Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Φωτισμός

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ ἐπηρεάσθησαν ἀπὸ μία ἄλλη “(νεο)πλατωνικὴ ἐκκλησιολογία”, ὁπότε ἐκδιώχθηκε καὶ παραθεωρήθηκε ἡ “ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία”, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Βαρλαάμ καὶ σαφῶς εἶναι βαρλααμίτες μὲ φοβερὲς συνέπειες».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ϛ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

ε. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι

.        Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ εἶναι δεδομένη θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ δόγματα εἶναι ἡ καταγραφὴ τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀποκαλύψεως, καὶ οἱ κανόνες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὴν συγκρότηση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ σηματοδοῦν τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση τῆς Ἀποκαλύψεως, ἰδιαιτέρως οἱ κανόνες ἐκεῖνοι ποὺ ἀναφέρονται στὸ πῶς κανονίζεται ἡ μετάνοια.
.        Ὅλη ἡ θεολογία τῶν Τοπικῶν καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων φαίνεται στὴν Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἰδιαιτέρως στὸν «προσφωνητικὸν λόγον» καὶ τοὺς α´ καὶ ρβ´ κανόνες της.
.        Ἔπειτα, οἱ ἡσυχαστικὲς Σύνοδοι τοῦ 14ου αἰῶνος (1341, 1347, 1351, 1368), στὶς ὁποῖες πρωταγωνίστησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ ἡ ἡσυχαστική του θεολογία, ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, κατοχύρωσαν τὸν ἡσυχασμό, ὡς προϋπόθεση τῆς ἁγιότητος, τῆς θεώσεως, ἀλλὰ δογμάτισαν καὶ γιὰ τὴν θεολογία περὶ τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.        Καὶ ὅταν σκεφθῆ κανεὶς ὅτι οἱ Σύνοδοι αὐτές, κυρίως τοῦ ἔτους 1351 ποὺ ἀποδέχθηκε καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Συνόδων (1341, 1347), ἔχει ὅλες τὶς προϋποθέσεις νὰ χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε καταλαβαίνει τὴν μεγάλη ἀξία τῆς ἡσυχαστικῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς γνησίας εὐαγγελικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.        Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὰ Πρακτικὰ καὶ τὸν Συνοδικὸ Τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, διακρίνει σαφῶς ὅτι ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὅτι ἀσχολήθηκε μὲ ἕνα σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, ὡς συνέχεια τῆς Δ´ καὶ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι οἱ Αὐτοκράτορες ὑπέγραψαν τὰ Πρακτικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τὴν ἀποκαλοῦν «θεία καὶ ἱερὰ σύνοδον».
.        Μάλιστα γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Κυρίως στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου αὐτῆς φαίνονται εὐδιάκριτα τὰ ἑξῆς σημεῖα:

.           Πρῶτον, στὴν Σύνοδο αὐτὴν συμπεριελήφθησαν οἱ συνοδικοὶ τόμοι τῶν ἐτῶν 1341 καὶ 1347 καὶ ἀπέκτησαν ἔτσι οἰκουμενικὸ κύρος. Γράφεται στὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1351: «..καὶ ἀκριβῆ καὶ προσήκουσαν τὴν περὶ τῶν προκειμένων σκέψιν καὶ ἐξέτασιν ποιησάμενοι, καὶ τοὺς πρώην ἐπὶ τούτοις συνοδικοὺς τόμους ὡς εὐσεβεστάτους ἐπικυροῦντες, μᾶλλον δὲ καὶ τούτοις ἑπόμενοι….». Ἑπομένως, ὅλες αὐτὲς οἱ Σύνοδοι θεωροῦνται ὡς μία Σύνοδος καί, βεβαίως, μὲ αὐτὲς τὶς Συνόδους κατεδικάσθηκαν οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τῶν μαθητῶν του, τῶν βαρλααμιτῶν, ἤτοι τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρηγορᾶ.
.        Δεύτερον, θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς συνέχεια τῶν προηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἰδίως δὲ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε δύο θελήσεις, θεία καὶ ἀνθρώπινη, γι’ αὐτὸ καὶ μνημονεύεται ὁ συνοδικὸς τόμος της: «καὶ ἀπεδείχθη καὶ τοῦτο ὑπὸ τῶν ἁγίων ἐναργῶς κηρυττόμενον· ὧν κεφάλαιον ἡ ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, καθὼς ἀνωτέρω διὰ τῶν κατὰ μέρος προτεθέντων αὐτῆς ρητῶν μάλιστα ἱκανῶς ἀποδέδεικται».
.        Μάλιστα, ὁ Βαρλαὰμ καὶ οἱ ὁμόφρονές του, ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν κτιστὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, χαρακτηρίζονται ὡς χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς Μονοθελῆτες: «Κἀντεῦθεν καὶ αὐτοὶ φανερῶς ἀναδείκνυνται· χείρους δὲ ἐκείνων πολλῷ», «χείρους καὶ ἀτοπώτεροι», γιατί ἐκεῖνοι ὑπεστήριζαν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει μία θέληση καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν θεωροῦσαν ὡς ἄκτιστη καὶ ὄχι κτιστή, ἐνῶ οἱ βαρλααμίτες θεωροῦν ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει ἕνα θέλημα καὶ μία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὴν δέχονται φανερῶς ὡς κτιστή.
.        Τρίτον, καταγράφει τὶς αἱρετικὲς ἀπόψεις τοῦ Βαρλαάμ, τοῦ Ἀκινδύνου καὶ τοῦ Γρήγορα, ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ τὴν μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας ἀπὸ τοὺς θεουμένους ἁγίους.
.        Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους1351 ἐπικύρωσε καὶ τοὺς προηγούμενους συνοδικοὺς τόμους ποὺ ἀναφέρονται καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, ποὺ εἶναι ἀπαραίτηση προϋπόθεση γιὰ τὴν ὅραση τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς δὲν ἀναφέρονται μόνον στὴν φύση τοῦ ἀκτίστου φωτός, ἀλλὰ καὶ στὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός.
.        Γράφεται ἐκεῖ ὅτι ὁ Βαρλαὰμ καταφερόταν ἐναντίον τῶν ἱερῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι «διὰ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ κεκαθαρμένοι τὰς καρδίας» δέχονται μυστικῶς καὶ ἀπορρήτως θεῖες ἐλλάμψεις, καθὼς ἐπίσης καταφερόταν «κατὰ τῶν καθ’ ἡσυχίαν ζώντων μοναχῶν».
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἐγγράφως διέστρεψε καὶ κατηγόρησε «πολλὰ καὶ τῶν τῆς ἡσυχίας ἐθίμων», καὶ μάλιστα πιτέθηκε καναντίον τς συνηθισμένης προσευχς στος συχαστές, λλ κα σλους τος Χριστιανούς, στν προσευχ «Κύριε ησο Χριστέ, Υἱὲ το Θεολέησόν με».
.        Ἀναφέρεται μάλιστα στὴν σχέση μεταξὺ ἡσυχίας, προσευχῆς καὶ θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα: «Μήτηρ γὰρ προσευχῆς ἡ ἡσυχία. Προσευχὴ δὲ θείας δόξης ἐμφάνεια. Ὅταν γὰρ τὰς αἰσθήσεις μύσωμεν καὶ ἑαυτοῖς καὶ τῷ Θεῷ συγγενώμεθα, καὶ τῆς ἔξωθεν τοῦ κόσμου περιφορᾶς ἐλευθερωθέντες ἐντὸς ἑαυτῶν γενώμεθα, τότε τρανῶς ἐν ἑαυτοῖς τὴν τοῦ Θεοῦ βασιλείαν ὀψόμεθα. “Ἡ βασιλεία γὰρ τῶν οὐρανῶν, ἥτις ἐστι Βασιλεία Θεοῦ, ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν”, Ἰησοῦς ὁ Θεὸς ἐπεφθέγξατο». Ὁπότε, γίνεται φανερτι ραση τς Βασιλείας το Θεο κασχατολογικ βίωση π τν ζω ατ συνδέεται ρρηκτα μ τν συχασμό. Ὁ συχασμς δν εναι κάτι ποὺ λθε στν ζω τς κκλησίας μεταγενέστερα, κατπίδραση τν νεοπλατωνικν κα δθεν παρέκαμψε τν κκλησιολογία τς πρώτης κκλησίας πο στηριζόταν στν θεία Εχαριστία κα τν ασθηση τς Βασιλείας το Θεο, λλ εναι προϋπόθεση τς θέας τοκτίστου Φωτός, πως σαφς κατοχύρωσε κα «θεία καερ Σύνοδος» το 1351.
.        Ὁ Βαρλαὰμ ἀντὶ νὰ ἀκολουθῆ τὴν διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, στηριζόταν περισσότερο στὴν φιλοσοφία, θεωρώντας τὸ Φῶς τῆς θεότητος ποὺ ἕλλαμψε στὸ ὄρος Θαβὼρ ὅτι δὲν ἦταν ἀπρόσιτον καὶ κατὰ ἀλήθεια Φῶς θεότητος οὔτε ἦταν ἱερώτερο καὶ θειότερο τῶν ἀγγέλων, «ἀλλὰ καὶ χεῖρον καὶ κατώτερον καὶ αὐτῆς τῆς ἡμετέρας νοήσεως». Δηλαδή, ὁ Βαρλαὰμ θεωροῦσε ὅτι «πάντα τα τε νοήματα καὶ νοούμενα σεμνότερά ἐστι τοῦ φωτὸς ἐκείνου».
.        Τέταρτον, τεκμηριώνει ὅλη αὐτὴν τὴν θεολογία στὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς –Παλαιᾶς καὶ Καινῆς– στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ἁγίου Διαδόχου τοῦ Φωτικῆς, τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης κ.ἄ.
.        Τὰ ἀποσπάσματα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἀναφέρονται στὴν ἱερὰ ἡσυχία, τὴν νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, τὴν νήψη τοῦ νοός, τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὴν σύνδεση τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν μέθεξη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
.           Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἀποδεικνύεται περίτρανα ὅτι μόνη σχατολογικ βίωση τς Βασιλείας το Θεο εναι δι τς ερς συχίας μέθεξη τς κτίστου δόξης το Θεο, τς θεωρίας τοκτίστου Φωτός.
.        Πέμπτον, ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 1351 ἐπικύρωσε τὰ δίκαια ἀναθέματα ποὺ ἐπεβλήθησαν στὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν Ἀκίνδυνον ἀπὸ τὶς προηγούμενες συνόδους, ἀφοῦ δὲν μετενόησαν, στοὺς δὲ «ὁμόφρονάς» τους «καὶ ἁπλῶς ὅσοι τῆς συμμορίας αὐτῶν», τοὺς τιμώρησε «ὡς ἀποκηρύκτους τε καὶ ἀποβλήτους τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», ἐὰν δὲν μεταμεληθοῦν.
.        Ἐπίσης, ἐπέβαλε καὶ τὸ ἀνάθεμα τῆς ἀκοινωνησίας καὶ ἀπογύμνωσε τοὺς Κληρικοὺς «πάσης ἱερατικῆς λειτουργίας», ὅταν κοινωνοῦν ἐν γνώσει τους μὲ τοὺς αἱρετικοὺς αὐτούς. Ἀκόμη, καταδικάζονται καὶ ὅσοι θὰ καταφερθοῦν στὸν μέλλον ἐναντίον τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, μὲ τὸν Συνοδικὸ τόμο τοῦ ἔτους 1351 ἐπικυρώνεται ἡ προηγουμένη καταδίκη: «Ἀλλ’ καὶ εἴ τις ἕτερος τῶν ἁπάντων τὰ αὐτὰ ποτὲ φωραθείη ἢ φρονῶν ἢ λέγων ἢ συγγραφόμενος κατὰ τοῦ ἱερωτάτου Θεσσαλονίκης (στὸν τόμο τοῦ 1347 γράφεται: «τοῦ εἰρημένου τιμιωτάτου ἱερομονάχου κυροῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ μοναχῶν») μᾶλλον δὲ κατὰ τῶν ἱερῶν θεολόγων καὶ τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, τὰ αὐτὰ καὶ κατ’ αὐτοῦ ψηφιζόμεθα καὶ τῇ αὐτῇ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (καθαίρεση καὶ ἀκοινωνησία), εἴτε τῶν ἱερωμένων εἴη τις, εἴτε τῶν λαϊκῶν».
.        Στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς υἱοθέτησε πλήρως τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν ἡσυχαστῶν περὶ τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τοῦ θαβωρείου Φωτός, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ. πότε, δν πρόκειται γι διδασκαλία τογίου Γρηγορίου το Παλαμ, λλ γι διδασκαλία τν Προφητν, τν ποστόλων κα τν Πατέρων κα ατς τς διας της κκλησίας.
.        Ἔτσι, ὄχι μόνον τότε, ἀλλὰ καὶ στὸ μέλλον («ποτὲ») ὅποιος φρονεῖ ἢ λέγει ἢ γράφει ἐναντίον αὐτῶν τῶν θεμάτων, ὅποιος ἀρνεῖται τὸν ἱερὸ ἡσυχασμό, τὴν θεοπτία, καὶ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἴτε εἶναι ἱερωμένος εἴτε λαϊκὸς δέχεται τὸν ἴδιο ἀφορισμὸ καὶ ἀκοινωνησία, ποὺ δέχθηκαν οἱ σύγχρονοι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀντιησυχαστές.
.        Ἀπὸ τὰ Πρακτικὰ αὐτὰ φαίνεται σαφέστατα ὅτι σοι σχυρίζονται τι ο Πατέρες τς κκλησίας π τν 3ο αώνα κα μετπηρεάσθησαν π μία λλη «(νεο)πλατωνικκκλησιολογία», τν ποία δθεν νεκάλυψαν κα παρουσίασαν Εάγριος Ποντικς κα Μακάριος Αγύπτιος, οποοι καπηρέασαν τος μεταγενέστερους Πατέρες, πότε κδιώχθηκε κα παραθεωρήθηκε «ρχέγονη κκλησιολογία» τς Εχαριστίας κα τς Βασιλείας, στν πραγματικότητα κφράζουν τν καταδικασμένη αρεση το Βαρλαάμ, τοκινδύνου, το Γρηγορ, κα σαφς εναι βαρλααμίτες μ φοβερς συνέπειες.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ἡ ἀμφισβήτηση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τῶν μεταγενεστέρων ἁγίων συνιστᾶ ἀσέβεια καὶ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ καταλήγει στὴν ἀθεΐα, γιατί συνιστᾶ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ τῶν Πατέρων ἡμῶν».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Ε´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

δ. Ἡ νηπτικὴ-ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες

.        Τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ πατερικὰ κείμενα. Δὲν ὑπάρχει Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶχε ἐμπειρίες πνευματικῆς ζωῆς, καὶ δὲν ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση.
.        Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ καὶ νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας τους, μέσα ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐποχῆς τους.
.        Ἄλλωστε, ὅπως προαναφέρθηκε, ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, στὸ σημεῖο αὐτὸ κατέγραψε τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τὴν ὁποία βρῆκε στοὺς μοναχοὺς τῆς Παλαιστίνης.
.        Ἔτσι, εἶναι βλάσφημο νὰ θεωρήση κανεὶς τοὺς Πατέρας σὰν ἀνώριμους πνευματικά, ὥστε νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὴν νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπηρεάσθηκαν ἐξωτερικά, φραστικά, στὴν πραγματικότητα μὲ τὶς λέξεις ποὺ προσέλαβαν, διετύπωσαν τὴν ὅλη ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Προηγουμένως ἀναφέρθηκαν μερικὰ χωρία του, στὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση εἶναι ὁ ἀπαραίτητος τρόπος ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐνυπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς αἱρέσεως.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναφερθῆ ὁ λόγος του περὶ τῆς ἱερωσύνης, ποὺ δικαιολογεῖ γιατί, ὅταν τοῦ ἐτέθη τὸ θέμα τῆς ἱερωσύνης, τὴν ἀπέφυγε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν Πόντο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέει ὅτι ἦλθε μέσα του «ἔρως τοῦ καλοῦ τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀναχωρήσεως· ἧς ἐραστὴς γενόμενος ἐξ ἀρχῆς».
.        Στὴν συνέχεια κάνει λόγο γιὰ τὸ ὅτι ἐπεδίωκε τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη, ἐπειδὴ τὸ ἔργο τῆς ἱερωσύνης εἶναι μεγάλο, γιατί «καθαρῶ μόνον ἀπτέον τοῦ καθαροῦ καὶ ὠσαύτως ἔχοντος», καὶ πρέπει νὰ λαμπρύνη τὸν λόγο «τῷ φωτὶ τῆς γνώσεως», ἀλλὰ καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν ἀκοή.
.        Εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ θεολογήση κανείς, ἂν δὲν καθαρισθοῦν τὰ τρία αὐτὰ «ἢ οὐκ ἐνελάμφθη νοῦς, ἢ λόγος ἠσθένησεν, ἢ οὐκ ἐχώρησεν ἀκοὴ μὴ κεκαθαρμένη». Τὸ καταπληκτικότερο δὲ ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀναφέρεται στὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θεοπτία, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γνωρίσματα ὄχι μόνον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τῆς διακονίας τῆς ἱερωσύνης, κάνει εὐρύτατα λόγο γιὰ τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή, τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ τὴν χαρακτηρίζει ὡς θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸν ἱερέα τὸν θέλει θεραπευτή, ἡ θεραπεία γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως, καὶ τὸ ὅλο ἔργο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως ἀπέβλεπε στὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅταν κάνη λόγο γιὰ θεραπεία, τὴν ἐντοπίζει στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καρδιά. «Ἡμῖν δὲ περὶ τὸν κρυπτὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον ἡ πᾶσα θεραπεία τε καὶ σπουδή, καὶ πρὸς τὸν ἔνδοθεν ἡμῖν ἀντιπολεμοῦντα καὶ ἀντιπαλαίοντα ἡ μάχη, ὃς ἡμῖν αὐτοῖς ὅπλοις καθ’ ἡμῶν χρώμενος, τὸ δεινότατον, τῷ τῆς ἁμαρτίας θανάτῳ δίδωσι».
.         Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης προσδιορίζοντας τὴν ἀρετὴ παρουσιάζει ὡς τύπο τελείου ἀνθρώπου τὸν Προφήτη Μωϋσῆ. Ἔτσι, στὸ ἔργο του «Εἰς τὸν βίον τοῦ Μωϋσέως» κάνει λόγο γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν θεογνωσία. Προσαρμόζει πλήρως στν πνευματικ κατάσταση τονθρώπου ατ πογινε στν Παλαι Διαθήκη, κατ τν μφάνιση το Θεο στρος Σινᾶ. Δηλαδή, ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ στὸν Μωϋσῆ νὰ καθαρισθῆ ὁ λαὸς ἀπὸ κάθε ρύπο, νὰ ἀπομακρυνθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῶα ἀπὸ τὸ ὄρος καὶ νὰ ἀνέλθη ἐπάνω σὲ αὐτὸ μόνον ἐκεῖνος. Πρόκειται γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀκόμη καὶ τῶν δερματίνων χιτώνων, ποὺ εἶναι ἡ θνητότητα καὶ φθαρτότητα.
.        Κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ γράφει: «ὁδὸς δὲ αὐτῷ πρὸς τὴν τοιαύτην γνῶσιν ἡ καθαρότης γίνεται, οὐ τοῦ σώματος μόνον περιρραντηρίοις τισὶν ἀφαγνισθέντος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐνδυμάτων πάσης κηλίδος ἀποκλυσθέντων τῷ ὕδατι».
.        Ἡ καθαρότητα ἀναφέρεται στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. «Τοῦτο δέ ἐστι τὸ διὰ πάντων καθαρεῦσαι δεῖ τὸν μέλλοντα προσβαίνειν τῇ τῶν νοητῶν θεωρία, ὡς καὶ ψυχὴ καὶ σώματι καθαρὸν εἶναι καὶ ἀκηλίδωτον τὸν ἐν ἑκατέρῳ ρύπον καταλλήλως ἀποκλυσάμενον, ὡς ἂν καθαροὶ καὶ τῷ τὸ κρυπτὸν ὀρῶντι φανείημεν…». Ἐξηγεῖ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἀνέλθη στὴν θεωρία πρέπει προηγουμένως νὰ καθάρη τὸν τρόπο ἀπὸ κάθε αἰσθητικὴ καὶ ἄλογη τάση καὶ νὰ πλύνη ἀπὸ τὸν νοῦ του κάθε γνώμη ποὺ τοῦ δημιουργήθηκε ἀπὸ κάθε προκατάληψη καὶ νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τὴν σύνοικό του αἴσθηση καὶ ἀφοῦ γίνη καθαρὸς ἀπὸ αὐτήν, τότε νὰ τολμήση νὰ ἀνέβη στὸ ὄρος τῆς θεοπτίας, ὅπως ἔκανε ὁ Μωϋσῆς.
.        Συνεχίζοντας αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία λέγει ὅτι «ὁ κεκαθαρμένος νοῦς καὶ ὀξὺς τὴν ἀκοὴν τῆς καρδίας», ἀφοῦ ἀκούση τὸν ἦχο τῆς θείας δυνάμεως ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν ὄντων, εἰσέρχεται στὴν ἀχειροποίητη σκηνή, ἀποκτᾶ τὴν θεία γνώση, τὴν ὁποία στὴν συνέχεια δείχνει σὲ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται κάτω «διὰ τῆς ὑλικῆς μιμήσεως», δηλαδὴ διὰ τῆς χειροποιήτου σκηνῆς.
.        Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ τὴν θεοπτία τῶν ἀρρήτων ρημάτων, ὕστερα ἀπὸ τὴν κάθαρση καὶ τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν διατύπωση αὐτῶν τῶν ἀρρήτων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα.
.        Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ μεγάλος αὐτὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔπαιξε καθοριστικὸ ρόλο στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶπε ἕναν σημαντικὸ λόγο: «δαιμόνων θεολογία δίχα πράξεως γνσις». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καρπὸς τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό του στοὺς θεουμένους, σὲ αὐτοὺς ποὺ πέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. Κατὰ συνέπειαν μία θεολογία ποὺ δὲν εἶναι καρπὸς καὶ ἀπαύγασμα τῆς πράξεως, τῆς πρακτικῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη εἶναι θεολογία τῆς φαντασίας, ποὺ ὁπωσδήποτε εἶναι δαιμονική.
.        Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἑρμηνεύοντας τὰ συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κάνει λόγο γιὰ τὶς τρεῖς διαβαθμίσεις τῶν πιστῶν, ἤτοι τὶς τρεῖς κατηγορίες τῶν σωζομένων.
.        Πρόκειται γιὰ τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ τὴν ὁποία συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ κείμενά του, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν προσωπικὴ προσοικείωση τῆς σωτηρίας καὶ τὴν χωρίζει σὲ τρία μέρη, ἤτοι τὴν «πρακτικὴ φιλοσοφία» ἡ πράξη, τὴν «φυσικὴν θεωρίαν» ἢ ἁπλῶς θεωρία, καὶ τὴν «μυστικὴν θεολογίαν» ἢ ἁπλῶς θεολογία.
.        Ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία, ποὺ ἔχει ἀρνητικὴ καὶ θετικὴ πλευρά, ἀφοῦ καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν κοσμεῖ μὲ τὶς ἀρετές, ἡ φυσικὴ θεωρία, ποὺ φωτίζει τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀληθινὴ γνώση, καὶ ἡ μυστικὴ θεολογία στεφανώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ὕψιστη ἐμπειρία, τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ ἔκσταση.
.        Ἔτσι, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἀναφέρεται στὶς τρεῖς βαθμίδες τοῦ χριστιανικοῦ ἀσκητικοῦ βίου, δηλαδή, τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ θεωρητικοῦ καὶ τοῦ μυστικοῦ-θεολογικοῦ. Ἐπίσης, τοὺς σωζομένους Χριστιανοὺς στὶς τρεῖς διαιρέσεις τους, ἄλλοτε τοὺς ἀναφέρει ὡς πιστούς, ἐναρέτους καὶ γνωστικούς, καὶ ἄλλοτε ὡς δούλους, μισθωτοὺς καὶ υἱούς.
.        Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ Πατέρας τοῦ ἀκτίστου φωτός, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας Βασιλείας, τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀναφαίρεται συχνὰ στὰ ἔργα του γιὰ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Μάλιστα ἕνα κείμενό του, στὸ ὁποῖο παρουσιάζει συνοπτικὰ τὴν ὅλη θεολογία του, τὸ ἐπιγράφει «κεφάλαια πρακτικὰ καὶ θεολογικά», ἀφοῦ ἡ πράξη εἶναι ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἡ θεολογία ἀναφέρεται στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός.
.        Σὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ χωρίο του λέγει ὅτι ἡ πίστη, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν προξενεῖ τοὺς μισθοὺς «κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεως». «Καθόσον γὰρ καθαιρόμεθα κατὰ τοσοῦτον εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἀπὸ τοῦ φοβεῖσθαι ἀναγόμεθα» καὶ ἔτσι ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, «κατὰ προκοπὴν» μεταβαίνουμε στὸ νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεό.
.        Τότε, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Πατήρ μας ἀγαπᾶ «προοδοποιοῦντος τοῦ Πνεύματος δηλαδὴ καὶ τὴν οἰκίαν προευτρεπίζοντος», ὁπότε «ὡς ἐν μιᾷ συνόδῳ τῶν ὑποστάσεων μόνην γίνεσθαι ἡμᾶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος».
.           Σὲ μία ἄλλη ὁμιλία στοὺς μοναχούς του ἐκφράζει τὴν χαρά του, ἐπειδὴ βλέπει τὴν προκοπὴ στὸν βίο τους «ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ, ἐν φόβῳ Θεοῦ, ἐν εὐλαβείᾳ, ἐν κατανύξει, καὶ δάκρυσι, δι’ ὧν ὁ ἔσω καθαίρεται ἄνθρωπος καὶ πληροῦται φωτὸς θείου καὶ ὅλος Πνεύματος Ἁγίου γίνεται καὶ συντετριμμένῳ ψυχῆς καὶ καταβεβλημένῳ φρονήματι, καὶ ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ γίνεται εἰς εὐλογίαν ὑμῶν καὶ προσθήκην ἀνωλέθρου καὶ μακαρίας ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ μεγάλο αὐτὸ ἀστέρι τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν θεολογία του ἀνέδειξε ὅλη τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν θεογνωσία.
.        Αὐτὸ φαίνεται στὸ ἔργο τοῦ «ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», στὸ ὁποῖο συνέτριψε ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ, τὸν ὁποῖο ἐπρέσβευε ὁ Βαρλαάμ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων βαρλααμιτῶν, ποὺ θέλουν νὰ ἀνατρέψουν τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ τὴν θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Τὸ ἐκπληκτικὸ δὲ εἶναι ὅτι ὅταν ἔγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης πέρασε ὅλη αὐτὴν τὴν ἱερὰ ἡσυχαστικὴ παράδοση στὶς ὁμιλίες του ποὺ ἐξεφώνησε στὸ ποίμνιό του.
.        Ὑπάρχει πλούσιο ὑλικὸ πάνω στὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐξέθεσα σὲ ἄλλα κείμενά μου καὶ παρέλκει ἡ καταγραφή του ἐδῶ. Καὶ τὸ σπουδαιότερο εἶναι ὅτι ἡ ἡσυχαστικὴ καὶ θεοπτικὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατοχυρώθηκε ἀπὸ τὶς Συνόδους ποὺ ἔγιναν στὴν ἐποχή του, κυρίως τὴν Σύνοδο τοῦ 1351, ποὺ ἐκλαμβάνεται καὶ θεωρεῖται ὡς ἡ Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

.           Γίνεται φανερὸ ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ πολλοὶ ἄλλοι, κάνουν λόγο γιὰ τὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, γιὰ τὴν ἱερὰ ἡσυχία ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, γι’ αὐτὸ καὶ ὑβρίζονται μὲ τὶς ἀπόψεις τῶν στοχαζομένων καὶ προτεσταντιζόντων θεολόγων ὅτι δῆθεν ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ νεοπλατωνικὲς θεωρίες καὶ ἀλλοίωσαν τὴν προγενέστερή τους παράδοση. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Πατέρες αἰσθάνονταν ὅτι εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων Πατέρων στὸ φρόνημα καὶ τὴν ζωή.
.        Βεβαίως, φαίνεται μία ἐξωτερικὴ ὁμοιότητα στὴν ὁρολογία μεταξὺ τῶν Πατέρων καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξύ τους. Στὴν διδασκαλία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται λόγος γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ἔχει ἔρωτα γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ ἔρωτας εἶναι ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσε, ἐνῶ στοὺς Πατέρας γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
.              Στὴν θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γίνεται διάκριση μεταξὺ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καὶ φύσει θνητοῦ σώματος, ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἀνῆκε προηγουμένως στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ αὐτόν, ὁπότε περικλείσθηκε στὸ σῶμα γιὰ νὰ τιμωρηθῆ. Εὑρισκομένη δὲ στὸ σῶμα ἀναζητᾶ νὰ ἐλευθερωθῆ καὶ ἐπανέλθη στὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν.
.        Ἔτσι, κατὰ τοὺς πλατωνικοὺς καὶ νεοπλατωνικούς, ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὸ σῶμα, ὁ φωτισμὸς τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων, τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἔκσταση καὶ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σῶμα.
.        Ἡ νεοπλατωνικὴ αὐτὴ ἄποψη δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ψυχὴ εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιουργήθηκε ἐξ οὐκ ὄντων, ἀμέσως μὲ τὴν δημιουργία τοῦ σώματος· τὸ σῶμα δὲν εἶναι φυλακὴ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ τὸ θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· ὁ φωτισμὸς εἶναι ἡ νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά, δηλαδὴ στὸ σῶμα· ἡ ἔκσταση δὲν εἶναι ἡ ἔξοδος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ ἡ ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὸ σαρκικὸ φρόνημα, καὶ ἡ θέωση δὲν εἶναι ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ψυχῆς στὸν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ θεοπτία.
.        Στὴν ἐμπειρία τῶν νεοπλατωνικῶν δὲν συμμετέχει τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου στὴν πορεία τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεό. Γίνεται καὶ ἐκεῖ λόγος γιὰ ἐμπειρία φωτός, ἀλλὰ εἶναι φῶς παρυφιστάμενο, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔχει χῶρο καὶ χρῶμα καὶ τελικὰ εἶναι φῶς διαβολικό. Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ἡ ἔλλαμψη καὶ ἡ θεοπτία εἶναι ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, εἶναι μέθεξη καὶ σύγκραση μὲ τὸ θεῖο Φῶς, καὶ μεταμορφώνεται ὄχι μόνον ἡ ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἔπειτα, ἡ ἐμπειρία τῶν στωϊκῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν συνδέεται μὲ τὴν ἔκσταση, ὡς ἔξοδο τοῦ νοῦ «ἀπὸ τὸν χρόνο, τὰ διαστήματα, τὴν ἀλληλοδιαδοχικὴ σκέψη». Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι δαιμονική, ὅπως λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Δηλαδή, ἡ προσπάθεια τῶν νεοπλατωνικῶν εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, ἀπὸ τὰ κτιστὰ καὶ ἀπὸ τὰ μεταβλητά, ἐνῶ κατὰ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων στὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
.        Ἔτσι, ὅταν στὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικὸ γίνεται λόγος γιὰ ἀνίδεο καὶ ἀφάνταστο νοῦ, κατὰ τὴν προσευχή, δὲν ἐννοεῖται ἡ ἀφαιρετικὴ θεολογία τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀναιρεῖται ἡ θεωρία τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸν λεγόμενο κόσμο τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν ἐπάνοδο τῆς ψυχῆς σὲ αὐτὸν καὶ τὴν γνώση τῶν ἀρχετύπων τῶν ὄντων.
.        Καὶ ὅταν στὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο γίνεται λόγος γιὰ ἐπάνοδο τοῦ νοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν διάχυσή του στὸν κόσμο τῶν αἰσθητῶν, πράγμα ποὺ ἀναπτύχθηκε θεολογικὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ἔγινε γιὰ νὰ ἀναιρεθοῦν οἱ θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ τῶν νεοπλατωνικῶν γιὰ τὸ φύσει θνητὸ σῶμα, ὡς φυλακὴ τῆς φύσει ἀθανάτου ψυχῆς, καὶ νὰ δείξουν ὅτι τὸ σῶμα εἶναι θετικὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ποὺ καὶ αὐτὸ θεώνεται μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ θὰ ἀναστηθῆ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.        Ἑπομένως, εἶναι ἄδικο, ἀντιεπιστημονικὸ καὶ ἀνορθόδοξο νὰ ταυτίζεται ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ ἀνίδεου καὶ ἀφάνταστου νοῦ, καὶ περὶ τῆς ἐπανόδου του στὴν καρδιά, μὲ τὶς θεωρίες τῶν πλατωνικῶν καὶ νεοπλατωνικῶν, ἀφοῦ μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων ἀναιροῦνται αὐτὲς οἱ ἀπόψεις. Φαίνεται καθαρὰ ὅτι οἱ Πατέρες καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν μία τέτοια ὁρολογία γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν μὲ ἐπιτυχία τὶς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν.
.        Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναπτύσσοντας τὴν ἡσυχαστικὴ καὶ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὴν σχολαστικὴ νοοτροπία τοῦ Βαρλαάμ, λέγει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία-φιλοσοφία εἶναι ἀντίθετη μὲ τὴν πνευματικὴ γνώση, μάλιστα δὲ ἰσχυρίζεται ὅτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σοφία καὶ γνώση, τὴν θύραθεν σοφία, προῆλθαν ὅλες οἱ αἱρέσεις. «Κἂν ἐξετάςῃς, ἴδοις ἂν πάσας ἢ πλείστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τὰς ἀρχάς». Οἱ αἱρετικοὶ χρησιμοποιοῦσαν τὶς ἀρχὲς τῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ ἅγιοι Πατέρες θεολογοῦσαν ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν ἐμπειρία τους, δηλαδὴ ἐνεδυναμώθηκαν ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἔβλεπαν τὸν Θεό, καὶ ὄχι κτίσματα καὶ δαιμονικὲς φαντασίες.
.        Βέβαια, οἱ Πατέρες γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν ἐμπειρία τους χρησιμοποίησαν τὴν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλὰ προσέδωσαν σὲ αὐτὴν ἄλλη ἔννοια καὶ σημασία. Γι’ αὐτὸ γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Κἄν τις τῶν Πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγηται, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον· ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων, πολὺ τὸ μεταξύ· νοῦν γὰρ οὗτοι, κατὰ τὸν Παῦλον, ἔχουσι Χριστοῦ, ἐκεῖνοι δέ, εἰ μή τι καὶ χεῖρον, ἐξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». Καὶ ὑπενθυμίζει τὸν λόγο τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου (Ἡσ. κεφ. 55, 9): «καθόσον δὲ ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, κατὰ τοσοῦτον ἀπέχει ἡ διάνοιά μου ἀπὸ τῶν διανοιῶν ὑμῶν».
.        Στὸ χωρίο αὐτὸ φαίνεται ὅτι, ὅταν βλέπουμε ἴδια ὁρολογία στοὺς Πατέρες καὶ τοὺς φιλοσόφους, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε ὅτι λένε τὰ ἴδια πράγματα, ἀλλὰ τὸ κοινὸ φαίνεται μόνον στὸ ρῆμα, τὴν λέξη, ἐνῶ τὸ νόημα εἶναι πολὺ διαφορετικό. Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, γιατί οἱ Πατέρες ἔχουν νοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὁμιλοῦν στὴν καλύτερη περίπτωση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη διάνοιά τους, στὴν χειρότερη δὲ περίπτωση («εἰ μή τι καὶ χεῖρον») ὁμιλοῦν ἀπὸ τὴν σατανικὴ-δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶναι καταπέλτης ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν οἱ Πατέρες ἀλλοίωσαν «τὴν ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία», καὶ ὅτι δῆθεν ἐκφράζουν τὴν νεοπλατωνικὴ παράδοση.
.        Ὅποιος μεταδίδει τέτοιες ἀνόητες θεωρίες ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἀλλὰ ἔχει μία ἐξωτερικὴ ἐπιφανειακὴ γνώση ἢ τοὺς παρερμηνεύει ἐνσυνειδήτως καὶ κατὰ τρόπο προτεσταντικό, ὁπότε καὶ βλασφημεῖ ὄχι μόνο τοὺς Πατέρας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία ποὺ υἱοθέτησε τὴν διδασκαλία τοὺς συνοδικῶς καὶ λατρευτικῶς.
.        Ἐδῶ πρέπει νὰ προστεθῆ καὶ ἕνας ἄλλος σημαντικὸς λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος στὰ τρία εἴδη τῆς ἀθεΐας, στὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ συγκαταλέγει τοὺς θεολόγους ἐκείνους ποὺ ἀρνοῦνται ἢ ὑποτιμοῦν τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γράφει: «τοῦτ᾽ ἐστιν ἀληθὴς εὐσέβεια, τὸ μὴ πρὸς τοὺς θεοφόρους Πατέρας ἀμφισβητεῖν».
.        Ὑπενθυμίζει τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ μέγα, καὶ τὶς διδασκαλίες τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ ἐπισημαίνει: «καὶ γὰρ τῶν προειρημένων ἁγίων αἱ θεολογίαι ὅρός ἐστι θεοσεβείας ἀληθοῦς καὶ χάραξ, ὥσπερ ἑκάστη τὸν οἰονεὶ φραγμὸν καὶ τὸ περιτείχημα τῆς εὐσεβείας, κἂν περιέλῃ τις μίαν γοῦν αὐτόν, ἐκεῖθεν ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμὸς εἰσρυήσεται πολύς».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια-θεοσέβεια, ἡ ὁποία συντονίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ὁποίων οἱ θεολογίες εἶναι ὅρος ἀληθινῆς θεοσεβείας καὶ χάρακας καὶ φραγμός.Ἐπίσης, λέγεται ὅτι, ὅταν κάποιος ἀφαιρέση μία διδασκαλία τῶν Πατέρων, τότε εἰσέρχεται «ὁ τῆς κακονοίας τῶν αἱρετικῶν ἑσμός». πομένως, ἡ μφισβήτηση τς διδασκαλίας τοῦ γίου Διονυσίου τοῦ ρεοπαγίτου κα τν μεταγενεστέρων γίων συνιστᾶ σέβεια καὶ πόκλιση π τν ρθόδοξη Παράδοση κα καταλήγει στν θεΐα, γιατί συνιστρνηση το Θεο τν Πατέρων μν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

, , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΧΑΛΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΙΣ Ο ΠΙΣΤΟΣ ΛΑΟΣ ΔΕΧΕΤΑΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΥΣΤΙΚΩΣ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΦΩΤΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΣΤΕΡΕΩΝΕΙ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΤΩΝ ΠΕΠΟΙΘΟΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ»

κρίση μ τ μάτια νς γιορείτη
(Ἀ
ρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης,
Προηγούμενος
ερς Μονς βήρων γίου Ὄρους)

.         Ἐνῶ ἡ σύγχυσι εἶναι γενική, τὰ πάντα ἀπειλοῦνται, πολλὰ καταρρέουν καὶ χάνονται… Ἐνῶ βλέπεις ἄλλους νὰ φεύγουν γιὰ νὰ σωθοῦν, ἄλλους νὰ ἔρχωνται γιὰ νὰ συλήσουν…
.        Ἐνῶ πονᾶ καὶ ὑποφέρει, δὲν ἀπογοητεύεται. Χαίρει καὶ ἀγάλλεται στὸ βάθος, γιατί ὑπάρχει λύσι. Μπορεῖ νὰ βρεθῆ τρόπος καὶ τόπος ἀναπαύσεως γιὰ τὸν δοκιμαζόμενο λαό.
.         Ζῆ καὶ χαίρεται, «σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις», ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὴν λειτουργικὴ ζωὴ καὶ χάρι ποὺ προσφέρεται στὸν πιστὸ λαό… Γιατί ὑπάρχει τόση ἀγωνία γιὰ νὰ βρεθῆ λύσι, τὴ στιγμὴ ποὺ ὑπάρχει λύσι ξεκάθαρη. Εἶναι δίπλα μας, τὴν ζοῦμε…
.         Πᾶμε νὰ λύσωμε προβλήματα λυμένα. Φανερωνόμαστε ἀγράμματοι καὶ ἀδιάβαστοι στὸν τόπο καὶ στὸ μάθημά μας. Ζητοῦμε βοήθεια ἐκεῖ ὅπου ὀφείλομε νὰ προσφέρωμε.
.          Πᾶμε νὰ προτιμήσωμε μία λογικὴ ἄζυμη καὶ σχολαστικὴ τῆς Δύσεως, ἐνῶ τὸ ἀείζωο καὶ ἀπερινόητο ἔχει σαρκωθῆ στὴ ζωή μας. Μᾶς προσφέρεται ὡς εὐλογία, καὶ δι᾽ αὐτοῦ σωζόμαστε ἐλευθερούμενοι.
.             Νοιώθει ὅτι μέσα στὴν τρικυμία τῶν ἀπειλῶν καὶ στὸν χείμαρρο τῶν προτεινομένων λύσεων, ὑπάρχει κάτι σιωπηλὸ καὶ ἀμετακίνητο. Αὐτὸ διοικεῖ τὰ πάντα, μὲ βεβαιότητα ποὺ σὲ ἀναπαύει.
.        Μέσα στ βαβυλωνία τς ναταραχς κα τ πανδαιμόνιο τν θορύβων «τ μυστήριον δη νεργεται τς νομίας» κα φαίνεται ν πικρατ ντυπωσιακά. Τν δια ρα θόρυβα κα μυστικ ερουργεται τ μυστήριο τς σωτηρίας. πιβάλλεται. Κα δι᾽ ατο «συγκροτεῖται κα συνέχεται πρς μίαν ρθοδοξίαν τ πέρατα».
.           Ἐνῶ ὅλα κοχλάζουν σὲ βρασμὸ ἐξελίξεων, ἀπειλῶν καὶ συγχύσεων, ταυτόχρονα ὅλα εἶναι γαλήνια, μὲ λυμένα τὰ προβλήματα.
.          …Ταυτόχρονα μέσα σ᾽ ὅλα νοιώθεις νὰ ὑπάρχη κάτι ἱερὸ καὶ πανάγιο: ἡ ἀδιαφιλονίκητη ὑπεροχὴ μιᾶς Δυνάμεως ποὺ χαρίζει σιγουριὰ αἰωνιότητος ἀπὸ σήμερα στοὺς πιστούς. Καὶ δι᾽ αὐτῶν σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο.
.          Αὐτὴ ἡ δύναμι, ἐνῶ μένει ἔξω ἀπὸ κάθε πανικό, δὲν βρίσκεται στὸ περιθώριο τῆς πραγματικότητος, οὔτε στὴν περιφέρεια κάποιων ἀτομικῶν δοξασιῶν, ἀλλὰ στὴν καρδιὰ τῶν γεγονότων, στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ λαοῦ. Αὐτὴ κρατᾶ ἀοράτως τὰ ἡνία καὶ κατευθύνει τὰ πάντα· ἐνῶ πολλοὶ ἐπώνυμοι καὶ ἐπίσημοι τὰ ἔχουν χαμένα καὶ τρέχουν πέρα-δῶθε.
.              … Ὑπάρχει ἕνα ἱερὸ κεφάλαιο, ἀκατάλυτο καὶ ἄφθορο, ποὺ δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Καὶ σώζει τὸν κόσμο σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύσι. Μία δύναμι ποὺ «ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Αὐτή, ὡς σεσαρκωμένη ἀγάπη, ἔχει μεταμορφώσει τὴ ζωὴ καὶ ἔχει ὀμορφήνει λειτουργικὰ τὸν θάνατο, γιατί τὸν ἔχει καταργήσει.
.            Δὲν εἴμαστε ἐγκαταλελειμμένοι καὶ ἀπροστάτευτοι· ὑποχρεωμένοι νὰ αὐτοσχεδιάζωμε, πέφτοντας θύματα στὶς ἀλλοπρόσαλλες κινήσεις τοῦ πανικοῦ.
.            Κάτι ἔχει προηγηθῆ καὶ ἔχει σαρκωθῆ ὡς παρουσία εὐλογίας ποὺ συμπαραστέκεται στὸν δοκιμαζόμενο ἀνθρωπο, χωρὶς νὰ τοῦ ἀφαιρῆ τὴν ἐλευθερία καὶ νὰ τοῦ στερῆ τὴ δυνατότητα νὰ μετάσχη στὸν πόνο καὶ στὴν τραγωδία τῆς ἱστορίας. Κάτι ἀληθινὸ ποὺ ἡ γνησιότητά του φανερώνεται τώρα ποὺ ὅλα ἀπειλοῦνται.
.          Ὅταν εἶναι χαμένοι καὶ ζαλισμένοι ὅσοι ψάχνουν νὰ βροῦν λύσεις τοῦ ὅλου προβλήματος μὲ τὸ μυαλό τους, «ο πεποιθότες π Κύριον» ζον στν ερήνη τς λήθειας.
.          Ὅταν μετὰ τὸ πάθος τοῦ Κυρίου ὅλοι, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ἦταν σίγουροι ὅτι ἡ ὑπόθεσι «ἐκείνου τοῦ πλάνου» τελείωσε –καταδικάστηκε, σταυρώθηκε, ἐτάφη–, τότε ὁ Ἀναστὰς Κύριος ἐμφανίζεται κεκλεισμένων τῶν θυρῶν καὶ δίδει εἰρήνη στοὺς τρομαγμένους μαθητές. Κα τώρα, μέσα σ᾽ ατν τν χαλασμ κα τς καταρρεύσεις, πιστς λας δέχεται δι τς κκλησίας μυστικς τν ερήνη το θείου φωτισμο πο στερεώνει τς καρδις τν πεποιθότων π τν Κύριον.
.         Αὐτοὶ ποὺ παρουσιάζονται ὡς δυνατοὶ καὶ σωτῆρες εἶναι κατὰ βάθος ταλαίπωροι καὶ ἔχουν ἀνάγκη σωτηρίας. Καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ παρουσιάζονται (καὶ τὸ νοιώθομε) ὡς ἐχθροὶ ποὺ μᾶς ἀπειλοῦν καὶ θέλουν νὰ μᾶς ἀφανίσουν, μᾶς κάνουν καλό. Καὶ οἱ ἴδιοι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τὴν εὐλογία καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεανθρώπου.
.          Τὸ θέμα εἶναι νὰ ζήσης μέσα στὴ χάρι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔτσι ποὺ νὰ χαρῆς τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο…
.          Τώρα εἶναι διαφορετικά. Τὸ πολυεθνικὸ τοῦτο κράτος κρύβει στὴν καρδιά του ἕνα θεϊκὸ κεφάλαιο, τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού, μὲ τὴν πυράκτωσι τῆς τελικῆς δοκιμασίας, καίγεται καὶ ἀναδίδει σὰν μοσχοθυμίαμα τὸ ἄρωμα τῆς ἀνακουφίσεως καὶ τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας, ποὺ σώζει τὸν ἄνθρωπο χαρίζοντάς του νέες δυνατότητες ποὺ τὸν ἀναλαμβάνουν σὲ ἄλλο ἐπίπεδο. Τοῦ ὀμορφαίνουν τὴ χαρὰ καὶ τὴ θλίψι, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν αἰχμαλωσία, τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο.
.         Τν περίοδο τς κρατικς ποσυνθέσεως χομε τν παρουσία τς ορανίας συνθέσεως κα ρμονίας. Τὸν καιρὸ τῆς καταρρεύσεως ἔχομε τὸ γεγονὸς τῆς ἀναλήψεως καὶ τὴν ἐνίσχυσι τῆς πεποιθήσεως ἐπὶ τὸν Κύριον.

 ΠΗΓΗ: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

 Σημείωση Ἱστοσελίδος «Ἄλλη Ὄψις»: Ὁ τίτλος τῶν ἀποσπασμάτων δόθηκε ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα μας. Τὰ ἀποσπάσματα εἶναι ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Προηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους, Ἀρχιμ. Βασιλείου Γοντικάκη, «ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ» ποὺ κυκλοφορήθηκε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονή Ἰβήρων, ὅπως αὐτὰ ἐκφωνήθηκαν σὲ ὁμιλία τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου.

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΑΡΑΓΕ ΔΕΝ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ; («τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ»)

.       ΣΧΟΛΙΟΝ «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Σήμερα, Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου, διαβάζεται (στὴν Θ. Λειτουργία) ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ περιλαμβάνει τὸν διάλογο τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Νικόδημο. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς λέει ὅτι «τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ». Αὐτὴ ἡ φράση παρερμηνεύεται συχνὰ καὶ ἐξάγονται λαθεμένα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα παρασύρουν τοὺς χριστιανοὺς σὲ «πανθρησκειακὲς» κατανοήσεις καὶ στρεβλὲς ἀντιλήψεις.
.       Ἡ «Χρ. Βιβλ.» ἐνετόπισε μιὰ προσεκτικὴ προσέγγιση τοῦ θέματος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πατερικῶν ἑρμηνειῶν στὸ βιβλίο τοῦ πρωτ. Ἰωάννου Φωτοπούλου: «Θεανθρώπινη Καθολικότητα ἢ Πανθρησκειακὴ Παγκοσμιότητα», Ἀθήνα 2003, (σελ. 119-130), τὴν ὁποία προσέγγιση παραθέτει στοὺς ἀναγνῶστες της κατωτέρω. Σ᾽ αὐτὴν διευκρινίζεται ὅτι τὸ Πνεῦμα πνεῖ ὅπου θέλει ἀλλὰ αὐτὴ ἡ Ἐνέργειά Του εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν εἰς Χριστὸν Πίστη καὶ τὸ Ἅγιον Βάπτισμα.

Tί σημαίνει ἡ Κυριακή ρῆσις «τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω. γ´8);

.        (…) Ἀφοῦ εἴδαμε τί λέγουν τό Εὐαγγέλιο καί οἱ Πατέρες περί τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄς δοῦμε τί σημαίνουν καί τά Κυριακά λόγια «Τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ». Ἡ ὀρθόδοξη ἑρμηνευτική ἐπιβάλλει κάθε ἁγιογραφικό χωρίο νά τό βλέπουμε καί νά τό κατανοοῦμε στή συν­άφειά του.
.          Τά λόγια λοιπόν αὐτά λέγονται ἀπό τόν Κύριο πρός τό Νικόδημο στή νυκτερινή τους συνομιλία (Ἰω. γ´ 1-21). Κατ᾽ ἀρχάς ὁ Κύριος χωρίς περιστροφές τόν διδάσκει περί τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ λέγοντάς του: «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ὁ Νικόδημος μέ τόν κοσμικό του λογισμό τόν ἐρωτᾶ: «πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τήν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ἀ­παντᾶ λοιπόν ὁ Κύριος στήν ἀπορία τοῦ Νικοδήμου τονίζοντάς του ὅτι χωρίς τήν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση «ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος», δηλ. χωρίς τό ἅγιο Βάπτισμα, δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί συνεχίζει: «τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκός σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ Πνεύματος πνεῦμα ἐστί», ἐξηγώντας τίς συνέπειες τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως.
.        Ἐπειδή ὅμως ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς Κύριος εἶ­δε ἀκόμα ἀποροῦντα τόν νυκτερινό του μαθητή, τοῦ ἐξηγεῖ μέ κάποια εἰκόνα τά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει. οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος», δηλ. «ὁ ἄνεμος ὅπου θέλει φυσάει κι ἀκοῦς τή βοή του ἀλλά δέν ξέρεις ἀπό ποῦ ἔρχεται καί ποῦ πηγαίνει. Ἔτσι εἶναι καί καθένας ἀναγεννημένος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα»
.       Ἄς δοῦμε τώρα καί τούς ὀρθοδόξους ἑρμηνευτές. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τόν στίχο «ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» λέγει: «…λέγω ὡς ἀναγκαῖον εἶ­ναι (ἐνν. τό Βάπτισμα) καὶ μηδὲ δυνατὸν ἄλλως σωθῆ­ναι… ἡ μὲν γὰρ γηΐνη γέννησις ἡ κατά σάρκα ἀπὸ τοῦ χοὸς ἐστί… ἐκείνη δέ, ἐκ Πνεύματος οὖσα, ῥαδίως ἡμῖν τὰς ἁψίδας ἀναπετάννυσι τὰς ἄνω». Καί συνεχίζει ἀπευθυνόμενος πρός τούς κατηχουμένους: «Ἀκούσατε ὅσοι τοῦ φωτίσματος ἐστὲ ἐκτός, φρίξατε, στενάξατε, φοβερὰ γὰρ ἡ ἀπειλή, φοβερὰ ἡ ἀπόφασις. Οὔκ ἐστι, φησί, τὸν μὴ γεννηθέντα ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν οὐ­ρανῶν, διότι τοῦ θανάτου φορεῖ ἔνδυμα, τὸ τῆς κατάρας, τὸ τῆς φθορᾶς, οὐδέπω τὸ Δεσποτικόν ἔλαβε σύμβολον, ξένος ἐστὶ καὶ ἀλλότριος, οὐκ ἔχει τὸ σύνθημα τὸ Βασιλικόν». Μεταφράζουμε: «Λέγω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο τό Βάπτισμα καί δέν γίνεται ἀλλιῶς νά σωθεῖς. Ἡ μέν γήϊνη γέννηση, ἡ σαρκική, εἶναι ἀπό τό χῶμα, ἐκείνη δέ πού εἶναι ἐκ τοῦ Πνεύματος εὔκολα μᾶς ἀνοίγει τίς οὐράνιες ἁψίδες. Ἀ­­κοῦστε τα αὐτά ὅσοι εἶστε μακριά ἀπό τό Φώτισμα (τό ἅ­­γιο Βάπτισμα). Τρομάξτε, στενάξτε, γιατί ἡ ἀπειλή εἶ­ναι φοβερή, φο‚ερή καί ἡ ἀπόφαση. Δέν εἶναι δυνατόν ὁ μή ἀναγεννηθείς δι᾽ ὕδατος καί Πνεύματος νά εἰσέλθει στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιατί φορεῖ τό ἔνδυμα τοῦ θανάτου, τό ἔνδυμα τῆς κατάρας, τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς. Δέν ἔλαβε ἀκόμα τό σύμβολο τοῦ Δεσπότου, εἶναι ξένος καί ἀλλότριος. Δέν ἔχει τό Βασιλικό γνώρισμα».
.       Ὥστε τό βάπτισμα εἶναι αὐτό πού ἀνοίγει τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ. Χωρίς αὐτό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ντυμένος τό φό­ρεμα τοῦ θανάτου, τῆς κατάρας καί τῆς φθορᾶς. Πολύ περισσότερο, ὁ ἀβάπτιστος καθήμενος ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου, εἶναι ἀδύνατον νά δεχθεῖ «σπινθήρα φωτός», «ἀ­κτῖνα ζωῆς καί ἀληθείας» καί νά ἔλθει σέ ἐπαφή μέ τήν οὐράνια πραγματικότητα μέσα ἀπό θρησκεῖες δαιμονικές. Γι᾽ αὐτό ὁ Χρυσορρήμων ὁμιλεῖ γιά «φοβερά ἀπειλή» στερήσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στήν περίπτωση τῆς μή «δι᾽ ὕδατος καὶ Πνεύματος» ἀναγεννήσεως. Λέγει κάτι πού σήμερα θά ἑρμηνευόταν ὡς ἄσκηση «τρομοκρατίας» κατά τῆς «ἐλευθέρας θρησκευτικῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου», ὡς πράξη ἀποκλεισμοῦ τοῦ ἄλλου. Ἀλλά ὁ Κύριός μας, ὁ σταυρωθείς καί ἀναστάς χάριν ἡμῶν γνωρίζει τήν ὀντολογική ἀδυναμία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου καί δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο στήν ἡσυχία τοῦ θανάτου. Μέ ποικίλους τρόπους τόν ὁδηγεῖ στήν Ἀλήθεια καί τή Ζωή.
.        Παρόμοια λέγει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στόν Γ´ Ἀντιρρητικό του λόγο πρός Ἀκίνδυνον: «Tίς δ᾽ οὐκ οἶδε τῶν μεμυημένων τὰ Χριστιανῶν καὶ τοῖς εὐαγγελικοῖς θεσπίσμασι συνετὴν ὑπεχόντων ἀκοὴν ὡς “τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος Πνεῦμά ἐστι” παρὰ τοῦ Κυρίου εἴρηται πρὸς τὸν Νικόδημον καὶ ὡς περὶ τῶν εἰς αὐτὸν πιστευόντων εἴρηται καὶ τῶν διὰ τοῦ εἰς αὐτὸν βαπτίσματος χάριτι γεγεννημένων ἐκ τοῦ Πνεύματος καὶ Πνεῦμα γεγονότων, δηλαδή πνευματικῶν, διὰ τῆς ἐκ τοῦ ἁγίου Πνεύματος υἱοθεσίας; Διὸ καὶ συνᾴδων τοῖς ἐκεῖ μικρὸν ἀνωτέρω εἰρημένοις, πρὸς τὸν αὐτὸν Νικόδημον λέγει προϊών. “μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπον, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν. Τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ…”». Μετάφραση: «Ποιός ἀπό τούς μεμυημένους στή χριστια­νική πίστη καί ἀπό ὅσους συνετά ἀκούουν τά εὐαγγελικά θε­σπίσματα δέν γνωρίζει ὅτι τά λόγια: “τό γεγεννημένον ἐκ Πνεύματος Πνεῦμα ἐστί” λέχθηκαν πρός τό Νικόδημο γι᾽ αὐτούς πού πιστεύουν σ᾽ Αὐτόν καί γι᾽ αὐτούς πού βαπτίσθηκαν σ᾽ Αὐτόν καί ἀναγεννήθηκαν ἐκ τοῦ Πνεύματος διά τῆς Χάριτος κι ἔγιναν Πνεῦμα δηλ. πνευματικοί διά τῆς υἱο­θεσίας ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Γι᾽ αὐτό συμφωνώντας καί μ᾽ αὐτά πού εἶπε λίγο πρίν, λέει στό Νικόδημο: μήν ἀπορεῖς πού σοῦ εἶπα ὅτι πρέπει νά ἀναγεννηθεῖτε. Τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ..» (ἀκολουθεῖ ἡ ἁγιογραφική συνέχεια).
.       Κι ἀπό τήν συνάφεια λοιπόν τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου κι ἀπό τήν ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίων Πατέρων, εἶναι φανερό ὅτι ἡ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ πνεῦσις Του, σχετίζεται ἐδῶ μέ τή διά τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος ἀναγέννηση ὄχι μέ μιά ἀκαθόριστη πνοή τοῦ Παρακλήτου πού δίνει «ἐμπνεύσεις» καί «μεγαλειώδεις συλλήψεις» στίς διάφορες θρησκεῖες.
.        Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά ἰδοῦμε καί τούς ἄλλους ἑρμηνευτές Πατέρες εἰδικώτερα γιά τό συγκεκριμένο χωρίο, «Τό πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ».
.        Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας σχολιάζοντας τό ὡς ἄνω χωρίο λέγει ὅτι ὁ Κύριός μας σάν πολύ καλός Διδάσκαλος χρησιμοποιεῖ τήν εἰκόνα τοῦ ἀνέμου ὡς παράδειγμα γιά νά φανερώσει «τοῦ μυστηρίου τὸν τύπον». Τό παράδειγμα αὐτό εἶναι ἕνας ἀπό τούς ποικίλους τρόπους μέ τούς ὁποίους «μεθοδεύει τῶν ἀκροωμένων τὸν νοῦν», καί συνεχίζει: «Τοῦτος ὁ ἄνεμος, πού βρίσκεται στόν κόσμο, στήν ἀτμόσφαιρα, πνέει παντοῦ, σ᾽ ὅλη τήν οἰκουμένη, τρέχει ὅπου θέλει καί ἡ παρουσία του γίνεται ἀντιληπτή μόνο μέ τό “χτύπημά” του, τό θόρυβό του. Ξεφεύγει μέν ἀπό τά μάτια ὅλων, ἀλλά καθώς ἔρχεται σέ ἐπαφή, σάν λεπτή αὔρα, μέ τά σώματα, δίνει κάποια αἴσθηση τῆς σύμφυτης σ᾽ αὐτόν, τῆς φυσικῆς ἐνεργείας πού τό χαρακτηρίζει. Ἔτσι —λέγει ὁ Κύριος στό Νικόδημο— πρέπει νά ἐννοήσεις τήν διά Πνεύματος ἀναγέννηση. Ἀπό τά μικρά παραδείγματα νά χειραγωγεῖσαι στά “μείζονα” καί νά χρησιμοποιεῖς σάν εἰκόνα τό λόγο μου, γιά νά ἐννοεῖς “τά ὑπέρ αἴσθησιν”». Μ᾽ αὐτή τήν εἰκόνα λοιπόν, ὁ Κύριος, κατά τόν ἅγιο Κύριλλο, θέλει νά δηλώσει τή μυστική καί ὑπερφυᾶ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.        Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύει τό ἴδιο χωρίο στήν συνέχειά του λέγοντας: «Ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά ἑρμηνεύσεις, νά κατανοήσεις τήν ὁρμή καί τόν δρόμο πού ἀκολουθεῖ ὁ ἄ­νεμος, ἄν καί τόν αἰσθάνεσαι μέ τήν ἀκοή καί τήν ἁφή, πῶς τολμᾶς νά περιεργάζεσαι τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;». Καί πιό κάτω συνεχίζει: «Ἡ φράση “τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ” ἐλέχθη πρός παράστασιν τῆς ἐξουσίας τοῦ Παρακλήτου κι αὐτό σημαίνει ὅτι… τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος δέν μποροῦν νά τήν περιορίσουν οὔτε οἱ νόμοι τῆς φύσεως, οὔτε οἱ ὅροι τῆς σωματικῆς γεννήσεως, οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο παρόμοιο». Λέγει δέ ὁ ἱερός Πατήρ κάτι πολύ σημαντικό ὅτι δηλ. ἡ φράση «τὴν φωνήν αὐτοῦ ἀκούεις» εἰπώθηκε στό Νικόδημο περί τοῦ ἀνέμου. «Οὐ γὰρ ἄν, ἀπίστῳ διαλεγόμενος, καὶ οὐκ εἰδότι τοῦ Πνεύματος τὴν ἐνέργειαν, εἶπε “τὴν φωνήν αὐτοῦ ἀκούεις”».
.         Τί μᾶς λέγει ἐδῶ ὁ ἅγιος; Ὅτι ὁ Κύριος ἐπιμένει στό παράδειγμα τοῦ ἀνέμου, γιατί αὐτή μόνο τήν ἐμπειρία εἶχε ὁ Νικόδημος. Δέν τοῦ ὁμιλεῖ περί τῆς βιαίας πνοῆς τοῦ Παρακλήτου, διότι ὁ Νικόδημος ὡς «ἄπιστος», ἀφώτιστος, δέν γνωρίζει, δέν μπορεῖ νά «ἀκούσει» τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Κι ἄν ὁ νυκτερινός μαθητής τοῦ Χριστοῦ δέν γνωρίζει, ὡς ἄπιστος, τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πολύ περισσότερο οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ, ὁ Φραγκολατῖνος, ὁ λουθηροκαλβῖνος, ὁ Ἰνδουϊστής, ὁ Ἑβραῖος, ὁ Μουσουλμάνος δέν μποροῦν νά ἀπορροφήσουν ἀκτῖνες τῆς θείας ἀκτινοβολίας, καθό ἀβάπτιστοι καί ἀφώτιστοι. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ κι αὐτός γιά τήν ἐξουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Δέν νοιώθεις καμμιά αἰδώ», λέγει ὁ Θεολόγος στούς ἀρνητές τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «γιά τήν ἐξουσία τοῦ Πνεύματος, τό ὁποῖο πνέει σ᾽ ὅσους θέλει, ὅταν θέλει, ὅσο θέλει; Ἐπιδημεῖ στόν Κορνήλιο καί στούς ἀνθρώπους του πρό τοῦ Βαπτίσματος, σ᾽ ἄλλους μετά τό βάπτισμα διά τῶν Ἀποστόλων, ὥστε κι ἀπό τά δύο δηλ. κι ἀπό ὅσους ἐπιφοιτᾶ ὡς Δεσπότης, ὄχι δουλικά, κι ἀπό ὅσους ἐπιζητεῖται πρός τελείωση τοῦ βαπτίσματος νά μαρτυρεῖται ἡ θεότης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
.          Μέ τούς πυρίνους αὐτούς καί θεοπνεύστους λόγους του ὁ ἅγιος Γρηγόριος κηρύττει τήν θεότητα καί κυριότητα, τήν ἐξουσία καί ἐλευθερία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μήπως μέ ὅσα λέγει περί τῆς ἐπιδημίας Του στόν Κορνήλιο πρό τοῦ βαπτίσματος ὁ ἅγιος Γρηγόριος θέλει νά πεῖ ὅτι τό Παράκλητον Πνεῦμα ἐνεργεῖ χωρίς τήν εἰς Χριστόν πίστη, χωρίς τήν Ἐκκλησία; Mήπως τό Ἅγιο Πνεῦμα δρᾶ ἀνεξάρτητο, ἔχει τό δικό Του ἔργο, τήν δική Του Οἰκονομία; μήπως τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους ἀπαραιτήτως στόν Χριστό; Μήπως ἐνεργεῖ δίνοντας «ἐκπληκτική δύναμη πίστεως — δηλαδή σχέσεως ἀνάμεσα στόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο», χωρίς αὐτή ἡ πίστη νά εἶναι ἡ πίστις στόν ἐν Τριάδι Θεό; (…) Ἁπλῆ ἀνάγνωση τῶν ἀνωτέρω περικοπῶν πείθει τόν ἀναγνώστη ὅτι ἡ πίστις ὅλων τῶν ἀνωτέρω προσώπων δέν εἶναι ψυχολογικῆς τάξεως δύναμη στρεφομένη σέ κάποιο Θεό, ἀλλά πίστις στόν Χριστό, δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δωρημένη ἐκ τοῦ Πατρός τῶν φώτων, λόγῳ τῆς ἀγα­θῆς τους προαιρέσεως. Συγκεκριμένα ὁ Κορνήλιος, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος «οὔκ ἐστι Ἰουδαῖος, οὐδὲ ζῶν κατὰ νόμον, ἀλλ᾽ ἤδη προειλήφει τήν ἡμετέραν πολιτείαν» δηλ. δέν εἶναι Ἰουδαῖος, οὔτε ζεῖ σύμφωνα μέ τόν Νόμο ἀλλά ἤδη ἀκολουθοῦσε τήν Χριστιανική πολιτεία (ζωή)». Προσευχόταν λοιπόν στόν Θεό κι ὄχι στούς θεούς τῶν εἰ­δώλων, ἀναζητώντας τον. Ἔτσι ὁ Τριαδικός Θεός βλέπον­τας τήν ἀγαθή προαίρεσή του ἀποστέλλει ἄγγελο γιά νά τόν φέρει σέ ἐπαφή μέ τόν Πέτρο καί δι᾽ αὐτοῦ νά γνωρίσει τόν Χριστό. Κατά τήν ἐπικοινωνία μαζί του, ἀκούει τό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου περί τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας καί γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν πού δίδεται διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ σ᾽ ὅσους πιστεύσουν σ᾽ Αὐτόν.
.        Κι ἐνῷ μιλοῦσε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος «ἐπέπεσε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπί πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν λόγον» καί «οἱ ἐκ περιτομῆς πιστοὶ …ἤκουον …αὐτῶν λαλούντων γλώσσαις καὶ μεγαλυνόντων τὸν Θεόν». (Πράξ. ι´ 44-46) Γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «…ἐπειδή τὴν διάνοιαν αὐτῶν ἔδειξαν θαυμαστὴν οὖσαν καὶ τῆς διδασκαλίας ἀρχὴ γέγονε, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι πάντως τὸ βάπτισμα ἄφεσίς ἐστιν ἁμαρτημάτων, τότε ἐπῆλθε τὸ Πνεῦμα». Πίστευσαν λοιπόν στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, στήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν διά τοῦ βαπτίσματος καί τότε ἐπέπεσε τό Ἅγιο Πνεῦ­μα. Ἔτσι λοιπόν ἡ χάρις ἐπῆλθεν στούς πιστεύσαν­τας στόν Χριστό. Καί γιατί πρό τοῦ Βαπτίσματος; «Ἐκ περιουσίας παρά τοῦ Θεοῦ, ἵνα δειχθῇ καὶ ἡ ἀρχὴ οὐ παρὰ τοῦ Ἀποστόλου» δηλ. ἐπιπλέον, μέ ἀφθονία (ἐδόθη τό Ἅγιο Πνεῦμα) ἀπό τόν Θεό γιά νά ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ ἀρχή τῆς κλήσεως τῶν Ἐθνῶν δέν ἔγινε ἀπό τόν Ἀπόστολο, ἀλλά ἀπό τόν Θεό. Ἦταν δηλαδή ἡ ἔλευσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἕνα θαυμαστό σημεῖο, πρίν ἀπό τό Βάπτισμα, γιά νά φανεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στούς ἐκ περιτομῆς Χριστιανούς καί νά δοθεῖ ἔτσι ἕνα ἀκαταμάχητο ἐπιχείρημα στόν Πέτρο κατά τήν ἀπολογία του πρός αὐτούς.
.        Παράλληλα ἀποδεικνύεται ἡ ἐξουσία καί ἡ Θεότης τοῦ Παρακλήτου, τό ὁποῖο δρᾶ πρό τοῦ Βαπτίσματος ὄχι ὅ­μως ἀνεξάρτητα ἀπ᾽ αὐτό. Γι᾽ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ἀκολουθεῖ ἀμέσως τό ἅγιο Βάπτισμα. Γράφεται στήν συνέχεια τῶν Πράξεων: «τότε ἀπεκρίθη Πέτρος· μήτι τὸ ὕδωρ δύναται κωλῦσαι τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔλαβον ὡς καὶ ἡμεῖς; προσέταξεν δὲ αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ βαπτισθῆναι» (Πράξ. ι´ 47-48). Ἄν δεχθοῦμε ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χωρίς τήν πίστη στόν Χριστό, χωρίς τόν Χριστό, ἐνέργεια πού φωτίζει καί δίνει κοινές ἐμπειρίες σέ ἀπίστους καί χριστιανούς (κι αὐτό δεχόμαστε ἄν πιστέψουμε ἀπορρόφηση ἀκτίνων τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἀπό τίς θρησκεῖες-μπαταρίες(!), ἀπό τίς θρησκεῖες πού μάλιστα μάχονται τόν Χριστό καί κατασφάζουν τούς Χριστιανούς) τότε διασπᾶμε τό Μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες εἶναι κοινές, εἶναι τῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ, εἶναι καί τῶν τριῶν θεαρχικῶν Ὑποστάσεων.
.         Ἐν πάσῃ περιπτώσει τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν ἔχει καμμιά ἀπολύτως σχέση, ὅπως ἀπεδείχθη ἀπό τίς προηγούμενες πατερικές καί ἁγιογραφικές μαρτυρίες, μέ «τίς ὑψηλότερες θρησκευτικές ἐμπνεύσεις τῆς ἀνθρωπότητος». Φωτίζει ὁ Χριστός «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. α´ 9) γιά νά τόν ὁδηγήσει στό Φῶς τῆς Βασιλείας του. «Κέκληται γὰρ τῶν ἐθνῶν ἡ πληθὺς οὐ διὰ τῆς τοῦ νόμου παιδαγωγίας, οὐ διὰ προφητῶν ἁγίων· ἀγείρει δὲ μᾶλλον αὐτὰ θεία καὶ ἀπόρρητος χάρις νοερῶς ἐλλάμπουσα καὶ τῆς διὰ Χριστοῦ σωτηρίας ἐντιθεῖσα τὴν ἔφεσιν», γράφει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. Μετάφραση: «ἔ­χει κληθεῖ (στή σωτηρία) τό πλῆθος τῶν ἐθνῶν ὄχι μέ τήν παιδαγωγία τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου οὔτε διά τῶν ἁγίων προφητῶν. Τά διεγείρει μᾶλλον ἡ θεία καί ἀπόρρητη χάρις πού λάμπει νοερά καί βάζει μέσα τους τήν ἐπιθυμία τῆς σωτηρίας διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτίζει τά ἔθνη, γιά νά τά ὁδηγήσει στήν σωτηρία μόνο διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, βγάζοντάς τα ἀπό τήν πλάνη καί τό σκότος τῶν ψευδοθρησκειῶν τους. Δέν ρίχνει τό φῶς του μέσα στήν λατρεία τῶν εἰδώλων (δαιμόνων) στό ἀκάθαρτο Ἰσλάμ ἤ κατά τήν διάρκεια τοῦ γκουρουϊστικοῦ διαλογισμοῦ κ.λ.π.
.          Βλέποντας τήν προαίρεση τοῦ κάθε ἀνθρώπου, πονών­τας τόν «κατ᾽ εἰκόνα» Του πλασθέντα ἄνθρωπον τόν φωτίζει γιά νά τόν ὁδηγήσει σέ κοινωνία μαζί Του. Δέχεται τήν δίψα του, τήν ἀναζήτησή του καί ὅπως ἔκαμε μέ τόν Κορνήλιο τόν δέχεται εἰς τούς κόλπους Του, εἰς τήν Ἐκκλησία Του. Ἔτσι κάμει καί σήμερα ὁδηγώντας, Φράγκους, μουσουλμάνους, Ἰνδουϊστές, ἀφοῦ ἀρνηθοῦν τήν πλάνη τους, στήν κοινωνία τοῦ Σώματός Του. Ἔξω ἀπό αὐτήν τήν ἐν Τριάδι ζωή ὑπάρχει τό βαθύ σκότος τῆς ἀποστασίας, ἡ χώρα καί ἡ σκιά τοῦ θανάτου.
.           Τό τί θά κάμει ὁ Θεός γιά τούς ἀβαπτίστους μᾶς τό λέει στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ. Παύλου. Θά κρι­θοῦν κατά τό νόμο πού εἶναι γραμμένος στίς καρδιές τους, ὡς πλασθέντες κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ «συμμαρτυρούσης αὐ­τῶν τῆς συνειδήσεως» (Ρωμ. β´ 14-16). Πουθενά δέν γράφεται ὅτι θά κριθοῦν σύμφωνα μέ τίς «θρησκευτικές τους ἐμπειρίες», τήν «προφητική ἐνόραση» ἤ «τούς πνευματικούς θησαυρούς πού ἔχουν διατηρήσει». Ὅλα αὐτά εἶ­ναι ὄχι μόνο ἄχρηστα ἀλλά καί δαιμονικά, ὅπως ἀπεδείχθη.

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε