Ἄρθρα σημειωμένα ὡς συναίσθημα

«ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ καὶ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ στὴν ἀδυναμία τοῦ ἄλλου» (†Ἀρχιμ. Εὐσέβ. Βίττης)

«Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ συναίσθημα»
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Ἱερομ. Εὐσεβίου Βίττη (†)
«Ἐμεῖς καὶ ἡ ἀγάπη μας»
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 19-24

.             Ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ εἶναι ἀγάπη πρώτιστα στὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ Ἰησοῦ ἡ ἔκφρασή της στοὺς ἀδελφούς μας. Θὰ πρέπει νὰ ἀγνοηθῆ ὁ ρόλος τοῦ συναισθήματος; Θὰ ἦταν λάθος ἡ παραγνώρισή του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἄγγελος, γιὰ νὰ ἀγαπάη σὰν ἄγγελος.  Καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἰδιοτυπία του στὴν ἔκφραση τῆς ἀγάπης του. Μιλώντας γιὰ ἀγάπη δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τρυφερότητα καρδιᾶς, γιὰ εὐαισθησία κ.λπ. Ἡ ἀγάπη λειτουργεῖ μέσα μας ὄχι ὡς κάτι ξένο πρὸς τὸ μηχανισμὸ τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου. Ὅμως ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μόνο συναισθηματισμός. Εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, στὸ ὁποῖο καλεῖται νὰ συμμετάσχει καὶ ὁ συναισθηματισμός μας ἐξαγιαζόμενος.
.             Ὁ Κύριός μας δὲν καταργεῖ τὸ συναίσθημα, ἀλλὰ τὸ ἐξαγιάζει. Προσέχοντας στὸ παράδειγμά Του βλέπουμε πόση ἀνθρωπιὰ δείχνει, πόσο γλυκὸς εἶναι. Τὸν συγκινοῦν τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα παίρνει στὴν ἀγκαλιά Του καὶ τὰ παρουσιάζει ὡς εἰκόνες γιὰ μία ὥριμη καὶ συνετὴ ἀθωότητα καὶ παιδικότητα. Στενάζει μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο, τὸν ὁποῖο ἀπαλείφει ἀπὸ πολλὲς καρδιές. Κλαίει μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ θανάτου, ποὺ θέτει τέρμα στὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς. Καὶ μιλάει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θεῖο πάθος Του μὲ μία ἀπέραντη τρυφερότητα στοὺς μαθητάς Του, ποὺ δὲν διστάζει νὰ τοὺς ὀνομάση «τεκνία» Του. Θυμηθῆτε τὴν ὡραία καὶ τόσο παραστατικὴ εἰκόνα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ἀπευθυνόμενος μὲ θλίψη στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν ἄρνησή της νὰ δεχθῆ τὴν ἀγάπη Του: «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ!… ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τῆς ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε!». Πόση θλιμμένη τρυφερότητα δὲν κρύβει αὐτὸ τὸ παράπονο!
.             Καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἀκολούθησαν τὰ ἴχνη τοῦ Κυρίου, δὲν παραγνώρισαν τὸν μεγάλο θησαυρὸ τῆς εὐαισθησίας καὶ τῆς συναισθηματικότητος, προκειμένου νὰ ἐκφράσουν τὴν πεντακάθαρη ἀγάπη τους στὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ πνευματικά τους ἀδέρφια. Πρῶτος καὶ καλύτερος ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος. Πόση ἦταν ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο, τὸ γνωρίζουμε καλά. Καὶ δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστη ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἀγάπης του γιὰ τοὺς πιστούς, τοὺς ὁποίους «ἐγέννησεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ». Ἔτσι σὲ μία στιγμὴ ξεσπάσματος τῆς καρδιᾶς του ἀφήνει νὰ ἀκουστῆ ἐτούτη ἡ κραυγή: «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν! Ἤθελον δὲ παρεῖναι πρὸς ὑμᾶς ἄρτι καὶ ἀλλάξαι τὴν φωνήν μου!» (Γαλ. δ´ 19-20). Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση: «Τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;» (Β´ Κορ. ια´ 29), ἔκραζε μὲ πόνο πολύ. Πῶς νὰ μὴ συγκινήσουν τὶς καρδιὲς τέτοιες ἐκδηλώσεις ἀγάπης θεϊκῆς σὲ μεγαλεῖο καὶ ντυμένης τόση ἀνθρωπιὰ καὶ κατανόηση;
.               Ἂς ἀκούσουμε καὶ δύο ἄλλες φωνές, ἀπὸ τὶς πάμπολλες, μέσα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
.               Εἶναι κλασικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τὸ χωρίο τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, ὅπου μιλάει γιὰ «καῦσιν καρδίας». Νὰ τί λέει, γιὰ νὰ τὸ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας: «Καρδία ἐλεήμων ἐστί καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζῴων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν, καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ δάκρυα. Ἐκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ οὐ δύναται βαστάσαι, ἢ ἀκοῦσαι, ἢ ἰδεῖν βλάβην τινά, ἢ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γενομένην. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας, καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτὸν ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει, τοῦ φυλαχθῆναι αὐτούς, καὶ ἱλασθῆναι αὐτούς, ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν ἐκ τῆς πολλῆς αὐτοῦ ἐλεημοσύνης τῆς κινουμένης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀμέτρως καθ’ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ». (Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Τὰ εὑρεθέντα ἀσκητικά, Λόγος ΠΑ´. ἐκδ. Σπανοῦ, Ἀθῆναι, σελ. 306)

Καὶ μὲ ἁπλὰ λόγια: «Καρδιὰ ἐλεήμων, δηλαδὴ καρδιὰ γεμάτη τρυφερὴ ἀγάπη, εἶναι τελικὰ θέρμη καρδιᾶς, ποὺ καίγεται κυριολεκτικὰ γιὰ ὅλα τὰ δημιουργήματα, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὰ πουλιά, γιὰ τὰ ζῶα καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες καὶ γενικὰ γιὰ κάθε κτίσμα. Καὶ στὴν ἀνάμνησή τους καὶ στὴ θέα τους τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔχει ἐλεήμονα καρδιά, πλημμυρίζουν ἀπὸ δάκρυα. Ἀπὸ τὴν πολλὴ καὶ ἔντονη ἀγαπητικὴ διάθεση, ποὺ συνέχει τὴν καρδιά του, καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴ καρτερικότητά της γίνεται πολὺ εὐαίσθητη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθῆ ἢ νὰ ἀκούση ἢ νὰ ἰδῆ νὰ συμβαίνη κάποια βλάβη ἢ κάποια μικρὴ λύπη στὴ Δημιουργία. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ γιὰ τὰ χωρὶς λογικὸ δημιουργήματα καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς της ἀλήθειας καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ τοῦ προξενοῦν ζημιὲς καὶ βλάβες παρακαλώντας τὸ Θεὸ νὰ φυλαχτοῦν καὶ νὰ συγχωρεθοῦν. Τὸ ἴδιο προσεύχεται ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἑρπετὰ (ποὺ γι’ αὐτὰ νιώθει κανένας ἐνστικτώδη ἀποστροφή). Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ἐξαιτίας τῆς ἀμέτρητης εὐαισθησίας, ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του, ὅπως ὁ Θεός».

.           Ἕνα ἄλλο δεῖγμα ἱερῆς τρυφερότητος ἀναφέρεται στὸν διακριτικώτατο καὶ σοφώτατο Ἀββᾶ Ποιμένα, ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους Ἀββάδες. «Παρέβαλόν τινες τῶν γερόντων πρὸς τὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ εἶπον αὐτῷ· θέλεις, ἐὰν ἴδωμεν τοὺς ἀδελφοὺς νυστάζοντας εἰς τὴν σύναξιν, ἵνα νύξωμεν αὐτούς, ἵνα γρηγορῶσιν εἰς τὴν ἀγρυπνίαν; Ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ τέως ἐὰν ἴδω τὸν ἀδελφὸν νυστάζοντα, τιθῶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ τὰ γόνατά μου καὶ ἀναπαύω αὐτόν». (Γεροντικόν, ἐκδ. «Άτέρος», Ἀθῆναι 1970, σελ. 99, Ἀββᾶς Ποιμήν).

 Πῆγαν, λέει ἡ διήγηση, κάποιοι γέροντες στὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ τοῦ εἶπαν·  ἐπιτρέπεις, ἂν ἰδοῦμε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ νυστάζουν τὴν ὥρα τῆς ἱερῆς συνάξεως, νὰ τοὺς σκουντήσουμε λιγάκι, γιὰ νὰ μὴ κοιμοῦνται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας; Ὁ Ἀββᾶς τοὺς ἀποκρίθηκε· ἐγώ, ἂν ἰδῶ τὸν ἀδελφό μου νὰ νυστάζει, τοῦ βάζω τὸ κεφάλι στὰ γόνατά μου καὶ τὸν ξεκουράζω.

.               Ἀλήθεια. Τί ὑπερβολὴ τρυφερότητος καὶ κατανοήσεως τοῦ κόπου ἢ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἄλλου!
.             Ἡ ὑπερφυσικὴ καὶ οὐράνια ἀγάπη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφρασθεῖ καλύτερα, ἐξαγνισμένη καὶ ἁγιασμένη ἐν Χριστῷ, ἀπὸ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζονται καὶ οἱ ἀνωτέρω Πατέρες, ἀλλὰ καὶ πάρα πολλοὶ ἄλλοι. Γι’ αὐτὸ δὲν σταυρώθηκε ὁ Κύριος καὶ δὲν ἀνέστη, γιὰ νὰ μεταμορφώση τὴ φύση μας καὶ νὰ τὴν κάνη ἀπὸ θηριώδη καὶ ἀγριωπή, λεπτή, τρυφερή, πονετική, γεμάτη κατανοοῦσα ἀγάπη; Ἡ μεταμορφώνουσα τὴν «πεπτωκυῖαν» φύση μας χάρις χύνεται πλούσια στὴν ἀνθρώπινη καρδιά, τὴν ἀνασταίνει ἀπὸ τὴ σκληρότητα καὶ διαφθορά της, ὥστε νὰ μπορῆ ἄνετα διὰ μέσου της νὰ ἐκφράζωνται τὰ πλούσια χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα, τὸ κυριότερο δέ, εἶναι ἡ ἀγάπη. (Γαλ. ε´ 22)
.               Ἑπομένως, προκειμένου νὰ ἐκφράσουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὰ ἔξω, δὲν πρέπει νὰ ἀλλοιώσουμε ἀφύσικα τὴν καρδιά μας καὶ νὰ στραγγαλίσουμε τὴν εὐαισθησία της, ἀλλὰ κυρίως νὰ ἀφήσουμε τὴ Χάρη τοῦ Κυρίου νὰ κατευθύνεται σωστὰ καὶ νὰ κυριαρχῆ μεταμορφωμένη στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της, μὲ πλήρη αὐτολησμοσύνη της, χάριν τοῦ ἀγαπωμένου, «μὴ ζητοῦσα τὰ ἑαυτῆς». Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ καταπνίγουμε τὴν καρδιά μας καὶ νὰ τὴ διαστρέφουμε καὶ νὰ τὴ μικραίνουμε καὶ τὸ ἴδιο νὰ τὴ θέτουμε στὴν ὑπηρεσία τῆς πνευματικῆς ἀγάπης, νὰ τὴν εὐαισθητοποιοῦμε πιὸ πολύ, νὰ τὴν κάνουμε πλατειὰ καὶ εὐρύχωρη, ξένη πρὸς κάθε μικρότητα καὶ κάθε φίλαυτη καὶ ἐγωιστικὴ ἐπιδίωξη, ποὺ σ’ αὐτὴ θὰ μᾶς ὠθοῦσε εὐχαρίστως «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος» (Ρωμ. ϛ´6).
.             Δὲν ἀγνοοῦμε τοὺς κινδύνους, ποὺ ἐλλοχεύουν στὸ σημεῖο αὐτό. Ὑπάρχει πάντοτε ὁ φόβος νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀντίθετη κατεύθυνση καὶ νὰ ὑποχωρήσουμε στὶς κατώτερες κλίσεις μας, ἂν δὲν προσέξουμε. Συνεπῶς δὲν εἶναι εὔκολος ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης, ὑποδεικνύοντας νὰ θέτουμε ὅλον τὸν συναισθηματικό μας πλοῦτο, ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος, καὶ θέτοντάς τον στὴν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης.  Χρειάζεται γι’ αὐτὸ ὁλοκληρωτικὴ αὐταπάρνηση. Μὴ λησμονοῦμε πὼς ἡ αὐταπάρνηση, ποὺ εἶναι ἕνα εἶδος ζωντανοῦ θανάτου, μία ἑκούσια χάριν τοῦ Ἰησοῦ σταύρωση, δὲν ἀποβλέπει παρὰ στὴν ἀνάσταση, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα καὶ θὰ τελειωθῆ κατὰ τὴν τελικὴ καὶ ὁριστικὴ ἀνάστασή μας. Δύσκολη καὶ ἴσως κουραστικὴ ἡ ὁδὸς τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ πλούσιοι οἱ καρποί της καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ὅπου θὰ τελειώσουν οἱ ἀγῶνες καὶ θὰ μᾶς χαρισθῆ μία ὑπὲρ ἔννοιαν καὶ ὑπὲρ κατανόηση ἄλλη βιοτή, μὲ ἄλλο, πνευματικότατο καὶ μακάριο περιεχόμενο.

, , ,

Σχολιάστε

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ «Γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὰ ἔξω, δὲν πρέπει νὰ ἀλλοιώσουμε ἀφύσικα τὴν καρδιά μας καὶ νὰ στραγγαλίσουμε τὴν εὐαισθησία της».) [Ἀρχιμ. Εὐσ. Βίττης]

γάπη κα τ συναίσθημα

Ἀρχιμανδρίτου Εὐσεβίου Βίττη

«Ἐμεῖς καὶ ἡ ἀγάπη μας»
Ἐκδ. Ἱ Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
Ἅγιον Ὄρος 2012
σελ. 30-37

.           Ἡ ἀγάπη, εἴπαμε, πρέπει νὰ εἶναι ἀγάπη πρώτιστα στὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ Ἰησοῦ ἡ ἔκφρασή της στοὺς ἀδελφούς μας. Θὰ πρέπει νὰ ἀγνοηθεῖ ὁ ρόλος τοῦ συναισθήματος; Θὰ ἦταν λάθος ἡ παραγνώρισή του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἄγγελος, γιὰ νὰ ἀγαπάει σὰν ἄγγελος. Καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἰδιοτυπία του στὴν ἔκφραση τῆς ἀγάπης του. Μιλώντας γιὰ ἀγάπη δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τρυφερότητα καρδιᾶς, γιὰ εὐαισθησία κ.λπ. Ἡ ἀγάπη λειτουργεῖ μέσα μας ὄχι ὡς κάτι ξένο πρὸς τὸν μηχανισμὸ τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου. Ὅμως ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μόνο συναισθηματισμός. Εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, στὸ ὁποῖο καλεῖται νὰ συμμετάσχει καὶ ὁ συναισθηματισμός μας ἐξαγιαζόμενος.
.           Ὁ Κύριός μας δὲν καταργεῖ τὸ συναίσθημα, ἀλλὰ τὸ ἐξαγιάζει. Προσέχοντας στὸ παράδειγμά Του βλέπουμε πόση ἀνθρωπιὰ δείχνει, πόσο γλυκὸς εἶναι. Τὸν συγκινοῦν τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα παίρνει στὴν ἀγκαλιά Του καὶ τὰ παρουσιάζει ὡς εἰκόνες γιὰ μία ὥριμη καὶ συνετὴ ἀθωότητα καὶ παιδικότητα.
.           Στενάζει μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο, τὸν ὁποῖο ἀπαλείφει ἀπὸ πολλὲς καρδιές. Κλαίει μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ θανάτου, ποὺ θέτει τέρμα στὴν ὀμορφιὰ τῆς ζωῆς. Καὶ μιλάει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θεῖο πάθος Του μὲ μία ἀπέραντη τρυφερότητα στοὺς μαθητάς Του, ποὺ δὲν διστάζει νὰ τοὺς ὀνομάσει «τεκνία» Του.
.           Θυμηθεῖτε τὴν ὡραία καὶ τόσο παραστατικὴ εἰκόνα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ἀπευθυνόμενος μὲ θλίψη στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν ἄρνησή της νὰ δεχθεῖ τὴν ἀγάπη Του: «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ,… ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τῆς ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε!».
.           Πόση θλιμμένη τρυφερότητα δὲν κρύβει αὐτὸ τὸ παράπονο!
.           Καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἀκολούθησαν τὰ ἴχνη τοῦ Κυρίου, δὲν παραγνώρισαν τὸν μεγάλο θησαυρὸ τῆς εὐαισθησίας καὶ τῆς συναισθηματικότητος, προκειμένου νὰ ἐκφράσουν τὴν πεντακάθαρη ἀγάπη τους στὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ πνευματικά τους ἀδέρφια. Πρῶτος καὶ καλύτερος ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος. Πόση ἦταν ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο, τὸ γνωρίζουμε καλά. Καὶ δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστη ἡ ὑπερβολὴ τῆς ἀγάπης του γιὰ τοὺς πιστούς, τοὺς ὁποίους «ἐγέννησεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ». Ἔτσι σὲ μία στιγμὴ ξεσπάσματος τῆς καρδιᾶς του ἀφήνει νὰ ἀκουστεῖ ἐτούτη ἡ κραυγή: «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν! Ἤθελον δὲ παρεῖναι πρὸς ὑμᾶς ἄρτι καὶ ἀλλάξαι τὴν φωνήν μου!». Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση: «Τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;», ἔκραζε μὲ πόνο πολύ. Πῶς νὰ μὴ συγκινήσουν τὶς καρδιὲς τέτοιες ἐκδηλώσεις ἀγάπης θεϊκῆς σὲ μεγαλεῖο καὶ ντυμένης τόση ἀνθρωπιὰ καὶ κατανόηση;
.           Ἂς ἀκούσουμε καὶ δύο ἄλλες φωνές, ἀπὸ τὶς πάμπολλες, μέσα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
.           Εἶναι κλασικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τὸ χωρίο τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, ὅπου μιλάει γιὰ «καῦσιν καρδίας». Νὰ τί λέει, γιὰ νὰ τὸ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας: «(Καρδία ἐλεήμων ἐστι) καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ τῶν ὀρνέων, καὶ τῶν ζώων, καὶ τῶν δαιμόνων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν, καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ρέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ δάκρυα. Ἐκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ (= τοῦ θεωροῦντος καὶ δακρύοντος), καὶ οὐ δύναται βαστάξαι, ἢ ἀκοῦσαι, ἢ ἰδεῖν βλάβην τινά, ἢ λύπην μικρὰ ἐν τῇ κτίσει γινομένην. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας, καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτὸν ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει, τοῦ φυλαχθῆναι αὐτούς, καὶ ἱλασθῆναι αὐτοῖς, ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν ἐκ τῆς πολλῆς αὐτοῦ ἐλεημοσύνης τῆς κινουμένης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀμέτρως καθ’ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ».
.           Καὶ μὲ ἁπλὰ λόγια: «Καρδιὰ ἐλεήμων, δηλαδὴ καρδιὰ γεμάτη τρυφερὴ ἀγάπη, εἶναι τελικὰ θέρμη καρδιᾶς, ποὺ καίγεται κυριολεκτικὰ γιὰ ὅλα τὰ δημιουργήματα, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ τὰ πουλιά, γιὰ τὰ ζῶα καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες καὶ γενικὰ γιὰ κάθε κτίσμα. Καὶ στὴν ἀνάμνησή τους καὶ στὴν θέα τους τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἔχει ἐλεήμονα καρδιά, πλημμυρίζουν ἀπὸ δάκρυα. Ἀπὸ τὴν πολλὴ καὶ ἔντονη ἀγαπητικὴ διάθεση, ποὺ συνέχει τὴν καρδιά του, καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴ καρτερικότητά της γίνεται πολὺ εὐαίσθητη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀνεχθεῖ ἢ νὰ ἀκούσει ἢ νὰ ἰδεῖ νὰ συμβαίνει κάποια βλάβη ἢ κάποια μικρὴ λύπη στὴ Δημιουργία. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ὥρα καὶ στιγμὴ προσεύχεται μὲ δάκρυα καὶ γιὰ τὰ χωρὶς λογικὸ δημιουργήματα καὶ γιὰ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἀλήθειας καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ τοῦ προξενοῦν ζημιὲς καὶ βλάβες παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ φυλαχτοῦν καὶ νὰ συγχωρεθοῦν. Τὸ ἴδιο προσεύχεται ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ἑρπετὰ (ποὺ γι’ αὐτὰ νιώθει κανένας ἐνστικτώδη ἀποστροφή). Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ἐξ αἰτίας τῆς ἀμέτρητης εὐαισθησίας, ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του, ὅπως ὁ Θεός».
.           Ἕνα ἄλλο δεῖγμα ἱερῆς τρυφερότητος ἀναφέρεται στὸ διακριτικότατο καὶ σοφότατο Ἀββᾶ Ποιμένα, ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους Ἀββάδες. «Παρέβαλον τινὲς τῶν γερόντων πρὸς τὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ εἶπον αὐτῷ· θέλεις, ἐὰν ἴδωμεν τοὺς ἀδελφοὺς νυστάζοντας εἰς τὴν σύναξιν, νύξωμεν αὐτούς, ἵνα γρηγορῶσιν εἰς τὴν ἀγρυπνίαν; Ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ τέως ἐὰν ἴδω τὸν ἀδελφὸν νυστάζοντα, τίθω τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ τὰ γόνατά μου καὶ ἀναπαύω αὐτόν». «Πῆγαν, λέει ἡ διήγηση, κάποιοι γέροντες στὸν Ἀββᾶ Ποιμένα καὶ τοῦ εἶπαν· ἐπιτρέπεις, ἂν ἰδοῦμε τοὺς ἀδελφοὺς νὰ νυστάζουν τὴν ὥρα τῆς ἱερῆς συνάξεως, νὰ τοὺς σκουντήσουμε λιγάκι γιὰ νὰ μὴν κοιμοῦνται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας; Ὁ Ἀββὰς τοὺς ἀποκρίθηκε· ἐγώ, ἂν ἰδῶ τὸν ἀδελφό μου νὰ νυστάζει, τοῦ βάζω τὸ κεφάλι στὰ γόνατά μου καὶ τὸν ξεκουράζω». Ἀλήθεια. Τί ὑπερβολὴ τρυφερότητος καὶ κατανοήσεως τοῦ κόπου ἢ τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἄλλου! Ἡ ὑπερφυσικὴ καὶ οὐράνια ἀγάπη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφρασθεῖ καλύτερα, ἐξαγνισμένη καὶ ἁγιασμένη ἐν Χριστῷ, ἀπὸ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζονται καὶ οἱ ἀνωτέρω Πατέρες, ἀλλὰ καὶ πάρα πολλοὶ ἄλλοι.
.           Γι’ αὐτὸ δὲν σταυρώθηκε ὁ Κύριος καὶ δὲν ἀνέστη, γιὰ νὰ μεταμορφώσει τὴν φύση μας καὶ νὰ τὴν κάνει ἀπὸ θηριώδη καὶ ἀγριωπή, λεπτή, τρυφερή, πονετική, γεμάτη κατανοοῦσα ἀγάπη;
.           Ἡ μεταμορφώνουσα τὴν «πεπτωκυῖαν» φύση μας χάρις χύνεται πλούσια στὴν ἀνθρώπινη καρδιά, τὴν ἀνασταίνει ἀπὸ τὴν σκληρότητα καὶ διαφθορά της, ὥστε νὰ μπορεῖ ἄνετα διὰ μέσου της νὰ ἐκφράζονται τὰ πλούσια χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα, τὸ κυριότερο δέ, εἶναι ἡ ἀγάπη.
.           Ἑπομένως, προκειμένου ν κφράσουμε τν γάπη μας πρς τ ξω, δν πρέπει ν λλοιώσουμε φύσικα τν καρδιά μας κα ν στραγγαλίσουμε τν εαισθησία της, ἀλλὰ κυρίως νὰ ἀφήσουμε τὴν χάρη τοῦ Κυρίου νὰ κατευθύνεται σωστὰ καὶ νὰ κυριαρχεῖ μεταμορφωμένη στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της, μὲ πλήρη αὐτολησμοσύνη της, χάριν τοῦ ἀγαπωμένου, «μὴ ζητοῦσα τὰ ἑαυτῆς». Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο νὰ καταπνίγουμε τὴν καρδιά μας καὶ νὰ τὴ διαστρέφουμε καὶ νὰ τὴ μικραίνουμε καὶ τὸ ἴδιο νὰ τὴ θέτουμε στὴν ὑπηρεσία τῆς πνευματικῆς ἀγάπης, νὰ τὴν εὐαισθητοποιοῦμε πιὸ πολύ, νὰ τὴν κάνουμε πλατειὰ καὶ εὐρύχωρη, ξένη πρὸς κάθε μικρότητα καὶ κάθε φίλαυτη καὶ ἐγωιστικὴ ἐπιδίωξη, ποὺ σ’ αὐτὴ θὰ μᾶς ὠθοῦσε εὐχαρίστως «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος».
.           Δὲν ἀγνοοῦμε τοὺς κινδύνους, ποὺ ἐλλοχεύουν στὸ σημεῖο αὐτό. Ὑπάρχει πάντοτε ὁ φόβος νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀντίθετη κατεύθυνση καὶ νὰ ὑποχωρήσουμε στὶς κατώτερες κλίσεις μας, ἂν δὲν προσέξουμε. Συνεπῶς δὲν εἶναι εὔκολος ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης, ὑποδεικνύοντας ν θέτουμε λον τν συναισθηματικό μας πλοτο, πο μς δωσε Κύριος, κα θέτοντάς τον στν πηρεσία τς γάπης. Χρειάζεται γι’ ατ λοκληρωτικ αταπάρνηση.
.           Μὴ λησμονοῦμε πὼς ἡ αὐταπάρνηση, ποὺ εἶναι ἕνα εἶδος ζωντανοῦ θανάτου, μία ἑκούσια χάριν τοῦ Ἰησοῦ σταύρωση, δὲν ἀποβλέπει παρὰ στὴν ἀνάσταση, ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα καὶ θὰ τελειωθεῖ κατὰ τὴν τελικὴ καὶ ὁριστικὴ ἀνάστασή μας.
.           Δύσκολη καὶ ἴσως κουραστικὴ ἡ ὁδὸς τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ πλούσιοι οἱ καρποί της καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ὅπου θὰ τελειώσουν οἱ ἀγῶνες καὶ θὰ μᾶς χαρισθεῖ μία ὑπὲρ ἔννοιαν καὶ ὑπὲρ κατανόηση ἄλλη βιοτή, μὲ ἄλλο, πνευματικότατο καὶ μακάριο περιεχόμενο.

 ΠΗΓΗ: ΙΕΡΕΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (iereasanatolikisekklisias.blogspot.com)

, ,

Σχολιάστε

«ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΤΥΑ ΗΛΕΚΤΡ. ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ. ΕΧΟΥΝ ΝΟΥ, ΚΑΡΔΙΑ.»

Γι τν 28η κτωβρίου 1940
(Οἱ ἀνθρώπινες κοινωνίες δὲν εἶναι δίκτυα ἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν.
Ἔχουν νοῦ, ἀλλὰ ἔχουν καὶ καρδιά)

Τοῦ Χρυσάνθου Λαζαρίδη

Τὸ 1895, ὁ Λόρδος Κέλβιν, κατὰ κόσμον William Thomson, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους φυσικούς της ἐποχῆς του, διακήρυξε τὸ ἑξῆς ἐκπληκτικό: «μηχανὲς ποὺ πετᾶνε, βαρύτερες ἀπὸ τὸν ἀέρα, εἶναι ἀδύνατο νὰ κατασκευαστοῦν»! Ὀκτὼ χρόνια ἀργότερα διαψεύστηκε πανηγυρικὰ ἀπὸ δύο ἐρασιτέχνες μηχανικούς, τοὺς ἀδελφοὺς Wright, οἱ ὁποῖοι κατασκεύασαν τὴν πρώτη ἱπτάμενη μηχανή. Ἦταν βαρύτερη ἀπὸ τὸν ἀέρα. Καὶ κατάφερε νὰ πετάξει….
Τὸ 1900, ὁ Λόρδος Κέλβιν ἔκανε μία ἀκόμα βαρυσήμαντη ἐπισήμανση: «Δὲν ὑπάρχει πιὰ τίποτε καινούργιο νὰ ἀνακαλύψουμε στὴ Φυσική», εἶπε. «Τὸ μόνο ποὺ ἀπομένει εἶναι νὰ βελτιώσουμε τὶς μετρήσεις μας μὲ ἀκρίβεια περισσοτέρων δεκαδικῶν ψηφίων». Πέντε χρόνια ἀργότερα κι αὐτὴ ἡ διαπίστωση διαψεύστηκε ἐξ ἴσου πανηγυρικά. Ἕνας νεαρὸς ὑποψήφιος διδάκτορας, ὁ Ἀλβέρτος Ἀϊνστάϊν, ἀνέτρεψε τὴν Νευτώνεια Φυσικὴ μὲ τὴν Θεωρία τῆς Σχετικότητος.
Λίγα χρόνια ἀργότερα, μία πλειάδα ἀκόμα νεώτερων φυσικῶν, ὁ ντὲ Μπρολί, ὁ Σρέντιγκερ, ὁ Χάϊζεμπεργκ καὶ ὁ Ντυρὰκ θὰ ἀνέτρεπαν ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπὸ τὸ Νευτώνειο κόσμο, μὲ τὴν Κβαντικὴ θεωρία. Ὁ Λόρδος Κέλβιν εἶχε πέσει ἔξω, γιὰ μίαν ἀκόμα φορά. Αὐτό, ἀσφαλῶς, δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ συγκαταλέγεται, μέχρι σήμερα, μεταξὺ τῶν μεγαλυτέρων φυσικῶν. Βρίσκεται μάλιστα θαμμένος στὸ ἀββαεῖο τοῦ Westminster, δίπλα στὸν Νεύτωνα… Ἀλλὰ ἡ Νευτώνεια Φυσική, τὴν ὁποία θεωροῦσε «αἰώνια, παγκόσμια κι ἀδιαμφισβήτητη ἀλήθεια», εἶχε πολλαπλὰ ἀνατραπεῖ. Τί ἀκριβῶς εἶχε συμβεῖ; Πολὺ λίγα χρόνια μετὰ τὶς βαρύγδουπες διαπιστώσεις τοῦ Λόρδου Κέλβιν, ἡ ἐπιστήμη τῆς Φυσικῆς μπῆκε σὲ μία νέα φάση ὡριμότητας, ὅπου ξεπέρασε τὸ αὐτονόητο καὶ προχώρησε στὸ ἀδιανόητο. Ὁ καμπυλωμένος χωροχρόνος τοῦ Ἀϊνστάϊν, τὰ κβάντα τοῦ Ντὲ Μπρολί, ποὺ ἦταν κυματοσωματίδια – κύματα καὶ σωματίδια ταυτόχρονα – ἡ ἀπροσδιοριστία τῆς κβαντικῆς φυσικῆς τοῦ Σρέντιγκερ καὶ τοῦ Χάιζεμπεργκ, ὅλα αὐτὰ ἦταν ἔννοιες ἀδιανόητες γιὰ τὸ εὐρὺ κοινό. Ἀδιανόητες ἀκόμα καὶ γιὰ πολλοὺς φυσικούς. Καὶ σήμερα ἀκόμα, δὲν ὑπάρχει πλήρης συμφωνία γιὰ τὸ τί σημαίνουν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κάθε Ἐπιστήμη κάθε κλάδος τῆς Γνώσεως, ἔρχεται κάποια στιγμὴ ποὺ ὡριμάζει καὶ προχωρᾶ πέρα ἀπὸ τὸ προφανές, πέρα ἀπὸ τὴν συμβατικὴ λογική, πέρα ἀπὸ τὰ «αὐτονόητα» τῆς ἐποχῆς της.

Ἀλήθεια, ὅμως, τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὴν 28η Ὀκτωβρίου;
Ἁπλούστατα: Ὑπάρχουν κάποια σημεῖα, κάποια ἐπίπεδα, κάποιες κλίμακες, κάποιες συγκυρίες, κάποιες ἀκραῖες καταστάσεις, ὅπου αὐτὸ ποὺ φαίνεται «ὑπὸ κανονικὲς συνθῆκες προφανὲς» καὶ λογικὸ παύει νὰ ἰσχύει. Ὅπως αὐτὸ συμβαίνει στὴν Φυσική, στὰ Μαθηματικά, καὶ στὴν Οἰκονομία, ἔτσι συμβαίνει καὶ στὴν Πολιτική, ἢ στὴν Ἱστορία τῶν λαῶν.
Ὑπάρχουν κάποιες μεγάλες στιγμές, ὅπου αὐτὸ ποὺ μοιάζει «ὑπὸ κανονικὲς συνθῆκες προφανές», «τετράγωνα λογικὸ» καὶ «αὐτονόητο», ἀνατρέπεται. Κι ἐνεργοποιοῦνται ὄχι ἁπλῶς κάποια ἄλλα κίνητρα, πέρα ἀπὸ τὴν κοινὴ λογική. Ἀλλὰ ἀρχίζουν νὰ ἰσχύουν κάποιοι ἄλλοι κανόνες, κάποιας ἄλλης λογικῆς. Γιὰ νὰ ἔλθουμε στὸν Πολιτική, λοιπόν, γνωρίζουμε ὅτι οἱ συσχετισμοὶ ἰσχύος ἐπιτρέπουν κάποιες ἐπιλογὲς σὲ ἕνα λαὸ καὶ τοῦ ἀπαγορεύουν κάποιες ἄλλες. Καὶ τὸ τίμημα γιὰ ὅποιον λαὸ ἀψηφᾶ τοὺς συσχετισμοὺς ἰσχύος εἶναι ἡ ἧττα, ἡ ὑποδούλωση καὶ ὁ ἀφανισμός. Αὐτὰ τὰ γνωρίζουμε καλά. Ἀλλὰ δὲν ἰσχύουν πάντα. Ὑπάρχουν στιγμές, ποὺ ἡ λογικὴ τῆς ἰσχύος καὶ τῶν συσχετισμῶν, ἀποδεικνύεται στείρα, λανθασμένη καὶ μυωπική. Εἶναι τότε ποὺ ἰδεολογικὰ προτάγματα ἀνατρέπουν τὴν λογικὴ τῆς ἰσχύος.

Νὰ μερικὰ πολὺ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ποὺ προσφέρει ἡ σύγχρονη Ἑλληνικὴ Ἱστορία:
Ἂς μεταφερθοῦμε στὸ φθινόπωρο τοῦ 1940:
Ἡ Γερμανία τοῦ Χίτλερ καὶ ἡ Ἰταλία τοῦ Μουσολίνι – οἱ δυνάμεις τοῦ Ἄξονα – εἶχαν σαρώσει τὴν Εὐρώπη. Νὰ προσέξουμε κάτι: Ἡ Ἑλλάδα τὸ 1940 δὲν ἔκανε ἐπιλογὴ «μὲ ποιά πλευρὰ θὰ μπεῖ στὸν Πόλεμο». Δὲν ὑπῆρχαν, τὴν στιγμὴ ἐκείνη, «δύο πλευρές». Ὑπῆρχε ὁ Ἄξονας ποὺ νικοῦσε παντοῦ, ἤλεγχε τὰ πάντα στὴν Εὐρώπη κι ἑτοιμαζόταν νὰ ἐπεκταθεῖ ἀκόμα παραπέρα. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὑπῆρχε ἡ Ἀγγλία, ἡττημένη, ταπεινωμένη καὶ καθημαγμένη, ποὺ ἀντιστεκόταν λυσσαλέα, ἀλλὰ δὲν εἶχε τίποτε νὰ προσφέρει σὲ ὅποιους δυνητικοὺς συμμάχους της. Μπορεῖ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση νὰ φοβόταν ὅτι σύντομα θὰ ἐρχόταν κι ἡ σειρά της, μπορεῖ νὰ ἑτοιμαζόταν μυστικὰ νὰ ἀντιμετωπίσει ἐνδεχόμενη Γερμανικὴ ἐπίθεση, ἀλλὰ τότε, τυπικὰ ἀκόμα, ἦταν «διπλωματικὸς φίλος» της Γερμανίας, κι ἔστελνε «συγχαρητήρια τηλεγραφήματα» στὸ Βερολίνο, μετὰ ἀπὸ κάθε σαρωτικὴ νίκη τῆς Βέρμαχτ. Μπορεῖ καὶ οἱ ΗΠΑ νὰ συμπαραστέκονταν ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ στὴν ἀγρίως δοκιμαζομένη Βρεττανία, ἀλλὰ τυπικὰ ἦταν οὐδέτερες ἀκόμα, καὶ δὲν φαινόταν εὔκολο τότε, πὼς θὰ ξεπερνοῦσαν αὐτὴ τὴν οὐδετερότητα. Ὁ νόμος περὶ ὑποχρεώσεως στρατιωτικῆς θητείας καὶ Γενικῆς ἐπιστρατεύσεως, ψηφίστηκε στὸ Ἀμερικανικὸ Κογκρέσο, μόλις τὸ ἑπόμενο καλοκαίρι, τοῦ 1941, μόλις μὲ μία ψῆφο διαφορά, μόλις τρεῖς μῆνες πρὶν ἀπὸ τὸ Πὲρλ Χάρμπορ. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1940, ἡ ἀνάμιξη τῆς Ἀμερικῆς στὸν Πόλεμο φαινόταν πολὺ μακρινὸ καὶ πολὺ ἀπίθανο ἐνδεχόμενο. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ὁ Πόλεμος ἔμοιαζε νὰ ἔχει τελειώσει… Κι ὅμως, ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἡ Ἑλλάδα, λαὸς καὶ ἡγεσία, καθεστὼς κι ἀντιπολίτευση, ἐπέλεξαν νὰ ἀντισταθοῦν. Νὰ ἀντισταθοῦν πλήρως, ἀποφασιστικά, ἀδιαπραγμάτευτα κι ἀνυποχώρητα. Πόσο «λογικ» ταν τότε κείνη πιλογή; Σύμφωνα μ τ συμβατικ μέτρα, καθόλου λογική, πολύτως «παράλογη». ν πρχαν τότε παγγελματίες ναλυτς κα τεχνοκράτες τς διαχειρίσεως κρίσεων, θ εσηγονταν μόφωνα, τν συνθηκολόγηση τς λλάδας! Θ πίεζαν ν διαπραγματευθε λλάδα, κόμα κα μείζονες θνικς παραχωρήσεις, προκειμένου ν ΜΗ βγε στν Πόλεμο, ν βγε μ τ μέρος τν τότε «νικητν»: Δηλαδ το ξονα. Ετυχς, δν πρχαν τότε τέτοια golden boys, ποὺ καταλαβαίνουν τὶς τεχνικὲς παραμέτρους τοῦ προβλήματος, ἀλλὰ συχνὰ δὲν καταλαβαίνουν τὴν φύση του καὶ τὴν δυναμικὴ τῶν βασικῶν μεγεθῶν του. Κι ἔτσι ἡ Ἑλλάδα δὲν πῆγε μὲ τοὺς «νικητές», ἀντιστάθηκε στοὺς «νικητές», ὑπέφερε τὰ πάνδεινα τὰ ἑπόμενα δέκα χρόνια, ἀλλὰ κατάφερε νὰ βγεῖ κερδισμένη ἀπὸ τὸν Πόλεμο.
λλάδα πγε μ τος τελικος νικητς το Πολέμου, γιατί πέλεξε ν ντισταθε στος «νικητς» τς στιγμς, τν ρα πο ξέσπαγε Πόλεμος.
Δν ταν πολογισμο σχύος, δν ταν κάποια σπάνια διορατικότητα, ταν προτάγματα λευθερίας πο καθόρισαν τὴν στάση της. Ἂς μεταφερθοῦμε, τώρα ἕνα χρόνο ἀργότερα. Μετὰ ἀπὸ τὴν νικηφόρα προέλαση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ στὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, καὶ τὴν ταπείνωση τῆς Μουσολινικῆς Ἰταλίας, ἡ Ἑλλάδα ὑφίσταται τὴν ἐπίθεση τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὰ βόρεια σύνορά της, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, καὶ ὑποκύπτει. Βρίσκεται πλέον ὑπὸ τριπλῆ κατοχή. Κι ὅμως, ἕξη μῆνες ἀργότερα ξεσηκώνεται ἕνα ἀνεπανάληπτο κίνημα Ἐθνικῆς Ἀντίστασης, ποὺ ἀγκαλιάζει τότε ὁλόκληρο τὸν Ἑλληνικὸ χῶρο. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ ἐλεγχόμενος ἀπὸ τὶς κατοχικὲς δυνάμεις ἐπίσημος τύπος ἐπιχειρεῖ νὰ κάμψει τὸ ἀντιστασιακὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

Ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ παρακολουθήσoυμε σήμερα, τὰ δημοσιεύματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης:
«Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς Ἕλληνες», διαβάζουμε στὶς στῆλες τῶν τότε ἐφημερίδων, μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς.
«Θλιβόμεθα καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὴν κατοχὴν τῆς προσφιλοῦς ἡμῶν πατρίδος. Πλὴν κατανοοῦμεν ὅτι ὁ σήμερον διεξαγόμενος Πόλεμος θὰ κριθεῖ ἐκτὸς Ἑλλάδος. – Εἴτε οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Σύμμαχοι τvν θὰ νικήσωσιν εἰς τὸν Πόλεμον αὐτόν, ὁπότε πᾶσα «ἀντίστασις» ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ματαία. – Εἴτε οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Σύμμαχοί των θὰ χάσουν τὸν Πόλεμο, ὅποτε πᾶσα «ἀντίστασις» εἶναι περιττή. Εἴτε οἱ Γερμανοὶ θὰ νικήσουν καὶ δὲν θὰ φύγουν ποτέ, εἴτε θὰ χάσουν καὶ θὰ φύγουν ἔτσι κι ἀλλιῶς. Ὁπότε, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ἡ λεγόμενη «Ἀντίστασις» ἐν Ἑλλάδι, εἴτε εἶναι ματαία εἴτε εἶναι περιττή. Καὶ μόνον θερμοκέφαλοι ἢ πράκτορες ξένων δυνάμεων προσπαθοῦν νὰ παρασύρουν τὴν ἀφρόκρεμα τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας εἰς παράφρονας πράξεις καταστροφῆς καὶ ὀλέθρου».
Αὐτὰ ἔγραφαν τότε, ἀπὸ τὶς στῆλες τοῦ ἐλεγχομένου τύπου, οἱ κονδυλοφόροι τῶν κατοχικῶν κυβερνήσεων καὶ τὰ «παπαγαλάκια» τῶν κατοχικῶν ἀρχῶν. Προσπαθῆστε νὰ δεῖτε αὐτὴ τὴν προπαγάνδα, ὄχι μὲ τὰ μάτια τοῦ σήμερα, ὄχι μὲ τὴν γνώση τοῦ τί ἔγινε ἀργότερα, ἀλλὰ μὲ τὰ μάτι τοῦ τότε. Παρατηρεστε τι προπαγάνδα ατ λογικ ταν «τετράγωνη», δν μπαζε π πουθενά. ποταγή, παθητικότητα, καιροσκοπισμς κα μοιρολατρία ἔμοιαζαν τότε πολύτως ρθολογικ θεμελιωμένες. Ἡ Ἀντίσταση ἔμοιαζε ἀπολύτως «παράλογη» καὶ «τυχοδιωκτική». Ετυχς, μως, λληνικς λας δν κουσε τότε «τὴν φων τς λογικς», λλ τὴν φων τς καρδις κα το φρονήματός του. Ετυχς, δν προσχώρησε στὴν «λογική της ποταγς», λλ «παρασύρθηκε» π τ προτάγματα λευθερίας κι ντίστασης. Σήμερα εἴμαστε ὅλοι ὑπερήφανοι γιὰ τὴν «παράλογη» ἐκείνη ἀντίσταση τῶν πατεράδων καὶ τῶν παππούδων μας. Κι ἀντιμετωπίζουμε μὲ περιφρόνηση τὴν «τετράγωνη λογικὴ» τῶν ἐντεταλμένων κονδυλοφόρων τῆς Κατοχῆς. Εἶναι, ἄραγε, σφάλμα νὰ ὑπολογίζει κανεὶς προσεκτικά τοὺς συσχετισμοὺς ἰσχύος; Εἶναι λάθος νὰ ἐπιλέγει κανεὶς τὴν πολιτικὴ ποὺ ἐλαχιστοποιεῖ τὶς ζημιὲς σὲ μία κρίση; Ἄραγε, δὲν εἶναι σωστό, δὲν τὸ ἀκοῦμε τόσο συχνὰ τριγύρω μας, δὲν τὸ ἐπαναλαμβάνουμε συνεχῶς κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ὅτι στὰ μεγάλα θέματα πολιτικῆς πρέπει νὰ ἀποφασίζουμε μὲ τὸ μυαλὸ κι ὄχι μὲ τὸ συναίσθημα; – Ὅμως, τί θὰ πεῖ αὐτό; – Ἀλήθεια τί θὰ πεῖ νὰ «νὰ ὑποτάσσουμε τὸ συναίσθημα στὴν λογική»; Ἀκόμα καὶ τὴν λογική τῆς ὑποταγῆς; Μόνο λογικὴ ἔχουν οἱ ἠλεκτρονικοὶ ὑπολογιστές! Αὐτοί, ἂν τοὺς προγραμματίσεις σωστά, μποροῦν νὰ μεγιστοποιοῦν τὸ ὄφελος, δεδομένων τῶν περιορισμῶν ποὺ τοὺς τίθενται κάθε φορά, καὶ νὰ ἀποφασίζουν τὸ μικρότερο κακό. λλ ο νθρώπινες κοινωνίες δν εναι δίκτυα λεκτρονικν πολογιστν. χουν νο, λλ χουν κα καρδιά, διαθέτουν σκέψη, λλ χουν κα κάτι πο ΔΕΝ χουν ο πολογιστές: Συναισθηματικ νοημοσύνη. Ἔχουν φόβους, ἔχουν ἐλπίδες, ἔχουν ὄνειρα, ἔχουν προσδοκίες, γιὰ τοὺς ἴδιους καὶ τὰ παιδιά τους, ἔχουν ἀξίες, ἔχουν αἰσθητική, ἔχουν ἐλαττώματα, ἔχουν μικρότητες, ἔχουν κι ἀρετές, ἔχουν σύνδρομα αὐτοκαταστροφῆς, ἀλλὰ κι ἐξάρσεις αὐτοθυσίας. Πς μπορον ν προγραμματιστον γραμμικ λες ατς ο νθρώπινες διότητες κα ν μπον σ μία μήτρα πολογιστικς βελτιστοποιήσεως; Οἱ ἀνθρώπινες κοινωνίες θὰ ἀποφασίζουν πάντα καὶ μὲ τὸ συναίσθημα. Ἰδιαίτερα σὲ συνθῆκες ὑπερτάτης κρίσεως, θὰ ἀποφασίζουν κυρίως μὲ τὸ συναίσθημα. Ἀλλιῶς θὰ χάσουν τὴν ἀνθρωπιά τους. ν φαιρέσετε τς ξίες, τ προτάγματα, τος φόβους, τς φιλοδοξίες κα τν ασθητική, δν μένει τίποτε «νθρώπινο» π μία κοινωνία. Οἱ ἀνθρώπινες κοινωνίες θὰ ἀποφασίζουν πάντα – σὲ κρίσιμες στιγμὲς – μὲ τὸ συναίσθημα. Καὶ θὰ ἀποφασίζουν σωστά, ἂν ἐλέγχουν τὸ συναίσθημα μὲ τὴν λογική τους. Ὄχι ἂν ὑποτάσσουν τὸ συναίσθημα στὴν λογική τους. ταν Λογικ λέγχει τ συναίσθημα, ταν χαλιναγωγε τς νστικτώδεις ντιδράσεις, τότε ξανθρωπίζεται κοινωνία. μως, ταν λογικ ποτάσσει τ συναίσθημα, τότε κοινωνία χάνει τν νθρωπιά της. Τὰ ἰδεολογικὰ προτάγματα εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ἡ λογικὴ – ἢ μᾶλλον ἡ ἰδεολογικὴ ἐπεξεργασία – τῶν συλλογικῶν συναισθηματικῶν ἀντιδράσεων μιᾶς κοινωνίας σὲ δύσκολες στιγμές, ὥστε ν μ κυριαρχήσει φόβος, τ μίσος, παράνοια. Ἀλλὰ ἀρχὲς καὶ ἀξίες, ποὺ διασώζουν μία κοινωνία καὶ τὴν ἀνθρωπιά της.
Τὰ ἰδεολογικὰ προτάγματα Ἐλευθερίας εἶναι οἱ ἁρμοὶ μὲ τοὺς ὁποίους οἰκοδομήθηκε αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε σύγχρονος Πολιτισμός. Στὴν Δύση κι ὄχι μόνο… Κι αὐτὸ δὲν εἶναι ἄρνηση τῆς Λογικῆς. Εἶναι μία ἄλλη Λογική. Ὄχι ἡ λογικὴ τῆς καθημερινότητας. Ὄχι ἡ λογικὴ ὑπὸ «κανονικὲς συνθῆκες»… Εἶναι ἡ Λογικὴ σὲ ἀκραῖες καταστάσεις μεγάλων κρίσεων, μεγάλων στιγμῶν, ὅταν οἱ κοινωνίες ἀντιμετωπίζουν προβλήματα ἐπιβιώσεως. Ὅταν δὲν μετρᾶνε οἱ λεπτὲς ἰσορροπίες καὶ οἱ περίτεχνες ἐξισορροπήσεις. Ὅταν μετρᾶνε τὰ μεγάλα ἅλματα καὶ οἱ μεγάλες ὑπερβάσεις – τῆς μικρότητας, τῆς ἀτομικότητας, τῆς καθημερινότητας. Ὅταν ὁ Ἄνθρωπος ἀναμετρᾶται μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ξεπερνᾶ. Ὅταν ἀναμετρᾶται μὲ τὴν μοίρα του καὶ τὴν ὑποτάσσει στὴν θέλησή του. Ὅταν διαλέγει τὴν Ἐλευθερία του καὶ τὴν πραγματώνει, ἀκόμα κι ἂν αὐτή του τὴν ἐπιλογὴ τὴν πληρώνει ἀκριβά. Τὰ προτάγματα Ἐλευθερίας εἶναι ἡ ὑπέρτατη Λογικὴ ποὺ ἐπιλέγει μία κοινωνία στὶς μεγάλες, στὶς δύσκολες στιγμές της. Ὅπως ἀκριβῶς στὶς κλίμακες τῶν ὑποατομικῶν σωματιδίων παύει νὰ ἰσχύει ἡ Νευτώνεια Φυσικὴ καὶ ἰσχύει μία ἄλλη Φυσικὴ – ἡ Κβαντική. Ὅπως ἀκριβῶς στὶς κλίμακες τῶν μεγάλων γαλαξιακῶν μαζῶν καὶ τῶν ὑψηλῶν ταχυτήτων, κοντὰ στὴν ταχύτητα τοῦ φωτός, ἐπίσης παύει νὰ ἰσχύει ἡ Νευτώνεια Φυσικὴ καὶ ἰσχύει ἡ Γενικὴ Σχετικότητα τοῦ καμπυλωμένου χωροχρόνου. Ἔτσι ἀκριβῶς, στὶς μεγάλες, στὶς κρίσιμες ἱστορικὲς στιγμὲς τῶν λαῶν, παύουν νὰ ἰσχύουν οἱ προσεκτικοὶ ὑπολογισμοὶ ἰσχύος, ἐξισορρόπησης συσχετισμῶν καὶ ἐλαχιστοποίησης ζημιῶν, καὶ ἰσχύει μία ἄλλη λογική: Ἐκείνη ποὺ ὑπαγορεύουν τὰ προτάγματα Ἐλευθερίας. Εἶναι οἱ στιγμὲς ποὺ κάθε λαὸς κάνει τὸ ἀναπάντεχο ἅλμα, ἀνάμεσα στὶς συμβατότητες τῆς καθημερινότητάς του καὶ τὶς παρακαταθῆκες τῆς Ἱστορίας του. Ἀλλάζει κώδικα Λογικῆς. Δὲν γίνεται «παράλογος». Ἀλλάζει κανόνες συμπεριφορᾶς. Δὲν γίνεται «παρανοϊκός». Ἀνακαλύπτει τὸν ἑαυτό του. Δὲν «χάνει τὸ μυαλό του».

Εἴθε ποτὲ νὰ μὴ ξανα-χρειαστεῖ νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν πολὺ βολικὴ θαλπωρὴ τῆς καθημερινότητάς μας. Εἴθε ποτὲ νὰ μὴ ξανα-χρειαστεῖ νὰ ἀναμετρηθοῦμε μὲ τὴν Ἱστορία μας. λλ καλο-κακο, ς χουμε κάπου πρόχειρο στὴν βιβλιοθήκη μας τ ποίημα το δυσσέα λύτη: «σμα ρωϊκ κα πένθιμο γι τ χαμένο νθυπολοχαγ τς λβανίας»: Τ ποίημα ατ τελειώνει μ τ συγκλονιστικ στίχο, τὴν στιγμ πο ξεψυχάει ρωας:

Τώρα χτυπάει πι γρήγορα τνειρο μς στ αμα
Το κόσμου πι σωστ στιγμ σημαίνει:
λευθερία, λληνες, μς στ σκοτειν δείχνουν τ δρόμο:
EΛEYΘEPIA … Το κόσμου πι σωστ στιγμ σημαίνει! …
Μακρι χτυπον καμπάνες π κρύσταλλο
Αριο, αριο, αριο: τ Πάσχα το Θεο!

Ο στίχοι ατο το Νομπελίστα ποιητ μας, δν χουν τίποτε τ «ρθολογικ» χουν μως, προτάγματα λευθερίας, χουν λήθεια, χουν μεγαλοσύνη, χουν λα ατ πο φτιάχνουν Πολιτισμό. Καὶ σᾶς ἀγγίζουν, ἐπειδὴ δὲν ὑποτάξατε τὰ αἰσθήματά σας στὴν λογική σας, ἐπειδὴ εἶστε ἄνθρωποι, ὄχι ὑπολογιστικὲς συσκευές, ἐπειδὴ ἔχετε ψυχή, ἔχετε καρδιά, ἔχετε συναισθήματα, ἔχετε αἰσθητική.
Κι ὅσο ἔτσι εἶστε κι ἔτσι ἀντιδρᾶτε, τὸ Πνεῦμα ποὺ ἐκεῖνοι πότισαν μὲ τὸ αἷμα τους, Ζεῖ.
Ὁ πολιτισμὸς ποὺ ἐκεῖνοι μπολίασαν μὲ τὴ θυσία τους, Ζεῖ.
Ἡ μεγάλη παράδοση ποὺ ἐκεῖνοι ἄφησαν πίσω τους, Ζεῖ. Καὶ θὰ Ζεῖ αἰώνια.

ΠΗΓΗ: «Ἀντίβαρο» (antibaro.gr)

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε