντικοῦ καὶ ὁ Ἰσραὴλ δὲν γνωρίζει, ὁ λαός μου δὲν καταλαβαίνει. Ὤ, ἁμαρτωλὸς λαός! Ὁ λαὸς ποὺ βυθίζεται στὴν ἁμαρτία!
.           Ἦταν παραχαϊδεμένο τὸ Ἰσραήλ, εἶναι παραχαϊδεμένη καὶ ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη. Στὸν Ἰσραὴλ φανερώθηκε ὁ Θεὸς σὰν Θεὸς τῆς ἐλεημοσύνης. Στὴν Εὐρώπη φανερώθηκε ὁ Θεὸς σὰν Θεὸς τῆς ἀγάπης. Ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Θεοῦ παραχάιδεψε τὸν Ἰσραὴλ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ παραχάιδεψε τὴν Εὐρώπη. Ἡ αἰτία εἶναι ἴδια, ἡ ἀρρώστια εἶναι ἴδια.
.        Λαὸς χωρὶς τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, γρήγορα μένει χωρὶς Θεό. Οἱ εἰδωλολάτρες εἶχαν τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ παρ’ ὅλο ποὺ πίστευαν σὲ ψεύτικους θεούς. Ἀκόμη καὶ εἰδωλολάτρες ἦταν πιὸ κοντὰ στὸν ἀληθινὸ Θεὸ παρὰ οἱ παρχαχαϊδεμένοι Ἰσραηλινοὶ καὶ Εὐρωπαῖοι. Αὐτοὶ ἔδιωξαν μακριὰ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη. Τὴν ἀγάπη οὔτε ποὺ τὴν κατάλαβαν, οὔτε ποὺ τὴν δέχτηκαν.
.           Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο στὴν ἐποχή μας πιὸ κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ πιὸ θεοσεβούμενοι εἶναι οἱ εἰδωλολάτρες παρὰ οἱ παραχαϊδεμένοι Ἰσραηλινοὶ καὶ Εὐρωπαῖοι.
.           Ἔτσι εἶπε καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας: Μὲ βρῆκαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἔψαχναν (Ἡσαΐας 65, 1).
.           Καὶ ὁ ἄλλος προφήτης: Πῶς ἔγιναν οἱ μακρινοὶ πλησιέστεροι στὸν Θεό, καὶ οἱ πλησιέστεροι ἀπομακρύνθηκαν καὶ ἔγιναν ξένοι;
.        Ἀδελφοί μου, αὐτὴ εἶναι ἡ διάγνωση τῆς ἀρρώστιας τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο μισοῦνται μεταξύ τους, ἐπειδὴ εἶναι ἴδιοι, ἐνάντιοι στὸν Χριστό, ὀκνηροί, σάπιοι, παραχαϊδεμένοι. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο οἱ δρόμοι καὶ τῶν πρώτων καὶ τῶν δεύτερων εἶναι: Ἡ ἔλλειψη τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τὸ ψέμα. Μόνο οἱ δρόμοι τοῦ Κυρίου καὶ τότε καὶ τώρα εἶναι αἰώνιοι: Ἐλεημοσύνη καὶ ἀλήθεια.
.           Ἤξεραν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τὴν πονηρὴ καὶ ἄστατη φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ἤξεραν πὼς ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι τέτοιου εἴδους ποὺ οὔτε ὁ φόβος δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κρατήσει ὑγιῆ. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο μᾶς ἔγραψαν τὴν προσευχὴ ποὺ κάθε μέρα διαβάζεται στὴν ἐκκλησία: Κύριε, εὐλόγησέ μας νὰ φοβόμαστε καὶ νὰ ἀγαπᾶμε Ἐσένα μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά.
.           Νὰ φοβόμαστε δηλαδὴ καὶ νὰ ἀγαπᾶμε. Καὶ νὰ φοβόμαστε τὸν Θεό, ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι μέγιστος Βασιλιάς, κυρίαρχος, καὶ νὰ τὸν ἀγαπᾶμε, ἐπειδὴ εἶναι Πατέρας καὶ Φιλάνθρωπος.
.       Ἐσὺ [Σέρβε] τί νομίζεις; Δύο κολλητικὲς ἐπιδημίες ἐπιτέθηκαν στὸ αἷμα καὶ στὸ πνεῦμα σου: Ἡ ἐπιδημία τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς Εὐρώπης. Πῶς θὰ ἀμυνθεῖς; Πῶς θὰ γιατρευτεῖς;
.        Ἡ τελευταία ἐρώτηση δὲν εἶναι σωστή. Ἀλλὰ ὑπάρχει, ἂν βλέπει κανεὶς τὶς καυτερὲς πληγές σου. Ξέρεις ποιός σὲ πλήγωσε τόσο; Μακάρι νὰ τὸ ἤξερες. Ἀμέσως τότε θὰ καταλάβαινες, πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φάρμακο. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ σὲ σένα σωτηρία. Ἀμήν.

, ,

Σχολιάστε

Η ΘΕΑΡΕΣΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ (Kυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου)

Τὸ Εὐαγγελικὸ  Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς 13.02.2011.
(Λουκ. ιη΄ 10-14)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Ἀπόδοση στὰ Νέα Ἑλληνικά:
Εἶπε ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή: «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν εἰς τὸν ναόν, διὰ νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας ἦτο Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος ἐστάθηκε καὶ ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἑαυτόν του: “Θεέ, σ’ εὐχαριστῶ, διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ ὅπως αὐτὸς ἐδῶ ὁ τελώνης. Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δίνω τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα, ὅσα ἀποκτῶ”. Ὁ τελώνης ὅμως ἐστεκόταν μακρυὰ καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀλλ’ ἐκτυποῦσε τὸ στῆθός του καὶ ἔλεγε, “Θεέ, ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλόν”. Σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸς κατέβηκε εἰς τὸ σπίτι του δικαιωμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν παρὰ ὁ ἄλλος. Διότι ὅποιος ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ταπεινωθῇ, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ὑψωθῇ.

Η ΘΕΑΡΕΣΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
«Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος»

.          Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου σήμερα καὶ στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ἀκούσαμε τὴν Παραβολὴ ποὺ μᾶς παρουσιάζει ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ δύο πρόσωπα: τὸν Φαρισαῖο καὶ τὸν τελώνη. Καὶ οἱ δύο ἀνέβηκαν στὸ Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Στὸν ἴδιο Ναὸ πῆγαν. Ὄχι ὅμως μὲ τὴν ἴδια διάθεση. Τὸ ἀπέδειξαν αὐτὸ μὲ τὴ στάση τους καὶ τὰ λόγια τους. Καὶ τελικὰ ὁ τελώνης ἔφυγε δικαιωμένος, συγχωρημένος, ὄχι ὅμως καὶ ὁ Φαρισαῖος. «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος». Ἂς μαθητεύσουμε λοιπὸν στὸντρόπο τῆς προσευχῆς τοῦ τελώνου, ὑπογραμμίζοντας τρία στοιχεῖα τῆς θεάρεστης προσευχῆς του.

1. ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ

.         Ὁ τελώνης ἀπὸ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια στεκόταν «μακρόθεν», μακριὰ ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι». Δὲν εἶχε τὴν τόλμη ὄχι μόνο τὰ χέρια του ἀλλ’ οὔτε τὰ μάτια του νὰ ὑψώσει πρὸς τὸν οὐρανό. Μὲ κατεβασμένο τὸ βλέμμα καὶ συγκεντρωμένο τὸ νοῦ προσευχόταν στὸν Θεὸ νὰ τὸν λυπηθεῖ γιὰ τὸ κατάντημά του. Οὔτε ἔλεγε περιττοὺς λόγους, οὔτε ἔκανε ἐπιδεικτικὲς κινήσεις, οὔτε περιέφερε τὸ βλέμμα του δεξιὰ κι ἀριστερά. Ἡ ὅλη στάση του φανέρωνε εὐλάβεια, συστολή, φόβο Θεοῦ.Ἂν ὁ τελώνης αἰσθανόταν ἔτσι στὸ Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ὅλα ἦταν τύπος καὶ σκιὰ τῆς ἀληθινῆς λατρείας, πῶς πρέπει ἄραγε νὰ αἰσθανόμαστε ἐμεῖς μέσα στοὺς χριστιανικοὺς Ναούς μας, ὅπου φανερώνεται αὐτὸς ὁ Τριαδικὸς Θεός; Τὸ ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία: «Ἐν τῷ ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης σου ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν». Ἂν μέσα στὸ ναὸ συναισθανόμασταν ὅτι βρισκόμαστε στὸν οὐρανό, τότε μὲ πολὺ φόβο Θεοῦ καὶ περισσὴ εὐλάβεια θὰ πλησιάζαμε καὶ θὰ προσφέραμε τὴν ταπεινὴ λατρεία μας.

2. ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

.           Τὸ δεύτερο στοιχεῖο ποὺ εἶχε ἡ προσευχή του ἦταν ἡ ταπεινοφροσύνη. Ὁ τελώνης συναισθανόταν βαθιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά του. Τὸ ὁμολογοῦσε: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ ἔλεγε τυπικά. Αἰσθανόταν ἔνοχος καὶ ἐξαρτοῦσε τὴ σωτηρία του ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ταπείνωσή του ἦταν εἰλικρινής. Γι’ αὐτό, σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὁ τελώνης «οὐκ ἤλγησεν ἐπὶ τῇ κατηγορίᾳ, ἀλλὰ κατεδέξατο τὸ εἰρημένον μετ’ εὐγνωμοσύνης»· δὲν ἀντέδρασε στὰ περιφρονητικὰ λόγια τοῦ Φαρισαίου, οὔτε πόνεσε ἀπὸ τὴν κατηγορία, ἀλλὰ δέχθηκε μὲ εὐγνωμοσύνη τὸν πικρὸ λόγο, διότι πίστευε ὅτι τοῦ ἄξιζε. Τόσο μεγάλο ἀγαθὸ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη!Πόσο πολὺ μᾶς διδάσκει τὸ ταπεινό του φρόνημα! Μπορεῖ κι ἐμεῖς νὰ ὀνομάζουμε τὸν ἑαυτό μας ἁμαρτωλό, νὰ ἀπαγγέλλουμε στὴν προσευχή μας τὰ ἴδια λόγια «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», ἀλλὰ ὅταν μᾶς ὑποδείξουν ἕνα λάθος, ὅταν μᾶς κατηγορήσουν, ἀμέσως ἀντιδροῦμε καὶ στενοχωριόμαστε. Μήπως τελικὰ δὲν τὸ πιστεύουμε αὐτὸ τὸ «ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»; Ἡ ταπεινοφροσύνη ἀπαιτεῖ τόλμη καὶ εἰλικρίνεια κι εἶναι αὐτὴ ποὺ ἑλκύει τὴν χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

3. ΜΕΤΑΝΟΙΑ

.         Τὸ τρίτο στοιχεῖο ποὺ εἶχε ἡ προσευχή του ἦταν ἡ μετάνοια. Καὶ μάλιστα μετάνοια βαθιὰ καὶ εἰλικρινής. Ὁ τελώνης «ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Χτυποῦσε τὸ στῆθος του, διότι ἐκεῖ βρίσκεται ἡ καρδιά, τὸ κέντρο ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπιθυμιῶν καὶ διαθέσεων τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν κατηγοροῦσε τοὺς ἄλλους, δὲν μετεβίβαζε εὐθύνες, οὔτε προέβαλλε δικαιολογίες γιὰ τὶς πράξεις του. Δὲν ἔλεγε «παρασύρθηκα», «εἶναι ἡ φύση τοῦ ἐπαγγέλματός μου τέτοια ποὺ μὲ ἀναγκάζει νὰ παρανομήσω» καὶ ἄλλα παρόμοια. Παραδεχόταν ὅτι αὐτὸς καὶ μόνο αὐτὸς ἔφταιγε γιὰ τὸ κατάντημά του καὶ κατηγοροῦσε τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ μετάνοια. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μὲ τέτοια εἰλικρινῆ διάθεση καταφεύγει στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπολύτως βέβαιο ὅτι θὰ βρεῖ συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό. «Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμ. ν ́ [50] 19). Τὴν συντετριμμένη καρδιὰ ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν θὰ τὴν ἀπορρίψει. Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων δέχεται τὴν μετάνοια κάθε ἁμαρτωλοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τοῦ τελώνη τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.

.            Καθὼς σήμερα ἀνοίγει ἡ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ Τριωδίου, κατὰ τὴν ὁποία ὅλο καὶ πιὸ συχνὰ θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ προσερχόμαστε στοὺς ἱεροὺς Ναούς μας γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε καὶ νὰ λατρεύσουμε τὸν Κύριο, ἂς φέρνουμε συχνὰ στὸν νοῦ μας τὴν Παραβολὴ αὐτὴ τοῦ Κυρίου. Κι ἂς ἀκολουθήσουμε τὴν προτροπὴ τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου: «Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί» ἀλλὰ «τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες· ἱλάσθητι ἡμῖν ὁ Θεὸς τοῖς ἁμαρτωλοῖς». Ἂς συμμετέχουμε κι ἐμεῖς στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια γιὰ νὰ χαρίσει καὶ σ’ ἐμᾶς ὁ πανάγαθος Θεὸς αὐτὸ ποὺ ἔλαβε καὶ ὁ τελώνης: τὴν δικαίωση καὶ τὴν σωτηρία.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», τ. 2016, 01.02.2011
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

, , , , , , , ,

Σχολιάστε