Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Ταπείνωση

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–2

Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Ἀπάνθισμα ἄρθρου τοῦ Ἀρχιμ. Συμεὼν Bruschweiler,
(τῆς Ἱ. Μονῆς Τ. Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας),
μεταφρασθὲν ἐκ τοῦ γαλλικοῦ περιοδικοῦ S.O.P. (τ. 207)

Περιοδ. «ΕΡΕΙΣΜΑ»
(Ἱ. Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρῶν)
ἀρ. τ. ΙΑ´, Ἄνοιξις 2003

Ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογρ».

Μέρος Α´: Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ–1

.             Ὁ Χριστός μὲ τὴν σταυρικὴ Του θυσία, τὴν ταφὴ Του καὶ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδῃ «ἔλυσε τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (Πραξ. β΄, 24), καὶ «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας». Ἂν μάλιστα μὲ τὴν Ἀνάληψί Του «ἀνέβη ὑπεράνῳ πάντων τῶν οὐρανῶν», εἶναι γιατὶ «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς» (Ἐφ. δ΄, 9). Ἔτσι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἔδειξε ὅτι ὁ δρόμος γιὰ τὴν Ἀνάστασι, γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, περνᾶ ἀπὸ τὸν ἅδη. Μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδη, ποὺ δείχνει τὴν συγκατάβασί Του, τὴν ἄκρα ταπείνωσί Του, τὴν κένωσί Του, τὴν ἀγάπη Του, ἡ ὁποία ἀγκαλιάζει καὶ ἀναγεννᾶ ὅλους μας, ἐθριάμβευσε στὰ σκοτάδια τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τοῦ μίσους, τοῦ διαχωρισμοῦ, κι ἔτσι κατήργησε ἐκεῖνον ποὺ κατεῖχε τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τὸν διάβολο (Ἑβρ. β΄, 14). Καρπὸς καὶ ὄργανο αὐτῆς τῆς νίκης εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποίαν «πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσι» (Ματθ. ιϛ΄, 18).
.             Ὑπάρχει, λοιπόν, μέσα στὴν Ἐκκλησία μία ἀληθινὰ πνευματικὴ θεραπεία, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἰατρεύσωμεν τὶς πνευματικές μας ἀσθένειες, δηλαδὴ τὰ πάθη μας. Δὲν μποροῦμε νὰ εἰποῦμε ὅτι θὰ σωθοῦμε, ἐὰν βασιλεύη στὴν ψυχή μας ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου μέσῳ τῶν παθῶν μας. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἔπεσε στὴν ἁμαρτία, ἄρα στὸν πνευματικὸ θάνατο, λόγῳ τῆς ὑπερηφανείας του –(πρβλ. «καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί», Γεν. γ΄, 5), τότε τὸ κυριώτερο μέσον γιὰ νὰ θεραπευθῆ ἡ ἀσθένεια τοῦ ἐγωϊσμοῦ, εἶναι ἡ ταπείνωσις. Δὲν ὑπάρχει σωτηρία δίχως ταπείνωσι· διότι ἡ ἀρετὴ αὐτὴ ἀνοίγει τὶς θύρες τῆς καρδιᾶς μας στὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.
.             Ἡ ὑπερηφάνεια ἀντιστέκεται μέσα μας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πάθος. Βέβαια, μόνον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τελικὰ θὰ μᾶς σώση καὶ ὄχι οἱ δικὲς μας προσπάθειες, ὅσο μεγάλες καὶ ἂν εἶναι, ὅσο τελείως ἀναγκαῖες καὶ ἂν εἶναι. Γιὰ νὰ μπορέση, ὅμως, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήση μέσα μας, πρέπει νὰ τῆς διαφυλάξωμε ἕνα «χῶρο», ἕνα «τόπο». Ἐὰν ὁ Θεὸς εὑρίσκη μέσα μας ὀργή, μῖσος, φιληδονία, ματαιοδοξία, ὑπεροψία, ἐγωϊσμό, τότε δὲν παραμένει ἡ χάρις Του μαζί μας· γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἐπιβάλλεται. Σὲ μᾶς ἐναπόκειται νὰ προετοιμάσωμε τὴν «γῆν τὴν καλή», ὥστε Αὐτὸς νὰ τὴν καλλιεργήση, ὅπως καὶ στὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ σπορέως. Ἐκεῖ, παρ’ ὅτι ὁ σπόρος διεσκορπίσθη ἀφθόνως, «ἃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, ἄλλα δὲ ἐπὶ τὰ πετρώδη, ἄλλα δὲ ἐπὶ τὰς ἀκάνθας, καὶ ἄκαρπος γίνεται…» (Ματθ. ιγ΄). Χρειάζεται, λοιπόν, μία γῆ ἐπιμελῶς ὀργωμένη, τὴν ὁποίαν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ πρέπη νὰ ἑτοιμάσωμε. Γι’ αὐτό, ὅσο ζῆ μέσα μας τὸ πάθος τῆς ὑπερηφανείας, ὀφείλομε νὰ κάνωμε τὸ πᾶν γιᾶ νὰ τὸ ξερριζώσωμε.
.             Ὁ λόγος λοιπόν, ποὺ ἀπευθύνθη τότε στὸν ἅγιο Σιλουανό, ἦταν ἀκριβῶς ἕνας λόγος, ἕνας τρόπος πνευματικῆς θεραπείας, για νὰ καταφλεγῆ μέσα του κάθε ἴχνος ἐγωϊσμοῦ, ὥστε ἡ ψυχὴ του νὰ εὕρη τὴν ταπείνωσι. Διότι στὴν ἀρχὴ τῆς μοναχικῆς του ζωῆς, περίπου ἕξι μῆνες μετὰ τὴν ἄφιξί του στο Μοναστῆρι, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς εὐεργετήθη μὲ μία ἀπό τὶς μεγαλύτερες δωρεές, ποὺ μπορεῖ νὰ δεχθῆ ἄνθρωπος. «Ὁ Κύριος ἐνεφανίσθη μὲ ἀκατάληπτο τρόπο στὸν νεαρὸ δόκιμο, καὶ ὅλη του ἡ ὕπαρξις, ἀκόμη καὶ τὸ σῶμα του, ἐγέμισε ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἀλλ’ ὅμως δὲν διέθετε ἀκόμη τὴν πνευματικὴ ὡριμότητα, ποὺ θὰ τοῦ ἐπέτρεπε νὰ διαφυλάξη αὐτὴν τὴν χάρι. Παρεκινήθη πρὸς τὴν κενοδοξία, λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτῆς δωρεᾶς, νιώθοντας μία κάποιαν ἀνωτερότητα ἔναντι τῶν ἄλλων μοναχῶν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Advertisements

,

Σχολιάστε

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΑΝΤΑ (ταπεινό) ΘΕΟ (Ἀρχιμ. Δαν. Ἀεράκης)

ΣΤΗ ΒΑΣΙ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ

τοῦ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Ἀεράκη

Ποιοί γιορτάζουν τὰ Χριστούγεννα; Οἱ ταπεινὲς καὶ ἁπλές ψυχές. Ὅλο τό μεγαλεῖο τό σερβίρει στὸ Χριστουγεννιάτικο πνευματικὸ τραπέζι μιὰ κόρη. Τὴν λένε Ταπείνωσι.
• Ὅποιος κυττάζει ψηλά, δὲν βλέπει τὴ σάρκωσι· βλέπει τὴν ὑπερηφάνεια…
Ὅποιος σκύβει χαμηλά, αὐτὸς βλέπει τὸν Ὑψηλὸ Θεό, πού ἔγινε ἄνθρωπος.
Ποῦ εἶσαι, Χριστέ;
Στὴ φάτνη, πού λέγεται ταπείνωσις. Ἐσύ ἔγινες ἄνθρωπος ταπεινός, γιὰ νὰ μπορέσω ἐγώ, ὁ μικρὸς καὶ ταπεινωμένος ἄνθρωπος, νὰ γίνω Θεός!
Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ταπεινός. Ὁ Ταπεινούμενος. Ὁ Ταπεινωθείς. Ποτὲ ὅμως δὲν ἔγινε καὶ δὲν εἶναι ὁ ταπεινωμένος! Μόνος Του σκύβει καὶ κατεβαίνει. Ἡ ἁμαρτία ποτὲ δὲν Τὸν ταπεινώνει καὶ δὲν Τὸν κατεβάζει.
Ἀπό ποιόν γεννήθηκες, Χριστέ;
Ἀπὸ μιὰ ταπεινὴ Κόρη. Ἡ Παρθένος Μαρία εἵλκυσε τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ταπείνωσί της. Πίστευε στὴν εὐτέλειά της, στὴν ἀναξιότητά της. «Ἐπέβλεψεν ἐπί τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ», λέει (Λουκ. α´ 48). Τί εἶμαι ἐγώ; Ἕνα τίποτε! Ἕνα μηδέν! Στὸ μηδὲν (Ο) ὅμως, ἡ ταπείνωσις, βάζει ἕνα (Υ) καὶ τὸ κάνει Οὐ-ρανό! Καὶ ἀκόμα τὸ μηδὲν, μὲ τὴν ταπείνωσι γίνεται Ω καὶ τήν κάνει Ὡραία. Ἡ μικρὴ Μαρία, μὲ τὴν ταπείνωσί της, δέχτηκε τὸν Οὐράνιο καὶ ἔγινε ἡ Ὡραία!
Ποῦ γεννήθηκες, Χριστέ;
“Μέσα στὴν ἄσημη, τὴν ταπεινὴ φάτνη”! «Καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι» (Λουκ. β´ 7). Φάτνη! Λιτότητα καὶ ἁπλότητα, ἀντίθεσις στὴν ὑπερηφάνεια τῆς πολυτέλειας. «Τί γὰρ εὐτελέστερον σπηλαίου; τί δὲ ταπεινότερον σπαργάνων; ἐν οἷς διέλαμψεν ὁ τῆς Θεότητός σου πλοῦτος…» (Ὑπακοή ὄρθρου Χριστουγέννων). Καταδέχτηκε νὰ γεννηθῆ μέσα σ’ ἕνα σταῦλο!
Σταῦλος καὶ Σταυρός, τὰ δύο ξενοδοχεῖα, πού φιλοξένησαν τὸν Θεάνθρωπο! Σπήλαιο καί σπάργανα. Οἱ ταπεινώσεις τοῦ Χριστοῦ. Μπῆκε στὴ σπηλιὰ τῆς ἁμαρτίας, γιὰ νὰ βγάλη στὸ Φῶς τῆς σωτηρίας τὸν ἄνθρωπο. Περιτυλίχτηκε σπάργανα, γιὰ νὰ δείξη ὅτι εἶναι ὁ τυλιγμένος ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύσι.
Πῶς γεννήθηκες, Χριστέ;
Ὡς βρέφος. Ὁ «Παλαιός τῶν ἡμερῶν» (Δαν. ζ´ 9) ἔδωσε σημεῖο παρουσίας μὲ τὴ βρεφοποίησι: «Τοῦτό ἐστι τὸ σημεῖον: Εὐρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον καὶ κείμενον ἐν φάτνῃ» (Λουκ. β´ 12).
Ὁ ἰσχυρὸς Θεὸς ἐφάνη βρέφος μικρὸ καὶ ταπεινό! Στὰ βρέφη κρύβεται καί τὸ μέλλον τοῦ κόσμου. Στὸ βρέφος τῆς Βηθλεὲμ ἀποκαλύπτεται ὁ Παντοδύναμος ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν αἰώνων!
Σέ ποιούς φανερώθηκες, Χριστέ;
Στὴν ταπείνωσι τῶν ποιμένων. Ἡ καλύτερη κεραία, πού συλλαμβάνει τά οὐράνια μηνύματα, εἶναι ἡ ταπείνωσις.
Γιατί ὁ ἄγγελος δὲν εὐαγγελίστηκε τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων στοὺς τρανοὺς καὶ μεγάλους τῆς γῆς;
Ἡ ὑπερηφάνειά τους εἶναι πυκνὴ νέφωσις. Οὔτε ἄγγελος δὲν μπορεῖ νὰ περάση ἀπό τα σύννεφα τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ νὰ μιλήση σὲ ὑπερφίαλα ὄντα. Εὐαγγελίζεται τὴ σάρκωσι, τὴ γέννησι τοῦ Θεανθρώπου, σὲ ἁπλές ψυχές.
Ἀνακοινώνει στὸν κόσμο τῆς ἁπλότητας, τῆς ταπεινώσεως καὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ μοναδικὸ μήνυμα: «Ἰδού εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ» (Λουκ. β´ 10). Οἱ ποιμένες τῆς Βηθλεὲμ ἦσαν ἀγραυλοῦντες. Ἀγρυπνοῦσαν, φύλαγαν καλὰ τὸ κοπάδι τους. Ὁ κόσμος κοιμᾶται, ὁ Οὐρανὸς ξαγρυπνᾶ! Μεσάνυχτα ἔχει ὁ κόσμος…
Διανυκτερεύει ὁ Θεός! Διανυκτερεῦον φαρμακεῖο τὸ σπήλαιο! Διανυκτερεύουν καί οἱ ἄγγελοι! Διανυκτερεύουν οἱ ποιμένες! Σήμερα δυστυχῶς οἱ χριστιανοὶ κοιμοῦνται, κι ὁ διάβολος μέ τὰ ὄργανά του ξαγρυπνοῦν…
Ποῦ θά βροῦμε, σήμερα, τὸν Χριστό;
Στὴν ταπεινὴ μορφὴ πού λαμβάνει. «Ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων ἔλαβε δούλου μορφήν» (Φιλιπ. β´ 6). Στὴν παιδικότητα. «Ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπό σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις» (Ματθ. ια΄ 25).
Στὸ σχολεῖο τοῦ Χριστοῦ δὲν πηγαίνουν τύποι μὲ διανοητικὴ ὑπερπλασία, δηλαδή μὲ ὑπερηφάνεια, οὔτε τύποι μὲ καθυστέρησι, δηλαδὴ προσκολλημένοι σὲ νεκροὺς θρησκευτικοὺς τύπους. Φοιτοῦν ὅσοι ἔχουν φρόνημα ταπεινό. «Μακάριοι oἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε´ 3).
«Σημεῖο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη», λέει ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος.
Πῶς θά ἀνεβῶ στὸν Χριστό;
Ὅταν κατεβῶ! Ἡ ταπείνωσις εἶναι ἡ οὐράνια σκάλα. Κατέβηκε ὁ Θεός! «Ἐκένωσεν ἐαυτόν…» (Φιλιπ. β´ 7).
Κατάβασις τοῦ Θεοῦ σημαίνει συγκατάβασις, ὄχι μετάβασις (τοπικά). Γιὰ τὸν Θεὸ Λόγο, ἡ «σκάλα», ἡ ταπείνωσις, εἶναι οὐράνια. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ ταπείνωσις εἶναι σκάλα στὰ μέτρα του. Ἁπλούστατα, ξέρει τὰ μέτρα του ὁ ταπεινός. Ὅσο πιὸ σύμμετρη εἶναι ἡ σκάλα τῆς ταπεινώσεως, τόσο πιὸ πολὺ ἑλκύει ὁ ἄνθρωπος τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «ταπεινοῖς δίδωσι χαριν» (Ἰακ. δ´ 6).
Τί θέλω σήμερα, Χριστέ;
Θέλω τὴν ἡμέρα τῆς Γιορτῆς Σου, νὰ σκύψω νὰ Σέ προσκυνήσω, νὰ ἀσπαστῶ τὰ θεῖα Σου σπάργανα, πού τυλίχτηκες.
Θέλω καὶ κάτι ἀκόμα: Νὰ μὲ ντύσης μὲ τὰ σπάργανα τῆς ταπεινώσεως.
Νὰ σκύβω βαθειὰ καὶ νὰ θάβω τὸν ἐγωισμό μου. Νὰ σκύβω καὶ νὰ προσκυνῶ τὴ γέννησί Σου χωρὶς λογισμούς.
Νὰ σκύβω ὑποχωρώντας στοὺς συνανθρώπους μου. Νὰ σκύβω καὶ νὰ τούς διακονῶ.
Μάθε μας τὴν ταπείνωσι Ἐσύ, πού ἔκλινες Οὐρανοὺς καὶ κατέβης. Ἐσύ, ποὺ τυλίχτηκες τὰ σπάργανα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἐσύ, ποὺ ἔκρυβες τὴ Θεότητά σου στὴ μορφὴ τοῦ δούλου. Ἐσύ, «ὁ Πρᾶος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια´ 29).

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ κατὰ τὸν ἅγιο Πορφύριο

 

«Τὸ θεµέλιο τῆς πνευµατικῆς ζωῆς
κατὰ τὸν ἅγιο Πορφύριο»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἀπὸ τὸ Σηµειωµατάριο ἑνὸς Ὑποτακτικοῦ»,
τ. Α´, ἐκδ. «Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος»,
Μήλεσι 2016

– Τί κατάλαβα τόσα χρόνια κοντὰ στὸν Γέρoντα Πορφύριο; Κατάλαβα ὅτι ἡ ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωὴ ξεπερνάει τὴν διανοητικὴ κατανόηση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως δηλαδὴ τὴν διανoητικὴ γνώση, ξεπερνάει τὴν ἐφαρµογὴ τόσον τῶν νοµικῶν κανόνων, δηλαδὴ τὸ τυπικό, ὅσον καὶ τῶν ἠθικῶν ἐπιταγῶν, δηλαδὴ τὴν ἠθικὴ συµπεριφορά, καὶ ἀπαιτεῖ τὴν τήρηση τῆς πρώτης καὶ µεγάλης ἐντολῆς: «Ἀγαπήσεις Κύριoν τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου» καὶ ἀσφαλῶς καὶ τὴν δευτέρα: «καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Ὅλη µάλιστα αὐτὴ ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ ἀναπτύσσεται µέσα στὸ τρίπτυχο “ἀνιδιοτέλεια, ἑνότητα καὶ ταπείνωσις”.
.                Εἶναι χρήσιµη ἡ γνώση, εἶναι ὠφέλιµη ἡ τήρηση τῶν τύπων, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἠθικὴ ζωή, ἀλλὰ µόνα τους ὅλα αὐτὰ δὲν ἀρκοῦν. Χρειάζεται ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία φέρει σὲ προσωπικὴ κοινωνία τὸν πιστὸ µὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἔτσι ὁ πιστὸς λούζεται στὴν αἰσθητὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀλλοιώνεται, γίνεται χαριτωµένος καὶ ἀκτινοβολεῖ τὴν χάρη ποὺ δέχεται.

Καὶ τί εἶναι ἡ ἀνιδιοτέλεια;
.              Εἶπε ὁ Γέροντας µία Μεγάλη Παρασκευὴ µετὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑπιταφίου: «Θέλω νὰ παρακαλέσω τὸν Θεὸ νὰ βάλει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους στὸν Παράδεισo καὶ ἐµένα στὴν Κόλαση. Εἶναι πολὺ ἐφάµαρτο αὐτό;»
Ἔγραψε στὴν πνευµατική του διαθήκη:
– Τώρα ποὺ θὰ πάω στὸν οὐρανὸ ἔχω τὸ συναίσθηµα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ µοῦ πεῖ: «Τί θέλεις ἐσὺ ἐδῶ;». Ἐγὼ ἔχω ἕνα νὰ τοῦ πῶ: Δὲν εἶµαι ἄξιος, Κύριε, γιὰ ἐδῶ, ἀλλὰ ὅ,τι θέλει ἡ ἀγάπη σoυ ἂς κάνει γιὰ µένα». Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα δὲν ξέρω τί θὰ γίνει. Ἐπιθυµῶ ὄµως νὰ ἐνεργήσει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Καὶ τί εἶναι ἑνότητα;
.              Μία βραδιὰ ποὺ τὴν φώτιζαν µόνο τ᾽ ἀστέρια στὸν οὐρανὸ ἐπιστρέφαµε µὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸ Καλλίσια τῆς Πεντέλης στὴν Πεντέλη καὶ µοῦ ἔλεγε κατὰ τὴν διαδροµὴ µέσα στὸ δάσος: «Τὸ µυστικὸ τῆς πνευµατικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἑνότητα. Πρέπει νὰ αἰσθανόµαστε ἐνωµένοι µἐ ὅλους, φίλους καὶ ἐχθρούς». Εἶπε πολλά. Ἀλλὰ τί µποροῦσε νὰ καταλάβει ἕνας ποὺ εἶχε µάθει νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν προσωπική του σωτηρία;
.              Ὁ Σεβασµιώτατος Χανίων κ. Eiρηναῖoς εἶπε κάποτε σὲ µία ραδιoφωνικὴ ἐκποµπή: Νὰ µερικὰ ἀπὸ ὅσα σηµείωσα ἀπὸ ὅσα ἄκουσα ἀπὸ τὸ στόµα του (τοῦ Γέρ. Πορφυρίου): «Δὲν µπορεῖς νὰ σωθεῖς µόνος σου, ἂν δὲν σωθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι. Εἶναι λάθος γιὰ ὁποιονδήποτε νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν ἑαυτό του, νὰ σωθεῖ ὁ ἴδιος. Τοὺς ἄλλους πρέπει νὰ ἀγαπᾶµε, τὸν κόσµο, νὰ µὴ χαθεῖ κανείς. Αὐτὸ ἔχει ἀξία».
.             Ὁ Γέρων Πορφύριος θεωροῦσε τὴν ἑνότητά µας µὲ ὅλους κεντρικὸ θέµα τῆς χριστιανικῆς µας ἀντιλήψεως καὶ ζωῆς. Moίραζε στοὺς ἐπισκέπτες του ἀποσπάσµατα ἀπὸ ἕνα λόγο τοῦ ἁγίου Συµεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου: «Ὅλους τοὺς πιστοὺς ὀφείλoυµε νὰ τοὺς βλέπουµε σὰν ἕνα…»

Καὶ τί εἶναι ταπείνωσις;
.             Δύσκoλo νὰ τὸ καταλάβει ὅποιος δὲν τὴν ἔχει. Ἡ ταπείνωσις εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀποκτᾶται µόνο µὲ ἀνθρώπινη προσπάθεια, ἀλλὰ καὶ δὲν δωρίζεται χωρὶς προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες πάλι εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ποτὲ δὲν µπορεῖ ὁ ταπεινὸς νὰ καυχηθεῖ ὅτι ἔγινε ταπεινὸς µὲ τὴν προσπάθειά του.
.                Θὰ µπορούσαµε νὰ ποῦµε, κάνοντας διανοητικοὺς ἀκροβατισµούς, ὅτι ἡ ταπείνωση προϋποθέτει τὸ γνῶθι σαυτόν. Ὄχι ὅµως τὴν γνώση τῶν δυνατοτήτων µας, ἀλλὰ τὴν γνώση τῶν ἀσθενειῶν µας, τὴν γνώση τῆς ἀσθενείας µας. Χωρὶς τὴν ζωογόνο δύναµη τοῦ Θεοῦ ὁ ἀνθρωπoς, ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ οὕτως ἐξανθήσει». «Χωρὶς ἐµοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Ὅλα ὅσα γίνονται «δι᾽ ἡµῶν» εἶναι ἔργα τοῦ Θεοῦ, «Τί ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δὲ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς µὴ λαβών;».
.              Ὅσο πλησιάζεις πρὸς τὸ φῶς, τόσο περισσότερο αἰσθάνεσαι τὴν σκοτεινότητά σου. Μακριὰ ἀπ᾽ τὸν ἥλιο νοµίζεις πὼς ἐκπέµπεις φῶς, κρατώντας ἕνα κεράκι. Κοντὰ στὸν ἥλιο συγκρίνεσαι µὲ αὐτὸν καὶ διαπιστώνεις ὅτι εἶσαι σκοτάδι.
.              Λογικὰ ἡ ταπείνωσις εἶναι αἴσθησις τῆς διαφoρᾶς µεταξὺ τοῦ ἀπολύτου φωτός, ποὺ εἶναι ὁ Θεός, ποὺ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόµενον εἰς τὸν κόσµον, καὶ τοῦ σκότους στὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκετο ὁ ἄνθρωπoς, ἐὰν δὲν τὸν ἐφώτιζε ὁ Θεός.
.           Καὶ ὅµως αὐτὸς ὁ ἀσθενὴς ἄνθρωπoς τολµᾶ νὰ πεῖ «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναµοῦντι µε Χριστῷ». Μπορεῖ µὲ τὴν δύναµη τοῦ Θεοῦ νὰ λέγει «στήτω ὁ ἥλιος κατὰ Γαβαὼν καὶ ἡ σελήνη κατὰ φάραγγα Αἰλών» (Ἰησ. Ναυῆ ι´12) καὶ νὰ σταµατάει τὴν κίνηση τῶν oὐρανίων σωµάτων, τὴν κίνηση τῆς γῆς γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ὥστε ταπείνωσις δὲν εἶναι ἡ ἀδυναµία, ἀλλὰ ἡ γνῶσις ὅτι ἡ δύναµις ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ χαρίζεται στὸν ἄνθρωπo.

 

 

 

, , , ,

Σχολιάστε

«ΜΗ ΤΟ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, ΜΗ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΟΥΜΕ, ΜΗ ΤΟΥ ΠΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΣΟΥΝ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ…!» (Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)

«ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΑΛΚΙΝΟ ΤΕΙΧΟΣ
ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ»

(Ἀββάς Ποιμήν)

.             Ὅποιος «ἔχει θέλημα» καὶ δὲν τὸ καταπολεμᾶ διὰ τῆς ὑπακοῆς σὲ Πνευματικὸ πατέρα, ζεῖ ζωὴ ὑπερήφανη, ἐγωιστική, ζεῖ ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος καὶ βασανίζεται. Οἱ ἄνθρωποι ταλαιπωροῦνται καὶ ταλαιπωροῦν, διότι δὲν κόβουν τὸ θέλημά τους ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, κατὰ τὸ «Ὑπακούετε ἀλλήλοις».
.             Αὐτό, τὸ θέλημα εἶναι σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τὸ χάλκινο τεῖχος, ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, διότι μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διαβάζουμε στὸ Γεροντικό: «Ὁ ἀββὰς Ποιμὴν εἶπε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τεῖχος χάλκινο ἀνάμεσα σ᾽ αὐτὸν καὶ τὸν Θεό, καὶ πέτρα ποὺ (γυρίζει) καὶ χτυπάει τὸν ἴδιο (τὸν ἄνθρωπο). Ἂν λοιπὸν τὸ ἐγκαταλείψει, θὰ λέει κι αὐτὸς (ὅπως ὁ προφήτης Δαβίδ): «Ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος» (Ψαλμ. ΙΖ´ 30). Ἂν πάλι τὸ δικαίωμα συνεργαστεῖ μὲ τὸ θέλημα, τότε ὁ ἄνθρωπος νικιέται»[1].
.             «Αἱματηρὸς» ἀγώνας ἀπαιτεῖται γιὰ τὴν ἀποβολὴ τοῦ ἰδίου θελήματος. «Ἡ Πατερικὴ πείρα χαρακτήρισε …τὸν ἀγώνα (τοῦ ἀνθρώπου) γιὰ τὴν ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, σὰν μαρτύριο καὶ σταυρό. Ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἀποτελεῖ βασικὸ στοιχεῖο τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας. Διότι ὅταν κανεὶς ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημά του, ἀρχικὰ ἀπολαμβάνει τὴν τέρψη τῆς ἡδονῆς, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ἐφήμερη, παραπλανητικὴ καὶ καταλήγει γρήγορα σὲ ἀπογοήτευση καὶ πίκρα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος ἀξιολογεῖται περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία καὶ τὴν προσευχή, οἱ ὁποῖες χωρὶς τὴν ὑπακοὴ αὐξάνουν τὸν ἐγωκεντρισμὸ καὶ ἐνισχύουν τὴ φιλαυτία. Αὐτὸς ποὺ ἐπιμένει στὸ θέλημά του ἔχει μεγάλη ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ»[2]. Ὅσοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θέλημά τους νοσοῦν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοπεποίθηση.
.             «Ὁ ὑπερήφανος», γράφει ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, «δὲν ἀναζητεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ , ἀλλὰ προτιμᾶ νὰ κατευθύνει ὁ ἴδιος τὴ ζωή του (ἐνν. κάνοντας τὸ θέλημά του). Καὶ δὲν καταλαβαίνει πώς, χωρὶς τὸν Θεό, δὲν ἐπαρκεῖ τὸ λογικὸ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ τὸν καθοδηγεῖ. Κι ἐγώ, ὅταν ζοῦσα στὸν κόσμο, προτοῦ νὰ γνωρίσω τὸν Κύριο καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐστηριζόμουν στὸ λογικό μου. Ὅταν ὅμως γνώρισα μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τότε παραδόθηκε ἡ ψυχή μου στὸν Θεὸ καὶ δέχομαι ὁ,τιδήποτε θλιβερὸ μοῦ συμβεῖ καὶ λέω: “Ὁ Κύριος μὲ βλέπει … Τί νὰ φοβηθῶ;” Προηγουμένως ὅμως δὲν μποροῦσα νὰ ζῶ κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο. Γιὰ ὅποιον παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ζωὴ γίνεται πολὺ εὐκολότερη, γιατί στὶς ἀρρώστιες, στὴ φτώχεια καὶ στὸ διωγμὸ σκέφτεται: “Ἔτσι εὐδόκησε ὁ Θεὸς καὶ πρέπει νὰ ὑπομείνω γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου”»[3] .
.             Ὁ πνευματικὰ ὑγιὴς ἄνθρωπος ἀφήνεται στὸν Θεό. Κάνει ὑπακοὴ καὶ ὅλα τοῦ γίνονται ὅπως τὰ θέλει, διότι δὲν θέλει τίποτα δικό του, ἀλλὰ πάντα αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Θεός. Ὅποιος ἔχει θέλημα καὶ ἐπιθυμίες αὐτὸς βασανίζεται καὶ βασανίζει.
.             Ὁ Γέροντας Πορφύριος ἦταν πολὺ αὐστηρὸς ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ κάνει ὑπακοή. Χαρακτηριστικὰ ἔλεγε γιὰ κάποιον «ἀνυπότακτο ὑποτακτικό»: «Εἶχε ἔρθει ὁ … Τὸν κάλεσα, γιατί εἶπε ὅτι δὲν πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, διότι στὴν ἐκκλησία παθαίνει κακό, ὅταν αἰσθάνεται κλεισμένο χῶρο καὶ δὲν μπορεῖ.
–Τοῦ λέω, τώρα τί εἶναι αὐτό, βρέ! Ἐγὼ θέλω νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία, νὰ σηκωθεῖς πρωὶ γιὰ νὰ ἔρθεις νὰ φυτέψουμε τὰ δέντρα. Κι ἐσύ μοῦ λὲς αὐτό;
–Ἄ, μπά, λέει, δὲν μπορῶ.
–Τοῦ λέω, ἄκου νὰ σοῦ πῶ, νὰ ξέρεις ὅτι σ’ ἔχω ἀφήσει ἐλεύθερο, δὲν σοῦ μιλάω, ἀλλὰ αἰσθάνομαι καὶ τύψεις, διότι ἐσύ, ἀντὶ νὰ συμμορφωθεῖς, πιὸ πολὺ ἐγωιστὴς γίνεσαι, γιατί ὅπου θέλεις, πηγαίνεις, ὅπου σοῦ καπνίσει, καὶ κάνεις καὶ ὅ,τι θέλεις καὶ ἔτσι ἰσχυροποιήθηκε τὸ θέλημά σου καὶ ζεῖς μέσα στὸ κακὸ πνεῦμα καὶ βασανίζεσαι. Ἐγώ, λέω, θ’ ἀρχίσω νὰ ἐφαρμόζω κανόνες. Δὲν ἔχεις διαβάσει περὶ ὑπακοῆς;
–Λέει, ἔχω διαβάσει.
– Ποῦ διάβασες;
– Στὴν “Κλίμακα”.
– Ἔ, δὲν θυμᾶσαι τί λέει;
– Ἔ, λέει, θυμᾶμαι. Ἀλλὰ τώρα, ἔτσι πού μοῦ τὰ λὲς μ’ ἐκβιάζεις καὶ δὲν μπορῶ ἐγώ.
– Ἐγώ, λέω, σ’ ἐκβιάζω;
– Γιατί μοῦ εἶπες ὅτι θὰ μοῦ δίνεις τρία παξιμάδια τὴν ἡμέρα νὰ τρώγω καὶ θὰ μὲ διώξεις ἀπ’ ἐδῶ. Δὲν εἶναι ἐκβιασμός;
– Ὄχι, εἶναι κανόνας αὐτός, γέροντας εἶμαι, μπορῶ νὰ σοῦ πῶ αὐτό. Τί θέλεις ἐσύ, νὰ σὲ πηγαίνουμε ὄπα ὄπα ὄπα; μὴ μοῦ ἅπτου, καὶ νὰ λέμε, πρόσεχε, μν τ στενοχωρήσουμε τ παιδί; Ν μν τ τραυματίσουμε, ν μν το πομε τίποτα κα τ πιάσουν τ νερα του, μελαγχολία του; Τ ντιδραστικά του; Δηλαδή, νὰ κοιτάζουμε ἐσένανε καὶ νὰ σὲ φοβούμαστε μήπως σοῦ ποῦμε καμιὰ λέξη καὶ στενοχωρηθεῖς. Αὐτὸ εἶναι μεγάλος ἐγωισμός, τοῦ λέω. Τί μοῦ κουβεντιάζεις;
–Μ’ ἐκβιάζεις, μοῦ λέει.
–Πῶς σ’ ἐκβιάζω;
–Νά, ποὺ μοῦ λὲς αὐτά.
–Δὲν εἶμαι πνευματικός σου; Δὲν ἔρχεσαι ἐδῶ, δὲν ἐξομολογεῖσαι, δὲν σοῦ διαβάζω εὐχὴ καὶ πηγαίνεις καὶ μεταλαβαίνεις; Δὲν ἔχω ὑποχρέωση νὰ σοῦ πῶ ἔτσι; Τί θὰ πεῖ σ’ ἐκβιάζω; Πρέπει ν μάθεις ν πακούεις, ν ταπεινώνεσαι»[4].
.           Ὁ Γέροντας-Πνευματικὸς Πατέρας ἔχει ὑποχρέωση νὰ κόβει τὸ θέλημα τοῦ ὑποτακτικοῦ-πνευματικοῦ του παιδιοῦ προκειμένου νὰ τὸν βοηθήσει πνευματικά. Ἔτσι θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος, διότι φεύγει ὁ ἐγωισμός, ἡ φιλαυτία ποὺ εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν παθῶν. Ἔτσι φεύγει καὶ ἡ κατάθλιψη.

Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

[1] Παύλου μοναχοῦ Εὐεργετινοῦ, Μικρὸς Εὐεργετινός, κεφ. ΙΕ´: Νὰ μὴν ἀντιλέγουμε ἐριστικά, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, σελ. 106 [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/mikros_eyergetinos.htm.]
[2] π. Γεώργιος Κουγιουμτζόγλου, Λατρευτικὸ Ἐγχειρίδιο. Στοιχεῖα ἀγωγῆς γιὰ τὴν τάξη καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδόσεις Συναξάρι, Θεσσαλονίκη 1998, [users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/leitoyrgika/glossary.htm]
[3] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Ὁ Ἅγιος Σιλουανός», Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλευθερία, σελ. 408.
[4] Ἁγ. Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, «Συνομιλία γιὰ τὴν κατάθλιψη», Μήλεσι 2014, σελ. 17-18.

 

 

, , ,

Σχολιάστε

«ΟΣΟ ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΗ Η ΚΑΡΔΙΑ, ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ Η ΠΤΩΣΗ» (Ἅγ. Πορφύριος)

«Ὅσο πιό σκληρόκαρδος εἶναι ὁ ἄνθρωπος,
τόσο πιό βαθιά θά εἶναι ἡ πτώση του»

Ἅγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

.         Ὅσο πιό σκληρόκαρδος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιό βαθιά θά εἶναι ἡ πτώση του.Ἕνα αὐγό σπάει καί ἀπό ὕψος 30 πόντων. Ὅμως ἕνας βράχος πρέπει νά ἀνέβει πολύ ὑψηλά καί νά πέσει, γιά νά συντριβεῖ.
.         Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει πολύ σκληρή καρδιά, θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά πετύχει κάποια πράγματα: Νά ἀνέβει ψηλά καί κατόπιν νά πέσει βαρύγδουπα γιά νά συντριβεῖ, νά μαλακώσει, νά σπάσει. Ὅμως ὁ μαλακός ἄνθρωπος, ὁ εὐαίσθητος, ὁ πονόψυχος μπορεῖ νά μήν ἔχει μεγάλες κοσμικές ἐπιτυχίες, νά βρίσκει ὅλο ἐμπόδια, αὐτό ὅμως τόν προστατεύει ἀπό μεγάλες πτώσεις, τίς ὁποῖες ἡ εὐαίσθητη καρδιά του δέν θά ἀντέξει.
.         Νά λοιπόν, πού τά ἐμπόδια στή ζωή μας εἶναι ἡ προστασία μας καί ὄχι ἡ κατάρα μας καί ἡ δοκιμασία μας.
.           Ἔτσι, ὅταν ὁ Θεός θέλει νά μᾶς γλιτώσει ἀπό ἐγωιστικά στραπατσαρίσματα βάζει ἐμπόδια στά σχέδιά μας. Δηλαδή, τό ἐμπόδιο εἶναι ἡ προστασία ἀπό ἐγωιστικές πτώσεις.
Γι’ αὐτό ὁ λαός λέει:
.         «Κάθε ἐμπόδιο γιά καλό” καί κατ’ ἀναλογίαν “κάθε ἄνεση γιά κακό!»
.         Λέγουν οἱ Πατέρες «οὐδείς εἰσῆλθε μετ’ ἀνέσεως στόν παράδεισο». Ὡς ἐκ τούτου πρίν ἀπό κάθε πτώση, προηγεῖται ἐγωιστική ἄνεση καί πρίν ἀπό κάτι ὄμορφο, συντριβή καί ταπείνωση.

ΠΗΓΗ: hristospanagia3.blogspot.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Τὸ μεγαλεῖο τῆς ταπεινοφροσύνης του

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»

.           Γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Βαπτιστοῦ δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε πολλά· μιλᾶ τὸ τέμπλο κάθε Ὀρθόδοξου ναοῦ – στὰ δεξιὰ τῆς εἰκόνας τοῦ Δεσπότου βρίσκεται πάντοτε ἡ εἰκόνα του – καὶ ὁ ἔπαινος τοῦ Κυρίου γιὰ ἐκεῖνον, ὁ ἔπαινος τοῦ καρδιογνώστου Θεοῦ (βλ. Ματθ. ια´ [11] 7-15, Λουκ. ζ´ 24-30). Ἐμεῖς ἁπλῶς στὶς παρακάτω γραμμὲς θὰ προσπαθήσουμε νὰ ὑποψιασθοῦμε κάτι ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τῆς ταπεινοφροσύνης του.

.           Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἀπὸ παιδὶ ἔζησε στὴν ἔρημο ζωὴ ἄκρας ἀσκήσεως καὶ πλούτιζε συνεχῶς σὲ Πνεῦμα Ἅγιον. «Τὸ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ», σημειώνει ἡ Ἁγία Γραφή (Λουκ. α´ 80). Ἔζησε μὲ μοναδικὴ ἀκρίβεια τὴ ζωὴ τῆς παρθενίας, τὴ ζωὴ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως στὸ Θεό, ἡ ὁποία ἦταν σχεδὸν τελείως ἄγνωστη στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
.           Ἀργότερα, στὰ τριάντα του περίπου χρόνια, βγῆκε νὰ κηρύξει μετάνοια καὶ νὰ ἑτοιμάσει τὸν Ἰσραὴλ γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Μεσσία, ὄχι ἀπὸ μόνος του ἀλλὰ κατόπιν θείας ἀποκαλύψεως: «ἐγένετο ρῆμα Θεοῦ ἐπὶ Ἰωάννην… καὶ ἦλθεν… κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας» (Λουκ. γ´ 2-3). Ἦταν δηλαδὴ θεόκλητος.
Γνώριζε ἀκόμη ὅτι ἡ δράση του ἦταν προφητευμένη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, πράγμα ποὺ δὲν ἀνέφερε ποτὲ παρὰ μόνο ὅταν τὸ ἐπέβαλε ἡ ἀνάγκη. Τὸν ρώτησαν οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς θρησκευτικῆς ἡγεσίας τοῦ Ἰσραήλ: «Ποιὸς εἶσαι ἐσύ; ὁ Χριστός;». «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Χριστός», ἀπάντησε. «Τί λοιπόν; Ὁ Ἠλίας εἶσαι ἐσύ;». «Δὲν εἶμαι». «Ὁ προφήτης ποὺ προανήγγειλε ὁ Μωυσῆς;». «Ὄχι». «Ποιός εἶσαι τέλος πάντων; γιὰ νὰ δώσουμε ἀπάντηση σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἔστειλαν». «Ἐγὼ “φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου”, καθὼς εἶπεν Ἡσαΐας ὁ προφήτης» (βλ. Ἰω. α´ 19-23).
.                 Τὸ κήρυγμά του καὶ ἡ ὅλη προσωπικότητά του εἶχε ἀπήχηση ὅσο κανενὸς ἄλλου προφήτη: «Ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν Ἱεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ Ἰουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ Ἰορδάνου», «καὶ ­ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ­ἐξομολογούμενοι τὰς ­ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ματθ. γ´ 5, Μάρκ. α´ 5). Πήγαιναν σ᾿ αὐτὸν οἱ ­Ἱεροσολυμίτες καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Ἰουδαίας καὶ τῶν περιχώρων τοῦ Ἰορδάνη! Δὲν ἦταν ὅτι ἐντυπωσίαζε καὶ σαγήνευε. Τὸ ­κήρυγμά του ἦταν αὐστηρό, καλοῦσε σὲ ­μετάνοια, ὑπενθύμιζε τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ: «ἤδη καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν ­δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται»· τώρα μάλιστα καὶ τὸ ­τσεκούρι τῆς θείας κρίσεως βρίσκεται κοντὰ στὴ ρίζα τῶν δένδρων. Κάθε ­δένδρο λοιπὸν ποὺ δὲν κάνει καλὸ καρπὸ κόβεται ἀπὸ τὴ ρίζα καὶ ρίχνεται στὴ ­φωτιά (Ματθ. γ´ 10). Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ λόγος καὶ τὸ παράδει­γμά του ἦταν γεμάτα ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ­ἀπωθοῦσε οὔτε προκαλοῦσε ­ἀντιδράσεις. Ἀντίθετα συγκλόνιζε τὶς καρδιὲς καὶ προκαλοῦσε ριζικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς· δέχονταν νὰ βαπτισθοῦν – «πάντες», ἀκόμη καὶ «οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι», οἱ πιὸ ­διαβεβλημένοι ἄνθρωποι (βλ. Ματθ. κα´ [21] 32) – ἐξομολογούμενοι δημοσίως τὶς ἁμαρτίες τους!
Τὸν παραδέχονταν ὡς αὐθεντικὸ καθοδηγὸ τῆς ζωῆς τους: «Τί οὖν ποιήσομεν;». Θέλουμε ν᾿ ἀλλάξουμε ζωή. Τί πρέπει νὰ κάνουμε; ρωτοῦσαν οἱ ὄχλοι τὸν Ἰωάννη, παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του· ὄχι μόνο εὐσεβεῖς ἀλλὰ καὶ ἁμαρτωλοί: τελῶνες καὶ στρατιωτικοί (βλ. Λουκ. γ´ 10-14).
Τὸ ἀκόμη θαυμαστότερο εἶναι ὅτι ὁ Τίμιος Πρόδρομος εἶχε τέτοιο κύρος, ἐνῶ δὲν ἔκανε κανένα θαῦμα (βλ. Ἰω. ι´ 41)· τόσο μεγάλο κύρος, ὥστε ὅλοι εἶχαν λογισμό: «Μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός», ὁ Μεσσίας ποὺ περιμέναμε αἰῶνες; (Λουκ. γ´ 15).
.           Ἂς ἀναλογισθοῦμε ὅλα τὰ παραπάνω: ζωὴ πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν πολλῶν, σχεδὸν ὅλων· ζωὴ ἀνώτερη, ἰσάγγελη· πνευματικὲς ἐπιδόσεις ἀσυνήθιστα ὑψηλές· προφητικὴ κλήση καὶ ἀποστολὴ σὲ νεαρὴ ἡλικία· καταπληκτικὴ ἐ­­πιτυχία στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο, μαζικὲς καὶ συγκλονιστικὲς μεταστροφές· κύρος τόσο μεγάλο, ὥστε νὰ ἀναρωτιοῦνται, μήπως εἶναι ὁ Χριστός; Ἡ Παλαιστίνη σείσθηκε ἀπὸ τὸ κήρυ­γμα καὶ τὴν παρουσία του, ἕνας ὁλόκληρος λαὸς κρεμόταν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ νεαροῦ λιπόσαρκου Ἰωάννη· κι ἐκεῖνος; ἀνέγγιχτος ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Δὲν ζήτησε τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλη ἐκείνη τὴ δόξα. Εἶπε: «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Χριστός. Ἔρχεται μετὰ ἀπὸ ἐμένα, καὶ δὲν εἶμαι ἄξιος ἐγὼ νὰ λύσω οὔτε τὰ κορδόνια ἀπὸ τὰ ὑποδή­ματά του» (Λουκ. γ´ 16).
.           Καὶ ὅταν, ἐνῶ μεσουρανοῦσε, ἄρχισε νὰ τὸν ἐπισκιάζει ὁ Μεσσίας μὲ τὴ δράση Του, καὶ παραπονέθηκαν γι᾿ αὐτὸ στὸν Πρόδρομο οἱ μαθητές του, ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: «Κανεὶς δὲν ἔχει τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ὅλα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι μαρτυρεῖτε πὼς εἶπα ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Μεσσίας, ἀλλὰ πρόδρομός Του. Γι᾿ αὐτὸ ἐργάσθηκα, γιὰ νὰ ὁδηγήσω τὶς ψυχὲς στὸ Νυμφίο Χριστό. Καὶ ὄχι ἁπλῶς δὲν ζηλεύω ἢ δὲν ἐνοχλοῦμαι ποὺ ­ἐλαττώνεται ἡ φήμη μου, ἀλλὰ “χαρᾷ χαίρω”, χαίρομαι μὲ πολὺ μεγάλη χαρά· “αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται”· αὐτὴ λοιπὸν ἡ χαρά μου εἶναι τέλεια. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸ ἀποδέχομαι ὁλόψυχα: Ἐκεῖνος νὰ αὐξάνει σὲ ἐπιρροὴ καὶ δόξα, κι ἐγὼ νὰ μικραίνω» (βλ. Ἰω. γ´ 26-30).
.           Ὁ Τίμιος Πρόδρομος, μέγας καὶ στὴν ταπεινοφροσύνη, προκαλεῖ τὸν εὐλαβῆ θαυμασμό μας. Μπορεῖ ὅμως νὰ γίνει καὶ βοηθός, πρεσβευτής μας, ἂν τὸν ἐπικαλούμαστε, ὥστε νὰ καλλιεργοῦμε τέτοιο φρόνημα στὶς δικές μας ἀσήμαντες – σὲ σύγκριση μὲ τὶς δικές του – ἐπιδόσεις καὶ ἐπιτυχίες.

, ,

Σχολιάστε

«ΚΥΡΙΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΥΣΕΒΕΙΣ»

«Οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο εἶδος
μέσα στὴν Ἐκκλησία»

Μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία
«Ἡ θεραπεία ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ Φαρισαϊσμοῦ»

 .             Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, νὰ ξέρετε, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι, εἶναι τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο εἶδος μέσα στὴν ἐκκλησία. Αὐτοὶ, οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι, εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φυλάει ἀπ’αὐτούς…
.             Ἔλεγε ἕνας ἁγιορείτης, ὅταν ἔκαμνα μιὰ φορὰ λειτουργία καὶ λέγαμε «Κύριε σῶσον τοὺς εὐσεβεῖς»,  λέει ἀστειευόμενος: «Κύριε σῶσον ἠμᾶς ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς», δηλαδὴ ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάει ἀπὸ τοὺς θρήσκους ἀνθρώπους, διότι θρῆσκος ἄνθρωπος σημαίνει μία προσωπικότης διεστραμμένη, ἡ ὁποία οὐδέποτε εἶχε προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ἁπλῶς μόνον κάμνει τὰ καθήκοντα τῆς ἀπέναντί Του, ἀλλὰ καμιὰ σοβαρὴ σχέση δὲν εἶχε, γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν λέει αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο τίποτε. Καὶ σᾶς ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν πείρα μου ὅτι δὲν εἶδα χειρότερους ἐχθρούς της ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς θρήσκους ἀνθρώπους.
.             Ὅταν παιδιὰ θρήσκων ἀνθρώπων, ποὺ μεσ’ στὴν ἐκκλησία ἢ καὶ παπάδων ἀκόμα καὶ θεολόγων καὶ ἀνθρώπων ποὺ κάνουν τοὺς θρήσκους καὶ τοὺς πολλούς, ἐδοκίμασαν τὰ παιδιά τους νὰ γίνουν μοναχοὶ ἢ ἱερεῖς, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν χειρότεροι καὶ ἀπὸ δαίμονες. Ἐξανέστησαν ἐναντίον τῶν πάντων. Ἔγιναν οἱ χειρότεροι ἐχθροὶ τῶν ἀνθρώπων. Θυμᾶμαι γονεῖς ποὺ ἔφερναν τὰ παιδιὰ τοὺς εἰς τὶς ὁμιλίες καὶ, ὅταν τὸ παιδί τους κάποια στιγμὴ ἔκαμε ἕνα βῆμα παραπάνω, ἔγιναν οἱ χειρότεροι ἄνθρωποι, ποὺ ἔλεγαν τὰ χειρότερα λόγια. Καὶ ἐγὼ τοὺς λέω: μὰ ἐσὺ ἔφερες τὸ παιδί σου στὴν ὁμιλία, δὲν τὸ ἔφερα ἐγώ. Καὶ μία φόρα εἶπα σὲ ἕναν πατέρα, ὅταν ἔβλεπα ὅτι ἡ κόρη του, τέλος πάντων, εἶχε ζῆλο στὴν ἐκκλησία, τοῦ λέω: Κοίταξε,  μὴν τὴν ξαναφέρεις στὴν ὁμιλία. Μὴν τὴν ξαναφέρεις νὰ τῆς μιλήσω, διότι ἡ κόρη σου θὰ γίνει μοναχὴ καὶ…. αὔριο θὰ σοῦ φταίω ἐγώ. Ὄχι, πάτερ μου, ἀλίμονο, ἐμεῖς σὲ λατρεύουμε. Καὶ ἔγινε ἡ κόρη τοῦ μοναχή· ἑφτὰ χρόνια καὶ δὲν μοῦ μιλᾶ ἀκόμα! Ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχαναν ὁμιλία, ἔτσι; …δὲν ἔχαναν ὁμιλία! Ἦταν πάντοτε οἱ πρῶτοι. Ὁμιλίες, ἀγρυπνίες, βιβλία, ξέρω ᾽γώ, τὰ πάντα… Καὶ ἔφερναν καὶ τὰ παιδιά τους, καὶ ὅταν ἦρθεν ἡ ὥρα ποὺ τὸ παιδί τους μέσα στὴν ἐλευθερία του, τέλος πάντων, ἀποφάσισε ἕναν δικό του δρόμο, τότε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔγιναν τελείως στὸ ἀντίθετο στρατόπεδο καὶ ἀπέδειξαν ὅτι γιὰ αὐτοὺς ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε μιλήσει ποτὲ μὲς στὴν δική τους τὴν καρδιά. Ἁπλῶς ἦταν θρῆσκοι ἄνθρωποι. Γιὰ αὐτὸ οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ δύσκολο εἶδος μέσ’ στὴν ἐκκλησία. Γιατί, ξέρετε κάτι; Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καμμιὰ φορὰ δὲν θὰ θεραπευθοῦν. Γιατί νομίζουν ὅτι εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. Ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοί, ξέρω ΄γῶ, οἱ χαμένοι ἂς ποῦμε, ἔτσι;… αὐτοὶ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες θὰ πᾶν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶπε στοὺς Φαρισαίους: Ἐσεῖς, ἐσεῖς ποὺ εἴστε θρῆσκοι, δὲν θὰ πᾶτε ποτὲ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί οὐδέποτε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἄλλαξε τὴν καρδιά τους. Ἁπλῶς ἀρκοῦνταν στὴν τήρηση τῶν θρησκευτικῶν τύπων.
.             Ἔτσι λοιπὸν ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὸν ἑαυτόν μας, νὰ καταλάβομε ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα νοσοκομεῖο ποὺ μᾶς θεραπεύει, μᾶς κάμνει νὰ ἀγαποῦμε τὸν Χριστὸν, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία φλόγα ποὺ ἀνάβει μέσ’ στὴν καρδιά μας, καὶ νὰ ἐξετάζομε τὸν ἑαυτόν μας ἐὰν βρισκόμαστε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν βλέπομε μέσα μᾶς ὅλες αὐτὲς τὶς κακίες καὶ τὶς ἀνιδιοτέλειες καὶ τὶς πονηρίες, τότε πρέπει νὰ ἀνησυχοῦμε. Γιατί δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι μέσα στὴν καρδιά μας καὶ νὰ  ’μαστε γεμάτοι ξύδι.
.             Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ εἶσαι γεμάτος χολὴ ἐναντίον τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ διαβάζεις τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ μὴν δέχεσαι τὸν ἀδερφόν σου. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ λὲς «ἔχω τόσα χρόνια στὴν ἐκκλησία», ἔχω τόσα χρόνια ποὺ  ’μαι μοναχὸς κληρικὸς ἡ ὁτιδήποτε, καὶ ὅμως τὸ ἄλφα τῆς πνευματικῆς ζωῆς…  Ποῦ ’ναι ἡ ἀγάπη. Ποῦ  ’ναι τὸ νὰ ὑπομένεις τὸν ἀδερφόν σου, νὰ κάνεις λίγο ὑπομονὴ; Μὲ τὸ νὰ μὴν τὸ δέχεσαι, σημαίνει τίποτα δὲν ἔκαμες· τίποτα· ἀπολύτως τίποτα. Τίποτα ἀπολύτως.
.             Ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ πεῖ -γιὰ τὶς παρθένες ἐκεῖνες- ὅτι δὲν εἶχε καμμιὰ σχέση μαζί τους. Τοὺς πέταξε ἔξω ἀπὸ τὸν νυμφώνα, παρ’ ὅλα ποὺ ‘χαν ὅλες τὶς ἀρετὲς, γιατί δὲν εἶχαν τὴν ἀγάπη. Διότι ἤθελε νὰ τοὺς πεῖ ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχετε ἀρετὲς ἐξωτερικὲς, μπορεῖ νὰ μείνατε παρθένες, μπορεῖ νὰ κάματε χίλια πράματα, ἀλλὰ δὲν κατορθώσατε τὴν οὐσία αὐτοῦ ποὺ εἶχε σημασία πάνω ἀπ’ ὅλα. Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ καταφέρεις, τί τὰ θέλεις τὰ ἄλλα ὅλα; Τί τὰ θέλω ἐγὼ τώρα: ἂν τρώω λάδι σήμερα καὶ δὲν τρώω λάδι. Μπορεῖ νὰ μὴν τρώω λάδι, ἂς ποῦμε, καὶ νὰ τρώω τὸν ἀδερφό μου ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὴν νύχτα.
.             Ἔλεγαν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, λέει, «μὴν ρωτᾶς ἂν τρώω ψάρι»… «τὸν ψαρὰ νὰ μὴν φαεῖς καὶ ψάρι φάε» ἤ «τὸν λαδὰ νὰ μὴν φαεῖς καὶ φάε μία σταξιὰ λάδι». Τὸ νὰ φάεις τὸν ἄλλον ἀπὸ τὴν γλώσσα εἶναι πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ φᾶς μία κουταλιὰ λάδι. Καὶ ὅμως, στέκομεν ἐκεῖ: τρῶμε λάδι, δὲν τρῶμε λάδι, τρῶμε ψάρι, δὲν τρῶμε ψάρι, ξέρω ‘γῶ, βούτηξε τὸ κουτάλι στὸ ἄλλο φαγὶ καὶ μπορεῖ νὰ τσακωθοῦμε, ἐκεῖ, νὰ σκοτωθοῦμε μὲ τὸν ἄλλον ἄνθρωπο, γιατί ἐβούτηξε τὸ κουτάλι προηγουμένως σὲ ἕναν ἄλλο φαΐ. Καταλαβαίνετε πόσο γελοία εἶναι ἐτοῦτα τὰ πράγματα;… καὶ μᾶς κοροϊδεύουν καὶ οἱ δαίμονες ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἐκτὸς Ἐκκλησίας…
.             Καὶ, ὅταν μπαίνουν κοντά μας, ἀντὶ νὰ βλέπουν τοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας μεταμορφωμένους σὲ Χριστὸ Ἰησοῦ, νά ’ναι γλυκεῖς ἄνθρωποι καὶ να ’ναι ὥριμοι ἄνθρωποι, ἰσορροπημένοι, ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, ἄνθρωποι γεμάτοι ἁρμονία, ἂς ποῦμε, μέσα τους, μᾶς βλέπουν, δυστυχῶς, μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πάθη μας καὶ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ξινίλες μας, καὶ λένε: Ἔ, νὰ γίνω ἔτσι; Καλύτερα νὰ μοῦ λείπει. Ἐσὺ ποὺ πᾶς στὴν ἐκκλησία… τί σὲ ὠφέλησε ἡ ἐκκλησία;
.             Ὅπως λέγαμε χτές: Πῆγες στὰ προσκυνήματα, εἶδες τοὺς πατέρες, εἶδες τὰ ἅγια λείψανα, εἶδες τὸ Ἅγιον Ὅρος, τὴν Παναγία τῆς Τήνου, ὅλα αὐτὰ· πήγαμε-ἤρθαμε. Ποιὸ τὸ ὄφελος, τελικὰ, ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα; Μεταμορφώθηκε ἡ καρδιά μας;  Γίναμε πιὸ ταπεινοὶ ἄνθρωποι; Γίναμε πιὸ γλυκεῖς ἄνθρωποι; Γίναμε πιὸ πραεῖς ἄνθρωποι εἰς τὸ σπίτι μας, εἰς τὴν οἰκογένειά μας, στὸ μοναστήρι μας, ξέρω ’γῶ, ἐκεῖ ποὺ ἐργαζόμαστε; Αὐτὸ ἔχει σημασία.
.             Ἐὰν δὲν τὰ καταφέραμε αὐτὰ τὰ πράγματα, τουλάχιστον ἂς γίνομεν ταπεινοί. Μέσα ἀπὸ τὴν μετάνοια. Ἂς γίνομε ταπεινοί. Ἐὰν οὔτε καὶ αὐτὸ τὸ καταφέραμε, τότε εἴμαστε ἄξιοι πολλῶν δακρύων, ἔτσι; Εἴμαστε γιὰ κλάματα. Διότι δυστυχῶς ὁ χρόνος περνᾶ καὶ χάνεται καὶ ἐμεῖς μετροῦμε χρόνια.
.             Ἔλεγε ὁ γέρων Παΐσιος, ὅταν τὸν ρωτοῦσαν «Γέροντα πόσα χρόνια ἔχεις ἐσὺ στὸ Ἅγιο Ὄρος;» Λέει:  Ἐγὼ ἦρθα τὴν ἴδια χρονιὰ ποὺ ἦρθε τὸ μουλάρι τοῦ γείτονα. Ὁ γείτονάς του, ὁ γερο-Ζῆτος, εἶχε ἕνα μουλάρι, καὶ, ξέρετε, στὸ Ἅγιον Ὄρος κάθε κελὶ ἔχει καὶ ἕνα ζῶο, ἕνα μουλάρι, ποὺ κουβαλοῦν τὰ πράγματά τους. Ἔ, τὸ ζῶο αὐτὸ ζεῖ πολλὰ χρόνια· δὲν ἀγοράζεις κάθε μέρα μουλάρια· εἶναι ἀκριβά. Λοιπόν, τὴν χρονιὰ ποὺ ἦρθα ἐγὼ, λέει, στὸ Ἅγιον  Ὅρος, ἀγόρασε καὶ ὁ γείτονας τὸ μουλάρι του. Ἔχομε τὰ ἴδια χρόνια στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ τὸ καημένο ἐκεῖνο ἔμεινε μουλάρι καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιο ἔμεινα. Δὲν ἄλλαξα.
.             Λοιπὸν, λέμε, πολλὲς φορὲς, ἐγὼ ἔχω σαράντα χρόνια, καὶ τὸ λέμε ἐμεῖς οἱ παπάδες καὶ οἱ καλόγεροι αὐτὰ τὰ πράγματα… Ἔχω σαράντα χρόνια στὸ μοναστήρι. Μὰ, τὰ χρόνια εἶναι εἰς βάρος σου. Ὁ Θεὸς θὰ σοῦ πεῖ: Σαράντα χρόνια, καὶ ἀκόμα δὲν κατάφερες νὰ γίνεις τίποτα; Ἔχεις σαράντα χρόνια· ἀκόμα θυμώνεις, ἀκόμα κατακρίνεις, ἀκόμα ἀντιλογεῖς, ἀκόμα ἀνθίστασαι, ἀκόμα δὲν ὑποτάσσεσαι; Ἔχεις σαράντα χρόνια καὶ δὲν ἔμαθες τὸ ἄλφα, τὸ πρῶτο πράγματα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, τῆς χριστιανικῆς ζωῆς; Τί νὰ κάμω τὰ χρόνια σου; Τί νὰ σὲ κάμω, ἂν ἔχεις πενήντα χρόνια καὶ δὲν μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις στὸν ἄλλον μὲ ἕναν καλό του λόγο; Τί νὰ κάμω ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα;

ΠΗΓΗ:  agiameteora.net

,

Σχολιάστε