Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Φιλοκαλία

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΝΟΤΑΡΑΣ (ΚΑΙ Η ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΥΔΡΑ)

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΝΟΤΑΡΑΣ
(ΚΑΙ Η ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΥΔΡΑ) 

[Ἐκτενὲς ἀπόσπασμα] 

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Ἐκπαιδευτικός 

[…] .          Ὁ ἀκλινὴς καὶ ἀμετακίνητος στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ πίστη καὶ παράδοση Ἅγιος Μακάριος γεννήθηκε τὸ 1731 στὰ ἱστορικὰ Τρίκαλα Κορινθίας. Ὁ κατὰ κόσμον Μιχαὴλ Νοταρᾶς ἦταν γόνος τῆς ἐπιφανοῦς καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῶν Νοταράδων, ἡ ὁποία διέθετε ἰσχυρὴ πολιτική, οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ ἰσχύ. Ἀπὸ τὴν ἀριστοκρατικὴ αὐτὴ οἰκογένεια προῆλθαν ἐξέχουσες ἐκκλησιαστικὲς μορφές, ὅπως ὁ θαυματουργὸς πολιοῦχος τῆς Κεφαλληνίας Ἅγιος Γεράσιμος ὁ Νοταρᾶς (1509-1579), ὁ ἐθνομάρτυρας Λουκᾶς Νοταρᾶς (+1453) καὶ οἱ Πατριάρχες Ἱεροσολύμων Δοσίθεος (+1707) καὶ Χρύσανθος (+1731). Ὁ Μιχαὴλ διακρίθηκε ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία γιὰ τὴ σεμνότητα, τὴν εὐσέβεια, τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν συνάνθρωπο καὶ τὴν κλίση του στὴ μοναχικὴ ζωή. Τὰ πρῶτα γράμματα διδάχθηκε στὴν πατρίδα του, ἀλλὰ ὁ πόθος του γιὰ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τὸν ὁδηγεῖ κρυφὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του στὸ ἱστορικὸ μοναστήρι τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου στὰ Καλάβρυτα. Ἐπιστρέφει ὅμως στὸ πατρικὸ σπίτι, ἀφοῦ ὁ πατέρας του δὲν δίνει τὴ συγκατάθεσή του γι’ αὐτή του τὴν ἐπιλογή. Ἔτσι παραμένει στὸ σπίτι μελετώντας ψυχωφελῆ βιβλία, ἐνῶ δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν ἐπιθυμία τοῦ πατέρα του νὰ συγκεντρώσει τὰ ὀφειλόμενα χρήματα ἀπὸ τὰ γύρω χωριά. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ διδασκάλου του Εὐσταθίου ἀναλαμβάνει ὁ ἴδιος καθήκοντα διδασκάλου γιὰ ἕξι χρόνια, ὅπου ἐργάζεται ἀμισθὶ γιὰ τὴ μόρφωση τῶν παιδιῶν τῆς ἐπαρχίας του..  Τὸ 1764 ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον ὁ Μητροπολίτης Κορίνθου Παρθένιος καὶ σύσσωμος ὁ λαὸς καὶ ὁ κλῆρος τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου ἐπιθυμεῖ τὸν Μιχαὴλ ὡς διάδοχο τοῦ Παρθενίου. Ἔτσι μετὰ τὴν εἰς διάκονον χειροτονία του, κατὰ τὴν ὁποία ἔλαβε τὸ ὄνομα Μακάριος, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1765 ἐκλέγεται Μητροπολίτης Κορίνθου. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πενταετοῦς καρποφόρας ἀρχιερατικῆς του διακονίας στὴν εὐλογημένη κορινθιακὴ γῆ ἀναπτύσσει ἕνα ἀξιόλογο ἀναγεννητικὸ ἔργο μὲ σκοπὸ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καὶ τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου του λαοῦ τῆς Κορίνθου. Ἐπιδεικνύοντας ρεαλισμό, σύνεση, διάκριση, δημιουργικὴ τόλμη καὶ πνευματικὴ ἰσορροπία στὴν ἄσκηση τῶν πολυεύθυνων καθηκόντων του καὶ στὴν κατανόηση τῶν προβλημάτων καὶ ἀναγκῶν τῆς ἐποχῆς του, καθίσταται ὁ μεγάλος ἀναμορφωτὴς τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου.

.             Ὅμως τὸ 1768 μὲ τὴν κήρυξη τοῦ ρωσοτουρκικοῦ πολέμου ἀπομακρύνεται αὐθαίρετα καὶ ἀντικανονικὰ ἀπὸ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Κορίνθου καὶ ἀναγκάζεται νὰ ἐγκαταλείψει τὴ μητρόπολή του. Μεταβαίνει στὴ Ζάκυνθο γιὰ τρία χρόνια, ἐνῶ ἐπισκέπτεται καὶ τὴν Κεφαλληνία γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ χαριτόβρυτο ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Γερασίμου, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν προφορικὴ παράδοση τῆς μονῆς τῶν Ὁμαλῶν ἔλαβε χώρα τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς ἐν πνεύματι συνάντησης τοῦ Ἁγίου Γερασίμου μὲ τὸν Ἅγιο Μακάριο, τῶν δύο δηλαδὴ ἐπιφανῶν γόνων τῆς ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῶν Νοταράδων.
.             Ἀπὸ τὰ Ἑπτάνησα καταφεύγει στὴν Ὕδρα, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε ἕνα σημαντικὸ σταθμὸ στὴν ἱεραποστολική του πορεία, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν ἄφιξή του στὸ ἁγιοβάδιστο αὐτὸ νησὶ τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ τὸ 1774 ἀρχίζει ἕνα πολυσήμαντο πνευματικὸ ἔργο. Ἡ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου στὴν Ὕδρα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 1774 ἕως καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου τοῦ 1775 μπορεῖ νὰ ἦταν βραχυχρόνια, ἀλλὰ ὑπῆρξε ἰδιαίτερα σημαντικὴ καὶ ἐποικοδομητική, ἀφοῦ ἀνέπτυξε μία καρποφόρα ἱεροκηρυκτικὴ καὶ ἁγιαστικὴ δραστηριότητα πρὸς τὸν εὐσεβῆ ὑδραϊκὸ λαό. Κύριο ἔργο τοῦ ταπεινοῦ καὶ ἀσκητικοῦ ἐπισκόπου της Κορίνθου ἦταν ἡ διδασκαλία, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴ σωζόμενη ἐπιστολή του πρὸς τοὺς προεστοὺς καὶ ἐπιτρόπους τῆς Ὕδρας. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου φέρει μέχρι σήμερα πλατεία τοῦ νησιοῦ, ἡ ὁποία κοσμεῖται μὲ μαρμάρινη ἀναμνηστικὴ στήλη, γιὰ νὰ θυμίζει στοὺς κατοίκους τὸ πλούσιο ἱεροκηρυκτικὸ τοῦ ἔργο. Σύμφωνα μὲ τὸν ἐπιφανῆ ἱστοριοδίφη τῆς Ὕδρας Νικόλαο Χαλιορῆ σημαντικὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ ἁγιαστικὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου μὲ τὴν τέλεση ἀρχιερατικῶν ἱεροπραξιῶν, ὅπως τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Πάντων, ὁ ὁποῖος οἰκοδομήθηκε τὸ 1774. Γιὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ ναοῦ τῆς Ὕδρας σημειώνει ὁ διαπρεπὴς ἱστοριοδίφης τὰ ἀκόλουθα: «Καθιερώθη δὲ ὁ ναὸς οὗτος ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Κορινθίας Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ, τιμωμένου μεταξὺ τῶν Ἁγίων σήμερον ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας μας». Ἀξιοσημείωτο εἶναι καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ νησὶ διασώζονται μέχρι σήμερα ἀντιμήνσια μὲ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Ἁγίου, ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων βρίσκεται τεθησαυρισμένο στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Μακαρίου στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Προφήτου Ἡλιοῦ Ὕδρας, ὅπου φυλάσσεται τεμάχιο ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου, καθὼς καὶ ἡ ἀριστουργηματικὴ ἐφέστια εἰκόνα του. Ἡ ἱστορικὴ αὐτὴ μονὴ ἱδρύθηκε τὸ 1813 ἀπὸ κολλυβάδες πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος μὲ ἔξαρχο τὸν Γέροντα Ἱερόθεο, (Σημ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.», βλ. σχετ.: Γεδεὼν Mοναχοῦ: «Bίος καὶ πολιτεία Ἱεροθέου τοῦ Mακαρίου Γέροντος», ἐκδ. «Τῆνος, 1993) τὸν καὶ κτίτορα καὶ πρῶτο ἡγούμενο τῆς μονῆς.

.             Κατὰ τὴν παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Μακαρίου στὴν Ὕδρα κορυφαῖο γεγονὸς ὑπῆρξε καὶ ἡ συνάντηση καὶ γνωριμία του μὲ τὸν ἐκ Νάξου Νικόλαο Καλλιβούρτζη, τὸν μετέπειτα περιλάλητο Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη (1749-1809), ὁ ὁποῖος καθοδηγήθηκε πνευματικὰ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μακάριο καὶ ἀναδείχθηκε ὡς ὁ μεγαλύτερος νηπτικὸς θεολόγος μετὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά. Ἡ συνάντηση τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν στὴν Ὕδρα ἔθεσε τὴ βάση γιὰ ἕναν ἰσχυρὸ φιλικὸ σύνδεσμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ μία ἔνθεη συνεργασία ποὺ διαδραμάτισε ἕναν ἀποφασιστικὸ ρόλο στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἀναγέννηση τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνικοῦ Γένους. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονιστεῖ, ὅτι ὁ Ἅγιος Μακάριος μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη καὶ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο (1721 – 1813) ἀποτέλεσαν τοὺς ἀρχηγέτες τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων καὶ τοὺς πρωτεργάτες τῆς φιλοκαλικῆς ἀναγέννησης τῶν πατερικῶν καὶ χριστιανικῶν γραμμάτων, ἡ ὁποία ἀποσκοποῦσε στὴν ἀνακαίνιση τῆς λατρευτικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση.
.             Ὁ Ἅγιος Μακάριος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βραχυχρόνιας, ἀλλὰ εὐδοκίμου παρουσίας του στὴν Ὕδρα φιλοξενήθηκε στὸ παλαίφατο μοναστήρι τῆς Παναγίας Φανερωμένης. Τὸ ἱδρυθὲν περὶ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰώνα περιώνυμο αὐτὸ μοναστήρι, τὸ ὁποῖο ἀνακηρύχθηκε σταυροπηγιακὸ τὸ 1747, εἶναι ὁ σημερινὸς ἱστορικὸς καθεδρικὸς ἱερὸς ναὸς τῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἐπίκεντρό της θρησκευτικῆς ζωῆς τῶν Ὑδραίων, ἀλλὰ καὶ τῶν λαμπρῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων τοῦ Δεκαπενταυγούστου. Σύμφωνα μὲ τὴν ὑδραϊκὴ παράδοση, ἡ ὁποία δὲν ἐπαληθεύεται βέβαια ἐπαρκῶς, ὁ Ἅγιος διέμεινε καὶ στὸ ἀπομονωμένο ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωαννικίου στὴν περιοχὴ τῆς Ζούρβας. Στὸ ἀσκητήριο αὐτὸ σύμφωνα μὲ διηγήσεις παλαιῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς ποὺ ἔχουν καταγραφεῖ στὸ ὑδραϊκὸ περιοδικὸ «Τὸ Μέλλον τῆς Ὕδρας», ἀναφέρεται χωρὶς ὀνοματικὴ μνεία κάποιος ἀσκητὴς ποὺ μόναζε ἐκεῖ καὶ ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν ἀοίδιμο Ὑδραῖο πρωτοπρεσβύτερο Δημήτριο Γκίκα Χελιώτη εἶναι ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς. Σημαντικὴ καὶ ἀξιοπρόσεκτη πρέπει νὰ θεωρηθεῖ καὶ ἡ κατὰ τὸ ἔτος 1860 καταγραφόμενη μαρτυρία τοῦ διαπρεποῦς ἱστορικοῦ της Ὕδρας Γεωργίου Κριεζῆ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «Ὁ ἐκ Κορίνθου Ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς, (θεῖος τοῦ Πανούτσου Νοταρᾶ), ἠσκήτευσεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔξωθέν της πόλεως ἐντὸς κελίου, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ σήμερον ἀντικείμενον σεβασμοῦ».
.           Ἡ φωταυγὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου στὴν Ὕδρα ἄφησε ἀνεξίτηλη τὴ σφραγίδα τῆς μέχρι τὶς ἡμέρες μας, ἀφοῦ ἡ νηπτικὴ κολλυβαδικὴ παράδοση, τῆς ὁποίας ἐκφραστὴς καὶ καθοδηγητὴς ὑπῆρξε ὁ Ἅγιος Μακάριος, παραμένει ζωντανὴ στὸ νησὶ μὲ τὴν τέλεση τῶν μνημοσύνων τὸ Σάββατο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ συχνὴ συμμετοχὴ τῶν εὐσεβῶν καὶ φιλαγίων Ὑδραίων στὴ μυστηριακὴ καὶ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καρποφόρα παρουσία τοῦ θεοφόρου ἀσκητοῦ καὶ εὐκλεοῦς ἱεράρχου τῆς Κορίνθου στὸ νησὶ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη παλαιῶν φορητῶν εἰκόνων τοῦ Ἁγίου στὶς ἱερὲς μονὲς Προφήτου Ἡλιοῦ, Ἁγίας Εὐπραξίας καὶ Γενεσίου Θεοτόκου Ζούρβας, καθὼς καὶ στοὺς ἱεροὺς ναοὺς Εὐαγγελιστρίας τοῦ Μπενάκη καὶ Ἁγίου Ἐλευθερίου (παρεκκλήσιο ἰδιοκτησίας τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης κυροῦ Προκοπίου, ὅπου φυλάσσεται καὶ τεμάχιο ἱεροῦ λειψάνου του).  Ἀξιοσημείωτο εἶναι καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ἁγίου γιὰ τὴν Ὕδρα, ἀφοῦ μέχρι σήμερα σώζεται ἐπιστολή του πρὸς τὸν Μητροπολίτη Ἀδριανουπόλεως Γρηγόριο ποὺ ἦταν ὁ ἀδελφός του Ἁγίου νεομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Βυζαντίου, μέσω τῆς ὁποίας ζητᾶ πληροφορίες γιὰ κάποιον νεομάρτυρα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος σύμφωνα μὲ τοὺς μελετητὲς ταυτίζεται μὲ τὸν πολιοῦχο καὶ ἔφορο τῆς νήσου Ὕδρας Ἅγιο νεομάρτυρα Κωνσταντῖνο τὸν Ὑδραῖο (1770 – 1800). Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ἐπισημανθεῖ, ὅτι δεκαπέντε χρόνια μετὰ τὴν Κοίμηση τοῦ Ἁγίου Μακαρίου καταγράφεται ἀδιάσειστη μαρτυρία γιὰ τὴν ἁγιότητα καὶ τὸ θαυματουργικό του χάρισμα μέσα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ βίου τοῦ Γέροντος Ἰεροθέου, τοῦ καὶ κτίτορος τῆς κολλυβαδικῆς Ἱερᾶς Μονῆς Προφήτου Ἡλιοῦ Ὕδρας. Στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ «τὸν ἐν ἁγίοις Μακάριον, τὸν πρόεδρον Κορίνθου, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν παρακίνησιν καὶ διδασκαλίαν τοῦ ἀπέδειξεν πολλοὺς μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ σεβάσμια αὐτοῦ λείψανα θαυματουργο[yσι εἰς αἰσχύνην τῶν συκοφαντῶν καὶ φθονοκατηγόρων ἀνθρώπων».

 .             Μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Ὕδρα ὁ Ἅγιος Μακάριος ταξιδεύει ἀσταμάτητα στὴ θαλάσσια περιοχὴ τοῦ Αἰγαίου καὶ μονάζει σὲ ἀπόκρημνες καὶ ἐρημικὲς τοποθεσίες τῶν αἰγαιοπελαγίτικων νησιῶν καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἀποκαλεῖται μέχρι σήμερα «Αἰγαῖος» Ἐπίσκοπος καὶ ἱεραπόστολος τοῦ Αἰγαίου. Τὸ 1775 φτάνει στὴ Χίο καὶ τὸ 1777 μεταβαίνει στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔχουν ξεσπάσει σφοδρὲς ταραχὲς καὶ συγκρούσεις ἐξ αἰτίας τῆς θεολογικῆς διένεξης, γνωστῆς ὡς ἔριδας τῶν Κολλυβάδων. Γι’ αὐτὸ ἐγκαταλείπει τὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία καὶ ἐπιστρέφει στὴ Χίο. Ἀργότερα φτάνει στὴν Πάτμο, ὅπου ἱδρύει ἡσυχαστήριο πρὸς τιμὴν τῶν Ἁγίων Πάντων στὸν λόφο τῆς Κουμάνας. Στὴ συνέχεια ἐπισκέπτεται τὴ Σάμο, ὅπου ἔλαμψε μὲ τὴ φιλόθεη βιοτή του στὴν περιοχὴ τοῦ χωριοῦ Μύλοι, ὅπου μετὰ τὴν Κοίμησή του ἀνεγέρθηκε ναὸς ἐπ’ ὀνόματί του ἀπὸ τὸν μοναχὸ Κωνστάντιο, ἐνῶ ἀργότερα ἔφθασε στὴν Ἰκαρία, ὅπου ἵδρυσε μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Νήφωνα τὸν Χίο (1736 -1809) τὴν παλαίφατη Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία κατέστη ἕνα ὑποδειγματικὸ κοινόβιο, ἀλλὰ καὶ ἕνα πρότυπο κέντρο φιλοξενίας καὶ καρποφόρας πνευματικῆς ζωῆς, ἀφοῦ ὑπῆρξε τὸ εὐλογημένο πνευματικὸ καταφύγιο τῶν θεοφόρων κολλυβάδων ἀσκητῶν. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του ἀποδεικνύει ἔμπρακτα τὴν ἀκτημοσύνη του, ἀφοῦ ἀρνεῖται τὸ μερίδιο τῆς πατρικῆς περιουσίας καὶ καταστρέφει ὅλα τὰ χρεώγραφα.
.             Περὶ τὸ 1793 μεταβαίνει ὁριστικὰ πλέον στὴ Χίο καὶ ἐγκαθίσταται σὲ ἀσκητικὸ καὶ ἡσυχαστικὸ τόπο πλησίον του ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πέτρου στοὺς βορειοανατολικοὺς πρόποδες τοῦ ὅρους Αἶπος πάνω ἀπὸ τὴν κωμόπολη τοῦ Βροντάδου. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ὡς Μεγαλόσχημος πλέον μοναχὸς βρίσκει τὴν ποθούμενη ἡσυχία καὶ ἐπιδίδεται στὴν αὐστηρὴ ἄσκηση, τὴ φιλανθρωπία καὶ τὴν ἀνάγνωση νηπτικοασκητικῶν πατερικῶν κειμένων. Μέσα ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ ἄσκηση βιώνει θεοπτικὲς ἐμπειρίες ποὺ τὸν ἀναδεικνύουν σὲ οὐρανόφρονα καὶ θεόληπτο ἀσκητή. Τὸ κατανυκτικὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου στὴ Χίο καθίσταται πόλος ἕλξης γιὰ κάθε πονεμένη καὶ ταλαιπωρημένη ψυχὴ ποὺ βρίσκει κοντὰ στὸν Ἅγιο τὴν ψυχικὴ ἀνάπαυση καὶ σωτηρία, ἐνῶ ἀναδεικνύεται ὁ οὐρανόσταλτος ὁδηγὸς καὶ ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς πολλῶν νεομαρτύρων, ὅπως τοῦ Ἁγίου Πολυδώρου τοῦ Κυπρίου (+ 3 Σεπτεμβρίου 1794) καὶ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Βυζαντίου (+ 17 Φεβρουαρίου 1795), τοὺς ὁποίους ἐμψυχώνει, στερεώνει στὴν πίστη καὶ προετοιμάζει πρὸς τὸ μαρτύριο γιὰ νὰ λάβουν τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτη Κύριο.
.             Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονιστεῖ καὶ ἡ πλούσια συγγραφικὴ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου, ἀφοῦ μᾶς πλούτισε πνευματικὰ μὲ σημαντικὰ ἔργα, ὅπως ἡ πεντάτομη Φιλοκαλία, ποὺ ἐξεδόθη τὸ 1782 καὶ εἶναι καρπὸς τῆς ἀγαστῆς συνεργασίας του μὲ τὸν Ἅγιο Νικοδῆμο τὸν Ἁγιορείτη. Πρόκειται γιὰ μία ἀνθολογία ἀπὸ ἔργα ἀσκητικῶν καὶ νηπτικῶν πατέρων ποὺ ἔχει ἤδη μεταφρασθεῖ σὲ πολλὲς ξένες γλῶσσες λόγῳ τοῦ ὑψηλοῦ πνευματικοῦ της περιεχομένου. Σημαντικὸ καὶ ψυχωφελὲς εἶναι καὶ τὸ περισπούδαστο σύγγραμμα τοῦ Ἁγίου «Περὶ τῆς συνεχοῦς Μεταλήψεως τῶν ἀχράντων του Χριστοῦ Μυστηρίων», τὸ ὁποῖο πρωτοεκδόθηκε τὸ 1777 στὴ Βενετία καὶ ἐπανεκδόθηκε τὸ 1783.
.             Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1804 ὁ Ἅγιος προσβάλλεται ἀπὸ ἡμιπληγία, μὲ συνέπεια νὰ μὴν μπορεῖ νὰ κουνηθεῖ καὶ νὰ γράψει. Στὶς 17 Ἀπριλίου τοῦ 1805 παραδίδει τὸ πνεῦμα του στὸν Πανάγαθο Θεό, τὸν Ὁποῖο τόσο πολὺ ἀγάπησε καὶ ὑπηρέτησε σὲ ὅλη του τὴν ἐπίγεια ζωή. Ἐνταφιάσθηκε στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πέτρου καὶ τὸ 1808 πραγματοποιήθηκε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων του. Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ τέλεσε ὁ Ἅγιος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὸν βιογράφο τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ὀνούφριο Ἰβηρίτη, «Τούτου τὰ ὀστᾶ μετὰ θάνατον ἐτίμησεν ὁ Θεὸς εὐωδίᾳ καὶ θαύμασι πλείστοις». Τὴ βιογραφία τοῦ Ἁγίου συνέγραψε ὁ μαθητής του, Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, καὶ τὴν ἀσματική του ἀκολουθία συνέθεσε ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Χίος (1750-1821).

 .             Διακόσια καὶ πλέον ἔτη ἔχουν περάσει ἀπὸ τὴν ὁσιακὴ Κοίμηση τοῦ Ἁγίου Μακαρίου στὸ μυροβόλο καὶ εὐλογημένο νησὶ τῆς Χίου καὶ ὁ εὐκλεὴς καὶ θεοληπτος ἱεράρχης τῆς Κορίνθου, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε ἐνάρετος καὶ φιλόστοργος ποιμενάρχης, φωτεινὸς διδάσκαλος τοῦ Γένους, πολύτιμος συγγραφέας ψυχοσωτήριων βιβλίων καὶ θαυματουργὸς ἅγιος, ἀποκαλύπτει μὲ τὸ φιλοκαλικὸ νηπτικοασκητικὸ τοῦ πνεῦμα τὸν πλοῦτο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ μᾶς καλεῖ νὰ ἀγωνιστοῦμε γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ στὴ σημερινὴ πνευματικὰ ἀποβιταμινωμένη καὶ θρησκευτικὰ ἀδιάφορη ἐποχή μας.

 Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Ἐκπαιδευτικός

Βιβλιογραφία 

* Ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου, Βίος καὶ Θαύματα, Ἀσματικὴ Ἀκολουθία, Χαιρετισμοί, Παρακλητικὸς Κανών, Ἐκδόσεις Μυγδονία, Β΄ Ἔκδοσις, Θεσσαλονίκη 2011. 
* Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἠμῶν Μακαρίου Ἀρχιεπισκόπου Κορίνθου τοῦ Νοταρᾶ, Νέον Χιακὸν Λειμωνάριον, Ἐν Ἀθήναις 1930. 
* Θεοδωροπούλου Ἀριστείδου Γ., Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου (1731 – 1805), Περιοδικὸ «Τόλμη», τεῦχος 51, Ἀπρίλιος 2005 – Δελτίο Ἱδρύματος Κορινθιακῶν Μελετῶν, τεῦχος 40, Κιάτο 2006. 
* Θεοδωροπούλου Ἀριστείδου Γ., Πρώτη καταγραφὴ σωζομένων λειψάνων Ἁγίου Μακαρίου, Πρακτικὰ Συνεδρίου «Ἅγιος Μακάριος (Νοταρᾶς) – Γενάρχης τοῦ Φιλοκαλισμοῦ – Μητροπολίτης Κορίνθου», Ἀθήνα 2006. 
* Θεοδωροπούλου Ἀριστείδου Γ., Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς (1731 -1805), Ἐφημερίδα «Σαμιακὸν Βῆμα», ἄρ. φύλ. 3628, Σάμος 19-05-2008. 
* Θεοδωροπούλου Ἀριστείδου Γ., Ἅγιος Μακάριος Ξυλοκάστρου -Ἕνας περικαλλὴς ναὸς ἀφιερωμένος στὸν θαυματουργὸ ἱεράρχη τῆς Κορίνθου, Ἐφημερίδα «Ἡμερησία Κορίνθου», ἄρ. φύλ. 7338, Κόρινθος 09-04-2010. 
* Θεοδωροπούλου Ἀριστείδου Γ., Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς καὶ ἡ διέλευσή του ἀπὸ τὴν Κεφαλληνία, Περιοδικὸ «Ὀδύσσεια Κεφαλλονιᾶς -Ἰθάκης», Ἀργοστόλι 2010. 
* Θεοδωροπούλου Ἀριστείδου Γ., Ἅγιος Μακάριος Μύλων – Ἕνα ἱστορικὸ ἐκκλησάκι τῆς Σάμου μὲ θαυματουργικὴ παράδοση, Ἐφημερίδα «Σαμιακὸν Βῆμα», ἄρ. φύλ. 3830, Σάμος 28-05-2012. 
* Καραδήμου Χρήστου Ε., Ὁ Ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς, Ἐκδόσεις Ἰχνηλασία, Ἀθήνα 1999. 
* Κοσμοπούλου Σωτηρίου Ν., Ἀρχιμανδρίτου -Πρωτοσυγκέλλου Ι. Μητροπόλεως Σάμου καὶ Ἰκαρίας, Ἰκαρία καὶ Ἅγιος Μακάριος, Πρακτικὰ Συνεδρίου «΄Ἅγιος Μακάριος (Νοταρᾶς) -Γενάρχης τοῦ Φιλοκαλισμοῦ -Μητροπολίτης Κορίνθου», Ἀθήνα 2006. 
* Κριεζῆ Γεωργίου Δ., Ἱστορία τῆς νήσου Ὕδρας πρὸ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, Ἐν Πάτραις 1860. 
* Μπήτρου Γεωργίου – Γελαδάκη Χρήστου, Τὰ ἁγιοβάδιστα νησιὰ – Βίοι τῶν Ἁγίων της Τοπικῆς Ἐκκλησίας Ι. Μητροπόλεως Ὕδρας, Σπετσῶν, Αἰγίνης, Ἐρμιονίδος καὶ Τροιζηνίας, Ἐκδόσεις «Σκοπὸν τοῦ Λόγου», Β΄ Ἔκδοση, Αἴγινα 2003. 
* Μπούσια Χαραλάμπους Μ., Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου, Περιοδικὸ «Τόλμη», τεῦχος 40, Ἀπρίλιος 2004. 
* Παπαδοπούλου Στυλιανοῦ Γ., Ὁ Ἅγιος Μακάριος Κορίνθου, Ἐκδόσεις «Ἀκρίτας», Α´ Ἔκδοση, Ἀθήνα 2000. 
* Παπαδοπούλου Στυλιανοῦ Γ., Σφαιρικότητα ἔργου καὶ δράσεως τοῦ Γενάρχη τοῦ Φιλοκαλισμοῦ Ἁγίου Μακαρίου του Νοταρᾶ, Πρακτικὰ Συνεδρίου «Ἅγιος Μακάριος (Νοταρᾶς) – Γενάρχης τοῦ Φιλοκαλισμοῦ – Μητροπολίτης Κορίνθου», Ἀθήνα 2006. 
* Παπουλίδη Κωνσταντίνου Κ., Μακάριος Νοταρᾶς (1731–1805) Ἀρχιεπίσκοπος πρώην Κορινθίας, Ἐν Ἀθήναις 1974. 
* Παταπίου μοναχοῦ Ἁγιορείτου, Ἅγιος Μακάριος Κορίνθου, Περιοδικὸ «Πεμπτουσία», τεῦχος 19, Δεκέμβριος 2005 – Μάρτιος 2006, Ἐκδόσεις Κέντρου Ἑλληνικοῦ καὶ Ὀρθόδοξου Πολιτισμοῦ, Ἀθήνα 2006. 
* Σαχίνη Γεωργίου Ν., Ἐκκλησάκια – Ἐκκλησίες – Ἐρημοκλήσια Ὕδρας, Πειραιεὺς 1972. 
* Σκουτέρη Βασιλείου Κ., Μακάριος Νοταρᾶς ὁ Μητροπολίτης Κορίνθου καὶ τὸ ἀναμορφωτικὸ ἔργον του, Ἀθῆναι 1957. 
* Σταυροπούλου Σπύρου Γ., Ἱστορία Τρικάλων Κορινθίας, Πάτρα 2000. 
* Στεργιούλη Σεραφεὶμ Κων., Ἀρχιμανδρίτου – Ἱεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Ὕδρας (νῦν Μητροπολίτου Κυθήρων καὶ Ἀντικυθήρων), Ἀσματικὴ Ἀκολουθία εἰς τὴν ὀκτάριθμον χορείαν τῶν Ἁγίων Προστατῶν καὶ Ἐφόρων τῆς νήσου Ὕδρας, Ὕδρα 2001. 
* Τὸ Μοναστήρι καὶ τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Μουσεῖο Ὕδρας, Ἐκδόσεις Μίλητος, Α´ Ἔκδοση, Ἀθήνα 2009. 
* Χαλδαιάκη Ἀχιλλέως Γ., Ὁ Γέρων Ἰερόθεος (1762-1814), Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Προφήτου Ἡλιοῦ Ὕδρας, Ἀθῆναι 2000. 
* Χαλδαιάκη Ἀχιλλέως Γ., Ἡ ἐξ Ὕδρας διέλευση τοῦ Ἁγίου Μακαρίου, Πρακτικὰ Συνεδρίου «Ἅγιος Μακάριος (Νοταρᾶς) – Γενάρχης τοῦ Φιλοκαλισμοῦ – Μητροπολίτης Κορίνθου», Ἀθήνα 2006. 
* Χαλιορῆ Νικολάου Γ., Ὅ,τι σώζεται ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν ναῶν τῆς Ὕδρας, Περιοδικὸ «Τὸ Μέλλον τῆς Ὕδρας», Α´ (1932 – 1933). 
* Χαλκιᾶ – Στεφάνου Πόπης, Οἱ Ἅγιοί της Χίου, Ἐκδόσεις Ἑπτάλοφος, Β΄ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 2008. 
* Χαροκόπου Ἀντωνίου Ν., Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς Μητροπολίτης Κορίνθου (1731 – 1805), Ἐκδοτικὸς Οἴκος «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 2001. 
* Χελιώτου Δημητρίου Γκίκα, Πρωτοπρεσβυτέρου, Ἡ Χριστιανικὴ Ὕδρα, Ἐν Ὕδρα 1938. 
* Χονδροπούλου Σώτου, Μακάριος Νοταρᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου, Ἐκδόσεις «Καινούργια Γῆ» , Ἀθήνα 1999.

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

, , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – Ὅλη ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση πέρασε μέσα στὶς εὐχὲς τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὴν λατρεία της.

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Η´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

 Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

ζ´ Ἡ νηπτικὴ θεολογία, τὰ Μυστήρια καὶ ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας

.        λη συχαστικ παράδοση πέρασε μέσα στς εχς τν Μυστηρίων τς κκλησίας, τς ερς κολουθίες κα τν λατρεία της. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε ὅλη τὴν θεολογία της γιὰ τὰ Μυστήρια μέσα στὶς εὐχὲς ποὺ λέγονται κατὰ τὴν διάρκειά τους. Στὶς εὐχὲς αὐτὲς φαίνεται καθαρὰ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Μυστηρίων καὶ ποιὲς εἶναι οἱ προϋποθέσεις γιὰ τὴν βίωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ὁ σκοπὸς εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ θέωση, ἡ ὅραση τοῦ Φωτὸς καὶ οἱ προϋποθέσεις εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὅλη ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὅταν διαβάση κανεὶς τὴν ἀκολουθία «εἰς τὸ ποιῆσαι κατηχούμενον» καταλαβαίνει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς κατηχήσεως: «Ἐξέλασον ἀπ᾽ αὐτοῦ πᾶν πονηρὸν καὶ ἀκάθαρτον πνεῦμα, κεκρυμμένον καὶ ἐμφωλεῦον αὐτοῦ τῇ καρδίᾳ». «Ἀπόδυσον αὐτοῦ τὴν παλαιότητα καὶ ἀνακαίνισον αὐτὸν εἰς τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, καὶ πλήρωσον αὐτὸν τῆς τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος δυνάμεως, εἰς ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ σου». Ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ ἀπομάκρυνση τοῦ διαβόλου, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὴν πλήρωσή του ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ ἑνωθῆ ὁ βαπτιζόμενος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνη μέλος τοῦ ἀναστημένου Σώματός Του.
.        Οἱ εὐχὲς τοῦ Βαπτίσματος ἀναφέρονται στὴν μεγάλη κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπενθυμίζουν τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «καὶ δὸς μεταποιηθῆναι τὸν ἐν αὐτῷ βαπτιζόμενον, εἰς τὸ ἀποθέσθαι μὲν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἐνδύσασθαι δὲ τὸν νέον, τὸν ἀνακαινούμενον κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Στὴν εὐχὴ ποὺ εὐλογεῖται τὸ νερό, μέσα στὸ ὁποῖο θὰ βαπτισθῆ ὁ κατηχούμενος, γιὰ νὰ γίνη Χριστιανός, γράφεται καὶ τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γιὰ τὸν Χριστιανό, ποὺ θὰ βαπτισθῆ: «Καὶ φυλάξας τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καὶ αὐξήσας τὴν παρακαταθήκην τῆς χάριτος, δέξηται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως, καὶ συγκαταριθμηθῇ τοῖς πρωτοτόκοις τοῖς ἀπογεγραμμένοις ἐν οὐρανῷ».
.        Καὶ στὶς εὐχὲς τῆς ἀπολούσεως λέγεται: «Αὐτὸς Δέσποτα Κύριε, τὸν φωτισμὸν τοῦ προσώπου σου ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐναυγάζειν διαπαντὸς εὐδόκησον».

.         Αὐτὲς καὶ ἄλλες δεήσεις πρὸς τὸν Θεὸ προϋποθέτουν ἀγώνα σὲ ὅλη τὴν ζωὴ μέσα στὴν ἡσυχαστικὴ-νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς μὲ τὸ ἅγιον Βάπτισμα μᾶς δίνει «τὴν μακαρίαν κάθαρσιν» καὶ μὲ τὸ ζωοποιὸ Χρίσμα μᾶς δίνει «τὴν σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ ἁγίου καὶ παντοδυνάμου καὶ προσκυνητοῦ Πνεύματος».
.        Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εὐχὴ ποὺ διαβάζεται σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιστρέφει στὴν ἀληθινὴ πίστη μετὰ ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ: «Καταύγασον αὐτοῦ τὴν διάνοιαν τῇ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ὥστε τὸν ἐναποκείμενον τῇ ψυχῇ αὐτοῦ σπινθήρα τοῦ σωτηριώδους Βαπτίσματος ταῖς αὔραις τῆς Χάριτος νοητῶς ἑξαφθῆναι· καὶ τὴν ἐνσημανθεῖσαν αὐτῷ Σφραγῖδα ἐκτυπώτερον ἐπιφαίνεσθαι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ τοῖς λογισμοῖς, διὰ τῆς σημειώσεως τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ σου, τὴν εἰς σὲ ἐλπίδα καὶ τὴν τῆς ἀληθείας ἐπίγνωσιν, ἵνα γινώσκῃ καὶ προσκυνῇ σὲ τὸν μόνον Θεὸν καὶ Πατέρα, καὶ τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον».
.        Εἶναι πολὺ ἐκφραστικὴ ἡ εὐχὴ ποὺ διαβάζει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ μὲ τὴν ὁποία ἁγιάζεται τὸ ἅγιο Μῦρον, μὲ τὸ ὁποῖο τελεῖται τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος: «Καταπεμψον τὸ Ἅγιόν Σου Πνεῦμα καὶ ἁγίασον τὸ Μύρον τοῦτο. Καὶ ποίησον αὐτὸ μῦρον ἀγαλλιάσεως Πνεύματος Ἁγίου, μῦρον ἀναγεννήσεως, ἁγιασμοῦ χρῖσμα, βασιλικὸν ἔνδυμα, θώρακα δικαιοσύνης, εἰς ἀποτροπὴν πάσης διαβολικῆς ἐνεργείας, σφραγῖδα ἀνεπιβούλευτον, ἀγαλλίαμα καρδίας, εὐφροσύνην αἰώνιον. Ἵνα οἱ τούτου κεχρισμένοι ἐκλάμποντες ὡς οἱ φωστῆρες τοῦ οὐρανοῦ τῇ φαιδρότητι, μὴ ἔχοντες σπῖλον ἢ ῥυτίδα, καταδεχθῶσιν εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις, καὶ δέξωνται τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως».
.        Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα εἶναι σαφέστατο ὅτι σημαίνει ἐσωτερικὴ νοερὰ προσευχή, ὅπως παρουσίαζαν τὶς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ ἀποτελέσματά της οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο τοῦ Χρίσματος ποὺ γίνεται μὲ τὸ ἅγιο μύρο συνδέεται μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι βασιλικὸ ἔνδυμα, ἀποτροπὴ κάθε σατανικῆς ἐνεργείας, σφραγίδα ἀνεπιβούλευτη, ἀγαλλίαμα τῆς καρδίας, καὶ ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ δίνει τὸ βραβεῖο τῆς ἄνω κλήσεως.
.        Ἀκόμη εἶναι σημαντικὲς οἱ εὐχὲς γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου. Ἀφοῦ ὁ Ἀρχιερεὺς προσεύχεται στὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, συγχρόνως δέεται πρὸς τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὸν ἐγκαινιασμὸ τῶν ἀνθρώπων μέσα στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς: «καὶ κατάπεμψον τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὴν κληρονομίαν σου, καὶ κατὰ τὸν θεῖον Δαυίδ, ἐγκαίνισον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πνεῦμα εὐθές, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξον ἡμᾶς».
.        Σὲ ἄλλη εὐχὴ παρακαλεῖ γιὰ τὸν ἀνακαινισμὸ τοῦ ναοῦ, ὥστε μέσα σὲ αὐτὸν νὰ γίνουν οἱ πιστοὶ μέτοχοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ νὰ τελοῦνται μέσα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς οἱ νοερὲς θυσίες, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ: «…φυλάττων αὐτὸν (τὸν Ναὸν) ἕως τῆς τῶν αἰώνων συντελείας, καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ τοῦτον ἐγκαινίσῃς, ὡς ἂν ἐν αὐτῷ τὰς ἀναιμάκτους θυσίας, προσφέροντές σοι, μέτοχοι γενώμεθα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐγκαινισθέντος ἐν τοῖς ἐγκάτοις ἡμῶν, καὶ τὸ τῆς διανοίας ἡμῶν ἡγεμονικὸν στηρίζοντος, καὶ παρέχοντος μυστικῶς τὰς νοερὰς θυσίας, διὰ τῆς καθάρσεως τοῦ νοός, προσφέρειν σοὶ τῷ Δεσπότῃ Θεῷ». Ἐδῶ σαφέστατα γίνεται λόγος γι τν πνευματικερωσύνη, γι τν ερουργία το νος στν καρδιά, μ τν κάθαρση τς καρδις, πράγμα πο εναι οσία τς νηπτικς θεολογίας.
.        Διαβάζοντας ἀκόμη κανεὶς τὶς εὐχὲς τῆς μεταλήψεως τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συμπεριλαμβάνονται μέσα στὶς εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀκολουθία τῆς Μεταλήψεως συναντᾶ ὅλην τὴν ἡσυχαστικὴ πράξη ὡς προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχή: «καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν Μυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευματικῆς Τραπέζης, μετὰ καθαροῦ συνειδότος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων, εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα, ἢ εἰς κατάκριμα».
.        Ἡ κάθαρση τοῦ συνειδότος δὲν εἶναι στιγμιαία, δηλαδὴ δὲν γίνεται ἐκείνη τὴν στιγμή, ἀλλὰ προϋποθέτει ἀγώνα καθάρσεως καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν θεία Κοινωνία γιὰ νὰ μὴ γίνη «εἰς κρῖμα ἢ κατάκριμα», ἀλλὰ «εἰς Πνεύματος Ἁγίου Κοινωνίαν, εἰς Βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν».
.        Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ εὐχὴ πρὸ τῆς θείας Κοινωνίας τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου. Προηγεῖται ἡ ταπείνωση, ὁ κόπος τῆς ἀσκήσεως καὶ ἔπειτα ζητᾶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὥστε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐνεργήσουν τὴν θέωση καὶ τὸν ἁγιασμό:

«Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου,
ἴδέ μου τὸν κόπον ὅσος,
καὶ τὰς ἁμαρτίας πάσας
ἄφες μοι, Θεὲ τῶν ὅλων·
ἵνα καθαρᾷ καρδίᾳ,
περιτρόμῳ διανοίᾳ
καὶ ψυχῇ συντετριμμένῃ
τῶν ἀχράντων σου μετάσχω
καὶ πανάγνων μυστηρίων,
οἷς ζωοῦται καὶ θεοῦται
πᾶς ὁ τρώγων σε καὶ πίνων
ἐξ εἰλικρινοῦς καρδίας».

.        Σὲ ὅλη τὴν εὐχὴ ἐκφράζονται ἡ μετάνοια, τὰ δάκρυα, ἡ συντετριμμένη ψυχή, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ προσευχόμενος προσβλέπει καὶ στὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ζητᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί γνωρίζει ὅτι ἡ θεία Κοινωνία ἐνεργεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἤτοι καθαρίζει, λαμπρύνει (φωτίζει) καὶ θεοποιεῖ:

«Ἀλλ’ ἐλαίῳ συμπαθείας
τοὺς θερμῶς μετανοοῦντας
καὶ καθαίρεις καὶ λαμπρύνεις
καὶ φωτὸς ποιεῖς μετόχους,
κοινωνοὺς Θεότητός σου
ἐργαζόμενος ἀφθόνως,
καί, τὸ ξένον καὶ ἀγγέλοις
καὶ ἀνθρώπων διανοίαις,
ὁμιλεῖς αὐτοῖς πολλάκις
ὥσπερ φίλοις σου γνησίοις».

.        Ὅλην αὐτὴν τὴν ἀσκητικὴ τὴν βλέπουμε στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Μελετώντας κανείς, γιὰ παράδειγμα, τὰ ἀπολυτίκια σὲ διαφόρους Ἱεράρχες βλέπει ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀρχιερέων.
.        Ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπολυτίκιο λέγει τὸ ἑξῆς: «καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν, διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος ἱερομάρτυς Πολύκαρπε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
.        Παρατηρώντας προσεκτικὰ τὸ ἀπολυτίκιο αὐτό, βλέπουμε ὅτι ὁ πραγματικὸς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μόνον διάδοχος τοῦ θρόνου τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ μέτοχος το τρόπου ζως τν ποστόλων. Ὁ ἀποστολικὸς τρόπος ζωῆς εἶναι τὸ νὰ ἀνέβη κανεὶς στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν πράξη, ποὺ εἶναι ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμός. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Πατέρας ἔφθασε στὴν θεωρία καὶ ἔγινε διδάσκαλος «ἁλιευτικῶς, οὐχὶ ἀριστοτελικῶς», δηλαδὴ μὲ τὴν ἐμπειρία του καὶ ὄχι μὲ τὴν φιλοσοφία καὶ τὸν δικό του στοχασμό. Καὶ ἐπειδὴ χρησιμοποίησε αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ εἶναι πραγματικὸς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων, ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποστολικὴ ἐμπειρικὴ θεολογία, γι’ αὐτὸ ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας καὶ ὁδηγεῖται ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο, ποὺ εἶναι καρπὸς τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ.
.        Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις μπορεῖ νὰ πρεσβεύη στὸν Θεὸ γιὰ μᾶς, προκειμένου νὰ σωθοῦν οἱ ψυχές μας, ἀφοῦ ἀκολουθήσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν ἴδια πορεία. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο πρέπει νὰ δοῦμε τὴν ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ἀκόμη, διαβάζοντας κανεὶς τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ψάλλονται στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, βρίσκει ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τὴν θέωση.
.        Θὰ ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ μεγάλου Θεολόγου τοῦ 8ου αἰῶνος, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «Θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, ἐρητόρευσε τὸν θεογράφον νόμον· ἱλῦν γὰρ ἐκτινάξας ὄμματος νόου, ὁρᾷ τὸν Ὄντα καὶ μυεῖται Πνεύματος γνῶσιν γεραίρων ἐνθέοις τοῖς ἄσμασιν».
.        Στὸ τροπάριο αὐτὸ φαίνεται ὅλη ἡ ἀκραιφνὴς θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Μωϋσῆς, καὶ ὁ κάθε θεόπτης Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀξιώθηκε νὰ καλυφθῆ ἀπὸ τὸν θεῖο γνόφο καὶ νὰ δῆ τὸν Ὄντα, τὸν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, τὸν ἄσαρκο Λόγο –ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ πραγματικὸς θεολόγος– ἀφοῦ ἐκτινάχθηκε ἀπὸ τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ νοῦ του «κάθε ἀκαθαρσία τῶν παθῶν καὶ κάθε γήϊνον φρόνημα». Ἀκολουθώντας αὐτὴν τὴν πράξη καὶ τὴν θεωρία μυεῖται τὴν μυστικὴ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς γνώση τοῦ Πνεύματος καὶ στὴν συνέχεια ρητορεύει τὸν θεόγραφον νόμον, καίτοι εἶναι ἀπὸ τὴν φύση βραδύγλωσσος, καὶ δοξάζει τὸν Θεὸ μὲ ἔνθεα ἄσματα.
.        Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε θεόπτη ἅγιο. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ἐντάσσεται ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ποιμαντική. Ἔπειτα, ὅλο τὸ συναξαριακὸ ὑλικό, δηλαδὴ οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἀσκητῶν, μαρτύρων καὶ γενικὰ ἁγίων, δείχνει ὅτι οἱ ἅγιοι ἀκολούθησαν τὸν ἀσκητικό, φιλοκαλικὸ τρόπο ζωῆς, μὲ τὴν μετάνοια, τὴν πίστη, τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, καὶ δέχθηκαν τὸ μαρτύριο ὡς καρπὸ θεωρίας κλπ.
.        Οἱ καθημερινὲς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας διαγράφουν αὐτὴν τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν κάθαρση, στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἐκπληκτικὸ εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει ὁ πιστὸς νὰ ζῆ τὴν νήψη ὄχι μόνο τότε ποὺ βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἔτσι, στὴν εὐχὴ τοῦ ἀποδείπνου ὁ πιστὸς παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ στείλη τὴν Χάρη Του, ὥστε νὰ παύση τὶς ὁρμὲς τῶν παθῶν καὶ νὰ δώση «γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρὸν καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει τὸν πιστὸ νὰ ἔχη ἐγρήγορση, καθαρότητα καρδίας καὶ καρδία νήφουσα, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὕπνου. Δηλαδὴ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ζῆ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀναπαύεται καὶ τὸ σῶμα του. Πόσῳ μᾶλλον αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Θ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/24/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-θ´/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[ζ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ϛ. Ἡ παράδοση τῆς Φιλοκαλίας

.        Μετὰ τὶς ἡσυχαστικὲς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος χρειάσθηκε νὰ γίνη μία κωδικοποίηση ὅλης τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, τὴν ὁποία ἐπικύρωσε ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς καὶ κατοχύρωσε ὡς τὴν αὐθεντικὴ εὐαγγελική, ἐκκλησιαστικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. Ἔτσι, ρχισαν ν συγκροτονται μερικ κείμενα κα τελικπαρτίσθηκε Φιλοκαλία τν ερν Νηπτικν, ποία δν παραθεώρησε τ Μυστήρια, λλ κατέγραψε τς πραγματικς κκλησιαστικς προϋποθέσεις μεθέξεως τς Χάριτος δι’ ατν.
.        Ἡ Φιλοκαλία ἀπαρτίσθηκε καὶ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Μακάριο Νοταρᾶ, Ἐπίσκοπο πρώην Κορίνθου, καὶ Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Στὸν πρόλογο, τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, φαίνεται ἡ μεγάλη ἀξία τῆς Φιλοκαλίας, ποὺ περιέχει κείμενα τποα δείχνουν στν νθρωπο τν τρόπο ννακαλύψη τν Χάρη τογίου Βαπτίσματος κα το Χρίσματος ποπάρχει μέσα στν καρδι το βαπτιζομένου, ποία τώρα σ πολλος Χριστιανος καλύπτεται π τ πάθη.
.        Μία μικρὴ περίληψη αὐτοῦ τοῦ προλόγου θὰ δείξη τὴν μεγάλη ἀξία καὶ τῆς Φιλοκαλίας, ἀλλὰ καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀνέρχεται στὸ ὕψος τῆς θεοπτίας.
.        Ὁ Θεός, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ εἶναι «ἐπόπτης τῆς αἰσθητῆς Κτίσεως καὶ μύστης τῆς νοουμένης», μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ λάβη «τὴν ἐνυπόστατον τῆς θεώσεως χάριν», νὰ γίνη θεὸς καὶ νὰ λάμπη στοὺς αἰῶνας μέσα στὸ ἀκραιφνέστατο φῶς. Ὅμως, μὲ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου ὁ ἄνθρωπος ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ τὴν θεία δόξα καὶ διέκοψε τὴν ἐκπλήρωση τῆς προαιώνιας βουλῆς τοῦ Θεοῦ. Στὴν συνέχεια ἐνηνθρώπησε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ τὴν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνηνθρώπησε, θέωσε τὴν προσληφθεῖσα ἀνθρώπινη φύση, καὶ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα μᾶς ἔδωσε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος «οἰονεὶ σπέρμα θεῖον ἐγκατασπείρας ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν».
.        Συγχρόνως, μᾶς ἔδωσε ἐντολή, μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, ὅταν πολιτευόμαστε κατὰ τὶς πνευματικὲς μεθηλικώσεις, δηλαδὴ τὴν συναύξηση μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ –τὴν συσταύρωση, τὴν συνταφή, τὴν συνανάσταση καὶ τὴν συνανάληψη– νὰ διαφυλάξουμε ἄσβεστη τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ γίνουμε τέκνα Θεοῦ, νὰ θεωθοῦμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίληψη τῆς θείας οἰκονομίας. Ἐμεῖς, ὅμως, μὲ τὴν ἄγνοια καὶ μὲ τὶς βιοτικὲς μέριμνες τυφλωθήκαμε καὶ συνεχώσαμε αὐτὴν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν καρδιά, ὁπότε τὸ φῶς τοῦ Βαπτίσματος κινδυνεύει νὰ σβησθῆ. Στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἡ Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καλύπτεται ἀπὸ τὰ πάθη.
.        Γι νποφευχθ ατό, τγιον Πνεμα σόφισε τος Πατέρας ν μς διδάξουν τν τρόπο ποποδείχθηκε καπ τν Χριστ νσχοληθομε μ τν νήψη, τν φυλακ το νοός, τν διάλειπτη προσευχ τονόματος το Χριστο στ χείλη, τν νο κα στ βάθος τς καρδις, μ τ ν τηρομε τν διάνοια «σχημάτιστον λως καχροον», στε νποκαλύψουμε τν Χάρη το Θεο πο βρίσκεται μέσα στν καρδιά, πο εναι Βασιλεία το Θεο. Ἐξασκούμενοι σὲ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ ἐργασία, δηλαδὴ στὴν νοερὰ προσευχή, ποὺ συνδέεται καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀναπτύσσεται μιὰ ἐνέργεια μέσα στὴν καρδιά, μιὰ θερμότητα, καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια «τὰ μὲν πάθη καταναλίσκονται» καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία «κατ’ ὀλίγον καθαίρονται καὶ πρὸς ἑαυτὰ ἑνοῦνται».
.          Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ τηροῦνται μὲ μεγάλη εὐχέρεια οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνατέλλουν οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀνακαλύπτουμε τὴν τέλεια Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἡ ὁποία σὰν κάποια σπίθα ἦταν συγκεχωμένη στὰ πάθη, καὶ ἔτσι «τηλαυγῶς ἀναλάμψασαν αὐτήν, κατοπτεῦσαι καὶ φωτισθῆναι νοερῶς καὶ ἑπομένως τελειωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατάλληλα».
.        Αὐτὴν τὴν μέθοδα μᾶς τὴν περιέγραψαν οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ τὴν παρέδωκαν σὲ μᾶς τὰ πνευματικά τους παιδιὰ «καθάπερ τινὰ πατρικὴν κληρονομίαν». Πρόκειται γιὰ τὴν «καθαρτικήν», «φωτιστικὴν» καὶ «τελειωτικὴν» Χάρη, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ ἅγιος Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, καὶ τὰ νηπτικὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κάνουν λόγο «περὶ προσοχῆς καὶ νήψεως» καὶ ἔχουν σκοπὸ «τὸ θεουργῆσαι τὸν ἄνθρωπον». Αὐτὰ τὰ πατερικὰ συγγράμματα, λόγω τῆς παλαιότητος καὶ τῆς μὴ ἐκδόσεώς τους παρέμειναν ἄγνωστα. Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ ἱερὰ ἐργασία παραμένει ἄγνωστη καὶ σὲ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς μοναχούς, ποὺ ἀσχολοῦνται μόνον μὲ τὰ ἐργαλεῖα τῶν ἀρετῶν καὶ δὲν γνωρίζουν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν φυλακὴ τοῦ νοὸς καὶ τὴν καθαρὰ προσευχή. Ἔτσι, «κινδυνεύει τὴν τοιαύτην σύντομον καὶ γλυκυτάτην ἐργασίαν τέλεον ἐκλίπειν· ἀμαυρωθῆναι τε ἐντεῦθεν καὶ ἀποσβεσθῆναι τὴν χάριν» καὶ βεβαίως κινδυνεύουμε νὰ ἐκπέσουμε ἀπὸ τὴν πρὸς τὸν Θεὸ ἕνωση καὶ θεουργία.
.        Λόγῳ τῆς ἀπωλείας αὐτῆς τῆς ἐργασίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέωση, εἶναι δυσεύρετη ἡ ὕπαρξη ἀκόμη καὶ μοναχῶν ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἐξέλειψαν ἀκόμη καὶ «οἱ ἐν ἁγιότητι διαπρέποντες». Γιατί, χωρὶς τὴν θέωση τοῦ νοῦ, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον νὰ ἁγιάση, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ σωθῆ, ἀφοῦ «ταὐτὸν γάρ ἐστι σωθῆναι καὶ θεωθῆναι κατὰ τὴν τῶν θεοσόφων ἐκφαντορίαν».
.        Ἐπειδὴ στερούμαστε τέτοιων βιβλίων καὶ τὰ σημαντικὰ αὐτὰ νηπτικὰ κείμενα παραμένουν στὸ σκοτάδι καὶ σὲ κάποια γωνιὰ «ἀκλεῆ καὶ σητόβρωτα καὶ τῇδε κακεῖσε παρεῤῥιμμένα τε καὶ διεσπαρμένα», ἐκδίδεται ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν. Αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶναι «τὸ τῆς νήψεως ταμιεῖον· τὸ τοῦ νοὸς φυλακτήριον· τὸ μυστικὸν διδασκαλεῖον τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Βιβλίον, τῆς πρακτικῆς τὴν ἐξαίρετον ὑποτύπωσιν· τῆς θεωρίας τὴν ἀπλανῆ ὁδηγίαν· τὸν τῶν Πατέρων Παράδεισον· τῶν ἀρετῶν τὴν χρυσῆν σειράν. Βιβλίον τὸ πυκνὸν τοῦ Ἰησοῦ ἀδολέσχημα, τὴν ἀνακλητικὴν τῆς Χάριτος σάλπιγγα καί, συνελόντι φάναι, αὐτὸ δὴ τὸ τῆς θεώσεως ὄργανον, χρῆμα εἴπερ τι ἄλλο μυριοπόθητον, καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν μελετώμενον μὲν καὶ ζητούμενον, ἀλλ’ οὐχ εὑρισκόμενον»..
.        Εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν περιέχει τὴν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου εὐσεβείας, ποὺ εἶναι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός, ἡ ὁποία μέθοδος συνδέεται στενὰ μὲ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας –τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὴν θεία Εὐχαριστία– καὶ δείχνει στὸν ἄνθρωπο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο φθάνει στὴν θέωση. Ἑπομένως, Μυστήρια καὶ ἡσυχασμὸς συνδέονται στενότατα μεταξύ τους. Ὁπότε, ὅποιος ὑποτιμᾶ τὴν Φιλοκαλία καὶ ὁμιλεῖ περιφρονητικῶς καὶ ὑβριστικῶς γι’ αὐτήν, στὴν πραγματικότητα ὑπονομεύει ὅλην τὴν ἀσκητικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κατοχυρώθηκε συνοδικῶς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Η´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/22/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-η´/

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ”-πρόκειται γιὰ μία προτεσταντικὴ αἱρετικὴ κακοήθεια, ποὺ εἰσῆλθε μέσα στὸν ὀργανισμὸ μερικῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνη ἕνας ἐκκλησιαστικὸς κακοήθης ὄγκος ποὺ θὰ προσβάλη τὸν ὀργανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Γ´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

3. Εὐρύτερες ἀναλύσεις

.       Ἡ σύντομη ἀντίκρουση τῆς κυοφορουμένης αὐτῆς αἰρέσεως μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία προηγήθηκε, μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ προχωρήσουμε σὲ εὐρύτερες ἐπισημάνσεις, οὐσιαστικὰ νὰ ἐπεκτείνουμε τὶς σκέψεις αὐτές, γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθῆ αὐτὴ ἡ ἐπικίνδυνη κατάσταση ποὺ μπορεῖ νὰ βλάψη τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ὅπως φαίνεται καθαρά, πρόκειται γι μία προτεσταντικ αρετικ κακοήθεια, πο εσλθε μέσα στν ργανισμ μερικν μελν τς κκλησίας κα δν πρέπει ν γίνη νας κκλησιαστικς κακοήθης γκος πο θ προσβάλη τν ργανισμ τς κκλησίας.
.       Θὰ μποροῦσα πρὸς ἀνατροπὴ ὅλων αὐτῶν τῶν θεωριῶν νὰ παραπέμψω στὸ δίτομο βιβλίο ποὺ ἐξέδωσα μὲ τίτλο «Ἐμπειρικὴ Δογματική», μέσα στὸ ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ διδασκαλία τοῦ αὐθεντικοῦ καὶ γνησίου δογματολόγου π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος γνώρισε ὅλες αὐτὲς τὶς ἀπόψεις στὴν Ἀμερική, ἀπὸ τὴν σχολαστικὴ καὶ προτεσταντικὴ θεολογία τὶς ὁποῖες σπούδασε, καὶ μᾶς παρουσίασε τὴν γνησιότητα τῆς πατερικῆς σκέψης καὶ ζωῆς.
.       Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀπόψεις ποὺ διατυπώθηκαν ἀπὸ μερικοὺς συγχρόνους θεολόγους ἀντιμετωπίζονται πολὺ καλὰ ἀπὸ τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, σὲ κείμενα ποὺ θὰ δημοσιευθοῦν καὶ ἀργότερα, καὶ ατς εναι λόγος γι τν ποο τν χουν δυσφημήσει πολύ.
.       Ἀλλὰ ἡ λήθεια θ λάμψη, φο δν θὰ φήση Θες τὸ νειδος νὰ πικρατήση μέσα στν γιασμένο κα ελογημένο χρο τς ρθοδόξου κκλησίας, πως ατ φάνηκε στν στορία τς κκλησίας. Τ αθεντικ θὰ ντέξη στν χρόνο κα στς πιέσεις, ν τ ψεύτικο θὰ ξαφανισθ.

.       Στὴν συνέχεια θὰ ὑπογραμμίσω μερικὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν προτεσταντικὴ αὐτὴ αἱρετικὴ κακοήθεια ποὺ ἐπηρέασε καὶ μερικοὺς Ὀρθοδόξους, ὥστε νὰ μὴ γίνουν πνευματικὸς καὶ ἐκκλησιαστικὸς ὄγκος καὶ προκαλέση ἀσθένειες στοὺς Χριστιανούς.

α. Οἱ προϋποθέσεις τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν

.            Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς δίδαξαν ὅτι προκειμένου νὰ ἀντιμετωπισθῆ μία διδασκαλία πρέπει νὰ τονίζωνται οἱ προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: ποιός τελικὰ εἶναι θεολόγος μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ποιός μπορεῖ νὰ θεολογῆ; Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὴν ἀρχὴ τῶν θεολογικῶν του λόγων, μὲ τοὺς ὁποίους ἀντιμετώπισε τὴν αἵρεση τῶν Ἀρειανῶν, κυρίως τῶν Εὐνομιανῶν τῆς ἐποχῆς του, ποὺ ἦταν ἡ κυριότερη αἵρεση μεταξὺ τῶν Ἀρειανῶν, οἱ ὁποῖοι Ἀρειανοὶ χρησιμοποιοῦσαν φιλοσοφικὰ ἐπιχειρήματα, χρειάσθηκε νὰ κάνη λόγο γιὰ τὶς προϋποθέσεις τοῦ ὀρθοδόξως θεολογεῖν, δηλαδὴ τόνισε ποιός μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ θεολογῆ.
.       Ἐκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κάνει λόγο γιὰ «τοὺς ἐν λόγῳ κομψούς», ποὺ χαίρονται «ταῖς βεβήλοις κενοφωνίαις» καὶ τὶς ἀντιθέσεις «τῆς ψευδωνύμου γνώσεως», ἀλλὰ εἶναι καὶ «σοφισταὶ λόγων ἄτοποι καὶ παράδοξοι». Μὲ τὸν φιλοσοφικὸ λόγο τῶν Εὐνομιανῶν «κινδυνεύει τεχνύδριον εἶναι τὸ μέγα ἡμῶν μυστήριον». Τὸν εὐνομιανὸ ποὺ θεολογεῖ φιλοσοφικὰ καὶ ζῆ ἐκτὸς τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας τὸν ὀνομάζει «διαλεκτικὸν καὶ λάλον».
.       Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ξεκαθαρίζει γιὰ τὸ ποιὲς εἶναι οἱ βασικὲς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας. Λέγει ὅτι ἡ θεολογία δὲν εἶναι ὁποιοδήποτε ἔργο, μάλιστα αὐτῶν ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὰ χαμηλά. Δὲν εἶναι ὅλων τὸ ἔργο νὰ θεολογοῦν, ἀλλὰ «τῶν ἐξητασμένων καὶ διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ καὶ πρὸ τούτων καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα κεκαθαρμένων ἢ καθαιρομένων, τὸ μετριώτατον».
.       Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί εἶναι ἐπικίνδυνο στὸν «μὴ καθαρὸν ἅπτεσθαι καθαρῷ», ὅπως εἶναι ἐπικίνδυνη ἡ ἡλιακὴ ἀκτίνα σὲ ἄρρωστο ὀφθαλμό. Ἔτσι, ἐκεῖνος ποὺ θεολογεῖ πρέπει προηγουμένως νὰ καθαρισθῆ, ἀλλιῶς καταλήγει σὲ αἵρεση. Καὶ γιὰ νὰ ἔχη αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογίας πρέπει νὰ περάση μέσα ἀπὸ τὴν ἡσυχία. Δηλαδή, μποροῦμε νὰ θεολογοῦμε «ἡνίκα ἂν σχολὴν ἄγωμεν ἀπὸ τῆς ἔξωθεν ἰλύος καὶ ταραχῆς, καὶ μὴ τὸ ἡγεμονικὸν ἡμῶν συγχέηται τοῖς μοχθηροῖς τύποις καὶ πλανωμένοις», σὰν νὰ ἀναμειγνύωνται τὰ καλλιγραφημένα γράμματα μὲ τὰ ἄσχημα ἢ ἡ εὐωδία τῶν μύρων μὲ τὴν ἀκαθαρσία. Πρέπει κανεὶς προηγουμένως νὰ σχολάση, γιὰ νὰ γνωρίση τὸν Θεό. «Δεῖ γὰρ τῷ ὄντι σχολᾶσαι καὶ γνῶναι Θεόν».
.          Ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ποὺ προτάσσεται τῶν θεολογικῶν του λόγων, δείχνει καθαρὰ ὅτι δίνεται μεγάλη σημασία στὶς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, γιατί ὅταν αὐτὲς οἱ προϋποθέσεις ἀλλοιώνωνται, τότε ἀναποδράστως ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται σὲ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καί, ἑπομένως, στὴν κακοδοξία καὶ τὴν αἵρεση.
.       Ἔτσι, οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας εἶναι ἡ ἱερὰ ἡσυχία, ἡ σχόλη κατὰ Θεόν, ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ. Αὐτὰ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δὲν εἶναι μία ἄλλη μεταγενέστερη ἐκκλησιολογία, ἀλλὰ ἡ ὀρθὴ ἐκκλησιολογία, ποὺ τὴν συναντᾶμε στοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ ὅταν αὐτὴ καταργῆται, τότε δὲν ὑπάρχει καμμιὰ βεβαιότητα γιὰ τὴν ἀπόδοση τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ ἐκκλησιολογίας.
.       Στὸν Λόγο στὰ Θεοφάνεια, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ γιὰ τὴν κάθαρση, τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν θέωση ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, γιὰ νὰ φθάση ὁ ἄνθρωπος στὸ χάρισμα τῆς ἀληθείας καὶ νὰ δουλεύη «Θεῶ ζῶντι καὶ ἀληθινῷ».
.       Μόνον ἔτσι μπορεῖ κανεὶς νὰ φιλοσοφῆ-θεολογῆ περὶ τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὴν συνέχεια καθορίζει τὸν τρόπο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας: «Οὗ γὰρ φόβος, ἐντολῶν τήρησις· οὗ δὲ ἐντολῶν τήρησις, σαρκὸς κάθαρσις τοῦ ἐπιπροσθοῦντος τῇ ψυχῇ νέφους, καὶ οὐκ ἐῶντος καθαρῶς ἰδεῖν τὴν θείαν ἀκτῖνα· οὗ δὲ κάθαρσις, ἔλλαμψις· ἔλλαμψις δέ, πόθου πλήρωσις, τοῖς τῶν μεγίστων, ἡ τοῦ μεγίστου, ἡ ὑπὲρ τὸ μέγα ἐφιεμένοις».
.       Αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο «διὰ τοῦτο καθαρτέον ἑαυτὸν πρῶτον, εἴτα τῷ καθαρῷ προσομιλητέον». Σαφέστατα ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ κάθαρση, ἔλλαμψη-φωτισμὸ καὶ πορεία πρὸς τὸ «μέγα», δηλαδὴ τὴν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν θεοπτία, ὁπότε ἀποκτᾶται ἡ ἀληθινὴ θεογνωσία.
.       ερσυχία εναι ρθόδοξος τρόπος ζως, πως τν συναντμε στν γία Γραφ κα τν Παράδοση τς κκλησίας καπως τν ζησαν ο Προφτες, οπόστολοι κα ογιοι δι μέσου τν αώνων. Δν πρόκειται γι μία «κκλησιολογία» μεταγενέστερη ποποσκέλισε καξουδετέρωσε τν «ρχέγονη κκλησιολογία». Οὔτε μερικοὶ Πατέρες ἐπηρέασαν τοὺς ἄλλους μεταγενέστερους Πατέρες.
.       Διερωτῶμαι: ὅσοι διατυπώνουν τέτοιες ἀπόψεις θεωροῦν τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀνόητους καὶ ἀνώριμους ποὺ δέχονται ἁπλῶς ἀνέλεγκτα μερικὲς θεωρίες ποὺ δημιούργησαν κάποιοι ἄλλοι, καὶ οἱ ὁποῖες θεωρίες ἀλλοιώνουν τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε συντελοῦν καὶ αὐτοὶ ἀφελῶς στὴν παρέκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία;
.       Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι δῆθεν ἔρχεται στὴν συνέχεια ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν Πατέρων στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ κατοχυρώνει αὐτὴν τὴν ἀλλοίωση! πορ πς τέτοια σοφίσματα ποστηρίζονται π δθεν ρθοδόξους, ποναμασον τς διατυπωθεσες προτεσταντικὲς πόψεις.
.       Ἡ ἄποψη ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως παραθεωρεῖ τελείως τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν διδασκαλία ὅτι οἱ ἅγιοι εἶναι θεούμενοι, ὅπως ἐπανειλημμένως τονίζεται στὰ κείμενα τῶν Πατέρων καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

.       Κάνοντας λόγο γισυχαστικ τρόπο ζως ννοομε λη τν εαγγελικ ζωή, ποναφέρεται στν γώνα γι τν ντιμετώπιση το διαβόλου, το θανάτου κα τς μαρτίας, γι τν θεραπεία τν λογισμν, τν καθαρότητα τς καρδις, τν νεργοποίηση τς νοερς νεργείας, στε νος ν προσεύχεται καθαρ στν Θεό, τν πόκτηση τς νιδιοτελος γάπης, τν θεραπεία το τριμερος τῆς ψυχς κλπ. Ατσκητικ ζω συνδέεται στενότατα μ τν μυστηριακ ζω καποτελε τν πεμπτουσία το εαγγελικοκκλησιαστικο τρόπου ζως.
.       Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ νέοι προτεσταντίζοντες θεολόγοι θεωροῦν ὅτι εἰσήγαγε τὴν παρέκκλιση ἀπὸ τὴν «ἀρχέγονη ἐκκλησιολογία» καὶ ὅτι δῆθεν αὐτὸς ἐπηρέασε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ ὑπηρέτησε ὡς διάκονός του, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Βεβαίως, ὁ Εὐάγριος δέχθηκε ἕναν ἐπηρεασμὸ ἀπὸ τὸν Ὠριγένη σὲ μερικὲς ἀπόψεις, ἀλλὰ σὲ θεολογικὰ θέματα ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τοὺς Καππαδόκες Πατέρες, μάλιστα δὲ στὴν ἀσκητική του διδασκαλία ἀποτυπώνεται ἡ μοναχικὴ παράδοση τῆς ἐρήμου, ὅπως βιωνόταν στὴν ἐποχή του, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ.
.       Πάντως, ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς ἐπηρεασμὸς ἀπὸ τὸν Εὐάγριο τὸν Ποντικό, μᾶλλον τὸ ἀντίθετο ἔγινε, ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὰ ἡσυχαστικὰ θέματα ἐπηρέασε τὸν Εὐάγριο, ὁ ὁποῖος διετύπωσε αὐτὴν τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση μὲ τὸν δικό του λεκτικὸ τρόπο.
.       Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εἶναι Θεολόγος καὶ ὄχι Ναζιανζηνός, ὅπως τὸν ἔλεγαν περιφρονητικὰ οἱ ἐχθροί του ἀρειανοὶ στὴν ἐποχή του καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνουν καὶ οἱ Προτεστάντες στὴν ἐποχή μας, ἀλλὰ καὶ μερικοὶ Ὀρθόδοξοι ποὺ ἐπηρεάζονται ἀπὸ αὐτούς. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θὰ τὸν ἀποκαλοῦμε ὅπως τὸν χαρακτηρίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἤτοι ἅγιο Γρηγόριο Θεολόγο, Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.

.       Μὲ ὅσα γραφοῦν στὴν συνέχεια, θὰ διευκρινισθῆ ἀκόμη περισσότερο ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ”- ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς προτεσταντίζοντες φαίνεται σαφέστατα ὅτι γίνεται προσπάθεια νὰ διαβρωθῆ ὁλόκληρη ἡ ἀσκητικὴ παράδοση καὶ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται διὰ τῶν μεγάλων Πατέρων της μέχρι τῶν νεωτέρων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ὁσίων ἀσκητῶν ποὺ γνωρίσαμε τὰ τελευταῖα χρόνια»

 «Μιὰ κυοφορούμενη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Β´]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

2. Συνοπτικὴ ἀντίκρουση

.     Ἡ παρουσίαση αὐτῆς τῆς κυοφορούμενης αἵρεσης μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ ἔγινε προηγουμένως, δείχνει τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος καὶ δὲν πρέπει νὰ παραμείνη ἀναπάντητη, γιατί διαφορετικὰ δημιουργεῖται ἕνας κακοήθης ὄγκος μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀπρόβλεπτες συνέπειες. Στὴν συνέχεια θὰ γίνη μία συνοπτικὴ ἀντίκρουση αὐτῆς τῆς κακόδοξης θεωρίας καὶ στὴν ἑπόμενη ἑνότητα θὰ ἀναλυθῆ περισσότερο τὸ θέμα.
.        Κατ᾽ ἀρχὰς πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη διπλὴ «ἐκκλησιολογία» καὶ διπλὴ «πνευματικότητα» μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζεται ὡς πνευματικότητα εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ καὶ Ἁγίω Πνεύματι ζωὴ τὴν ὁποία ζῆ ὁ Χριστιανὸς μὲ τὰ ἅγια Μυστήρια καὶ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση.
.          Ἡ ἀληθὴς ἐκκλησιολογία εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Πεντηκοστή. Ἐξ ἄλλου, ὁ ἡσυχασμὸς δὲν συνιστᾶ μία ἰδιαίτερη ἐκκλησιολογία, ἀλλὰ εἶναι ἡ εὐαγγελικὴ ζωή, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση μεθέξεως τῆς ἀκτίστου καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
.       λατρεία τς κκλησίας κα ο εχς τν Μυστηρίων παρουσιάζουν λην ατν τν συχαστικ παράδοση, ἡ ὁποία κατοχυρώθηκε καὶ συνοδικῶς μὲ τὴν Σύνοδο τοῦ ἔτους 1351, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἡ Θ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.
.       Ἔπειτα, ἀπὸ τὴν ὅλη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα διδασκαλίας καὶ ἐμπειρίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων.
.       Οἱ Ἀπόστολοι δὲν διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τοὺς Προφῆτες οὔτε καὶ οἱ Πατέρες ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Προφήτας καί, ἑπομένως, εἶναι κοινὴ ἡ ἐμπειρία καὶ ἡ πίστη τους. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη οἱ Προφῆτες ἔβλεπαν τὸν ἄσαρκο Λόγο, ἐνῶ στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας βλέπουν καὶ κοινωνοῦν τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι κοινά. Χαρακτηριστικὸς εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «τί γε ἄλλο ἢ ὅτι τοῦτο τελειότης ἐστι σωτήριος ἔν τε γνώσει καὶ δόγμασι, τὸ ταὐτὰ φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι᾽ ὧν τὸ ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καὶ τῶν κτισμάτων αὐτοῦ».
.       Ἀκόμη, ἀπὸ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουμε ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς θεοπτίας ποὺ γίνεται μὲ ἄρρητα ρήματα καὶ ἄλλο εἶναι ἡ καταγραφὴ αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας ποὺ γίνεται μὲ κτιστὰ ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα.
.       Ἡ διαφορὰ μεταξὺ Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων στὴν ὁρολογία δὲν συνιστᾶ διαφορὰ καὶ στὴν ἐμπειρία. Βεβαίως τὸν 3ο καὶ 4ο αἰώνα οἱ Πατέρες καὶ διδάσκαλοι χρησιμοποίησαν μία ἰδιαίτερη ὁρολογία, τὴν ὁποία προσέλαβαν ἀπὸ τὴν γλώσσα τῆς ἐποχῆς τους, προκειμένου νὰ ἀντικρούσουν τοὺς ἑλληνίζοντας αἱρετικούς, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἄλλαξαν καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ὁρολογίας.
.          Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Ἡ ἀντιμετώπιση τῶν κακοδοξιῶν εἶναι ἡ ἀνάγκη προσθήκης στὴν ὁρολογία. Ἀντιμετωπίζοντας τοὺς κακοδόξους χρησιμοποιοῦμε σύμβολα, αὐτὰ τὰ νοήματα δηλαδή, καὶ προσπαθοῦμε νὰ κτυπήσουμε τὴν κακοδοξία στὴν καρδιά της».
.       Ἔτσι, εἶναι παράδοξο τὸ γεγονὸς νὰ θεωροῦνται ὡς ὠριγενιστικὴ ἢ νεοπλατωνικὴ διδασκαλία τὰ περὶ καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως, ἐπειδὴ οἱ Πατέρες υἱοθέτησαν τοὺς ὅρους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἢ ἄλλως ὑπάρχουν στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ὡς λέξεις ἢ ὡς πραγματικότητες.
.       Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἐπειδὴ κατηγορήθηκε ὅτι χρησιμοποιοῦσε φράσεις τοῦ Νεστορίου, σὲ μία ἐπιστολή του, ἡ ὁποία ἐντάχθηκε στὰ Πρακτικὰ τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γράφει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε ὅλα ὅσα λέγουν οἱ αἱρετικοί, γιατί ὑπάρχουν καὶ πράγματα τὰ ὁποῖα συμφωνοῦν μὲ τὴν διδασκαλία μας. Γράφει συγκεκριμένα: «Ὅτι οὐ πάντα, ὅσα λέγουσιν οἱ αἱρετικοί, φεύγειν, καὶ παραιτεῖσθαι χρή· πολλὰ γὰρ ὁμολογοῦσι ὧν καὶ ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν».
.       Στὴν συνέχεια ἀναφέρει σχετικὰ παραδείγματα. Ατ σημαίνει τι δν χει σημασία ἐὰν κάποια ρολογία εσήχθη π τν ριγένη, τν Εάγριο τν Ποντικ τν Μακάριο τν Αγύπτιο, λλ σημασία χει τι υοθετήθηκε π τν Μ. Βασίλειο, τν γιο Γρηγόριο τν Θεολόγο, τν γιο Γρηγόριο Νύσσης κα τος μεταγενεστέρους Πατέρες κα κατοχυρώθηκε συνοδικς, πειδποτελε κτμα τς ρθοδόξου Παραδόσεως.
.       Ἑπομένως, εἶναι κακόδοξη νοοτροπία τὸ νὰ χαρακτηρίζεται ἡ κατοχυρωμένη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία βιώθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὠριγενιστική, εὐαγριανή, μακαριακή κλπ.
.       Ἐπὶ πλέον, μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ θεολογίας καὶ φιλοσοφίας καὶ ὄχι ἡ χρησιμοποίηση ἁπλῶς τῶν ὅρων. Ἡ θεολογία εἶναι καρπὸς τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στοὺς θεουμένους, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία εἶναι καρπὸς στοχασμοῦ καὶ ἀνακαλύψεως τῆς λογικῆς του ἀνθρώπου. Τ ν χαρακτηρίζεται ἡ συχαστικ παράδοση ς ριγενιστική, εαγριανή, μακαριακ κακόμη ς νεοπλατωνική, πειδπάρχει μία ξωτερικμοιότητα στς λέξεις, εναι πιπόλαια ρμηνεία, ἐὰν δν κφράζει κα κάτι βαθύτερο, δηλαδ εναι προσπάθεια πονομεύσεως τς ρθοδόξου συχαστικς παραδόσεως.
.       Τὸ πόσο εἶναι ἐπιπόλαια αὐτὰ τὰ συμπεράσματα φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μποροῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ κατηγορήσουν τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ποὺ προσέλαβαν τὴν ὁρολογία (πρόσωπο, ὑπόσταση, οὐσία, ἐνέργεια κλπ.) καὶ ἄλλα ἐξωτερικὰ πολιτιστικὰ γεγονότα ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τοὺς αἱρετικούς, καὶ νὰ χαρακτηρίσουν τὴν θεολογία τῶν Πατέρων γιὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὴν ὅλη ἐκκλησιολογία τους ὡς εἰδωλολατρική.
.       Ἔφθασε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὁ Χάρνακ καὶ ἄλλοι προτεστάντες, δὲν ἀποκλείεται νὰ φθάσουν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὀρθόδοξοι (ἤδη μερικοὶ ἔφθασαν), ποὺ σκέπτονται ἐπιπόλαια καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀφοῦ ἀγνοοῦν τὸ οὐράνιο καὶ βαθὺ περιεχόμενό της.
.       Τελικά, ἡ ἄποψη ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐπικρατεῖ μία διπλὴ ἐκκλησιολογία –ἀρχέγονη καὶ μεταγενέστερη– εναι λεγομένη «μεταπατερικ θεολογία», δηλαδ μία ποψη ποία μεταφέρεται π τος Προτεστάντες κα μερικος ρθοδόξους, οποοι προσπαθον μ τν τρόπο ατν νρνηθον τν διδασκαλία τν Πατέρων, τν λατρεία τς κκλησίας, τν συχαστικ παράδοση καί, βεβαίως, τν μοναχισμό.
.       Καὶ εἶναι ἐκπληκτικό, πράγματι, τὸ γεγονὸς νὰ ἐπιχειρῆται ὁ ἐκπροτεσταντισμὸς τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας μὲ τὸ νὰ ἐπαινῆται ἀπὸ τοὺς πιὸ πάνω θεολόγους καὶ φιλοσοφοῦντας ἡ προτεσταντικὴ ἑρμηνεία, νὰ ὑπονομεύεται ἡ ἡσυχαστική, ἐκκλησιαστική, πατερικὴ Παράδοση, χάριν μία «ἀρχέγονης ἐκκλησιολογίας», ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν θεία Εὐχαριστία, τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ στηρίζεται ἁπλῶς στὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
.       Μὲ ὅσα λέγονται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς νέους προτεσταντίζοντες καὶ φιλοσοφοῦντες θεολόγους φαίνεται σαφέστατα τι γίνεται προσπάθεια ν διαβρωθλόκληρη σκητικ παράδοση κα ζω τς κκλησίας, πως κφράζεται δι τν μεγάλων Πατέρων της, ἤτοι τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, δηλαδὴ τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ ὅλων τῶν Νηπτικῶν-Φιλοκαλικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τν νεωτέρων, λλ καλων τν σίων σκητν πο γνωρίσαμε τ τελευταῖα χρόνια (Ἰωσὴφ Σπηλαιώτου, Ἐφραὶμ Κατουνακιώτου, Παϊσίου Ἁγιορείτου, Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτου κ.α.) καὶ οποοι μιλον γι τν σκητικ ζωή, τν μετάνοια, τν νοερ προσευχ κα γενικμιλον γι τν πορεία τονθρώπου πρς τν Θε δι τς καθάρσεως, το φωτισμο κα τς θεώσεως.
.       Αὐτὸ δημιουργεῖ καὶ ἕνα ἄλλο σοβαρὸ πρόβλημα, ποὺ ὑπονομεύει τὴν ὅλη ἐκκλησιολογία τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ἑρμηνεύονται τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ἔξω ἀπὸ τὶς βασικὲς προϋποθέσεις τους ποὺ εἶναι ἡ ἐμπειρία, ἡ ὁποία συγκεκριμενοποιεῖται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ἀλλὰ ὑπονομεύεται καὶ ἡ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, ἡ θεία Εὐχαριστία καὶ ὅλα τὰ ἄλλα Μυστήρια, ὅταν ἀποσυνδέωνται ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωή, ὅπως ἐκφράζεται στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση. Γνωρίζουμε, ὅμως, ὅτι οὔτε τὰ Μυστήρια ἀποδεσμεύονται ἀπὸ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, γιατί αὐτὸ συνιστᾶ ἕναν μαγικὸ τρόπο ζωῆς, οὔτε ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση βιώνεται χωρὶς τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, γιατί αὐτὸ ὁδηγεῖ στὴν ἀνατολικὴ φιλοσοφία καὶ στὸν μασαλιανισμό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: 

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η «ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ» ΚΑΙ «ΤΟ ΑΘΕΟΦΟΒΟ ΤΙΠΟΤΑ»

Γράφει ὁ μοναχὸς Μωυσῆς Ἁγιορείτης
γιὰ τὴν «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

Ὅταν ἡ Ἑλλάδα εἰσῆλθε στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἡ ἐφημερίδα «Le Monde» ἔγραφε: «Σήμερα εἰσῆλθε στὴν Εὐρωπαϊκὴ κοινότητα ἡ χώρα τῆς Φιλοκαλίας». Ἡ Φιλοκαλία εἶναι ἕνα βιβλίο ποὺ πρωτοεκδόθηκε στὴ Βενετία τὸ 1782. Πρόκειται γιὰ συγκέντρωση ἐκλεκτῶν ἁγιοπατερικῶν κειμένων, γιὰ ὅσους ἀγαποῦν τὴν πνευματικὴ ζωή, τὴν οὐσιαστικὴ σχέση τους μὲ τὸν ζῶντα Θεό. Συγκεκριμένα κατὰ τὸν τίτλο τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ βιβλίου, ποὺ χαρακτήρισε μία ἐποχὴ καὶ ἕνα τρόπο ζωῆς, ἀναφέρεται: «Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν. Συνερανισθεῖσα παρὰ τῶν Ἁγίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, ἐν ᾗ διὰ τῆς κατὰ τὴν πράξιν καὶ θεωρίαν Ἠθικῆς φιλοσοφίας, ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καὶ τελειοῦται…» Μιλᾶμε λοιπὸν γιὰ φιλοκαλικὴ ἐποχή, φιλοκαλικοὺς πατέρες καὶ φιλοκαλισμό.
Οἱ συντάκτες τοῦ σπουδαίου βιβλίου καὶ τότε κατηγορήθηκαν ἀπὸ ὁρισμένους ὡς σκοταδιστὲς καὶ τοὺς προσῆψαν τὸ σκωπτικὸ προσωνύμιον Κολλυβάδες, γιὰ ἄλλη ὅμως αἰτία. Σήμερα, μετὰ ἀπὸ μελέτη, ἔκδοση κειμένων καὶ ἐκτίμηση ἡ ἐπιστήμη ἀποφαίνεται ὅτι τὸ ἔργο τους ἦταν λίαν ἀξιόλογο κι ἔδωσε πνοὴ νέα στὴν ὀρθόδοξη πνευματικὴ ζωή. Οἱ πρωτοστάτες τοῦ κολλυβαδικοῦ-φιλοκαλικοῦ κινήματος στέφθηκαν ὑπὸ ἁγιωνυμίας καὶ αὐτὸ λέει πολλά.
Μετὰ ἀπὸ διακόσια χρόνια καὶ πλέον ἔρχεται ὁ συγγραφέας Στέλιος Ράμφος, ποὺ πέρασε ἀπὸ διάφορα ἰδεολογικὰ ρεύματα, ν’ ἀμφισβητήσει τὴ φιλοκαλικὴ προσφορὰ μὲ τὸ νέο του βιβλίο: «Τὸ ἀδιανόητο τίποτα. Φιλοκαλικὰ ριζώματα τοῦ νεοελληνικοῦ μηδενισμοῦ». Ἂς σημειωθεῖ ὅτι κάποτε μᾶς εἶχε συγκινήσει μὲ γραφές του καὶ εἴχαμε μακρὲς συζητήσεις στὴν ταπεινή μας Καλύβη, μαζὶ μὲ τὸν Κώστα Ζουράρι. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ράμφος τὸ παρατραβάει τὸ σχοινὶ στὶς ἑρμηνεῖες, …
Γιὰ ὅλο τὸ ἄρθρο σὲ εὐανάγνωστη καὶ ἐκτυπὠσιμη μορφὴ πατῆστε ἐδῶ: ΦΙΛΟΚ. ΑΘΕΟΦ

,

1 Σχόλιο

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΙΕΡΟΘΕΟΥ

Ὁ λόγος γιὰ τὴν δυνατότητα ἢ μὴ μετάφρασης τῶν λειτουργικῶν εὐχῶν ὁδήγησε στὴν φανέρωση ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἄλλη θεολογικὴ παράδοση, ποὺ διακρίνεται ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ τοὺς ἡσυχαστὲς Πατέρες.
Τὸ θέμα, λοιπόν, δὲν εἶναι τόσο ἡ μετάφραση τῶν κειμένων, ὅσο ὅτι αὐτοὶ ποὺ τὴν ἐπιχειροῦν ἢ τουλάχιστον αὐτοὶ ποὺ τὴν ὑποστηρίζουν –ὄχι ὅλοι, ἐξαιρῶ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Νικοπόλεως κ. Μελέτιο, ποὺ μᾶς ἄφησε ἕνα πατερικὸ ὀρθόδοξο ἔργο– τὸ κάνουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχοντας εἰδικὲς ἀπόψεις σὲ θεολογικὰ ζητήματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀντιδρώντας ἀμέσως ἢ ἐμμέσως στὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία πλέον κατοχυρώθηκε συνοδικῶς, ὡς ἡ πραγματικὴ προϋπόθεση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος.
Πατῆστε ἐδῶ:Β´ ΑΠΑΝΤ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ

, , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ !

  • Σχόλιο «Χρ. Βιβλ.»: «Ὅλα τὰ στραβὰ καρβέλια, τά ᾽χει ἡ νύφη καμωμένα».
    Πόση ἀθυμία προξενεῖ ἡ ἀλλαγὴ τῶν “καιρικῶν φαινομένων”! Εἰδικότερα ὅταν ἦταν ἀδιανόητη…
(…)Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ράμφος στὴν συνέντευξή του στὴν «Ἐλευθεροτυπία» (22/5/2010), μὲ ἀφορμὴ τὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου του «Τὸ ἀδιανόητο τίποτα», ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ κοινωνικὴ συνείδηση εἶναι ἕνα «ξεχειλωμένο θέλω», ἕνας διακαὴς πόθος, μιὰ ἀέναη προσδοκία, χωρίς ὡστόσο ἐκεῖνα τὰ θεμέλια ποὺ θὰ γείωναν μιὰ τέτοια ἐπιθυμία. Τὴν κρατάει αὐτὴ τὴν συνείδηση δέσμια στὸν παιδισμό της ἕνα παρελθὸν ποὺ δὲν λέει νὰ παρέλθει, ἡ θάλασσα τοῦ συναισθήματος ποὺ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ τὴν λογική. Ἡ ἀχαλίνωτη ἔκρηξη τοῦ συναισθήματος, συνεχίζει ὁ Ράμφος, ὀφείλεται κυρίως στὴν ἐπίδραση τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ πού, στρέφοντας τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὸν Θεό, τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ ἡ προνεωτερικὴ καθήλωση τῆς συνείδησης ματαιώνει τὴν ἐνδοσκόπηση, τὴν αὐτοσυνείδηση, συνεπῶς οἱ ἀντιδράσεις αὐτῆς τῆς συνειδήσεως εἶναι ἄμορφες, συχνά μηδενιστικές. (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=167378)
Η ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ
(τοῦ π. Νικολάου Λουδοβίκου)
Σὲ περιόδους μεγάλων κρίσεων στοὺς λαούς, ἡ κύρια ἐργασία τοῦ διανοουμένου ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ ἀνάδειξη ἐκείνων τῶν στοιχείων τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῶν παραδόσεων ποὺ μποροῦν νὰ βοηθήσουν στὴν ἀνάταξη τῆς συλλογικῆς κατάθλιψης καὶ τὴν ἀναζωπύρωση τῶν ἑστιῶν δημιουργικῆς δράσης.
Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκαναν αἴφνης ἄνθρωποι σὰν τὸν Χέγκελ ἢ τὸν Γιάσπερς σὲ ἀντίστοιχα πολὺ δύσκολες στιγμὲς τοῦ ἔθνους τους. Ἄλλωστε τὸ νὰ κατηγορεῖ ἡ Ἰνδία τὸν ἰνδουισμὸ ἢ τὸ Ἰρὰκ τὸν μουσουλμανισμὸ γιὰ τὶς κακοτυχίες τους, αὐτὸ μόνο σὲ βαθύτερη παρακμή, λόγω ἀπελπισίας, θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει. Σὲ στιγμὲς κρίσης, λοιπόν, ἀναζητοῦμε κατ᾽ ἀρχὴν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ ἐπιτρέπουν τὴν ἀναγέννηση καὶ τὴν ἐλπίδα. Ἄραγε αὐτὸ εἶναι ποὺ κάνει ὁ Στέλιος Ράμφος μὲ τὸ τελευταῖο του βιβλίο, ὅσο καὶ μὲ τὸ μπαρὰζ τῶν συνεντεύξεων ποὺ ἀκολούθησε;
Στὴν εἰκοσαετία ποὺ διδάσκω στὴν τριτοβάθμια θεολογικὴ ἐκπαίδευση, στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ ἐξωτερικό, ἔχω συναντήσει μόλις δυὸ ἢ τρεῖς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν διαβάσει ὁλόκληρη τὴ Φιλοκαλία. Τὸ βιβλίο αὐτό, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ μοναχοὺς γιὰ μοναχούς, ἐκδόθηκε μετὰ τὸ ’60 στὴν Ἑλλάδα καὶ διαβάστηκε γενικῶς ἐλάχιστα. Τὸ πρόβλημα ὡστόσο εἶναι πὼς τὸ περιεχόμενό του ἐλάχιστα ταυτίζεται μὲ αὐτὸ ποὺ προτείνει ὁ Ράμφος.
Κατ᾽ ἀρχὴν ἡ Φιλοκαλία δὲν περιέχει μόνο μιὰ ἀνθρωπολογία, ἀλλὰ σειρὰ ἀνθρωπολογιῶν, μὲ σημαντικὲς διαφορὲς μεταξύ τους, οἱ ὁποῖες ἀνταποκρίνονται στὴ μακρὰ ἐξέλιξη δεκατεσσάρων αἰώνων: εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὴ ἡ Πλατωνίζουσα καὶ καθαρὰ νοησιαρχικὴ ἀνθρωπολογία καὶ γνωσιολογία τοῦ συγγραφέα τῶν ἀπόψεων τοῦ Ἀντωνίου ἢ τοῦ Εὐαγρίου (Νεῖλος ὁ Ἀσκητής), ἀπὸ τὴ μυστηριοκεντρικὴ ἀνθρωπολογία τοῦ Μάρκου τοῦ Ἀσκητῆ, ἢ τὸν ἐσωτερισμὸ τοῦ Μακαρίου, ἢ ἀκόμα, φυσικά, ἀπὸ τὸν μοντέρνο ψυχοσωματικὸ ὁλισμὸ τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ καὶ τὴν ἱερὴ σωματοκεντρικότητα τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ. Εἶναι ἐντελῶς παράδοξη ἄλλωστε ἡ θέση τοῦ Ράμφου πὼς ὁ ἀνατολικὸς χριστιανισμὸς δὲν διαθέτει καν ἀνθρωπολογία: ἡ ἀπόλυτη ἰσότητα καὶ ἀκεραιότητα τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ στὴ Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, καθὼς καὶ ὁ μακρὺς ἀντι-μονοφυσιτικὸς ἀγώνας, ποὺ κατέληξε στὴ λαμπρὴ διατύπωση τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας τῆς ἀνθρώπινης βούλησης, γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἱστορία, στὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ καὶ τὴ Στ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἐνάντια στὴν παθητικότητα τῆς βουδιστικῆς Ἀνατολῆς, θὰ ἀρκοῦσαν γιὰ νὰ τὸ ἀποδείξουν αὐτό. Ὑπάρχει μιὰ διαδικασία ὡρίμανσης τῆς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας, τῆς ὁποίας τὰ ἴχνη φαίνονται καὶ στὴ Φιλοκαλία καὶ πρὸς τὴν ὁποία σήμερα στρέφεται τὸ ἐνδιαφέρον πολλῶν εἰδικῶν στὴ Δύση.
Πέραν αὐτῶν καμιὰ πρωτοκαθεδρία τοῦ αἰσθήματος δὲν ἐπιτρέπει ἡ Φιλοκαλία. Τόσο τὸ αἴσθημα ὅσο καὶ ὁ νοῦς περιορίζονται, στὴ διαδικασία τῆς προσευχῆς, τόσο ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ πιθανὴ εἰδωλοποιητική τους λειτουργία – κυρίως μάλιστα τοῦ αἰσθήματος! Παραμένει βεβαίως παράδοξη ἡ θέση τοῦ Ράμφου πὼς μηδενιστὴς εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ αἰσθήματος· κατὰ τὸν Χάιντεγκερ (στὸ ἔργο του γιὰ τὸν Νίτσε) αἰτία τοῦ μηδενισμοῦ εἶναι μᾶλλον, ἀντιθέτως, ἡ αὐτοτοποθέτηση τοῦ σκεπτόμενου ὑποκειμένου ὡς προϋπόθεση κάθε ἀντικειμενικῆς μεταφυσικῆς του Εἶναι – καὶ ἡ βούληση γιὰ δύναμη ποὺ ἀκολουθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ αἰσθήματος δὲν εἶναι μηδενιστής, ἀντίθετα πιστεύει σὲ ἀξίες. Γίνεται μηδενιστὴς ὅμως ὅταν γίνει φίλαυτος, ὅταν χάσει δηλαδὴ τὴν κοινότητα. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ «θερμὸς» μηδενισμὸς θεραπεύεται μᾶλλον πιὸ εὔκολα ἀπὸ τὸν «ψυχρὸ» μηδενισμὸ τοῦ λογικισμοῦ.
Τὸ μεγαλύτερο ὅμως σφάλμα εἶναι τὸ νὰ ταυτίζει κανεὶς τὴ Φιλοκαλία μὲ τὸν ὀρθόδοξο χριστιανισμὸ ἐν γένει, ἢ ἀκόμα μὲ τὸν τρόπο βίωσης τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας ἀπὸ μέρους τῶν πιστῶν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Ὑπάρχει σχέση ἀλλὰ ὄχι ταύτιση. Πέραν αὐτοῦ, ἄλλωστε, γιὰ νὰ μείνουμε στὸ θέμα μας, ἡ Ἑλλάδα κατὰ τὸν τελευταῖο αἰώνα ὑπέφερε πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸν ἠθικισμό, τὸν εὐσεβισμὸ καὶ τὸν νομικισμὸ ποὺ ἔφεραν κάποιες ὀργανώσεις, παρὰ ἀπὸ τὴ Φιλοκαλία, ποὺ ἀγνοεῖ ὅλα τὰ παραπάνω!
Ποιά εἶναι τὰ στοιχεῖα τῆς Φιλοκαλίας ὅμως ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ βοηθήσουν μιὰ σύγχρονη ἀνθρωπολογία, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε ἐπίσης νὰ ὁδηγήσει καὶ σὲ ἱστορικὴ ἀνάπτυξη; Ἀναφέρω μερικὰ ἐπιγραμματικά: ἡ ἔμφασή της στὴν ἀνάγκη ρεαλιστικῆς αὐτογνωσίας (κάτι στὸ ὁποῖο περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἀσυνείδητο), ἡ ἔμφαση στὴν ἀνάγκη κοινωνικοποίησης τοῦ φίλαυτου θελήματος, ὁ τελικὸς τονισμὸς τῆς ψυχοσωματικῆς ὑφῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἀνάγκη ψυχοσωματικῆς μετοχῆς/συναλήθευσης τοῦ ἀνθρώπινου ὅλου, ἡ ἀποφασιστικὴ συναίρεση ἀτομισμοῦ-κοινωνικότητας καὶ σὺν-εὐθύνης ὅλων γιὰ ὅλα καὶ ὅλους. Δὲν εἶναι καλύτερα νὰ ἀρχίσουμε νὰ συζητοῦμε αὐτὰ παρὰ ὁτιδήποτε ἄλλο;
(Ὁ π. Νικόλαος εἶναι ἀναπληρωτὴς καθηγητὴς στὴν Ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀκαδημία Θεσσαλονίκης, ἐπικ. καθ. στὸ Ὀρθόδοξο Ἰνστιτοῦτο τοῦ Καίμπριτζ,
ἐπίκ. καθ. στὸ Παν/μιο Οὐαλίας)
(Πηγή: “Ἐλευθεροτυπία” 3/7/2010)

, ,

Σχολιάστε

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΙΕΡΟΘΕΟΥ

  • Συνέχεια τῆς μελέτης τοῦ Σεβ. Μητροπολ. Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου

Στὸ Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας ὁμολογοῦμε: «Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ  Ἐκ­κλη­σί­α ὡς παρέλαβεν, οἱ διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἐβράβευσεν· οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν…».

Καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑπογραμμίζει ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα ἐμπειριῶν: «τί γε ἄλλο ἢ ὅτι τοῦτο τελειότης ἐστι σωτήριος ἔν τε γνώσει καὶ δόγμασι, τὸ ταυτὰ φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι᾽ ὧν τὸ ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καὶ τῶν κτισμάτων αὐτοῦ».

Ὅλη ἡ μελέτη τονισμένη ἐδῶ: ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΝΑΥΠ.

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε