Ἄρθρα σημειωμένα ὡς φιλαυτία

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-2 «Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-3)

«Ἡ κοινωνία τῆς ἐρήμου καί ἡ ἐρημία τῶν πόλεων»
[Β´]
Τὸ πρῶτο κεφάλαιο ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ΠΡΩΤΟ βιβλίο,
τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
(Ἐκδόσεις «Τῆνος», Ἀθῆναι 1987)

9789602730386

Μέρος Α´: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-1 (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-2)

.                 Στό Γεροντικό ἀναφέρεται πώς ταπεινόφρων δέν εἶναι αὐτός πού αὐτοεξευτελίζεται καί ταπεινολογεῖ, ἀλλά ἐκεῖνος πού ὑπομένει μέ χαρά τίς ἀτιμίες πού προέρχονται ἀπό τόν πλησίον. Καί σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρεται πώς ἐκεῖνον πού τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἀξίζει ζημιώνεται, ἐκεῖνος ὅμως, πού δέν τόν τιμοῦν καθόλου οἱ ἄνθρωποι, θά δοξαστεῖ στούς οὐρανούς ἀπό τόν Θεό. Ὁ ἀββᾶς Ποιμήν συμβουλεύει: Ἡ ὁποιαδήποτε στενοχώρια, πού θά σοῦ συμβεῖ, θά νικηθεῖ μέ τή σιωπή. Μαζί του συμφωνεῖ κι ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας. Μέχρις ὅτου ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν προσευχή, μήν κάνεις καμιά ἐξήγηση μέ τόν ἀδελφό σου. Μελετώντας τίς γραφές τῶν ἁγίων πατέρων τῆς ἐρήμου παρατηρεῖ εὔκολα κανείς μιά σύμπνοια, μιά εὐγένεια, μιά ἀνθρωπιά, μιά κατανόηση, μιά σοφία. Στάλες ἁγιοπνευματικές ὅπου ἄνθισαν στήν ἀπρόσιτη ἄνυδρη ἔρημο, ὕστερα ἀπό ἀγῶνες μακρούς κι ἔδωσαν ἄνθη πού εὐωδίασαν κοινωνίες ἀνθρώπων ἀπόλυτα δοσμένων στόν Θεό κι εὐωδιάζουν ἀκόμη τίς ψυχές πού πράγματι διψοῦν.
.                 Ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας, ὁ μέγας νοῦς, σημειώνει μέ ἰδιαίτερη χάρη καί λεπτότητα: Αὐτός πού ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καθίσταται ἱκανός νά ὑπομένει κάθε προσβολή. Ὁ ταπεινός δέν ἐνδιαφέρεται τί λένε οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ὑποφέρει γιά τόν Θεό, αὐτός εἶναι ἄξιος ν’ ἀποκτήσει τήν εἰρήνη.
.                 Ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος, στό μεγάλο κι ἐνδιαφέρον αὐτό κεφάλαιο τῶν σχέσεών μας μέ τόν ἑαυτό μας καί μέ τούς ἄλλους, πού καθημερινῶς σκουντουφλᾶμε, προχωρεῖ καί σημειώνει χαρακτηριστικά: Ὅταν ἀντιληφθεῖς μέσα σου τή σκέψη νά σοῦ ὑπαγορεύει ἀνθρώπινη δόξα, νά γνωρίζεις καλά πώς ἡ σκέψη αὐτή σοῦ ἑτοιμάζει ντροπή. Κι ἄν δεῖς κάποιον νά σ’ ἐπαινεῖ ὑποκριτικά, νά περιμένεις τήν ἴδια στιγμή καί τήν κατηγορία ἀπό μέρους του. Καί συνεχίζει μέ τόλμη χειρούργου ὁ ψυχοανατόμος ἀββᾶς: Ὅταν δεῖς κάποιον νά κλαίει γιά τίς πολλές προσβολές πού τοῦ ἔγιναν, νά γνωρίζεις πώς ἐπειδή κυριεύθηκε ἀπό λογισμό κενοδοξίας, θερίζει χωρίς νά τό αἰσθάνεται τούς καρπούς τῶν κακῶν τῆς καρδιᾶς του. Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἡδονή, λυπᾶται γιά τίς κατηγορίες καί τήν κακομεταχείριση, ἀντίθετα ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό λυπᾶται γιά τούς ἐπαίνους καί τίς λοιπές πλεονεξίες. Ἡ ταπείνωσή μας κρίνεται ἀπό τή συκοφαντία. Μή νομίσεις πώς ἔχεις ταπείνωση, τονίζει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, ὅταν δέν ἀνέχεσαι τήν παραμικρή κατηγορία. Ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προχωρεῖ πιό ψηλά: Αὐτόν πού σ’ ἐνέπαιξε ἤ σέ στενοχώρησε ἤ σέ ζημίωσε ἤ ὁτιδήποτε κακό σοῦ ἔκανε, νά τόν θυμηθεῖς ὡς ἰατρό σου. Ὁ Χριστός τόν ἔστειλε γιά νά σέ θεραπεύσει, μή λοιπόν τόν θυμᾶσαι μέ θυμό. Κι ὁ Εὐάγριος εὐεργέτες του θεωροῦσε τούς κακολόγους του.
.                 Ἔχουν μεγάλη σημασία τά παραπάνω ἀναφερόμενα ἀπό τούς θεόσοφους αὐτούς ἰατρούς τῆς ἐρήμου στό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ. Τό νά πεῖ κανείς πώς αὐτά ἀναφέρονται ἀπό μοναχούς καί μόνο γιά μοναχούς, τό λιγότερο εἶναι ἀρκετά ἐπιπόλαιος. Γιατί, ὅπως πολύ καλά ἀντιλαμβάνεσθε καί παρατηρεῖτε, ἀποτέλεσμα ἀταπείνωτου φρονήματος, ἀποτυχημένων ἤ λαθεμένων διαπροσωπικῶν σχέσεων, ἀνικανοποίητων ἐγωϊσμῶν, ἀνενέργητων φιλοδοξιῶν, κενοδοξίας, καυχησιολογίας, ἐπαινοθηρίας, φιλαυτίας κι ἐπιθυμίας δικαιώσεως καί διαφημίσεως εἶναι ἡ ἐπιδημία τῆς μοναξιᾶς.
.                 Βεβαίως ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη μοναξιά. Μά αὐτή δέν εἶναι καθόλου ἀρρωστημένη. Εἶναι ὁ φυσικός χωρισμός τῶν μοναχῶν ἀπό τόν κόσμο. Δίχως νά ἔχουν διόλου μίσος γιά τούς ἀνθρώπους, νά ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἄλλους. Ἡ μοναξιά τους εἶναι δημιουργική. Ὄχι πώς δέν τούς ἐνδιαφέρουν οἱ ἄλλοι πώς εἶναι ἀνώτεροί τους αὐτοί, δέν ἔχουν κανένα κοινό σημεῖο. Μά θά ἐπανέλθουμε στό σημεῖο αὐτό.
.                 Εἶναι δυνατή ἡ μοναξιά ν’ ἀρρωστήσει καί νά ἐξουθενώσει τόν ἄνθρωπο. Μά ἡ ἀγάπη εἶναι πιό κραταιή, νά γιάνει καί ν’ ἀναστήσει τόν κόσμο ὅλο. Ἡ ἀκατανίκητη ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου γιά ἐπικοινωνία πρέπει νά διοχετευθεῖ σωστά. Πρῶτα-πρῶτα πρέπει νά πιάσουμε κάποτε κουβέντα μέ αὐτόν τόν ἄγνωστο ἑαυτό μας. Κουβέντα εἰλικρινῆ, τίμια, θαρρετή. Νά βροῦμε στά βάθη μας τήν κριμένη ἀθωότητα τῶν παιδικῶν μας χρόνων. Κουβέντα πρόσωπο πρός πρόσωπο, δίχως προσωπεῖο, μέ τόν ἕνα, μόνο, ἀληθινό, ζωντανό φίλο, Πατέρα Θεό. Κουβέντα μέ τούς ἄλλους, τούς ὅποιους, τούς χειρότερους, τούς καλύτερους, τούς πλησίον, τούς μακράν, τούς ἀδελφούς μας ἐν Κυρίῳ. Ἔτσι διαλύονται οἱ ἱστοί τῆς μοναξιᾶς, φωτίζονται τ’ ἄδυτα κι ἀνήλια ὑπόγεια τῶν καρδιῶν, σπάει τό καβούκι τοῦ ἐγώ, χαίρεται ὁ ἄνθρωπος, ἐλευθερώνεται, ζωογονεῖται, ἀναπνέει, ζεῖ, ἀρνεῖται τή μοναξιά τοῦ ἄθλιου ἐγωϊσμοῦ. Ἀλήθεια μέ πόσα λίγα κι ἁπλά μέσα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ζεσταθεῖ, νά ξαναενωθεῖ μέ ὅλο τόν κόσμο. Δέν χρειάζεται νά ψάξει κανείς πολύ γιά νά ξαναβρεῖ τήν ἐλπίδα, τήν ἀνάταση, τ’ ἀνείπωτα πανηγύρια τῆς καρδιᾶς, τίς ἑορτές τῶν ἑορτῶν καί τίς πανηγύρεις τῶν πανηγύρεων.
.                 Ὑπάρχει καί μιά ἄλλη μοναξιά, ζωηφόρα καί χαριτόδοτη. Μιά μοναξιά πού ἀξίζει πολύ νά τῆς ἀφιερώσει κανείς ἀρκετό χρόνο. Ἕνα ἀποσυρμό ἀπό τή βουή τοῦ πλήθους μέ τήν τόση διάχυση, περίσπαση κι ἐξωστρέφεια ἀνωφελῆ. Μιά μοναξιά ὑγιῆ, ὡραία, καλή. Μακριά ἀπό τή μορφή ἐπικοινωνίας ἐκείνη τή συνεχῆ μέ τούς πολλούς, γιά νά μή μείνουμε ποτέ μέ τόν ἕνα, τόν ἑαυτό μας, καί νά μήν ἀναχθοῦμε, ἀπό φόβο, δειλία ἤ ἀγνωσία, στόν Ἄλλο, τόν πάντα Ἀναμένοντα, τόν Ἕνα, τόν Ἐνανθρωπήσαντα Θεό Λόγο. Νά βροῦμε τόν τρόπο, τόν τόπο, τήν ὥρα, τόν χρόνο γι’ αὐτή τήν ἱερή στιγμή, γι’ αὐτή τήν ἄλλη ἐπικοινωνία. Μέ γνώση, μέ τάξη, μέ πρόγραμμα. Δέν μιλᾶμε γιά μιά διαφυγή μερικῶν, ἀρκετῶν, ἀπό τίς πολλές τους ἀσχολίες γι’ ἀνάπαυλα, θέα τοῦ ἡλιοβασιλέματος καί τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ. Τούς ρομαντικούς αὐτούς βιαστικά τούς ἀντιπαρερχόμαστε. Τούς χαιρετοῦμε ὡς κουρασμένους πού ξεκουράζονται ἀλλ’ ὄχι ὡς πνευματικούς ἀνθρώπους, ὅπως ἴσως θέλουν νά ὀνομάζονται. Δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς πού καμώνονται πώς αὐτοσυγκεντρώνονται μέ τεχνικές ἀμφίβολης προελεύσεως καί ἀποτελεσματικότητος ἤ ἄλλους πού ἀφιερώνουν λίγο χρόνο σέ φευγαλέες κι ἐπιπόλαιες ὀνειροπολήσεις καί νομίζουν πώς μετανοοῦν, γιά κάποια συντριβή πού εἶχαν, ἐνθυμούμενοι τ’ ἀτοπήματά τους στό ταξίδι πού εἶχαν στό παρελθόν τους. Πρόκειται μᾶλλον γιά ψεῦτες φυγάδες τῆς ζωῆς, ὀνειροπαρμένους καί φαντασιόπληκτους. Οὔτε, ἐπιτρέψτε μας νά ποῦμε, ἀναφερόμαστε στούς ἀγαθούς, ὅσο τολμηρά ἀφελεῖς ἐκείνους πού νομίζουν πώς ζοῦν τήν πνευματική ζωή καί τήν ἱερά ἡσυχία, σεργιανίζοντας μ’ ἕνα κομποσχοίνι στό χέρι, σέ ἀκρογιαλιές καί πλαγιές ὡραίων βουνῶν, ἀκούοντας καλή μουσική ἔχοντας τά νέα βιβλία, τή γαστέρα πεπληρωμένη καί συντροφιά τούς φίλους πού δέν φέρνουν ἀντιρρήσεις. Κι ἀκόμη αὐτούς πού κάνουν πνευματικό τουρισμό ἐπισκεπτόμενοι καί ἱερούς τόπους καί συνομιλώντας μέ παρρησία μέ ἁγίους ἀνθρώπους, μά πού δέν βγαίνουν διόλου ποτέ ἀπό τό θέλημά τους. Συγχωρέστε μας παρακαλοῦμε, μά φοβόμαστε πώς δέν εἴμαστε καθόλου ὑπερβολικοί.
.                 Ἀναφερόμαστε, ἀγαπητοί μου, στήν ἁγία ἐκείνη ἡσυχία, πού ἀξίζει κάθε κόπος καί μέριμνα γιά νά δώσουμε τή σημαντική αὐτή εὐκαιρία στόν ἑαυτό μας καί μέσα στή θορυβώδη αὐτή πολιτεία καί μέσα στό ἄστατο σπιτικό μας καί μέ αὐτά τά χάλια τῆς ζωῆς μας καί τοῦ χαρακτήρα μας. Ἀνάγκη πᾶσα νά ἐλευθερωθοῦμε στήν ἁγία αὐτή μοναξιά. Χρειάζεται ἄσκηση, ὑπομονή, μόχθος, μέχρι νά σβήσουν τά σκοτάδια πού μᾶς κουράζουν στήν ἐργασία αὐτή. Νά βροῦμε τίς ρίζες καί τά ὅρια τῆς ὑπάρξεώς μας. Νά μάθουμε νά προσευχόμαστε. Νά γίνει ἡ σιωπή, πηγή, βροντή, σιντριβάνι, φῶς, καθώς λέει ὁ γλυκύτατος ποιητής ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος.
.                 Χρειάζεται ἀγρύπνια, ἐγρήγορση συνεχής, ἀκινησία, γαλήνη. Ὁ Θεός εἶναι πλάι μας. Αὐτός μέ ὁδηγεῖ. Σ’ αὐτόν ὁδηγοῦμαι. Τί ἔχω νά φοβηθῶ; Ἀπελπισμένος ἀπό τίς φιλίες, τίς γνωριμίες, τίς τέχνες, τίς τεχνικές, τίς ἰδεολογίες, τίς φλυαρίες, τίς κοινοτυπίες, φθάνω στήν προνομιοῦχο ἐσχάτη ἀπελπισία, καί καθώς εἶμαι ἔτσι γυμνός, ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέ ντύνει τήν πιό γνήσια ἐλπίδα. Μέ στηρίζουν σέ αὐτό τό θαῦμα ἡ Παναγία καί ὅλοι οἱ ἅγιοι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ καὶ Η ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-3 «Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μόνο νά θερμαίνει τή φωνή του γνωρίζει, νά χαίρεται πού στέκεται δεύτερος, νά εἶναι φίλος καί μέ τόν ξένο, ν’ ἀρκεῖται στό ὀλίγο, νά κουράζεται στό πολύ, νά πλένει μέ δάκρυα τούς ἄπληστους, τούς ἄσωτους, δίχως κανένα παράπονο, καμιά δυσαρέσκεια.» (Εἰς μνήμην Μωυσέως Μοναχοῦ Ἁγιορείτου-4)

 

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ: «Νομίζεις ὅτι πιάνεις πουλιὰ στὸν ἀέρα, ἐνῶ πιάνεις ἀέρα!» (π. Παΐσιος Ἁγιορ.)

Η ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
«ΛΟΓΟΙ Ε´, Πάθη καὶ Ἀρετὲς»

κδ. Ἱ. Ἡσυχαστ. “Εὐαγγελιστὴς Ἰω. ὁ Θεολόγος”,
Σουρωτὴ Θεσ/νίκης, 2007,
σελ. 69–71
 

.        Ἀπὸ τὴν αὐτοπεποίθηση, νομίζεις ὅτι πιάνεις πουλιὰ στὸν ἀέρα, ἐνῶ πιάνεις ἀέρα! Σηκώνεις τὸ χέρι σου καὶ νομίζεις ὅτι ἔπιασες ἕνα πουλί. “Τὸ ἔπιασα” λές, ἀλλὰ τὸ χέρι σου εἶναι ἄδειο. Σηκώνεις καὶ τὸ ἄλλο σου χέρι, “τὸ ἔπιασα” λές, ἀλλὰ καὶ πάλι τὸ χέρι σου εἶναι ἄδειο. Νὰ βλέπης πρῶτα ἂν εἶναι γεμάτο τὸ χέρι σου καὶ ὕστερα νὰ λὲς “τὸ ἔπιασα”.

 -Γέροντα, οἱ ἀδελφὲς μοῦ λένε ὅτι δυσκολεύονται μαζί μου, ἐπειδὴ ἐπιμένω στὴν γνώμη μου· ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ καταλαβαίνω πάντοτε.

 -Ξέρεις τί συμβαίνει μ᾽ ἐσένα; Ὅταν σχηματίζης μία γνώμη γιὰ κάτι, δὲν λές: “μοῦ πέρασε αὐτὸς ὁ λογισμός, δὲν ξέρω ἂν εἶναι σωστός”, ἀλλὰ πιστεύεις ὅτι ἡ γνώμη σου εἶναι πάντοτε σωστὴ καὶ ἐπιμένεις. Κάνεις σὰν ἐκείνη τὴν νοικοκυρὰ ποὺ τῆς ἀγόρασε ὁ ἄνδρας της ἕνα χταπόδι νὰ μαγειρέψη, ἀλλὰ τοῦ ἔλειπε τὸ ἕνα πλοκάμι.
“Τὸ μαγείρεψες, τῆς λέει, τὸ χταπόδι; ἔβρασε;”
“Ποιό χταπόδι, λέει ἐκείνη, τὸ ἑπταπόδι”.
Ὄχι τὸ ὀχταπόδι-ὄχι τὸ ἑπταπόδι, νευρίασε στὸ τέλος ὁ ἄνδρας της ἀπὸ τὴν ἐπιμονή της καὶ τὴν πέταξε στὸ πηγάδι. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ᾽κεῖ ἔδειχνε μὲ τὰ δάκτυλά της “ἑπτά, ἑπτά, ἑπτά”! Κοίταξε, νὰ λὲς τὸν λογισμό σου, ἀλλὰ νὰ μὴν ἐπιμένης.

 -Ὅμως, Γέροντα, πολλὲς φορὲς βλέπω ὅτι ἡ δική μου γνώμη εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴν γνώμη τῶν ἀδελφῶν μὲ τὶς ὁποῖες συνεργάζομαι.

-Ἀπὸ τὴν αὐτοπεποίθηση ποὺ ἔχεις βλέπεις ἔτσι τὰ πράγματα. Νὰ προσέξης πολύ, γιατί ὅποιος ἔχει πολλὴ λογικὴ καὶ κρίση μὲ ἐγωισμὸ καὶ αὐτοπεποίθηση, μπορεῖ νὰ φθάση νὰ μὴν παραδέχεται κανέναν.

 -Πῶς θὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν αὐτοπεποίθηση;

-Ἂν γνωρίσης τὸν ἑαυτό σου, θὰ δῆς ὅτι δὲν ἔχεις τίποτε δικό σου καὶ τίποτε δὲν μπορεῖς νὰ κάνης χωρὶς τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἂν λοιπὸν καταλάβης πὼς ὅ,τι καλὸ κάνεις εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὅσες χαζομάρες κάνεις εἶναι δικές σου, τότε θὰ πάψης νὰ ἔχης ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν αὐτοπεποίθηση.

, , , ,

Σχολιάστε

«ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΣΩΘΟΥΜΕ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΑ ΘΕΛΗΜΑΤΑ ΜΑΣ»! (Ὅσ. Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ὁσ. Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου
«Χειραγωγία στὴν πνευματικὴ ζωὴ»
(ἀποσπάσματα ἐπιστολῶν),

ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2003,
σελ. 142-143

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          […] Γενικὰ καὶ σὲ κάθε περίπτωση, νὰ ἐνεργεῖτε ἀντίθετα πρὸς τὶς ἀπαιτήσεις τῆς φιλαυτίας, ἀντίθετα πρὸς τὸ φρόνημα τῆς σάρκας. Καὶ γιὰ κάθε δυσκολία, γιὰ κάθε ἀμφιβολία, γιὰ κάθε δίλημμα, νὰ συμβουλεύεστε τὸν πνευματικό σας. Ἔτσι ἡ συνείδησή σας θὰ εἶναι ἀναπαυμένη. Εἰδάλλως εὔλογα καὶ δίκαια σᾶς ταλανίζει.
.         Προκοπή, λέτε, δὲν ἔχετε κάνει στὴν πνευματικὴ ζωή. Καὶ δὲν θὰ κάνετε, ὅσο θὰ ὑπάρχει μέσα σας φιλαυτία. Αὐτὴ ἀναμφισβήτητα μαρτυρεῖ πὼς τὴν πρώτη θέση στὴν καρδιά σας κατέχει τὸ «ἐγὼ» καὶ ὄχι ὁ Κύριος. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας εἶναι ἡ ζωντανὴ «ἐντὸς ἡμῶν» ἁμαρτία, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ὅλη ἡ ἁμαρτωλότητά μας. Καὶ ὅταν εἴμαστε βυθισμένοι στὴν ἁμαρτωλότητα, μᾶς πλησιάζει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ; Ὄχι, ὅπως ἡ μέλισσα δὲν πλησιάζει ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει καπνός.
.         Ἡ παρουσία τῆς φιλαυτίας στὴν ψυχὴ μᾶς δείχνει πὼς ἡ πρώτη ἀπόφασή μας νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ὑπηρετήσουμε τὸν Κύριο ἦταν ἐλλιπής, χλιαρή, ἐπιπόλαιη. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνταπόκριση στὴν κλήση τοῦ Ἰησοῦ: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν… καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιϛ´24). Βλέπετε πὼς ἡ πεμπτουσία τῆς κλήσεως εἶναι τὸ «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Καὶ τοῦτο σημαίνει ὁλοκληρωτικὴ ἐξαφάνιση τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς φιλαυτίας, ἀσυγκατάβατο ἀγώνα ἐνάντια στὴν φιληδονία καὶ στὴν αὐτοϊκανοποίηση.
.         Δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ὑποτασσόμαστε καὶ στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἑαυτό μας. «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. ϛ´24). κύριος, λοιπόν, τῆς δικῆς σας καρδιᾶς ποιός εἶναι; Ὁ Χριστὸς ἢ ὁ ἑαυτός σας; Ἀφοῦ ἀπαντήσετε μὲ εἰλικρίνεια σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, καθίστε καὶ σκεφτεῖτε στὰ σοβαρὰ τί θὰ κάνετε.
.         Μοῦ γράφετε νὰ προσευχηθῶ γιὰ τὴν ἀπαλλαγή σας ἀπὸ τὴν φιλαυτία. Ἀλλὰ γιατί νὰ προσευχηθῶ; Ὁ Θεὸς δὲν θὰ μὲ ἀκούσει. Ἀκούει μόνο τὶς προσευχὲς ποὺ γίνονται γιὰ ὅσους καὶ ἀπ᾽ ὅσους ἀγωνίζονται ἐναντίον τῆς φιλαυτίας. Ἡ “ἀφιλαυτία” δὲν χαρίζεται ἀπὸ τὸν Κύριο. Προαπαιτεῖται γιὰ τὴν ἀποστολὴ τῆς Χάριτος καὶ ὅλων τῶν ἄλλων θείων εὐεργεσιῶν.

, ,

Σχολιάστε

ΟΣΟ ΨΗΛΟΤΕΡΑ ΠΗΔΑΕΙ Η ΜΑΪΜΟΥ… ΤΟΣΟ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΕΝΟΔΟΞΕΣ ΚΟΠΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΛΑΤΡΙΚΕΣ ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ ΤΗΣ!

«Ὅσο ψηλότερα πηδάει ἡ μαϊμού…
…τόσο περισσότερο φαίνεται ὁ κῶλος της».

Γράφει ὁ Δ. Νατσιός
Δάσκαλος-Κιλκίς

.         Εὐθύβολη καὶ περιεκτικότατη ἡ λαϊκὴ παροιμία, ἀποτυπώνει, «ἀκραιφνῶς καὶ ἀκιβδήλως», μίαν ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Καί, ὡς γνωστόν, τὸ συμπαθέστατο, κατὰ τὰ ἄλλη, αὐτὸ ζῶο, ἡ μαϊμού, ἐκτίθεται ἀπὸ τὴν… πισινή του θέα. Οἱ παροιμίες, σύμφωνα μὲ τοὺς μελετητές, εἶναι συμπυκνωμένοι μύθοι. Ἄρα, ὀφείλουμε, νὰ παραθέσουμε τὸ ἐπιθύμιον, νὰ τὴν προβάλλουμε στὴν ἀνθρώπινη βιοτή. Λοιπόν. Κάποιοι ἄνθρωποι, ἀτάλαντοι καὶ ἀσήμαντοι, «νοσοῦντες ἐξ ἐλαφρότητος καὶ ρεκλαμομανίας», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης, ὀνειροφαντάζονται λαμπρὲς καριέρες, ὑπερεκτιμοῦν τὶς δυνατότητές τους, ἀναρριχῶνται στὰ ὑψηλὰ καί… ἀποκαλύπτεται ὁ δυσειδὴς κῶλος τους. (Τὸ φαινόμενο αὐτὸ τὸ μελέτησε ἐπαρκῶς, ὁ Καστοριάδης, στὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο του «ἡ ἄνοδος τῆς ἀσημαντότητας». Καὶ οἱ ἀρχαῖοι τὸ συνόψισαν, ἀριστοτεχνικὰ καὶ δωρικῶς, μὲ τρεῖς λέξεις: «ἀρχὴ ἄνδρα δείκνυσι»).
.         Ἂν σκαλίσουμε λίγο τὰ περασμένα, ἕνα κλασικὸ παράδειγμα ἐγωτικῆς μεγαλαυχίας καὶ ψωροπερηφάνειας (θαυμάσια λέξη), συναντᾶμε στὰ «ἀπομνημονεύματα» τοῦ Μακρυγιάννη. Ἂς προσέξουμε τὸ «πνεῦμα ἀνεκτικότητας» καὶ δημοκρατικότητας» μὲ τὸ ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ὁ βαθύτατα Ὀρθόδοξος χριστιανός, στρατηγός, μιὰ τέτοια ὑπερφίαλη καὶ φίλαυτη «μαϊμού»: «Ἀφοῦ εἴμουνα εἰς τὴν Ἀρκαδία ἄκουγα τὸν πρόβοδον τῶν Ἀράπηδων, ντρεπόμουν νὰ καθήσω μὲ τὶς γυναῖκες, μὲ τρακόσιους ἄνδρες διαλεχτοὺς ὀπούχα. Τὸ λέγω τοῦ διοικητῆ τῆς Ἀρκαδίας, νὰ τὸν ἀφήσω ἕναν ἀξιωματικὸν μὲ πενήντα ἀνθρώπους καὶ νὰ πάγω μὲ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν ἀνάγκη τῆς πατρίδας. Μ’ ἀποκρίνεται: “Δὲν ἔχεις νὰ πᾶς πουθενά, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ κείνους ὁπού κατεβάζω κι ἀνεβάζω στρατηγούς”. Ἦταν ἕνας μπαρμπέρης, φίλος του ἀρχηγοῦ Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Πρωτοσύγκελου κι ἀλλουνῶν. Ἐγώ ᾽λεγα νὰ πάγω νὰ σκοτωθῶ μὲ τοὺς ὀχτρούς, αὐτὸς γύρευε νὰ μοῦ γκρεμίσει τὸν βαθμό μου. Τοῦ μίλησα δι’ αὐτό, τοῦ κακοφάνη. Εἶπε ἑνὸς ἀνηψιοῦ του, ὁποῦχε εἰς τὸ ψωμὶ καὶ γεμεκλίκια καὶ μᾶς τάκοψε. Πῆγα καὶ τὸν ἔπιασα καὶ τόδωσα ἕνα ξύλο διὰ πεθαμόν· κι ἂν δὲν πήδαγε ἀπὸ τὸ παλεθύρι κάτον ὁ διοικητής, δὲν ξέρω ἂν ἔμενε ζωντανός».
.         Βεβαίως, ἕνας ἐκλεπτυσμένος παρασιτοδιανοούμενος τῆς σήμερον ὑπέρμαχος τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, θὰ χαρακτήριζε, αὐτὴν τὴν συμπεριφορά, βαρβαρικὴ (ἢ φασιστική). Τί νὰ κάνουμε ὅμως; Κάτι τέτοιοι μᾶς ἀπελευθέρωσαν, ποὺ ἔριχναν «ξύλο διὰ πεθαμὸν» στὶς κενόδοξες «κοπριὲς» τῆς ἐποχῆς τους.
.         Πεδίον λαμπρόν. στὸ ὁποῖο σταδιοδρομεῖ τὸ συνονθύλευμα ἀθλίων καὶ μετρίων, εἶναι… ποιό ἄλλο; Ἡ πολιτικὴ τέχνη. Τὸ 1877, ὁ Ροΐδης, μὲ τὸ γνωστὸ σκωπτικὸ ὕφος, γράφει στὶς «Σκνίπες», τοῦ «Ἀσμοδαίου»: «Τὸ ἔθνος ἡμῶν ὑφίσταται πολιτικήν τινα ζύμωσιν, καθ’ ἣν τὰ ἀκαθαρτότερα στοιχεῖα ἀνέρχονται καὶ ἐπιπλέουσιν, ἐν εἴδει ἑξαφρίσματος, ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Ὁ τοιοῦτος ἀφρός, κατέχων, κατὰ τοὺς νόμους τῆς φυσικῆς, τὰ ἀνώτερα στρώματα, θέλει κυβερνᾶ, φλυαρεῖ καὶ κλέπτει ἀσυστόλως τὴν Ἑλλάδα, μέχρις οὗ (τώρα αὐτὸ τὸ «οὗ» γυμνὸ ἀπὸ τὰ στολίδια του, τὴν δασεία καὶ τὴν περισπωμένη, ποὺ ἔπαιρνε ἡ ἀναφορικὴ ἀντωνυμία δὲν καταλήγει νὰ φαίνεται ἀρνητικὸ μόριο;) τελειώση ἡ ζύμωσις καὶ λάβη ἀνὰ χεῖρας ὁ λαὸς τὴν μεγάλη ἐξαφριστικὴν κουτάλαν». («Ἅπαντα», τόμ. Β´, σελ. 70). Πέρασαν 150 χρόνια ἀπὸ τὸ ροϊδικὸ ὅραμα καὶ ὁ λαὸς ὄχι μόνον δὲν κατόρθωσε ἀκόμη «νὰ λάβη ἀνὰ χεῖρας» τὴν «ἐξαφριστικὴν κουτάλαν», ἀλλὰ τὰ ἀκαθαρτότερα στοιχεῖα (τὰ καθάρματα) ἐπληθύνθησαν σφόδρα, κλέπτοντας, ἀσυστόλως καὶ ποικιλοτρόπως, τὴν Ἑλλάδα, στέλνοντας τὸν λαό της, στὸν βυθὸ τῆς οἰκονομικῆς φρίκης. Τοιοῦτος ὅμως ἀφρός, μαϊμουδίλων καὶ ἐπιπλέων ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἐπιφανείας, μᾶς προέκυψε καὶ στὶς πρόσφατες ἐκλογές. Ἐξ αἰτίας τοῦ πανάθλιου ἐκλογικοῦ μέτρου, μὲ 1500 περίπου ψήφους ἐξελέγη «ἐθνομητριὰ» καὶ ἡ κ. Ρεπούση. Ἀφηνιάζοντας (ἢ σαλτάροντας ὅπως λένε οἱ νεώτεροι) ἀπὸ τὴν ἀναπάντεχη προβολὴ καὶ δόξα, ἄρχισε νὰ ….. τὶς βλακώδεις καὶ προδοτικὲς ἰδεοληψίες της. Δοκός, ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τῆς χαριτόβρυτης βουλευτοῦ, ἡ Ἐκκλησία. («Πᾶν ἀπωθούμενον προβάλλεται», ἔλεγε νομίζω, ὁ Γιούγκ).
.         Καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς τῶν μαθητῶν τὴν ἐνοχλεῖ καὶ οἱ εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ στὴν τάξη καὶ τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν τὴν ἐρεθίζει ἐπιζητώντας τὴν κατάργησή του ἢ τὴν μετατροπή του σὲ θρησκειολογικὴ τιποτολογία. Παρένθεση. Ἐδῶ συμπλέει μὲ τοὺς μεταπατερικοὺς «ἀφρούς». Γι’ αὐτοὺς ἰσχύει ἀπόλυτα τό, ὑπὸ τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, ρηθέν: «ἡ ὑπερηφάνεια ἀναγκάζει ἐπινοεῖν καινοτομίας, μὴ ἀνεχομένη τὸ ἀρχαῖον», δηλαδή, τὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς προσέξουν οἱ κενόσπουδοι «μεταπατερικοὶ» οἰκουμενιστές, μὴν πάθουν σὰν τὴν μαϊμοὺ τῆς παροιμίας.
.         Καὶ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι, κάποιοι, κάτω π τ κέλυφος τς μεταπατερικς συναφειακς,τάχα κα θεολογίας,κρύβουν τ παρξιακά τους κουρέλια,τὴν ἀποτυχία τους, τὴν ὁποία θέλουν νὰ κατοχυρώσουν καὶ δογματικά, πράγμα ποὺ εἶναι ἀρχὴ καὶ ρίζα πάσης αἱρέσεως. Ἡ δὲ περπερεύουσα κ. Ρεπούση, ἐπειδὴ «ἐπικράνθη» καὶ ἐξευτελίσθηκε ἀπὸ τὴν ὑποτιμητικὴ ἀπόσυρση τοῦ «κουρελουργήματός» της (Ζουράρις), ἐκσφενδονίζει τὶς θυμηδιογόνες ἐκκλησιομαχίες της πιστεύοντας, ἡ ταλαίπωρη, ὅτι ἔτσι παίρνει τὸ αἷμα τῆς πίσω. Τί νὰ πεῖ ……; «Ὁ καθεὶς τὴν μύξα του γιὰ βούτυρο τὴν ἔχει». Ἐκδικεῖται· ποιόν; Τὴν ἱστορία μας; Τὸν λαό, ποὺ θεωρεῖ τὸ ὄνομά της συνώνυμο τῆς προδοσίας καὶ τοῦ γραικυλισμοῦ; «Ἀέρα δέρει».
.         Τόσα χρόνια «παίδευε» φοιτητὲς στὸ παιδαγωγικό, δὲν ἔμαθε ὅτι τὸ μεγαλεῖο τοῦ δασκάλου κρύβεται στὴν ἀναγνώριση τοῦ λάθους; Ὅτι συγγνώμη εναι τ μυστικ φάδι τς σωστς διδασκαλίας; Ἔφυγε ἀπὸ τὴν Βουλή, γιὰ νὰ μὴν τιμήσει τοὺς χιλιάδες σφαγιασθέντες ἀπὸ τὶς συμμορίες τοῦ Μουσταφᾶ Κεμάλ, δηλαδὴ τίμησε τοὺς ἐγκληματίες. Δὲν τὸ γνωρίζει, ὅμως στὶς γενέθλιες ἐθνοσυνελεύσεις τοῦ κράτους μας, ὑπάρχει πρόβλεψη γιὰ τὴν περίπτωσή της: «Κάλλιον νὰ μὴν ὑπάρχει Ἕλλην εἰς τὸν κόσμον, παρὰ νὰ ἀτιμάζει τὸ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν, ὑπάρχων ἀνδράποδον τοῦ ἀναισθήτου Τούρκου, ἐνῶ ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐλεύθερος». (Γ´ Ἐθνοσυνέλευσις, Τροιζήνα 5 Μαΐου 1827). ς φήσει τς τουρκολατρικς κκενώσεις της, γιατί μς φτάνει ξαθλίωση πο μς φόρτωσαν ο κομματικς συμμορίες. Τί τοῦ ἔμεινε ἄλλωστε αὐτοῦ τοῦ πολύπαθου, πληγωμένου λαοῦ, παρὰ μία ἐλάχιστη, εὐλογημένη καύχηση γιὰ τὴν ἱστορία του; Ὣς πότε θὰ τὴν μαγαρίζει, ὑπάρχουσα ἀνδράποδον τοῦ ἀναισθήτου Τούρκου; Στὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε, δὲν εἶναι ἀπίθανα, νὰ ἐπαναληφθοῦν τὰ λεγόμενα «Σανιδικά». Καὶ λόγῳ ἔντονων τελευταία βροχοπτώσεων οἱ σανίδες εἶναι βρεγμένες…

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ (π. Μωυσῆς Ἁγιορείτης)

Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ
Γράφει ὁ μοναχὸς ΜΩΫΣΗΣ, Ἁγιορείτης

.          Πρόκειται γιὰ φοβερὸ πάθος, τὸ ὁποῖο, ὅπως ὅλα τὰ πάθη, ταλαιπωρεῖ τὸν κάτοχό της. Ἡ ὑπερβολικὴ ἀγάπη ποὺ τρέφεται γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτὸ παράγει τὴν ἐνοχλητικὴ φιλαυτία. Ὁ φίλαυτος, πάσχει καὶ ἄγχεται νὰ μὴν πάθει κανένα σοβαρὸ κακό, νὰ μὴ κινδυνεύσει καὶ νὰ μὴ ἐκτεθεῖ μὲ κανένα τρόπο. Θέλει νὰ εἶναι παντοδύναμος, κυρίαρχος, πλεονέκτης, ἀχόρταγος, συμφεροντολόγος καὶ καλοπερασάκιας.
.          Ἡ φιλαυτία γεννᾶ καὶ ἄλλα πάθη. Πρόκειται γιὰ κακὴ μητέρα μὲ ἀδίστακτα τέκνα. Τὰ πάθη ἐπιλέγονται, καλλιεργοῦνται καὶ αὐξάνονται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, κάνοντας κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του. Εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὐκολοπαρασυρόμενος καὶ δὲν θέλει πολὺ γιὰ νὰ πέσει στὴν ἐμπάθεια. Ἀντὶ νὰ ἐπιλεγεῖ ἡ σωτήρια μετάνοια, παραμένει στὴν νοσηρὴ προστασία τοῦ ἑαυτοῦ του, μὲ τὸ ν’ ἀκολουθεῖ τὴν ἐγωϊστικὴ φιλαυτία. Ἡ φιλαυτία δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο ν’ ἀνασάνει ἐλεύθερα, ἀλλὰ τὸν σκλαβώνει σὲ πικρὲς περιπέτειες. Ἀναζητᾶ νὰ εἶναι πάντοτε στὸ κέντρο τῶν συζητήσεων, ὅλοι νὰ ζητοῦν τὴν γνώμη του, τὴν ὁποία θέλει νὰ ἐπιβάλει καὶ νὰ τριγυρίζουν γύρω του συνεχῶς καὶ πάντοτε.
.         Ἐλεύθερα ὑποτάχθηκε στὸ κακό, θεληματικὰ προστάτευσε τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν θεομίσητη ἀμετανοησία. Θεώρησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ κέντρο τοῦ κόσμου. κόμα κα τν Θε θέλησε ν τν χρησιμοποιήσει γι ν περν νετα κα καλά. Ἐπιθύμησε νὰ τὸν ἀκούει μόνο ὁ Θεὸς καὶ ὄχι νὰ τὸν ἀκούει ὑπάκουος καὶ πρόθυμος ὁ ἴδιος. Ἡ φιλαυτία ταυτίζεται κάποτε μὲ τὸν ἀτομισμό. Ὁ φίλαυτος προτιμᾶ παντοῦ καὶ πάντοτε ὅ,τι τὸν συμφέρει, ὅ,τι τὸν βολεύει καὶ ὅ,τι τὸν ἀναπαύει. Ἀποφεύγει νὰ θυσιάζεται, ἀγαπᾶ ὅμως νὰ θυσιάζονται οἱ ἄλλοι γι’ αὐτόν. Συνηθίζει νὰ ἔχει ἕνα προσωπικὸ μεγαλοϊδεατισμό. Ζε σνα νειρο, σ μία φαντασία, σ μία εκονικ πραγματικότητα τι περέχει, τι κυριαρχε, τι πιβάλλεται κα γίνεται ἀποδεκτός. Ἂν δὲν πραγματοποιηθεῖ τὸ ἀγαπητό του θέλημα, θυμώνει πολύ. Ἀπορρίπτει κάθε ἀμφισβήτηση γιὰ τὸ πρόσωπό του. Δὲν δέχεται ποτὲ διορθωτικὲς παρατηρήσεις. Πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι ἔχει ἀπόλυτο κύρος καὶ αὐθεντία.
.         Ἡ κατάσταση αὐτὴ κατὰ συνέπεια τὸν ἀπομονώνει καὶ τὸν ἀποξενώνει. Τὸν κλείνει στὸ κάστρο του καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, ἀπὸ μακριὰ καὶ ψηλά, παρακολουθεῖ τὸν πόνο τῶν συνανθρώπων του. Δὲν ἐξέρχεται ποτὲ πρὸς συνάντηση καὶ βοήθειά τους. Πρόκειται γιὰ τραγικὴ προσωπικότητα. Στὰ τείχη του μένει κλεισμένος καλά, δίχως τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν συνανθρώπων του. Ἡ καρδιά του ἔχει γίνει ἕνα μὲ τὶς πέτρες τοῦ ἰδιοκατασκεύαστου τείχους του. Πάσχει ἀμετανόητα, μοναχικὰ καὶ βαρειά. Δὲν μπορεῖ ἢ δὲν θέλει νὰ θεραπευθεῖ.
.          Κατ’ ἀρχὰς τὸ πρόβλημα εἶναι μεγάλο γιατί δὲν τὸ ἀναγνωρίζει καὶ παραδέχεται ὁ ἴδιος. Αὐτοκαταστρέφεται καὶ αὐτοκαταδικάζεται, μισώντας τελικὰ τὸν ἑαυτό του. Χρειάζεται μεγάλη γενναιότητα καὶ ἀποφασιστικότητα γιὰ μία οὐσιαστικὴ διόρθωση. Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ αὐτοθυσία καὶ ἡ αὐταπάρνηση. Τὸ μίσος κατὰ τοῦ παλαιοῦ καὶ κακοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἡ θέαση, ἐντόπιση καὶ στιγμάτιση παθῶν, λαθῶν καὶ ἀστοχιῶν μας εἶναι μία καλὴ ἀνορθωτικὴ ἀρχή. Ἡ ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅσους ἔχουν τὸ χάρισμα νὰ συνομιλοῦν μαζί του εἶναι μία μεγάλη βοήθεια. περικοπ κούσια τν θελημάτων μας εναι μία γενναία κα αματικ πράξη συνδρομς πρς ρση τς φοβερς φιλαυτίας. Ἡ καλλιέργεια φρονήματος γνήσια ταπεινοῦ συνδράμει στὴν θεραπεία μας.
.          Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν πτοεῖται ἀπὸ τὰ στενόχωρα λόγια τῶν ἄλλων ἔφθασε στὰ κράσπεδα τῆς ἐλευθερίας. Βαδίζει ἀνενόχλητος, ἀβαρής, ἄνετος καὶ χαρούμενος. Αὐτὸς ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ κάστρο του ἢ ἀπὸ τὸ καβούκι του πρὸς συνάντηση τοῦ ἄλλου, μπορεῖ νὰ μπαίνει σὲ μιὰ μικρὴ ἢ μεγαλύτερη περιπέτεια, ἀλλ’ ὅμως ἀπαλλάσσεται ἀπὸ ἄλλα κακά, ὅπως εἶναι ἡ μοναξιά, ἡ περιφρόνηση, ἡ ἀναλγησία, ἡ μισανθρωπία καὶ ἡ ἀκαταδεξιά. Εἶναι γεγονὸς ἀδιαμφισβήτητο πὼς αὐτὸς ποὺ ἀληθινὰ καὶ ἐγκάρδια ἀγαπᾶ τοὺς ἄλλους, ἀγαπᾶ ἀληθινὰ καὶ τὸν ἑαυτό του.
.          Δυστυχς ο μεγάλες ατς λήθειες κούγονται ς συνήθη παπαδίστικα κηρύγματα, ς εκολες νουθεσίες, ς πόμακρα λόγια. Δυστυχῶς πολλοὶ τῶν συνανθρώπων μας περιφέρονται κουμπωμένοι σφιχτά, μὲ συναγωνιζόμενη τὴν ἐπιπολαιότητα, μὲ τὴν ἀπερισκεψία, μ’ ἐπικίνδυνα σκοτισμένο νοῦ, παρότι γνωρίζουν καλὰ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Πρόκειται γιὰ μία σοβαρὴ πνευματικὴ ὑποβάθμιση. Θέλησαν νὰ μᾶς κάνουν ἀνθρώπους δίχως αἰσθήματα ἀνθρωπιᾶς. Μὲ καρδιὰ παγωμένη καὶ ράθυμη ποὺ χτυπᾶ βαριεστημένα μόνο γιὰ τὸν ἑαυτούλη μας. Εἶναι καιρὸς πιὰ νὰ βοηθηθοῦμε, γιὰ νὰ βοηθήσουμε καὶ τοὺς ἄλλους. Ἕνας φίλαυτος μόνο νὰ παίρνει καὶ νὰ κατέχει θέλει. Ἡ φιλαυτία εἶναι μέρος τῆς παρούσας πολυσυζητημένης κρίσεως. Ἡ ἀπομάκρυνσή της εἶναι ἀρχὴ τῆς λύσεως τοῦ προβλήματος. Μακάρι.

μοναχὸς ΜΩΫΣΗΣ Ἁγιορείτης

,

Σχολιάστε

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ψυχολογικὰ προβλήματα καὶ Ἐκκλησία

τοῦ π. Ἀνδρέα Ἀγαθοκλέους.

.           Λένε πολλοί, εἰδικοὶ καὶ μή, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας χαρακτηρίζονται ἐν πολλοῖς ἀπὸ ψυχολογικὰ προβλήματα. Τί σημαίνει ‘ψυχολογικὰ προβλήματα’; Προφανῶς ἐννοοῦμε διαταραχὲς στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ στὸ βαθύτερο εἶναι του. Αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια νὰ χάνεται ἡ ἰσορροπία στὴν σχέση του μὲ τὸν ἑαυτό του, τοὺς συνανθρώπους του, τοῦ κόσμου του.
.           Ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μου ὡς πνευματικός, ἔχω διαμορφώσει μία ἄποψη πάνω στὸ θέμα τῶν λεγομένων “ψυχολογικῶν προβλημάτων”, τὴν ὁποία θά ’θελα νὰ καταθέσω: Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς περιπτώσεις ὅπου ἔχουμε βλάβες στὰ νεῦρα, ποὺ χρειάζονται φαρμακευτικὴ ἀγωγή, ὑπάρχουν καὶ οἱ περιπτώσεις ὅπου ἄνθρωπος ἀσθενεῖ ψυχικά, γιατί ἐνεργεἐγωκεντρικά. Τὰ λεγόμενα ‘ψυχολογικὰ προβλήματα’, τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι ἐκφράσεις μίας φιλαυτίας, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀσχολεῖται μὲ τὸν ἑαυτό του, σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ ἐγκλωβίζεται σ’ αὐτόν, χάνοντας τὴν οὐσιαστικὴ ἐπαφή του μὲ τοὺς ἄλλους. Ὅπου ἀσχολεῖται μὲ τοὺς ἄλλους, εἴτε ὡς βοήθεια εἴτε ὡς ἐνασχόληση, ἔχει ὡς βάση τὸν ἑαυτό του. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει ὑπέρβαση ὁρίων στὴν κούραση, στὸν χρόνο, στὶς δυνάμεις. Ὁ ἄλλος γίνεται μέσο γιὰ ἐξυπηρέτηση τοῦ ἑαυτοῦ του ποὺ ζητᾶ τὴν ‘πνευματικὴ πρόοδο’. Κι ὅταν ἐμπλέκεται τὸ πνευματικὸ στοιχεῖο, εἶναι δύσκολο νὰ διακρίνει ἀπὸ μόνος του κανεὶς τὴν κρυμμένη φιλαυτία.
.           Ἡ ὅλη θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας μας συνιστᾶται ἀκριβῶς στὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν φιλαυτία, ποὺ εἶναι ἡ βάση καὶ ἡ ρίζα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν. Ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἐλεημοσύνη, ἡ Θεία Κοινωνία, ἡ συμμετοχή μας στὰ Μυστήρια, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, κι ὅλα ὅσα συνιστοῦν τὴν πνευματικὴ ζωή, μᾶς βοηθοῦν νὰ πορευτοῦμε ἀπὸ τὸ ‘Ἐγὼ’ στὸ ‘Ἐμεῖς’. Ἡ ὑπακοή, ὡς «ἐκκοπὴ τοῦ ἴδιου θελήματος», τί ἄλλο εἶναι ἀπὸ ἕνα δυνατὸ φάρμακο που μᾶς θεραπεύει ἀπὸ τὴν φιλαυτία μας; Ἡ ἐνορία ὡς ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, ὅπου ὁ χριστιανὸς προσφέρει τὸν ἑαυτό του, τὰ χαρίσματά του, τὶς δυνάμεις του, τὸν χρόνο του, γιὰ χάρη τῶν ἀδελφῶν του, εἶναι μία μεγάλη δυνατότητα γιὰ νὰ θεραπευτεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ζήσει τὴν φυσιολογικὴ ζωὴ τῆς ἀγάπης.
.           Γιατί οἱ ἅγιοι δὲν ἔχουν ψυχολογικὰ προβλήματα; Ἀκριβῶς γιατί δὲν ἔχουν φιλαυτία. Μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἄσκηση, καθὼς καὶ ὅλα ὅσα συνιστοῦν τὴν ὄντως ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ζοῦσαν γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ βίωναν δυναμικὰ τὴν ἀγάπη ὡς δόσιμο καὶ θυσία. Στὸν βαθμὸ ποὺ ἔτσι ζοῦμε, εἶναι καὶ ἡ θεραπεία μας ἀπὸ τὴ φιλαυτία, ποὺ δημιουργεῖ τὰ λεγόμενα ψυχολογικὰ προβλήματα.

.          Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάζουμε συχνὰ τὴν πορεία μας. Νὰ θέτουμε τὸν ἑαυτό μας μπροστὰ στὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὸν κρίνουμε, ἂν βρίσκεται ἢ ὄχι σωστὰ μέσα σ’ αὐτήν. Βέβαια, ἡ Ἐκκλησία ὡς νοσοκομεῖο μᾶς θεραπεύει, ἂν παίρνουμε κανονικὰ τὰ φάρμακά της. Δὲν μᾶς κρίνει αὐτὴ ἀλλὰ μᾶς σώζει, μᾶς ὁλοκληρώνει ὡς πρόσωπα. Δὲν εἶναι κρίμα νὰ βρισκόμαστε γιὰ χρόνια μὲς στὸ νοσοκομεῖο- ἐκκλησία καὶ νὰ μένουμε ἀθεράπευτα οἱ ἴδιοι; Δὲν εἶναι ἄδικο νὑπάρχει ἐκκλησία – ναὸς ὡς δυνατότητα λειτουργίας της ὡς κοινωνία προσώπων μὲ τὴν σχέση καὶ τὴν συμπόρευση καὶ νὰ τὴν χρησιμοποιοῦμε γιὰ θρησκευτικὲς τελετὲς καὶ θρησκευτικὰ καθήκοντα;
.             Ὅλοι ἔχουμε τὴν εὐθύνη, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἂν σήμερα πολλοὶ συνάνθρωποί μας, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές μας, ἔχουν «ψυχολογικὰ προβλήματα», ἐμμένοντας ὕπουλα ἢ φανερὰ στὴν φιλαυτία τους. Ἂς ἐργαστεῖ ὁ καθένας μας, ὅπως μπορεῖ, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἐκκλησία μας αὐτὸ ποὺ εἶναι – ἐν Χριστῷ κοινωνία προσώπων, ποὺ ζοῦν γιὰ τοὺς ἄλλους κι ἔτσι γίνονται ὅλοι φῶς ἀπὸ τὸ Φῶς, ἅγιοι ἀπὸ τὸν ἀπόλυτα Ἅγιο.

ΠΗΓΗ: vatopaidi.wordpress.com
(ἀπὸ agiosgeorgiosmakris.com)

, , ,

Σχολιάστε