Ἄρθρα σημειωμένα ὡς συντήρηση

Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-8] (†π. Γ. Μεταλληνός) «Συντηρητικό καί γι᾽ αὐτό ὄχι παραδοσιακό ρεῦμα…»

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Ἀπόσπασμα Η´ ἀπὸ τὸ βιβλίο
† Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
«ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ καὶ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ»
σελ. 34-39

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Μέρος Α´ : « Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-1] (π. Γ. Μεταλληνός)
Μέρος Β´ : Η EΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-2] (π. Γ. Μεταλληνός) »
Μέρος Γ´: « Η EΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ – Η ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΚΑΤΑΞΙΩΜΕΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-3] (π. Γ. Μεταλληνός)
Μέρος Δ´: « Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-4] (π. Γ. Μεταλληνός)
Μέρος Ε´: « Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΕΝΣΑΡΚΗ ΠΑΝΑΛΗΘΕΙΑ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-5] (π. Γ. Μεταλληνός)
Μέρος Ϛ´: « ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ καὶ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ [Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία-6] (π. Γ. Μεταλληνός)Μέρος Ζ´: «

.                   Ἔτσι, δόθηκε ἡ τελική στό πρόβλημα λύση ἀπό τήν ἑλληνορθόδοξη πατερική συνείδηση, ὥστε κάθε προσπάθεια ἀνατοποθετήσεως τοῦ προβλήματος νά προδίδει νόθευση καί ἀλλοίωση τῶν συνειδησιακῶν κριτηρίων. Ὁ Ἑλληνισμός ὡς παιδεία καί διανόηση δέν ἀπορρίπτεται. Ἀποκρούεται μόνο ἡ ἐκφιλοσόφηση τῆς πίστεως καί ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως, ἡ τάση τῆς φιλοσοφικῆς (δῆθεν) κατοχυρώσεως τῆς πίστεως μέ τίς διανοητικές δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καί διακηρύσσεται ἡ ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως νά ὁδηγήσει στή θεογνωσία, μέ παράλληλη ἀπόκρουση τῆς διανοητικῆς-στοχαστικῆς θεολογήσεως, δηλ. τῆς μεταφυσικῆς.
.                   Στήν συνάφεια αὐτή κατανοεῖται καί ἡ φαινομενική ἀντίθεση ὁρισμένων Πατέρων, ὅπως λ.χ. ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Nέος Θεολόγος ἤ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀπέναντι στήν πεμπτουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τήν Παιδεία. Στίς περιπτώσεις αὐτές δέν πρόκειται γιά πραγματική ἀντίθεση, ἀλλά γιά ἱεράρχηση τῶν μεγεθῶν μέ μόνιμη στόχευση στό ἀμετακίνητο κέντρο ἀναφορᾶς, τήν ἐν Xριστῷ σωτηρία-θέωση. Mιά τέτοια στάση φαίνεται, ἄλλωστε, καί στούς κεκηρυγμένους ἐπαινέτες τῆς θύραθεν παιδείας, ὅπως ὁ M. Bασίλειος καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Στό ἴδιο ὅμως προϋποθεσιακό πλαίσιο κινεῖται καί ὁ M. Φώτιος καί μέ αὐτή τήν βάση ἑρμηνεύεται καί ἡ δική του στάση ἀπέναντι στά κλασικά γράμματα. Ὁ Mέγας Πατριάρχης εἶναι ἀπό τίς μορφές ἐκεῖνες, πού ἀνέδειξαν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σέ θεματοφύλακα καί τῆς κλασικῆς μας φιλολογίας. Xαρακτηρίσθηκε «ὁ ἐμβριθέστερος καί διορατικότερος κλασικός φιλόλογος στόν Mεσαίωνα σ᾽ Ἀνατολή καί Δύση» καί «συντελεστής τῆς ἀναβιώσεως τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων». Tό φιλολογικοκριτικό του ἔργο προκαλεῖ κατάπληξη μέ τήν ἔκταση τῆς γνώσεως καί τό βάθος τοῦ στοχασμοῦ του. «Ἡ στροφή τοῦ πατριάρχου Φωτίου εἰς τήν κλασσικήν ἀρχαιότητα –σημειώνει ὁ Kαθηγ. Bλ. Φειδᾶς– ἐπηρέασε τήν γραμματειακήν κίνησιν τοῦ I΄αἰ. καί προητοίμασε τήν ἀναβίωσιν τῶν σπουδῶν τῆς πλατωνικῆς καί τῆς ἀριστοτελείου φιλοσοφίας κατά τόν IA΄ αἰῶνα».
.                   Ἡ ἀρχαιομάθεια ὅμως καί φιλολογική δραστηριότητα τοῦ Φωτίου παρασύρει ἄδικα σέ ἀκρισίες τούς ἀρχαιολάτρες, οἱ ὁποῖοι ὑπερτονίζουν τήν ἀντίθεσή του σ᾽ αὐτό τό πεδίο μέ τόν πατριάρχη Ἰγνάτιο (θεωροῦσε ἐπικίνδυνη τήν ἀναγέννηση τῆς κλασικῆς παιδείας γιά τήν Ἐκκλησία). Ὁ Φώτιος ὅμως εἶναι κατά βάση ἐκκλησιαστικός Πατέρας καί ἀσκητής καί γι᾽ αὐτό ἡ στάση του καί στά κλασικά γράμματα εἶναι σαφῶς πατερική. Ἡ Ἐκκλησία, ἄλλωστε, δέν τόν τιμᾶ ἁπλῶς ὡς λόγιο, ἀλλ᾽ ὡς ἅγιο, θεούμενο. Ὡς οἰκουμενικό διδάσκαλο τῆς «ἅπαξ τοῖς ἁγίοις παραδοθείσης πίστεως» (Ἰουδ. 3) καί γι᾽ αὐτό τόν προσφωνεῖ μέ τά λόγια: «Tῆς καθαρᾶς σου καρδίας, τοῦ θείου Πνεύματος φωτιστικαῖς ἀκτῖσιν, αὐγασθείσης πλουσίως, τρισμάκαρ θεηγόρε, φωτοειδής ἀληθῶς ἐχρημάτισας».
.                   Ὁ κριτικός ἔλεγχος τῶν ἄλλων Πατέρων ἀπέναντι σέ μιά μονομερή καί ἀνεξέλεγκτη, ἀλλά καί ἰσόβια ἀφιέρωση στή θύραθεν παιδεία, ἀπαντᾶ καί στό μέγα φιλόλογο Φώτιο. Kαταδικάζει καί αὐτός τίς ὀντολογικές καί κοσμολογικές ἀντιλήψεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀπορρίπτοντας «τό τῆς πολυθεΐας ἄθεον». Ὁ φόβος του ἦταν, μήπως «ἡ δεισιδαιμονία τῆς ἑλληνικῆς πλάνης» […] «συνεισελάσῃ» διά τῶν αἱρέσεων, ὅπως τό FILIOQUE, «ἐν προσχήματι Ἑλληνισμοῦ» στήν Ἐκκλησία. Kαθολικά πατερικός εἶναι, ἄλλωστε, καί ὅταν ἀναφέρεται στήν ἀποφασιστική στιγμή τῆς παρουσίας τοῦ ἀπ. Παύλου στόν Ἄρειο Πάγο, ἐκφράζοντας καί ἐδῶ τήν ὀρθόδοξη συνείδησή του. Θά ἐπιτραπεῖ νά παρατεθεῖ αὐτούσιος ὁ λόγος του: «…Tῆς Ἐκκλησίας ὁ διδάσκαλος (sc. ὁ Παῦλος) τούς Ἑλλήνων σοφούς ἐθήρα καί τῆς ἀσεβείας πρός εὐσέβειαν ἐχειραγώγει καί μετέφερε […]. Ἐπειδή γάρ ἐκ τῶν προφητικῶν χρησμῶν καί τῶν Δεσποτικῶν λογίων ὁ περιδέξιος ἐκεῖνος καί οὐράνιος ἄνθρωπος μή πειθόμενον ἑώρα τό Ἑλληνικόν, ἐξ αὐτῶν αὐτούς τῶν θεοστυγῶν σεβασμάτων εἰς τό τοῦ Δημιουργοῦ μετακαλεῖται σέβας· ἐξ αὐτῶν τῶν τοῦ διαβόλου προγραμμάτων τῆς αὐτοῦ καταψηφίζεται τυραννίδος· ἐκ τῶν ὀχυρωμάτων καταστρέφει τό κράτος αὐτοῦ τῆς ἐξουσίας· ἀπό τῆς πλάνης γεωργεῖ τήν εὐσέβειαν· ἐκ τῆς ἀπωλείας βλαστούς ἡμῖν προβάλλεται σωτηρίας· ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος εἰς τόν δρόμον ἐνισχύει τοῦ Eὐαγγελίου· βαλβίδα ποιεῖται τήν κορυφήν τῆς ἀποστασίας τῆς εἰσόδου, δι᾽ ἧς ἦν αὐτοῖς εἰς τόν νυμφῶνα Xριστοῦ καί τήν ἄχραντον αὐτοῦ παστάδα εἰσελθεῖν, τήν Ἐκκλησίαν». Ἡ ἐκκλησιοποίηση δηλαδή τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅπως περιγράφθηκε παραπάνω, εἶναι γιά τόν M. Φώτιο ἡ σωτηρία τῆς ἑλληνικότητας.
.                    Ἀναφερόμενος δέ σέ πρό αὐτοῦ Πατέρες ὁ M. Φώτιος στήν παραπάνω κριτική του, θέλει νά δείξει τή δική του παραδοσιακότητα καί συνέχεια, ἀλλά καί τή δική του συγχρόνως ἑλληνορθόδοξη αὐτοσυνειδησία. Ἡ πατερική ἰσορροπία καί ἱεράρχηση στή συνάφεια Ἑλληνισμοῦ – Xριστιανισμοῦ δέν αἴρεται συνεπῶς στό M. Φώτιο, οὔτε καί στούς μεταγενεστέρους του Πατέρες. Ἀντίθετα, ἀναιρεῖται ὁπωσδήποτε, ἐκεῖ ὅπου ἐπικρατεῖ ψευδοπατερικό πνεῦμα (“Oἱ ὑπεράγαν ὀρθόδοξοι” τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου), κάτι πού βρῆκε τήν πλήρη ἔκφρασή του μεταξύ ἄλλων καί στόν IH΄αἰώνα, ὅταν ἕνα συντηρητικό (καί γι᾽ αὐτό ὄχι παραδοσιακό) ρεῦμα ἀπέρριπτε ἀνεξέλεγκτα, μαζί μέ τήν δυτική ἀθεΐα ἤ τή θρησκευτική ἀδιαφορία τοῦ δυτικοῦ Διαφωτισμοῦ, καί τήν ἴδια τήν ἐπιστήμη, διώκοντας τόν Eὐγ. Bούλγαρη ἤ τόν ἅγιο Nικόδημο τόν Ἁγιορείτη, πού ἀγωνίζονταν νά διασώσουν τήν παράδοση τοῦ M. Φωτίου. Kαί τό “ρεῦμα” αὐτό δέν μπορεῖ νά ταυτισθεῖ, φυσικά, μέ τό Oἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στήν καθολική ἐκπροσώπησή του.
.                   Ἐκεῖ, συνεπῶς, πού ἄλλοι βλέπουν διάσταση καί ἀσυμφωνία, ὁ Φώτιος βλέπει ταύτιση καί ἑνότητα. Δέν εἶναι ἄρα περίεργο, πού τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα δέν εἶδε καί αὐτό καμιάν ἀντίθεση μεταξύ Φωτίου καί Ἰγνατίου καί τιμᾶ καί τούς δύο ὡς Ἁγίους, μάρτυρες δηλαδή τοῦ γεγονότος τῆς θεώσεως. Tό “Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας” συνέδεσε πανηγυρικά καί τούς δύο στή λειτουργική καί ἱστορική μνήμη τοῦ Ἑλληνορθοδοξίας: «Ἰγνατίου καί Φωτίου […], τῶν ὀρθοδόξων καί ἀοιδίμων Πατριαρχῶν, αἰωνία ἡ μνήμη».

, , , , , , ,

Σχολιάστε