Ἄρθρα σημειωμένα ὡς συγκύπτουσα

Η ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ (Κυριακὴ Ι´ Λουκᾶ)

Η ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑ καὶ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ
Κυριακὴ Ι´ Λουκᾶ
(Λουκ. ιγ´ 10-17)
Σωτήριος Δεσπότης, Καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν

ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Κυριακοδρόμιο»
(Γραπτὰ Κηρύγματα βιβλικῶν Θεολόγων)
ἐκδ. «Ἄρτος Ζωῆς»,
Ἀθῆναι 2011, σελ. 107-112

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»

[…] Στὴν τελευταία ἐμφάνισή του σὲ Συναγωγὴ ὁ κεχρισμένος Μεσσίας τελειώνει ἔμπρακτα τὴν προφητεία ποὺ εἶχε «προγραμματικὰ» διακηρύξει. Ἐντὸς τῆς σύναξης τῶν Ἰουδαίων, ἀντὶ τῆς Τορὰ καὶ τῶν Προφητῶν, ἀλλὰ καὶ ἀντὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, τοποθετεῖ τὸ καταρρακωμένο ἀνθρώπινο πρόσωπο. Κυριολεκτικὰ καὶ μεταφορικὰ ἀνυψώνει μία γυναίκα συγκύπτουσα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν βιολογικῶν, κοινωνικῶν καὶ θρησκευτικῶν ἀγκυλώσεων, ἕνα πλάσμα πληγωμένο στὴν καρδιὰ καὶ στὸ σῶμα, αἰχμάλωτο στὸ πονηρὸ Πνεῦμα ἐπὶ 18 ὁλόκληρα χρόνια.
.           Ὅπως μὲ ἔμφαση τονίζει ὁ ἰατρὸς Εὐαγγελιστής, ἡ γυναίκα αὐτὴ ἐπὶ 18 ἔτη δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσει τὸ κεφάλι της εἰς τὸ παντελές. Αὐτὴ καὶ μόνο ἡ σημείωση προκαλεῖ τὸν ἀναγνώστη νὰ ἀναλογιστεῖ τὸ δράμα αὐτῆς τῆς γυναίκας. Δὲν μποροῦσε νὰ ὑψώσει τὸ βλέμμα της στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἀπολαύσει τὸν ἥλιο, τὰ ἀστέρια, τὸν κόσμο τοῦ σύμπαντος καὶ νὰ δοξολογήσει ἔτσι τὸν Θεό. Δὲν μποροῦσε νὰ ἀτενίσει κατάματα στὸ πρόσωπο τὸν συνάνθρωπό της. Ἀντίθετα ἔβλεπε τοὺς πάντες νὰ τὴν κοιτοῦν ἀφ’ ὑψηλοῦ σὲ θέση ἰσχύος. Ἡ ἴδια ἦταν καταδικασμένη νὰ κοιτᾶ τὸ χῶμα, καὶ νὰ βιώνει τὸ θάνατό της. Δὲν ἦταν ὅμως μόνον τὸ ἀνατομικὸ πρόβλημα, ἡ «ἀγκυλοποιητικὴ σπονδυλίτιδα», ποὺ βάρυνε τὶς πλάτες της. Ἦταν ἡ κοινωνικὴ ἀπαξίωση καθὼς ἕνα πλάσμα, ποὺ παύει νὰ ἔχει τὴν ὄρθια στάση, χάνει τὴν ἀνθρώπινη εἰκόνα καὶ ταυτότητα καὶ παρομοιάζεται μὲ τὰ κτήνη τῆς γῆς. Μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανεὶς τὰ εἰρωνικὰ σχόλια τῶν παιδιῶν ἀλλὰ καὶ τὰ διαπεραστικὰ βλέμματα τῶν μεγαλυτέρων, ὅταν αὐτὴ ἡ γυναίκα ἀποφάσιζε νὰ δραπετεύσει ἀπὸ τοὺς τέσσερεις τοίχους τῆς οἰκίας της. Ἦταν ὅμως καὶ θρησκευτικὰ περιθωριοποιημένη καθὼς ἡ ἀρρώστια της δὲν ἀποδίδεται ἁπλὰ σὲ βιολογικὰ αἴτια, ἀλλὰ στὴν κατοχή της ἀπὸ ἕνα πονηρὸ πνεῦμα. Γιὰ τοὺς συμπολίτες της ἡ συγκύπτουσα ἦταν μία δαιμονισμένη, καὶ ἡ παρουσία της προκαλοῦσε φόβο, ἐνοχὲς καὶ ἀποστροφή.
.           Παρόλο τὸ βάρος ποὺ σηκώνει αὐτὴ ἡ «Εὔα», τολμᾶ νὰ ὁδηγεῖ τὰ βήματά της τὸ Σάββατο στὴ Συναγωγή. Ἐκεῖ εὑρισκόμενη προφανῶς σὲ μία γωνία, καθότι ἦταν καὶ γυναίκα, εὐφραινόταν μόνον μὲ τὴν ἀκοὴ τοῦ παρακλητικοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, καθότι ἡ ὀπτική της ἐπαφὴ καὶ μὲ τὸν Θεὸ στὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς ἑρμηνευτὲς τοῦ Νόμου του στὴ γῆ ἦταν ἀδύνατη. Γι’ αὐτὸ καὶ μαγνητίζει πάνω της τὸ βλέμμα καὶ τὸ ἄγγιγμα τοῦ Μεσσία. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα θαύματα, ποὺ τέλεσε ὁ Ἰησοῦς, οὔτε ἡ ἴδια ἡ πάσχουσα τὸν παρακαλεῖ νὰ τὴν θεραπεύσει, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπαιτεῖ ἀπὸ αὐτὴν πίστη στὸ πρόσωπό του. Ἡ γυναίκα ἔχει συμβιβαστεῖ πλέον μὲ τὸ πρόβλημά της, ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἐπὶ 18 χρόνια σκοπίμως ἀνέβαλλε τὴ θεραπεία της, καὶ ὁ Ἰησοῦς γνωρίζει ὅτι ἡ ἴδια ἡ παρουσία αὐτῆς τῆς γυναίκας στὴ Συναγωγὴ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερο τεκμήριο ἐμπιστοσύνης καὶ πίστης στὸ Θεό. «Ἐκεῖνοι ποὺ πρωτίστως καὶ κυρίως φροντίζουν γιὰ τὴν ψυχή, θὰ εὕρουν ἀπὸ τὸ, Χριστό, ἂν ὄχι τὴν πλήρη θεραπεία, τουλάχιστον ὅμως τὴν ἀνακούφιση καὶ τὴν παρηγοριὰ καὶ στὶς σωματικές τους ἀσθένειες» (Π. Τρεμπέλας).

[…]

.               Ὁ ἀρχισυνάγωγος δὲν ταράζεται συνεπῶς ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἰησοῦ διότι ἁπλὰ διαταράσσεται ἡ «τάξη τῆς θείας Λειτουργίας», ἀλλὰ ἐπειδὴ τίθεται μέσα στὴν ἴδια τὴ Συναγωγὴ ὑπὸ ἀμφισβήτηση αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ συνεκτικὸς ἱστὸς τῆς ἰουδαϊκῆς κοινωνίας, ποὺ εἶχε ἐξυφανθεῖ ἔντεχνα ἀπὸ τοὺς πολιτικοθρησκευτικοὺς ἡγέτες γιὰ νὰ προστατεύει πρώτιστα τὰ συμφέροντά τους. Ὁ Ἰησοῦς, χρησιμοποιώντας σκληρὴ γλῶσσα, στρέφεται πρὸς τὸν ἐκπρόσωπο τοῦ Νόμου καὶ χαρακτηρίζει ὄχι μόνον αὐτόν, ἀλλὰ ὅλους τοὺς ὁμοίους του, ὡς ὑποκριτές, δηλ. θεατρίνους. Πάνω σὲ αὐτὴν τὴν τόσο φιλάνθρωπη καὶ μοναδικὴ γιὰ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς Μεσογείου ἐντολή, ποὺ ἔδινε τὴ δυνατότητα στὸ σκληρὰ ἐργαζόμενο ἄνθρωπο, στὰ ὑποζύγια, καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴ φύση νὰ ἀναπαυθοῦν καὶ νὰ ἀναπνεύσουν τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας, οἱ ραβίνοι εἶχαν συσσωρεύσει ἕνα σωρὸ (39 συγκεκριμένα) νομολογίες. Οἱ ἴδιοι βέβαια εἶχαν ἐφεύρει τρόπους νὰ καταστρατηγοῦν αὐτὴν τὴν ἐντολή, ὄχι μόνο στὴν περίπτωση ποὺ δέχονταν ἐπίθεση ἀπὸ ἀλλοεθνεῖς, ἀλλὰ καὶ ὅταν θίγονταν τὰ συμφέροντά τους. Ὅριζαν τὸν ἀριθμὸ τῶν κόμπων ποὺ ὄφειλε νὰ λύνει κανεὶς αὐτὴ τὴν ἡμέρα, ἐνῶ ἀπαγόρευαν νὰ γίνονται ἰάσεις μὴ θανάσιμων ἀσθενειῶν. Ἐνῶ ἰσχυρίζονταν ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ποτίζει κανεὶς ὁ ἴδιος τὰ ὑποστατικά του, θεωροῦσαν ὅτι μπορεῖ νὰ τὰ «ἀπελευθερώσει» ἀπὸ τὴ φάτνη καὶ νὰ τὰ ὁδηγήσει σὲ πηγὲς γιὰ νὰ μὴ στερηθοῦν τὸ ζωτικὸ γιὰ τὴν ὕπαρξή τους νερό. Στὴν περίπτωση ὅμως τῆς γυναίκας, ποὺ ἦταν 18 ἔτη δεμένη ἀπὸ τὸ Σατανᾶ, δείχνουν ἀναλγησία. Γι’ αὐτὸ μὲ πολὺ χαρακτηριστικὸ μάλιστα τρόπο ὁ Ἰησοῦς γκρεμίζει τὸ φαρισαϊκὸ «αὐτείδωλο» καὶ πλήττει καίρια τὸν εὐσεβισμὸ τῶν νομομαθῶν, ὀνομάζοντας τὴ γυναίκα ὡς θυγατέρα τοῦ Ἀβραὰμ (Δ´ Μακ. 15,28), κάτι ποὺ θὰ πράξει ἀντιστοίχως καὶ γιὰ τὸν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο. Σημειωτέον ὅτι ὡς τέκνα τοῦ Πατριάρχη αὐτοονομάζονταν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἐκλεκτοὶ Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι καθημερινὰ εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεό, ποὺ δὲν τοὺς ἔπλασε οὔτε εἰδωλολάτρη, οὔτε γυναίκα, οὔτε ἀμαθῆ.
.               Τὸ ἐρώτημα βέβαια τοῦ ἀρχισυναγώγου εἶναι λογικό: Δὲν μποροῦσε ὁ Ἰησοῦς νὰ θεραπεύσει κάποια ἄλλη μέρα τὴ γυναίκα καὶ νὰ μὴν τραυματίσει ἔτσι μία ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ; 18 ὁλόκληρα χρόνια βασανιζόταν ἡ γυναίκα. Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ περιμένει μία μέρα ἀκόμη; Προφανῶς ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴν ἐνέργειά του ἤθελε νὰ ἐπιδείξει τὸ ἀληθινὸ νόημα τοῦ Σαββάτου. Ἤθελε νὰ διδάξει ὅτι ἡ ἀνάπαυση τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἰδίου κατὰ τὴν ἕβδομη ἡμέρα δὲν ἦταν μία ἀπαθὴς νιρβάνα. Ὁ Θεὸς συνεχίζει καὶ τὴν ἕβδομη ἡμέρα νὰ συντηρεῖ τὸν κόσμο καὶ νὰ ἐπισκέπτεται ἰδιαίτερα τους πληγωμένους καὶ βασανισμένους. Γι’ αὐτὸ καὶ τόνισε ὅτι τὸ Σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο καὶ οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον (Μκ. 2,27). Ὁ Ἰησοῦς ἤθελε ἐπιπλέον νὰ φανερώσει ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι Κύριος τοῦ Σαββάτου, ἀφοῦ κοντά του μπορεῖ νὰ βρεῖ ἀνάπαυση κάθε πεφορτισμένος ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐθνικότητα καὶ τὸ φύλο του (Ἰω. 5,17). Ὅλοι οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ποὺ δὲν γνώριζαν καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ τηρήσουν ὅλες αὐτὲς τὶς διατάξεις, εἶχαν ὑποστεῖ πνευματικὰ τὴν ἀγκύλωση, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπασχε σωματικὰ καὶ ἡ συγκύπτουσα. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ βλέπουν καὶ αὐτοὶ ὡς συγκύπτοντες τὸν ἐλευθερωτή τους, γι’ αὐτὸ καὶ στὸ τέλος τῆς ἀφήγησης ἀγάλλονται ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδοξοις τοῖς γινομένοις ὑπ᾽ αὐτοῦ. […]

,

Σχολιάστε

ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 1 «Ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶδε παράβαση τοῦ θείου νόμου!» [Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,
ἐπισκόπου Καυκάσου καὶ Μαύρης Θαλάσσης,

Διδαχ στ Εαγγέλιο Κυριακῆς Ι´ Λουκ
(Λουκ. ιγ´ 10-17)

Μέρος Α´

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀσκητικὲς ὁμιλίες Β´»,
ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου,
Ὠρωπὸς Ἀττικῆς, 2016, σελ. 112 ἑπ.

ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ.: «ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

«Ἦν δὲ διδάσκων ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι»

.             Εἶναι παρηγορητικό, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ν’ ἀκοῦμε ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου –ποὺ στὴν παλαιοδιαθηκικὴ Ἐκκλησία ἦταν ὅ,τι ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς στὴν καινοδιαθηκικὴ– δίδασκε τὸν λαό. Τὸ ἴδιο κάνουμε κι ἐμεῖς τώρα συγκεντρωμένοι ἐδῶ, στὸν ἱερὸ ναό, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεκαεπτὰ αἰῶνες μετὰ τὴν ἀναχώρησή Του ἀπὸ τὴ γῆ. Μὲ τὰ σωματικά μας μάτια δὲν Τὸν βλέπουμε. Τὸν βλέπουμε, ὅμως, μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως. Ἀκοῦμε τὴ διδασκαλία Του νὰ ἐξαγγέλλεται μέσ’ ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Τὰ γεγονότα ποὺ συνδέονται μὲ τὴν ἐπίγεια παρουσία Του, καταγραμμένα μὲ ἁγία ἁπλότητα καὶ ἀσυνήθιστη σαφήνεια ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς εὐαγγελιστές, ξετυλίγονται παραστατικὰ μπροστά μας. Μέσῳ τῶν θείων Μυστηρίων ἀποκτοῦμε ἀδιάλειπτη κοινωνία μὲ τὸν Κύριο. Μποροῦμε νὰ ἐνισχύουμε καὶ νὰ ἐπεκτείνουμε αὐτὴ τὴν κοινωνία μὲ τὴ διαρκῆ μνήμη Του, μὲ διαγωγὴ σύμφωνη μὲ τὶς ἅγιες ἐντολές Του, μὲ τὴ συνεχῆ προσευχητικὴ ἐπίκλησή Του. Εἶναι ἀλήθεια: Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Δὲν βρίσκεται μόνο γιὰ ὅποιον Τὸν ἀρνεῖται. Δὲν πρόκειται γιὰ ἐπινόηση τολμηρῆς φαντασίας. Δὲν πρόκειται γιὰ πλάνη. Τὸ εἶπε ὁ Ἴδιος στοὺς μαθητές Του: «Ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζί σας παντοτινά, ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου». Ὅποιος δὲν βλέπει τὸν Κύριο ἀνάμεσά μας, αὐτὸς δὲν εἶναι μαθητής Του. Σὲ τίποτα δὲν ὠφελεῖ τὸ νὰ βλέπουμε τὸν Κύριο μὲ τὰ σωματικά μας μάτια, ὅταν ὁ νοῦς μας εἶναι τυφλωμένος, ὅταν ἡ πίστη –αὐτὴ ἡ δύναμη τῆς πνευματικῆς ὁράσεως– δὲν ἐνεργεῖ. Ἀπεναντίας, ὅταν ἡ πίστη ἐνεργεῖ, τότε ἀνοίγονται οἱ οὐρανοὶ γιὰ μᾶς, καὶ βλέπουμε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα τὸν Υἱό, Αὐτὸν ποὺ εἶναι «πανταχοῦ παρὼν» ὡς Θεός, τὰ «πάντα πληρῶν» καὶ «ἀπερίγραπτος». Τίποτα δὲν μᾶς ἐμποδίζει ν’ ἀποκτήσουμε πίστη. Ἂς τὴν ἀποκτήσουμε, καὶ θὰ δοῦμε τὸν Θεό. Ἂς πάψουμε νὰ ἀρκούμαστε στὴν ἀσθενῆ διανοητικὴ γνώση Του. Ἂς ἁπλώσουμε τὰ ἀδύναμα χέρια μας στὰ ἔργα τῆς πίστεως. Μόνο στὴν ἐνεργητική, στὴν ἔμπρακτη, στὴ ζωντανὴ πίστη φανερώνεται ὁ Κύριος.
.             Τυφλὰ εἶναι τὰ σωματικὰ μάτια, ὅταν εἶναι τυφλὸς ὁ νοῦς. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, στὸν καιρὸ τῆς παρουσίας Του στὴ γῆ, γιὰ νὰ πιστοποιήσει τὴ θεότητά Του ἔκανε ἐκπληκτικὰ θαύματα. Αὐτὰ ἦταν τόσο καταφανῆ, τόσο χειροπιαστά, ποὺ ἡ θεότητά Του θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει πιστευτὴ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀνόητους, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ δύσπιστους, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ φιλήδονους ἀνθρώπους. Ἐκεῖνοι, ὡστόσο, κοιτάζοντας μὲ μάτια δεκατέσσερα, δὲν ἔβλεπαν τίποτα. Μὲ ἔκπληξη, μὲ ἀπορία, μὲ παράπονο, ἀλλὰ καὶ μὲ πόνο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς του σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Μολονότι (ὁ Ἰησοῦς) εἶχε κάνει τόσα θαύματα μπροστὰ στὰ μάτια τους, ἐκεῖνοι δὲν πίστευαν σ’ Αὐτόν». Καὶ πιὸ κάτω ἀποκαλύπτει τὶς αἰτίες αὐτῆς τῆς ψυχικῆς τυφλώσεως: Εἶναι ὁ σκοτισμὸς τοῦ νοῦ καὶ ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς, οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, ποὺ καθιστοῦν ἀνώφελη τὴ σωματικὴ δράση, ὅσο ἰσχυρὴ κι ἂν εἶναι αὐτή, γιὰ τὴ γνώση τῆς ἀλήθειας.

* * *

.             Τὸ γεγονὸς ποὺ ἀφηγεῖται σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι θαυμαστό. Ὁ Κύριος, ἀφοῦ τελείωσε τὴ διδαχή Του στὴ συναγωγή, θεράπευσε μία γυναίκα ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ κύρτωση γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἔτσι, ἂν δὲν εἶχαν καταλάβει Ποιὸς ἦταν ἀπὸ τὰ λόγια Του, θὰ τὸ καταλάβαιναν ἀπὸ τὸ θαῦμα Του· ἂν δὲν εἶχαν ἀναγνωρίσει τὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ λόγια ἐκεῖνα, ποὺ ὁδηγοῦσαν στὴν αἰώνια ζωή, ὅπως Τὸν ἀναγνώρισε κάποτε ὁ ἅγιος Πέτρος, θὰ ἀναγνώριζαν τουλάχιστον ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ θαῦμα, ὅπως Τὸν ἀναγνώρισαν κάποτε ὁ Νικόδημος καὶ ὁ τυφλὸς ποὺ ἀπέκτησε τὸ φῶς του.
.             Τὸ θέαμα τῆς ἄρρωστης γυναίκας ἦταν παράδοξο, θλιβερὸ καὶ συνάμα διδακτικό. Ὁ ἀποστάτης ἄγγελος, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε ἔλθει σὲ κοινωνία καὶ στὸν ὁποῖο εἶχε ὑποταχθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὴν προπατορικὴ πτώση, εἶχε προξενήσει στὴ γυναίκα μία πάθηση παράξενη καὶ πολὺ βασανιστική, μία βαθιὰ κύρτωση, ὅπως εἴπαμε, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας τὸ σῶμα της εἶχε γίνει σὰν ἕνα κουβάρι. Γιὰ δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ ἰσιώσει τὰ μέλη της καὶ νὰ τὰ ἀνακουφίσει, διορθώνοντας τὴν ἀφύσικη καὶ ὀδυνηρὴ θέση τους. Ὅταν, λοιπόν, τὴν εἶδε ὁ Κύριος, τὴ φώναξε καὶ τῆς εἶπε: «Γυναίκα, ἀπαλλάσσεσαι ἀπὸ τὴν ἀρρώστια σου». Ἔβαλε πάνω της τὰ χέρια Του, καὶ ἀμέσως ἐκείνη ὀρθώθηκε καὶ δόξασε τὸν Θεό.
.             Καὶ ἐνῶ ἡ γυναίκα, ποὺ μέσα σὲ μία στιγμὴ λυτρώθηκε ἀπὸ τὸν βαρὺ ζυγό της, δόξαζε ἔκπληκτη τὸν Θεό, ἐνῶ ὁ λαός, ποὺ βρισκόταν στὴ συναγωγή, δίκαια χαιρόταν γιὰ τὴν ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὴν τυραννικὴ πάθηση μὲ ὁλοφάνερη ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος, ὁ ἀρχισυνάγωγος ἀγανάκτησε. Αὐτὸς δὲν εἶδε τὸ θαῦμα, δὲν εἶδε τὴ θεραπεία, δὲν εἶδε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργεῖ, δὲν εἶδε τὸν Λυτρωτὴ καὶ Σωτήρα τῶν ἀνθρώπων, δὲν εἶδε κἂν ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τὰ μάτια τοῦ νοῦ του εἶχαν τυφλωθεῖ ἀπὸ κάποιαν ἀνεξήγητη δύναμη τοῦ ἅδη. Στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, εἶδε παράβαση τοῦ θείου νόμου! Στὴ θεραπεία τῆς ἄρρωστης γυναίκας, ποὺ πραγματοποιήθηκε στιγμιαία καὶ θαυματουργικά, δίχως ἐργασία καὶ κόπο, ἐκεῖνος, μέσα στὴν πλάνη του, βρῆκε σοφιστικὰ παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπαγόρευε τὴν ἐργασία τὸ Σάββατο. Τὴν ἀπαγόρευση αὐτὴ ἐπικαλέστηκε ἐναντίον τῆς θεραπείας: «Ὑπάρχουν ἕξι μέρες ποὺ ἐπιτρέπεται νὰ ἐργάζεται κανείς· μέσα σ’ αὐτὲς νὰ ἔρχεστε καὶ νὰ θεραπεύεστε, ὄχι τὸ Σάββατο».
.             Ἡ πραγματικὴ αἰτία, ὅμως, τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τῆς διαμαρτυρίας τοῦ ἀρχισυνάγωγου ἦταν ἄλλη: Ὄντας Φαρισαῖος, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὴν ψυχικὴ διάθεση, μόλις εἶδε ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ νὰ ἐπισφραγίζει τὸν δυνατό του λόγο μ’ ἕνα θαῦμα, ἄναψε ἀπὸ φθόνο. Ὁ φθόνος ἦταν γέννημα τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῆς κενοδοξίας του: Ἤθελε νὰ ἔχει ἐκεῖνος τὸ προβάδισμα στὴν ἐκτίμηση τοῦ κόσμου γιὰ τὴν ἐπίγεια δικαιοσύνη του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΔΙΔΑΧΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ – 2 «Οἱ Φαρισαῖοι θεωροῦσαν δίκαιο τὸν ἑαυτό τους, τηρώντας μὲ σχολαστικότητα τὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ θείου νόμου καὶ καταπατώντας τὴν οὐσία του, ἡ ὁποία συνίσταται στὴν εὐθυγράμμιση τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς, τῆς ὅλης ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ».[Ἅγ. Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ]

 

, ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ΛΟΥΚΑ Ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτούσης-3 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Τὸ ἕνα θαῦμα ἐπιβεβαίωνε καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ προηγούμενου θαύματος. Κι ὅλα μαζὶ δημιουργοῦσαν εὐφορία, ἔδιναν χαρὰ στοὺς κατηφεῖς ἀνθρώπους κι ἐλπίδα στοὺς ἀπελπισμένους»

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΛΟΥΚΑ
Ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτούσης
(Λουκ. ιγ´ 10-17)
(ΕΙΚΟΣΤΗ ΕΒΔΟΜΗ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες ϛ´- Κυριακοδρόμιο Γ´»,
Ἀθῆναι 2014,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 91 ἑξ.

Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ΛΟΥΚΑ Ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτούσης-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)
Μέρος Β´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ΛΟΥΚΑ Ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτούσης-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

.           Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὅμως δὲν τελειώνει ἐδῶ. Ὣς τώρα ἀκούσαμε γιὰ ἕνα θαῦμα φωτεινό, τώρα θ’ ἀκούσουμε γιὰ ἕνα θαῦμα σκοτεινό. «Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτω ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου» (Λουκ. ιγ´ 14). Αὐτὰ εἶναι λόγια τοῦ πονηροῦ υἱοῦ τοῦ σκότους. Θαρρεῖς πὼς ὁ σατανᾶς ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴ συγκύπτουσα γυναίκα, μπῆκε μέσα σ’ αὐτόν. Ἔτσι μιλάει ἡ φιλαυτία μαζὶ μὲ τοὺς ἀχώριστους συντρόφους της, τὸ φθόνο καὶ τὴν ὀργή. Ὁ Χριστὸς θεράπευσε, ὁ ἀρχισυνάγωγος ὅμως κατέφυγε στὴν κατασπίλωση τοῦ θαύματος. Ὁ Χριστὸς ἐλευθέρωσε μία ἀνθρώπινη ζωὴ ἀπὸ τὰ σατανικὰ δεσμὰ κι ὁ ἄλλος κατασυκοφαντοῦσε. Ὁ Χριστὸς ἔβγαλε τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἀπὸ τὴν ἄρρωστη γυναίκα κι ἐκεῖνος ὀργίστηκε, ἐπειδὴ ὁ θεραπευτὴς ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο ἀπὸ μία πόρτα κι ὄχι ἀπὸ μίαν ἄλλη. Ὁ Χριστὸς ἄνοιξε τὸν οὐρανὸ στοὺς ἀνθρώπους κι ἀποκάλυψε τὸν ζωντανὸ Θεό· ὁ ἄλλος ἐκνευρίστηκε ἐπειδὴ ἄνοιξε τὸν οὐρανὸ τὸ πρωὶ κι ὄχι τὸ ἀπόγευμα. Ὁ Χριστὸς πῆγε μὲ φῶς στοὺς αἰχμαλώτους στὴ φυλακὴ κι ὁ ἄλλος τὸν ἐπιτίμησε ἐπειδὴ δὲν ἄφησε νὰ κάνει τὸ καθῆκον αὐτὸ μία ἄλλη μέρα.
.           Βλέπετε πόσο φοβερὴ καὶ τρομερὴ εἶναι ἡ φιλαυτία! Ὁ ἐγωκεντρικὸς ἀρχισυνάγωγος δὲν τόλμησε νὰ ἐπιτιμήσει τὸν Χριστό, γι’ αὐτὸ κι ἐπιτιμοῦσε τοὺς ἀνθρώπους. Στὴν πραγματικότητα, μέσα του τὸν Χριστὸ ἐπιτιμοῦσε, ὄχι τοὺς ἀνθρώπους, μ’ ὅλο ποὺ ἡ γλώσσα του χρησιμοποιοῦσε ἄλλο τρόπο. Γιατί ἦταν ἔνοχοι οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ; Ἂν κάποιος ἔφταιγε γιὰ τὴν καλὴ αὐτὴ πράξη, ἦταν ἡ συγκύπτουσα; Γιατί ἔφταιγε ἡ συγκύπτουσα; Δὲν ἔτρεξε πίσω ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ τοῦ ζητήσει θεραπεία. Ἀντίθετα μάλιστα! Ὁ Χριστὸς τὴν κάλεσε κοντά Του καὶ τῆς χάρισε τὴν τέλεια θεραπεία, πέρα ἀπὸ κάθε ἐλπίδα ἢ προσμονὴ ποὺ θὰ εἶχε ἀπὸ τὴ συναγωγή. Ἑπομένως εἶναι σαφὲς πὼς ἂν κάποιος ἔφταιγε ἐδῶ, αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστός. Ὁ ἀρχισυνάγωγος ὅμως δὲν τολμοῦσε νὰ κοιτάξει τὸν Χριστὸ στὰ μάτια καὶ νὰ πεῖ: «Εἶσαι ἔνοχος», γι’ αὐτὸ καὶ γύρισε πρὸς τὸ λαὸ καὶ κατηγόρησε τοὺς ἀνθρώπους. Ὑπάρχει πιὸ καθαρὴ καὶ πιὸ πονηρὴ ὑποκρισία; Γι’ αὐτὸ κι ὁ Κύριος τὸν ἀποκάλεσε ὑποκριτή: «Ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῶ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει; ταύτην δέ, θυγατέραν Ἀβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησε ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;» (Λουκ. ιγ´ 15, 16).
.           Ὁ Κύριος γνωρίζει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἤξερε πὼς ὁ ἀρχισυνάγωγος Ἐκεῖνον ἤθελε νὰ ἐπιτιμήσει, μ’ ὅλο ποὺ ἡ γλῶσσα του ἀπευθυνόταν στοὺς ἄλλους. Ὁ Κύριος τὸ γνώριζε αὐτὸ καὶ δὲν ἐπέτρεπε νὰ ἐπιτιμηθοῦν ἄλλοι γιὰ κάτι ποὺ μοναδικὸς αἴτιος ἦταν ὁ ἴδιος.
.                 Ὁ Κύριος εἶναι λαμπρότερος ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ καθαρότερος ἀπὸ τὸ κρύσταλλο, γι’ αὐτὸ καὶ μέσα Του δὲ χωροῦσε ὑποκρισία. Δὲν μποροῦσε νὰ ὑποκριθεῖ τὸν ἀνόητο καὶ νὰ σιγήσει ὅταν κάποιος ἄλλος ἐπιτιμᾶται στὴ θέση Του. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ ἀδύναμοι ἄνθρωποι, χωρὶς νὰ ἔχουν καμία εὐθύνη, δὲ μιλοῦσαν καὶ ἀνέχονταν νὰ τοὺς ἐπιπλήττουν, ὁ Κύριος ἄνοιξε τὸ στόμα Του κι ἀπάντησε στὸν ἀρχισυνάγωγο: ὑποκριτά, τοῦ εἶπε. Μποροῦμε νὰ βοηθήσουμε τὰ ζῶα τὸ σάββατο καὶ δὲν μποροῦμε νὰ βοηθήσουμε τὸν ἄνθρωπο; Τὸ βόδι κι ὁ γαίδαρος δὲ μένουν οὔτε μία μέρα ὁλόκληρη κλεισμένοι στὸ σκοτεινὸ σταῦλο, χωρὶς νὰ τὰ βγάλετε ἔξω στὸ φῶς τῆς μέρας καὶ τὸ φρέσκο ἀέρα. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν δεμένη ἀπὸ τὸ σατανᾶ δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια, κι ἐσὺ ὀργίστηκες ἐπειδὴ ἐλευθερώθηκε; Ὁ σατανᾶς ἔχει δέσει ἐσένα χειρότερα ἀπὸ ἐκείνη. Αὐτὴν τὴν ἔδεσε ὥστε τὸ κεφάλι της νὰ φτάνει στὰ γόνατα. Ἐσένα σου ἔδεσε τὴν ψυχὴ στὸ Σάββατο. Γιατί δὲν ἀποδεσμεύεσαι; Τὸ Σάββατο ἔγινε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὁ νοῦς τοὺς ν’ ἀφιερώνεται ἰδιαίτερα στὸ Θεό. Ἡ θεραπεία τῆς γυναίκας αὐτῆς δὲ μᾶς θυμίζει τὸ Θεὸ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι τὸ Σάββατο, ἢ κάθε ἄλλο Σάββατο, ἀπὸ τὸ Μωυσῆ ὡς σήμερα; Δὲν εἶναι σπουδαιότερο τὸ ἔργο αὐτὸ ἀπὸ τὸ Σάββατο; Δὲν μπορεῖς νὰ δεῖς πῶς στέκεσαι μπροστὰ σὲ Ἕναν, ποῦ εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸ Σάββατο; Κι ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ Σάββατο ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ ναὸ (βλ. Μάτθ. Ἰβ’ 6); Δὲν μπορεῖς νὰ νιώσεις, ταπεινὲ ἀρχισυνάγωγε, πῶς ἐνώπιόν σου εἶναι ὁ Κύριος τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων; Νὰ ξέρεις, πὼς οἱ μέρες κι οἱ νύχτες περνοῦν γρήγορα μπροστὰ στὰ μάτια Του κι ἀδειάζουν στὴν αἰωνιότητα.
.           Προσέξτε πόσο τιμᾶ ὁ Κύριος γιὰ μία ἀκόμα φορὰ τὴ σαστισμένη γυναίκα: τὴν ὀνομάζει θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ. Θέλει ὄχι μόνο νὰ διακηρύξει τὴν ἀνωτερότητα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς σὲ σχέση μὲ τὰ ἄλογα ζῶα, ὅπως ὁ γάϊδαρος καὶ τὸ βόδι, ἀλλὰ καὶ πόσο ψηλότερα ἀνέβηκε ἡ πρώην συγκύπτουσα ἀπὸ τοὺς ὑποκριτὲς πρεσβυτέρους τῆς συναγωγῆς. Τὸ ὅτι ἡ γυναίκα αὐτὴ ταν θεοφοβούμενη, φαίνεται πρτα πρτα π τ γεγονς τι, παρ τν ναπηρία της, προσπάθησε ν πάει στ συναγωγή, γι ν κούσει τ λόγο το Θεο κα ν προσευχηθε. Δεύτερο πειδή, μόλις θεραπεύτηκε κα στάθηκε ρθια, μέσως εχαρίστησε τὸν Θεό.
.           Ὁ προπάτοράς μας Ἀβραὰμ εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα. Ὑπόμεινε βάσανα, χωρὶς νὰ μειωθεῖ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ἡ πίστη του στὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ ἦταν κι ἡ ἴδια ἀληθινὴ θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, ὄχι μόνο «ἐξ αἵματος», ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς εὐλάβειάς της. Ἦταν περισσότερο γνήσια ἀπόγονος τοῦ πατριάρχη τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο αὐτὸν πού, ὅπως κι οἱ ἄλλοι πρεσβύτεροι, ὑπερηφανεύονταν ἐπειδὴ κατάγονταν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. Στὴν πραγματικότητα αὐτὸς ἦταν προδότης τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῶ ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν ἀληθινὴ θυγατέρα του. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ βοηθηθεῖ; Ἔπρεπε τὸ Σάββατο νὰ γίνει ἐμπόδιο στὴ θεραπεία της;
.               Τὸ Σάββατο εἶχε ὁριστεῖ ὡς ἡμέρα ἀνάπαυσης: «Εὐλόγησε Κύριος τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτὴν» (Ἐξ. Κ´ 11). Δὲν πρέπει ὅμως ν’ ἀναπαυτεῖ κι ἡ ψυχή, ὅπως καὶ τὸ σῶμα; Ἡ ψυχὴ δὲν τρέφεται μὲ τὴν ἀργία καὶ τὴν κατάκλιση, ὅπως τὸ σῶμα, ἀλλὰ μὲ ἔργα καλά, ἔργα ἀγάπης, ἔργα εὐάρεστα στὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς, ἔτσι ἀνανεώνεται κι ἐνισχύεται ἡ δύναμή της κι ἡ εὐφροσύνη της. Δὲν ἔχει κανένας ἀντίρρηση ὅτι τὴν ἡμέρα αὐτὴ πρέπει νὰ φροντίσουμε τὰ ζωντανά μας. Πολὺ περισσότερο ὅμως πρέπει νὰ φροντίσουμε καὶ νὰ εὐεργετήσουμε τοὺς ἀνθρώπους.
.           Ὁ Κύριος δὲν μᾶς λέει ὅτι σὲ μία γιορτὴ δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσουμε γιὰ τὰ βόδια καὶ τὰ γαϊδούρια μας, πὼς δὲν πρέπει νὰ τὰ λύσουμε καὶ νὰ τὰ πᾶμε γιὰ πότισμα. Μᾶς δίνει ὅμως ἐντολὴ πὼς τὴν πρώτη θέση στὴ μέριμνα καὶ τὴν εὐεργεσία μας πρέπει νὰ τὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς τήρησης τῆς ἡμέρας τοῦ Σαββάτου, τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸ πνευματικὸ σκοτάδι καὶ τὴν ἠθικὴ νωθρότητα ποὺ τοὺς διέκρινε, οἱ Ἰουδαῖοι πρεσβύτεροι μόνο τὸ γράμμα τοῦ Νόμου μποροῦσαν νὰ δοῦν καὶ νὰ τὸ θεοποιήσουν. τσι Νόμος, ντ ν γίνει δηγς στ δρόμο τς ζως, γινε να πτμα πο κενοι σερναν μαζί τους. Ἀντὶ ὁ Νόμος νὰ γίνει ἀναμμένη λαμπάδα στὸ σκοτάδι, ἔγινε κρύα στάχτη σὲ χρυσὸ δοχεῖο, ποὺ τὸ προσκυνοῦσαν ὅπως οἱ προπάτορές τους κάποτε τὸ χρυσὸ μόσχο (Ἐξ. Λβ´ 4). Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὅμως δὲν ἦταν ὁ ζῆλος τοῦ Νόμου ποὺ ξεσήκωσε τὸν ἀρχισυνάγωγο ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἡ ἄρρωστη φιλαυτία του. Πῶς μποροῦσε κάποιος νὰ δείξει στὴ συναγωγὴ πὼς εἶναι πιὸ δυνατός, πιὸ σοφὸς καὶ πιὸ εὔσπλαχνος ἀπὸ τὸν ἴδιο; κανε μία πίδειξη το ζήλου του γι τ Νόμο το Θεο, στ χείλη του μως διαφαινόταν να δηλητήριο πο βγαινε π τν ρρωστη καρδιά του. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἀκόμα λόγος γιὰ νὰ τὸν ἀποκαλέσει ὁ Κύριος ὑποκριτή. Μὲ τὴν ἀπάντησή Του, ποὺ ἦταν ὀξεία σὰν ξίφος καὶ καθαρὴ σὰν ἥλιος, ὁ Κύριος ἀποστόμωσε ὄχι μόνο τὸν ἀρχισυνάγωγο, ἀλλὰ κι ὅλους τοὺς ἐχθρούς Του:

.             «Καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατησχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδοξοις τοῖς γινομένοις ὑπ’ αὐτοῦ» (Λουκ. ιγ´ 17). Πόσο εὔκολο εἶναι νὰ ὑπερασπιστεῖς ἕνα ἔργο ποὺ ἔγινε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο! Ὁ Θεὸς στέκεται πίσω ἀπὸ τέτοιο ἔργο ὡς μάρτυρας καὶ προστάτης. Τὸ καλὸ ἔργο δίνει μία ἀκατανίκητη εὐγλωττία στὴ γλώσσα. Ὁ Κύριος γνώριζε ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γής. Ἔτσι γνώριζε καὶ τὸ μυστήριο αὐτὸ ποὺ ἀμφισβητήθηκε ἀπὸ τοὺς ὀλιγόπιστους, ἐκείνους ποὺ ἀναζητοῦσαν συνηγόρους τόσο στὰ καλὰ ὅσο καὶ στὰ πονηρὰ ἔργα. Ὁ Κύριος συμβούλευε τοὺς μαθητές Του: «Ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγᾶς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πὼς ἢ τί ἀπολογήσεσθε ἢ τί εἰπῆτε» (Λούκ. Ἰβ’ 11), «οὐ γὰρ ὑμεῖς ἔστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμὶν» (Μάτθ. ἰ’ 20). Παραδειγματιστεῖτε ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀπάντησε ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος στοὺς βασανιστές του. Ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀπαντοῦσαν οἱ πρώην ψαράδες Πέτρος καὶ Ἰωάννης, καθὼς κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Δὲν εἶναι ἀπαντήσεις ἀνθρώπων αὐτές, ποὺ τὶς ἔμαθαν σὲ βιβλία, ἀλλὰ ἐκείνων ποὺ διδάχτηκαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Δὲ μιλᾶνε ἔτσι οἱ συνήγοροι κι οἱ θνητοὶ ἄνθρωποι, παρὰ μόνο ὁ Θεός.
.              Ὁ σοφὸς βασιλιὰς τοῦ παλιοῦ καιροῦ ἔδωσε προφητικὴ φωνὴ σὲ μία εὐαγγελικὴ ἀλήθεια ὅταν εἶπε: «κακὸς ὑπακούει γλώσσης παρανόμων, δίκαιος δὲ οὐ προσέχει χείλεσι ψευδέσιν» (Πάρ. Ἰζ’ 4). Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στὸν ἀρχισυνάγωγο ἦταν τέτοια, ὥστε προκάλεσε ντροπὴ στοὺς ἀντιπάλους καὶ χαρὰ σ’ ὅλους τους ἀνθρώπους. Χάρηκαν οἱ ἄνθρωποι, γιατί εἶδαν στὰ λόγια Του μία λάμψη νίκης τοῦ καλοῦ πάνω στὸ κακό, ὅπως νωρίτερα εἶχαν δεῖ τὴν ἴδια λάμψη στὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε στὴ συγκύπτουσα, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα ἀπὸ τὰ θαύματά Του. Πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδοξοις τοῖς γινομένοις ὑπ’ αὐτοῦ. Μὲ τὸ ποὺ γινόταν κάποιο θαῦμα, τὰ νέα γι’ αὐτὸ διαδίδονταν γρήγορα, ἀλλὰ σύντομα ἀκολουθοῦσε κι ἕνα δεύτερο θαῦμα, κι ἕνα τρίτο κ.ο.κ. Τ να θαμα πιβεβαίωνε κα τν λήθεια το προηγούμενου θαύματος. Κι λα μαζ δημιουργοσαν εφορία, διναν χαρ στος κατηφες νθρώπους κι λπίδα στος πελπισμένους. Ὅλα στέριωναν στὴν πίστη τοὺς περισσότερο ὀλιγόπιστους, ἐνθάρρυναν τοὺς καλοὺς στὸ δρόμο τοῦ καλοῦ, καθοδηγοῦσαν ἐκείνους ποὺ περιπλανιοῦνταν σὲ δρόμους στραβούς, ἔσπερναν παντοῦ τὸ λόγο πὼς ὁ Θεὸς εἶχε ἐπισκεφτεῖ τὸν λαό Του καὶ πὼς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔρχεται.

* * *

.           Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ περιέχει πολλὰ νοήματα καὶ πλούσια διδασκαλία, ἀκόμα κι ἂν τὴν διαβάσει κανεὶς πρόχειρα. Ἔχει ὅμως καὶ κάποιο ἐσωτερικό, κάποιο μυστικὸ νόημα, ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα διδακτικὸ γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή. Ἡ συγκύπτουσα γυναίκα ὑποδηλώνει τ’ ἀγκυλωμένα μυαλὰ ὅλων αὐτῶν ποὺ δὲν προσεγγίζουν τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἐκείνων ποὺ ἔχουν διεστραμμένο νοῦ καὶ δὲν μποροῦν μὲ τὶς δικές τους δυνάμεις νὰ σταθοῦν ἀπέναντι στὸ Θεό, ἀλλ’ ἕρπουν διαρκῶς στὴ γῆ, τρέφονται ἀπὸ τὴ γῆ, μαθητεύουν στὴ γῆ καὶ χαίρονται στὴ γῆ.
.           Τὸ διεστραμμένο μυαλὸ εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἀγκυλωμένο, περιορισμένο. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις. Τοὺς προγόνους του τοὺς ἀναζητᾶ μόνο ἀνάμεσα στὰ ζῶα. Τὴν εὐχαρίστησή του τὴ βρίσκει μόνο στὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτό. Δὲν ξέρει τίποτα γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πνευματικὸ κόσμο ἢ γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ κι ἑπομένως δὲν γνωρίζει τίποτα γιὰ τὴν πνευματική, τὴν οὐράνια χαρά. Εἶναι ἀπαρηγόρητο, φοβισμένο, γεμάτο θλίψη καὶ κακία. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς καλεῖ ἕνα τέτοιο μυαλὸ κοντά Του γιὰ νὰ τὸ ἀνορθώσει, νὰ τὸ φωτίσει, νὰ τοῦ δώσει χαρά. Ἂν πάει γρήγορα κοντά Του, ὅπως ἡ συγκύπτουσα, θ’ ἀνορθωθεῖ πραγματικά, θὰ φωτιστεῖ, θὰ χαρεῖ καὶ θὰ εὐχαριστησεῖ τὸν Θεὸ μ’ ὅλη του τὴ δύναμη. Ἂν δὲν πάει κοντά Του, θ’ ἀφεθεῖ στὸ σκοτάδι καὶ θὰ πεθάνει μέσα στὶς ἁμαρτίες Του, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στοὺς ἄπιστους Ἰουδαίους: «ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ ὑμῶν ἀποθανεῖσθε» (Ἰωάν. η´ 21). Τὸ ἴδιο θὰ γίνει καὶ μὲ τὴν αἰσθησιακὴ καὶ κολλημένη στὰ γήινα ψυχή, ποὺ εἶναι στραμμένη πρὸς τὴ γῆ καὶ ἕρπει στὴν ἐπιφάνειά της.
.           Δὲν εἶναι καλύτερα τὰ πράγματα γιὰ τὴν ἐξασθενημένη καὶ παραλυμένη ψυχή, ποὺ δὲν πιστεύει πὼς αὐτὸ ποὺ ἔχει εἶναι ἀληθινό, ποὺ δὲν ἔχει τὴ δύναμη ν’ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ ψέμα καὶ νὰ προσεγγίσει τὴν ἀλήθεια. Ὅταν ἀκούει τὴν κλήση τῆς ἀλήθειας, βρίσκει πάντα μία πρόφαση, ὅπως: «Σήμερα εἶναι Σάββατο, δὲν μπορῶ, δὲν μὲ κάλεσες μία βολικὴ μέρα» ἢ «ἡ κλήση σου εἶναι ξαφνικὴ κι ἀπότομη, δὲν μπορῶ –ἔπρεπε νὰ βρεῖς καλλίτερα λόγια γιὰ νὰ μὲ καλέσεις» ἢ «εἶμαι νέος, ἀνήσυχος, δὲν μπορῶ– κράτα τὴν κλήση σου, ὡσότου παίξω λίγο ἀκόμα μὲ τὰ ψέματα» ἢ «ἔχω γυναίκα καὶ παιδιά, δὲν μπορῶ – πρέπει πρῶτα νὰ φροντίσω γι’ αὐτὰ κι ἔπειτα νὰ μὲ καλέσεις». Κι ὑπάρχουν καὶ πολλὲς ἄλλες δικαιολογίες καὶ προφάσεις, δεκάδες ἢ καὶ ἑκατοντάδες.
.           Τὸ παραλυμένο μυαλὸ θὰ βρεῖ πάντα κάποια ἀληθοφανῆ κι ἀνόητη δικαιολογία γιὰ νὰ μὴν ἀκολουθήσει τὴν ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια ὅμως κράζει μία, δύο, τρεῖς φορὲς καὶ μετὰ ἀκολουθεῖ τὸ δρόμο της. Κι ἡ παράλυτη ψυχὴ ἐξακολουθεῖ νὰ ἕρπει στὸ χῶμα καὶ θὰ πεθάνει στὶς ἁμαρτίες της. ποιον ρνεται τν κλήση το Χριστο σ ατ τ ζωή, θάνατος θ τν βρε ξαφνικά. Θ τν ρπάξει κα θ κλείσει πίσω του τς πύλες τς πίγειας ζως. Ατς δν χει πι λπίδα ν ξαναγυρίσει στ ζω ατή, ν μετανοήσει στ μέλλουσα ζω ν λάβει λεος στν Κρίση το Θεο.
.           Ὁ θάνατος εἶναι μπροστά μας, ὅπως μπροστὰ μας εἶναι κι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὲς εἶναι δύο φοβερὲς ὑπομνήσεις σ’ ἐμᾶς, πὼς μπροστά μας πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ μετάνοια. Ἂν ἡ μετάνοια δὲν προηγηθεῖ τοῦ θανάτου καὶ τῆς Κρίσης τοῦ Θεοῦ, τότε θὰ μείνει γιὰ πάντα μακριά μας. Τώρα εἶναι στὸ χέρι μας, τώρα μποροῦμε ἀκόμα νὰ τὴ χρησιμοποιήσουμε. Ἂς βιαστοῦμε νὰ κάνουμε χρήση τῆς μετάνοιας. μετάνοια εναι τ πρτο κα σπουδαιότερο φάρμακο τς ψυχς το νθρώπου. Ἂς μετανοήσουμε μόνο κι ἔπειτα θ’ ἀνοίξουν κι ἄλλες πόρτες καὶ θὰ μάθουμε τί ἄλλο πρέπει νὰ κάνουμε. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στὸ θνητὸ σῶμα του, ἡ ψυχή του εἶναι λίγο ἡ πολὺ ἀγκυλωμένη. Ὁ Χριστὸς καλεῖ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἡ ψυχή τους, τὸ πνεῦμα κι ὁ νοῦς τους ἔχουν ἀγκυλωθεῖ. Ἐκεῖνος μόνο μπορεῖ ν’ ἀνορθώσει αὐτὸ ποὺ ὁ μοχθηρὸς κόσμος ἔχει στρεβλώσει. «Ἄντρα», «γυναίκα», «παιδί». Μᾶς καλεῖ ὅλους μὲ τὰ ὀνόματα αὐτὰ γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει τὴ χαμένη ἀξιοπρέπειά μας, ἀντὶ νὰ πεῖ «τυφλέ», «ἀνάπηρε», «λεπρέ», «ζητιάνε». Μς καλε κοντά Του, θέλει ν μς νορθώσει, ν καθαρίσει τ νο μας κα ν τν κάνει δυναμικ σάλπιγγα τς δόξας το Θεο. τσι κι μες, ταν σαλπίζουμε τ δόξα το Θεο, θ δοξαστομε στ βασιλεία τν γίων γγέλων κα τν δοξασμένων γίων στν ορανό, στ βασιλεία το Χριστο κα Θεο μας.

.               Δόξα καὶ αἶνος τῷ Κυρίῳ καὶ Σωτῆρι ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ ὁμοουσίῳ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

, , ,

Σχολιάστε

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ΛΟΥΚΑ Ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτούσης-2 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΛΟΥΚΑ
Ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτούσης
(Λουκ. ιγ´ 10-17)
(ΕΙΚΟΣΤΗ ΕΒΔΟΜΗ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες ϛ´- Κυριακοδρόμιο Γ´»,
Ἀθῆναι 2014,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 91 ἑξ.

Πηγὴ ἠλ. κειμ.: «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»
Μέρος Α´: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ΛΟΥΚΑ Ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτούσης-1 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) 

.           Μία συγκύπτουσα γυναίκα ἦρθε στὴ συναγωγή. Τὴν εἶχε δέσει ὁ σατανᾶς κι εἶχε μείνει στὴν κατάσταση αὐτὴ ὄχι μία βδομάδα, ἕνα μήνα ἢ ἕνα χρόνο, ἀλλὰ δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια καὶ δὲν ἦταν «δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές». Μὲ τὸ κεφάλι, σκυμμένο ὣς τὰ γόνατά της ἡ ταλαίπωρη γυναίκα δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ οὔτε τὸν ἔναστρο οὐρανό, μὰ οὔτε καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων γύρω της.
.           Τὸ πονηρὸ πνεῦμα προσπαθοῦσε νὰ πλανήσει τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὕας. Τοὺς ἔδινε ψεύτικες ὑποσχέσεις πώς, ἂν τὸν ὑπάκουαν, θὰ γίνονταν ἰσόθεοι. Ἀντὶ νὰ γίνουν θεοὶ ὅμως, οἱ προπάτορες τοῦ ἀνθρωπίνου γένους βρέθηκαν ξαφνικὰ νὰ φοροῦν δέρματα ζώων. Ἡ γυναίκα τῆς παραβολῆς τώρα, ποὺ ἦταν ἀπόγονός τους, εἶχε γίνει τόσο δύσμορφη, ὥστε ὅσοι τὴν ἔβλεπαν ἔτρεμαν καὶ τὰ ζῶα φοβοῦνταν. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἰσοθεΐα ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ πονηρὸς στὸν ἄνθρωπο!
.           Ἡ συγκύπτουσα δὲν μποροῦσε μὲ κανένα τρόπο ν’ ἀνορθωθεῖ. Ἦταν ἀδύνατο νὰ ἰσιώσει τὸ σῶμα της γιὰ δεκαοκτὼ χρόνια. Σερνόταν στὴ γῆ σὰν ἀγελάδα, τὸ κεφάλι της ἦταν γερμένο κι ἔφτανε ὢς τὰ γόνατα. Εἶναι ζωὴ αὐτή; Ὄχι, αὐτὴ δὲν εἶναι ζωή, εἶναι καταδίκη. Ἡ ἀδυναμία τῆς γυναίκας ἦταν τόσο μεγάλη καὶ τὴν κουβαλοῦσε τόσα χρόνια, ὥστε ὅσοι τὴν ἔβλεπαν γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ἀποστρέφονταν ὅσοι τὴν κοίταζαν λίγο περισσότερο δὲν τὴν ἔβλεπαν σὰν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἀλλὰ σὰν ἕνα ξερὸ καὶ γερμένο δέντρο ποὺ δὲν ἄξιζε τίποτ’ ἄλλο, παρὰ νὰ κοπεῖ καὶ νὰ γίνει καυσόξυλα. Ἡ σκληρότητα αὐτὴ τῶν ἄνθρωπων πρὸς τὴν τερατόμορφη γυναίκα ἦταν πραγματικὰ πιὸ τερατώδης κι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν τερατωδία. Ὁ Κύριος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο, κοίταξε μ’ ἐνδιαφέρον καὶ συμπάθεια τὸ ταλαίπωρο αὐτὸ ἀνθρώπινο πλάσμα. Δὲν ἔβλεπε μπροστά Του ἕνα στραβὸ καὶ κυρτωμένο δέντρο, μὰ μία θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, ἕνα πλάσμα ποὺ δημιούργησε ὁ Θεὸς καὶ ἄξιζε νὰ τὸ ἐλεήσει. «Ἰδὼν δὲ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεὸν» (Λουκ. ιγ´ 12-13).
.           Ὁ Κύριος ἔκανε τὸ θαῦμα αὐτὸ ὄχι ἐπειδὴ τοῦ τὸ ζήτησε ἡ γυναίκα οὔτε γιὰ ν’ ἀνταποκριθεῖ στὴν πίστη της. Τ κανε μ δική Του πρωτοβουλία κα μ τ δική Του δύναμη. Αὐτὸ εἶναι μία σαφὴς ἀντίκρουση ἐκείνων ποὺ θέλουν κακόγνωμα νὰ ὑποβαθμίσουν τὸ μεγαλεῖο τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ πὼς τὰ θαύματα γίνονται μόνο μὲ τὴν αὐθυποβολὴ ἐκείνων ποὺ δέχονται τὸ θαῦμα. Ποῦ εἶναι τὸ στοιχεῖο τῆς αὐθυποβολῆς στὴ συγκύπτουσα αὐτὴ γυναίκα; Ἡ ἀναπηρία τhς τὴν ἐμπόδιζε ἀκόμα καὶ νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ζήτησε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ τὴν ἐλεήσει, νὰ τὴν σπλαχνιστεῖ, οὔτε καὶ ἔδειξε μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο τὴν πίστη της. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Ἡ γυναίκα δὲν βρισκόταν κὰν κοντὰ στὸν Χριστό. Δὲν τὸν πλησίασε ἐκείνη, Αὐτὸς τὴν κάλεσε κοντά Του. Ὅπως ὁ ποιμένας ποὺ βλέπει ἕνα ἀπὸ τὰ πρόβατά του μπλεγμένο στ’ ἀγκάθια, μισοπεθαμένο καὶ ἄφωνο, κάνει τὴν πρώτη κίνηση, ἔτσι ἔκανε κι ὁ στοργικὸς Κύριος, ὁ Καλὸς Ποιμένας. Ἔκανε τὴν πρώτη κίνηση πρὸς τὸ πρόβατό Του, ποὺ εἶχε μπλέξει στὰ δίχτυα τοῦ σατανᾶ. Τὴν ὀνόμασε «γυναίκα». Δὲν τὴν εἶπε «ἀνάπηρη», «τέρας», «σκιὰ τῆς ζωῆς» ἢ «ἁμαρτωλή», ἀλλὰ «γυναίκα». Καὶ μόνο μὲ τὴ λέξη «γυναίκα» ὁ Κύριος ἀποκατέστησε τὴ χαμένη τῆς ἀξιοπρέπεια. Μετὰ τὴ θεράπευσε ἀπὸ τὴν ἀναπηρία της καὶ στὸ τέλος ἀκούμπησε πάνω της τὰ παναγνὰ χέρια Του, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴ θεϊκὴ δωρεά Του.
.                   Νά, ποιὰ εἶναι ἡ διαδικασία τῆς πράξης τοῦ Κυρίου: Πρῶτα τῆς ἔριξε μία στοργικὴ ματιά· ἔπειτα, τῆς ἀπηύθυνε μία δυναμικὴ λέξη· τέλος, ἅπλωσε πάνω της τὸ στοργικὸ χέρι Του. Τῆς ἔδωσε ὅλα ὅσα εἶχε στερηθεῖ γιὰ δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ἂν κάποιος τὴν εἶχε ποτὲ συμπαθήσει, ἡ συμπάθειά του δὲν θὰ ἦταν καθαρή, ἀλλὰ ἀνάμικτη μὲ φόβο, μὲ οἶκτο καὶ ὑπερηφάνεια. Ἂν κάποιος τῆς εἶχε ποτὲ μιλήσει, θὰ τό ’κανε ἀπὸ ἀνάγκη κι ἔπειτα θὰ βιαζόταν ν’ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ κοντά της. Ἂν κάποιος εἶχε ἀναγκαστεῖ ἀπὸ τὶς συνθῆκες νὰ τὴν ἀκουμπήσει, θὰ τὸ εἶχε κάνει μὲ τ’ ἀκροδάχτυλά του κι ὕστερα θά ᾽τρεχε γιὰ νὰ πλύνει τὰ χέρια του. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ὅμως τὴν κάλεσε σκόπιμα κοντά Του, τῆς εἶπε πρῶτα τὰ θεραπευτικὰ λόγια Του κι ἔπειτα ἀκούμπησε καὶ τὰ δυὸ θαυματουργὰ χέρια Του πάνω της. Φέρθηκε στὴν ἄγνωστη αὐτὴ γυναίκα, ὅπως θὰ φερόταν ἕνας πατέρας στὴ θυγατέρα του. Ἂν τέτοια εὐεργεσία γινόταν στὴ μαύρη γῆ ἢ στὸ λαμπερὸ ἥλιο, ἡ γῆ θὰ σειόταν κι ὁ ἥλιος θὰ δάκρυζε. Ἡ εὐεργεσία ὅμως ἔγινε στὴ συγκύπτουσα γυναίκα κι ἐκείνη ἀνορθώθηκε ἀμέσως.
.               Πῶς μπορεῖ νὰ ἰσιώσει μία κυρτὴ σπονδυλικὴ στήλη χωρὶς νὰ σπάσει; Πῶς μπορεῖ ἕνας ἀγκυλωμένος σβέρκος νὰ κινηθεῖ χωρὶς νὰ προκαλέσει πόνο; Θὰ χρειάζονταν ἕνα ἑκατομμύριο χρόνια, ἀποφαίνονται τὰ ἀδαῆ μυαλὰ τῶν συγχρόνων μας, γιὰ νὰ εὐθυαστεῖ ἡ σπονδυλικὴ στήλη ἑνὸς πιθήκου κι ὁ πίθηκος νὰ γίνει ἄνθρωπος. Μιλᾶνε ἔτσι ἐπειδὴ δὲν γνωρίζουν τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Χρειάστηκε ἕνα μόνο δευτερόλεπτο κι ἕνας λόγος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, γιὰ νὰ ὀρθωθεῖ ἡ συγκύπτουσα καὶ νὰ ἰσιώσει ἡ σπονδυλική της στήλη, ποὺ ἦταν πιὸ κυρτὴ ἀπὸ τοῦ πίθηκου.
.             Πῶς ἰσιώνει μία σπονδυλικὴ στήλη; Πῶς λυγίζει ἕνας ἀγκυλωμένος σβέρκος; Πῶς θεραπεύεται ἕνα τέρας; Πῶς ἐλευθερώνονται τὰ παγιδευμένα πρόβατα; Πῶς μία ἄφωνη μούμια ἀποκτᾶ φωνὴ καὶ τολμᾶ νὰ μιλήσει; Μὴ ρωτᾶτε γιὰ ὅλ’ αὐτά. Δοξολογστε πλ τ Θεό, πως κανε κι πρώην συγκύπτουσα γυναίκα: κα παραχρμα νωρθώθη κα δόξαζε τν Θεόν.
.        Βλέπουμε πὼς μαζ μ τ σμα τς γυναίκας, θεραπεύτηκε κι ψυχή της. Μόνο θεραπευμένη ψυχ μπορε ν δοξολογε τ Θε γι «πν δώρημα τέλειον», ἀπ’ ὅπου κι ἀπ’ ὅποιον κι ἂν προέρχεται. Ἡ ἀνίατη ψυχὴ ξεχνᾶ πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Δοτήρας παντὸς ἀγαθοῦ καὶ γι’ αὐτὸ εὐχαριστεῖ καὶ δοξάζει μόνο τὰ θνητὰ χέρια, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς συνηθίζει νὰ δίνει τὶς δωρεές Του στοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἤθελε νὰ μᾶς διδάξει πὼς πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ δοξολογοῦμε πάντα τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ κι ἔδωσε στὸν θεραπευμένο Γαδαρηνὸ τὴν ἐντολή: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκον σου καὶ διηγοὺ ὅσα ἐποίησε σοὶ ὁ Θεὸς » (Λουκ. η´ 39). Οἱ ἄνθρωποι θαύμαζαν τὸν Κύριο καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Θεό, μόνο ὅταν τὸν ἔβλεπαν νὰ κάνει θαύματα. Ὁ Χριστός, ὅταν πλησίαζε τὸ τέλος Του, ἔλεγε: «Πάτερ… ἐγὼ σὲ ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἰωάν. δ´ 4).
.             Ὅλ’ αὐτὰ λειτουργοῦν γιὰ ἔλεγχο δικό μας, ποὺ ὅταν κάνουμε κάποιο καλὸ στοὺς ἀνθρώπους, ζητᾶμε νὰ εὐχαριστοῦν ἐμᾶς κι ὄχι τὸν Θεό. Ὅλα τὰ καλὰ ποὺ δεχόμαστε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν τὰ παίρνουμε ἀπὸ ἐκείνους, ἀλλὰ μέσῳ ἐκείνων. Ὁ Πατέρας στέλνει τὶς δωρεές Του στὰ παιδιά Του μέσῳ τῶν παιδιῶν Του. Τὸ κάνει αὐτὸ μὲ τὴν καλή Του θέληση, μὲ χαρά. Σ’ Ἐκεῖνον πρέπει κάθε δόξα καὶ ὕμνος στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ΛΟΥΚΑ Ἡ θεραπεία τῆς συγκυπτούσης-3 (Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς) «Τὸ ἕνα θαῦμα ἐπιβεβαίωνε καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ προηγούμενου θαύματος. Κι ὅλα μαζὶ δημιουργοῦσαν εὐφορία, ἔδιναν χαρὰ στοὺς κατηφεῖς ἀνθρώπους κι ἐλπίδα στοὺς ἀπελπισμένους»

,

Σχολιάστε

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ «Καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν» (Κυρ. Ι´ Λουκ. 09.12.12)

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΛΟΥΚΑ (09.12.12)

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
«Καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν»
(Λουκ. ιγ´ 10-17)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4263, Δεκ. 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Ἦταν ἀνάπηρη, ἡ γυναίκα τοῦ σηµερινοῦ Εὐαγγελίου, δεκαοκτὼ χρόνια, «Συγκύπτουσα καὶ µὴ δυναµένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές», πῆγε  ὅμως στὴν Συναγωγὴ τὸ Σάββατο γιὰ νὰ προσευχηθῆ. Κι ἐκεῖ ὁ µεγάλος ἰατρὸς ψυχῶν καὶ σωµάτων, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, τῆς ἔδωσε αὐτὸ ποὺ τόσο ποθοῦσε: τὴν ὑγεία της. «Ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χείρας καὶ παραχρῆµα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν». Δωρεὰ µεγάλη πῆρε. Δὲν παρέλειψε  ὅμως νὰ δοξάση, νὰ εὐχαριστήση τὸν Θεό. Πόσο χρήσιµο δίδαγµα δίνει καὶ σὲ µᾶς! Ἡ προσευχή µας εἶναι γεµάτη αἰτήµατα. Μὲ λίγη ὅμως δοξολογία καὶ εὐχαριστία.

Α) Πολλὲς οἱ θεῖες εὐεργεσίες.

.           Μετὰ ἀπὸ κάθε δωρεὰ πρέπει νὰ ἀκολουθῆ καὶ δοξολογία, µᾶς ὑπενθυµίζει τὸ σηµερινὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ὅλοι δεχόµαστε ἀναρίθµητες εὐεργεσίες, ἀτοµικὲς ἢ οἰκογενειακές, ἀπὸ τὸν Κύριο. Εἶναι φανερὲς καὶ ἀφανεῖς. Εἶναι τόσες φορὲς ποὺ µᾶς προφύλαξε χωρὶς ἴσως καὶ νὰ τὸ ἀντιληφθοῦµε. Εἶναι αὐτὰ ποὺ δίνει στὴν οἰκογένειά µας, στὴν κοινωνία, στὸ ἔθνος µας. Ἀκόµα δίνει ὁ Κύριος πνευµατικὰ δῶρα στὸν καθένα µας. Εἶναι ἡ χάρη, καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ θυσία του ποὺ γιὰ µᾶς προσέφερε. Εἶναι τὰ µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔχει στὴν διάθεσή µας. Εἶναι ὅτι µᾶς παίρνει ἀπὸ τὰ χαµηλὰ καὶ µᾶς ἀνεβάζει ψηλά. «Ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ, ἣν ἠγάπησεν ἡµᾶς, καὶ ὄντας ἡµᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώµασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ…. καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθησεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Ἐφ. Β´ 4-6), τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Γινόµαστε σύνθρονοι καὶ συνόµιλοι τοῦ Κυρίου …
.            Πόσοι  ὅμως ἀπὸ ἐµᾶς τὸν εὐγνωµονοῦµε καὶ τὸν δοξάζουµε ὅσο πρέπει γιὰ ὅλα αὐτά; Ἴσως ἐλάχιστοι εἶναι οἱ πιστοὶ ποὺ εἶναι εὐγνώµονες καὶ δοξάζουν τὸν Δωρεοδότη Θεό. Οἱ ἄλλοι ἐλάχιστα θυµώµαστε τὶς δωρεές του καὶ ἄτονα ψιθυρίζουµε κάποτε-κάποτε ἴσως ἕνα «εὐχαριστῶ».

 Β) Καθῆκον µας ἡ εὐγνωµοσύνη.

.         Καὶ ὄµως, εἶναι καθῆκον µας νὰ δοξολογοῦµε τὰ ὑπερύµνητο Ὄνοµά Του. Ὅπως ἡ συγκύπτουσα ποὺ «ἐδόξαζε τὸν Θεόν». Καὶ νὰ τὸν εὐχαριστοῦµε γιὰ τὶς ποικίλες πνευµατικὲς καὶ σωµατικὲς εὐεργεσίες του. Ἡ προσευχή µας ἂς γίνη καὶ προσευχὴ εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας. Ἂς λέµε συνεχῶς: Κύριε, σ᾽ εὐχαριστῶ γιατί µοῦ δίνεις τόσες δωρεές. Σ᾽ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑγεία, γιὰ τὴν εἰρήνη, γιὰ τὶς πνευµατικές σου δωρεές. Γιὰ τὰ τόσα καθηµερινὰ καὶ αἰώνια ποὺ µοῦ χάρισες.

Γ) Μὲ τὰ ἔργα καὶ τὴν ζωή µας.

.           Ἡ εὐγνωµοσύνη µας πρὸς τὸν Δωρεοδότη Κύριο δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται µόνο στὴν προσευχή. Πρέπει νὰ παρουσιάζεται καὶ στὴν ζωή µας.Ἢ πιὸ σωστά: Ζωὴ καὶ προσευχὴ νὰ εἶναι δεµένα µεταξύ τους. Ὄχι νὰ λέµε ἕνα «εὐχαριστῶ» µὲ τὰ χείλη, καὶ ἡ ζωή µας νὰ εἶναι ἀντίθετη ἀπὸ τὸ θέληµα τοῦ θεοῦ. Πρέπει µὲ τὴν ζωή µας, τὴν καθηµερινὴ συµπεριφορά µας νὰ δείχνουµε ὅτι νιώθουµε τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀνταποκρινόµαστε σ᾽ αὐτές. Τὸν δωρεοδότη Κύριο θὰ τὸν εὐχαριστήσουµε, ἂν βαδίζουµε στὰ ἴχνη του. Δὲν θέλει τὴν εὐγνωµοσύνη µας νὰ τὴν περιορίζουµε µόνο στὰ χείλη. Θέλει ἡ καρδιά µας νὰ εἶναι πάντα στραµµένη σ᾽ Αὐτόν. Ἡ ζωή µας νὰ εἶναι σύµφωνη µὲ τὶς θεῖες ἐντολές του. Τὸ παιδὶ δείχνει εὐγνωµοσύνη στοὺς γονεῖς τοῦ ὄχι µόνο µ᾽ ἕνα «εὐχαριστῶ», ἀλλὰ ὅταν εἶναι ὑπάκουο στὶς συµβουλές τους καὶ συµµορφώνεται µ᾽ αὐτές. Κι ἐµεῖς τὴν εὐγνωµοσύνη µας στὸν Κύριο θὰ τὴν δείξουµε µὲ τὴν χριστιανική ζωή µας.
.        Ἡ εὐγνωµοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ ἐξυψώνει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ εὐεργετούµενος ποὺ δὲν εὐχαριστεῖ τὸν εὐεργέτη του εἶναι ἀχάριστος. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ δοξολογεῖ τὸν Θεό, ποὺ δείχνει µὲ κάθε τρόπο τὴν εὐγνωµοσύνη του ἔχει κάτι ἀνώτερο. Εἶναι ἄνθρωπος µἐ βαθιὰ καλλιέργεια Καὶ γι᾽ αὐτὸ νιώθει τὶς ἀνεκτίµητες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Καὶ εὐχαριστεῖ καὶ δοξάζει τὸ θεῖο ὄνοµα τοῦ µεγάλου µας Πατέρα.

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΘΛΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ἡ ἀθλιότης τοῦ ἀνθρώπου

Κυριακὴ Ι´ Λουκᾶ [ιγ´ 10-17]

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου (†)

.        Διδάσκει, ἀγαπητοί μου, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ μία συναγωγὴ τῆς Παλαιστίνης. Εἶναι ὁ Διδάσκαλος, ὁ μοναδικὸς διδάσκαλος τοῦ κόσμου. Τὰ λόγια του δροσιά, σταλάζουν μύρο, σκορποῦν χαρά. Τὸν ἀκοῦνε, εὐφραίνονται καὶ δοξάζουν τὸν Θεό. «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. ζ´ 46) .
.        Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὁ Χριστὸς διδάσκει, σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς συναγωγῆς, κάτι κινεῖται μὲ τὰ τέσσερα. Ζῷο εἶναι; Ὄχι, ἄνθρωπος. Καὶ τί ἔπαθε, ὥστε τὸ σῶμα του ἔγινε καμπύλη, ποὺ τὰ δύο ἄκρα τῆς ἀγγίζουν τὴν γῆ; πῶς πῆρε μορφὴ ζῴου; Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ποὺ ἦταν καὶ γιατρός, λέει: «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας  ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές» (Λουκ. ιγ´ 11).
.        Ἡ γυναίκα αὐτὴ θὰ ἦταν κάποτε ὡραία, ὄρθια σὰν κυπαρίσσι. Ἀλλ᾿ ὁ σατανᾶς τὴν φθόνησε. Εἰσχώρησε στὸν ὀργανισμό της δαιμονικὸ πνεῦμα,  «πνεῦμα ἀσθενείας». Ὅπως ἐμεῖς λυγίζουμε ἕνα ἔλασμα, ἔτσι ὁ κακοῦργος τῆς ἔκαμψε τὴν σπονδυλικὴ στήλη, κι ἀπὸ τὴν μέρα ἐκείνη δὲν ὕψωσε πλέον τὸ κεφάλι της.
.        Σπανίως βέβαια παρουσιάζεται τὸ φαινόμενο ἄντρας ἢ γυναίκα νὰ περπατοῦν σὰν τετράποδα. Ἀλλ᾿ ἐὰν τὸ φαινόμενο τέτοιων ἀσθενῶν στὸ σῶμα εἶναι σπάνιο, δὲν εἶναι ὅμως σπάνιοι ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ψυχική τους κατάστασι μοιάζει μὲ τὴν κατάστασι τῆς γυναίκας τοῦ εὐαγγελίου. Ἀλλοίμονο, πόσοι καὶ πόσες εἶναι μὲν ὄρθιοι στὸ σῶμα, ἀλλ᾿ ἔχουν τὴν ψυχὴ συγκύπτουσα, νὰ σέρνεται πρὸς τὴν γῆ! Οἱ δύστυχοι ἔχουν τσακίσει τὴν ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ στήλη τους· δὲν ζοῦν σὰν ἄνθρωποι, ζοῦν σὰν ἄλογα ζῷα , πολλὲς φορὲς χειρότερα κι ἀπ᾽ αὐτά.
.        Γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως αὐτὴ εἰκονίζεται στὸ παράδειγμα τῆς συγκυπτούσης γυναικός, ἂς ποῦμε λίγες λέξεις.

 * * *

.        Ἡ λέξι ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἔχει σπουδαία σημασία. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα  ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀκρίβειά της, ἔδωσε τὸ ὄνομα αὐτὸ στὸ τελειότερο ἀπὸ τὰ δημιουργήματα. Ἀπὸ δύο λέξεις,  ἄνω  + θρώσκειν  (=ἄνω τρέχειν), σχηματίσθηκε ἡ λέξι ἄνθρωπος, ποὺ φανερώνει ἔτσι τὴν εὐγένεια, τὴν ὑψηλὴ καταγωγὴ καὶ τὸν προορισμό του. Ἀνάμεσα στὰ ζῷα, ποὺ περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα κι ἔχουν τὸ κεφάλι πρὸς τὴν γῆ ψάχνοντας γιὰ ὑλικὴ τροφή, μόνο ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε νὰ στέκῃ καὶ νὰ περπατάῃ ὄρθιος. Βλέπει ψηλά, στὸν οὐρανό, κι ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τῆς φύσεως ποὺ ἁπλώνεται ἐμπρός του παρακινεῖται νὰ δοξολογῇ τὸν Πλάστη του. Γίνεται ὑψιπέτης.

.        Ἀλλὰ τί συμφορά! Ἡ εὐγενὴς αὕτη ῥοπὴ ἀνακόπτεται. Μία μυστηριώδης δύναμις σταματᾷ τὴν πορεία πρὸς τὰ ἄνω, λυγίζει τὸ αὐτεξούσιο, τὴν θέλησί του, καὶ ὑποχρεώνει τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ν᾿ ἀλλάξουν κατεύθυνσι, νὰ στραφοῦν πρὸς τὰ κάτω. Καὶ ἡ ψυχή, ποὺ διέγραφε φωτεινοὺς κύκλους γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Ὑψίστου καὶ τρεφόταν μὲ ἀμβροσία καὶ νέκταρ καὶ ἔψαλλε τὸ «ὡσαννὰ» καὶ τὸ «ἀλληλούϊα», δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ σταθῇ στὸ ὕψος, ἀλλὰ γκρεμίζεται· σὰν νὰ τῆς ἔδεσαν μολύβδινη σφαῖρα, πέφτει μὲ ὁρμή, ἀγγίζει τὴν γῆ, τρώει χῶμα, κυλιέται στὸν βόρβορο, γίνεται συγκύπτουσα τοῦ εὐαγγελίου, μὴ «δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές».
.        Ὅποιος ἔχει ψυχὴ ποὺ ἕρπει πρὸς ὅ,τι ἁμαρτωλὸ καὶ χυδαῖο, δὲν μπορεῖ νὰ λέγεται ἄνθρωπος. Ἀπ᾽ ἔξω βέβαια ἔχει μορφὴ ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ ἐσωτερικὰ μοιάζει μὲ κτῆνος. Ἐάν, ὅπως λέει ὁ ἰατροφιλόσοφος Καρρέλ, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔπαιρναν καὶ ἐξωτερικὰ σχῆμα σύμφωνο μὲ τὴν ψυχική τους κατάστασι, θὰ εἴχαμε ἕνα φρικτὸ θέαμα· θὰ παρουσιαζόταν ὁ συκοφάντης σὰν ὀχιά, ὁ ἅρπαγας σὰν γεράκι, ὁ πονηρὸς σὰν ἀλεποῦ, ὁ μνησίκακος σὰν καμήλα, ὁ αἱμοβόρος σὰν λύκος, ὁ ὀργίλος καὶ ἐπιθετικὸς σὰν τίγρις, ὁ ἄπληστος σὰν χοῖρος, ὁ θηλυμανὴς σὰν ἄλογο ποὺ χρεμετίζει
.        Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὁ Δαυῒδ λέει· «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. μη´13). Καὶ ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὅταν ὁ Θεὸς τὸν ἔστειλε νὰ κηρύξῃ στὰ Ἰεροσόλυμα, εἶπε· «Ἦλθον καὶ οὐκ ἦν ἄνθρωπος, ἐκάλεσα καὶ οὐκ ἦν ὁ ὑπακούων» (Ἠσ. ν´ 2). Δηλαδή· Κύριε, ἐξετέλεσα τὴν διαταγή σου· πῆγα, κήρυξα, κάλεσα σὲ μετάνοια. Ἀλλὰ ποῦ μ᾽ ἔστειλες; Ἐκεῖ  δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος· κανείς ἀπ᾽ αὐτοὺς δὲν θέλησε νὰ προσέξῃ στὴν φωνή σου. Ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, ἡ θέλησί τους εἶναι ἀλλοῦ… «Οὐκ ἦν»  ἐκεῖ  «ἄνθρωπος». Φανταστῆτε· μέσα σὲ μιὰ πρωτεύουσα κράτους, ὁ προφήτης δὲν βρίσκει ἄνθρωπο νὰ συνομιλήσῃ περὶ ἀρετῆς, δικαιοσύνης καὶ ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
.        Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ ἀρχαῖος φιλόσοφος τῆς πατρίδος μας ὁ Διογένης; Δὲν εὕρισκε κι αὐτὸς ἀνθρώπους εἰλικρινεῖς, τιμίους, δικαίους. Ὅλοι ἔρρεπαν πρὸς τὴν ὕλη, τὸ συμφέρον, τὴν ἰδιοτέλεια. Γι᾿ αὐτὸ ἕνα μεσημέρι, ἐνῷ ὁ ἥλιος ἔκαιγε, ἄναψε τὸ φανάρι του καὶ περιφερόταν λέγοντας «ἄνθρωπον ζητῶ».
.        Πόσο σπάνιο πρᾶγμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἰδεώδης ἄνθρωπος ! Ἐνῷ συγγενεύει μὲ τοὺς ἀγγέλους, αὐτὸς ἐκφυλίζεται, πέφτει πιὸ χαμηλὰ κι ἀπὸ τὰ κτήνη. Καὶ ἡ γῆ ἀναστενάζει καὶ διαμαρτύρεται· Ἄνθρωπε, μὲ τὰ ἐγκλήματά σου μοῦ ἔγινες βαρύς, δὲν σὲ σηκώνω πλέον· θ᾽ ἀνοίξω τὰ ἡφαίστεια, θὰ σὲ θάψω στὴν λάβα. Ὁ ἄνθρωπος, ἔγινε βάρος τῆς γῆς, «ἄχθος ἀρούρης», ὅπως ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας. Κι ὅπως κηρύττει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «τίποτε ἄλλο δὲν βαραίνει τὸν ἄνθρωπο ὅπως ἡ ἁμαρτία». Αὐτὴ εἶναι σὰν μολύβδινη σφαῖρα, ὅπως τὴν εἶδε ὁ προφήτης Ζαχαρίας (Ζαχ. ε´ 7) , εἶναι φορτίο, εἶναι βουνὸ ποὺ σηκώνει στοὺς ὤμους του ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, καὶ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος της σκύβει. Καὶ ἂν κάποτε ἔρθῃ σὲ συναίσθησι τῆς καταστάσεώς του, λέει στὸν Θεὸ μὲ τὸ στόμα τοῦ Δαυΐδ· «Αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ  φορτίον βαρὺ  ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ. … ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους…» (Ψαλμ. λζ´ 57).

 * * *

.        Νά γιατί ἡ συγκύπτουσα γυναίκα εἶναι κατὰτοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἡ εἰκόνα τοῦ ἁμαρτωλοῦ ποὺ ἀναστενάζει κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς. Καὶ ἐκείνης μὲν εἶχε καμφθῆ ἡ σπονδυλικὴ στήλη, τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὅμως κάμπτεται κάτι πολὺ σπουδαιότερο, ἡ θέλησις, ποὺ τοῦ δόθηκε γιὰ νὰ τὸν κρατάῃ ἠθικῶς ὄρθιο, ὥστε ν᾽ ἀντιστέκεται στὸν ἐχθρὸ καὶ νὰ τοῦ λέῃ· Σατανᾶ, ὄχι! δὲν θὰ σὲ προσκυνήσω, δὲν θὰ σ᾽ ἀφήνω νὰ μὲ ὑποτάσσῃς. Αὐτὴ ἡ θέλησις δυστυχῶς κάμπτεται, καταντᾷ ἐλεεινὸ ὑποζύγιο, καὶ δέχεται ἀναβάτη τὴν ἀνομία, ποὺ σέρνει τὸν ἄνθρωπο σὲ κάθε εἶδος διαφθορᾶς. Πίθηκος ποὺ καβαλλικεύει ἄγγελο, αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας. «Καὶ ἦν  –ὄχι πλέον  γυνὴ  ἀλλά– ψυχὴ συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές».
.        Ποιός λοιπὸν θὰ τινάξῃ μακριὰ τὴν ἀνομία;  Ἂς ἀκούσουμε τί ἀπαντᾷ ἡ συγκύπτουσα·
.        Ὑπέφερα 18 ὁλόκληρα χρόνια, περπατοῦσα μὲ τὰ τέσσερα, δὲν ἔβλεπα παρὰ μόνο χῶμα καὶ πέτρες. Ἀλλ᾿ ἦρθε καὶ γιὰ μένα ἡ στιγμή, ποὺ ποτέ δὲν θὰ τὴν ξεχάσω. Μὲ εἶδε ὁ Ἰησοῦς, μὲ σπλαχνίστηκε. Ἄρθρωσε τέσσερις μόνο λέξεις, μὲ ἄγγιξε μὲ τὰ πανάχραντα χέρια του, κι ἀμέσως ἡ δύναμις τοῦ πονηροῦ ποὺ μὲ κρατοῦσε δέσμια διώχθηκε· σὰν νὰ δέχθηκα ῥεῦμα νέας ζωῆς, τὸ σῶμα μου ἀνωρθώθηκε, τὸ κεφάλι μου ὑψώθηκε, ἀναστηλώθηκα, ἀνέλαβα τὸ σχῆμα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τώρα ὄρθια βαδίζω καὶ φωνάζω, ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀπὸ Ναζαρέτ!
.        Ἀκούσατε τὴν μαρτυρία τῆς γυναίκας. Ἀμφιβάλλετε ἀκόμη γιὰ τὴν δύναμι τοῦ Χριστοῦ; Τότε πειραματισθῆτε, δοκιμάστε. Ἀφῆστε τὴν δύναμι τοῦ Ἰησοῦ ν᾽ ἀγγίξῃ τὴν θέλησί σας, καὶτότε θὰ γίνῃ ἡ ἀνόρθωσις, ἡ ἀναστήλωσις τῶν ἀξιῶν ἐκείνων τῆς ζωῆς ποὺ τώρα κοίτονται σὲ ἐρείπια, ὅπως οἱ σπόνδυλοι ἐκείνης τῆς πεσμένης στήλης τοῦ Ὀλυμπίου Διός.
.        Ὅταν, ἀγαπητοί μου, οἱ σύντροφοι τοῦ Ὀδυσσέως ἐμφανίσθηκαν ἐμπρὸς στὴν μάγισσα Κίρκη , αὐτὴ τοὺς προσέφερε ἡδύποτα, τοὺς χτύπησε μ᾽ ἕνα ῥαβδί, κι ἀμέσως –οἱ ἥρωες ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἐκπορθήσει τὴν Τροία– ἔχασαν τὴν ὄψι τῶν ἀνθρώπων, ἔγιναν ζῷα, μιὰ ἀγέλη χοίρων, καὶ κλείστηκαν στοὺς σταύλους. Μὲ καταλάβατε;
.        Κίρκη δὲν ὑπάρχει. Κίρκη ὅμως πραγματικὴ εἶναι ἡ ἁμαρτία. Αὐτὴ προσφέρει ποτά, κρατάει ῥαβδὶ ἡδονῆς καὶ χτυπάει μαλακά… Ὅποιος πιῇ τὰ ἡδύποτά της καὶ δεχθῇ τὰ ἡδονικὰ χτυπήματά της, ζαλίζεται, χάνει τὴν ἀξιοπρέπεια, ἐξομοιώνεται μὲ κτῆνος, καὶ φορτώνεται φορτίο βαρύ, δυσβάστακτο. Καὶ δὲν θὰ μπορέσῃ ποτέ πλέον νὰ τὸ ἀποτινάξῃ παρὰ μόνο, ὅταν πιστέψῃ στὸν Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ γεννήθηκε μέσα σὲ σταῦλο, γιὰ ν᾽ ἀνορθώσῃ τὸν ἀποκτηνωμένο ἄνθρωπο, νὰ τὸν ὁδηγήσῃ ἀπὸ τὴν ἀποκτήνωσι στὴν δόξα, καὶ νὰ τὸν ἀναδείξῃ ἔνδοξο κληρονόμο τῆς βασιλείας του, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. α´ 33).

 (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος      

ΠΗΓΗ: thriskeftika.blogspot.com    

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΦΘΟΝΟΥ (Κυρ. Ι´ Λουκ.)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι´ ΛΟΥΚΑ (04.11.11)

(Λουκ ιγ΄ 10-17)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἦν διδάσκων ὁ Ἰησοῦς ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι. Καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές. Ἰδὼν δὲ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν.
Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου. Ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει; Ταύτην δέ, θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου; Καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ᾿ αὐτοῦ.

Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ἐδίδασκε ἕνα Σάββατον ὁ Ἰησοῦς εἰς μίαν ἀπὸ τὰς συναγωγάς. Καὶ ἦτο ἐκεῖ μιὰ γυναῖκα, ποὺ εἶχε πνεῦμα ἀσθενείας ἐπὶ δέκα ὀκτὼ χρόνια καὶ ἦτο σκυμμένη καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σταθῇ ὅλως διόλου ὀρθή. Ὅταν τὴν εἶδε ὁ Ἰησοῦς, τὴν ἐκάλεσε καὶ τῆς εἶπε, «Γυναῖκα, εἶσαι ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια σου»· καὶ ἔβαλε ἐπάνω της τὰ χέρια, αὐτὴ δὲ ἀμέσως ἀνορθώθηκε καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν.
Ἔλαβε τότε τὸν λόγον ὁ ἀρχισυναγωγός, ἀγανακτισμένος διότι ὁ Ἰησοῦς ἐθεράπευσε κατὰ τὸ Σάββατον, καὶ εἶπε εἰς ἐκείνους ποὺ παρευρίσκοντο ἐκεῖ, «Ὑπάρχουν ἕξη ἡμέρες ποὺ ἐπιτρέπεται ἡ ἐργασία· τότε νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ θεραπεύεσθε καὶ ὄχι τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου». Ὁ Κύριος ἀπεκρίθη, «Ὑποκριτά, δὲν λύνει καθένας ἀπὸ σᾶς, κατὰ τὸ Σάββατον, τὸ βόδι του ἢ τὸν ὄνον του ἀπὸ τὸν σταῦλον καὶ τὸν φέρνει νὰ τὸν ποτίσῃ; Αὐτὴ δὲ ποὺ εἶναι θυγατέρα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τὴν εἶχε δεμένη ὁ Σατανᾶς ἐπὶ δέκα ὀκτὼ χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἀπὸ τὰ δεσμὰ αὐτὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου;». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ, ὅλοι οἱ ἀντίπαλοί του ἐντροπιάζοντο, ἐνῷ ὅλον τὸ πλῆθος ἔχαιρε δι’ ὅλα τὰ ἔνδοξα πράγματα ποὺ αὐτὸς ἔκανε.

ΤΟ ΦΟΒΕΡΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΦΘΟΝΟΥ

 «Ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ
ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε…»

περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»
Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 .           Ὅλος ὁ λαὸς χάρηκε μὲ τὸ νέο θαῦμα ποὺ τέλεσε ὁ Κύριος θεραπεύοντας μία συγκύπτουσα –δηλαδὴ πολὺ καμπουριασμένη– γυναίκα στὴν Συναγωγή. Ὑπῆρξε ὅμως καὶ κάποιος, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο δὲν χάρηκε μὲ τὸ θαῦμα, ἀλλὰ ἀγανάκτησε. Ἦταν ὁ ἀρχισυνάγωγος, ὁ ὁποῖος ἀντέδρασε ἔντονα, δῆθεν διότι ὁ Κύριος θεράπευσε τὴν γυναίκα αὐτὴ ἡμέρα Σάββατο, στὴν πραγματικότητα ὅμως ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου ποὺ ἔκρυβε μέσα του πρὸς τὸν Χριστό, [Σημ. «Χρ. Βιβλ.»: στηριζόμενος στὸν Νόμο, ἐπικαλούμενος τὴν διάταξη τοῦ Νόμου ἔντυσε τὸ πάθος του μὲ τὴν νομιμοφάνεια…! Ἡ ὑποκρισία καὶ ὁ φθόνος μέσα στὴν ἐξωτερικὴ τήρηση τοῦ Νόμου κρύβονται.] ὁ Ὁποῖος γινόταν ἀποδέκτης τῶν ἐπιδοκιμασιῶν τοῦ πλήθους.
.           Μ’ αὐτὸ τὸ φοβερὸ πάθος τοῦ φθόνου θὰ ἀσχοληθοῦμε στὴ συνέχεια καὶ θὰ δοῦμε πρῶτον, πόσο μεγάλη ζημιὰ προκαλεῖ· καὶ δεύτερον, πῶς μποροῦμε νὰ τὸ καταπολεμήσουμε.

 1. Πάθος καταστρεπτικὸ

.           Τί εἶναι ὁ φθόνος, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ τόσο μεγάλη ζημιά; Ο Μ. Βασίλειος σὲ μία θαυμάσια σχετικὴ ὁμιλία του δίνει ἕνα πολὺ συνοπτικὸ ὁρισμὸ τοῦ πάθους αὐτοῦ λέγοντας ὅτι ὁ φθόνος «λύπη ἐστὶ τῆς τοῦ πλησίον εὐπραγίας» (ΕΠΕ 6, 133). Εἶναι δηλαδὴ λύπη γιὰ τὶς χαρὲς καὶ τὶς ἐπιτυχίες τοῦ ἄλλου, ἐκφράζεται ὅμως καὶ ἀντιθέτως ὡς χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση γιὰ τὶς ἀποτυχίες καὶ τὶς θλίψεις του. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ διακατέχεται ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ φθόνου, ἀδικεῖ βέβαια τοὺς ἄλλους, ἀδικεῖ ὅμως καὶ τὸν ἑαυτό του.
.           Καὶ ἀδικεῖ μὲν τοὺς ἄλλους ὁ φθονερὸς ἄνθρωπος, διότι ὁ φθόνος τὸν ὁδηγεῖ σὲ ψέματα, συκοφαντίες, σὲ ἔντονες διαμάχες καὶ πράξεις ἐκδικητικές, καὶ κάποτε σὲ κάτι ἀκόμη πιὸ φοβερό: στὸ ἔγκλημα τοῦ φόνου. Ἀναρίθμητα εἶναι τὰ παραδείγματα στὴν παγκόσμια ἱστορία καὶ στὴν Ἁγία Γραφὴ ποὺ μαρτυροῦν τὶς καταστρεπτικὲς συνέπειες τοῦ φθόνου. Ὁ φθόνος ἦταν ποὺ ὤθησε τὸν Κάιν νὰ σκοτώσει τὸν ἀδελφό του τὸν Ἄβελ. Παρομοίως καὶ τὸν Ἰωσὴφ ἀποπειράθηκαν νὰ τὸν σκοτώσουν τὰ ἀδέλφια του, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸν φθονοῦσαν. Ὁ φθόνος ἐπίσης τῶν Ἰουδαίων ἔγινε αἰτία γιὰ νὰ διαπραχθεῖ ἡ μεγαλύτερη ἀδικία καὶ τὸ φρικτότερο ἔγκλημα ὅλων τῶν ἐποχῶν: ἡ σταύρωση τοῦ Κυρίου. Τόσο πολὺ τυφλώνει τὸ πάθος αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο!
.          Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ φθονεῖ ἀδικεῖ καὶ τὸν ἑαυτό του, διότι ἀντὶ νὰ ἀνακαλύψει τὰ χαρίσματα ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ τὶς εὐλογίες ποὺ τοῦ παρέχει, ἀσχολεῖται μὲ τὶς ἐπιτυχίες τῶν ἄλλων καὶ βασανίζεται ἀπὸ τοὺς λογισμούς του. «Γιατί αὐτὸς καὶ ὄχι ἐγώ;…», σκέπτεται, καὶ ἡ σύγκριση αὐτὴ παραλύει τὶς δυνάμεις του, γιὰ νὰ δημιουργήσει κάποιο ἔργο μὲ βάση τὶς δικές του ἱκανότητες. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καταδικάζει τὸν ἑαυτό του σὲ ἀπραξία καὶ ἀδράνεια, σὲ στενοχώρια καὶ μελαγχολία.
.           Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔλεγε ὅτι ὁ φθόνος ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ «πᾶσι τοῖς καλοῖς διοχλεῖ», δηλαδὴ ἐνοχλεῖ τοὺς καλούς, διότι ἀδικοῦνται ἀπὸ τὸν φθονερό, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη «τήκει τοὺς ἔχοντας», λιώνει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὸ πάθος.

2. Πῶς ἀντιμετωπίζεται

 .           Πῶς ὅμως μποροῦμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸ ἀπάνθρωπο αὐτὸ πάθος;
.        Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ ἐπισημάνουμε τὸ πάθος αὐτὸ μέσα μας καὶ νὰ τὸ ὁμολογήσουμε. Διότι συμβαίνει συχνὰ νὰ δικαιολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας, λέγοντας ὅτι αὐτὸ ποὺ νιώθουμε δὲν εἶναι φθόνος ἀλλὰ «δίκαιη» τάχα ἀγανάκτηση, ἐπειδὴ μᾶς παραγκωνίζουν καὶ δὲν μᾶς ὑπολογίζουν, ἐνῶ τὸν ἄλλον «ἄδικα» τὸν ἐκτιμοῦν τόσο πολύ. Ὅταν λοιπὸν διακρίνουμε ὅτι ὑπάρχει μέσα μας αὐτὸ τὸ φοβερὸ πάθος, ὀφείλουμε νὰ τὸ ἐξομολογηθοῦμε καὶ νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Πνευματικό μας τὴν συμβουλή του.
.           Ἔπειτα, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ φθόνου, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ καταφύγουμε σὲ θερμὴ προσευχή. Μάλιστα ἐκεῖνο ποὺ ἐπιφέρει καίριο πλῆγμα στὸ δαιμονικὸ αὐτὸ πάθος εἶναι τό νὰ προσευχόμαστε εἰλικρινὰ γιὰ ἐκεῖνον ποὺ φθονοῦμε καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ τοῦ χαρίζει ὑγεία, χαρά, εἰρήνη καὶ κάθε εὐλογία καὶ ἐπιτυχία στὴν ζωή του.
.           Τέλος, πολὺ βοηθητικὸ εἶναι νὰ ἐπιβάλλουμε στὸν ἑαυτό μας νὰ κάνει τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς ὑπαγορεύει τὸ πάθος τοῦ φθόνου. Ἐπὶ παραδείγματι, ἀντὶ νὰ κακολογοῦμε αὐτὸν ποὺ φθονοῦμε, νὰ τὸν ἐπαινοῦμε. Ἂν πάλι τὸν δοῦμε νὰ πετυχαίνει καὶ νὰ τιμᾶται, νὰ τρέξουμε, νὰ τὸν συγχαροῦμε μὲ εἰλικρίνεια. Ἐπίσης, ἂν τυχὸν βρεθεῖ σὲ δύσκολη θέση μὲ κάποια ἀρρώστια ἢ ἄλλη δοκιμασία, ἐμεῖς νὰ τοῦ συμπαρασταθοῦμε μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο. Αὐτὴ ἡ καλωσύνη, ἡ ἄδολη καὶ ἁγνὴ ἀγάπη θὰ διώξει ὁριστικὰ τὸν φθόνο ἀπὸ τὴν ψυχή μας.

 *   *   *

.           Φθόνος. Ἕνα πάθος παράλογο καὶ καταστρεπτικό. Αὐτὸ ἔσπρωξε τὸν διάβολο νὰ βγάλει τοὺς πρωτοπλάστους ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς ἀποξενώνει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τὸ χειρότερο, μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεό. Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Λυτρωτή μας Κύριο νὰ μᾶς ἐλευθερώνει καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάθος καὶ νὰ μᾶς χαρίζει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εἰρήνη πρὸς ὅλους!

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2034, 01.12.2011

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , ,

Σχολιάστε