Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Σύναξις

ΤΟ «ΠΡΟΣΩΠΟ» ΣΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

ΤΟ «ΠΡΟΣΩΠΟ» ΣΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ π. Νικολ. Λουδοβίκου
«Ἡ εὐχαριστιακὴ ὀντολογία»,
ἐκδ. “Δόμος”, Ἀθῆναι 1992, σελ. 211-213
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                     Στὸν βαθμὸ πoὺ ὁ ἄνθρωπος προσχωρεῖ, μ τν σκητικ πακοή του, στ θέλημα το Θεο, πως τ φανερώνει Χριστς νεργούμενο μέσα στν καθολικότητα το κκλησιαστικo Του Σώματος, νσωματώνεται στ Κυριακ Σμα κα πολαμβάνει κατ χάριν τν πρoσωπικ κοινωνία μ τν Θε Λόγο, πο τν καθιστ πρόσωπο, μέσα σὲ μία σχέση ἀληθινῆς ἀγαπητικῆς ἀμoιβαιότητας. Διότι ὁ Χριστὸς παρέχει στὸν πιστὸ κατὰ χάριν τὸν δικό Του τρόπο ὑπάρξεως, μέσῳ τοῦ μυστηρίου τῆς ὑποστατικῆς Του ἑνώσεως, ὅπως αὐτὸ ἐπεκτείνεται, διὰ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ χάριν, στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κτίση.
.                     Ἡ προσωποποίηση τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται λοιπὸν στὸ γεγονὸς ὅτι καθίσταται μ τ σειρά του καθ᾽ μοίωσιν το Χριστο, τόπος κα τρόπος τς κοινωνίας τν ντων, δηλαδ παρξη προσωπική. Αὐτὸ ξεκινᾶ βεβαίως μὲ τὸ βάπτισμα, τὸ μυστήριο τῆς νέας γεννήσεως, τῆς υἱοθεσίας δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ τοῦ παρέχει μία νέα ὑπόσταση, ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς βιολογικῆς του φύσεως, ὡς ἐνσωμάτωση πρoσωπικὴ στὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μετέχει χαρισματικὰ στὸν πρoσωπικὸ τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ κατὰ χάριν μετοχή του αὐτὴ στὸν τρόπο ὑπάρξεως τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ σαρκωθέντος Λόγου κάνει τὸν ἄνθρωπο τόπο, στὸν ὁποῖο «τὰ πολλὰ ἀλλήλων κατὰ τὴν φύσιν διεστηκότα περὶ τὴν μίαν τοῦ ἀνθρώπου φύσιν ἀλλήλοις συννεύουσι». Ὡς ἐλεύθερη καὶ αὐτεξούσια ἀποδοχή, ἔκφραση καὶ διαφύλαξη ὅμως τῆς πρoσωπικῆς του αὐτῆς ὑπάρξεως χρειάζεται στὸν ἄνθρωπο ἡ μετοχή του στὴ θυσιαστικὴ πρoσωπικὴ ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ποὺ γεννᾶται μὲ τὴν ὁριστικὴ νίκη πάνω στὴ φιλαυτία, καὶ τὴν προσχώρησή του στὸν κενωτικὸ τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ὁλοκληρώνεται, κατὰ χάριν, μετoχ το πιστο στν προσωπικ τρόπο πάρξεως το Χριστο, ναδεικνύοντάς τον σ παρξη πρoσωπική, δηλαδ κκλησιαστική, τόπo κα τρόπο αθεντικς πάρξεως το σύμπαντος κόσμου, ερoυργ τς βαθις κοινωνίας το κτιστο μ τν Θεό, τν ποία γκαινίασε Χριστός. Ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται τότε τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, τὸ ὁποῖο συντελεῖται «τοῦ ἁγίου Πνεύματος οὐσιωδῶς τήν τε τοῦ Πατρὸς ἐπὶ πᾶσαν εὐδοκίαν καὶ τὴν αὐτουργίαν τοῦ Υἱoῦ συμπληρoῦντος». Μετέχει δηλαδὴ ἀσκητικὰ στὴν εὐχαριστιακὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καθιστάμενος πρόσωπο μὲ τὴν κατὰ χάριν μετοχή, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, στὴν τρόπο ὑπάρξεως Ἐκείνου.
.                     Τὸ γεγονὸς τοῦ προσώπου εἶναι καὶ θὰ παραμείνει στοὺς αἰῶνες ἐντελῶς ἀνεξιχνίαστο φιλοσοφικά, ὅσο κι ἂν ὑπῆρξαν κατὰ καιροὺς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως μεγαλοφυεῖς προαισθήσεις του. Εἶναι γεγονς βαθύτατα κκλησιαστικό, σχατολογικό, εχαριστιακό. Δὲν μπορεῖ νὰ παραχθεῖ λoιπὸν μία φιλοσοφία περὶ προσώπου, μιὰ χριστιανικὴ (λίγο ἢ πολὺ μεταφυσικὴ) προσωποκρατία. Τ πρόσωπο εναι προσιτ μόνον στν μπειρία τς μετοχς στν εχαριστιακ γάπη το Χριστο, δηλαδ στν σχατoλoγικ κοινωνία το γίου Πνεύματος· μόνο θεία γάπη το Χριστο, πως σώζεται μέσα στ γνήσια κκλησιαστικ μπειρία, μπορε ν᾽ ποκαλύψει τν πραγματικότητά Toυ. Τ πρόσωπο πάρχει λοιπν μέσα στν εχαριστιακ σύναξη καὶ ἀποτελεῖ τὸ πνευματικὸ γεγονὸς κατὰ τὸ ὁποῖο οἱ λόγοι τῶν ὄντων καθίστανται «δῶρα» τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ καὶ «δόματα» τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, καὶ τὰ ὄντα ἐκπληρώνουν ἔτσι τὴν κατὰ φύσιν λειτουργικότητά τους, τὸν αὐθεντικό τους «τρόπο ὑπάρξεως. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι καὶ ἡ καθολικὴ προσωπο-ποίηση τοῦ κόσμου, ἐντὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς-εὐχαριστιακῆς ἐμπειρίας.

 

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΛΕΛΥΤΡΩΜΕΝΩΝ

Ες τν Σύναξιν τς Κυρίας Θεοτόκου

Ἀρχιμ. Γεώργιος [Καψάνης, † 2014],
Προηγούμενος Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους

synaxis.             Ὁ Κύριος τῶν ἁπάντων «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» [Ψαλμ. ιζ´ 10] γενόμενος ἄνθρωπος «δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν». Καὶ ἡ Παναγία μας ταπεινὰ ὑπηρέτησε σ’ αὐτὸ τὸ μέγα μυστήριο. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία σήμερα συνάγεται πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου.
.            Καὶ σκεπτόμεθα ὅλοι καὶ ἀναλογιζόμεθα, πόσα πολλὰ ὀφείλουμε στὴν Παναγία, διότι ἐὰν αὐτὴ δὲν εἶχε προσφέρει τὴν ἐλευθερία της στὸν Θεὸ ὁλοκληρωτικά, οὔτε ὁ Θεὸς θὰ εἶχε μπορέσει νὰ κατέβη καὶ νὰ γίνη ἄνθρωπος. Καὶ βλέπουμε εἰς ὅλο τὸ διάστημα τῆς ἐπιγείου ζωῆς της, ἀπὸ τότε ποὺ εἰσῆλθε εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων στὸν Ναὸ τοῦ Σολομῶντος, ἀπὸ τότε ποὺ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπεφοίτησε καὶ συνέλαβε τὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ εἰς τὴν ἁγία της κοιλία, ἀπὸ τότε ποὺ τὸν ἐγέννησε στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, καὶ μέχρι τῆς ἐνδόξου Μεταστάσεώς της, ὅτι ὅλη ἡ ζωή της ἦταν ζωὴ ἁγία, ἦταν ζωὴ τελείας ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ἴσως αὐτὸ τὸ «τελείας ἀγάπης» μόνο γιὰ τὴν Παναγία μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε. Καὶ γι’ αὐτὸ κατέστη ὄχι μόνο Μήτηρ τοῦ Λυτρωτοῦ ἀλλὰ καὶ , καὶ ἡ πρώτη τῶν λελυτρωμένων, καὶ ἡ προεξάρχουσα τῶν λελυτρωμένων. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ κάθε σύναξι τῆς Ἐκκλησίας ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ Παναγία μας, προΐσταται τῶν λελυτρωμένων. Καὶ γι’ αὐτὸ ἐπαξίως σὲ κάθε Λειτουργία, μόλις κατέλθη τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μεταβάλη τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, ἐμεῖς ἐκφωνοῦμε· «ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας», καὶ οἱ ψάλται ψάλλουν τὸ «Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον».
.              Ἔτσι λοιπὸν καὶ σήμερα ἰδιαιτέρως τὴν εὐχαριστοῦμε, τὴν εὐγνωμονοῦμε καὶ τὴν παρακαλοῦμε νὰ γίνη ἵλεως καὶ εὐσπλαγχνικὴ σὲ ὅλους μας, νὰ παραβλέψη τὴν ἀτέλειά μας, τὴν στενοχώρια, τὴν ὁποία τῆς δίνουμε κάθε τόσο, ὅταν ἁμαρτάνουμε, καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήση ὅλους σὲ πραγματικὴ μετάνοια, σὲ πραγματικὴ καὶ εἰς βάθος ταπείνωσι, νὰ μᾶς σκεπάση μὲ τὴν Ἁγία της Σκέπη, μὲ τὴν Φωτεινή της Νεφέλη, μὲ τὸ Ἱερό της Μαφόριο. Νὰ μᾶς ἔχη πάντοτε ὑπὸ τὴν ἁγία της σκέπη καὶ μητρικὴ στοργὴ καὶ προστασία, καὶ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου μας καὶ τὴν ὥρα τῆς κρίσεως, διότι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τὴν «πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι Μῆτερ τοῦ Θεοῦ φύλαξον ἡμᾶς ὑπὸ τὴν Σκέπην σου».

ΠΗΓΗ: pemptousia.gr

 

, , ,

Σχολιάστε

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΑΛΛΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΠΗΓΑΙΝΩ!

Πιστεύω στὸν Θεό, στν κκλησία δν πηγαίνω.
τορχιμ. θηναγόρα Καραμαντζάνη

 .        «Πιστεύω στὸν Θεὸ καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα, ἀλλὰ στὴν Ἐκκλησία δὲν πηγαίνω. Μὰ πῶς νὰ πάω, ἀφοῦ ἐκεῖνοι ποὺ πηγαίνουν, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, δὲν εἶναι καλύτεροί μου;»
.        Θ’ ἀπαντήσω πρόθυμα καὶ μὲ πολλὴ ἀγάπη στὸν ἀδελφό, ποὺ μοῦ ὑπέβαλε αὐτὴ τὴν ἐρώτηση, ἂν καὶ φοβᾶμαι ὅτι εἶναι πάρα πολλοὶ οἱ ἰσχυριζόμενοι τὰ ἴδια, ἀλλὰ καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν θὰ συμφωνήσω μὲ τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὐτούς.
.        Καὶ πρῶτα-πρῶτα ἡ φράση «πιστεύω καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα» εἶναι λόγος «μέγας σφόδρα». Δὲν πρέπει νὰ τὴν λέει κανεὶς γιὰ τὸν ἑαυτόν του εὔκολα. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν αὐτὸ τὸ εὐχάριστο ὄντως συμβαίνει, τότε ἀποτελεῖ πρόσθετο λόγο, γιὰ νὰ μὴν ἀπέχει κανεὶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.
.        Στὴν Ὀρθοδοξία ζοῦμε καὶ λατρεύουμε τὸν Θεὸ ὄχι ἀτομικά, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικά. «Σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις». Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσο πιὸ πολὺ ἀγαπᾶ κανεὶς τὸν Θεό, τόσο καὶ περισσότερο ἀγαπᾶ νὰ ἐκκλησιάζεται καὶ νὰ μετέχει στὶς λατρευτικὲς συνάξεις. Δὲν ὑπάρχει ἅγιος ποὺ νὰ μὴ λαχταροῦσε γιὰ τὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Δαυίδ, καίτοι βασιλεύς, ἔλιωνε κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὸν ἱερὸ πόθο: «ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου Κύριε τῶν δυνάμεων, ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου», ἔλεγε (Ψαλμ. ΠΓ´[83]). Ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, δὲν παρέλειπε ποτὲ νὰ παρευρίσκεται στὴν δημόσια λατρεία τοῦ Ἰσραὴλ τὸ ἴδιο καὶ οἱ Ἀπόστολοι, ἐφαρμόζοντες ρητὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ: «Ἐν Ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν».
.        Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ πίστη, ἡ εὐλάβεια καὶ ὁ πόθος τοῦ Θεοῦ δὲν κρύβονται, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐξωτερικῆς λατρείας φανερώνονται καὶ ἐνισχύονται. Ἡ πίστη ἡ χριστιανικὴ δὲν εἶναι μία ἰδέα, ποὺ τὴν ἔχει κανεὶς καταχωνιασμένη μέσα του, ἀλλὰ μία ζωή, ποὺ σφύζει καὶ ἐνεργοποιεῖ τὸν ὅλον ἄνθρωπο. Δὲν ἔχουμε πιστὲς ἰδέες, ἀλλὰ πιστοὺς ἀνθρώπους, ποὺ βιώνουν τὴν πίστη τους μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Ἄλλωστε σὲ καιρὸ ἐλευθερίας γιατί νὰ εἶναι κανεὶς κρυπτοχριστιανός;
.        Ὁ Ἅγ. Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος ἐρωτᾶ: «Σὺ πίστιν ἔχεις; δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου (Ἰακ. β´ 18). Καὶ ἐμεῖς λέμε: «δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ… τοῦ ἐκκλησιασμοῦ σου». Διότι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ὅταν συνερχώμεθα «ἐν ἐκκλησίαις», ὁμολογοῦμε καὶ διακηρύττουμε ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν πίστη μας, ποὺ μᾶς σώζει. Συνειδητοποιοῦμε συγκλονιστικὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐμεῖς ἀποτελοῦμε τὴν Ἐκκλησία, δηλ. τὸ θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ βιώνουμε τὴν μυστική, ἀλλὰ πραγματικὴ ἕνωσή μας μ’ Ἐκεῖνον. Αὐτὸς δὲν εἶπε: «οὗ εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέςῶ αὐτῶν»; (Ματθ. ιη´ 20).
.        Οἱ πιστοί μετέχοντες στὴν Θ. Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι πλέον μόνοι καὶ διασπασμένοι, ἀλλὰ ἑνωμένοι ὀργανικὰ σ’ ἕνα σῶμα. Κι αὐτὴ ἡ ἑνότητα εἶναι ἡ μεγάλη δύναμη τῆς Ἐκκλησίας, ἔναντι ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους. «Σπουδάζετε οὖν πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν Θεοῦ καὶ δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε καθαιροῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ Σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ…» (Ἅγ. Ἰγνάτιος).
.        Στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη (Θ. Λειτουργία) ὅλοι μαζὶ «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» δοξάζουμε καὶ εὐχαριστοῦμε τὸν Εὐεργέτη μας Θεό, πανηγυρίζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, προγευόμεθα ἐσχατολογικὰ τὸν ἐρχομό Του (Α´ Κορ. ια´ 26) καὶ τὴν μέλλουσα Βασιλεία Του, τρώγοντες καὶ πίνοντες ἀπὸ τὸ Κοινὸ Ποτήριο, τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του. «Στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καθὼς ὁ Χριστὸς ἀνακλίνεται στοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, καθὼς διδάσκει μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς σταυρώνεται πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα καὶ ἀνασταίνεται μέσα στὸ δισκοπότηρο, μπαίνουμε στὸ χρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ψυχή μας ἀναγαλλιάζει, διότι νοιώθει νὰ χορταίνει αἰωνιότητα».
.        Στὴν Θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου παρακαλοῦμε: «ἡμᾶς δὲ πάντας τοὺς ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου καὶ τοῦ ποτηριοῦ μετέχοντας ἐνώσαις ἀλλήλοις εἰς ἑνὸς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν». Κατὰ τὸν Ἐκκλησιασμὸ τῶν Χριστιανῶν πραγματοποιοῦνται αἰσθητὰ καὶ οἱ μεγάλες ὑποσχέσεις τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς πιστοὺς ὅτι εἰσακούει καλύτερα τὶς προσευχὲς τους (Ματθ. ιη´ 19) καὶ ὅτι αὐτὸς μᾶς ἀναπαύει ἀπὸ τὸν κόπο καὶ μόχθο τῆς ζωῆς (Ματθ. ια´ 28).
.        «Καμιὰ Κυριακὴ δὲν μπορεῖ νά’ ναι συννεφιασμένη, ἐφ’ ὅσον ἀρχίζει μὲ τὴν Θεία Λειτουργία». (Ν. Πεντζίκης).
.      Οἱ Ἐκκλησίες εἶναι τὰ λιμάνια τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν φουρτουνιασμένο κόσμο μας. Ὡραιότατη εἶναι ἡ παρομοίωση τοῦ Ἁγ. Χρυσοστόμου «καθάπερ λιμένας ἐν πελάγει, οὕτω τὰς Ἐκκλησίας ἔπηξεν ὁ Θεός, ἵνα ἀπὸ τῆς ζάλης τῶν βιοτικῶν θορύβων ἐνταῦθα καταφεύγοντες, γαλήνης μεγίστης ἀπολαύωμεν».
.        Ἂς ἔλθουμε ὅμως καὶ στὸν δεύτερο ἰσχυρισμὸ πολλῶν, ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἐκκλησιάζονται δὲν εἶναι καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Καὶ αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀποχή μας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: α) Ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε, ἀλλ’ ὁ Θεός, ποιοὶ εἶναι οἱ πραγματικὰ καλοὶ καὶ ποιοὶ οἱ πραγματικὰ κακοί. Ἐμεῖς στὴν κρίσι μας συνήθως σφάλλουμε. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ κρίνουμε, β) Ρωτᾶται: ἐὰν ἦσαν καλύτεροι οἱ ἐκκλησιαζόμενοι δὲν θὰ ὑπῆρχε πρόβλημα; Μήπως θὰ βρίσκαμε τότε ἄλλη πρόφαση; γ) Ἡ ἀξία τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔγκειται στὸ ποιὸν αὐτῶν ποὺ συμμετέχουν στὶς συνάξεις -κληρικῶν καὶ λαϊκῶν- ἀλλὰ στὶς δυνατότητες ποὺ παρέχει νὰ μεταμορφωθεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ χρησιμοποιώντας τὶς εὐκαιρίες αὐτὲς νὰ ὑποστεῖ τὴν «καλὴν ἀλλοίωσιν». Ἀλλὰ φαίνεται πὼς τὶς δυνατότητες αὐτὲς δὲν τὶς χρησιμοποιοῦν ὅλοι. δ) Ἡ Ἐκκλησία στὴν ἀνθρώπινη πλευρά της ἔχει καὶ μέλη ποὺ νοσοῦν. Αὐτὰ ὅμως τὰ μέλη δὲν τὰ ἀποβάλλει, ἐξ ἀγάπης, ἕως ὅτου θεραπευθοῦν. Γι’ αὐτὸ ὅλοι ἔχουμε τὴν θέση μας στὴν Ἐκκλησία, ἐπειδὴ ὅλοι νοσοῦμε, ε) Λὲς ὅτι αὐτοὶ ποὺ συχνάζουν στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Σκέψου ὅμως πόσο χειρότεροι θὰ ἦταν ἂν εἶχαν διακόψει κάθε δεσμὸ μὲ τὴν Ἐκκλησία;
.        Ὁ κατὰ Κυριακὴ ἢ ἑορτὴ ἐκκλησιασμός μας δίνει μία ἄλλη διάσταση στὴν ζωή. Μᾶς θυμίζει ὅτι δὲν εἴμαστε μόνον παραγωγικὲς μηχανές, μόνον ὕλη, ἀλλὰ ἔχουμε μία ἄλλη καταγωγὴ καὶ ἕνα θεῖο προορισμό. Μᾶς καταξιώνει σὰν ἀνθρώπους καὶ σὰν Χριστιανούς. Σπάει τὴ ρουτίνα τῆς ἑβδομάδος καὶ δίνει στὴν ζωὴ γιορτινὸ χρῶμα. «Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἑορτές, ἡ ψυχή του δὲν ἐξαγιάζεται καὶ ἡ ζωή τοη καταντάει μία τόσο γκριζωπὴ καθημερινότητα, ποὺ σοῦ ἔρχεται νὰ οὐρλιάζεις» (π. Δ. Ντοῦτκο)
.        Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἀπειλοῦν νὰ μᾶς ἀφανίσουν τὰ παντὸς εἴδους «ραδιενεργὰ νέφη» δὲν μᾶς συμφέρει ν’ ἀποκοπτώμεθα ἀπὸ τὸν «ὀμφάλιο λῶρο» τῆς ὑπάρξεώς μας, ποὺ εἶναι ἡ Μάννα μας Ἐκκλησία.

ΠΗΓΗ: Ἀρχ. Α. Καραμαντζάνη, «Οἱ Πατέρες καὶ τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς μας»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Ἄγ. Ἀθανασίου Κολινδροῦ, 1988
Διαδίκτυο: http://www.alopsis.gr

, , , , , ,

Σχολιάστε