Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Σχέση

Ο ΧΡΟΝΟΣ, Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (καὶ οἱ δήμιοι τοῦ βίου μας) «Ὅσο ὑπῆρχαν Ἕλληνες, ἔμοιαζε πρωταρχικὴ καὶ αὐτονόητη γι’ αὐτοὺς ἡ ἀναζήτηση τῆς ὑπαρκτικῆς (ὄχι ἁπλῶς συμπεριφορικῆς) ἐλευθερίας: Νὰ ἐλευθερωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὶς ἀναγκαιότητες ποὺ διέπουν τὴν ὕπαρξή του».

Ὁ χρόνος καὶ ἡ ἐλευθερία

Γράφει ὁ Χρ. Γιανναρᾶς

ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 28.12.2014

.             Τελευταία Κυριακὴ τοῦ δέκατου τέταρτου χρόνου τῆς τρίτης μετὰ Χριστὸν χιλιετίας. Καὶ ὅπως ὅρισε μὲ ρεαλισμὸ ὁ Ἀριστοτέλης, «γερνᾶνε ὅλα μὲ τὸν χρόνο, δὲν φέρνει νιάτα οὔτε ὀμορφιὰ ὁ χρόνος, εἶναι μόνο αἴτιος φθορᾶς». Τὰ νιάτα ἐλπίζουν, οἱ ὥριμοι μελαγχολοῦν σὲ κάθε συμβατικὴ μέτρηση τοῦ χρόνου. Ὄχι ὁπωσδήποτε ἐπειδὴ ἡ ἡλικία μετράει τὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸν θάνατο. Αὐτός, ἔτσι κι ἀλλιῶς καιροφυλαχτεῖ γιὰ ὅλους στὴν κάθε στιγμὴ –«μόλις γεννιέται ὁ ἄνθρωπος, εἶναι καὶ ὥριμος νὰ πεθάνει». Σὲ ἄλλες ἐποχὲς ὁ πολιτισμὸς (ὁ κοινὸς τρόπος τοῦ βίου) εἶχε ἄξονα τὴν ἐναργῆ συνείδηση τῆς θνητότητας, τὴ «μνήμη θανάτου». Γιατί; Ἐπειδὴ γεννάει πλοτο ζως νάληψη τς εθύνης το χρόνου, εὐθύνης γιὰ τὴν ψηλάφηση «νοήματος» (αἰτίας καὶ σκοποῦ) τῆς ὕπαρξης καὶ τοῦ θανάτου. Σήμερα κοινς τρόπος πολιτισμς εναι μία πανικόβλητη (κα φελέστατη) προτροπάδην φυγ π τ πρόβλημα: ὁ Ἱστορικὸς Ὑλισμός, αὐτάρεσκος παλιμβαρβαρισμός, ἀφελέστατος στὸν πρωτογονισμό του.
.               νάληψη εθύνης πέναντι στ βραχύτητα το βίου κα στν γγύτητα το θανάτου, σως ν σημαίνει τ μόνη δυνατότητα λευθερίας π τν θάνατο. Ὁ θάνατος εναι ναπότρεπτη συνέπεια το «ατιατο» χαρακτήρα τς παρξής μας. Δὲν εἴμαστε οἱ αἴτιοι τῆς ὕπαρξής μας, δὲν ἐπιλέξαμε νὰ ὑπάρχουμε, ἡ αἰτία ποὺ ὑπάρχουμε εἶναι «ἀλλοῦ»: ἔξω ἀπὸ τὴ δική μας βούληση καὶ ἐνεργητικὴ δυνατότητα. Ὅμως ἡ διαχείριση τῆς (ἐρήμην μας) δεδομένης ὕπαρξής μας εἶναι πεδίο τῆς δικῆς μας, τοῦ καθενὸς εὐθύνης, τῆς δικῆς μας ἐλευθερίας.
.               Στ βοσκηματώδη «λογική» τοῦ στορικο λισμο (λογικ –γι ν μν ξεχνιόμαστε– το κ. Σαμαρᾶ, το κ. Τσίπρα κα λοιπν δημίων μας) λευθερία ρίζεται ς δυνατότητα νεμπόδιστων τομικν πιλογν: Εἰκόνα τῆς ἱστορικοϋλιστικῆς ἐλευθερίας εἶναι τὸ σοῦπερ μάρκετ καὶ προϋπόθεσή της ἡ ἐξασφαλισμένη καταναλωτικὴ εὐχέρεια. Ἡ ἐλευθερία ἐκλαμβάνεται σὰν ἀτομικὸ «δικαίωμα» δοτό – μᾶς παραχωρεῖται μὲ νόμους («ἀναγκαστοὺς κατὰ πάντων»). Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιδέχεται διεκδίκηση αὐτὴ ἡ ἐλευθερία: μὲ πορεῖες, καταλήψεις, βανδαλισμούς, ἀπεργίες «κοινωνικοῦ κόστους» (κατ’ εὐφημισμόν, μὲ «λαϊκοὺς ἀγῶνες»).
.               Δὲν ὑποψιάζεται ὁ Ἱστορικὸς Ὑλισμός, μαρξιστικὸς καὶ καπιταλιστικός, μίαν ἄλλη ἐκδοχὴ τῆς ἐλευθερίας, ποὺ ἀφορᾶ στὴν ὕπαρξη καὶ ὄχι στὴ νομικὰ ρυθμιζόμενη συμπεριφορὰ –στοχεύει νὰ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸν θάνατο, ὄχι νὰ ψευτοπαρηγορήσει τὴ θνητότητα. Δὲν εἶναι κενολογία νὰ συζητᾶμε γιὰ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν θάνατο; Ἡ μακραίωνη ἐμμονὴ τῶν ἀνθρώπων σὲ αὐτὸν τὸν προβληματισμὸ δὲν μοιάζει νηπιώδης. Ὁ θάνατος εἶναι δεδομένη ἀναγκαιότητα, ὅπως καὶ ἡ χρονικότητα καὶ ἡ φθορά. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐπίγνωση-συνείδηση τῆς ὑπαρκτικῆς ἀναγκαιότητας, ἀλλὰ καὶ συνείδηση τοῦ ἐνδεχομένου ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας.
.               σο πρχαν λληνες, μοιαζε πρωταρχικ κα ατονόητη γι’ ατος ναζήτηση τς παρκτικς (χι πλς συμπεριφορικς) λευθερίας: Ν λευθερωθε νθρωπος π τς ναγκαιότητες πο διέπουν τν παρξή του: λογες νστικτώδεις νορμήσεις, παιτήσεις τομοκεντρικς κατασφάλισης κα αθυπαρξίας. Γι’ αὐτὸ καὶ λογάριαζαν οἱ Ἕλληνες πάντοτε ὡς ἄθλημα ἐλευθερίας τὴ σχέση, ὄχι τὴ χρήση, τὴ σχέση, ὄχι τὴ σύμβαση – ἄθλημα ἐλευθερίας ἦταν τὸ κατόρθωμα νὰ συγκροτεῖται «πόλις», νὰ λειτουργεῖ «βίος πολιτικός», νὰ ταυτίζεται τὸ ἀληθεύειν μὲ τὸ κοινωνεῖν.
.               Ὁ Ἱστορικὸς Ὑλισμὸς (κ. Σαμαρᾶς, κ. Τσίπρας καὶ λοιποὶ δήμιοι τοῦ βίου μας – γιὰ νὰ μὴν ξεχνιόμαστε) καταλαβαίνει ὡς πρόβλημα μόνο τὴν ἐφήμερη καὶ ὁπωσδήποτε ἀτελέσφορη συντήρηση τῆς ὕπαρξης, τὴν ὕπαρξη ὡς χρονικότητα, τὸν χρόνο ὡς συνάρτηση τοῦ θανάτου, τὸν θάνατο ὡς κατεξοχὴν ἀναγκαιότητα ποὺ διέπει τὴν αἰτιατὴ φαινομενικότητα. Ὅμως, δίχως τὰ ματογυάλια τοῦ Ἱστορικοῦ Ὑλισμοῦ, ἐμπειρικὰ πιστοποιοῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὰ ἄλογα ὑπαρκτά, ὑπάρχει καὶ γνωρίζεται ὡς σχέση, ὄχι ὡς φύση. Γνωρίζουμε τὸν κάθε ἄνθρωπο, ὄχι ὅταν ἁπλῶς πιστοποιοῦμε τὸ ἄτομο: μίαν ἀδιαφοροποίητη μονάδα τῆς ἀνθρώπινης φυσικῆς ὁμοείδειας (μονάδα ποὺ διαφοροποιεῖται μόνο ἀριθμητικὰ – σὰν ἀριθμὸς Δελτίου Ταυτότητας, Φορολογικοῦ Μητρώου κ.τ.ὅ.). Γνωρίζουμε τν κάθε νθρωπο ς νεργούμενη τερότητα: ὕπαρξη μοναδική, ἀνόμοια, ἀνεπανάληπτη – ἑτερότητα ὄχι ἁπλῶς μορφική, ἀλλὰ ἐνεργούμενη, δηλαδὴ συνεχῶς πραγματούμενη στὴν ἔκφραση (βλέμμα, χαμόγελο, χειρονομία, τόνος φωνῆς, κίνηση σώματος), ὅπως καὶ στὴν ἑτερότητα σκέψης, κρίσης, φαντασίας, ποιητικῆς (δημιουργικῆς) ἐνέργειας.
.               Τὴν ἐνεργούμενη ἑτερότητα-μοναδικότητα κάθε ἀνθρώπου τὴ γνωρίζουμε οἱ ἄνθρωποι χάρη σὲ ἕνα ἐπίσης ἐνέργημα μετοχῆς-μέθεξης στὴ γιγνόμενη ἑτερότητα τοῦ ἄλλου. Ὅσες βιογραφίες τοῦ Μότσαρτ ἢ τοῦ Βὰν Γκὸγκ κι ἂν διαβάσω, μόνο μὲ πληροφοροῦν γιὰ τὴν ἱστορική τους ὕπαρξη, οἱ πληροφορίες δὲν μοῦ «γνωρίζουν» τὴν ὑπαρκτική τους μοναδικότητα. Αὐτὴ τὴν ἀνακαλύπτω μόνο ἐνεργά: μετέχοντας στὰ ἐνεργήματά τους – στὴ μουσικὴ τοῦ Μότσαρτ, στὴ ζωγραφική του Βᾶν Γκόγκ.
.               Ὀνομάζουμε σχέση τὴν ἐνεργητικὴ μετοχὴ-μέθεξη στὴν ἐνεργούμενη ἑτερότητα τοῦ ἄλλου. Κα γνώση πο προσπορίζει σχέση εναι συνάρτηση τς λευθερίας πο κατορθώνουμε π τς ρμέμφυτες ναγκαιότητες πιβολς στν λλον, χρήσης το λλου.  [ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: ἡ «σχέση», ὅπως παραπλανητικὰ ἀποκαλεῖται σήμερα ἡ ἐρωτική, χύδην καὶ ἀγοραία(!), ἐπιβεβαιώνει ἀκριβῶς αὐτό: Ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ σχέση, ἐπειδὴ ΑΚΡΙΒΩΣ δὲν ἐλευθερώνει «π τς ρμέμφυτες ναγκαιότητες πιβολς στν λλον, χρήσης το λλου». Ὁ ἄλλος εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐφήμερο ἐργαλεῖο, ἕνα μέσον ἐξυπηρετήσεως ἄλλων σκοπῶν καὶ ἐπιδιώξεων, ἱκανοποιήσεως ἄλλων δυναστικῶν καὶ βρώμικων ἐπιθυμιῶν.] Ἡ ἐλευθερία ἔχει τὴ δυναμικὴ τῆς ὁλοκληρίας ποὺ ποτὲ δὲν ὁλοκληρώνεται, τῆς τελείωσης ποὺ ποτὲ δὲν τελειοῦται. Στὴ σχέση ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν ἐγωκεντρισμὸ ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἀνιδιοτέλεια, περνάει στὴν αὐταπάρνηση, κορυφώνεται στὴν ἐρωτικὴ αὐτοπροσφορά. Καὶ αὐτοὶ οἱ «ἐπαναβασμοὶ» ἀντιστοιχοῦν καὶ σὲ πρόοδο στὴ γνώση: ἡ «ὁλοκληρούμενη καὶ οὐδέποτε περατούμενη» πληρότητα τῆς γνώσης εἶναι ὁ ἔρωτας.
.               Μέχρις ἐδῶ μποροῦν ἴσως κάτι νὰ καταλαβαίνουν καὶ οἱ ἐγκλωβισμένοι στὸν πρωτογονισμὸ τοῦ Ἱστορικοῦ Ὑλισμοῦ. Ὅμως τὸ πῶς ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὶς ὑπαρκτικὲς ἀναγκαιότητες τῆς φύσης μπορεῖ νὰ πραγματώνει τὴν ὕπαρξη στὴν ἐρωτικὴ δυναμική της σχέσης, ἐλεύθερη καὶ ἀπὸ τὸν θάνατο, εἶναι ἄλλο, δύσκολο μάθημα. Ἄλλο νὰ κατανοεῖς καὶ ἄλλο νὰ γνωρίζεις τὴν ἐλευθερία.

Advertisements

, , , ,

Σχολιάστε

ΛΑΟΣ ΑΓΛΩΣΣΟΣ, δηλ. ΑΣΚΕΠΤΟΣ. ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΣ;

Ἀπόσπασμα ἄρθρου ὑπὸ τὸν τίτλο:
«Ἀντίλογος στὴν πολιτικὴ τῶν ψευδαισθήσεων»
Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ
στὴν ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 22.09.13

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Εὐθύβολες οἱ διαπιστώσεις τοῦ Χρ. Γ.. Γράφει μεταξὺ ἄλλων : «ὁ λαὸς ρημαγμένος ἀπὸ τὴ συμφορά, γλωσσος πιά, δηλαδ σκεπτος, κριτος (χάρη στ πρακτοράκια τς μεθοδικς ξηλιθίωσης πο παρήλασαν π τος θώκους το πουργείου Παιδείας γι τριάντα ννέα λόκληρα χρόνια…μοιάζει τελείως νίκανος ν κατανοήσει τι ο λύσεις κοινωνικν προβλημάτων γεννινται».
Χρειάζεται ὅμως νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ Λαὸς ΟΙΚΕΙᾼ ΒΟΥΛΗΣΕΙ ΕΞΗΛΙΘΙΩΘΗΚΕ. Τὰ πρακτοράκια, οἱ Ἐργολάβοι τῆς Ἀλλοτριώσεως, ἐργάστηκαν βεβαίως ἐντατικὰ καὶ μεθοδικὰ γιὰ νὰ πετύχουν τὴν ἐξηλιθίωση. Ἀλλὰ αὐτὸ ἐπετεύχθη μὲ τὴν ΑΝΟΧΗ  καί, καλύτερα, ΕΝΟΧΗ τοῦ ἴδιου τοῦ Λαοῦ. Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐπὶ τέσσερις δεκαετίες ἀνανέωνε τὴν ἐμπιστοσύνη του σὲ κείνους ποὺ τὸν σκύλευαν. Τέτοιος Λαός, ποὺ προτίμησε τὰ ξυλοκέρατα ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ τῆς Παραδόσεως καὶ τῆς ἰδιοπροσωπίας του, πόση ζωή μπορεῖ νὰ ἔχει ἀκόμη; Ἐκτὸς ἂν θείᾳ συνάρσει ἔλθει εἰς ἑαυτὸν καὶ ἀλλάξει νοῦ.

.             Ζοῦμε στὴν Ἑλλάδα σήμερα μία πραγματικὴ καταστροφή. Ἀλλὰ μοιάζει δεδομένη (ἢ καλλιεργεῖται ἔντεχνα) καὶ ἡ ψευδαισθητικὴ αἰσιοδοξία, ἡ βεβαιότητα ὅτι ὑπάρχει τὸ μαγικὸ κουμπί, ἡ θαυματουργικὴ συνταγὴ τῆς ἀνάκαμψης.[…]
.             Οἱ ἐξουσιαστές μας, στὸ σημερινὸ φεουδαλικὸ καθεστὼς τῆς ἀχαλίνωτης κομματοκρατίας, ξέρουν καλὰ ὅτι ὁ προβληματισμὸς γιὰ τὴ μεθοδικότητα καὶ τὴ λογικὴ τῶν ἁλυσιδωτῶν συναρτήσεων ποὺ θὰ ὁδηγοῦσαν στὴν ἀνάκαμψη, εἶναι γι’ αὐτοὺς ἀπειλή. Γι’ αὐτὸ καὶ παίζουν μαζί μας, μὲ τὸν πανικὸ καὶ τὴν ἀπόγνωσή μας, τὸ παιχνίδι τῆς ψευδαισθητικῆς αἰσιοδοξίας: Ὅτι ὑπάρχει μαγικὸ κουμπί, θαυματουργικὴ συνταγή. Τὸ «κλειδὶ» γιὰ τὴν ἄμεση ἀνάκαμψη ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη εἶναι συγκεκριμένο, μοναδικό, τὸ ἔχουν μόνο αὐτοί.
.             Καὶ ὁ λαὸς ρημαγμένος ἀπὸ τὴ συμφορά, γλωσσος πιά, δηλαδ σκεπτος, κριτος (χάρη στ πρακτοράκια τς μεθοδικς ξηλιθίωσης πο παρήλασαν π τος θώκους το πουργείου Παιδείας γι τριάντα ννέα λόκληρα χρόνια – ργμα τριν γενεν συνέχειας στν λληνικ διάρκεια), βυθισμένος μεθοδικ λας στν κρετινισμ τς ποδοσφαιρολαγνείας, το κρατικο τζόγου, στν πρωτογονισμ τν μπορικν MME, μοιάζει τελείως νίκανος ν κατανοήσει τι ο λύσεις κοινωνικν προβλημάτων γεννινται, δν κατασκευάζονται.
.             Μὴν ξεχνᾶμε: ἐκτὸς ἀπὸ προϊόντα τῆς κομματοκρατίας εἴμαστε καὶ μεταπράτες τῆς Νεωτερικότητας – δὲν τὴν ἐπιλέξαμε κριτικά, μπήκαμε στὸν «ἐκσυγχρονισμὸ» ὁλόιδια ὅπως οἱ ἀπελεύθεροι τῆς ἀποικιοκρατίας. Ὁ ψυχισμός μας καὶ τὰ ἀντανακλαστικά μας ἔχουν διαμορφωθεῖ ἀπὸ τὴν ξιπασιὰ τῆς «παντοδυναμίας» νὰ πατᾶμε κουμπιὰ καὶ νὰ πειθαρχοῦμε σὲ «ὁδηγίες χρήσεως». Πῶς μεγαλώνει σήμερα ἕνα «ἐκσυγχρονισμένο» παιδί; Πατάει ἕνα κουμπὶ καὶ ἔχει φῶς, ἕνα δεύτερο καὶ ἔχει θερμότητα, κάποιο ἄλλο καὶ ἔχει εἰκόνα, μουσική, τηλεπικοινωνία. Ἀρκεῖ μόνο τὸ ἀτομικό του θέλημα γιὰ νὰ φτάσει στὸ σκοπούμενο, δὲν μεσολαβοῦν ὑλικὰ ποὺ πρέπει νὰ σεβαστεῖ τὶς ἀντιστάσεις τους (ξύλα γιὰ νὰ ἀνάψει φωτιά, λάδι-φιτίλι γιὰ νὰ ἀνάψει λυχνάρι), νὰ κατορθώσει σχέση μαζί τους, ὄχι κυριαρχικὴ χρήση. Ἀσυνείδητα («ἀνεπαισθήτως») ἐντασσόμαστε στὸν κοινὸ βίο μὲ αὐτοματικοὺς ἐθισμοὺς στὴ χρήση, ὄχι ἔμπειροι τῆς σχέσης. Δὲν ξέρουμε νὰ μοιραζόμαστε τὸ θέλημά μας, νὰ κοινωνοῦμε τὴ ζωή, νὰ χαρίζουμε χωρὶς ἀντάλλαγμα – γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν διαζυγίων ἰσοφαρίζει τοὺς γάμους.
.             Κοινωνίες ποὺ ἔγκαιρα διέγνωσαν τὸ προβληματικὸ αὐτὸ στοιχεῖο (τὸν ἀτομοκεντρισμὸ) τῆς Νεωτερικότητας, φρόντισαν γιὰ ἀποτελεσματικὲς πρακτικὲς ἀνάσχεσης τοῦ πρωτογονισμοῦ ποὺ παράγει (νομοτελειακὰ) ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς χρήσης σὲ βάρος τῆς σχέσης. Ἀξιοποίησαν τοὺς μακραίωνες ἱστορικοὺς ἐθισμούς τους στὴ χρησιμοθηρία τῶν συμβάσεων, στὸ αὐτονόητο τοῦ χρέους, τῆς συνέπειας, τῆς δέσμευσης σὲ κανονιστικὲς ἀρχὲς συμπεριφορᾶς – ἐθισμοὺς ποὺ τοὺς γέννησε καὶ τοὺς παγίωσε ἡ προτεσταντικὴ Ἠθική. Συνεχίζουν, ὁλοφάνερα, νὰ ἀγνοοῦν τὴ χαρὰ τῆς σχέσης, ἀλλὰ χαλιναγωγοῦν, ὁπωσδήποτε, τὸν ἐνστικτώδη, ἀδίστακτο ἀτομοκεντρισμό. Καὶ σίγουρα ἡ ἑλλαδικὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς κοινωνίες.

[…]

, , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ΚΟΙΝΗ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Γιατί κοινὴ ἡ Ἀνάσταση

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

.         Ὑπάρχουμε, ὄχι ἐπειδὴ τὸ ἐπιλέξαμε, δὲν ἀποφασίσαμε ἐμεῖς, ἐλεύθερα, νὰ ὑπάρχουμε. Δὲν διαλέξαμε τοὺς γεννήτορές μας, τὴ μητρική μας γλώσσα, δὲν ἦταν δική μας προτίμηση ἡ γεωγραφικὴ καταγωγή μας, ἡ κοινωνία καὶ πατρίδα μας, ὁ ἱστορικὸς χρόνος ὅπου ἐνταχθήκαμε. Δὲν εἴχαμε λόγο γιὰ τὸν σωματότυπό μας, τὸ ἐπίπεδο τῶν διανοητικῶν μας δυνατοτήτων, τὰ ταλέντα ποὺ θὰ ἐπιθυμούσαμε.
.         Μᾶς δόθηκε, ὡστόσο, ὡς διαφορὰ ἀπὸ κάθε ἄλλο ἔμβιο ὑπαρκτό, ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀνελευθερίας μας – δηλαδὴ ἡ δυνατότητα νὰ πιστοποιοῦμε τὴ διαφορά, τὸ χάρισμα νὰ διακρίνουμε τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα. Καὶ αὐτὴ ἡ πιστοποίηση εἶναι πόθος ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ κάποια ἐμπειρικὴ γεύση τῆς ἐλευθερίας. Δίχως δεδομένη μὲ αἰσθητὴ προφάνεια τὴν ὑπαρκτικὴ πραγμάτωση τῆς ἐλευθερίας, βιώνουμε ἐμπειρικὰ τὴν ἐλευθερία περιορισμένη, κολοβωμένη, ἀλλὰ κοινὰ βεβαιωμένη.
.         Μέσῳ τῆς λογικῆς καὶ κριτικῆς μας ἱκανότητας, ἡ ἐμπειρία βεβαιώνει τὴν ἐλευθερία ὄχι κατ᾽ ἀρχὴν ὡς δυνατότητα ἀδέσμευτων ἐπιλογῶν, ἀλλὰ ὡς κατ᾽ ἀρχὴν δυνατότητα ἀνυποταξίας στὴν ἀναγκαιότητα. Δυνατότητα νὰ ἀρνούμαστε τὴν ἐνστικτώδη, ἐνορμητικὴ ἀνάγκη γιὰ χάρη τῆς ἀνυπότακτης σὲ ἐγωτικὲς ἀναγκαιότητες «σχέσης». Σχέση εἶναι ἡ θελημένη ἄρνηση προτεραιότητας τοῦ ἐνστίκτου, προτεραιότητας τοῦ ἐγώ, καὶ γεννάει τὴν ἄρνηση ἡ χαρὰ ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση μιᾶς «ἑτερότητας» ἔναντι. Εἶναι χαρά, ἔκπληξη καὶ συναρπαγὴ ἡ ἔναντι ἑτερότητα (ἡ μοναδικότητα, τὸ ἀνόμοιο καὶ ἀνεπανάληπτο μιᾶς ὕπαρξης ἢ ἑνὸς ἐνεργήματος), γιατί πραγματώνει καὶ φανερώνει ἐλευθερία: τὴν ὕπαρξη ἀδέσμευτη ἀπὸ προκαθορισμοὺς καὶ ἀναγκαιότητες ὁμοείδειας, ἀνυπότακτη σὲ ὁτιδήποτε θὰ ἀναιροῦσε τὴ μοναδικότητά της.
.         Μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς γνώσης ποὺ προσπορίζει ἡ «σχέση», ἡ ἀνακάλυψη τῆς ἔναντι ἑτερότητας, πιστοποιοῦμε τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὶς νομοτέλειες – ἀναγκαιότητες ποὺ παγιδεύουν ὑπαρκτικὰ τὸ βιολογικὸ καὶ ψυχολογικό μας ἐγώ, τὸ δέσμιο σὲ ὁρμὲς καὶ ἐνστικτώδεις ἀνάγκες φυσικὸ ἄτομο. Βεβαιωνόμαστε ὅτι Αἰτιώδης Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας πρέπει νὰ εἶναι μία ὕπαρξη ἀπροκαθόριστη ἀπὸ κάθε ἀναγκαιότητα φύσης ἢ οὐσίας, ἑπομένως προσιτὴ ὄχι μὲ τὴ διάνοια ποὺ κρίνει – διακρίνει τοὺς ὁριστικοὺς προκαθορισμοὺς τῆς δεδομένης φύσης, ἀλλὰ μὲ τὴ σχέση, τὴν ἐμπειρία συνάντησης τῆς ἑτερότητας.
.         Ἂν ὑπάρχει σημαῖνον γιὰ νὰ παραπέμψει στὸ ἐνδεχόμενο ἐμπειρικῆς σχέσης μὲ τὴν Αἰτιώδη Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας, εἶναι τὸ κάλλος, δηλαδὴ ἡ κλήση – σὲ – σχέση (:«ὡς πάντα πρὸς ἑαυτὸ καλοῦν, ὅθεν καὶ κάλλος λέγεται»). Ἡ ὑπαρκτὴ – αἰσθητὴ πραγματικότητα ποὺ μᾶς περιβάλλει δὲν εἶναι μιὰ τελειότητα μηχανικῆς ἀποτελεσματικότητας, εἶναι ἕνας «κόσμος» – κόσμημα ἁρμονίας, σοφίας, κάλλους. Εἶναι λόγος ὑπαρκτικῆς μοναδικότητας ποὺ μᾶς καλεῖ σὲ ἐλεύθερη ἀνταπόκριση σχέσης μαζί του, ὅπως μᾶς καλεῖ ἡ ζωγραφιὰ τοῦ ζωγράφου καὶ ἡ μουσικὴ τοῦ μουσουργοῦ.
.         Τὸ κάλλος εἶναι ἐρωτικὴ κατηγορία, κλητικὴ στὴν κατ᾽ ἐξοχὴν σχέση: στὴν ὑπαρκτικὴ σύν-οὐσία. Γι’ αὐτὸ σημαίνουμε τὴν Αἰτιώδη Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας καὶ μὲ τὸ σημαῖνον: «ὁ ὄντως Ἔρως». Δὲν ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ τὴν ὕπαρξή της καμιὰ ἀναγκαιότητα, καμιὰ οὐσία, κανένας λόγος ποὺ νὰ τὴν προκαθορίζει. Ὑπάρχει, ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχει καὶ θέλει νὰ ὑπάρχει, ἐπειδὴ ἀγαπάει. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ πληρότητα τῆς ἐλευθερίας, ὁ ἔρωτας σημαίνει τὸν αὐθυπερβατικὸ χαρακτήρα τῆς ἀγάπης, τὴν ἀγάπη ὡς ἀλληλοπεριχώρηση τῆς ὕπαρξης, τῶν θελημάτων, τῶν ἐνεργημάτων. Ἡ Αἰτιώδης Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἀγάπη («ἀγάπη ἐστι»), γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι Τριαδική: ρωτικ κοινωνία κα λληλοπεριχώρηση τριν ποστάσεων τς λευθερίας, πο μόνο μ προσδιορισμος σχέσης μπορον ν σημανθον, χι μ νόματα γωτικν τομικοτήτων. Δν λέμε: Δίας, πόλλων, ρμς, λέμε: Πατήρ, Υός, Πνεμα, νόματα πο ντοπίζουν τν παρξη ς ναφορά, ς σχέση, δηλαδ ς λευθερία π κάθε ντικτομικ καθορισμό.
.         Ἡ Αἰτιώδης Ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας ποὺ εἶναι ἀγάπη συνιστᾶ τὴν ὕπαρξη ὡς ἐλευθερία, τὴν πρόσληψη καὶ τῶν αἰτιατῶν (δημιουργημάτων) τῆς ἀγάπης στὴν ἐλευθερία τῆς ὕπαρξης: Ἐνανθρωπίζεται ἡ αἰτιώδης τοῦ ὑπαρκτοῦ ἀγάπη, χρονοῦται μέσα στὴν Ἱστορία μὲ σάρκα καὶ αἷμα ἀνθρώπινης ἀτομικότητας: Χριστς ησος. Κα καταλύει, συντρίβει τος παρκτικος περιορισμος το νθρώπου: νίσταται κ νεκρν. νάστασή του δρύει τ γεγονς τς Ἐκκλησίας. χι μία κόμα θρησκεία, χι μία χρησιμοθηρικ θική, χι ναν κοινωφελ θεσμό. γκαινιάζει τρόπο παρξης κα συνύπαρξης πο θέλει ν εναι πραγματοποίηση τς Τριαδικς λευθερίας, το ντως ρωτος.
.         Ἂν ὁ Χριστὸς ἀληθῶς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, ἡ ἀνάστασή του σπέρνει στὸν χρόνο τὴν Ἐκκλησία: «σπέρμα μικρότερον πάντων τῶν σπερμάτων», «ζύμην μικρὰν ἐν τῷ φυράματι». Σπέρνει τὴ δυνατότητα τῆς κοινῆς ἀνάστασης, τῆς ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας «γένους τοῦ βροτείου παντός». Ὑπάρχουμε, ἐπειδὴ ἡ Ἀγάπη μᾶς κάλεσε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Ἔχουμε τὴν ἐλευθερία νὰ ποῦμε ὄχι στὴν κλήση τῆς Ἀγάπης, στὴν ὕπαρξη ὡς ἀγάπη, καὶ τ χι εναι πιλογ «νούσιας νυπαρξίας». Τ να στν κλήση τς γάπης εναι εσοδος στν λευθερία τς γάπης, στν παρξη ς λευθερία.
.         Μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς γνώσης ποὺ προσπορίζει ἡ σχέση «προσδοκοῦμε ἀνάσταση νεκρῶν»: Τὴν ἀπερινόητη πληρότητα νὰ ὑπάρχουμε ὄχι ἀπὸ ἀναγκαιότητα καὶ προκαθορισμό, ἀλλὰ ἐπειδὴ θέλουμε νὰ ὑπάρχουμε καὶ νὰ θέλουμε ἐπειδὴ ἀγαπᾶμε μὲ μέθη ἔρωτα. Νὰ ὑπάρχουμε ὄχι μὲ τὸν δεδομένο τρόπο τῆς φύσης, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπαρκτικὰ ἀπεριόριστη ἐλευθερία τῆς σχέσης.

.      «Καὶ ποῦ ἐστιν ἡ γέεννα, ἡ δυναμένη λυπῆσαι ἡμᾶς, ποῦ ἐστιν ἡ κόλασις ἡ ἐκφοβοῦσα ἡμᾶς πολυμερῶς; Τί ἐστιν ἡ γέεννα πρὸς τὴν χάριν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ, ὅταν ἐγείρη ἡμᾶς καὶ ποιήσῃ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι τὴν ἀφθαρσίαν;».

ΠΗΓΗ: kathimerini.gr

, , , , ,

Σχολιάστε