Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Φαρισαῖος

H ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ (Κων. Οἰκονόμου)

ποκρισία
[Ὅταν τὸ “φαίνεσθαι” γίνεται σημαντικότερο τοῦ “εἶναι”]

τοῦ Κων/νου Οἰκονόμου
 δασκάλου -συγγραφέα

Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ φαρισαίου σήμερα καὶ μὲ τὸ ἀντίστοιχο Εὐαγγέλιο εἰσερχόμαστε στὴν κατανυκτικὴ περίοδο τοῦΤριωδίου. Μία ἀπὸ τὶς δύο φιγοῦρες τῆς σημερινῆς Παραβολῆς τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ Φαρισαῖος. Μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων τὸ ὄνομα φαρισαῖος κατέστη συνώνυμο τῆς λέξης ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ. Ἂς δοῦμε λίγο τὸ θέμα ὑποκρισία, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πάθη.

ΟΡΙΣΜΟΣ: Ὑποκρισία εἶναι ἡ ἐπιτηδευμένη ἀπόκρυψη αἰσθημάτων καὶ σκέψεων. Οἱ ὄροι, ὑποκριτὴς καὶ ὑπόκριση, προερχόμενοι ἀπὸ τὸἀρχαῖο ἑλληνικὸ θέατρο, δηλώνουν τὸν ἠθοποιὸ καὶ τὴν ἐπὶ σκηνῆς τέχνη του, ἀντίστοιχα. Ὅταν χρησιμοποιῶ ἠθοποιϊα στὶς σχέσεις μου μὲ συνανθρώπους, εἶμαι ὑποκριτής. Ἡ ὑποκρισία, εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς γνησιότητας καὶ τῆς εἰλικρίνειας. Ἕνας ἄνθρωπος πέφτει στὴν ὑποκρισία προσπαθώντας νὰ διατηρήσει καλὴ ἐξωτερικὴ εἰκόνα, χωρὶς νὰ φροντίζει ὥστε καὶ ἐσωτερικὰ νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ καλὸς ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ δείχνει.

Η ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟΝ ΣΟΦΙΑ: Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες οὐδέποτε ἐκτιμοῦσαν τὴν ὑποκρισία. Ὁ σοφιστὴς Γοργίας ἔλεγε: “Ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει ὄχι νὰ φαίνεται καλός, ἀλλὰ νὰ εἶναι πράγματι.”, ἐνῶ ὁ Δημόκριτος τόνιζε: “Πολλοὶ δρῶντες τὰ αἴσχιστα λόγους ἀρίστους ἀσκέουσιν (λένε)”. Ο φιλόσοφος Λὰ Μπριγιὲρ ἔλεγε πὼς δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τοὺς ἀνθρώπους. Κι αὐτὸ γιατί “τὶς ἀρετὲς συνήθως σκεπάζει τὸ πέπλο τῆς σεμνότητας, ἐνῶ τὰ ἐλαττώματα φορᾶνε τὴ μάσκα τῆς ὑποκρισίας”. Ὁ Λούθηρος ἔγραψε εὔστοχα: “Ἡ ὑποκρισία εἶναι ὁ σεβασμός, ποὺ προσφέρει ἡ κακία στὴν ἀρετή.” Χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῶν ὑποκριτῶν εἶναι ἡ ἐπίδειξη. Ὅ,τι κάνουν γίνεται πρὸς τὸ “θεαθῆναι”, γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ἐπίδειξη στὸν κοινωνικὸ βίο πηγάζει ἀπὸ τὴν ὑποκρισία. Εἶδος ὑποκρισίας εἶναι καὶ ἡψευτοειλικρίνεια ποὺ περιγράφει ὁ Οὐγκώ: “Ὁμολογοῦμε τὰ μικρά μας ἐλαττώματα, μόνο γιὰ νὰ πείσουμε ὅτι δὲν … ἔχουμε μεγάλα!”. ὉὌργουελ στηλιτεύοντας τὸν “ἀνθρωπισμὸ” ἔλεγε: “Ἕνας ἀνθρωπιστὴς εἶναι πάντα ἕνας ὑποκριτής”. Συχνὰ παρατηροῦμε πὼς ὁἀνθρώπινος χαρακτήρα, ποὺ ἡ κοινωνία ὀνομάζει εὐχάριστο, συνίσταται ἀπὸ εὐγένεια καὶ ὑποκρισία. Ὁ λαὸς συνηθίζει νὰ λέει: “Δάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμο δὲν ἐκράτεις.” καί: “Στὴ γειτονιὰ τριαντάφυλλο καὶ μὲς στὸ σπίτι ἀγκάθι”, ὑπονοώντας τὸν ὑποκριτὴτῆς “διπλανῆς”, ἂν ὄχι τῆς δικῆς μας, πόρτας. Ἡ φύση μᾶς παραδειγματίζει μὲ τὴν παντελῆ ἀπουσία ὑποκρισίας. Ἐνῶ τὰ ζῶα, ἀγνοώντας τὴν ὑποκρισία, ἔχουν ἕνα ἀναγκαῖο, ἐξωτερικὸ καμουφλάζ, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἕνα ἐπικίνδυνο ἐσωτερικὸ καμουφλὰζ ποὺ λέγεται ὑποκρισία.

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ: Θεραπεία τῆς ὑποκρισίας, γιὰ τοὺς ψυχολόγους, δὲν εἶναι τὸ νὰ “ἀφεθοῦμε” στὶς παρορμήσεις, ὅσο τὸ νὰ ἐσωτερικεύσουμε τὴν προσπάθεια καλλιέργειάς μας, φροντίζοντας ὥστε ἡ καλοσύνη, ἡ εὐγένεια, νὰ γίνουν καταστάσεις τοῦ ψυχικοῦ κόσμου, ὄχι προσωπεῖα ἐντυπωσιασμοῦ. Γιὰ νὰ κατορθωθεῖ αὐτό, πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ ἀξία μας κρίνεται μόνο ἀπὸτὴν μαρτυρία τῆς συνείδησής μας. Πρέπει νὰ στοχεύουμε στὴν ἐσωτερικὴ καλλιέργεια, χωρὶς νὰ σκοτώνουμε τὸν πολύτιμο χρόνο μας στὸ φτιασίδωμα ἀνώφελων “προσωπίδων συμπεριφορᾶς”. Βεβαίως, συχνὰ χρειάζεται νὰ κάνουμε κάποια τυπικὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, ὅπως νὰ καλημερίσουμε ἢ νὰ καλέσουμε κάποιον στὸ σπίτι μας, χωρὶς κατὰ βάθος νὰ τὸ ἐπιθυμοῦμε τὴν ὥρα ποὺ τὸ κάνουμε. Αὐτά, κατὰ τοὺς κοινωνιολόγους-ψυχολόγους, δὲ συνιστοῦν ὑποκρισία, ἂν στόχος μας εἶναι νὰ ξυπνήσουμε ἔτσι τὴν ἐσωτερική μας διάθεση. Ἂν καταφέρουμε πράγματι νὰ εἴμαστε καλοί, εὐγενεῖς καὶ διαπνεόμενοι ἀπὸ ἀγάπη, αὐτὸ θὰ γίνει φανερὸ καὶ στοὺς ἄλλους. Ἡἐσωτερική μας ἀκτινοβολία θὰ φωτίζει τὸ πρόσωπό μας καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἄλλων.

Η ΑΝΩΘΕΝ ΣΟΦΙΑ: Ὁ Κύριος συχνὰ χαρακτήριζε τοὺς Φαρισαίους ὑποκριτὲς χρησιμοποιώντας τους στὸ κήρυγμά του ὡς πρὸς ἀποφυγὴ παράδειγμα. Ο Ἰησοῦς, ἐνῶ ὁμιλοῦσε μὲ τρόπο ἤρεμο καὶ ἐπιεικῆ, ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, μιλάει καυστικὰ καὶἀνελέητα, ὅταν συναντάει τὴν ὑποκρισία τῶν θρησκευτικῶν ἡγετῶν τῆς ἐποχῆς του. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνει τὰ οὐαί, μὲ τὰ ὁποῖα ξεγυμνώνει τὴν ὑποκριτικὴ συμπεριφορά τους: “οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. (…) πάντα τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις, (…) Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρᾷπροσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρίμα. Οὐαὶ ὑμῖν (…), ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν.” (Μτθ. κγ΄2-14). Ἡ φαρισαΪκὴ ὑποκρισία συνίστατο στὸ ὅτι παρέβλεπαν τὶς σπουδαιότερες διατάξεις τοῦ νόμου, ἐνῶ δὲν παρέλείπαν νὰ καταβάλουν στὸ Ναὸ τὸ ἕνα δέκατο, ὄχι μόνο ὅλων τῶν καρπῶν, ὅπως προβλέπει ὁ Νόμος, ἀλλὰ ἐπεξέτειναν αὐτὸ καὶ στὰ εὐτελέστερα προϊόντα (δυόσμος, ἄνηθο, κύμινο), πράγμα ποὺ δὲν κοστίζει. Ὁ Ἰησοῦς τοὺς κατηγορεῖ, γιατί δίνουν προτεραιότητα στὰ δευτερεύοντα,παραμελώντας τὰ «βαρύτερα τοῦ Νόμου», τὴν κρίση, τὸ ἔλεος, τὴν πίστη. Ὁ Ἰησοῦς δὲν παραθεωρεῖ τὶς νομικὲς διατάξεις, ἀλλὰ καταγγέλλει τὴν διαστρέβλωση, ὅπου τὰἀσήμαντα γίνονται πρωτεύοντα, ἐνῶ περιθωριοποιοῦνται βασικὲς διατάξεις τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀντιστροφὴ αὐτὴ εἶναι ὑποκρισία, γιατί μὲτὴν εὔκολη τήρηση δευτερευουσῶν διατάξεων δημιουργεῖται εὐσεβιστικὸ προσωπεῖο σὲ δυσαρμονία μὲ τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου. Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ «ὑποκριταί», ἔνας χαρακτηρισμὸς ἐπιτυχής, ποὺ συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν χαρακτηριζόμενο, ὥστε στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων τὸ “ὑποκριτής” νὰ ἀποβεῖ συνώνυμο τοῦ «Φαρισαῖος».
Χαρακτηριστικότερο δεῖγμα τοῦ κηρύγματος τοῦ Κυρίου κατὰ τῆς ὑποκρισίας ἀποτελεῖ ἡ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ Τελώνη καὶ τοῦΦαρισαίου. Ἡ σχετικὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ σηματοδοτεῖ τὴν ἔναρξη τῆς κατανυκτικότερης περιόδου μετανοίας, αὐτῆς τοῦ Τριωδίου. Ἡ θέσπιση τῆς ἀνάγνωσης αὐτῆς τῆς περικοπῆς μᾶς δείχνει ἀπὸ ποῦ μποροῦμε νὰ ξεκινήσουμε τὸν αὐτοέλεγχό μας. Κατά τὴν Κλίμακα τοῦ ὁσ. Ἰωάννου Σιναΐτου, ἡ ὑποκρισία: “μία κατάσταση ὅπου τὸ σῶμα, οἱ ἐξωτερικὲς δηλαδὴ ἐκδηλώσεις, βρίσκεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ψυχή” (24.20), καταλαμβάνει τὰ πάντα. Ἄλλα λέει κάποιος καὶ ἄλλα πραγματοποιεῖ, μὲ χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τοὺς πολιτικούς. Αὐτὸ ἐνοχλεῖ ἰδιαίτερα τοὺς νέους, ποὺ ἀναζητοῦν τὸ γνήσιο καὶ τὸ ἀληθινό. Ἀκόμη καὶ στὴν Ἐκκλησία, ὕφος καὶ ἦθος εἶναι κάποτε ἀπαράδεκτο σκανδαλίζοντας τοὺς πιστούς. Ἡ ἐπικέντρωση, ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς ταγοὺς σὲ θέματα τυπολατρείας καὶ ὄχι οὐσίας, “ἐπιφάνειας καὶ ὄχι πνεύματος” (Μωυσῆς Ἁγιορ.), φανερώνει πνευματικὴ ἀσθένεια. Τὸ ὀρθόδοξο ἦθος βασίζεται σὲ ἄσκηση, ταπείνωση, ἀγάπη. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ φυλάττει ἀκέραια τὴν ὀρθὴ πίστη, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο “θεραπεύεται” ἀπὸ ἐναρέτους μυσταγωγοὺς γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, ὄχι ἀπὸ ὑποκριτές δικαστές. Πολλοὶ σήμερα ὑποκρινόμαστε θεοσέβεια, ποὺ ὑποκρύπτει ἀπιστία καὶ ψεῦδος, γιατί «ἡ υποκρισία εἶναι μητέρα καὶ αἰτία τοῦ ψεύδους». (Ἰωάννης Σιναΐτης), ἀκόμη καὶ μίσος: “Ἡ ὑπόκρισις εἶναι καρπὸς τοῦ φθόνου.” (Μέγας Βασίλειος). Ἡ προαίρεση, ἄλλωστε, τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Θεὸ ἢ στὸν δαίμονα. Ὁ Φαρισαῖος προσευχόμενος ἐπαίρεται. Ὁ Τελώνης στὸ ναὸ ταπεινώνεται εἰλικρινά. Ἡ φαρισαϊκὴ θρησκευτικότητα ἦταν σαφῶς ὑποκριτική. Διέβαλλαν τὸν Χριστό, γιατί τοὺς χάλαγε σχέδια καὶ προγράμματα. Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο πράος, φτωχός, ταπεινός, ἔξω ἀπὸ τὴν φαρισαϊκὴ “κάστα”, γι’ αὐτὸ οἱ Φαρισαῖοι τὸν μισοῦσαν. Ὁ Χριστὸς ἐνανθρώπησε, γιὰ νὰ διακονήσει πονεμένους, νὰ θεραπεύσει ἀσθενεῖς, νὰ ὁδηγήσει σὲ μετάνοια ἁμαρτωλούς, νὰ σώσει ὅλους ὅσους θέλουν. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι ὁ χῶρος τῆς θείας χάριτος, τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς σωτηρίας. Ἀντίθετα, ἡ ὑποκρισία μολύνει κάθε καλὴ πράξη. Ἡ ὑποκρισία εὐχαριστεῖ τὴ φιλαυτία, τὴ φιλοδοξία καὶ τὴ φιλαρέσκεια .

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ἀπὸ τὴ θεατρικὴ σκηνὴ στὴ σκηνὴ τῆς καθημερινότητας ἡ ὑποκρισία κυριαρχεῖ. Ἐπίζηλη θέση-ρόλο στὴν κοινωνία-θέατρο κατέχουν ἄνθρωποι ποὺ ξεγελοῦν τοὺς διπλανούς τους καὶ συχνὰ καὶ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ ὑποκριτής, νομίζοντας ὅτι ἐξυπηρετεῖκαλύτερα τὶς κοινωνικές του σχέσεις, στὴν πραγματικότητα βρίσκεται ἀπομονωμένος ἐντὸς τειχῶν, ποὺ ὁ ἴδιος ἔκτισε. Ἡ ὀχύρωση στὰτείχη τῆς ὑποκρισίας-ἀτομισμοῦ, ἀποτελεῖ ἀντικοινωνικὴ-αὐτιστικὴ στάση. Εἶναι ἐπιτυχία δαιμονικῶν δυνάμεων ποὺ κρύβονται μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὅλα τοῦτα, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀρέσκεται στὴν προσωπικότητά του καὶ προσπαθεῖ νὰ τῆς φορέσει “ψιμμίθια”, ἀνύπαρκτες ἀρετὲς καὶ φανταστικὲς ἱκανότητες. Δυνατότητα ἀνάπλασης τοῦ ἀνθρώπου προσφέρεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ κατακτιέται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ πτώση τῶν τειχῶν τῆς ὑποκρισίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν προσέγγιση τῶν “εἰκόνων” τοῦ Θεοῦ μεταξύ τους, θὰ ἀποτελέσει νίκη τοῦ Χριστιανισμοῦ κατὰ τοῦ εἰδωλολατρικοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καὶ τοῦ ἀθέου οὑμανισμοῦ.

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΕΝΑ ΑΜΑΡΤΩΛΟ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Συνέντευξις μέ ἕναν ἁμαρτωλό!

τοῦ ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

  • Ὁ δικός μας φακός δέν ξέρω σέ ποιό ἀπό τά δύο πρόσωπα θά «ζουμάρη»! Γεγονός εἶναι, ὅτι ὁ φακός τοῦ Χριστοῦ ἔρριξε μαύρη σκιά στό πρόσωπο τοῦ Φαρισαίου καί ἀφανίστηκε… Καί ὕστέρα, ὅλα τά φώτα τῆς θείας καταξιώσεως τά ἔρριξε στόν Τελώνη! Ξεχασμένος γιά τά μάτια τοῦ Φαρισαίου· δοξασμένος γιά τά μάτια τοῦ Χριστοῦ! Τιποτένιος γιά τήν κρίσι, ἤ μάλλον τήν κατάκρισι, τοῦ Φαρισαίου· δικαιωμένος κατά τήν κρίσι τοῦ Χριστοῦ! «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ ἤ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη΄ 14). Μηδενικό γιά τήν παρέα τοῦ Φαρισαίου· ἄριστος γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Χριστοῦ! ’Αποδιοπομπαῖος γιά τόν Φαρισαῖο. Καλοδεχούμενος γιά τόν Θεό! Πῶς προσείλκυσε τό βλέμμα τοῦ Χριστοῦ; Μόνο τό βλέμμα; Καί τή συμπάθεια! Καί τήν ἐκτίμησι. Και τή συγγνώμη. Καί τήν αγάπη. Καί τόν θαυμασμό!

—Μά, Κύριε, αὐτόν θαυμάζεις; Σύ, ὁ ’Αναμάρτητος, αὐτόν τόν ἐλεεινό ἁμαρτωλό; Σύ, ὁ Δίκαιος καί Ἐλεήμων, αὐτόν τόν φοροκλέφτη; Σύ, ὁ Εὐεργέτης, αὐτόν, τόν ἄδικο φορομπήχτη;

—Κύριε, μέ τούς ἁμαρτωλούς εἶσαι;!! Μέ τούς ἅρπαγες καί κλέφτες; Μέ τούς τελῶνες καί τούς ἀπατεῶνες;

—Δέν είμαι μ’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἦρθα ἀπό τόν οὐρανό γι’ αὐτούς! Δέν συμφωνῶ μέ τίς ἄλλες πράξεις τους. Μά συμφωνῶ μέ τήν τελευταία πρᾶξι τους: Λέγεται μετάνοια! «Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ´ 13).

—Δέν εἶμαι σύμφωνος μέ τό παρελθόν τους. Ἀγκαλιάζω ὄμως τό παρόν τους! Ξέρετε γιατί τούς γαπῶ ὅλους αὐτούς; Γιατί ἔγιναν πρώην! · Πρώην πελάτες τοῦ Διαβόλου… Πρώην ἐργάτες τοῦ κακοῦ. Πρώην ὄργανα τῆς ἀτιμίας. Πρώην αἰσχροί. Πρώην πόρνοι. Πρώην κακοποιοί. Πρώην ληστές. Πρώην ἐγκληματίες. Πρώην διῶκτες. Πρώην ὑβριστές. Πρώην ἀλῆτες. Πρώην ἐξαρτημένοι!…

—Θέλετε νά βάλω ἕναν προσδιορισμό τῆς ’Εκκλησίας μου; Ἐκκλησία τῶν πρώην!

  • Ἰδιαίτερα ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου εἶναι τῶν πρώην ἁμαρτωλῶν. Οἱ πρώην, βέβαια, πού δέν ξαναγυρίζουν στό σκοτεινό παρελθόν τους… Δέν ἔχουν μόνο μεταμέλεια. Ὅσοι κακοποιοί συλλαμβάνονται ἀπό τήν ἀστυνομία καί δείχνουν μεταμέλεια, τό κάνουν συνήθως γιά τήν ποινή τῆς δικαιοσύνης. Ἡ μετάνοια ὅμως δέν εἶναι ἁπλῶς μεταμέλεια. Ὅσοι μετανοοῦν ὁριστικά, ὅπως ὁ Τελώνης ἤ ὁ Ἄσωτος, τό κάνουν γιά νά ἑλκύσουν τό λεος τοῦ Θεοῦ.

  • Γι’ αὐτό καί ἡ μετάνοια δέν ἀρκεῖται στό «πρώην» γιά τό κακό παρελθόν. Προχωρεῖ στό δάκρυ καί τήν ἐξομολόγησι τοῦ παρόντος. Καί βαδίζει πλέον (ἄνθρωπος καί μετάνοια) τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς καί τῆς ἀρετῆς. Δέν ἀρκεῖ ὁ ἄρρωστος νά γίνη καλά. Πρέπει τώρα καί νά τρέχη… Δέν ἀρκεῖ τό δάκρυ. Χρειάζονται καί τά ἔργα τά καλά. «Ποιήσατε καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας» (Λουκ. γ΄28).

Ἄν ἤμασταν φωτορεπόρτερς καί πηγαίναμε νά πάρουμε συνέντευξι ἀπό τούς ἐπισκέπτες τοῦ Ναοῦ, θά βλέπαμε, καί τούς δυό νά ἀρχίζουν μέ τήν ἴδια λέξι· μέ τή λέξι «Θεός»!

—Ὁ Θεός! Γιά μένα (λέει ὁ Φαρισαῖος) ὑπάρχει ὁ Θεός, γιά νά μέ θαυμάζη, γιά νά μέ βραβεύη!

  • Γιά σένα, τελώνη; Πές μας, τί εἶναι ὁ Θεός; Μίλα μας!…

Κι ὁ Τελώνης «…μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι» (Λουκ. ιη΄ 13).

—Δέν τολμῶ νά σᾶς κοιτάξω. Πολύ περισσότερο, δέν τολμῶ νά κοιτάξω τό Θεό. Τόν ἔχω πικράνει.

  • Ἐμεῖς ἐπιμένουμε… Πνιγμένον ἀπό τίς νοχές, τόν ἀκοῦμε νά ψιθυρίζη:

—Ὁ Θεός!… ’Όχι, δέν θέλω νά μέ βραβεύσης· ἄλλωστε τί καλό ἔκανα; Δέν ἀξίζω τίποτε. Οὔτε νά Σέ ἀτενίσω, οὔτε νά Σοῦ ζητήσω κάτι. Ἕνα θέλω: Τό λεός Σου, τή συγγνώμη Σου. Ὅλα τά ξέρεις. Πῶς νά Σοῦ κρυφτῶ; «Ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄ 13).

  • Θέλει νά ἐξαφανιστῆ… Κανείς νά μήν τόν ξέρη! Σέ μιά γωνιά κρυμμένος. Καί δέν θά τόν ἀνακαλύπταμε, ἄν δέν τόν ἔκραζε ὁ Φαρισαῖος! Σάν νά τοῦ ᾽λεγε: «Ἔλα ᾽δῶ, παληάνθρωπε! Ἔλα νά σέ φτύση ὅλος ὁ κόσμος!…».

  • Ἔτσι τόν παίρνουμε κι ἐμεῖς χαμπάρι:

—Τί ἔχεις νά πῆς γι’ αὐτόν τόν Φαρισαῖο πού σέ κατηγορεῖ;

—Γιά ’κεῖνον, τίποτε! Δέν ξέρω γιατί ἔχει μεγάλη δέα γιά τόν ἑαυτό του. Ἐγώ καμμιά καλή ἰδέα δέν ἔχω γιά τόν ἑαυτό μου… Μέ κατηγορεῖ; Μοῦ ἀξίζει! Μέ διαπομπεύει; Μοῦ ἀξίζει! Ἐγώ ἕνα τολμῶ νά πῶ: «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄ 13)…

  • Θαμπωμένοι ἀπό τή συναίσθησι τοῦ τελώνη, τολμᾶμε νά τόν ρωτήσουμε:

—Καί τώρα τί θέλεις;

—Ξέρω τί θέλω, μά δέν τό λέω. Ξύλο θέλω, αὐτό μοῦ ἀξίζει! Ἀλλ’ ἐπειδή ὁ Θεός δέν δίνει ξύλο, μόνος μου χτυπάω τό στῆθος μου, χτυπάω τά σωθικά μου, τή βρώμικη καρδιά μου!

  • Ποιός ἀπό μᾶς ἀντέχει νά ᾽χη ἐγωισμό καί ὑπερηφάνεια, ὅταν βλέπη τή μορφή τοῦ τελώνη; Ὅταν βλέπη τή συντριβή τοῦ ἁμαρτωλοῦ;

Καί εἶμαι κι ἐγώ ἁμαρτωλός…

—Θεέ μου, νά Σέ ἀτενίσω, δέν τολμῶ…. Νά καυχηθῶ, γιατί; Δέν ξέρω… Τά ἁμαρτήματά μου νά μετρήσω, δέν μπορῶ! Τί μοῦ ἀπομένει;…

  • Σιωπῶ γιά μιά στιγμή… Κι ἀκούω καμπάνες χαρμόσυνες!

Χτυπᾶτε, προστάζει ὁ Χριστός! Χτυπᾶτε καμπάνες τ’ Οὐρανοῦ! Νέο παιδί της φέρνει ἡ μετάνοια! Εἶναι ὁ τελώνης!

  • Θά χτυπήσουν ἆραγε καί γιά μᾶς αὐτές οἱ καμπάνες; Θά σωθοῦμε. Ἄν ἀπ’ τά βάθη μας Τοῦ ποῦμε: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄ 13).

, , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Α´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

.               Ἕνας ἄνθρωπος βάδιζε στὸ δάσος. Ἤθελε νὰ διαλέξει ἕνα καλὸ δέντρο, ἀπ’ ὅπου θὰ ἔβγαζε δοκάρια γιὰ τὴ σκεπὴ τοῦ σπιτιοῦ του. Ἐκεῖ εἶδε δύο δέντρα, τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο. Τὸ ἕνα ἦταν ἴσιο, λεῖο καὶ ψηλό, ἀλλὰ τὸ ἐσωτερικό του, ὁ πυρήνας του, ἦταν σάπιο. Τὸ ἄλλο εἶχε ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμός του ἔδειχνε ἄσχημος. Τὸ ἐσωτερικό του ὅμως ἦταν γερό. Ὁ ἄνθρωπος ἀναστέναξε καὶ εἶπε: «Σὲ τί μπορεῖ νὰ μοῦ χρησιμέψει τὸ ψηλὸ καὶ ἴσιο αὐτὸ δέντρο, ἀφοῦ τὸ μέσα του εἶναι σάπιο κι ἀκατάλληλο γιὰ δοκάρια; Τὸ ἄλλο μοιάζει ἀνώμαλο, ἄσχημο, ἀλλὰ τουλάχιστο τὸ μέσα του εἶναι γερό. Ἔτσι, ἂν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορῶ νὰ τὸ διαμορφώσω καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσω γιὰ δοκάρια στὸ σπίτι μου». Καὶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφτεῖ περισσότερο, διάλεξε τὸ δέντρο ἐκεῖνο, τὸ γερό. Τὸ ἴδιο θὰ κάνει κι ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξεχωρίσει δύο ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μέσα στὸ ναό Του. Δὲν θὰ διαλέξει ἐκεῖνον ποὺ φαίνεται ἐπιφανειακὰ δίκαιος, ἀλλὰ τὸν ἄλλον, ἐκεῖνον ποὺ ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη μὲ τὴν ἀληθινὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.
.               Οἱ ὑπερήφανοι ἔχουν τὰ μάτια τους διαρκῶς ὑψωμένα πρὸς τὸν Θεό. Οἱ καρδιές τους ὅμως εἶναι κολλημένες στὴ γῆ. Αὐτοὶ δὲν εὐαρεστοῦν στὸν Θεό. Εὐάρεστοι στὸν Θεὸ εἶναι οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι, οἱ πράοι, ποὺ ἔχουν τὰ μάτια τους χαμηλωμένα στὴ γῆ, μὰ οἱ καρδιές τους εἶναι γεμάτες οὐρανό. Δημιουργς προτιμ τος νθρώπους πο μολογον στὸν Θε τς μαρτίες τους, χι τ καλά τους ργα.
.               Ὁ Θεὸς εἶναι γιατρός. Πλησιάζει στὸ κρεβάτι ὅπου κείτεται ὁ καθένας μας καὶ ρωτάει: «Ποῦ πονᾶς;» Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀξιοποιεῖ τὴν παρουσία τοῦ γιατροῦ κοντά του καὶ τοῦ φανερώνει ὅλους τοὺς πόνους καὶ τὶς ἀδυναμίες του, εἶναι σοφός. Ἐκεῖνος ποὺ κρύβει τὶς ἁμαρτίες του καὶ καυχιέται μπροστὰ στὸ γιατρὸ πὼς εἶναι ὑγιής, εἶναι ἀνόητος. Λὲς κι ὁ γιατρὸς ἐπισκέπτεται τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ δεῖ πόσο καλὰ εἶναι κι ὄχι ἀπὸ τί πάσχει. Λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Τὸ ν’ ἁμαρτάνεις εἶναι κακό, ὅταν ὅμως τὸ ὁμολογεῖς, μπορεῖς νὰ λάβεις βοήθεια. Ὅταν ὅμως ἁμαρτάνεις καὶ δὲν τὸ παραδέχεσαι, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ βοηθηθεῖς».
.            Γι’ αὐτὸ ἂς γίνουμε σοφοί, συνετοί. Ὅταν στεκόμαστε γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε μπροστὰ στὸν Θεό, πρέπει νὰ νιώθουμε πὼς βρισκόμαστε μπροστὰ στὸν πιὸ καλὸ καὶ πιὸ ἐλεήμονα γιατρό. Ἐκεῖνος ρωτάει τὸν καθένα μας μὲ ἀγάπη καὶ μέριμνα: «Ποῦ πονᾶς;» Ἐμεῖς ἂς μὴν ἀμελήσουμε καθόλου νὰ τοῦ ἀποκαλύψουμε τὴν ἀρρώστια μας, νὰ τοῦ φανερώσουμε τὶς πληγὲς καὶ τὶς ἁμαρτίες μας.

* * *

.               Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς μᾶς μιλάει γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου. Στὸ εὐαγγέλιο διαβάζουμε πὼς ὁ Χριστὸς εἶπε τὴν παραβολὴ αὐτὴ «πρός τινας πεποιθότας ἐφ’ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς», πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἀλαζονικὴ αὐτοπεποίθηση πὼς εἶναι δίκαιοι καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς ἄλλους. Μήπως κι ἐμεῖς συγκαταλεγόμαστε ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους ποὺ ὁ Κύριος τοὺς ἀπηύθυνε τὴν παραβολὴ αὐτή;
.               Μὴν ἀντιδρᾶς σ’ αὐτὰ πού σοῦ λέω. Ὁμολόγησε καλύτερα τὴν ἀρρώστια σου, ταπεινώσου γι’ αὐτὴν καὶ πάρε τὸ φάρμακο ποὺ σοῦ δίνει ὁ πανεύσπλαχνος γιατρός. Σ’ ἕνα νοσοκομεῖο βρίσκονταν πολλοὶ ἄρρωστοι κρεβατωμένοι. Μερικοὶ εἶχαν πυρετὸ κι ἀνυπομονοῦσαν, περίμεναν μὲ ἀγωνία πότε θὰ ‘ρθεῖ ὁ γιατρός. Ἄλλοι ἔκοβαν βόλτες, γιατί νόμιζαν πὼς ἦταν ὑγιεῖς καὶ δὲν εἶχαν ἀνάγκη τὸ γιατρό. Ἕνα πρωινὸ ὁ γιατρὸς ἔκανε ἐπίσκεψη στοὺς ἀρρώστους. Μαζί του ἦταν κι ἕνας φίλος του, ποὺ κρατοῦσε δῶρα γιὰ νὰ τοὺς δώσει. Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ εἶδε ἐκείνους ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ πυρετὸ καὶ τοὺς λυπήθηκε.
– Θὰ γίνουν καλά; ρώτησε τὸ γιατρό.
Ἐκεῖνος τοῦ ψιθύρισε στὸ αὐτί:
– Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ ἐμπύρετοι, ναί, μποροῦν νὰ γίνουν καλά. Τὸ ἴδιο κι οἱ ἄλλοι ποὺ κείτονται στὰ κρεβάτια τους. Αὐτοὶ ποὺ κόβουν βόλτες ὅμως, ὄχι, δὲν γίνονται καλά. Αὐτοὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀνίατες ἀρρώστιες, ἔχει προχωρήσει ἡ σήψη μέσα τους.
.               Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ ἔμεινε κατάπληκτος. Ἡ ἔκπληξή του στρεφόταν πρὸς δύο κατευθύνσεις: πρὸς τὸ μυστήριο ποὺ κρύβουν οἱ ἀρρώστιες καὶ πρὸς τὴν ὀφθαλμαπάτη τῶν ἀνθρώπων.
.               Φαντάσου τώρα πὼς εἴμαστε ἄρρωστοι στὸ νοσοκομεῖο τοῦ κόσμου. Ἡ ἀρρώστια ποὺ ἔχει προσβάλει ὅλους μας ἔχει τὸ ἴδιο ὄνομα: ἀδικία. Ἡ λέξη αὐτὴ καλύπτει ὅλα τὰ πάθη, ὅλες τὶς ἐπιθυμίες, ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς ἀδυναμίες ποὺ ἀγγίζουν τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ νοῦ μας. Οἱ ἄρρωστοι χωρίζονται σὲ κατηγορίες. Μερικοὶ μόλις προσβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ἄλλοι βρίσκονται σὲ προχωρημένη κατάσταση κι ὑπάρχουν κι αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς ἀνάρρωσης. Τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο ὅμως εἶναι τέτοια, ὥστε μόνο ὅσοι θεραπεύτηκαν μποροῦν νὰ κατανοήσουν πόσο σοβαρὴ ἦταν ἡ ἀσθένεια, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχαν προσβληθεῖ. Οἱ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστοι εἶναι κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν λιγότερη ἐπίγνωση τῆς κατάστασής τους. Στὶς σωματικὲς ἀρρώστιες ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ψηλὸ πυρετό, δὲν ξέρει τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του ἢ γιὰ τὴν ἀρρώστια του. Οὔτε ὁ τρελὸς καταλαβαίνει τὴν τρέλα του.
.               Ἐκεῖνοι ποὺ ἀρχίζουν νὰ διαπράττουν ἀνομίες, γιὰ λίγο καιρὸ ντρέπονται γι’ αὐτές. Ὅταν τὸ κακὸ ὅμως συνεχίζεται, ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει στὴν ἁμαρτία, ποὺ τοῦ γίνεται ἕξη καὶ σιγὰ σιγὰ ὁδηγεῖται σὲ παραλήρημα καὶ μέθη, φτάνει σὲ τέτοια κατάσταση, ὥστε ἡ ψυχή του γίνεται ἀναίσθητη καὶ δὲν καταλαβαίνει τὴν ἀρρώστια της.
.               Φαντάσου τώρα ἕνα γιατρὸ νὰ πηγαίνει σὲ νοσοκομεῖο καὶ νὰ ρωτάει: «Τί ἔχετε; Ἀπὸ τί ὑποφέρετε;» Ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἀρρώστια τους βρίσκεται στὸ πρῶτο στάδιο ντρέπονται νὰ παραδεχτοῦν πὼς εἶναι ἄρρωστοι κι ἀπαντοῦν: «Τίποτα». Οἱ ἄλλοι, ποὺ ἡ ἀρρώστια τους βρίσκεται σὲ προχωρημένο στάδιο, ἐκνευρίζονται μὲ τὴν ἐρώτηση κι ὄχι μόνο ἀπαντοῦν «δὲν ἔχουμε τίποτα», ἀλλ’ ἀρχίζουν καὶ νὰ καυχιοῦνται πὼς εἶναι ὑγιεῖς. Μόνο αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἀναστενάζουν κι ἀπαντοῦν στὸ γιατρό: «Ἀπ’ ὅλα ὑποφέρουμε. Λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας».
.               Γράφει ὁ Τερτυλλιανὸς σὲ μία ὁμιλία του «Περὶ μετανοίας»: «Ἂν ντρέπεσαι νὰ ὁμολογήσεις τὶς ἁμαρτίες σου, σκέψου τὴ φωτιὰ τῆς κόλασης, ποὺ μόνο ἡ ἐξομολόγηση μπορεῖ νὰ σβήσει».

.               Ἀναλογίσου ὅλ’ αὐτὰ λοιπόν, ἄκουσε τὴν παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ σκέψου πόσο ἀφορᾶ καὶ σένα. Ἂν κραυγάσεις μὲ ἔκπληξη πὼς «ἡ παραβολὴ αὐτὴ δὲν μὲ ἀφορᾶ», σημαίνει πὼς ἔχεις προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν (πνευματικὴ) ἀσθένεια ποὺ ὀνομάζεται ἀνομία ἢ ἀδικία. Ἂν διαμαρτυρηθεῖς καὶ πεῖς πὼς «ἐγὼ εἶμαι δίκαιος, ἡ παραβολὴ αὐτὴ ἀφορᾶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς γύρω μου», σημαίνει πὼς ἡ ἀρρώστια ἔχει προχωρήσει πολύ. Ἂν ὅμως χτυπήσεις τὸ στῆθος σου μὲ μετάνοια καὶ πεῖς «ἀλήθεια εἶναι. Εἶμαι ἄρρωστος, ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ γιατρό», σημαίνει πὼς βρίσκεσαι σὲ καλὸ δρόμο γιὰ νὰ θεραπευτεῖς. Τότε μὴ φοβᾶσαι. Θὰ γίνεις καλά.

* * *

.               «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης». Δύο ἄνθρωποι, δύο ἁμαρτωλοί, ἀνέβηκαν στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Δύο ἄνθρωποι, δύο ἁμαρτωλοί, μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ὁ Φαρισαῖος δὲν ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του σὰν ἁμαρτωλό, ἐνῶ ὁ τελώνης τὸ παραδεχόταν. Ὁ Φαρισαῖος ἀνῆκε στὴν ὑψηλότερη κοινωνικὴ τάξη τῆς ἐποχῆς, ὁ τελώνης στὴν πιὸ περιφρονημένη.

«Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικά, γιὰ νὰ προκαλεῖ ἐντύπωση, κι ἔλεγε τὰ ἑξῆς λόγια στὴν προσευχή του: Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ γιατί δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. Ἐγὼ τηρῶ κατὰ γράμμα τὸ νόμο, νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω ἐλεημοσύνη τὸ ἕνα δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζω.
.               Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε μπροστὰ ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἱερό. Ἦταν συνήθεια τῶν Φαρισαίων νὰ κάθονται στὴν πρώτη θέση. Τὸ ὅτι ὁ Φαρισαῖος καθόταν στὴν πρώτη θέση, φαίνεται κι ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς ὁ τελώνης ἔστεκε «μακρόθεν». Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ Φαρισαίου κι ἡ σιγουριά του πὼς ἦταν δίκαιος, δηλαδὴ πνευματικὰ ὑγιής, ἦταν τέτοια, ὥστε δὲν ἀπαίτησε τὴν πρώτη θέση μόνο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸν Θεό. Τὴν ἀπαιτοῦσε, ὄχι μόνο ὅταν συμμετεῖχε σὲ γεύματα καὶ σὲ συναθροίσεις, μὰ ἀκόμα καὶ στὸ ναό, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ ἀπὸ μόνο του εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ δείξει πόσο ἄρρωστος ἦταν πνευματικὰ ὁ Φαρισαῖος, πόσο ἡ ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας τὸν εἶχαν διαφθείρει.
.               Γιατί λέει πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο; Γιατί δὲν προσευχόταν δυνατά; Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀκούει πιὸ προσεχτικὰ αὐτὰ ποὺ ἡ καρδιὰ λέει, ὄχι ὅσα προφέρουν τὰ χείλη. Αὐτὰ ποὺ σκέφτεται κι αὐτὰ ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος τὴν ὥρα ποὺ προσεύχεται ἔχουν περισσότερη σημασία γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ προφέρει ἡ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα μπορεῖ νὰ ἐξαπατήσει, ἡ καρδιὰ ὅμως ὄχι. Αὐτὴ φανερώνει καθαρὰ πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος μέσα του, ἂν εἶναι μαῦρος ἢ ἄσπρος, ἂν εἶναι εἰλικρινὴς ἢ ὑποκριτής.

Πηγὴ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

, , ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ καὶ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

Κυριακή τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου.

.        Ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου εἶναι ἀφιερωμένη στὴν πολὺ διδακτικὴ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, τὴν ὁποία ὁ Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου νὰ διδάξει τὴν θεοφιλῆ ἀρετὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ νὰ στηλιτεύσει τὴν ἑωσφορικὴ ἔπαρση. Δίδαξε τὴν παραβολὴ αὐτὴ «πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾽ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιποὺς» (Λουκ.ιη´ 9).
.        Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, μὲ τρόπο λιτό, ἀλλὰ σαφέστατο, διέσωσε τὴν παραβολὴ αὐτὴ ὡς ἑξῆς: «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι , ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.» (Λουκ. ιη´ 10-14).
.        Ἡ τάξη τῶν Φαρισαίων ἐκπροσωποῦσε τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν ἐγωιστικὴ αὐτάρκεια καὶ ἔπαρση. Τὰ μέλη της ἀπόλυτα ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ἰουδαϊκὴ κοινωνία ἀποτελοῦσαν, λαθεμένα, τὸ μέτρο συγκρίσεως τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς ἠθικῆς γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Ἀντίθετα οἱ τελῶνες ἦταν ἡ προσωποποίηση τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἁμαρτωλότητας. Ὡς φοροεισπράκτορες τῶν κατακτητῶν Ρωμαίων διέπρατταν ἀδικίες, κλοπές, ἐκβιασμούς, τοκογλυφίες καὶ ἄλλες εἰδεχθεῖς ἀνομίες καὶ γι᾽ αὐτὸ τοὺς μισοῦσε δικαιολογημένα ὁ λαός. Δύο ἀντίθετοι τύποι τῆς κοινωνίας, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσαν τὶς δύο αὐτὲς τάξεις, ἀνέβηκαν στὸ ναὸ νὰ προσευχηθοῦν. Ὁ πρῶτος, ὁ νομιζόμενος εὐσεβής, ἔχοντας τὴν αὐτάρκεια τῆς δῆθεν εὐσέβειάς του ὡς δεδομένη, στάθηκε μὲ ἔπαρση μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ ἄρχισε νὰ ἀπαριθμεῖ τὶς ἀρετές του, οἱ ὁποῖες ἦταν πραγματικές. Τὶς ἐξέθετε προκλητικότατα εἰς τρόπον ὥστε ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἐπιβραβεύσει γι᾽ αὐτές. Γιὰ νὰ ἐξαναγκάσει τὸν Θεὸ ἔκανε καὶ ἀήθη σύγκρισή του μὲ ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὸν συμπροσευχόμενό του τελώνη.
.        Ἀντίθετα ὁ ὄντως ἁμαρτωλὸς τελώνης συναισθάνεται τὴν δεινή του κατάσταση καὶ μὲ συντριβὴ καὶ ταπείνωση ζητεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ μετάνοιά του τὸν δικαιώνει μπροστὰ στὸν Θεό. Γίνεται δεκτὴ ἡ προσευχή του, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ὑποκριτὴ Φαρισαῖο, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο δὲν ἔγινε δεκτὴ ἡ προσευχή του, ἀλλὰ σώρευσε στὸν ἑαυτό του περισσότερο κρίμα, ἐξ αἰτίας τῆς ἐγωπαθείας του.
.        Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὅρισαν νὰ εἶναι ἀφιερωμένη ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου στὴν διδακτικὴ αὐτὴ παραβολὴ τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ πιστοὶ πὼς περηφάνεια εναι γιάτρευτη ρίζα το κακο στν νθρωπο, ποία τν κρατ μακρι π τν γιαστικ χάρη το Θεο κα πς ταπείνωση εναι τ σωτήριο ντίδοτο τς καταστροφικς πορείας, πο δηγε τν νθρωπο γωπάθεια. Εἶναι τὸ χειρότερο ἐμπόδιο γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ ἐγωιστικὴ αὐτάρκεια, ὡς μία λίαν νοσηρὴ κατάσταση ἐμποδίζει τὴν συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ τὴν διάθεση γιὰ μετάνοια. Ἐγωισμὸς καὶ μετάνοια εἶναι δύο ἔννοιες ἐντελῶς ἀντίθετες καὶ ἀσυμβίβαστες μεταξύ τους. Ἡ μία ἀναιρεῖ τὴν ἄλλη. Οἱ πύλες τῆς ψυχῆς τοῦ ἐγωπαθοῦς ἀνθρώπου εἶναι ἑρμητικὰ κλειστὲς γιὰ τὴν θεία Χάρη καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀδύνατη ἡ σωτηρία του, ὅσο ἐμμένει στὴν ἐγωιστική του περιχάραξη.
.        Ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ὁ ἐγωισμὸς εἶναι καταστάσεις ἑωσφορικές. Πρῶτος διδάξας ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ὁποῖος δὲν μποροῦσε νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του κατώτερο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ δημιουργό του καὶ γι᾽ αὐτὸ διανοήθηκε νὰ στήσει τὸν θρόνο του πάνω ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὄχι μόνο νὰ μὴν πραγματοποιήσει τὸν σκοπό του, ἀλλὰ νὰ χάσει τὴν δόξα καὶ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ εἶχε χαριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ καταπέσει στὴν ἔσχατη ἀπαξία. Ἀπὸ ἀνείπωτο μίσος καὶ φθόνο θέλησε νὰ μεταδώσει καὶ στὸν ἄνθρωπο, τὸ κορυφαῖο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, τὴν φθοροποιὸ καὶ καταστροφικὴ ἕξη τοῦ ἐγωισμοῦ. Ἔπεισε τοὺς πρωτοπλάστους ὅτι δῆθεν ἦταν ἱκανοὶ ἀπὸ μόνοι τους νὰ γίνουν θεοὶ (Γεν. Γ´ κεφ.), συμπαρασύροντάς τους στὴ δική του δίνη καὶ καταστροφή.

.          Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν κατάσταση ἔχει ὑπ᾽ ὄψιν της ἡ Ἐκκλησία μας καὶ θέσπισε τὴν κατανυκτικὴ περίοδο τοῦ Τριωδίου, ἡ ὁποία σημαίνει γι᾽ Αὐτὴν τὴν μεταπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴ στηλίτευση τοῦ ἐγωισμοῦ, ὡς τὴν πρωταρχικὴ αἰτία τῆς πτώσεως.
.        Στὴν ὑπέροχη καὶ διδακτικὴ ὑμνωδία τῆς ἡμέρας αὐτῆς ψάλλουμε: «Ὑψηγορίαν φύγωμεν Φαρισαίου κακίστην, ταπείνωσιν δὲ μάθωμεν τοῦ Τελώνου ἀρίστην, ἵν᾽ ὑψωθῶμεν βοῶντες τῷ Θεῷ σὺν ἐκείνῳ· ἱλάσθητι τοῖς δούλοις Σου, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου, Χριστὲ Σωτήρ, ἑκουσίως» καὶ «Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί· ὁ γὰρ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται· ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες· ἱλάσθητι ἡμῖν, ὁ Θεὸς τοῖς ἁμαρτωλοῖς». Ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου εἶναι κατ᾽ ἐξοχὴν περίοδος ἀγώνα κατὰ τῆς ἐγωπάθειας καὶ ἄσκηση τῆς ἀρετῆς τῆς ταπεινώσεως, ὡς μονοδρόμου γιὰ τὴ σωτηρία μας.

ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, ,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΑΥΤΑΡΕΣΚΟΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ (τῶν ἡμερῶν μας), ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΙ».

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Scott Peck,
 «People of the Lie. The Hope for Ηealing Human Evil»,
Α Touchstone Book Published by Simon & Schuster,
U.S.A. 1998
[ἑλλην. ἔκδ:  «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ»,
σὲ μετάφρ. Νικ. Παπαδάκη, «Κέδρος»,1999]

[Β´]

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Τὸ Κακὸ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο διαπράττεται ἀπὸ τοὺς αὐτάρεσκους τοῦ πνεύματος, ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τῶν ἡμερῶν μας, ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὲς ποὺ δικαιολογοῦν πάντα τοὺς ἑαυτούς τους καὶ νομίζουν ὅτι εἶναι ἀναμάρτητοι, γιατί εἶναι ἀπρόθυμοι νὰ ὑποφέρουν τὴ στενοχώρια τῆς σοβαρῆς αὐτοκριτικῆς.  (Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/11/09/τὸ-κακὸ-σὲ-αὐτὸν-τὸν-κόσμο-διαπράττ/)

.          Οἱ κακοὶ ἄνθρωποι δὲν δέχονται μὲ πραότητα τὴν δοκιμασία τῆς δυσαρέσκειας γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, δὲν τὴν δέχονται καθόλου. Καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄρνηση νὰ δικάσουν τοὺς ἑαυτούς τους ξυπνάει τὸ κακὸ μέσα τους.
.          Ὑπάρχουν πολλὰ εἴδη ἀνθρώπινης διαστροφῆς. Ἐξ αἰτίας τῆς ἄρνησης νὰ ἀνεχτοῦν τὴν αἴσθηση τῆς «ἁμαρτωλότητάς» τους, οἱ κακοὶ ἄνθρωποι γίνονται ἀδιόρθωτοι συσσωρευτὲς ἁμαρτίας. Γιὰ νὰ φέρω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μου, εἶναι ἄνθρωποι ἄπληστοι. Ἔτσι γίνονται φιλάργυροι – τόσο φιλάργυροι, ὥστε τὰ «δῶρα» τους μπορεῖ νὰ γίνουν δολοφονικά. Στὸ βιβλίο μου Ὁ Δρόμος ὁ λιγότερο ταξιδεμένος3, ἔδειξα ὅτι ἡ βασικότερη ἁμαρτία εἶναι ἡ νωχέλεια. Στὸ ἑπόμενο ὑποκεφάλαιο αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου δείχνω ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἔπαρση καὶ ἡ ἐγωιστικὴ περηφάνια, γιατί ὅλες οἱ ἁμαρτίες μποροῦν νὰ διορθωθοῦν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τοῦ νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου ἀναμάρτητο. Ἴσως ὅμως τὸ ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία νὰ εἶναι θέμα συζητήσιμο. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες σημαίνουν προδοσία καὶ ἀπομόνωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας. Ὅπως τὸ ἔθεσε ἕνας βαθὺς στοχαστὴς τῆς θρησκείας, ὁποιαδήποτε ἁμαρτία «μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὴ σὰν τὴν κόλαση»:

«[…] Εἶναι δυνατὸν ἡ ψυχὴ νὰ φτάσει σὲ μιὰ κατάσταση ἀπέναντι στὴν ὁποία ἀκόμη καὶ ἡ ἴδια ἡ Ἀγάπη εἶναι ἀδύναμη, ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ ἔχει σκληρύνει ἀπέναντι στὴν Ἀγάπη. Οὐσιαστικά, ἡ κόλαση εἶναι μιὰ κατάσταση ὕπαρξης ποὺ δημιουργοῦμε στοὺς ἑαυτούς μας: μιὰ κατάσταση ὁριστικοῦ διαχωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ὄχι τῆς ἀποκήρυξης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ τῆς ἀποκήρυξης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, μιὰ ἀποκήρυξη ποὺ εἶναι αἰώνια, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχει γίνει ἀμετακίνητη καὶ ἐγωιστική. Ὑπάρχουν ἀναλογίες στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία: τὸ μίσος ποὺ εἶναι τόσο τυφλό, τόσο σκοτεινό, ποὺ ἡ Ἀγάπη τὸ κάνει μόνο ἀκόμη πιὸ βίαιο˙ ἡ ἔπαρση ποὺ εἶναι τόσο σκληρή, ὥστε ἡ ταπεινότητα τὴν κάνει πιὸ περιφρονητικὴ˙ ἡ ἀδράνεια, τελευταία καὶ καλύτερη, ποὺ ἔχει κυριαρχήσει στὴν προσωπικότητα μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε καμία κρίση, καμία ἔκκληση, κανενὸς εἴδους παρακίνηση δὲν μπορεῖ νὰ τὴ δραστηριοποιήσει, ἀντίθετα μάλιστα τὴν κάνει νὰ θαφτεῖ ἀκόμη πιὸ βαθιὰ στὴν ἀκινησία της. Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸν Θεό˙ ἡ ἔπαρση μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὴ σὰν τὴν κόλαση, τὸ μίσος μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὸ σὰν τὴν κόλαση, καθένα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὸ σὰν τὴν κόλαση, καί, κυρίως, ἐκεῖνο τὸ εἶδος νωθρότητας ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὰ θεῖα, ἐκείνη ἡ ἀδράνεια ποὺ δὲν κάνει τὸν κόπο νὰ μετανοήσει, παρ’ ὅλο ποὺ βλέπει τὴν ἄβυσσο στὴν ὁποία κατακρημνίζεται ἡ ψυχή, ἐπειδὴ γιὰ τόσο καιρό, ἴσως μὲ μικροπράγματα, συνήθιζε τὸν ἑαυτό της νὰ ἀρνεῖται νὰ καταβάλλει προσπάθεια γιὰ ὁτιδήποτε. Μακάρι ὁ Θεὸς νὰ μᾶς λυπηθεῖ καὶ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ αὐτὴν τὴν νωθρότητα»4.

3. Ὅπ.π.

4. Gerald Vann (Τζέραλντ Βάν), The Pain of Christ and the Sorrow of God (Ὁ πόνος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ θλίψη τοῦ Θεοῦ). Ἐκδόσεις Temple Gate, Sprinfield, Illinois, copyright by Equin Press, 1947, σσ. 54-55.

Γ´ Μέρος: «ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΑΝΤΑ ΔΙΑΠΡΑΤΤΕΤΑΙ ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ… “ΣΩΣΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ”» (δημοσιονομικῆς, κοινωνικῆς, οἰκογενειακῆς, “ἐκκλησιαστικῆς” κ.λπ.) [Γ´]

, , , , , ,

Σχολιάστε

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ» (Ὑπάρχουν δύο εἴδη λαῶν: οἱ ἀλαζονικοὶ λαοὶ τῆς Εὐρώπης καὶ ὁ λαός μας.)

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

«ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ»

(Ὑπάρχουν δύο εἴδη λαῶν:
ο λαζονικο λαο τς Ερώπης κα λαός μας.)

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ»
Ἐκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»,
Θεσσαλονίκη 2012
σελ. 161-165

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          […] Στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου ὁ ἕνας, ὁ Φαρισαῖος, ἦταν δίκαιος στὰ μάτια τὰ δικά του καὶ στὰ μάτια τοῦ κόσμου. Ὁ ἄλλος, ὁ Τελώνης, ἦταν ἁμαρτωλὸς καὶ στὰ μάτια τοῦ κόσμου καὶ στὰ δικά του μάτια. Ὁ Φαρισαῖος ἦταν ὁ ἐπίσημα δίκαιος καὶ ὁ Τελώνης ἦταν ὁ ἐπίσημα ἁμαρτωλός. Αὐτοὶ οἱ δύο χαρακτηρίζονταν ἔτσι σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Σύμφωνα ὅμως μὲ τὰ μέτρα τοῦ Θεοῦ, ὁ Τελώνης, ποὺ προσευχόταν στὴν ἄκρη τῆς ἐκκλησίας, ὑψώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸς ὡς πρῶτος καὶ ὁ ἄλλος, ὁ Φαρισαῖος, ποὺ προσευχόταν μπροστὰ στὸ ἱερό, ταπεινώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς τελευταῖος.
.            Αὐτὰ συνέβαιναν πρὶν ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια. Τὰ ἴδια ὅμως συνέβαιναν καὶ μέχρι χθές. Οἱ φιλόδοξοι λαοὶ τῆς Εὐρώπης εἴτε δὲν μποροῦν νὰ μνημονεύσουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἤ, ἂν κάποτε θυμηθοῦν νὰ προσευχηθοῦν στὸν Θεό, τὸ κάνουν γιὰ νὰ τοὺς δοῦν οἱ ἄλλοι. Περηφανεύονται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, βάζουν τὸν ἑαυτό τους στὴν ἴδια θέση μὲ τὸν Θεὸ ἢ βάζουν τὸν Θεὸ πιὸ χαμηλὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους.
.            «Θεέ μου, ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ὅπως οἱ ἄλλοι λαοί»!

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΦΑΡΙΣΑΪΚΟΣ ΕΥΣΕΒΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΙΚΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ

Ἡ φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη καὶ ὁ τελωνικὸς στεναγμὸς

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 35-38

 «Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτόν… καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστώς…»
(Λουκ ιη´ 11-13)

.               Ἡ  ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ πιὸ κατάλληλη γιὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἐσωτερικὲς διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων. Στὴν προσευχὴ παρουσιάζεται ἡ πνευματικὴ κατάστασι τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος γιὰ νὰ ἐκφράση τὴν ἀντίθεσι μεταξὺ τοῦ Φαρισαίου καὶ τοῦ Τελώνου, τοὺς παρουσίασε στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς.
.            Ὁ Φαρισαῖος μὲ τὸν τρόπο ποὺ προσευχόταν ἔδειξε πὼς ζοῦσε μία δαιμονιώδη πνευματικότητα, μία διεστραμμένη πνευματικὴ κατάστασι, ποὺ ἦταν ἀλύτρωτη. Ὁ Τελώνης μὲ τὴν προσευχὴ “ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ”  ἔδειξε τὴν πνευματική του ὑγεία, γι’ αὐτὸ “κατέβη δεδικαιωμένος”. Ὅσο κανεὶς ἐπιδιώκει μόνος του νὰ δικαιώση τὸν ἑαυτό του, τόσο καὶ ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν λύτρωση, ἐνῶ ὅσο κανεὶς μαστιγώνει ἀνηλεῶς τὸν ἑαυτό του, θεωρώντας τον ἀνάξιο τοῦ θείου ἐλέους, τόσο γίνεται δέκτης τῆς θείας Δωρεᾶς.
.          Τρία σημεῖα θὰ θέλαμε νὰ τονίσουμε στὴν σημερινὴ ὀμιλία.

Εὐσέβεια καὶ εὐσεβισμὸς

.            Πάντοτε ἡ φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς θείας Χάριτος, γιατί εἶναι μία εὐσεβιστικὴ κατάστασι. Ἐδῶ πρέπει νὰ κάνουμε τὴν διάκρισι μεταξὺ τοῦ εὐσεβοῦς καὶ τοῦ εὐσεβιστοῦ, γιατί ἡ περίπτωσι τοῦ Φαρισαίου καὶ ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων Φαρισαίων ὑπενθυμίζει τὸν εὐσεβιστή.
.            Κατ’ ἀρχὰς πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι ἡ εὐσέβεια δὲν εἶναι μία ἐξωτερικὴ παρουσίασι, ἀλλὰ ἡ ἕνωσί μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ δι᾽ Αὐτοῦ μὲ ὅλη τὴν Παναγία Τριάδα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ταυτίζει τὸ μυστήριο τῆς εὐσεβείας μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ. “Καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστι τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον, Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ” (Α´ Τιμ. γ´, 16)
.            Ἑπομένως ἡ εὐσέβεια δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἐκδήλωσι καὶ ἐνέργεια ἀλλὰ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ αὐτὴ ξεκινῶντας μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ εὐσεβιστὴς ἔχει μερικὲς ἐπιφανειακὲς ἀρετὲς καὶ κάνει μερικὰ ἐξωτερικὰ ἔργα “πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις”. Οἱ ἀρετές του δὲν εἶναι καρπὸς τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, δὲν γίνονται μέσα στὸ κλῖμα τῆς μετανοίας, ἀλλὰ εἶναι ἀνθρώπινα ἔργα ποὺ γίνονται στὴν προσπάθειά του νὰ προβληθῆ. Ἀντίθετα τὰ ἔργα καὶ οἱ ἀρετὲς τοῦ εὐσεβοῦς εἶναι καρπὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀποτέλεσμα τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὸν Χριστό. Δηλαδὴ οἱ ἀρετὲς ἔχουν ἕνα βαθὺ θεολογικὸ νόημα. Δὲν εἶναι ἕνας φυσικὸς τρόπος ζωῆς, ἢ μία συνήθεια, ἀλλὰ δῶρα καὶ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δίνονται στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ὑπέταξε τὸ σῶμα στὴν ψυχὴ καὶ τὴν ψυχὴ στὸν Θεό. Ἔτσι στὸν εὐσεβιστὴ ὅλες οἱ πράξεις εἶναι ἀνθρώπινες, εἶναι πράξεις “τῆς αὐτόνομης ἠθικῆς δεοντολογίας”, ἐνῶ στὸν εὐσεβῆ ὅλες οἱ πράξεις εἶναι θεανθρώπινες.

 Ἔργα καὶ δικαίωσι

.            Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάκρισι γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ δὲν δικαιώνουν τὸν ἄνθρωπο, γιατί “καλὲς πράξεις” μποροῦν νὰ κάνουν ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ἀλύτρωτα συστήματα, χωρὶς ὅμως νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν σωτηρία. Ὅσες “καλὲς πράξεις” δὲν γίνονται μέσα στὸ κλῖμα τῆς μετανοίας, ἀλλὰ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοδικαιώσεως, χωρίζουν περισσότερο τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει πῶς “τοῦ Θεοῦ μὴ ἐνεργοῦντος ἐν ἡμῖν πᾶν τὸ παρ’ ἠμῶν γενώμενον ἁμαρτία”. Μπορεῖ κάποιος νὰ κάνη ἐλεημοσύνη, νὰ ἐξασκῆ τὴν ἐγκράτεια κλπ. ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὸ πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως καὶ δὲν συνδέεται μυστηριακὰ μὲ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ συνεπῶς ὅλη του ἡ ζωὴ (ἔστω κι ἂν εἶναι ἐγκρατὴς) εἶναι ἁμαρτωλή.
.            Ἑπομένως, τὰ καλὰ ἔργα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ οὔτε δικαιώνουν οὔτε καταδικάζουν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἡ δικαίωσι καὶ ἡ καταδίκη ρυθμίζεται ἀπὸ τὴν σχέσι του μὲ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Σὰν παράδειγμα ἔχουμε τοὺς δύο ληστὰς στὸν Γολγοθά. Ὁ ἕνας σώθηκε ὄχι γιὰ τὰ καλά του ἔργα, ἀφοῦ ἦταν ἐγκληματίας, ἀλλὰ γιατί ὁμολόγησε τὸν Χριστό. Καὶ ὁ ἄλλος καταδικάσθηκε ὄχι γιὰ τὰ ἐγκληματικά του ἔργα, ἀφοῦ δὲν ἦταν χειρότερος ἀπὸ τὸν ἄλλο, ἀλλὰ γιατί βλαστήμησε τὸν Χριστό. Ἄρα τὴν σωτηρία μας τὴν ρυθμίζει ἡ σχέσι μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία, τὸ Σῶμα Του.
.            Πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι αὐτός, ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ὁμολογεῖ, κάνει ἔργα, ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι καρποὶ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη, σὰν τὸ Φαρισαῖο, νὰ καυχηθῆ. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δείχνει ὅτι ζῆ τὸ πνεῦμα τῆς σωτηρίας καὶ εἶναι ἅγιος. Διότι ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι μία ἠθικὴ ἔννοια, ἀλλὰ ὀντολογική, ὑπαρκτική, δηλαδὴ εἶναι συμμετοχὴ στὴν βίωσι τῆς μετανοίας, στὴν ἐκζήτησι καὶ ἕνωσι μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτοδικαίωσι καὶ αὐτομεμψία

 .            Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς ἐκφράζει ἄριστα τὸν δυτικὸ Χριστιανισμὸ μὲ τὴν πληθωρικὴ κοινωνικὴ ἐργασία, ἀποξενωμένη ὅμως ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ζωή, ἐνῶ ὁ ἀλάλητος στεναγμὸς τοῦ Τελώνου ἐκφράζει τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.            Ὀρθόδοξοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη, τὴν δικαίωσι τῶν ἔργων καὶ τὴν αὐτοδικαίωσι καί, σὰν τὸν Τελώνη, ζητοῦν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ διακρίνονται γιὰ τὴν μεγάλη ἀρετὴ τῆς αὐτομεμψίας. Πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι ἡ αὐτομεμψία ἢ ὅπως λέγει ὁ Μ. Βασίλειος ἡ πρωτολογία (νὰ λέμε ἐμεῖς τὸν πρῶτο λόγο ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας) εἶναι οὐσιῶδες στοιχεῖο τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Ἐπειδὴ εἶναι πάντοτε συνδεδεμένη μὲ τὴν ταπείνωσι τῆς ψυχῆς, γι’ αὐτὸ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτὴ τὴν ἀρετὴ δείχνει τὴν παρουσία τῆς θείας Χάριτος. Ἡ αὐτομεμψία εἶναι ἡ “ἀφανὴς προκοπὴ” κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας. Δὲν ἀφήνει περιθώρια νὰ δημιουργηθῆ τὸ ἄγχος καὶ ὅλα τὰ ψυχολογικὰ συμπλέγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα μιλάει ἡ σύγχρονη ψυχολογία, ἡ ὁποία ἄλλωστε εἶναι δημιούργημα τοῦ κλίματος τῆς αὐτοδικαιώσεως καὶ τῆς φαρισαϊκῆς δικαιοσύνης τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἐκφράζεται καὶ στὸν τρόπο λατρείας. Οἱ Ὀρθόδοξοι στὰ τροπάριά μας μιλᾶμε γιὰ ἁμαρτία καὶ ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ οἱ δυτικοὶ καὶ ἡ δυτικοποιημένη θρησκευτικότητα ἀρέσκονται στὰ “τραγουδάκια” ποὺ εἶναι ἐμποτισμένα στὴν αὐτοδικαίωσι.
.            Εἴθε νὰ ζήσουμε τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα τῆς μετανοίας, ὥστε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ! (Kυρ. Τελώνου καὶ Φαρισαίου)

, , , ,

Σχολιάστε

ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΕΣ

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Μιὰ χρήσιμη ἱστορική-πραγματολογικὴ προσέγγιση τοῦ «φαρισαίου» ὡς μέλους μιᾶς θρησκευτικῆς τάξεως καὶ τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ «τελώνου»,  ποὺ βοηθᾶ στὴν ἑρμηνευτικὴ κατανόηση τῆς εὐαγγελικῆς διηγήσεως γιὰ τὸν Τελώνη καὶ τὸν Φαρισαῖο.

Φαρισαοι και Τελνες

Στέργιου Σάκκου,
Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Οἱ Φαρισαῖοι

.            Στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου ὑπάρχουν  δύο τύποι, ὁ ὑπερήφανος καὶ ὁ ταπεινόφρων. Εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ φαρισαῖοι ἦταν τάξη θρησκευτική. Οἱ τελῶνες ἦταν μία ἄλλη τάξη, ἡ ὁποία μάλιστα ἦταν ἰδιαίτερος στόχος τῶν φαρισαϊκῶν ἐπιθέσεων. Ἡ τάξη τῶν φαρισαίων δημιουργήθηκε σιγὰ σιγὰ ἀπὸ τὸ 2ο π.Χ. αἰώνα, ὅταν γίνονταν οἱ ἀγῶνες τῶν ζηλωτῶν Ἰσραηλιτῶν ἐναντίον τῶν Ἑλληνιστῶν. Κὰτ ἀρχὰς ἡ τάξη αὐτὴ  περιελάμβανε τὰ πιὸ ἁγνὰ θρησκευτικὰ στοιχεῖα. Μὲ τὴν πάροδο ὅμως τοῦ χρόνου ἔχασε τὴν οὐσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, κατάντησε μερίδα ὑπερζηλωτῶν, ποὺ ἐμφανίζεται σὲ πολλὲς περιόδους τῆς ἱστορίας καὶ θεωρεῖται ὅτι κατέχει τὴν ἄκρα δεξιὰ πτέρυγα τῆς θρησκευόμενης κοινωνίας. Στὶς ἡμέρες τοῦ Χριστοῦ διέκρινε αὐτὴ τὴν τάξη ὁ ἄκαιρος ζῆλος, ἡ τυπολατρία, ἡ ἐμπάθεια, ἡ πίστη σὲ ἀνθρώπινες ψευδοσυντηρητικὲς παραδόσεις, οἱ ὁποῖες στὴ συνείδηση τοὺς εἶχαν ὑποκαταστήσει τὸ νόμο τῆς Γραφῆς, καὶ κυρίως ἡ οἴηση καὶ ἡ ὑποκρισία.  Στο λαὸ ἐπιβλήθηκαν ὡς πρόσωπα ἀπλησίαστης καὶ φοβερῆς ἁγιότητας· ὡς ταμπού. Ὁ ἁπλὸς λαὸς ὅμως στὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς του θεωροῦσε τοὺς ἁγίους του φαρισαϊκοῦ τύπου ὡς ἀνάξιους κάθε ἐμπιστοσύνης. Οἱ φαρισαῖοι, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ  Εὐαγγέλια καὶ ἀπὸ τὴ ραβινικὴ φιλολογία, ἀποκαλοῦσαν τοὺς ἑαυτοὺς τοὺς «δίκαιους» καὶ «τέλειους».

Οἱ Τελῶνες

 .                   Οἱ τελῶνες τῆς ἀρχαιότητας δὲν ἦσαν δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅπως σήμερα, ἀλλὰ ἰδιῶτες, οἱ ὁποῖοι ἀγόραζαν τοὺς φόρους ἀπὸ τὸ δημόσιο διὰ μέσου πλειοδοτικῆς δημοπρασίας. Ἐπειδὴ δὲ οἱ τελῶνες ἀνταγωνίζονταν κατὰ τὶς δημοπρασίες καὶ οἱ προσφορὲς των ἀνέρχονταν σὲ ὑπέρογκα ποσά, ἡ πίεση  ἐπὶ τῶν φορολογουμένων γινόταν πολὺ μεγαλύτερη. Ἡ ἀπανθρωπιὰ τῶν τελωνῶν κατὰ τὶς εἰσπράξεις ὑπῆρξε παροιμιώδης. Ὁ σύγχρονος τῶν Ἀποστόλων Φίλων διηγεῖται ὅτι στὶς ἡμέρες του μερικοὶ τελῶνες κατὰ τὴν εἴσπραξη τοῦ κεφαλικοῦ φόρου βρῆκαν ὁρισμένους ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ἤδη νεκρούς. Ἄνοιξαν τοὺς τάφους τους, ἔβγαλαν τὰ νεκρὰ σώματα καὶ τὰ μαστίγωναν δημόσια. Ὅταν οἱ πολίτες τοὺς ρώτησαν ἀγανακτισμένοι, γιατί ἐξυβρίζουν κατὰ τέτοιο τρόπο τοὺς νεκρούς, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξουν ἀπ’ αὐτοὺς τίποτε, ἀπάντησαν ὅτι αὐτὸ τὸ ξέρουν, ἀλλὰ τοὺς κακοποιοῦν, γιὰ νὰ ἐξαναγκάσουν τοὺς συγγενεῖς τους νὰ πληρώσουν ἐκεῖνοι τὸν φόρο ποὺ ὄφειλαν. Ὁ πάπυρος τῆς Ὀξυρύγχου 285 (γράφτηκε τὸ 50 μ.Χ.) εἶναι μία ἀναφορὰ ἑνὸς φτωχοῦ ὑφαντοῦ πρὸς τὸν στρατιωτικὸ διοικητὴ τῆς πόλεώς του. Σ’ αὐτὴν ἀναφέρει παραπονούμενος ὅτι ὁ τελώνης τοῦ ἀπέσπασε μετὰ ἀπὸ ξυλοδαρμὸ ὅλες τὶς οἰκονομίες του καὶ τὸν χιτώνα ποὺ φοροῦσε. Καταγράφομε μόνο ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἀνέκδοτα, ποὺ ἀναφέρονται στοὺς τελῶνες. Ὁ Χίος φιλόσοφος Θεόκριτος, ὅταν ρωτήθηκε «Ποῖα εἶναι τὰ ἀγριότερα θηρία», ἀπάντησε: «ἀπὸ ὅσα ζοῦν στὰ βουνὰ οἱ ἀρκοῦδες καὶ τὰ λιοντάρια, ἀπὸ ὅσα ζοῦν στὶς πόλεις οἱ τελῶνες καὶ οἱ συκοφάντες».

.                   Ἡ ὑπόληψη ποὺ εἶχαν στὸν λαὸ οἱ τελῶνες ἦταν ἡ χείριστη. Ὁλόκληρη ἡ ἀρχαιότητα κατέτασσε τοὺς τελῶνες στὸ μαῦρο πίνακα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀσκοῦν ἄτιμα καὶ ἄξια ντροπῆς ἐπαγγέλματα. Ἀπ’ ὅλα τὰ αἰσχρὰ ἐπαγγέλματα τρία θεωροῦνταν ὡς τὰ αἰσχρότερα· ὁ κάπηλος, ὁ πορνοβοσκὸς καὶ ὁ τελώνης. Οἱ Ρωμαῖοι ἐπίσης Κικέρων, Λίβιος καὶ Τάκιτος κατατάσσουν τὸν τελώνη μεταξὺ τῶν χυδαίων ἐπαγγελμάτων. Καὶ εἰς τὸ Ταλμούδ, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει εἰδικὸς κατάλογος, ὅμως βρίσκουμε περὶ τὰ 30 ἐπαγγέλματα ἢ ἀπασχολήσεις, ποὺ χαρακτηρίζονται ἁμαρτωλά. Ὡς τὰ δύο ἁμαρτωλότερα θεωροῦνται ὁ ληστὴς καὶ ὁ τελώνης. Κατὰ τὴ ραβινικὴ διδασκαλία ὁ φαρισαῖος ἀπαγορευόταν νὰ ἀσκήσει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη, οἱ δὲ τελῶνες δὲν εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ παραστοῦν στὰ δικαστήρια ὡς μάρτυρες. Ὁ ραβίνος Χιλλὲλ δίδασκε ὅτι, προκειμένου νὰ ἐξαπατήσει κάποιος ἕνα τελώνη, ἐπιτρέπεται ὄχι μόνον νὰ πεῖ ψέματα ἄλλα καὶ νὰ ψευδορκήσει.
.                   Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ τελώνης ἦταν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ὁ ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος τοῦ διεφθαρμένου ἄνθρωπου. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰ λόγια του Κυρίου· «Ἔστω σοι ὡς ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης» (Ματθ. ιη´ 17) ἢ «Τελῶναι καὶ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. κα´ 31). Παρὰ ταῦτα ὁ Κύριος ἔδειξε προς  τοὺς τελῶνες καὶ σὲ ὅλες τὶς περιφρονημένες τάξεις ἰδιαίτερη στοργή. Αὐτὸ δημιούργησε σκάνδαλο μεταξὺ τῶν φαρισαϊκῶν κύκλων. Βλέπομε τοὺς φαρισαίους καὶ γραμματεῖς νὰ διαμαρτύρονται ἔντονα γιὰ αὐτὴ τὴν συμπεριφορὰ  τοῦ Κυρίου, τόσον κατὰ τὴ συνεστίασή του στὸ σπίτι τοῦ τελώνου καὶ ἔπειτα μαθητοῦ Ματθαίου, ὅσο καὶ ἀργότερα, ὅπως ἀφηγεῖται ὁ Λουκᾶς στὸ 15ο κεφάλαιο. Κατὰ τοὺς εὐαγγελιστὲς Ματθαῖο καὶ Λουκᾶ, οἱ φαρισαῖοι ἀπέδωκαν στὸν Χριστὸ καὶ τὸ παρατσούκλι «φίλος τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν», ποὺ ὅμως ὁ Χριστὸς δεχόταν εὐχαρίστως. Τὴν φράση «τελῶναι καὶ ἁμαρτωλοὶ»  τὴν συναντοῦμε πολὺ συχνὰ στοὺς τρεῖς συνοπτικοὺς εὐαγγελιστὲς (Ματθαῖο, Μάρκο καὶ Λουκᾶ) καὶ παραδίδεται ὡς φράση τῶν φαρισαίων, μὲ τὴν ὁποίαν χαρακτήριζαν τόσον τοὺς τελῶνες ὅσον καὶ ὅλον τὸ λαό.
.                   Σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη τῶν φαρισαίων ἡ ἰσραηλιτικὴ κοινωνία διακρινόταν σὲ δύο τάξεις. Μία τάξη ἦταν οἱ «δίκαιοι», δηλαδὴ οἱ φαρισαῖοι, καὶ ἡ ἄλλη οἱ «ἁμαρτωλοί», δηλαδὴ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Τοὺς δύο ὅρους τῆς φαρισαϊκῆς φρασεολογίας, «δίκαιοι» καὶ «ἁμαρτωλοὶ» χρησιμοποίησε καὶ ὁ Χριστὸς μὲ κάποια λεπτὴ εἰρωνεία, ποὺ φαίνεται στὴν φράση του «Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ´ 13· Μάρκ. β´ 17· Λουκ. ε´ 32). Σὰν νὰ ἔλεγε· «Δίκαιοι δὲν λέτε ὅτι εἶστε; Λοιπὸν καὶ ἐγὼ δὲν ἦλθα γιὰ σᾶς. Ἁμαρτωλοὶ δὲν εἶναι οἱ τελῶνες κατὰ τὴ γνώμη σας; Γι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἦλθα γι’ αὐτούς». Τὸ βαθύτερο νόημα αὐτοῦ τοῦ λόγου εἶναι ὅτι πολλὲς φορὲς οἱ θρησκευτικοὶ ἄνθρωποι, ὅταν χάσουν τὴν οὐσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, καταλαμβάνονται ἀπὸ ἕνα αἴσθημα αὐταρκείας καὶ στὸ βάθος δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως ὑπάρχουν περιπτώσεις, στὶς ὁποῖες ἄνθρωποι πολὺ ἁμαρτωλοὶ συναισθανόμενοι τὴν ἐνοχή τους, αἰσθάνονται πολὺ μεγάλη τὴν ἀνάγκη τοῦ θείου ἐλέους γιὰ τὴν σωτηρία τους.

ΠΗΓΗ: vatopaidifriend

, ,

Σχολιάστε

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ

Το περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 1972

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.            Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς εἰσάγει σὲ περίοδο μετανοίας, τὴν περίοδο τοῦ Τριωδίου. Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας μᾶς παρουσιάζει τὸ μεγαλύτερο πάθος ποὺ μᾶς καθιστᾶ ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ, τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ τὴν μεγαλύτερη ἀρετή, τὴν ταπείνωση, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν μετάνοια καὶ σωτηρία.

 1. Η AΛAZONΕΙA ΤΥΦΛΩNΕΙ

.            Δυὸ ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στὸν Ναὸ τοῦ Σολομωντος γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Δυὸ ἄνθρωποι τόσο διαφορετικοὶ μεταξύ τους. Ὁ ἕνας Φαρισαῖος κι ὁ ἄλλος Τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ὄρθιος σὲ περίοπτη θέση γιὰ νὰ φαίνεται καλὰ ἀπὸ τοὺς γύρω ἀνθρώπους καὶ ξεκίνησε τὴν προσευχή του λέγοντας: «Θεέ μου, Σὲ εὐχαριστῶ! διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, ἀνήθικοι, ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐκεῖ τὸν τελώνη. Ἐγὼ εἶμαι τόσο καλός. Ἔχω πολλὲς ἀρετές, πολλὰ καλὰ ἔργα, πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ζητάει ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα. Καὶ δίνω τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀποκτῶ, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ πλέον ἀσήμαντα, ποὺ δὲν τὰ προέβλεψε ὁ Νόμος.
.            Ἔτσι τελείωσε τὴν προσευχή του ὁ Φαρισαῖος. Μιὰ προσευχὴ γεμάτη ὑπερηφάνεια καὶ ἀλαζονεία. Ἡ ἀλαζονεία του αὐτὴ τὸν εἶχε τυφλώσει τόσο πολύ, ὥστε δὲν τὸν ἄφηνε νὰ δεῖ καθαρὰ οὔτε τοὺς ἄλλους οὔτε τὸν ἑαυτό του. Δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει τὴν πνευματική του πτωχεία. Βέβαια τὰ καλὰ ἔργα ποὺ ἀπαρίθμησε, τὰ εἶχε πραγματικά. Δὲν ἔλεγε ὡς πρὸς αὐτὸ ψέματα. Αὐτὸς πράγματι ὄχι μόνο ἀπέφευγε τὰ μεγάλα ὁρατὰ καὶ βαριὰ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ ἀντιθέτως εἶχε καὶ πολλὰ καλὰ ἔργα. Ἦταν λοιπὸν γιὰ ὅλα αὐτὰ τέλειος; Δὲν τοῦ ἔλειπε τίποτε; ὁ ταλαίπωρος! Δὲν ζήτησε τίποτε ἀπὸ τὸν Θεό, διότι ἦταν πλήρως ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὰ κατορθώματά του. Δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει τὸ πιὸ ἁπλό, πὼς ὅ,τι καλὸ εἶχε, ὁ Θεὸς τοῦ τὸ ἔδωσε καὶ δὲν ἦταν δικό του.
.            Ἡ ἀλαζονεία του τὸν ἔκανε νὰ βλέπει ἀκόμη καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ὡς ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ εἶναι δυνατόν; Μόνο αὐτὸς ἦταν ἄνθρωπος ἀρετῆς; Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γύρω του ἦταν ἅρπαγες, ἄδικοι καὶ ἀνήθικοι; Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς δίκαιος ἐκτὸς ἀπὸ αὐτόν; Καὶ ἐπιπλέον πῶς ἤξερε τὴν ψυχὴ τοῦ τελώνη; Καὶ πῶς μποροῦσε νὰ τὸν χαρακτηρίζει δημοσίως καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζει καὶ νὰ τὸν παρουσιάζει ὡς χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῶν ἁμαρτωλῶν; Ἀκόμη κι ἂν πράγματι ὁ τελώνης ἦταν τόσο ἁμαρτωλός, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δείξει εὐσπλαχνία καὶ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὴν μετάνοιά του; Ὁ Φαρισαῖος λοιπὸν ὄχι μόνο δίκαιος δὲν ἦταν, ἀλλὰ ἦταν τυφλὸς καὶ κυριευμένος ἀπὸ πολλὰ καὶ βαριὰ ἐσωτερικὰ ἑωσφορικὰ πάθη, τὸ πάθος τῆς κατακρίσεως, τῆς ἀσπλαχνίας, τῆς ὑπερηφανείας. Καὶ τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅλα ὁ Φαρισαῖος δὲν εἶχε ἀγάπη.
.            Πόσο λοιπὸν μᾶς τυφλώνει ἡ ἀλαζονεία! Μᾶς κάνει ψεῦτες καὶ ἄδικους, σκληροὺς καὶ ἄσπλαχνους. Δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε τὴν πνευματική μας πτωχεία καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ φοβερότερο, μᾶς ρίχνει τελικὰ στὴν αἰώνια κόλαση.

2. Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΕΛΕYΘΕΡΩNΕΙ

.            Ὁ τελώνης ἀντιθέτως στεκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Δὲν εἶχε τὴν τόλμη ὄχι μόνο τὰ χέρια του ἀλλὰ οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσει πρὸς τὸν οὐρανό. Χτυποῦσε διαρκῶς τὸ στῆθος του, ποὺ περιέκλειε τὴν ἁμαρτωλὴ καρδιά του. Μιὰ κραυγὴ μόνο μετανοίας ἔβγαινε διαρκῶς μὲ συντριβὴ ἀπὸ τὰ χείλη του. Θεέ μου, σπλαχνίσου με, συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλό.

.            Καὶ ὁ Κύριος δικαίωσε τὸν τελώνη διακηρύττοντας ὅτι καθένας ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτό του θὰ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ὑψωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὸν τελώνη. Διότι ὁ τελώνης ἔβλεπε καθαρὰ τὸν ἑαυτό του. Κατανοοῦσε τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ γι᾽ αὐτὸ στεκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Καὶ μὲ τὴν στάση τοῦ σώματός του καὶ μὲ τὶς κινήσεις τῶν χεριῶν του καὶ μὲ τὰ λόγια του ἐξέφραζε τὴν συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του, τὴν βαθιά του ταπείνωση καὶ τὴν κατάνυξη τῆς καρδίας του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν ἀσχολεῖτο μὲ τοὺς ἄλλους παρὰ μόνο μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἔβλεπε μόνο τὴν δική του μικρότητα καὶ αἰσθανόταν τὴν θεία μεγαλειότητα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν τολμοῦσε νὰ ὑψώσει στὸν οὐρανὸ οὔτε τὰ μάτια του οὔτε τὰ χέρια του οὔτε τὸ πρόσωπό του. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο τῆς θέας τοῦ Θεοῦ. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του δὲν τοῦ ἔδινε τὸ δικαίωμα νὰ λέει πολλὰ καὶ κομπαστικὰ λόγια. Κι ὅσο περισσότερο ἐπανελάμβανε τὴν σύντομη προσευχή του, τόσο περισσότερο στενάζοντας χτυποῦσε τὸ ἁμαρτωλὸ στῆθος του. Καὶ ὁμολογοῦσε ἔτσι τὴν ἁμαρτωλότητά του. Ἐξαρτοῦσε τὴν ζωή του ἀπὸ τὸ θεῖο ἔλεος. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μόνο ζητοῦσε σὰν πεινασμένος ζητιάνος ποὺ κινδυνεύει νὰ πεθάνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γι᾽αὐτὸ καὶ τὰ λόγια του ἀνέβαιναν ἀπ᾽ εὐθείας στὸν οὐρανό. Διότι ἔβγαιναν μέσα ἀπὸ μία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη καρδιά.

.            Μιὰ τέτοια ταπείνωση καλούμαστε κι ἐμεῖς νὰ ἀποκτήσουμε. Διότι ἡ ταπείνωση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία. Αὐτὴ καθαρίζει τὸ νοῦ μας, γιὰ νὰ δοῦμε κατάματα τὴ, μικρότητά μας, τὴν ἁμαρτωλότητά μας, τὰ ἀμέτρητα πάθη μας καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν ἐντονότερα ἀπὸ σήμερα, πρώτη ἡμέρα τοῦ Τριωδίου, νὰ ζοῦμε μὲ ταπείνωση καὶ συντριβὴ καὶ κατάνυξη. Κι ἂς προσευχόμαστε καθημερινὰ στὸν Θεὸ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν πολύτιμη αὐτὴ ἀρετή. Γιὰ νὰ μὴ μᾶς καταδικάσει ὁ Θεὸς ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός του, ἀλλὰ νὰ μᾶς δικαιώσει μαζὶ μὲ τὸν τελώνη καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν Βασιλεία του.

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

, , , ,

Σχολιάστε