Ἄρθρα σημειωμένα ὡς φαρισαϊσμός

ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΠΑΝΤΑ ΗΤΤΩΝΤΑΙ (Γ. Ν. Παπαθανασόπουλος)

Οἱ φαρισαῖοι πάντα ἡττῶνται

Τοῦ Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

.           Κάθε Μεγάλη Ἑβδομάδα οἱ Χριστιανοὶ βιώνουν τὸ ἑκούσιο σωτηριῶδες Πάθος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ λυτρωτικὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους Ἀνάστασή Του. Ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς οἱ ἄνθρωποι καταδίκασαν τὸν Θεάνθρωπο σὲ θάνατο, Ἐκεῖνος ὅμως, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του, «καταδίκασε» τοὺς ἀνθρώπους νὰ εἶναι ἀθάνατοι («Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος», ἔκδ. «Ἀστήρ», Ἀλ. & Ε. Παπαδημητρίου)!
.           Ὁ Χριστὸς μὲ τὴ Ζωή, τὴ Διδασκαλία, τὴ Θυσία καὶ τὴν Ἀνάστασή Του ἔδωσε νόημα στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς γράφει ὅτι ἡ ζωὴ χωρὶς τὸν Θεὸ Λόγο εἶναι κόλαση, ἀφοῦ στὴν κόλαση δὲν ὑπάρχει νόημα στὴν ὕπαρξη, οὔτε λογικότητα στὶς ἐνέργειες. Κόλαση δὲν εἶναι ὁ διπλανός μας, ποὺ ὑποστηρίζει ὁ Σαρτρ, γίνεται ὁ ἐαυτός μας. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ὑποβιβάζεται στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀλόγου ὄντος καὶ ποὺ ἔχει ὑπαρξιακὸ προβληματισμό, «ὁ θάνατος χωρὶς Ἀνάσταση εἶναι τὸ μεγαλύτερο βάσανο καὶ ἡ πιὸ φρικιαστικὴ ἀπανθρωπία».
.           Θεάνθρωπος δωσε τν θανασία κα ο φαρισαοι θέλησαν ν τν θανατώσουν, δίδαξε ἀγάπη καὶ δέχθηκε τὸ ἀπύθμενο μίσος τους, ἦταν ὁ ἀπολύτως ἀθῶος καὶ θανάσιμα τὸν συκοφάντησαν, δίδαξε τὴν Πίστη καὶ τὸν πρόδωσε ἕνας μαθητής Του. Ο φαρισαοι εναι ο πρτοι στν στορία πο φάρμοσαν μεθοδικ να πάνθρωπο σύστημα ξόντωσης «χθρο». Πρῶτον κατασκεύασαν τὴν κατηγορία, δεύτερον βρῆκαν τοὺς ἀπαραίτητους ψευδομάρτυρες, τρίτον ἐξαγόρασαν τὸν προδότη μαθητή, τέταρτον ὀργάνωσαν ὁμάδα πίεσης ἀπὸ ἐγκάθετους, γιὰ νὰ πιεσθεῖ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, πέμπτον μὲ ἀδίστακτο τρόπο ἐξεβίασαν τὸν φορέα τῆς ρωμαϊκῆς ἐπικυριαρχίας, νὰ στέρξει στὴν ἐξόντωση τοῦ «ἐχθροῦ» τους καὶ τέλος ὀργάνωσαν τὴ φύλαξη τοῦ τάφου Του, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν ὅτι τελείωσαν ὁριστικὰ μαζί Του… Οἱ φαρισαῖοι ἔπεσαν ἔξω. Οἱ μεθοδεύσεις τους ἀπέτυχαν καὶ ἡττήθηκαν…
.           Οἱ φαρισαῖοι ἀποτελοῦσαν τὴν «ἀστυνομία» ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου. Ὁ Χριστὸς τοὺς κατέκρινε μὲ τὰ «οὐαί» του, ὡς ὑποκριτές, μωρούς, τυφλοὺς καὶ δυνάστες τοῦ λαοῦ. Ἔκτοτε ἡ κάθε ἐποχὴ ἔχει τοὺς φαρισαίους της καὶ διῶκτες τοῦ Χριστοῦ. Σημειώνεται ὅτι τὰ «οὐαὶ» προηγοῦνται τῆς συλλήψεως καὶ καταδίκης του Χριστοῦ καὶ ἡ σχετικὴ περικοπὴ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου ἀναγιγνώσκεται τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Δευτέρας.
.           Στὸν εἰκοστὸ αἰώνα Φαρισαῖοι ἦσαν οἱ φύλακες τῶν ἀθέων ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων, ἡ νομενκλατούρα τους. Θέλησαν νὰ ἐξοντώσουν τὸν Χριστὸ μὲ τὶς μεθοδεύσεις τους. Ἡττήθηκαν κατὰ κράτος. Καταποντίστηκαν. Οἱ σύγχρονοι φαρισαῖοι ἐπανέρχονται στὶς μεθόδους τῶν προγόνων τους, τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ. Κατασκευάζουν νύπαρκτες κατηγορίες, τι χριστιανισμς δηγε στ θρησκευτικ νελευθερία κα πρέπει ν ξοβελιστε π τ δημόσια σφαίρα, ς γνήσιοι ποκριτς διαστρέφουν τν λήθεια κα τν φύση τν πραγμάτων κα τ διαστροφ τν νοματίζουν «κσυγχρονισμό», βρίσκουν προδότες ντός του Χριστιανισμο, δημιουργον λόμπι πίεσης τς πολιτικς ξουσίας γι ν περνον τν δεολογία τους κα πιστεύουν τι τσι θανατώνουν τν Χριστό….μως κα ατο πατνται. Θ ττηθον.-

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΙ ΕΝ ΠΟΛΛῌ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛῌ ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΣΕΙ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

«Τριώδιον παρ’ ἀνθρώπων δέχου, Κύριε…»

Γράφει ὁ π. Κων. Ν. Καλλιανὸς
Ἐφημέριος Ι. Ν. Ἁγ. Κωνσταντίνου Σκοπέλου

 Περιοδ.  «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»,
ἔκδ. Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πευκακίων,
ἀρ. τ. 139, Μάρτιος 2014

.               Προετοιμάζοντας τὶς ἀποσκευές της ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὸ νέο καὶ ἐν πολλῇ, ἀλλὰ καὶ πολλαπλῇ διακινδυνεύσει ἐπιχειρούμενο ταξίδι στὸ πέλαγος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προσκομίζει στὴν πνευματική Της τράπεζα τὸ Τριώδιον, καὶ μὲ ἱεροκατάνυξη τὸ ἀνοίγει. Τὸ ἀνοίγει καὶ μᾶς θυμίζει ὅτι τὸ ταξίδι εἶναι μακρὺ καὶ πολυήμερο, σκιασμένο κάποτε ἀπὸ τὸν χειμώνα ποὺ δὲν ἔχει παρέλθει, μὲ τοὺς νοητοὺς «Λαιστρυγόνας καὶ Κύκλωπας» ὑπούλως νὰ καιροφυλαχτοῦν. Ὡστόσο, εἶναι ψυχωφέλιμο ταξίδι καὶ ἀποκαλυπτικό. Γι᾽ αὐτὸ κι ἀπαιτεῖ κατάλληλη προετοιμασία. Γιατί ἕνα ταξίδι δὲ σχεδιάζεται μονάχα, ἀλλὰ πρωτίστως ἀξιολογεῖται: πόσο χρήσιμο εἶναι στ᾽ ἀλήθεια;
.               Τριώδιο λοιπόν. Μιὰ κρίσιμη γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς μας χρονικὴ περίοδος, ποὺ ἀποσυμπιέζει σιγὰ σιγὰ τὴν ψυχὴ καὶ τῆς χαρίζει τὴν εἰρήνη, τὴ σιωπὴ καὶ τὴν κατάνυξη. Τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα δηλαδή, ποὺ τὴν ἀναζωογονοῦν καὶ συγυρίζουν, τακτοποιώντας τὶς ὅποιες σκόρπιες σκέψεις, ἐπιθυμίες, λογισμούς. Μὲ ἄξονα καὶ μὲ τὴ συνδρομὴ τοῦ πολύτιμου ἐργαλείου τῆς μετάνοιας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἱκετεύουμε, «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα..». Αὐτὲς τὶς πύλες ἀνοίγει ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, καὶ μᾶς ὑπενθυμίζει: «Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί».
.               Θεμέλιος λίθος ἡ προτροπὴ αὐτή, στηρίζει τὴν πνευματική μας οἰκοδομὴ καὶ γίνεται κερὶ ἀναμμένο, ποὺ φωτίζει τὸν βηματισμό μας μέσα στὸ ἱερὸ στάδιο ὅπου πρόκειται νὰ εἰσοδεύσουμε, «οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι».
.              Αὐτές, λοιπόν, οἱ πρῶτες λέξεις τοῦ Τριωδίου γίνονται ἀναμφίβολα τὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγει τοῦτες τὶς πύλες τῆς μετανοίας, ἀπομακρύνοντας τὴν κάθε ἀλαζονικὴ συμπεριφορά μας, ἡ ὁποία καὶ ἀποτελεῖ πρόσκομμα γιὰ τὴν ἀποποίηση τῆς κάθε ὑποκριτικῆς μας ἐνέργειας. Γιατί ἴδιον τοῦ φαρισαϊσμοῦ εἶναι ἡ δαιμονικὴ ὑπεροψία, ποὺ ἀναχαιτίζει τὴ Θεία Χάρη, σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ ἐντολή: «Ἡ μὲν ταπείνωσις συνάπτεται τῷ Χριστῷ, ἡ δὲ ἀλαζονεία τῷ πεφρονηματισμένῳ καὶ πλήρους ὄγκου δαίμονι» ( Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης).
.               Ὡστόσο, τὸ μέγα ζητούμενο, τὸ ὁποῖο ὀφείλει νὰ διακριβώσει κάθε θεοκατάνυκτος ψυχή, εἶναι ἡ ἀποβολὴ τοῦ φαρισαϊκοῦ στοιχείου ἀπὸ τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ σχέση καὶ κοινωνία. Καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ ἐπικοινωνία μετὰ τοῦ Θεοῦ ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἀσχηματίστου προσευχῆς: ἐκείνης δηλαδὴ ποὺ ἀνοίγει δρόμους συνάντησης μεταξὺ Θεοῦ κι ἀνθρώπου. Μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται εἰλικρίνεια καὶ συντριβή, ἀποβολὴ τοῦ προσωπείου καὶ δυνατότητα τοῦ προσευχομένου «τοῦ ὁρᾶν τὰ πταίσματά» του. Καὶ ἡ δυνατότητα αὐτὴ ἐπιτυγχάνεται, ὅταν ὑπάρξει συντριβὴ καὶ ταπείνωση. Διότι ἡ θεόδωρος αὐτὴ χάρη, «ἡ ταπείνωσις, τροφὴ ὑπάρχει τῶν ἀρετῶν…τῶν παθῶν ἀναίρεσις, συντήρησις ὑγρότητος ἐν τῇ ρίζῃ τῆς πίστεως» (Ἅγ. Ἀνδρέας ὁ Κρήτης).
.               Ἀνοίγει, λοιπόν, τὸ Τριώδιο ὑπενθυμίζοντάς μας νὰ προσέξουμε, μήπως ὑποπέσουμε στὴν παγίδα τῆς αὐτοδικαίωσης, ποὺ ἀσφαλῶς γεννᾶ κατάκριση, ὑποτίμηση καὶ περιφρόνηση τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ ὁ «φαρισαϊκῶς προσευχόμενος» καὶ κατ᾽ ἀκολουθίαν, ζῶν, κινούμενος καὶ ὑπάρχων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστώνει στὸν ἄλλο, τὸν συνάνθρωπό του, ἔστω καὶ ψῆγμα καλωσύνης, τρυφερότητος καὶ μετανοίας. Διότι, «ἂν καὶ ἀπομονώνεται γιὰ νὰ προβάλλη τὴν θρησκευτική του ὑπεροχή, συγχρόνως ἐπικαλεῖται τὶς ἀδυναμίες καὶ τὶς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων γιὰ νὰ βιώση τὴν ἱκανοποίηση τῆς θρησκευτικῆς του αὐταρκείας». (Ι. Κ. Κορναράκης) Καὶ μ᾽ αὐτὴν ζεῖ. Γιὰ νὰ αἰσθάνεται ὅτι εἶναι τὸ κέντρο τοῦ κόσμου κι ὄχι «ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων» (Λκ. ιη´11), μεταξὺ αὐτῶν κι ὁ Τελώνης ποὺ συμπροσεύχεται μαζί του λίγο παραπέρα καὶ στὸν ὁποῖο προβάλλει, μεταθέτει ὅλο τὸ φάσμα τῶν ἐνοχῶν. Ἀντίθετα ἀπὸ τὸν Τελώνη, ποὺ συνοψίζει ὅλη του τὴ βιοτὴ καὶ τὴν ἐνσυνείδητη μετάνοιά του σὲ τρεῖς λέξεις « Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λκ. ιη´13 ). Καὶ τὸ κυριώτερο: «βιώνει τὴν ἐνοχή του «κατὰ μόνας»… καὶ δὲν τὴν μεταφέρει ἐπὶ ἄλλων ἀνθρώπων. Αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἔνοχος καὶ ἡ εὐθύνη τῆς ἐνοχῆς αὐτῆς βαρύνει ἀποκλειστικῶς αὐτὸν μόνο» (Ι. Κ. Κορναράκης).
.               Τὸ βασικὸ διερώτημα ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός, καθὼς προσεγγίσαμε αὐτὴ τὴν ἱεροπρεπέστατη χρονικὴ περίοδο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, εἶναι τὸ ἑξῆς: Τελικὰ σὲ ποιὰ μερίδα ἀνήκουμε: ἐκείνων ποὺ μὲ φαρισαϊκὴ ὑψηγορία ἐπιμένουν νὰ βηματίζουν ἀκόμα πρὸς τὸ ἱερὸ προσεύξασθαι, ἢ ἐκείνων ποὺ μὲ βεβαρυμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς προσέρχονται καὶ ψελλίζουν: «Ἵλαθι μόνε ἡμῖν εὐδιάλλακτε»;

, , ,

Σχολιάστε

«ΚΥΡΙΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΥΣΕΒΕΙΣ»

«Οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο εἶδος
μέσα στὴν Ἐκκλησία»

Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία
«Ἡ θεραπεία ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ Φαρισαϊσμοῦ»

 .             Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, νὰ ξέρετε, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι, εἶναι τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο εἶδος μέσα στὴν ἐκκλησία. Αὐτοὶ, οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι, εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φυλάει ἀπ’αὐτούς…
.             Ἔλεγε ἕνας ἁγιορείτης, ὅταν ἔκαμνα μιὰ φορὰ λειτουργία καὶ λέγαμε «Κύριε σῶσον τοὺς εὐσεβεῖς»,  λέει ἀστειευόμενος: «Κύριε σῶσον ἠμᾶς ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς», δηλαδὴ ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάει ἀπὸ τοὺς θρήσκους ἀνθρώπους, διότι θρῆσκος ἄνθρωπος σημαίνει μία προσωπικότης διεστραμμένη, ἡ ὁποία οὐδέποτε εἶχε προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ἁπλῶς μόνον κάμνει τὰ καθήκοντα τῆς ἀπέναντί Του, ἀλλὰ καμιὰ σοβαρὴ σχέση δὲν εἶχε, γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν λέει αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο τίποτε. Καὶ σᾶς ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν πείρα μου ὅτι δὲν εἶδα χειρότερους ἐχθρούς της ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς θρήσκους ἀνθρώπους.
.             Ὅταν παιδιὰ θρήσκων ἀνθρώπων, ποὺ μεσ’ στὴν ἐκκλησία ἢ καὶ παπάδων ἀκόμα καὶ θεολόγων καὶ ἀνθρώπων ποὺ κάνουν τοὺς θρήσκους καὶ τοὺς πολλούς, ἐδοκίμασαν τὰ παιδιά τους νὰ γίνουν μοναχοὶ ἢ ἱερεῖς, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν χειρότεροι καὶ ἀπὸ δαίμονες. Ἐξανέστησαν ἐναντίον τῶν πάντων. Ἔγιναν οἱ χειρότεροι ἐχθροὶ τῶν ἀνθρώπων. Θυμᾶμαι γονεῖς ποὺ ἔφερναν τὰ παιδιὰ τοὺς εἰς τὶς ὁμιλίες καὶ, ὅταν τὸ παιδί τους κάποια στιγμὴ ἔκαμε ἕνα βῆμα παραπάνω, ἔγιναν οἱ χειρότεροι ἄνθρωποι, ποὺ ἔλεγαν τὰ χειρότερα λόγια. Καὶ ἐγὼ τοὺς λέω: μὰ ἐσὺ ἔφερες τὸ παιδί σου στὴν ὁμιλία, δὲν τὸ ἔφερα ἐγώ. Καὶ μία φόρα εἶπα σὲ ἕναν πατέρα, ὅταν ἔβλεπα ὅτι ἡ κόρη του, τέλος πάντων, εἶχε ζῆλο στὴν ἐκκλησία, τοῦ λέω: Κοίταξε,  μὴν τὴν ξαναφέρεις στὴν ὁμιλία. Μὴν τὴν ξαναφέρεις νὰ τῆς μιλήσω, διότι ἡ κόρη σου θὰ γίνει μοναχὴ καὶ…. αὔριο θὰ σοῦ φταίω ἐγώ. Ὄχι, πάτερ μου, ἀλίμονο, ἐμεῖς σὲ λατρεύουμε. Καὶ ἔγινε ἡ κόρη τοῦ μοναχή· ἑφτὰ χρόνια καὶ δὲν μοῦ μιλᾶ ἀκόμα! Ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχαναν ὁμιλία, ἔτσι; …δὲν ἔχαναν ὁμιλία! Ἦταν πάντοτε οἱ πρῶτοι. Ὁμιλίες, ἀγρυπνίες, βιβλία, ξέρω ᾽γώ, τὰ πάντα… Καὶ ἔφερναν καὶ τὰ παιδιά τους, καὶ ὅταν ἦρθεν ἡ ὥρα ποὺ τὸ παιδί τους μέσα στὴν ἐλευθερία του, τέλος πάντων, ἀποφάσισε ἕναν δικό του δρόμο, τότε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔγιναν τελείως στὸ ἀντίθετο στρατόπεδο καὶ ἀπέδειξαν ὅτι γιὰ αὐτοὺς ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε μιλήσει ποτὲ μὲς στὴν δική τους τὴν καρδιά. Ἁπλῶς ἦταν θρῆσκοι ἄνθρωποι. Γιὰ αὐτὸ οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ δύσκολο εἶδος μέσ’ στὴν ἐκκλησία. Γιατί, ξέρετε κάτι; Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καμμιὰ φορὰ δὲν θὰ θεραπευθοῦν. Γιατί νομίζουν ὅτι εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. Ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοί, ξέρω ΄γῶ, οἱ χαμένοι ἂς ποῦμε, ἔτσι;… αὐτοὶ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες θὰ πᾶν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶπε στοὺς Φαρισαίους: Ἐσεῖς, ἐσεῖς ποὺ εἴστε θρῆσκοι, δὲν θὰ πᾶτε ποτὲ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί οὐδέποτε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἄλλαξε τὴν καρδιά τους. Ἁπλῶς ἀρκοῦνταν στὴν τήρηση τῶν θρησκευτικῶν τύπων.
.             Ἔτσι λοιπὸν ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὸν ἑαυτόν μας, νὰ καταλάβομε ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα νοσοκομεῖο ποὺ μᾶς θεραπεύει, μᾶς κάμνει νὰ ἀγαποῦμε τὸν Χριστὸν, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία φλόγα ποὺ ἀνάβει μέσ’ στὴν καρδιά μας, καὶ νὰ ἐξετάζομε τὸν ἑαυτόν μας ἐὰν βρισκόμαστε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν βλέπομε μέσα μᾶς ὅλες αὐτὲς τὶς κακίες καὶ τὶς ἀνιδιοτέλειες καὶ τὶς πονηρίες, τότε πρέπει νὰ ἀνησυχοῦμε. Γιατί δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι μέσα στὴν καρδιά μας καὶ νὰ  ’μαστε γεμάτοι ξύδι.
.             Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ εἶσαι γεμάτος χολὴ ἐναντίον τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ διαβάζεις τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ μὴν δέχεσαι τὸν ἀδερφόν σου. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ λὲς «ἔχω τόσα χρόνια στὴν ἐκκλησία», ἔχω τόσα χρόνια ποὺ  ’μαι μοναχὸς κληρικὸς ἡ ὁτιδήποτε, καὶ ὅμως τὸ ἄλφα τῆς πνευματικῆς ζωῆς…  Ποῦ ’ναι ἡ ἀγάπη. Ποῦ  ’ναι τὸ νὰ ὑπομένεις τὸν ἀδερφόν σου, νὰ κάνεις λίγο ὑπομονὴ; Μὲ τὸ νὰ μὴν τὸ δέχεσαι, σημαίνει τίποτα δὲν ἔκαμες· τίποτα· ἀπολύτως τίποτα. Τίποτα ἀπολύτως.
.             Ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ πεῖ -γιὰ τὶς παρθένες ἐκεῖνες- ὅτι δὲν εἶχε καμμιὰ σχέση μαζί τους. Τοὺς πέταξε ἔξω ἀπὸ τὸν νυμφώνα, παρ’ ὅλα ποὺ ‘χαν ὅλες τὶς ἀρετὲς, γιατί δὲν εἶχαν τὴν ἀγάπη. Διότι ἤθελε νὰ τοὺς πεῖ ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχετε ἀρετὲς ἐξωτερικὲς, μπορεῖ νὰ μείνατε παρθένες, μπορεῖ νὰ κάματε χίλια πράματα, ἀλλὰ δὲν κατορθώσατε τὴν οὐσία αὐτοῦ ποὺ εἶχε σημασία πάνω ἀπ’ ὅλα. Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ καταφέρεις, τί τὰ θέλεις τὰ ἄλλα ὅλα; Τί τὰ θέλω ἐγὼ τώρα: ἂν τρώω λάδι σήμερα καὶ δὲν τρώω λάδι. Μπορεῖ νὰ μὴν τρώω λάδι, ἂς ποῦμε, καὶ νὰ τρώω τὸν ἀδερφό μου ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὴν νύχτα.
.             Ἔλεγαν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, λέει, «μὴν ρωτᾶς ἂν τρώω ψάρι»… «τὸν ψαρὰ νὰ μὴν φαεῖς καὶ ψάρι φάε» ἤ «τὸν λαδὰ νὰ μὴν φαεῖς καὶ φάε μία σταξιὰ λάδι». Τὸ νὰ φάεις τὸν ἄλλον ἀπὸ τὴν γλώσσα εἶναι πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ φᾶς μία κουταλιὰ λάδι. Καὶ ὅμως, στέκομεν ἐκεῖ: τρῶμε λάδι, δὲν τρῶμε λάδι, τρῶμε ψάρι, δὲν τρῶμε ψάρι, ξέρω ‘γῶ, βούτηξε τὸ κουτάλι στὸ ἄλλο φαγὶ καὶ μπορεῖ νὰ τσακωθοῦμε, ἐκεῖ, νὰ σκοτωθοῦμε μὲ τὸν ἄλλον ἄνθρωπο, γιατί ἐβούτηξε τὸ κουτάλι προηγουμένως σὲ ἕναν ἄλλο φαΐ. Καταλαβαίνετε πόσο γελοία εἶναι ἐτοῦτα τὰ πράγματα;… καὶ μᾶς κοροϊδεύουν καὶ οἱ δαίμονες ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας…
.             Καὶ, ὅταν μπαίνουν κοντά μας, ἀντὶ νὰ βλέπουν τοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας μεταμορφωμένους σὲ Χριστὸ Ἰησοῦ, νά ’ναι γλυκεῖς ἄνθρωποι καὶ να ’ναι ὥριμοι ἄνθρωποι, ἰσορροπημένοι, ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, ἄνθρωποι γεμάτοι ἁρμονία, ἂς ποῦμε, μέσα τους, μᾶς βλέπουν, δυστυχῶς, μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πάθη μας καὶ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ξινίλες μας, καὶ λένε: Ἔ, νὰ γίνω ἔτσι; Καλύτερα νὰ μοῦ λείπει. Ἐσὺ ποὺ πᾶς στὴν ἐκκλησία… τί σὲ ὠφέλησε ἡ ἐκκλησία;
.             Ὅπως λέγαμε χτές: Πῆγες στὰ προσκυνήματα, εἶδες τοὺς πατέρες, εἶδες τὰ ἅγια λείψανα, εἶδες τὸ Ἅγιον Ὅρος, τὴν Παναγία τῆς Τήνου, ὅλα αὐτὰ· πήγαμε-ἤρθαμε. Ποιὸ τὸ ὄφελος, τελικὰ, ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα; Μεταμορφώθηκε ἡ καρδιά μας;  Γίναμε πιὸ ταπεινοὶ ἄνθρωποι; Γίναμε πιὸ γλυκεῖς ἄνθρωποι; Γίναμε πιὸ πραεῖς ἄνθρωποι εἰς τὸ σπίτι μας, εἰς τὴν οἰκογένειά μας, στὸ μοναστήρι μας, ξέρω ’γῶ, ἐκεῖ ποὺ ἐργαζόμαστε; Αὐτὸ ἔχει σημασία.
.             Ἐὰν δὲν τὰ καταφέραμε αὐτὰ τὰ πράγματα, τουλάχιστον ἂς γίνομεν ταπεινοί. Μέσα ἀπὸ τὴν μετάνοια. Ἂς γίνομε ταπεινοί. Ἐὰν οὔτε καὶ αὐτὸ τὸ καταφέραμε, τότε εἴμαστε ἄξιοι πολλῶν δακρύων, ἔτσι; Εἴμαστε γιὰ κλάματα. Διότι δυστυχῶς ὁ χρόνος περνᾶ καὶ χάνεται καὶ ἐμεῖς μετροῦμε χρόνια.
.             Ἔλεγε ὁ γέρων Παΐσιος, ὅταν τὸν ρωτοῦσαν «Γέροντα πόσα χρόνια ἔχεις ἐσὺ στὸ Ἅγιο Ὄρος;» Λέει:  Ἐγὼ ἦρθα τὴν ἴδια χρονιὰ ποὺ ἦρθε τὸ μουλάρι τοῦ γείτονα. Ὁ γείτονάς του, ὁ γερο-Ζῆτος, εἶχε ἕνα μουλάρι, καὶ, ξέρετε, στὸ Ἅγιον Ὄρος κάθε κελὶ ἔχει καὶ ἕνα ζῶο, ἕνα μουλάρι, ποὺ κουβαλοῦν τὰ πράγματά τους. Ἔ, τὸ ζῶο αὐτὸ ζεῖ πολλὰ χρόνια· δὲν ἀγοράζεις κάθε μέρα μουλάρια· εἶναι ἀκριβά. Λοιπόν, τὴν χρονιὰ ποὺ ἦρθα ἐγὼ, λέει, στὸ Ἅγιον  Ὅρος, ἀγόρασε καὶ ὁ γείτονας τὸ μουλάρι του. Ἔχομε τὰ ἴδια χρόνια στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ τὸ καημένο ἐκεῖνο ἔμεινε μουλάρι καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιο ἔμεινα. Δὲν ἄλλαξα.
.             Λοιπὸν, λέμε, πολλὲς φορὲς, ἐγὼ ἔχω σαράντα χρόνια, καὶ τὸ λέμε ἐμεῖς οἱ παπάδες καὶ οἱ καλόγεροι αὐτὰ τὰ πράγματα… Ἔχω σαράντα χρόνια στὸ μοναστήρι. Μὰ, τὰ χρόνια εἶναι εἰς βάρος σου. Ὁ Θεὸς θὰ σοῦ πεῖ: Σαράντα χρόνια, καὶ ἀκόμα δὲν κατάφερες νὰ γίνεις τίποτα; Ἔχεις σαράντα χρόνια· ἀκόμα θυμώνεις, ἀκόμα κατακρίνεις, ἀκόμα ἀντιλογεῖς, ἀκόμα ἀνθίστασαι, ἀκόμα δὲν ὑποτάσσεσαι; Ἔχεις σαράντα χρόνια καὶ δὲν ἔμαθες τὸ ἄλφα, τὸ πρῶτο πράγματα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, τῆς χριστιανικῆς ζωῆς; Τί νὰ κάμω τὰ χρόνια σου; Τί νὰ σὲ κάμω, ἂν ἔχεις πενήντα χρόνια καὶ δὲν μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις στὸν ἄλλον μὲ ἕναν καλό του λόγο; Τί νὰ κάμω ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα;

ΠΗΓΗ:  agiameteora.net

,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –5 («Ἤθελαν νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό, ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος ποὺ ἔδωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν τυπολατρία τῶν Ἰουδαίων».)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Ε´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/


Δ´ Μέρος: 
https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-4/

Θαῦμα τοῦ Παραλυτ.               «Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἴνα μὴ χεῖρον σοὶ τί γένηται» (Ἰωάν. ε´ 14). Ὁ Κύριος θεράπευσε τὸ σῶμα καὶ τώρα ἀναβιβάζει τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ ἀνώτερη σφαίρα, στὴν πνευματική του διάσταση. Κάνει τὸν θεραπευμένο νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ πηγὴ κι ἡ αἰτία τῆς φοβερῆς του ἀρρώστιας ἦταν ἡ ἁμαρτία. Καὶ τὸν προειδοποιεῖ νὰ πάψει ν’ ἁμαρτάνει, «ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται».
.               Δὲν εἶναι γνωστὸ σὲ τί εἶδος ἁμαρτίας εἶχε πέσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, μὰ οὔτε καὶ μᾶς βοηθάει ἡ γνώση αὐτή. Ξέρουμε πὼς ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται κάθε ἁμαρτία, πὼς ἡ ἁμαρτία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ κοντά Του. Γνωρίζουμε πς κάθε μαρτία, γι τν ποία δν χουμε μετανοήσει, ργ γρήγορα θ προκαλέσει πόνο, θ φέρει βάσανα. Μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Τώρα ὁ Θεός σοῦ ἔδειξε τὸ ἔλεός Του, ἡ ἁμαρτία σου συχωρέθηκε. Μὴν ἐξακολουθεῖς νὰ πειράζεις τὸν Θεὸ ὅμως, μὴ τὸν προκαλεῖς. Γιατί τότε, ἀντὶ γιὰ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἴσως συναντήσεις τὴ δικαιοκρισία Του. Ἂν κατόρθωσες νὰ δικαιωθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν προηγούμενη ἁμαρτία σου, μὲ μία ἀνεπαρκῆ γνώση γιὰ τὴν δύναμή Του, μετὰ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἔγινε δὲν θὰ μπορέσεις νὰ βρεῖς δικαιολογία.
.               Αὐτὴ εἶναι μία θαυμάσια ἀλλὰ καὶ φοβερὴ προειδοποίηση πρὸς ὅλους μας, πὼς ἂν γιὰ μία φορὰ νιώσαμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πάνω μας, δὲν πρέπει νὰ ξαναμαρτήσουμε, μήπως μᾶς βρεῖ κάτι χειρότερο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ μᾶς λύτρωσε ὁ Θεός.
.               «Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ» (Ἰωάν. ε´ 15). Εἶδε ὅτι ὠφελήθηκε ὁ ἄνθρωπος κι εἶπε στοὺς Ἰουδαίους πὼς τὸν ἔκανε καλὰ ὁ Ἰησοῦς. Τὸ ἔκανε αὐτὸ μὲ καλὴ πίστη, μὲ καλὲς προθέσεις. Τὸν ρωτήσανε γιὰ τὸν Ἰησοῦ κι αὐτὸς νόμισε πὼς ἦταν καλὸ νὰ τὸ πεῖ. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔνιωσε πὼς τὸ ὄφειλε αὐτὸ στὸν εὐεργέτη του, ἔπρεπε νὰ γνωρίσει τὸ ὄνομά του στοὺς ἄλλους, νὰ τὸ μάθουν ὅλοι, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ρώτησαν. Βρισκόταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του τριάντα ὀκτὼ χρόνια. Τὸ μόνο, ποὺ σκεφτόταν ὅλ’ αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος, ἦταν οἱ πόνοι του. Οὔτε νὰ φανταστεῖ δὲν μποροῦσε πόσο πονηρὲς ἦταν οἱ καρδιὲς ἐκείνων ποὺ ρωτοῦσαν γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὑποψιαστεῖ πὼς ἐκεῖνοι δὲν ρωτοῦσαν γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν Ἰησοῦ σὰν θαυματουργό, μὰ γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν, ἐπειδὴ δὲν τήρησε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου;
.               Πρέπει νὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα τὸ σημεῖο αὐτό. Πηγαίνει καὶ λέει στοὺς Ἰουδαίους πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν ποὺ τὸν θεράπευσε. Κατέχεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν σκέψη τῆς θεραπείας καὶ τοῦ θεραπευτῆ του. Οἱ Ἰουδαῖοι, ἀντίθετα, κατέχονταν ἀπὸ τὴν σκέψη τοῦ σαββατισμοῦ, τῆς μὴ τήρησης τοῦ Σαββάτου. Σ’ αὐτὲς τὶς περίεργες στιγμές, ἐκεῖνος ἴσως δὲν καταλάβαινε τὴν διαφορὰ τοῦ τρόπου ποὺ σκέφτονταν γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπὸ τὴ μιὰ αὐτὸς κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ Ἰουδαῖοι. Συνεπαρμένος ἀπὸ τὸ θαῦμα τοὺς μεταδίδει τὴν δική του ἐκδοχή, τὶς μεγάλες καὶ εὐχαριστήριες σκέψεις γιὰ τὴν ἐπίσκεψη ποὺ δέχτηκε ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ τὸ καλὸ ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Θεός. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρατηρήσει τὴν στενομυαλιὰ καὶ τὶς πονηρὲς διαθέσεις τους, ποὺ κρύβονταν ὅπως τὰ φίδια κάτω ἀπὸ τὰ φυλλώματα. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεσή του ἦταν νὰ δοξολογήσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν εὐεργέτη του. Ἡ σκέψη κι ἡ διάθεση τῶν Ἰουδαίων ἦταν νὰ τὸν θανατώσουν. «Οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς (Ἰωάν. ε´ 16). Γιατί θελαν ν τν σκοτώσουν; Μήπως πειδ ταν μοναδικς νθρωπος πο πρόσεξε τὸν δυστυχ παράλυτο τ τριάντα κτ ατ χρόνια; Μάλιστα, γι’ ατό. λλ κα γι ναν λλο λόγο. πειδ Κύριος ταν μοναδικς νθρωπος πο δωσε μεγαλύτερη σημασία στὴν ζω νς νθρώπου, π τν τυπολατρία το σαββατισμο τν ουδαίων.
.               Ὁ Κύριος πέρασε ἀπαρατήρητος ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς παγίδες καὶ τὶς ἐνέδρες τῆς κακίας τῶν Ἰουδαίων, σκορπίζοντας μὲ λόγο καὶ ἔργα τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὣς τὴν στιγμὴ ποὺ ἀποφάσισε πὼς ἦρθε ἡ ὥρα νὰ παραδοθεῖ στὰ χέρια τῶν Ἰουδαίων. Γιὰ νὰ δείξει τὴν μεγαλωσύνη Του μὲ τὴν ταπείνωσή Του, νὰ νικήσει τὸν θάνατο μὲ τὸν θάνατό Του. Αὐτῷ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ ὁμοουσίῳ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοῦς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: alopsis.gr

, , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ –4 («Ἡ ἱερατικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ ἔγινε μιὰ ἀστυνομικὴ ἐγρήγορση καὶ παρακολούθηση τῆς τάξεως τῆς θεᾶς ποὺ ὀνομάζεται “Σάββατο”».)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

«ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ»
(Ἰωάν. ε´ 1-16)


[Δ´ Μέρος] 

ἀπὸ τὸ βιβλίο
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα»
–Ὁμιλίες Γ´-
Ἀπὸ τὴν Κυριακή του Πάσχα ὣς τὴν Πεντηκοστή
,
Ἀθῆναι 2011, μετάφρ. Π. Μπότση,
σελ. 83-106

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-1/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/24/ὁμιλία-στὴν-κυριακή-του-παραλύτου-2/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/25/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-3/

.              Ἴσως ρωτήσει κάποιος: Γιατί ὁ Κύριος δὲν ἔκανε στὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο τὴν συνηθισμένη ἐρώτηση: Πιστεύεις; Γιατί δὲν ἐρεύνησε νὰ δεῖ ἂν ὑπῆρχε πίστη μέσα του, ὅπως ἔκανε μὲ πολλοὺς ἄλλους; Μ πίστη το νθρώπου ατο δν ταν λοφάνερη; Τριάντα κτ χρόνια κειτόταν πομονετικ σ’ να συγκεκριμένο τόπο, μ τν λπίδα πς θ λάβει βοήθεια π τν ορανό. Δὲν πιστεύει μόνο στὴν θαυματουργικὴ ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ. Κατὰ κάποιο τρόπο πιστεύει καὶ στὸν Κύριο Ἰησοῦ, μ’ ὅλο ποὺ δὲν τὸν ἀποκαλεῖ Κύριο. Δὲν εἶπε, «Ναί, Κύριε, θέλω νὰ γίνω καλά, μὰ ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Θὰ πρέπει μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ νὰ θυμηθοῦμε πὼς ὁ Κύριος θεράπευσε πολλοὺς δαιμονισμένους καὶ κωφαλάλους, χωρὶς νὰ τοὺς ρωτήσει γιὰ τὴν πίστη τους. Τοὺς θεράπευσε ἁπλὰ ἀπὸ ἀγάπη. Ἔτσι καὶ στὴν Βηθεσδὰ τότε ὁ Κύριος ἐνήργησε ἀπὸ τὴ μιὰ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὑπέφερε γιὰ τόσο μακρὺ διάστημα, σ’ ἕνα περιβάλλον ἐλεεινό. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τώρα, ἔδρασε ἔτσι καὶ μ’ ἕνα σκοπό· γι ν καταδείξει τν λλειψη γάπης χι μόνο τν κατοίκων τς ερουσαλήμ, λλ λων τν νθρώπων τς ποχς, πο βλεπαν τν συνάνθρωπό τους ν ποφέρει κα δν κουνάγανε τ δαχτυλάκι τους γι ν βοηθήσουν. Καὶ τέλος, ὁ Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τὸν παραλυτικὸ ἡμέρα Σάββατο, ἂν καὶ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτὸ καὶ Παρασκευή, ἂν ἤθελε. Τ κανε ατ γι ν καταγγείλει τν εδωλολατρικ προσκύνηση τν ουδαίων στν μέρα το Σαββάτου. Ν δείξει πς νθρωπος ξίζει περισσότερο π τ Σάββατο, πς γάπη ξίζει περισσότερο π ποιοδήποτε εδος νομικς τυπολατρείας. Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴ μοναδικὴ σφραγίδα τοῦ τρόπου ποὺ ἐνεργεῖ ὁ Θεός: νὰ στοχεύσει σὲ πολλοὺς στόχους ταυτόχρονα.
.              «Ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον» (Ἰωάν. ε´ 9-10). Τί στρεψόδικες ψυχς ἔχουμε ἐδῶ! Πόσο κλεισμένες καρδιές! Ἀντὶ νὰ χαροῦν ποὺ ἕνα σερνάμενο σκουλήκι στάθηκε ὄρθιο καὶ ξανά ’γινε ἄνθρωπος, ἀντὶ νὰ τὸν συγχαροῦν ποὺ ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία του, ἀντὶ νὰ ξεσηκώσουν τὴν πόλη ὁλόκληρη, νὰ τοὺς καλέσουν ὅλους γιὰ νὰ δοξάσουν τὸν ζωντανὸ καὶ στοργικὸ Θεό, ἀντὶ γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ἐξοργίστηκαν μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ κουβαλοῦσε στοὺς ὤμους του τὸ κρεβάτι του καὶ ξαναγύριζε ὑγιὴς στὸ σπίτι του. Ἂν μπροστὰ στὰ μάτια τους εἶχε ἀναστηθεῖ κάποιος νεκρὸς ἄνθρωπος ἡμέρα Σάββατο, δὲν θὰ εἶχαν θαυμάσει γιὰ τὴν ἀνάστασή του ἀλλὰ θὰ τὸν ρωτοῦσαν: «Γιατί εἶσαι σκονισμένος καὶ λερωμένος σήμερα, που εἶναι Σάββατο;»
.              «Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;» (Ἰωάν. ζ´ 11,12). Ἐδῶ ἔχουμε μία ἀκόμα ἀπόδειξη τῆς τυφλότητας τῶν Ἰουδαίων, τῆς τυπολατρικῆς καὶ μαγικῆς ἀντίληψης ποὺ εἶχαν γιὰ τὸ Σάββατο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θεραπεύτηκε μιλάει πρώτη φορὰ γιὰ τὴν θεραπεία του, τὴν ὁμολογεῖ ὡς τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα, καὶ δεύτερο γιὰ τὸ κρεβάτι ποὺ κουβαλάει στοὺς ὤμους του. Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐνδιαφέρονται καθόλου γιὰ τὴν θεραπεία του, γιὰ τὴν ἴδια τὴν ζωή του, ποὺ ἄλλαξε. Ἀφοῦ ἄκουσαν τὴν ἀπάντησή του, θὰ ἦταν φυσικὸ νὰ τὸν ρωτήσουν μετά: «Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ σὲ θεράπευσε;». Μὰ ὄχι. κενο πο ρωτον εναι τ λλο, τ δευτερεον κα συμπτωματικό: Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
.              Πόσο διεφθαρμένος κατάντησε ὁ περιούσιος λαός! Δεῖτε τί καρποὶ βλάστησαν στὴ γῆ ποὺ ἐξέθρεψε τὸν Μωυσῆ, τὸν Ἠσαΐα, τὸν Δαβίδ! λλοτε γνωστ ελάβεια τν σραηλιτν ξελίχθηκε σ μία σαββατολατρία. ερατικ πηρεσία το Ζντος Θεο γινε μιὰ στυνομικ γρήγορση κα παρακολούθηση τς τάξεως τς θες πο νομάζεται «Σάββατο»!
.              «Ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ἤδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ» (Ἰωάν. ε´ 13). Ὁ θεραπευμένος ἄνθρωπος εἶχε κοιτάξει ἀπὸ τὸ κρεβάτι του τὰ μάτια τοῦ Κυρίου. Εἶχε νιώσει τὴν ζωοποιὸ ἀνάσα Του, εἶχε γνωρίσει τὴν θαυματουργική Του δύναμη. Παρ’ ὂλ’ αὐτὰ ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς δώσει τὸ ὄνομα τοῦ θεραπευτῆ του ἢ νὰ τοὺς πεῖ ἀπὸ ποῦ ἐρχόταν. Ὁ Κύριος μὲ τὸ ποὺ πραγματοποίησε τὴν θεραπεία χάθηκε μέσα στὸ πλῆθος κι ἄφησε τὰ πράγματα νὰ ἐξελιχθοῦν μόνα τους. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ σπορέας. Σπέρνει τὸν καλὸ σπόρο καὶ τὸν ἀφήνει ν’ ἀναπτυχθεῖ καὶ μὲ τὸν καιρὸ νὰ καρποφορήσει, ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο ὅπου ἔπεσε. Ὁ Κύριος ἔκανε τὸ καλὸ ἔργο, τὸ θεϊκό, τόσο σὲ δύναμη ὅσο καὶ σὲ ἀγάπη, κι ἀποσύρθηκε γιὰ νὰ γλιτώσει τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων, ὅπως εἶπε λίγο ἀργότερα: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω» (Ἰωάν. ε´ 41). Φεύγει μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μὴ τὸν φθονήσουν, ὅπως γίνεται συνήθως. Φεύγει μως γι ν δώσει παράδειγμα κα σ’ λους μς πο λεγόμαστε χριστιανοί. Τ καλ ργο τελειοποιεται κα δικαιώνεται, ταν γίνεται μόνο π γάπη γι τν νθρωπο κα γι τὴν δόξα το Θεο. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ κάνουν καλὰ ἔργα, ἂς μὴ τὰ κάνουν ἀπὸ ματαιότητα, γιὰ νὰ προσελκύσουν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιος ἐπιδεικνύει τὰ καλά του ἔργα σὲ κοινὴ θέα, μοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ βάζει τὰ πρόβατα ἀνάμεσα στοὺς λύκους. Γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ προσέχουμε πολὺ τὰ καλά μας ἔργα, ν’ ἀποφεύγουμε νὰ προκαλοῦμε τὸν ἔπαινο ἢ τὸν φθόνο τῶν ἄλλων. Ὅποιος γυρεύει σκόπιμα τὸν ἔπαινο τῶν ἄλλων, ξέχωρα ἀπὸ τὸ καλό του ἔργο, θὰ κάνει καὶ δύο κακά: Τὸν ἔπαινο, ποὺ θὰ βλάψει τὸν ἴδιο προσωπικά, καὶ τὸν φθόνο, ποὺ θὰ βλάψει τοὺς ἄλλους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/26/ὁμιλία-στὴν-κυριακὴ-τοῦ-παραλύτου-5/

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΔΙΑΠΡΑΤΤΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΥΤΑΡΕΣΚΟΥΣ ΥΠΟΚΡΙΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ» (Ἡ μεγαλύτερη ὀμορφιὰ τοῦ χριστιανικοῦ δόγματος εἶναι ἡ γεμάτη κατανόηση προσέγγιση τῆς ἁμαρτίας.)

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Scott Peck,
 «People of the Lie. The Hope for Ηealing Human Evil»,
Α Touchstone Book Published by Simon & Schuster,
U.S.A. 1998
[ἑλλην. ἔκδ:  «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ»,
σὲ μετάφρ. Νικ. Παπαδάκη, 
«Κέδρος», 1999]

[Α´]

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

[…] Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν εἶναι οἱ κακὲς πράξεις ποὺ κάνουν ἕναν ἄνθρωπο κακό. Ἀλλιῶς, θὰ ἤμαστε ὅλοι κακοί, γιατί ὅλοι κάνουμε κακὰ πράγματα. Ὁ πιὸ γενικὸς ὁρισμὸς τῆς ἁμαρτίας εἶναι «ἀστοχία». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἁμαρτάνουμε κάθε φορὰ ποὺ δὲν καταφέρνουμε νὰ χτυπήσουμε τὸ κέντρο τοῦ στόχου. Ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι τίποτα λιγότερο καὶ τίποτα περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀποτυχία νὰ εἴμαστε συνεχῶς τέλειοι. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴμαστε συνεχῶς τέλειοι, εἴμαστε ὅλοι ἁμαρτωλοί. Ὡς συνήθως, ἀποτυγχάνουμε νὰ κάνουμε τὸ καλύτερο βάσει τῶν δυνατοτήτων μας, καὶ μὲ κάθε ἀποτυχία διαπράττουμε ἕνα ψευτοέγκλημα – ἀπέναντι στὸν Θεό, ἀπέναντι στοὺς γείτονές μας ἢ στοὺς ἑαυτούς μας, ἂν ὄχι, ἕνα πραγματικὸ ἔγκλημα ἀπέναντι στὸ νόμο.

.           Φυσικά, ὑπάρχουν ἐγκλήματα μεγαλύτερης καὶ μικρότερης σημασίας. Παρ’ ὅλα αὐτά, εἶναι λάθος νὰ θεωροῦμε τὸ Κακὸ ἢ τὴν ἁμαρτία θέμα μεγέθους. Ἴσως φαίνεται λιγότερο ἀπεχθὲς νὰ ἐξαπατήσει κανεὶς ἕναν πλούσιο ἀπὸ ὅσο ἕναν φτωχό, ἐξακολουθεῖ ὅμως νὰ εἶναι ἐξαπάτηση. Ὁ νόμος ἀντιμετωπίζει διαφορετικὰ τὴν ὑπεξαίρεση μιᾶς ἐπιχείρησης, τὴν ψευδῆ ἀξίωση μείωσης τοῦ φόρου εἰσοδήματος, τὸ νὰ χρησιμοποιήσεις ἕνα «σκονάκι» σὲ ἐξετάσεις, νὰ πεῖς στὴ γυναίκα σου ὅτι δουλεύεις στὸ γραφεῖο μέχρι ἀργά, ἐνῶ κάνεις ἀπιστίες, ἢ νὰ πεῖς στὸν σύζυγό σου (ἢ στὸν ἑαυτό σου) ὅτι δὲν εἶχες χρόνο νὰ πάρεις τὰ ροῦχα ἀπὸ τὸ καθαριστήριο, τὴ στιγμὴ ποὺ ξόδεψες μιὰ ὥρα στὸ τηλέφωνο μὲ τὴ γειτόνισσά σου. Σίγουρα, κάποια ἐγκλήματα συγχωροῦνται πιὸ εὔκολα ἀπὸ ἄλλα –καὶ ἴσως ἀκόμη περισσότερο, κάτω ἀπὸ ὁρισμένες συνθῆκες–, τὸ γεγονός, ὅμως, παραμένει ὅτι ὅλα εἶναι ψέματα καὶ ἀπάτες. Ἂν ἔχετε ἀρκετούς, ἠθικοὺς ἐνδοιασμοὺς καὶ ἔτσι δὲν κάνατε τίποτα παρόμοιο τελευταῖα, τότε ἀναρωτηθεῖτε μήπως, κατὰ κάποιον τρόπο, ἔχετε πεῖ ψέματα στὸν ἑαυτὸ σας˙ ἤ, μήπως, εἴσαστε λιγότερο εἰλικρινεῖς ἀπὸ ὅσο μπορούσατε νὰ εἶστε – πράγμα ποὺ εἶναι προδοσία ὅλων μας κατὰ τοῦ ἐαυτοῦ μας. Ἂν εἴσαστε ἀπόλυτα εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό σας, θὰ διαπιστώσετε ὅτι ἁμαρτάνετε. Ἂν δὲν τὸ διαπιστώσετε, τότε δὲν εἴσαστε ἀπόλυτα εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό σας, πράγμα πού, ἀπὸ μόνο του, εἶναι ἁμαρτία. Εἶναι ἀναπόφευκτο: Εἴμαστε ὅλοι μας ἁμαρτωλοί1.
.             Ἄν, ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν παρανομία τῶν πράξεών τους ἢ ἀπὸ τὸ μέγεθος τῶν ἁμαρτιῶν τους, τότε πῶς μποροῦμε νὰ τοὺς προσδιορίσουμε; Ἡ ἀπάντηση εἶναι: ἀπὸ τὴ συνέπεια τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ἂν καὶ συνήθως εἶναι ὕπουλη, ἡ καταστροφικότητά τους ἔχει ἀξιοσημείωτη συνέπεια. Αὐτὸ συμβαίνει, γιατί ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν περάσει «στὴν ἀντίπερα ὄχθη» χαρακτηρίζονται ἀπὸ μιὰ ἀπόλυτη ἄρνηση νὰ ἀνεχτοῦν τὴν αἴσθηση τῆς δικῆς τους «ἁμαρτωλότητας».
.           Σχολίασα ὅτι ὁ Τζόρτζ, εὐλογημένος ἀπὸ τὴν ἐνοχή του, κατάφερε νὰ ἀποφύγει νὰ γίνει κακός. Ἐπειδὴ ἦταν πρόθυμος –τουλάχιστον μέχρι κάποιο στοιχειώδη βαθμὸ– νὰ ἀνεχτεῖ τὴν αἴσθηση τῆς «ἁμαρτωλότητάς» του, ἦταν σὲ θέση νὰ ἀποκηρύξει τὴ συμφωνία του μὲ τὸν Διάβολο. Ἂν δὲν εἶχε ἀντέξει τὸν πόνο ἀπὸ τὶς «ἐνοχοῦλες» ποὺ ἔνιωθε σχετικὰ μὲ τὴν συμφωνία, τὸ ἠθικό του κατρακύλημα θὰ συνεχιζόταν. Αὐτὸ ποὺ μᾶς προστατεύει περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπὸ ἕνα τέτοιο κατρακύλημα, εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς «ἁμαρτωλότητάς» μας. Ὅπως ἔχω γράψει κάπου ἀλλοῦ:
.               «“Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι”, ἦταν τὰ πρῶτα λόγια τοῦ Ἰησοῦ, ὅταν ἦρθε ὁ καιρός Του νὰ ἀπευθυνθεῖ στὰ πλήθη. Τί ἐννοοῦσε μὲ αὐτὴ τὴν ἀρχή; […] Τί τὸ τόσο σπουδαῖο ἔχει ἡ ταπείνωση τοῦ  «ἑαυτοῦ μας, αὐτὴ ἡ αἴσθηση τῆς προσωπικῆς ἁμαρτίας; Ἂν κάνετε αὐτὴ τὴν ἐρώτηση, ἴσως σᾶς βοηθήσει νὰ θυμηθεῖτε τοὺς Φαρισαίους. Ἦταν οἱ αὐτάρεσκοι τῶν ἡμερῶν τοῦ Ἰησοῦ. Δὲν αἰσθάνονταν “πτωχοὶ τῷ πνεύματι”. Ἔνιωθαν ὅτι εἶχαν πιάσει τὸ νόημα, ὅτι ἦταν αὐτοὶ ποὺ κατεῖχαν τὰ πράγματα, αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἄξιζε νὰ εἶναι οἱ πρωταγωνιστὲς τοῦ πολιτισμοῦ στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ στὴν Παλαιστίνη. Καὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ σταύρωσαν τὸν Ἰησοῦ.
.          »Οἱ “πτωχοὶ τῷ πνεύματι” δὲν διαπράττουν τὸ Κακό. Τὸ Κακὸ δὲν διαπράττεται ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ αἰσθάνονται ἀβέβαιοι γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς ἠθικῆς τους, ποὺ θέτουν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὰ κίνητρά τους, ποὺ ἀνησυχοῦν μήπως προδώσουν τοὺς ἑαυτούς τους. Τὸ Κακὸ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο διαπράττεται ἀπὸ τοὺς αὐτάρεσκους τοῦ πνεύματος, ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τῶν ἡμερῶν μας, ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὲς ποὺ δικαιολογοῦν πάντα τοὺς ἑαυτούς τους καὶ νομίζουν ὅτι εἶναι ἀναμάρτητοι, γιατί εἶναι ἀπρόθυμοι νὰ ὑποφέρουν τὴ στενοχώρια τῆς σοβαρῆς αὐτοκριτικῆς.
.         
»Ὅσο δυσάρεστη καὶ ἂν εἶναι, ἡ αἴσθηση τῆς προσωπικῆς μας ἁμαρτίας εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἐμποδίζει τὴν “ἁμαρτωλότητά” μας νὰ γίνει ἀνεξέλεγκτη. Μερικὲς φορές, εἶναι πολὺ ὀδυνηρή, ἀλλὰ καὶ μιὰ πολὺ μεγάλη εὐλογία, γιατί εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀποτελεσματική μας προστασία ἐναντίον τῆς ἴδιας μας τὴ ροπὴ πρὸς τὸ Κακό. Ἡ ἁγία Τερέζα τοῦ Λιζιὲ τὸ ἐξέφρασε τόσο ὄμορφα μὲ τὸν δικό της εὐγενικὸ καὶ μετριοπαθῆ τρόπο: “Ἂν εἶσαι πρόθυμος νὰ δεχτεῖς μὲ πραότητα τὴ δοκιμασία τοῦ νὰ νιώθεις δυσαρέσκεια γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τότε θὰ εἶσαι γιὰ τὸν Ἰησοῦ ἕνα εὐχάριστο καταφύγιο”»2.

1. Παρ’ ὅλη τὴ συχνή, ὡς καὶ μὲ κακία, διαστρέβλωσή της, ἴσως ἡ μεγαλύτερη ὀμορφιὰ τοῦ χριστιανικοῦ δόγματος εἶναι ἡ γεμάτη κατανόηση προσέγγιση τῆς ἁμαρτίας. Εἶναι μιὰ προσέγγιση δύο ὄψεων. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, ἐπιμένει γιὰ τὴν ἁμαρτωλὴ ἀνθρώπινη φύση μας. Ἔτσι, ὁποιοσδήποτε γνήσιος χριστιανὸς θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἁμαρτωλό. Τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ κατ’ ὄνομα εὐσεβεῖς «χριστιανοὶ» δὲν θεωροῦν, κατὰ βάθος, τοὺς ἑαυτούς τους ἁμαρτωλούς, δὲν πρέπει νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ἀποτυχία τῆς θρησκείας, ἀλλὰ μόνο ὡς ἀποτυχία τῶν ἀτόμων ποὺ ἀρχίζουν νὰ ἐνεργοῦν σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ πιστεύω. Σὲ ἄλλες σελίδες, θὰ μιλήσουμε ἀναλυτικότερα γιὰ τὸ Κακὸ μὲ τὸ χριστιανικὸ προσωπεῖο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τὸ χριστιανικὸ δόγμα ἐπιμένει, ἐπίσης, ὅτι οἱ ἁμαρτίες μας συγχωροῦνται – τουλάχιστον ἐφόσον μετανιώσουμε γι’ αὐτές. Ἂν ἔχουμε πλήρη ἐπίγνωση τοῦ μεγέθους τῆς «ἁμαρτωλότητάς» μας, χωρίς, παράλληλα, νὰ πιστεύουμε στὴν εὐσπλαχνικὴ καὶ συγχωρητικὴ φύση τοῦ Θεοῦ, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ νιώσουμε σχεδὸν κυριευμένοι ἀπὸ ἀπελπισία. Ἔτσι, οἱ κληρικοί, ὅταν σκέφτονται σωστά, ἐπιμένουν, ἐπίσης, ὅτι τὸ νὰ ἀναμασᾶμε συνεχῶς καθεμία ἁμαρτία μας (μία διαδικασία ποὺ ὀνομάζεται «ὑπερ-ευσυνειδησία») εἶναι, ἀπὸ μόνο του, ἁμαρτία. Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Θεὸς μᾶς συγχωρεῖ, τὸ νὰ ἀρνούμαστε νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας σημαίνει ὅτι βάζουμε τοὺς ἑαυτούς μας ψηλότερα ἀπὸ τὸν Θεὸ – ὑποκύπτοντας, ἔτσι, στὴν ἁμαρτία μιᾶς διεστραμμένης περηφάνιας.

2. Marilyn von Waldener – Patricia Kay – M. Scott Peck, What Return Can I Make? (Πῶς μπορῶ νὰ ἐπανορθώσω;), Simon & Schustet, New York 1985.

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/02/23/οἱ-αὐτάρεσκοι-τοῦ-πνεύματος-οἱ-φαρι/

, , , ,

Σχολιάστε