Ἄρθρα σημειωμένα ὡς συγχωρητικότης

Η ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ (Ἅγ. Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ)

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Εἰρήνης Γκοραΐνωφ,
«Ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ»,
ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι, σελ. 74-77,
μτφρ. Π. Κ. Σκουτέρη, ἔκδ. τετάρτη, Ἀθῆναι 1982
Ἠλ. στοιχ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

.             Ἦταν 12 Σεπτεμβρίου 1804, ὁ πατὴρ Σεραφεὶμ ἔκοβε ξῦλα μέσ᾽ στὸ δάσος. Τρεῖς ἄνδρες τὸν πλησίασαν καὶ γεμᾶτοι ἀλαζονεία τοῦ ζήτησαν χρήματα.
–Τόσοι ἄνθρωποι ἔρχονται νὰ σὲ δοῦν. Σοῦ φέρνουν λεπτά. Πρέπει νὰ ἔχης.
–Δὲν παίρνω τίποτε ἀπὸ κανένα.
.               Τότε ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς τοῦ ρίχτηκε ἀπὸ πίσω, ἀλλὰ ἀντὶ νὰ τὸν ρίξη, ἔπεσε ὁ ἴδιος κάτω.
.               Ἀπὸ τὰ νιάτα του ὁ πατὴρ Σεραφεὶμ ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν ἀσυνήθιστη φυσική του δύναμη. Εἶχε τὸ τσεκούρι στὸ χέρι καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ἀμυνθῆ. Τοῦ ἦρθε γιὰ μιὰ πολὺ σύντομη στιγμὴ ὁ πειρασμός. Σκέφθηκε ὅμως τὸν Χριστό. Σὰν τοὺς νεαροὺς πρίγκηπες Μπόρις καὶ Γκλέμπ, αὐτοὺς ποὺ δὲν ἀντιστάθηκαν στὴ βία, προτίμησε καὶ αὐτὸς νὰ χυθῆ τὸ δικό του αἷμα, παρὰ νὰ χύση τῶν ἄλλων. Ἄφησε τὸ τσεκούρι του νὰ πέση καὶ σταυρώνοντας τὰ χέρια στὸ στῆθος του: «Κάνετε αὐτὸ ποὺ ἤλθατε νὰ κάνετε», εἶπε.
.               Ἀφοῦ μάζεψε τὸ ἐργαλεῖο ἀπὸ κάτω, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄνδρες χτύπησε τὸν ἐρημίτη στὸ κεφάλι. Αὐτὸς ἔπεσε κάτω, ἀναίσθητος καὶ τὸ αἷμα κυλοῦσε ἄφθονο ἀπὸ τὴ μύτη του, τὸ στόμα του, τ’ αὐτιά του. Συνεχίζοντας νὰ τὸν κτυπᾶνε μὲ γροθιές, μὲ κλωτσιὲς καὶ μὲ ξῦλα, τὸν ἔσυραν οἱ ἀγροῖκοι μέχρι τὸ κελλί του. Ἐκεῖ μέσ’ στὴν  εἴσοδο τὸν ἔδεσαν σφικτὰ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν ρίξουν μέσ᾽ στὸ νερό. Ἐπειδὴ ὅμως φαινόταν ἤδη πεθαμένος, τὸν ἐγκατέλειψαν, γιὰ νὰ τρέξουν γρήγορα στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἴσμπα καὶ νὰ ψάξουν γιὰ τὸ θησαυρό, τὴν ὕπαρξη τοῦ ὁποίου εἶχαν γιὰ σίγουρη. Διέλυσαν τὴ σόμπα, ἔβγαλαν τὸ πάτωμα –τὸ δωμάτιο δὲν περιεῖχε τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ μία εἰκόνα καὶ στὴ γωνιὰ τρεῖς πατάτες. Τότε κατατρομαγμένοι τὄβαλαν  στὰ πόδια.
.               Ὁ πατὴρ Σεραφεὶμ συνῆλθε καὶ μὲ πολλὴ δυσκολία ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά του. Εὐτυχῶς ἐκείνη τὴ στιγμὴ περνοῦσαν κάτι μοναχοί. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἔτρεξε νὰ εἰδοποιήση τὸν ἡγούμενο. Μὲ πολὺ μεγάλες προφυλάξεις,  μετέφεραν τὸν τραυματισμένο στὸ μοναστήρι. Ἡ ὄψη του προκαλοῦσε φόβο: μαλλιὰ καὶ γένια ἀνακατεμένα, γεμάτα σκόνη καὶ λάσπη, πρόσωπο πρησμένο, αὐτιὰ καὶ χείλη μαῦρα ἀπὸ πηγμένο αἷμα, ροῦχα ματωμένα, ποὺ κολλοῦσαν πάνω στὶς πληγές. Μὲ φωνὴ ποὺ δὲν ἦταν παρὰ μία ἄχνα, ζήτησε τὸν ἡγούμενο καὶ τὸν πνευματικό του καὶ τοὺς διηγήθηκε τί συνέβη.
.               Κανεὶς δὲν πίστευε πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιζήση. Γιὰ ὀχτὼ μέρες, ὁ πατὴρ Σεραφεὶμ δὲν μπόρεσε οὔτε νὰ πιῆ, οὔτε νὰ φάη, οὔτε νὰ κοιμηθῆ. Γιὰ νὰ κάνη τὸ χρέος του ὁ ἡγούμενος ἔστειλε στὸ Ἀρζαμάς, τὴν πιὸ γειτονικὴ πόλη, νὰ φωνάξουν γιατρούς. Οἱ γιατροὶ ἀκροάσθηκαν τὸ φτωχό, βασανισμένο σῶμα, βρῆκαν μία ρωγμὴ στὸ κρανίο, σπασμένα πλευρά, θλάση στὸ στῆθος, χωρὶς νὰ γίνη λόγος καὶ γιὰ τὰ πολλὰ τραύματα, καὶ δήλωσαν πῶς ἔπρεπε νὰ ἀφαιμάξουν τὸν ἄρρωστο. Μὲ ὅλη του τὴν καλὴ διάθεση, ὁ ἡγούμενος, ὁ πατὴρ Ἡσαΐας ἀντιτάχθηκε στὴν ἀπόφαση. Ἀρκετὸ αἷμα εἶχε χάσει ὁ δυστυχής, σκέφθηκε. Αὐτὸς ὅμως ποὺ θἄπαιρνε τὴν ἀπόφαση, θἆταν ὁ ἴδιος ὁ πατὴρ Σεραφείμ. Οἱ γιατροὶ ξαναγύρισαν στὸ κελλί.
.             Ὅσο αὐτοὶ σιγοψιθύριζαν ἀναμεταξύ τους, χρησιμοποιώντας λατινικοὺς ὅρους, καθὼς περίμεναν τὸν ἡγούμενο ποὺ θά ’ρχόταν νὰ τοὺς συναντήση, ὁ ἄρρωστος ἀποκοιμήθηκε.

Μπῆκε τότε πλημμυρισμένη ἀπὸ δόξα
ντυμένη μὲ βασιλικὸ χιτώνα, συνοδευμένη
ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη,
ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἀειπαρθένος Μαρία.
Πλησίασε τὸ στρῶμα τοῦ ἑτοιμοθάνατου
καὶ γυρίζοντας πρὸς τὴ μεριὰ τῶν γιατρῶν:
«Σὲ τί ὠφελοῦν οἱ προσπάθειές σας;» λέγει.
Ἔπειτα, ἀφοῦ κοίταξε τὸν πληγωμένο ἀσκητή,
ἐπανέλαβε κάτι ποὺ εἶχε πῆ κι ἄλλη μία φορά,
γι’ αὐτόν: Αὐτὸς εἶναι ἀπὸ τὴ δική μας γενηά!

.         Ἄνοιξε τὰ μάτια. Ἐκείνη εἶχε ἐξαφανισθῆ.
.         Ὁ πατὴρ Ἡσαΐας εἶχε μπῆ ἐν τῷ μεταξὺ μέσα στὸ κελλί. Ὁ ἐρημίτης ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ τὴ βοήθεια τῶν γιατρῶν.
.           Βρισκόταν σὲ μία κατάσταση μακαρίας ἐξάρσεως, ποὺ κράτησε περίπου τέσσερες ὧρες. Μετὰ ἠρέμησε, ἔκανε μερικὰ βήματα μέσα στὸ κελλί του καὶ πῆρε λίγη τροφή: μία μικρὴ μπουκιὰ λάχανο τουρσὶ καὶ ψωμί.
.         Ἀπ’ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἡ ὑγεία του ἔκανε σημαντικὲς προόδους. Πέντε μῆνες ἀργότερα, ζητοῦσε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τὴν εὐλογία του γιὰ νὰ ξαναγυρίση στὴ «μακρυνὴ μικρὴ ἔρημο».  Ὁ ἡγούμενος ὅμως δίσταζε. Ὁ ἐρημίτης δὲν ἦταν πιὰ ὁ ἄνδρας μὲ τὸ ἀθλητικὸ παράστημα, ὅπως ἦταν τότε ποὺ πρωτομπῆκε στὸ μοναστήρι ἐδῶ καὶ εἰκοσιέξι χρόνια. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὰ πενήντα του ἦταν ἕνα γεροντάκι σκυφτὸ ποὺ περπατοῦσε μὲ δυσκολία, στηριγμένο στὸ τσεκούρι του ἢ σ’ ἕνα μπαστούνι. Καινούργιες ἀπόπειρες μπορεῖ νὰ ξαναγίνονταν. Ὁ πατὴρ Σεραφεὶμ ἐν τούτοις ἐπέμενε. Τὸν ἄφησαν νὰ φύγη.
.                 Ἐν τῷ μεταξὺ βρέθηκαν οἱ ἔνοχοι. Ἦταν κάτι χωρικοὶ ἀπὸ ἕνα διπλανὸ χωριό, τὸ Κρέμενοκ. Ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν αὐστηρά!
.               Ὁ πατὴρ Σεραφεὶμ δὲν εἶχε ὅμως τὴν ἴδια γνώμη. «Ὅποια καὶ νἆναι ἡ προσβολή, ἔλεγε, δὲν πρέπει ποτὲ κανεὶς νὰ ἐκδικῆται. Ἀντίθετα, πρέπει νὰ συγχωρῆ τὸν ἔνοχο μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, ἀκόμη καὶ ἂν ἡ καρδιὰ ἀντιστέκεται σ’ αὐτό. Δὲν πρέπει κανεὶς νὰ κρατᾶ κατὰ τοῦ πλησίον του τὴν παραμικρὴ μνησικακία, κανένα μίσος, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ἀγαπᾶ, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ τοῦ κάνη καλό».
.           «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν»,  εἶπε ὁ Χριστὸς καὶ «προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν διωκόντων ὑμᾶς» (Ματθ. ε´ 44).
.           «Ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. ϛ´ 15). Μήπως καὶ ἐμεῖς κάθε μέρα, ὅταν ἀπαγγέλλουμε τὴν Κυριακὴ προσευχή, δὲν λέγουμε –μὲ τὸ στόμα μας μόνο, δυστυχῶς– : «Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν»;
.             Ὁ πιστὸς μαθητὴς τοῦ Κυρίου, ὁ ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος τοῦ ρωσικοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ θεωρεῖ τὴ συγγνώμη τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς ἀληθινῆς πίστεως, ὑπερασπίσθηκε λοιπὸν ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν αὐτοὺς ποὺ τοῦ ἐπετέθηκαν.
.               «Ἐὰν τοὺς κάνετε καὶ τὸ παραμικρὸ κακό, ἀπείλησε ἤρεμα, θὰ φύγω ἀπὸ τὸ Σάρωφ καὶ θὰ πάω κάπου ἀλλοῦ, ποὺ δὲν θὰ μπορῆτε νὰ μὲ βρῆτε».
.                 Οἱ ἀρχὲς συμμορφώθηκαν μὲ τὴν ἀπαίτησή του καὶ ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη ἄφησε ἀνενόχλητους τοὺς δράστες. Ἔπειτα ἀπὸ λίγο ὅμως ἡ θεία δικαιοσύνη τιμώρησε τὴ σκληροκαρδία τῶν ἐνόχων. Μία πυρκαγιὰ κατέστρεψε τὸ Κρέμενοκ καὶ οἱ καλύβες τῶν κακοποιῶν ἔγιναν παρανάλωμα τῆς φωτιᾶς. Μετανοημένοι καὶ συντετριμμένοι, ἦρθαν νὰ πέσουν στὰ πόδια αὐτοῦ ποὺ λίγο ἔλειψε νὰ δολοφονήσουν.

 

 

 

 

, ,

Σχολιάστε

«ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΣΕ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ, ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΟΣ ΕΙΣΑΙ»

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ 

Διδαχὴ Ἁγ. Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ

.           Καὶ πρῶτον, πρέπει ἀδελφοί μου, νὰ προσέχετε εἰς ὅλα τὰ νοήματα τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, διότι εἶνε ὅλα διαμάντια, θησαυρός, χαρά, εὐφροσύνη, ζωὴ αἰώνιος, καὶ περισσότερον ἐδῶ εἰς τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ πρῶτον νὰ στοχασθῶμεν τί ἔκαμεν ὁ Χριστός μας. Δὲν ἐφύλαξε μίσος καὶ ἔχθρα νὰ μὴ μεταλάβη τὸν Ἰούδαν τὸν ἐχθρόν του, ἀλλ᾿ ὅπως ἐμετάλαβε καὶ τοὺς ἕνδεκα μαθητάς, τοὺς φίλους του τοὺς καλούς, ἔτσι καὶ τὸν Ἰούδαν, τὸν ἐχθρόν του.
.           Ἦτο ἕνας ἄνθρωπος ὀνομαζόμενος Σαπρίκιος, ὁ ὁποῖος ἐνήστευε πάντοτε, προσηύχετο, ὑπάνδρευε πτωχὰς γυναίκας, ἔκτιζεν ἐκκλησίας, ποτέ του δὲν ἔβλαψεν, ἀλλ᾿ ἀγαποῦσε τὸ δίκαιον. Ἦτο καὶ ἕνας ἄλλος ὀνομαζόμενος Νικηφόρος, ὁ ὁποῖος ποτέ του καλὸν δὲν ἔκαμε, μάλιστα ἔκλεπτεν, ἀδικοῦσε τὸν κόσμον, ἐπόρνευεν, ὅλα τὰ κακὰ τὰ εἶχε κάμει. Ἤθελε δὲ νὰ φονεύση καὶ τὸν ἀδελφόν του Σαπρίκιον. Μίαν ἡμέραν στέλλει ὁ βασιλεὺς καὶ παίρνει τὸν Σαπρίκιον καὶ τοῦ λέγει: Νὰ ἀρνηθῆς τὸν Χριστὸν καὶ νὰ προσκυνήσῃς τὰ εἴδωλα. Λέγει του ὁ Σαπρίκιος: Ἐγὼ τὸν Χριστόν μου δὲν τὸν ἀρνοῦμαι ποτέ. Τὸν ἐβασάνισεν ὁ βασιλεὺς δυνατὰ καὶ ὡσὰν εἶδε πὼς δὲν εἶνε τρόπος νὰ νικήση τὴν γνώμην του, ἀπεφάσισε νὰ τὸν θανατώση. Παίρνοντάς τον λοιπὸν ὁ δήμιος νὰ τὸν ὑπάγη εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης, τὸ ἔμαθεν ὁ Νικηφόρος καὶ πηγαίνει εἰς τὸν δρόμον καὶ λέγει τοῦ Σαπρικίου: Ἐγώ, ἀδελφέ, σοῦ ἔπταισα· καὶ ἔμαθα ὅτι θὰ σὲ θανατώσουν. Διὰ τοῦτο σὲ παρακαλῶ, ἀδελφέ, νὰ μὲ συγχωρήσῃς· σοῦ ἔσφαλα. Πάλιν κύπτει ὁ Νικηφόρος καὶ τὸν παρακαλεῖ, τοῦ φιλεῖ τὰ πόδια. Ἀδελφέ, λέγει, συγχώρησόν με διὰ τὸν Θεόν. Ἀλλ᾿ ὁ ἀδελφός του δὲν τὸν συγχωρεῖ. Ἔφθασαν καὶ εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης. Τὸν παρεκάλει ὁ Νικηφόρος μετὰ δακρύων, καὶ δὲν τὸν ἐσυγχώρησε. Τοῦ λέγει πάλιν ὁ Νικηφόρος: Ἰδού, ἀδελφέ, τώρα θὰ σὲ κόψουν· διατὶ δὲν μὲ συγχωρεῖς; Ἐσὺ θὰ κολασθῆς· ἐγὼ σὲ συγχωρῶ μὲ ὅλην μου τὴν καρδίαν. Λέγει του ὁ Σαπρίκιος: Ἐγὼ δὲν σὲ συγχωρῶ ποτέ! Καὶ καθὼς ἐσήκωσεν ὁ δήμιος τὸ σπαθὶ νὰ τοῦ κόψη τὸ κεφάλι, βλέπων ὁ πανάγαθος Θεὸς τὴν κακήν του γνώμην, σηκώνει τὴν χάριν του, καὶ ἐρωτᾶ ὁ Σαπρίκιος τὸν στρατιώτην: Διατὶ θέλης νὰ μὲ φονεύσῃς; Λέγει του ὁ στρατιώτης: Καὶ δὲν τὸ ἠξεύρεις τώρα τόσον καιρόν; Διότι δὲν προσκυνᾶς τὰ εἴδωλα. Λέγει του ὁ Σαπρίκιος: Διὰ τοῦτο μὲ βασανίζεις; Ἐγὼ ἀρνοῦμαι τὸν Χριστὸν καὶ προσκυνῶ τὰ εἴδωλα! Καὶ εὐθὺς λέγοντας τὸν λόγον δὲν τὸν ἐφόνευσεν, ἀλλ᾿ ἠρνήθη τὸν Χριστὸν καὶ ὑπῆγε μὲ τὸν διάβολον. Βλέπων ὁ Νικηφόρος τοὺς Ἀγγέλους ὁποὺ ἔστεκαν μὲ ἕνα στέφανον χρυσοῦν, λέγει εἰς τὸν δήμιον: Ἐγὼ εἶμαι χριστιανὸς καὶ πιστεύω εἰς τὸν Χριστόν μου. Λέγει τοῦ Σαπρικίου: Συγχώρησόν με, ἀδελφέ, καὶ ὁ Θεὸς συγχωρῆσοι σε. Καὶ ἀμέσως ἔκοψεν ὁ στρατιώτης τὸ κεφάλι τοῦ Νικηφόρου καὶ παρέλαβον οἱ Ἄγγελοι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ τὴν ὑπῆγαν εἰς τὸν παράδεισον.
.           Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς εὐσεβεῖς χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἀγαπῶμεν τοὺς ἐχθρούς μας καὶ νὰ τοὺς συγχωρῶμεν· νὰ τοὺς τρέφωμεν, νὰ τοὺς ποτίζωμεν, νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν διὰ τὴν ψυχήν των, καὶ τότε νὰ λέγωμεν εἰς τὸν Θεόν: Θεέ μου, σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσῃς καθὼς καὶ ἐγὼ συγχωρῶ τοὺς ἐχθρούς μου. Εἰ δὲ καὶ δὲν συγχωρήσωμεν τοὺς ἐχθρούς μας, καὶ τὸ αἷμά μας νὰ χύσωμεν διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὴν κόλασιν πηγαίνομεν.
.           Κάμνετε ἐδῶ ἀφορισμούς; Νὰ προσέχετε, χριστιανοί μου, ποτέ σας νὰ μὴ κάμνετε, διότι ὁ ἀφορισμὸς εἶνε ξεχωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους, ἀπὸ τὸν παράδεισον, καὶ παραδομὸς εἰς τὸν διάβολον, εἰς τὴν κόλασιν. Δι᾿ ἐκεῖνον τὸν ἀδελφὸν ἐσταυρώθη ὁ Χριστὸς νὰ βγάλη ἀπὸ τὴν κόλασιν, καὶ σὺ διὰ μικρὸν πράγμα τὸν ἀφορίζεις καὶ τὸν βάνεις εἰς τὴν κόλασιν νὰ καίεται πάντοτε; Τόσον σκληροκάρδιος εἶσαι; Μὰ καλὰ στοχάσου· ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ ἐγεννήθης πόσες ἁμαρτίες ἔχεις πράξει μὲ τὸ μάτι ἢ μὲ τὸ αὐτὶ ἢ μὲ τὸ στόμα ἢ μὲ τὸν νοῦν; Ἀναμάρτητος νομίζεις εἶσαι; Τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον μᾶς λέγει ὅτι μόνον ὁ Χριστὸς εἶνε ἀναμάρτητος, ἡμεῖς δὲ οἱ ἄνθρωποι εἴμεθα ὅλοι ἁμαρτωλοί. Ὥστε νὰ μὴ κάμνετε ἀφορισμούς.
.           Διὰ τοῦτο, χριστιανοί μου, ἂν θέλετε νὰ σᾶς συγχωρήση ὁ Θεὸς ὅλα σας τὰ ἁμαρτήματα καὶ νὰ σᾶς γράψη διὰ τὸν παράδεισον, εἰπέτε καὶ ἡ εὐγένιά σας διὰ τοὺς ἐχθρούς σας τρεῖς φοράς: Ὁ Θεὸς συγχωρῆσοι καὶ ἐλεῆσοι αὐτούς. Αὐτή, ἀδελφοί μου, ἡ συγχώρησις ἔχει δυὸ ἰδιώματα, ἕνα νὰ φωτίζῃ καὶ ἕνα νὰ κατακαίῃ. Ἐγὼ σᾶς εἶπα νὰ συγχωρῆτε τοὺς ἐχθρούς σας διὰ ἰδικόν σας καλόν. Ἐσὺ πάλιν ὁποὺ ἀδίκησες τοὺς ἀδελφούς σου καὶ ἤκουσες ὁποὺ εἶπον νὰ σὲ συγχωρήσουν, μὴ χαίρεσαι, ἀλλὰ μάλιστα νὰ κλαῖς, διότι αὐτὴ ἡ συγχώρησίς σου ἔγινε φωτιὰ εἰς τὸ κεφάλι σου, ἀνίσως καὶ δὲν ἐπιστρέψης τὸ ἄδικον ὀπίσω. Νὰ κλαύσῃς καὶ νὰ παρακαλέσῃς νὰ σὲ συγχωρήση ὁ Θεὸς διὰ τὰς ἰδικάς σου ἁμαρτίας. Ὅλοι οἱ πνευματικοί, πατριάρχαι, ἀρχιερεῖς, ὅλος ὁ κόσμος νὰ σὲ συγχωρήση, ἀσυγχώρητος εἶσαι. Ἀμὴ ποῖος ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ σὲ συγχωρήση; Ἐκεῖνος ὁποὺ τὸν ἀδίκησες.

, ,

Σχολιάστε

Η ΣΚΛΗΡΟΚΑΡΔΙΑ « Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ θυμώνεις μὲ τοὺς ἄλλους. Δύσκολο εἶναι νὰ θυμώνεις μὲ τὸν ἑαυτό σου». (Ἁγ. Λουκᾶ Ἀρχιεπ. Συμφερουπόλεως)

Κυριακὴ ΙΑ´ Ματθαίου (Ματθ. ιη´ 23-35)
 Περὶ σκληροκαρδίας

Ἁγ. Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ, Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως Κριμαίας

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ἁγ. Λουκᾶ ἐπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι καὶ ὁμιλίες»-Τόμος Γ´,
ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη

.                 Ποιός ἄνθρωπος δὲν θὰ θυμώσει καὶ δὲν θὰ διαμαρτυρηθεῖ ἀκούγοντας τὴν παραβολὴ τοῦ κάκου δούλου, στὸν ὁποῖο ὁ κύριος τοῦ συγχώρεσε ἕνα μεγάλο χρέος, ἐνῶ αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ συγχωρέσει στὸν πλησίον του ἕνα μικρό;
.                 Ταράζεται ἡ καρδιά μας, ὅταν βλέπουμε τὶς χειρότερες ἐκδηλώσεις τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτωλότητας τῶν ἀνθρώπων. Σωστὰ εἶπε ὁ προφήτης Δαβὶδ «Καὶ ἐρρύσατο τὴν ψυχήν μου ἐκ μέσον σκύμνων, ἐκοιμήθην τεταραγμένος υἱοὶ ἀνθρώπων, οἱ ὀδόντες αὐτῶν ὅπλα καὶ βέλη, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν μάχαιρα ὀξεία» (Ψαλ. Νϛ´, 5). Καὶ δὲν τὸ λέει γιὰ τοὺς φονιάδες καὶ τοὺς κακούργους ἀλλὰ γιὰ μᾶς τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ἐμᾶς μᾶς ἀποκαλεῖ λιοντάρια καὶ λέει ὅτι τὰ δόντια μας εἶναι ὄπλα καὶ βέλη καὶ ἡ γλῶσσα ἀκονισμένο σπαθί. Καὶ τὸ σπαθὶ εἶναι ὄργανο τοῦ φόνου.
.                Ἂν ἡ γλῶσσα μας εἶναι σὰν τὸ αἰχμηρὸ σπαθί, τότε μποροῦμε νὰ τὴν χρησιμοποιήσουμε γιὰ νὰ φονεύουμε τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὄντως πολλὲς φορὲς τὸ κάνουμε καὶ δὲν θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας δολοφόνους. Πληγώνουμε τὴν καρδιὰ τοῦ πλησίον μὲ συκοφαντία καὶ ψέμα, προσβάλλουμε τὴ δική του ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, ταράζουμε τὴν καρδιά του μὲ κακολογία, – αὐτὸ δὲν εἶναι πνευματικὸς φόνος;
.                 Ἀκοῦμε πὼς κάποιος ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς ἀνθρώπους μοιχεύει καὶ θυμώνουμε μ᾽ αὐτόν. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ θυμώνεις μὲ τοὺς ἄλλους. Δύσκολο εἶναι νὰ θυμώνεις μὲ τὸν ἑαυτό σου. Ἔχουμε δικαίωμα νὰ θυμώνουμε μὲ τοὺς ἄλλους, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουμε τὴν καθαρότητα ποὺ ζητᾶ ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός; Πόσοι ἀπὸ μᾶς δὲν ἔχουν κοιτάξει ποτὲ γυναίκα ἢ ἄνδρα μὲ πόθο; Λίγοι, πολὺ λίγοι. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς κάθε ἀκάθαρτο βλέμμα ποὺ ρίχνουμε στὴ γυναίκα τὸ ὀνομάζει μοιχεία. Καὶ ἂν ἀκόμα δὲν τὴν κάναμε μὲ τὸ σῶμα, στὴν καρδιά μας τὴν εἴχαμε κάνει.
.                 Ἕνας μεγάλος ἱεράρχης, ὁ ἅγιος Τύχων τοῦ Ζαντόνσκ, λέει τὸ ἑξῆς: «Τὶς ἁμαρτίες ποὺ βλέπουμε στοὺς ἄλλους τὶς ἔχουμε καὶ ἐμεῖς». Αὐτὸ εἶναι πολὺ σωστό. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες ποὺ βλέπουμε στοὺς ἄλλους ὑπάρχουν καὶ μέσα μας, ἴσως σὲ βαθμὸ πιὸ μικρό, ἀλλὰ ἔχουμε τὸ ἴδιο ἀκάθαρτη καρδιὰ ποὺ ἡ ἀκαθαρσία της φανερώνεται μὲ τὶς προσβολὲς τοῦ πλησίον καὶ τὸ μίσος ἐναντίον του. Τέτοια ἀκαθαρσία ὑπάρχει στὴν καρδιὰ κάθε ἀνθρώπου. Γι᾽ αὐτό, τὸν λόγο τοῦ μεγάλου Ἱεράρχη πρέπει νὰ τὸν θυμόμαστε καὶ νὰ τὸν ἔχουμε πάντα στὴν καρδιά μας. Ὅταν βλέπουμε τὴν ἁμαρτωλότητα τῶν ἄλλων πρέπει νὰ δοῦμε τὴν δική μας καρδιὰ καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦμε «Ἐγὼ εἶμαι καθαρὸς ἀπὸ ἁμαρτία, δὲν ὑπάρχει μέσα μου τὸ ἴδιο πάθος ποὺ βλέπω στὸν ἀδελφό μου;»
.                 Πάντα θυμόμαστε αὐτὰ ποὺ μᾶς προκαλοῦν μεγαλύτερη ἐντύπωση. Θυμόμαστε, γιὰ παράδειγμα τοὺς σεισμούς. Καὶ ὅσο πιὸ συμπονετικὴ εἶναι ἡ καρδιά μας τόσο περισσότερο χρόνο θυμόμαστε τὰ δυστυχήματα. Ἐνῶ οἱ σκληρόκαρδοι ἄνθρωποι τὰ ξεχνᾶνε πολὺ γρήγορα.
.                 Δὲν δουλεύουν ἔτσι οἱ σεισμολόγοι. Πάντα ἔχουν στὸ νοῦ τους τοὺς σεισμοὺς καὶ κάθε μέρα κάνουν τὶς ἀνάλογες μετρήσεις. Ἀπ᾽ αὐτοὺς πρέπει νὰ παίρνουμε τὸ παράδειγμα. Ὅπως οἱ σεισμολόγοι πάντα μὲ προσοχὴ παρακολουθοῦν τὶς δονήσεις στὸ ἐσωτερικὸ ἢ τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, τὸ ἴδιο πρέπει ἐμεῖς νὰ παρακολουθοῦμε ἀκούραστα τὶς κινήσεις τῆς δικῆς μας καρδιᾶς καὶ νὰ διώχνουμε ἀπὸ μέσα της κάθε ἀκαθαρσία. Νὰ προσέχουμε τὶς σκέψεις μας, τὶς ἐπιθυμίες, τὰ κίνητρα καὶ τὶς πράξεις. Νὰ τὰ ἀναλύουμε μὲ προσοχὴ ἐξετάζοντας μήπως ὑπάρχει σ᾽ αὐτὰ κάτι ἁμαρτωλό.
.                 Ἂν μιμηθοῦμε τοὺς σεισμολόγους καὶ παρακολουθοῦμε μὲ προσοχὴ τὶς κινήσεις τῆς δικῆς μας καρδιᾶς, τότε θὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν δική μας ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν ἀναξιότητα καὶ δὲν θὰ δίνουμε προσοχὴ σ᾽ αὐτὰ ποὺ κάνουν οἱ ἄλλοι καὶ δὲν θὰ τοὺς κατακρίνουμε γι᾽ αὐτὰ ποὺ κάνουν.
.                Προκαλεῖ ἀγανάκτηση ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κακοῦ δούλου ποὺ ὁ εὔσπλαχνος κύριος τοῦ ἄφησε μεγάλο χρέος δέκα χιλιάδων ταλάντων καὶ ἐκεῖνος μόλις εἶδε κάποιον ποὺ τοῦ ὄφειλε μόνο ἑκατὸ δηνάρια, τὸν ἔπιασε καὶ ἄρχισε νὰ τὸν σφίγγει. Ὁ φτωχὸς τὸν παρακαλοῦσε καὶ τοῦ ἔλεγε ἴδια λόγια, ποὺ μόλις πρὶν λίγο ὁ ἄσπλαχνος δοῦλος ἔλεγε μπροστὰ στὸν κύριο «Μακροθύμησον ἐπ᾽ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι» (Ματθ. ιη´ 29). Ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν θέλει νὰ περιμένει καὶ βάζει στὴν φυλακὴ τὸν ὀφειλέτη του.
.                 Τί πιὸ ἄδικο μπορεῖ νὰ ὑπάρχει; Εἶναι ἔσχατος βαθμὸς σκληροκαρδίας καὶ ἀσπλαχνίας, εἶναι πλήρης ἀπουσία τῆς εὐσπλαγχνίας, τῆς θέλησης καὶ τῆς ἱκανότητας νὰ ἀφήνει κανεὶς στὸν πλησίον τὰ ὀφειλήματά του. Εἶναι ἡ λήθη ἐκείνης τῆς αἴτησης ποὺ κάθε μέρα ἀπευθύνουμε στὸν Θεό: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Δὲν θέλουμε νὰ ἀφήνουμε στὸν πλησίον τὰ ὀφειλήματά του, περιμένουμε ὅμως ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀφήσει τὰ δικά μας.
.                 Τὴν πιὸ σκοτεινὴ πλευρὰ τῆς ψυχῆς του ἔδειξε αὐτὸς ὁ ἄκαρδος ἄνθρωπος στὸν πλησίον του. Ποιά ἦταν ἡ αἰτία νὰ φερθεῖ τόσο σκληρὰ καὶ νὰ καταπατήσει τὸ δίκαιο; Πρῶτ᾽ ἀπ’ ὅλα ἦταν ὁ ἐγωισμός του, ἡ φιλαυτία του. Λογάριαζε μόνο τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν σκεφτόταν τοὺς ἄλλους, μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του ἤθελε καλό. Ὅλες οἱ σκέψεις καὶ ἐπιδιώξεις του ἦταν στὸ νὰ ἀποκτήσει ὅσο γίνεται πιὸ πολλά. Ἦταν πολὺ μεγάλος ἐγωιστής. Δὲν τοῦ ἀρκοῦσε ὅτι πῆρε ἀπὸ τὸν κύριο δέκα χιλιάδες τάλαντα, δὲν μποροῦσε νὰ ξεχάσει καὶ ἐκεῖνα τὰ ἑκατὸ δηνάρια ποὺ τοῦ χρωστοῦσε ὁ φτωχός.
.                 Ἂς δοῦμε ὅμως τὴν δική μας καρδιά. Δὲν ὑπάρχει ἆραγε μέσα μας σκληροκαρδία καὶ φιλαργυρία; Πόσοι ἀπὸ μᾶς περιφρονοῦν τὰ λεφτὰ καὶ δὲν ἐπιδιώκουν τὸν πλοῦτο; Λίγοι, πολὺ λίγοι. Φιλαργυρία εἶναι ἡ ἁμαρτία τῶν περισσότερων ἀνθρώπων. Ἀγανακτώντας γιὰ τὴν φιλαργυρία τοῦ καλοῦ δούλου, πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι καὶ ἐμεῖς εὐθυνόμαστε γιὰ τὴν ἴδια ἁμαρτία. Στὸ παράδειγμα τοῦ κακοῦ αὐτοῦ δούλου βλέπουμε τὴν χειρότερη ἐκδήλωση τοῦ πάθους τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς φιλαργυρίας. Ὅμως δὲν ἀγαπᾶμε καὶ ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸν πλησίον μας; Τηροῦμε ἆραγε τὴν ἐντολὴ «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» (Ματθ. ιθ´ 19);
.                 Ἀγαπᾶμε τὸν ἑαυτό μας καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους λίγο νοιαζόμαστε. Αὐτὸ σημαίνει ἐγωισμός, εἶναι τὸ πάθος ποὺ σὲ τέτοια ἄσχημη μορφὴ ἐκδηλώθηκε στὴν περίπτωση τοῦ κακοῦ δούλου. Ἦταν ἄνθρωπος σκληρόκαρδος καὶ ἄσπλαχνος. Ἐμεῖς ὅμως μποροῦμε νὰ ποῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ὅτι τηροῦμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστι;» (Λουκ. ϛ´ 36). Ποιός ἀγαπάει τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του; Ποιός τὸν φροντίζει ὅπως φροντίζει τὸν ἑαυτό του; Μόνο οἱ ἅγιοι. Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε ἅγιοι, γιατί ὅλοι ἔχουμε τὰ ἴδια πάθη ποὺ βλέπουμε στοὺς ἄλλους, ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος Τύχων τοῦ Ζαντόνσκ. Πολλὲς φορὲς δὲν δείχνουμε ἔλεος στοὺς ὀφειλέτες μας. Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος λέει: «Ἡ γὰρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ. β´ 13). Νὰ τρομάζουμε ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου, γιατί θὰ ἔχουμε τὴν ἴδια μοίρα μὲ τὸν ἄσπλαχνο δοῦλο, τὸν ὁποῖο ὀργισμένος ὁ κύριος παρέδωσε στοὺς βασανιστές, ὥσπου νὰ ξεπληρώσει ὅλο τὸ χρέος.
.                 Στὸ τέλος τῆς παραβολῆς ὁ Χριστὸς εἶπε «Οὕτω καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτὸν ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν» (Ματθ. ιη´ 35).
.                 Μία ἄλλη φορὰ ὁ Χριστὸς εἶπε «Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος, ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. ϛ´ 14-15).
.                 Ὁ Κύριος μᾶς εἶπε νὰ προσευχόμαστε μὲ τὴν προσευχὴ ποὺ ἔδωσε στοὺς μαθητές του, ἡ ὁποία λέει: «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Αὐτὰ τὰ λόγια ἐπαναλαμβάνουμε κάθε μέρα. Βλέπετε ὅτι ἡ ἀπαίτηση εἶναι μεγάλη. Δὲν μποροῦμε ὅταν βλέπουμε τὶς κακίες ποὺ κάνουν οἱ ἄλλοι, μόνο νὰ ἀγανακτοῦμε – πρέπει νὰ θυμόμαστε τὸν λόγο: «πρόσεχε σεαυτόν».
.                 Νὰ προσέχεις πάντα τὴν καρδιά σου, τὴν κάθε κίνησή της, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ ἀσήμαντες ἐκδηλώσεις τῶν παθῶν μέσα της. Ἂς θυμόμαστε πάντα τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴν ἐπιστολὴ πρὸς Ἐφεσίους: «Γίνεσθαι δὲ εἰς ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαγχνοι, χαριζόμενοι ἑαυτοῖς καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ ἐχαρίσατο ὑμῖν» (Ἐφ. δ´ 32). Πρέπει νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους, ἔτσι ὅπως τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸ τέλος τῆς παραβολῆς: μὲ ὅλη τὴν καρδιά.
.                 Ἂς μάθουμε νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστὸς – νὰ εἴμαστε σπλαχνικοί, ὅπως εἶναι εὔσπλαγχνος ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μας καὶ μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ νὰ συγχωροῦμε στὸν πλησίον τὰ παραπτώματά του. Τότε καὶ ἐμᾶς θὰ μᾶς συγχωρήσει ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: faneromenihol.gr

, , , ,

Σχολιάστε

ΑΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΗΘΟΥΜΕ.

ΑΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΗΘΟΥΜΕ

τῆς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΛΑΜΙΑΣ» 

.           Τὴν Πρώτη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου μὲ τὴν Παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου διδασκόμαστε τὴν ταπεινὴ προσευχὴ καὶ τὸ ἀκατάκριτο.
.           Τὴ Δεύτερη Κυριακὴ μὲ τὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου διδασκόμαστε τὴ δύναμη τῆς Μετάνοιας καὶ τὴν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα γιὰ τὸν παραστρατημένο ἄνθρωπο.
.           Τὴν Τρίτη Κυριακή, τῶν Ἀπόκρεω, μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Μελλούσης Κρίσεως μαθητεύουμε στὴν ἄπειρη καὶ ἀπροσωπόληπτη Δικαιοσύνη τοῦ Ἀδεκάστου Κριτοῦ, τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.           Τὴν Τετάρτη Κυριακή, τῆς Τυρινῆς, τῆς λεγομένης Κυριακῆς τῆς Συγχωρήσεως, ἀναλαμβάνουμε ὅλοι τὴν ὑποχρέωση νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας.
.           Ἡ συγχώρεση τῶν ἐχθρῶν μας εἶναι τὸ πιὸ δύσκολο μάθημα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανούς. Μπορεῖ νὰ συμμετέχουμε στὶς Ἀκολουθίες καὶ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, νὰ ἐξομολογούμαστε καὶ νὰ κοινωνοῦμε, ἂν ὅμως δὲν συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας, θὰ παραμείνουμε δυστυχῶς μέσα στὶς δικές μας ἀσυγχώρητες ἁμαρτίες.
.           Ἀναγκαία καὶ ἱκανὴ συνθήκη, γιὰ νὰ συγχωρεθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, εἶναι νὰ συγχωροῦμε κι ἐμεῖς μὲ τὴ σειρά μας ὅσους μὲ διαφόρους τρόπους μᾶς ἔβλαψαν. Τὸ λέμε ἐξάλλου κάθε μέρα στὴν Κυριακὴ Προσευχή: «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». «Συγχώρεσέ μας, ὅπως καὶ μεῖς συγχωροῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἔφταιξαν».
.           Ἡ ὑποχρέωσή μας νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ μὴ μισοῦμε προέρχεται ἀπὸ πολὺ μακριά. Ἡ Ἀντιγόνη στὸν Σοφοκλῆ λέγει ὅτι «γεννήθηκα γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ ὄχι γιὰ νὰ μισῶ».
.           Ἅγια παραδείγματα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως τοῦ Προφητάνακτα Δαβὶδ τοῦ Ψαλμωδοῦ ποὺ συγχώρεσε τὸν διώκτη τοῦ Σαοὺλ καὶ τὸν ὑβριστὴ τοῦ Σεμεϊ, μᾶς προετοιμάζουν τὴν ψυχὴ γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν τέλειο νόμο τῆς Ἀγάπης τοῦ Εὐαγγελίου.
.           Τὸ σύνθημα πλέον τῶν Χριστιανῶν στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, δηλαδὴ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ στὴν Ἐκκλησία, δὲν εἶναι μόνο τὸ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», ἀλλὰ καὶ τὸ «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, εὔχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς».
.           Τὸ παράδειγμα τῆς συγχωρητικότητός μας τὸ δίδαξε πάνω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ αὐτὸς ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος συγχώρεσε τοὺς σταυρωτές Του, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι, μὲ κορυφαίους τὸν Ἅγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο καὶ τὸν Ἅγιο Διονύσιο Ζακύνθου. Ἀκόμη δὲ καὶ ἥρωες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅπως ὁ Κολοκοτρώνης ποὺ συγχώρεσε τὸν φονιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ ὁ Μάρκος Μπότσαρης, ποὺ συγχώρεσε τὸν φονιὰ τοῦ πατέρα του.
.           Εἶναι ἀλήθεια ὅτι καταλαβαίνουμε τὴν ἀξία τῆς συγχωρήσεως, ἀλλὰ ἀδυνατοῦμε νὰ τὴν ἐφαρμόσουμε στὴν ἐντέλεια.
.           Μπορεῖ δηλαδὴ νὰ λέμε «καλημέρα», ἕνα ξερὸ χαιρετισμό, ἴσως καὶ νὰ βοηθᾶμε, ἀλλὰ δὲν ξεχνᾶμε, δὲν σιωποῦμε ἐνώπιον ἄλλων ἐνθυμούμενοι τὸ κακὸ ποὺ μᾶς ἔκανε κάποιος, κάπου μέσα μας μπορεῖ καὶ νὰ χαιρόμαστε, ὅταν μαθαίνουμε ὅτι ὁ ἐχθρός μας πάσχει. Συνεπῶς ἡ καρδιά μας δὲν ἔχει καθαρίσει τελείως ἀπὸ τὸ μίσος, τὴ μνησικακία καὶ τὴν ἐκδικητικότητα.
.           Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ καθαρίσουμε τελείως τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο ἀπὸ τὴν ἀνάμνηση τοῦ κακοῦ καὶ τὴν πικρία ποὺ δηλητηριάζουν τὴν ψυχή μας, χρειάζεται νὰ καταλάβουμε:
.           Πρῶτον, πόση δυστυχία κουβαλᾶμε μέσα μας, ἂν δὲν συγχωροῦμε. Εἴμαστε αἰχμάλωτοι τῶν πικρῶν αἰσθημάτων μας καὶ δὲν ἡσυχάζουμε. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι εὐτυχία καὶ ζωή.
.           Δεύτερον, πόση ἀποστροφὴ μᾶς δημιουργεῖ τὸ γεγονὸς ὅταν βλέπουμε σὲ ἄλλους τὴ διατήρηση τοῦ μίσους καὶ τὴ συντήρηση τῆς ἔχθρας. Ὅταν ἀκοῦμε: ὅτι ὁ ἄλλος πῆγε ἀνήμερα τὸ Πάσχα στὸ Ἀστυνομικὸ τμῆμα γιὰ νὰ κάνει μήνυση στὸν ἀδελφό του ἢ ἡ ἄλλη πάει τὴν Κυριακὴ νὰ μεταλάβει καὶ τὴ Δευτέρα ἔχει δικαστήριο μὲ τὸν ἀδελφό της ἢ ὁ ἄλλος ποὺ δὲν θέλει νὰ κοινωνήσει μέχρις ὅτου γίνει τὸ Δικαστήριο. Καταλαβαίνουμε λοιπὸν τὸ χάος στὸ ὁποῖο βρισκόμαστε!
.           Τρίτον, πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι μᾶς συμφέρει νὰ συγχωροῦμε, γιατί θέλουμε καὶ ἐμεῖς νὰ συγχωρηθοῦμε κάποια στιγμή. Ὕστερα, ἐμεῖς ν δν συγχωρήσουμε, κανονικ δὲν θ πρέπει ν κοινωνήσουμε ποτέ! Μὲ τὴν καρδιά μας γεμάτη ἀπὸ τὰ ἀγκάθια τοῦ μίσους πῶς μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε τὸ ἅγιο Ποτήριο;
.           Εἶναι καὶ ἕνα τέταρτον: ,τι λλο κι ν κάνουμε, νηστεες, γρυπνίες, προσευχές, λεημοσύνες, προσκυνήματα κα εραποδημίες, τίποτε δν τελεσφορε κα δν μς φελε, ν δν συγχωρομε. Ὁ Σαπρίκιος ἔχασε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἐπειδὴ ἀκόμη καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ δὲν συγχώρεσε τὸν ἐχθρό του, τὸν Νικηφόρο, ποὺ τοῦ ζητοῦσε ἐπίμονα συγγνώμη!
.           Πέμπτον καὶ τελευταῖο, εἶναι ἡ μεγάλη ἀλήθεια ποὺ ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς ἔχει πεῖ, ὅτι τίποτε δὲν θὰ μείνει ἀναπάντητο καὶ ἀτακτοποίητο πάνω στὴ γῆ. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω», λέγει Κύριος ὁ Θεός. Πρέπει λοιπὸν νὰ πάρουμε ἀπόφαση ποιός θὰ ἀποδώσει τὸ δίκαιο: ἐμεῖς ἢ ὁ Θεός. Ἂν θελήσουμε ἐμεῖς νὰ τὰ τακτοποιήσουμε μὲ τοὺς ἐχθρούς μας μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική, δικαιοσύνη καὶ τακτική, πιθανότατα νὰ τὰ κάνουμε χειρότερα. Ἂς ἀφήσουμε καλύτερα τὸν Θεό μας νὰ ξεκαθαρίσει τὰ πράγματα.
.           Πῆγαν κάποτε δύο νὰ ἐξομολογηθοῦνε. Ὁ ἕνας πήγαινε συχνὰ καὶ ὁ ἄλλος ἦταν γιὰ πρώτη φορά. Ὁ πρῶτος εἶχε παρακινήσει καὶ τὸν δεύτερο. Ὅμως ὁ πνευματικὸς ἔδωσε εὐλογία νὰ κοινωνήσει ὁ «ἄσχετος» καὶ στὸν «καλὸ» ἔβαλε ἐπιτίμιο ἀκοινωνησίας γιὰ κάποιο διάστημα. Στὴν ἀπορία τοῦ «εὐσεβοῦς» γιὰ τὴν ἀπόφαση τοῦ πνευματικοῦ, ὁ γέροντας ἀπάντησε:
– «Πράγματι, παιδί μου, ὁ φίλος σου εἶχε διαπράξει πολλὰ καὶ βαριὰ ἁμαρτήματα… Ὅταν ὅμως τὸν ρώτησα ἂν ἔχει ἐχθροὺς καὶ ἂν τοὺς συγχωρεῖ, μοῦ ἀπάντησε: “μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ τοὺς συγχωρῶ, ἐγὼ ἐξ ἄλλου φταίω πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους μπροστὰ στὸν Θεό”. Αὐτὸ μοῦ φάνηκε σὰν ἕνα σπίρτο ποὺ ἔβαλε στὴ θημωνιὰ τῶν κακῶν πράξεων καὶ δὲν ἔμεινε τίποτε».

-«Ἦρθες καὶ σύ, καλὸς καὶ εὐλογημένος, χωρὶς πολλὰ ἁμαρτήματα, κι ὅταν σὲ ρώτησα, ἂν συγχωρεῖς κάποιον ἐχθρὸ πού μοῦ ἀνέφερες, σὺ ἀπέκλεισες ἀκόμη καὶ στὴν κηδεία σου νὰ ἔλθει. Τοῦτο μοῦ φάνηκε σὰν μία σταγόνα δηλητήριο σὲ μία καρδάρα γάλα, ποὺ τὸ χάλασε ὅλο. Γι᾽ αὐτὸ δὲν σὲ ἄφησα νὰ κοινωνήσεις μὲ τέτοιο “γινάτι” μέσα σου».

 .           Τέλος, σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ Ἀγρινίου, κάποτε, συκοφαντήθηκε καὶ δικάστηκε ἕνας ἀθῶος σὲ 23 χρόνια φυλακή. Στὴν ἀρχὴ δυσκολεύτηκε πολύ. Σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ γαλήνεψε καὶ συγχώρεσε μέσα του τοὺς ἐχθρούς του καὶ ἀφοσιώθηκε στὸν Θεό. Μάλιστα ὅταν βγῆκε, ἔκανε τραπέζι σὲ ὅλο τὸ χωριό. Τόμαθε ὁ Δεσπότης καὶ τὸν κάλεσε. Ἀφοῦ ἐξακρίβωσε τὸ γεγονός, τὸν χειροτόνησε ἱερέα, διότι μία τέτοια καρδιὰ γεμάτη συγχώρεση καὶ ἀγάπη, ἔπρεπε νὰ γίνει θρόνος τοῦ Θεοῦ τῆς Συγγνώμης καὶ τῆς Ἀγάπης.

.           Ἂς συγχωρήσουμε, ἀδελφοί, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦμε. Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Ἅγιο Θεὸ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ξεπεράσουμε μέσα μας τὸ πρόβλημα. Ἐπίσης ἂς ἐξομολογηθοῦμε μὲ εἰλικρίνεια καὶ ἀποφασιστικότητα τὸ «κρυπτὸν ἀνόμημα τῆς καρδίας μας» ποὺ δὲν συγχωροῦμε εὔκολα καὶ ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἂς ζητήσουμε καὶ τὴ βοήθεια ἀπὸ τὸν πνευματικό μας. Ἡ θεία Κοινωνία μετὰ θὰ ἐπουλώσει τὴν πληγή μας. Χωρὶς συγχώρεση δὲν κοινωνοῦμε καὶ στὸν Παράδεισο δὲν προχωροῦμε.

ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ 2013!!!

 

 

, ,

Σχολιάστε

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΩΣ (Ἁγ. Λουκᾶ Συμφερουπόλεως)

 Ἁγ. Λουκᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως 
Λόγος στὸν ἑσπερινὸ τῆς συγχωρήσεως

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Λόγοι καὶ ὁμιλίες»,
τ. Α´, ἔκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη»,
 Θεσσαλονίκη

.             Πρέπει, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές μου, νὰ ἔχουμε χαραγμένο στὴν καρδιά μας καὶ νὰ θυμόμαστε πάντα τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: « Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. » (Ματθ. ϛ´ 14-15).
.             Εἶναι πολὺ φοβερὰ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Ἂν δὲν συγχωροῦμε τὰ παραπτώματα τοῦ πλησίον μας, τότε καὶ ὁ Χριστός, στὴ Φοβερά του Κρίση, θὰ μᾶς βάλει στὰ ἀριστερά του, δὲν θὰ μᾶς συγχωρέσει τὶς ἁμαρτίες μας· διότι καὶ ἐμεῖς δὲν ἀφήναμε τὰ παραπτώματα τοῦ πλησίον μας. Βλέπετε, γιατί, πραγματικά, εἶναι φρικτὸ πράγμα νὰ μὴν συγχωροῦμε τοὺς ἀνθρώπους.
.             Στοὺς βίους τῶν Ἁγίων ὑπάρχουν ἀρκετὰ παραδείγματα ἀνθρώπων ποὺ τιμωρήθηκαν, ἐπειδὴ δὲν ἤθελαν νὰ συγχωρήσουν. Ὁ ἱερομόναχος Τίτος τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου βρισκόταν στὴν ἐπιθανάτια κλίνη. Μαζεύτηκε γύρω του ὅλη ἡ Ἀδελφότητα τῆς Μονῆς. Ὅλοι ἤξεραν ὅτι ὑπάρχει παλιὰ ἔχθρα μεταξὺ τοῦ Τίτου καὶ τοῦ ἱεροδιακόνου Εὐάγριου, γι’ αὐτὸ καὶ ἔφεραν τὸν Εὐάγριο νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Τίτο πρὶν αὐτὸς ἀποθάνει.
.             Ὁ μακάριος αὐτός, ὁ Τίτος σηκώθηκε στὸ κρεβάτι του, ἔσκυψε μπροστὰ στὸν Εὐάγριο τὸ κεφάλι του καὶ τοῦ ζήτησε συγγνώμη. Ἀλλὰ ὁ σκληρόκαρδος Εὐάγριος τοῦ ἀπάντησε μὲ ἕναν τρομερὸ λόγο: «Δὲν θὰ σὲ συγχωρήσω οὔτε σ’ αὐτὴ τὴν ζωὴ οὔτε στὴ μέλλουσα». Μόλις τὸ εἶπε αὐτὸ ἔπεσε νεκρός, καὶ ὁ μακάριος Τίτος σηκώθηκε ὑγιὴς ἀπὸ τὸ κρεβάτι του. Διηγήθηκε, τότε, στοὺς ἀδελφοὺς ὅτι εἶδε τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μαζευτεῖ γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι του. Οἱ δαίμονες ἤθελαν νὰ πάρουν τὴν ψυχή του, διότι εἶχε ἔχθρα μὲ τὸν Εὐάγριο, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι ἔκλαιγαν γι’ αὐτόν. Μόλις ὅμως ὁ Εὐάγριος εἶπε τὸν φοβερὸ ἐκεῖνο λόγο, ἕνας ἄγγελος μὲ τὸ φλογισμένο δόρυ του χτύπησε τὸν Εὐάγριο, ὁ ὁποῖος ἀμέσως ἔπεσε νεκρός. Ὁ ἴδιος ἄγγελος πῆρε τὸ χέρι τοῦ Τίτου, τὸν θεράπευσε καὶ τὸν σήκωσε ἀπὸ τὸ κρεβάτι του.
.             Γνωρίζουμε καὶ ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἀπὸ τὸν βίο τοῦ μάρτυρος Νικηφόρου. Ὑπῆρχε ἔχθρα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ πρεσβυτέρου Σαπρικίου, μὲ τὸν ὁποῖον κάποτε ἦταν πολὺ καλοὶ φίλοι. Ὅμως, ὅπως συχνὰ συμβαίνει, ὁ διάβολος μὲ τὶς πανουργίες του κατέστρεψε αὐτὴ τὴ φιλία. Ἦταν καιρὸς ποὺ γινόταν σφοδρὸς διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν. Ὁ πρεσβύτερος Σαπρίκιος συνελήφθη, τὸν βασάνισαν καὶ τελικὰ τὸν ὁδήγησαν σὲ μαρτύριο. Ὅταν πῆγαν νὰ τὸν ἐκτελέσουν, ὁ Νικηφόρος τὸν ἀκολουθοῦσε, ἔπεφτε μπροστά του καὶ τὸν ἱκέτευε λέγοντας: «Μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, συγχώρησέ με». Ὁ Σαπρίκιος ὅμως δὲν ἤθελε νὰ τὸν συγχωρήσει.
.             Ὅταν ἔφτασαν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, ὁ Σαπρίκιος ξαφνικὰ εἶπε: «Μὴν μὲ ἀποκεφαλίζετε. Ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό». Ἔτσι ἀρνήθηκε τὸν Χριστό του καὶ χάθηκε ἡ ψυχή του. Τὴν θέση του πῆρε ὁ Νικηφόρος, ὁ ὁποῖος ἔσκυψε τὸ κεφάλι του κάτω ἀπὸ τὸ τσεκούρι τοῦ δημίου, μαρτύρησε καὶ δοξάστηκε στοὺς Οὐρανούς. Τρομερό, πραγματικά, τρομερὸ γεγονός. Καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ταράξει αὐτοὺς ποὺ δὲν θέλουν νὰ συγχωροῦν τὸν πλησίον τους.
.             Θυμηθεῖτε τὸν Κύριο ποὺ συγχωροῦσε ὅλους: συγχώρησε τὸν ληστὴ πάνω στὸ Σταυρό, τὸν τελώνη, τὴν πόρνη, ποὺ ἔβρεξε μὲ τὰ δάκρυά της τὰ πόδια του καὶ τὰ σκούπισε μὲ τὰ μαλλιά της. Ἂς θυμηθοῦν αὐτοὶ ποὺ δὲν θέλουν νὰ συγχωροῦν τὴν παραβολὴ τοῦ κακοῦ δούλου, ποὺ ὁ βασιλιὰς τοῦ χάρισε τὸ πολὺ μεγάλο χρέος του. Ἐκεῖνος, ὅμως, μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸν βασιλιά, βρῆκε ἕναν ἀπὸ τοὺς συνδούλους του, ποὺ τοῦ ὄφειλε ἕνα μικρὸ ποσό. Τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἕσφιγγε νὰ τὸν πνίξει, λέγοντάς του: «Ξόφλησέ μου τὸ χρέος». Ὅταν τὸ εἶδαν αὐτὸ οἱ συνδουλοί του, λυπήθηκαν παρὰ πολύ. Πῆγαν καὶ τὸ διηγήθηκαν στὸν κύριό τους. Τότε ὁ βασιλιὰς τὸν κάλεσε καὶ τοῦ εἶπε: «Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκα σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με. οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.» (Ματθ. ιη´32-34).
.             Φοβερὸς εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος. Μᾶς παροτρύνει νὰ εἴμαστε ἐλεήμονες, σπλαχνικοὶ καὶ νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους. Ἐμεῖς ὅμως, πολὺ συχνά, γινόμαστε ἄσπλαχνοι, ἐπιμένουμε στὰ δικά μας καὶ δὲν συγχωροῦμε τὸν πλησίον.
.             Ἔτσι πρέπει νὰ ἐνεργοῦμε; Νὰ ἐχθρευόμαστε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀδικοῦν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἂν βλέπουμε τὸν πλησίον μας νὰ μᾶς κάνει κακὸ ἢ νὰ μᾶς προσβάλλει, δὲν πρέπει νὰ τὸν μισοῦμε. Ἀντίθετα, πρέπει νὰ τὸν σπλαχνιζόμαστε, διότι εἶναι ἀσθενής. Ἀσθενεῖ ἡ ψυχή του καὶ ὑποφέρει ἀπὸ μίσος. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸν σπλαχνιζόμαστε. Δὲν πρέπει αὐτὸν νὰ μισοῦμε, ἀλλὰ τὸν διάβολο καὶ τοὺς δαίμονες, ποὺ φαρμάκωσαν μὲ τὴν κακία τους τὴν καρδιά του καὶ τὸν ἔκαναν ἄσπλαχνο καὶ σκληρό.
.             Ἂν τυχὸν θὰ ἀπαντήσουμε καὶ ἐμεῖς μὲ προσβολὴ στὴν προσβολὴ καὶ θ’ ἀνάψει στὴν καρδιά μας ἡ φλόγα τοῦ μίσους, τότε ἂς σταματήσουμε καὶ ἂς σκεφτοῦμε λιγάκι καὶ νὰ ποῦμε: Καὶ ποιός εἶμαι ἐγὼ ποὺ τὸν μισῶ, εἶμαι μήπως καλύτερος ἀπ’ αὐτόν; Δὲν εἶμαι καὶ ἐγὼ γεμάτος ἁμαρτία; Τότε γιατί τὸν μισῶ; Καὶ ἀμέσως θὰ ἠρεμήσει ἡ καρδιά μας. Ὁ καλὸς λόγος θὰ σβήσει τὸ μίσος.
.             Ἔτσι πρέπει νὰ ἐνεργοῦμε. Ν εμαστε πιεικες πέναντι στος δελφούς μας πο πάσχουν π κακία κα σθενον, τρέφοντας μίσος ναντίον μας. Μὲ τὸ ἔλαιο τῆς Ἀγάπης νὰ μαλακώνουμε τὴν καρδιά τους ποὺ αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ δουλεύει σ’ αὐτούς.
.             Ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ὁ Κύριος ζητᾶ νὰ συγχωρήσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ πρῶτος ἐγὼ πρέπει νὰ σᾶς ζητήσω συγγνώμη. «Συγχωρῆστε, πατέρες καὶ ἀδελφοί, τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκανα σ’ αὐτὴ τὴν ἡμέρα καὶ σ’ ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου».

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμένου: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ» ἀπὸ imaik.gr

, ,

Σχολιάστε

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ (Στὸν Πόντο ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ὁ χασάπης κρεμοῦσε τὸ μαχαίρι του, ἔκλειναν τὰ κρεοπωλεῖα, καὶ μόνο τὸ Μέγα Σάββατο τὸ ἔπιανε πάλι.)

Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

(Ὁμιλία τοῦ μακαριστοῦ  Μητροπολίτου Φλωρίνης
π. Αὐγουστίνου Καντιώτου,
στὸν Ἱ. Ν. Ἁγίου Γεωργίου Λακκιᾶς [Λεβαίας\ – Ἀμυνταίου 28-2-1982)
 

.           Αὔριο, ἀγαπητοί μου, ἀρχίζει ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ποὺ διαρκεῖ σαράντα μέρες. Πρώτη μέρα εἶνε ἡ Καθαρὰ Δευτέρα, τελευταία τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου.Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ ν᾿ ἀγωνισθοῦμε. Ἔχουμε ἐχθρούς. Οἱ δὲ μεγαλύτεροι ἐχθροί μας εἶνε τρεῖς· πρῶτος ἡ σάρκα μὲ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες της, δεύτερος ὁ κόσμος μὲ τὰ φόβητρα καὶ τὰ θέλγητρά του, καὶ τρίτος ὁ σατανᾶς, ποὺ ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Πέτρος «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α´ Πέτρ. ε´ 8).
 Καλούμεθα λοιπὸν σ᾿ ἕνα πνευματικὸ πόλεμο. Κι ὅπως οἱ στρατιῶτες ἔχουν ὅπλα, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς, στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ εἴμαστε ὡπλισμένοι μὲ ὅπλα ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει σήμερα «ὅπλα τοῦ φωτός» (Ῥωμ. ιγ´12). Τὰ δὲ ὅπλα ποὺ μᾶς συνιστᾷ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τὴν περίοδο αὐτὴ εἶνε τέσσερα.

* * *

.           Πρῶτο ὅπλο ἡ νηστεία. Μερικοὶ μοντέρνοι λένε, ὅτι ἡ νηστεία δὲν εἶνε τίποτα· τὴν ἔκαναν οἱ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες, γιὰ νὰ κρατοῦν τὸ λαὸ ὑποταγμένο. Αὐτὸ εἶνε ψέμα. Ἡ νηστεία εἶνε ἀρχαῖος θεσμός. Εἶνε, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, «συνηλικιῶτις» τοῦ ἀνθρώπου, τόσο παλαιὰ ὅσο κι ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, τοὺς εἶπε νὰ τρῶνε ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δέντρων τοῦ παραδείσου ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα. Ἔ, αὐτὸ δὲν εἶνε νηστεία; Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα δὲν τήρησαν τὴν ἐλαφρὰ αὐτὴ νηστεία καὶ τιμωρήθηκαν· «ἐξεβλήθησαν τοῦ παραδείσου», ὅπως ἀκοῦμε στοὺς ὕμνους σήμερα.Νήστεψαν ὁ Μωϋσῆς, ὁ Ἠλίας, ὅλοι οἱ προφῆται καὶ πατριάρχαι καὶ δίκαιοι τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Νήστευαν οἱ Ἑβραῖοι, νήστευαν ὅλοι οἱ λαοί. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὴ νηστεία συνιστᾷ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὴ συνιστᾷ μὲ τὰ λόγια του ποὺ ἀκούσαμε σήμερα (βλ. Ματθ. ϛ´16-18), καὶ ἀκόμα περισσότερο μὲ τὰ ἔργα καὶ τὸ παράδειγμά του. Μετὰ τὴ βάπτισί του ὁ Χριστὸς πῆγε στὴν ἔρημο, ἔμεινε σαράντα μέρες, πάλεψε μὲ τὸ σατανᾶ καὶ τὸ νίκησε· κ᾿ ἐκεῖ ἔκανε νηστεία αὐστηρά, τόσες μέρες οὔτε ἔφαγε οὔτε ἤπιε τίποτα. Ἡ νηστεία λοιπὸν στηρίζεται στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ νηστεύῃ.Ἀλλὰ καὶ ἡ ἰατρικὴ συνιστᾷ τὴ νηστεία, ὡς φάρμακο. Ἕνας σοφὸς ἰατρὸς εἶπε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι «σκάβουμε τὸ λάκκο – τὸν τάφο μας μὲ τὰ πιρούνια καὶ τὰ κουτάλια». Συναντοῦμε τὴ νηστεία καὶ στὴ φύσι ἀκόμη, στὰ ζῷα. Ἡ χελώνα, τὸ φίδι, ὁ βάτραχος πέφτουν σὲ μακρὰ χειμερία νάρκη· στὸ διάστημα αὐτὸ νηστεύουν βεβαίως. Παγκόσμιος νόμος ἡ νηστεία.
 Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ ἄνθρωποι ἀπέφευγαν τὰ κρέατα καὶ τὶς λιπαρὲς οὐσίες. Στὸν Πόντο ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ὁ χασάπης κρεμοῦσε τὸ μαχαίρι του, ἔκλειναν τὰ κρεοπωλεῖα, καὶ μόνο τὸ Μέγα Σάββατο τὸ ἔπιανε πάλι. Τώρα γίναμε τὸ πιὸ κρεοφάγο ἔθνος· γέμισε ἡ Ἑλλάδα ψησταριές. Δὲ᾿ φτάνουν τὰ ντόπια ζῷα, εἰσάγουμε κι ἀπ᾿ ἔξω καὶ φεύγει συνάλλαγμα. Τρῶμε ἐμεῖς τὸν περίδρομο, τὴν ὥρα ποὺ πέρα στὴν Ἀσία καὶ τὴν Ἀφρικὴ ἑκατομμύρια παιδάκια πεθαίνουν. Ἔννοια σου ὅμως, θὰ τὸ πληρώσουμε αὐτό. Θά ᾿ρθουν πάλι χρόνια πείνας· θὰ γίνῃ ὁ λόγος τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ· «μιὰ χούφτα ἀλεύρι-μιὰ χούφτα χρυσάφι».
 Ὅλοι νὰ νηστεύουν. Ἐξαιροῦνται μόνο ἄρρωστοι, ἡλικιωμένοι καἱ γυναῖκες ποὺ θηλάζουν παιδιά. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε φιλάνθρωπος· δὲ᾿ θέλει νὰ ἐξοντώσῃ τὸν ἄνθρωπο. Ἀποστολικὸς κανὼν λέει, ὅτι αὐτοὶ ἀπαλλάσσονται· ὅλοι οἱ ἄλλοι ὀφείλουν νὰ νηστεύουν.
.              Ἕνα ὅπλο ἡ νηστεία. Ἄλλο ὅπλο ἡ προσευχή. Πάντοτε νὰ προσευχώμεθα, ἰδιαιτέρως ὅμως τώρα. Στὴν ἐκκλησία κάθε βράδυ ψάλλεται τὸ «Κύριε τῶν δυνάμεων…» στὸ Μέγα ἀπόδειπνο. Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ τελεῖται προηγιασμένη. Παρασκευὴ βράδυ «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…» καὶ Χαιρετισμοί.

 Προσευχὴ καὶ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ· πρωῒ καὶ βράδυ, πρὶν καὶ μετὰ τὸ φαγητό· στὸ δρόμο, στὸ αὐτοκίνητο, στὸ ἀεροπλάνο, παντοῦ. Οἱ πρόγονοί μας ἔλεγαν· «Πέφτω κάνω τὸ σταυρό μου καὶ ἄγγελος εἶνε στὸ πλευρό μου».
 Προσευχὴ ὅμως καὶ στὸ σπίτι, οἰκογενειακή, πατέρας-μητέρα-παιδιά. Δεῖξτε μου μιὰ οἰκογένεια ποὺ προσεύχεται ἔτσι, νὰ πέσω νὰ φιλήσω τὰ πόδια τους. Ἔχουμε σπίτια ὡραῖα, τηλεοράσεις, φαγητά, ψυχαγωγίες, πορνεῖες, μοιχεῖες, καρναβάλια…· Θεὸ δὲν ἔχουμε. Γι᾿ αὐτὸ ἔρχονται τιμωρίες, σύμφωνα μὲ τὰ ἱερὰ βιβλία.
 Δὲν προσεύχεσαι; ἄνθρωπος δὲν εἶσαι. Δὲν προσεύχεσαι; οὔτε ζῷο εἶσαι. Τὰ πουλιὰ ὑμνοῦν τὸ Θεό. Κι ὁ σκύλος τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο καὶ κουνάει τὴν οὐρά του σὰ᾿ νὰ σοῦ λέῃ εὐχαριστῶ. Καὶ ὁ ἄνθρωπος; Ὅλα τοῦ τὰ δίνει ὁ Θεός, κι αὐτὸς τὴ μπουκιὰ ἔχει στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημάει.
.              Τὸ τρίτο ὅπλο εἶνε ἡ ἐλεημοσύνη. Τὰ χρήματά σου μὴν τά ᾿χῃς μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά σου· αὐτὸ εἶνε φιλαυτία. Νὰ εἶσαι ἐλεήμων. Πόσο ἐλεήμων; Τὸ Εὐαγγέλιο ἔχει τρεῖς βαθμῖδες ἐλεημοσύνης. Πρώτη, νὰ τὰ δώσῃς ὅλα (βλ. Λουκ. ιη´22)· αὐτὸ ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες, οἱ ἀσκηταί. Δὲ᾿ μπορεῖς νὰ τὰ δώσῃς ὅλα; Ἔ, τότε κάνε κάτι εὐκολώτερο, δῶσε τὰ μισά· αὐτὸ λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος (βλ. ἔ.ἀ. γ´11). Οὔτε τὰ μισὰ μπορεῖς; Ἔ, τότε δῶσε τὸ ἓν δέκατον· ὅπως ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι· ἑκατὸ μάζεψες; δῶσε τὰ δέκα στὸ φτωχό. Οὔτε κι αὐτὸ ὅμως κάνεις. Ἀλλὰ τί; Τὸ σύνθημα τοῦ διαβόλου· ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλο! Σὲ κάποιο χωριὸ ὁ παπᾶς ἔκανε ἔρανο γιὰ ἕνα δυστυχισμένο καὶ μάζεψε μόνο 1.000 δραχμές. Τὸ ίδιο βράδυ ἦρθαν στὸ κέντρο ξένες ντιζὲζ καὶ χορεύανε· νέοι – γέροι βλέπανε τὰ γυμνὰ κρέατα. Κι ὅταν ἔφυγαν αὐτές, μέτρησαν τὰ λεφτὰ ποὺ μάζεψαν· ἦταν, παρακαλῶ, 350.000 δραχμές. Πολὺ ὡραῖα! Γιὰ τὸ διάβολο 350.000, γιὰ τὸ Χριστό; τίποτα σχεδόν…

.              
Εἴπαμε λοιπόν, νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη. Ὁ Χριστὸς ὅμως ζητάει κάτι ἀκόμα. Τὸ λέει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο. Ποιό εἶνε; Νὰ συγχωρήσῃς τὸν ἐχθρό σου (βλ. Ματθ. ϛ´ 14-15). Εἶνε τὸ τέταρτο ὅπλο, τὸ δυσκολώτερο ἀπ᾿ ὅλα. Ρωτάει ὁ πνευματικὸς μιὰ ψυχή· ―Μήπως ἔχεις μὲ κανέναν ἔχθρα; ―Ἔχω, μὲ μιὰ γειτόνισσα. ―Τί σοῦ ἔκανε; ―Αὐτὸ κι αὐτό. ―Πόσο καιρὸ ἔχεις νὰ τῆς μιλήσῃς; ―Εἶνε τώρα δέκα χρόνια… Ἔρχεται ἄλλη. ―Ἔχεις κανένα ἐχθρό; ―Αὐτὴ ἡ πεθερά μου μ᾿ ἔψησε! καλημέρα δὲν τῆς λέω… Ἔρχεται ἡ πεθερά· ―Ἄ, αὐτὴ ἡ νύφη μου!… Ἔρχεται ὁ γείτονας· ―Ἔχω μῖσος στὸν τάδε. ―Ἔ, τώρα πρέπει νὰ συχωρεθῆτε. ―Ἄ, αὐτὸ δὲ᾿ γίνεται, παπούλη· βάλε μου κανόνα ὅ,τι θέ᾿ς, ν᾿ ἀνάβω κεριά, νὰ κάνω μετάνοιες, ἀλλὰ συχώρησι δὲ᾿ δίνω. Μ᾿ ἔχει κάψει, δὲ᾿ θέλω νὰ τὸ βλέπω οὔτε νὰ τὸν ἀκούω… Τί λέει ὅμως τὸ Εὐαγγέλιο! Ρώτησαν κάποιον ἄπιστο, ποιό εἶνε τὸ πιὸ ὡραῖο ἀπ᾿ ὅσα γράφει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἀπήντησε· Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Χριστός, νὰ συχωράῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Συχωρᾷς; εἶσαι Χριστιανός. Δὲ᾿ συχωρᾷς; κρῖμα στὶς νηστεῖες σου, στοὺς ἐκκλησιασμούς σου, στὶς μετάνοιες σου, σ᾿ ὅλα ὅσα κάνεις. Τὸ λέει καθαρὰ τὸ εὐαγγέλιο σήμερα· Συγχωρεῖς, θὰ συγχωρηθῇς· δὲ᾿ συγχωρεῖς, δὲ᾿ θὰ συγχωρηθῇς. Ἀπόψε θὰ μᾶς καλέσῃ ἡ Ἐκκλησία ὅλους· προτοῦ νὰ μποῦμε στὴ νηστεία, νὰ συχωρέσουν οἱ νύφες τὶς πεθερές, οἱ πεθερὲς τὶς νύφες, οἱ ἄντρες τοὺς γείτονές τους, οἱ μικροὶ τοὺς μεγάλους, οἱ μεγάλοι τοὺς μικρούς. Ἔτσι ὅλοι σὰν ἀδέρφια, σὰν μιὰ οἰκογένεια ἀγαπημένη, ν᾿ ἀρχίσουμε τὸ ἱερὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
 Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· Ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ πεθάνῃ προτοῦ νὰ συμφιλιωθῇ μὲ τὸν ἐχθρό του· χίλιοι παπᾶδες καὶ χίλιοι δεσποτάδες νὰ διαβάσουν εὐχὲς στὸν τάφο του, δὲν συγχωρεῖται.

* * *

.           Στὰ ὅπλα λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί! Εὔκολα πιάνει κανεὶς τὰ πολεμικὰ ὅπλα, ποὺ εἶνε ὅπλα θανάτου, καταστροφῆς, ἀπωλείας· δύσκολα πιάνει τὰ πνευματικὰ ὅπλα, «τὰ ὅπλα τοῦ φωτός» ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σήμερα.
 Μὴ μείνουμε χωρὶς τὰ ὅπλα μας· τὴ νηστεία, τὴν προσευχή, τὴν ἐλεημοσύνη, καὶ τὴ συγχώρησι. Ἂς νηστέψουμε, ὅπως ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στὴν ἔρημο. Ἂς προσευχηθοῦμε, ὅπως ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα στὴ Γεθσημανῆ. Ἂς ἐλεήσουμε, ὅπως ὁ Κύριος σκόρπισε στὸν κόσμο τ᾿ ἀγαθά του. Καὶ ἂς συγχωρήσουμε ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας κάθε ἐχθρό, ὅπως Ἐκεῖνος, ποὺ πάνω ἀπ᾿ τὸ σταυρὸ εἶπε γιὰ τοὺς σταυρωτάς του· «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ´ 34).
 Ἀπὸ αὔριο στὰ ὅπλα! Νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη, συγχώρησις. Αὐτὰ τὰ τέσσερα νὰ ἔχουμε, καὶ τότε ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι θὰ μᾶς σκεπάζουν καὶ ὁ Θεὸς θά ᾿νε πάντα μαζί μας εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 ΠΗΓΗ: augoustinos-kantiotis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΑΧΑΡΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΣΚΛΗΡΟΙ ΔΟΥΛΟΙ

Οἱ χάριστοι κα σκληρο δολοι   

Ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου
(νῦν Μητρ. Ναυπάκτου)
«Ὀσμὴ Γνώσεως»
κδόσεις «Τέρτιος»,
Κατερίνη 1985, σελ. 143-146

 «οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου,
ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;». 

(Ματθ. ιη´ 33)

.          Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀχαρίστου καὶ σκληροῦ δούλου μᾶς δείχνει τὴν μεγίστη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μεγάλη ἀπανθρωπία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνῶ ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγάπη Του συγχωρεῖ ὅλα τὰ μεγάλα πταίσματά μας, ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ συγχωρήσουμε τὰ μικρὰ πταίσματα τῶν ἀδελφῶν μας.
.             Μερικὲς πτυχὲς αὐτῆς τῆς ἀλήθειας θέλουμε νὰ ὑπογραμμίσουμε.

 Εὐχαριστιακὴ ἀνάλυση τῆς περικοπῆς

.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς συγκρίνοντας τὴν περικοπὴ τῆς Δευτέρας Παρουσίας μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀχαρίστου δούλου, τοῦ ὀφειλέτου τῶν μυρίων ταλάντων, λέγει ὅτι ἡ πρώτη ἀναφέρεται στὸ μελλοντικὸ δικαστήριο, ἐνῶ τὰ γεγονότα τῆς δευτέρας «τοῦ παρόντος ἐστὶν αἰῶνος». Πράγματι ἡ ἄφεσι τοῦ χρέους τοῦ δούλου, ἡ σκληροκαρδία του πρὸς τὸν συνδουλό του, ἡ ἐκ νέου τιμωρία του κλπ. δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρωνται στὸ φοβερό, ἀδέκαστο καὶ τελεσίδικο δικαστήριο.
.             Ἐξηγώντας ὁ θεῖος Γρηγόριος πὼς τὰ γεγονότα τῆς παραβολῆς ἀναφέρονται στὴν παροῦσα ζωὴ λέγει ὅτι ὁ Ἱερὸς Ναὸς εἶναι οὐρανὸς καὶ μέσα στὸ καταπέτασμα (ἱερὸν Βῆμα) ὑπάρχει ὁ δεσποτικὸς θρόνος, ἐπάνω στὸν ὁποῖο κάθεται ὁ Βασιλεὺς τοῦ παντὸς καὶ «συναίρει λόγον ἀοράτως μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ». Ὅλοι ἐμεῖς ποὺ συνήλθαμε στὸν Ἱερὸ Ναὸ βρισκόμαστε μπροστὰ στὸν Κύριο. Ἀπὸ ὅσα λέγονται κατὰ τὴν διάρκεια τῆς λατρείας καὶ τῆς θείας Λειτουργίας ἀντιλαμβανόμαστε τὸ μεγάλο χρέος ποὺ ἔχουμε ἀπέναντι στὸν Δεσπότη Χριστό. Συγχρόνως, βλέπουμε τὶς κολάσεις καὶ τὶς τιμωρίες ποὺ μᾶς περιμένουν. Ὅμως εὑρισκόμενοι στὸν Ναὸ μετανοοῦμε, πέφτουμε κάτω στὴν γῆ, προσευχόμαστε στὸν Θεό, δίδουμε ὑπόσχεση ὅτι θὰ ἀλλάξουμε διαγωγὴ καὶ θὰ ζήσουμε θεαρέστως κατὰ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας. Τότε ὁ Χριστὸς συγχωρεῖ ὅλο τὸ χρέος μας. Ὅμως ἐμεῖς συνήθως, ἐξερχόμενοι τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, «βαρεῖς αὐτοῖς» (τοῖς ἀδελφοῖς μᾶς) ἐσμὲν καὶ ἀνηλεεῖς καὶ ἀμείλικτοι», σκεπτόμενοι τὸ μικρό τους χρέος ποὺ ὀφείλουν σὲ μᾶς. Ἔτσι ὁ Χριστὸς βλέποντας τὸ πρὸς «τοὺς ὁμοφύλους ἀσυμπαθὲς ἡμῶν καὶ ἀνένδοτον ὀργίζεται καθ’ ἡμῶν δικαίως» καὶ μᾶς παραδίδει στοὺς βασανιστάς, δηλ. μᾶς παραδίδει ἀφ’ ἑνὸς μὲν στοὺς τωρινοὺς πειρασμούς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ στὴν αἰώνια καὶ ἀτελεύτητη κόλασι.
.             Αὐτὴ ἡ εὐχαριστιακὴ ἀνάλυσι ἔχει βαθὺ νόημα καὶ ἀποκτᾶ μεγάλη ἐπικαιρότητα. Στὴν θεία Λειτουργία βιώνουμε τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ καρδιὰά μας συλλαμβάνει τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνία Του. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ ὅτι ὅλα τὰ τροπάρια τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας μας ζητοῦν τὸ ἔλεος ἢ καταλήγουν μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη ἡ ἀδιάλειπτη κραυγὴ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι τὸ «Κύριε ἐλέησον».
.             Ἔτσι ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὴν θεία Λειτουργία πρέπει νὰ συμμετέχουμε στὴν μεγάλη λειτουργία τοῦ σύμπαντος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ εἴμαστε ἐλεήμονες στοὺς ἀδελφούς μας. Νὰ μὴ ἐνθυμούμαστε τὸ τί μᾶς ἔκαναν οἱ ἄλλοι. Πρέπει ὅλα νὰ εἶναι μεταμορφωμένα. Ὄχι μόνον νὰ «παρακολουθοῦμε» τὴν θεία Λειτουργία, ἀλλὰ νὰ φεύγουμε λειτουργημένοι καὶ νὰ συνεχίζουμε τὴν θεία Λειτουργία στὴν ζωή μας. Ὅ,τι λειτουργεῖται αὐτὸ λειτουργεῖ σωστὰ καὶ ὅ,τι προσφέρεται αὐτὸ προσφέρει. Ἡ περίπτωση Χριστιανῶν, ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ μίσος καὶ τὴν ἐκδίκησι φανερώνει ὅτι δὲν ἔχουν λειτουργηθεῖ. Ἔμειναν λίγες ὧρες στὸν Ναό, χωρὶς νὰ καταλάβουν τίποτε.

 Τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος

.         Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀχαρίστου δούλου δείχνει καθαρὰ τὸ περιεχόμενο τοῦ Ὀρθοδόξου ἤθους. Ὅταν λέμε ἦθος δὲν ἐννοοῦμε ἁπλῶς τὴν «ἠθική», τὴν ὁποία πολλοὶ ἐπιμένουν μονομερῶς νὰ τονίζουν, οὔτε τοὺς ἐξωτερικοὺς καλοὺς τρόπους συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ τὴν στάσι ποὺ πρέπει νὰ τηροῦμε ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ ἀπέναντι στὸν συνάνθρωπο. Ἀπὸ τὴν στάσι αὐτὴ δείχνουμε κατὰ πόσο ἔχουμε ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα. Μποροῦμε νὰ ποῦμε μὲ βεβαιότητα, ὅτι αὐτὴ συνδέεται στενὰ μὲ τὸ ἔλεος. Στεκόμαστε μπροστὰ στὸν Θεὸ γιὰ νὰ ζητήσουμε ἔλεος γιὰ τὸ πλῆθος τῶν παραπτωμάτων μας, γιὰ τὴν ἐκδαπάνησι πολλῶν χαρισμάτων, ποὺ μᾶς ἔδωσε καὶ πλησιάζουμε τοὺς ἀδελφούς μας γιὰ νὰ προσφέρουμε ἔλεος. Εἶναι παρατηρημένο ὅτι ὅσοι ἔχουν αἰσθήσεις πνευματικὲς καὶ συλλαμβάνουν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ σκορπᾶνε ἔλεος συνεχῶς στοὺς ἀδελφούς τους. Οἱ φιλόθεοι εἶναι καὶ φιλάνθρωποι.
.         Ἐμεῖς ὅμως δὲν ἔχουμε ὀρθόδοξο ἦθος καὶ κάνουμε δυστυχῶς τὸ ἀντίθετο. Ὅλη ἡ σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη ζωὴ δὲν πλησιάζει τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ζητήση ἔλεος (γιατί δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη) οὔτε πλησιάζει τοὺς ἀδελφούς, γιὰ νὰ προσφέρη ἔλεος. Ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὸν Θεό, εἴμαστε ἀπομακρυσμένοι καὶ ἀπὸ τὸν ἀδελφό. Ἔτσι ἐξηγεῖται ὅτι εἴμαστε σκληροὶ καὶ ἀνάλγητοι πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας. Τὸ δὲ φοβερότερο εἶναι ὅτι ὅσοι φωνάζουν γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ εἶναι «καθὼς πρέπει» ἄνθρωποι, εἶναι οἱ πιὸ σκληροί. Δὲν συγκινοῦνται ἀπὸ τὰ ἀτομικὰ ἢ ὁμαδικὰ ἐγκλήματα, ἀφοῦ δὲν ἐξυπηρετοῦν τὰ δικά τους συμφέροντα.
.         Αὐτὸ τὸ κακὸ ἔχει δυστυχῶς μεταφερθεῖ καὶ μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ποὺ αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκκλησιασθοῦμε, δὲν ἔχουμε ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ ἦθος. Ἡ πορεία μας πρὸς τὸν Θεὸ γίνεται μᾶλλον γιὰ νὰ ἐπιβραβεύση τὶς «ἀρετὲς» ποὺ νομίζουμε πὼς ἔχουμε. Καὶ ἡ πορεία μας πρὸς τὸν ἀδελφὸ γίνεται γιὰ νὰ  ἐπιβληθοῦμε. Διαρκῶς ζητοῦμε ἢ δίνουμε ἐξηγήσεις, κάνουμε μεγάλες συζητήσεις μὲ σκοπὸ νὰ δικαιολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ ἐπιβάλλουμε τὶς ἀπόψεις μας. Ἐνῶ λέμε πολλὲς ὀρθόδοξες, πατερικὲς ἀπόψεις δὲν ἔχουμε μετάνοια καὶ ἀληθινὴ ταπείνωσι. Δὲν ἀγαποῦμε τὸν ἀδελφό. Δὲν εἴμαστε διατεθειμένοι νὰ συγχωρήσουμε ὅ,τι μᾶς ἔκανε. Ὁπότε δὲν ἔχουμε ὀρθόδοξο ἦθος.

 Εὐαισθησία

.         Ἡ περίπτωσι τοῦ ἀχαρίστου δούλου μᾶς φανερώνει καὶ μία ἄλλη πτυχή. Ὁ δοῦλος ἦταν σκληρόκαρδος. Δὲν εἶχε καθόλου εὐαίσθητη καρδιά, γιὰ νὰ συγκινηθῆ ἀπὸ τὸν πόνο τοῦ ἄλλου. Ἐπειδὴ οἱ νέοι ζοῦν σὲ μία «λογικὴ» κοινωνία, ποὺ εἶναι γεμάτη σκληρότητα καὶ συμφέρον, ἀναζητοῦν κάτι εὐαίσθητο. Κάνουν μία προσπάθεια γιὰ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν σκληρὸ κλοιὸ τῆς ὑποκρισίας καὶ τῆς ἀπανθρωπίας. Θέλουν νὰ γίνουν εὐαίσθητοι ἄνθρωποι. Καὶ τὸ ἐπιχειροῦν μὲ διαφόρους τρόπους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πέφτουν σὲ διάφορες πλάνες.
.         Ὅταν ὅμως μιλᾶμε γιὰ εὐαισθησία δὲν ἐννοοῦμε μία συναισθηματικὴ κατάστασι ἢ ὅταν λέμε καρδιὰ δὲν ἐννοοῦμε ἕνα συναίσθημα ἢ ὅταν μιλᾶμε γιὰ διαφυγὴ ἀπὸ τὴν ψυχρότητα τῆς λογικῆς, δὲν ἐννοοῦμε ἕνα πέρασμα στὴν χώρα τοῦ ὀνείρου καὶ τῶν ψευδαισθήσεων, οὔτε τὴν κίνησι στὸν χῶρο στὸν ὁποῖον βρισκόμασταν πρὶν ἔλθουμε στὴν ὕπαρξι, γιατί αὐτὸ εἶναι αὐτοκτονία καὶ αὐτοκαταστροφή. Ἐννοοῦμε κυρίως τὴν ἔλευσι τῆς θείας Χάριτος στὴν καρδιά. Ἡ καρδιά, ὅταν καθαρίζεται, γίνεται τρομερὰ εὐαίσθητη, συλλαμβάνει ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ κόσμου καὶ μὲ πόνο ποὺ εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εἰρήνη προσεύχεται γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Σὰν πομπὸς συλλαμβάνει τὸν πόνο τοῦ κόσμου καὶ διὰ τῆς προσευχῆς προσφέρει ἀποτελεσματικὴ βοήθεια.
.         Νὰ κάνουμε προσπάθεια νὰ νοιώθουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τότε θὰ γίνουμε πραγματικοὶ ἐλεήμονες. Θὰ ἔχουμε πνευματικὴ εὐαισθησία, θὰ βιώνουμε τὸ ὀρθόδοξο ἦθος καὶ δὲν θὰ εἴμαστε ἀχάριστοι καὶ σκληροὶ δοῦλοι.

,

Σχολιάστε

ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ ΤΟΥ ΜΗ ΑΠΟΘΑΝΕΙΝ (Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ κοινωνῆ τακτικὰ “μετὰ φόβου Θεοῦ…”)

«Ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν»

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»
(τ. 4244, 23.02.2012)

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.      «Διάβασα γιὰ τὴν συνεχῆ θεία Κοινωνία, δηλαδή, ὅτι οἱ Χριστιανοί, κανονικά, πρέπει νὰ μεταλαμβάνουν σὲ κάθε θεία Λειτουργία. Ἄλλωστε, ὅπως γράφετε, αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός της καὶ γι’ αὐτὸ ὁ διάκονος ἢ ὁ ἱερεὺς ἐξέρχεται κάθε φορὰ μὲ τὸ ἅγιο Ποτήριο καὶ προσκαλεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ κοινωνήσουν “μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης”. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο, νομίζω, πὼς εἶναι τὸ δύσκολο. Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ κοινωνῆ τακτικὰ “μετὰ φόβου Θεοῦ…” ἢ ὅπως λέει ἡ εὐχὴ ”ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως”; Δὲν κινδυνεύει νὰ πέση στὴν καταδίκη τοῦ “κρίματος” γιὰ τὸ ὁποῖο κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος»;

.         Εἶναι γεγονός, πὼς γιὰ νὰ κοινωνήση ὁ πιστός, γιὰ νὰ πάρη μέσα του τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὸ «φάρμακον ἀθανασίας», τὸ «ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν», χρειάζεται πρῶτα-πρῶτα ἡ ἀνάλογη πνευματικὴ προετοιμασία. «Τῇ μυστικῇ ἐν φόβῳ τραπέζῃ προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς, τὸν ἄρτον ὑποδεξώμεθα…» Πλησιάζουμε τὴν ἁγία Τράπεζα, γιὰ νὰ λάβουμε τὰ ἄχραντα μυστήρια, τὸ ἅγιο Σῶμα καὶ τὸ τίμιο Αἷμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μὲ φόβο Θεοῦ καὶ καθαρὲς τὶς ψυχές. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὴν συχνότητα τῆς προσελεύσεως. Μπορεῖ κανεὶς νὰ μεταλαμβάνη ἀραιά, δύο ἢ τρεῖς φορὲς τὸ χρόνο ἀπὸ συνήθεια καὶ χωρὶς καμιὰ προετοιμασία.  Ἢ ὁ ἄλλος νὰ κοινωνῆ συχνὰ καὶ πάντοτε νὰ προετοιμάζεται μὲ τὸν κατάλληλο τρόπο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος θέτει ὡς βασικὴ ἀρχὴ τὴν καθαρὴ συνείδηση, τὴν ἁγνὴ καρδιὰ καὶ τὴν προσπάθεια γιὰ μιὰ ζωὴ σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, τονίζει, πρέπει πάντοτε νὰ κοινωνοῦμε καὶ χωρὶς αὐτὲς οὔτε μιὰ φορά.
.      Πρῶτος ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει τὶς συνέπειες ἀπὸ τὴν χωρὶς προετοιμασία προσέλευσή μας στὴν θεία Εὐχαριστία. «Διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοὶ» (Α´ Κορ. ια´ 30). Διότι κοινωνεῖτε ἀπροπαρασκεύαστοι, χωρὶς συναίσθηση τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου, γι’ αὐτὸ ὑπάρχουν ἀνάμεσά σας πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ ἔχουν ἀπὸ αὐτὴ τὴν αἰτία πεθάνει ἀρκετοί. Καὶ εἶναι ἑπόμενο. Τὸ ἀπροετοίμαστο δείχνει ἀσέβεια καὶ περιφρόνηση σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ποὺ μὲ τὴ θεία Κοινωνία λαμβάνουμε μέσα στὴν ψυχή μας. Μιὰ τέτοια περιφρόνηση, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μείνη χωρὶς συνέπειες; «Ὁ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α´ Κορ. ια´ 29). Ἔτσι «τὸ πλούσιο αὐτὸ πνευματικὸ τραπέζι ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀναβλύζει ἡ αἰώνια ζωή, γίνεται καταδίκη, ὄχι ἐξ αἰτίας του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κακὴ προαίρεση τῶν προσερχομένων» (Χρυσόστομος).
.      Ὁ ἴδιος μεγάλος Πατέρας, ποὺ τονίζει τὸ δέος τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ μᾶς διακατέχη, τονίζει καὶ τὴν ἀνάγκη τῆς τακτικῆς προσελεύσεως. «Δὲν βλέπετε, λέει, μὲ πόση ὁρμὴ τὰ βρέφη καρφώνονται στὸ στῆθος τῆς μητέρας τους γιὰ νὰ θηλάσουν; Μὲ τὴν ἴδια προθυμία πρέπει κι ἐμεῖς νὰ σπεύδουμε στὸ πνευματικὸ Ποτήρι… Καὶ μιὰ νὰ εἶναι ἡ ὀδύνη μας, ὅταν δὲν μετέχουμε στὴν τροφὴ αὐτή». Χρειάζονται οἱ προϋποθέσεις. Καὶ ἡ πρώτη καὶ βασικὴ γιὰ τὴν ἀνένοχη καὶ ἀκατάκριτη συμμετοχή μας εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ συγχωρητικότητα. Παίρνοντας ἀφορμὴ πάλι ὁ Χρυσόστομος ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, ποὺ πλησιάζει, ἔλεγε στὴν 20η ὁμιλία του στοὺς Ἀνδριάντες: «Κανένας, μὰ κανένας, δὲν ἀτιμάζει τόσο τὴν ἱερὴ αὐτὴ πανήγυρι, ὅσο ἐκεῖνος ποὺ τὴν γιορτάζει, ἐνῶ ἔχει μέσα του μνησικακία. Ἀκόμη περισσότερο, οὔτε κἂν νὰ τὴν γιορτάση μπορεῖ, ἔστω κι ἂν μείνη δέκα μέρες τελείως νηστικός. Γιατί ὅπου ὑπάρχει ἔχθρα καὶ ἀντιπάθεια οὔτε νηστεία οὔτε γιορτὴ μπορεῖ νὰ γίνη. Μήπως τολμᾶς μὲ ἄπλυτα χέρια νὰ ἀγγίξης τὴν ἱερὴ θυσία, ἔστω κι ἂν εἶναι πολλὴ ἀνάγκη; Μή, λοιπόν, πλησιάζης μὲ ἀκάθαρτη ψυχή, γιατί αὐτὸ εἶναι πολὺ χειρότερο καὶ φέρνει πιὸ μεγάλη κόλαση. Διότι τίποτε δὲν γεμίζει τὴν σκέψη μὲ τόση ἀκαθαρσία, ὅσο ἡ ὀργὴ ποὺ μένει συνέχεια μέσα μας».
.        Καὶ συνεχίζει: «Σᾶς τὸ λέω, λοιπόν, προκαταβολικὰ καὶ διαμαρτύρομαι καὶ τὸ φωνάζω δυνατά. Κανένας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἐχθρό, ἂς μὴ πλησιάζη στὴν ἱερὴ τράπεζα καὶ ἂς μὴ δέχεται τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ὅποιος πλησιάζει νὰ μὴν ἔχη ἐχθρό. Ἔχεις ἐχθρό; Νὰ μὴν προσέλθης. Θέλεις νὰ προσέλθης; Συμφιλιώσου καὶ τότε νὰ προσέλθης καὶ νὰ ἀγγίξης τὸ ἱερό. Δὲν τὰ λέω ἐγὼ αὐτά, ἀλλὰ ὁ Κύριος ποὺ σταυρώθηκε γιὰ μᾶς. Αὐτὸς γιὰ νὰ σὲ συμφιλιώση μὲ τὸν Πατέρα δὲν δίστασε νὰ θυσιασθῆ καὶ νὰ χύση τὸ αἷμα Του. Καὶ σὺ γιὰ νὰ συμφιλιωθῆς μὲ τὸν συνάνθρωπό σου οὔτε λέξη θέλεις νὰ πῆς καὶ πρῶτος νὰ τρέξης»;
.      Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τὴν μνησικακία τὴν θεωρεῖ ἀπὸ ἀπόψεως κωλύματος γιὰ τὴν θεία Κοινωνία, ὅπως τὴν πορνεία καὶ τὴν βλασφημία: «Ὡς τὸν πορνεύοντα καὶ τὸν βλασφημοῦντα ἀμήχανον (ἀδύνατον) μετασχεῖν τῆς ἱερᾶς Τραπέζης οὕτω τὸν ἐχθρὸν ἔχοντα καὶ μνησικακοῦντα ἀδύνατον ἀπολαῦσαι κοινωνίας ἁγίας˙ καὶ μάλιστα εἰκότως». Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Ἡ θεία Κοινωνία δὲν εἶναι γιὰ τοὺς ἀναμάρτητους. Εἶναι γιὰ τοὺς ἀγωνιστές. Γι’ αὐτοὺς ποὺ πέφτουν καὶ σηκώνονται καὶ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἐνίσχυση. Εἶναι γιὰ τοὺς τραυματίες ποὺ ἔχασαν αἷμα καὶ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ μετάγγιση, γιὰ νὰ συνεχίσουν τὴν ἀγωνιστικὴ πορεία τους.

, ,

Σχολιάστε

ΜΑΘΕΤΕ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΗΤΕ! (Κυρ. Τῆς Τυρινῆς)

, , ,

Σχολιάστε

«Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΩΦΕΛΕΙ» (Ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομος)

Κυριακὴ ΙΑ´ Ματθαίου:

Ὁμιλία εἰς τὴν Παραβολὴν τοῦ τὰ μύρια τάλαντα ὀφείλοντος
καὶ τὰ ἑκατὸ δηνάρια ἀπαιτοῦντος

Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Ἀρχιεπ. Κων/λεως τοῦ Χρυσοστόμου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”,
σελ. 229-242,
Ἔκδ. Ἱ. Κελλίου Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη,
Ἅγιον Ὄρος, 2006

.       (…) Μὴ δυσανασχετήσετε ὅμως γιὰ τὸ μῆκος αὐτῶν ποὺ πρόκειται νὰ λεχθοῦν· διότι θέλω νὰ σᾶς διδάξω κάποια θαυμαστὴ κιθαρωδία, μεταχειριζόμενος ὄχι λύραν ἄψυχον, ἀλλὰ τείνοντας ἀντὶ χορδῶν τὶς ἱστορίες τῶν Γραφῶν καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως στὴν περίπτωση τῆς κιθάρας δὲν ἀρκεῖ μόνον μία χορδὴ γιὰ νὰ προκληθεῖ μελωδία, ἀλλὰ πρέπει ὅλες νὰ κτυπηθοῦν μὲ τὸν ρυθμὸ ποὺ ταιριάζει, ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση τῆς ψυχικῆς ἀρετῆς δὲν ἀρκεῖ γιὰ τὴν σωτηρία μας μόνον ἕνας νόμος, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς τηροῦμε ὅλους μὲ ἀκρίβεια, ἐὰν βέβαια ἔχομε διάθεση νὰ ἐπιτύχουμε πραγματικὴ μελωδία.
.       Ἔμαθε τὸ στόμα σου νὰ μὴν ὁρκίζεται; ἔχει ἀσκηθεῖ ἡ γλώσσα σου νὰ λέγει σὲ κάθε περίσταση «ναὶ» καὶ «οὐ» (Ματθ. ε΄ 37); Ἂς μάθη νὰ ἀποφεύγει καὶ κάθε κακολογία καὶ νὰ δείχνει περισσότερο ἐνδιαφέρον γι᾽ αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἐπειδὴ χρειάζεται καὶ περισσότερο ἐνδιαφέρον γι᾽ αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἐπειδὴ χρειάζεται καὶ περισσότερο κόπο ἐκ μέρους μας. Καὶ αὐτὸ διότι ἐκεῖ εἶχε νὰ νικήσει ἁπλῶς μία συνήθεια, ἐνῶ στὴν περίπτωση τῆς ὀργῆς χρειάζεται μεγαλύτερο ἀγώνα, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι πάθος τυραννικὸ καὶ πολλὲς φορὲς παρασύρει ὅσους δὲν ἔχουν νῆψι καὶ τοὺς γκρεμίζει στὸ βάραθρο τῆς ἀπωλείας.
.       Ποῦ λοιπὸν ὁμίλησε ὁ Κύριος γιὰ τὴν ὀργὴ καὶ τὴν μνησικακία; Καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα σημεῖα, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως στὴν παραβολὴ αὐτὴ ποὺ εἶπε στοὺς μαθητές, ἀρχίζοντας κάπως ἔτσι: «Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνάραι λόγον (νὰ λογαριασθεῖ) μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων…»· πρέπει ὅμως νὰ ποῦμε γιὰ ποιὸ λόγο ἄρχισε μὲ τὴν αἰτιολογία· πράγματι δὲν εἶπε ἁπλῶς «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» ἀλλὰ «διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».  Γιὰ ποιό λόγο λοιπὸν προηγεῖται ἡ αἰτία; Στοὺς μαθητές του μιλοῦσε περὶ ἀνεξικακίας καὶ τοὺς δίδασκε ὅτι πρέπει νὰ συγκρατοῦμε τὴν ὀργὴ καὶ νὰ μὴν δίδουμε πολλὴ σημασία στὶς ἀδικίες ποὺ μᾶς γίνονται ἀπὸ ἄλλους, λέγοντας ἔτσι: «ἐὰν ἁμάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν μεταξύ σου καὶ αὐτοῦ μόνου· ἐάν σου ἀκούςῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου» (Ματθ. ιη΄15).

.       Αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια ἔλεγε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὲς καὶ τοὺς δίδασκε νὰ φιλοσοφοῦν τὰ πράγματα, ὅταν ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος του χοροῦ τῶν Ἀποστόλων, τὸ στόμα τῶν μαθητῶν, ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας, τὸ στερέωμα τῆς πίστεως, τὸ θεμέλιό της ὁμολογίας, ὁ ἁλιεὺς τῆς οἰκουμένης, αὐτὸς ποὺ ἀνέβασε τὸ γένος μας ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς πλάνης στὸν οὐρανό, ὁ πάντοτε θερμὸς καὶ γεμάτος ἀπὸ παρρησία, ἢ μᾶλλον ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀπὸ παρρησία, ἐνῶ ὅλοι σιωποῦσαν προσῆλθε στὸν διδάσκαλο καὶ λέγει: «ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἀφήσω αὐτῶ; ἕως ἑπτάκις;» (Μάτθ. ἰη΄ 21). Ἐρωτᾶ μαζὶ καὶ ὑπόσχεται, καὶ πρὶν μάθει ἐκδηλώνει τὴν φιλοτιμία του. Διότι γνωρίζοντας σαφῶς τὴν διάθεση τοῦ διδασκάλου, ὅτι πάντα ρέπει πρὸς φιλανθρωπία, καὶ μάλιστα ὅτι χαρίζεται πιὸ πολὺ σ΄ αὐτὸν ποὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους παραβλέπει τὰ ἁμαρτήματα τῶν συνανθρώπων του καὶ δὲν τὰ ἐξετάζει μὲ κακὴ διάθεση, θέλοντας νὰ ἀρέσει στὸ νομοθέτη, λέγει, «ἕως ἑπτάκις;».
.       Ἔπειτα γιὰ νὰ μάθεις τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ τί ὁ Θεὸς καὶ πῶς ἡ γενναιοδωρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου καὶ ἂν φθάσει, συγκρινομένη μὲ τὸν πλοῦτο τοῦ Θεοῦ εἶναι πιὸ ἀσήμαντη ἀπὸ κάθε πτωχεία, καὶ ὅτι ὅσον ἀπέχει μία σταγόνα ἀπὸ τὸ ἀπέραντο πέλαγος, τόσον ἀπέχει ἡ ἰδική μας ἀγαθότητα ἀπὸ τὴν ἀνέκφραστο φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὁ Πέτρος εἶπε «ἕως ἑπτάκις» καὶ νόμισε πὼς ἔδειξε μεγάλη φιλοτιμία καὶ γενναιοδωρία, ἄκουσε τί τοῦ λέγει: «οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ᾽ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά»· μερικοὶ νομίζουν ὅτι ἐννοοῦσε ἑβδομήντα ἑπτὰ φορές, δὲν εἶναι ὅμως τόσες, ἀλλὰ παρ᾽ ὀλίγον πεντακόσιες· διότι ἑβδομήντα φορὲς τὸ ἑπτὰ εἶναι τετρακόσια ἐνενήντα.
.       Καὶ μὴ νομίσεις ὅτι εἶναι δύσκολη ἡ προσταγή, ἀγαπητέ. Ἐπειδὴ ἐὰν συγχωρήσεις μία καὶ δύο φορὲς τὴν ἡμέρα αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι σκληρὸς σὰν πέτρα, καὶ ἂν ἀκόμη αὐτὸς ποὺ σὲ λύπησε εἶναι ἀγριότερος ἀπὸ τοὺς δαίμονες, δὲν θὰ εἶναι τόσον ἀναίσθητος, ὥστε νὰ πέσει πάλι στὰ ἴδια, ὅμως π τν συχνότητα τς συγχωρήσεως θ συνετισθε κα θ γίνει καλύτερος κα πι πιεικής. Καὶ σὺ πάλιν, ἐὰν εἶσαι προετοιμασμένος νὰ περιφρονεῖς τόσες φορὲς τὰ ἁμαρτήματα ποὺ γίνονται ἐναντίον σου, ἀφοῦ ἐξασκηθεῖς ἀπὸ τὴν πρώτη καὶ δεύτερη καὶ τρίτη συγχώρηση, δὲν θὰ σοῦ εἶναι κοπιαστικὴ πλέον αὐτὴ ἡ φιλοσοφία, φο μία γι πάντα κπαιδεύθηκες π τν συχνότητα τς συγχωρήσεως ν μ βλάπτεσαι καθόλου π τ μαρτήματα το πλησίον σου.
.       Μόλις τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Πέτρος ἔμεινε ἐμβρόντητος, ἐπειδὴ φρόντιζε ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ ὁ Κύριος ἐπρόκειτο νὰ τοῦ ἐμπιστευθεῖ. Γιὰ νὰ μὴ κάνει λοιπὸν τὸ ἴδιο ποὺ εἶχε κάνει καὶ σὲ ἄλλες ἐντολές, τοῦ ἀπέκλεισε προκαταβολικῶς κάθε ἐρώτηση. Καὶ τί ἔκανε στὶς ἄλλες ἐντολές; Ἂν κάποτε πρόσταζε ὁ Χριστὸς κάτι ποὺ φαινόταν δύσκολο, ἔσπευδε καὶ ρωτοῦσε πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ μάθει περὶ τῆς ἐντολῆς. Πράγματι, ὅταν πλησίασε ὁ πλούσιος καὶ τὸν ρώτησε περὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ ἔμαθε πῶς ἀποκτᾶται ἡ τελειότητα, «ἀπῆλθε λυπούμενος» ἐξ αἰτίας τῶν χρημάτων, ὁ δὲ Χριστὸς εἶπε: «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος διελθεῖν, ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν εἰσελθεῖν» (Μάρκ. ι´ 25). Τότε ὁ Πέτρος, ἂν καὶ εἶχε ἀπογυμνώσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα καὶ δὲν τοῦ εἶχε μείνει πλέον οὔτε ἀγκίστρι, ἀφοῦ εἶχε ἐγκαταλείψει καὶ τὴν τέχνη καὶ τὸ πλοιάριό του, παρ᾽ ὅλα ταῦτα πλησίασε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ρώτησε: «Καὶ τίς δύναται σωθῆναι»;
.       Πρόσεχε τὴν μετριοφροσύνη ἀλλὰ καὶ τὴν θέρμη τοῦ μαθητοῦ· διότι δὲν εἶπε «ἀδύνατα πράγματα προστάζεις, δύσκολη ἡ προσταγή, φοβερὸς ὁ νόμος», οὔτε σιώπησε, ἀλλὰ ἔδειξε καὶ τὴν στοργή του γιὰ τοὺς ἄλλους, καὶ συγχρόνως ἀπένειμε τὴν ὀφειλομένη τιμὴ πρὸς τὸν διδάσκαλο, λέγοντας· «Καὶ τίς δύναται σωθῆναι»; Ἐνῶ ἀκόμη δὲν εἶχε γίνει ποιμένας, εἶχε ψυχὴ ποιμένος, καὶ ἐνῶ ἀκόμη δὲν τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἡ ἐξουσία ἔδειχνε τὴν μέριμνα ποὺ ἁρμόζει σὲ ἄρχοντα, φροντίζοντας γιὰ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Ἐὰν ἦταν πλούσιος καὶ διέθετε πολλὰ χρήματα, ἴσως θὰ ἔλεγε κάποιος ὅτι ἔκαμνε τὴν ἐρώτηση αὐτὴ μεριμνώντας ὄχι γιὰ τοὺς ἄλλους ἀλλὰ γιὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ φροντίζοντας γιὰ τὰ ἰδικά του. Τώρα ὅμως ἡ πενία του τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑποψία, καὶ ἀποδεικνύει ὅτι μεριμνοῦσε καὶ ἤθελε νὰ μάθει τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων.  Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἐνθαρρύνοντάς τον τοῦ εἶπε: «τὰ ἀδύνατα παρ᾽ ἀνθρώποις, παρὰ τῷ Θεῷ δυνατά ἐστι». Μὴ νομίσεις, ὅτι ἐγκαταλείπεσθε ἔρημοι· ἐγὼ συμπαρίσταμαι στὴν προσπάθειά σας αὐτὴν καὶ κάνω τὰ ἀκατόρθωτα κατορθωτὰ καὶ μάλιστα εὔκολα. Ὅταν πάλιν ὁ Χριστὸς ὁμιλοῦσε γιὰ τὸν γάμο καὶ τὴν γυναίκα καὶ ἔλεγε «ὁ ἀπολύων γυναίκα παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχάσθαι» (Μάτθ. ε´ 32) καὶ συνεβούλευε νὰ ὑπομένει κανεὶς κάθε κακία τῆς γυναικὸς ἐκτὸς μόνον ἀπὸ τὴν πορνεία, ὁ Πέτρος, ἐνῶ οἱ ἄλλοι σιωποῦσαν, πλησίασε τὸν Χριστὸ καὶ τοῦ εἶπε: «εἰ οὗτός ἐστιν ἡ αἰτία (σχέσις) τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τῆς γυναικός, οὐ συμφέρει γαμῆσαι (νὰ ἔλθη κανεὶς σὲ γάμο)». Πρόσεχε καὶ ἐδῶ πὼς καὶ τὴν τιμὴ ποὺ ἁρμόζει σὲ διδάσκαλο ἀπέδωσε, καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων φρόντισε, χωρὶς καὶ ἐδῶ νὰ μεριμνᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Γιὰ νὰ μὴν εἰπεῖ λοιπὸν καὶ τώρα κάτι παρόμοιο, ἀνέτρεψε μὲ τὴν παραβολὴ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀντίρρησή του. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ Εὐαγγελιστὴς εἶπε: «διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνάραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ», δείχνοντας ὅτι γι’ αὐτὸ λέγει τὴν παραβολὴν αὐτή, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι καὶ ἂν «ἑβδομηκοντάκις ἑπτὰ» τὴν ἡμέρα συγχωρεῖς στὸν ἀδελφό σου τὰ ἁμαρτήματά του, δὲν ἔκαμες ἀκόμη τίποτε μεγάλο, ἀλλὰ ὑστερεῖς πολύ, ἀπερίγραπτα ἀπὸ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ δὲν δίδεις τόσον ὅσο λαμβάνεις.
.       Ἂς ἀκούσουμε λοιπὸν μὲ προσοχὴ τὴν παραβολή· διότι ἂν καὶ φαίνεται πὼς ἀπὸ μόνη της εἶναι σαφής, ἔχει ὅμως κρυμμένο μέσα της καὶ κάποιον ἀνέκφραστο θησαυρὸ νοημάτων. «Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἠθέλησε συνάραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ». Μὴ προσπεράσεις ἐπιπόλαια τὴν φράση, ἀλλὰ ἀνάπτυξε παρακαλῶ τὸ δικαστήριο ἐκεῖνο καί, εἰσερχόμενος στὴν συνείδησή σου, ἀναλογίσου ὅσα ἔχεις πράξει σὲ ὅλη σου τὴν ζωή· καὶ ὅταν ἀκούσης ὅτι λογαριάζεται μὲ τοὺς δούλους του, νὰ σκεφθεῖς ὅτι ἐννοεῖ καὶ βασιλεῖς, καὶ στρατηγούς, καὶ ἐπάρχους, καὶ πλουσίους καὶ πτωχούς, καὶ δούλους καὶ ἐλευθέρους: «Πάντας γὰρ ἠμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ»… (Β΄ Κορ. ε΄ 10). Βάλε μὲ τὸν νοῦ σου πῶς θὰ εἶναι τότε τὸ δικαστήριο, ἀναλογίσου ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἔχεις κάμει. Καὶ ἂν μάλιστα ἐσὺ λησμονήσεις ὅσα ἐπλημέλησες, ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὰ λησμονήσει ποτέ, ἀλλὰ θὰ τὰ στήση ὅλα ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας, ἐὰν δὲν προλάβομε νὰ τὰ ἐξαλείψομε τώρα μὲ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὸ νὰ μὴ μνησικακοῦμε ποτὲ πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας. Γιὰ ποιό λόγο ὅμως κάμει τὸ λογοθέσιον; Ὄχι ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀγνοεῖ (πῶς θὰ ἀγνοοῦσε αὐτὸς ποῦ γνωρίζει τὰ πάντα πρὶν γίνουν;), ἀλλὰ γιὰ νὰ πείσει ἐσὲ τὸν δοῦλο του ὅτι δικαίως ὀφείλεις αὐτὸ ποὺ ὀφείλεις. Ἢ καλλίτερα ὄχι μόνον γιὰ νὰ μάθεις, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ καθαριστεῖς τελείως· ἐπειδὴ καὶ τὸν προφήτη γι’ αὐτὸ τὸν πρόσταξε νὰ λέγει τὰ ἁμαρτήματα τῶν Ἰουδαίων: Διότι λέγει «λέγε τὰς ἀνομίας αὐτῶν τῷ οἴκῳ Ἰακὼβ καὶ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ» (Ἠσ. νη΄ 1) ὄχι μόνον γιὰ νὰ ἀκούσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ διορθωθοῦν.
.       «Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν, προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων» [Ἡ ἀνωτάτη νομισματικὴ μονάς. Ἕνα τάλαντο στὴν Ἑλλάδα τοῦ 4ου π.Χ. αἰῶνος ἰσοδυναμοῦσε μὲ 42,5 κιλὰ χρυσοῦ]. Ἆραγε πόσα τοῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ, ἀφοῦ κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ὁ ὄγκος τοῦ χρέους· καὶ δὲν ἦταν μόνον αὐτὸ τὸ φοβερό, ἀλλὰ τὸ ὅτι τὸν ἔφεραν καὶ πρῶτο στὸν Κύριό του. Ἐπειδή, ἐὰν μὲν τὸν ἔφερναν ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ποὺ φάνηκαν εὐγνώμονες, δὲν θὰ ἦταν τόσο θαυμαστὸ τὸ νὰ μὴ ἐξοργισθεῖ ὁ Κύριος, ἐπειδὴ ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν προηγουμένων θὰ τὸν εἶχε κάνει ἡμερότερο πρὸς τοὺς ἀγνώμονες ποὺ ἠκολούθησαν· τὸ νὰ φανεῖ ὅμως ἀχάριστος αὐτὸς ποὺ εἰσῆλθε πρῶτος καὶ μολονότι φάνηκε τόσο ἀγνώμων νὰ ἀντιμετωπιστεῖ μὲ τόση φιλανθρωπία ἀπὸ τὸν Κύριό του, αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδιαιτέρως θαυμαστὸ καὶ παράδοξο.
.       Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν, ὅταν εὕρουν τοὺς ὀφειλέτες τους, χαίρονται σὰν νὰ εὑρῆκαν κυνήγι καὶ θήραμα καὶ κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ ἀπαιτήσουν ὅλο τὸ χρέος. Καὶ ἂν δὲ τὸ κατορθώσουν ἐξ αἰτίας τῆς πτωχείας τῶν ὀφειλετῶν, ἐκδηλώνουν τὴν ὀργή τους γιὰ τὰ χρήματα στὸ ταλαίπωρο σῶμα τῶν δυστυχῶν ἐκείνων, βασανίζοντας καὶ κτυπώντας καὶ προξενώντας σ’ αὐτὸ μύρια κακά. Ὁ Θεὸς ὅμως ἀντιθέτως, ἐπενόησε καὶ μετεχειρίσθη ὅλα τὰ μέσα, γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ χρέη. Διότι σὲ μᾶς, ὁ πλοῦτος εἶναι τὸ νὰ ἀπαιτήσομε τὰ ὀφειλόμενα, ἐνῶ γιὰ τὸ Θεό, εἶναι πλοῦτος τὸ νὰ συγχωρήσει. Ἐμεῖς, ὅταν λάβομε τὰ ὀφειλόμενα, τότε γινόμεθα εὐπορώτεροι· ἐνῶ ὁ Θεός, ὅταν συγχωρήσει τὰ ἁμαρτήματα, τότε κυρίως πλουτίζει. Ἐπειδὴ πλοῦτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος: «ὁ πλουτῶν εἰς πάντας, καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτὸν» (Ρωμ. ι΄ 12).
.       Ἀλλὰ ἴσως κάποιος εἰπεῖ: καὶ πὼς αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ χαρίσει καὶ νὰ συγχωρήσει τὰ ἀνομήματα διέταξε νὰ τὸν πωλήσουν; Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ φανερώνει πάρα πολὺ τὴν φιλανθρωπία του. Ὅμως ἂς μὴ βιαζώμεθα, ἀλλὰ ἂς προχωροῦμε μὲ τὴν σειρὰ στὴν διήγηση τῆς παραβολῆς: «Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι» λέγει. Τί σημαίνει «μὴ ἔχοντος αὐτοῦ ἀποδοῦναι». Πάλιν ἐπίτασιν ἀγνωμοσύνης· ἐπειδὴ ταν λέγει τι δν μποροσε ν τ πιστρέψει, δν ννοε τίποτε λλο παρ τι ταν στερημένος κατορθωμάτων κα δν εχε κανένα ργον γαθόν, γι ν λογαριασθε στν παλλαγ τν μαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, ὁπωσδήποτε λογαριάζονται τὰ κατορθώματα γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῶν ἁμαρτημάτων μας, ὅπως καὶ ἡ πίστη λογαριάζεται γιὰ δικαιοσύνη. «Τῷ γὰρ μὴ ἐργαζομένω, πιστεύοντι δὲ ἐπὶ τὸν (Θεὸν τὸν) δικαιοῦντα τὸν ἀσεβῆ, λογίζεται ἡ πίστις αὐτοῦ εἰς δικαιοσύνην» (Ρωμ. δ΄ 5). Καὶ τί λέγω γιὰ πίστη καὶ κατορθώματα, ἀφοῦ καὶ οἱ θλίψεις μας λογαριάζονται γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῶν ἁμαρτημάτων; Καὶ αὐτὸ τὸ φανερώνει ὁ Χριστὸς μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Λαζάρου, παρουσιάζοντας τὸν Ἀβραὰμ νὰ λέγει πρὸς τὸν πλούσιο, ὅτι ὁ Λάζαρος ἀπήλαυσε στὴν ζωή του τὰ κακὰ καὶ γι’ αὐτὸ ἐδῶ ηὗρε παρηγορία. Τὸ φανερώνει καὶ ὁ Παῦλος γράφοντας στοὺς Κορινθίους γιὰ ἐκεῖνον ποὺ πόρνευσε, πρὸς τοὺς ὁποίους λέγει τὰ ἑξῆς: «παράδοτε τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ» (Α΄ Κορ. ε΄ 5). Καὶ ἄλλους ἐπίσης ποὺ ἡμάρτησαν τοὺς παρηγορεῖ λέγοντας «διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι (ἐλαφρὰ καὶ βαρειὰ) καὶ κοιμῶνται ἱκανοί. Εἰ γὰρ ἑαυτοὺς ἐκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα· κρινόμενοι δὲ ὑπὸ Κυρίου, παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν» (Α΄ Κορ. ια΄ 30-32). Ἐὰν δηλαδὴ κρίναμε ἐμεῖς τοὺς ἑαυτούς μας, δὲν θὰ ἐκρινόμεθα· γι’ αὐτὸ κρινόμενοι ἀπὸ τὸν Κύριο παιδευόμεθα (ἐδῶ), γιὰ νὰ μὴ καταδικασθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν κόσμο. Καὶ ἐὰν ὁ πειρασμὸς καὶ ἡ νόσος καὶ ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ ἀφανισμὸς τοῦ σώματος, τὰ ὁποῖα ὑπομένουμε ἀκουσίως, χωρὶς νὰ τὰ δημιουργοῦμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, μᾶς λογαριάζονται στὴν ἐξάλειψη τῆς ἁμαρτίας, πολὺ περισσότερο τὰ κατορθώματα, τὰ ὁποῖα πραγματοποιοῦμε ἑκουσίως καὶ μὲ τὴν ἰδική μας προσπάθεια.

.       Αὐτὸς ὅμως καὶ στερημένος ἀπὸ κάθε ἀγαθὸν ἦταν, καὶ ἀφόρητο φορτίο ἁμαρτημάτων εἶχε· γι’ αὐτὸ λέγει «μὴ ἔχοντος αὐτοῦ ἀποδοῦναι, ἐκέλευσεν αὐτὸν πραθῆναι»· αὐτὸ μᾶς φανερώνει περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο τὴν φιλανθρωπία τοῦ Δεσπότου, ὅτι καὶ τὸν κάλεσε νὰ λογοδοτήσει καὶ νὰ πωληθεῖ διέταξε. Ἐπειδὴ καὶ τὰ δύο τὰ ἔκαμε, ὥστε αὐτὸς νὰ μὴ πωληθεῖ. Ἀπὸ ποῦ γίνεται αὐτὸ φανερό; Ἀπὸ τὸ τέλος· διότι ἂν ἤθελε νὰ πωληθεῖ αὐτός, ποῖος τοῦ τὸ ἀπαγόρευε; ποῖος τὸν ἐμπόδιζε;
.       Γιατί λοιπὸν διέταξε νὰ πωληθεῖ, ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο νὰ τὸ κάνει; Μ τν πειλ το αξησε τὸν φόβο γι ν τν παρακινήσει σ κεσία· τν παρεκίνησε δ σ κεσία, γι ν λάβει π ατ φορμ συγχωρήσεως. Βεβαίως ἠμποροῦσε καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν παράκληση νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ χρέος, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε γιὰ νὰ μὴ πέσει σὲ χειρότερα. Ἠμποροῦσε καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ λογοθέσιο νὰ δώσει τὴν συγχώρηση, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ γίνει ἀπανθρωπότερος καὶ ὠμότερος πρὸς τοὺς συνανθρώπους του ἀγνοώντας τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων του, γι’ αὐτὸ τὸν βοήθησε πρῶτα νὰ συνειδητοποιήσει τὸ μέγεθος τοῦ χρέους του, καὶ τότε τοῦ τὸ χάρισε ὅλο. Διότι ἐάν, ἀφοῦ πρῶτα ἔγινε ἡ λογοδοσία καὶ ἀπεκαλύφθη τὸ χρέος καὶ ἄκουσε τὴν ἀπειλή, καὶ ἔγινε φανερὰ ἡ καταδίκη τῆς ὁποίας ἦταν ἄξιος, φάνηκε τόσον ἄγριος καὶ σκληρὸς πρὸς τὸν συνδουλό του, σὲ πόση ἀγριότητα θὰ εἶχε φθάσει, ἂν τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶχε συμβεῖ;
.       Γι’ αὐτὸ τὰ ἔκαμνε ὅλα αὐτὰ ὁ Θεὸς καὶ τὰ ἐπιχειροῦσε, γιὰ νὰ συγκρατήσει ἐκ τῶν προτέρων ἐκείνη τὴν σκληρότητα. Ἐὰν ὅμως μὲ κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν διορθώθηκε, αἴτιος δὲν εἶναι ὁ διδάσκαλος, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐδέχθη τὴν διόρθωση.
.       Ἂς ἰδοῦμε ὅμως πῶς προσπαθεῖ νὰ θεραπεύσει τὴν πληγή. «Πεσὼν οὖν», λέγει, «παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ, παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾽ ἐμοί, καὶ πάντα σοὶ ἀποδώσω». Καὶ μάλιστα δὲν εἶπε ὅτι δὲν εἶχε νὰ τοῦ τὰ ἐπιστρέψει· ἔτσι ὅμως συνηθίζουν νὰ κάνουν ὅσοι χρεωστοῦν· καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπιστρέψουν τίποτε, ὑπόσχονται, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ παρόντα δεινά. ς κούσομε σοι ραθυμομε στν προσευχή, πόση εναι δύναμη τν παρακλήσεων. Ατς δν πέδειξε νηστεία, οτε κτημοσύνη, οτε τίποτε παρόμοιο, λλ ν καὶ ταν ρημος κα γυμνς π κάθε ρετή, πειδ μόνο παρεκάλεσε τν Κύριο, κατόρθωσε ν τὸν παρακινήσει σ εσπλαχνία. Ἂς μὴν ἀποκάμνομε λοιπὸν στὶς παρακλήσεις. Διότι ποῖος θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνει ἁμαρτωλότερος ἀπὸ αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τόσα ἀνομήματα, ἐνῶ κατόρθωμα δὲν εἶχε κανένα, οὔτε μικρόν, οὔτε μεγάλο; Δὲν εἶπε ὅμως μέσα του «δὲν ἔχω παρρησία, εἶμαι γεμάτος ἐντροπή, πῶς ἠμπορῶ νὰ τὸν πλησιάσω; πῶς ἠμπορῶ νὰ παρακαλέσω;», πράγμα ποὺ πολλοὶ ἐπιβεβαρυμένοι μὲ ἁμαρτίες τὸ λέγουν, πάσχοντες ἀπὸ διαβολικὴ εὐλάβεια. Σοῦ λείπει ἡ παρρησία; Γι’ αὐτὸ πλησίασε, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις παρρησία πολλή. Μήπως εἶναι ἄνθρωπος αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου, γιὰ νὰ ἐντραπεῖς καὶ νὰ κοκκινίσεις; Εἶναι ὁ Θεός, ποὺ περισσότερο ἀπὸ ἐσένα θέλει νὰ σὲ ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ ἀνομήματα. Δὲν ἐπιθυμεῖς ἐσὺ τόσον τὴν ἀσφάλειά σου, ὅσον ἐκεῖνος ποθεῖ τὴν σωτηρία σου. Καὶ αὐτὸ μᾶς τὸ δίδαξε μὲ τὰ ἴδια του τὰ ἔργα.
.       Δὲν ἔχεις παρρησία; Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἠμπορέσεις νὰ ἀποκτήσεις παρρησία, ἐπειδὴ ἔχεις αὐτὴν τὴν αἴσθησι· διότι μεγαλυτέρα παρρησία εναι τ ν μ νομίζεις τι χεις παρρησία. πως κριβς μεγαλυτέρα καταισχύνη εναι τ ν δικαιώνει κανες τν αυτό του νώπιον τοῦ Κυρίου· ἐκεῖνος εἶναι ἀκάθαρτος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὁ ἁγιώτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· ὅπως ἀκριβῶς δίκαιος γίνεται ἐκεῖνος ποὺ ἔπεισε τὸν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι ὁ τελευταῖος ἀπὸ ὅλους. Καὶ μάρτυρες γιὰ τὰ λεγόμενα εἶναι ὁ Φαρισαῖος καὶ ὁ Τελώνης. Μν πελπιζόμεθα λοιπν γι τς μαρτίες μας, οτε ν πογοητευόμεθα, ἀλλὰ ἂς προσερχώμεθα στὸ Θεό, ἂς γονατίζομε ἐνώπιόν του, ἂς παρακαλοῦμε, καθὼς ἔκαμε καὶ αὐτός, ἀφοῦ μέχρι τὸ σημεῖο αὐτὸ ἔδειξε τὴν καλή του διάθεση. Κα τ τι δν χασε τ θάρρος του, κα τ τι δν πελπίσθηκε, κα τ τι μολόγησε τς μαρτίες του, κα τ τι ζήτησε κάποια ναβολ κα παράταση, λα ατ εναι καλ κα φανερώνουν συντριβ διανοίας κα ψυχ ταπεινωμένη. Ατ πο κολούθησαν μως δν εναι μοια μ τ προηγούμενα. Διότι σα συγκέντρωσε μ τν κεσία, ατ τ σκόρπισε λα σ μία στιγμ μ τν ργ κατ το πλησίον.
.       Ἀλλὰ ἂς ἔλθομε πρῶτα στὸν τρόπον τῆς συγχωρήσεως· ἂς ἰδοῦμε πῶς τὸν ἀπήλλαξαν ἀπὸ τὸ χρέος καὶ ἀπὸ ποιὰ αἰτία ὁδηγήθηκε ὁ Κύριος σ’ αὐτό. «Σπλαγχνισθεὶς ὁ Κύριος αὐτοῦ», λέγει, «ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ». Ἐκεῖνος ἐζήτησε ἀναβολήν, αὐτὸς ἔδωσε συγχώρησι δηλαδὴ ἔλαβε περισσότερον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἐζήτησε. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος λέγει: «τῷ δυναμένῳ πάντα ποιῆσαι ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν». Διότι οὔτε νὰ φανταστεῖς δὲν ἠμπορεῖς τόσα πολλά, ὅσα ἐκεῖνος εἶναι ἕτοιμος νὰ σοῦ δώσει. Μὴν ἐντραπεῖς λοιπόν, μὴ κοκκινήσης· ἢ μᾶλλον νὰ ἐντρέπεσαι γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου, νὰ μὴν ἀπελπίζεσαι ὅμως, οὔτε νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τὴν προσευχή, ἀλλὰ πλησίασε, ἔστω καὶ νὰ τοῦ δώσεις τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιδείξει τὴν φιλανθρωπία του μὲ τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν σου. Ἐὰν ὅμως φοβηθεῖς νὰ τὸν πλησιάσεις, τότε ἐμπόδισες τὴν ἀγαθότητά του, συνεκράτησες τὴν ἀφθονία τῆς καλοσύνης του, ὅσον βεβαίως ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐσένα.
.       Ἂς μὴ δειλιάζομε λοιπόν, οὔτε νὰ διστάζομε στὶς προσευχές. Ἐπειδή, καὶ ἂν ἀκόμη πέσομε σ’ αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ βάραθρο τῆς κακίας, ἔχει τὴν δυνατότητα γρήγορα νὰ μᾶς ἀνασύρει ἀπὸ ἐκεῖ. Κανεὶς δὲν ἔκαμε τόσες ἁμαρτίες, ὅσες αὐτός· διότι πράγματι διέπραξε κάθε εἶδος πονηρίας· αὐτὸ φανερώνουν τὰ μύρια τάλαντα. Κανεὶς δὲν ἦταν τόσον ἔρημος ὅσον αὐτός, δὲν εἶχε νὰ πληρώσει τὸ χρέος του. Ἀλλ’ ὅμως αὐτὸν ποὺ εἶχε προδοθεῖ ἀπὸ παντοῦ, ἠμπόρεσε νὰ τὸν σώσει ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς. Καὶ ἔχει τόσο μεγάλες δυνατότητες ἡ προσευχή, θὰ εἰπεῖ κάποιος, ὥστε νὰ ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ποινὴ καὶ τὴν τιμωρία αὐτὸν ποὺ μὲ ἔργα καὶ μὲ μύριους τρόπους ἦλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Κύριο; Ναί, ἄνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες ἔχει. Διότι δὲν κατορθώνει αὐτὴ μόνη της τὰ πάντα, ἀλλ’ ἔχει σύμμαχο καὶ πολὺ μεγάλο βοηθὸ τὴν φιλανθρωπία τοῦ δεχομένου τὴν προσευχὴ Θεοῦ, ἡ ὁποία καὶ τὰ κατόρθωσε ὅλα στὴν περίπτωσιν αὐτήν, καὶ κατέστησε ἰσχυρὰ τὴν προσευχή. Αὐτὸ λοιπὸν ὑπονοοῦσε ὅταν ἔλεγε «σπλαγχνισθεὶς ὁ Κύριος αὐτοῦ ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ», γι ν μάθεις τι μαζ μ τν προσευχ κα πρν π τν προσευχ λα τ καμνε φιλανθρωπία το Κυρίου. «Ἐξελθὼν δὲ ἐκεῖνος εὗρε ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὄφειλε αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια· καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι, εἴ τι (ὅ,τι) ὀφείλεις». Ἄραγε τί θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξει αἰσχρότερο ἀπὸ αὐτό; ἐνῶ ἡ εὐεργεσία ἠχοῦσε ἀκόμη στὴν ἀκοή του, λησμόνησε τὴν φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου.
.       Βλέπεις πόσον μεγάλο ἀγαθὸν εἶναι τὸ νὰ ἐνθυμεῖται κανεὶς τὶς ἁμαρτίες του; Διότι καὶ αὐτός, ἐὰν τὶς εἶχε διαρκῶς στὴ μνήμη του, δὲν θὰ γινόταν τόσον σκληρὸς καὶ ἀπάνθρωπος. Γι’ αὐτὸ συνεχῶς λέγω, καὶ δὲν θὰ παύσω νὰ τὸ λέγω, ὅτι εἶναι πάρα πολὺ χρήσιμο καὶ ἀναγκαῖο τὸ νὰ κρατοῦμε διαρκῶς στὴν μνήμη μας ὅλα μας τὰ πταίσματα· διότι τίποτε δν μπορε ν καταστήσει τν ψυχ τόσον φιλόσοφο κα πιεικ κα πια, σον διαρκς μνήμη τν μαρτημάτων. Γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος κρατοῦσε στὴ μνήμη του ὄχι μόνον τὰ μετὰ τὸ λουτρὸ τοῦ βαπτίσματος ἁμαρτήματα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ποὺ προηγήθησαν ἀπὸ αὐτό, μολονότι βεβαίως εἶχαν ἐξαφανισθεῖ ὁλοτελῶς. Ἐὰν δὲ ἐκεῖνος κρατοῦσε στὴν μνήμη του τὰ πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς πρέπει νὰ μὴ λησμονοῦμε τὰ μετὰ τὸ βάπτισμα· διότι μὲ τὴν ἀνάμνηση ὄχι μόνον τὰ ἐξαφανίζουμε, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θὰ συμπεριφερόμεθα μὲ περισσότερη ἐπιείκεια, καὶ τὸν Θεὸ θὰ τὸν ὑπηρετήσομε μὲ μεγαλύτερη ἀφοσίωση, ἀφοῦ μαθαίνουμε πολὺ καλὰ μὲ τὴν ἀνάμνησή τους τὴν ἀνέκφραστο φιλανθρωπία του.
.       Ατ τ πράγμα μως κενος δν τ καμε, λλ ξεχνώντας τ μέγεθος τν φειλν του λησμόνησε κα τν εεργεσία. Κα φο λησμόνησε τν εεργεσία, γινε κακς μ τν σύνδουλό του κα μ τν κακία πο δειξε σκενον χασε λα σα κέρδισε π τν φιλανθρωπία το Θεο. «Κρατήσας γὰρ αὐτὸν ἔπνιγε λέγων, ἀπόδος μοι, εἴ τι ὀφείλεις». Δὲν εἶπε «δῶσε μου πίσω τὰ ἑκατὸ δηνάρια», ἐπειδὴ ντρεπόταν τὸ ἀσήμαντόν του χρέους, ἀλλὰ «ὅ,τι ὀφείλεις». «Ὁ δὲ πεςὼν ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ, παρεκάλει αὐτόν, λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω». Μὲ τὰ ἴδια λόγια, ποὺ ηὗρε καὶ ἐκεῖνος τὴν συγχώρηση, μὲ τὰ ἴδια καὶ αὐτὸς ἀξιώνει νὰ σωθεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως ἀπὸ τὴν ὑπερβολική του σκληρότητα οὔτε μὲ αὐτὰ τὰ λόγια κάμφθηκε, οὔτε σκέφθηκε ὅτι ὁ ἴδιος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ σώθηκε. Καὶ ἂν ἀκόμη τὸν συγχωροῦσε, οὔτε ἔτσι θὰ ἦταν φιλανθρωπία ἀλλὰ ὀφειλὴ καὶ χρέος. Διότι ἐὰν τὸ ἔκαμνε αὐτὸ πρὶν γίνει ἡ λογοδοσία καὶ πρὶν ληφθεῖ ἐκείνη ἡ ἀπόφαση καὶ ἀπολαύσει τόσο μεγάλη εὐεργεσία, τὸ γεγονὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδοθεῖ στὴν ἰδική του μεγαλοψυχία. Τώρα ὅμως, μετὰ ἀπὸ τόσον μεγάλη δωρεὰ καὶ ἄφεση τόσων πολλῶν ἁμαρτημάτων, ἦταν πλέον ὑποχρεωμένος νὰ φερθεῖ στὸν συνδουλό του μὲ ἀνεξικακία, σὰν κάποια ἀναγκαία ὀφειλή. Ἀλλ’ ὅμως οὔτε αὐτὸ ἔκαμε, οὔτε σκέφθηκε πόση ἦταν ἡ διαφορὰ τῆς ἀφέσεως τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἀπήλαυσε καὶ ποὺ ἔπρεπε νὰ δείξει στὸν συνδουλό του. Διότι ὄχι μόνον στὸ ποσὸ τῶν ὀφειλῶν, οὔτε στὸ ἀξίωμα τῶν προσώπων, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον τὸν τρόπο θὰ ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ ἰδεῖ μεγάλη διαφορά. Ἐπειδὴ ἐκεῖνα μὲν ἦσαν μύρια τάλαντα, ἐνῶ αὐτὰ ἑκατὸ δηνάρια [Ρωμαϊκὸν ἀργυροῦν νόμισμα βάρους περίπου 4,5 γραμμαρίων]. Καὶ αὐτὸς μὲν προσέβαλε τὸν Κύριό του, ἐνῶ ὁ ὀφειλέτης τὸν συνδουλό του· ατς πομένως, φο εχε εεργετηθε εχε ποχρέωση ν το χαρισθε· ν Κύριος τν εχε παλλάξει π λο τ χρέος χωρς ν δε ν γίνεται κ μέρους του κάποιο μικρ μεγάλο γαθό.

Δὲν ἔβαλε ὅμως τίποτε ἀπὸ αὐτὰ στὸ νοῦ του, ἀλλὰ ἐντελῶς τυφλωμένος ἀπὸ τὴν ὀργὴ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τὸν ἔκλεισε στὴν φυλακή. Βλέποντας ὅμως οἱ σύνδουλοί του, λέγει, ἀγανάκτησαν· καὶ τν καταδικάζουν πρν π τν Κύριο ο σύνδουλοι, γι ν μάθεις πόσον μερος εναι Κύριος. Ὅταν ὁ Κύριός του τὰ ἄκουσε αὐτά, τὸν κάλεσε καὶ λογαριάζεται πάλι μαζί του, καὶ δὲν ἀποφασίζει ἔτσι ἁπλῶς τὴν καταδίκη, ἀλλὰ προηγουμένως δικαιολογεῖται. Καὶ τί λέγει: «Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκα σοι». Ποῖος θὰ ἠμποροῦσε νὰ δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη ἀπὸ αὐτὴν τοῦ Κυρίου; Ὅταν τοῦ ὄφειλε τὰ μύρια τάλαντα, οὔτε κἂν μὲ λόγο τὸν ἐλύπησε, οὔτε πονηρὸν τὸν ἀπεκάλεσε, ἀλλὰ μόνον διέταξε νὰ πωληθῆ· καὶ αὐτό, γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ χρέη. Ὅταν ὅμως ἔγινε κακὸς στὸν σύνδουλό του, τότε ὀργίζεται καὶ θυμώνει· γιὰ νὰ μάθεις ὅτι εκολότερα συγχωρε τὰ μαρτήματα ποὺ γιναν σ’ ατν παρ ατ ποὺ γιναν στος συνανθρώπους μας. Καὶ δὲν τὸ κάνει μόνον ἐδῶ αὐτὸ ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση. «Ἐὰν γὰρ προσφέρεις τὸ δῶρον σου», λέγει, «ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τί κατά σου, ὕπαγε, πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῶ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρον σου» (Ματθ. ε΄ 23-24). Βλέπεις πς προτιμ παντο τ δικά μας π τ δικά του κα δν θεωρε τίποτε νώτερο π τν ερήνη κα τν γάπη πρς τν συνάνθρωπο; καὶ ἀλλοῦ πάλιν· «ὁ ἀπολύων τὴν γυναίκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχευθῆναι» (Ματθ. ε΄ 32). Καὶ μὲ τὸν Παῦλο νομοθέτησε ἔτσι· «εἴ τις ἀνὴρ γυναίκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ’ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτὴν» (Α΄ Κορ. ζ΄ 12). Ἐὰν πορνεύσει, λέγει νὰ τὴν διώξεις, ἐὰν ὅμως εἶναι ἄπιστος, μὴ τὴν διώξεις· ἐὰν δηλαδὴ ἁμαρτήσει σὲ σένα, χώρισέ την· ἐὰν ἁμαρτήσει σὲ μένα, κράτησέ την. Ἔτσι καὶ ἐδῶ ταν μάρτησε τόσον πολ σ’ ατόν, τν συνεχώρησε· ταν μάρτησε στν συνδουλό του μ λιγότερα κα μικρότερα μαρτήματα π ατ πο μάρτησε στν Κύριό του, δν τν συγχώρησε, λλ τν τιμώρησε αστηρά. Καὶ ἐδῶ μὲν τὸν ἀπεκάλεσε πονηρό, ἐνῶ ἐκεῖ οὔτε κἂν μὲ λόγια δὲν τὸν λύπησε. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐδῶ προστίθεται καὶ τοῦτο, ὅτι ὠργίσθη καὶ τὸν παρέδωσε στοὺς βασανιστάς· ἐνῶ ὅταν τοῦ ζητοῦσε νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὰ μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δὲν προσέθεσε, γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ἐκείνη μὲν ἡ ἀπόφαση δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα ὀργῆς, ἀλλὰ φροντίδας ποὺ ἀπέβλεπε στὴν συγχώρησιν· ατ λοιπόν, πρς τν συνδουλό του μαρτία ταν πο τν ξόργισε τόσον πολύ.

.       Ἆραγε τί θ μποροσε ν πάρξει χειρότερο π τν μνησικακία, φο νακαλε κα τν δη ποφασισμένη φιλανθρωπία το Θεο, κα ατ πο δν κατόρθωσαν ν το τ προξενήσουν τ μαρτήματα, ατ κατορθώνει ν το τ προξενήσει κατ το πλησίον ργή; Μολονότι ἔχει γραφῆ ὅτι «ἀμεταμέλητα τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. ια΄ 29). Πῶς λοιπὸν ἐδῶ μετὰ τὴν ἀνακοίνωση τῆς δωρεᾶς, μετὰ τὴν ἐκδήλωση τῆς φιλανθρωπίας, ἀνεκλήθη πάλιν ἡ ἀπόφαση; ξ ατίας τς μνησικακίας· στε δὲν θ σφαλλε κάποιος, ν νόμαζε ατ πι φοβερ π κάθε μαρτίαν· διότι ὅλες οἱ ἄλλες κατέστη δυνατὸν νὰ βροῦν συγχώρηση, ἐνῶ αὐτὴ ὄχι μόνον δὲν μπόρεσε νὰ ἐπιτύχει συγνώμη, ἀλλὰ καὶ τὶς ἄλλες, ποὺ εἶχαν ἀφανισθεῖ ὁλοτελῶς, τὶς ἀνανέωσε πάλι.

.       Ὥστε μνησικακία εναι διπλ κακό, διότι κα καμία πολογία δν χει νώπιον τοῦ Θεο, κα τ πόλοιπα μαρτήματά μας, κα ν κόμη συγχωρηθον, πάλι τ νακαλε κα τ στρέφει ναντίον μας· πράγμα τὸ ὁποῖον ἔκαμε καὶ ἐδῶ. Ἐπειδὴ τίποτε, τίποτε δν μισε κα ποστρέφεται Θεός, σον νθρωπο πο εναι μνησίκακος κα διατηρε τν ργή του. Αὐτὸ μᾶς τὸ ἔδειξε ἐδῶ ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ καὶ στὴν προσευχὴ ποὺ μᾶς παρέδωσε παρήγγειλε νὰ λέγομε ἔτσι: «ἅφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν».
.       Γνωρίζοντας λοιπὸν ὅλα αὐτά, καὶ ἀφοῦ γράψουμε τὴν παραβολὴ αὐτὴ στὶς καρδιές μας, ὅταν ἔλθουν στὸν νοῦ μας ὅσα ἔχουμε πάθει ἀπὸ τοὺς συνδούλους μας, ἂς ἀναλογισθοῦμε καὶ αὐτὰ ποὺ ἔχουμε κάνει στὸν Κύριον· καὶ μὲ τὸν φόβο τῶν ἰδικῶν μας ἁμαρτημάτων θὰ μπορέσουμε νὰ ἀπομακρύνομε γρήγορα τὸν θυμὸ γιὰ τὰ ξένα παραπτώματα. Ἐὰν πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα ἁμαρτήματα, μόνον τὰ ἰδικά μας πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα. Διότι ἐὰν κρατήσομε στὴν μνήμη τὰ ἰδικά μας, ποτὲ δὲν θὰ δώσομε σημασία στὰ ξένα· ὅπως ἀκριβῶς ἐὰν λησμονήσομε τὰ ἰδικά μας, εὔκολα ἐκεῖνα θὰ εἰσχωρήσουν στοὺς λογισμούς μας. Πράγματι, καὶ αὐτὸς ἐὰν εἶχε κρατήσει στὴ μνήμην τοῦ τὰ μύρια τάλαντα, δὲν θὰ ἐνεθυμεῖτο τὰ ἑκατὸ δηνάρια· ἐπειδὴ ὅμως τὰ λησμόνησε ἐκεῖνα, γι’ αὐτὸ ἔπιασε ἀπὸ τὸ λαιμὸ τὸν συνδοῦλον του, καὶ θέλοντας νὰ  ἀπαιτήσει τὰ ὀλίγα, οὔτε αὐτὸ ἐπέτυχε, ἀλλὰ ἐπέσυρε στὴν κεφαλή του καὶ τὸν ὄγκο τῶν μυρίων ταλάντων.
.       Γι’ αὐτὸ θὰ τολμοῦσα νὰ εἰπῶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ φοβερότερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἁμαρτίες· ἢ μᾶλλον δὲν τὸ λέγω αὐτὸ ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τὸ φανέρωσε μὲ τὴν παραβολὴ αὐτή. Διότι ἂν δὲν ἦταν φοβερότερη ἀπὸ μύρια τάλαντα, ἐννοῶ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα ἁμαρτήματα, δὲ θὰ ἀνακαλοῦσε ἐξ αἰτίας της καὶ ἐκεῖνα. Τίποτε λοιπν ς μ φροντίζομε τόσον, σον τ ν καθαρεύομε π τν ργή, κα τ ν συμφιλιωνόμεθα πρς κείνους πο εναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πς οτε κοινωνία τν μυστηρίων, οτε τίποτε λλο π ατά, θμπορέσει ν μς βοηθήσει κείνη τν μέρα. Ὅπως πάλιν ἐὰν νικήσομε αὐτὴν τὴν ἁμαρτία, ἔστω καὶ ἂν ἔχομε μύρια πλημμελήματα, θὰ ἠμπορέσομε νὰ ἐπιτύχομε κάποια συγγνώμη. Καὶ δὲν εἶναι ἰδικός μας ὁ λόγος, ἀλλὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ μᾶς κρίνει. Διότι ὅπως εἶπε ἐδῶ, ὅτι «οὕτω ποιήσει καὶ ὁ πατήρ μου, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν», ἔτσι καὶ ἀλλοῦ λέγει «ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος» (Ματθ. ϛ΄ 14).
.       Γιὰ νὰ ἔχομε λοιπὸν καὶ ἐδῶ γαλήνια καὶ ἤρεμη ζωὴ καὶ ἐκεῖ νὰ ἐπιτύχομε συγχώρηση καὶ ἄφεση, ἂς προσπαθοῦμε καὶ ἂς φροντίζομε νὰ συμφιλιωνόμεθα μὲ ὅσους ἐχθροὺς ἔχουμε· διότι ἔτσι καὶ τὸν Κύριό μας θὰ συμφιλιώσομε μαζί μας, καὶ τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ θὰ ἐπιτύχομε, τῶν ὁποίων εἴθε ὅλοι νὰ ἀξιωθοῦμε «χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἀμήν.

ΠΗΓΗ Διαδικτύου: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ», alopsis.gr

, , ,

Σχολιάστε