Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Τελώνης

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΕΝΑ ΑΜΑΡΤΩΛΟ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

Συνέντευξις μέ ἕναν ἁμαρτωλό!

τοῦ ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

  • Ὁ δικός μας φακός δέν ξέρω σέ ποιό ἀπό τά δύο πρόσωπα θά «ζουμάρη»! Γεγονός εἶναι, ὅτι ὁ φακός τοῦ Χριστοῦ ἔρριξε μαύρη σκιά στό πρόσωπο τοῦ Φαρισαίου καί ἀφανίστηκε… Καί ὕστέρα, ὅλα τά φώτα τῆς θείας καταξιώσεως τά ἔρριξε στόν Τελώνη! Ξεχασμένος γιά τά μάτια τοῦ Φαρισαίου· δοξασμένος γιά τά μάτια τοῦ Χριστοῦ! Τιποτένιος γιά τήν κρίσι, ἤ μάλλον τήν κατάκρισι, τοῦ Φαρισαίου· δικαιωμένος κατά τήν κρίσι τοῦ Χριστοῦ! «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ ἤ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη΄ 14). Μηδενικό γιά τήν παρέα τοῦ Φαρισαίου· ἄριστος γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Χριστοῦ! ’Αποδιοπομπαῖος γιά τόν Φαρισαῖο. Καλοδεχούμενος γιά τόν Θεό! Πῶς προσείλκυσε τό βλέμμα τοῦ Χριστοῦ; Μόνο τό βλέμμα; Καί τή συμπάθεια! Καί τήν ἐκτίμησι. Και τή συγγνώμη. Καί τήν αγάπη. Καί τόν θαυμασμό!

—Μά, Κύριε, αὐτόν θαυμάζεις; Σύ, ὁ ’Αναμάρτητος, αὐτόν τόν ἐλεεινό ἁμαρτωλό; Σύ, ὁ Δίκαιος καί Ἐλεήμων, αὐτόν τόν φοροκλέφτη; Σύ, ὁ Εὐεργέτης, αὐτόν, τόν ἄδικο φορομπήχτη;

—Κύριε, μέ τούς ἁμαρτωλούς εἶσαι;!! Μέ τούς ἅρπαγες καί κλέφτες; Μέ τούς τελῶνες καί τούς ἀπατεῶνες;

—Δέν είμαι μ’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἦρθα ἀπό τόν οὐρανό γι’ αὐτούς! Δέν συμφωνῶ μέ τίς ἄλλες πράξεις τους. Μά συμφωνῶ μέ τήν τελευταία πρᾶξι τους: Λέγεται μετάνοια! «Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ´ 13).

—Δέν εἶμαι σύμφωνος μέ τό παρελθόν τους. Ἀγκαλιάζω ὄμως τό παρόν τους! Ξέρετε γιατί τούς γαπῶ ὅλους αὐτούς; Γιατί ἔγιναν πρώην! · Πρώην πελάτες τοῦ Διαβόλου… Πρώην ἐργάτες τοῦ κακοῦ. Πρώην ὄργανα τῆς ἀτιμίας. Πρώην αἰσχροί. Πρώην πόρνοι. Πρώην κακοποιοί. Πρώην ληστές. Πρώην ἐγκληματίες. Πρώην διῶκτες. Πρώην ὑβριστές. Πρώην ἀλῆτες. Πρώην ἐξαρτημένοι!…

—Θέλετε νά βάλω ἕναν προσδιορισμό τῆς ’Εκκλησίας μου; Ἐκκλησία τῶν πρώην!

  • Ἰδιαίτερα ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου εἶναι τῶν πρώην ἁμαρτωλῶν. Οἱ πρώην, βέβαια, πού δέν ξαναγυρίζουν στό σκοτεινό παρελθόν τους… Δέν ἔχουν μόνο μεταμέλεια. Ὅσοι κακοποιοί συλλαμβάνονται ἀπό τήν ἀστυνομία καί δείχνουν μεταμέλεια, τό κάνουν συνήθως γιά τήν ποινή τῆς δικαιοσύνης. Ἡ μετάνοια ὅμως δέν εἶναι ἁπλῶς μεταμέλεια. Ὅσοι μετανοοῦν ὁριστικά, ὅπως ὁ Τελώνης ἤ ὁ Ἄσωτος, τό κάνουν γιά νά ἑλκύσουν τό λεος τοῦ Θεοῦ.

  • Γι’ αὐτό καί ἡ μετάνοια δέν ἀρκεῖται στό «πρώην» γιά τό κακό παρελθόν. Προχωρεῖ στό δάκρυ καί τήν ἐξομολόγησι τοῦ παρόντος. Καί βαδίζει πλέον (ἄνθρωπος καί μετάνοια) τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς καί τῆς ἀρετῆς. Δέν ἀρκεῖ ὁ ἄρρωστος νά γίνη καλά. Πρέπει τώρα καί νά τρέχη… Δέν ἀρκεῖ τό δάκρυ. Χρειάζονται καί τά ἔργα τά καλά. «Ποιήσατε καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας» (Λουκ. γ΄28).

Ἄν ἤμασταν φωτορεπόρτερς καί πηγαίναμε νά πάρουμε συνέντευξι ἀπό τούς ἐπισκέπτες τοῦ Ναοῦ, θά βλέπαμε, καί τούς δυό νά ἀρχίζουν μέ τήν ἴδια λέξι· μέ τή λέξι «Θεός»!

—Ὁ Θεός! Γιά μένα (λέει ὁ Φαρισαῖος) ὑπάρχει ὁ Θεός, γιά νά μέ θαυμάζη, γιά νά μέ βραβεύη!

  • Γιά σένα, τελώνη; Πές μας, τί εἶναι ὁ Θεός; Μίλα μας!…

Κι ὁ Τελώνης «…μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι» (Λουκ. ιη΄ 13).

—Δέν τολμῶ νά σᾶς κοιτάξω. Πολύ περισσότερο, δέν τολμῶ νά κοιτάξω τό Θεό. Τόν ἔχω πικράνει.

  • Ἐμεῖς ἐπιμένουμε… Πνιγμένον ἀπό τίς νοχές, τόν ἀκοῦμε νά ψιθυρίζη:

—Ὁ Θεός!… ’Όχι, δέν θέλω νά μέ βραβεύσης· ἄλλωστε τί καλό ἔκανα; Δέν ἀξίζω τίποτε. Οὔτε νά Σέ ἀτενίσω, οὔτε νά Σοῦ ζητήσω κάτι. Ἕνα θέλω: Τό λεός Σου, τή συγγνώμη Σου. Ὅλα τά ξέρεις. Πῶς νά Σοῦ κρυφτῶ; «Ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄ 13).

  • Θέλει νά ἐξαφανιστῆ… Κανείς νά μήν τόν ξέρη! Σέ μιά γωνιά κρυμμένος. Καί δέν θά τόν ἀνακαλύπταμε, ἄν δέν τόν ἔκραζε ὁ Φαρισαῖος! Σάν νά τοῦ ᾽λεγε: «Ἔλα ᾽δῶ, παληάνθρωπε! Ἔλα νά σέ φτύση ὅλος ὁ κόσμος!…».

  • Ἔτσι τόν παίρνουμε κι ἐμεῖς χαμπάρι:

—Τί ἔχεις νά πῆς γι’ αὐτόν τόν Φαρισαῖο πού σέ κατηγορεῖ;

—Γιά ’κεῖνον, τίποτε! Δέν ξέρω γιατί ἔχει μεγάλη δέα γιά τόν ἑαυτό του. Ἐγώ καμμιά καλή ἰδέα δέν ἔχω γιά τόν ἑαυτό μου… Μέ κατηγορεῖ; Μοῦ ἀξίζει! Μέ διαπομπεύει; Μοῦ ἀξίζει! Ἐγώ ἕνα τολμῶ νά πῶ: «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄ 13)…

  • Θαμπωμένοι ἀπό τή συναίσθησι τοῦ τελώνη, τολμᾶμε νά τόν ρωτήσουμε:

—Καί τώρα τί θέλεις;

—Ξέρω τί θέλω, μά δέν τό λέω. Ξύλο θέλω, αὐτό μοῦ ἀξίζει! Ἀλλ’ ἐπειδή ὁ Θεός δέν δίνει ξύλο, μόνος μου χτυπάω τό στῆθος μου, χτυπάω τά σωθικά μου, τή βρώμικη καρδιά μου!

  • Ποιός ἀπό μᾶς ἀντέχει νά ᾽χη ἐγωισμό καί ὑπερηφάνεια, ὅταν βλέπη τή μορφή τοῦ τελώνη; Ὅταν βλέπη τή συντριβή τοῦ ἁμαρτωλοῦ;

Καί εἶμαι κι ἐγώ ἁμαρτωλός…

—Θεέ μου, νά Σέ ἀτενίσω, δέν τολμῶ…. Νά καυχηθῶ, γιατί; Δέν ξέρω… Τά ἁμαρτήματά μου νά μετρήσω, δέν μπορῶ! Τί μοῦ ἀπομένει;…

  • Σιωπῶ γιά μιά στιγμή… Κι ἀκούω καμπάνες χαρμόσυνες!

Χτυπᾶτε, προστάζει ὁ Χριστός! Χτυπᾶτε καμπάνες τ’ Οὐρανοῦ! Νέο παιδί της φέρνει ἡ μετάνοια! Εἶναι ὁ τελώνης!

  • Θά χτυπήσουν ἆραγε καί γιά μᾶς αὐτές οἱ καμπάνες; Θά σωθοῦμε. Ἄν ἀπ’ τά βάθη μας Τοῦ ποῦμε: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. ιη΄ 13).

, , , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-3 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Γ´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

Μέρος Β´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς δὲν πηγαίνει μπροστά, στὴν πρώτη θέση μέσα στὴν ἐκκλησία. Τί ἀνάγκη ἔχει νὰ τὸ κάνει αὐτό; Ὁ Θεὸς τὸν βλέπει καὶ στὸ πίσω μέρος τῆς ἐκκλησίας τὸ ἴδιο, ὅπως κι ἂν στεκόταν μπροστά. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς βρίσκεται πάντα σὲ πραγματικὴ μετάνοια. «Ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πανηγύρι γιὰ τὸ Θεό», λέει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τὴ μηδαμινότητά του ἐνώπιόν του Θεοῦ, γεμίζει μὲ ταπείνωση μπροστὰ στὴ μεγαλοσύνη Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», ὁμολόγησε ἔμφοβος ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Χριστός: «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λύσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ» (Μάρκ. α´ 7). Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ δάκρυά της. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς εἶναι πολὺ ταπεινός, νιώθει εὐτυχὴς μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ἐπιτρέπει νὰ πλησιάσει στὰ πόδια Του.
.               Οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι. Γιατί; Τὰ μάτια εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς. Τὶς ψυχικὲς ἁμαρτίες μπορεῖς νὰ τὶς διαβάσεις στὰ μάτια. Δὲν διαπιστώνεις κάθε μέρα πώς, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, χαμηλώνει τὰ μάτια του μπροστὰ στοὺς ἄλλους; Πῶς θὰ μποροῦσαν τὰ μάτια ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ νὰ μὴ χαμηλώσουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ παντογνώστη; Κάθε ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, διαπράττεται κι ἐνώπιόν του Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία στὴ γῆ ποὺ νὰ παραμείνει ἀπαρατήρητη ἀπὸ τὸ Θεό. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς τὸ γνωρίζει αὐτὸ καὶ γι’ αὐτὸ ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται μὲ ντροπὴ μπροστὰ στὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παραβολὴ λέει, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι.
.               Ἀλλὰ γιατί χτυποῦσε τὸ στῆθος του; Γιὰ νὰ δείξει Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πὼς τὸ σῶμα εἶναι τὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος. Οἱ σωματικὲς ἐπιθυμίες ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὶς μεγαλύτερες ἁμαρτίες. Ἡ λαιμαργία ὁδηγεῖ στὴ λαγνεία. Ἡ λαγνεία ὁδηγεῖ στὴν ὀργὴ κι αὐτὴ στὸ φόνο. Ἡ σωματικὴ ψύχωση χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν ἐξασθενίζει καὶ σκοτώνει τὸν θεϊκὸ ἡρωισμὸ ποὺ ἐνυπάρχει στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ τελώνης χτυπάει τὸ σῶμα του. Ξέρει καλὰ τὴν ἁμαρτία του, τὴν ταπείνωσή του καὶ τὴν ντροπὴ ποὺ πρέπει νὰ νιώθει μπροστὰ στὸ Θεό.
.               Γιατί ὅμως χτυπάει κυρίως τὸ στῆθος του κι ὄχι τὸ κεφάλι του ἢ τὰ χέρια του; Ἐπειδὴ ἡ καρδιὰ βρίσκεται στὸ στῆθος. Κι ἡ καρδιὰ εἶναι πηγὴ κάθε ἁμαρτίας καὶ κάθε ἀρετῆς. Εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοὶ τὸν ἄνθρωπον, ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ´ 20-23). Γι’ αὐτὸ ὁ τελώνης χτυποῦσε τὸ στῆθος του.
.               Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό. Αὐτὰ ἔλεγε ὁ τελώνης. Δὲν ἀπαριθμοῦσε οὔτε τὰ καλά του ἔργα οὔτε τὰ κακά. Ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει ὅλα. Κι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπαρίθμηση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια γιὰ ὂλ’ αὐτά. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
.               Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λένε ὅλα. Θεέ μου, Ἐσὺ εἶσαι ὁ γιατρὸς κι ἐγὼ ὁ ἄρρωστος. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ θεραπεύσεις, σὲ Σένα μόνο ἀνήκω. Ὁ γιατρὸς εἶσαι Ἐσύ, θεραπεία εἶναι τὸ ἔλεός Σου. Λέγοντας ὁ ἄρρωστος, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, εἶναι σὰ νὰ λέει μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια: «Γιατρέ, δῶσε τὴ θεραπεία σὲ μένα τὸν ἄρρωστο. Κανένας ἄλλος στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ θεραπεύσει παρὰ μόνο Ἐσύ, Θεέ μου. «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα» (Ψαλμ. Ν´ 6). Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ὑπάρχει βοήθεια γιὰ μένα, ὅσο δίκαιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσεις. Τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει. Οὔτε ἡ νηστεία μου, οὔτε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας μου ποὺ δίνω οὔτε ὅλα τὰ καλά μου ἔργα. Μόνο τὸ ἔλεός Σου μπορεῖ νὰ γειάνει τὶς πληγές μου σὰν φάρμακο σωστικό. Ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὰ τραύματά μου, μᾶλλον τὰ χειροτερεύει. Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις τὴν ἀρρώστια μου κι Ἐσὺ ἔχεις καὶ τὴ θεραπεία. Εἶναι ἄσκοπο γιὰ μένα νὰ πάω ὁπουδήποτε ἀλλοῦ ἢ νὰ προσευχηθῶ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Ἂν Ἐσὺ μὲ ἀπορρίψεις, ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν μπορεῖ νὰ μὲ συγκρατήσει ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ἐσύ, μόνο Ἐσύ, Κύριε, μπορεῖς, ἂν τὸ θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σῶσε με. Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

* * *

.               Τί λέει ὁ Κύριος τώρα, πῶς ἀπαντάει σ’ αὐτοῦ του εἴδους τὴν προσευχή; «Λέγω ὑμίν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος» (Λουκ. ιη´ 14). Σὲ ποιὸν ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος; Σὲ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ νομίζουμε πὼς εἴμαστε δίκαιοι. Ὁ τελώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ γύρισε στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ Φαρισαῖος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁμολογεῖ μὲ ταπείνωση τὶς ἁμαρτίες τοῦ γυρίζει στὸ σπίτι τοῦ δικαιωμένος, ὄχι ὁ ἄδικος καὶ ἀλαζόνας. Ὁ ταπεινὸς καὶ μετανιωμένος ἄνθρωπος δικαιώνεται, ὄχι ὁ αὐθάδης, ὁ ματαιόδοξος καὶ ὑπερήφανος. Ὁ γιατρὸς ἐλεεῖ καὶ θεραπεύει τὸν ἄρρωστο ποὺ ὁμολογεῖ τὴν ἀρρώστια του κι ἀναζητᾶ θεραπεία, ἐνῶ στέλνει ἄδειο στὸ σπίτι τοῦ ἐκεῖνον ποὺ ἐπισκέπτεται τὸ γιατρὸ γιὰ νὰ κομπάσει πὼς εἶναι ὑγιής.
.               Ὁ Κύριος τελειώνει τὴ θαυμάσια παραβολή Του μὲ τὴν ἑξῆς διδαχή: «ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ιη´14). Ποιὸς εἶναι ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν καὶ ποιὸς ὁ ταπεινῶν; Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ οὔτε ὅσο τὸ φάρδος μίας τρίχας, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸν σηκώσει. Ἐδῶ ὅμως ἐννοεῖ ἐκεῖνον ποὺ νομίζει πὼς ὑψώνεται μὲ τὸ νὰ σπεύδει νὰ καταλάβει τὴν πρώτη θέση, μπροστὰ σὲ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους· ἐκεῖνον ποὺ κομπάζει γιὰ τὰ καλά του ἔργα· ἐκεῖνον ποὺ ὑπερηφανεύεται ἀκόμα καὶ μπροστὰ στὸ Θεό· αὐτὸν ποὺ ταπεινώνει καὶ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους, ὥστε ὁ ἴδιος νὰ φαίνεται ἀνώτερος. Σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πὼς ὑψώνονται, στὴν οὐσία ταπεινώνονται. Ὅσο ἀνώτεροι φαντάζουν στὰ δικά τους τὰ μάτια ἢ καὶ στὰ μάτια τῶν ἄλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Τέτοιους ἀνθρώπους θὰ τοὺς ταπεινώσει ὁ Θεός. Κάποια μέρα θὰ τοὺς κάνει νὰ νιώσουν τὴν ταπείνωση αὐτή. «Ὡσότου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει ταπείνωση, δὲν θὰ λάβει τὴν ἀνταπόδοση τῶν ἔργων του. Ἡ ἀνταπόδοση δὲν δίδεται γιὰ τὰ ἔργα ἀλλὰ γιὰ τὴν ταπείνωση», λέει ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος (Λόγος λδ´).
.               Ποιός εἶναι αὐτὸς ποῦ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του; Ὄχι βέβαια ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ φαίνεται ταπεινότερος, μὰ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὴν ταπεινότητά του ἐπειδὴ εἶναι ἁμαρτωλός. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεῖ ἄλλη ταπείνωση ἀπό μας, παρὰ μόνο τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται κι ὁμολογεῖ τὸ βάθος ὅπου τὸν βύθισε ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἀδύνατο νὰ βυθιστεῖ περισσότερο. Ἡ ἁμαρτία μᾶς τραβάει πάντα χαμηλά, στὸ βάθος τῆς καταστροφῆς, πιὸ βαθιὰ ἀπ’ ὅ,τι μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Λέει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν πέφτει ποτέ. Ποῦ μπορεῖ νὰ πέσει, ἀφοῦ βρίσκεται πιὸ χαμηλὰ ἀπ’ ὅλους; Ἡ ματαιότητα εἶναι μεγάλη αἰσχύνη, ἐνῶ ἡ ταπείνωση εἶναι ὕψος μεγάλο, τιμὴ καὶ ἀξία» (Ὁμιλ. 19).
.               Μὲ λίγα λόγια: Ἐκεῖνος ποὺ ἐνεργεῖ ὅπως ὁ τελώνης, τιμᾶται. Ὁ πρῶτος (ὁ Φαρισαῖος) δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ, γιατί δὲ βλέπει πὼς εἶναι ἄρρωστος. Ὁ δεύτερος (ὁ τελώνης) εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ βρίσκεται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἐπειδὴ γνωρίζει τὴν ἀρρώστια του, παρακολουθεῖται ἀπὸ τὸ γιατρὸ καὶ κάνει τὴ θεραπεία του. Ὁ πρῶτος εἶναι σὰν τὸ λεῖο καὶ ψηλὸ δέντρο ποὺ μέσα τοῦ ὅμως εἶναι σάπιο καὶ γι’ αὐτὸ ἄχρηστο στὸν οἰκοδεσπότη. Ὁ δεύτερος εἶναι σὰν τὸ δέντρο ποὺ ἔχει ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμὸς τοῦ εἶναι στραβός, μὰ ὁ οἰκοδεσπότης τὸ κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸ σπίτι του.
.               Ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσει ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν, νὰ θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας ὅλους αὐτοὺς ποὺ προσεύχονται μὲ φόβο καὶ δοξάζουν τὸν πανεύσπλαχνο Πατέρα, τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , ,

Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Α´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

.               Ἕνας ἄνθρωπος βάδιζε στὸ δάσος. Ἤθελε νὰ διαλέξει ἕνα καλὸ δέντρο, ἀπ’ ὅπου θὰ ἔβγαζε δοκάρια γιὰ τὴ σκεπὴ τοῦ σπιτιοῦ του. Ἐκεῖ εἶδε δύο δέντρα, τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο. Τὸ ἕνα ἦταν ἴσιο, λεῖο καὶ ψηλό, ἀλλὰ τὸ ἐσωτερικό του, ὁ πυρήνας του, ἦταν σάπιο. Τὸ ἄλλο εἶχε ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμός του ἔδειχνε ἄσχημος. Τὸ ἐσωτερικό του ὅμως ἦταν γερό. Ὁ ἄνθρωπος ἀναστέναξε καὶ εἶπε: «Σὲ τί μπορεῖ νὰ μοῦ χρησιμέψει τὸ ψηλὸ καὶ ἴσιο αὐτὸ δέντρο, ἀφοῦ τὸ μέσα του εἶναι σάπιο κι ἀκατάλληλο γιὰ δοκάρια; Τὸ ἄλλο μοιάζει ἀνώμαλο, ἄσχημο, ἀλλὰ τουλάχιστο τὸ μέσα του εἶναι γερό. Ἔτσι, ἂν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορῶ νὰ τὸ διαμορφώσω καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσω γιὰ δοκάρια στὸ σπίτι μου». Καὶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφτεῖ περισσότερο, διάλεξε τὸ δέντρο ἐκεῖνο, τὸ γερό. Τὸ ἴδιο θὰ κάνει κι ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξεχωρίσει δύο ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μέσα στὸ ναό Του. Δὲν θὰ διαλέξει ἐκεῖνον ποὺ φαίνεται ἐπιφανειακὰ δίκαιος, ἀλλὰ τὸν ἄλλον, ἐκεῖνον ποὺ ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη μὲ τὴν ἀληθινὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.
.               Οἱ ὑπερήφανοι ἔχουν τὰ μάτια τους διαρκῶς ὑψωμένα πρὸς τὸν Θεό. Οἱ καρδιές τους ὅμως εἶναι κολλημένες στὴ γῆ. Αὐτοὶ δὲν εὐαρεστοῦν στὸν Θεό. Εὐάρεστοι στὸν Θεὸ εἶναι οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι, οἱ πράοι, ποὺ ἔχουν τὰ μάτια τους χαμηλωμένα στὴ γῆ, μὰ οἱ καρδιές τους εἶναι γεμάτες οὐρανό. Δημιουργς προτιμ τος νθρώπους πο μολογον στὸν Θε τς μαρτίες τους, χι τ καλά τους ργα.
.               Ὁ Θεὸς εἶναι γιατρός. Πλησιάζει στὸ κρεβάτι ὅπου κείτεται ὁ καθένας μας καὶ ρωτάει: «Ποῦ πονᾶς;» Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀξιοποιεῖ τὴν παρουσία τοῦ γιατροῦ κοντά του καὶ τοῦ φανερώνει ὅλους τοὺς πόνους καὶ τὶς ἀδυναμίες του, εἶναι σοφός. Ἐκεῖνος ποὺ κρύβει τὶς ἁμαρτίες του καὶ καυχιέται μπροστὰ στὸ γιατρὸ πὼς εἶναι ὑγιής, εἶναι ἀνόητος. Λὲς κι ὁ γιατρὸς ἐπισκέπτεται τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ δεῖ πόσο καλὰ εἶναι κι ὄχι ἀπὸ τί πάσχει. Λέει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος: «Τὸ ν’ ἁμαρτάνεις εἶναι κακό, ὅταν ὅμως τὸ ὁμολογεῖς, μπορεῖς νὰ λάβεις βοήθεια. Ὅταν ὅμως ἁμαρτάνεις καὶ δὲν τὸ παραδέχεσαι, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ βοηθηθεῖς».
.            Γι’ αὐτὸ ἂς γίνουμε σοφοί, συνετοί. Ὅταν στεκόμαστε γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε μπροστὰ στὸν Θεό, πρέπει νὰ νιώθουμε πὼς βρισκόμαστε μπροστὰ στὸν πιὸ καλὸ καὶ πιὸ ἐλεήμονα γιατρό. Ἐκεῖνος ρωτάει τὸν καθένα μας μὲ ἀγάπη καὶ μέριμνα: «Ποῦ πονᾶς;» Ἐμεῖς ἂς μὴν ἀμελήσουμε καθόλου νὰ τοῦ ἀποκαλύψουμε τὴν ἀρρώστια μας, νὰ τοῦ φανερώσουμε τὶς πληγὲς καὶ τὶς ἁμαρτίες μας.

* * *

.               Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς μᾶς μιλάει γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου. Στὸ εὐαγγέλιο διαβάζουμε πὼς ὁ Χριστὸς εἶπε τὴν παραβολὴ αὐτὴ «πρός τινας πεποιθότας ἐφ’ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς», πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἀλαζονικὴ αὐτοπεποίθηση πὼς εἶναι δίκαιοι καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς ἄλλους. Μήπως κι ἐμεῖς συγκαταλεγόμαστε ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους ποὺ ὁ Κύριος τοὺς ἀπηύθυνε τὴν παραβολὴ αὐτή;
.               Μὴν ἀντιδρᾶς σ’ αὐτὰ πού σοῦ λέω. Ὁμολόγησε καλύτερα τὴν ἀρρώστια σου, ταπεινώσου γι’ αὐτὴν καὶ πάρε τὸ φάρμακο ποὺ σοῦ δίνει ὁ πανεύσπλαχνος γιατρός. Σ’ ἕνα νοσοκομεῖο βρίσκονταν πολλοὶ ἄρρωστοι κρεβατωμένοι. Μερικοὶ εἶχαν πυρετὸ κι ἀνυπομονοῦσαν, περίμεναν μὲ ἀγωνία πότε θὰ ‘ρθεῖ ὁ γιατρός. Ἄλλοι ἔκοβαν βόλτες, γιατί νόμιζαν πὼς ἦταν ὑγιεῖς καὶ δὲν εἶχαν ἀνάγκη τὸ γιατρό. Ἕνα πρωινὸ ὁ γιατρὸς ἔκανε ἐπίσκεψη στοὺς ἀρρώστους. Μαζί του ἦταν κι ἕνας φίλος του, ποὺ κρατοῦσε δῶρα γιὰ νὰ τοὺς δώσει. Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ εἶδε ἐκείνους ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ πυρετὸ καὶ τοὺς λυπήθηκε.
– Θὰ γίνουν καλά; ρώτησε τὸ γιατρό.
Ἐκεῖνος τοῦ ψιθύρισε στὸ αὐτί:
– Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ ἐμπύρετοι, ναί, μποροῦν νὰ γίνουν καλά. Τὸ ἴδιο κι οἱ ἄλλοι ποὺ κείτονται στὰ κρεβάτια τους. Αὐτοὶ ποὺ κόβουν βόλτες ὅμως, ὄχι, δὲν γίνονται καλά. Αὐτοὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀνίατες ἀρρώστιες, ἔχει προχωρήσει ἡ σήψη μέσα τους.
.               Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ ἔμεινε κατάπληκτος. Ἡ ἔκπληξή του στρεφόταν πρὸς δύο κατευθύνσεις: πρὸς τὸ μυστήριο ποὺ κρύβουν οἱ ἀρρώστιες καὶ πρὸς τὴν ὀφθαλμαπάτη τῶν ἀνθρώπων.
.               Φαντάσου τώρα πὼς εἴμαστε ἄρρωστοι στὸ νοσοκομεῖο τοῦ κόσμου. Ἡ ἀρρώστια ποὺ ἔχει προσβάλει ὅλους μας ἔχει τὸ ἴδιο ὄνομα: ἀδικία. Ἡ λέξη αὐτὴ καλύπτει ὅλα τὰ πάθη, ὅλες τὶς ἐπιθυμίες, ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ τὶς ἀδυναμίες ποὺ ἀγγίζουν τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ νοῦ μας. Οἱ ἄρρωστοι χωρίζονται σὲ κατηγορίες. Μερικοὶ μόλις προσβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ἄλλοι βρίσκονται σὲ προχωρημένη κατάσταση κι ὑπάρχουν κι αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς ἀνάρρωσης. Τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο ὅμως εἶναι τέτοια, ὥστε μόνο ὅσοι θεραπεύτηκαν μποροῦν νὰ κατανοήσουν πόσο σοβαρὴ ἦταν ἡ ἀσθένεια, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχαν προσβληθεῖ. Οἱ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστοι εἶναι κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν λιγότερη ἐπίγνωση τῆς κατάστασής τους. Στὶς σωματικὲς ἀρρώστιες ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ψηλὸ πυρετό, δὲν ξέρει τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του ἢ γιὰ τὴν ἀρρώστια του. Οὔτε ὁ τρελὸς καταλαβαίνει τὴν τρέλα του.
.               Ἐκεῖνοι ποὺ ἀρχίζουν νὰ διαπράττουν ἀνομίες, γιὰ λίγο καιρὸ ντρέπονται γι’ αὐτές. Ὅταν τὸ κακὸ ὅμως συνεχίζεται, ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει στὴν ἁμαρτία, ποὺ τοῦ γίνεται ἕξη καὶ σιγὰ σιγὰ ὁδηγεῖται σὲ παραλήρημα καὶ μέθη, φτάνει σὲ τέτοια κατάσταση, ὥστε ἡ ψυχή του γίνεται ἀναίσθητη καὶ δὲν καταλαβαίνει τὴν ἀρρώστια της.
.               Φαντάσου τώρα ἕνα γιατρὸ νὰ πηγαίνει σὲ νοσοκομεῖο καὶ νὰ ρωτάει: «Τί ἔχετε; Ἀπὸ τί ὑποφέρετε;» Ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἀρρώστια τους βρίσκεται στὸ πρῶτο στάδιο ντρέπονται νὰ παραδεχτοῦν πὼς εἶναι ἄρρωστοι κι ἀπαντοῦν: «Τίποτα». Οἱ ἄλλοι, ποὺ ἡ ἀρρώστια τους βρίσκεται σὲ προχωρημένο στάδιο, ἐκνευρίζονται μὲ τὴν ἐρώτηση κι ὄχι μόνο ἀπαντοῦν «δὲν ἔχουμε τίποτα», ἀλλ’ ἀρχίζουν καὶ νὰ καυχιοῦνται πὼς εἶναι ὑγιεῖς. Μόνο αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἀναστενάζουν κι ἀπαντοῦν στὸ γιατρό: «Ἀπ’ ὅλα ὑποφέρουμε. Λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας».
.               Γράφει ὁ Τερτυλλιανὸς σὲ μία ὁμιλία του «Περὶ μετανοίας»: «Ἂν ντρέπεσαι νὰ ὁμολογήσεις τὶς ἁμαρτίες σου, σκέψου τὴ φωτιὰ τῆς κόλασης, ποὺ μόνο ἡ ἐξομολόγηση μπορεῖ νὰ σβήσει».

.               Ἀναλογίσου ὅλ’ αὐτὰ λοιπόν, ἄκουσε τὴν παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ σκέψου πόσο ἀφορᾶ καὶ σένα. Ἂν κραυγάσεις μὲ ἔκπληξη πὼς «ἡ παραβολὴ αὐτὴ δὲν μὲ ἀφορᾶ», σημαίνει πὼς ἔχεις προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν (πνευματικὴ) ἀσθένεια ποὺ ὀνομάζεται ἀνομία ἢ ἀδικία. Ἂν διαμαρτυρηθεῖς καὶ πεῖς πὼς «ἐγὼ εἶμαι δίκαιος, ἡ παραβολὴ αὐτὴ ἀφορᾶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς γύρω μου», σημαίνει πὼς ἡ ἀρρώστια ἔχει προχωρήσει πολύ. Ἂν ὅμως χτυπήσεις τὸ στῆθος σου μὲ μετάνοια καὶ πεῖς «ἀλήθεια εἶναι. Εἶμαι ἄρρωστος, ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ γιατρό», σημαίνει πὼς βρίσκεσαι σὲ καλὸ δρόμο γιὰ νὰ θεραπευτεῖς. Τότε μὴ φοβᾶσαι. Θὰ γίνεις καλά.

* * *

.               «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης». Δύο ἄνθρωποι, δύο ἁμαρτωλοί, ἀνέβηκαν στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Δύο ἄνθρωποι, δύο ἁμαρτωλοί, μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ὁ Φαρισαῖος δὲν ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του σὰν ἁμαρτωλό, ἐνῶ ὁ τελώνης τὸ παραδεχόταν. Ὁ Φαρισαῖος ἀνῆκε στὴν ὑψηλότερη κοινωνικὴ τάξη τῆς ἐποχῆς, ὁ τελώνης στὴν πιὸ περιφρονημένη.

«Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικά, γιὰ νὰ προκαλεῖ ἐντύπωση, κι ἔλεγε τὰ ἑξῆς λόγια στὴν προσευχή του: Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ γιατί δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. Ἐγὼ τηρῶ κατὰ γράμμα τὸ νόμο, νηστεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω ἐλεημοσύνη τὸ ἕνα δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζω.
.               Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε μπροστὰ ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἱερό. Ἦταν συνήθεια τῶν Φαρισαίων νὰ κάθονται στὴν πρώτη θέση. Τὸ ὅτι ὁ Φαρισαῖος καθόταν στὴν πρώτη θέση, φαίνεται κι ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς ὁ τελώνης ἔστεκε «μακρόθεν». Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ Φαρισαίου κι ἡ σιγουριά του πὼς ἦταν δίκαιος, δηλαδὴ πνευματικὰ ὑγιής, ἦταν τέτοια, ὥστε δὲν ἀπαίτησε τὴν πρώτη θέση μόνο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸν Θεό. Τὴν ἀπαιτοῦσε, ὄχι μόνο ὅταν συμμετεῖχε σὲ γεύματα καὶ σὲ συναθροίσεις, μὰ ἀκόμα καὶ στὸ ναό, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ ἀπὸ μόνο του εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ δείξει πόσο ἄρρωστος ἦταν πνευματικὰ ὁ Φαρισαῖος, πόσο ἡ ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας τὸν εἶχαν διαφθείρει.
.               Γιατί λέει πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο; Γιατί δὲν προσευχόταν δυνατά; Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀκούει πιὸ προσεχτικὰ αὐτὰ ποὺ ἡ καρδιὰ λέει, ὄχι ὅσα προφέρουν τὰ χείλη. Αὐτὰ ποὺ σκέφτεται κι αὐτὰ ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος τὴν ὥρα ποὺ προσεύχεται ἔχουν περισσότερη σημασία γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ προφέρει ἡ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα μπορεῖ νὰ ἐξαπατήσει, ἡ καρδιὰ ὅμως ὄχι. Αὐτὴ φανερώνει καθαρὰ πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος μέσα του, ἂν εἶναι μαῦρος ἢ ἄσπρος, ἂν εἶναι εἰλικρινὴς ἢ ὑποκριτής.

Πηγὴ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

, , ,

Σχολιάστε

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ-1 (Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη)

Ἀρχιμ. Εὐσεβίου Βίττη (†)
ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Κοινωνικὲς διαστάσεις τῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας»,
ἔκδ. Ἱ. Μητρ. Σιδηροκάστρου, Σιδηρόκαστρον 1983, σελ. 23 ἑπ.

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.           Σκοπὸς τοῦ Τριωδίου εἶναι κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας νὰ μᾶς θυμίσει μὲ συντομία ὅλες τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες μᾶς ἔκανε ἀπὸ τότε ποὺ μᾶς δημιούργησε καὶ θέλει ἀκόμη νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ μὴν ξεχάσουμε πὼς εἴμαστε πλάσματα τοῦ Θεοῦ μὲ τελικό μας προορισμὸ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς ἁμαρτωλότητός μας εἴμαστε ὑποχείριοι τῆς ἁμαρτωλῆς λήθης, ὅπως λένε οἱ ὅσιοι νηπτικοὶ Πατέρες καὶ εὔκολα λησμονοῦμε τὸν ἀγώνα ποὺ πρέπει νὰ διεξαγάγουμε στὸν πνευματικὸ χῶρο, γιὰ νὰ μορφώσουμε τὸν ἑαυτό μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, ἐὰν θέλουμε τελικὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί του.
.           Ἐπειδὴ δὲν ὑποταχθήκαμε στὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, ὁδηγηθήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς. Βέβαια ἀφορμὴ γιὰ τὸ κατάντημά μας στάθηκε ἀρχικὰ ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου, ποὺ ὄντας αὐτὸς ὁ ἀρχέκακος ὄφις δηλητηρίασε τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀπάτη καὶ μᾶς γύμνωσε ἀπὸ τὴν θεία χάρη. Παρόλη ὅμως τὴν ζηλόφθονη παρέμβαση τοῦ διαβόλου στὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι μικρὴ ἡ εὐθύνη ποὺ βαραίνει ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Στὸ δράμα, ποὺ παίχτηκε στὸν Παράδεισο, ἔφταιξε καὶ ἡ δική μας ἔπαρση καὶ ὑψηλοφροσύνη, ποὺ ρίζα της εἶχε τὴν δική μας ἐγωκεντρικότητα. Ζητώντας νὰ κάνουμε τὸν ἑαυτό μας αὐτόνομο καὶ αὐτὸν κέντρο τῆς ὕπαρξής μας καταντήσαμε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ σὲ μιὰ θλιβερὴ καὶ κακοδαίμονα ἀπομόνωση, ὑποχείριοι τοῦ παγκάκιστου ἐχθροῦ μας, τοῦ διαβόλου, καὶ τῶν ἀναρίθμητων παθῶν μας.
.           Ὁ Υἱὸς ὅμως καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ δική του αὐτοπροαίρετη ἀγάπη κλίνας οὐρανοὺς κατέβηκε ὣς τὴν δική μας ἐσχατιὰν καί, ἀφοῦ κατοίκησε στὴν Παναγία Παρθένον -Μητέρα του- ἔγινε ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς καὶ γιὰ μᾶς. Μὲ τὴν ἁγία ζωή Του καὶ τὴν διδασκαλία Του μᾶς ἔδειξε τὸν τρόπο τῆς ἀνόδου μας στὸν οὐρανό. Μᾶς δίδαξε πρὸ πάντων τὴν ἀπέραντη ταπείνωση.[…]
.           Τὸ Τριώδιο μᾶς μιλάει ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας, γιὰ τὴν ἀνάστασή Του καὶ τὴν ἄνοδό Του στοὺς οὐρανούς. Καὶ πῶς μὲ τὸ κήρυγμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ ἁπλώθηκε παντοῦ τὸ σωτήριο μήνυμα τοῦ Κυρίου. […]
.           Τὸν τόνο καὶ τὸ χρῶμα στὸ Τριώδιο τὸν δίνουν οἱ τρεῖς Κυριακὲς ποὺ προηγοῦνται σὰν προανάκρουσμα ὅλης τῆς ἁρμονίας του. Οἱ Κυριακὲς αὐτὲς εἶναι ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ἡ Κυριακή του Ἀσώτου καὶ ἡ Κυριακή τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.[…]

.           Πρώτη πρώτη τοποθετεῖται ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου μὲ ἀνάγνωση τῆς σχετικῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου. Ὅλη ἡ ἑβδομάδα ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν Κυριακὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ προεισαγωγὴ καὶ προετοιμασία γιὰ τὴν πνευματικὴ περίοδο τοῦ Τριωδίου καὶ εἰδικὰ τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ποὺ πρόκειται νὰ ἀρχίσει[…]

Χαρακτηριστικὰ τῆς φαρισαϊκῆς ψυχῆς

Α´ Ἡ ἀπόνοια

.           Ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς κάνει μίαν ἀνάλυση τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ Φαρισαίου καὶ παρουσιάζει διάφορα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, τὰ ὁποῖα μᾶς καλεῖ νὰ προσέξουμε. Ἡ κατάσταση τοῦ Φαρισαίου χαρακτηρίζεται πρῶτα πρῶτα ὡς ἀπόνοια. Τί εἶναι ἡ ἀπόνοια; Εἶναι ἡ παρέκκλιση ἀπὸ τὴ λογικὴ καὶ τὸ σωστό. Εἶναι κατάσταση τρέλας καὶ παραφροσύνης, εἶναι κατάσταση ἀνόητης ὑπερηφανείας καὶ αὐταρεσκείας. Ἀλλὰ ἡ μὲν παραφροσύνη ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ χωρὶς νὰ τὸ θέλει στερήθηκε ἀπὸ τὸ λογικό του, ἀποτελεῖ μία ἀξία λύπης καὶ συμπόνοιας γιὰ τὸ συνάνθρωπό μας παθολογικὴ κατάσταση. Ἡ πνευματικὴ ὅμως ἀπονοια, γιὰ τὴν ὁποία κάνει ἐδῶ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς λόγο χαρακτηρίζοντας τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ Φαρισαίου, εἶναι ἀρρώστια ἀξιοκατάκριτη καὶ ἄξια ἀποστροφῆς. Ἕνα πρῶτο ἐκδήλωμα αὐτῆς τῆς ἀπονοίας εἶναι ἡ ἀλαζονικὴ αὐτοδικαίωση, ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Φαρισαίου ἀπὸ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ ὡς δικαίου. […] Κάθε καλὸ ποὺ τυχὸν κάνει ὁ ἄνθρωπος, κάθε καλὴ πράξη του, κάθε τυχὸν ἀρετή του, ἂν δὲν προσέξει καὶ ξεπέσει στὴν πνευματικὴ ἀπόνοια, ποὺ χαρακτήριζε τὸν Φαρισαῖο, ἀδειάζει αὐτόματα, κενώνει, ἐξαφανίζει τὸ περιεχόμενό τους καὶ μένει τελικὰ ἕνα ἄδειο ἀπὸ οὐσία καὶ περιεχόμενο τσόφλι. Ἀπομένει δηλαδὴ μία φενάκη, ἕνα ἐξωτερικὸ φαινόμενο χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀξία καὶ σημασία. Καὶ εἶναι κενὸ καὶ κούφιο κάθε ἀγαθὸ ποὺ γίνεται ἐν ἀπονοίᾳ, γιατί δὲν τὸ ἀναγνωρίζει ὁ Θεός. Καὶ ὅ,τι δὲν ἀναγνωρίζει ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει.

Β´ Ἡ οἴησις

.           Τὸν φαρισαῖο τὸν χαρακτηρίζει ἀκόμη κατὰ τὸν ἱερὸν ὑμνωδὸν ἡ οἴησις, δηλαδὴ ἡ μεγάλη ἰδέα ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Τὴν οἴησι ποὺ ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς τὴν θεωρεῖ ὡς κάτι τὸ συγγενικὸ μὲ τὴν ἀπόνοια -καὶ εἶναι πραγματικὰ- τὴν ὀνομάζει ὄγκον φρενοβλαβῆ καὶ φύσημα βδελυκτόν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ φρόνημα αὐτὸ ἀποτέλεσε τελικὰ τὸν ἐξευτελισμὸ τοῦ Φαρισαίου μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Ἡ οἴηση τυφλώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ πραγματοποιήσει αὐτὸ ποὺ νομίζει πὼς ἔχει, νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ νομίζει πὼς εἶναι.
.            Ἀλλὰ ἡ λύση δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ μόνο τῆς φαρισαϊκῆς ψυχῆς, τοῦ συγκεκριμένου ἐκείνου προσώπου τῆς παραβολῆς. Ἡ οἴηση εἶναι ἕνα συνηθισμένο δυστυχῶς παθολογικὸ φαινόμενο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ καὶ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

Κυριακή τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου.

.        Ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου εἶναι ἀφιερωμένη στὴν πολὺ διδακτικὴ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, τὴν ὁποία ὁ Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου νὰ διδάξει τὴν θεοφιλῆ ἀρετὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ νὰ στηλιτεύσει τὴν ἑωσφορικὴ ἔπαρση. Δίδαξε τὴν παραβολὴ αὐτὴ «πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾽ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιποὺς» (Λουκ.ιη´ 9).
.        Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, μὲ τρόπο λιτό, ἀλλὰ σαφέστατο, διέσωσε τὴν παραβολὴ αὐτὴ ὡς ἑξῆς: «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι , ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.» (Λουκ. ιη´ 10-14).
.        Ἡ τάξη τῶν Φαρισαίων ἐκπροσωποῦσε τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν ἐγωιστικὴ αὐτάρκεια καὶ ἔπαρση. Τὰ μέλη της ἀπόλυτα ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ἰουδαϊκὴ κοινωνία ἀποτελοῦσαν, λαθεμένα, τὸ μέτρο συγκρίσεως τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς ἠθικῆς γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Ἀντίθετα οἱ τελῶνες ἦταν ἡ προσωποποίηση τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἁμαρτωλότητας. Ὡς φοροεισπράκτορες τῶν κατακτητῶν Ρωμαίων διέπρατταν ἀδικίες, κλοπές, ἐκβιασμούς, τοκογλυφίες καὶ ἄλλες εἰδεχθεῖς ἀνομίες καὶ γι᾽ αὐτὸ τοὺς μισοῦσε δικαιολογημένα ὁ λαός. Δύο ἀντίθετοι τύποι τῆς κοινωνίας, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσαν τὶς δύο αὐτὲς τάξεις, ἀνέβηκαν στὸ ναὸ νὰ προσευχηθοῦν. Ὁ πρῶτος, ὁ νομιζόμενος εὐσεβής, ἔχοντας τὴν αὐτάρκεια τῆς δῆθεν εὐσέβειάς του ὡς δεδομένη, στάθηκε μὲ ἔπαρση μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ ἄρχισε νὰ ἀπαριθμεῖ τὶς ἀρετές του, οἱ ὁποῖες ἦταν πραγματικές. Τὶς ἐξέθετε προκλητικότατα εἰς τρόπον ὥστε ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἐπιβραβεύσει γι᾽ αὐτές. Γιὰ νὰ ἐξαναγκάσει τὸν Θεὸ ἔκανε καὶ ἀήθη σύγκρισή του μὲ ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὸν συμπροσευχόμενό του τελώνη.
.        Ἀντίθετα ὁ ὄντως ἁμαρτωλὸς τελώνης συναισθάνεται τὴν δεινή του κατάσταση καὶ μὲ συντριβὴ καὶ ταπείνωση ζητεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ μετάνοιά του τὸν δικαιώνει μπροστὰ στὸν Θεό. Γίνεται δεκτὴ ἡ προσευχή του, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ὑποκριτὴ Φαρισαῖο, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο δὲν ἔγινε δεκτὴ ἡ προσευχή του, ἀλλὰ σώρευσε στὸν ἑαυτό του περισσότερο κρίμα, ἐξ αἰτίας τῆς ἐγωπαθείας του.
.        Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὅρισαν νὰ εἶναι ἀφιερωμένη ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου στὴν διδακτικὴ αὐτὴ παραβολὴ τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ πιστοὶ πὼς περηφάνεια εναι γιάτρευτη ρίζα το κακο στν νθρωπο, ποία τν κρατ μακρι π τν γιαστικ χάρη το Θεο κα πς ταπείνωση εναι τ σωτήριο ντίδοτο τς καταστροφικς πορείας, πο δηγε τν νθρωπο γωπάθεια. Εἶναι τὸ χειρότερο ἐμπόδιο γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ ἐγωιστικὴ αὐτάρκεια, ὡς μία λίαν νοσηρὴ κατάσταση ἐμποδίζει τὴν συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ τὴν διάθεση γιὰ μετάνοια. Ἐγωισμὸς καὶ μετάνοια εἶναι δύο ἔννοιες ἐντελῶς ἀντίθετες καὶ ἀσυμβίβαστες μεταξύ τους. Ἡ μία ἀναιρεῖ τὴν ἄλλη. Οἱ πύλες τῆς ψυχῆς τοῦ ἐγωπαθοῦς ἀνθρώπου εἶναι ἑρμητικὰ κλειστὲς γιὰ τὴν θεία Χάρη καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀδύνατη ἡ σωτηρία του, ὅσο ἐμμένει στὴν ἐγωιστική του περιχάραξη.
.        Ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ὁ ἐγωισμὸς εἶναι καταστάσεις ἑωσφορικές. Πρῶτος διδάξας ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ὁποῖος δὲν μποροῦσε νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του κατώτερο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ δημιουργό του καὶ γι᾽ αὐτὸ διανοήθηκε νὰ στήσει τὸν θρόνο του πάνω ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὄχι μόνο νὰ μὴν πραγματοποιήσει τὸν σκοπό του, ἀλλὰ νὰ χάσει τὴν δόξα καὶ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ εἶχε χαριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ καταπέσει στὴν ἔσχατη ἀπαξία. Ἀπὸ ἀνείπωτο μίσος καὶ φθόνο θέλησε νὰ μεταδώσει καὶ στὸν ἄνθρωπο, τὸ κορυφαῖο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, τὴν φθοροποιὸ καὶ καταστροφικὴ ἕξη τοῦ ἐγωισμοῦ. Ἔπεισε τοὺς πρωτοπλάστους ὅτι δῆθεν ἦταν ἱκανοὶ ἀπὸ μόνοι τους νὰ γίνουν θεοὶ (Γεν. Γ´ κεφ.), συμπαρασύροντάς τους στὴ δική του δίνη καὶ καταστροφή.

.          Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν κατάσταση ἔχει ὑπ᾽ ὄψιν της ἡ Ἐκκλησία μας καὶ θέσπισε τὴν κατανυκτικὴ περίοδο τοῦ Τριωδίου, ἡ ὁποία σημαίνει γι᾽ Αὐτὴν τὴν μεταπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴ στηλίτευση τοῦ ἐγωισμοῦ, ὡς τὴν πρωταρχικὴ αἰτία τῆς πτώσεως.
.        Στὴν ὑπέροχη καὶ διδακτικὴ ὑμνωδία τῆς ἡμέρας αὐτῆς ψάλλουμε: «Ὑψηγορίαν φύγωμεν Φαρισαίου κακίστην, ταπείνωσιν δὲ μάθωμεν τοῦ Τελώνου ἀρίστην, ἵν᾽ ὑψωθῶμεν βοῶντες τῷ Θεῷ σὺν ἐκείνῳ· ἱλάσθητι τοῖς δούλοις Σου, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου, Χριστὲ Σωτήρ, ἑκουσίως» καὶ «Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί· ὁ γὰρ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται· ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες· ἱλάσθητι ἡμῖν, ὁ Θεὸς τοῖς ἁμαρτωλοῖς». Ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου εἶναι κατ᾽ ἐξοχὴν περίοδος ἀγώνα κατὰ τῆς ἐγωπάθειας καὶ ἄσκηση τῆς ἀρετῆς τῆς ταπεινώσεως, ὡς μονοδρόμου γιὰ τὴ σωτηρία μας.

ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

, ,

Σχολιάστε

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ» (Ὑπάρχουν δύο εἴδη λαῶν: οἱ ἀλαζονικοὶ λαοὶ τῆς Εὐρώπης καὶ ὁ λαός μας.)

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

«ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ»

(Ὑπάρχουν δύο εἴδη λαῶν:
ο λαζονικο λαο τς Ερώπης κα λαός μας.)

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ»
Ἐκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»,
Θεσσαλονίκη 2012
σελ. 161-165

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          […] Στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου ὁ ἕνας, ὁ Φαρισαῖος, ἦταν δίκαιος στὰ μάτια τὰ δικά του καὶ στὰ μάτια τοῦ κόσμου. Ὁ ἄλλος, ὁ Τελώνης, ἦταν ἁμαρτωλὸς καὶ στὰ μάτια τοῦ κόσμου καὶ στὰ δικά του μάτια. Ὁ Φαρισαῖος ἦταν ὁ ἐπίσημα δίκαιος καὶ ὁ Τελώνης ἦταν ὁ ἐπίσημα ἁμαρτωλός. Αὐτοὶ οἱ δύο χαρακτηρίζονταν ἔτσι σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Σύμφωνα ὅμως μὲ τὰ μέτρα τοῦ Θεοῦ, ὁ Τελώνης, ποὺ προσευχόταν στὴν ἄκρη τῆς ἐκκλησίας, ὑψώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸς ὡς πρῶτος καὶ ὁ ἄλλος, ὁ Φαρισαῖος, ποὺ προσευχόταν μπροστὰ στὸ ἱερό, ταπεινώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς τελευταῖος.
.            Αὐτὰ συνέβαιναν πρὶν ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια. Τὰ ἴδια ὅμως συνέβαιναν καὶ μέχρι χθές. Οἱ φιλόδοξοι λαοὶ τῆς Εὐρώπης εἴτε δὲν μποροῦν νὰ μνημονεύσουν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἤ, ἂν κάποτε θυμηθοῦν νὰ προσευχηθοῦν στὸν Θεό, τὸ κάνουν γιὰ νὰ τοὺς δοῦν οἱ ἄλλοι. Περηφανεύονται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, βάζουν τὸν ἑαυτό τους στὴν ἴδια θέση μὲ τὸν Θεὸ ἢ βάζουν τὸν Θεὸ πιὸ χαμηλὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους.
.            «Θεέ μου, ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ὅπως οἱ ἄλλοι λαοί»!

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΦΑΡΙΣΑΪΚΟΣ ΕΥΣΕΒΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΙΚΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ

Ἡ φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη καὶ ὁ τελωνικὸς στεναγμὸς

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 35-38

 «Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτόν… καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστώς…»
(Λουκ ιη´ 11-13)

.               Ἡ  ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ πιὸ κατάλληλη γιὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἐσωτερικὲς διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων. Στὴν προσευχὴ παρουσιάζεται ἡ πνευματικὴ κατάστασι τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος γιὰ νὰ ἐκφράση τὴν ἀντίθεσι μεταξὺ τοῦ Φαρισαίου καὶ τοῦ Τελώνου, τοὺς παρουσίασε στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς.
.            Ὁ Φαρισαῖος μὲ τὸν τρόπο ποὺ προσευχόταν ἔδειξε πὼς ζοῦσε μία δαιμονιώδη πνευματικότητα, μία διεστραμμένη πνευματικὴ κατάστασι, ποὺ ἦταν ἀλύτρωτη. Ὁ Τελώνης μὲ τὴν προσευχὴ “ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ”  ἔδειξε τὴν πνευματική του ὑγεία, γι’ αὐτὸ “κατέβη δεδικαιωμένος”. Ὅσο κανεὶς ἐπιδιώκει μόνος του νὰ δικαιώση τὸν ἑαυτό του, τόσο καὶ ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν λύτρωση, ἐνῶ ὅσο κανεὶς μαστιγώνει ἀνηλεῶς τὸν ἑαυτό του, θεωρώντας τον ἀνάξιο τοῦ θείου ἐλέους, τόσο γίνεται δέκτης τῆς θείας Δωρεᾶς.
.          Τρία σημεῖα θὰ θέλαμε νὰ τονίσουμε στὴν σημερινὴ ὀμιλία.

Εὐσέβεια καὶ εὐσεβισμὸς

.            Πάντοτε ἡ φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς θείας Χάριτος, γιατί εἶναι μία εὐσεβιστικὴ κατάστασι. Ἐδῶ πρέπει νὰ κάνουμε τὴν διάκρισι μεταξὺ τοῦ εὐσεβοῦς καὶ τοῦ εὐσεβιστοῦ, γιατί ἡ περίπτωσι τοῦ Φαρισαίου καὶ ὅλων τῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων Φαρισαίων ὑπενθυμίζει τὸν εὐσεβιστή.
.            Κατ’ ἀρχὰς πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι ἡ εὐσέβεια δὲν εἶναι μία ἐξωτερικὴ παρουσίασι, ἀλλὰ ἡ ἕνωσί μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ δι᾽ Αὐτοῦ μὲ ὅλη τὴν Παναγία Τριάδα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ταυτίζει τὸ μυστήριο τῆς εὐσεβείας μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Χριστοῦ. “Καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστι τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον, Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ” (Α´ Τιμ. γ´, 16)
.            Ἑπομένως ἡ εὐσέβεια δὲν εἶναι ἀνθρώπινη ἐκδήλωσι καὶ ἐνέργεια ἀλλὰ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ αὐτὴ ξεκινῶντας μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ εὐσεβιστὴς ἔχει μερικὲς ἐπιφανειακὲς ἀρετὲς καὶ κάνει μερικὰ ἐξωτερικὰ ἔργα “πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις”. Οἱ ἀρετές του δὲν εἶναι καρπὸς τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, δὲν γίνονται μέσα στὸ κλῖμα τῆς μετανοίας, ἀλλὰ εἶναι ἀνθρώπινα ἔργα ποὺ γίνονται στὴν προσπάθειά του νὰ προβληθῆ. Ἀντίθετα τὰ ἔργα καὶ οἱ ἀρετὲς τοῦ εὐσεβοῦς εἶναι καρπὸς τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀποτέλεσμα τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὸν Χριστό. Δηλαδὴ οἱ ἀρετὲς ἔχουν ἕνα βαθὺ θεολογικὸ νόημα. Δὲν εἶναι ἕνας φυσικὸς τρόπος ζωῆς, ἢ μία συνήθεια, ἀλλὰ δῶρα καὶ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δίνονται στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ὑπέταξε τὸ σῶμα στὴν ψυχὴ καὶ τὴν ψυχὴ στὸν Θεό. Ἔτσι στὸν εὐσεβιστὴ ὅλες οἱ πράξεις εἶναι ἀνθρώπινες, εἶναι πράξεις “τῆς αὐτόνομης ἠθικῆς δεοντολογίας”, ἐνῶ στὸν εὐσεβῆ ὅλες οἱ πράξεις εἶναι θεανθρώπινες.

 Ἔργα καὶ δικαίωσι

.            Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάκρισι γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ δὲν δικαιώνουν τὸν ἄνθρωπο, γιατί “καλὲς πράξεις” μποροῦν νὰ κάνουν ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ἀλύτρωτα συστήματα, χωρὶς ὅμως νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν σωτηρία. Ὅσες “καλὲς πράξεις” δὲν γίνονται μέσα στὸ κλῖμα τῆς μετανοίας, ἀλλὰ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοδικαιώσεως, χωρίζουν περισσότερο τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει πῶς “τοῦ Θεοῦ μὴ ἐνεργοῦντος ἐν ἡμῖν πᾶν τὸ παρ’ ἠμῶν γενώμενον ἁμαρτία”. Μπορεῖ κάποιος νὰ κάνη ἐλεημοσύνη, νὰ ἐξασκῆ τὴν ἐγκράτεια κλπ. ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὸ πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως καὶ δὲν συνδέεται μυστηριακὰ μὲ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ συνεπῶς ὅλη του ἡ ζωὴ (ἔστω κι ἂν εἶναι ἐγκρατὴς) εἶναι ἁμαρτωλή.
.            Ἑπομένως, τὰ καλὰ ἔργα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ οὔτε δικαιώνουν οὔτε καταδικάζουν τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἡ δικαίωσι καὶ ἡ καταδίκη ρυθμίζεται ἀπὸ τὴν σχέσι του μὲ τὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Σὰν παράδειγμα ἔχουμε τοὺς δύο ληστὰς στὸν Γολγοθά. Ὁ ἕνας σώθηκε ὄχι γιὰ τὰ καλά του ἔργα, ἀφοῦ ἦταν ἐγκληματίας, ἀλλὰ γιατί ὁμολόγησε τὸν Χριστό. Καὶ ὁ ἄλλος καταδικάσθηκε ὄχι γιὰ τὰ ἐγκληματικά του ἔργα, ἀφοῦ δὲν ἦταν χειρότερος ἀπὸ τὸν ἄλλο, ἀλλὰ γιατί βλαστήμησε τὸν Χριστό. Ἄρα τὴν σωτηρία μας τὴν ρυθμίζει ἡ σχέσι μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία, τὸ Σῶμα Του.
.            Πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι αὐτός, ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ὁμολογεῖ, κάνει ἔργα, ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι καρποὶ τοῦ Παναγίου Πνεύματος, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη, σὰν τὸ Φαρισαῖο, νὰ καυχηθῆ. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δείχνει ὅτι ζῆ τὸ πνεῦμα τῆς σωτηρίας καὶ εἶναι ἅγιος. Διότι ἡ ἁγιότητα δὲν εἶναι μία ἠθικὴ ἔννοια, ἀλλὰ ὀντολογική, ὑπαρκτική, δηλαδὴ εἶναι συμμετοχὴ στὴν βίωσι τῆς μετανοίας, στὴν ἐκζήτησι καὶ ἕνωσι μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτοδικαίωσι καὶ αὐτομεμψία

 .            Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς ἐκφράζει ἄριστα τὸν δυτικὸ Χριστιανισμὸ μὲ τὴν πληθωρικὴ κοινωνικὴ ἐργασία, ἀποξενωμένη ὅμως ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ ζωή, ἐνῶ ὁ ἀλάλητος στεναγμὸς τοῦ Τελώνου ἐκφράζει τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
.            Ὀρθόδοξοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη, τὴν δικαίωσι τῶν ἔργων καὶ τὴν αὐτοδικαίωσι καί, σὰν τὸν Τελώνη, ζητοῦν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ διακρίνονται γιὰ τὴν μεγάλη ἀρετὴ τῆς αὐτομεμψίας. Πρέπει νὰ σημειωθῆ ὅτι ἡ αὐτομεμψία ἢ ὅπως λέγει ὁ Μ. Βασίλειος ἡ πρωτολογία (νὰ λέμε ἐμεῖς τὸν πρῶτο λόγο ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας) εἶναι οὐσιῶδες στοιχεῖο τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Ἐπειδὴ εἶναι πάντοτε συνδεδεμένη μὲ τὴν ταπείνωσι τῆς ψυχῆς, γι’ αὐτὸ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτὴ τὴν ἀρετὴ δείχνει τὴν παρουσία τῆς θείας Χάριτος. Ἡ αὐτομεμψία εἶναι ἡ “ἀφανὴς προκοπὴ” κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας. Δὲν ἀφήνει περιθώρια νὰ δημιουργηθῆ τὸ ἄγχος καὶ ὅλα τὰ ψυχολογικὰ συμπλέγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα μιλάει ἡ σύγχρονη ψυχολογία, ἡ ὁποία ἄλλωστε εἶναι δημιούργημα τοῦ κλίματος τῆς αὐτοδικαιώσεως καὶ τῆς φαρισαϊκῆς δικαιοσύνης τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ἐκφράζεται καὶ στὸν τρόπο λατρείας. Οἱ Ὀρθόδοξοι στὰ τροπάριά μας μιλᾶμε γιὰ ἁμαρτία καὶ ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ οἱ δυτικοὶ καὶ ἡ δυτικοποιημένη θρησκευτικότητα ἀρέσκονται στὰ “τραγουδάκια” ποὺ εἶναι ἐμποτισμένα στὴν αὐτοδικαίωσι.
.            Εἴθε νὰ ζήσουμε τὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα τῆς μετανοίας, ὥστε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ! (Kυρ. Τελώνου καὶ Φαρισαίου)

, , , ,

Σχολιάστε

ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΕΣ

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Μιὰ χρήσιμη ἱστορική-πραγματολογικὴ προσέγγιση τοῦ «φαρισαίου» ὡς μέλους μιᾶς θρησκευτικῆς τάξεως καὶ τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ «τελώνου»,  ποὺ βοηθᾶ στὴν ἑρμηνευτικὴ κατανόηση τῆς εὐαγγελικῆς διηγήσεως γιὰ τὸν Τελώνη καὶ τὸν Φαρισαῖο.

Φαρισαοι και Τελνες

Στέργιου Σάκκου,
Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Οἱ Φαρισαῖοι

.            Στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου ὑπάρχουν  δύο τύποι, ὁ ὑπερήφανος καὶ ὁ ταπεινόφρων. Εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ φαρισαῖοι ἦταν τάξη θρησκευτική. Οἱ τελῶνες ἦταν μία ἄλλη τάξη, ἡ ὁποία μάλιστα ἦταν ἰδιαίτερος στόχος τῶν φαρισαϊκῶν ἐπιθέσεων. Ἡ τάξη τῶν φαρισαίων δημιουργήθηκε σιγὰ σιγὰ ἀπὸ τὸ 2ο π.Χ. αἰώνα, ὅταν γίνονταν οἱ ἀγῶνες τῶν ζηλωτῶν Ἰσραηλιτῶν ἐναντίον τῶν Ἑλληνιστῶν. Κὰτ ἀρχὰς ἡ τάξη αὐτὴ  περιελάμβανε τὰ πιὸ ἁγνὰ θρησκευτικὰ στοιχεῖα. Μὲ τὴν πάροδο ὅμως τοῦ χρόνου ἔχασε τὴν οὐσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, κατάντησε μερίδα ὑπερζηλωτῶν, ποὺ ἐμφανίζεται σὲ πολλὲς περιόδους τῆς ἱστορίας καὶ θεωρεῖται ὅτι κατέχει τὴν ἄκρα δεξιὰ πτέρυγα τῆς θρησκευόμενης κοινωνίας. Στὶς ἡμέρες τοῦ Χριστοῦ διέκρινε αὐτὴ τὴν τάξη ὁ ἄκαιρος ζῆλος, ἡ τυπολατρία, ἡ ἐμπάθεια, ἡ πίστη σὲ ἀνθρώπινες ψευδοσυντηρητικὲς παραδόσεις, οἱ ὁποῖες στὴ συνείδηση τοὺς εἶχαν ὑποκαταστήσει τὸ νόμο τῆς Γραφῆς, καὶ κυρίως ἡ οἴηση καὶ ἡ ὑποκρισία.  Στο λαὸ ἐπιβλήθηκαν ὡς πρόσωπα ἀπλησίαστης καὶ φοβερῆς ἁγιότητας· ὡς ταμπού. Ὁ ἁπλὸς λαὸς ὅμως στὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς του θεωροῦσε τοὺς ἁγίους του φαρισαϊκοῦ τύπου ὡς ἀνάξιους κάθε ἐμπιστοσύνης. Οἱ φαρισαῖοι, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ  Εὐαγγέλια καὶ ἀπὸ τὴ ραβινικὴ φιλολογία, ἀποκαλοῦσαν τοὺς ἑαυτοὺς τοὺς «δίκαιους» καὶ «τέλειους».

Οἱ Τελῶνες

 .                   Οἱ τελῶνες τῆς ἀρχαιότητας δὲν ἦσαν δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅπως σήμερα, ἀλλὰ ἰδιῶτες, οἱ ὁποῖοι ἀγόραζαν τοὺς φόρους ἀπὸ τὸ δημόσιο διὰ μέσου πλειοδοτικῆς δημοπρασίας. Ἐπειδὴ δὲ οἱ τελῶνες ἀνταγωνίζονταν κατὰ τὶς δημοπρασίες καὶ οἱ προσφορὲς των ἀνέρχονταν σὲ ὑπέρογκα ποσά, ἡ πίεση  ἐπὶ τῶν φορολογουμένων γινόταν πολὺ μεγαλύτερη. Ἡ ἀπανθρωπιὰ τῶν τελωνῶν κατὰ τὶς εἰσπράξεις ὑπῆρξε παροιμιώδης. Ὁ σύγχρονος τῶν Ἀποστόλων Φίλων διηγεῖται ὅτι στὶς ἡμέρες του μερικοὶ τελῶνες κατὰ τὴν εἴσπραξη τοῦ κεφαλικοῦ φόρου βρῆκαν ὁρισμένους ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ἤδη νεκρούς. Ἄνοιξαν τοὺς τάφους τους, ἔβγαλαν τὰ νεκρὰ σώματα καὶ τὰ μαστίγωναν δημόσια. Ὅταν οἱ πολίτες τοὺς ρώτησαν ἀγανακτισμένοι, γιατί ἐξυβρίζουν κατὰ τέτοιο τρόπο τοὺς νεκρούς, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξουν ἀπ’ αὐτοὺς τίποτε, ἀπάντησαν ὅτι αὐτὸ τὸ ξέρουν, ἀλλὰ τοὺς κακοποιοῦν, γιὰ νὰ ἐξαναγκάσουν τοὺς συγγενεῖς τους νὰ πληρώσουν ἐκεῖνοι τὸν φόρο ποὺ ὄφειλαν. Ὁ πάπυρος τῆς Ὀξυρύγχου 285 (γράφτηκε τὸ 50 μ.Χ.) εἶναι μία ἀναφορὰ ἑνὸς φτωχοῦ ὑφαντοῦ πρὸς τὸν στρατιωτικὸ διοικητὴ τῆς πόλεώς του. Σ’ αὐτὴν ἀναφέρει παραπονούμενος ὅτι ὁ τελώνης τοῦ ἀπέσπασε μετὰ ἀπὸ ξυλοδαρμὸ ὅλες τὶς οἰκονομίες του καὶ τὸν χιτώνα ποὺ φοροῦσε. Καταγράφομε μόνο ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ ἀνέκδοτα, ποὺ ἀναφέρονται στοὺς τελῶνες. Ὁ Χίος φιλόσοφος Θεόκριτος, ὅταν ρωτήθηκε «Ποῖα εἶναι τὰ ἀγριότερα θηρία», ἀπάντησε: «ἀπὸ ὅσα ζοῦν στὰ βουνὰ οἱ ἀρκοῦδες καὶ τὰ λιοντάρια, ἀπὸ ὅσα ζοῦν στὶς πόλεις οἱ τελῶνες καὶ οἱ συκοφάντες».

.                   Ἡ ὑπόληψη ποὺ εἶχαν στὸν λαὸ οἱ τελῶνες ἦταν ἡ χείριστη. Ὁλόκληρη ἡ ἀρχαιότητα κατέτασσε τοὺς τελῶνες στὸ μαῦρο πίνακα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀσκοῦν ἄτιμα καὶ ἄξια ντροπῆς ἐπαγγέλματα. Ἀπ’ ὅλα τὰ αἰσχρὰ ἐπαγγέλματα τρία θεωροῦνταν ὡς τὰ αἰσχρότερα· ὁ κάπηλος, ὁ πορνοβοσκὸς καὶ ὁ τελώνης. Οἱ Ρωμαῖοι ἐπίσης Κικέρων, Λίβιος καὶ Τάκιτος κατατάσσουν τὸν τελώνη μεταξὺ τῶν χυδαίων ἐπαγγελμάτων. Καὶ εἰς τὸ Ταλμούδ, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει εἰδικὸς κατάλογος, ὅμως βρίσκουμε περὶ τὰ 30 ἐπαγγέλματα ἢ ἀπασχολήσεις, ποὺ χαρακτηρίζονται ἁμαρτωλά. Ὡς τὰ δύο ἁμαρτωλότερα θεωροῦνται ὁ ληστὴς καὶ ὁ τελώνης. Κατὰ τὴ ραβινικὴ διδασκαλία ὁ φαρισαῖος ἀπαγορευόταν νὰ ἀσκήσει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη, οἱ δὲ τελῶνες δὲν εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ παραστοῦν στὰ δικαστήρια ὡς μάρτυρες. Ὁ ραβίνος Χιλλὲλ δίδασκε ὅτι, προκειμένου νὰ ἐξαπατήσει κάποιος ἕνα τελώνη, ἐπιτρέπεται ὄχι μόνον νὰ πεῖ ψέματα ἄλλα καὶ νὰ ψευδορκήσει.
.                   Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ τελώνης ἦταν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ὁ ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος τοῦ διεφθαρμένου ἄνθρωπου. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰ λόγια του Κυρίου· «Ἔστω σοι ὡς ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης» (Ματθ. ιη´ 17) ἢ «Τελῶναι καὶ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. κα´ 31). Παρὰ ταῦτα ὁ Κύριος ἔδειξε προς  τοὺς τελῶνες καὶ σὲ ὅλες τὶς περιφρονημένες τάξεις ἰδιαίτερη στοργή. Αὐτὸ δημιούργησε σκάνδαλο μεταξὺ τῶν φαρισαϊκῶν κύκλων. Βλέπομε τοὺς φαρισαίους καὶ γραμματεῖς νὰ διαμαρτύρονται ἔντονα γιὰ αὐτὴ τὴν συμπεριφορὰ  τοῦ Κυρίου, τόσον κατὰ τὴ συνεστίασή του στὸ σπίτι τοῦ τελώνου καὶ ἔπειτα μαθητοῦ Ματθαίου, ὅσο καὶ ἀργότερα, ὅπως ἀφηγεῖται ὁ Λουκᾶς στὸ 15ο κεφάλαιο. Κατὰ τοὺς εὐαγγελιστὲς Ματθαῖο καὶ Λουκᾶ, οἱ φαρισαῖοι ἀπέδωκαν στὸν Χριστὸ καὶ τὸ παρατσούκλι «φίλος τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν», ποὺ ὅμως ὁ Χριστὸς δεχόταν εὐχαρίστως. Τὴν φράση «τελῶναι καὶ ἁμαρτωλοὶ»  τὴν συναντοῦμε πολὺ συχνὰ στοὺς τρεῖς συνοπτικοὺς εὐαγγελιστὲς (Ματθαῖο, Μάρκο καὶ Λουκᾶ) καὶ παραδίδεται ὡς φράση τῶν φαρισαίων, μὲ τὴν ὁποίαν χαρακτήριζαν τόσον τοὺς τελῶνες ὅσον καὶ ὅλον τὸ λαό.
.                   Σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη τῶν φαρισαίων ἡ ἰσραηλιτικὴ κοινωνία διακρινόταν σὲ δύο τάξεις. Μία τάξη ἦταν οἱ «δίκαιοι», δηλαδὴ οἱ φαρισαῖοι, καὶ ἡ ἄλλη οἱ «ἁμαρτωλοί», δηλαδὴ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Τοὺς δύο ὅρους τῆς φαρισαϊκῆς φρασεολογίας, «δίκαιοι» καὶ «ἁμαρτωλοὶ» χρησιμοποίησε καὶ ὁ Χριστὸς μὲ κάποια λεπτὴ εἰρωνεία, ποὺ φαίνεται στὴν φράση του «Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ´ 13· Μάρκ. β´ 17· Λουκ. ε´ 32). Σὰν νὰ ἔλεγε· «Δίκαιοι δὲν λέτε ὅτι εἶστε; Λοιπὸν καὶ ἐγὼ δὲν ἦλθα γιὰ σᾶς. Ἁμαρτωλοὶ δὲν εἶναι οἱ τελῶνες κατὰ τὴ γνώμη σας; Γι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἦλθα γι’ αὐτούς». Τὸ βαθύτερο νόημα αὐτοῦ τοῦ λόγου εἶναι ὅτι πολλὲς φορὲς οἱ θρησκευτικοὶ ἄνθρωποι, ὅταν χάσουν τὴν οὐσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, καταλαμβάνονται ἀπὸ ἕνα αἴσθημα αὐταρκείας καὶ στὸ βάθος δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως ὑπάρχουν περιπτώσεις, στὶς ὁποῖες ἄνθρωποι πολὺ ἁμαρτωλοὶ συναισθανόμενοι τὴν ἐνοχή τους, αἰσθάνονται πολὺ μεγάλη τὴν ἀνάγκη τοῦ θείου ἐλέους γιὰ τὴν σωτηρία τους.

ΠΗΓΗ: vatopaidifriend

, ,

Σχολιάστε

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ

Ο ΤΕΛΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ

Το περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 1972

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.            Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς εἰσάγει σὲ περίοδο μετανοίας, τὴν περίοδο τοῦ Τριωδίου. Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας μᾶς παρουσιάζει τὸ μεγαλύτερο πάθος ποὺ μᾶς καθιστᾶ ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ, τὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ τὴν μεγαλύτερη ἀρετή, τὴν ταπείνωση, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν μετάνοια καὶ σωτηρία.

 1. Η AΛAZONΕΙA ΤΥΦΛΩNΕΙ

.            Δυὸ ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στὸν Ναὸ τοῦ Σολομωντος γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Δυὸ ἄνθρωποι τόσο διαφορετικοὶ μεταξύ τους. Ὁ ἕνας Φαρισαῖος κι ὁ ἄλλος Τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ὄρθιος σὲ περίοπτη θέση γιὰ νὰ φαίνεται καλὰ ἀπὸ τοὺς γύρω ἀνθρώπους καὶ ξεκίνησε τὴν προσευχή του λέγοντας: «Θεέ μου, Σὲ εὐχαριστῶ! διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, ἀνήθικοι, ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐκεῖ τὸν τελώνη. Ἐγὼ εἶμαι τόσο καλός. Ἔχω πολλὲς ἀρετές, πολλὰ καλὰ ἔργα, πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα ζητάει ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα. Καὶ δίνω τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀποκτῶ, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ πλέον ἀσήμαντα, ποὺ δὲν τὰ προέβλεψε ὁ Νόμος.
.            Ἔτσι τελείωσε τὴν προσευχή του ὁ Φαρισαῖος. Μιὰ προσευχὴ γεμάτη ὑπερηφάνεια καὶ ἀλαζονεία. Ἡ ἀλαζονεία του αὐτὴ τὸν εἶχε τυφλώσει τόσο πολύ, ὥστε δὲν τὸν ἄφηνε νὰ δεῖ καθαρὰ οὔτε τοὺς ἄλλους οὔτε τὸν ἑαυτό του. Δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει τὴν πνευματική του πτωχεία. Βέβαια τὰ καλὰ ἔργα ποὺ ἀπαρίθμησε, τὰ εἶχε πραγματικά. Δὲν ἔλεγε ὡς πρὸς αὐτὸ ψέματα. Αὐτὸς πράγματι ὄχι μόνο ἀπέφευγε τὰ μεγάλα ὁρατὰ καὶ βαριὰ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ ἀντιθέτως εἶχε καὶ πολλὰ καλὰ ἔργα. Ἦταν λοιπὸν γιὰ ὅλα αὐτὰ τέλειος; Δὲν τοῦ ἔλειπε τίποτε; ὁ ταλαίπωρος! Δὲν ζήτησε τίποτε ἀπὸ τὸν Θεό, διότι ἦταν πλήρως ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὰ κατορθώματά του. Δὲν μποροῦσε νὰ κατανοήσει τὸ πιὸ ἁπλό, πὼς ὅ,τι καλὸ εἶχε, ὁ Θεὸς τοῦ τὸ ἔδωσε καὶ δὲν ἦταν δικό του.
.            Ἡ ἀλαζονεία του τὸν ἔκανε νὰ βλέπει ἀκόμη καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ὡς ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ εἶναι δυνατόν; Μόνο αὐτὸς ἦταν ἄνθρωπος ἀρετῆς; Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι γύρω του ἦταν ἅρπαγες, ἄδικοι καὶ ἀνήθικοι; Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς δίκαιος ἐκτὸς ἀπὸ αὐτόν; Καὶ ἐπιπλέον πῶς ἤξερε τὴν ψυχὴ τοῦ τελώνη; Καὶ πῶς μποροῦσε νὰ τὸν χαρακτηρίζει δημοσίως καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζει καὶ νὰ τὸν παρουσιάζει ὡς χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῶν ἁμαρτωλῶν; Ἀκόμη κι ἂν πράγματι ὁ τελώνης ἦταν τόσο ἁμαρτωλός, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δείξει εὐσπλαχνία καὶ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὴν μετάνοιά του; Ὁ Φαρισαῖος λοιπὸν ὄχι μόνο δίκαιος δὲν ἦταν, ἀλλὰ ἦταν τυφλὸς καὶ κυριευμένος ἀπὸ πολλὰ καὶ βαριὰ ἐσωτερικὰ ἑωσφορικὰ πάθη, τὸ πάθος τῆς κατακρίσεως, τῆς ἀσπλαχνίας, τῆς ὑπερηφανείας. Καὶ τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅλα ὁ Φαρισαῖος δὲν εἶχε ἀγάπη.
.            Πόσο λοιπὸν μᾶς τυφλώνει ἡ ἀλαζονεία! Μᾶς κάνει ψεῦτες καὶ ἄδικους, σκληροὺς καὶ ἄσπλαχνους. Δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε τὴν πνευματική μας πτωχεία καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ φοβερότερο, μᾶς ρίχνει τελικὰ στὴν αἰώνια κόλαση.

2. Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΕΛΕYΘΕΡΩNΕΙ

.            Ὁ τελώνης ἀντιθέτως στεκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Δὲν εἶχε τὴν τόλμη ὄχι μόνο τὰ χέρια του ἀλλὰ οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσει πρὸς τὸν οὐρανό. Χτυποῦσε διαρκῶς τὸ στῆθος του, ποὺ περιέκλειε τὴν ἁμαρτωλὴ καρδιά του. Μιὰ κραυγὴ μόνο μετανοίας ἔβγαινε διαρκῶς μὲ συντριβὴ ἀπὸ τὰ χείλη του. Θεέ μου, σπλαχνίσου με, συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλό.

.            Καὶ ὁ Κύριος δικαίωσε τὸν τελώνη διακηρύττοντας ὅτι καθένας ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτό του θὰ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ὑψωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὸν τελώνη. Διότι ὁ τελώνης ἔβλεπε καθαρὰ τὸν ἑαυτό του. Κατανοοῦσε τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ γι᾽ αὐτὸ στεκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο. Καὶ μὲ τὴν στάση τοῦ σώματός του καὶ μὲ τὶς κινήσεις τῶν χεριῶν του καὶ μὲ τὰ λόγια του ἐξέφραζε τὴν συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του, τὴν βαθιά του ταπείνωση καὶ τὴν κατάνυξη τῆς καρδίας του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν ἀσχολεῖτο μὲ τοὺς ἄλλους παρὰ μόνο μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἔβλεπε μόνο τὴν δική του μικρότητα καὶ αἰσθανόταν τὴν θεία μεγαλειότητα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν τολμοῦσε νὰ ὑψώσει στὸν οὐρανὸ οὔτε τὰ μάτια του οὔτε τὰ χέρια του οὔτε τὸ πρόσωπό του. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο τῆς θέας τοῦ Θεοῦ. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του δὲν τοῦ ἔδινε τὸ δικαίωμα νὰ λέει πολλὰ καὶ κομπαστικὰ λόγια. Κι ὅσο περισσότερο ἐπανελάμβανε τὴν σύντομη προσευχή του, τόσο περισσότερο στενάζοντας χτυποῦσε τὸ ἁμαρτωλὸ στῆθος του. Καὶ ὁμολογοῦσε ἔτσι τὴν ἁμαρτωλότητά του. Ἐξαρτοῦσε τὴν ζωή του ἀπὸ τὸ θεῖο ἔλεος. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μόνο ζητοῦσε σὰν πεινασμένος ζητιάνος ποὺ κινδυνεύει νὰ πεθάνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Γι᾽αὐτὸ καὶ τὰ λόγια του ἀνέβαιναν ἀπ᾽ εὐθείας στὸν οὐρανό. Διότι ἔβγαιναν μέσα ἀπὸ μία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη καρδιά.

.            Μιὰ τέτοια ταπείνωση καλούμαστε κι ἐμεῖς νὰ ἀποκτήσουμε. Διότι ἡ ταπείνωση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν μετάνοια καὶ τὴν σωτηρία. Αὐτὴ καθαρίζει τὸ νοῦ μας, γιὰ νὰ δοῦμε κατάματα τὴ, μικρότητά μας, τὴν ἁμαρτωλότητά μας, τὰ ἀμέτρητα πάθη μας καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν ἐντονότερα ἀπὸ σήμερα, πρώτη ἡμέρα τοῦ Τριωδίου, νὰ ζοῦμε μὲ ταπείνωση καὶ συντριβὴ καὶ κατάνυξη. Κι ἂς προσευχόμαστε καθημερινὰ στὸν Θεὸ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν πολύτιμη αὐτὴ ἀρετή. Γιὰ νὰ μὴ μᾶς καταδικάσει ὁ Θεὸς ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός του, ἀλλὰ νὰ μᾶς δικαιώσει μαζὶ μὲ τὸν τελώνη καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν Βασιλεία του.

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 

, , , ,

Σχολιάστε