Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ταπείνωση

«ΟΣΟ ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΗ Η ΚΑΡΔΙΑ, ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ Η ΠΤΩΣΗ» (Ἅγ. Πορφύριος)

«Ὅσο πιό σκληρόκαρδος εἶναι ὁ ἄνθρωπος,
τόσο πιό βαθιά θά εἶναι ἡ πτώση του»

Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

.         Ὅσο πιό σκληρόκαρδος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιό βαθιά θά εἶναι ἡ πτώση του.Ἕνα αὐγό σπάει καί ἀπό ὕψος 30 πόντων. Ὅμως ἕνας βράχος πρέπει νά ἀνέβει πολύ ὑψηλά καί νά πέσει, γιά νά συντριβεῖ.
.         Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει πολύ σκληρή καρδιά, θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά πετύχει κάποια πράγματα: Νά ἀνέβει ψηλά καί κατόπιν νά πέσει βαρύγδουπα γιά νά συντριβεῖ, νά μαλακώσει, νά σπάσει. Ὅμως ὁ μαλακός ἄνθρωπος, ὁ εὐαίσθητος, ὁ πονόψυχος μπορεῖ νά μήν ἔχει μεγάλες κοσμικές ἐπιτυχίες, νά βρίσκει ὅλο ἐμπόδια, αὐτό ὅμως τόν προστατεύει ἀπό μεγάλες πτώσεις, τίς ὁποῖες ἡ εὐαίσθητη καρδιά του δέν θά ἀντέξει.
.         Νά λοιπόν, πού τά ἐμπόδια στή ζωή μας εἶναι ἡ προστασία μας καί ὄχι ἡ κατάρα μας καί ἡ δοκιμασία μας.
.           Ἔτσι, ὅταν ὁ Θεός θέλει νά μᾶς γλιτώσει ἀπό ἐγωιστικά στραπατσαρίσματα βάζει ἐμπόδια στά σχέδιά μας. Δηλαδή, τό ἐμπόδιο εἶναι ἡ προστασία ἀπό ἐγωιστικές πτώσεις.
Γι’ αὐτό ὁ λαός λέει:
.         «Κάθε ἐμπόδιο γιά καλό” καί κατ’ ἀναλογίαν “κάθε ἄνεση γιά κακό!»
.         Λέγουν οἱ Πατέρες «οὐδείς εἰσῆλθε μετ’ ἀνέσεως στόν παράδεισο». Ὡς ἐκ τούτου πρίν ἀπό κάθε πτώση, προηγεῖται ἐγωιστική ἄνεση καί πρίν ἀπό κάτι ὄμορφο, συντριβή καί ταπείνωση.

ΠΗΓΗ: hristospanagia3.blogspot.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Τὸ μεγαλεῖο τῆς ταπεινοφροσύνης του

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.           Γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Βαπτιστοῦ δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε πολλά· μιλᾶ τὸ τέμπλο κάθε Ὀρθόδοξου ναοῦ – στὰ δεξιὰ τῆς εἰκόνας τοῦ Δεσπότου βρίσκεται πάντοτε ἡ εἰκόνα του – καὶ ὁ ἔπαινος τοῦ Κυρίου γιὰ ἐκεῖνον, ὁ ἔπαινος τοῦ καρδιογνώστου Θεοῦ (βλ. Ματθ. ια´ [11] 7-15, Λουκ. ζ´ 24-30). Ἐμεῖς ἁπλῶς στὶς παρακάτω γραμμὲς θὰ προσπαθήσουμε νὰ ὑποψιασθοῦμε κάτι ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τῆς ταπεινοφροσύνης του.

.           Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἀπὸ παιδὶ ἔζησε στὴν ἔρημο ζωὴ ἄκρας ἀσκήσεως καὶ πλούτιζε συνεχῶς σὲ Πνεῦμα Ἅγιον. «Τὸ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ», σημειώνει ἡ Ἁγία Γραφή (Λουκ. α´ 80). Ἔζησε μὲ μοναδικὴ ἀκρίβεια τὴ ζωὴ τῆς παρθενίας, τὴ ζωὴ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως στὸ Θεό, ἡ ὁποία ἦταν σχεδὸν τελείως ἄγνωστη στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
.           Ἀργότερα, στὰ τριάντα του περίπου χρόνια, βγῆκε νὰ κηρύξει μετάνοια καὶ νὰ ἑτοιμάσει τὸν Ἰσραὴλ γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Μεσσία, ὄχι ἀπὸ μόνος του ἀλλὰ κατόπιν θείας ἀποκαλύψεως: «ἐγένετο ρῆμα Θεοῦ ἐπὶ Ἰωάννην… καὶ ἦλθεν… κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας» (Λουκ. γ´ 2-3). Ἦταν δηλαδὴ θεόκλητος.
Γνώριζε ἀκόμη ὅτι ἡ δράση του ἦταν προφητευμένη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, πράγμα ποὺ δὲν ἀνέφερε ποτὲ παρὰ μόνο ὅταν τὸ ἐπέβαλε ἡ ἀνάγκη. Τὸν ρώτησαν οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς θρησκευτικῆς ἡγεσίας τοῦ Ἰσραήλ: «Ποιὸς εἶσαι ἐσύ; ὁ Χριστός;». «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Χριστός», ἀπάντησε. «Τί λοιπόν; Ὁ Ἠλίας εἶσαι ἐσύ;». «Δὲν εἶμαι». «Ὁ προφήτης ποὺ προανήγγειλε ὁ Μωυσῆς;». «Ὄχι». «Ποιός εἶσαι τέλος πάντων; γιὰ νὰ δώσουμε ἀπάντηση σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἔστειλαν». «Ἐγὼ “φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου”, καθὼς εἶπεν Ἡσαΐας ὁ προφήτης» (βλ. Ἰω. α´ 19-23).
.                 Τὸ κήρυγμά του καὶ ἡ ὅλη προσωπικότητά του εἶχε ἀπήχηση ὅσο κανενὸς ἄλλου προφήτη: «Ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν Ἱεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ Ἰουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ Ἰορδάνου», «καὶ ­ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ­ἐξομολογούμενοι τὰς ­ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ματθ. γ´ 5, Μάρκ. α´ 5). Πήγαιναν σ᾿ αὐτὸν οἱ ­Ἱεροσολυμίτες καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Ἰουδαίας καὶ τῶν περιχώρων τοῦ Ἰορδάνη! Δὲν ἦταν ὅτι ἐντυπωσίαζε καὶ σαγήνευε. Τὸ ­κήρυγμά του ἦταν αὐστηρό, καλοῦσε σὲ ­μετάνοια, ὑπενθύμιζε τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ: «ἤδη καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν ­δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται»· τώρα μάλιστα καὶ τὸ ­τσεκούρι τῆς θείας κρίσεως βρίσκεται κοντὰ στὴ ρίζα τῶν δένδρων. Κάθε ­δένδρο λοιπὸν ποὺ δὲν κάνει καλὸ καρπὸ κόβεται ἀπὸ τὴ ρίζα καὶ ρίχνεται στὴ ­φωτιά (Ματθ. γ´ 10). Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ λόγος καὶ τὸ παράδει­γμά του ἦταν γεμάτα ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ­ἀπωθοῦσε οὔτε προκαλοῦσε ­ἀντιδράσεις. Ἀντίθετα συγκλόνιζε τὶς καρδιὲς καὶ προκαλοῦσε ριζικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς· δέχονταν νὰ βαπτισθοῦν – «πάντες», ἀκόμη καὶ «οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι», οἱ πιὸ ­διαβεβλημένοι ἄνθρωποι (βλ. Ματθ. κα´ [21] 32) – ἐξομολογούμενοι δημοσίως τὶς ἁμαρτίες τους!
Τὸν παραδέχονταν ὡς αὐθεντικὸ καθοδηγὸ τῆς ζωῆς τους: «Τί οὖν ποιήσομεν;». Θέλουμε ν᾿ ἀλλάξουμε ζωή. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; ρωτοῦσαν οἱ ὄχλοι τὸν Ἰωάννη, παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του· ὄχι μόνο εὐσεβεῖς ἀλλὰ καὶ ἁμαρτωλοί: τελῶνες καὶ στρατιωτικοί (βλ. Λουκ. γ´ 10-14).
Τὸ ἀκόμη θαυμαστότερο εἶναι ὅτι ὁ Τίμιος Πρόδρομος εἶχε τέτοιο κύρος, ἐνῶ δὲν ἔκανε κανένα θαῦμα (βλ. Ἰω. ι´ 41)· τόσο μεγάλο κύρος, ὥστε ὅλοι εἶχαν λογισμό: «Μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός», ὁ Μεσσίας ποὺ περιμέναμε αἰῶνες; (Λουκ. γ´ 15).
.           Ἂς ἀναλογισθοῦμε ὅλα τὰ παραπάνω: ζωὴ πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν πολλῶν, σχεδὸν ὅλων· ζωὴ ἀνώτερη, ἰσάγγελη· πνευματικὲς ἐπιδόσεις ἀσυνήθιστα ὑψηλές· προφητικὴ κλήση καὶ ἀποστολὴ σὲ νεαρὴ ἡλικία· καταπληκτικὴ ἐ­­πιτυχία στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο, μαζικὲς καὶ συγκλονιστικὲς μεταστροφές· κύρος τόσο μεγάλο, ὥστε νὰ ἀναρωτιοῦνται, μήπως εἶναι ὁ Χριστός; Ἡ Παλαιστίνη σείσθηκε ἀπὸ τὸ κήρυ­γμα καὶ τὴν παρουσία του, ἕνας ὁλόκληρος λαὸς κρεμόταν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ νεαροῦ λιπόσαρκου Ἰωάννη· κι ἐκεῖνος; ἀνέγγιχτος ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Δὲν ζήτησε τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλη ἐκείνη τὴ δόξα. Εἶπε: «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Χριστός. Ἔρχεται μετὰ ἀπὸ ἐμένα, καὶ δὲν εἶμαι ἄξιος ἐγὼ νὰ λύσω οὔτε τὰ κορδόνια ἀπὸ τὰ ὑποδή­ματά του» (Λουκ. γ´ 16).
.           Καὶ ὅταν, ἐνῶ μεσουρανοῦσε, ἄρχισε νὰ τὸν ἐπισκιάζει ὁ Μεσσίας μὲ τὴ δράση Του, καὶ παραπονέθηκαν γι᾿ αὐτὸ στὸν Πρόδρομο οἱ μαθητές του, ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: «Κανεὶς δὲν ἔχει τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ὅλα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι μαρτυρεῖτε πὼς εἶπα ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Μεσσίας, ἀλλὰ πρόδρομός Του. Γι᾿ αὐτὸ ἐργάσθηκα, γιὰ νὰ ὁδηγήσω τὶς ψυχὲς στὸ Νυμφίο Χριστό. Καὶ ὄχι ἁπλῶς δὲν ζηλεύω ἢ δὲν ἐνοχλοῦμαι ποὺ ­ἐλαττώνεται ἡ φήμη μου, ἀλλὰ “χαρᾷ χαίρω”, χαίρομαι μὲ πολὺ μεγάλη χαρά· “αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται”· αὐτὴ λοιπὸν ἡ χαρά μου εἶναι τέλεια. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸ ἀποδέχομαι ὁλόψυχα: Ἐκεῖνος νὰ αὐξάνει σὲ ἐπιρροὴ καὶ δόξα, κι ἐγὼ νὰ μικραίνω» (βλ. Ἰω. γ´ 26-30).
.           Ὁ Τίμιος Πρόδρομος, μέγας καὶ στὴν ταπεινοφροσύνη, προκαλεῖ τὸν εὐλαβῆ θαυμασμό μας. Μπορεῖ ὅμως νὰ γίνει καὶ βοηθός, πρεσβευτής μας, ἂν τὸν ἐπικαλούμαστε, ὥστε νὰ καλλιεργοῦμε τέτοιο φρόνημα στὶς δικές μας ἀσήμαντες – σὲ σύγκριση μὲ τὶς δικές του – ἐπιδόσεις καὶ ἐπιτυχίες.

, ,

Σχολιάστε

«ΚΥΡΙΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΥΣΕΒΕΙΣ»

«Οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο εἶδος
μέσα στὴν Ἐκκλησία»

Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία
«Ἡ θεραπεία ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ Φαρισαϊσμοῦ»

 .             Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, νὰ ξέρετε, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι, εἶναι τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο εἶδος μέσα στὴν ἐκκλησία. Αὐτοὶ, οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι, εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φυλάει ἀπ’αὐτούς…
.             Ἔλεγε ἕνας ἁγιορείτης, ὅταν ἔκαμνα μιὰ φορὰ λειτουργία καὶ λέγαμε «Κύριε σῶσον τοὺς εὐσεβεῖς»,  λέει ἀστειευόμενος: «Κύριε σῶσον ἠμᾶς ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς», δηλαδὴ ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάει ἀπὸ τοὺς θρήσκους ἀνθρώπους, διότι θρῆσκος ἄνθρωπος σημαίνει μία προσωπικότης διεστραμμένη, ἡ ὁποία οὐδέποτε εἶχε προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ἁπλῶς μόνον κάμνει τὰ καθήκοντα τῆς ἀπέναντί Του, ἀλλὰ καμιὰ σοβαρὴ σχέση δὲν εἶχε, γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν λέει αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο τίποτε. Καὶ σᾶς ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν πείρα μου ὅτι δὲν εἶδα χειρότερους ἐχθρούς της ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς θρήσκους ἀνθρώπους.
.             Ὅταν παιδιὰ θρήσκων ἀνθρώπων, ποὺ μεσ’ στὴν ἐκκλησία ἢ καὶ παπάδων ἀκόμα καὶ θεολόγων καὶ ἀνθρώπων ποὺ κάνουν τοὺς θρήσκους καὶ τοὺς πολλούς, ἐδοκίμασαν τὰ παιδιά τους νὰ γίνουν μοναχοὶ ἢ ἱερεῖς, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν χειρότεροι καὶ ἀπὸ δαίμονες. Ἐξανέστησαν ἐναντίον τῶν πάντων. Ἔγιναν οἱ χειρότεροι ἐχθροὶ τῶν ἀνθρώπων. Θυμᾶμαι γονεῖς ποὺ ἔφερναν τὰ παιδιὰ τοὺς εἰς τὶς ὁμιλίες καὶ, ὅταν τὸ παιδί τους κάποια στιγμὴ ἔκαμε ἕνα βῆμα παραπάνω, ἔγιναν οἱ χειρότεροι ἄνθρωποι, ποὺ ἔλεγαν τὰ χειρότερα λόγια. Καὶ ἐγὼ τοὺς λέω: μὰ ἐσὺ ἔφερες τὸ παιδί σου στὴν ὁμιλία, δὲν τὸ ἔφερα ἐγώ. Καὶ μία φόρα εἶπα σὲ ἕναν πατέρα, ὅταν ἔβλεπα ὅτι ἡ κόρη του, τέλος πάντων, εἶχε ζῆλο στὴν ἐκκλησία, τοῦ λέω: Κοίταξε,  μὴν τὴν ξαναφέρεις στὴν ὁμιλία. Μὴν τὴν ξαναφέρεις νὰ τῆς μιλήσω, διότι ἡ κόρη σου θὰ γίνει μοναχὴ καὶ…. αὔριο θὰ σοῦ φταίω ἐγώ. Ὄχι, πάτερ μου, ἀλίμονο, ἐμεῖς σὲ λατρεύουμε. Καὶ ἔγινε ἡ κόρη τοῦ μοναχή· ἑφτὰ χρόνια καὶ δὲν μοῦ μιλᾶ ἀκόμα! Ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχαναν ὁμιλία, ἔτσι; …δὲν ἔχαναν ὁμιλία! Ἦταν πάντοτε οἱ πρῶτοι. Ὁμιλίες, ἀγρυπνίες, βιβλία, ξέρω ᾽γώ, τὰ πάντα… Καὶ ἔφερναν καὶ τὰ παιδιά τους, καὶ ὅταν ἦρθεν ἡ ὥρα ποὺ τὸ παιδί τους μέσα στὴν ἐλευθερία του, τέλος πάντων, ἀποφάσισε ἕναν δικό του δρόμο, τότε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔγιναν τελείως στὸ ἀντίθετο στρατόπεδο καὶ ἀπέδειξαν ὅτι γιὰ αὐτοὺς ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε μιλήσει ποτὲ μὲς στὴν δική τους τὴν καρδιά. Ἁπλῶς ἦταν θρῆσκοι ἄνθρωποι. Γιὰ αὐτὸ οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ δύσκολο εἶδος μέσ’ στὴν ἐκκλησία. Γιατί, ξέρετε κάτι; Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καμμιὰ φορὰ δὲν θὰ θεραπευθοῦν. Γιατί νομίζουν ὅτι εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. Ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοί, ξέρω ΄γῶ, οἱ χαμένοι ἂς ποῦμε, ἔτσι;… αὐτοὶ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες θὰ πᾶν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶπε στοὺς Φαρισαίους: Ἐσεῖς, ἐσεῖς ποὺ εἴστε θρῆσκοι, δὲν θὰ πᾶτε ποτὲ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί οὐδέποτε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἄλλαξε τὴν καρδιά τους. Ἁπλῶς ἀρκοῦνταν στὴν τήρηση τῶν θρησκευτικῶν τύπων.
.             Ἔτσι λοιπὸν ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὸν ἑαυτόν μας, νὰ καταλάβομε ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα νοσοκομεῖο ποὺ μᾶς θεραπεύει, μᾶς κάμνει νὰ ἀγαποῦμε τὸν Χριστὸν, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία φλόγα ποὺ ἀνάβει μέσ’ στὴν καρδιά μας, καὶ νὰ ἐξετάζομε τὸν ἑαυτόν μας ἐὰν βρισκόμαστε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν βλέπομε μέσα μᾶς ὅλες αὐτὲς τὶς κακίες καὶ τὶς ἀνιδιοτέλειες καὶ τὶς πονηρίες, τότε πρέπει νὰ ἀνησυχοῦμε. Γιατί δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι μέσα στὴν καρδιά μας καὶ νὰ  ’μαστε γεμάτοι ξύδι.
.             Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ εἶσαι γεμάτος χολὴ ἐναντίον τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ διαβάζεις τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ μὴν δέχεσαι τὸν ἀδερφόν σου. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ λὲς «ἔχω τόσα χρόνια στὴν ἐκκλησία», ἔχω τόσα χρόνια ποὺ  ’μαι μοναχὸς κληρικὸς ἡ ὁτιδήποτε, καὶ ὅμως τὸ ἄλφα τῆς πνευματικῆς ζωῆς…  Ποῦ ’ναι ἡ ἀγάπη. Ποῦ  ’ναι τὸ νὰ ὑπομένεις τὸν ἀδερφόν σου, νὰ κάνεις λίγο ὑπομονὴ; Μὲ τὸ νὰ μὴν τὸ δέχεσαι, σημαίνει τίποτα δὲν ἔκαμες· τίποτα· ἀπολύτως τίποτα. Τίποτα ἀπολύτως.
.             Ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ πεῖ -γιὰ τὶς παρθένες ἐκεῖνες- ὅτι δὲν εἶχε καμμιὰ σχέση μαζί τους. Τοὺς πέταξε ἔξω ἀπὸ τὸν νυμφώνα, παρ’ ὅλα ποὺ ‘χαν ὅλες τὶς ἀρετὲς, γιατί δὲν εἶχαν τὴν ἀγάπη. Διότι ἤθελε νὰ τοὺς πεῖ ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχετε ἀρετὲς ἐξωτερικὲς, μπορεῖ νὰ μείνατε παρθένες, μπορεῖ νὰ κάματε χίλια πράματα, ἀλλὰ δὲν κατορθώσατε τὴν οὐσία αὐτοῦ ποὺ εἶχε σημασία πάνω ἀπ’ ὅλα. Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ καταφέρεις, τί τὰ θέλεις τὰ ἄλλα ὅλα; Τί τὰ θέλω ἐγὼ τώρα: ἂν τρώω λάδι σήμερα καὶ δὲν τρώω λάδι. Μπορεῖ νὰ μὴν τρώω λάδι, ἂς ποῦμε, καὶ νὰ τρώω τὸν ἀδερφό μου ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὴν νύχτα.
.             Ἔλεγαν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, λέει, «μὴν ρωτᾶς ἂν τρώω ψάρι»… «τὸν ψαρὰ νὰ μὴν φαεῖς καὶ ψάρι φάε» ἤ «τὸν λαδὰ νὰ μὴν φαεῖς καὶ φάε μία σταξιὰ λάδι». Τὸ νὰ φάεις τὸν ἄλλον ἀπὸ τὴν γλώσσα εἶναι πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ φᾶς μία κουταλιὰ λάδι. Καὶ ὅμως, στέκομεν ἐκεῖ: τρῶμε λάδι, δὲν τρῶμε λάδι, τρῶμε ψάρι, δὲν τρῶμε ψάρι, ξέρω ‘γῶ, βούτηξε τὸ κουτάλι στὸ ἄλλο φαγὶ καὶ μπορεῖ νὰ τσακωθοῦμε, ἐκεῖ, νὰ σκοτωθοῦμε μὲ τὸν ἄλλον ἄνθρωπο, γιατί ἐβούτηξε τὸ κουτάλι προηγουμένως σὲ ἕναν ἄλλο φαΐ. Καταλαβαίνετε πόσο γελοία εἶναι ἐτοῦτα τὰ πράγματα;… καὶ μᾶς κοροϊδεύουν καὶ οἱ δαίμονες ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας…
.             Καὶ, ὅταν μπαίνουν κοντά μας, ἀντὶ νὰ βλέπουν τοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας μεταμορφωμένους σὲ Χριστὸ Ἰησοῦ, νά ’ναι γλυκεῖς ἄνθρωποι καὶ να ’ναι ὥριμοι ἄνθρωποι, ἰσορροπημένοι, ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, ἄνθρωποι γεμάτοι ἁρμονία, ἂς ποῦμε, μέσα τους, μᾶς βλέπουν, δυστυχῶς, μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πάθη μας καὶ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ξινίλες μας, καὶ λένε: Ἔ, νὰ γίνω ἔτσι; Καλύτερα νὰ μοῦ λείπει. Ἐσὺ ποὺ πᾶς στὴν ἐκκλησία… τί σὲ ὠφέλησε ἡ ἐκκλησία;
.             Ὅπως λέγαμε χτές: Πῆγες στὰ προσκυνήματα, εἶδες τοὺς πατέρες, εἶδες τὰ ἅγια λείψανα, εἶδες τὸ Ἅγιον Ὅρος, τὴν Παναγία τῆς Τήνου, ὅλα αὐτὰ· πήγαμε-ἤρθαμε. Ποιὸ τὸ ὄφελος, τελικὰ, ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα; Μεταμορφώθηκε ἡ καρδιά μας;  Γίναμε πιὸ ταπεινοὶ ἄνθρωποι; Γίναμε πιὸ γλυκεῖς ἄνθρωποι; Γίναμε πιὸ πραεῖς ἄνθρωποι εἰς τὸ σπίτι μας, εἰς τὴν οἰκογένειά μας, στὸ μοναστήρι μας, ξέρω ’γῶ, ἐκεῖ ποὺ ἐργαζόμαστε; Αὐτὸ ἔχει σημασία.
.             Ἐὰν δὲν τὰ καταφέραμε αὐτὰ τὰ πράγματα, τουλάχιστον ἂς γίνομεν ταπεινοί. Μέσα ἀπὸ τὴν μετάνοια. Ἂς γίνομε ταπεινοί. Ἐὰν οὔτε καὶ αὐτὸ τὸ καταφέραμε, τότε εἴμαστε ἄξιοι πολλῶν δακρύων, ἔτσι; Εἴμαστε γιὰ κλάματα. Διότι δυστυχῶς ὁ χρόνος περνᾶ καὶ χάνεται καὶ ἐμεῖς μετροῦμε χρόνια.
.             Ἔλεγε ὁ γέρων Παΐσιος, ὅταν τὸν ρωτοῦσαν «Γέροντα πόσα χρόνια ἔχεις ἐσὺ στὸ Ἅγιο Ὄρος;» Λέει:  Ἐγὼ ἦρθα τὴν ἴδια χρονιὰ ποὺ ἦρθε τὸ μουλάρι τοῦ γείτονα. Ὁ γείτονάς του, ὁ γερο-Ζῆτος, εἶχε ἕνα μουλάρι, καὶ, ξέρετε, στὸ Ἅγιον Ὄρος κάθε κελὶ ἔχει καὶ ἕνα ζῶο, ἕνα μουλάρι, ποὺ κουβαλοῦν τὰ πράγματά τους. Ἔ, τὸ ζῶο αὐτὸ ζεῖ πολλὰ χρόνια· δὲν ἀγοράζεις κάθε μέρα μουλάρια· εἶναι ἀκριβά. Λοιπόν, τὴν χρονιὰ ποὺ ἦρθα ἐγὼ, λέει, στὸ Ἅγιον  Ὅρος, ἀγόρασε καὶ ὁ γείτονας τὸ μουλάρι του. Ἔχομε τὰ ἴδια χρόνια στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ τὸ καημένο ἐκεῖνο ἔμεινε μουλάρι καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιο ἔμεινα. Δὲν ἄλλαξα.
.             Λοιπὸν, λέμε, πολλὲς φορὲς, ἐγὼ ἔχω σαράντα χρόνια, καὶ τὸ λέμε ἐμεῖς οἱ παπάδες καὶ οἱ καλόγεροι αὐτὰ τὰ πράγματα… Ἔχω σαράντα χρόνια στὸ μοναστήρι. Μὰ, τὰ χρόνια εἶναι εἰς βάρος σου. Ὁ Θεὸς θὰ σοῦ πεῖ: Σαράντα χρόνια, καὶ ἀκόμα δὲν κατάφερες νὰ γίνεις τίποτα; Ἔχεις σαράντα χρόνια· ἀκόμα θυμώνεις, ἀκόμα κατακρίνεις, ἀκόμα ἀντιλογεῖς, ἀκόμα ἀνθίστασαι, ἀκόμα δὲν ὑποτάσσεσαι; Ἔχεις σαράντα χρόνια καὶ δὲν ἔμαθες τὸ ἄλφα, τὸ πρῶτο πράγματα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, τῆς χριστιανικῆς ζωῆς; Τί νὰ κάμω τὰ χρόνια σου; Τί νὰ σὲ κάμω, ἂν ἔχεις πενήντα χρόνια καὶ δὲν μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις στὸν ἄλλον μὲ ἕναν καλό του λόγο; Τί νὰ κάμω ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα;

ΠΗΓΗ:  agiameteora.net

,

Σχολιάστε

Ο «ΕΛΑΧΙΣΤΟΤΕΡΟΣ»

Ο «ΕΛΑΧΙΣΤΟΤΕΡΟΣ»

Τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2069, 15.06.13

ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ .           Ἡ λέξη εἶναι παράδοξη καὶ γραμματικῶς λανθασμένη. Δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει κανονικὰ τέτοια λέξη. Ὁ ἐλάχιστος εἶναι ὁ πιὸ λίγος, ὁ πιὸ μικρὸς ἀπὸ ὅλους. Καὶ ὁ ἐλαχιστότερος ἑπομένως τί εἶναι; Ὁ πιὸ μικρὸς ἀπὸ τὸν μικρότερο ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει. Ἀλλὰ τέτοιος βέβαια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βρεθεῖ.
.           Καὶ ὅμως αὐτὴ τὴν λέξη χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ νὰ χαρακτηρίσει τὸν ἑαυτό του. Εἶμαι «ὁ ἐλαχιστότερος πάντων τῶν ἁγίων», γράφει (Ἐφ. γ´ 8). Ὁ ἐλάχιστος, ὁ πιὸ μικρὸς καὶ ἀσήμαντος ἀπ’ ὅλους τοὺς χριστιανούς!
.           Προκαλεῖ κατάπληξη ὁ λόγος τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου. Γνωρίζουμε ὅτι ἦταν «σκεῦος ἐκλογῆς» τοῦ Θεοῦ (Πράξ. θ´15), δηλαδὴ ὄργανο ἐκλεκτό, ποὺ τὸν διάλεξε ὁ Θεὸς γιὰ ἀποστολὴ μεγάλη· ἦταν ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, ποὺ γύρισε ὅλο τὸν κόσμο γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ καλέσει στὴν μετάνοια καὶ στὴ σωτηρία τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο. Ἦταν αὐτὸς ποὺ περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους ἐκοπίασε (Α´Κορ. ιε´10), ποὺ ὑπέφερε θλίψεις καὶ διω­ γμοὺς καὶ παθήματα πολλὰ «ὑπὲρ Χριστοῦ» (Β´ Κορ. ιβ´ 10). Ζοῦσε διαρκῶς «ἐν Χριστῷ», ἦταν σὲ διαρκῆ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Κύριο, καὶ ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦσε τὸ «σὺν Χριστῷ εἶναι», ὄχι μόνο δὲν φοβόταν τὸν θάνατο, ἀλλὰ καὶ τὸν ποθοῦσε (Φιλιπ. α´ 23). Εἶναι αὐτὸς ποὺ προσευχόταν ἀδιαλείπτως καὶ μέ σα του κατοικοῦσε ὁ Χριστός. Εἶναι ὁ Ἀπόστολος ποὺ ἀνέβηκε «ἕως τρίτου οὐρανοῦ», πῆγε, ἐνῶ ἀκόμη ἦταν σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, στὸν Παράδεισο καὶ εἶδε καὶ ἄκουσε ὅσα δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου νὰ περιγράψει (Β´ Κορ. ιβ´ 2 4).
.           Πῶς αὐτὸς ὁ θαυμαστὸς ἄνθρωπος, ὁ πρωταθλητὴς τοῦ χριστιανικοῦ δρόμου, λέγει γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅτι εἶναι «ὁ ἐλαχιστότερος πάντων τῶν ἁγίων», δηλαδὴ ὁ τελευταῖος χριστιανός;
.           Δύο ἀπαντήσεις θὰ δώσουμε σ’ αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον ἐρώτημα, ποὺ πολὺ μπο ροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν, ὥστε νὰ καλλιεργοῦμε τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ ἐμεῖς, ποὺ βέβαια δὲν εἴμαστε παρὰ ἕνα τίποτε μπροστὰ σ’ ἐκεῖνον τὸν μεγάλο Ἀπόστολο.
.           Ὁ πρωτοκορυφαῖος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ νιώθει μικρός, πολὺ μικρός, ἐλάχιστος καὶ ἐλαχιστότερος ὅλων, διότι σκέπτεται τὸ παρελθόν του. Θυμᾶται τὴν προηγούμενη ζωή του, κατὰ τὴν ὁποία ἦταν διώκτης τῆς Ἐκκλησίας, θυμᾶται ὅτι ἦταν ἡ ἀπειλὴ καὶ ὁ τρόμος τῶν χριστιανῶν, «ὁ πρότερον βλάσφημος καὶ διώκτης καὶ ὑβριστής». Καὶ αὐτὸ τὸν συντρίβει καὶ τὸν κρατεῖ σὲ βαθιὰ ταπείνωση. Ἡ δικαιολογία ποὺ ἔχει γι’ αὐτὴ τὴν προηγούμενη διαγωγή του, ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ ἄγνοια ἔκανε ὅσα ἔκανε, ὅταν βρισκόταν στὴν ἀπιστία, δὲν αἰσθάνεται ὅτι ἐλαφρύνει τὴν θέση του. Αὐτὸ τὸ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν προτίμηση τοῦ Θεοῦ: «ἀλλ’ ἠλεήθην, ὅτι ἀγνοῶν ἐποίησα ἐν ἀπιστίᾳ» (Α´ Τιμ. α´ 13).
.           Κάθε φορὰ ποὺ διαπιστώνουμε πρόοδο στὴν πνευματική μας ζωή, κάθε φορὰ ποὺ αἰσθανόμαστε ὅτι κάνουμε κι ἐμεῖς κάτι καλό, ὅτι προσφέρουμε ἴσως στὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ βοηθοῦμε καὶ κάποιους ἀδελφούς μας, ἂς μὴν ἀφήνουμε τὴν κενοδοξία νὰ μᾶς κυριεύει καὶ νὰ κλέβει τὸν μισθό μας. Μποροῦμε νὰ μένουμε ταπεινοί, καθὼς σκεφτόμαστε τὸ παρελθόν μας, στὸ ὁποῖο ἀσφαλῶς ὑπάρχουν πολλὰ μελανὰ σημεῖα. Ὁποιοσδήποτε γυρίσει στὸν προηγούμενο χρόνο τῆς ζωῆς του, θὰ βρεῖ πολλὰ ἀρνητικά, γιὰ τὰ ὁποῖα ἔκλαψε πικρὰ καὶ ζήτησε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, θὰ θυμηθεῖ πολλὲς πτώσεις ποὺ τὸν ταπεινώνουν καὶ τὸν βοηθοῦν νὰ καλλιεργεῖ τὸ φρόνημα τοῦ ἀναξίου δούλου τοῦ Θεοῦ, τοῦ μικροῦ καὶ ἁμαρτωλοῦ, τοῦ τελευταίου.
.           Ἀλλὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ γιὰ ἕναν ἐπιπλέον λόγο ταπεινοφρονεῖ, μάλιστα τόσο περισσότερο ὅσο προοδεύει καὶ πλησιάζει πιὸ κοντὰ στὸν Θεό. Ὅταν πλησιάζει κάποιος τὸ φῶς, βλέπει καθαρότερα τὸν ἑαυτό του, διακρίνει καὶ τὶς πιὸ μικρὲς λεπτομέρειες. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος προσεγγίζει τὸν Θεό, αἰσθάνεται βαθύτερη συντριβὴ γιὰ τὶς μεγαλύτερες ἁμαρτίες του καὶ διακρίνει εὐκρινέστερα καὶ τὶς πιὸ μικρὲς ἀτέλειες τῆς ψυχῆς του.
.           Μιὰ πυγολαμπίδα λάμπει καὶ διακρίνεται εὔκολα μέσα στὸ σκοτάδι. Ἂν πλησιάσει ὅμως κάποιο φῶς, δὲν φαίνεται πιά. Καὶ ὅποιος πλησιάσει τὸν Ἥλιο, οὔτε πιὰ νὰ ὑπάρχει μπορεῖ. Ἐξαφανίζεται τελείως. Μπροστὰ σὲ κάποιον πολὺ πλούσιο νιώθεις καλύτερα τὴν φτώχεια σου, μπροστὰ στὸν πολὺ μορφωμένο καταλαβαίνεις εὐκολότερα τὴν ἄγνοιά σου, μπροστὰ στὸν δυνατὸ τὴν ἀδυναμία σου. Ἐνώπιον τοῦ ἀ πείρου καὶ ἀναμαρτήτου Θεοῦ βλέπεις πολὺ καθαρότερα τὴ μικρότητα καὶ ἁ μαρτωλότητά σου. Οἱ Ἅγιοι ὅσο πλησίαζαν τὸν Θεό, τόσο πιὸ μικρὸ ἔβλεπαν τὸν ἑαυτό τους. Καὶ ὅταν ἔφταναν πιὰ νὰ ἑνωθοῦν μαζί Του, ἔνιωθαν ὅτι ἦταν μηδὲν καὶ κάτω τοῦ μηδενός.
.           Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ταπείνωση τῶν Ἁγίων, ἔτσι καταλαβαίνουμε πῶς ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι εἶναι «ὁ ἐλαχιστότερος πάντων τῶν ἁγίων», εἶναι ἀπόλυτα εἰλικρινής, ἂν καὶ αὐτὸ ποὺ λέγει δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὅλοι γνωρίζουμε ποιὸς ἦταν ὁ Παῦλος.
.           Τώρα μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ πῶς τὸ μεγαλεῖο του τὸ ἀναδεικνύει λαμπρότερο ἡ βαθιὰ ταπεινοφροσύνη ποὺ στολίζει τὴ ζηλευτὴ ψυχή του.
.           Τώρα μποροῦμε πιὸ πρόθυμα νὰ τὸν ἀκολουθοῦμε στὴν ὁδὸ τῆς ταπεινοφροσύνης, σκεπτόμενοι συχνὰ τὸ ἀρνητικὸ παρελθόν μας καὶ βαδίζοντας μὲ ὁλοένα μεγαλύτερη συνέπεια τὴν ὁδὸ τῆς πνευματικῆς προκοπῆς καὶ τελειώσεώς μας.

,

Σχολιάστε

ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ (Ὁσ. Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου)

σίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου

Σαρακοστή: Ἡ ζωὴ στὸ σπίτι

Ἀπὸ τὸ βιβλίο:
«Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ»
– γράμματα σὲ μία ψυχή

Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς,
β´ ἔκδ., 2006, κεφ. 33, σελ. 145-148

ceb4cf81cebfcebccebfcf83-cf84ceb7cf83-ceb6cf89ceb7cf833.            Στὶς Σαρακοστὲς καλὸ εἶναι νὰ γνωρίζεις μόνο ἐκκλησία καὶ σπίτι, τίποτ’ ἄλλο. Φτάνεις, λοιπόν, στὸ σπίτι. Τί θὰ κάνεις ἐκεῖ; Θὰ ἀγωνιστεῖς μ’ ὅλη σου τὴν δύναμη νὰ διατηρήσεις τὴν προσήλωση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς στὸν Κύριο. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκκλησία, τρέξε στὸ δωμάτιό σου καὶ κάνε ἀρκετὲς μετάνοιες, ζητώντας εὐλαβικὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σὲ βοηθήσει, ὥστε νὰ ἀξιοποιήσεις τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς σου στὸ σπίτι μὲ τρόπο ὠφέλιμο γιὰ τὴν ψυχή σου. Ὕστερα κάθησε καὶ ξεκουράσου γιὰ λίγο. Ἀλλὰ καὶ τότε μὴν ἀφήνεις τοὺς λογισμούς σου νὰ ξεστρατίζουν. Διώχνοντας κάθε σκέψη, ἐπαναλάμβανε νοερὰ τὴν εὐχή: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!”. Ἀφοῦ ξεκουραστεῖς πρέπει ν’ ἀσχοληθεῖς μὲ κάτι, εἴτε προσευχὴ εἴτε ἐργόχειρο. Τί ἐργόχειρο θὰ κάνεις δὲν ἔχει σημασία· ξέρεις ἤδη τί σοῦ ἀρέσει. Εἶναι, βλέπεις, ἀδύνατο νὰ ἀσχολεῖσαι ὅλη τὴν ὥρα μὲ πνευματικὰ πράγματα· χρειάζεται νὰ ἔχεις καὶ κάποιο εὐχάριστο ἐργόχειρο. Μ’ αὐτὸ θὰ καταπιάνεσαι, ὅταν ἡ ψυχή σου εἶναι κουρασμένη, ὅταν δὲν ἔχεις τὴν δύναμη νὰ διαβάσεις ἢ νὰ προσευχηθεῖς. Ἄν, βέβαια, οἱ πνευματικές σου ἐνασχολήσεις πηγαίνουν καλά, τὸ ἐργόχειρο δὲν εἶναι ἀπαραίτητο. Ἐκπληρώνει μόνο τὴν ἀνάγκη ἀξιοποιήσεως τοῦ χρόνου, ποὺ ἀλλιῶς θὰ σπαταλιόταν σὲ ἀπραξία. Καὶ ἡ ἀπραξία εἶναι πάντα ὀλέθρια, πολὺ περισσότερο ὅμως στὸν καιρὸ τῆς νηστείας.
.            Πῶς πρέπει νὰ προσεύχεται κανεὶς στὸ σπίτι; Σωστὰ σκέφθηκες ὅτι τὴν Σαρακοστὴ ὀφείλουμε νὰ προσθέτουμε κάτι στὸν συνηθισμένο κανόνα προσευχῆς. Νομίζω, ὡστόσο, πὼς ἀντὶ νὰ διαβάζεις περισσότερες προσευχὲς ἀπὸ τὸ Προσευχητάρι, εἶναι καλύτερο ν’ αὐξήσεις τὴν διάρκεια τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας σου μὲ τὸν Κύριο. Κάθε μέρα, πρὶν ἀρχίσεις καὶ ἀφοῦ τελειώσεις τὴν ὀρθρινὴ καὶ βραδυνὴ ἀκολουθία, νὰ ἀπευθύνεσαι μὲ δικά σου λόγια στὸν Κύριο, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὸν φύλακα ἄγγελό σου, εὐχαριστώντας τους γιὰ τὴν προστασία τους καὶ παρακαλώντας τους γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πνευματικῶν σου ἀναγκῶν. Ζήτα τους νὰ σὲ βοηθήσουν, ὥστε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ γνωρίσεις τὸν ἑαυτό σου, νὰ ἀποκτήσεις αὐτογνωσία καί, ὅταν τὴν ἀποκτήσεις, νὰ σοῦ χαρίσουν ζῆλο καὶ δύναμη, ὥστε νὰ θεραπεύσεις τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου. Ζήτα τους, ἀκόμα, νὰ γεμίσουν τὴν καρδιά σου μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς συντριβῆς. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιὸ εὐάρεστη στὸν Θεὸ θυσία. Ἔτσι νὰ προσεύχεσαι. Μὴν ἐπιβάλεις, ὅμως, στὸν ἑαυτό σου ἕνα προσευχητικὸ κανόνα μακρὺ καὶ βαρύ, ἕνα κανόνα ποὺ θὰ ὑπερβαίνει τὰ μέτρα τῶν ψυχοσωματικῶν σου δυνάμεων καὶ θὰ σὲ καταβάλλει. Καλύτερα εἶναι νὰ προσεύχεσαι συχνότερα στὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας καί, ὅταν ἀσχολεῖσαι μ’ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐργασία, νὰ ἔχεις τὸν νοῦ σου στὸν Θεό.
.            Μετὰ τὴν προσευχή, διάβαζε γιὰ λίγο μὲ αὐτοσυγκέντρωση. Ἡ μελέτη δὲν ἀποσκοπεῖ στὸ φόρτωμα τοῦ μυαλοῦ σου μὲ διάφορες πληροφορίες καὶ γνώσεις, ἀλλὰ στὴν ψυχική σου ὠφέλεια καὶ ἐποικοδομή. Γι’ αὐτὸ δὲν χρειάζεται νὰ διαβάζεις πολλά. Διάβαζε ὅμως μὲ προσοχὴ μεγάλη καὶ μὲ καρδιακὴ συμμετοχή. 
.            “Τί ν διαβάζω;”, θ μ ρωτήσεις. Μόνο πνευματικ βιβλία, φυσικά. Ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωση τέτοιων βιβλίων ἐμπνέει τὴν ψυχὴ περισσότερο ἀπ’ ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Ἂν πάντως, στὴν διάρκεια τῆς μελέτης γεννιέται ὁ πόθος τῆς προσευχῆς, ν’ ἀφήνεις τὸ βιβλίο καὶ νὰ προσεύχεσαι.
.            Θὰ διαβάζεις, λοιπόν, θὰ προσεύχεσαι, θὰ κάνεις μετάνοιες. Καὶ μ’ ὅλα αὐτά, ὡστόσο, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ κρατήσεις τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά σου σὲ κατάσταση συνεχοῦς καὶ ἔντονου ἀγώνα. Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ κουράζεσαι. Τότε, ὅπως σοῦ εἶπα, θὰ ἀσχολεῖσαι μὲ κάποια πρακτικὴ ἐργασία.
.            Σκέφτεσαι, καθὼς μοῦ γράφεις, νὰ μειώσεις τὴν ποσότητα τοῦ καθημερινοῦ σου φαγητοῦ. Σωστὴ κι ὠφέλιμη ἡ σκέψη σου· σωστή, γιατί τὸ σῶμα, ποὺ μὲ τὶς παρεκτροπές του σὲ ἀναγκάζει νὰ μετανοεῖς, ὀφείλει νὰ καταβάλει στὴν διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς τοὺς μόχθους ποὺ τοῦ ἀναλογοῦν· καὶ ὠφέλιμη, γιατί μὲ τὴν νηστεία τὸ σῶμα δουλαγωγεῖται, ὁ νοῦς καθαρίζεται, ἡ καρδιὰ μαλακώνει, τὰ πάθη νεκρώνονται. Μόνο μὴν τὸ παρακάνεις. Ἤδη τρῶς τόσο λίγο. Πρέπει νὰ ἔχεις δυνάμεις, γιὰ νὰ στέκεσαι στὴν ἐκκλησία καὶ γιὰ ν’ ἀγωνίζεσαι στὸ σπίτι. Κοίτα νὰ τρῶς τόσο, ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ μὴν ἐξασθενήσεις.
.            Καλὸ θὰ ἦταν ἐπίσης, νὰ μείωνες λίγο τὸν χρόνο τοῦ ὕπνου καὶ τῆς ἀναπαύσεώς σου. Εἶναι μία θυσία γιὰ σένα, ἀλλὰ κάθε λογῆς θυσία ταιριάζει σ’ αὐτὴ τὴν περίοδο.
.            Καὶ μὲ τὶς συζητήσεις τί θὰ γίνει; Τὴν Σαρακοστὴ τουλάχιστον, οἱ συζητήσεις μὲ τοὺς ἄλλους ἂς περιοριστοῦν σὲ πνευματικὰ θέματα. Ἀκόμα καλύτερες εἶναι οἱ κοινὲς πνευματικὲς ἀναγνώσεις, ποὺ δίνουν ἀφορμὲς γιὰ τὴν ἀνταλλαγὴ ἐποικοδομητικῶν σκέψεων καὶ γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ ὠφέλιμων συμπερασμάτων. Κατάλληλοι γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ εἶναι οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων.
Ἀρκετὰ ἔγραψα. Θὰ προσθέσω ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται ἀργότερα.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: vatopaidi.wordpress.com

, ,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΑΥΤΑΡΕΣΚΟΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ (τῶν ἡμερῶν μας), ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΙ».

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Scott Peck,
 «People of the Lie. The Hope for Ηealing Human Evil»,
Α Touchstone Book Published by Simon & Schuster,
U.S.A. 1998
[ἑλλην. ἔκδ:  «ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ»,
σὲ μετάφρ. Νικ. Παπαδάκη, «Κέδρος»,1999]

[Β´]

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Τὸ Κακὸ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο διαπράττεται ἀπὸ τοὺς αὐτάρεσκους τοῦ πνεύματος, ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τῶν ἡμερῶν μας, ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὲς ποὺ δικαιολογοῦν πάντα τοὺς ἑαυτούς τους καὶ νομίζουν ὅτι εἶναι ἀναμάρτητοι, γιατί εἶναι ἀπρόθυμοι νὰ ὑποφέρουν τὴ στενοχώρια τῆς σοβαρῆς αὐτοκριτικῆς.  (Μέρος Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/11/09/τὸ-κακὸ-σὲ-αὐτὸν-τὸν-κόσμο-διαπράττ/)

.          Οἱ κακοὶ ἄνθρωποι δὲν δέχονται μὲ πραότητα τὴν δοκιμασία τῆς δυσαρέσκειας γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, δὲν τὴν δέχονται καθόλου. Καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄρνηση νὰ δικάσουν τοὺς ἑαυτούς τους ξυπνάει τὸ κακὸ μέσα τους.
.          Ὑπάρχουν πολλὰ εἴδη ἀνθρώπινης διαστροφῆς. Ἐξ αἰτίας τῆς ἄρνησης νὰ ἀνεχτοῦν τὴν αἴσθηση τῆς «ἁμαρτωλότητάς» τους, οἱ κακοὶ ἄνθρωποι γίνονται ἀδιόρθωτοι συσσωρευτὲς ἁμαρτίας. Γιὰ νὰ φέρω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μου, εἶναι ἄνθρωποι ἄπληστοι. Ἔτσι γίνονται φιλάργυροι – τόσο φιλάργυροι, ὥστε τὰ «δῶρα» τους μπορεῖ νὰ γίνουν δολοφονικά. Στὸ βιβλίο μου Ὁ Δρόμος ὁ λιγότερο ταξιδεμένος3, ἔδειξα ὅτι ἡ βασικότερη ἁμαρτία εἶναι ἡ νωχέλεια. Στὸ ἑπόμενο ὑποκεφάλαιο αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου δείχνω ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἔπαρση καὶ ἡ ἐγωιστικὴ περηφάνια, γιατί ὅλες οἱ ἁμαρτίες μποροῦν νὰ διορθωθοῦν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τοῦ νὰ θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου ἀναμάρτητο. Ἴσως ὅμως τὸ ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία νὰ εἶναι θέμα συζητήσιμο. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες σημαίνουν προδοσία καὶ ἀπομόνωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας. Ὅπως τὸ ἔθεσε ἕνας βαθὺς στοχαστὴς τῆς θρησκείας, ὁποιαδήποτε ἁμαρτία «μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὴ σὰν τὴν κόλαση»:

«[…] Εἶναι δυνατὸν ἡ ψυχὴ νὰ φτάσει σὲ μιὰ κατάσταση ἀπέναντι στὴν ὁποία ἀκόμη καὶ ἡ ἴδια ἡ Ἀγάπη εἶναι ἀδύναμη, ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ ἔχει σκληρύνει ἀπέναντι στὴν Ἀγάπη. Οὐσιαστικά, ἡ κόλαση εἶναι μιὰ κατάσταση ὕπαρξης ποὺ δημιουργοῦμε στοὺς ἑαυτούς μας: μιὰ κατάσταση ὁριστικοῦ διαχωρισμοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ὄχι τῆς ἀποκήρυξης τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ τῆς ἀποκήρυξης τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, μιὰ ἀποκήρυξη ποὺ εἶναι αἰώνια, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχει γίνει ἀμετακίνητη καὶ ἐγωιστική. Ὑπάρχουν ἀναλογίες στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία: τὸ μίσος ποὺ εἶναι τόσο τυφλό, τόσο σκοτεινό, ποὺ ἡ Ἀγάπη τὸ κάνει μόνο ἀκόμη πιὸ βίαιο˙ ἡ ἔπαρση ποὺ εἶναι τόσο σκληρή, ὥστε ἡ ταπεινότητα τὴν κάνει πιὸ περιφρονητικὴ˙ ἡ ἀδράνεια, τελευταία καὶ καλύτερη, ποὺ ἔχει κυριαρχήσει στὴν προσωπικότητα μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε καμία κρίση, καμία ἔκκληση, κανενὸς εἴδους παρακίνηση δὲν μπορεῖ νὰ τὴ δραστηριοποιήσει, ἀντίθετα μάλιστα τὴν κάνει νὰ θαφτεῖ ἀκόμη πιὸ βαθιὰ στὴν ἀκινησία της. Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸν Θεό˙ ἡ ἔπαρση μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὴ σὰν τὴν κόλαση, τὸ μίσος μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὸ σὰν τὴν κόλαση, καθένα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα μπορεῖ νὰ γίνει σκληρὸ σὰν τὴν κόλαση, καί, κυρίως, ἐκεῖνο τὸ εἶδος νωθρότητας ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὰ θεῖα, ἐκείνη ἡ ἀδράνεια ποὺ δὲν κάνει τὸν κόπο νὰ μετανοήσει, παρ’ ὅλο ποὺ βλέπει τὴν ἄβυσσο στὴν ὁποία κατακρημνίζεται ἡ ψυχή, ἐπειδὴ γιὰ τόσο καιρό, ἴσως μὲ μικροπράγματα, συνήθιζε τὸν ἑαυτό της νὰ ἀρνεῖται νὰ καταβάλλει προσπάθεια γιὰ ὁτιδήποτε. Μακάρι ὁ Θεὸς νὰ μᾶς λυπηθεῖ καὶ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ αὐτὴν τὴν νωθρότητα»4.

3. Ὅπ.π.

4. Gerald Vann (Τζέραλντ Βάν), The Pain of Christ and the Sorrow of God (Ὁ πόνος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ θλίψη τοῦ Θεοῦ). Ἐκδόσεις Temple Gate, Sprinfield, Illinois, copyright by Equin Press, 1947, σσ. 54-55.

Γ´ Μέρος: «ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΑΝΤΑ ΔΙΑΠΡΑΤΤΕΤΑΙ ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ… “ΣΩΣΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ”» (δημοσιονομικῆς, κοινωνικῆς, οἰκογενειακῆς, “ἐκκλησιαστικῆς” κ.λπ.) [Γ´]

, , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

ταπείνωση τν Χριστουγέννων

Γράφει ὁ Μοναχὸς Μωυσῆς, Ἁγιορείτης

ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 22-23.12.12

.            Ἐνώπιoν τῆς ἁγίας φάτνης ἂς ὁμολογήσουμε εἰλικρινὰ ὅτι ἀπατηθήκαμε προσκυνώντας ἀλλότριους θεούς, θυσιάζοντας σὲ ξένα εἴδωλα. Νομίσαμε τοὺς ἑαυτούς μας ἐλεύθερους κι εὐτυχισμένους. Ἀνομήσαμε, παρακούσαμε, τίποτε δὲν συντηρήσαμε ἀπ’ ὅσα ὡραῖα μᾶς ζήτησε. Ὅμως ὁ Χριστὸς ἔρχεται καὶ γιὰ μᾶς, γιατί εἶναι πάντοτε πλούσιος σὲ ἀγαθότητα. Ἡ ἀπογοήτευση μᾶς κούρασε ἀλλὰ καὶ μᾶς ταπείνωσε. Ἡ ταπείνωση μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἄκρα ταπείνωση.
.            Οἱ ἄγγελοι, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὁ Ἁγιορείτης, μὲ τὴν κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Σωτῆρος γνώρισαν, κατὰ τὸ ἐξαίσιο παράδειγμά του, ὅτι ὑψώνεται κανεὶς ὄχι μὲ τὴν ὑπερηφάνεια ἀλλὰ μὲ τὴν ταπείνωση. Ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι γνώρισαν μὲ τὸν καλύτερο τρόπο πὼς ἡ ὁδὸς τῆς σωτηρίας εἶναι τὸ ταπεινὸ φρόνημα. Μὲ τὴν ταπείνωση ἐπανορθώνεται ἡ ἀποστασία. Ὁ δαίμονας καταντροπιάστηκε καὶ ἡττήθηκε μὲ τὸ γεγονὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἔτσι, ἡ ἄγνωστη γιὰ τὸν δαίμονα ταπείνωση τὸν κατανικᾶ μὲ τὴν στάση τῶν ταπεινῶν. Ὁ μεγάλος Θεὸς γίνεται μικρὸς ἀπὸ ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο.
.            Τὸ μεγαλεῖο τῶν Χριστουγέννων μποροῦν νὰ αἰσθανθοῦν περισσότερο οἱ ταπεινοί. Τὴν χαρὰ τὴν βιώνει καλύτερα ὁ ταπεινός, ὅπως οἱ ἀγραυλοῦντες ποιμένες τῆς Βηθλεὲμ καὶ οἱ σοφοὶ Μάγοι τῆς Ἀνατολῆς, ποὺ προσκυνοῦν τὸ νεογέννητο βρέφος τοῦ σπηλαίου. Ἡ μεγάλη ἔκφραση τῆς ταπεινώσεως εἶναι ἡ σεμνὴ κόρη τῆς Γενησαρέτ, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Τὸ ἴδιο ταπεινὸς εἶναι καὶ ὁ σιωπηλὸς μνήστορας Ἰωσήφ. Ὁ Χριστὸς ἔρχεται σὲ ἕνα δύσκολο καὶ ἀνάστατο τόπο μὲ τὸν πιὸ ταπεινὸ τρόπο. Δὲν γινόταν νὰ ταπεινωθεῖ πιὸ πολύ. Γεννήθηκε σὲ μία σπηλιὰ ζώων, δὲν τὸν ἀντιλήφθηκε κανένας, Αὐτὸν ποὺ χάριζε νέα ζωή. Ὁ κόσμος ἔτρεχε σὲ ξέφρενους ρυθμούς, σὲ διαφορετικὰ προγράμματα, μὲ ἄλλους στόχους. Ἔτσι τότε, ἔτσι καὶ τώρα.
.            Μόνοι τους οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ βροῦν τὴν σωτήρια ταπείνωση. Τοὺς τὴν ὑπέδειξε ὁ ἴδιος ὁ ταπεινὸς Ἰησοῦς μὲ τὸ παράδειγμά του. Παράδειγμα δίνει καὶ ἡ Παναγία μὲ τὴν σεμνότητά της, τὴν ἁπλότητά της, τὴν σιωπή της καὶ τὴν ταπείνωσή της. Δίχως αὐτὴ τὴν ἐμβάθυνση ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων παραμένει τυπικὴ καὶ συνηθισμένη. Θὰ πρέπει νὰ ἔχει οὐσιαστικὴ ἐπίπτωση στὴν ζωή μας. Τὸ βάθος, τὸ νόημα, τὸ μυστήριο, ἡ ἀξία καὶ ἡ σημασία τῆς ἑορτῆς ἔγκειται στὴν ἀναμόρφωση καὶ ἀνακαίνιση τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Τὸ βαθὺ αὐτὸ περιεχόμενο πλημμυρίζει τὸν ἄνθρωπο αἰσιοδοξία, ἐλπίδα καὶ χαρά. Δίνει λύτρωση ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Χρειάζεται βιωματικὴ αἴσθηση τοῦ ὑπερφυοῦς γεγονότος τῆς Σαρκώσεως τοῦ Ἰησοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Μὴ μείνουμε σὲ ἀποπροσανατολιστικοὺς τρόπους ποὺ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Ζωοδότη, Φωτοδότη καὶ Εἰρηνοδότη Χριστό.
.            Θὰ πρέπει νὰ ταπεινωθοῦμε ἐνώπιον τοῦ ταπεινωθέντος Ἰησοῦ, ἀδελφοί μου. Ἄφησε τὴν μεγαλειώδη δόξα τῶν οὐρανῶν καὶ ἦλθε νὰ σκηνώσει μεταξὺ ἀλόγων ζώων. Νὰ μᾶς συγκινήσει ἡ ἄφατη κένωσή του, νὰ μᾶς παροτρύνει σὲ ὁμοίωση. Ἡ ὡραία καὶ γνήσια ταπείνωση ἐμᾶς θὰ ὠφελήσει, θὰ εἰρηνοποιήσει καὶ θὰ χαροποιήσει. Τὰ ἐφετινὰ ἅγια Χριστούγεννα ἂς γίνουν σταθμὸς στὴν πνευματική μας πορεία. Ἂς ἀγαπήσουμε τὴν ταπείνωση, ἂς προσκυνήσουμε εὐγνώμονα τὸν ταπεινὸ Χριστὸ τῆς ἀγρυπνούσης Βηθλεέμ. Τὸ ἀταπείνωτο φρόνημα μᾶς ὁδήγησε σὲ ἀδιέξοδα. Τὸ ταπεινὸ φρόνημα ἂς μᾶς συνοδεύσει στὸ νέο πολιτικὸ ἔτος 2013.

ΠΗΓΗ: makthes.gr

, ,

Σχολιάστε

ΤΙΣ ΕΜΕΤΡΗΣΕ τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ; ΤΙΣ ΕΓΝΩ ΝΟΥΝ ΚΥΡΙΟΥ; (Νὰ ἀναγνωρίσουμε ταπεινὰ τὰ ὅριά μας)

«Τίς ἐμέτρησε;»
(Ἠσαΐα μ´ 12-13)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4262, Νοέμβριος 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.         Κοίταξε τὸ χέρι σου. Κοίταξέ το καλά, προσεκτικά. Μελέτησε τὶς διαστάσεις του. Σπούδασε τὸ σχῆμα του καὶ τὶς κινήσεις του. Δὲς τὰ δάκτυλά του, τὴν παλάμη. Πρόσεξε ἰδιαίτερα τὸ χέρι σου. Ὑπάρχει εἰδικὸς λόγος γι᾽ αὐτό. Καὶ τώρα ἄκουσε τὴν πρώτη ἐρώτηση τοῦ Προφήτη: Ποιός μπορεῖ μ᾽ ἕνα τέοιο ἀνθρώπινο χέρι, σὰν τὸ δικό σου, νὰ μετρήσει τοὺς ὄγκου τοῦ νεροῦ ποὺ καλύπτουν τὴ γῆ; Ποιός μπόρεσε χρησιμοποιώντας τὴν παλάμη του, τὴν χούφτα τοῦ χεριοῦ του, νὰ περάσει ἀπὸ αὐτὴν ὅλα τὰ νερά τῶν θαλασσῶν καὶ τῶν ποταμῶν καὶ νὰ δώσει τὸ μέτρο τους;
.         Ὁ Προφήτης θέτει κι ἕνα δεύτερο ἐρώτημα: Ποιός μπορεῖ μ᾽ ἕνα τέτοιο ἀνθρώπινο χέρι, σὰν τὸ δικό σου, νά μετρήσει τὸν ἀπέραντο οὐρανό; Νὰ τὸν μετρήσει μὲ τὰ ἴδια του τὰ δάχτυλα, σπιθαμὴ μὲ σπιθαμή, ὅπως μετρᾶμε ἕνα ὕφασμα ἢ ἕνα τραπέζι; Καὶ νὰ πεῖ: «Ὁ οὐρανὸς ἔχει πλάτος τόσες σπιθαμές! Μέτρησα μὲ τὸ ἴδιο μου τὸ χέρι τὸ διάστημα, τὰ ἄστρα, τοὺς γαλαξίες…»
.         Τώρα ἀκολουθεῖ τὸ τρίτο ἐρώτημα τοῦ Προφήτη: Ποιός μπορεῖ μὲ ἕνα τέτοιο ἀνθρώπινο χέρι, σὰν τὸ δικό σου, νὰ μετρήσει τὴν γῆ; Νὰ τὴν μετρήσει κομμάτι κομμάτι, ὁλόκληρη τὴν γῆ; Νὰ κρατήσει στὴν παλάμη του τὸ χῶμα τῆς Εὐρώπης, τὴν παγωμένη γῆ τῶν Πόλων, τὴν ἄμμο τῆς Σαχάρας καὶ τοὺς βράχους τῆς Ἀμερικῆς; Καὶ νὰ πεῖ: «Κατάφερα καὶ μέτρησα ὁλόκληρη τὴν γῆ μὲ αὐτὸ τὸ χέρι. Ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ δάχτυλά μου γλίστρησαν ὅλοι οἱ κόκκοι τοῦ χώματος ποὺ σκεπάζει τὰ βουνά, τοὺς κάμπους, τὶς κοιλάδες καὶ τὶς ἐρήμους τοῦ πλανήτη μας»!
.         Αὐτὰ ρωτάει ὁ Προφήτης: «Τίς ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί;» (Ἠσαΐου μ´ 12).

*   *   *

.         Μετὰ τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ὁ Προφήτης προσθέτει κάτι ἄλλο. Μετὰ τὸ «τίς ἐμέτρησε…» ρωτάει: «Καὶ τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου;» (Ἠσ. μ´ 13). Τὴν θάλασσα εἶναι ἀδύνατον νὰ τὴν χωρέσει τὸ ἀνθρώπινο χέρι. Τὸν οὐρανὸ καὶ τὸ διάστημα ἀποκλείεται νὰ τὰ μετρήσει ἡ ἀνθρώπινη παλάμη. Ἔτσι καὶ «τὸν Νοῦν» τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν χωρέσει τὸ ἀνθρώπινο μυαλό.
.         Μπορεῖ κανεὶς μὲ τὸ μικρό του ἀνθρώπινο μυαλὸ νὰ γνωρίσει «τὸν Νοῦν» τοῦ ἀπείρου Θεοῦ; Μπορεῖ κανεὶς νὰ ὑπολογίσει τὸ ἀπύθμενο βάθος καὶ τὸ ἀπέραντο πλάτος τῆς θείας Διανοίας;
.         Ἂν μὲ τὸ χέρι εἶναι ἀδύνατον νὰ μετρηθεῖ ἡ θάλασσα, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ —τὰ πεπερασμένα δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ— πῶς θὰ μετρηθεῖ μὲ τὸ μυαλό μας ὁ θεῖος Νοῦς καὶ τὰ σχέδιά του; Κάτι τέτοιο θὰ ἦταν τουλάχιστον παραλογισμός. Καὶ ὅμως σ᾽ αὐτὸ τὸν παραλογισμὸ πέφτουμε συχνά. Μὴν βιαστεῖς νὰ πῆς ὄχι! Σκέψου μόνο λίγο. Καὶ θυμήσου. Θυμήσου…
.         Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ συναντήθηκες μέσα στὴν καθημερινότητα πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὴν ἀδικία. Ἀντίκρισες τὴν φρικτὴ μορφή της. Καὶ τὴν εἶδες ἴσως νὰ θριαμβεύει. Εἶπες τότε μέσα σου —θυμήσου— μὲ παράπονο: «Τέλος πάντων, πῶς ἐνεργεῖ ἔτσι ὁ Θεός; Τί σχέδιο ἐφαρμόζει; “Ἱνατὶ ὁδὸς ἀσεβῶν εὐοδοῦται;” Δὲν βλέπει τὴν ἀδικία;» Χωρὶς ἴσως νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεσαι, μέτρησες μὲ τὰ μέτρα τοῦ φτωχοῦ μυαλοῦ σου τὸν Νοῦ τοῦ Πανσόφου. «Τίς ἐμέτρησε… Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου;»
.         Καὶ ἄλλες πάλι φορὲς εἶδες τὴν δυστυχία νὰ χτυπάει μιὰ οἰκογένεια γνωστὴ καὶ τὸν πόνο νὰ τὴν θερίζει. Εἶδες ἀναστατώσεις καὶ διαλύσεις σπιτιῶν, εἶδες ἀρρώστιες καὶ θανάτους. Καὶ τότε —θυμήσου— σκέφθηκες: «Δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω γιατὶ τόσα πλήγματα, γιατὶ τόσα μαστιγώματα σ᾽ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους;» Καὶ κατέκρινες τὸν Ὕψιστο καὶ τὸν κατηγόρησες. Καὶ ἄφησες νὰ φανεῖ ὅτι ἐσὺ κι ἐγὼ στὴ θέση του θὰ σκεπτώμαστε ἴσως πιὸ σωστά!
.         Νὰ ὁ παραλογισμός. Ὁ παραλογισμὸς τόσων ἀνθρώπων ποὺ εὐκολώτατα καὶ προχειρότατα κρίνουν τὸν Παντοδύναμο Κύριο, χωρὶς νὰ σκεφθοῦν τὴν ἄπειρη σοφία του. «Τίς ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ… Καὶ τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου».
.           Εἶναι καιρὸς νὰ σταθοῦμε μὲ δέος καὶ ἀπέραντο σεβασμὸ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας. Νὰ σκύψουμε εὐλαβικὰ τὸ κεφάλι καὶ νὰ ἀναγνωρίσουμε ταπεινὰ τὰ ὅριά μας. Νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι εἶναι ἀδύνατον, εἶναι παράλογο νὰ μετρᾶμε τὴν σκέψη τοῦ Θεοῦ, τὸν Νοῦ του, τὸν τέλειο, με τὰ φτωχὰ ἀνθρώπινα μέτρα μας.
.         Ἂς μάθουμε νὰ κοιτάζουμε τακτικὰ τὰ χέρια μας. Κοιτάζοντάς τα ἂς σκεπτώμαστε τὸν οὐρανό, τὴν γῆ, τὴν θάλασσα. «Τίς ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί;» Καὶ ἂς προσθέτουμε εὐλαβικά: «Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου;»

*   *   *

.         Κύριε, ποιός μπορεῖ νὰ μετρήσει τὴν σοφία Σου; Ποιός μπορεῖ νὰ συλλογισθεῖ ἔστω καὶ γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο τὸ βάθος τοῦ θείου Σου Νοῦ, χωρὶς νὰ αἰσθανεῖ ἴλιγγο;
.         Σὲ προσκυνοῦμε ταπεινά, Πάνσοφε, Παντογνώστη καὶ Παντοδύναμε. Γεμάτοι δέος γονατίζουμε μπροστά Σου, ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε ἕνα μηδέν, γιὰ νὰ Σοῦ ἀπονείμουμε τὸν ὕμνο μας, τὴν δοξολογία μας. Καὶ βοήθησέ μας νὰ μὴ λησμονοῦμε ποτέ τὴν εἰκόνα τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ἐκεῖ στὴν ἀμμουδιά, ποὺ προσπαθοῦσε νὰ χωρέσει τὸν ὠκεανὸ στὸ κουβαδάκι του.

, ,

Σχολιάστε

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ Ο ΕΝ ΑΙΓΙΝῌ

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ Ο ΕΝ ΑΙΓΙΝῌ
(9 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.             «Ὁ ἅγιος γεννήθηκε στὴ Σηλυβρία τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης τὴν 1η Ὀκτωβρίου 1846. Τὸ ὄνομα ποὺ τοῦ δόθηκε στὴ βάπτισή του ἦταν Ἀναστάσιος. Τελείωσε τὸ Δημοτικὸ καὶ τὶς τρεῖς πρῶτες τάξεις τοῦ Γυμνασίου (ἑλληνικὸ σχολεῖο) στὴ γενέτειρά του. Δεκατεσσάρων ἐτῶν πηγαίνει στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργάζεται σὲ καπνοπωλεῖο, ἐνῶ παράλληλα παρακολουθεῖ μαθήματα στὴ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Διορίζεται λίγο ἀργότερα δάσκαλος καὶ παιδονόμος στὸ σχολεῖο τοῦ Μετοχίου τοῦ Παναγίου Τάφου. Τὸ 1866 μεταβαίνει στὴ Χίο, ὅπου μετὰ δεκαετία κείρεται μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Νέα Μονή, μὲ τὸ ὄνομα Λάζαρος, ἀφοῦ χρημάτισε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια δάσκαλος στὸ χωριὸ Λιθί. Τὸ 1877 χειροτονεῖται διάκονος παίρνοντας τὸ ὄνομα Νεκτάριος. Ἔρχεται στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ συμπληρώσει τὶς γυμνασιακές του σπουδές, ἐνῶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σωφρονίου, ἐγγράφεται στὴ συνέχεια στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τὸ 1885 παίρνει τὸ πτυχίο του καὶ μετὰ λίγους μῆνες χειροτονεῖται πρεσβύτερος. Ὁ Πατριάρχης, ἐκτιμώντας τὰ προσόντα του, τὸν χειροτονεῖ τὸ 1889 ἐπίσκοπο – μητροπολίτη Πενταπόλεως, θέση ποὺ ἀξιοποίησε γιὰ νὰ ἐπιτελέσει ἕνα τεράστιο πνευματικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο. Ὁ φθόνος ὅμως ποὺ προκαλεῖ τὸ ἔργο του φέρνει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπομάκρυνσή του (1890). Ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἀναλαμβάνει τὴ θέση ἱεροκήρυκα στὴν Εὔβοια πρῶτα (1891) καὶ στὴ Φθιώτιδα ἔπειτα (1893). Τὸ 1894 ἀναλαμβάνει τὴ διεύθυνση τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, θέση ποὺ θὰ κρατήσει μέχρι τὸ 1908, ὅποτε καὶ θὰ παραιτηθεῖ γιὰ λόγους ὑγείας. Στὸ μεταξύ, ἀπὸ τὸ 1904 ἤδη ἔχει ἱδρύσει τὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Αἴγινα. Ἐκεῖ ἐγκαταβιώνει μετὰ τὴ Ριζάρειο καὶ ἐκεῖ ἀναδεικνύεται ἰδιαιτέρως ἡ ὁσιακή του προσωπικότητα. Ἀρρωσταίνει μετὰ ἀπὸ ὁρισμένα χρόνια βαριά, ὀπότε καὶ ἀποβιώνει στὸ Ἀρεταίειο νοσοκομεῖο τὴν 8η Νοεμβρίου 1920, μετὰ ἀπὸ δίμηνη ἐκεῖ νοσηλεία. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1921 ἄνοιξαν τὸν τάφο του μὲ σκοπὸ τὴν οἰκοδόμηση μαρμάρινου μνημείου. Τὸ σκήνωμά του βρέθηκε ἀνέπαφο, ἐνῶ ἡ εὐωδία ποὺ σκορποῦσε ἦταν ὑπέροχη. Τὸ ἴδιο ἐπανελήφθη καὶ μετὰ τρία χρόνια, καθὼς καὶ τὸ 1927. Καὶ τὶς δύο αὐτὲς φορὲς τὸ σκήνωμα ἦταν ἀνέπαφο καὶ ἡ εὐωδία ἡ ἴδια. Τὸ 1953 ἔγινε καὶ πάλι ἀνακομιδή. Τὴ φορὰ αὐτή, γιὰ λόγους ποὺ γνωρίζει ὁ Θεός, τὸ σκήνωμά του βρέθηκε διαλυμένο. Μὲ πατριαρχικὴ πράξη τῆς 20ῆς Ἀπριλίου τοῦ 1961 ἡ Ἐκκλησία μας διεκήρυξε ἐπίσημα τὴν ἁγιότητά του. Τὸ συγγραφικό του ἔργο εἶναι πολὺ μεγάλο καὶ ἀξιόλογο, ἐνῶ τὰ θαύματά του εἶναι ἀμέτρητα».

.             Ὁ ἅγιος Νεκτάριος θεωρεῖται ἀπὸ ὅλους τοὺς πιστούς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπητοὺς ἁγίους της. Ὄχι μόνον διότι ὁ Θεὸς ἐπιτελεῖ μέσῳ αὐτοῦ καθημερινῶς πάμπολλα θαύματα – «ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς» καὶ «ἰάσεις δαψιλεῖς καθ’  ἑκάστην ἡμέραν πηγάζει θαυμαστῶς θεϊκῇ χορηγίᾳ» (πλούσιες ἰάσεις καθημερινὰ πηγάζει [ἡ κάρα του] θαυμαστῶς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ), κατὰ τὸν γνωστὸ μακαριστὸ γέροντα ὑμνογράφο Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη – ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ἕνας ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας, «ὁ ἅγιος τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα», καὶ μάλιστα  ὄχι μικρότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους μεγάλους ἁγίους ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔζησαν τὰ παλαιότερα χρόνια. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι μὲ τὸν ἅγιο Νεκτάριο ἀφ᾽ ἑνὸς νιώθουμε πλούσια τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μέσῳ κυρίως τῶν ἁγίων λειψάνων του, ποὺ κατανοοῦνται ὡς «ἰαμάτων κρήνη» καὶ «νέμοντα ὀσμὴν οὐρανίαν πᾶσι καὶ θείαν εὐωδίαν» (προσφέρουν οὐράνια ὀσμὴ καὶ θεία εὐωδία σὲ ὅλους), ἀφ᾽ ἑτέρου παίρνουμε ἀπάντηση  στὸ εὔλογο ἐρώτημα ποὺ τίθεται «γιατί δὲν ἔχουμε μεγάλους ἁγίους σήμερα;» Ὁ γέρων ὑμνογράφος λοιπὸν ἐπισημαίνει αὐτὸ τὸ ἰσοστάσιο τοῦ ἁγίου Νεκταρίου μὲ τοὺς προγενέστερους μεγάλους ἁγίους, δίνοντας μάλιστα καὶ τὴν ἐξήγηση: ὁ Νεκτάριος προσπάθησε νὰ ἀκολουθήσει τὰ ἴχνη τῶν παλαιῶν ἁγίων, μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς του, δηλαδὴ στὴν πραγματικότητα νὰ ζήσει σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. «Φωτὶ τῶν ἔργων σου, εὐαγγελίου τὸ φῶς ἐκφαίνεις, πάτερ, θαυμαστῶς πᾶσι τοῖς πέρασι» (Μὲ τὸ φῶς τῶν ἔργων σου φανερώνεις τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, πάτερ, σὲ ὅλον τὸν κόσμο κατὰ θαυμαστὸ τρόπο). «Κατ’  ἴχνος, Νεκτάριε, ἀκολουθήσας, ζωῆς καθαρότητι, τοῖς πάλαι ὅσιε, ἀρχιερεῦσι Χριστοῦ, ἴσος εὐκλείας τῆς αὐτῶν, ὤφθης καὶ μέτοχος» (Ἀκολούθησες, Νεκτάριε, τὰ ἴχνη τῶν παλαιῶν ἀρχιερέων τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς σου, καὶ φάνηκες ἴσος μὲ αὐτοὺς καὶ μέτοχος τῆς δόξας τους).
.             Ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος πέρα ἀπὸ τὴ γενικὴ ἀναφορὰ ποὺ κάνει γιὰ τὴν ἀκολουθία τῶν παλαιῶν Πατέρων ἀπὸ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἑστιάζει τὴν προσοχή μας στὸν ἅγιο Διονύσιο. Κυρίως αὐτὸν ἀκολούθησε μὲ ἄμεμπτο τρόπο ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ἅγιος, διότι καὶ ἐκεῖνος τὴν Αἴγινα εἶχε ὡς τόπο τῶν πνευματικῶν του ἀγώνων, ἀφοῦ ὑπῆρξεν ὁ ἐπίσκοπός της. Γι’  αὐτὸ καὶ μετέχουν, σημειώνει, καὶ οἱ δύο ἅγιοι, ὁ παλαιότερος καὶ ὁ νεώτερος, στὴν ἴδια δόξα τοῦ Θεοῦ, ἱκετεύοντας ἀσφαλῶς γιὰ ὅλους, κατ᾽ ἐξοχὴν ὅμως γιὰ τὴ νῆσο τους. «Ἠκολούθησας ἀμέμπτως, τοῖς χρηστοῖς, Πάτερ, τρόποις σου, τῷ Διονυσίῳ, τῷ Αἰγίνης θείῳ ποιμάντορι, μεθ’ οὗ τῆς ἄνω μετέχων δόξης, ἅγιε, ταύτην σώζεσθαι ἀεὶ τὴν νῆσον ἱκέτευε». (Ἀκολούθησες καθαρὰ μὲ τοὺς ἐνάρετους τρόπους σου, ἅγιε, τὸν Διονύσιο, τὸν θεῖο ποιμένα τῆς Αἴγινας, μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο μετέχοντας στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἅγιε, ἱκέτευε νὰ σώζεται ἡ νῆσος πάντοτε). Μπορεῖ ἡ νῆσος Ζάκυνθος νὰ καυχᾶται, διότι κατέχει τὸ ἅγιο σκήνωμα τοῦ θείου Διονυσίου, ἀλλὰ καὶ ἡ νῆσος Αἴγινα δέχεται πάντοτε τὶς εὐεργετικὲς ἀκτίνες τῶν πρεσβειῶν του στὸν Θεό, ποὺ πολλαπλασιάζονται καὶ μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.
.             Ὅλοι μας προστρέχουμε συχνὰ-πυκνὰ στὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἰδίως ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς του, διότι ἡ καρδιά του πλατυμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀγάπη καὶ πρὸς ἐμᾶς. Καὶ ἰδίως προστρέχουμε ὅσοι ταλαιπωρούμαστε ἀπὸ κάποιο πρόβλημα, ψυχικὸ ἢ σωματικό. Εἶναι τόσες πολλὲς οἱ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις του, ὥστε δὲν ὑπάρχει, θὰ ἔλεγε κανείς, ἄνθρωπος ποὺ μὲ πίστη τὸν ἐπικαλεῖται, καὶ δὲν εἰσπράττει τὸ θετικὸ ἀποτέλεσμα. Εἶναι χαρακτηριστικά, ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ τὰ λόγια του γέροντος π. Ἀνανία Κουστένη, ὁ ὁποῖος θέλοντας νὰ τονίσει ἀκριβῶς τὴ θαυματουργία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου σημειώνει μὲ χαριτωμένο τρόπο ὅτι μετὰ καὶ τὴ φανέρωση ἀπὸ τὸν Χριστὸ τοῦ ἄλλου μεγάλου θαυματουργοῦ ἁγίου τῆς ἐποχῆς μας, ἀκόμη πιὸ σύγχρονου καὶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, τοῦ ἁγίου Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ, τοῦ Ρώσου, ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔχει κάποιον νὰ τὸν ξεκουράσει. «Στέλνει ὁ ἅγιος Νεκτάριος τὸν ἅγιο Λουκᾶ στὴ θέση του πολλὲς φορές,  γιατί ἔχει κουραστεῖ ὁ ἴδιος  νὰ ἐπεμβαίνει στὶς τόσες ἐπικλήσεις τῶν κουρασμένων καὶ ἀσθενῶν χριστιανῶν μας».

.             Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ πράγματι εὐχαριστεῖ τὸν ἅγιο Νεκτάριο εἶναι ὄχι μόνον ἡ ἐπίκλησή του γιὰ τὶς ἰάσεις ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ δίνει, ἀλλὰ κυρίως ἡ ἐπίκλησή του νὰ πρεσβεύει ὑπὲρ ἡμῶν, προκειμένου νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς του. Διότι αὐτὸ συνιστᾶ πάντοτε τὴν σωστὴ ἑορτὴ ἑνὸς ἁγίου: νὰ τὸν μιμούμαστε. Ὅπως τὸ λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «τιμὴ μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος», συνεπῶς «τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου». Κι ἕνας ὕμνος ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει ποιὸ ἦταν τὸ «μυστικό» τῆς ἁγιότητας τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. «Πατέρων ἰσότιμος τῶν πάλαι ἐχρημάτισας, τούτων μιμησάμενος τὸν τρόπον, τὸν θεῖον ζῆλον καὶ τὰς λοιπὰς ἀρετάς, ταπεινοφροσύνῃ ἀληθεῖ καὶ ἀπλάστοις ἤθεσι, διαπρέψας Νεκτάριε». (Ἔγινες ἰσότιμος τῶν παλαιῶν Πατέρων, διότι μιμήθηκες τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους, τὸν θεϊκὸ ζῆλο τους καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές τους, Νεκτάριε, καὶ διέπρεψες στὴν ἀληθινὴ ταπεινοφροσύνη καὶ στὰ ἁπλὰ καὶ ἀπονήρευτα ἤθη). Ἂν ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔφτασε σὲ τόσο μεγάλο ὕψος ἁγιότητας, τὸ κατόρθωσε  ὄχι διότι ὑπῆρξε σπουδαῖος ἱεροκήρυκας, σπουδαῖος δάσκαλος, σοφὸς συγγραφέας, ἀλλὰ διότι ὑπῆρξε ταπεινός. Ἡ ὁδὸς τῆς ταπεινοφροσύνης ἦταν γι’ αὐτὸν ἡ ὁδὸς ποὺ τὸν ἔφτασε πολὺ γρήγορα στὴ δόξα τοῦ Οὐρανοῦ, ἡ ὁδὸς τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι πάντοτε αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν ἀπονήρευτη διάθεση, ποὺ ἀνοίγει τὶς πύλες τοῦ Οὐρανοῦ καὶ γιὰ κάθε χριστιανό.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ «οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον»

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
«οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον»

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.           Στὸ γνωστὸ περιστατικὸ τῆς θεραπείας τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου μᾶς παραπέμπει τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Δ´ Κυριακῆς του Ματθαίου, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Κύριος  ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν πίστη ἑνὸς ἑκατοντάρχου, ἑνὸς δηλαδὴ εἰδωλολάτρη στὴν οὐσία, τὸν ἐπαινεῖ γι᾽ αὐτὴν καὶ ἀνταποκρίνεται στὸ αἴτημά του:  ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι. Ἡ προσέγγιση τῆς πίστης αὐτῆς τοῦ ρωμαίου ἀξιωματούχου λειτουργεῖ καὶ ἐδῶ -γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ἕνα σύγχρονο ψυχολογικὸ ὅρο- ἀρχετυπικά.
.           1. Ἔχει ἐπισημανθεῖ ὅτι δύο φορὲς ὁ Κύριος ἐπαίνεσε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων σ᾽ Ἐκεῖνον ὡς τὴν φανέρωση τοῦ Θεοῦ: στὴν περίπτωση τῆς Χαναναίας γυναίκας, ποὺ παρακαλοῦσε τὸν Κύριο γιὰ τὴν δαιμονισμένη κόρη της, καὶ στὴν περίπτωση τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, δηλαδὴ στὶς περιπτώσεις δύο θεωρουμένων εἰδωλολατρῶν. Ἐνῶ κανονικὰ θὰ ἔπρεπε στοὺς  υἱοὺς τῆς βασιλείας, τοὺς Ἰσραηλίτες, νὰ ὑπάρχει ἡ πίστη αὐτή, διότι ἡ πίστη στὸν Θεὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικό του λαοῦ ποὺ ἐπιλέχθηκε ἀπὸ Αὐτὸν πρὸς σωτηρία τοῦ κόσμου, τοῦτο δὲν συμβαίνει. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Τὸ σύνηθες δυστυχῶς στὸν λαὸ αὐτὸ τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ ἀπιστία καὶ ἡ σκληροκαρδία, καταστάσεις, ποὺ ἤλεγχαν διαρκῶς οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ προφῆτες, ἤδη ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἕνα λουλούδι, ποὺ φυτρώνει ὄχι ἐκεῖ, ποὺ νομικά, θὰ ἔλεγε κανείς, ὑπάρχει τὸ ἔδαφός της, στὰ πλαίσια δηλαδὴ ἑνὸς συγκεκριμένου λαοῦ, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει  καρδιά, δηλαδὴ καλὴ διάθεση καὶ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἄρα ὁπουδήποτε στὸν κόσμο καὶ σ᾽ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο.
.           2. Ἡ ἐπαινουμένη ἀπὸ τὸν Κύριο μεγάλη πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, ὅπως καὶ ἡ ἀνάλογη βεβαίως τῆς Χαναναίας, δὲν ἐξαντλεῖται σὲ μία ἀποδοχὴ ἁπλῶς τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἑνὸς δασκάλου καὶ καθοδηγητῆ. Ἀκόμη καὶ ἡ ἀποδοχή Του ὡς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σὲ ἕνα νοησιαρχικὸ καὶ ἰδεολογικὸ ἐπίπεδο ἀπορρίπτεται ἀπὸ Αὐτόν. Διότι  «καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίττουσι» (ἅγιος Ἰάκωβος), ὅπως καὶ  «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (ὁ Κύριος). Ἐκεῖνο ποὺ γίνεται ἀποδεκτὸ ὡς πίστη εἶναι αὐτὸ ποὺ  ἐνεργοποιεῖ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.  Αὐτὸ μὲ ἄλλα λόγια ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ φεύγει ἀπὸ τὴν ἡσυχία του καὶ τὴν ἄνεση τῶν παθῶν του καὶ νὰ στρέφεται μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, ἀλλάζοντας ἑπομένως τρόπο ζωῆς. Αὐτὴ ἡ πίστη, που χαρακτηρίζεται μεγάλη, συγκινεῖ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν κάνει νὰ ἀνταποκρίνεται ὁλοπρόθυμα καὶ ἄμεσα:  ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἐπῆγε τελικῶς ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ ἡ ἀπάντησή Του ὁδήγησε στὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα:  ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι. Ἔτσι ἡ μεγάλη πίστη εἶναι ἐκείνη ποὺ γίνεται θεραπευτικὴ ἐνέργεια γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοὺς οἰκείους του.
.           3. Ποιά τὰ γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, ὅπως αὐτὰ φαίνονται στὴν παραπάνω περίπτωση;

(1) ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Χριστὸ καὶ τὰ λόγια Του, ὅτι δηλαδὴ εἶναι Ἐκεῖνος στὸν Ὁποῖο φανερώνεται ὁ Θεός, Ἐκεῖνος στὸν Ὁποῖο ὑπάρχει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς ἡ μεγάλη πίστη ὑπερβαίνει ὁποιαδήποτε ἀμφιβολία καὶ δυσπιστία, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο δίψυχο καὶ ἄρα ἀνίκανο νὰ δεχθεῖ στὴν ὕπαρξή του τὸν Θεό. Ἡ μεγάλη πίστη εἶναι αὐτὴ στὴν ὁποία μᾶς προσανατολίζει διαρκῶς καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὴν προτροπὴ  «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πασαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῶ παραθώμεθα». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στὶς περιπτώσεις δύσπιστης προσέγγισης στὸ πρόσωπό Του, ὅπως γιὰ παράδειγμα τοῦ ἀρχισυναγώγου, μὲ τό:  «εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν», προέτρεπε στὴν ὑπέρβαση καὶ στὴν ἐμπιστοσύνη σ᾽ Ἐκεῖνον, ἂν ἤθελε κανεὶς νὰ ἔβλεπε αἰσθητὰ στὴν ζωή του τὴν ἐνέργεια τῆς χάριτός Του: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι».

(2) ἡ ταπείνωση ὡς συναίσθηση τῆς μικρότητας καὶ τῆς ἀνεπάρκειας  τοῦ ἀνθρώπου. Συγκινεῖ πράγματι ἡ περίπτωση τοῦ Ρωμαίου αὐτοῦ, ποὺ  ἐκτὸς ἀκόμη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ εὑρισκόμενος, ἂν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ πεῖ κανείς, ἀφοῦ  τὸ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, παρουσιάζει μία ταπείνωση, τὴν ὁποία ἐπισημαίνουμε μόνο στοὺς βίους τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας.  «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανός, ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς». Καὶ ξέρουμε ὅτι χωρὶς τὴν ταπείνωση οὐσιαστικὰ πίστη στὸν Θεὸ δὲν ὑφίσταται. Ποῦ νὰ σταθεῖ ὁ Θεός, ἂν τὸ ἐγὼ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει γεμίσει τὴν καρδιά του καὶ τὸν κάνει νὰ ἐπιζητεῖ μόνον τὴν ἀνθρώπινη δόξα; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πάλι μᾶς ἀπεκάλυψε ὅτι  «πῶς δύνασθε πιστεῦσαι, δόξαν παρ᾽ ἀλλήλων λαμβάνοντες καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐκ ἐπιζητοῦντες;»

(3) τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν συνάνθρωπο, ἐν προκειμένῳ ἕναν δοῦλο. Ὁ Κύριος -δὲν βλασφημοῦμε, ἂν λίγο Τὸν ἑρμηνεύσουμε – πρέπει νὰ συγκινήθηκε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἀγωνία τοῦ ἀξιωματικοῦ γιὰ τὸν δοῦλο του, γιατί  θύμιζε σ᾽ ἕνα βαθμὸ τὴν δική Του ἐνέργεια σωτηρίας γιὰ τὸν ἄνθρωπο:  «Αὐτὸς Θεὸς ὢν ἐπτώχευσεν, ἵνα ἡμεῖς τῇ αὐτοῦ πτωχείᾳ πλουτήσωμεν». Ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ  κλίνει οὐρανούς καὶ κατέρχεται πρὸς τὸν κατώτερο ἄνθρωπο. Προφανῶς, ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ ἑκατοντάρχου στὸν δοῦλο του “λυγίζει” τὴν ἀπειρία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας.

.           Ἐμπιστοσύνη στὸν Χριστό, ταπείνωση, ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἄλλους. Τὰ κύρια γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, ποὺ ἐνεργοποιοῦν τὴν σώζουσα καὶ θεραπευτικὴ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ. Μήπως καὶ στὴν δική μας δύσκολη καὶ δεινῶς βασανιζόμενη ἐποχή, μὲ συμπτώματα πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς παραλυσίας, ἡ λύση θὰ ἔρθει ὄχι ἀπὸ τὶς συμμαχίες καὶ τὰ προγράμματα τῶν  ἄσπονδων φίλων μας, Εὐρωπαίων ἢ μή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν προσπάθειά μας νὰ ἀποκτήσουμε τὴ μεγάλη πίστη ποὺ ἐπαινεῖ ὁ Χριστός; Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας αὐτὸ τουλάχιστον ἀποδεικνύει. Ὅταν πολλοὶ ἅγιοι βεβαιώνουν ὅτι ὁ κόσμος μας στέκεται ἀκόμη, γιατί ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ προσεύχονται καὶ ζοῦν κατὰ Θεόν, τότε γιατί νὰ πιστεύσουμε ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἀποτελεσματικὴ λύση; Ποιος πιὰ  φυσιολογικός ἄνθρωπος, μὲ λίγη γνώση τῆς ἱστορίας καὶ λίγη πίστη στὸν Θεό, μπορεῖ νὰ ἔχει ἐμπιστοσύνη στὰ ἀνθρώπινα σχέδια; Μήπως δὲν ἰσχύει πάντοτε αὐτὸ ποὺ λέει τὸ γνωμικό:  ἐκεῖ ποὺ σχεδιάζουν οἱ ἄνθρωποι, γελάει ὁ Θεός;

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ» (pgdorbas.blogspot.gr)

, , ,

Σχολιάστε