Ἄρθρα σημειωμένα ὡς συκοφαντία

ΔΡΙΜΕΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ τῆς Ι. ΕΠΑΡΧΙΑΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης γιὰ τὶς συκοφαντίες ἱερέως

 ΠΗΓΗ: Cretapost.gr 15.01.22

Σὲ ἀδιανόητες καταγγελίες προέβη ὁ ἱερέας […] ἀπὸ τὸ Ρέθυμνο σὲ ραδιοφωνική του συνέντευξη.

.                       «Στὴν πρώτη καραντίνα ἔκλεισαν τὶς ἐκκλησίες, γιατί ὑπῆρχε ἀντίτιμο. Ἀπὸ ὅ,τι γνωρίζω, κάθε Μητρόπολη πῆρε γύρω στὸ ἕνα ἑκατομμύριο εὐρώ, γιὰ νὰ κλείσει τὶς ἐκκλησίες. Πληρώθηκαν καὶ ὁ κόσμος δὲν ἔκανε Πάσχα. Πάντοτε πρέπει νὰ ὑπάρχει ἕνα ἀντίτιμο στὴν προδοσία», εἶπε μεταξὺ ἄλλων. Ἐπιπλέον ἀνέφερε πὼς «τὸ μόνο ποὺ ἔχει μείνει νὰ πεῖ πιὰ ἡ Ἐκκλησία στὸν κόσμο εἶναι “πάρτε τὸ τσιπάκι” καὶ προσκυνῆστε τὸν Ἀντίχριστο».
.                Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ταράσσει τὰ νερὰ ὁ ἱερέας, καθὼς παλαιότερα εἶχε παραπεμφθεῖ στὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοσύνη. Ὁ λόγος ἦταν ὅτι ἀρνοῦνταν κατηγορηματικὰ νὰ μνημονεύσει κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας τὸ ὄνομα τοῦ τότε Ἐπισκόπου Ρεθύμνης καὶ Αὐλοποτάμου κ. Εὐγενίου καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης.
.                    Μάλιστα πρόκειται γιὰ τὸν ἴδιο ἱερωμένο ὁ ὁποῖος ἔκανε καὶ κήρυγμα κατὰ τῆς μάσκας στὸ 5ο Νηπιαγωγεῖο τοῦ Ρεθύμνου, συνελήφθη στὸ πλαίσιο τοῦ αὐτοφώρου καὶ καταδικάστηκε σὲ ἐννέα μῆνες μὲ τριετῆἀναστολή.
.                    Σφοδρὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης τονίζοντας ρητὰ καὶκατηγορηματικὰ ὅτι «γιὰ τὶς ἐν λόγῳ ἀναληθεῖς καὶ ἀπαράδεκτες ἀναφορὲς καὶ γιὰ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἐν λόγω κληρικοῦ, θὰ ἀκολουθηθοῦν τὰ προβλεπόμενα ἀπὸ τὰ ἁρμόδια Ἐκκλησιαστικὰ Ὄργανα».

Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης

.                      Ἡ Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, ἐξ ἀφορμῆς πρόσφατης ἀνυπόστατης καί ἐξόχως συκοφαντικῆς δημόσιας ἀναφορᾶς κληρικοῦ τῆς Κρήτης, περί οἰκονομικῆς συναλλαγῆς τῆς Ἐκκλησίας μέ τό Κράτος, γιά τό κλείσιμο τῶν Ἱερῶν Ναῶν κατά τήν περίοδο τῆς πανδημίας, διαψεύδει κατηγορηματικά τίς ἐν λόγῳ ἀναληθεῖς καί ἀπαράδεκτες ἀναφορές καί καθιστᾶ σαφές ὅτι, γιά τή συμπεριφορά τοῦ ἐν λόγῳ κληρικοῦ, θά ἀκολουθηθοῦν τά προβλεπόμενα ἀπό τά ἁρμόδια Ἐκκλησιαστικά Ὄργανα.
.                        Ἡ Ἐκκλησία Κρήτης καλεῖ, γιά ἄλλη μία φορά, ὅλους τούς ἀνθρώπους νά μήν παρασύρονται ἀπό ἀναληθεῖς, ἀνυπόστατες καί ἀνεύθυνες φῆμες καί τοποθετήσεις, μέ ἀναφορά στήν πανδημία καί τούς τρόπους ἀντιμετώπισής της, οἱ ὁποῖες δημιουργοῦν σύγχυση καί διχασμό, εἰς βάρος τῆς ὑγείας τῶν ἀνθρώπων.
.                 Ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης γιά τά θέματα τῆς πανδημίας εἶναι γνωστή, ἔχει δέ ὑπεύθυνα ἐκφρασθεῖ πολλές φορές καί διατυπώνεται μόνον ἀπό τήν Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης.

, ,

Σχολιάστε

ΘΛΙΨΗ καὶ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ

ΘΛΙΨΗ καὶ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ

Ψαλμὸς ΡΙΘ´ (119)

   .             Τὸν Ψαλμὸ αὐτὸ ἀναπέμπει στὸ Θεὸ ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ποὺ βρίσκεται αἰχμάλωτος στὴ Βαβυλώνα. Εἶναι αἰχμάλωτος, διότι εἶχε ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεὸ τῶν πατέρων του. Ὁ αἰχμάλωτος λοιπὸν λαὸς ἀνησυχεῖ καὶ λυπεῖται διότι παρατείνεται ἡ δουλεία του, καὶ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου» (στίχ. 1). Ζώντας ὁ εὐ­σεβὴς Ἰσραηλίτης μέσα στὴ θλίψη τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῆς κακοπαθείας, συν­αισθάνεται τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ ἀ­φήνει κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του. Μιᾶς ψυχῆς κυριευμένης ἀπὸ πόνο, συντριβὴ καὶ ἀγωνία. Ἀφήνει κραυγὴ πρὸς τὸν μόνο Δυνατό, νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴ στυγνὴ τυραννία τῶν Βαβυλωνίων.
.             Ὤ! ἡ θλίψη! Στενοχωρεῖ καὶ πιέζει τὴν ψυχή. Ἀλλὰ εἶναι εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, «ἐπειδὴ συμμαζώνουσα τὸν νοῦν ἀπὸ τὰ ἔξω τοῦ κόσμου πρά­γματα καὶ συνθλίβουσα κατὰ τὸ ὄνομά της, ἤτοι συσφίγγουσα, καθὼς καὶ τὸ σωληνάρι συσφίγγει τὸ νερόν, κάμνει αὐτόν, ἤτοι τὸν νοῦν, νὰ ἀναβαίνῃ εἰς τὸν οὐρανόν»1. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ τὸ ἑξῆς παράδειγμα: Ὅπως τὰ νερά, ὅταν κυλοῦν σὲ πλατιὰ κοίτη καὶ ἔχουν ἄνεση καὶ κάθε εὐρυχωρία, δὲν ἀνεβαίνουν ψηλά· ὅταν ὅμως τὰ περιορίσουν καὶ τὰ πιέσουν ἀπὸ κάτω μὲ τὰ μηχανήματά τους οἱ ὑδραυλικοί, ἐξακοντίζονται στὰ ὕψη ταχύτερα καὶ ἀπὸ βέλος λόγῳ τῆς πιέσεως, ἔτσι καὶ ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου· ὅσο βρίσκεται σὲ ἄνεση, σκορπίζεται καὶ τρέχει ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅταν ὅμως τὴν πιέσει δυνατὰ καὶ τὴν στενοχωρήσει κάποια θλίψη καὶ ἀγωνία, ἀναπέμπει πρὸς τὰ ὕψη προσ­ευχὴ ἁγία καὶ θερμή. Καὶ γιὰ νὰ πεισθεῖς ὅτι εἰσακούονται οἱ προσευχὲς ποὺ γί­νονται μέσα στὴ θλίψη, ἄκουσε τί λέγει ὁ προφήτης: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα καὶ εἰσήκουσέ μου»2. Ἀλλοῦ πάλι ὁ Δαβίδ, γιὰ νὰ φανερώσει τὸ κέρδος καὶ τὴν ψυχικὴ ἀνακούφιση ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴ θλίψη, ἔλεγε· «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με» (Ψαλμ. δ´ 1)· Κύριε, ὅταν βρέθηκα μέσα στὴ θλίψη καὶ στενοχώρια, μὲ παρηγόρησες χαρίζον­τας ἀνακούφιση στὴν πιεσμένη καρδιά μου. Ἀλλὰ καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀναφωνεῖ: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου» (Ἡσ. κϛ´ [26] 16)· στὴ θλίψη Σὲ θυμήθηκα!
.             Ἑπομένως, ὅπως οἱ τότε αἰχμάλωτοι λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τους ἔχασαν τὴν ἐλευθερία τους καὶ τώρα δοκίμαζαν θλίψη μεγάλη στὴ Βαβυλώνα, κατὰ παρόμοιο τρόπο, ὅταν καὶ σὲ μᾶς συμβεῖ κάποια θλίψη εἴτε ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὴν κακότητα τοῦ Πονηροῦ, εἴτε ἀπὸ κάποια ἀρρώστια, ἂς μὴ γογγύζουμε· οὔτε νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο ὅτι εἶναι αἴτιοι τῆς θλίψεώς μας, ἀλλὰ νὰ ἀνακρίνουμε τὸν ἑαυτό μας μήπως ἡ θλίψη εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Καὶ κυρίως νὰ στρεφόμαστε πρὸς τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ μὲ θερμὴ προσευχὴ ἱκεσίας. Καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν»· δηλαδή, ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ θλίψη ποὺ μοῦ παρεχώρησε καὶ γιὰ ὅ,τι ἄλλο τυχὸν ἐπακολουθήσει. Ἂν μὲ τέτοια εὐχαριστιακὴ διάθεση ἀπευθυνόμαστε στὸν ἅγιο Θεό, ἂς γνωρίζουμε ὅτι ἡ ὅποια θλίψη ἔχει νὰ μᾶς προσφέρει πολὺ μεγάλο κέρδος. Στὴ θλίψη οἱ προσευχὲς εἶναι καθαρότερες καὶ ἡ συμπάθεια τοῦ Θεοῦ μεγαλύτερη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεβοῦμε στὸν οὐρανὸ ἀκολουθώντας τὴν ἄνετη καὶ χωρὶς λύπες καὶ δοκιμασίες ζωὴ τοῦ κόσμου.
.             Στὴ συνέχεια ὁ Ψαλμωδὸς παρακαλεῖ τὸν Θεό: «Ρῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας» (στίχ. 2)· γλύτωσε τὴν ψυχή μου ἀπὸ ἄδικα καὶ συκοφαντικὰ χείλη καὶ ἀπὸ γλώσσα ποὺ στήνει δολοπλοκίες. Χείλη ἄδικα ἦταν τὰ χείλη τῶν Βαβυλωνίων, κατὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, διότι προσέφεραν λατρεία στὰ εἴδωλα. Ἡ ἴδια γλώσσα, συνεχίζει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, πρέπει νὰ θεωρηθεῖ καὶ ὡς δολία, ἐπειδὴ δὲν λέει τίποτε ὀρθὸ σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο Θεό. Ὅμως χείλη ἄδικα καὶ δόλια εἶναι καὶ ἐκεῖνα τῶν συκοφαντῶν καὶ γενικῶς τῶν παρανόμων καὶ ὅλων ὅσοι ἐπιβουλεύον­ται τὴ ζωή, τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψη τῶν ἄλλων.
.             Πρόσεξε, διδάσκει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· ἐδῶ εἶναι φανερὴ ἡ εὐαγγελικὴ ἐκείνη προτροπή, «προσευχηθεῖτε καὶ παρακαλεῖτε τὸν Θεὸ νὰ σᾶς προφυλάξει γιὰ νὰ μὴν πέσετε σὲ πειρασμό» (Λουκ. κβ΄ [22] 40). Διότι τίποτε δὲν εἶναι ὅμοιο μὲ αὐτὸ τὸν πειρασμό, τὸ νὰ συναντήσεις δηλαδὴ ὕπουλο ἄνθρωπο. Ὁ ὕπουλος ἄνθρωπος εἶναι φοβερότερος καὶ ἀπὸ τὸ θηρίο. Διότι τὸ θηρίο εἶναι αὐτὸ ποὺ φαίνεται· ἐνῶ ὁ ὕπουλος καὶ δολερὸς ἄνθρωπος ἀποκρύπτει τὸ δηλητήριό του μὲ τὸ πρόσχημα τῆς καλοσύνης (…). Κυρίως δέ, προσθέτει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὀνομάσει ἄδικα τὰ χείλη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βλάπτουν τὴν ἀρετὴ καὶ ὁδηγοῦν στὴν κακία3.
.             «Πληγώνει τὴν καρδίαν ὡς ὀξὺ καὶ φαρ­μακερὸν ὄργανον ἡ δολία γλῶσσα», παρατηρεῖ ὁ Π. Ν. Τρεμπέλας. «Διότι, ἀφοῦ διὰ λόγων φιλικῶν καὶ κολακευ­τικῶν ἑλκυσθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ πληττομένου, εἰς ὥραν ποὺ αὐτὸς εἶναι ἀμέριμνος καὶ μόνον ἐκδηλώσεις ἀγάπης καὶ φιλίας περιμένει ἐκ μέρους τοῦ καιροφυλακτοῦντος νὰ τὸν κτυπήσῃ, δέχεται αἰφνιδίως τὸ ὀδυνηρὸν καὶ δηλητηριῶδες κτύπημα», τὸ ὁποῖο «εἶναι καὶ φαρμακερόν, διότι συνοδεύεται ἀπὸ ἄτιμον προδοσίαν»4.
.             Ἦταν πολὺ φυσικὸ ὁ εὐσεβὴς αἰχμάλωτος Ἰσραηλίτης ἐπάνω στὸν πόνο καὶ τὴν ἀπελπισία του νὰ καταφύγει στὸ Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ἱκετεύσει: «Κύριε, ρῦσαι με ἀπὸ χειλέων ἀδίκων καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας». Διότι μόνο ὁ Θεὸς ἐλέγχει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ μόνο Αὐτὸς μπορεῖ, ὅταν θέλει, νὰ χαλιναγωγήσει καὶ νὰ ἐλέγξει τὴ γλώσσα τους. Ὁ Ψαλμωδός, ποὺ ἐμίσησε καὶ σιχάθηκε κάθε ἀδικία (βλ. Ψαλ. ριη΄ [118] 163), εἶναι φυσικὸ νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν φυλάξει ἀπὸ τὴ δολιότητα τῶν ἄλλων καὶ τὶς φοβερὲς συνέπειές της.

 1. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Νέα Κλῖμαξ, ἐκδ. Σωτ. Ν. Σχοινᾶ, ἐν Βόλῳ 1956, σελ. 32.
2. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Περί Ἀκαταλήπτου Λόγ. Ε΄, PG 48, 744.
3. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ψαλ. ριθ΄ [119], PG 55, 340.
4. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μετὰ συντόμου ἑρμηνείας, τόμ. 10ος: Ψαλμοί, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 20025, σελ. 511.

 

ΠΗΓΗ: osotir.org

 

, , , ,

Σχολιάστε

Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ (π. Μωυσῆς Ἁγιορ.)

συκοφαντία

Γράφει ὁ Μοναχὸς Μωυσῆς Ἁγιορείτης

.             Ὁ συκοφάντης εἶναι δεινὸς ψεύτης, κακὸς ἄνθρωπος, δόλιος καὶ ζηλόφθονος. Πρόκειται γιὰ πρόσωπο δειλό, διαστροφικὸ καὶ ἀκαλλιέργητο. Ἔχει ἐπιπολαιότητα, ρηχότητα, μετριότητα καὶ περιέργεια.
.             Ἡ ἐμπάθεια, ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ ἔπαρση καὶ ἡ ὑστεροβουλία τὸν χαρακτηρίζουν. Δὲν πτοεῖται νὰ σπιλώσει, νὰ ἀτιμάσει, νὰ καταρρακώσει τὸν ὑποτιθέμενο ἐχθρό του. Ἱκανοποιεῖται μὲ τὸν διασυρμὸ τοῦ ἄλλου καὶ τὴ διαπόμπευσή του. Διακατέχεται ἀπὸ ἀπάνθρωπα καὶ θηριώδη ἔνστικτα. Τὸ πάθος τὸν μεθᾶ, τὸν θολώνει, τὸν εὐχαριστεῖ, τὸν μαγεύει.
.             Οἱ συκοφάντες χαίρονται ἰδιαίτερα ὅταν βρίσκουν ἀκροατὲς καὶ ἀναγνῶστες τῶν ψευδῶν τους καὶ μεταφορεῖς τῶν φαντασιῶν τους. Παγιδεύουν ἀπρόσεκτους καὶ ἀδαεῖς φίλους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι καθόλου δύσκολο αὔριο νὰ διασύρουν κι αὐτοὺς γιὰ νὰ διαδώσουν ἀνυπόστατες κατηγορίες. Ἡ συκοφαντία εἶναι χειρότερη τῆς κατηγορίας, γιατί ἐσκεμμένα χρησιμοποιεῖ τὸ ψεῦδος ἐναντίον ἄλλου. Ἡ ἐμπάθεια τοῦ συκοφάντη εἶναι φοβερή. Συνεργάζονται τὸ μίσος καὶ ἡ κακία, ἡ ζήλεια καὶ ὁ φθόνος, ἡ ἐχθρότητα καὶ ἡ ἀπάτη. Φυσικὰ δὲν παραδέχεται τὸ ἁμάρτημά του. Ὑποκρίνεται χυδαία, κάνει μάλιστα καὶ τὸν φίλο στὸν συκοφαντούμενο, γιὰ νὰ μὴν ὑποψιαστεῖ ἀπὸ κανέναν. Μπορεῖ μία ἁπλὴ συκοφαντία νὰ ξεκινήσει ἀπὸ ἕναν ἀστεϊσμό, ἀλλὰ νὰ καταλήξει σὲ φοβερὴ περιπέτεια. Ὁ ἀθῶος ἀδικεῖται, περιπαίζεται, ταλαιπωρεῖται, δὲν γνωρίζει τί νὰ κάνει.
.             Οἱ συκοφάντες εἶναι ἄδικοι, ἀδίστακτοι, ἀπεχθεῖς, θηρία ἀνήμερα, δηλητηριώδη φίδια, ἐπικίνδυνοι σκορπιοί. Οἱ διαδίδοντες ἀνόητα τὶς συκοφαντίες συμμετέχουν τοῦ θανάσιμου ἁμαρτήματος. Μερικὲς φορὲς οἱ δεινοὶ συκοφάντες εἶναι πρόσωπα ὑπεράνω πάσης ὑποψίας, ὥστε νὰ ἐνεργοῦν ἀνενόχλητοι. Εἶναι μασκοφόροι, διπρόσωποι, διχασμένοι καὶ δυστυχεῖς. Καρκινώματα τῆς κοινωνίας μὲ ὕπουλο, καταχθόνιο καὶ σκοτεινὸ ἔργο μισαδελφίας. Πρόκειται γιὰ ψυχροὺς δολιοφθορεῖς παχιᾶς, πλούσιας καὶ τρομακτικῆς ὑποκρισίας. Δυστυχῶς παραμένουν ἐπὶ ἔτη ἀμετανόητοι. Ἀπολαμβάνουν τὰ ἀξιοκατάκριτα κατορθώματά τους. Γνωρίζουν νὰ κρύβονται, νὰ δικαιολογοῦνται, νὰ καθησυχάζουν τὸν ἑαυτό τους. Ὁ δαίμονας τοὺς συμπαρίσταται.
.             Μποροῦν νὰ κοιμοῦνται ἥσυχα. Φαίνεται ἡ πώρωσή τους ἔφτασε σὲ μεγάλο βαθμό. Ὁ ἐγωισμὸς δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ διορθώσουν τὰ σοβαρὰ λάθη τους. Συνεχίζουν τὸ ἀθεόφοβο καὶ ἀφιλάνθρωπο ἔργο τους. Ὁ δαίμονας τοὺς ἔχει ξεγελάσει οἰκτρά. Τὰ θύματα τῆς συκοφαντίας εἶναι ἀξιολύπητα, ὅμως πιστεύουμε πὼς οἱ συκοφάντες εἶναι πιὸ ἀξιολύπητοι καὶ ἀξιοκατάκριτοι. Ὅταν οἱ συκοφάντες δέχονται ἀντιρρήσεις ἀπὸ τοὺς ἀκροατές τους, ποὺ ζητοῦν ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, θυμώνουν καὶ μπορεῖ νὰ καταλογογραφηθοῦν κι αὐτοὶ στοὺς πρὸς συκοφαντία.
.             Θὰ πρέπει νὰ αὐξηθοῦν αὐτοὶ ποὺ ἀντιδροῦν. Ἡ κοινωνία ὀφείλει νὰ ἀπομονώσει τοὺς ἀνθρωποφάγους συκοφάντες. Ἀξίζει ἐπίσης ἡ συμπαράσταση στοὺς ἀποδεδειγμένα ἀθώους συκοφαντούμενους, ποὺ ἔχουν μεγάλη τὴν ἀνάγκη ἀπὸ ἀληθινὴ παρηγοριά. Μὴ παρασύρεται κανεὶς εὔκολα ἀπὸ τὰ ἀπατηλὰ λόγια τῶν πονηρῶν συκοφαντῶν. Ἂς εἶναι ἀρκετὰ ἐπιφυλακτικὸς μαζί τους. Ὁ πνευματικὸς νόμος συνεχίζει νὰ λειτουργεῖ: Ὅ,τι ἔκανες θὰ πάθεις. Μερικὲς φορὲς καὶ χειρότερα. Δὲν εὐχόμεθα αὐτό, ἀλλὰ τὴν ἄμεση μετάνοια τῶν ταλαίπωρων συκοφαντῶν.

ΠΗΓΗ: ἐφημ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ»

,

Σχολιάστε

ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ-ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ («ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια»)

Συκοφαντία – Βλασφημία   

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 131-133

 «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια». 
(Ματθ. θ´34 )

.        Μὲ τὴν θεραπεία τῶν δύο τυφλῶν καὶ τοῦ κωφοῦ δαιμονισμένου οἱ ὄχλοι «ἐθαύμασαν λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ». Ἡ ἄμεση ὅμως ἀντίδρασι τῶν Φαρισαίων στὶς θεραπεῖες καὶ στὴν γνώμη τοῦ λαοῦ δὲν ἦταν νὰ ἀρνηθοῦν τὰ θαύματα, ἀλλὰ νὰ τὰ διαστρέψουν καὶ νὰ τὰ ἀποδώσουν στὴν ἐνέργεια τῶν δαιμονίων, λέγοντες: «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια». Πρόκειται γιὰ μία βαρυτάτη μορφὴ συκοφαντίας, ποὺ καταλήγει σὲ βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἑρμηνεία, ποὺ ἔδωσαν οἱ Φαρισαῖοι γιὰ τὰ θαύματα, ἔδειξε τὴν ψυχική τους ἀσθένεια. Ἀπεκάλυψε τὴν ὕπαρξι στὴν καρδιά τους τοῦ πονηροῦ πνεύματος.

 Συκοφαντία ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ

.        Στὰ ἅγια εὐαγγέλια ἐπανειλημμένα φαίνεται ἡ ἀντίδρασι τῶν Φαρισαίων στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅτι πολλὲς φορὲς ἑρμήνευσαν ἔτσι τὶς θεραπεῖες. Δὲν τολμοῦσαν νὰ τὶς ἀρνηθοῦν, ἀλλὰ τὶς παρερμήνευαν ἐπιδιώκοντες νὰ ἀποπροσανατολίσουν τὸν λαό, νὰ στρέψουν τὴν προσοχή του ἀπὸ τὸν Χριστό.
.        Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος παρατηρεῖ: «Οὗ τε γένοιτο ἂν ἀνοητότερον;», δηλ. μποροῦσε νὰ ὑπάρχει πιὸ ἀνόητη σκέψη ἀπὸ αὐτήν; Διότι ὁ Κύριος δὲν ἔβγαζε μόνον δαιμόνια, ἀλλὰ καὶ θεράπευε τοὺς λεπρούς, ἤγειρε τοὺς νεκρούς, ἠρεμοῦσε τὴν θάλασσα, συγχωροῦσε ἁμαρτήματα, ἐκήρυττε τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁδηγοῦσε στὸν Πατέρα Του τοὺς ἀνθρώπους. Ἀκόμη ἀγαποῦσε καὶ εὐεργετοῦσε τοὺς ἀνθρώπους, πράγμα ποὺ δὲν ἔκανε, οὔτε μπορεῖ νὰ κάνει ὁ διάβολος. Αὐτὸς διαιρεῖ, μισεῖ, ταράσσει τοὺς ἀνθρώπους. Ἔπειτα βλέπουμε σὲ ἄλλες περιπτώσεις τὸν διάβολο στὴν συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ νὰ φρίττη: «τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;» (Ματθ. η´ 29). Ἄρα βλέπουμε πὼς οἱ Φαρισαῖοι εἶναι χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Διότι ἐκεῖνοι ἀναγνωρίζουν τὴν Θεότητά Του, ἐνῶ οἱ Φαρισαῖοι τὴν ἀρνοῦνται.
.        Ἡ διαγωγὴ τῶν Φαρισαίων συνεχίζεται στοὺς αἰῶνας. Ὁ Χριστὸς βλασφημεῖται συνεχῶς. Μὲ αὐτὸ δὲν ἐννοοῦμε μόνον τοὺς ὑβριστικοὺς λόγους ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐκστομίσει ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄρνησι τῆς Θεότητός Του. Ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας σοφὸς ἄνθρωπος, ποὺ δίδαξε τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἔμαθε νὰ συμπεριφέρονται σωστὰ καὶ κοινωνικά. Μιλοῦν γιὰ μία ἐξυπνάδα τοῦ Χριστοῦ, ἢ γιὰ μεθόδους ποὺ εἶχε κατορθώσει νὰ ἀνακαλύψει καὶ μὲ αὐτὲς προσέφερε τὸ καλὸ στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἄρνησι ὅμως τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ὑποτίμησί Του στὴν τάξι τῶν κτιστῶν εἶναι ἡ μεγαλύτερη συκοφαντία, ἡ μεγαλύτερη βλασφημία ἐναντίον Του καὶ ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Χριστὸς θαυματουργοῦσε ὡς Θεάνθρωπος. Καὶ ὅταν δὲν πιστεύουμε στὴν Θεανδρικότητα τοῦ Χριστοῦ, τότε παύουμε νὰ εἴμαστε Χριστιανοί, πολῖται τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ γινόμαστε ὀπαδοὶ μιᾶς ἐπίγειας συναισθηματικῆς Θρησκείας, ποὺ ἱκανοποιεῖ τὶς ψυχολογικές μας ἀνάγκες.

 Συκοφαντία ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας

.        Ἐφ’ ὅσον πάντοτε συκοφαντεῖται ὁ Χριστός, εἶναι ἑπόμενο νὰ συκοφαντεῖται καὶ νὰ βλασφημεῖται πάντα καὶ ἡ Ἐκκλησία. Πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, μέσα στὴν ὁποία ὑπάρχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ τὴν ζωοποιεῖ, ὅ,τι λέγεται ἐναντίον της καταλήγει σὲ βλασφημία ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία «οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. ιβ´ 31).
.        Δύο εἴδη συκοφαντίας θὰ ἀναφέρουμε. Τὸ ἕνα εἶναι ὅταν ἀμφισβητοῦνται τὰ χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα χαριτώνει τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Ἑκάστῳ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον. ᾯ μὲν γάρ, διὰ τοῦ πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, ἑτέρῳ δὲ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ πνεύματι, ἄλλῳ δὲ χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ αὐτῷ πνεύματι, ἄλλῳ δὲ ἐνεργήματα δυνάμεων, ἄλλῳ δὲ Προφητεία· ἄλλῳ δὲ διακρίσεις πνευμάτων» (Α´ Κορινθ. ιβ´ 1-10). Κάθε ἕνας ἔχει τὸ ἰδιαίτερο χάρισμα ἀνάλογα μὲ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς τὴν πίστη καὶ τὸ συμφέρον, τόσο τοῦ ἴδιου ὅσο καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅποιος ἀρνεῖται τὸ χάρισμα ἑνὸς ἄλλου μέλους τῆς Ἐκκλησίας πέφτει στὸ ἁμάρτημα τῆς βλασφημίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο δίδει τὸ χάρισμα αὐτό.
.        Γενικότερα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὅποιος περιφρονεῖ τὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ (μοναχισμὸ – νοερὰ προσευχὴ) ἢ ὅποιος ἀρνεῖται ὁποιαδήποτε ἄλλη διακονία ποὺ γίνεται στὴν Ἐκκλησία, αὐτὸς δείχνει ὅτι ζεῖ μία ἀποσπασματικότητα καὶ καταφέρεται ἐναντίον τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Εἶναι δίδαγμα ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων, ὅτι ἡ ἀπολυτοποίησι τοῦ δικοῦ μας χαρίσματος, ἡ καθολικοποίησι τῆς δικῆς μας προσωπικῆς ἐμπειρίας καὶ ἡ προσπάθεια νὰ ἐπιβληθῆ ὡς καθολική, ὅταν συνοδεύεται καὶ ἀπὸ τὴν περιφρόνησι τῆς πείρας ἢ τοῦ χαρίσματος τοῦ ἄλλου, εἶναι αἵρεσι..        Ἄλλωστε, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὑπάρχει μία θαυμάσια σύζευξι μεταξὺ τῆς θεωρίας καὶ τῆς πράξεως. Ὅπως τὸ μάτι δὲν πρέπει νὰ περιφρονῆ τὸ πόδι καὶ ἀντιστρόφως, ἔτσι καὶ ἡ θεωρία δὲν μπορεῖ νὰ περιφρονῆ τὴν πρᾶξι, οὔτε ἡ πρᾶξι νὰ ἀρνῆται τὴν θεωρία. Δυστυχῶς στὸ σημεῖο αὐτὸ γίνονται πολλὰ λάθη ἀπὸ φανατισμοὺς καὶ ἔτσι διασπᾶται ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα.
.        Τὸ ἄλλο εἶδος βλασφημίας εἶναι ὅτι οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι συκοφαντοῦν διαρκῶς τὸ ἔργο ποὺ κάνει ἡ Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ νὰ τὸ θεωροῦν σωστό. Σὲ ὅλα ἔχουν νὰ προσφέρουν ἀντίλογο. Τὰ πάντα τὰ διαστρεβλώνουν. Τὴν θεωροῦν μία ἀνθρώπινη ὀργάνωσι καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἱεροὺς Κανόνες «ἐντάλματα ἀνθρώπων». Τὴν θεωροῦν κοινωνικὴ ὀργάνωσι ποὺ πρέπει νὰ καταναλίσκεται σὲ κοινωνικὴ ἐργασία. Ἔτσι ἄλλοτε κατηγοροῦν ὅτι δὲν κάνει κοινωνικὸ ἔργο, δίδοντες στὴν λέξη «κοινωνικὸ» μία ἀπνευμάτιστη ἔννοια, ἄλλοτε ἀμφισβητοῦν τὸ δικαίωμα νὰ ἀσχολεῖται μὲ κοινωνικὰ ἔργα. Αὐτὸ γίνεται σὲ πολλὲς περιπτώσεις.
.        Ἐπίσης ἄλλοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ σύγχρονη Ἐκκλησία εἶναι δαιμονισμένη, μὲ ἄλλα λόγια διατυπώνεται ἡ ἄποψι ὅτι χάλασε ἡ Ἐκκλησία. Ἔχασε τὴν ἀρχαία αἴγλη της. Παρὰ ταῦτα ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅπως ἡ φωτιὰ χωρὶς νὰ ἀλλοιώνει τὸ σίδηρο τὸ κάνει νὰ λάμπει, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία λάμπει ἀπὸ τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε τὴν πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι γιατί δὲν ἔχουμε καθαρότητα. Εμαστε μες δαιμονισμένοι κα βλέπουμε παντο δαιμόνια. Οἱ «ἀλειτούργητοι» διαρκῶς μιλοῦν καὶ συκοφαντοῦν, ἐνῶ οἱ λειτουργημένοι, οἱ ἐκκλησιαστικοποιημένοι αἰσθάνονται τὴν Ἐκκλησία ὡς «κόσμο τοῦ κόσμου», ὡς «τὴν πνευματικὴ ἐλεημοσύνη τῆς ἀνθρωπότητος».

 Συνέπειες τῆς συκοφαντίας

 .        Οἱ συνέπειες τῆς ἀρνήσεως τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἁγιότητος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι φοβερές. Ἡ μία εἶναι ὅτι ἀρνούμαστε τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ. Ἡ συνεχὴς δὲ ἄρνησι τῆς Χάριτος μᾶς πωρώνει, μᾶς νεκρώνει μὲ αἰώνιες συνέπειες. Ἀποκτοῦμε ἐθισμὸ στὴν ἄρνησι καὶ αὐτὸ συνιστᾶ τὸν πνευματικὸ θάνατο. Ἡ ἄλλη εἶναι ὅτι δημιουργεῖται μία ἐσωτερικὴ διαστροφή. Ὁ ἄνθρωπος βλέπει παντοῦ δαιμονισμένους. Θεωρεῖ ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι ἡ κόλασί του. Ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία διδάσκει ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε κόλασι τῶν ἄλλων καὶ μποροῦμε νὰ γίνουμε ὁ Παράδεισός τους.
.        Νὰ διώξουμε τὴν πονηρία. Νὰ γίνουμε ἁπλοί. Ἡ ἁπλότητα ποὺ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ταπείνωση θὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὴν βάσανο τῆς συκοφαντίας καὶ βλασφημίας.

 

, ,

Σχολιάστε

«ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ ΟΤΙ ΕΙΠΕΣ…»

«Μοῦ εἶπαν ὅτι εἶπες…»!
Τοῦ Σαράντου Καργάκου

.     Κάποτε ρώτησαν τόν Παυσανία, τόν νικητή τῶν Πλαταιῶν, ἄν εἶναι κοφτερό τό σπαθί του, κι αὐτός, Σπαρτιάτης ὤν, ἀποκρίθηκε σπαρτιατικῶς: «Ὀξύτερον διαβολῆς». Πιό ὀξύ, πιό κοφτερό κι ἀπό τή συκοφαντία, τό μεγάλο ὅπλο τῶν μικρῶν! Τήν κακοποιό καί φθοροποιό δύναμη τῆς συκοφαντίας οἱ ἀρχαῖοι εἶχαν ἐκφράσει μέ τόν ἀκόλουθο λόγο: «Καί ἄν θεραπεύση τό ἕλκος ὁ δεδηγμένος, ἡ οὐλή μένει τῆς διαβολῆς» (= Κι ἄν θεραπεύσει τήν πληγή ὁ δαγκωμένος, ἡ οὐλή τῆς συκοφαντίας μένει). Μπορεῖ ὁ Οὑγκώ παρηγορητικά νά μᾶς λέει ὅτι «ἀπό ἕναν κύκνο δέν μπορεῖ νά πέσουν παρά λευκά φτερά», ὡστόσο ἀπό παλιά ἡ συκοφαντία μποροῦσε νά «ξεπουπουλιάσει» κι ἕναν ἀετό.
.     Σήμερα, χάρη στήν πρόοδο τῆς τεχνολογίας, πού ἐνίσχυσε τό ὁπλοστάσιο τῆς συκοφαντίας μέ τό ραδιόφωνο, τήν τηλοψία καί τίς ποικίλες συσκευές τοῦ διαδικτύου, ἡ «Λάμια» αὐτή προσλαμβάνει τρομακτική ἰσχύ. Ἡ διά τοῦ Τύπου συκοφαντία ἀνήκει στό παλαιό πολεμικό ὁπλοστάσιο σάν τήν ἰταλική ἀραβίδα.
.      Πολλοί ἄνθρωποι πού τιμοῦν τή γραφή μου, συχνά μέ ἐρωτοῦν –ἰδίως σέ περιόδους ἐκρήξεως σκανδάλων– πόθεν ἡ καταγωγή τοῦ βδελύγματος πού οἱ ἀρχαῖοι ὀνόμασαν συκοφαντία. Εἰλικρινά δέν ξέρω τί νά ἀπαντήσω. Ἡ ἐπικρατοῦσα ἄποψη ὅτι προέρχεται ἀπό τό «φαίνω» (= καταγγέλλω) καί τή λέξη «σύκα», δέν εἶναι πειστική. Διότι τό νά καταγγείλεις κάποιον ὅτι ἔκανε ἐξαγωγή σύκων δέν συνιστοῦσε ἀδίκημα, ἀφοῦ κανείς νόμος δέν ἐμπόδιζε τήν τέτοια ἐξαγωγή. Διατυπώθηκε σέ νεώτερους καιρούς καί ἡ ἄποψη ὅτι συκοφάντης ἦταν αὐτός πού κατηγοροῦσε κάποιον ὅτι εἶχε ἀθέμιτες σχέσεις μέ γυναίκα (σύκο στήν ἀρχαία «ἀργκό» λεγόταν καί τό γυναικεῖο αἰδοῖο). Δέν ξέρω τί νά πῶ! Αὐτό πού μπορῶ μετά βεβαιότητας νά ὑποστηρίξω εἶναι ὅτι ὁ ὅρος ἐμφανίστηκε στήν Ἀθήνα κατά τόν 5ο αἰώνα π.Χ. πρός ὑποδήλωση τῶν διαβολέων, τῶν ὕπουλων τρωκτικῶν πού ροκάνιζαν συστηματικῶς τό δέντρο τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Ἄς περιορισθοῦμε σ’ ἕνα μόνον θύμα: τόν Σωκράτη!
.     Ὡστόσο, ἡ διά τοῦ στόματος ἐκπομπή σπερμολογιῶν, κατά τόν τύπο τοῦ «ψού-ψού», ἐξακολουθεῖ νά διατηρεῖ τήν ἰσχύ της. Εἶναι συχνότατο τό φαινόμενο νά συναντᾶς ἀνθρώπους, τούς ὁποίους οὔτε κάν γνωρίζεις, πού σοῦ δηλητηριάζουν τήν ψυχή μ’ ἐκεῖνο τό φαρμακερό καί δόλιο βέλος τῶν δειλῶν: «Μοῦ εἶπαν ὅτι εἶπες…» ἤ «Μοῦ εἶπαν ὅτι ἔγραψες…» καί ἐν συνεχεία νά σοῦ προσδιορίζουν τό ἀντικείμενο, πού συνηθέστατα εἶναι μιά ποταπή σέ περιεχόμενο πρόταση. Καί μένεις ἄναυδος ἤ ἐνεός ἀπό τό μέγεθος τῆς ἕρπουσας κακοήθειας. Τό φαινόμενο ἔχει ἐκταθεῖ τόσο πολύ ὥστε ἀκόμη καί στήν ἔντυπη δημοσιογραφία, σέ ἐφημερίδες πού εἴθισται νά ὀνομάζονται «ἔγκριτες» νά μήν κυριαρχοῦν οἱ πολιτικές ἀλλ’ οἱ παραπολιτικές στῆλες. Ἔτσι ἡ δημοσιογραφική λειτουργία ξεπέφτει σ’ ἕνα σιχαμερό κουτσομπολιό, πού κάνει πάντα σοβαρόν πολίτη νά ἐπαναλαμβάνει τόν στίχο τοῦ Κυρηναίου ποιητῆ Καλλιμάχου: «Σικχαίνω (= σιχαίνομαι) πάντα τά δημόσια»!
.     Δέν θά ὑποστηρίξουμε ὅτι ὁ πολιτικός καί κοινωνικός μας βίος εἶναι ἀνθόσπαρτος ἀγρός. Πρόσφατα γράψαμε ὅτι οἱ πολιτικοί μας εἶναι τά πιό καρποφόρα δέντρα ἀπό τόν κῆπο τῆς κόλασης. Ἀλλ’ αὐτό ἀπέχει ἀπό τό νά ἐξαπολύονται συνεχῶς δηλητηριώδη βέλη ἀπό ἐπωνύμους καί ἀνωνύμους ἤ κρυπτομένους πίσω ἀπό διάφορα ψευδώνυμα ὄχι μόνον κατά τῶν πολιτευομένων ἀλλά καί κατά παντός πού τολμᾶ νά ἔχει ἄποψη διαφορετική ἀπό αὐτή πού χαράσσουν τά εὐτελῶς καλούμενα «μήντια». Αὐτό συνιστᾶ μιά μορφή τρομοκρατίας πού κάνει πλῆθος ἐντίμων καί ἱκανῶν πολιτῶν νά μήν τολμοῦν νά ἐκφραστοῦν ἀπό τό φόβο μήπως λασπωθοῦν ἀπό μιά λασπογόνο δημοσιογραφία πού καί αὐτή ὑποχωρεῖ πρό τῶν Στάβλων τοῦ Αὐγεία τῶν νέων συστημάτων ἠλεκτρονικῆς «πληροφορήσεως». Ὑπάρχουν καί στή χώρα μας χιλιάδες ἄνθρωποι πού ψάχνουν ὁλημερίς καί ὁλονυκτίς νά βροῦν κόπρον ὡς τροφή στό διαδίκτυο!
.     Ἔτσι τά «παπαγαλάκια» τρῶνε τούς ἀετούς. Οἱ ἄνθρωποι ἀξίας, πού θά μποροῦσαν μέ τήν προσφορά τους νά δώσουν στόν τόπο ἀξία, μένουν παροπλισμένοι. Προτιμοῦν τό «ἀθορύβως ζῆν» κι ἀφήνουν τόν κοινωνικό, πνευματικό καί πολιτικό στίβο στούς ταραχοποιούς καί θορυβοποιούς.Ἔχω ὑποστεῖ –λόγω τῆς μανιάτικης ἰδιοσυγκρασίας μου- μύριες κακοήθεις ἐπιθέσεις. Ἐδήλωσα κάποτε ὅτι δέν μ’ ἐνδιαφέρει τί λένε γιά μένα, ἀρκεῖ νά μήν εἶναι ἀλήθεια. Πρόσφατα πού εἶδα τό ὄνομά μου νά «φιγουράρει» μεταξύ τῶν στενῶν συνεργατῶν τοῦ κ. Σαμαρᾶ (τόν ὁποῖον ἔχω νά συναντήσω ἐπί 8 μῆνες) ὑποχρεώθηκα ν’ ἀπαντήσω μέ μία δανεική φράση: «Νά σταματήσουν νά λένε ψέματα γιά μένα, διότι θά ὑποχρεωθῶ νά πῶ γι’ αὐτούς …ἀλήθεια»! Ὁ Ταλλεϋράνδος εἶχε πεῖ: «Ὑπάρχει κάτι πιό τσουχτερό ἀπό τή συκοφαντία· ἡ ἀλήθεια». Κι ἔχω πολλές ἀλήθειες στήν τσέπη…
.     Συνέβη ἐσχάτως σέ μία ἑσπερίδα νά μέ πλησιάσει μιά χαριτόβρυτος κυρία καί νά μοῦ πεῖ δῆθεν ἐμπιστευτικά κάτι οἰκτρό γιά πρόσωπο πού ἐκτιμῶ. Ἄκουσε ὅτι, τῆς εἶπαν, καί μοῦ ἀράδιασε μιά σειρά ρημάτων βδελυγμίας σημαντικῶν. Ὑποχρεώθηκα νά τῆς μιλήσω καυστικῶς:
– Κυρία μου, εἶπα, δέν φταίει αὐτός πού σᾶς τά εἶπε ἀλλ’ ἐσεῖς πού τόν ἀκούσατε. Ὁ μέγας Δημόκριτος συνιστοῦσε:«Καί αὐτός πού λέγει καί αὐτός πού ἀκούει ψέματα θέλουν κρέμασμα. Ὁ πρῶτος ἀπό τή γλώσσα καί ὁ δεύτερος ἀπό τ’ αὐτιά»!

Ἀλλά τότε, ποιός θά ἔμενε ξεκρέμαστος στήν Ἑλλάδα, στή χώρα πού ἡ φημολογία σπέρνει, ἡ διαβολή θερίζει καί ἡ συκοφαντία ἁλωνίζει;

ΠΗΓΗ: ἐφημ. «ΕΣΤΙΑ», 03.12.10

 

,

Σχολιάστε