Ἄρθρα σημειωμένα ὡς φυσικὸ θέλημα

ΤΟ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ “ΓΕΝΟΙΤΟ” ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

, , , , , , , ,

1 Σχόλιο

ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΕΚΦΡΑΣΗ, ΚΛΗΣΗ τῶν ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, ἀλλὰ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ» (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἔκφραση τῶν Ἀποστόλων

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

.                 Λένε μερικοί ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ἀγράμματοι ψαράδες. Βεβαίως ἦταν ψαράδες, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματοι μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Εἶχαν κάποιες γνώσεις. Στήν Γαλιλαία πού μεγάλωσαν ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική παιδεία, ἡ ἑλληνική παράδοση καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γνώρισαν τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἔχουμε τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη πού ἔγραφε τέλεια ἑλληνικά, δηλαδή ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ πιό σωστή γλῶσσα ἀπό πλευρᾶς ἑλληνικῆς. Ἔχουμε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τίς καθολικές ἐπιστολές στήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἑπομένως, δέν ἦταν ἁπλῶς ἀγράμματοι ψαράδες.
.                 Φυσικά ἦταν Γαλιλαῖοι, εἶχαν ἑβραϊκή καταγωγή, ἀλλά ἤξεραν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώριζαν ὅμως καί τήν ἑλληνική γλῶσσα καί ἄρα δέν μπορεῖ νά τούς πῆ κανείς ἐντελῶς ἀγράμματους. Μάλιστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φαίνεται ὅτι γνώριζε καί τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία διότι, ὅταν πῆγε στόν Ἄρειο Πάγο καί μίλησε, ἀνέφερε μερικούς ἀρχαίους φιλοσόφους, Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὅμως, γιά ἄλλα πράγματα μιλοῦσαν οἱ φιλόσοφοι καί γιά ἄλλα μιλοῦσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἔχουμε τόν Ἅγιο Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἐκ τῶν Δώδεκα, ἦταν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, πού γράφει πάρα πολύ ὡραῖα ἑλληνικά καί τό τρίτο Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔχει στό Εὐαγγέλιό του μία θεολογία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ὑψηλή.
.                 Θέλω νά πῶ ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν τήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶχαν φθάσει στήν θέωση. Ξέρουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως εἶπα χθές, ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί «ἤκουσε ἄρρητα ρήματα». Τί θά πῆ ἄρρητα ρήματα; Εἶδε καί ἄκουσε πνευματικές καταστάσεις πού δέν συνδέονται μέ αὐτήν τήν ζωή. Ἡ ἐμπειρία τήν ὁποία εἶχε ἦταν «ὑπέρ αἴσθησιν, ὑπέρ νόησιν, ὑπέρ ὅρασιν», ἀλλά στήν συνέχεια, ὅταν καθένας ἐκφράζη τήν ἐμπειρία αὐτή, χρησιμοποιεῖ τίς δικές του γλωσσικές ἱκανότητες καί τά λόγια τά ὁποῖα ὁ ἴδιος γνωρίζει. Ἔτσι βλέπουμε τήν διαφορά μεταξύ τῶν Εὐαγγελιστῶν καί τῶν Ἀποστόλων ὡς πρός τήν γλῶσσα, ὄχι ὡς πρός τήν ἐμπειρία. Ἡ ἐμπειρία εἶναι ἴδια, καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Προφητῶν καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι’ ὧν τό ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ». Δηλαδή, ἡ σωτήρια τελειότητα εἶναι νά φρονοῦμε καί νά πιστεύουμε τά ἴδια τά ὁποῖα πίστευαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στούς ὁποίους τά ἀπεκάλυψε τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά τόν Θεό καί τά κτίσματά Του.
.                 Δέν εἶναι ἄλλο ἡ προφητική παράδοση, ἄλλο ἡ ἀποστολική παράδοση, ἄλλο ἡ πατερική παράδοση, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἐμπειρία καί θεολογία. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, πού σημαίνει ὁ Ὤν, ὁ Ὑπάρχων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ Ἀσάρκου Λόγου. Στήν συνέχεια, στήν Καινή Διαθήκη ὁ Ἄσαρκος Λόγος προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἑνώνει μέ τήν θεία φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως καί ἔτσι ἔχουμε τώρα τόν Σεσαρκωμένο Λόγο. Ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας, αὐτό πού ἔχει συνθέσει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τοῦ βαρέος ἤχου, «πρότερον μέν ἄσαρκον, ὕστερον δέ δι’ ἡμᾶς σεσαρκωμένον». Αὐτή εἶναι ἡ μόνη διαφορά.
.                 Βεβαίως, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. β´, 8), καί ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο, γιατί ὁ Κύριος τῆς δόξης εἶναι ὁ Γιαχβέ, εἶναι ὁ Ἄσαρκος Λόγος. Λέει «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πάντοτε ἑνωμένη μέ τήν θεία φύση καί ὅταν ἐνεργοῦσε ἡ θεία φύση ἤ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐνεργοῦσε κάθε μία «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας», δηλαδή μετά τῆς κοινωνίας τῆς ἄλλης φύσεως, γιατί οἱ δύο φύσεις ποτέ δέν χωρίστηκαν. Ὁπότε, ὅταν λέη «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», φυσικά δέν σταυρώθηκε ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἀλλά σταυρώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκολουθοῦσε καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ θεία φύση. Συγχρόνως, λέγεται αὐτό σύμφωνα μέ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων.
.                 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅλη αὐτήν τήν ἐμπειρία πού εἶχαν τήν ἐξέφρασαν μέ τά χαρίσματα τά ὁποῖα εἶχε ὁ καθένας καί ἔτσι βλέπουμε μία μικρή διαφορά στήν ἔκφραση. Ἄλλο εἶναι τό τί βίωσαν καί τό τί ἀπεκάλυψε σ’ αὐτούς ὁ Θεός καί ἄλλο εἶναι τό πῶς τό ἐξέφρασαν. Καί βλέπουμε ἀργότερα τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι λένε τά ἴδια, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν κάποιες αἱρέσεις στήν ἐποχή τους, οἱ ὁποῖοι αἱρετικοί τῶν πρώτων αἰώνων, δηλαδή τοῦ 3ου , 4ου αἰώνα χρησιμοποιοῦσαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία.

Αἱρετικοί θεολόγοι καί Πατέρες

.                 Ἦταν μερικοί θεολόγοι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ Λουκιανός, ἀργότερα ὁ Ἄρειος, ὁ Εὐνόμιος, ὁ Νεστόριος ὅλοι αὐτοί, μετέπειτα οἱ μονοφυσίτες. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων; Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι αὐτοί φιλοσοφοῦσαν ἐπί τῇ βάσει κυρίως τοῦ Ἀριστοτέλους. Ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε διαδοθῆ στόν ἑλληνικό κόσμο καί τούς ἄρεσε περισσότερο ὁ Ἀριστοτέλης. Προηγουμένως ἦταν ὁ Πλάτων καί μερικοί πλατώνιζαν, ἀλλά στούς αἱρετικούς ἄρεσε κυρίως ὁ Ἀριστοτέλης καί προσπαθοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τοῦ Ἀριστοτέλους νά ἑρμηνεύσουν τά ὅσα εἶπε ὁ Χριστός καί τό Εὐαγγέλιο καί ἔπεσαν σέ λάθη.
.                 Γιά παράδειγμα, κατά τόν Ἀριστοτέλη «κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση εἶναι ἐξ ἀνάγκης», δηλαδή τό φυσικό εἶναι καί ἀναγκαστικό. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αἱρετικοί, ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, γιά παράδειγμα, πού ἔζησαν στήν Μέση Ἀνατολή, στήν Συρία, εἶπαν ὅτι ἐφ’ ὅσον «πᾶν ἐκ φύσεως», ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, εἶναι κατ’ ἀνάγκην, ἄρα ὁ Λόγος δέν γεννήθηκε ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, γιατί ἄν ἐγεννᾶτο ἀπό τήν οὐσία ἤ ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, θά ἦταν ἐξ ἀνάγκης Υἱός, ἑπομένως ἀβούλητος ἀπό τόν Πατέρα. Καί γι’ αὐτό ἔλεγαν ὅτι ὁ Υἱός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα μέ τήν βούλησή του, δηλαδή ὁ Πατήρ θέλησε νά γεννήση τόν Υἱό, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι εἶναι ἐξ ἀνάγκης Υἱός. Ἑπομένως, ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα.
.                 Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφορά. Ἄλλο τό ἐκ φύσεως καί ἄλλο τό ἐκ βουλήσεως. Τό ἐκ φύσεως εἶναι ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, ἔχει τήν ἴδια φύση-οὐσία, ὑπάρχει ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἡ φύση, ἐνῶ ὅταν λέμε ἐκ βουλήσεως σημαίνει κάποια στιγμή τό δημιούργησε καί εἶναι κτίσμα. Γι’ αὐτό ὁ Ἄρειος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», διότι δημιουργήθηκε ἐκ βουλήσεως τοῦ Πατρός, ἄρα εἶναι κτίσμα.
.                 Καί ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί καταρρίπτει ὅλο αὐτό τό ἐπιχείρημα. Τί εἶναι αὐτά πού λέτε; Γιά παράδειγμα, οἱ ἀκτίνες καί ἡ θερμότητα πού ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἥλιο δέν εἶναι ἐξ ἀνάγκης, εἶναι ἐκ τῆς φύσεως, εἶναι φυσικό. Στήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι «πᾶν ἐκ φύσεως ἐξ ἀνάγκης». Γι’ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρός, εἶναι ἀληθινός Θεός καί τό ἔλεγε αὐτό ἐπιχειρηματολογώντας ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη.
.                 Ἄν πάρουμε ἀπό τήν μία μεριά τούς αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων, τόν Παῦλο Σαμοσατέα, .                 τόν Λουκιανό, τούς Λουκιανούς, καί τόν Ἄρειο πού ἀκολουθεῖ αὐτούς, θά δοῦμε ὅτι αὐτοί προσπαθοῦσαν νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό, γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, γιά τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ Πατέρες δέν μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῆς φιλοσοφίας, ἀλλά μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων.
.                 Γι’ αὐτό, ἄν διαβάση κανείς προσεκτικά τά ὅσα γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐναντίον τοῦ Ἀρείου, στούς λόγους «κατά Ἀρειανῶν», θά δῆ ὅτι ἐκεῖ συνέχεια χρησιμοποιεῖ ἐπιχειρήματα ἀπό τούς Προφήτας καί τούς Ἀποστόλους καί δέν ἀναφέρεται καθόλου σέ φιλοσόφους, δέν εἶναι καθόλου φιλόσοφος.
.                 Ἄρα ἀπό τήν μία μεριά ἔχουμε τούς ἀνθρώπους πού φιλοσοφοῦν καί χρησιμοποιοῦν τόν στοχασμό καί τήν λογική, ἐπεξεργάζονται φιλοσοφικά ὅλα τά θέματα τῆς πίστεως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔχουμε τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι μιλοῦν ἐξ ἐμπειρίας.
.                 Καί στούς Πατέρες ἔχουμε ἐμπειρία. Γιά παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἔχουμε σαφέστατες πληροφορίες ὅτι τήν ὥρα πού προσευχόταν ἦταν μέσα στό φῶς. Τόν εἶδε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ὁ ἀδελφός του καί μιλᾶ γιά τόν Βασίλειο τόν Μέγα ὅτι τόν εἶδε ἐν ὥρᾳ προσευχῆς καί ἦταν ὅλος μέσα στό φῶς. Ἑπομένως, οἱ Πατέρες εἶχαν ἐμπειρίες, ἀλλά καί ὅσοι δέν ἔχουν ἐμπειρίες ἀκολουθοῦν αὐτούς πού ἔχουν ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀπαραίτητο γιά μᾶς τούς θεολόγους, τούς Ἐπισκόπους καί ὅλους τούς Κληρικούς, ἄν δέν ἔχουμε προσωπική πίστη ὡς ἀποκάλυψη, νά ἀκολουθοῦμε τήν πίστη τῶν θεουμένων.
.                 Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί πολλοί Πατέρες σαφῶς τό λένε ὅτι ὑπάρχει ἡ πίστη ἐκ θεωρίας καί ὑπάρχει καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς. Πρῶτα ξεκινᾶμε ἀπό τήν πίστη τῆς ἀκοῆς, δηλαδή ἀκούσαμε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τά ἔζησαν καί ἐφαρμόζουμε τόν λόγο τους, τήν ἐμπειρία τους, καί ἐμεῖς, ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, θά φθάσουμε στήν πίστη ἐκ θεωρίας.
.                 Αὐτή εἶναι καί ἡ μεθοδολογία τῆς ἐπιστήμης. Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἐρευνητές πού μπαίνουν στά ἐρευνητικά κέντρα –στήν Ἀμερική γιά παράδειγμα– ἐρευνητές ἰατροί ἐξετάζουν καί βλέπουν μέ τό μικροσκόπιο τό ἀνθρώπινο κύτταρο, τό ὁποῖο εἶναι μία μονάδα ζωῆς, ἡ ὁποία εἶναι 1,5 χιλιοστό τοῦ χιλιοστομέτρου. Δηλαδή, ἄν πάρουμε ἕνα χιλιοστό τοῦ μέτρου καί τό διαιρέσουμε σέ χίλια κομμάτια, τό πρῶτο κύτταρο πού συλλαμβάνεται στήν κοιλία τῆς γυναίκας εἶναι τόσο, 1,5-3 χιλιοστά τοῦ χιλιοστομέτρου. Ἔχουν, λοιπόν, τήν δυνατότητα οἱ ἐπιστήμονες νά μποῦν μέσα ἀπό δυνατά μικροσκόπια νά δοῦν τί ὑπάρχει μέσα σέ αὐτό τό κύτταρο. Ὑπάρχουν τά 46 χρωματοσώματα, τό DNA, ὑπάρχουν 25.000 γονίδια στόν ἄνθρωπο καί μέσα σέ αὐτά ὑπάρχουν ἄλλες μικρότερες μονάδες. Καί τά βλέπουν ὅλα αὐτά καθαρά, ἐνῶ ἐμεῖς δέν τά βλέπουμε, γιατί δέν ἔχουμε μικροσκόπιο.
.                 Ὁπότε, ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τήν ἐμπειρία αὐτῶν πού τά εἶδαν καί ἔπειτα ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες πού τά διδάσκουν λένε αὐτά τά ὁποῖα ἔχουν δεῖ ἐκεῖνοι οἱ ἐρευνητές. Καί αὐτοί πού διδάσκουν, ἄν ἔχουν τήν πρόσβαση στό μικροσκόπιο, θά τά δοῦν. Πῆγα στήν Ἀμερική σέ ἕνα τέτοιο ἐρευνητικό κέντρο καί ζήτησα νά μοῦ δείξουν τό κύτταρο. Μέ ἔβαλαν μπροστά σέ ἕνα τέτοιο μικροσκόπιο καί μοῦ ἔλεγαν αὐτό εἶναι τό κανονικό κύτταρο, μέσα στό αἷμα, αὐτό εἶναι τό καρκινικό κύτταρο. Τά εἶδα καθαρά.

Νοερά καί λογική ἐνέργεια

.                 Αὐτό τό παράδειγμα χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ ὁποῖος ἦταν κορυφαῖος θεολόγος. Προσωπικά δέν βάζω κανέναν θεολόγο – δογματολόγο μπροστά στόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως, καί ὄχι μόνο γιά τόν 20ό αἰώνα, ἀλλά καί προηγουμένως. Γιατί; Διότι ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό τόν 8ο αίωνα, ὁ ὁποῖος κάνει τήν κορυφαία σύνθεση «Ἔκθεσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως», πού εἶναι οὐσιαστικά οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη. Ἔχουμε τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν 11ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τήν ἡσυχαστική καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Καί ἔχουμε τώρα τόν Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος συνδέει ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί ἅγιο Συμεών Νέο Θεολόγο μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στήν δογματική. Ἐγώ τοὐλάχιστον δέν βάζω κανέναν καθηγητή πάνω ἀπό τόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως. Καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἦταν μεγάλος θεολόγος, ἀλλά τόν ξεπέρασε ὁ μαθητής του, γι’ αὐτό καί ὁ Φλωρόφσκυ θεωροῦσε ὅτι ὁ Ρωμανίδης εἶναι ὁ ὀξυνούστερος τῶν μαθητῶν του.
.                 Ἔλεγε, λοιπόν, γιά τό θέμα αὐτό ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὅτι τό ὄργανο πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἀστρονόμου. Γιά νά δῆς τά μακρινά ἀστέρια, πρέπει νά ἔχης τηλεσκόπιο. Ποιό εἶναι, λοιπόν, τό τηλεσκόπιο, ποιό εἶναι τό μικροσκόπιο; Εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τί εἶναι αὐτός ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου; Δέν εἶναι ἡ λογική. Ὁ Χριστός εἶπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Τό πνευματικό μικροσκόπιο καί τό πνευματικό τηλεσκόπιο εἶναι ὁ φωτισμένος νοῦς μέσα στήν καθαρή καρδιά.
.                 Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού κάνει τήν διάκριση μεταξύ λογικῆς ἐνεργείας καί νοερᾶς ἐνεργείας, ὅτι ὁ νοῦς, λέει, εἶναι αὐτοτελής οὐσία καί εἶναι ἀπό μόνη της ἐνεργητική, δηλαδή εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπό τήν λογική καί ἀνεξάρτητος ἀπό τίς ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, τήν φαντασία, τήν λογική, τήν αἴσθηση, τήν δόξα, εἶναι ἄλλη ἐνέργεια καί κινεῖται διαφορετικά. Καί, δυστυχῶς, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ὁ νοῦς σκοτίστηκε.
.                 Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης τί θά πῆ, σκοτίστηκε; Ἔχουμε τό μικροσκόπιο, ἐγώ θά ἔλεγα τήν φωτογραφική μηχανή πού ἔχουμε τώρα καλύτερη γνώση, ἄν ὁ φακός πού παίρνει τήν φωτογραφία ἔχη κηλίδες, ἄν εἶναι σκονισμένος, ἄν πέση νερό, τότε ἡ σταγόνα τοῦ νεροῦ θά βγῆ στήν φωτογραφία καί ἡ φωτογραφία δέν θά εἶναι καθαρή. Ὁ νοῦς μέ τήν πτώση σκοτίστηκε, στήν συνέχεια ταυτίστηκε μέ τήν λογική, τό περιβάλλον καί τά πάθη. Ὅλοι ἔχουν νοῦ καί ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον.
.                 Τί χρειάζεται τώρα; Χρειάζεται νά ἀρχίσουμε λίγο νά ἀποδεσμεύουμε τόν νοῦ ἀπό τά πάθη, ἀπό τό περιβάλλον καί ἀπό τήν λογική. Πῶς ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς; Μέ αὐτό πού ἔχουμε μάθει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπακοή. Κάνουμε ὑπακοή καί δέν τά ἐρευνᾶμε ὅλα λογικά, καί μετά ἀρχίζει ἡ προσευχή.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

.                 Ἔλεγα τό βράδυ μετά τήν ἀγρυπνία ὅτι αὐτό μαθαίνουν οἱ μοναχοί, ὅταν πηγαίνουν στό Μοναστήρι. Τό πρῶτο πού μαθαίνουν εἶναι ὅτι τό γνωμικό θέλημα πρέπει νά γίνη φυσικό θέλημα. Γιατί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ὁ Ἀδάμ εἶχε φυσικό θέλημα, ὁδηγεῖτο ὁλόκληρος στόν Θεό, αὐτεξουσίως. Ἡ λέξη αὐτεξουσίως σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία ἐξωτερική ἐπίδραση σέ αὐτό, αὐτό σημαίνει αὐτεξούσιο, ἔχει τήν δική του ἐξουσία, τήν ὁποία τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός καί ὁδηγεῖται ὁλόκληρος πρός τόν Θεό, καί ὁ νοῦς, ὅλη ἡ ψυχή, τά πάντα ὁδηγοῦντο ἐξ ὁλοκλήρου πρός τόν Θεό, ἀνέβαινε πρός τόν Θεό. Κάποια στιγμή μπῆκε ὁ πειρασμός.
.                 Ὁπότε ἡ Εὔα πρῶτα καί μετά ὁ Ἀδάμ προσέχουν τόν πειρασμό καί ἀντί νά πηγαίνη ὁ νοῦς στόν Θεό, αὐτό τό φυσικό θέλημα μετατρέπεται καί γίνεται γνωμικό θέλημα. Τό γνωμικό θέλημα, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, εἶναι ἡ ἐπιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων, εἶναι τό νά ἐπιλέξω ποιό εἶναι τό σωστό, καί ἀρχίζει ἡ κρίση, ἡ ἐπεξεργασία, τό σκεπτικό. Γι’ αὐτό τό γνωμικό θέλημα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως, ὑπάρχει καί ἡ ἄγνοια μεταξύ δύο πραγμάτων καί ἐπιλέγω ἕνα ἀπό αὐτά κατόπιν σκέψεως καί ἐπεξεργασίας. Αὐτό εἶναι τό γνωμικό θέλημα. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε τό φυσικό θέλημα νά πορεύεται πρός τόν Θεό, πηγαίνει πρός τήν κτίση, χρησιμοποιώντας τήν λογική καί γίνεται γνωμικό θέλημα, πού εἶναι ἡ πτώση.
.                 Ἐκεῖ μπαίνει τό πρόσωπο, πού λένε μερικοί. Τί εἶναι τό πρόσωπο; Εἶναι ἡ ἐπιλογή πού γίνεται μέ τήν ἐλευθερία. Ἄλλο τό αὐτεξούσιο, ἄλλο ἡ προαίρεση καί ἄλλο ἡ ἐλευθερία, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. Αὐτεξούσιο εἶναι ὅτι οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χωρίς ἐπηρεασμό ἀπό ἔξω, εὑρισκόμενες στήν φυσική τους κατάσταση κατευθεῖαν ὁδηγοῦνται πρός τόν Θεό. Προαίρεση εἶναι ἡ ἐπιλογή δύο πραγμάτων. Ὁπότε, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ προαίρεση εἶναι τό πρόσωπο, τότε αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς πτώσεως. Μετά τήν πτώση πρέπει τό γνωμικό θέλημα νά γίνη φυσικό θέλημα, νά κάνουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.

Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων

.                 Καί ἔχουμε τώρα τούς Ἀποστόλους. Οἱ πρῶτοι ἀπό αὐτούς ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἐπειδή ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μία περίοδος, ἰδίως μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, τό 538 π.Χ., πού ὁ Κύρος ἔβγαλε μία διαταγή νά ἐπιστρέψουν οἱ Ἑβραῖοι πού ἦταν ὑπόδουλοι στήν Βαβυλώνα. Ἦταν μία περίοδος δύσκολη καί ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε προηγηθῆ ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν, τοῦ Μωϋσῆ, τῶν Κριτῶν μέ τούς ὁποίους ὁ Θεός διηύθυνε ἀπ’ εὐθείας ὁ Ἴδιος τόν λαό Του. Ἀκολούθησε ἡ περίοδος τῶν Βασιλέων, ἐπειδή οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν βασιλεῖς, ὅπως τά ἄλλα ἔθνη, καί ἄρχισε νά μειώνεται ἡ σχέση τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό. Ἐμφανίζονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι διαφυλάσσουν τήν παράδοση. Μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία σχεδόν χάνονται οἱ Προφῆτες καί ἐπικρατοῦν οἱ Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι κάτι κρατᾶνε, ἀλλά μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε περίοδος προσμονῆς τῆς λυτρώσεως, ἦταν περίοδος κυοφορίας, ἀνέμεναν κάτι καινούργιο καί ὁ λαός βογγοῦσε καί ἀναζητοῦσε Μεσσία.
.                 Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως λέει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ μεσσίας ἦταν ἄνθρωπος, ἀφοῦ μεσσίας θά πῆ χριστός, δηλαδή κεχρισμένος, αὐτός πού χριόταν μέ λάδι. Οἱ βασιλεῖς ἦταν οἱ μεσσίες, ἦταν ἄνθρωποι πού ἐχρίοντο. Ὁ Χριστός γίνεται μεσσίας μετά τήν ἐνανθρώπηση, ὅταν ἐχρίσθη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση. Στήν Παλαιά Διαθήκη ζητοῦσαν κάποιον νά ἔλθη νά τούς σώση. Ποιός θά ἦταν αὐτός; Καί ὁ λαός βογγοῦσε, ἦταν οἱ πόνοι τῆς κυοφορίας καί τοῦ τοκετοῦ. Καί ἐμφανίζεται ὁ Χριστός.
.                 Εἶναι εὔκολο νά ἀναγνωρίσης τόν Χριστό; Λέμε ἐμεῖς ὅτι Τόν ἀκολούθησαν οἱ πρῶτοι Μαθητές. Τούς εἶπε ὁ Χριστός: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. δ´, 19). Ἀλλά πρέπει νά εἶναι κανείς τρελός γιά νά τό κάνη αὐτό. Δηλαδή, ἐμφανίζεται κάποιος καί λέει: «ἐλᾶτε κοντά μου γιά νά ἀλλάξουμε τούς ἀνθρώπους». Ἐμεῖς θά πηγαίναμε; Θά μᾶς ἔλεγε: «ἐλᾶτε κοντά μου καί θά γυρίσουμε ὅλον τόν κόσμο». Τί θά λέγαμε; Τρελός εἶσαι; Ποιός τό κάνει αὐτό;
.                 Οἱ Ἀπόστολοι Τόν ἀκολούθησαν ἀπό ἐμπειρία πού εἶχαν, διότι ἀναζητοῦσαν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν μαθητές τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί περίμεναν. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κήρυττε καί ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί περίμεναν καί εἶδαν.
.                 Κοιτάξτε τήν πρώτη ἀποκάλυψη. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ ἄλλος μαθητής, πού πρέπει νά ἦταν ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαζί μέ τόν Γέροντά τους. Γέροντάς τους ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος τούς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α´ 29 καί 36). Τί βλέπουμε ἐδῶ; Βλέπουμε ὅτι αὐτοί ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουσαν κάποια στιγμή ἐντελῶς τυχαῖα «ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἐλᾶτε πίσω μου καί θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ἀλλά αὐτοί ἦταν στήν προοπτική αὐτή, ἦταν στήν κάθαρση καί στόν φωτισμό καί εἶχαν Γέροντα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑποδεικνύει: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, νά τος ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ. Καί Τόν ἀκολούθησαν. Καί «στραφείς» λέει, ὁ Χριστός τούς εἶπε «τί ζητεῖτε»; Τοῦ ἀπάντησαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί εἶδαν ποῦ μένει καί ἔμειναν κοντά Του τήν ἡμέρα ἐκείνη (Ἰω. α’, 35-40).
.                 Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας, ἀναλύοντας αὐτό τό περιστατικό, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε ἕνα μικρό Θαβώρ, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολλές ἀποκαλύψεις τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Ἰωάννης ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν πνευματικά τόν Χριστό.
.                 Ὅταν κανείς ἔχη τήν διάθεση νά πράττη αὐτά πού θέλει ὁ Θεός, ἀκούει τόν πνευματικό του πατέρα, τόν Γέροντά του, σημαίνει ὅτι ἀποβάλλει τό γνωμικό θέλημα. Ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Γέροντας. Καί σέ κάποια στιγμή ὁ Γέροντας λέει: Νά τος, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως τούς ἀποδεσμεύει καί πηγαίνουν στόν Χριστό. Ἄρα Τόν ἀκολουθοῦν. Τότε, ἐνῶ οἱ δύο Μαθητές ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, ὁ Χριστός στράφηκε καί τούς εἶδε. Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔστρεψε τό πρόσωπό Του, τούς εἶδε καί Τόν εἶδαν, σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε μία ἀκτίνα τῆς θεότητός Του. Λέμε «μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παιδός σου». Ἡ ἀποστροφή τοῦ προσώπου εἶναι πτώση, εἶναι σκοτασμός. Τό νά δῆ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐμπειρία θεώσεως. Τό νά πῆ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, «στραφείς καί θεασάμενος αὐτούς», σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε τήν θεότητά Του. «Ἐγώ εἶμαι αὐτός πού σᾶς εἶπε ὁ Γέροντάς σας». Καί αὐτοί ἀμέσως εἶπαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;». Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: Ποῦ ἔμενε ὁ Χριστός; Ὅταν ἀργότερα Τόν ρώτησε κάποιος «Κύριε, θά σέ ἀκολουθήσω ὅπου κι ἄν ἀπέλθης», ὁ Χριστός εἶπε: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η’, 20). Δέν εἶχε τόπο. Καί πῆγαν λέει, στόν τόπο ὅπου ἔμενε. Καί ποῦ ἔμενε; Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία. Γιατί; Διότι ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, εἶναι ἡ θεωρία, τό φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τόπος Του, «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», ὁ Θεός κατοικεῖ στό ἀπρόσιτο φῶς. Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία καί ἀμέσως μετά ἀκολούθησαν. Δέν εἶναι ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἀλλά προηγήθηκε ἡ ἐμπειρία.
.                 Πρῶτον, προσκολλήθηκαν στόν Γέροντά τους, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἐκεῖνος τούς ὑπέδειξε νά Τόν ἀκολουθήσουν. Τόν ἀκολουθοῦν μέ πίστη, μέ ὑπομονή, μέ διάθεση, μέ ἀγώνα. Ἐκεῖνος στρέφει τό πρόσωπό Του καί τούς δείχνει κάτι, τούς αἰχμαλωτίζει, Τόν ἀκολουθοῦν καί τούς ὁδηγεῖ στήν θεωρία. Ἔ, μετά γίνεται κανείς Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὅτι τυχαῖα ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι μιά μέρα, ἀλλά μέσα ἀπό ἐμπειρία ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί εἶδαν ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔδειξε ὁ Χριστός κηρύττοντας τρία ὁλόκληρα χρόνια καί στόν Σταυρό καί στήν Γεσθημανή οἱ τρεῖς ἀπό αὐτούς.
.                 Καί μετά τήν πτώση τους, γιατί Τόν ἀρνήθηκαν ἤ κρύφτηκαν, κατά τήν διάρκεια τοῦ Πάθους Του ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, ἀλλά τελικά παρέμειναν πάντα ἑνωμένοι. Καί ὁ Πέτρος ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, ἀλλά μετανόησε καί παρέμεινε στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν. Καί μετά ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί τούς ἐπιβραβεύει καί τούς συγχωρεῖ καί τούς δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα νά συγχωροῦν ἁμαρτίες.

[…]

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ «Τὰ Μυστήρια αὐτομάτως θεώνουν τὸν ἄνθρωπο»!

.                Ἡ περσοναλιστικὴ ἀντίληψη περὶ ἀνθρώπινης φύσης ὡς ταυτιζόµενης µὲ τὴν ἁµαρτία καὶ τὴν ἀναγκαιότητα, ὁδηγεῖ σὲ µιὰ ἀντίληψη τῶν µυστηρίων ὡς αὐτοµάτων γεγονότων µεταµόρφωσης καὶ θέωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίστροφα, ἡ τόσο ἔντονη ἐξαχρείωση τῆς φύσης, ἀφ᾽ ἑνὸς ἀφήνει ἐλάχιστα περιθώρια στὴν ἀσκητικὴ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ᾽ ἑτέρου ἐπείγεται γιὰ µιὰ -ἔξωθεν ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ- αὐτόµατη µεταµόρφωσή της.

ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr (ἀπὸ parembasis.gr)

, , ,

Σχολιάστε

ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ!

Στὰ κατωτέρω ἀποσπάσματα ἀπὸ βιβλίο, ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ περασμένο ἔτος (βλ. σχετ.: ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ“ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ” ΠΡΟΓΕΦΥΡΩΜΑ ΣΤΟ ΑΦΥΣΙΚΟ) καὶ ἤδη προκαλεῖ σοβαρὲς συζητήσεις καὶ ἀντιπαραθέσεις, τίθεται εὐδιάκριτα ἕνα πολὺ «ἐπικίνδυνο» θέμα, τὸ ὁποῖο μᾶλλον δὲν προσέχθηκε δεόντως, ὅτι δηλαδὴ ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲν εἶναι λάθος, ἀστοχία προαιρέσεως, ἐπιλογῆς ἀλλὰ «κατάσταση» φύσεως, φυσικῆς καταβολῆς. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι πάθος «ἀλλὰ μιὰ ἀσύμμετρη κατάσταση», ΦΥΣΙΚΗ (!) ὅμως κατάσταση, μιὰ «ἀνθρωπολογικὴ πραγματικότητα», ποὺ ποτὲ κανένας Προφήτης, κανένας Ἀπόστολος κανένας Πατέρας καὶ κανένας Ἅγιος δὲν μπόρεσε νὰ ἀνακαλύψει!
Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αὐτὴ τὴν «κατάσταση» ἐρωτητέον ἂν τὴν εἶχε ἢ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἔχει ὁ Χριστὸς στὴν ἀνθρώπινη φύση Του ὡς συνιστάμενος ἐκ δύο τελείων φύσεων καὶ ἔχων δύο φυσικὰ θελήματα, θεῖον καὶ ἀνθρώπινον («τὸ φυσικὸν θέλημα τῆς κατά Χριστόν ἀνθρωπότητος», Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογ.). Ἐκεῖ φαίνεται πὼς πιθανὸν κρύβεται τὸ πρόβλημα! Καὶ ἡ
ἀσύμμετρη θεολογικὴ ἀπειλή! (Μὲ τὴν ἴδια λογικὴ θὰ μποροῦν πιθανὸν νὰ ἐξηγηθοῦν ὅλες οἱ διαφορετικὲς τάσεις γιὰ τὶς ἁμαρτίες).

.               «Τὰ πάθη σύμφωνα μὲ τὴν νηπτικὴ διδασκαλία, ποὺ μᾶς παραδόθηκε, ἔχουν σαφῆ καὶ ἔντονη τὴν συγκατάθεση τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ γίνονται. (Σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Γνωμικὸ θέλημα εἶναι τὸ πῶς θὰ χρησιμοποιήσει κάθε ἄνθρωπος τὸ φυσικὸ θέλημα: «Θέλημα γάρ ἐστι φυσικόν, δύναμις τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος ὀρεκτική, καὶ τῶν οὐσιωδῶς τῇ φύσει προσόντων, συνεκτικὴ πάντων ἰδιωμάτων· καθ᾿ ἣν ἀεὶ τῷ φύσει θελητικῷ, τὸ πεφυκέναι θέλειν, ἐμπέφυκεν· οὐ ταυτὸν δὲ τὸ πεφυκέναι θέλειν, καὶ θέλειν· ὡς οὐδὲ τὸ πεφυκέναι λαλεῖν, καὶ λαλεῖν. Πέφυκε μὲν γὰρ ἀεὶ τὸ λαλητικόν, λαλεῖ δὲ οὐκ ἀεί· ἐπειδὴ τὸ μὲν οὐσίας ἐστί λόγῳ φύσεως συνεχόμενον· τὸ δὲ βουλῆς, τῇ τοῦ λαλοῦντος γνώμῃ τυπούμενον· ὥστε φύσεως μὲν τὸ ἀεὶ πεφυκέναι λαλεῖν· ὑποστάσεως δέ, τὸ πῶς λαλεῖν· ὥσπερ καὶ τὺ πεφυκέναι θέλειν καὶ θέλειν». [Ἅγ. Μάξιμος Ὁμολ.] Ἡ θέληση εἶναι δύναμη τῆς φύσεως. Τὸ γνωμικὸ θέλημα, δηλαδὴ ἡ δυνατότητα τῆς προαιρέσεως, τῆς ἐπιλογῆς μεταξὺ δύο ἀντιθέτων πραγμάτων, συνιστᾶ ἀδυναμία τῆς φύσεως.). Πῶς ὅμως τὸ παιδὶ ἢ ὁ ἔφηβος, ὁ ὁποῖος μόλις ἀρχίσει νὰ ἀναγνωρίζει σεξουαλικὰ τὸν ἑαυτό του, διαπιστώνει ὅτι μέσα του ἡ ἕλξη στρέφεται πρὸς τὸ ἴδιο φῦλο, μπορεῖ νὰ θεωρεῖ ὅτι χαρακτηρίζεται ἀπὸ πάθος, ἀφοῦ πρόκειται γι κίνηση τς φύσεώς του κα χι τς γνώμης του, τν ποία οδόλως πηρέασε διος.
.               Ἐξ ἄλλου ὅλα τὰ πάθη διακρίνονται ἀπὸ μικρὴ ἢ μεγάλη ἐγωκεντρικότητα, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν ἀγάπη. Πῶς μποροῦμε νὰ καταλογίσουμε ἐγωκεντρικότητα σὲ ἕναν ὁμοφυλόφιλο, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ τὸν σύντροφό του μὲ πιστότητα καὶ ἀφοσίωση; Καὶ σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ στερεότυπα, αὐτοὶ ὑπάρχουν […] Ἡ πνευματικὴ ἔννοια τοῦ πάθους δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμεύσει γιὰ νὰ ἀποδώσει τὴν ἀνθρωπολογικὴ πραγματικότητα τῆς ὁμοφυλοφιλίας. […](σελ. 158- 159) [βλ. σχετ.: ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ! -2 (Ο ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ) ]
.           […] Δεδομένο εἶναι ὅτι τὸ νὰ ἀνακαλύψει κάποιος νέος τὴν ὁμοφυλόφιλη ἕλξη μέσα του συνιστᾶ σθένεια τς φύσεως κα χι τοῦ προσώπου. Ἀσθένεια τοῦ προσώπου, δηλαδὴ τῆς ὑποστάσεως, σχετίζεται μὲ τὸ γνωμικὸ θέλημα, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐλεύθερη χρήση τῶν ἰδιωμάτων τῆς φύσεως. Στὴν περίπτωση τῆς ὁμοφυλοφιλίας ὅμως ἔχουμε ἀλλοίωση πρν κν τὸ ζήτημα φθάσει στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου. […] (σελ. 169)
.             Ἕνας χῶρος (ὁ ἐκκλησιαστικὸς), ὁ ὁποῖος δὲν ἐμποδίζει κληρικοὺς νὰ λειτουργοῦν παρὰ τὴν ἀπροκάλυπτη φιλαργυρία τους, ἢ τὴν διεστραμμένη παρασκηνιακὴ μηχανορραφία τους ἢ τὴν νοσηρὴ φιλοδοξία τους. Αὐτὴ ὅλη ἡ σαπίλα κατοικοεδρεύει στὰ λόγια τῶν Ἁγίων –ἐδῶ βρίσκεται ἡ πραγματικὴ διαστροφή!– καὶ ἡ ὁποία συχνὰ καλύπτεται πίσω ἀπὸ εὐγενῆ ὑποκρισία ἢ εὐσεβοφανῆ μεγαλοστομία, εἶναι μικρότερο ἀδίκημα ἀπὸ τὸν ἔρωτα ποὺ βιώνει ἕνας ὁμοφυλόφιλος νέος μὲ τὸν σύντροφό του. (Σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἆραγε ὅλη αὐτὴ ἡ προαναφερομένη «σαπίλα», πρῶτον, γιατί ἀντιπαραβάλλεται πρὸς τὴν ὁμοφυλοφιλία, ὡσὰν νὰ ἀναζητεῖται ἔνα ἠθικὸ ἀντιστάθμισμα ἢ ἄλλοθι ἢ μιὰ «ἀνακουφιστικὴ δικαιολογία» ὑπὲρ τῆς ὁμοφυλοφιλίας; Δεύτερον, γιατί οἱ Ἱ. Κανόνες ἐμποδίζουν ρητὰ τὸν μοιχὸ καὶ τὸν ἀρσενοκοίτη ἀπὸ τὴν Ἱερωσύνη ἐνῶ δὲν κάνουν τὸ ἴδιο γιὰ τὸν …«εὐσεβοφανῆ μεγαλόστομο»; Καὶ τρίτον γιατί ἀποκλείεται ἐκ προοιμίου νὰ συνιστᾶ ἐξ ἴσου καὶ αὐτὴ ἡ «σαπίλα» ἀσθένεια τῆς φύσεως;)
.         Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σοβαρὰ ὑπεύθυνη γιὰ τὰ σόκ αὐτὰ τὰ ὁποῖα προκαλεῖ καὶ ὀφείλει νὰ ἀλλάξει ἀμέσως. Πρῶτα εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι δὲν ὑφίσταται καμία ἐπαρκὴς ἐξήγηση στὴν πατερικὴ γραμματεία γιὰ τὴν ἀποδοκιμασία τῆς ὁμοφυλοφιλίας, προφανῶς ἐπειδὴ στὴν πατερικὴ ἐποχὴ ἐθεωρεῖτο προδήλως καταδικαστέα καὶ παραβιάζουσα τὴν πνευματικὴ τάξη. Ἀλλὰ ἂς μὴ λησμονοῦμε ὅτι ὁ προνεωτερικὸς ἄνθρωπος δὲν ἐνδιαφερόταν γιὰ ἐξηγήσεις. Τοῦ ἀρκοῦσε νὰ ὑπακούει στὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὅμως, δικαιολογημένα ἀπαιτεῖ νὰ ἀκούσει ἕνα σκεπτικό. Μάλιστα δὲ ἕνα σκεπτικό, τὸ ὁποῖο νὰ ἐξηγεῖ ἐπαρκῶς γιατί ἀποδοκιμάζει ἠθικὰ μία κατάσταση, τν ποία δν δημιούργησε διος.
.         Πρόκειται γιὰ τὸ σκεπτικὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο θεωρεῖται αὐτονόητη ἀπαίτηση, ὅταν πρόκειται νὰ διατυπωθεῖ ἠθικὴ κρίση, δεδομένου ὅτι κάθε ἠθικὴ ἀξιολόγηση προϋποθέτει τὴν ἐλευθερία. Τὸ ἀξίωμα αὐτὸ εὑρίσκεται σὲ ἀμηχανία ἐνώπιον τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἀφοῦ ὁ φορέας της δν διαθέτει σχεδν καθόλου (sic!) λευθερία γι τ ν θ δημιουργήσει ατν τν κατάσταση στν αυτό του χι. Τέτοιο σκεπτικὸ σήμερα δὲν ὑπάρχει. λόγος τς κκλησίας περ μοφυλοφιλίας στερεται πειστικν θεολογικν πιχειρημάτων πο θ ξηγήσουν στ μοφυλόφιλα παιδιά της γιατί μαρτάνουν. […](σελ. 172)
.       Στὴν διεθνῆ ὁρολογία ἡ ἐκκλησιαστικὴ στάση τοῦ τόπου μας ἀπέναντι στὴν ὁμοφυλοφιλία ἐμπίπτει σὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται «ἠθικὸς πανικός». Μὲ ἄλλα λόγια ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους ποὺ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ὁμοφυλόφιλη ἕλξι καὶ ζωὴ ἀφήνουν νὰ ἀναβλύσει τὸ ἀνεπεξέργαστο θυμικό τους. […]
.       Σήμερα εἴμαστε σὲ θέση νὰ διατυπώσουμε ψυχοδυναμικὲς ἀναλύσεις γιὰ τὰ αἴτια τῆς ὁμοφοβίας. […] (σελ. 174)
.          Ναί, ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲν φαίνεται συμβατὴ μὲ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὰ δύο φῦλα, δὲν ὑπηρετεῖ τὴ δημιουργία νέων ἀνθρώπων, δὲν βρίσκει ἐρείσματα πουθενὰ στὴν Ἁγία Γραφή. Ὅμως ὁ σημερινὸς ἐκκλησιαστικὸς λόγος περὶ ὁμοφυλοφιλίας πρέπει νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ατ δν ποτελε πάθος λλ κατάσταση· ὅτι δὲν χωρᾶ στὶς παραδοσιακὲς φόρμες ποὺ διαθέτουμε μέχρι τώρα γιὰ νὰ περιγράψουμε τὰ πνευματικὰ προβλήματα· ὅτι πρόκειται γιὰ μία μοναδικὴ πραγματικότητα σύμμετρη, γιὰ τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ γίνει θεωρητικὴ ἐργασία μὲ στόχο νὰ τὴν κατανοήσουμε. »[…] (σελ. 176)

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.» Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φωτίσει στὶς μελέτες!

, , ,

1 Σχόλιο

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ “ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ” ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Περγάμου Ἰωάννης πρὸς Ναυπάκτου Ἱερόθεον:
«Ἡ ὁμολογία ἑνὸς σφάλματος εἶναι πάντοτε δύσκολη».

.            Μὲ ἐπιστολή μου τῆς 17ης Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ. πρὸς τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἰερόθεον διαμαρτυρήθηκα ἐντόνως, γιατί διέστρεψε δημοσιευμένα κείμενά μου δίνοντας τὴν ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχει κακοδοξία στὶς θέσεις, ποὺ ἐκφράζω στὶς Πανεπιστημιακὲς Παραδόσεις μου στὸ μάθημα τῆς Δογματικῆς. Τοῦ ἐδήλωσα ὅτι μὲ τὴν παραποίηση αὐτὴ τῶν κειμένων μου, διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἀποσιωπητικῶν, μὲ ἐμφανίζει, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ὅτι ἀσπάζομαι κακοδοξία, τὴν ὁποία ρητῶς καταδικάζω στὸ ἐν λόγῳ ἔργο μου. Μὲ πόνο ψυχῆς γιὰ τὴν ἐνέργειά του αὐτὴ τοῦ ἀπηύθυνα τὸ ἐρώτημα: γιατί τὸ ἔκανε; Ἐκ παραδρομῆς –ὁπότε θὰ ἀρκοῦσε μία ἔκφραση λύπης ἐκ μέρους του– ἢ ἐσκεμμένα –πράγμα δύσκολο νὰ τὸ διανοηθῶ;
.             Στὸ γράμμα μου αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσει ταχύτατα, μὲ δικό του γράμμα τῆς 21ης Σεπτεμβρίου, ἀπέφυγεν ὅμως νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ πιὸ πάνω κρίσιμο ἐρώτημά μου. Μὲ μία βιαστικὴ ἀναφορὰ σχεδὸν ὡς «ἐν παρόδῳ» δηλώνει ὅτι δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ παραποιήσει τὰ κείμενά μου (σὰν νὰ ἔχει σημασία ἡ πρόθεση καὶ ὄχι ἡ πράξη – ἄλλωστε τὰ κείμενα ὁμιλοῦν ἀπὸ μόνα τους), σπεύδει ὅμως νὰ συγκαλύψει τὸ πρόβλημα ἀναφερόμενος σὲ εὐρύτερες διαφωνίες του μαζί μου: ἡ παραποίηση αὐτὴ δὲν ἔχει σημασία, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως ἡ διαφωνία μας ἐπεκτείνεται καὶ σὲ ἄλλα θέματα (π.χ. στὸ θέμα τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου)! Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀπαντήσεώς του.
.             Κατανοῶ ἀπόλυτα τὴν θέση τοῦ ἁγίου ἀδελφοῦ: ἡ ὁμολογία ἑνὸς σφάλματος εἶναι πάντοτε δύσκολη· δὲν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Πρόθεσή μου, εἰλικρινά, δὲν ἦταν, οὔτε εἶναι, νὰ δυσχεράνω τὴν θέση τοῦ Σεβασμιωτάτου. Ἐκπλήσσομαι ὅμως, εἰλικρινά, ἀπὸ τὴν ἔλλειψη κάθε εὐαισθησίας ἐκ μέρους του. Ἐκτός, ἀπὸ τὸ δημοσίευμά του στὸν τόμο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς (ὁ ὁποῖος καί, ἀκούω, μεταφράζεται στὴν ἀγγλική!) πληροφοροῦμαι ὅτι τὴν παραποιημένη ἀναφορά του στὸ κείμενό μου τὴν ἀνήρτησε καὶ στὸ διαδίκτυο, ὅπου καί, κατὰ τὴν ἱστοσελίδα, διαβάστηκε περισσότερες ἀπὸ 16.000 φορές! Ἂν ἐξαιρέσουμε τοὺς σοβαροὺς καὶ εἰδικοὺς γνῶστες τοῦ θέματος, οἱ ὁποῖοι καὶ διέγνωσαν ἀμέσως ὅτι πρόκειται γιὰ πλαστογράφηση τῆς πραγματικότητος, χιλιάδες ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν πρόσβαση στὰ κείμενά μου καὶ τώρα καὶ στὸ μέλλον θὰ θεωροῦν γνήσιο τὸ παραποιημένο κείμενό μου. Καὶ αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ σημαίνει τίποτε γιὰ τὸν ἅγιο ἀδελφό, ὁ ὁποῖος θὰ κοιμᾶται μὲ ἥσυχη τὴν συνείδησή του!
.             Ἐφ’ ὅσον ὁ ἅγιος Ναυπάκτου θέλει γιὰ εὐνοήτους λόγους νὰ παρακάμψει τὸ θέμα αὐτὸ καί, προφανῶς, δὲν προτίθεται νὰ διορθώσει τὸ λάθος του (ἀφοῦ δὲν τὸ ἀναγνωρίζει καὶ δὲν λυπεῖται γι’ αὐτὸ) κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ σταματήσει ἐδῶ ἡ συνομιλία μας. Ἐπειδὴ ὑποσχέθηκα ὅμως ὅτι θὰ ἀπαντήσω καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ἰσχυρισμῶν του, στοὺς ὁποίους καὶ ἐπανέρχεται στὴν ἀπαντητικὴ ἐπιστολή του, ἐλπίζω σύντομα νὰ τὸ πράξω δίνοντας τέλος σὲ μία, δυστυχῶς, ἀδιέξοδη ὑπόθεση.
.             Ὡς πρὸς τὸ ἐρώτημα τοῦ Ἁγίου Ναυπάκτου, γιατί συνέδεσα τὸ ὅλον θέμα μὲ ἐκεῖνο τῆς πολεμικῆς ποὺ ἀσκεῖται κατὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων, τοῦ ὑπενθυμίζω ὅτι τὸ παραποιημένο κείμενό μου βρίσκεται σὲ ὁμιλία του ποὺ χειροκροτήθηκε ἀπὸ σύναξη, κατὰ τὴν ὁποία ἀκούστηκαν τὰ μύρια ὅσα κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν θεολογικῶν διαλόγων του.
.             Τέλος, ὡς πρὸς τὴν ἐπιστολή του τῆς 7ης Ὀκτωβρίου 2009, ὅπως μαρτυρεῖ τὸ περιεχόμενό της, δὲν ἀπήντησα, διότι ἀναφέρεται σὲ θέματα ἐσωτερικῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὰ ὁποῖα δὲν εἶχα κανένα δικαίωμα νὰ ἀναμειχθῶ. Εἶμαι πάντως ὑποχρεωμένος γιὰ λόγους δικαιοσύνης πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου νὰ δηλώσω ὅτι τὸ θέμα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μὲ τὴν Ρώμη τὸ ἔφερε ὄντως στὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο, καὶ ἡ σχετικὴ ἀπόφαση ἦταν συνοδική.

 Ἀθήνα, 27 Σεπτεμβρίου 2012

 ΠΗΓΗ: Amen.gr

 Ναυπάκτου Ἱερόθεος πρὸς Περγάμου Ἰωάννην:
«Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν “παπίζουμε”»

.             Ἔλαβα γνώση ἀπὸ τὸ διαδίκτυο τῆς ἀπὸ 27-9-2012 δήλωσης τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη, ὕστερα ἀπὸ δική μου ἀπάντηση σὲ ἐπιστολή του, ἡ ὁποία προηγήθηκε.
.             Λυπᾶμαι ποὺ ἐξαναγκάζομαι νὰ ἀκολουθήσω τὸν δικό του τρόπο καὶ νὰ ἀπαντήσω στὴν ἀσυνήθιστη τακτικὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ στὸν ἀσυνήθιστο τρόπο ποὺ ἐνεργεῖ στὴν παροῦσα περίπτωση, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν ἔχη ἀπαντήσει μέχρι τώρα στὶς ἀρνητικὲς κριτικὲς ποὺ ἔχουν ἐξασκήσει ἀκαδημαϊκοὶ διδάσκαλοι καὶ συνάδελφοί του γιὰ θέσεις ποὺ κατὰ καιροὺς ὑποστηρίζει.
.             Θὰ ὑπογραμμίσω τέσσερα συγκεκριμένα σημεῖα ποὺ ἐκεῖνος θέτει μὲ τὴν δήλωσή του.

 1. Ἡ βούληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου

.             Στὴν γνωστὴ εἰσήγησή μου σὲ Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἀσχολοῦμαι μὲ τὸ θέμα τῆς «ὀντολογίας τοῦ προσώπου» καὶ σημειώνω ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ συνιστᾶ μία «μεταπατερικὴ θεολογία».
.             Στὴν συγκεκριμένη δὲ παράγραφο ἐντόπιζα τὴν κακόδοξη ἄποψη ὅτι «ἡ δῆθεν ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἔχει ἀξία, διότι ὑπερβαίνει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης, ὅτι ἡ φύση συνδέεται μὲ τὴν ἀνάγκη καὶ ἡ βούληση μὲ τὸ πρόσωπο». Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ παρέθεσα δύο φράσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννη γιὰ τὴν ἄποψή του περὶ τοῦ «ἐλευθέρου θελήματος τοῦ Πατρὸς» καὶ γιὰ «τὴν ἔννοια τῆς βουλήσεως».
.             Τὶς καταγράφω: «Τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό… Ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς».
.             Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης μὲ ἐπιστολή του ἐκφράζει «τὴν κατάπληξή» του γιατί ἔγινε παραποίηση τοῦ κειμένου του. Ὅμως, τὰ ὅσα ἔγραψα στὴν προηγούμενη ἐπιστολή μου πρὸς τὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου ἰσχύουν ἀπολύτως καὶ τὰ ἐπαναλαμβάνω γιὰ μία ἀκόμη φορὰ γιὰ νὰ γίνουν κατανοητά: «Τὴν φράση ποὺ ἐπισημαίνετε (ἔγραφα στὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου) “ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς” τὴν ἀποδίδετε στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ στὴν δυνατότητα ἐπιλογῆς ποὺ γίνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.  Ὅμως, στὸ συγκεκριμένο κείμενό μου μὲ ἐνδιέφερε πολὺ καὶ τὸ τονίζω ἐμφαντικά, ὅτι ἡ θέληση-βούληση τόσο στὸν Θεὸ ὅσο καὶ στὸν ἄνθρωπο συνδέεται μὲ τὴν φύση, εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ προαίρεση, δηλαδὴ ἡ ἐπιλογὴ –ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει στὸν Θεό, ἀλλὰ μόνον στοὺς ἀνθρώπους– ἀνήκει στὴν ὑπόσταση-πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ καίριας σημασίας θέμα, ὅτι καὶ στοὺς ἀνθρώπους ἡ βούληση δὲν εἶναι ἐπιλογή, ἀλλὰ ὄρεξη τῆς φύσεώς τους. Ἡ ἐπιλογὴ συνδέεται μὲ τὴν προαίρεση».
.             Μὲ αὐτὴν τὴν ἐπισήμανση δὲν ἔκανα κάποια ὑπεκφυγή, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ Σεβασμιώτατος στὴν δήλωσή του, ἀλλὰ ὑπογράμμιζα ὅτι δὲν μποροῦμε ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως νὰ κάνουμε λόγο γιὰ τὸ «ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρός», οὔτε γιὰ τὸ ὅτι «ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς» στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς φράσεις εἶναι ἄστοχες ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς, ὅπως φαίνεται στὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, καὶ ἔχω ἀναλύσει σὲ ἕνα προηγούμενο κείμενό μου. Ἡ βούληση τόσο στὸν Θεὸ ὅσο καὶ στὸν ἄνθρωπο εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, ἐνῶ ἡ ἐπιλογὴ στὸν ἄνθρωπο εἶναι γνώρισμα τῆς προαιρέσεως καὶ ὄχι τῆς βουλήσεως. Αὐτὸ ἦταν τὸ βασικὸ θέμα ποὺ μὲ ἐνδιέφερε στὴν περίπτωση αὐτή. Σὲ αὐτὸ δὲν ἔγινε καμμία παραποίηση καὶ καταλαβαίνω καλὰ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἐνοχλήθηκε ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου καὶ ἔχασε τὴν ψυχραιμία του.
.             Καὶ ἂν ἀκόμη ἔθετα τὶς δύο αὐτὲς φράσεις του ξεχωριστὰ –χωρὶς τὰ ἀποσιωπητικὰ– ἡ οὐσία τοῦ θέματος δὲν θὰ ἄλλαζε, ἀφοῦ ἡ βούληση-θέληση στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι ἐπιλογὴ τοῦ προσώπου. Μὴν προσπαθῆ ὁ Σεβασμιώτατος νὰ θέτη διλήμματα, γιὰ νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ θέματος.
.             Ατ δν γινε οτε κ παραδρομς (μ τν ννοια τς προσεξίας) οτε σκεμμένως (μ τν ννοια τς σκόπιμης παραποίησης). θελα νὰ ναφερθ στν κακόδοξη διδασκαλία τι βούληση κάνει πιλογή.
.             Ἀκόμη, στὴν δήλωση τοῦ Σεβασμιωτάτου φαίνεται ἡ ἀντιφατικότητά του, διότι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν ἀρνεῖται τὴν δική μου πρόθεση νὰ μὴ παραποιήσω κείμενό του –ὅταν ἔγραφα «δὲν εἶχα καμμία πρόθεση νὰ κάνω κάτι τέτοιο»– μὲ τὴν αἰτιολογία «σὰν νὰ ἔχη σημασία ἡ πρόθεση καὶ ὄχι ἡ πράξη», ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ ὁ ἴδιος στὴν ἑπομένη παράγραφο τῆς δήλωσής του ἀναφέρεται στὴν δική του πρόθεση: «πρόθεσή μου, εἰλικρινά, δὲν ἦταν, οὔτε εἶναι νὰ δυσχεράνω τὴν θέση τοῦ Σεβασμιωτάτου». Δν μπορ νὰ ξηγήσω ατν τν διπλ συμπεριφορς πρς τς «προθέσεις» μφοτέρων.
.             Ἑπομένως, γιὰ ὅσα ἀνέφερα μέχρι τώρα καὶ κυρίως γιὰ ὅσα θὰ ἀναφερθῶ στὴν συνέχεια μὲ σεβασμὸ παρακαλ τν Σεβασμιώτατο νὰ νακαλέση τ περ «παραποιήσεως τν θέσεών» του, γιατί εναι προσβλητικ γι τ πρόσωπό μου.

 2. Παρερμηνεία τοῦ χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου

.             Μελετώντας περισσότερο τὸ θέμα ποὺ θίγει ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου στὴν ἐπιστολή του καὶ στὴν ἐν συνεχείᾳ δήλωσή του φαίνεται μὲν ὅτι δὲν δέχεται τὴν αἱρετικὴ ἄποψη τῶν Ἀρειανῶν ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση-θέληση τοῦ Πατρὸς καὶ ἑπομένως εἶναι κτίσμα, μάλιστα δὲ ἐπισημαίνει ὅτι εἶναι «κακόδοξη ἀντίληψη» τὸ νὰ ἐκλαμβάνεται ὅτι «ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς», ἀλλὰ θεωρῶ ὅτι παρερμηνεύει τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου μὲ κάποιους σχολαστικοὺς ἑλιγμούς, γιὰ νὰ φθάση σὲ δύο συμπεράσματα ποὺ ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση.
.             Τὸ πρῶτον εἶναι ὅτι «Τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό…». Καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ὅτι παρουσιάζει τὸν Μ. Ἀθανάσιο νὰ θέλη «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» τοῦ Πατρός, «ἡ ὁποία νὰ μὴν εἶναι βούληση ἐκλογῆς μεταξὺ δύο δυνατοτήτων», καὶ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «κακόδοξη ἀντίληψη ὅταν ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόφαση ἐπιλογῆς μεταξὺ δυνατοτήτων» καὶ γιὰ τὴν «εὐσεβῆ ἔννοια τῆς θελήσεως», ποὺ εἶναι «ἡ ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς θελήσεως», σύμφωνα μὲ τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, τὸ ὁποῖο παρερμηνεύει κατὰ τὴν γνώμη μου.
.             Ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας στὴν Δογματική του ἐπισημαίνει αὐτὸ τὸ λάθος τοῦ Σεβασμιωτάτου Περγάμου. Γράφει ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος «ἐγκαινιάζει κατ᾽ ἀρχὴν» «καὶ ἀκολουθοῦν οἱ μετέπειτα ὀρθόδοξοι πατέρες» τὴν διάκριση τῆς «κατὰ φύσιν γεννήσεως» καὶ τῆς «κατὰ βούλησιν δημιουργίας». Αὐτὴν τὴν πατερικὴ θέση, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Νίκος Ματσούκας «φαίνεται νὰ ἀρνεῖται» κείμενο τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα «προφανῶς ἀπὸ ἀστοχία ἢ κάποια παραδρομή». Στὴν συνέχεια παραθέτει τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Σεβασμιωτάτου: «Ἀναλυτικώτερα αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεός, ὡς Πατὴρ καὶ ὄχι ὡς “οὐσία”, μὲ τὸ νὰ “εἶναι” διαρκῶς ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐλευθέραν θέλησίν του νὰ ὑπάρχη, καὶ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν συνιστᾶ ἀκριβῶς ἡ Τριαδική Του ὕπαρξις: ὁ Πατὴρ ἀπὸ ἀγάπην –δηλαδὴ ἐλεύθερα– γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα. Ἂν ὑπάρχη Θεός, ὑπάρχει διότι ὑπάρχει ὁ Πατήρ, δηλαδὴ Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἀγάπην ἐλευθέραν γεννᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα».
.             Καὶ στὴν συνέχεια σχολιάζει ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας: «Ἀλλὰ τὸ “κατὰ φύσιν” δὲν ὑπόκειται στὴν ἐλευθερία τῆς θέλησης παρὰ μονάχα τὸ “κατὰ βούλησιν”.  Ὁ Ἄρειος σὲ τούτη ἀκριβῶς τὴν κακοδοξία εἶχε περιπέσει, τὴν ὁποία πολέμησε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Λόγος εἶναι προϊὸν τῆς ἐλεύθερης βούλησης τοῦ Πατέρα, πράγμα ποὺ κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο ἰσχύει μονάχα γιὰ τὴ δημιουργία τῆς κτίσης.  Ἑπομένως ὁ Μ. Ἀθανάσιος κάνει διάκριση μεταξὺ ἀΐδιας καὶ οἰκονομικῆς Τριάδας, ἐνῶ ὁ Ἄρειος δὲν κάνει τούτη τὴ διάκριση. Κατὰ τὸν Ἄρειο εἶναι δυνατὴ ἡ διάκριση θείας οὐσίας καὶ θείας ἐνέγειας τοῦ Πατέρα, ἀλλὰ τὰ δύο ἄλλα πρόσωπα, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν κατατάσσονται στὴν οἰκογένεια τῆς ἄκτιστης καὶ ὁμοούσιας Τριάδας. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ὁ Λόγος, κατὰ τὸν Ἄρειο πάντοτε, προέρχεται ἀπὸ τὴν βουλητικὴ ἐνέργεια τοῦ Πατέρα, καὶ φυσικὰ ὄχι ἀπὸ μία “κατὰ φύσιν” σχέση τοῦ Πατέρα πρὸς τὸν Υἱό. Ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα, οἱ ἐπιπτώσεις αὐτὲς εἶναι ἀλλοτριωτικὲς στὴν ἐμπειρία καὶ τὴ διδασκαλία τῆς ἀπολύτρωσης» (Ν. Α. Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β´: Ἔκθεση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴ Δυτικὴ Χριστιανοσύνη, Φ.Θ.Β. 3, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 96-97, ὑπ. 56).
.             Ἑπομένως, πρόκειται γιὰ παρερμηνεία ποὺ κάνει ὁ Σεβασμιώτατος Περγάμου τοῦ χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου, γιὰ νὰ φθάση στὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου τοῦ Πατρὸς καὶ στὴν διάκριση μεταξὺ τῶν δύο ἀντιλήψεων περὶ τῆς θελήσεως, ἡ μία «κακόδοξη ἀντίληψη» καὶ ἡ ἄλλη «ἡ εὐσεβὴς ἔννοια τῆς θελήσεως».
.             Ἂς δοῦμε ὅμως ἀναλυτικότερα πῶς ἔχει τὸ θέμα αὐτό, γιὰ νὰ διαπιστωθῆ ἡ παρερμηνεία τοῦ πατερικοῦ κειμένου ἢ «ἀπὸ ἀστοχία» ἢ ἀπὸ «κάποια παραδρομή», ὅπως ἐπισημαίνει μὲ ἀκαδημαϊκὴ εὐπρέπεια ὁ καθηγητὴς Νίκος Ματσούκας. Ἑτοιμάζω δὲ εἰδικὴ μελέτη, γιὰ νὰ ἐντοπίσω τὴν ἐσφαλμένη ἑρμηνευτικὴ μεθοδολογία του. Ἁπλῶς ἐδῶ θὰ κάνω μία εὐσύνοπτη παρουσίαση τοῦ θέματος.
.             Διαβάζοντας κανεὶς προσεκτικὰ τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅσα προηγοῦνται καὶ ἕπονται αὐτοῦ, διαπιστώνει ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἀντιμετώπισε τὸ δίλημμα ποὺ τοῦ ἔθεταν οἱ Ἀρειανοί, ἐὰν ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Πατρός, ποὺ γι᾽ αὐτοὺς ἦταν κατ᾽ ἀνάγκη, ἢ δημιουργήθηκε κατὰ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, κάτι τὸ ὁποῖο πίστευαν οἱ ἴδιοι, καὶ εἶναι κτίσμα.
.             Ὁ Μ. Ἀθανάσιος μὲ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα ἐξουδετέρωσε τὴν ἄποψη τῶν Ἀρειανῶν ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, γιατί τότε θὰ ἦταν κτίσμα, καὶ ὑποστήριξε τὴν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς γέννηση τοῦ Υἱοῦ. Μάλιστα δὲ τὸ κεντρικότερο σημεῖο τοῦ συγκεκριμένου χωρίου τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἶναι ὅτι θεωρεῖ παράφρονα ἐκεῖνον ποὺ θέτει μεταξὺ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ βούληση καὶ σκέψη, καὶ γι᾽ αὐτὸ γράφει: «Μαίνοιτο γὰρ ἄν τις μεταξὺ τιθεὶς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ βούλησιν καὶ σκέψιν. Καὶ γὰρ ἕτερόν ἐστι λέγειν, Βουλήσει γέγονεν, ἕτερον δὲ ὅτι Ἴδιον φύσει τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἀγαπᾶ καὶ θέλει αὐτόν».
.             Συγχρόνως ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὑποστήριξε ὅτι τὸ κατ᾽ οὐσίαν δὲν εἶναι κατ᾽ ἀνάγκη, γι᾽ αὐτὸ γράφει: «ὥσπερ γὰρ τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητὴς (ἐνν. ὁ Πατὴρ) οὕτω καὶ ὁ Υἱός, ἴδιος ὢν αὐτοῦ τῆς οὐσίας, οὐκ ἀθέλητος ἐστιν αὐτῷ». Τὸ «θελητὴς» χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο γιὰ νὰ ἀπορρίψη τὸ «ἀθέλητος», τὸ «κατ᾽ ἀνάγκην» τῆς οὐσίας, τὸ ὁποῖο πρέσβευαν οἱ Ἀρειανοί, καὶ νὰ ἐκφράση ὅτι εἶναι θελητς τς οσίας Του καὶ ὄχι ἀθέλητος.
.             Ἡ λέξη «θελητὴς» δὲν ἑρμηνεύεται μὲ τὴν ἔννοια τῆς θελήσεως, τὴν ὁποία θέληση προηγουμένως ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἶχε ἀπορρίψει γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ μ τν ννοια τοῦ πιθυμητς (θελητὸς=ἐπιθυμητός, κατὰ τὸ Liddel-Scott), ἀγαπητός.  Ἔτσι μετέφρασε τὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου ὁ μεταφραστὴς στὶς «Πατερικὲς Ἐκδόσεις» (Μ. Ἀθανασίου, Ἔργα 3, Κατὰ Ἀρειανῶν Γ´, 66, ΕΠΕ, Εἰσαγ.-Κείμ.-Μετφρ.-Σχόλ. Σοφοκλέους Τοκατλίδη, “Γρηγόριος Παλαμᾶς”, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 193) ποὺ μᾶλλον προσεγγίζει καλύτερα τὸ θέμα. Μεταφράζει: «Διότι ὅπως (ὁ Πατὴρ) ἐπιθυμεῖ τὴν ἰδικήν Του ὑπόστασιν, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ Υἱός, ὁ ὁποῖος ἔχει κοινὴν πρὸς τὸν Πατέρα οὐσίαν, δὲν εἶναι ἀνεπιθύμητος εἰς αὐτόν». Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία εἶναι ὀρθή, γιατί φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Μ. Ἀθανάσιος συνδέει τὸ «θελητὴς» μὲ τὴν ἀγάπη, παραπέμποντας στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ» (Ἰω. ε´, 20). Καὶ ἐπισημαίνει: «Θελέσθω καὶ φιλείσθω τοίνυν ὁ Υἱὸς παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ οὕτω τὸ θέλειν καὶ τὸ μὴ ἀβούλητον τοῦ Θεοῦ τις εὐσεβῶς λογιζέσθω. Καὶ γὰρ ὁ Υἱὸς τῇ θελήσει ἢ θέλεται παρὰ τοῦ Πατρός, ταύτῃ καὶ αὐτὸς ἀγαπᾶ, καὶ θέλει, καὶ τιμᾶ τὸν Πατέρα καὶ ἕν ἐστι θέλημα τὸ ἐκ Πατρὸς ἐν Υἱῷ, ὡς καὶ ἐκ τούτου θεωρεῖται τὸν Υἱὸν ἐν τῷ Πατρί, καὶ τὸν Πατέρα ἐν τῷ Υἱῷ».
.             Φαίνεται σαφέστατα ὅτι στὸ χωρίο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν κοινὴ φυσικὴ ἐνέργεια τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ τὰ Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν κοινὴ φύση καὶ κοινὴ ἐνέργεια καὶ ὅ,τι θέλει ὁ Πατὴρ θέλει καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Δν φίσταται διαφορετικ θέληση στ Πρόσωπα τς γίας Τριάδος καί, βεβαίως, δν φίσταται διαφορετικὴ λευθερία τν Προσώπων.
.             Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομισθῆ ὅτι αὐτὸ τὸ «θελητὴς» ἀναφέρεται στὸ «θέλημα τοῦ Πατρὸς» μὲ τὸ ὁποῖο δῆθεν ἦλθε στὴν ὕπαρξη ὁ Υἱός, ὁ Μ. Ἀθανάσιος συμπεραίνει: «Οὐκοῦν μὴ λεγέσθω θελήματος δημιούργημα ὁ Υἱός, μηδὲ τὰ Οὐαλεντίνου ἐπεισαγέσθω τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ βουλὴ ζῶσα, καὶ ἀληθῶς φύσει γέννημα, ὡς τοῦ φωτὸς τὸ ἀπαύγασμα». Ὅπως τὸ ἀπαύγασμα (ἡ λάμψη) «φύσει αὐτοῦ (τοῦ φωτὸς) γέννημα θελόμενον παρὰ τοῦ φωτὸς καὶ γεννήσαντος αὐτὸ» καὶ δὲν γίνεται «ἐν σκέψει βουλήσεως, ἀλλὰ φύσει καὶ ἀληθείᾳ», ἔτσι, θὰ μποροῦσε νὰ πῆ κανείς, ὅτι συμβαίνει καὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, «ὅτι ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ καὶ θέλει τὸν Υἱόν, καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ καὶ θέλει τὸν Πατέρα». Ἑπομένως, δὲν θέλει μόνον ὁ Πατὴρ τὸν Υἱό, ἀλλὰ καὶ ὁ Υἱὸς τὸν Πατέρα. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
.             Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ Μ. Ἀθανάσιος σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἰδίου λόγου του κατὰ Ἀρειανῶν σαφῶς ποφαίνεται τι «το βούλεσθαι τ κατ φύσιν πέρκειται, καὶ  φύσις οχ πόκειται τ βουλήσει».
.             Ὁ δὲ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφερόμενος σὲ αὐτὸ τὸ χωρίο τοῦ Μ. Ἀθανασίου γράφει ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρὸς καὶ ὄχι ἐκ τῆς θελήσεως καὶ ἀποφαίνεται: «ἡ γέννησις εὐδοκία καὶ θέλησις οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾽ ὑπὲρ εὐδοκίαν καὶ θέλησιν –φύσει γὰρ δείκνυσιν ἐκ Πατρὸς ὄντα τὸν Υἱὸν ὡς αὐτῷ γνήσιον καὶ ὁμοούσιον, ἀλλ᾽ οὐ θελήσει καθὰ τὰ κτίσματα». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα, ἔκδ. Παναγιώτη Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962, σελ. 98-99).
.             Ἡ ὁποιαδήποτε διαφορετικὴ ἑρμηνεία τῆς φράσεως τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητής», παραπέμπει σὲ κακόδοξη ἄποψη ὅτι δῆθεν ὁ Πατὴρ εἶναι θελητὴς καὶ τῆς δικῆς Του ὑπάρξεως, δηλαδὴ τοῦ ἑαυτοῦ Του!
.             Πάντως, συνιστᾶ ἔντονο θεολογικὸ πρόβλημα τὸ γιατί ἡ φράση «τῆς ἰδίας ὑποστάσεώς ἐστι θελητὴς» (ὁ Πατὴρ) ποὺ ἀπὸ τὸν Μ. Ἀθανάσιο τίθεται γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθῆ τὸ «κατ᾽ ἀνάγκην» τῆς φύσεως τῶν Ἀρειανῶν καὶ νὰ δείξη ὅτι ὁ Υἱὸς γεννήθηκε κατὰ φύσιν ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Περγάμου ἐπεκτείνεται στὴν «μία ἐλεύθερη βούληση, αἰώνια, ἀΐδια» τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὅτι «τὸ αἴτιο τῆς ἐλευθερίας τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ» δὲν εἶναι «ἡ ἐλευθερία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν οὐσία, εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ αἰτίου, τοῦ Πατρός».
.             Ἑπομένως, ναὶ μὲν ὁ Σεβασμιώτατος δὲν δέχεται ὅτι ὁ Υἱὸς προῆλθε ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Πατρός, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ὁμιλοῦσαν οἱ Ἀρειανοί, ἀλλὰ ὅταν ὁμιλῆ γιὰ «τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς» καὶ ὅταν γράφη σὲ ἄλλο κείμενό του ὅτι «Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ λόγος τῆς ὀντολογικῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ ἔγκειται ἁπλῶς εἰς τὴν “φύσιν” του, εἰς τὸ ὅτι δηλαδὴ ἐκ φύσεως εἶναι ἄκτιστος, ἐνῶ ἐμεῖς ἐκ φύσεως κτιστοί, τότε καμμιὰ ἐλπίς, καμμιὰ δυνατότης δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον νὰ γίνη ποτὲ πρόσωπον, μὲ τὴν ἔννοιαν ποὺ εἶναι ὁ Θεός, δηλαδὴ ὄντως πρόσωπον. Ἀλλ᾽ ὄχι ὁ λόγος τῆς ὀντολογικῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ δὲν ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν Του, ἀλλὰ εἰς τὴν προσωπικήν Του ὕπαρξιν, δηλαδὴ εἰς τὸν “τρόπον ὑπάρξεως” μὲ τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ὡς θεία φύσις (ὑποσημ.: Ἐάν, ἄλλωστε, συνδέσωμε τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φύσιν Του, αὐτόματα, ὅπως δείξαμε πρὸ ὀλίγου, τὴν ἀναιροῦμε!)» (Ἰω. Ζηζιούλα, Ἀπὸ τὸ προσωπεῖον εἰς τὸ πρόσωπον. Ἡ συμβολὴ τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ προσώπου, ἐν Ἱμάτια Φωτὸς Ἀρρήτου: Διεπιστημονικὴ Προσέγγιση τοῦ Προσώπου, ἐπιμ. Λ. Χρ. Σιάσου, Πουρναρᾶς: Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 94), καθὼς ἐπίσης ὅταν ὑποστηρίζη ὅτι «ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ ὁ Θεὸς τὴν ὀντολογικὴν ἐλευθερίαν Του, ἐκεῖνο ἀκριβῶς ποὺ Τὸν κάνει νὰ εἶναι ὀντολογικὰ ἐλεύθερος, εἶναι τὸ ὅτι ὑπερβαίνει καὶ καταργεῖ τὴν ὀντολογικὴν ἀναγκαιότητα τῆς οὐσίας μὲ τὸ νὰ εἶναι Θεὸς ὡς Πατήρ, δηλαδὴ ὡς Ἐκεῖνος ποὺ “γεννᾶ” τὸν Υἱὸν καὶ “ἐκπορεύει” τὸ Πνεῦμα», αὐτὸ ὁδηγεῖ σὲ ἀποκλίσεις ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.
.             Ὑπογραμμίζω καὶ πάλι ὅτι ὑπάρχει διάκριση μεταξὺ βούλησης-θέλησης καὶ προαίρεσης. Ἡ βούληση-θέληση, στὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι τοῦ προσώπου, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἡ θέληση-βούληση δὲν ἔχει δυνατότητα ἐπιλογῶν, ὅπως διδάσκει ἡ δυτικὴ φιλοσοφία, ἐνῶ ἡ προαίρεση στὸν ἄνθρωπο –ὄχι στὸν Θεό, ποὺ δὲν ἔχει προαίρεση– συνδέεται μὲ τὶς ἐπιλογὲς ποὺ κάνει.
.             Ἀλλὰ καὶ ἡ προαίρεση αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο συνιστᾶ ἀτέλεια, γιατί ὁ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος, ὁ ἅγιος ἐν Χριστῷ ἀποκτᾶ καὶ τὴν ἀτρεψία τῆς προαιρέσεως. Αὐτὸ διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος καὶ θὰ τὸ ἀναλύσω σὲ νέο ἐκτενὲς κείμενό μου. Μν προσπαθε, λοιπόν, Σεβασμιώτατος Περγάμου ν ξεπερν τ σοβαρ ατ θέματα μ τν δθεν παραποίηση τν θέσεών του.
.             Ὁ ἱερομόναχος π. Μάξιμος Λαυριώτης ἤδη τὸ 1990, πρὶν 22 χρόνια, πολὺ εὐφυῶς ἀσχολήθηκε μὲ τὸ σοβαρὸ αὐτὸ θέμα καὶ παρουσίασε τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Ἐλευθερία καὶ σωτηρία», στὸ πρῶτο μέρος ἀσχολεῖται μὲ τὸ «σωτηριῶδες κεφάλαιον», καὶ στὸ δεύτερο μέρος ἀσχολεῖται μὲ τὸ περὶ τῆς «αἱρετικῆς ἐλευθερίας». Ἀναφερόμενος σὲ ἀπόψεις «ὡρισμένων ἀθεράπευτα ρομαντικῶν Ρώσων “θεολόγων” καὶ φιλοσόφων» καὶ ἀναλύοντας ἀπόψεις τοῦ Εὐδοκίμωφ γιὰ τὴν σχέση ἐλευθερίας καὶ προσώπου, σὲ σύγκριση μὲ πατερικὰ χωρία, παρατηρεῖ: «Εἶχαν πάθει σύγχυση λοιπὸν ὅλοι οἱ Πατέρες; “Τὸ γὰρ αὐτεξούσιον, θέλησιν ὡρίσαντο” καὶ τὴν θέληση “φυσικὴν καὶ αὐτεξούσιον ὀρεκτικὴν τοῦ νοῦ κίνησιν”. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀναφορὰ τοῦ αὐτεξουσίου στὸ… “πρόσωπο” ἀπὸ κανένα Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχουν ὅμως πολλὲς ἀπὸ πολλοὺς αἱρετικοὺς (Εὐνομιανούς, Νεστοριανούς, Ὠριγενιστὲς καὶ προπαντὸς Μονοθελῆτες καὶ Μονοενεργῆτες), τῶν ὁποίων κοινὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι “τὸ μὴ εἰδέναι τὴν διαφορὰν τοῦ φυσικοῦ καὶ τοῦ ὑποστατικοῦ θελήματος”, δηλαδὴ ὅτι “ἡ μὲν θέλησις τουτέστιν ἡ θελητικὴ δύναμις καὶ αὐτὸ τὸ ἁπλῶς θέλειν, φυσικόν, τὸ δὲ θελητόν, τουτέστιν τὸ τί θέλειν, γνωμικὸν καὶ ὑποστατικόν”.
.             Σὲ ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ: «Εἶναι λοιπὸν ἡ ἐλευθερία οὐσία προσωπικὴ καὶ ὄχι φυσικὴ ἐνέργεια, ἢ –ἔστω– ὑποστατική; Καὶ διαθέτει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ἄραγε ὡς ἰδιαίτερη δική του οὐσία τὴν ἐλευθερία, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὴν φύση ἢ οὐσία ποὺ ὑποστασιάζει; Στοὺς εἴκοσι αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν ἐμφανίσθηκαν ποτὲ φοβερώτερες πλάνες ἀπ’ αὐτές, παρμένες ὅλες ἀπὸ περιλάλητο ἔργο “Ὀρθοδοξία”, μὲ τὸ ὁποῖο ἔγινε διδάκτωρ καὶ καθηγητὴς στὸν Ἅγιο Σέργιο τῶν Παρισίων ὁ Εὐδοκίμωφ».
.             Πιὸ κάτω γράφει: «Κανένας Πατὴρ δὲν συνέδεσε ποτὲ πρόσωπο καὶ ἐλευθερία, ἢ φύση καὶ ἀναγκαιότητα. Κανεὶς δὲν μίλησε ποτὲ γιὰ ὑποστατικὴ ἐλευθερία. Εἶναι τῶν Μονοθελητῶν καὶ Μονοενεργητῶν αὐτὸ τὸ δόγμα καὶ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν Ϛ´ Οἰκουμ. Σύνοδο. Ἀλλὰ καὶ οἱ Μονοθελῆτες ἀκόμη εὐρίσκοντο σὲ πολὺ καλύτερη θέση ἀπ’ τοὺς Ρώσους Σλαυοφίλους καθότι συμφωνοῦσαν ἀπόλυτα μὲ τοὺς ὀρθοδόξους ἀντιπάλους των στὸ ὅτι: θέλησις-ατεξούσιον-λευθερία σήμαιναν κριβς τὸ διο πράγμα. Καμμία διάκρισις μεταξ “ψυχολογικν” κα “μεταφυσικν” ρόλων σ᾽ ατος τος ρους. Ἀκόμη καὶ ἡ “βούλησις” ὁρίζεται ἀπ᾽ τοὺς ὀρθοδόξους παρὰ τὸν γνωμικό της χαρακτήρα ὡς “ποιὰ φυσικὴ θέλησις”, ἁπλούστατα διότι γίνεται κατανοητό, πὼς καὶ τ γνωμικ θέλημα δν εναι παρ προσωπικς τρόπος χρήσεως τς φυσικς θελήσεως, καὶ π᾽ οδεν λόγ μία διαίτερη θελητικὴ νέργεια, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ πρόσωπο σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς ὅσες πηγάζουν ἀπὸ τὴν φύση». (βλ. Ὀρθόδοξος Τύπος, 23-3-1990 καὶ 30-3-1990).
.             Ὅλα αὐτὰ μὲ ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα τι Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου ωάννης φείλει νὰ ποκαταστήση τ πράγματα κα νὰ νακαλέση χι μόνο τὰ φορντα στ πρόσωπό μου, λλ κυρίως τὰ φορντα στν Μ. θανάσιο, τν ποο παρουσιάζει ν δέχεται σφαλμένες πόψεις.
.             Αὐτὰ πρὸς τὸ παρὸν γιὰ τὸ θέμα τῆς βουλήσεως-θελήσεως.

 3. Τὸ Συνέδριο γιὰ τὴν «μεταπατερικὴ θεολογία»

.             Ὅσον ἀφορᾶ στὴν εἰσήγησή μου, ἡ ὁποία προκάλεσε τὸν Σεβασμιώτατο, θέλω νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι συμμετεῖχα στὸ Συνέδριο τὸ ὁποῖο διοργάνωσε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς γιὰ τὴν μεταπατερικὴ θεολογία ὕστερα ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Σέβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ καὶ διατύπωσα τὴν ἄποψή μου γιὰ τὴν «μεταπατερικὴ θεολογία», να σοβαρ θέμα πο μπορε νὰ πονομεύση τ θεμέλια τς συγχρόνου θεολογίας, γιατί ποτελε μία «ψευδομόρφωση» στν σύγχρονη θεολογία καὶ χει κκλησιολογικς κα ποιμαντικς προεκτάσεις.
.             Γιατί, μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὸ νὰ χωρίζεται ἡ ἐκκλησιολογία σὲ «εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία» καὶ «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία», ὅτι δηλαδὴ οἱ Πατέρες τῶν πρώτων αἰώνων ἐξέφραζαν τὴν πρώτη καὶ οἱ μεταγενέστεροι Πατέρες ἐξέφραζαν τὴν δεύτερη, ἐπηρεασθέντες ἀπὸ τὸν Ὠριγένη καὶ τὸν Εὐάγριο, καὶ ἀργότερα ἔγινε ἡ σύνθεση τὸ νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ «θεραπευτικὴ ἐκκλησιολογία» τῶν Πατέρων ὑπῆρξε «ἀνατροπὴ» τῆς «εὐχαριστιακῆς-ἐσχατολογικῆς ἐκκλησιολογίας» κλπ. εἶναι νάρκη στὰ θεμέλια της ὀρθοδόξου θεολογίας.
.             Πάντως, στὸ συγκεκριμένο Συνέδριο συμμετεῖχα καὶ διατύπωσα νομίζω μὲ νηφαλιότητα καὶ θεολογικὴ εὐκρίνεια τὶς ἀπόψεις μου καὶ μάλιστα στὸ τέλος ἀναφέρθηκα καὶ σὲ λόγο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ὅτι «Τὸ μέλλον ἀνήκει εἰς μίαν αὐθεντικὴν “πατερικὴν” θεολογίαν, πέραν ἀπὸ τὸν νεοπατερισμὸν καὶ τὸν μεταπατερισμόν, εἰς μίαν ἐκκλησιαστικὴν θεολογίαν, ἡ ὁποία ζωογονεῖται ἀπὸ τὴν ἔντασιν μεταξὺ τοῦ “ἤδη” καὶ τοῦ “ὄχι ἀκόμη” τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
.             Ὅμως, μὲ προβληματίζει ἡ σκοπιμότητα τῆς ἀνάμειξης τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅσον μὲ ἀφορᾶ. Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου δὲν πρέπει νὰ διεκδικῆ τὸ ἀπόλυτο καὶ τὸ μοναδικὸ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Καὶ ἡ ἐλαχιστότητά μου τὸ ἔχει ἀποδείξει στὴν πράξη καὶ εἶναι μεμαρτυρημένο.
.             Ἔπειτα, δὲν συμμετεῖχα σὲ ἕνα Συνέδριο αἱρετικῶν. Τὸ διοργάνωσε ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Πειραιῶς, καὶ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης της κ. Σεραφείμ, ἐκπροσωποῦνταν Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ φορεῖς τοῦ Ποιμνίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καὶ ἐτέθησαν θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἄλλωστε, σὲ ἕνα Συνέδριο ὁ καθένας φέρει τὴν εὐθύνη τῶν δικῶν τοῦ ἀπόψεων. Ἀσφαλῶς τὸ γνωρίζει αὐτὸ ὁ Σεβασμιώτατος ἀπὸ τὰ Συνέδρια στὰ ὁποῖα συμμετέχει.

 4. Ὁ «ἐπίσημος διάλογος τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς»

.             Τὸ θέμα τοῦ «ἐπισήμου διαλόγου μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς» τὸ ἀντιμετωπίζει ὁ Σεβ. Περγάμου πολὺ ἐπιφανειακά. Στὴν ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀπέστειλα ἔθεσα σοβαρὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρακάμπτει. Ἄλλωστε, δὲν εὐθύνεται ὁ ἴδιος γι᾽ αὐτά.
.             Ἔγραφα ὅτι δὲν ἐλήφθη ἀπόφαση ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρὶν τὸ 2008 γιὰ τὸ θέμα αὐτό, καὶ δὲν ἐννοοῦσα τὴν Διαρκῆ Ἱερὰ Σύνοδο.
.             Πάντως, ἡ συγκεκριμένη ἐξουσιοδότηση ποὺ τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο μὲ ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀφοροῦσε στὸ νὰ συνεχισθῆ ὁ διάλογος μὲ τοὺς «Ρωμαιοκαθολικούς», σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ μεγάλο θέμα τῆς Οὐνίας.
.             Γράφει ἡ σχετικὴ ἐξουσιοδότηση: «Παρὰ τὶς ὑφισταμένας δυσκολίας, αἵτινες πηγάζουν ἐκ τῆς συνεχίσεως τῆς προσηλυτιστικῆς δράσεως τῆς Οὐνίας εἰς βάρος τοῦ ποιμνίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ ἐν λόγῳ Θεολογικὸς Διάλογος δέον, ὅπως συνεχισθῆ. Πεποίθαμεν, ὅτι δέον ὅπως ὁριστικῶς καὶ ἀπεριφράστως καταδικασθῆ ἡ Οὐνία ὡς μέθοδος, ἡ ὁποία, ὅπου ἐφηρμόσθη, ἀπέτυχε νὰ ὑπηρετήση τὸν σκοπὸν τῆς προσεγγίσεως τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀντιθέτως, προεκάλεσε νέας διαιρέσεις καὶ ἐλειτούργησεν ὡς μέθοδος προσηλυτισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὴν Ρωμαιοκαθολικὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ Οὐνία ἀποτελεῖ Ἐκκλησιαστικήν, Νομοκανονικήν, καὶ Δογματικὴν ἐκτροπὴν καὶ βιαίαν ἀπόσπασιν καὶ ἀπόσχισιν πιστῶν ἀπὸ τὴν Μητέρα Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ καταδικασθῆ καὶ νὰ καταργηθῆ.
.             Ὡς πρὸς τὴν θεματολογίαν τοῦ Διαλόγου, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Οὐνίας, ὅπερ οὐδόλως ἔχει ἐξαντληθῆ, δεδομένου, ὅτι συνεχίζει νὰ ὑπάρχη καὶ νὰ δρᾶ εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας.
.             Ἡ συζήτησις αὐτή, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πορείας τοῦ Διαλόγου, δύναται νὰ διεξαχθῆ ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἐκκλησιολογίας ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ πρωτείου»..             Δὲν γνωρίζω ὅμως ἐὰν στὸν διάλογο ἔγινε συζήτηση γιὰ τὴν Οὐνία.Ὅμως, γιὰ τὸ θέμα τοῦ διαλόγου ἰσχύει κατὰ πάντα ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τοῦ ἔτους 2010, ἐπὶ ἀρχιεπισκοπείας Ἱερωνύμου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, μεταξὺ τῶν ἄλλων:

 «1. Διεπιστώθη ἡ ἀνάγκη περαιτέρω πληρεστέρας ἐνημερώσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, στὰ σημαντικὰ αὐτὰ ζητήματα. (σημ. Γνωρίζω καλὰ ὅτι αὐτὸ διατυπώθηκε πολὺ εὐγενικά). Δηλώθηκε δὲ ὅτι ἐφεξῆς ἡ Ἱεραρχία θὰ λαμβάνη γνώση ὅλων τῶν φάσεων τῶν Διαλόγων, διαφορετικὰ κανένα κείμενο δὲν δεσμεύει τὴν Ἐκκλησία. Ἄλλωστε αὐτὸ συνιστᾶ τὸ Συνοδικὸ Πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας.

2. Ὁ Διάλογος πρέπει νὰ συνεχισθεῖ, μέσα ὅμως στὰ ὀρθόδοξα ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικὰ πλαίσια, πάντοτε ὕστερα ἀπὸ συνεννόηση μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὅπως πανορθοδόξως ἔχει ἀποφασισθεῖ».

.             Ἡ πόφαση ατ τς εραρχίας τς κκλησίας τς λλάδος εναι σαφέστατη κα δείχνει τν πιθυμία της νὰ νημερώνεται πλέον ρκούντως γι τ θέμα τν διαλόγων καὶ τι «πίσημος διάλογος τν ρθοδόξων μ τος Ρωμαιοκαθολικος» πρέπει ν γίνεται σὲ ρθόδοξα κκλησιολογικ κα κανονικ πλαίσια.
.             Λυπμαι πο κα στν «δήλωση» το Σεβασμιωτάτου διέκρινα τν αχμηρ καὶ περοπτικ τρόπο, μ τν ποον γραψε κα τν πιστολή του.
.             Γνωρίζω ὅτι στν ρθόδοξη κκλησία δν «παπίζουμε», ὅλοι εἴμαστε «διδακτοὶ Θεοῦ», κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς πίστεως, μέσα στὴν βιβλικοπατερικὴ παράδοση, ὅταν ἑρμηνεύεται ὀρθῶς, καὶ τ θεολογεν εναι ργο τοῦ πισκόπου, τὸ ποο δν μπορε νὰ σκται μονομερς πὸ καδημαϊκος διδασκάλους.
.             Ὅλοι μετέχουμε, κατὰ διαφόρους βαθμούς, στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι ἐμπειρία τῶν θείων καὶ οἱ ἀληθινοὶ θεολόγοι ὁμιλοῦν κατὰ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «ἁλιευτικῶς καὶ οὐκ ἀριστοτελικῶς».

 + Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος

ΠΗΓΗ: Romfea.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΚΑΙΡΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ «ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ» ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟ «Ἡ θέληση δὲν συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ μὲ τὴν φύση».

Ἀπόσπασμα σπουδαίου θεολογικοῦ μελετήματος 
ὑπὸ τὸν τίτλο

Βουλησιοκρατικς (βολονταριστικς) περσοναλισμς

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου  Ἱεροθέου 

.             Ὁ Ἄρειος καὶ οἱ Ἀρειανοὶ συνέδεαν τὴν φύση μὲ τὴν ἀνάγκη, καὶ τὴν βούληση μὲ τὸ πρόσωπο.  Ἔτσι, ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Πατὴρ δὲν μπορεῖ νὰ γεννήση τὸν Λόγο κατὰ φύση, γιατί αὐτὸ σημαίνει κατ᾽ ἀνάγκη σχέση, ἀλλὰ Τὸν δημιουργεῖ κατ᾽ ἐνέργεια καὶ κατὰ βούληση καὶ γι᾽ αὐτὸ εἶναι κτίσμα.
.            Οἱ Πατέρες, ὅμως, ἀντέδρασαν σὲ αὐτὴν τὴν αἱρετικὴ ἄποψη καὶ δίδαξαν ὅτι τὸ κατὰ φύση δὲν σημαίνει κατ᾽ ἀνάγκη καὶ ὅτι ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ βούληση εἶναι τῆς φύσεως.
.         Μερικοὶ σύγχρονοι θεολόγοι συλλαμβάνονται νὰ ἔχουν παρόμοιες μὲ τοὺς ἀρειανοὺς ἀντιλήψεις, δηλαδὴ ταυτίζουν τν φύση μ τν νάγκη κα συνδέουν τ πρόσωπο μ τν βούληση κα φθάνουν σὲ πίθανα συμπεράσματα καὶ πίστευτους θεολογικος κροβατισμούς.
.            Γιὰ παράδειγμα, ὑποστηρίζεται ὅτι οἱ Πατέρες «αὐτὸ ποὺ μαρτυροῦν εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν θεότητά του, ἡ δυνατότητά του νὰ ἐνανθρωπίζει, νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἀνθρώπου ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε προκαθορισμὸ τόσο τοῦ τρόπου τῆς θεότητας ὅσο καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀνθρωπότητας» (Χρῆστος Γιανναρᾶς).
.            Ἐπίσης ὑποστηρίζεται ὅτι «τὸ ἐλεύθερο θέλημα τοῦ Πατρὸς εἶναι αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζει ἡ τριαδικὴ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ, ὑποστασιάζεται ἡ οὐσία σὲ τριαδικὸ Θεό… Ἡ ἔννοια τῆς βουλήσεως ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἔννοια τῆς ἐπιλογῆς» (Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας).
.            Ὅσοι ἔχουν παρόμοιες ἀντιλήψεις δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ θέληση-βούληση εἶναι φυσική, δηλαδὴ εἶναι τῆς φύσεως –ὄχι τοῦ προσώπου–, καὶ ὅτι ἡ προαίρεση διαφέρει ἀπὸ τὴν θέληση-βούληση. Ἔτσι, φθάνουν στὸν βουλησιοκρατικὸ (βολονταριστικὸ) περσοναλισμό, ποὺ ἐμπεριέχει τὰ σπέρματα τοῦ Ἀρειανισμοῦ. Γι᾽ αὐτό, ὁ λόγος γιὰ τὴν θέληση καὶ τὴν προαίρεση σχετικὰ μὲ τὸ φυσικὸ καὶ γνωμικὸ θέλημα εἶναι σημαντικὸς καὶ ἐπίκαιρος.
.            Ἡ θέληση ἀποτελεῖ κεντρικὸ θέμα στὴν Χριστολογία καὶ τὴν ἀνθρωπολογία. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀντιμετώπισαν τὸ θέμα αὐτὸ στὴν Χριστολογία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπεκτάθηκαν καὶ στὴν ἀνθρωπολογία.
.            Ἐπειδὴ ἀνεφύησαν μερικοὶ αἱρετικοὶ μονοφυσίτες καὶ μονοθελῆτες, ποὺ ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε μία φύση καὶ μία θέληση, γι᾽ αὐτὸ οἱ Πατέρες δογμάτισαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε δύο φύσεις καὶ δύο ἐνέργειες –θεία καὶ ἀνθρωπίνη– σὲ μία ὑπόσταση, στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου.
.            Ἡ θέληση δὲν συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ μὲ τὴν φύση, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς εἶχε δύο θελήσεις –θεία καὶ ἀνθρώπινη– σὲ ἕνα πρόσωπο-ὑπόσταση.
.            Προκειμένου οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας νὰ τεκμηριώσουν αὐτὴν τὴν θεολογικὴ ἀλήθεια ἔκαναν ἀναλύσεις γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ θέληση στὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ἂν ἡ θέληση ἔχη σχέση μὲ τὴν φύση ἢ τὸ πρόσωπο.

[…]

.                Κατὰ συνέπειαν, ὁ βολονταριστικὸς περσοναλισμός, ποὺ κυριαρχεῖ ἐν πολλοῖς στὶς ἡμέρες μας εἶναι ξένος πρὸς τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Ἀκόμη, ἡ φύση δὲν συνδέεται μὲ τὴν ἀνάγκη, ὥστε νὰ συνδεθῆ ἡ ὑπόσταση-πρόσωπο μὲ τὴν θέληση.
.                Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο «οὐ μόνον ἡ θεία καὶ ἄκτιστος φύσις οὐδὲν ἠναγκασμένον ἔχει φυσικόν, ἀλλ᾽ οὐδὲ ἡ νοερὰ καὶ κτιστή». Σὲ μᾶς ὑπάρχει κατὰ φύση ἡ λογικὴ ὄρεξη, «ἤγουν θέλειν, καὶ λογίζεσθαι βουλεύεσθαί τε καὶ ζητεῖν, καὶ σκέπτεσθαι, καὶ βούλεσθαι, καὶ κρίνειν, καὶ διατίθεσθαι, καὶ αἱρεῖσθαι, καὶ ὁρμᾶν, καὶ κεχρῆσθαι».
.                Αὐτὸ σημαίνει ὅτι «οὐκ ἄρα ἠναγκασμένα τὰ τῶν νοερῶν φυσικά». Βέβαια, δὲν εἶναι τὸ ἴδιο «τὸ τοῦ θέλοντος θέλημα καὶ τὸ θελητόν», ἢ ἡ θέληση καὶ ὁ θέλων, ὅπως δὲν εἶναι τὸ ἴδιο «τὸ θέλειν καὶ τὸ πῶς θέλειν». Πάντως, ἐκεῖνο ποὺ σημειώνεται ἐδῶ εἶναι ὅτι δὲν ταυτίζεται ἡ φύση μὲ τὴν ἀνάγκη, οὔτε ἡ θέληση-βούληση μὲ τὸ πρόσωπο, ἀφοῦ ἡ θέληση εἶναι δύναμη τῆς φύσεως.
.                Ἔπειτα, τὸ γνωμικὸ θέλημα, δηλαδὴ ἡ δυνατότητα τῆς προαιρέσεως, τῆς ἐπιλογῆς μεταξὺ δύο ἀντιθέτων πραγμάτων, συνιστᾶ ἀδυναμία τῆς φύσεως.
.                Ὁ Χριστὸς προσέλαβε σύνολη τὴν ἀνθρώπινη φύση, καὶ τὴν προαίρεση, ἀλλὰ τὴν ἔκανε ἄτρεπτη καί, βεβαίως, ἡ προαίρεση τῶν ἁγίων κατὰ τὴν ἄλλη ζωὴ δὲν θὰ ἐκφράζεται, γιατί δὲν θὰ ὑπάρχουν ἀντίθετα πράγματα προκειμένου νὰ κάνουν ἐπιλογή.
.                Ἑπομένως, λεγομένη λευθερία βούληση-θέληση το προσώπου, γι τν ποία γίνεται πολς λόγος στς μέρες μας, δν εναι βάση τς ρθοδόξου θεολογίας κα σωτηριολογίας, φοῦ ὁ νθρωπος καλεται π τ κατ᾽ εκόνα ν φθάση στ καθ᾽ μοίωση, ὁπότε θ λειτουργῆ ἡ ρεξη (ρμ) τς φύσεως πρς τν Θε κα θὰ δρανοποιηθῆ  δυνατότητα τς προαιρέσεως, λόγῳ τς πουσίας τν ντιθέτων.
.                Ἔτσι, ἡ βάση τῆς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας εἶναι τὸ κατ᾽ εἰκόνα καὶ τὸ καθ᾽ ὁμοίωση, ποὺ ἐνεργοποιοῦνται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν πρέπει νὰ βλέπη κανεὶς τὴν θέληση-βούληση καὶ τὴν προαίρεση, καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν φιλοσοφικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ ἔννοια τοῦ προσώπου καὶ τοῦ περσοναλισμοῦ.

ΠΗΓΗ: Romfea.gr

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ 2 («Ὑποτάσσει τὴν λογική της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»)

Τοῦ Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές»,
ἔκδ. Ι. Μ. Γενεθλίου τῆς  Θεοτόκου (1995)

[2]


Γ´

.        Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν γεννᾶται ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἡ πτώση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας καὶ οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς πτώσεως κληρονομήθηκαν σὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Φυσικὸ ἦταν καὶ ἡ Παναγία νὰ μὴν εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι σαφής: «πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ´ 23). Στὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ χωρίο φαίνεται ὅτι τὸ ἁμάρτημα νοεῖται ὡς στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀκόμη ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος ἀπὸ αὐτό. Ἔτσι, λοιπόν, καὶ ἡ Παναγία γεννήθηκε μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Πότε ὅμως ἀπαλλάχτηκε ἀπὸ αὐτό; Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ σχολαστικὲς ἀντιλήψεις.
.        Κατ’ ἀρχὰς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ἦταν ἡ στέρηση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ἀπώλεια τῆς Θεοκοινωνίας. Αὐτὸ ὅμως εἶχε καὶ σωματικὲς συνέπειες, γιατί στὸ σῶμα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας εἰσῆλθε ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. ταν στν ρθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος γι κληρονόμηση το προπατορικο μαρτήματος, δν ννοεται κληρονόμηση τς νοχς τς προπατορικς μαρτίας, λλ κυρίως ο συνέπειές της, πο εναι φθορ κα θάνατος. Ὅπως ὅταν ἀρρωσταίνη ἡ ρίζα τοῦ φυτοῦ, ἀρρωσταίνουν καὶ τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ φύλλα, τὸ ἴδιο ἔγινε μὲ τὴν πτώση τοῦ Ἀδάμ. Ἀσθένησε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος ποὺ κληρονομεῖ ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ εὔκρατο κλίμα τῆς καλλιέργειας τῶν παθῶν, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σκοτίζεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου.
.        Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἡ πρόσληψη ἀπὸ τὸν Χριστό, μὲ τὴν ἐνανθρώπησή Του, αὐτοῦ τοῦ θνητοῦ καὶ παθητοῦ σώματος, χωρὶς τὴν ἁμαρτία, συνετέλεσε στὸ νὰ διορθωθοῦν οἱ συνέπειες τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ. Θέωση ὑπῆρχε καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως καὶ φωτισμὸς τοῦ νοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶχε καταργηθῆ ὁ θάνατος, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ θεόπτες Προφῆτες πήγαιναν στὸν Ἅδη. Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, θεώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ ἔτσι δόθηκε ἡ δυνατότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο νὰ θεωθῆ. Ἐπειδὴ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη τοῦ θεωθέντος καὶ ἀναστημένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ λέμε ὅτι διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα.
.        Ὅταν προσαρμόσουμε αὐτὰ στὴν περίπτωση τῆς Παναγίας, μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν σχέση της μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ τὴν ἐλευθέρωσή της ἀπὸ αὐτό. Ἡ Παναγία γεννήθηκε μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, εἶχε ὅλες τὶς συνέπειες τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου στὸ σῶμα της. Μὲ τὴν εἴσοδό της στὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἔφθασε στὴν θέωση. Αὐτὴ ὅμως ἡ θέωση δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς συνέπειές του, ποὺ εἶναι ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος, ἀκριβῶς γιατί δὲν εἶχε ἑνωθῆ ἡ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Ἔτσι, τν στιγμ πο μ τν δύναμη το γίου Πνεύματος θεία φύση νώθηκε μ τν νθρώπινη φύση, στν γαστέρα τς Παναγίας, Παναγία πρώτη γεύεται τν λευθέρωσή της π τ λεγόμενο προπατορικ μάρτημα κα τς συνέπειές του. Ἄλλωστε, τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἔγινε αὐτὸ ποὺ ἀπέτυχε νὰ κάνη ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα μὲ τὸν ἐλεύθερο προσωπικό τους ἀγώνα. Γι’ αὐτό, ἡ Παναγία τὴν στιγμὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔφθασε σὲ μεγαλύτερη κατάσταση ἀπὸ ἐκείνην στὴν ὁποία βρισκόταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα πρὶν τὴν πτώση. ξιώθηκε ν γευθ τ τέλος το σκοπο τς δημιουργίας, ὅπως θὰ δοῦμε σ’ ἄλλες ἀναλύσεις.
.        Γι’ ατό, γι τν Παναγία δν χρειάστηκε ν γίνη Πεντηκοστή, δν χρειάστηκε ν βαπτισθ. Ατ πο βίωσαν ο πόστολοι τν μέρα τς Πεντηκοστς, πο γιναν μέλη το Σώματος το Χριστο δι το γίου Πνεύματος, κα ατ πο γινε σ λους μς κατ τ μυστήριο το Βαπτίσματος, γινε γι τν Παναγία τν μέρα το Εαγγελισμο. Τότε ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὴν ἐνοχή, ἀλλὰ ὅτι ἀπέκτησε τὴν θέωση στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, λόγῳ τῆς ἑνώσεώς της μὲ τὸν Χριστό.
.        Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ καὶ ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅτι τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡ Παναγία ἔλαβε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο τὴν καθάρισε καὶ τῆς ἔδωσε δύναμη δεκτικὴ τῆς θεότητος τοῦ Λόγου, συγχρόνως δὲ καὶ γεννητική. Δηλαδή, ἡ Παναγία ἔλαβε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθαρτικὴ χάρη, ἀλλὰ καὶ δεκτικὴ καὶ γεννητικὴ τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀνθρώπου.

Δ´

.        Ἡ ἀπάντηση τῆς Παναγίας στὴν πληροφορία τοῦ ἀρχαγγέλου ὅτι θὰ ἀξιωθῆ νὰ γεννήση τὸν Χριστὸ ἦταν ἐκφραστική: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» (Λουκ. α´ 38). Φαίνεται ἐδῶ ἡ ὑπακοὴ τῆς Παναγίας στὸν λόγο τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπακοή της στὸν Θεό, γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ ἦταν παράδοξο καὶ παράξενο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Ἔτσι ποτάσσει τν λογική της στ θέλημα το Θεο.
.        Μερικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ὅλοι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα περίμεναν μὲ ἀγωνία νὰ ἀκούσουν τὴν ἀπάντηση τῆς Παναγίας, ἔχοντας φόβο μήπως ἀρνηθῆ καὶ δὲν ὑπακούση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἰσχυρίζονται ὅτι ἐπειδὴ κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ τέτοιο δίλημμα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχει ἐλευθερία, μπορεῖ νὰ πῆ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι, ὅπως ἄλλωστε ἔγινε στὴν περίπτωση τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, τὸ ἴδιο μποροῦσε νὰ συμβῆ καὶ στὴν Παναγία. Ἀλλὰ ὅμως ἡ Παναγία δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆ, ὄχι γιατί δὲν εἶχε ἐλευθερία, ἀλλὰ γιατί εἶχε τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία.
.        Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς κάνει διάκριση μεταξὺ φυσικοῦ καὶ γνωμικοῦ θελήματος. Γνωμικὸ θέλημα ἔχει κανεὶς ὅταν διακρίνεται γιὰ τὴν ἄγνοια ἑνὸς πράγματος, γιὰ τὴν ἀμφιβολία καὶ τελικὰ γιὰ τὴν ἀδυναμία ἐπιλογῆς. Πρόκειται γιὰ μία ἀμφιταλάντευση περὶ τοῦ πρακτέου. Φυσικὸ θέλημα ἔχει κανεὶς ὅταν ὁδηγῆται κατὰ τρόπο φυσικό, χωρὶς ἀμφιταλαντεύσεις, χωρὶς ἄγνοια, στὴν πραγματοποίηση τῆς ἀλήθειας.
.        Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι τ φυσικ θέλημα συνδέεται μ τ «θέλειν», ν τ γνωμικ θέλημα μ τ «πς θέλειν», καὶ μάλιστα ὅταν γίνεται μὲ ἀμφιβολίες καὶ ἀμφιταλαντεύσεις. Ἑπόμενο εἶναι ὅτι τ φυσικ θέλημα συνιστ τν τελειότητα τς φύσεως, ν τ γνωμικ θέλημα συνιστ τν τέλεια τς φύσεως, ἀφοῦ προϋποθέτει ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει γνώση τῆς ἀλήθειας, δὲν εἶναι βέβαιος γι’ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἀποφασίση.
.        Ὁ Χριστὸς καίτοι εἶχε δύο θελήματα, λόγῳ τῶν δύο φύσεων, ἀνθρωπίνης καὶ θείας, ἐν τούτοις εἶχε φυσικὸ θέλημα, ἀπὸ τὴν ἄποψη ποὺ μελετᾶμε ἐδῶ καί, βέβαια, δὲν εἶχε γνωμικὸ θέλημα. Ὡς Θεὸς ἤξερε πάντοτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ δὲν ὑπῆρχε ποτὲ ἀμφιβολία μέσα Του οὔτε ἀμφιταλάντευση. Αὐτὸ κατὰ χάριν βιώνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν Παναγία. πειδ Παναγία εχε φθάσει στν θέωση, γι’ ατ ταν δύνατο ν ρνηθ τ θέλημα το Θεο καὶ νὰ μὴ συγκατατεθῆ γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση. Εἶχε τὴν τέλεια ἐλευθερία, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ἐλευθερία της ἐνεργοῦσε πάντοτε κατὰ φύσιν καὶ ὄχι παρὰ φύσιν. Ἐμεῖς ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε φθάσει στὴν θέωση ἔχουμε ἀτελῆ ἐλευθερία, τὸ λεγόμενο γνωμικὸ θέλημα, γι’ αὐτὸ καὶ ἀμφιταλαντευόμαστε γιὰ τὸ πρακτέο. ρώτησή της «πς σται μοι τοτο, πε νδρα ο γινώσκω» (Λουκ. α´ 34), δείχνει ταπείνωση, δυναμία τς νθρωπίνης φύσεως, λλ κα τ παράδοξο τοῦ πράγματος, πειδ πρχαν θαυματουργικς συλλήψεις στν Παλαι Διαθήκη, χι μως σπόρως.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε