Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Τυφλός

ΗΘΕΛΗΜΕΝΗ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑ «Τὰ πρόσωπα εἶναι τὰ ἴδια καὶ ἀμετανόητα, μόνο ἐμεῖς, οἱ ἰθαγενεῖς στὴ συμφορά, δὲν ἀντέχουμε νὰ τὸ παραδεχτοῦμε».

Ἀπόσπασμα ἄρθρου τοῦ Χρ. Γιανναρᾶ
στὴν «Καθημερινὴ» 25.05.14
ὑπὸ τὸν τίτλο «Γόνιμη ἀντίσταση ἡ σωστὴ “εἰκόνα”»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Οἱ “τυφλοὶ” φαρισαῖοι τοῦ Εὐαγγελίου τῆς σημερινῆς Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ (25.05.14, τῶν εὐρωεκλογῶν) δίνουν μιὰ πλούσια “εἰκόνα” τῆς ἠθελημένης τυφλότητας ποὺ μᾶς διακρίνει ὡς λαό.…! Ὑποκρισία, ἔπαρση, ἀντίχριστος φθὀνος καὶ βλακεία.

[…]

.             Ἂν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ βγοῦμε κάποτε οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸν δυσώδη ὑπόνομο τῆς καταστροφῆς καὶ τῆς ντροπῆς, ὅπου μᾶς βύθισε ἡ κομματοκρατία, θὰ εἶναι μόνο ἄν, μία κρίσιμη κοινωνικὴ μάζα, συνειδητοποιήσει τὴν εἰκόνα τῆς Ἑλλάδας, ἀκόμα σήμερα, στὸ διεθνὲς πεδίο. Καθόλου διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴν τοῦ 2011, ἀφοῦ τὸ πολιτικὸ σύστημα εἶναι ἀπαράλλαχτα τὸ ἴδιο, τὰ πρόσωπα ποὺ διεκδικοῦν τὴν ἐξουσία τὰ ἴδια, μόνο ἡ κρατικὴ μηχανὴ ἀπροσμέτρητα πιὸ ἀποσυντεθειμένη, κατεστραμμένη.
.             Ὅλος ὁ πλανήτης καταλαβαίνει ὅτι τ πρόσωπα εναι τὰ δια καὶ μετανόητα, μόνο μες, οἱ θαγενες στ συμφορά, δν ντέχουμε ν τ παραδεχτομε. Φαντασιωνόμαστε ὅτι ὁ Σαμαρᾶς, ὁ Βενιζέλος, ὁ Τσίπρας, ὁ Κουβέλης ἢ τὰ κωμικὰἀποσπόρια τους μποροῦν νὰἐπανορθώσουν σήμερα τὴν ἀβυσσαλέα καταστροφὴ πο οἱ διοι ατούργησαν στν ποία συνείργησαν.

, , ,

Σχολιάστε

ΚΟΙΝΩΝΟΙ ΤΟΥ ΑΠΡΟΣΙΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/21/τίς-λαλήσει/

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΑΙΝΩΝ

Τίς λαλήσει τὰς δυναστείας σου Χριστὲ; ἢ τίς ἐξαριθμήσει τῶν θαυμάτων σου τὰ πλήθη; διπλοῦς γὰρ ὡς ὡράθης ἐπὶ γῆς δι᾽ ἀγαθότητα, διπλᾶς καὶ τὰς ἰάσεις τοῖς νοσοῦσιν ἐχορήγεις· οὐ μόνον γὰρ τοῦ σώματος ὀφθαλμοὺς διήνοιξας, τοῦ ἀπὸ μήτρας πηρωθέντος, ἀλλὰ καὶ τοὺς τῆς ψυχῆς· ὅθεν Θεόν σε ὡμολόγει τὸν κρυπτόμενον, καὶ πᾶσι παρέχοντα τὸ μέγα ἔλεος. 

 ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΣΤΙΧΗΡΩΝ ΤΟΥ ΣΠΕΡΙΝΟΥ

Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ τὸν ἐκ μήτρας τὸ φῶς ἐστερημένον διὰ τῆς Σῆς ἀχράντου προσψαύσεως φωτίσας κατ᾽ ἄμφω, καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα τῶν ψυχῶν αὐγάσας υἱοὺς ἡμέρας δεῖξον, ἵνα πίστει βοῶμέν σοι· πολλή Σου καὶ ἄφατος ἡ εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνία, φιλάνθρωπε δόξα σοι.

.          Ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξαν­τλεῖται στὴν δωρεὰ τῆς σωματικῆς ὑγείας, ἀλλὰ ἐκτείνεται στὸ πολὺ σπουδαιότερο: στὴν ἀνάδειξη τοῦ ἀνθρώπου σὲ ἀκέραιο υἱὸ φωτὸς καὶ ἡμέρας. Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ χαρίζει τὸ φῶς στὸν τυφλὸ ἄνθρωπο, ὄχι γιὰ νὰ τὸν ἐγκλωβίσει στὴν ἀπόλαυση ἑνὸς μεγάλου καὶ νομίμου, ὅμως προσκαίρου δώρου, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει ὅτι αὐτὸς ποὺ μπορεῖ καὶ χαρίζει τὸ αἰσθητὸ φῶς καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἐν ἀπολαύσει γενέσθαι τοῦ ἀπροσίτου φωτός. (ιβ´Εὐχὴ Ὄρθρου)

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΙΑΠΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Κυριακή τοῦ Τυφλο
 τοῦ Μητροπ. Σερβίων κα
Κοζάνης Διονυσίου (+)

.              Ἡ σημασία τοῦ φωτὸς κυριαρχεῖ καὶ στὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς τελευταίας Κυριακῆς τῆς πασχαλινῆς περιόδου, τῆς Κυριακῆς πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη. Ἀνάσταση, φῶς καὶ ζωὴ εἶναι θεμελιώδεις ἀλήθειες τὶς ὁποῖες διακήρυξε τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς του Πάσχα. Φῶς σημαίνει ζωὴ καὶ σκοτάδι θάνατος καὶ φθορά.

 Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας

.              Ἡ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἂν καὶ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα ποῦ πραγματοποίησε ὁ Χριστός, ἔχει κάποια ἰδιαίτερα θεολογικὰ χαρακτηριστικά. Ὁ διάλογος τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς μαθητές Του γιὰ τὴν αἰτία τῆς ἀρρώστιας, καὶ τὴν σχέση της μὲ τὴν ἁμαρτία. Ὁ συγκεκριμένος χρόνος τῆς θεραπείας καὶ τὸ νόημά της (χρήση πηλοῦ, δημιουργία-ἀναδημιουργία). Ἡ συμπεριφορὰ τῶν γονέων τοῦ θεραπευμένου τυφλοῦ (φόβος-οὐδετερότητα). Ἡ ἀντίδραση καὶ ἡ ἄρνηση τῶν φαρισαίων μπροστὰ στὸ ὁλοφάνερο θαῦμα (προκατάληψη – ἐμπάθεια). Τὸ θάρρος καὶ ἡ ὁμολογία πίστεως τοῦ τυφλοῦ (φῶς -ἀλήθεια), εἶναι ἀξιοπρόσεκτα στοιχεῖα τῆς εὐαγγελικῆς διήγησης.
.              Μαζὶ μὲ ὅλα αὐτά, ὅμως, ἀποκαλύπτεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὴν σωματικὴ τύφλωση, ὁ Χριστὸς θεραπεύει τὴν πνευματικὴ τυφλότητα. Διαλύει τὴν σύγχυση καὶ τὰ σκοτάδια τῆς ἁμαρτίας. Εὔκολα καταλαβαίνουμε ὅτι τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ δὲν περιορίζεται στὴν ἀποκατάσταση τῆς ὅρασης, ὅσο σημαντικὸ καὶ ἂν εἶναι αὐτό. Τὸ θαῦμα, ἴσως, ποὺ δὲν φαίνεται εἶναι πιὸ βαθὺ καὶ οὐσιαστικό. Εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς φωτισμός, ποὺ θεραπεύει καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν πνευματικὴ τύφλωση.
.              Πόσο εὔστοχα ἕνας ὕμνος τῆς ἡμέρας ὑπογραμμίζει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ὅταν λέει: «Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ τὸν ἐκ μήτρας τὸ φῶς ἐστερημένον διὰ τῆς Σῆς ἀχράντου προσψαύσεως φωτίσας κατ᾽ ἄμφω, καὶ ἠμῶν τὰ ὄμματα τῶν ψυχῶν αὐγάσας υἱοὺς ἡμέρας δεῖξον, ἵνα πίστει βοῶμεν σοι, πολλή Σου καὶ ἄφατος ἡ εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνία, φιλάνθρωπε δόξα σοι». Ἥλιε νοητέ τῆς δικαιοσύνης Χριστέ, ἐσὺ ποὺ μὲ τὸ ἄχραντό Σου ἄγγιγμα φώτισες σωματικὰ καὶ πνευματικὰ τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό, φώτισε καὶ τὰ μάτια τῶν ψυχῶν μας, κάνε μας υἱοὺς ἡμέρας, ὥστε μὲ πίστη νὰ δοξάζουμε τὴν μεγάλη καὶ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία Σου. Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ διαπερνᾶ τὸν κόσμο. Φανερώνει τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἀποκαλύπτει τὸν προορισμὸ καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸ σκοπὸ ὅλων ὅσα ὑπάρχουν.

 Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ

.              Ὅταν φωτιζόμαστε ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, σὲ μία τέτοια θέα τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῆς δημιουργίας, γεμίζουμε ἐλπίδα καὶ χαρά. Ἔστω καὶ ἂν μοιραζόμαστε μὲ τοὺς συνανθρώπους μας τὴν γήινη «μοίρα», τὴν κοινὴ φύση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καὶ ζωῆς, παρόλα αὐτά, ὅλα ἀλλάζουν καὶ μεταμορφώνονται μέσα μας. Ἀνατέλλει ἡ «καινὴ κτίση καὶ ζωή», δηλαδὴ μιὰ καινούργια προοπτικὴ καὶ δυναμική. Χαρές, λύπες, ἐλπίδες, ἀγωνίες, θεραπεῖες, ἀρρώστιες, ἀκόμη καὶ ὁ θάνατος, σηματοδοτοῦν τὸ τέρμα τῆς προσωρινότητας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς αἰωνιότητας. Εἶναι ἡ προσδοκία νὰ ζήσουμε μία διαφορετικὴ πραγματικότητα καὶ κατάσταση ζωῆς, ὅπου δὲν θὰ ὑπάρχουν δάκρυα, θλίψεις καὶ στεναγμοί. Αὐτὸς εἶναι ὁ φωτισμὸς ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ ἀναστημένος Χριστὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία.
.              Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, δὲν εἶναι ἕνα φυσικὸ φαινόμενο ποὺ μποροῦμε νὰ ἀποδείξουμε μὲ ἱστορικὰ τεκμήρια, λογικὰ ἐπιχειρήματα καὶ θεολογικὲς ρητορεῖες. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ Εὐαγγέλιο παρουσιάζει σὰν μία ἀπὸ τὶς πολλὲς καὶ ποικίλες «ἀντιφάσεις» τῆς χριστιανικῆς πίστης, ὅταν λέει ὅτι «εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσιν καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰω. θ´ 39). Ἐγὼ ἦρθα, γιὰ νὰ φέρω σὲ κρίση τὸν κόσμο ἔτσι, ὥστε αὐτοὶ ποὺ δὲν βλέπουν νὰ βροῦν τὸ φῶς τους, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν νὰ ἀποδειχθοῦν τυφλοί. Ἡ ἐπικαιρότητα αὐτῆς τῆς φράσης τοῦ Χριστοῦ εἶναι αὐτονόητη. Ἀναρίθμητοι ἄνθρωποι τυφλωμένοι ἀπὸ τὰ πολλὰ «φῶτα» τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς γνώσης, τῆς ἀνάπτυξης καὶ τῆς προόδου, μέσα στὴν ἐγωιστική τους ἐμπάθεια ἀδιαφοροῦν, ἀμφισβητοῦν καί, τελικά, ἀρνοῦνται τὸ φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ. Οἱ ἄνθρωποι προτιμοῦν τὰ δικά τους φῶτα, τὶς δικές τους κοσμοθεωρίες καὶ ἰδεολογίες, ἐγκλωβίζονται μέσα στὴ λογική τους καὶ ἀσφυκτιοῦν.
.              Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ζωὴ καὶ θάνατος, θὰ παραμένουν πάντοτε σκοτεινὰ αἰνίγματα ποὺ φωτίζονται μόνο ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ φῶς ποὺ ἔκανε τὸν τυφλὸ ὄχι μόνο νὰ δεῖ τὸν κόσμο, ἀλλά, κυρίως, νὰ κατανοήσει τὸν προορισμὸ τὸν δικό του καὶ κάθε ἀνθρώπου, ποὺ δὲν βρίσκεται πουθενὰ ἀλλοῦ παρὰ μόνο «ἐν τῷ Θεῷ». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: nefthalim.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

«ΤΙΣ ΛΑΛΗΣΕΙ ΤΑΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ»

ΠΗΓΗ: Ἱ. Μονὴ Προφήτου Ἠλιοὺ Θήρας

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ «Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ ἡ Ζωή μας».


Tὸ θαῦμα τῆς δημιουργίας

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 95-98

 «ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος
καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ»

( Ἰω. ι´ 6) 

.         Ὁ τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος δὲν εἶχε ἁπλῶς μιὰ πάθησι στὰ μάτια ποὺ τοῦ στεροῦσε τὴν δυνατότητα νὰ βλέπη, ἀλλὰ ἦταν ἐκ γενετῆς τυφλός. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἦταν ἀόμματος. Δηλαδὴ ὄχι μόνον δὲν εἶχε τὴν αἴσθησι τῆς ὁράσεως, ἀλλὰ δὲν εἶχε καθόλου μάτια. Ἔτσι ὁ Κύριος ἔκανε καὶ τὰ δύο. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ δημιούργησε ὀφθαλμοὺς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ἔδωσε τὴν δύναμι τῆς ὁράσεως.
.         Ὁ τρόπος ὅμως τῆς δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Χριστοῦ στὴν προκειμένη περίπτωσι, δείχνει μερικὲς ἀλήθειες ποὺ θέλουμε νὰ ὑπογραμμίσουμε μὲ τὸ σημερινὸ σύντομο κήρυγμα.
.         Διαβάζοντας τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ μία

πράξη δημιουργίας

.         ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ Πρόσωπα τῆς Παναγίας Τριάδος, εἶναι Θεὸς καὶ δημιουργὸς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος θαυματούργησε, φανερώνει καθαρὰ τὸν τρόπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεό.
.         Κατὰ τὴν θεόπνευστη διήγησι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. β´ 7). Ἀκριβῶς τὸ ἴδιο βλέπουμε νὰ γίνεται στὴν παροῦσα περίπτωσι. «Ἔφτυσε χάμω μὲ τὸ σάλιο, ἔκαμε λάσπη κι ἔβαλε τὴν λάσπη ἐπάνω στὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ». Μὲ τὸν πηλὸ ποὺ χρησιμοποίησε, ἔδειξε ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔπλασε τὸν Ἀδάμ.
.         Ἔπειτα παρατηροῦμε ὅτι δὲν ἔπλασε μόνο τὰ μάτια ἢ δὲν τὰ ἄνοιξε, ἀλλὰ «καὶ τὸ ὁρᾶν ἐχαρίσατο». Καὶ φυσικὰ δὲν ἦταν ὁ πηλὸς οὔτε τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, ποὺ τοῦ ἔδωσε τὴν ἱκανότητα τῆς ὁράσεως, ἀλλὰ «ἡ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἐξελθοῦσα δύναμις, αὐτὴ καὶ διέπλασε καὶ ἀνέῳξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ». (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας).

.         Ἔτσι λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύεται ἡ Θεότητά Του. Ὅτι δι’ Αὐτοῦ ἔγινε ὁ κόσμος. Αὐτὸ λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Πανάγιο: «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ἰωάν. α´ 3-4).
.         Ἐξ ἄλλου παρουσιάζεται ἡ μεγάλη ἀλήθεια ὅτι

τὸ σῶμα εἶναι ἄμεσον δημιούργημα τοῦ Θεοῦ

.         καὶ ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴν γῆ. Ἑπομένως ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος βρίσκεται στὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀμέσου δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι μέσα του ἔχει τὴν ψυχή. Τ νθρώπινο σμα εναι πηλός, χμα, λλ χμα πο χει μέσα του τν νέργεια το Θεο τος λόγους, ὅπως τονίζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Αὐτοὶ οἱ λόγοι δίδουν ἀξία στὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ἔτσι οἱ φωτιζόμενοι χριστιανοί, οἱ φθάσαντες στὴν κατάσταση τῆς θεωρίας, βλέπουν μέσα στὴν κτίση καὶ στὸν ἄνθρωπο τοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ δὲν φθάνουν στὴν δυστυχία νὰ θεοποιήσουν τὰ δημιουργήματα ἢ νὰ σκανδαλισθοῦν ποικιλοτρόπως ἀπὸ αὐτά.

.         Εἶναι ἀξιοσημείωτο νὰ τονισθῆ ὅτι

ἡ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιὰ νέα δημιουργία.

.         Ὁ Κύριος ἐτόνισε τὴν ἀλήθεια: «ὁ Πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. ε´ 17). Κατὰ τοὺς Πατέρας δὲν ὑπάρχουν φυσικοὶ κτιστοὶ νόμοι ποὺ ἐνεργοῦν στὴν φύσι, ἀλλὰ πνευματικοὶ λόγοι. Δηλαδὴ ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ καὶ διευθύνει τὰ πάντα. Ἡ κτίσι ζεῖ «διὰ τῆς μετοχῆς τῆς δημιουργικῆς, προνοητικῆς καὶ ζωοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ». Διδάσκει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὅτι τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐδημιούργησε τὸν Ἀδάμ, αὐτὸ τὸ ἴδιο χέρι «καὶ νῦν καὶ ἀεὶ τοὺς μετ’ ἐκεῖνον πάλιν πλάττει καὶ διασυνίστησι». Ἑπομένως ἡ γέννησι ἑνὸς νέου ἀνθρώπου εἶναι ἐπέκτασι τῆς δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα εἶναι ἐνέργεια τοῦ λόγου: «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν» (Γέν. α´ 28). Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἐπανειλημμένα παρουσιάζεται ἡ ἀλήθεια αὐτή. Π.χ. γιὰ τὴν προφήτιδα Ἄννα, τὴν μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, λέγεται ὅτι «καὶ Κύριος ἀπέκλεισε τὰ περὶ τὴν μήτραν αὐτῆς… συνέκλεισε Κύριος τὰ περὶ τὴν μήτραν αὐτῆς τοῦ μὴ δοῦναι αὐτῇ παιδίον» (Α´ Βασιλ. α´ 5-6). Καὶ ὅταν εὐδόκησε ὁ Θεὸς ἄνοιξε τὴν μήτρα της. Δηλαδὴ ὁ Θεὸς ὅταν θέλει, ἀνοίγει τὴν μήτρα καὶ ὅταν θέλει, τὴν κλείνει. Αὐτὰ βέβαια γιὰ τοὺς σημερινοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἀκατανόητα, ἀλλὰ ἐμεῖς πρέπει νὰ σκεπτόμαστε βιβλικοπατερικά. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ: «τὸ τεκεῖν ἄνωθεν ἔχει τὴν ἀρχήν, ἀπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας καὶ οὔτε γυναικὸς φύσις, οὔτε συνουσία, οὔτε ἄλλο οὐδὲν αὔταρκες πρὸς τοῦτο ἐστίν». Γι’ αὐτὸ εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα, ὅταν ὁ Θεὸς δίδει τὴν εὐλογία σὲ μία γυναίκα νὰ φέρει παιδὶ στὸν κόσμο καὶ ἐκείνη ἀρνεῖται.. Ἐμποδίζει τὴν δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
.         Ἐπίσης τὸ θαῦμα τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ δείχνει καὶ

τὸν σκοπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο.

.         Ἦλθε γιὰ νὰ ἀναδημιουργήσει καὶ νὰ ἀναπλάσει τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἔτσι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν σάρκωσί Του δὲν ἔφερε τὸ φῶς στὸν κόσμο μόνο, ἀλλὰ «καὶ ὀφθαλμὸν κατεσκεύασε». Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ὅλες οἱ αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος γίνονται αἰσθήσεις τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀποκτᾶ νόημα στὴν ζωή του. Ὅπως ὁ χρυσοχόος παίρνει ἕνα ἀκατέργαστο κομμάτι χρυσό, τὸ βάζει στὸ χωνευτήρι, ὅπου καθαρίζεται ἀπὸ τὶς προσμίξεις καὶ ἔπειτα τὸ τοποθετεῖ σὲ διάφορα καλούπια καὶ τοῦ δίδει μορφή, τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. «Ἡ ἀνείδεος καὶ ἀόριστος ἡμῶν ζωὴ» λαμβάνει «εἶδος καὶ ὅρον». (Ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας).
.         Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ ἡ Ζωή μας. Αὐτὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ζωή, μᾶς συντηρεῖ στὴν ζωή, καὶ μᾶς δίδει τὴν γεῦσι καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἡ τύφλωσί μας σταματᾶ, ὅταν ζοῦμε μυστηριακὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὅσοι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι τυφλοὶ καὶ ἀνήμποροι νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ θέματα τῆς ζωῆς. Οἱ Χριστιανοὶ εἶναι οἱ πραγματικὰ φωτισμένοι, ἀφοῦ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸ «Φῶς τοῦ κόσμου» καὶ ἔχουν ὀφθαλμοὺς γιὰ νὰ βλέπουν τὸ αἰώνιο Φῶς.

, , ,

Σχολιάστε

ΠΟΥ ΕΣΤΙΝ ΕΚΕΙΝΟΣ; (Κυρ. τοῦ Τυφλοῦ) «Κανείς δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἀδιάφορος μπροστά Του».

«Ποῦ ἐστιν Ἐκεῖνος;»

 τοῦ πρωτ. Γ. Δορμπαράκη

.       Μπροστά στό μεγάλο θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ ἀπό τόν ᾽Ιησοῦ οἱ ᾽Ιουδαῖοι τά χάνουν καί ἀναζητοῦν τόν αἴτιο: «Ποῦ ἐστιν Ἐκεῖνος;» Κι ὁ πρώην τυφλός πού δέχεται τήν ἐρώτηση, δέν μπορεῖ νά δώσει ἀπάντηση, πέρα ἀπό τό ὄνομα τοῦ ᾽Ιησοῦ καί τό γεγονός τῆς θεραπείας του. Διότι ὁ Κύριος, τόν ῾Οποῖο ὁ τυφλός ἀγνοεῖ, τόν ἔστειλε πρός νίψη στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, ὁπότε ἐκεῖνος πιστεύοντας στόν λόγο καί ἀνταποκρινόμενος ὄντως θεραπεύεται. ᾽Αναζητοῦν λοιπόν οἱ ᾽Ιουδαῖοι τόν Χριστό.

.        ᾽Αλλ᾽ ἡ ἀναζήτηση τοῦ ᾽Ιησοῦ εἶναι φαινόμενο πού ἐπισημαίνουμε σέ πολλά ἐπίπεδα μέσα στό Εὐαγγέλιο:

– ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὡς νήπιο ὁ ῾Ηρώδης, γιατί Τόν βλέπει ὡς ἀπειλή, ἀφοῦ εἶναι κατά τούς μάγους “ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν ᾽Ιουδαίων”,

 – ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ πολλές φορές οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ θρησκευτικοί ἄρχοντες τοῦ ᾽Ισραήλ, γιατί εἶναι “ἐπικίνδυνος”, ἀφοῦ καταλύει τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καί καταργεῖ τίς παραδόσεις τους,

– ἀναζητεῖ ὁ ἁπλός λαός τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί τούς ἔδωσε νά φάει,

 – ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὁ ῾Ηρώδης ᾽Αντίπας, γιατί θέλει νά “διασκεδάσει”, ἀφοῦ ἔχει ἀκούσει γιά τήν ἱκανότητά Του νά κάνει θαύματα.

 ᾽Αλλά καί:

– ἀναζητοῦν οἱ μαθητές τοῦ ᾽Ιωάννου Προδρόμου τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί Αὐτόν ὑποδείκνυε ὡς Μεσσία ὁ δάσκαλός τους,

– ἔρχεται πρός ἀναζήτησή Του ὁ Ναθαναήλ πού ἄκουσε θαυμαστά γι᾽ Αὐτόν ἀπό τόν φίλο του Φίλιππο,

– ἔρχονται πρός ἀναζήτησή Του οἱ Σαμαρεῖτες, γιατί προκλήθηκαν ἀπό τή μαρτυρία τῆς συμπατριώτισσάς τους, πού εἶπε ὅτι ὁ ᾽Ιησοῦς τῆς ἀπεκάλυψε ὅλη της τή ζωή.

 .       Κι ὄχι μόνο τότε στά χρόνια τοῦ ᾽Ιησοῦ. Σέ κάθε ἐποχή, κι ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος, θά ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ. Δέν θά Τόν ἀναζητοῦν ὅμως ὅλοι γιά τούς ἴδιους λόγους καί γιά τόν ἴδιο σκοπό. ῞Οπως τότε, ἔτσι καί πάντα: ἄλλος ἀναζητεῖ τόν Χριστό κινούμενος ἀπό μίσος καί ἔχθρα πρός Αὐτόν, ἄλλος ἀπό περιέργεια, ἄλλος ἀπό γνήσια ἀναζήτηση τῆς καρδιᾶς του, ψάχνοντας «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» κι ἄλλος ἀπό ἀγάπη πρός Αὐτόν, βλέποντας ὅτι ἡ φλόγα πού ἔχει ἀναφθεῖ μέσα του γιά τόν Χριστό διαρκῶς καί φουντώνει.
.       ῎Ετσι τό «ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;» ἀποτελεῖ αἴτημα καί τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπιβεβαιώνει τήν εὐαγγελική καί διαχρονική ἀλήθεια ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἀδιάφορος μπροστά Του. Πάντοτε δηλαδή μπροστά στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος κάποιος νά πάρει μιά ἀπόφαση εἴτε θετική εἴτε ἀρνητική. ῞Οπως ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος τό ἔχει ἀποκαλύψει: «ὁ μὴ ὢν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ᾽ ἐμοῦ σκορπίζει». Κι ἄν ἤθελε κανείς νά κρίνει τήν ποικιλία τῶν ἀρνητῶν τοῦ Χριστοῦ, εἴτε δηλαδή τῶν καθαρά ἐχθρῶν καί πολεμίων Του εἴτε τῶν ἀδιάφορων ἀπέναντί Του, θά ἔλεγε ὅτι οἱ ἀδιάφοροι εἶναι καί οἱ χειρότεροι ἐχθροί Του, γιατί σ᾽ αὐτούς πού φανερά Τόν ἐχθρεύονται καί Τόν πολεμοῦν ὑπάρχει ἐλπίδα ἀκόμη καί σύντομης μεταστροφῆς τους – ἀσχολοῦνται μέ ᾽Εκεῖνον ἔστω καί ἀρνητικά – ἐνῶ στούς ἀδιάφορους πού μπορεῖ νά μήν ἀρνοῦνται κἄν τόν Χριστό, δέν ὑπάρχει προβληματισμός καί ἐνδιαφέρον. «῎Οφειλες νά εἶσαι ἤ ψυχρός ἤ θερμός. ᾽Επειδή ὅμως εἶσαι χλιαρός (καί στούς χλιαρούς βεβαίως ἀνήκουν καί οἱ ἀδιάφοροι μέ τήν πίστη) θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου» (᾽Αποκ. ᾽Ιωάννη).
.        «Ποῦ ἐστιν Ἐκεῖνος;» Στήν ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα ὡς Σωτήρα τῆς ζωῆς μας δέν ὑπάρχει ἕνας δρόμος. Κι ἀπό τήν ἄλλη κανείς δέν μπορεῖ νά ἐξασφαλίσει τή συγκεκριμένη ἀπάντησή Του. ᾽Εμεῖς (πρέπει νά) Τόν ἀναζητοῦμε κι ᾽Εκεῖνος θά κρίνει τό ποῦ καί τό πῶς τῆς ἐμφάνισής Του. Αὐτό πού γνωρίζουμε εἶναι ὅτι ἡ ἐμφάνισή Του αὐτή ἔχει πάντα τό στοιχεῖο τῆς ἔκπληξης:

῎Ερχεται ἐκεῖ πού δέν τό περιμένεις καί πού “φαίνεται” ὅτι δέν συντρέχουν οἱ συνθῆκες τῆς παρουσίας Του.

῎Ερχεται «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» ἤ ἐκεῖ πού παλεύεις μέ τά κύματα τῆς ζωῆς, ἕτοιμος νά καταποντιστεῖς – κι ᾽Εκεῖνος εἶναι πάνω στά κύματα δίπλα σου.

Πλησιάζεις κάποιον πού πιστεύεις ὅτι μπορεῖ νά σέ βοηθήσει γιά νά Τόν βρεῖς καί ἀκοῦς ᾽Εκεῖνον νά σέ προσφωνεῖ μέ τ᾽ ὄνομά σου.

Συνοδοιπορεῖς μέ ἄγνωστο καί σοῦ ῾βγαίνει᾽ ὁ ῎Ιδιος «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ».

῎Ερχεται κυρίως στήν «κλᾶσιν τοῦ ἄρτου», στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καί μόλις Τόν αἰσθανθεῖς καί πᾶς νά Τόν “πιάσεις”, «ἄφαντος γίνεται ἀπό Σοῦ».

.       Μά ἐκεῖ πού μᾶς εἶπε ὅτι θά Τόν βρίσκουμε πάντα στήν ὅποια ἀναζήτησή μας εἶναι στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀδελφοῦ, καί μάλιστα τοῦ ἐλαχίστου. «᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»!

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

,

Σχολιάστε

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ (Κυρ. τοῦ Τυφλοῦ)

,

Σχολιάστε

ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΥΣ (Ζ´Κυρ. Ματθ.)

Κυριακή ζ´ Ματθαίου
τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου
Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ,

Ὁμιλία μὲ θέμα τοὺς τυφλοὺς, 
οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Ματθαῖον, ἀνέβλεψαν σὲ οἰκία.
Καὶ ὅπου γίνεται ἀναφορὰ
καὶ στὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει κάποιος ἀληθῶς πίστη

χωρὶς ἔργα μετανοίας

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον»,
Εἰσαγωγὴ -Ἐπιμέλεια Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, σελίδες 191 κ. ἑξ.

.     Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ ἐμᾶς πρὸς χάριν μας, κατὰ τὴν συναναστροφή του μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐθεράπευσε πολλοὺς ὡς πρὸς τὸ σῶμα καὶ ὡς πρὸς τὴν ψυχὴ τυφλούς. Ἢ μᾶλλον, ἐὰν κανεὶς σκεφθεῖ τὴν ἀνάβλεψη τῆς διανοίας, ποὺ εἶναι ἡ μετάθεση ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστη καὶ ἀπὸ τὴν ἄγνοια στὴν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε κἂν νὰ ἀπαριθμήσει τυφλοὺς ποὺ ἀνέβλεψαν μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου. Αὐτοὶ εἶναι ἀριθμημένοι μόνον ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀριθμημένες τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας. Ἐὰν ὅμως σκεφθοῦμε τὴν ἀνάβλεψη τῶν σωματικῶν ὀφθαλμῶν, καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν θὰ εὕρωμε πολλοὺς νὰ ἔχουν θεραπευθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστό, ἄλλους μὲ μόνο τὸν λόγο, ἄλλους μὲ τὴν ἁφή. Ὁρισμένους δὲ καὶ μόνον μὲ τὸ νὰ προσπέσουν σ’ Αὐτόν, καὶ μὲ τὸ νὰ τὸν πλησιάσουν. Ἐπίσης καὶ μερικοὺς ποὺ ἔλαβαν τὴν ἴαση καὶ μὲ τὸ πτύσμα του ἢ καὶ μὲ χρῖσμα πηλοῦ.
.     Πράγματι, ὅταν, καθὼς λέγει ὁ Ματθαῖος, εἶχε ἔλθει κοντὰ στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, «προσῆλθον αὐτῶ ὄχλοι πολλοί, ἔχοντες μεθ’ ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφοὺς καὶ ἄλλους πολλούς», οἱ ὁποῖοι ἐρρίφθησαν ὅλοι στὰ πόδια του καὶ τοὺς ἐθεράπευσε, ὥστε καὶ οἱ ὄχλοι τότε νὰ θαυμάζουν καὶ νὰ τὸν δοξάζουν, βλέποντας κωφοὺς νὰ ὁμιλοῦν, χωλοὺς νὰ περπατοῦν, καὶ τυφλοὺς νὰ ἀναβλέπουν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν εἰσῆλθε «καθήμενος ἐπὶ πώλου», κατὰ τὴν προφητεία, στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τρόπο παράδοξο, ὑμνούμενος ἀπὸ τὰ νήπια ὡς Θεός, ἐθεράπευσε ὅλους τους χωλοὺς καὶ τοὺς τυφλοὺς ποὺ προσῆλθαν ἐκεῖ, ὅπως λέγει ἐπίσης ὁ Ματθαῖος. Καὶ ὅταν ἦλθε στὴ Βηθσαϊδά, «φέρουσιν αὐτῷ τυφλόν», ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, «καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα ἅψηται αὐτοῦ». Ὁ δὲ Κύριος, ἀφοῦ τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ἔπτυσε στοὺς ὀφθαλμούς του, ἐπέθεσε σ’ αὐτὸν τὰ χέρια καὶ τὸν ἔκαμε νὰ βλέπει ἀμυδρά. Ἔπειτα ἔθεσε πάλι τὰ χέρια ἐπάνω του καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ βλέπει καθαρά. Καθὼς δὲ ἤγγιζε στὴν Ἱεριχώ, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, ἐθεράπευσε μόνο μὲ ἕναν λόγο του τυφλόν, ποὺ εἶχε καθίσει δίπλα στὸν δρόμο καὶ ἐπαιτοῦσε. Μόλις ἐκεῖνος τοῦ ζήτησε τὴν ἴαση τοῦ εἶπε: «ἀνάβλεψον». Ἐξερχόμενος δὲ ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, ὅπως λέγει ἐπίσης ὁ Μάρκος, χαρίζει τὴν ὅραση σὲ ἄλλον πάλι τυφλόν, ὀνομαζόμενον Βαρτιμαῖον, υἱὸν τοῦ Τιμαίου, λέγοντας πρὸς αὐτόν, ὅταν τοῦ ἐζήτησε τὴν ἀνάβλεψη: «κατὰ τὴν πίστιν σου γενηθήτω σοι». Ὅταν δὲ εὐρίσκετο στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ εἶδε ἕναν τυφλὸν ἐκ γενετῆς, καθὼς λέγει ὁ Ἰωάννης, χωρὶς κἂν νὰ τοῦ ζητηθεῖ, ἀλλὰ κινούμενος ἀπὸ μόνη του τὴν ἀγαθότητα, ἀφοῦ ἔπτυσε στὴν γῆ καὶ ἔπλασε πηλό, ἄλειψε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ τοῦ εἶπε: «ὕπαγε, νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ». Ἐπῆγε λοιπὸν καὶ ἐνίφθη. Ὅταν δὲ ἐπανῆλθε, εἶχε ἀποκτήσει τὴν ὅρασή του.
.     Ἀλλὰ καὶ ὅταν εἶχε ἀναστήσει τὴν ἀποθαμένη θυγατέρα τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου, μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅπως θὰ ἀκούσουμε νὰ εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Ματθαῖος, καθὼς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἀκολούθησαν δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες, «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαβίδ». Αὐτὸς εἰσῆλθε μαζί τους στὴν οἰκία καὶ ἀφοῦ ἤγγισε τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς: «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν», τοὺς ἐθεράπευσε. Ἐκτὸς λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἀναφερθεῖ, οἱ τυφλοὶ εἶναι ἕξι. Καὶ νομίζω ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς τυφλοὺς ποὺ εὑρίσκοντο τότε στὴν Ἰουδαία ἢ καὶ στὶς γειτονικὲς περιοχὲς δὲν ἔμεινε ἀφώτιστος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἠσαΐας, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ, προεῖπε περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα «κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Ἀλλὰ πῶς δὲν εἶπε ὁ Προφήτης ὅτι ἀπεστάλη γιὰ νὰ δώσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ κηρύξει στοὺς τυφλοὺς ἀναβλέψιν; Ἀκριβῶς, διότι Κύριος δν λθε στὴν γ πρωτίστως γι ν νοίξει τος σωματικος φθαλμούς, λλ τος τς ψυχς, ο ποοι φθαλμο ποκτον τν νάβλεψη δι το εαγγελικο κηρύγματος. Εὐλόγως, λοιπόν, ἡ προφητεία λέγει ὅτι ὁ Κύριος θὰ κηρύξει στοὺς τυφλοὺς ἀνάβλεψη.
.     Ὅπως δὲ ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας παραγγέλλει νὰ ζητοῦμε τὰ πνευματικά, λέγοντας «ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον», καὶ ὑπόσχεται νὰ μᾶς προσθέσει καὶ τὰ σωματικά, ἐὰν ἐμεῖς ζητοῦμε τὰ ψυχωφελῆ, λέγοντας «ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν», ἔτσι κάμνει καὶ μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μας. Διότι ἀφοῦ ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατῆλθε στὴν γῆ ἀπὸ φιλανθρωπία, γιὰ νὰ διανοίξει μὲ τὸ Εὐαγγελικὸ κήρυγμα τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας, καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν νοητὴ ἀνάβλεψη, προσέθετε καὶ τὴν θεραπεία ὅσων αἰσθητῶν ὀφθαλμῶν δὲν ἔβλεπαν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπάρχει πολλὴ ἀντιστοιχία μεταξὺ τῶν δύο ἀναβλέψεων, ἐννοῶ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς. Ὅπως δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς σωματικῶς τυφλούς, ἄλλοι μὲν ἀπέκτησαν ἀμέσως τὴν ἀνάβλεψη, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε «ἀναβλεψον», καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐθεραπεύθη, ἄλλοι δὲ βαθμιαίως, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ πρὶν λάβει τελείως τὴν ἴαση εἶπε ὅτι βλέπει τοὺς ἀνθρώπους σὰν δένδρα νὰ περπατοῦν. Ἔτσι καὶ ὅσοι διὰ τῆς πίστεως ἐδέχθησαν τὴν ἴαση τῶν νοητῶν ὀφθαλμῶν, ἄλλοι μὲν τὴν βρῆκαν ἀμέσως, ὅπως αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τελώνης εὐθὺς ἀνεδείχθη εὐαγγελιστής, ἐνῶ ἄλλοι βαθμιαίως, ὅπως ὁ πάντοτε νυκτερινὸς μαθητὴς Νικόδημος.
.     Καὶ ὅπως ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς σωματικῶς τυφλούς, ἄλλοι μὲν ἐπέτυχαν τὴν ἴαση μόνο μὲ λόγον, ὅπως ὁ Βαρτιμαῖος, ἄλλοι δὲ καὶ μὲ ἔργον, (διότι μέσα στοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκείνου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴ Βηθσαϊδά, ἔβαλε καὶ ἀπὸ τὸ πτύσμα του, ἐπειδή, καθὼς φαίνεται, αὐτὸς εἶχε μὲν βλέφαρα, ἀλλὰ κενά, ἀφοῦ εἶχαν ἀδειάσει ἀπὸ τὸ ὑγρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, τὸ ὁποῖο καὶ ἀνεπληρώθη τότε μὲ τὸ θεῖον πτύσμα, ἐνῶ ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς οὔτε βλέφαρα εἶχε, γι’ αὐτὸ καὶ ἐχρειάσθη αὐτὸ τὸ χωμάτινο μίγμα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐδέχθη ἀπὸ τὰ δάκτυλα τοῦ Κυρίου ὑπὸ μορφὴν ζυμωμένου πηλοῦ). Καθὼς λοιπὸν ἀπὸ τοὺς κατὰ τὸ σῶμα τυφλούς, ἄλλοι μέν, ὅπως εἶπα, ἔλαβαν μόνο μὲ λόγον τὴν ἴαση, ἄλλοι δὲ καὶ μὲ πράξη, ἔτσι καὶ ἐκείνων ποὺ ἔλαβαν τὴν ἴαση τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ἡ μετάθεση ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστη: ὁρισμένοι χρειάσθηκαν καὶ θαύματα γιὰ νὰ πιστεύσουν, ὅπως συνέβη καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο γιὰ νὰ ἐρωτήσουν «σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;», ἐνῶ ἄλλοι ἔλαβαν μὲ μόνον τὸν λόγο, πιστεύοντας ἀπὸ μόνον τὴν ἀκοή, ὅπως καὶ ὁ ἑκατόνταρχος, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος διεκήρυξε ὅτι ὑπερέχει τῶν Ἰσραηλιτῶν κατὰ τὴν πίστη.
.     Τέτοιοι εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ σύμφωνα μὲ ὅσα μᾶς εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Ματθαῖος, ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Χριστὸν τὴν σωματικὴ ἀνάβλεψη. Διότι εἶναι φανερὸ ὅτι εἶχαν πιστεύσει καὶ πρὶν τὴν θεραπεία, ἐπειδὴ ὅμως ἦσαν τυφλοί, βεβαίως ἐξ ἀκοῆς ἐπίστευσαν. Διότι λέγει ὅτι καθὼς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ ἐκεῖ, τὸν ἀκολούθησαν δύο τυφλοί, κράζοντες καὶ λέγοντες: «ἐλέησον ἡμᾶς υἱὲ Δαβίδ». Πς λοιπν θ κολουθοσαν κα πς κολουθώντας θ ζητοσαν, κα μάλιστα μ κραυγές, τόσο μεγάλη λεημοσύνη, τν νάβλεψη τν φθαλμν τους, ἐὰν δν εχαν πιστεύσει;
.     Ἀλλὰ τὴν πίστη τῶν τυφλῶν τὴν φανερώνουν καὶ τὰ ἀκόλουθα: «Καθὼς περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ ἐκεῖ», Ἀπὸ ποῦ ἀπὸ ἐκεῖ;, καὶ γιὰ ποιό λόγο τὸ ἀναφέρει αὐτὸ ὁ Εὐαγγελιστής, καὶ ὄχι μόνον ἐδῶ ἀλλὰ καὶ λίγο παραπάνω, ὅταν λέγει: «Παράγων (δηλαδὴ περνώντας) ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖθεν, εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, Ματθαῖον λεγόμενον», αὐτὸν τὸν Εὐαγγελιστή, τὸν ὁποῖον ἐκείνη τὴν ὥρα, καὶ μὲ μόνον τὸν λόγον μετεμόρφωσε. Ἐγὼ λοιπὸν θεωρῶ ὅτι ὁ Εὐαγγελιστὴς τὸ λέγει αὐτὸ γιὰ νὰ δώσει ἀφορμὴ στοὺς συνετοὺς ἀκροατὲς νὰ ἐκλαμβάνουν καὶ ἀναγωγικῶς τὰ ἐξιστορούμενα. Ἐὰν δηλαδὴ κανεὶς τὰ ἐξετάσει ἐπακριβῶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰδεῖ ὅτι ἡ ἱστορία αὐτὴ περιγράφει συνοπτικῶς καὶ ἀνακηρύττει θαυμασίως ὅλη τὴν διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως οἰκονομίαν τοῦ Δεσπότου.
.     Πράγματι, ὁ Κύριος κατοικία εἶχε τὴν Καπερναούμ. Διότι λέγει «ἐλθὼν κατώκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν», καὶ ἡ πρόσκαιρος αὐτὴ κατοικία ὁπωσδήποτε ἦταν τύπος τοῦ οὐρανοῦ, ἀφοῦ ἔφερε μέσα της Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κατοικεῖ στοὺς οὐρανούς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος σὲ ἄλλο σημεῖο λέγει: «καὶ σὺ Καπερναοὺμ ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθεῖσα». Ὁ Κύριος, λοιπόν, διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὅπως ἀπὸ τὴν οἰκίαν ἐκείνη «καὶ παράγων ἐκεῖθεν», διῆλθε δηλαδὴ ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐὰν μὲν ἐννοήσεις τὴν ἔξοδον ἀπὸ τὸν οὐρανό, θὰ εὕρεις ὅτι καὶ τοὺς Ἀποστόλους ἐξέλεξε καὶ τὴν τάση τῆς φύσεώς μας πρὸς ἀκαθαρσίαν ἐθεράπευσε. Ἐὰν δὲ ἐννοήσεις ὅτι διήρχετο ἀπὸ τὴν οἰκία τῆς Καπερναούμ, θὰ τὸν εὕρεις ὅτι ἐφανέρωσε τὰ προλεχθέντα μὲ ἔργα. Διότι καὶ τὸν Ματθαῖο μετέτρεψε τότε ἀπὸ τελώνη σὲ Ἀπόστολο καὶ τὴν αἱμορροοῦσα ἐθεράπευσε διερχόμενος ἀπὸ ἐκεῖ. Ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ ἦλθε μέχρι τὴν θυγατέρα τοῦ Ἰαείρου, ποὺ εἶχε ἀποθάνει, καὶ μὲ τὴν ζωοποίησή της ἀνέδειξε τὸν ἑαυτό του νικητὴ τοῦ θανάτου, ἐπανέρχεται ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐξῆλθε. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν καὶ διερχόμενος πάλι ἀπὸ ἐκεῖ, ἀνοίγει τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν τυφλῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀκολούθησαν. Ἔπραξε δηλαδὴ ὅπως τότε ποὺ διήνοιξε τὸν νοῦ τῶν μαθητῶν του, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὶς Γραφές: ἀφοῦ κατέβη ὁ ἴδιος μέχρι τὸν θάνατο καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή του κατήργησε τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, ἐπανῆλθε καὶ διήρχετο ἀπὸ ἐκεῖ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξῆλθαν καὶ τὸν ἐκήρυξαν σὲ ὅλη τὴν γῆ, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ γιὰ τοὺς τυφλούς, οἱ ὁποῖοι τώρα ἀνέβλεψαν, ὅτι «ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ». Βλέπετε μὲ πόση σαφήνεια διαγράφεται ὅλη σχεδὸν ἡ θεανδρικὴ οἰκονομία στὴν ἱστορία αὐτή. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ «παράγων ἐκεῖθεν» ἐλέχθη δύο φορές, γιὰ νὰ κατανοήσουμε καὶ τὴν ἔξοδο καὶ τὴν ἐπάνοδό του. Καὶ μάλιστα κατὰ μίμηση αὐτῆς τῆς ἐξόδου καὶ ἐπανόδου, καὶ ὁ ἱερεύς, ἀφοῦ ἐξέλθει ἀπὸ τὸ Ἅγιον Βῆμα καὶ κατεβεῖ μέχρι τὸ χαμηλότερο σημεῖο, ἐπανέρχεται πάλι καὶ ἀποκαθίσταται ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἐξῆλθε.
.     Καθὼς λοιπὸν ὁ Κύριος διήρχετο κατὰ τὴν ἐπάνοδο, τὸν ἠκολούθησαν δύο τυφλοί, ο ποοι ποτύπωναν τος δύο λαούς, τν ουδαίων κα τν θνικν. Κα κραζαν λέγοντας «λέησον υἱὲ Δαυίδ», δεικνύοντας τι ατς εναι προφητευόμενος κα προσδοκώμενος. Ὁ δὲ Κύριος ἐκπληρώνοντας καὶ τὴν ὑποτύπωση τῆς οἰκονομίας, καὶ δοκιμάζοντας ἀλλὰ καὶ φανερώνοντας τὴν πίστη τῶν τυφλῶν, τοὺς προσπερνᾶ σιωπηλὸς μέχρι νὰ εἰσέλθει στὴν οἰκία ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε ἐξέλθει στὴν ἀρχή. Ἔπειτα λέγει πρὸς αὐτούς: «πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Καὶ αὐτοὶ τοῦ ἀπαντοῦν «ναί, Κύριε». Καὶ δὲν ἐρωτᾶ, ἐπειδὴ ἀγνοεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερώσει σὲ ὅσους ἀγνοοῦν τὴν πίστη τῶν τυφλῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀφοῦ ἔψαυσε τοὺς ὀφθαλμούς των, προσέθεσε «κατὰ τὴν πίστιν ἡμῶν γενηθήτω ὑμῖν», καὶ ἀνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τους, μαρτυρώντας καὶ ὅτι ἐκεῖνοι τὸν εἶχαν πιστεύσει, ἀλλὰ καὶ ὅτι αὐτὸς ἦταν ὅπως τὸν ἐπίστευσαν, Θεὸς δηλαδὴ μαζὶ καὶ ἄνθρωπος. Διότι ὡς ἄνθρωπος μὲν ἦταν υἱὸς τοῦ Δαυὶδ καὶ μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια ἔψαυσε τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ αἰσθητῶς ὁμίλησε. Ὡς Θεὸς δὲ καὶ Δημιουργὸς ἐφώτισε τοὺς σκοτεινοὺς ὀφθαλμούς. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἦταν ἀκόμη καιρὸς νὰ γίνει φανερὸς σὲ ὅλους, διότι αὐτὸ ἐπεφυλάσσετο γιὰ μετὰ τὸ Πάθος καὶ τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασή Του, τοὺς ἐπιτίμησε λέγων, «ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω» προστάζοντάς τους μὲ πολλὴ σφοδρότητα νὰ ἀποσιωπήσουν τὸ γεγονός. «Οἱ δὲ ἐξελθόντες», λέγει, «διεφήμησαν αὐτὸν ἐν ὅλῇ τῇ γῇ ἐκείνῃ». Ὅπως φαίνεται, ἐὰν δὲν τοὺς εἶχε παραγγείλει νὰ σιωπήσουν, θὰ γίνονταν καὶ παγκόσμιοι κήρυκες τῆς δυνάμεώς του. Ἐπειδὴ ὅμως διετάχθησαν, ἀπέφυγαν μὲν νὰ πορευθοῦν μακριά, δὲν βάσταξαν ὅμως νὰ μὴν κηρύξουν στοὺς πλησίον χώρους. Ὥστε οἱ τυφλοὶ ποὺ ἠκολούθησαν τὸν Χριστόν, ἐφωτίσθησαν τελείως ὄχι μόνον κατὰ τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ψυχή.
.     Ἂς ἀκολουθήσουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ἀδελφοί μου, τὸ φῶς, ποὺ φωτίζει καὶ ψυχὴ καὶ σῶμα. Ἂς βαδίσουμε πρὸς τὴν λάμψη του καὶ «ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν». Ἂς Τὸν δοξάσωμε μὲ ἔργα ἀγαθὰ καὶ ἂς βοηθήσουμε ὅσους μᾶς βλέπουν νὰ Τὸν δοξάζουν καὶ αὐτοί. Ἂς ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ ἀντίθετο σκότος, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ προστάτης τῆς ἁμαρτίας διάβολος. Ἐκεῖνο τὸ φῶς, ὡς ἥλιος ποὺ εἶναι τῆς καθολικῆς δικαιοσύνης, σωφροσύνης, εἰρήνης, συμπαθείας, ἀνεξικακίας, ἀγάπης καὶ γενικῶς κάθε ἀρετῆς, καθιστᾶ μετόχους αὐτοῦ ὅσους τὸν ποθοῦν. Ἐνῶ τὸ ἀντίθετο σκότος, ὡς σκότος κακίας ποὺ εἶναι, καθιστᾶ ὅσους τὸ πλησιάζουν, πόρνους, μοιχούς, μνησικάκους, ἀσπλάχνους, ἀτάκτους, ἅρπαγες καὶ γενικῶς πλήρεις κάθε κακίας. Διότι εἰπέ μου, π πο θ διακρίνουμε τν πιστ π τν πιστο, τν φωτισμένο π τν φώτιστο, μ λλα λόγια, τν βαπτισμένο κατ Χριστν κα συντεταγμένο μ τν Χριστ π τν βάπτιστο κα συντεταγμένο μ τν διάβολο; χι π τος λόγους, χι π τ ργα, χι π τος τρόπους;
.     Ἐὰν λοιπν κάποιος ξομοιώνεται σ’ ατ μ τος φώτιστους, ν κα λέγει τι εναι βαπτισμένος κατ Χριστόν, εναι σαφς τι δν χει πάψει ν νήκει στν συμμορία κείνων γι τος ποίους πόστολος λέγει: «Θεν μολογοσιν εδέναι (τι τν γνωρίζουν δηλαδή), τος δ ργοις ρνονται, βδελυκτο ντες κα πειθες, κα πρς πν ργον γαθν δόκιμοι». Ποῦ λοιπόν, εἰπέ μου, θὰ κατατάξουμε αὐτοὺς ποὺ ὁμολογοῦν καὶ συγχρόνως ἀρνοῦνται τὸν Θεό; Μὲ τοὺς πιστούς; Μὲ τὰ ἔργα ὅμως τὸν ἀρνοῦνται. Μὲ τοὺς ἀπίστους; Ἀλλὰ μὲ τὴν γλῶσσα τὸν ὁμολογοῦν. ντως πρόκειται γι να διπρόσωπο τέρας πο εναι δύσκολο ν τ κατατάξεις κάπου. ψαλμωδς Προφήτης μως χει δη λύσει ατ τν πορία λέγοντας: «ποδώσει Κύριος κάστ κατ τ ργα ατο». Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπεφάνθη ὅτι αὐτός, ποὺ ἀκούει τοὺς λόγους του καὶ δὲν τοὺς ἐκτελεῖ, εἶναι μωρός. Ὁ δὲ Παῦλος, ὁ Ἀπόστολος ποὺ ἐκλήθη ἀπὸ τὸν οὐρανό, λέγει: «ἀποδώσει ὁ Κύριος τοῖς μὲν καθ’ ὑπομονὴν ἔργου ἀγαθοῦ δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν ζητοῦσι, ζωὴν αἰώνιον. …ὀργὴ δὲ καὶ θυμὸς καὶ θλίψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πάσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν». Καὶ πάλιν «οὐχ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῶ, ἀλλὰ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται», καὶ «ὃς ἐν νόμῳ καυχᾶσαι, διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις;» Ὅπως δὲ ἀκριβῶς, ἀδελφοί, ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ἔλεγε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους ὅτι «περιτομὴ ὠφελεῖ ἐὰν νόμον πράττῃς, ἐὰν δὲ παραβάτης νόμου ἦς, ἡ περιτομή σου ἀκροβυστία γέγονεν (σὰν νὰ μὴν εἶχες δηλαδὴ περιτμηθεῖ)», ἔτσι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο νὰ σᾶς εἰπῶ ὅτι πίστις φελε ἐὰν κανες πολιτεύεται κατ συνείδησιν κα καθαίρει συνεχς τν αυτό του μ ξομολόγηση κα μετάνοια, κα μετατρέπει σ ργο τς συνθκες το γίου Βαπτίσματος. ν μως δν πακούσει στὴν συνείδησή του κα θετε τς συνθκες, πίστη του γίνεται πιστία.
.     Διότι πῶς πιστεύσαμε ὅτι ἀφοῦ ἔχουμε βαπτισθεῖ θὰ σωθοῦμε; Ἐπειδὴ βεβαίως ἀκούσαμε τὸν Κύριο ποὺ εἶπε: ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται. Ἐπειδὴ λοιπὸν καὶ τὰ δύο αὐτὰ τὰ εἶπε Ἐκεῖνος, ἡ Αὐτοαλήθεια, τὸ νὰ πιστεύσουμε καὶ τὸ νὰ βαπτισθοῦμε, εναι δύνατον ν σωθεῖ ποιος δν θέλει ν βαπτισθε, στω καὶ ν λέγει τι δθεν πιστεύει, πως κα ατς πο δν πιστεύει, στω καὶ ν χει βαπτισθε. Ἀλλὰ κάθε βαπτισμένος θὰ εἰπεῖ ὅτι πιστεύει. Θὰ ἀκούσει ὅμως ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο: «δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου». Γι’ αὐτὸ καὶ Κύριος συνδέει τν πίστη μ τ Θεον Βάπτισμα, συνάπτοντας τν τήρηση τν ντολν του μ τ Βάπτισμα, δι τς πίστεως. Διότι ἀφοῦ εἶπε προηγουμένως: «πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει», ἔπειτα προσέθεσε «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται». Τί λοιπὸν λέγει στὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἐκηρύχθη ἀπὸ τοὺς ἀπεσταλμένους του, καὶ τί πρέπει νὰ πιστεύομε ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κάνουν οἱ ὑπήκοοί του; Ὁπωσδήποτε ὅτι ὅποιος ἔχει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς πράττει καὶ τὶς τηρεῖ, ἐκεῖνος εἶναι ποὺ τὸν ἀγαπᾶ, καὶ ὅτι μὲ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη ζωὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχουμε τὴν σωτηρία. Καὶ «ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη (ἡ ἀρετὴ δηλαδὴ) ἡμῶν πλεῖον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν». Διότι αὐτὰ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ τοὺς πρόσταξε νὰ κηρύττουν διὰ τοῦ Εὐαγγελίου.
.     Ὅποιος λοιπὸν ἀγωνίζεται νὰ τηρεῖ τὶς Θεῖες Ἐντολές, ἐκεῖνος εἶναι ποὺ πιστεύει. Ἐνῶ ὅποιος δὲν ἀγωνίζεται νὰ τὶς πράττει καὶ νὰ τὶς τηρεῖ, καὶ δὲν θεωρεῖ ζημία τὸ νὰ μὴν τὶς τηρεῖ, οὔτε ἐπαναφέρει τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν μετάνοια στὴν τήρηση τῶν Θείων Ἐντολῶν, δὲν θὰ σταθεῖ οὔτε μαζὶ μὲ τοὺς βαπτισμένους, ἔστω καὶ ἂν λέγει ὅτι ἔχει βαπτισθεῖ. Διότι λέγει «διχοτομήσει αὐτόν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀπίστων θήσει». Ἀλλὰ αὐτὸ γιὰ ἐμᾶς μὲν ἀποτελεῖ μόνον ἀπειλή, ἐπειδὴ ὁ Δεσπότης ἀναμένει φιλανθρώπως τὴν μετάνοιά μας. Ἐνῶ τοὺς Ἰουδαίους τοὺς διχοτόμησε ἀπὸ ἐδῶ, πρὸς σωφρονισμὸ ἰδικόν μας, καὶ τοὺς ἀπαλλοτρίωσε ἀπὸ τὴν πρὸς Αὐτὸν καὶ τὸν Ἀβραὰμ συγγένεια, λέγοντας πρὸς αὐτούς: «ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς ὑμῶν, τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ θέλετε ποιεῖν». Καὶ πάλιν: «εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε ἄν». Ὅτι δὲ αὐτοὶ ἦσαν ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἀβραάμ, ποῖος δὲν τὸ γνωρίζει; Ἐὰν λοιπὸν ἡ διαφοροποίηση τῶν ἔργων καὶ τῶν τρόπων καταργεῖ καὶ τὴν κατὰ σάρκα συγγένεια, καὶ ἀπομακρύνει καὶ τοὺς ἐξ αἵματος υἱοὺς ἀπὸ τὴν υἱότητα, πῶς ἡ διὰ τῶν ἔργων καὶ τῶν τρόπων μας ἀνομοιότης πρὸς Αὐτὸν δὲν θὰ ἀποξενώσει ἀπὸ τὴν Θείαν υἱοθεσίαν, ἐμᾶς ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἀναγάγωμε οὔτε τὴν κατὰ σάρκα γενεαλογία μας στὸν Χριστό, καὶ δὲν θὰ καταλήξει νὰ μᾶς συντάξει μαζὶ μὲ τὸν νοητὸ ἐχθρό;
.     Αὐτὰ ὅμως καὶ ὁ Κύριος ἀπὸ φιλανθρωπία κατηξίωσε νὰ τὰ εἰπεῖ, καὶ τολμοῦμε νὰ τὰ λέγωμε πρὸς ἐσᾶς καὶ ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποκείμεθα στὰ ἴδια πάθη, ὥστε νὰ μὴν τὰ πράττουμε. Νὰ μὴν τὰ πάθουμε, γιὰ νὰ μὴν καταστήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ὑπευθύνους γιὰ τὴν καταδίκη ἐκείνων ποὺ ὁριστικῶς θὰ ἀποβληθοῦν. Διότι εἶναι δυνατὸν ἐδῶ, ὄχι μόνον νὰ ἀποφύγουμε αὐτὰ μὲ τὴν μετάνοια, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν καρπῶν τῆς μετανοίας νὰ σταθοῦμε καὶ νὰ ἀφομοιωθοῦμε μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ «ἐξάγει ἀξίους ἐξ ἀναξίων», καὶ νὰ τοὺς υἱοποιεῖ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του μὲ τὸν ὕψιστον Πατέρα, καὶ νὰ τοὺς καθιστᾶ κληρονόμους καὶ συγκληρονόμους τῆς δόξης καὶ τῆς Βασιλείας Αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ Πατρός.

Ἀμήν.

 ΕΠΕ, Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ τόμ. 10, σελ. 250 

ΠΗΓΗ: «Ὀρθόδοξη Πορεία»

(Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς)

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΒΛΕΠΕΙ

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΒΛΕΠΕΙ

1. Η ΔΕΙΛΙΑ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

.     Κάποιο Σάββατο ὁ Κύριος στὴν Ἱερουσαλὴμ συνάντησε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. Καὶ ἀφοῦ ἔφτιαξε πηλὸ μὲ τὸ σάλιο του, ἔχρισε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Δοκιμάζοντας ὅμως τὴν πίστη του, δὲν τὸν θεράπευσε ἀμέσως, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: «Πήγαινε, νίψου στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ». Κι ὁ τυφλὸς ὑπάκουσε ἀμέσως. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε! Ὅσοι ὅμως τὸν ἔβλεπαν κατόπιν ὑγιή, ἀποροῦσαν: «Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ τυφλὸς ποὺ ζητιάνευε;» Ἄλλοι ἔλεγαν «αὐτὸς εἶναι», ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν «εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει». Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς διαβεβαίωνε ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος. Κι αὐτοὶ ἔκπληκτοι ἀποροῦσαν: «Πῶς θεραπεύθηκαν τὰ μάτια σου;» Κι ἐκεῖνος μὲ θάρρος ἐξηγοῦσε πῶς ἔγινε τὸ θαῦμα. Κι ὅταν κατόπιν τὸν ὁδήγησαν στοὺς Φαρισαίους, ἄρχισε μία νέα ἀνάκριση: «Πῶς βρῆκες τὸ φῶς σου;» Κι ἐνῶ ἐκεῖνος τοὺς ἐξήγησε, οἱ Φαρισαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τὸ παραδεχθοῦν. Κάποιοι μάλιστα ἔλεγαν γιὰ τὸν Κύριο: «Αὐτὸς δὲν εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν τηρεῖ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Ἄλλοι ὅμως ἀνταπαντοῦσαν: «Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς νὰ κάνει τέτοια μεγάλα θαύματα;» Κι ἄρχισαν πάλι νὰ ἐξετάζουν τὸν τυφλό: «Ἐσὺ τί λὲς γι᾽ αὐτόν;» Κι αὐτὸς τοὺς εἶπε: «Ἐγὼ λέω ὅτι εἶναι προφήτης». Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ἐπιμένουν στὴν ἄρνηση. Γι᾽ αὐτὸ φωνάζουν τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς ρωτοῦν: «Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιός σας ποὺ λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Καὶ πῶς τώρα βλέπει;» Οἱ γονεῖς ὅμως φοβισμένοι μήπως τοὺς διώξουν ἀπὸ τὴ Συναγωγὴ ἀπάντησαν: «Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιός μας καὶ πράγματι τυφλὸς γεννήθηκε. Πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δὲν ξέρουμε. Ὥριμη ἡλικία ἔχει, ρωτῆστε τον». Οἱ γονεῖς λοιπὸν ἀποφεύγουν νὰ δώσουν σαφὴ ἀπάντηση γιὰ τὸ θαῦμα. Φοβοῦνται καὶ τρέμουν καθὼς βλέπουν τοὺς Φαρισαίους νὰ μιλοῦν μὲ θυμὸ καὶ ἀπειλές, γιὰ νὰ τοὺς ἐκφοβίσουν. Κι ἀπαντοῦν μόνο στὶς δυὸ πρῶτες ἐρωτήσεις τους. Στὴν τρίτη σιωποῦν, ἐνῶ ἦταν βέβαιοι γιὰ τὸ θαῦμα καὶ ὄφειλαν νὰ ἀπαντήσουν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Κύριο ποὺ θεράπευσε τὸ παιδί τους. Ἀλλὰ αὐτοὶ τρομοκρατημένοι ἄφησαν τὸν γυιό τους μόνο του νὰ σηκώσει τὸ βάρος τῶν ἀπειλῶν τῶν Φαρισαίων. Ἡ ἱστορία αὐτὴ ἐπαναλήφθηκε πολλὲς φορὲς μέσα στὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὶς μέρες μας, ποὺ τόσο μεγάλη πολεμικὴ γίνεται ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ συκοφαντίες καὶ οἱ κατηγορίες πολλές, οἱ ἔμμεσες ἀπειλὲς ὕπουλες, καὶ ὁ φόβος κάνει πολλοὺς νὰ φοβοῦνται νὰ ποῦν τὴν ἀλήθεια γιὰ πολλὰ θέματα πίστεως, νὰ δειλιάζουν νὰ πάρουν θέση καὶ μάλιστα ἐνώπιον ἀνθρώπων ποὺ κατέχουν κάποια μεγάλη θέση στὴν κοινωνία· γιὰ νὰ μὴν ἐκτεθοῦν, γιὰ νὰ μὴν κινδυνεύσει ἡ σταδιοδρομία τους, γιὰ νὰ τὰ ἔχουν καλὰ μὲ ὅλους. Ἔτσι προδίδουν τὸ πιστεύω τους καὶ καταπατοῦν τὴ συνείδησή τους. Ὅσους φοβόμαστε νὰ ὁμολογήσουμε αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε καὶ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν Ἐκκλησία μας, θὰ μᾶς ἀρνηθεῖ κι ὁ Κύριος κατὰ τὴν φοβερὰ ἡμέρα τῆς κρίσεως.

2. Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΤΥΦΛΟΥ

.  Οἱ Ἰουδαῖοι ἀναστατωμένοι φώναξαν καὶ πάλι τὸν πρώην τυφλὸ καὶ τοῦ εἶπαν: «Δόξασε τὸν Θεό, ὁμολογώντας ὅτι πλανήθηκες. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ σὲ θεράπευσε εἶναι ἁμαρτωλός, ἀφοῦ καταλύει τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Ἐκεῖνος ὅμως μὲ παρρησία καὶ θάρρος ἀπάντησε: «Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλὸς δὲν ξέρω. Ξέρω ὅμως πολὺ καλὰ ὅτι ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω». Κι αὐτοὶ ξαναρωτοῦν: «Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;» Κι ἐκεῖνος ἀκόμη πιὸ θαρρετὰ ἀπαντᾶ: «Λίγο πρὶν σᾶς τὸ εἶπα καὶ δὲν θελήσατε νὰ τὸ παραδεχθεῖτε. Γιατί τώρα θέλετε ν᾽ ἀκούσετε πάλι τὰ ἴδια; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νὰ γίνετε μαθητές του; Κι ἔπειτα ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν ἀκούσθηκε, ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος, ὅτι θεράπευσε κάποιος μάτια ἀνθρώπου ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός». Ἐκεῖνοι τώρα ἐξαγριωμένοι τοῦ λένε: «Ἐσὺ γεννήθηκες βουτηγμένος στὴν ἁμαρτία, καὶ διδάσκεις ἐμᾶς;» Καὶ τὸν ἔδιωξαν. Βρῆκε ὅμως ὁ Κύριος τὸν πρώην τυφλὸ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐσύ, πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;». «Καὶ ποιός εἶναι, Κύριε, γιὰ νὰ τὸν πιστεύσω;», ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. Εἶπε τότε σ᾽ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς: «Αὐτὸς ποὺ σοῦ μιλάει, ἐκεῖνος εἶναι». «Πιστεύω, Κύριε», ἀπαντᾶ μὲ εἰλικρίνεια ὁ πρώην τυφλός. Καὶ Τὸν προσκύνησε ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πραγματικὰ ἀξιοθαύμαστη ἡ ὁμολογία τοῦ πρώην τυφλοῦ. Ἡ παρρησία του ἐκδηλώνεται ὁλοένα καὶ πιὸ θαυμαστή. Ὁμολογεῖ ἀρχικῶς, γεμάτος εὐγνωμοσύνη, στοὺς γνωστούς του τὸ θαῦμα. Καὶ ὅταν ὁδηγεῖται μπροστὰ στοὺς τυφλωμένους ἀπὸ τὴν κακία Φαρισαίους, δὲν κάμπτεται ἀπὸ τὶς ἀπειλές τους καὶ τὴν ἀσφυκτική τους πίεση. Περιγράφει καὶ πάλι τὸ θαῦμα καὶ ὁμολογεῖ χωρὶς νὰ φοβᾶται ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι προφήτης. Κι ὅταν οἱ Φαρισαῖοι ἀπαιτοῦν νὰ ὁμολογήσει ὅτι πλανήθηκε, αὐτὸς ἀκάθεκτος ἐπιμένει στὴν ἀλήθεια. Καὶ τελικὰ προτιμάει νὰ φύγει μακριά τους, μένοντας σταθερὸς στὴν ὁμολογία του, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ θὰ τοῦ κοστίσει. Καὶ μᾶς διδάσκει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ πρώην τυφλός, νὰ ὁμολογοῦμε κι ἐμεῖς τὴν ἀλήθεια μὲ θάρρος, μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ καύχηση, ὅπου καὶ ὅταν μᾶς τὸ ζητάει αὐτὸ ὁ Κύριος. Καὶ γιατί νὰ τὸ κάνουμε αὐτό; Διότι ὁ Χριστὸς μᾶς ἄνοιξε τὰ τυφλὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Μᾶς ἔμαθε νὰ ζοῦμε, νὰ πορευόμαστε, νὰ ἐλπίζουμε. Γεμάτοι εὐγνωμοσύνη λοιπὸν κι ἐμεῖς νὰ ὁμολογοῦμε τὸν εὐεργέτη μας καὶ τὴν πίστη μας. Εἶναι προτιμότερο νὰ μείνουμε ἀπομονωμένοι ὁμολογώντας τὴν ἀλήθεια, παρὰ νὰ εἴμαστε φίλοι ὅλου τοῦ κόσμου συμβιβασμένοι μὲ τὸ ψέμα. Καὶ ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς εὐλογήσει. Θὰ μᾶς ὁμολογήσει ὡς παιδιά του ἀγαπημένα καὶ θὰ μᾶς καταστήσει πολίτες τῆς Βασιλείας του.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 1979, 15.05.2009
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

,

Σχολιάστε