Ἄρθρα σημειωμένα ὡς σῶμα

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ καὶ ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ (Ἀρχιμ. Ἀθαν. Ἀναστασίου)

«Τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί τά μετά θάνατον»

τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου

Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων,
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

«Τίς ἐ­στιν ἄν­θρω­πος ὅς ζή­σε­ται καί οὐκ ὄ­ψε­ται θά­να­τον;»[1]­.

.                     Τό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τό τοῦ ψαλ­μω­δοῦ ἀ­πο­τε­λεῖ ταυ­τό­χρο­να τήν βε­βαι­ό­τη­τα, ἀλ­λά καί τήν βα­θειά ἀ­γω­νί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, πού τόν ἀ­κο­λου­θεῖ σέ ὅ­λη τήν ἐ­πί­γεια ζω­ή του. Τό ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ θα­νά­του, ὅ­πως καί τῆς ζω­ῆς, ἀ­πα­σχο­λεῖ δι­α­χρο­νι­κά τόν ἄν­θρω­πο, ἀ­πό τήν ἀρ­χαι­ό­τη­τα μέ­χρι καί σή­με­ρα. Ἀ­πο­τε­λεῖ τήν μό­νι­μη πη­γή τῶν ἀμ­φι­βο­λι­ῶν καί τῆς ἀ­γω­νί­ας του· γε­ννᾶ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά καί ἀ­δι­έ­ξο­δα· δη­μι­ουρ­γεῖ ἐ­να­γώ­νια δι­λή­μμα­τα· τρο­φο­δο­τεῖ καί ἀ­να­πα­ρά­γει τήν κε­νό­τη­τα καί τό ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το.

Τί εἶναι ὁ θάνατος

.                      Γιὰ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀν­τί­λη­ψη τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­τε­λεῖ τήν τρα­γι­κό­τε­ρη ἐκ­δή­λω­ση τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­φοῦ ση­μαί­νει τόν βί­αι­ο καί ὁ­ρι­στι­κό τερ­μα­τι­σμό της. Ὁ Πλά­τω­νας ἔ­λε­γε ὅ­τι φι­λο­σο­φί­α εἶ­ναι ἡ με­λέ­τη τοῦ θα­νά­του[1][2]. Τό φαι­νό­με­νο τοῦ θα­νά­του εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο πρό­βλη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά καί ὁ­λό­κλη­ρης τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας.
.                     Σύμ­φω­να μέ τήν ἰ­α­τρι­κή, θά­να­τος εἶ­ναι ἡ ὁ­ρι­στι­κή παύ­ση ὅ­λων τῶν βι­ο­λο­γι­κῶν λει­τουρ­γι­ῶν πού ὑ­πο­στη­ρί­ζουν τήν δι­α­βί­ω­ση ἑ­νός ὀρ­γα­νι­σμοῦ. Γιά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία ὁ θάνατος εἶναι ἕνα μυστήριο. Εἶναι τό μυστήριο τοῦ χωρισμοῦ ἤ τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα καί ἡ μετάβαση ἀπό τόν φθαρτό ὑλικό κόσμο στήν αἰώνια ζωή.
.                     Τό ὅλο θέμα, βεβαίως, εἶναι τεράστιο καί δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ στά πλαίσια τῆς παρούσης ὁμιλίας. Θά παρουσιασθεῖ, ὅμως, διεξοδικά σέ κάποιο ἀντίστοιχο ἔντυπο πού θά ἐκπονηθεῖ καί θά κυκλοφορήσει σύντομα. Στό ἔντυπο αὐτό θά συμπεριλαμβάνονται ὅλα τά σχετικά πατερικά κείμενα καί θεολογικά βοηθήματα, στά ὁποῖα θά μπορεῖ κανείς νά ἀνατρέξει. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού κάποιες ἀπό τίς πτυχές του θά ἀναπτυχθοῦν μόνον ἐπιγραμματικά ἤ καί θά παραλειφθοῦν. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ χαρακτήρας καί τό περιεχόμενο τοῦ θέματος, προσθέτουν μία ἐπιπλέον δυσκολία τόσο στήν ἑρμηνεία καί τήν ἀνάπτυξή του ὅσο καί στήν κατανόησή του.

Ὀρθόδοξη κοσμολογία καί ἀνθρωπολογία

.                     Γιά νά, προσεγγίσουμε, ὅμως, καλύτερα τό μυστήριο τοῦ θανάτου, τήν αἰτία καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο εἰσῆλθε ὁ θάνατος στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν κτίση, θά πρέπει νά ἀναφερθοῦμε συνοπτικά στά βασικά χαρακτηστικά τῆς ὀρθοδόξου κοσμολογίας καί κυρίως τῆς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας.
.                     Στήν ἀρχή τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου διαβάζουμε: «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λό­γος καί ὁ Λό­γος ἦν πρός τόν Θε­όν[2][3]». Μι­λώ­ντας, βε­βαί­ως γι­ά τόν Θε­ό, ἀ­να­φε­ρό­μα­στε φυ­σι­κά στήν ὕ­παρ­ξη καί ὄ­χι στήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός δέν δη­μι­ουρ­γεῖ­ται, ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει πρίν ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη δη­μι­ουρ­γί­α, ὑ­πάρ­χει πρίν ἀ­πό τόν χρό­νο καί ἔ­ξω ἀ­πό τόν χρό­νο. Σύμ­φω­να μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α, ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἄ­ναρ­χος, ἄ­κτι­στος, ἀ­τε­λεύ­τη­τος, ἀΐδιος, ἀπερινόητος, ἀπερίγραπτος, ἀνεξιχνίαστος, ἀθέατος, ἀνείδεος, ἄρρητος, ἀπρόσιτος, ἀνόμοιος, ἀφιλοσόφητος, ἀνέκφραστος, ἀχώρητος, καί πάντων ἐπέκεινα.
.                     Ὁ Θεός δέν εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα, ἀλλά ὁ Δημιουργός τοῦ σύμπαντος κόσμου. Δημιουργεῖ τόν κόσμο κινούμενος ἀ­πό τήν ἄ­πει­ρη ἀ­γά­πη καί εὐ­σπλα­χνί­α Του. Γι­ά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου ὁ Θε­ός δέν χρη­σι­μο­ποι­εῖ κά­ποι­α προϋ­πάρ­χου­σα ὕ­λη, δέν με­τα­πλά­θει ἤ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γεῖ κά­τι πού ἤ­δη ὑ­πῆρ­χε, ἀλ­λά δη­μι­ουρ­γεῖ τά πάντα ἐξαρ­χῆς, ἐκ τοῦ μή ὄ­ντος. Γι’ αὐτό καί εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατες, ἐπιπόλαιες καί ἀφελεῖς οἱ ποικίλες ὑλιστικές θεωρίες πού ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ὕλη εἶναι δῆθεν αὐθύπαρκτη ἤ ὅτι δῆθεν αὐτοοργανώθηκε καί ἐξελίχθηκε σέ δημιουργία τοῦ σύμπαντος.
.                     Πρίν ἀπό τήν δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ καί ὑλικοῦ κόσμου, ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν ἀόρατο καί νοητό κόσμο, δηλαδή τούς ἀγγέλους. Οἱ ἄγγελοι εἶναι ἀσώματοι σὲ σύγκριση μὲ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι κτιστός καί ὑλικός. Σέ σύγκριση δέ μέ τόν Θεό, πού εἶναι ὁ μόνος ἄυλος καί ἄκτιστος, ἔχουν καί οἱ ἄγγελοι μία παχύτητα καί ὑλικότητα. Ἄλλωστε «κάθε τί τὸ κτιστὸ εἶναι κατ’ ἀνάγκη καὶ σωματικό»[3][4], ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Ἅγιος Ἰλάριος.
.                     Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποδίδει στοὺς ἀγγέλους ἕνα σῶμα ποὺ εἶναι ἀέρινο καὶ πύρινο, ἀναφέροντας συγκεκριμένα: «Οἱ Ἄγγελοι ἔχουν ἕνα πάρα πολὺ λεπτὸ σῶμα, διότι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀσώματοι, ὅπως εἶναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο βρίσκονται σὲ κάποιο τόπο, καὶ γίνονται ὁρατοὶ μὲ τὸ εἶδος τοῦ δικοῦ τους σώματος ὅταν φανερώνονται στοὺς ἁγίους»[4][5].
.                     Καί οἱ ἄγγελοι, βεβαίως, ἦταν τρεπτοί, διότι ἄν δέν ἦταν ἔτσι, δέν θά εἶχε ἐκπέσει ὁ πρωτάγγελος, ὁ Ἑωσφόρος. Κατά τή διδασκαλία τῶν Πατέρων, μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί εἰδικά μέ τήν ζωηφόρο Του Ἀνάσταση, χαρίστηκε στούς ἀγγέλους ἡ ἀτρεψία, δηλαδή ἡ ἀμετακινησία πρός τό κακό καί ἡ σταθερή στάση στό ἀγαθό. Αὐτή ἡ ἀτρεψία ἦταν γιά τούς ἀγγέλους ἡ σωτηρία∙ ἡ μόνιμη μετοχή στή θεία Δόξα αὐξητικῶς καί ἀδιαλείπτως.
.                     Ἀντίθετα στούς δαίμονες παγιώθηκε ἡ ἀτρεψία πρός τό ἀγαθό. Παγιώθηκε, δηλαδή, ἡ ἀμετακίνητη στάση τους στό κακό, χωρίς τήν δυνατότητα ἐπιστροφῆς καί μετανοίας, καθώς, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Νεκτάριο, «ἡ βούλησή τους ταυτίστηκε μὲ τὸ κακό, γι’ αὐτὸ καὶ πάντοτε σκέπτονται καὶ ἐκλέγουν τὸ κακό. Ἔπειτα, γιατί ἔγιναν καὶ παραμένουν ἐχθροί τοῦ Θεοῦ. Καὶ τρίτον, γιατί ἀποχωρίστηκαν ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ ὁ χωρισμὸς τους αὐτὸς σημαίνει αἰώνιος θάνατος. Αὐτὸ ποὺ εἶναι θάνατος γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ, εἶναι ἡ πτώση ἀπὸ τὴν ἀρχή τους γιὰ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους»[5][6].

Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν»

.                     Ὁ Θε­ός σέ καμ­μί­α πε­ρί­πτω­ση, βε­βαί­ως, δέν δη­μι­ούρ­γη­σε τόν θά­να­το, ἀλλά τά δημιούργησε ὅλα «καλά λίαν». Εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί δημιουργός μόνο τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου. Ἡ φθο­ρά καί ὁ θά­να­τος δέν εἶ­ναι ἡ φυ­σι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά εἰ­σῆλ­θαν στή ζω­ή του με­τά τήν πτώ­ση τῶν πρω­το­πλά­στων καί τήν δι­α­κο­πή τῆς κοι­νω­νί­ας τους μέ τόν Θε­ό. Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» δική Του: «καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός· ποι­ή­σω­μεν ἄν­θρω­πον κα­τ’ εἰ­κό­να ἡ­με­τέ­ραν καί κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν[6][7]»­. Tό «κατ’ εἰκόνα» συνιστᾶ τό νοερό καί αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ τό «καθ’ ὁμοίωσιν» εἶναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, μέ τήν δι­κή του ἐ­λεύ­θε­ρη προ­αί­ρε­ση καί τήν συ­νέρ­γεια τοῦ Θε­οῦ, νά φθά­σει στήν θέ­ω­ση, νά γί­νει, δη­λα­δή, κα­τά χά­ριν Θε­ός.
.                     Ἀναφέρεται, ἐπίσης, στό ἱερό βιβλίο τῆς Γενέσεως: «Καί ἔ­πλα­σεν ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πον, χοῦν ἀ­πό τῆς γῆς. Καί ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τό πρό­σω­πον αὐ­τοῦ πνο­ήν ζω­ῆς, καί ἐ­γέ­νε­το ὁ ἄν­θρω­πος εἰς ψυ­χήν ζῶ­σαν[7][8]». Ἑρμηνεύοντας αὐτό τό χωρίο, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι «ὁ Θεός δημιουργεῖ μέ τά χέρια του τόν ἄνθρωπο καί ἀπό ὁρατή καί ἀπό ἀόρατη φύση»[8][9]. Ὁ ἄνθρωπος, δηλαδή, εἶναι ἕνα σύνθετο δημιούργημα, καθώς μετέχει τόσο τοῦ πνευματικοῦ κόσμου (μέ τήν ψυχή του) ὅσο καί τοῦ ὑλικοῦ καί αἰσθητοῦ κόσμου (μέ τό σῶμα του). Ἀποτελεῖ μέ αὐτό τόν τρόπο τήν γέφυρα καί τό σημεῖο ἐπαφῆς γιά ὅλη τήν δημιουργία. Εἶναι συμπερίληψη καί συγκεφαλαιώση ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως καί ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα, διαδραματίζει ἐξέχοντα καί πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα στόν κόσμο.

Ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ βιολογικός θάνατος τοῦ ἀνθρώπου ἐπέρχεται ὅταν διαρρηγνύεται ἡ ψυχοσωματική ἑνότητα πού τόν χαρακτηρίζει καί ἀπό τήν ὁποία συνίσταται. Γι’ αὐτό καί εἶναι πολύ σημαντικό νά γνωρίζουμε πῶς λειτουργεῖ ἡ ψυχοσωματική αὐτή ἑνότητα, τί εἶναι ἡ ψυχή, πότε καί πῶς δημιουργεῖται, ποιά εἶναι ἡ σχέση της μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα καί τί συμβαίνει μετά τόν θάνατο καί τόν ἀποχωρισμό της ἀπό τό σῶμα.
.                     Θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ἡ ψυχή εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὡς δημιούργημα εἶναι καί αὐτή κτιστή καί ὄχι ἄκτιστη, ἀφοῦ Ἄκτιστος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Κάθε κτιστό, κάθε δημιούργημα ἔχει ἀρχή καί τέλος. Εἰδικά, ὅμως, ἡ ψυχή, ἐνῶ ἔχει ἀρχή καί θά ἔπρεπε, ὡς κτίσμα, νά ἔχει καί τέλος, κατά θεία βούληση, ὄχι ἐκ τῆς φύσεώς της, ἀλλά ἐπειδή ἔτσι θέλησε ὁ Θεός, δέν ἔχει τέλος, εἶναι ἀθάνατη. Εἶναι, δηλαδή, ἡ ψυχή θνητή κατά τήν φύση, ἀλλά ἀθάνατη κατά χάριν.

Πότε δημιουργεῖται ἡ ψυχή

.                     Ἡ ψυχή δημιουργεῖται ταυτόχρονα μέ τό ἀνθρώπινο σῶμα, οὔτε πρίν οὔτε μετά τήν δημιουργία τοῦ σώματος (ἅμα ψυχή ἅμα σῶμα[9][10]). Δημιουργεῖται, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, «ἐξ ἄκρας συλλήψεως»[10][11]. Μέ τήν σύλληψη, δηλαδή, τοῦ ἀνθρωπίνου ἐμβρύου ἔχουμε ταυτόχρονα, θείᾳ βουλήσει, καί τήν δημιουργία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία φανερώνεται καί ἐκφράζεται, καθώς ἀναπτύσσεται τό ἔμβρυο καί ὁ ἄνθρωπος. Οἱ ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, δηλαδή, ἐμφανίζονται σταδιακά μέ τήν πρόοδο τῆς σωματικῆς ἀναπτύξεως.

Ποῦ κατοικεῖ ἡ ψυχή στόν ἄνθρωπο

.                     Τό σῶμα, ὅμως, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, δέν ἀποτελεῖ σέ καμμία περίπτωση τήν φυλακή τῆς ψυχῆς, ὅπως λανθασμένα ἔχει ὑποστηριχθεῖ ἀπό διάφορους φιλοσόφους. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς λέγει ὅτι «δέν εἶναι ἡ ψυχή στό σῶμα, ἀλλά τό σῶμα μέσα στήν ψυχή» blogger.com/null[11][12]. Καί σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἡ ψυχή βρίσκεται σέ κάθε σημεῖο τοῦ σώματος· συνέχει τό ἀνθρώπινο σῶμα, τό περιέχει, τό συγκροτεῖ, τό συγκρατεῖ καί τό ζωοποιεῖ[12][13]. Ἡ ψυχή εἶναι αὐτή πού μεταδίδει στά ὄργανα καί τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος δύναμη ζωῆς καί ἀντίληψη τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων.
.                     Ὁ ἄνθρωπος, στήν ὁλότητά του, ἀποτελεῖται καί ἀπό ψυχή καί ἀπό σῶμα. Οὔτε ἡ ψυχή ἀπό μόνη της, οὔτε τό σῶμα ἀπό μόνο του συνιστοῦν τόν ὅλο ἄνθρωπο, ἀλλά τό συναμφότερο. Ψυχή καί σῶμα συνιστοῦν στόν ἄνθρωπο μία ἀδιάρρηκτη ψυχοσωματική ἑνότητα. Ἡ διάρρηξη αὐτῆς τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητας σηματοδοτεῖ τόν βιολογικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἄνθρωπος δέν πλάστηκε οὔτε θνητός οὔτε ἀθάνατος, ἀλλά «δεκτικός ἀμφοτέρων»

.                    Ὅταν ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο καί τόν τοποθέτησε στόν ἀρχέγονο ἐπίγειο παράδεισο, τοῦ ἔδωσε ταυτόχρονα τήν δυνατότητα καί τῆς θνητότητας καί τῆς ἀθανασίας. Μᾶς τό ἐξηγεῖ αὐτό πολύ εὔστοχα ὁ Ἅγιος Θεόφιλος Ἀντιοχείας, λέγοντας: «οὔτε οὖν ἀθάνατον αὐτὸν ἐποίησεν οὔτε μὴν θνητόν, ἀλλά, δεκτικὸν ἀμφοτέρων», δηλαδή ὁ Θεός οὔτε θνητό ἔκανε τόν ἄνθρωπο, οὔτε ἀθάνατο, ἀλλά δεκτικό καί τῶν δύο, τοῦ θανάτου ἤ τῆς ἀθανασίας. Καί συνεχίζει ὁ Ἅγιος, ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό «τοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα ἀνάλογα μέ τό ποῦ θά κλίνει, εἴτε πρός τήν ἀρετή εἴτε πρός τήν κακία, νά κληρονομήσει ἤ τήν ἀθανασία ἤ τήν θνητότητα»[13][14]. Διατηρώντας, δηλαδή, τήν θεοκοινωνία ὁ ἄνθρωπος καί ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, θά ἐπέλεγε τήν ἀθανασία· παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί διακόπτοντας τήν θεοκοινωνία, θά ἐπέλεγε τήν θνητότητα καί τόν θάνατο.

Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου

.                     Αὐ­τή ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἐ­πι­λο­γῆς ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πό τά σπου­δαι­ό­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, πού συν­θέ­τουν στόν ἄν­θρω­πο τήν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Τό αὐ­τε­ξού­σιο, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λοῦν οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας αὐ­τή τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α, εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἐ­ξου­σιά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του. Καί εἶναι πραγματικά μοναδική καί μεγαλειώδης δωρεά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τοῦ παρέχει τήν δυνατότητα καί τό δικαίωμα ἀκόμη καί νά Τόν ἀρνεῖται. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας χαρακτηρίζουν τό αὐτεξούσιο καί ὡς ἰσόθεο, φυσικά κατά χάριν.

Ὁ θάνατος ὡς φυσική συνέπεια τῆς παρακοῆς

.                     Ἡ δυνατότητα, λοιπόν, αὐτή τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου τέθηκε, θά λέγαμε, ἀπό τόν Θεό σέ μιά δοκιμασία. Καί ἡ δοκιμασία αὐτή ἦταν ἡ ἐντολή πού ἔδωσε στούς πρωτοπλάστους νά μήν φάνε ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό λέγοντάς τους ὅτι τήν ἡμέρα πού θά παραβῆτε τήν ἐντολή καί θά φάγετε ἀπό τόν ἀπαγορευμένο καρπό, θά πεθάνετε ἐξάπαντος: «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».[14][15]
.                     Ἀντί, ὅμως, οἱ πρωτόπλαστοι νά ὑπακούσουν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γίνουν θεοί «κατά χάριν», ἀποδέχτηκαν τήν διαβολή καί τήν ἀπάτη τοῦ διαβόλου καί παρήκουσαν τήν ἐντολή Του.
.                     Ὁ διάβολος δέν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά ἀμφισβητήσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πρός τούς πρωτοπλάστους. Δέν εἶναι ἀλήθεια, εἶπε στήν Εὔα, ὅτι θά πεθάνετε ἐξάπαντος, ἀλλά σᾶς τό εἶπε αὐτό ὁ Θεός γιατί γνώριζε ὅτι ἀπό τήν ἡμέρα πού θά γευθεῖτε ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, θά ἀνοίξουν τά μάτια σας καί θά γίνεται θεοί[15][16]. (καί ἔσεσθε ὡς θεοί)
.                     Ἡ πα­ρα­κο­ή αὐτή τῶν πρω­το­πλά­στων ἦ­ταν μι­ά πρά­ξη αὐ­το­νο­μί­ας. Ἦταν ἡ ἐπιδίωξη τῆς αὐτονομημένης ἀπό τόν Θεό ἰσοθεΐας, τῆς αὐτοθεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ βι­α­σύ­νη τῶν πρωτοπλάστων, ἡ ἄ­και­ρη καί ἐ­πι­πό­λαι­η κί­νη­σή τους νά ἀ­πο­δε­χθοῦν τήν ἀ­πά­τη τοῦ δι­α­βό­λου, ὁ ἐγωισμός καί ἡ φι­λο­δο­ξί­α ὅ­τι μπο­ροῦν νά γί­νουν θε­οί «δί­χα Θε­οῦ καί πρό Θε­οῦ καί οὐ κα­τά Θε­όν»[16][17] (δηλ. χω­ρίς τόν Θε­ό, πρίν ἀ­πό τόν Θε­ό καί ὄ­χι κα­τά Θε­όν), ὅ­πως το­νί­ζει ὁ Ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής, τούς ὁ­δή­γη­σαν στήν πα­ρα­κο­ή καί τήν ἀ­θέ­τη­ση τῆς ἐν­το­λῆς τοῦ Θε­οῦ καί τε­λι­κά στήν πτώ­ση!
.                     Ἔτσι, οἱ πρω­τό­πλα­στοι, μέ τήν βρώ­ση τοῦ, ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἀ­πό τόν Θε­ό, καρ­ποῦ γεύ­τη­καν ἀ­μέ­σως τόν πνευ­μα­τι­κό θά­να­το, τήν δι­α­κο­πή, δη­λα­δή, τῆς θέ­ας τοῦ Θε­οῦ καί τῆς κοι­νω­νί­ας τους μέ τόν Θε­ό καί μέ­σα στόν χρό­νο ἔπαθαν καί τόν σω­μα­τι­κό θά­να­το, πού εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα.

Ὁ θάνατος εἶναι ἔξω ἀπό τήν θέληση τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ θά­να­τος, λοιπόν, δέν ἦ­ταν ἐ­ξαρ­χῆς στήν φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλά εἶναι παρέμβλητος μέσα στήν κτίση, εἶναι ἕνα συμβάν. Ὁ Θεός εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί δημιουργός μόνο τῆς ζωῆς καί ὄχι τοῦ θανάτου. Μᾶς τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει αὐ­τό μέ ἀ­πό­λυ­τη σα­φή­νεια ἡ ἴ­δια ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή: «Ὁ Θε­ός θά­να­τον οὐκ ἐ­ποί­η­σεν, οὐ­δέ τέρ­πε­ται ἐ­π’ ἀ­πω­λεί­ᾳ ζών­των»[17][18]. Δηλαδή: Ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν θάνατο, οὔτε εὐχαριστεῖται νά βλέπει τούς ζωντανούς νά χάνονται. Διότι ἔκτισε τά πάντα γιά νά ὑπάρχουν καί ὅσα ἔγιναν στόν κόσμο, ἔγιναν γιά νά σώζονται καί νά μή χάνονται, καί δέν ὑπάρχει μέσα τους δηλητήριο καταστροφῆς, οὔτε κατά τό ἀρχικό σχέδιο τῆς δημιουργίας ὑπῆρχε βασίλειο τοῦ ἅδου ἐπί τῆς γῆς.
.                     Θά θέλαμε στό σημεῖο αὐτό νά ἐπιμείνουμε, γιατί πολλοί θεωροῦν ὅτι ὁ Θεός ἐπέφερε τόν θάνατο στόν ἄνθρωπο ὡς τιμωρία γιά τήν παρακοή του. Ἡ ἄποψη αὐτή προέρχεται ἀπό τήν δυτική θεολογία καί δέν εἶναι ὀρθόδοξη. Ὁ θάνατος δέν εἶναι τιμωρία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας προαιρέσεως καί κακίας. Δέν εἶ­ναι ὁ Θε­ός αἴ­τιος τοῦ θα­νά­του, ἀλ­λά ἡ ἁ­μαρ­τί­α πού δι­έ­πρα­ξαν οἱ πρω­τό­πλα­στοι στόν Πα­ρά­δει­σο μέ τήν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή τους.
.                     Ἡ δυ­τι­κή σχο­λα­στι­κή θε­ο­λο­γί­α ὑ­πο­στη­ρί­ζει, ἐπίσης, ἐσφαλμένα ὅ­τι κλη­ρο­νο­μή­σα­με τήν ἴ­δι­α τήν ἁ­μαρ­τί­α τοῦ Ἀ­δάμ, τήν ἐ­νο­χή του, ὅ­τι κά­θε ἄν­θρω­πος, δηλαδή, ἁ­μάρ­τη­σε στό πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ καί ἑ­πο­μέ­νως ὁ κά­θε ἕ­νας εἶ­ναι αἴ­τι­ος τοῦ δι­κοῦ του θα­νά­του. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅμως, δέν κλη­ρο­νο­μεῖ τήν ἐ­νο­χή, ἀλ­λά τίς συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας τοῦ Ἀ­δάμ, δη­λα­δή τήν φθαρ­τό­τη­τα καί τήν θνη­τό­τη­τα. Κα­τά τόν Ἅ­γι­ο Ἰ­ωάν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο, οἱ πρω­τό­πλα­στοι «φθαρ­τοί γε­νό­με­νοι τοι­ού­τους καί γε­γε­νή­κα­σι παί­δας»[18][19].
.                    Μέ τήν πτώ­ση τοῦ Ἀ­δάμ ὁ θά­να­τος ἔ­γι­νε φαι­νό­με­νο μέ κα­θο­λι­κές δι­α­στά­σεις, ἀ­φοῦ «ἐν τῷ Ἀ­δάμ πάν­τες ἀ­πο­θνή­σκου­σι»­[19][20]. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἀ­σθε­νεῖ ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α πού εἰ­σῆλ­θε μέ­σα της καί ἐ­πει­δή ὁ Ἀ­δάμ εἶ­ναι «ρί­ζα» τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, γι­’­αὐ­τό καί «θνη­τούς βλα­στούς ἀ­να­δί­δει»­[20][21].

Ὁ θάνατος ὡς εὐεργεσία καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός μας, στήν ἄπειρη φιλευσπλαχνία Του καί τήν ἀγάπη Του πρός τό πλάσμα Του, ἐπέτρεψε τήν εἴσ­δυ­ση τοῦ θα­νά­του στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση γιά νά ἀποτραπεῖ ἡ διαιώνιση τῆς ἁμαρτίας, γιά νά «μή δι­α­τη­ρή­σῃ ἀ­θά­να­τον ὑ­μῖν τήν ἀρ­ρω­στί­αν»[21][22].
.                     Σέ μι­ά συγ­χω­ρη­τι­κή εὐ­χή πού ἐκ­φω­νεῖ ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας στήν νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α ἀναφέρεται συγκεκριμένα: «καί δι­ά τοῦ­το, ἵ­να μή τό κα­κόν ἀ­θά­να­τον γέ­νη­ται, φι­λαν­θρώ­πως ἐ­κέ­λευ­σας τήν κρά­σιν, καί μῖ­ξιν ταύ­την, καί τόν ἄρ­ρη­κτόν σου τοῦ­τον δε­σμόν, ὡς Θε­ός τῶν Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, τῷ θεί­ῳ βου­λή­μα­τι ἀ­πο­τέ­μνε­σθαι καί δι­α­λύ­ε­σθαι»[22][23]. Δηλαδή, γιά νά μή μένει ἀθάνατο τό κακό, ἀπό φιλανθρωπία διέταξες, ὡς Θεός τῶν Πατέρων μας, νά διαλύεται ἡ κράση καί ἡ μίξη αὐτή καί νά κόβεται ὁ ἄρρηκτος τοῦ σώματος μετά τῆς ψυχῆς δεσμός. Ἔ­τσι, ὁ σω­μα­τι­κός θά­να­τος θέ­τει τέρ­μα στούς κό­πους τῆς θλιβερῆς με­τα­πτω­τι­κῆς ζω­ῆς καί λυ­τρώ­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν τρα­γι­κή κα­τα­δί­κη νά μέ­νει αἰ­ώ­νια ζων­τα­νός νε­κρός.
.                     Πολύ σημαντικός εἶναι, ἐπίσης, καί ὁ παιδαγωγικός χαρακτήρας τοῦ θανάτου γιά τόν ἄνθρωπο, πού ἀταπείνωτος, αὐτονομημένος καί αὐτοθεοποιούμενος ἐπαίρεται γιά τά ἀτομικά του ἐπιτεύγματα καί ἐγκλωβίζεται μάταια στά ἐπίγεια καί τά ἐφήμερα, στίς πρόσκαιρες τιμές καί ἀναγνωρίσεις. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει τόν θάνατο «κακίας καθάρσιον»,[23][24] ἀντίδοτο στόν ἐγωισμό τοῦ ἀνθρώπου καί δάσκαλο φιλοσοφίας.

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ

.                     Ὁ Θεός, πού μᾶς ἔδωσε τήν ὕπαρξη καί μᾶς χάρισε τό «κατ’ εἰκόνα» καί τό «καθ’ ὁμοίωσιν», δέν ἔμεινε ἀδιάφορος γιά τόν ἄνθρωπο, μετά τήν πτώση του. Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀπέτυχε νά ὡριμάσει πνευματικά, νά ἀνυψωθεῖ καί νά φθάσει στόν στόχο γιά τόν ὁποῖο προορίστηκε, ὁ Θεός ἀποφάσισε τήν δική Του κάθοδο πρός τούς ἀνθρώπους, ὥστε νά τούς ὁδηγήσει στήν ἀληθή θεογνωσία. Ἀφοῦ, δηλαδή, δέν ἀνῆλθε ὁ ἄνθρωπος, κατῆλθε ὁ Θεός, ὡς Θεάνθρωπος, στήν γῆ.
.                     Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦλθε γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τήν κυριαρχία τοῦ διαβόλου καί τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Νά θεραπεύσει τήν ἄρρωστη φύση μας ἀπό τήν δυσοσμία τοῦ θανάτου καί ἔτσι νά μπορέσουμε νά ζήσουμε μιά καινούρια ζωή· τή δική Του ἀθάνατη ζωή.

Ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο

.                    Ὁ σωματικός θάνατος δέν διακόπτει τήν σχέση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ φθειρόμενο σῶμα. Ἡ ψυχὴ, λόγῳ τῆς γνωστικῆς της δυνάμεως, γνωρίζει καί θὰ μπορέσει νὰ βρεῖ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ σώματος κατὰ τὴν ἀνάστασή του, κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, χωρίς νά ἐμποδίζεται οὔτε ἀπό τήν ἀπόσταση οὔτε ἀπό τόν χρόνο. Ἡ ψυχή ἀναχωρώντας πρός τόν οὐρανό ἀναμένει καί ποθεῖ τήν ἐπανασύνδεσή της μέ τό σῶμα, πού θά γίνει κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Τότε θά λάβει καί πάλι τό δικό της σῶμα, ἀλλά μεταμορφωμένο καί ἀνακαινισμένο πλέον καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, πάλι ὁ ὅλος ἄνθρωπος.
.                     Παρά τόν προσωρινό χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, δέν καταργεῖται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχή δέν παύει νά ὑπάρχει, ἀλλά ζεῖ καί διατηρεῖ πλήρως τήν αὐτοσυνειδησία της. Ἔχει πλήρη συναίσθηση τῆς καταστάσεώς της, εἶναι ἀναγνωρίσιμη, θυμᾶται περιστατικά, πρόσωπα καί πράγματα τῆς ἐπίγειας ζωῆς, διατηρεῖ ζωντανές καί ἀκέραιες τίς πνευματικές λειτουργίες καί δυνάμεις της.

Μερική κρίση – Μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν

.                     Τό διάστημα, πού μεσολαβεῖ ἀπό τόν σωματικό θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἅγιοι Πατέρες τό ὀνομάζουν «μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν». Πρόκειται γιά τήν ζωή πού ζεῖ ἡ ψυχή μετά τήν ἔξοδό της ἀπό τό σῶμα, χωρισμένη δηλαδή ἀπό τό σῶμα, μόνη της. Στήν «μέση κατάσταση» ἡ ψυχή ὑφίσταται τήν λεγομένη «μερική κρίση», ἡ ὁποία εἶναι καθοριστική καί προδικάζει ἐν πολλοῖς καί τήν τελική καί ὁριστική κρίση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
.                     Παραμένοντας στήν μέση κατάσταση ἡ ψυχή, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς της στήν γῆ, προγεύεται τήν παραδείσια μακαριότητα ἤ τήν ὀδύνη τῆς Κολάσεως περιμένοντας νά ἑνωθεῖ μέ τό σῶμα της κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, ὥστε νά κριθοῦν μαζί, ὡς ὅλος ἄνθρωπος.
.                     Στό σημεῖο αὐτό, θεωροῦμε χρήσιμο νά κάνουμε μιά ἀναγκαία διευκρίνιση καί νά τονίσουμε τήν διάκριση πού γίνεται ἀπό τούς Πατέρες, ἀφενός ἀνάμεσα στόν Παράδεισο καί στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἀφετέρου ἀνάμεσα στόν Ἅδη καί στήν Κόλαση.
.                     Μέ τόν ὅρο Παράδεισο, ἐννοοῦμε τόν νοητό τόπο καί τήν κατάσταση ἐκείνη, κατά τήν ὁποία οἱ ψυχές τῶν δικαίων καί τῶν ἁγίων μόνες, χωρίς τά σώματά τους, προγεύονται τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἐνῶ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι ἡ κατάσταση ἐκείνη, ὅπου μετά τήν Δευτέρα Παρουσία, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων καί τήν τελική κρίση, θά εἰσέλθουν οἱ ψυχές ἔχοντας ἐπανακτήσει τά ἀναστημένα σώματά τους, ὡς ψυχοσωματικές δηλαδή ὀντότητες, ὡς ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, καί θά ἀπολαμβάνουν στήν πληρότητά τους τά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό τελικό στάδιο τῆς σωτηρίας μας καί τῆς θεώσεώς μας.
.                     Κατά ἀντιστοιχία πρός τόν Παράδεισο, μέ τόν ὅρο Ἅδη ἐννοοῦμε τόν νοητό τόπο καί τήν κατάσταση ἐκείνη, ὅπου οἱ ψυχές τῶν ἀμετανόητων ἁμαρτωλῶν, μόνες, χωρίς τά σώματά τους, προγεύονται τά δεινά τῆς Κολάσεως. Ἐνῶ Κόλαση εἶναι ἡ τελική κατάσταση πού θά βιώνουν μόνιμα πλέον οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, μετά τήν τελική κρίση καί τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων τους, ὡς ψυχοσωματικές ὀντότητες, ὡς ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι.
.                     Συμπληρωματικά θά θέλαμε νά σημειώσουμε ὅτι πρίν ἀπό τίς δύο αὐτές καταστάσεις -Παράδεισο καί Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν γιά τούς σεσωσμένους καί Ἅδη καί Κόλαση γιά τούς ἀμετανοήτους- ὑπῆρχε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, δικαίους καί ἀδίκους, ἁγίους καί ἁμαρτωλούς, ἀπό Ἀδάμ καί Εὔας καί μέχρι τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας, ἕνας κοινός Ἅδης, ὁ πρό Χριστοῦ Ἅδης.
.                     Σέ αὐτόν τόν πρῶτο (θά λέγαμε) Ἅδη μετέβαιναν μετά τόν θάνατό τους ὅλοι, ἀκόμη καί οἱ δίκαιοι, οἱ Προφῆτες, οἱ Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μέ τίς ψυχές τους μόνο, χωρίς τά σώματά τους, ἀναμένοντας τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία, πού θά τούς ἀπελευθέρωνε ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου.
.                     Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτή ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου ἔγινε μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τήν κάθοδό Του στόν Ἅδη. Ἔκτοτε, ἔχουμε τόν Ἅδη (τόν δεύτερο Ἅδη θά λέγαμε) συνεχιζόμενο γιά τούς ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς, τόν μετά Χριστόν Ἅδη, δηλαδή. Ἀντίστοιχα, μετά τήν ἔλευση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουμε τόν Παράδεισο γιά τούς δικαίους. Μετά δέ τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί τήν τελική κρίση, τόν Ἅδη θά διαδεχθεῖ ἡ αἰώνια Κόλαση, ἐνῶ τόν Παράδεισο ἡ αἰώνια Βασιλεία.

Κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη

.                     Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, στήν κορύφωση τοῦ Πάθους Του, κρεμάμενος ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀνεφώνησε τό “τετέλεσται”, πού εἶχε τήν σημασία ὅτι, τό ἔργο Του ἐπί τῆς γῆς τελείωσε ἐπιτυχῶς. Τήν στιγμή ἐκείνη ἐπῆλθε ὁ σωματικός θάνατος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ψυχή Του, ὅμως, ἑνωμένη ὑποστατικά μέ τή θεϊκή Του φύση (μέ τήν θεότητα) κατῆλθε στόν Ἅδη, γιά νά κηρύξει καί σέ ὅλους αὐτούς πού εἶχαν πεθάνει πρίν τήν δική Του Ἀνάσταση. Εἶχε προηγηθεῖ ἡ κάθοδος στόν Ἅδη καί τό κήρυγμα μετανοίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Μέ τήν κάθοδό Του στόν Ἅδη ὁ Χριστός «συνέτριψε πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέθλασεν»[24][25].
.                     Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου μᾶς παραδίδει μία χαριτωμένη περιγραφή τῆς συνομιλίας τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὸν Χριστό στόν Ἅδη. «Ἐνῶ λοιπόν αὐτά διεδραματίζοντο καί ἐλέγοντο στόν Ἅδη καί ἐσείοντο τά πάντα, ὁ δέ Κύριος ἐπλησίαζε νά φθάση στά πιό ἔσχατα βάθη, ὁ Ἀδάμ ὁ πρωτοδημιούργητος καί πρωτόπλαστος καί πρωτόθνητος πού βρισκόταν δεμένος γερά καί βαθύτερα ἀπό ὅλους, ἄκουσε τά βήματα τοῦ Κυρίου, πού ἐρχόταν στούς φυλακισμένους καί ἀμέσως ἀνεγνώρισε τήν φωνή Του, καθώς ἐπερπατοῦσε μέσα στή φυλακή. Στράφηκε τότε πρός ὅλους τούς ἐπί αἰῶνες συγκρατουμένους του καί τούς φώναξε: Ὦ φίλοι μου! Ἀκούω νά πλησιάζη σ᾿ ἐμᾶς ἦχος τῶν βημάτων Κάποιου. Ἐάν πραγματικά μᾶς ἀξίωσε νά ἔρθη ἕως ἐδῶ, τότε εἴμαστε ἐλεύθεροι! Ἐάν τόν ἰδοῦμε ἀνάμεσά μας, σωθήκαμε ἀπό τόν Ἅδη!».
.                    Καί πραγματικά, ὅσοι ἀπό αὐτούς πού βρίσκονταν στόν Ἅδη, ἦσαν καλοπροαίρετοι στή ζωή τους καί δέχτηκαν τόν Χριστό, ὡς Θεό καί Σωτήρα τους, ὁ Κύριός μας, μέ τήν Ἀνάστασή Του, τούς ὁδήγησε στόν Παράδεισο, μέ πρῶτο τόν ἐπί τοῦ Σταυροῦ μετανοήσαντα ληστή, πού ἦταν καί ὁ πρῶτος ἔνοικος τοῦ Παραδείσου.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν

.                     Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας καί ἡ κοινή ἀνάσταση ὅλων μας εἶναι τά δύο βασικά δόγματα πάνω στά ὁποῖα στηρίζεται ὁλόκληρη ἡ χριστιανική διδασκαλία. Χωρίς πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν κοινή ἀνάσταση ὅλων μας δέν ὑπάρχει χριστιανισμός· δέν ἔχει κανένα νόημα ἡ πίστη μας. Τό διακηρύσσει αὐτό μέ τόν πλέον κατηγορηματικό τρόπο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρώτη ἐπιστολή του πρός τούς Κορινθίους: «Eἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν»[25][26]. Ἄν δέν ὑπάρχει, δηλαδή, ἀνάσταση νεκρῶν, τότε οὔτε ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ. Καί ἄν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, τότε το κήρυγμά μας εἶναι χω­ρίς νόημα, τό ἴδιο καί ἡ πίστη σας.
.                     Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι ἡ ἀπόδειξη καί ταυτόχρονα ἡ ἐγγύηση καί τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε γιά νά ἀνοίξει τόν δρόμο καί νά γίνει ἡ ἀρχή γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. «Νυνί δέ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο»[26][27], μᾶς λέει καί πάλι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτή τήν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως ὁμολογοῦμε καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως: «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

Πῶς ἦταν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάσταση

.                     Σύμφωνα μέ τήν ἀναφορά τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου: «Τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μετά τήν ἀνάστασιν, ἄν καί ἔγινεν ἀπαθές καί ἄφθαρτον, μ’ ὅλον τοῦτο δέν ἐτράπη εἰς ἀσωματότητα, οὐδέ ἀπέβαλεν ὅλα τά φυσικά του ἰδιώματα, ἤτοι τό ποσόν (ὁ ὄγκος), τό ποιόν (ἡ ὑφή, δηλαδή ἡ φυσική σύνθεση ἑνός σώματος), τό εἶναι ἐν εἴδει (τό νά ἔχει κάποια μορφή), τό τριχῇ διαστατόν (τό νά ἔχει τρεῖς διαστάσεις), καί τό περιγραπτόν ἐν τόπῳ καί περιοριστόν· ἄν γάρ καί αὐτά ἀποβάλῃ, πλέον σῶμα δέν μένει, ἀλλ’ ἔχει νά ἐκστῇ ἀπό τούς ὅρους τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως (ἄν δηλαδή χάσει καί αὐτά τά γνωρίσματα, τότε παύει νά εἶναι σῶμα καί ἐξέρχεται ἀπό τούς ὅρους τῆς ἀνθρώπινης φύσεως)»[27][28].
.                     Τά χαρακτηριστικά τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μας περιγράφονται, ἐπίσης, σέ μία ἀπό τίς εὐχές πού ἐκφωνεῖ ὁ ἱερέας στήν Ἁγία Πρόθεση. «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς, ὡς Θεός, ἐν Παραδείσῳ δέ μετά Ληστοῦ, καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, Χριστέ, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος». Πραγματικά ἰλιγγιᾶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μπροστᾶ στό μυστήριο τῆς ἀσύλληπτης καί πανσθενοῦς Δυνάμεως τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ μας!
.                     Ὁ Χριστός μας, μετά τήν Ἀνάστασή Του, παρουσιάστηκε ἀρκετές φορές ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Του, γιά νά πιστοποιήσει ἀκριβῶς αὐτό τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως. Σαράντα ἡμέρες μετά ἀνελήφθη ἐνδόξως στούς οὐρανούς μαζί μέ τό ἀναστημένο Σῶμα Του. Τό γεγονός αὐτό προσέδωσε ἀκόμη μεγαλύτερη τιμή στό ἀνθρώπινο σῶμα, πού δοξάστηκε μέ τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ μας.

Χαρακτηριστικά τοῦ ἀναστημένου ἀνθρωπίνου σώματος

.                    Ἀνάλογο μέ τό ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας θά εἶναι καί τό ἀναστημένο καί ἀφθαρτοποιημένο σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Μᾶς τό ἐξηγεῖ αὐτό ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους δογματικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, λέγοντας ὅτι τό καινούργιο σῶμα θά εἶναι «οἷον τό τοῦ Κυρίου σῶμα μετά τήν ἀνάστασιν, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν διερχόμενον, ἀκοπίαστον, τροφῆς, ὕπνου καί πόσεως ἀνενδεές».[28][29] (Δηλ. ὅπως τό σῶμα τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάσταση, πού διέρχεται ἐνῶ οἱ θύρες ἦταν κλειστές, πού εἶναι ἀκούραστο, πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τροφή, ὕπνο καί νερό).
.                     Καίριες καί διαφωτιστικές ἀπαντήσεις γιά τό ἴδιο θέμα μᾶς δίδει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις· πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται;»[29][30]. Ἀλλά θά ρωτήσει κάποιος, μᾶς λέει ὁ Ἀπόστολος, πῶς ἀνασταίνονται οἱ νεκροί καί μέ τί σῶμα ἔρχονται ξανά στήν ζωή; Στήν ἀπάντησή του χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦ σπόρου καί τοῦ σιταριοῦ. Τό σῶμα μας, μέ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, «σπέρνεται στόν τάφο σέ κατάσταση φθορᾶς, ἐγείρεται σέ κατάσταση ἀφθαρσίας, σπέρνεται σέ κατάσταση ταπεινώσεως, ἐγείρεται σέ κατά­σταση δόξας, σπέρνεται σέ κατάσταση ἀσθένειας, ἐγείρεται γεμάτο δύναμη»[30][31]. Καί συμπληρώνει ὁ Ἀπόστολος «σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν»[31][32]. Δηλαδή, σπέρνεται σῶμα φυσικό, ἀνασταίνεται σῶμα πνευματικό. Ὑπάρχει σῶμα φυσικό, ὑπάρχει καὶ σῶμα πνευματικό.

Σχέση θνητοῦ καί ἀναστημένου σώματος

.                     Τί εἶναι, ὅμως, τό πνευματικό σῶμα γιά τό ὁποῖο μᾶς μιλᾶ ὁ Ἀπόστολος καί ποιά ἡ διαφορά του ἀπό τό ὑλικό;
.                     Ἀνάμεσα στό θνητό (τό παλαιό), τό φυσικό, δηλαδή, καί στό ἀναστημένο (τό καινούργιο) σῶμα, δηλαδή, τό πνευματικό, ὑπάρχει ταυτόχρονα καί ταυτότητα καί διαφορά. Μᾶς τό διευκρινίζει αὐτό πολύ χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ποιό θά εἶναι τό καινούργιο σῶμα;», ρωτᾶ. Καί ἀπαντᾶ: «Αὐτό καί οὐκ αὐτό. Αὐτό μέν ὅτι αὐτή ἡ οὐσία. Οὐκ αὐτό δέ, ὅτι βελτίον τοῦτο»[32][33]. Αὐτό τό ἴδιο θά εἶναι, δηλαδή, καί ὄχι ἀκριβῶς αὐτό. Θά εἶναι αὐτό τό ἴδιο, διότι θά εἶναι ἡ ἴδια (ἡ παλιά του) οὐσία. Ἄλλά δέν θά εἶναι ὅμως τό ἴδιο, διότι θά εἶναι βελτιωμένο.
.                     Τό ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο, λοιπόν, ἀνθρώπινο σῶμα θά εἶναι ἄφθαρτο καί πνευματικό, χωρίς τά στοιχεῖα τῆς σαρκικότητας, καί ὄχι θνητό καί φθαρτό, ὅπως ἦταν στήν βιολογική ζωή του.
.                     Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος σημειώνει ὅτι οἱ νέες ἰδιότητες τοῦ ἀναστημένου μας σώματος θά εἶναι ἀθανασία, ἀφθαρσία καί ἀτρεψία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἀρρωσταίνει, δὲν θὰ πονᾶ, δὲν θὰ γερνᾶ. Οὔτε θὰ ἔχουμε καὶ τὰ λεγόμενα «ἀδιάβλητα» πάθη, ὅπως ὅτι πεινᾶμε, διψᾶμε, κουραζόμαστε κ.λπ.
.                     Ἡ ἰδιότητα τῆς ἀτρεψίας, πού θά ἔχουν τά ἀναστημένα σώματα, ἀποτελεῖ καί τή βασική διαφορά τοῦ νέου ἀνακαινισμένου σώματός μας ἀπό τό προπτωτικό σῶμα τοῦ Ἀδάμ. Ἀτρεψία σημαίνει, ἀδυναμία νά τραπεῖ ὁ ἀναστημένος ἄνθρωπος πρός τήν ἁμαρτία. Ὁ Ἀδάμ, πρίν ἀπό τήν πτώση, δέν ἦταν ἄτρεπτος, ἀλλά τρεπτός. Μποροῦσε, δηλαδή, νά τραπεῖ πρός τήν ἁμαρτία, ὅπως καί ἐτράπη. Ἀντίθετα ὁ ἀνακαινισμένος ἀναστημένος ἄνθρωπος δέν θά μπορεῖ πλέον νά τραπεῖ πρός τήν ἁμαρτία. Ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ σώ­μα­τός μας­, δηλαδή, δέν θά εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἐ­πι­στρο­φή στήν προ­πτω­τι­κή κα­τά­στα­ση, ἀλλά συγ­χρό­νως ὕ­ψω­ση καί με­τά­βα­ση σέ ἀ­νώ­τε­ρη καί τε­λει­ό­τε­ρη κα­τά­στα­ση.
.                     Κατά τόν ἅγιο Μακάριο, τό ἀναστημένο σῶμα μας θά εἶναι «φωτοειδές», δυνατό καί ἔνδοξο. Θά εἶναι, ἐπίσης, «θεοειδές» καί θά λάμπει ὅπως ὁ ἥλιος, ἀφοῦ θά εἶναι ἐμπλουτισμένο ἀπό τήν θεότητα, τήν ἄκτιστη χάρη καί τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά χάνει τήν κτιστότητά του. Τό ἀ­να­στη­μέ­νο σῶ­μα, λοιπόν, θά εἶ­ναι ἐ­ξω­τε­ρι­κά ὅ­πως αὐ­τό πού εἶ­χε κά­θε ἄν­θρω­πος πρίν ἀπό τό θά­να­το, ἀλ­λά μέ δι­α­φο­ρε­τι­κή λει­τουρ­γι­κό­τη­τα, καθώς θά ἔχει θεωθεῖ. Ὁ θεωμένος ἄνθρωπος εἶναι περιγραπτός, ὑπάρχει ἐν τόπῳ περιορισμένῳ καί περιγεγραμμένῳ. Τό σῶμα του εἶναι «τριχῇ διαστατόν», δηλαδή ἔχει τρεῖς διαστάσεις, ἀλλά χωρίς βάρος.
.                     Ἡ ἀ­νά­στα­ση θά εἶ­ναι κοι­νή ὑ­πό­θε­ση γιά δι­καί­ους καί ἀ­δί­κους. Δέν θά ἀ­να­στη­θοῦν ­μό­νο ὅ­σοι «ἐ­κοι­μή­θη­σαν» ἐν Χρι­στῷ, ἀλ­λά «πάν­τες», μέ τή μό­νη δι­α­φο­ρά ὅ­τι οἱ μέν δί­και­οι θά ἀ­να­στη­θοῦν «εἰς ζω­ήν αἰ­ώ­νιον», οἱ δέ ἀ­με­τα­νό­η­τοι ἁ­μαρ­τω­λοί «εἰς αἰ­σχύ­νην» αἰ­ώ­νιον[33][34].
.                     Ἡ πί­στη στήν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν σω­μά­των κα­θο­ρί­ζει τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας ἀ­πέ­ναν­τι στό σῶ­μα καί μᾶς δι­δά­σκει νά στε­κό­μα­στε μέ σε­βα­σμό μπρο­στά σ’ ­αὐ­τό. Ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τοῦ τοῦ σε­βα­σμοῦ εἶ­ναι ἡ πε­ρι­ποί­η­ση τοῦ νε­κροῦ σώ­μα­τος καί ὁ ἐν­τα­φια­σμός του. Εἶ­ναι καί αὐ­τός ἕ­νας λό­γος πού στήν ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση δέν υἱ­ο­θε­τή­θη­κε πο­τέ ἡ καύ­ση ἤ ἡ ἀ­πο­τέ­φρω­ση τῶν νε­κρῶν σω­μά­των. Ἐ­ξάλ­λου ἡ ἐμ­πει­ρί­α τῆς εὐ­ω­δί­ας τῶν ἁ­γί­ων λει­ψά­νων καί ἡ ἀ­φθαρ­σί­α τῶν σω­μά­των πολ­λῶν ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, μᾶς δεί­χνει τό δο­ξα­σμό ἀ­κό­μη καί τοῦ θνη­τοῦ σώ­μα­τος πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά γί­νει κα­τοι­κη­τή­ριο τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ καί μᾶς δί­νει μιά πρό­γευ­ση τῆς τε­λι­κῆς κοι­νῆς ἀ­να­στά­σε­ως.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ

.                     Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μέθεξη τῆς ἀκτίστου δόξης καί τοῦ ἀκτίστου φωτός τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μέ­σα στήν θε­ο­κοι­νω­νί­α οἱ ἄν­θρω­ποι θά εἶ­ναι ὅ­μοι­οι μέ τούς ἀγ­γέ­λους καί μα­ζί τους θά δο­ξο­λο­γοῦν καί θά ὑ­μνοῦν τόν ἀ­κα­τά­λη­πτο Θε­ό, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα θά βρί­σκον­ται σέ κοι­νω­νί­α μέ τίς χο­ρεῖ­ες τῶν ἁ­γί­ων, συμ­πο­λίτες τῶν ἁ­γί­ων καί φί­λοι καί οἰ­κεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ­.
.                     Ἡ Παναγία, πού κατέχει τά δευτερεῖα τῆς θεότητας, ὡς μεθόριο κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως, ζεῖ, ἤδη, κοντά στό Χριστό στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Δέν μετέβη, δηλαδή, στόν Παράδεισο, ἀλλά μετέστη καί μέ τήν ψυχή καί μέ τό σῶμα της ἀπευθείας στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
.                    Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν ἠγαπημένο μαθητή τοῦ Κυρίου μας, τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, ὁ ὁποῖος μετά τήν κοίμησή του μετέστη στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καί εἶναι πραγματικά μοναδικό τό γεγονός, πού δέν τό συναντοῦμε σέ καμμία ἄλλη θρησκεία, ὅτι στήν Ἐκκλησία μας ἔχουμε τρεῖς κενούς τάφους, τοῦ Χριστοῦ μας, τῆς Παναγίας μας καί τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου.

Νοητός τόπος καί ὄχι αἰσθητός

.                     Ὁ Παράδεισος καί ὁ Ἅδης, ὅπως καί ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί ἡ Αἰώνια Κό­λα­ση, εἶ­ναι καί τόποι καί κυρίως τρόποι ὑπάρξεως. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός κάνει λόγο γιά ἕναν τόπο ὄχι σωματικό, ὑλικό καί αἰσθητό, «ἀλλά τόν ὑπέρ αἴσθησιν μᾶλλον καί νοητόν τόπον». Δηλαδή «ἕναν τόπο νοητό καί ἀσώματο, ὑπερουράνιο καί ὑπερκόσμιο, τόν τόπο τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων, ὅπου ἐνεργεῖ ὁ Θεός καί φανερώνει τήν δόξα Του»[34][35].
.                     Καί ὁ μακαριστός π. Σεραφείμ Ρόουζ σημειώνει γιά τό ἴδιο θέμα: «Δέν χρειάζεται νά ἐπιζητοῦμε ἀπό περιέργεια νά γνωρίζουμε κάτι περισσότερο. Αὐτοί οἱ “τόποι” εἶναι τόσο διαφορετικοί ἀπό τίς κοσμικές ἀντιλήψεις μας περί “τόπου” ὥστε σίγουρα θά βρεθοῦμε σέ ἀπελπιστική σύγχυση ἐάν ἐπιχειρήσουμε νά τούς τοποθετήσουμε “γεωγραφικά” στό χῶρο… Δέν εἶναι στή δικαιοδοσία μας νά καθορίσουμε τά “σύνορα” αὐτῶν τῶν τόπων ἤ νά προσπαθήσουμε νά διακρίνουμε τά χαρακτηριστικά τους»[35][36].
.                     Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπικρίνει τήν περιέργειά μας νά ἀσχολούμαστε καί νά ζητοῦμε νά μάθουμε μέ περιέργεια ποῦ βρίσκονται αὐτοί οἱ τόποι[36][37]. «Καί ποῦ λέγει, καί σέ ποιό τόπο θά εἶναι αὐτή ἡ γέεννα; Τί σ’ ἐνδιαφέρει αὐτό; Γιατί τό ζητούμενο εἶναι, ν’ ἀποδειχθεῖ ὅτι ὑπάρχει, ὄχι ποῦ ὁρίσθηκε καί σέ ποιό τόπο. Μερικοί βέβαια μυθολογώντας ἰσχυρίζονται ὅτι βρίσκεται στήν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, πράγμα πού λέχθηκε γιά κάποιο πόλεμο τοῦ παρελθόντος, ἀναφέροντας αὐτό στή γέεννα. Ἀλλά, λέγει, σέ ποιό τόπο θά εἶναι; Κάπου ἔξω, ὅπως ἐγώ βέβαια νομίζω, ἀπ’ ὅλο αὐτόν τόν κοσμο. Γιατί ὅπως οἱ φυλακές καί τά μεταλλεῖα βρίσκονται μακριά ἀπό τά βασιλικά ἀνάκτορα, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ γέεννα θά εἶναι κάπου ἔξω ἀπό αὐτήν τήν οἰκουμένη. Ἄς μή ζητοῦμε λοιπόν ποῦ βρίσκεται ἡ γέεννα, ἀλλά πῶς μπορεῖ νά τήν ἀποφύγουμε».
.                     Ὅ,τι ἀναφέραμε γιά τόν νοητό «τόπο» τοῦ Παραδείσου, τό ἴδιο, ἀντίστοιχα, ἰσχύει καί γιά τήν κόλαση. Πρόκειται, δηλαδή, περί τόπου νοητοῦ καί ὄχι αἰσθητοῦ.

Ἡ μακαρία κοινωνία τῶν δικαίων

.                     Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ θά χαρακτηρίζεται ἀπό τήν μακαρία κοινωνία τῶν δικαίων μέ τόν Τριαδικό Θεό, ἀλλά καί μεταξύ τους. Ἔτσι οἱ ψυχές θά ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη, ἀ­κό­μη κι­­ ἄν ἔ­ζη­σαν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κές ἐ­πο­χές, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση θά γί­νε­ται μέ τό δι­ο­ρα­τι­κό μά­τι τῆς ψυ­χῆς καί ὄ­χι μέ τούς ὑ­λι­κούς ὀ­φθαλ­μούς. Ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ωάν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­ει ὅ­τι θά ἀ­να­γνω­ρί­σου­με, ὄ­χι μό­νο τούς ἐ­δῶ γνω­στούς μας, ἀλ­λά καί αὐ­τούς πού πο­τέ δέν ἔ­χου­με δεῖ καί αὐ­τή ἡ συ­νά­ντη­ση θά εἶ­ναι «εὐ­φρό­συ­νος»[37][38].

Συνεχής πρόοδος καί βαθμίδες στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν

.                    Αὐτή ἡ κατάσταση εὐφροσύνης δέν θά εἶναι στάσιμη στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἡ αἰώνια ζωή δέν θά ἔχει στασιμότητα, ἀλλά μία διαρκή κίνηση, μία διαρκή πρόοδο, ἕνα συνεχές ἄνοιγμα σέ χωρητικότητα καί δεκτικότητα τῆς μεθέξεως τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό γιατί τό κτιστό οὐδέποτε μπορεῖ νά γίνει ἄκτιστο.
.                     Ἡ Κόλαση, σέ ἀντίθεση μέ τόν Παράδεισο, δέν θά βιώνεται αὐξητικά, ἀλλά στάσιμα. Δέν θά ὑπάρχει, δηλαδή, κίνηση καί πρόοδος ἐπί τά χείρω. Κι αὐτό χάρη στήν εὐσπλαχνία καί τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.
.                     Στήν Αἰώνια Ζωή, θά ὑ­πάρ­χουν δι­ά­φο­ρες βαθ­μί­δες, ἀ­νά­λο­γες μέ τήν κα­τά­στα­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀφοῦ «ἐν τῇ οἰ­κί­ᾳ τοῦ πα­τρός μου μο­ναί πολ­λαί εἰ­σιν»[38][39]­. Ἡ πο­σο­τι­κή αὐτή δι­α­φο­ρο­ποί­η­ση στή με­το­χή τῆς χά­ρι­τος, θά εἶναι ἀ­νά­λο­γη μέ τίς προ­σω­πι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις τοῦ κα­θε­νός, χωρίς, ὅ­μως, νά προ­κα­λεῖ καμ­μί­α λύ­πη ἤ φθόνο σέ ὅ­σους τυ­χόν βρί­σκον­ται σέ χα­μη­λό­τε­ρη κα­τά­στα­ση. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ θέ­ω­ση καί με­γα­λύ­τε­ρη δό­ξα τῶν ἁ­γί­ων θά ἀ­να­κλᾶ καί θά ἐ­πι­τεί­νει τή μα­κα­ρι­ό­τη­τα ὅ­σων θά ἔ­χουν μι­κρό­τε­ρη δό­ξα. Για­τί ἡ Θεί­α Βα­σι­λεί­α θά εἶ­ναι κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης στόν πλη­ρέ­στα­το βαθ­μό.

Ἡ θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός

.                     Ἡ Αἰώνια Ζωή θά εἶναι πλήρης ἀπό τή θεωρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Αὐτό στούς Ἁγίους θά ἐνεργεῖ σάν φῶς καθαρτικό καί φωτιστικό πού θά τούς προκαλεῖ ἄφατη εὐφροσύνη, ἐνῶ σ’ αὐτούς πού θά ἔχουν σκλήρυνση καί πώρωση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη θά ἐνεργεῖ ὡς «πῦρ καταναλῖσκον», «σκότος ἐξώτερον» καί τόπος βασάνου.
.                     Ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἔχουν τό ἴδιο τέλος. Ὅλοι βέβαια θά δοῦν τή δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ μία διαφορά: Οἱ μέν σεσωσμένοι θά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς γλυκύτατον καί ἀνέσπερον, οἱ δέ κολασμένοι, θά δοῦν τήν ἴδια δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς πῦρ καταναλίσκον, σάν φωτιά πού θά τούς [κατα]καίη… Ἡ βίωσις, δηλαδή, αὐτοῦ τοῦ Φωτός θά εἶναι διαφορετική στούς μέν ἀπό τούς δέ»[39][40].
.                     Τό ἄκτιστο φῶς, κατά τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ὅσο βέβαια εἶναι δυνατό τά κτιστά λόγια νά περιγράψουν τήν ἐμπειρία τοῦ ἀκτίστου, εἶναι ἡ ἄκτιστη καί θεοποιός ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Τό θεῖο αὐτό φῶς εἶναι ἀνέσπερο, γλυκύτατο, χαριέστατο καί ἀκραιφνές (καθαρό) φῶς, ἄναρχον καὶ ἀΐδιον, ὁμοιόμορφο, ἀκέραιο, πού ἐμπλουτίζει καί πληροῖ τόν ἀνακαινιζόμενο ἄνθρωπο ψυχοσωματικά μέ ὑπερκόσμια καί ἀκατάληπτη εὐφροσύνη καί ἀνέκφραστη ἡδονή, εἰρήνη καί χαρά καί ἱλαρότητα καί εἶναι πηγή ὑπερφυῶν χαρισμάτων καί ἀποκάλυψη οὐρανίων μυστηρίων.

Ἡ αἰώνια Κόλαση

.                     Ὁ σωματικός θάνατος εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ διάρρηξη τῆς ψυχοσωματικῆς ἑνότητος καί ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Ὁ πνευματικός θάνατος εἶναι ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τόν Θεό, πού συνιστᾶ τόν «δεύτερο» θάνατο, ὅπως ἀποκαλεῖται στό ἱερό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως[40][41]. Αὐτός ὁ δεύτερος θάνατος εἶναι ἡ βίωση τῆς αἰωνίου κολάσεως.
.                     Ὁ πρῶτος, ὁ σωματικός θάνατος ἀποδείχτηκε «θνητός», ἀφοῦ τόν νίκησε μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός μας. Ὁ «δεύτερος», ὅμως, θάνατος θά ἐκτείνεται στήν αἰωνιότητα. Ἡ κόλαση θά εἶναι ὁ «ἀθάνατος» θάνατος. Ἡ κόλαση, ἄλλωστε, εἶναι ταυτισμένη μέ τόν θάνατο· εἶναι ἕνας διαρκής καί ἀτελεύτητος θάνατος.
.                     Κόλαση εἶναι ἡ ἀκοινωνησία, ἡ ἀμεθεξία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἀλλά καί μέ ὁ,τιδήποτε κτιστό. Εἶναι ἡ ἀπόλυτη τραγικότητα καί ἡ ὀδύνη πού αἰσθάνεσαι, καθώς, παρότι ἔχεις πλήρη συνείδηση ὅτι ὑπάρχεις, ἀδυνατεῖς νά ἐκπληρώσεις τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς σου, πού εἶναι ἡ κοινωνία σου μέ τόν Θεό, τήν αἰτία τῆς ὑπάρξεώς σου, δηλαδή. Αὐτή ἡ ἀπόλυτη ἀκοινωνησία μέ τήν πηγή τῆς Ζωῆς, δέν θά εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τήν κοινωνία τοῦ θανάτου.
.                     Ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Πορφύριος ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ζωή χωρίς Χριστό εἶναι θάνατος, εἶναι κόλαση, δέν εἶναι ζωή. Αὐτή εἶναι ἡ κόλαση, ἡ μή ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἤ θά εἶσαι στή ζωή ἤ στό θάνατο. Ἀπό σένα ἐξαρτᾶται νά διαλέξεις»[41][42].
.                     Συνεπῶς ἡ κόλαση εἶναι ἡ ἀκύρωση τῆς ζωῆς. Εἶναι μιά ἄπελπις κατάσταση στόν τραγικότερο βαθμό βιώσεώς της. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἀπογοήτευση, ἀλλά ἡ ὑπαρξιακή βίωση τῆς τραγικότητας αὐτῆς τῆς ἀπογοητεύσεως καί μάλιστα, χωρίς τήν ἐλάχιστη διέξοδο, χωρίς τήν παραμικρή ἐλπίδα καί χωρίς τήν δυνατότητα μετανοίας. Ἡ Κό­λα­ση εἶ­ναι τό μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ, καί ἡ λύ­πη στήν καρ­διά ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α, πού ἔ­γι­νε σέ βά­ρος τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ.
.                     Ὁ Θεός εἶναι, κατεξοχήν καί κατά κυριολεξία, ὁ μόνος καλός καί ἀγαθός. Κατά συνέπεια, κάθε ἐνέργειά Του εἶναι καλή καί ἀγαθή καθ’ ἑαυτήν. Ἡ πρόσληψη, ὅμως, αὐτῆς τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐλεύθερη προαίρεση καί τήν δεκτικότητα τοῦ αὐτεξούσιου ἀνθρώπου καί τῶν ἐπιλογῶν του ἔναντι τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ.
.                    Κατά συνέπεια, τά λογικά ὄντα, οἱ ἄνθρωποι, πού ἀδυνατοῦν νά προσλάβουν τό κάλλος τοῦ μόνου Καλοῦ καί τήν ἀγαθότητα τοῦ μόνου Ἀγαθοῦ, ἀκυρώνουν τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς τους νά κοινωνοῦν ἀγαπητικά μέ τόν Δημιουργό τους καί ἔτσι αὐτοκαταδικάζονται στήν ἀμεθεξία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀμεθεξία αὐτή τῆς Χάριτος καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ βιώνεται ὡς ἡ ὀδυνηρότερη ὑπαρξιακή ἐμπειρία τους, ὡς κόλασή τους καί ὡς μάστιγά τους. Κατά συνέπεια, σέ καμία περίπτωση ὁ Θεός δέν εἶναι αἴτιος τοῦ κακοῦ. Αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι μόνον ἡ κακή προαίρεση τῶν ἀνθρώπων.
.                     Ἐ­νῶ ἡ πα­ρα­δεί­σι­α ζω­ή θά εἶ­ναι «φι­λί­α», ἡ κό­λα­ση θά εἶ­ναι «ἀ­φι­λί­α» καί ἀ­κοι­νω­νη­σί­α τό­σο σέ σχέ­ση μέ τό Θε­ό ὅ­σο καί μέ τούς ἄλ­λους, ἀφοῦ οἱ δυστυχεῖς κολασμένοι θά στεροῦνται καί τό δῶρο τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ἄλλων πού θά χαρίσει ὁ Θεός μόνο σέ ὅσους θά σωθοῦν.
.                     Ἡ παραμονή, λοιπόν, στήν Κόλαση θά χαρακτηρίζεται ἀπό τέ­λει­α ἀ­κοι­νω­νη­σί­α καί ἀ­φι­λί­α. Θά εἶναι ζω­ή ἀ­νέ­ρα­στη καί βυ­θι­σμέ­νη σέ ὀ­δυ­νη­ρή μο­να­ξι­ά καί ἀ­πελ­πι­σί­α.

Οἱ συνέπειες τῆς πτώσεως στήν κτίση

.                     Ὅπως ἀναφέραμε στήν πρώτη ἑνότητα τῆς ὁμιλίας μας, μιλώντας γιά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεός δημιούργησε τήν κτίση «ἐκ τοῦ μή ὄντος» καί τόν ἄνθρωπο ὡς κορωνίδα τῆς δημιουργίας καί βασιλέα τῆς κτίσεως. Ὅμως, ἡ ἀ­πο­στα­σί­α καί ἡ πτώ­ση τοῦ ἀνθρώπου ἀ­πο­συν­θέ­τει καί ὅ­λο τό βασίλειό του. Ὁ μεταπτωτικός ἄν­θρω­πος βι­ώ­νει τήν δι­α­τά­ρα­ξη τῶν σχέ­σε­ών του μέ τό συ­νάν­θρω­πό του, ἀλ­λά καί μέ ὁλόκληρη τήν κτί­ση. Κι αὐτό γιατί ἡ ὁ­μα­λή συ­νύ­παρ­ξη μα­ζί τους στη­ρι­ζό­ταν στήν ἀ­γα­πη­τι­κή σχέ­ση καί κοι­νω­νί­α πού εἶ­χε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος μέ τό Θε­ό καί τήν ὁποία διέκοψε μέ τήν παρακοή του στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Οἱ συ­νέ­πει­ες τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἀνθρώπου, κατά συνέπεια, δέν πε­ρι­ο­ρί­στη­καν μόνο στό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος, ἀλ­λά ἐ­πε­κτά­θη­καν στήν ἄλ­ο­γη φύ­ση καί στά ἄ­λο­γα ζῶ­α. «Πᾶ­σα ἡ κτί­σις συ­στε­νά­ζει καί συ­νωδί­νει ἄ­χρι τοῦ νῦν»[42][43] (Δηλ. ὡς τώρα ὅλη ἡ κτίση στενάζει καί συμπάσχει μαζί μας μέχρι σήμερα).

Ἡ ἀνακαίνιση τῆς δημιουργίας (καινή κτίση)

.                     Ὅπως, ὅμως, τό φθαρτό ἀνθρώπινο σῶμα θά ἀναστηθεῖ, θά ἀνακαινισθεῖ καί θά γίνει ἄφθαρτο καί πνευματικό, ἔτσι θά ἀνακαινισθεῖ καί ὁλόκληρη ἡ κτίση καί θά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν δουλεία καί τήν φθαρτότητα. «Καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ»[43][44], μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δηλαδή, «Ὅλη ἡ κτίση προσμένει μέ λαχτάρα πότε θά φανερωθεῖ ἡ δόξα τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Ξέρετε, βέβαια, πώς ἡ κτίση ὑποτάχθηκε καί αὐτή στή φθορά, ὄχι θεληματικά, ἀλλ’ ἐξαιτίας ἐκείνου πού τήν ὑπέταξε. Ἔχει ὅμως πάντοτε τήν ἐλπίδα, κι αὐτή ἀκόμα ἡ κτίση, πώς θά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ὑποδούλωσή της στή φθορά καί θά συμμετάσχει στήν ἐλευθερία πού θά ἀπολαμβάνουν τά δοξασμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ».
.                     Ὑπάρχει πλῆθος ἁγιογραφικῶν καί πατερικῶν χωρίων πού μᾶς μιλοῦν γιά τή συνέχεια ὑπάρξεως τῆς κτίσεως μέ μιά διαφορετική μορφή, ἀπαλλαγμένη ἀπό τή φθορά. Μιλοῦν γιά τήν ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως, γιά «καινούς οὐρανοὺς καὶ γῆν καινήν».[44][45] Ἀπό ὅλα αὐτά συμπεραίνουμε ὅτι ὁ κόσμος πού μᾶς περιβάλλει δέν θά ἐξαφανιστεῖ, δέν θά ὁδηγηθεῖ στήν ἀνυπαρξία, ἀλλά θά μεταποιηθεῖ, θά ἀνακαινισθεῖ καί θά διακονήσει τόν ἀναστημένο καί ἀνακαινισμένο ἄνθρωπο στή νέα του ἄφθαρτη ζωή, στήν αἰώνια καί ἀτελεύτητη πραγματικότητα. Ὁ λυτρωμένος καί ἀναστημένος ἄνθρωπος δέν θά ἀποσπαστεῖ ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία, ἀλλά θά ζήσει σ’ αὐτήν, πού «μεταποιημένη» θά ἀποτελέσει τό νέο του πνευματικό «κατοικητήριο».
.                     Ὅταν βέβαια κάνουμε λόγο γιά ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως, γιά καινούς οὐρανούς καί καινήν γῆν, δέν ἐννοοῦμε ὅτι θά ἐπιστρέψει στήν κατάσταση πού ἦταν στόν πρῶτο Παράδεισο, πρό τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ. Τότε ὁ Ἀδάμ ἦταν αἰσθητός καί τρεπτός. Ὅμως μέ τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων ὁ Ἀδάμ θά εἶναι πνευματικός. Κατά ἀνάλογο τρόπο, καί ὁλόκληρη ἡ κτίση, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, θά μεταποιηθεῖ «εἰς ἄϋλον καί πνευματικόν ὑπέρ πᾶσαν αἴσθησιν ἐν τῆ παλιγγενεσίᾳ… οἰκητήριον»[45][46]. Ἔτσι θά ἀποκατασταθοῦν καί πάλι οἱ σχέ­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν κό­σμο καί ἡ ἁρ­μο­νί­α, ἡ κοι­νω­νί­α καί ἡ ἀ­γά­πη θά βα­σι­λεύ­σει πάλι ἀ­νά­με­σά τους.

Ἐπίλογος

Ἀγαπητοί μας, ἀδελφοί,

.                     Προσπαθήσαμε, ὅσο μᾶς τό ἐπέτρεψαν τά χρονικά ὅρια τῆς ἀποψινῆς μας ὁμιλίας, νά σκιαγραφήσουμε κάποιες κύριες ἔννοιες τοῦ μυστηρίου τοῦ θανάτου, τῆς μετά θάνατον ζωῆς, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας καί τῆς κοινῆς ἀναστάσεως ὅλων μας κατά τήν Δευτέρα Παρουσία. Πρόκειται πραγματικά γιά θεμελιώδη καί πρωταρχικά ζητήματα τῆς πίστεώς μας.
.                     Θά θέλαμε αὐτό νά τό διατυπώσουμε μέ κάθε σαφήνεια καί κατηγορηματικότητα: ὅποιος δέν πιστεύει στόν Θεάνθρωπο Χριστό μας καί τήν Ἀνάστασή Του, ὅποιος δέν πιστεύει στήν κοινή ἀνάσταση ὅλων μας, ὅποιος δέν πιστεύει στήν Δευτέρα Παρουσία, τήν μέλλουσα Κρίση καί τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, αὐτός δέν μπορεῖ οὐσιαστικά οὔτε νά εἶναι οὔτε καί νά λέγεται χριστιανός καί μάλιστα ὀρθόδοξος.
.                     Ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι τό ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­το ἐ­κεῖ­νο γε­γο­νός, πού κα­τά τρό­πο μο­να­δι­κό, δει­κνύ­ει καί ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός εἶ­ναι ὁ μό­νος ἀ­λη­θι­νός Θε­ός καί Κύ­ρι­ος σέ ὅ­λους τούς ὁ­ρα­τούς καί ἀ­ο­ρά­τους κό­σμους. Ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά ἡ πρα­γμα­τι­κό­τητ­α τοῦ ἑ­νός καί μο­να­δι­κοῦ θαύ­μα­τος, τοῦ θαύ­μα­τος τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο συ­νε­χί­ζε­ται καί θά συ­νε­χί­ζε­ται στίς καρ­δι­ές ὅ­λων τῶν Χρι­στι­α­νῶν μέ­χρι τῆς Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας.
.                     Ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος καί δογματολόγος τῆς ἐκκλησίας μας, ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, διεκήρυσσε ὅτι «ἄνευ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δέν θά ὑπῆρχε κἄν χριστιανισμός. Μεταξύ τῶν θαυμάτων ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τό μεγαλύτερο θαῦμα. Ὅλα τά ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπό αὐτό καί συνοψίζονται εἰς αὐτό… Τό νά πιστεύη κανείς εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν, τοῦτο σημαίνει νά ἀγωνίζεται διαρκῶς τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ θανάτου»[46][47].
.                     Καί καταλήγει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς πανηγυρικά καί δοξαστικά:
.                     «Σταθῆτε ὅλα τά σύμπαντα, ὅλοι οἱ ὑπάρχοντες κόσμοι, καί ὅλα τά ὄντα! Κάτω ὅλαι αἱ καρδίαι, ὅλοι οἱ νόες, ὅλαι αἱ ζωαί, ὅλαι αἱ ἀθανασίαι, ὅλαι αἱ αἰωνιότητες! Διότι, ὅλα αὐτά ἄνευ τοῦ Χριστοῦ εἶναι δι’ ἐμέ κόλασις. Ἡ μία κόλασις δίπλα εἰς τήν ἄλλην κόλασιν. Ὅλα εἶναι ἀναρίθμητοι καί ἀτελεύτητοι κολάσεις καί εἰς τό ὕψος καί εἰς τό βάθος καί εἰς τό πλάτος. Ἡ ζωή ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀλήθεια ἄνευ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἥλιος ἄνευ τοῦ Χριστοῦ καί τά σύμπαντα χωρίς Αὐτόν, -ὅλα εἶναι τρομερά ἀνοησία, ἀνυπόφορον μαρτύριον, σισύφειον βάσανον, κόλασις! Δέν θέλω οὔτε τήν ζωήν, οὔτε τόν θάνατον ἄνευ Σοῦ, Γλυκύτατε Κύριε! Δέν θελω οὔτε τήν ἀλήθειαν, οὔτε τήν δικαιοσύνην, οὔτε τόν παράδεισον, οὔτε τήν αἰωνιότητα. Ὄχι, ὄχι! Ἐσένα μόνον θέλω, Ἐσύ μόνον νά εἶσαι εἰς ὅλα, ἐν πᾶσι καί ὑπεράνω ὅλων!…». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.com

———————————-

[1][2] Πλάτωνος Φαίδων, 63b 4- 69e 2

[2][3] Ἰω. 1, 1-3

[3][4] Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως “Ἱερή Κατήχηση τῆς ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἤτοι τῆς μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας”, κεφ. 4, Περί τῆς δημιουργίας τῶν Ἀγγέλων

[4][5] Μεγάλου Βασιλείου, περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κεφ. 16, ΕΠΕ 10, σελ. 380-381

[5][6] Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, ὅ.π.

[6][7] Γέν. 1, 26-28

[7][8] Γέν. 2, 7

[8][9] Βλ. Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1, σελ. 142

[9][10] Φιλίππου Σολιταρίου (1105), Βίβλος ἡ λεγομένη Διόπτρα, ἤτοι στάθμη πίστεως

[10][11] Ἁγίου Ἰωάννη Δαμασκηνού, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94:1088

[11][12] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, PG 94, 853A

[12][13] Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ΕΠΕ 9, 562, PG151,260Α.

[13][14] Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλυκον 2, 27.

[14][15] Γέν. 2, 16-17

[15][16] Γέν. 3, 4-5

[16][17] Ἁ­γί­ου Μα­ξί­μου Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, Πε­ρί Δι­α­φό­ρων Ἀ­πο­ρι­ῶν, Φι­λο­κα­λί­α Νη­πτι­κῶν καί Ἀ­σκη­τι­κῶν, σελ. 194

[17][18] Σοφ. Σολ. Α΄ 13-25

[18][19] Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο, σελ. 50

[19][20] Α΄Κορινθ. ιε΄, 22.

[20][21] Βλ. Ν. Π. Βασιλειάδη, Τό Μυστήριον τοῦ Θανάτου, ἐκδ. «Σωτήρ», Ἀθήνα 1984, σελ. 78.

[21][22] Μ. Βασιλείου, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 345Α.

[22][23] Νεκρώσιμοι καί Ἐπιμνημόσυναι Ἀκολουθίαι, Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1972, σελ. 213.

[23][24] PG 46, 876-7

[24][25] Ψαλμ. 106, 16

[25][26] Α΄ Κορ. 15, 13-14

[26][27] Α΄ Κορ. 15, 20

[27][28] Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τήν Γ΄ Ὠδήν τοῦ πρώτου Κανόνος τῆς Μεταμορφώσεως, Ἑορτοδρόμιο, ἐκδ. Σπανός, σ. 594

[28][29] Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, παρ. 100, ΕΠΕ 1, 566

[29][30] Α΄ Κορ. 15, 35

[30][31] «οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει» (Α΄Κορ. 15, 42-43)

[31][32] Κορ. Α΄, 15, 44

[32][33] Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Α΄ Κορινθίους, Ὁμιλία ΜΑ΄, MPG 61.357.4-6

[33][34] Ἰω. 5, 28-29

[34][35] Μάρκου Εὐγενικοῦ, ΡΟ 15, σελ. 153

[35][36] π. Σεραφείμ Ρόουζ, Ἡ ψυχή μετά τόν θάνατο, ἐκδ. Μυριόβιβλος, σελ. 214

[36][37] «Καὶ ποῦ, φησί, καὶ ἐν ποίῳ χωρίῳ αὕτη ἔσται ἡ γέενα; Τί γάρ σοι τούτου μέλει; τὸ γὰρ ζητούμενον, δεῖξαι ὅτι ἐστίν, οὐχ ὅπου τεταμίευται καὶ ἐν ποίῳ χωρίῳ. Τινὲς μὲν γὰρ μυθολογοῦντες φασιν, ὅτι ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Ἰωσαφάτ, ὃ περὶ πολέμου τινός εἴρηται παρελθόντος, καὶ νῦν τοῦτο εἰς τὴν γέεναν ἕλκοντες˙ ἡ δὲ Γραφὴ οὐ τοῦτό φησιν. Ἀλλ’ ἐν ποίῳ τόπῳ, φησίν, ἔσται; Ἔξω που, ὡς ἔγωγε οἶμαι, τοῦ κόσμου παντός. Καθάπερ γὰρ τῶν βασιλείων τὰ δεσμωτήρια καὶ τὰ μέταλλα πόῤῥῳ διέστηκεν, οὕτω καὶ τῆς οἰκουμένης ταύτης ἔξω που ἔσται ἡ γέενα. Μή τοίνυν ζητῶμεν ποῦ ἐστιν, ἀλλά πῶς ἄν αὐτὴν φύγοιμεν»

[37][38] Ἰω. Δαμασκηνοῦ, ὅ.π.

[38][39] Ἰω. 14, 2

[39][40] Πρωτοπρ. Ἰω. Ρωμανίδη, Πατερική Θεολογία, ἔκδ. «Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 47-48

[40][41] Ἀποκ. Κ΄ 14, «οὗτος ὁ θάνατος ὁ δεύτερός ἐστιν».

[41][42] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Βίος καί Λόγοι, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2017

σελ. 235-238

[42][43] Ρωμ. η΄ 20-22

[43][44] Ρωμ. 8, 19-22

[44][45] Β΄ Πέτρου, γ΄, 13.

[45][46] Ἁγ. Συμεών Νέου Θεολόγου, SC 122, σ. 212-214

[46][47] Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, σελ. 41

Διαφημίσεις

, , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-3 «Μόνο ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πραγματικὰ στὸν Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωὴ προετοιμάζονται γιὰ τὸν θάνατο, γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Λουκᾶ
 Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονoς πλουσίου
 
(Λουκ. ιβ´ 16-21)
[Γ´] 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Ὁμιλίες Ϛ´» – Κυριακοδρόμιο Γ´,

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 84-89
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ἐπεξ.: «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

Α´ Μέρος: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-1 «Ὁ πλούσιος αὐτὸς στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας κλέφτης». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

Β´ Μέρος: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-2 «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου: Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἔκφραση γιὰ τὸν καταστροφικὸ θρίαμβο τοῦ σώματος κατὰ τῆς ψυχῆς». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

.           Ὁ ἁμαρτωλὸς δημιουργεῖ διπλῆ ἀπώλεια μὲ τὸν ξαφνικό του θάνατο: πρῶτα στὸν ἑαυτό του κι ἔπειτα στὴν οἰκογένειά του. Στὸν ἑαυτό του, ἐπειδὴ πεθαίνει ἀμετανόητος. Στὴν οἰκογένειά του, ἐπειδὴ αἰφνιδιάζει τοὺς συγγενεῖς του μ’ ἕνα ἀναπάντεχο χτύπημα κι ἀφήνει πίσω του ἐκκρεμότητες. Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προτοῦ πεθάνει δοκιμάζεται ἀπὸ κάποια ἀρρώστια, ἀπὸ τὸν πόνο. Σ’ αὐτὸν δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ κάνει μία ἀνασκόπηση τῆς ζωῆς του, νὰ ἐξετάσει τὶς ἁμαρτίες του, νὰ μετανοήσει γιὰ ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ἔχει κάνει, γιὰ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ δὲν ἔκανε, νὰ θρηνήσει μὲ μετάνοια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, νὰ καθαρίσει τὴν ψυχή του μὲ δάκρυα καὶ νὰ ζητήσει συχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό. Θά ᾽χει τὴν εὐκαιρία νὰ συγχωρέσει κι αὐτὸς ἐκείνους ποὺ τὸν προσέβαλαν, ποὺ τὸν ἔβλαψαν στὴ ζωή του, νὰ χαιρετήσει ὅλους τοὺς φίλους ἢ ἐχθρούς του, νὰ θυμήσει στὰ παιδιά του τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, νά ᾽χουν στὸ νοῦ τὴν ὥρα τοῦ δικοῦ τους θανάτου καὶ νὰ ὁπλίσουν τὴν ψυχή τους μὲ πίστη, προσευχὴ καὶ καλὰ ἔργα.
.           Ἂς δοῦμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη πς πέθαναν ο νθρωποι πο εαρέστησαν στὸν Θεό: βραάμ, σαάκ, ακώβ, ωσήφ, Μωυσς κι Δαβίδ. Προτο πεθάνουν, λοι τους εχαν ρρωστήσει. σο κράτησε ρρώστια τους, τ νομα το Θεο δν λειπε π τ χείλη τους. φησαν λοι καλ κληρονομι στος πογόνους τους κα τος ελόγησαν. Αὐτὸς εἶναι θάνατος δίκαιου ἀνθρώπου.
.           Ἴσως διερωτηθεῖς: Μὰ δὲν πέθαναν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς δίκαιους στὴ μάχη, ἀπροετοίμαστοι; Ὄχι! Οἱ δίκαιοι ποτὲ δὲν πεθαίνουν ἀπροετοίμαστοι! Προετοιμάζονται πάντα γιὰ τὸν θάνατό τους, περιμένουν ἀπὸ μέρα σὲ μέρα τὴν ἀναχώρησή τους ἀπ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Ἡ καρδιά τους βρίσκεται σὲ διαρκῆ μετάνοια, ἐξομολογοῦνται στὸν Θεὸ καὶ τὸν δοξολογοῦν. Οἱ δίκαιοι τὸ κάνουν αὐτὸ σὲ καιροὺς εἰρήνης καὶ εὐμάρειας. Τὸ κάνουν ὅμως πολὺ περισσότερο σὲ περιόδους πολέμου, βίας καὶ ταραχῶν. Ἡ ζωή τους ὁλόκληρη εἶναι μία διαρκὴς προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο κι ἔτσι δὲν πεθαίνουν ποτὲ ἀπροετοίμαστοι.
.           Προετοιμασία γιὰ τὸν θάνατο σημαίνει ἐπίσης τὸ «νὰ πλουτίζει κανεὶς ἐν Χριστῷ». Μόνο κενοι πο πιστεύουν πραγματικ στὸν Θε κα στ μέλλουσα ζω προετοιμάζονται γι τὸν θάνατο, γι τν αώνια ζωή. Ο πιστοι δν προετοιμάζονται ποτ γι τὸν θάνατο. Τὸ μόνο ποὺ φροντίζουν, εἶναι νὰ ζήσουν ὅσο γίνεται περισσότερο στὴ γῆ. Φοβοῦνται ἀκόμα καὶ νὰ σκεφτοῦν τὸν θάνατο καὶ κάνουν ἐλάχιστη προσπάθεια γιὰ «νὰ πλουτίσουν ἐν Χριστῷ». Ὅποιος προετοιμάζεται γιὰ τὸν θάνατο, προετοιμάζεται καὶ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Τὴ φύση τῆς προετοιμασίας αὐτῆς γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, τὴ γνωρίζει κάθε χριστιανός.
.           συνετς νθρωπος δοκιμάζει κάθε μέρα τν πίστη του στὸν Θεό, προφυλάσσει τν καρδιά του π τν πιστία, τν μφιβολία κα τν κακία, πως συνετς γρότης προφυλάσσει τ μπέλι του π τ ντομα κα τς κρίδες. Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος δοκιμάζει καθημερινὰ τὸν ἑαυτό του ἂν τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ μὲ πράξεις συγγνώμης, ἀγάπης καὶ ἐλεημοσύνης. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο «πλουτίζει ἐν Χριστῷ». Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος δὲν ἀποθηκεύει τὰ ἀγαθά του σὲ ἀποθῆκες, ἀλλὰ τὰ ἐμπιστεύεται στὴ φύλαξη τοῦ Θεοῦ. Τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα γι’ αὐτὸν εἶναι ἡ ψυχή του. Εἶναι ὁ μεγαλύτερος θησαυρός του, τὸ μόνο ποὺ δὲν φθείρεται καὶ δὲν πεθαίνει. Ὁ συνετὸς ἄνθρωπος ρυθμίζει τὰ θέματά του μὲ τὸν κόσμο ἰσορροπημένα, καθημερινά. Εἶναι ἕτοιμος κάθε στιγμὴ νὰ πεθάνει μὲ σταθερὴ τὴν πίστη πὼς θὰ παρουσιαστεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ κεῖ τὸν περιμένει ζωὴ αἰώνια. Ὁ ὅσιος Ἀντώνιος ἔλεγε: «Νὰ σκέφτεσαι μέσα σου καὶ νὰ λές: “Σήμερα εἶναι ἡ τελευταία μέρα τῆς ζωῆς μου”. Ἔτσι δὲν θ’ ἁμαρτήσεις ποτὲ στὸν Θεό».
.           Δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀνόητο πράγμα ἀπὸ τὸ νὰ πεῖς: «Καλύτερα νὰ πεθάνω ξαφνικά, νὰ μὴ νιώσω τὸν θάνατό μου!». Ἔτσι μιλᾶνε οἱ ἐλαφρόμυαλοι κι οἱ ἄθεοι. συνετς κι φοσιωμένος πιστς λέει: «Γενηθήτω τ θέλημα το Θεο Καλύτερα νὰ μείνεις χρόνια στὸ κρεβάτι μὲ ἀρρώστιες καὶ πόνους, παρὰ νὰ πεθάνεις ἀπροετοίμαστος κι ἀμετανόητος. Οἱ πόνοι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο περνοῦν γρήγορα, ὅπως κι οἱ χαρές. Στὸν ἄλλο κόσμο ὅμως δὲν ὑπάρχει τίποτα ἐφήμερο καὶ παροδικό. Ὅλα εἶναι αἰώνια, εἴτε βάσανα εἴτε χαρά. Γι’ αὐτὸ εἶναι καλύτερα νὰ ὑποφέρεις λίγο ἐδῶ παρὰ ἐκεῖ, ὅπου τὸ μέτρο τόσο τοῦ πόνου ὅσο καὶ τῆς χαρᾶς εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτερο.
.           Γενηθήτω τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ! Προσευχόμαστε στὸν παντεπόπτη Θεό μας νὰ μὴ μᾶς στείλει ξαφνικὸ θάνατο, ἐνῶ βρισκόμαστε μέσα στὴν ἁμαρτία, στὶς κακές μας πράξεις, ἀλλὰ νὰ μᾶς λυπηθεῖ, ὅπως λυπήθηκε τὸ βασιλιὰ Ἐζεκία (βλ. Ἡσ. ΛΗ´ 1-5) καὶ νὰ μᾶς δώσει χρόνο μετανοίας. Νὰ μᾶς ἐλεήσει καὶ νὰ μᾶς δώσει κάποια ἔνδειξη ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κοντά, ὥστε νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε κάπως καλύτερα καὶ νὰ γλιτώσουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὸ «αἰώνιο πῦρ». Ἔτσι τὰ ὀνόματά μας θὰ γραφτοῦν στὴ Βίβλο τῆς Ζωῆς καὶ τὰ πρόσωπά μας θὰ εἶναι ὁρατὰ στὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας.
.             Δόξα καὶ αἶνος στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, στὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , , , , , ,

Σχολιάστε

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-2 «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου: Δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ καλλίτερη ἔκφραση γιὰ τὸν καταστροφικὸ θρίαμβο τοῦ σώματος κατὰ τῆς ψυχῆς». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

 ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ Λουκᾶ
 Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονoς πλουσίου
 
(Λουκ. ιβ´ 16-21)
[Β´] 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο

«Ὁμιλίες Ϛ´» – Κυριακοδρόμιο Γ´,

Ἀθῆναι 2014, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 71-75
ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

ἐπεξ.: «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»

Α´ Μέρος: Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-1 «Ὁ πλούσιος αὐτὸς στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνας κλέφτης». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

.             Ἡ ἀφθονία τῶν καρπῶν εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων φαίνεται ἀγνώμων ἐκεῖνος ποὺ δέχεται δῶρο ἀπὸ ἕναν ἄλλο καὶ δὲν λέει «εὐχαριστῶ» οὔτε καὶ δίνει κάποια προσοχὴ στὸ δωρητή, ἀλλὰ βιάζεται νὰ κρύψει τὸ δῶρο σὲ ἀσφαλὲς μέρος. Ἕνας συμπαθὴς ζητιάνος, ὅταν τοῦ δίνουν ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμί, εὐχαριστεῖ ἐκεῖνον ποὺ τοῦ τὸ προσέφερε. Ὁ πλούσιος ὅμως δὲν ἔκανε οὔτε μία σκέψη, δὲν βρῆκε οὔτε ἕνα λόγο νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεὸ γιὰ τόσο πλούσια σοδειά. Οὔτε ἕνα μικρὸ χαμόγελο χαρᾶς δὲν ζωγραφίστηκε στὰ χείλη του γιὰ τὴν τόσο θαυμαστὴ καὶ μεγάλη χάρη ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀντὶ γιὰ προσευχὴ εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας στὸν Θεὸ καὶ καρδιακὴ χαρά, ἄρχισε ἀμέσως ν’ ἀνησυχεῖ, νὰ σκέφτεται πῶς θὰ μαζέψει τόσα ἀγαθὰ καὶ νὰ τὰ διαχειριστεῖ μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μὴ μείνει πίσω οὔτε ἕνα σπυρὶ γιὰ τὰ πουλιά, οὔτε ἕνα μοναδικὸ μῆλο νὰ πέσει στὰ χέρια τῶν φτωχῶν γειτόνων του.
.             «Καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενχήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου» (Λούκ. Ιβ´ 18). Προσέξτε σὲ τί μεγάλους κόπους προβαίνει ἕνας ἀσυλλόγιστος ἄνθρωπος! ντ ν προσπαθήσει ν σκοτώσει τν παλαι νθρωπο μέσα του κα ν ναστήσει τὸν νέο, ξαντλε λες του τς προσπάθειες στ ν γκρεμίσει τς παλις ποθκες, τος στάβλους κα τ ποστατικά του, γι ν χτίσει καινούργια. Ἂν ἡ πλούσια συγκομιδή του συνεχιστεῖ καὶ τὰ ἑπόμενα χρόνια, θὰ πρέπει νὰ μεγαλώσει πάλι τὶς σιταποθῆκες του ἢ νὰ χτίσει καινούργιες. Ἔτσι οἱ σιταποθῆκες του ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο αὐξάνονται ἢ μεγεθύνονται, ἐνῶ ἡ ψυχή του ὁλοένα στενεύει καὶ παλιώνει κι οἱ παλιοὶ καρποί του σαπίζουν, ὅπως κι ἡ ψυχή του. Γύρω του σωρεύεται τὸ μίσος κι ἐναντίον του ἐκτοξεύονται κατάρες. Οἱ φτωχοὶ θὰ βλέπουν μὲ φθόνο τὰ πλούτη του κι οἱ πεινασμένοι θὰ καταριοῦνται τὴ σκληρότητα, τὴ φιλαυτία καὶ τὴν ἰδιοτέλειά του. Ἔτσι τὰ πλούτη του φέρνουν τὴν καταστροφὴ τόσο στὸν ἴδιο ὅσο καὶ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν κοντά του. Ἡ ψυχή του θὰ χαθεῖ ἀπὸ τὴ σκληροκαρδία καὶ τὴ φιλαυτία του. Οἱ ψυχὲς τῶν ἄλλων θὰ βλαφτοῦν ἀπὸ τὸ φθόνο καὶ τὶς κατάρες. Βλέπετε πῶς χρησιμοποιεῖ τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς ἐπίγνωση, τόσο γιὰ τὴ δική του ὅσο καὶ γιὰ τῶν ἄλλων τὴν ἀπώλεια. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὰ πλούτη γιὰ νὰ βοηθήσουν στὴ σωτηρία τόσο τὴ δική του ὅσο καὶ τῶν ἄλλων, ἐκεῖνος ὅμως τὰ χρησιμοποίησε γιὰ κατάρα, γιὰ τὸ κακὸ τὸ δικό του, μὰ καὶ τῶν ἄλλων. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμβουλεύει ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶναι πρόθυμοι νὰ δεχτοῦν συμβουλή: «Ἔφαγες μέχρι κορεσμοῦ; Θυμήσου τοὺς πεινασμένους. Ἱκανοποίησες τὴ δίψα σου; Θυμήσου τοὺς διψασμένους. Ζεσταίνεσαι καλά; Θυμήσου αὐτοὺς ποὺ κρυώνουν. Ζεῖς σ’ ἕνα πλούσια ἐπιπλωμένο σπίτι; Βάλε μέσα καὶ τοὺς ἄστεγους. Ἔνιωσες εὐτυχισμένος σὲ μία γιορτή; Προσπάθησε νὰ χαροποιήσεις τοὺς λυπημένους καὶ τοὺς θλιμμένους. Σὲ τιμοῦν ὡς ἄνθρωπο πλούσιο; Προσπάθησε νὰ ἐπισκεφτεῖς καὶ ν’ ἀνακουφίσεις τοὺς ἐνδεεῖς. Εἶσαι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν προϊστάμενό σου; Κάνε καὶ τοὺς ὑφισταμένους σου χαρούμενους. Ἂν εἶσαι σπλαγχνικὸς κι εὐγενικὸς μαζί τους, θὰ βρεῖς ἔλεος κι εὐσπλαγχνία, ὅταν ἡ ψυχή σου ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸ σῶμα σου».
.               Δύο μεγάλοι ἀσκητὲς στὴν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου προσευχήθηκαν στὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἀποκαλύψει ἂν ὑπάρχει ἄνθρωπος στὸν κόσμο ποὺ νὰ ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ καλύτερα ἀπ’ αὐτούς. Καὶ τοὺς ἀποκαλύφτηκε τὸ ἑξῆς: Δέχτηκαν τὴν ἐντολὴ νὰ πᾶνε σ’ ἕνα συγκεκριμένο μέρος καὶ σ’ ἕνα συγκεκριμένο ἄνθρωπο, γιὰ νὰ βροῦν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημά τους. Πῆγαν στὸν τόπο ποὺ τοὺς ἀποκαλύφτηκε καὶ βρῆκαν ἕναν ἁπλοϊκὸ ἄνθρωπο ποὺ τὸν ἔλεγαν Εὐχάριστο. Ἦταν κτηνοτρόφος. Οἱ ἀσκητὲς δὲν βρῆκαν τίποτα ἀξιόλογο στὸν ἄνθρωπο αὐτό, ἀλλὰ τὸν ρώτησαν πῶς προσπαθοῦσε νὰ τηρήσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Εὐχάριστος δίστασε ἀρκετὰ κι ὕστερα τους εἶπε πὼς μοίραζε ὅσα κέρδιζε ἀπὸ τὰ ζωντανά του σὲ τρία μερίδια: Τὸ ἕνα μερίδιο τὸ ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἄπορους, ἄλλο ἕνα γιὰ νὰ περιποιεῖται τοὺς ξένους καὶ τὸ τρίτο τὸ κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ σεμνὴ σύζυγό του. Οἱ ἀσκητὲς τ’ ἄκουσαν αὐτά, εὐχαρίστησαν τὸν εὐεργέτη τους καὶ γύρισαν στὰ κελλιά τους.
.               Βλέπουμε ἀπὸ τὸ παράδειγμα αὐτὸ πὼς ὁ Θεὸς λογαριάζει μεγαλύτερη ἀρετὴ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ φιλανθρωπία ἀπὸ τὸν αὐστηρὸ ἀσκητισμό. Ὁ ἄπληστος πλούσιος τῆς παραβολῆς μας δὲν σκεφτόταν καθόλου τὸν Θεό, τὴν ψυχή του ἢ τὴ φιλανθρωπία. Μοναδική του σκέψη ἦταν νὰ ἐπεκτείνει τὶς σιταποθῆκες του, γιὰ νὰ στοιβάσει μέσα ὅλα τὰ γεννήματα ἀπὸ τοὺς ἀγρούς του. Καὶ τί θὰ γίνει ὅταν θά ᾽χει κάνει ὅλ’ αὐτά; Ἂς ἀκούσουμε τὸν ἴδιο:

.                    «Καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (Λουκ. ιβ´ 19). Μπορε ψυχ ν φάει ν πιε; Τ σμα καταναλώνει τ σοδειά του, χι ψυχή. πλούσιος νθρωπος, ταν μιλάει γι τν ψυχή του, ννοε τ σμα του. ψυχ ναπτύχθηκε μέσα στ σμα του, γινε να μαζί του, πλούσιος ξέχασε ς κα τ νομά της. Δν μπορε ν βρεθε καλλίτερη κφραση γι τν καταστροφικ θρίαμβο το σώματος κατ τς ψυχς. Φανταστεῖτε ἕνα ἀρνὶ παγιδευμένο στὴ φωλιὰ ἑνὸς σκύλου, ξεχασμένο μέσα ἐκεῖ. Ὁ σκύλος γυρίζει καὶ φέρνει στὴ φωλιὰ τροφὴ γιὰ τὸν ἴδιο. Ὅταν γεμίσει τὴ φωλιά του μὲ σάπια κρέατα καὶ κόκκαλα, φωνάζει τὸ πεινασμένο ἀρνί: «Τώρα, ἀγαπητό μου ἀρνί, φάγε, πίε, εὐφραίνου. Ἔχουμε φαγητὸ γιὰ πολλὲς μέρες». Κι ὕστερα πέφτει στὸ φαγητὸ καὶ τρώει, ἐνῶ τὸ ἀρνὶ θὰ μείνει νηστικὸ καὶ θὰ πεθάνει ἀπὸ τὴν πείνα. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο συμπεριφέρεται στὴν ψυχή του ὁ πλούσιος, ὅπως κι ὁ σκύλος στὸ πεινασμένο ἀρνί.
.               Ἡ ψυχὴ δὲν τρέφεται μὲ φθαρτὴ τροφή, αὐτὸς ὅμως τέτοια τροφὴ τῆς προσφέρει. Ἡ ψυχὴ νοσταλγεῖ τὴν οὐράνια πατρίδα της. Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ σιταποθῆκες κι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς της. Αὐτὸς ὅμως τὴν καρφώνει στὴ γῆ. Ὁρκίζεται πὼς θὰ τὴν κρατήσει ἔτσι καρφωμένη γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἡ ψυχὴ εὐφραίνεται κοντὰ στὸν Θεό. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν προφέρει ποτὲ τ’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ χείλη του. Ἡ ψυχὴ τρέφεται μὲ ἀγάπη κι εὐσπλαγχνία. Σ’ αὐτὸν ὅμως δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ χρησιμοποιήσει τὰ πλούτη του, γιὰ νὰ δείξει ἀγάπη κι ἔλεος στοὺς φτωχούς, στοὺς ἀπόρους καὶ τοὺς ἀναπήρους ποὺ βρίσκονταν στὴ γειτονιά του. Ἡ ψυχὴ ἐπιθυμεῖ ἁγνὴ ἀγάπη, οὐράνια. Ἐκεῖνος ὅμως ρίχνει λάδι στὸ καμίνι τῶν παθῶν του, λιβανίζει τὴν ψυχή του μὲ τὸ δύσοσμο ἄρωμα ποὺ αὐτὰ παράγουν. Ἡ ψυχὴ ἀναζητᾶ τὸν στολισμό της, δηλαδὴ ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἀγαθοσύνη, πίστη, πραότητα, ἐγκράτεια (πρβλ. Γαλ. ε´ 22, 23). Ἐκεῖνος ὅμως τὴ φορτώνει μὲ μέθη, λαιμαργία, μοιχεία καὶ ματαιότητα. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ μὴν πεθάνει ἕνα χορτοφάγο ἀρνί, ὅταν ἔχει γιὰ συντροφιὰ ἕνα σαρκοβόρο σκυλί; Πῶς μπορεῖ νὰ ζήσει ἡ ψυχὴ ὅταν καταπιέζεται ἀπὸ ἕνα βαρὺ πτῶμα;
.             Ὁλόκληρη ἡ ἀνοησία τοῦ πλουσίου βέβαια δὲν ἐξαντλεῖται στὸ γεγονὸς ὅτι προσφέρει κρέας στὸ ἀρνὶ ἢ μᾶλλον σαρκικὴ τροφὴ στὴν ψυχή. Εἶναι καὶ τὸ ὅτι μεταβάλλει τὸν ἑαυτό του σὲ κυρίαρχο τοῦ χρόνου καὶ τῆς ζωῆς. Βλέπουμε πὼς προετοιμάζει γιὰ τὸν ἑαυτό του τροφὲς καὶ ποτὰ γιὰ ἔτη πολλά. Ἂς ἀκούσουμε ἐδῶ ὅμως καὶ τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ:

«Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. ιβ´ 20). Ἔτσι μίλησε ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου, ὁ δημιουργὸς τοῦ χρόνου καὶ τοῦ θανάτου, ποὺ «ἐν χειρὶ αὐτοῦ ψυχὴ πάντων ζώντων καὶ πνεῦμα παντὸς ἀνθρώπου» (Ἰώβ, ιβ´ 10).
.             Ἀνόητε ἄνθρωπε! Γιατί σκέφτεσαι μὲ τὴν κοιλιά σου κι ὄχι μὲ τὸ νοῦ σου; Ὅπως δὲν ἦταν στὴ δική σου δύναμη νὰ ὁρίσεις τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθεῖς, ἔτσι δὲν μπορεῖς νὰ ὁρίσεις καὶ τὴ μέρα ποὺ θὰ πεθάνεις. Ὁ Κύριος ἄναψε τὸ καντήλι τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, ὅταν Ἐκεῖνος ἔκρινε πὼς ἦταν ὁ κατάλληλος χρόνος. Ὁ ἴδιος θὰ τὸ σβήσει ὅταν τὸ ἀποφασίσει. πως τ πλούτη σου δν ρισαν τ χρόνο τς λευσής σου στν κόσμο, τσι δν μπορον ν καθυστερήσουν κα τὸν χρόνο τς ναχώρησής σου. Μήπως ἡ αὐγὴ ἢ τὸ σούρουπο ἐναπόκειται σὲ σένα; Ὄχι, βέβαια. Τὸ ἴδιο δὲν ἐναπόκειται σὲ σένα κι ὁ χρόνος ποὺ θὰ διανύσεις στὴ γῆ, οἱ σιταποθῆκες καὶ τὰ κελλάρια σου, τὰ πρόβατα κι οἱ στάνες σου. Ὅλ’ αὐτὰ ἀνήκουν στὸν Θεό, ὅπως κι ἡ ψυχή σου. Κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ πάρει αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν σὲ σένα καὶ νὰ τὰ δώσει σὲ κάποιον ἄλλο. Ὅσο ζεῖς ὅλα εἶναι δικά Του, ὅπως δικά Του θὰ εἶναι καὶ μετὰ τὸν θάνατό σου. ζω κι θάνατός σου βρίσκονται στ χέρια Του. Γιατί λοιπν προγραμματίζεις γι τη πολλά; Ἡ ζωή σου εἶναι μετρημένη ὣς τὸ τελευταῖο λεπτό. Ἡ τελευταία σου στιγμὴ θὰ τελειώσει τούτη τὴ νύχτα. Μὴ λοιπὸν σκέφτεσαι τὸ αὔριο, τί θὰ φᾶς ἢ τί θὰ πιεῖς ἢ τί θὰ φορέσεις. Σκέψου ὅμως καὶ ξανασκέψου τὴν ψυχή σου ποὺ θὰ παρουσιάσεις ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Κυρίου σου. Σκέψου περισσότερο τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν τροφὴ τῆς ψυχῆς σου (βλ. Ματθ. ϛ´ 31-33).
.           Ὁ Κύριος τελείωσε τὴν παραβολὴ μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν» (Λουκ. ιβ´ 21). Τί θὰ πάθει ὁ πλούσιος; Θ’ ἀποχωριστεῖ ξαφνικὰ τὰ πλούτη του, ὅπως κι ἡ ψυχή του θὰ χωριστεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα του. Τὰ πλούτη του θὰ δοθοῦν σὲ ἄλλους, τὸ σῶμα του θὰ παραδοθεῖ στὴ γῆ κι ἡ ψυχή του θὰ ὁδηγηθεῖ σὲ τόπο σκοτεινό, ὅπου «ὁ βρυγμὸς καὶ ὁ τρυγμὸς τῶν ὀδόντων». Οὔτε ἕνα καλὸ ἔργο δὲν θὰ βρεθεῖ γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχτεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, νὰ βρεῖ ἡ ψυχή του κάποιον τόπο ἐκεῖ. Τὸ ὄνομά του δὲν θὰ βρεθεῖ γραμμένο στὸ Βιβλίο τῆς Ζωῆς. Δὲν θὰ τὸν γνωρίσουν καὶ δὲν θὰ βρεθεῖ ἀνάμεσα στοὺς εὐλογημένους τοῦ Πατρός. Τὴν ἀνταπόδοσή του τὴν ἔλαβε ὁλόκληρη στὴ γῆ, τ’ ἀρίφνητα οὐράνια πλούτη τοῦ Θεοῦ δὲν θ’ ἀποκαλυφτοῦν στὸ πνεῦμα του.
.             Πόσο φοβερὸς εἶναι ὁ ξαφνικὸς θάνατος! Ὅταν ὁ ἄνθρωπος νομίζει πὼς εἶναι σταθερὰ ἐγκατεστημένος, πὼς πατάει γερὰ στὴ γῆ, ἡ ἴδια γῆ ἀνοίγει ξαφνικὰ καὶ τὸν καταπίνει, ὅπως κατάπιε τὸν Δαθὰν καὶ τὸν Ἀβειρών (βλ. Ἀριθ. ιϛ´ 32). Ὅταν κάποιος ἀγνοεῖ τὸν Θεὸ κι ἐπιδιώκει γιὰ πολλὰ χρόνια ἀποκλειστικὰ τὴν εὐωχία, πέφτει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν κατακαίει, ὅπως τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορα (βλ. Γεν. ιθ´ 24). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πιστεύει πὼς ἔχει ἐξασφαλίσει τὴ θέση του καὶ τά ᾽χει καλὰ τόσο μὲ τὸν Θεὸ ὅσο καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπό του, θὰ πεθάνει ξαφνικά, ὅπως ὁ Ἀνανίας καὶ ἡ Σαπφείρα (βλ. Πράξ. ε´ 5, 10).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙΗ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ-3 «Μόνο ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πραγματικὰ στὸν Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωὴ προετοιμάζονται γιὰ τὸν θάνατο, γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.». (Ἅγ. Νικ. Βελιμίροβιτς)

, , , , , ,

Σχολιάστε

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ «Ἔχομεν τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι» (Ἀποστ. ἀνάγν. Κυρ. 24.02.13)

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2013

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ
«Ἔχομεν τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι»
[Β´ Κορ. δ´ 6- 15]

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,

ἀρ. τ. 4265, Φεβρ. 2013

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.             Ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει σήμερα τὴν εὕρεση τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα κάνει λόγο γιὰ θησαυρό. Ἔχομεν, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τὸν θησαυρὸν τοῦτον μέσα στὰ ὀστράκινα, στὰ εὔθραυστα σώματά μας.
.             Πραγματικὸς θησαυρὸς ἡ τιμία κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. «Θεῖον θησαύρισμα» τὴν ὀνομάζει ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος. Εἶναι ἡ κεφαλὴ ἐκείνη ἡ ὁποία δὲν γνώρισε μολυσμὸ ἁμαρτίας, διότι ἐκ νεότητος ὁ Ἰωάννης ἀνεχώρησε ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅπου ἐπικρατοῦσε ἡ ἁμαρτία, καί πῆγε στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου. Ἐκεῖ ἔζησε βίο καθαρὸ καί ἀσκητικό, ἁγιασμένος ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ. Κήρυττε μετάνοια καί καλοῦσε ὅλους σὲ μετάνοια. «Μετανοεῖτε, ἔλεγε, ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ὁ Ἰωάννης ἦταν ἐκεῖνος γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχε προφητεύσει ὁ Ἠσαΐας λέγοντας «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ». Προετοιμάσατε τὸν δρόμο, τὶς ψυχές σας, γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Κυρίου. Ἀτρόμητος, ποτὲ δὲν φοβήθηκε ἀλλὰ ἤλεγξε καί τὸν βασιλιὰ Ἡρώδη γιὰ τὴν ἠθικὴ παρανομία του καί ἀπηύθηνε ἐκεῖνο τὸ «οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ σου». Καί γι’ αὐτὸ κίνησε τὸ μίσος τῆς πονηρῆς Ἡρωδιάδος, ποὺ ζήτησε τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἰωάννου ἐπὶ πίνακι. Καί ἔτσι ἡ ἁγία ἐκείνη κεφαλὴ ἐδέχθη τὸ κτύπημα τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ βασιλιᾶ.

*   *   *

.             Ποιόν ἢ ποιούς ἄλλους θησαυροὺς ἐννοοῦσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἔγραφε «ἔχομεν τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι»; Θησαυρὸς πολύτιμος εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τὸ φῶς τῆς ἀληθείας. Ἡ ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια περὶ τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση τῆς ἀληθείας. «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Εἶναι οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καί τῆς γνώσεως οἱ ἀπόκρυφοι. Ἡ ἅπαξ παραδοθεῖσα στοὺς Χριστιανοὺς ἀλήθεια τῆς πίστεως. Ἡ παραδοχὴ καί ἡ βίωση τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας. Εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς σωτηρίας. Τὸ κήρυγμα καί τὸ καύχημα τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί τῶν ἁγίων.
.             Θησαυρὸς πολύτιμος εἶναι ἡ ἀθάνατη ψυχή μας. Ἡ πνοὴ τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Μέσα στὰ εὔθραυστα σώματά μας. Ἀνυπολόγιστη ἡ ἀξία της. Αὐτὸν τὸν θησαυρὸ τὸν ἐξηγόρασε ἀπὸ τὴν δουλεία τῆς ἁμαρτίας καί τὴν ἐξουσία τοῦ Πονηροῦ ὁ Κύριός μας μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του. Καί γιὰ νὰ δείξει τὴν ἀνυπολόγιστη ἀξία της, εἶπε τὰ βαρυσήμαντα ἐκεῖνα λόγια: «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον καί ζημιωθῇ τὴν ψυχὴ αὐτοῦ;» (Μάρκ. η´ 36).
.             Αὐτὸν τὸν πολύτιμο θησαυρό, τὴν ἀθάνατη ζωή μας, καλούμαστε νὰ τὸν διαφυλάξουμε, γιατί πολλοὶ ἐχθροὶ καιροφυλακτοῦν νὰ τὸν ἁρπάξουν. Ἔχουμε χρέος νὰ τὸν σεβόμαστε. Νὰ φροντίζουμε, ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ τὴν ἀθάνατη ψυχή μας, καλεσμένη γιὰ νὰ ζήσει στήν αἰωνιότητα καί νὰ ἀπολαμβάνει τὴν δόξα καί τὴν μακαριότητα τοῦ Θεοῦ.
.             Καί ἀκόμη θησαυροὶ πολύτιμοι εἶναι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅλοι ὅσοι ἀγωνίστηκαν καί εὐαρέστησαν στὸν Θεό. Οἱ ἅγιοι εἶναι τὰ αἰσθητὰ σημεῖα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Τὸ πλῆθος καί τὸ νέφος τῶν μαρτύρων, τῶν ἁγίων καί τῶν ὁμολογητῶν. εἶναι οἱ πρωτότοκοι ἀδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπήλαυσαν πλήρως τὴν ὑπόσχεση τῆς λυτρώσεως καί τῆς οὐρανίου βασιλείας, ἀλλὰ περιμένουν καί ἐμᾶς, ὥστε μαζί, ὡς ἕνα πνευματικὸ σῶμα νὰ ἀπολαύσουμε τὴν μακαριότητα τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν κατὰ τὴν δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου.

*   *   *

.             Πολύτιμοι θησαυροί μας αὐτοί. Ἂς εὐχαριστοῦμε καί δοξολογοῦμε τὸν Τριαδικὸ Θεὸ γιὰ τοὺς πολύτιμους αὐτοὺς θησαυρούς, γιὰ τὰ ἀνεκτίμητα αὐτὰ δῶρα τῆς ἀγάπης Του, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔχει δωρήσει. Καί ἂς μὴ λησμονοῦμε ποτὲ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας γιὰ τὴν ἰδιαίτερη φροντίδα τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας, ἡ ὁποία διαρκῶς ἀπειλεῖται, ἀλλὰ καί μὲ τίποτα δὲν ἀνταλλάσσεται.

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΝΑΛΗΨΙΣ: «Ἡ ἑορτὴ τῶν μεγάλων συναισθημάτων, τῆς ποικιλίας τῶν ἀντιθέσεων»

Ἀνάληψις

Τοῦ  (+) Ἰωάννου Φουντούλη.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Λογικὴ Λατρεία»,
ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1984

.         «Εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς αὐτούς: Λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. ᾿Εξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν… βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἳ καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος. καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν».
.          Μὲ αὐτὲς τὶς ἁδρὲς γραμμές, ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς περιγράφει στὸ τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του καὶ στὴν ἀρχὴ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, τὴν τελευταία ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στοὺς μαθητάς Του.[1] Ὅπως στὰ δύο αὐτὰ βιβλία τοῦ ἱεροῦ Λουκᾶ, ἔτσι ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου κατακλείει τὴν ἱστορία τοῦ ἐπὶ γῆς βίου τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀνοίγει τὴν ἱστορία τῶν μαθητῶν – τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μὲ ἄλλα λόγια ὁ συνδετικὸς κρίκος, ἡ μετάβασις ἀπὸ τὴν μία φάσι τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ στὴν ἄλλη. Τὸ κλείσιμο τῆς πρώτης σκηνῆς καὶ τὸ ἄνοιγμα τῆς δευτέρας. Ἀκριβῶς δὲ τὴν τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τὴν ἀνάστασι ἡμέρα, ἀφοῦ ὑμνήσαμε καὶ δοξολογήσαμε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητὰς τὴν δόξα τοῦ ἀναστάντος, ἀφοῦ ζήσαμε ἐπὶ 40 ἡμέρες στὴν χαρούμενη ἀτμόσφαιρα τῆς παρουσίας Του, θὰ κληθοῦμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ παραστοῦμε νοητὰ στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσωμε τὸν ἀπερχόμενο Σωτήρα.
.        Δὲν ξεύρω ἂν ὅλοι οἱ ἀκροαταί μου βρέθηκαν ποτὲ σὲ ὥρα λατρείας κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως ἢ καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη λειτουργικὴ σύναξι μέσα στὸν ὑπέρλαμπρο ναὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, τὴν Ἁγία Σοφία. Τὸν μεγάλο τροῦλλο της κοσμεῖ ἕνα θαυμαστὸ μωσαϊκὸ τοῦ Θ΄ αἰῶνος. Στὸ κέντρο, μέσα σὲ φωτεινὴ δόξα, κάθεται ὁ Χριστὸς ὑποβασταζόμενος ἀπὸ δύο ἀγγέλους. Γύρω – γύρω μέσα σὲ ἕνα καταπληκτικὸ γιὰ τὴν μεγαλοπρέπειά του τοπίο οἱ δώδεκα ἀπόστολοι μὲ τὴν Θεοτόκο στὴν μέση, βλέπουν μὲ θάμβος πρὸς τὸν οὐρανό. Καὶ δύο λευκοφόροι ἄγγελοι τοὺς ἀπευθύνουν τοὺς λόγους τῶν Πράξεων: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν»;[2] Νομίζεις πὼς καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ κάτω ἀπὸ τὸν μεγάλο θόλο βρίσκονται συναγμένοι μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ ἀπολαμβάνουν τὸ ὑπερφυὲς θέαμα. Τὸν Χριστὸ ἀναλαμβανόμενο, ἀλλὰ καὶ διαρκῶς μὴ χωριζόμενο. Διαρκῶς βλέποντα ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ οὐρανοῦ μέσα στὴν ἀστραφτερὴ ὁλόχρυση δόξα Του καὶ ἀδιάκοπα ἐπαίροντα τὰ χέρια Του καὶ εὐλογοῦντα τοὺς ἀποστόλους, τὴν Ἐκκλησία Του. Καὶ στὴν στάσι, στὴν ἔκφρασι, στὶς κινήσεις τῶν ἀποστόλων τοῦ ψηφιδωτοῦ, διακρίνει κανεὶς ὅλα τὰ ἀνάμικτα αἰσθήματα ποὺ ἔνοιωσαν ἐκεῖνοι κατὰ τὴν μεγάλη ἐκείνη στιγμή, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ αἰσθήματα ποὺ πλημμυρίζουν τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν ποὺ βλέπουν τὴν δόξα τοῦ ἀναλαμβανομένου. Γιατί ἀκριβῶς νάληψις εναι τ γεγονς – κα ορτή– τν μεγάλων συναισθημάτων, τς ποικιλίας τν ντιθέσεων. τσι κριβς τν βλέπει κα κκλησία στν κολουθία τς ορτς.

.        Καὶ πρῶτα κυριαρχεῖ ὁ τόνος τῆς χαρᾶς, τῆς δόξης, τοῦ θριάμβου. Ὁ Κύριος τελειώνει τὸ ἔργο τῆς οἰκονομίας. Ὑψώνεται σὰν νικητὴς καὶ θριαμβευτὴς ἐπάνω ἀπὸ τὴν γῆ ποὺ ἔσωσε, ὁ Πατὴρ τὸν ὑποδέχεται, οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἄνθρωποι δοξολογοῦν τὸν νικητή, τὸν θριαμβευτή, τὸν Σωτήρα. Τὸν τόνο αὐτὸν τῆς χαρᾶς γιὰ τὴν ἔνδοξο ἀνάληψι ἐκφράζει τὸ πρῶτο τροπάριο τῆς ἑορτῆς, τὸ πρῶτο στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ πλ. β´ ἤχου:

«Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς,
ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῷ κόσμῳ.
Οἱ οὐρανοὶ ἠτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ,
νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ.
Ἄγγελοι θαυμάζουσιν,
ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν.
Ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται,
ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον.
Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
κελεύει πάσι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ
Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ἠμῶν.
Πάντα τὰ ἔθνη, κροτήσατε χεῖρας
ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἦν τὸ πρότερον».

.          Ἡ χαρὰ ὅμως αὐτὴ δὲν εἶναι μόνο χαρὰ γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ καὶ χαρὰ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ Κύριος, ἀνεβαίνοντας στοὺς οὐρανούς, ἀνεβαίνει μαζὶ μὲ τὸ σῶμα Του τὸ ἀνθρώπινο, μὲ τὴν θεωθεῖσαν σάρκα. Αὐτὴν ἀνεβάζει στὸν οὐρανὸ καὶ συγκαθίζει στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι γίνεται πρωτοπόρος του ἀνθρωπίνου γένους στὴν δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως μὲ τὴν ἀνάστασί Του ἔγινε πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. Στοὺς ὤμους Του πῆρε τὴν πλανηθεῖσα ἀνθρωπίνη φύσι καὶ ἀναληφθείς, τὴν ἐθέωσε καὶ «τῷ Θεῶ καὶ Πατρὶ προσήγαγε». Τὸν θρίαμβο αὐτὸν τοῦ ἀνθρώπου ψάλλει τὸ δοξαστικὸ τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β´ ἤχου:

«Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ,
Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος,
τοῦ ἀνυψῶσαι τὴν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ
καὶ ἀποστεῖλαι Πνεῦμα Παράκλητον,
τοῦ ἁγιᾶσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

.          Ἡ χαρὰ ὅμως γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ συγκιρνᾶται μὲ τὴν λύπη γιὰ τὸν χωρισμό. Καὶ τὸν θρῆνο αὐτὸν τῶν μαθητῶν παραστατικὰ ζωγραφεῖ τὸ τέταρτο στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β´ ἤχου:

«Κύριε, οἱ ἀπόστολοι ὡς εἶδόν σε
ἐν νεφέλαις ἐπαιρόμενον,
ὀδυρμοῖς δακρύων, ζωοδότα Χριστέ,
κατηφείας πληρούμενοι, θρηνοῦντες ἔλεγον
Δέσποτα, μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς,
οὓς δι’ οἶκτον ἠγάπησας δούλους σου,
ὡς εὔσπλαγχνος
ἀλλ’ ἀπόστειλον τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα,
φωταγωγοῦν τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

.          Χαρά, λύπη , ἀλλὰ καὶ ἐλπίδα. Ἐλπίδα ὅτι ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀφήση ὀρφανοὺς τοὺς ἀποστόλους καὶ τὴν Ἐκκλησία. Θὰ στείλη τὸ ὑπεσχημένο Πνεῦμα, τὸν Παράκλητο, γιὰ νὰ μένη μαζί τους καὶ μαζί μας, κατὰ τὴν ἐπαγγελία Του, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ὅτι τὴν ἔνδοξο ἀνάληψι θὰ ἀκολουθήση ἡ δυναμικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, ὅπως ψάλλει τὸ πρῶτο τροπάριο τῆς λιτῆς τοῦ α´ ἤχου:

«Ἀνελθὼν εἰς οὐρανούς,
ὅθεν καὶ κατῆλθες,
μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς, Κύριε
ἐλθέτω σου τὸ Πνεῦμα,
φέρον εἰρήνην τῷ κόσμῳ.
Δεῖξον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων
ἔργα δυνάμεώς σου, Κύριε φιλάνθρωπε».

.          Εἶναι ἕνα μυστήριο ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως. Μυστήριο, ποὺ τὸ ζῆ ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο κατὰ τὴν ἡμέρα ποὺ τελοῦμε τὴν ἀνάμνησί του, ἀλλὰ καθημερινῶς, σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ὑπάρξεώς της. Ποὺ τὸ ζῆ καὶ κάθε πιστὸς στὶς ὧρες ποὺ στρέφει τὰ μάτια του στὸν οὐρανό, ἀναζητώντας τὸν Σωτήρα του. Τὸν βλέπει ἀνερχόμενον εἰς τὸν οὐρανόν, καθήμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς στὴν δόξα τῆς Θεότητος, ὅπως τὸν εἶδε ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος.[3] Αἰσθάνεται τὰ χέρια Του ἐπαιρόμενα νὰ τὸν εὐλογοῦν καὶ τοὺς λόγους Του νὰ τὸν καθησυχάζουν. Τὸν ἀκούει νὰ τοῦ ὁμιλῆ γιὰ τὴν παράκλησι, γιὰ τὴν παρηγορία τοῦ Παρακλήτου καὶ γιὰ τὴν ἐξ ὕψους βοήθεια καὶ νὰ τὸν βεβαιώνη ὅτι πάντοτε εἶναι καὶ θὰ εἶναι μαζί του μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Παίρνει δύναμι καὶ θάρρος αἰσθανόμενος τὴν διαρκῆ παρουσία Του, τὴν θαλπωρὴ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ποδύεται στν γώνα τς ζως, πατώντας στν γ, λλ ζητώντας τ νω, φρονώντας τ νω, ἔχοντας τὸν δείκτη τοῦ προσανατολισμοῦ του ἐστραμμένον πρὸς τὸν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστός «ἐστι ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος», κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο[4]. Εἶναι ἤδη πολίτης τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ ἡ κεφαλή του, ὁ Χριστός, βρίσκεται στοὺς οὐρανούς. (30 Μαΐου 1970)

Υ Π Ο Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

1. Λουκ. κδ´ 44 – 53.  Πράξ. α´ 1 – 14.
2. Πράξ. α´ 11.
3. Πράξ. ζ´ 56.
4. Κολοσ. γ´ 1.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: orp.gr
Ἐπιμ.: «ΧΡ. ΒΙΒΛ.» 

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ «Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ ἡ Ζωή μας».


Tὸ θαῦμα τῆς δημιουργίας

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 95-98

 «ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος
καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ»

( Ἰω. ι´ 6) 

.         Ὁ τυφλὸς τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος δὲν εἶχε ἁπλῶς μιὰ πάθησι στὰ μάτια ποὺ τοῦ στεροῦσε τὴν δυνατότητα νὰ βλέπη, ἀλλὰ ἦταν ἐκ γενετῆς τυφλός. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἦταν ἀόμματος. Δηλαδὴ ὄχι μόνον δὲν εἶχε τὴν αἴσθησι τῆς ὁράσεως, ἀλλὰ δὲν εἶχε καθόλου μάτια. Ἔτσι ὁ Κύριος ἔκανε καὶ τὰ δύο. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ δημιούργησε ὀφθαλμοὺς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ ἔδωσε τὴν δύναμι τῆς ὁράσεως.
.         Ὁ τρόπος ὅμως τῆς δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Χριστοῦ στὴν προκειμένη περίπτωσι, δείχνει μερικὲς ἀλήθειες ποὺ θέλουμε νὰ ὑπογραμμίσουμε μὲ τὸ σημερινὸ σύντομο κήρυγμα.
.         Διαβάζοντας τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ μία

πράξη δημιουργίας

.         ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ Πρόσωπα τῆς Παναγίας Τριάδος, εἶναι Θεὸς καὶ δημιουργὸς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος θαυματούργησε, φανερώνει καθαρὰ τὸν τρόπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεό.
.         Κατὰ τὴν θεόπνευστη διήγησι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. β´ 7). Ἀκριβῶς τὸ ἴδιο βλέπουμε νὰ γίνεται στὴν παροῦσα περίπτωσι. «Ἔφτυσε χάμω μὲ τὸ σάλιο, ἔκαμε λάσπη κι ἔβαλε τὴν λάσπη ἐπάνω στὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ». Μὲ τὸν πηλὸ ποὺ χρησιμοποίησε, ἔδειξε ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔπλασε τὸν Ἀδάμ.
.         Ἔπειτα παρατηροῦμε ὅτι δὲν ἔπλασε μόνο τὰ μάτια ἢ δὲν τὰ ἄνοιξε, ἀλλὰ «καὶ τὸ ὁρᾶν ἐχαρίσατο». Καὶ φυσικὰ δὲν ἦταν ὁ πηλὸς οὔτε τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, ποὺ τοῦ ἔδωσε τὴν ἱκανότητα τῆς ὁράσεως, ἀλλὰ «ἡ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἐξελθοῦσα δύναμις, αὐτὴ καὶ διέπλασε καὶ ἀνέῳξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ». (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας).

.         Ἔτσι λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύεται ἡ Θεότητά Του. Ὅτι δι’ Αὐτοῦ ἔγινε ὁ κόσμος. Αὐτὸ λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Πανάγιο: «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ἰωάν. α´ 3-4).
.         Ἐξ ἄλλου παρουσιάζεται ἡ μεγάλη ἀλήθεια ὅτι

τὸ σῶμα εἶναι ἄμεσον δημιούργημα τοῦ Θεοῦ

.         καὶ ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴν γῆ. Ἑπομένως ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος βρίσκεται στὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀμέσου δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι μέσα του ἔχει τὴν ψυχή. Τ νθρώπινο σμα εναι πηλός, χμα, λλ χμα πο χει μέσα του τν νέργεια το Θεο τος λόγους, ὅπως τονίζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Αὐτοὶ οἱ λόγοι δίδουν ἀξία στὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ἔτσι οἱ φωτιζόμενοι χριστιανοί, οἱ φθάσαντες στὴν κατάσταση τῆς θεωρίας, βλέπουν μέσα στὴν κτίση καὶ στὸν ἄνθρωπο τοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ δὲν φθάνουν στὴν δυστυχία νὰ θεοποιήσουν τὰ δημιουργήματα ἢ νὰ σκανδαλισθοῦν ποικιλοτρόπως ἀπὸ αὐτά.

.         Εἶναι ἀξιοσημείωτο νὰ τονισθῆ ὅτι

ἡ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιὰ νέα δημιουργία.

.         Ὁ Κύριος ἐτόνισε τὴν ἀλήθεια: «ὁ Πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. ε´ 17). Κατὰ τοὺς Πατέρας δὲν ὑπάρχουν φυσικοὶ κτιστοὶ νόμοι ποὺ ἐνεργοῦν στὴν φύσι, ἀλλὰ πνευματικοὶ λόγοι. Δηλαδὴ ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ καὶ διευθύνει τὰ πάντα. Ἡ κτίσι ζεῖ «διὰ τῆς μετοχῆς τῆς δημιουργικῆς, προνοητικῆς καὶ ζωοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ». Διδάσκει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὅτι τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐδημιούργησε τὸν Ἀδάμ, αὐτὸ τὸ ἴδιο χέρι «καὶ νῦν καὶ ἀεὶ τοὺς μετ’ ἐκεῖνον πάλιν πλάττει καὶ διασυνίστησι». Ἑπομένως ἡ γέννησι ἑνὸς νέου ἀνθρώπου εἶναι ἐπέκτασι τῆς δημιουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα εἶναι ἐνέργεια τοῦ λόγου: «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν» (Γέν. α´ 28). Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἐπανειλημμένα παρουσιάζεται ἡ ἀλήθεια αὐτή. Π.χ. γιὰ τὴν προφήτιδα Ἄννα, τὴν μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, λέγεται ὅτι «καὶ Κύριος ἀπέκλεισε τὰ περὶ τὴν μήτραν αὐτῆς… συνέκλεισε Κύριος τὰ περὶ τὴν μήτραν αὐτῆς τοῦ μὴ δοῦναι αὐτῇ παιδίον» (Α´ Βασιλ. α´ 5-6). Καὶ ὅταν εὐδόκησε ὁ Θεὸς ἄνοιξε τὴν μήτρα της. Δηλαδὴ ὁ Θεὸς ὅταν θέλει, ἀνοίγει τὴν μήτρα καὶ ὅταν θέλει, τὴν κλείνει. Αὐτὰ βέβαια γιὰ τοὺς σημερινοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἀκατανόητα, ἀλλὰ ἐμεῖς πρέπει νὰ σκεπτόμαστε βιβλικοπατερικά. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ: «τὸ τεκεῖν ἄνωθεν ἔχει τὴν ἀρχήν, ἀπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας καὶ οὔτε γυναικὸς φύσις, οὔτε συνουσία, οὔτε ἄλλο οὐδὲν αὔταρκες πρὸς τοῦτο ἐστίν». Γι’ αὐτὸ εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα, ὅταν ὁ Θεὸς δίδει τὴν εὐλογία σὲ μία γυναίκα νὰ φέρει παιδὶ στὸν κόσμο καὶ ἐκείνη ἀρνεῖται.. Ἐμποδίζει τὴν δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
.         Ἐπίσης τὸ θαῦμα τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ δείχνει καὶ

τὸν σκοπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο.

.         Ἦλθε γιὰ νὰ ἀναδημιουργήσει καὶ νὰ ἀναπλάσει τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἔτσι ὁ Χριστὸς μὲ τὴν σάρκωσί Του δὲν ἔφερε τὸ φῶς στὸν κόσμο μόνο, ἀλλὰ «καὶ ὀφθαλμὸν κατεσκεύασε». Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα ὅλες οἱ αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος γίνονται αἰσθήσεις τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀποκτᾶ νόημα στὴν ζωή του. Ὅπως ὁ χρυσοχόος παίρνει ἕνα ἀκατέργαστο κομμάτι χρυσό, τὸ βάζει στὸ χωνευτήρι, ὅπου καθαρίζεται ἀπὸ τὶς προσμίξεις καὶ ἔπειτα τὸ τοποθετεῖ σὲ διάφορα καλούπια καὶ τοῦ δίδει μορφή, τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. «Ἡ ἀνείδεος καὶ ἀόριστος ἡμῶν ζωὴ» λαμβάνει «εἶδος καὶ ὅρον». (Ἅγ. Νικόλαος Καβάσιλας).
.         Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ ἡ Ζωή μας. Αὐτὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ζωή, μᾶς συντηρεῖ στὴν ζωή, καὶ μᾶς δίδει τὴν γεῦσι καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἡ τύφλωσί μας σταματᾶ, ὅταν ζοῦμε μυστηριακὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὅσοι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι τυφλοὶ καὶ ἀνήμποροι νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ θέματα τῆς ζωῆς. Οἱ Χριστιανοὶ εἶναι οἱ πραγματικὰ φωτισμένοι, ἀφοῦ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸ «Φῶς τοῦ κόσμου» καὶ ἔχουν ὀφθαλμοὺς γιὰ νὰ βλέπουν τὸ αἰώνιο Φῶς.

, , ,

Σχολιάστε

«Ο ΕΜΨΥΧΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» (ΑΠΟΣΤ. ΑΝΑΓΝ. ΚΥΡ. 29.01.2012)

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 29.01.2012
Β´ Κορ. ϛ´16 – ζ´1

Ἀδελφοί, τίς συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; Ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Ἀδελφοί, μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ συμφωνία μεταξὺ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν εἰδώλων; Διότι σεῖς εἶσθε ναὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωντανοῦ, καθὼς εἶπεν ὁ Θεός, Θὰ κατοικήσω μέσα τους καὶ θὰ περπατήσω μεταξύ τους καὶ θὰ εἶμαι ὁ Θεός τους καὶ αὐτοὶ θὰ εἶναι ὁ λαός μου. Διὰ τοῦτο φύγετε ἀπὸ μέσα ἀπ’ αὐτοὺς καὶ χωρισθῆτε, λέγει ὁ Κύριος, μὴ ἐγγίζετε ἀκάθαρτον καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δεχθῶ, καὶ θὰ εἶμαι Πατέρας σας καὶ σεῖς θὰ εἶσθε υἱοί μου καὶ θυγατέρες, λέγει ὁ Κύριος ὁ Παντοκράτωρ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔχομεν αὐτὰς τὰς ὑποσχέσεις, ἀγαπητοί, ἂς καθαρίσωμεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε μολυσμὸν σαρκὸς καὶ πνεύματος, τελειοποιούμενοι εἰς τὴν ἁγιωσύνην μὲ φόβον Θεοῦ.

,

Σχολιάστε