Ἄρθρα σημειωμένα ὡς φυσικὸ θέλημα

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 2 («Ὑποτάσσει τὴν λογική της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»)

Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»,
ἔκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου τῆς  Θεοτόκου (1995)

[2]


Γ´

.        Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν γεννᾶται ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἡ πτώση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας καὶ οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς πτώσεως κληρονομήθηκαν σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Φυσικὸ ἦταν καὶ ἡ Παναγία νὰ μὴν εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι σαφής: «πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ´ 23). Στὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ χωρίο φαίνεται ὅτι τὸ ἁμάρτημα νοεῖται ὡς στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀκόμη ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος ἀπὸ αὐτό. Ἔτσι, λοιπόν, καὶ ἡ Παναγία γεννήθηκε μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Πότε ὅμως ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ αὐτό; Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ σχολαστικὲς ἀντιλήψεις.
.        Κατ’ ἀρχὰς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ἦταν ἡ στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ἀπώλεια τῆς Θεοκοινωνίας. Αὐτὸ ὅμως εἶχε καὶ σωματικὲς συνέπειες, γιατί στὸ σῶμα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας εἰσῆλθε ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. ταν στν ρθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος γι κληρονόμηση το προπατορικο μαρτήματος, δν ννοεται κληρονόμηση τς νοχς τς προπατορικς μαρτίας, λλ κυρίως ο συνέπειές της, πο εναι φθορ κα θάνατος. Ὅπως ὅταν ἀρρωσταίνη ἡ ρίζα τοῦ φυτοῦ, ἀρρωσταίνουν καὶ τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ φύλλα, τὸ ἴδιο ἔγινε μὲ τὴν πτώση τοῦ Ἀδάμ. Ἀσθένησε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος ποὺ κληρονομεῖ ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ εὔκρατο κλίμα τῆς καλλιέργειας τῶν παθῶν, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σκοτίζεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἡ πρόσληψη ἀπὸ τὸν Χριστό, μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του, αὐτοῦ τοῦ θνητοῦ καὶ παθητοῦ σώματος, χωρὶς τὴν ἁμαρτία, συνετέλεσε στὸ νὰ διορθωθοῦν οἱ συνέπειες τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ. Θέωση ὑπῆρχε καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως καὶ φωτισμὸς τοῦ νοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καταργηθῆ ὁ θάνατος, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ θεόπτες Προφῆτες πήγαιναν στὸν Ἅδη. Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, θεώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ἔτσι δόθηκε ἡ δυνατότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο νὰ θεωθῆ. Ἐπειδὴ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη τοῦ θεωθέντος καὶ ἀναστημένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ λέμε ὅτι διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα.
.        Ὅταν προσαρμόσουμε αὐτὰ στὴν περίπτωση τῆς Παναγίας, μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν σχέση της μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ τὴν ἐλευθέρωσή της ἀπὸ αὐτό. Ἡ Παναγία γεννήθηκε μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, εἶχε ὅλες τὶς συνέπειες τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου στὸ σῶμα της. Μὲ τὴν εἴσοδό της στὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἔφθασε στὴν θέωση. Αὐτὴ ὅμως ἡ θέωση δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς συνέπειές του, ποὺ εἶναι ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος, ἀκριβῶς γιατί δὲν εἶχε ἑνωθῆ ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Ἔτσι, τν στιγμ πο μ τν δύναμη το γίου Πνεύματος θεία φύση νώθηκε μ τν νθρώπινη φύση, στν γαστέρα τς Παναγίας, Παναγία πρώτη γεύεται τν λευθέρωσή της π τ λεγόμενο προπατορικ μάρτημα κα τς συνέπειές του. Ἄλλωστε, τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἔγινε αὐτὸ ποὺ ἀπέτυχε νὰ κάνη ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα μὲ τὸν ἐλεύθερο προσωπικό τους ἀγώνα. Γι’ αὐτό, ἡ Παναγία τὴν στιγμὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔφθασε σὲ μεγαλύτερη κατάσταση ἀπὸ ἐκείνην στὴν ὁποία βρισκόταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα πρὶν τὴν πτώση. ξιώθηκε ν γευθ τ τέλος το σκοπο τς δημιουργίας, ὅπως θὰ δοῦμε σ’ ἄλλες ἀναλύσεις.
.        Γι’ ατό, γι τν Παναγία δν χρειάστηκε ν γίνη Πεντηκοστή, δν χρειάστηκε ν βαπτισθ. Ατ πο βίωσαν ο πόστολοι τν μέρα τς Πεντηκοστς, πο γιναν μέλη το Σώματος το Χριστο δι το γίου Πνεύματος, κα ατ πο γινε σ λους μς κατ τ μυστήριο το Βαπτίσματος, γινε γι τν Παναγία τν μέρα το Εαγγελισμο. Τότε ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴν ἐνοχή, ἀλλὰ ὅτι ἀπέκτησε τὴν θέωση στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, λόγῳ τῆς ἑνώσεώς της μὲ τὸν Χριστό.
.        Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ καὶ ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅτι τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡ Παναγία ἔλαβε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο τὴν καθάρισε καὶ τῆς ἔδωσε δύναμη δεκτικὴ τῆς θεότητος τοῦ Λόγου, συγχρόνως δὲ καὶ γεννητική. Δηλαδή, ἡ Παναγία ἔλαβε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθαρτικὴ χάρη, ἀλλὰ καὶ δεκτικὴ καὶ γεννητικὴ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀνθρώπου.

Δ´

.        Ἡ ἀπάντηση τῆς Παναγίας στὴν πληροφορία τοῦ ἀρχαγγέλου ὅτι θὰ ἀξιωθῆ νὰ γεννήση τὸν Χριστὸ ἦταν ἐκφραστική: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» (Λουκ. α´ 38). Φαίνεται ἐδῶ ἡ ὑπακοὴ τῆς Παναγίας στὸν λόγο τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπακοή της στὸν Θεό, γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ ἦταν παράδοξο καὶ παράξενο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Ἔτσι ποτάσσει τν λογική της στ θέλημα το Θεο.
.        Μερικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ὅλοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα περίμεναν μὲ ἀγωνία νὰ ἀκούσουν τὴν ἀπάντηση τῆς Παναγίας, ἔχοντας φόβο μήπως ἀρνηθῆ καὶ δὲν ὑπακούση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἰσχυρίζονται ὅτι ἐπειδὴ κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ τέτοιο δίλημμα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχει ἐλευθερία, μπορεῖ νὰ πῆ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι, ὅπως ἄλλωστε ἔγινε στὴν περίπτωση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, τὸ ἴδιο μποροῦσε νὰ συμβῆ καὶ στὴν Παναγία. Ἀλλὰ ὅμως ἡ Παναγία δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆ, ὄχι γιατί δὲν εἶχε ἐλευθερία, ἀλλὰ γιατί εἶχε τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία.
.        Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς κάνει διάκριση μεταξὺ φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος. Γνωμικὸ θέλημα ἔχει κανεὶς ὅταν διακρίνεται γιὰ τὴν ἄγνοια ἑνὸς πράγματος, γιὰ τὴν ἀμφιβολία καὶ τελικὰ γιὰ τὴν ἀδυναμία ἐπιλογῆς. Πρόκειται γιὰ μία ἀμφιταλάντευση περὶ τοῦ πρακτέου. Φυσικὸ θέλημα ἔχει κανεὶς ὅταν ὁδηγῆται κατὰ τρόπο φυσικό, χωρὶς ἀμφιταλαντεύσεις, χωρὶς ἄγνοια, στὴν πραγματοποίηση τῆς ἀλήθειας.
.        Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι τ φυσικ θέλημα συνδέεται μ τ «θέλειν», ν τ γνωμικ θέλημα μ τ «πς θέλειν», καὶ μάλιστα ὅταν γίνεται μὲ ἀμφιβολίες καὶ ἀμφιταλαντεύσεις. Ἑπόμενο εἶναι ὅτι τ φυσικ θέλημα συνιστ τν τελειότητα τς φύσεως, ν τ γνωμικ θέλημα συνιστ τν τέλεια τς φύσεως, ἀφοῦ προϋποθέτει ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει γνώση τῆς ἀλήθειας, δὲν εἶναι βέβαιος γι’ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἀποφασίση.
.        Ὁ Χριστὸς καίτοι εἶχε δύο θελήματα, λόγῳ τῶν δύο φύσεων, ἀνθρωπίνης καὶ θείας, ἐν τούτοις εἶχε φυσικὸ θέλημα, ἀπὸ τὴν ἄποψη ποὺ μελετᾶμε ἐδῶ καί, βέβαια, δὲν εἶχε γνωμικὸ θέλημα. Ὡς Θεὸς ἤξερε πάντοτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ δὲν ὑπῆρχε ποτὲ ἀμφιβολία μέσα Του οὔτε ἀμφιταλάντευση. Αὐτὸ κατὰ χάριν βιώνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν Παναγία. πειδ Παναγία εχε φθάσει στν θέωση, γι’ ατ ταν δύνατο ν ρνηθ τ θέλημα το Θεο καὶ νὰ μὴ συγκατατεθῆ γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση. Εἶχε τὴν τέλεια ἐλευθερία, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ἐλευθερία της ἐνεργοῦσε πάντοτε κατὰ φύσιν καὶ ὄχι παρὰ φύσιν. Ἐμεῖς ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε φθάσει στὴν θέωση ἔχουμε ἀτελῆ ἐλευθερία, τὸ λεγόμενο γνωμικὸ θέλημα, γι’ αὐτὸ καὶ ἀμφιταλαντευόμαστε γιὰ τὸ πρακτέο. ρώτησή της «πς σται μοι τοτο, πε νδρα ο γινώσκω» (Λουκ. α´ 34), δείχνει ταπείνωση, δυναμία τς νθρωπίνης φύσεως, λλ κα τ παράδοξο τοῦ πράγματος, πειδ πρχαν θαυματουργικς συλλήψεις στν Παλαι Διαθήκη, χι μως σπόρως.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε