Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Στέργ. Σάκκος

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ

Ἡ κοίμησή της

Στέργιος Ν. Σάκκος (†), ὁμότ. καθηγ. ΑΠΘ.

.                   Κορώνα τοῦ καλοκαιριοῦ ὁ Αὔγουστος καί τῆς κορώνας κόσμημα ἀκριβό τῆς Παναγιᾶς μας ἡ γιορτή· μιά μικρή Πασχαλιά, μιά Λαμπρή μέσα στό καλοκαίρι. Τήν γιορτάζει πανηγυρικά ὁ λαός μας μέ τή λαμπρότητα καί τή δόξα πού γιορτάζει τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Καί τοῦτο δέν εἶναι τυχαῖο· μέ τή γιορτή αὐτή περνᾶ στή γλῶσσα τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ ὁ ὅρος κοίμηση γιά τό γεγονός τοῦ θανάτου. Ὑπάρχει τάχα ἄλλο μήνυμα πιό ποθητό γιά τόν ταλαίπωρο ἄνθρωπο τῆς γῆς, πού ἐνῶ μέ λαχτάρα ζητᾶ νά χαρεῖ καί νά χορτάσει τή ζωή, καθημερινά αἰσθάνεται βαριά ἐπάνω του τή σκιά τοῦ θανάτου;
.                    Τό κράτος βέβαια τοῦ θανάτου τό συνέτριψε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ νικητής τοῦ θανάτου. Τή νίκη ὅμως αὐτή τήν ζῆ καί τήν χαίρεται ἡ Ἐκκλησία ἐφαρμοσμένη στούς ἁγίους της. Ὅλοι ἐκεῖνοι πού μέ τήν πίστι στόν Ἰησοῦ Χριστό, «μεταβαίνουν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» ἔχουν μ᾿ αὐτό τό πέρασμα τήν πρώτη δόση τῆς ὁλοκληρωτικῆς καταργήσεως τοῦ θανάτου. Ὅπως τόν Κύριο καί Θεό τους ἔτσι καί τούς ἴδιους ἀδυνατεῖ νά τούς κρατήσει δεσμίους του ὁ θάνατος. Γι᾿ αὐτό καί οἱ μνῆμες τῶν ἁγίων μας, πού εἶναι ἡ ἐπέτειος τοῦ θανάτου τους, δέν ἔχουν τίποτε τό λυπηρό. ᾿Αντίθετα εἶναι ἡμέρες γιορτῆς.
.              Ἀλλά τή νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τοῦ θανάτου τή διαγγέλλει κατ᾿ ἐξοχήν ἡ Κοίμηση ἐκείνης ἡ ὁποία χάρισε στόν Κύριο τή σάρκα τήν ἀνθρώπινη, γιά νά τήν ἀναστήσει αὐτός καί νά τήν ἀφθαρτοποιήσει· ἐκείνης πού εἶναι ἡ ἁγία ἁγίων μείζων, ἡ Παναγία μας. Καί ἔχει αὐτό τή θεολογική του ἐξήγηση. Στήν πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας τό πρόσωπο τῆς Παρθένου Μαρίας εἶναι τό σύμβολο τῆς ᾿Εκκλησίας ὅλης καί τῆς κάθε μιᾶς πιστῆς ψυχῆς. Στήν Θεοτόκο βλέπει ὁ κάθε πιστός τόν ἑαυτό του ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί στήν κοίμησή της νιώθει τό δικό του θάνατο ὡς μία κοίμηση, ἕναν ὕπνο μέσα στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἀπαλλάσσεται ἀπό τό φόβο τοῦ θανάτου. Ἀνανεώνει τήν ἐλπίδα του ὅτι κοιμοῦνται καί θ᾿ ἀναστηθοῦν μιά μέρα ὅλοι οἱ ἀγαπημένοι του νεκροί. Διατρανώνει τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς μας «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

koimisi Theotokou

ΠΗΓΗ: apolytrosis.gr

 

Διαφημίσεις

, ,

Σχολιάστε

Η ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ («Ἐκεῖ, στούς οὐρανούς, περιμένει τούς ἀδελφούς Του».)

Ἡ ἄλλη διάσταση

Στέργιος Ν. Σάκκος

.                  Ἀπό τήν ἀρχή τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως τό δείχνει ἡ Καινή Διαθήκη καί μάλιστα οἱ ἐπιστολές τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ θεολογία ἀποτελεῖ τή ρίζα καί τό θεμέλιο τῆς πράξεως. Διαφορετικά, ἡ θεολογία ἐκφυλίζεται σ᾿ ἕνα στεγνό καί ἄχρηστο σύστημα ἰδεῶν, ἐνῶ ἡ πράξη χάνει τό βάθος καί τήν οὐσία της, καταντᾶ τύπος καί, ὄχι σπάνια, αἱρετικός ἀκτιβισμός. Μ᾿ αὐτή τήν προοπτική εἶναι χρήσιμο καί ἀναγκαῖο τίς μέρες αὐτές, πού γιορτάζουμε τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά σκύψουμε στή θεολογία αὐτῆς τῆς κατεξοχήν θεολογικῆς γιορτῆς. Τό «θαυμαστόν καί μέγα» τοῦτο γεγονός σηματοδοτεῖ τό τέλος τῆς ἐπίγειας δράσεως τοῦ Ἰησοῦ καί συγχρόνως συνοψίζει τή θεολογία ὅλων τῶν γεγονότων τῆς θείας οἰκονομίας.
.                   Ἐπιβεβαιώνει τόν Εὐαγγελισμό καί τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου: Τό ἀνθρώπινο σῶμα, τό ὁποῖο τότε ἑνωμένο μέ τή θεία φύση συνελήφθη ἐν Πνεύματι ἁγίῳ στή μήτρα τῆς Παναγίας μας καί γεννήθηκε στή φάτνη τῆς Βηθλεέμ, αὐτό τό ἴδιο ἀναλαμβάνεται τώρα στούς οὐρανούς.
.                   Διευρύνει τήν Μεταμόρφωση: Τή θεϊκή δόξα τοῦ Θεανθρώπου, πού ἀξιώθηκαν νά δοῦν οἱ τρεῖς μαθητές στό ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, τήν ἀτενίζουν στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν ὅλοι οἱ μαθητές. Μπαίνουν στή διάσταση τῆς πνευματικῆς συχνότητας καί βλέπουν τόν Θεό μέ τά μάτια τους!
.                   Ἐπιμαρτυρεῖ τήν Ἀνάσταση: Εἶναι μιά ἐπίσημη -ἡ τελευταία στή διάρκεια τῶν σαράντα ἡμερῶν- ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ.
.                  Προετοιμάζει τήν Πεντηκοστή: Ἀνεβαίνοντας στά οὐράνια, τό σῶμα τοῦ Κυρίου ἐγκαινιάζει τή γέφυρα μεταξύ γῆς καί οὐρανοῦ, ὥστε νά κατεβεῖ στή γῆ ὁ Παράκλητος κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
.                  Προαναγγέλλει τήν Δευτέρα Παρουσία: Οἱ ἄγγελοι διαμηνύουν στούς μαθητές τήν παρήγορη ὑπόσχεση: «οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὶν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξ. 1,11). Ὁ Θεός δέν περιορίζεται ἀπό τόν δικό μας χωροχρόνο. Ἔτσι, τήν ὥρα πού ἀπομακρύνεται ἀπό τά μάτια τῶν μαθητῶν του ὁ Κύριος εἶναι ἐπίσης «ὁ ἐρχόμενος» (Β΄ Ἰω. 7). Κι αὐτή ἡ προσμονή του γλυκαίνει τήν ἔμπονη πορεία τῶν δικῶν του σ᾿ αὐτή τή γῆ. Δίνει ἄλλη διάσταση στή ζωή τους.
.                  Ἡ θεολογία τῆς Ἀναλήψεως, ὅπως διδάσκεται στά κείμενα τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὑπερβαίνει τήν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων καί εἰσάγει στόν ἀπρόσιτο χῶρο τοῦ μυστηρίου. Γι᾿ αὐτό καί τόν σίγουρο τρόπο προσεγγίσεως τῆς Ἀναλήψεως προσφέρουν τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐπενδύονται καί νοηματοδοτοῦνται ἀπ᾿ αὐτό τό γεγονός. Ἐνδεικτικά θά ἀναφερθῶ σέ δύο μυστήρια.
.                   Τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, ἡ ἀφετηρία τῆς πνευματικῆς μας ἀναγεννήσεως, ἀντλεῖ τήν ἀναγεννητική του δύναμη ἀπό τή λυτρωτική θυσία τοῦ Κυρίου, τῆς ὁποίας ἡ ἔκπαγλη δόξα καταδεικνύεται στό γεγονός τῆς θείας Ἀναλήψεως. Μέ τίς πληγές τοῦ μαρτυρίου του στό ἀνθρώπινο σῶμα ἀλλά καί μέ τή θεϊκή του λαμπρότητα ὁ Κύριος ἀνελήφθη, ἀνοίγοντας γιά μᾶς τό δρόμο πού ἡ πτώση εἶχε καταστήσει ἀπροσπέλαστο. Κανείς ἄλλος δέν εἶχε αὐτή τή δύναμη, διότι «οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω 3,13).
.                  Ἡ σταθερότητα καί ἡ αὔξηση τῶν πιστῶν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐξασφαλίζεται μέ τή μετοχή τους στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τό σῶμα Χριστοῦ πού κοινωνοῦμε μᾶς προετοιμάζει γιά τή δική μας ἄνοδο στόν οὐρανό. Μ’ αὐτή τή βεβαιότητα δέεται ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Μεταφραστής: «Ὁ τῇ ἐνδόξῳ σου Ἀναλήψει τῆς σαρκός θεώσας τό πρόσλημμα καί τοῦτο τῇ δεξιᾷ καθέδρᾳ τιμήσας τοῦ Πατρός, ἀξίωσόν με, διά τῆς τῶν ἁγίων σου μυστηρίων μεταλήψεως τῆς δεξιᾶς μερίδος τῶν σῳζομένων τυχεῖν».
.             Τό ἀναλημμένο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ κατατέθηκε στόν οὐρανό ὡς ἀδαπάνητο συνάλλαγμα, ἐγγύηση καί θησαυρός τῆς Ἐκκλησίας, πού περπατᾶ ἀκόμα στή γῆ, ἀλλά φέρεται μέ μία δυναμική φορά πρός τά ἄνω, στό θρίαμβο τοῦ οὐρανοῦ. Ἀναγεννημένο καί ἑνωμένο μέ τόν Κύριο τό ἀνθρώπινο γένος «συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφ 2,6) μαζί μέ τόν Χριστό, γράφει στούς χριστιανούς τῆς Ἐφέσου ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Θεωρεῖ ὡς γεγονός συντελεσμένο τήν ἐγκατάσταση τῶν πιστῶν στόν οὐρανό καί τό συνδοξασμό τους μέ τόν Ἰησοῦ. Καί εἶναι! Ὅταν ἀπό ἕνα χαρμάνι παίρνουμε ἕνα δεῖγμα, ἐνυπάρχουν σ᾿ αὐτό τά στοιχεῖα ὅλου τοῦ ὑλικοῦ ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται τό δεῖγμα. Ἔτσι, στό ἔνδοξο σῶμα τοῦ θεανθρώπου Κυρίου, πού ἤδη βρίσκεται στή δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ἐνυπάρχει ὅλο τό ἀνθρώπινο φύραμα, ἡ ἀνθρώπινη φύση. Οἱ ἰδιότητες τοῦ ἀναληφθέντος Χριστοῦ κι ἡ θεϊκή του δόξα ἀντανακλοῦν σ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους, τώρα σκιωδῶς καί διά τῆς πίστεως, κατά τή Δευτέρα Παρουσία του ὁλοκληρωτικά καί «δι᾿ εἴδους», πραγματικά.
.                  «Σήμερον (δηλ. κατά τήν Ἀνάληψη) καταλλαγαί (=συμφιλίωση) τῷ Θεῷ πρός τό τῶν ἀνθρώπων γεγόνασι γένος… Οἱ τῆς γῆς ἀνάξιοι φανέντες (δηλ. οἱ ἄνθρωποι) εἰς τόν οὐρανόν ἀνήχθημεν (=ἀνυψωθήκαμε)». Μ᾿ αὐτές τίς σύντομες ἀλλά τόσο μεστές φράσεις προσδιορίζει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος τήν πρακτική διάσταση τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, τήν προσφορά της στό ἀνθρώπινο γένος.
.                Σέ μιά ἐποχή ὑλοκρατίας καί ὑλοφροσύνης, σέ ἕναν κόσμο πού ἀσφυκτιᾶ αὐτοπεριοριζόμενος στόν στενό ὁρίζοντα τῶν ἐνδογήινων ἐπιδιώξεών του, ὁ σημερινός ἄνθρωπος αἰσθάνεται τραγικός δεσμώτης, ἀνασφαλής καί ἀβέβαιος ἀκόμη καί μές στόν χρυσό πύργο τοῦ εὐδαιμονισμοῦ του. Πνίγεται μέσα στά ἴδια τά ἀγαθά, τά ὁποῖα ζητᾶ νά κατακτήσει. Ἀναγκαιότητα ἀνυπέρθετη γιά τή συνέχεια τῆς ζωῆς του ἡ ἐπιστροφή «εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν». Ἐκεῖ ἁπλώνεται φωτεινός ὁρίζοντας καί παρακλητική βεβαιότητα ἐγγίζει τήν κουρασμένη ψυχή. Ἐκεῖ διανοίγεται τό ἀδιέξοδο, προσφέρεται ἡ κατακόρυφη διέξοδος, ἡ ἄλλη διάσταση, πού τείνει πρός τήν πραγματική πατρίδα μας, τόν οὐρανό. Τό πανάγιο χέρι τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ, καθώς ἀναλαμβάνεται στούς οὐρανούς, εὐλογεῖ αὐτούς πού ἀφήνει στή γῆ, ὑπογράφει τό συμβόλαιο τῆς εἰρήνης πρός τόν Πατέρα, τή διαθήκη τῆς αἰώνιας ἀγάπης πρός τούς ἀδελφούς του. Κι εἶναι σάν νά τούς γνέφει ὅτι ἐκεῖ, στούς οὐρανούς, τούς περιμένει κι αὐτούς.

 

ΠΗΓΗ: apolytrosis.gr

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–4

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Δ´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

Μέρος Β´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

Μέρος Γ´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–3

2. Πῶς ἀναγεννιόμαστε

.         Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἀποχαιρετοῦσε τοὺς μαθητές του λίγο πρὶν τὸ πάθος, τοὺς εἶπε πὼς θὰ τοὺς στείλη τὸν Παράκλητο, ὁ ὁποῖος «παρ’ ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται» (Ἰω. ιδ´ 17), ποὺ τώρα εἶναι κοντά σας, ἀλλὰ τότε θὰ εἶναι μέσα σας. Αὐτὸς ὁ Παράκλητος ἐπιτελεῖ τὴν τρίτη ἐν Πνεύματι γέννησι τοῦ Χριστοῦ μέσ’ στὴν καρδιά μας. Αὐτὸς ἑνώνεται μαζί μας καὶ φέρνει στὸν κόσμο ἕνα νέο Χριστό, τὸν ἀναγεννημένο ἑαυτό μας. Ἀλλὰ πῶς μᾶς ἐπισκέπτεται ὁ Παράκλητος;
.         Ἡ πρώτη μας συνάντησι μαζί του γίνεται μὲ τὴν πίστι. Ἡ πίστι ἀνοίγει τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ μπῆ μέσα ὁ Κύριος. Ἡ πίστι τὸν ὑποδέχεται, ὑποτάσσει τὶς καρδιὲς μας σ’ αὐτὸν καὶ γεννᾶ μέσα τους θερμὸ ἐνδιαφέρον καὶ δυνατὸ πόθο γιὰ νὰ τὸν πλησιάσουν. Αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν πρωταρχικὴ προϋπόθεση τοῦ «κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν ἐν ταῖς καρδίαις», λέει ὁ Παῦλος (Ἐφ. γ´ 17). Χρειάζεται, ὅμως, καὶ ἡ ἀγάπη, γιὰ νὰ μείνη μέσα μας ὁ Κύριος καὶ νὰ μᾶς κάνη ναό του καὶ θυσιαστήριό του. «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν», καταθέτει ὁ Ἰησοῦς (Ἰω. ιδ´ 23). Γιὰ νὰ στερεωθῆ ἡ πίστι μας καὶ νὰ αὐξηθῆ ἡ ἀγάπη, μᾶς βοηθᾶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ θεῖος λόγος, τὸ κήρυγμα καὶ ἡ διδασκαλία, κατοικεῖ πλούσια μέσα μας, τότε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σφηνώνει ὄχι ἁπλῶς ἀνάμεσά μας, ἀλλὰ μέσα στὰ σπλάγχνα μας. Μᾶς καλλιεργεῖ μυστικὰ καὶ μᾶς ἑτοιμάζει γιὰ τὴ τέλεια ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό.
.           Ἀλλὰ ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπὶ τέλους συντελεῖται μέσα μας ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ μυστήριο. Ὁ Κύριος τὸ δήλωσε ἀπερίφραστα· «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. ϛ´ 56). Ἔρχεται, χτυπᾶ τὴν πόρτα μας καὶ ὅταν τοῦ ἀνοίξουμε, μᾶς κάνει αὐτὸς τὸ τραπέζι. Αὐτός, ὁ ζητιάνος τῆς σωτηρίας μας, φέρνει τὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα του νὰ μᾶς θρέψη καὶ νὰ μᾶς κάνη εὐτυχισμένους. Μᾶς καλεῖ νὰ συνδειπνήσουμε, διότι «ἀληθῶς ἡ σάρξ του ἐστὶ βρῶσις, καὶ ἀληθῶς τὸ αἷμα του ἐστὶ πόσις» (Ἰω. ϛ´ 55). Τότε γιορτάζουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα, ὅταν μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ πίστι καὶ μὲ ἀγάπη μεταλαμβάνουμε τὰ ἄχραντα μυστήρια καὶ ἀναγεννιόμαστε μαζὶ μὲ τὸν νεογέννητο Χριστό.

3. Ἡ σημασία τῆς ἀναγεννήσεως

.               Χωρὶς αὐτὴ τὴν τρίτη γέννησι οὔτε ἡ πρώτη ἀΐδια γέννησι οὔτε ἡ δεύτερη ἱστορικὴ ἐνσάρκωσι τοῦ Χριστοῦ ἔχουν κανένα νόημα καὶ καμία ἀξία γιὰ μᾶς, ὅσο σπουδαία καὶ μεγάλα κι ἂν εἶναι. Αὐτὴ θ’ ἀξιοποιήση τὰ δῶρα τους, διότι αὐτὴ θὰ κάνη προσωπικό μας σωτήρα τὸν Χριστό, θὰ ἰδιοποιήση τὸ ἔργο του γιὰ τὴν σωτηρία μας.
.         Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν» (Α´ Τιμ. δ´ 10). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦλθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ σώση ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, δὲν σώζονται, ὅμως, ὅλοι· σώζονται μόνο οἱ πιστοί. Ἡ σωτηρία ποὺ ἔφερε ὁ Χριστός, εἶναι ἀντικειμενική. Γιὰ νὰ γίνη ὑποκειμενική, γιὰ νὰ σωθῆ ὁ καθένας, πρέπει νὰ πιστέψη. Ὁ Χριστὸς μὲ τὸν ἐρχομό του στὸν κόσμο ἄνοιξε τὴν πύλη τῆς ζωῆς, ἔστρωσε τὸ τραπέζι τῆς χαρᾶς, ἔφερε τὰ φάρμακα τῆς σωτηρίας. Γιὰ νὰ θεραπευτῆ ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ χορτάση, γιὰ νὰ σβήση τὴ δίψα του, εἶναι ἀνάγκη νὰ καθίση καὶ νὰ φάη στὸ τραπέζι, νὰ πιῆ ἀπὸ τὴν πηγή, νὰ δεχθῆ τὰ φάρμακα. Διαφορετικά, παραμένει ὅπως καὶ πρὸ Χριστοῦ στὴ φθορὰ καὶ κατρακυλάει στὸν θάνατο. Στὴν περίπτωση, ὅμως, αὐτὴ δὲν ἔχουμε κανένα δικαίωμα νὰ κατηγοροῦμε τὸν Χριστό.
.           Στὰ παλιὰ χρόνια οἱ ληστὲς συνήθιζαν, ὅταν ἤθελαν νὰ σκοτώσουν δύο ἀνθρώπους, νὰ σκοτώνουν τὸν ἕνα, καὶ τὸν ἄλλο νὰ τὸν δένουν ζωντανὸ μὲ τὸ πτῶμα πρόσωπο μὲ πρόσωπο, καὶ νὰ τὸν ἀφήνουν ἔτσι μέχρι νὰ πεθάνη. Φαντασθεῖτε τὴ δυστυχία τοῦ ζωντανοῦ, ποὺ πέθαινε ἕναν ἀργὸ καὶ φρικιαστικὸ θάνατο. Μὲ πόση σπουδὴ θὰ τινάζονταν μακριὰ ἀπὸ τὸ πτῶμα, ἂν κάποιος τὸν ἐλευθέρωνε! Κι ὅμως στὴν περίπτωσί μας οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀγκαλιάζουν καὶ σφίγγουν μὲ τὰ χέρια τους τὸ πτῶμα τοῦ θανάτου καὶ μετὰ τὴν ἐλευθερία ποὺ χάρισε ὁ Χριστός!
.         Τὸ παράδειγμα μᾶς βοηθᾶ νὰ βγάλουμε ὠφέλιμα συμπεράσματα. Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμαστε εἰδωλολάτρες καὶ μετὰ τὴν γέννησι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. α´ 9). Φωτίζονται ὅσοι τὸ δέχονται· οἱ ἄλλοι μένουν στὸ σκοτάδι, στὴν ἀπιστία, στὴν πλάνη, στὴν διαφθορά.
.             Καὶ τὸ ἄλλο συμπέρασμα· φοβερὸ ἡ τύφλωση, κακὸ ἡ ἀρρώστια, τραγικὸ ἡ σκλαβιά. Γιὰ σκεφθῆτε, ὅμως, πόσο χειρότερη εἶναι ἡ κατάστασι νὰ εἶναι κανεὶς τυφλὸς καὶ νὰ νομίζη ὅτι βλέπει, νὰ εἶναι ἄρρωστος καὶ νὰ μὴ τὸ ξέρη, νὰ εἶναι σκλάβος καὶ νὰ πιστεύη ὅτι εἶναι ἐλεύθερος! Αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ λεγόμενου χριστιανικοῦ κόσμου. Εἶναι εἰδωλολάτρες, προσκυνοῦν εἴδωλα καὶ ξόανα, λατρεύουν θεοὺς καὶ θεές, ζοῦν στὴν πλάνη καὶ στὴν ἀπιστία, κατοικοῦν στὰ μνήματα τοῦ θανάτου, ἔχουν ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς ἔκφυλης ζωῆς, καὶ ὅμως, νομίζουν, ὅτι εἶναι χριστιανοί, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀντίχριστοι. Εἶναι, ὅμως, χωρὶς Χριστό!
.             Ὤ, νὰ μπορούσαμε νὰ νιώσουμε βαθειὰ μέσα μας ὅτι ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο γεγονὸς ὄχι μόνο τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ τῆς δικῆς μας ζωῆς! Ὁ ἐρχομός του δὲν χώρισε μόνο τὴν ἱστορία στὴν πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστὸν ἐποχή, ἀλλὰ χώρισε καὶ τὴν ἀνθρωπότητα στὴν ἐκτὸς Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστοῦ. Ἐκτὸς Χριστοῦ εἶναι ὅσοι δεμένοι μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀπιστία μένουν μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Μετὰ Χριστοῦ εἶναι ὅσοι πιστοὶ καὶ ἁγνοὶ τὸν ἀκολουθοῦν ἢ ὅσοι ἁμαρτωλοὶ μετάνιωσαν καὶ ἐπέστρεψαν κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ ζοῦν μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.
.             Αὐτοὶ γιορτάζουν ἀληθινὰ Χριστούγεννα μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ δοξολογοῦν τὸν Κύριο, ποὺ ἐκένωσε τὸν ἑαυτό του (Φιλ. β´ 7), διέσπασε τὴ σφαίρα τῆς αἰωνιότητας καὶ μπῆκε στὴν τροχιὰ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἔγινε ἄνθρωπος, ἦλθε ἀνάμεσά μας καὶ πλησιάζει τὸν καθένα μας προσωπικά. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος… καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. α´ 1·14). Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ θεόπνευστα λόγια του εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου κρύβεται ὅλη ἡ σωτήρια ἀλήθεια καὶ ἡ λυτρωτικὴ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων, ποὺ δίνεται δῶρο σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ τὴν πίστι δέχονται νὰ γεννηθῆ ὁ Χριστὸς μέσα τους, γιὰ νὰ ἀναγεννηθοῦν οἱ ἴδιοι μὲ τὴ χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ καὶ νὰ γίνουν «τέκνα Θεοῦ» (Ἰω. α´ 12-13).

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–3

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Γ´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

Μέρος Β´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

3. Τὰ περιστατικὰ τῆς γεννήσεως

 .             Τὰ περιστατικὰ ποὺ συνδέονται μὲ τὴν γέννησι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πολὺ γνωστά, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν θ’ ἀναφερθοῦμε σὲ λεπτομέρειες. Ἡ ἀπογραφή, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι, τὸ σπήλαιο, τὸ ἀστέρι, οἱ προφητεῖες, εἶναι ὅλα γεγονότα ποὺ ἔχουν συμβῆ μέσα σὲ ὡρισμένο χρόνο, ἀλλὰ καὶ σὲ ὡρισμένο τόπο. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τοὺς κρίκους, ποὺ συνδέουν τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Θεοῦ.
.                 Ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου ἐπισκέφθηκε τὴ γῆ. Τότε ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα ἦταν ὅσο ποτὲ ἕτοιμη νὰ τὸν δεχθῆ, ὅταν διέθετε μία θρησκεία ἀληθινή, τὸν ἰουδαϊσμό, μία γλῶσσα κατάλληλη, τὴν ἑλληνική, καὶ μία διοίκηση ἑνιαία, τὴ ρωμαϊκή· τότε ποὺ τὸν εἶχε ὅσο ποτὲ ἀνάγκη, ὅταν ἡ θρησκεία ἦταν χρεωκοπημένη, ἡ φιλοσοφία ἀνήμπορη γιὰ λύτρωσι, ἡ διοίκηση διεφθαρμένη· τότε γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς. Ἦταν ἡ ὥρα ἀκριβῶς ποὺ ἡ ἁμαρτία ἔδωσε τὸν πιὸ σάπιο καρπό της, μία ψυχορραγοῦσα ἐξαθλιωμένη ἀνθρωπότητα, καὶ ἡ χάρις τὸ πιὸ εὐωδιαστὸ λουλούδι της, μία ταπεινὴ ἁγνὴ παρθένο. Ἦταν ὁ καιρὸς ποὺ δὲν ἐπέτρεπε ἄλλη ἀναβολὴ οὔτε ἄλλη ἀναμονή· ὁ κόσμος δὲν μποροῦσε νὰ περιμένη ἄλλο, εἶχε ἀποκάμει.
.                 Γιατί, ὅμως, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς; «Ἔκλινε οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Ψαλμ. ιζ´ 10) διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ κάνη τὸν ἄνθρωπο θεό, ὅπως λέει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, κατέβηκε στὴ γῆ, γιὰ νὰ ἀνεβάση τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό, νὰ τὸν ξαναφέρη στὴ χαμένη πατρίδα, νὰ τοῦ ξαναδώση τὸ ἀρχαῖο κάλλος. Οἱ ἄνθρωποι ἀναζητοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ δὲν τὸν ἔβρισκαν, ἀναζητοῦσαν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶχαν· «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» (Ἰω. ε´ 7) ἀκούγεται χαρακτηριστικὰ τὸ παράπονο τοῦ παραλυτικοῦ. Τότε ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος καὶ ἡ ἀνθρωπότητα βρίσκει στὸ πρόσωπό του συγχρόνως καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, τὸν Θεάνθρωπο, ποὺ γίνεται ὁ δοτήρας τῆς σωτηρίας καὶ τῆς εὐτυχίας της. Μὲ τὴν ἄκρα ταπεινοφροσύνη του ὁ Κύριος ἔκανε φανερὴ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του καὶ γνώρισε στὸ πλάσμα του πόσο ἀπέραντα οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων μπορεῖ νὰ εἶναι.
.                 Μὲ τὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων ἡ Ἐκκλησία μᾶς φέρνει κοντὰ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ μᾶς βοηθᾶ νὰ τὰ δοῦμε στὴν ἀληθινή τους διάστασι, ἔξω ἀπὸ κάθε πανηγυρισμὸ τόσο δευτερεύοντα, νὰ ζήσουμε τὸ πρῶτο· πῶς ὁ Θεὸς ἔγινε Ἐμμανουήλ, ἔγινε ὁ μεθ’ ἡμῶν Θεός. Κι ὅπως αὐτὸς ἔσπασε τὴ θεία ἕλξι καὶ μπῆκε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ σπάσουμε τὴ γήινη ἕλξι καὶ νὰ μποῦμε στὴν τροχιὰ τοῦ Θεοῦ. Νὰ διασχίσουμε τὸν γνόφο τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας μας καὶ νὰ βυθισθοῦμε στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ πνεύματος, ἐκεῖ ποὺ θὰ βροῦμε τὴν τέλεια συγκατάβαση προσωποποιημένη στὸ θεῖο βρέφος τῆς φάτνης. Τότε, καθὼς θὰ ἀγκαλιάζουμε μετανιωμένοι γιὰ τὴν ἄγνοια καὶ τὴν κακία μας τὸν μικρὸ Χριστό, θὰ νιώσουμε πραγματικὰ ἕνα ἀέρα λυτρωμοῦ νὰ φουσκώνη τὰ στήθη μας. Λύτρωσι ἀπὸ τὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀπογοήτευσι, ποὺ μᾶς κερνᾶ ἡ ἀπατηλὴ ἀγάπη καὶ ἡ ψεύτικη εἰλικρίνεια τοῦ κόσμου. Λύτρωσι ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀνασφάλεια ποὺ μᾶς φορτώνουν οἱ βαριὲς ἀνέσεις μας καὶ ἡ τυφλὴ μηχανή. Ἀνάλαφροι, εἰρηνικοὶ μὲ τὸν ἑαυτό μας καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπό μας, χαρούμενοι θὰ κρατοῦμε στὰ χέρια μας τὴν Ἐλπίδα μας, τὸν Σωτήρα μας, ἢ μᾶλλον αὐτὸς θὰ μᾶς κρατᾶ στὰ δικά του θεῖα χέρια.

Η ΤΡΙΤΗ ΓΕΝΝΗΣΙ

Γ. Ὁ Ἐμμανουὴλ
Καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν

1. Ἡ ἀναγέννησι

.                 Ἡ τρίτη γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ γέννησί του στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν πιστεύουν καὶ τὸν δέχονται προσωπικό τους Θεό. Διότι ἂν καὶ ὁ Χριστὸς ἐνανθρώπησε, γιὰ νὰ σώση ὅλο τὸ, κόσμο, ἐν τούτοις, δὲν σώζονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Βέβαια, ὁ Κύριος «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α´ Τιμ. β´ 4), καὶ ἀσφαλῶς εἶναι παντοδύναμος, σέβεται, ὅμως, καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖ, δὲν θέλει, νὰ μᾶς σώση, ἂν ἐμεῖς δὲν θέλουμε.Ἔτσι παρουσιάζεται στὴν Ἀποκάλυψι σὰν ἕνας ζητιάνος ὁδοιπόρος, ποὺ γυρνᾶ ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, ἀπὸ ψυχὴ σὲ ψυχή, καὶ χτυπᾶ νὰ τοῦ ἀνοίξουμε. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ´ 20). Καὶ ἡ ἱστορία τῆς πρώτης χριστουγεννιάτικης νύχτας ἐπαναλαμβάνεται. Κλειστὲς οἱ πιὸ πολλὲς πόρτες, ὅπως τότε στὴ Βηθλεέμ· φιλοξενοῦν ἄλλους θεοὺς καὶ θεὲς οἱ καρδιές μας. Ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς δὲν βρίσκει παρὰ μόνο λίγες ψυχὲς νὰ τὸν δεχθοῦν. «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰω. α´ 11). Σ’ ὅποιον ὅμως καταλύει, κάνει παλάτι τὸ σταῦλο του καὶ τὸ πιὸ πλούσιο τραπέζι τὸ παχνί του· γεννιέται μέσα του καὶ τὸν ἀναγεννᾶ.
.             Αὐτὴ ἡ ἀναγέννησι εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴ σωτηρία μας. Μόνο ὅσοι «γεννῶνται ἄνωθεν» (Ἰω γ´ 3), κατὰ τὴν ἔκφρασι τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, μπαίνουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ γίνονται πολίτες της. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ξαναγεννηθοῦμε; (Ἰω. γ´ 4), ἀναρωτιέται ὁ Νικόδημος καὶ μαζί του ὅλοι ἐμεῖς. Γιὰ νὰ πάρουμε τὴν ἀπάντησι, ἂς ἀκούσουμε τί εἶπε ὁ ἄγγελος στὴν Παρθένο Μαρία, ποὺ ἔκπληκτη μάθαινε πὼς θὰ γεννοῦσε χωρὶς ἄνδρα· «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» (Λουκ α´ 35). Μὲ Πνεῦμα ἅγιο γεννήθηκε ὁ Χριστὸς μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς Μαρίας, μὲ Πνεῦμα ἅγιο μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ τὸν συλλάβουμε καὶ νὰ τὸν κυοφορήσουμε μέσα μας· θὰ γεννήσουμε τὸν Χριστό, ὅταν προηγηθῆ ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο. Ναί, ἀδελφοί μου! Κάτι τὸ πολὺ καταπληκτικὸ συμβαίνει στὴ ζωή μας, ποὺ ὁ κόσμος δὲν τὸ γνωρίζει, δὲν τὸ ἔμαθε, οὔτε ποτὲ θὰ τὸ μάθη. Μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα ὁ κάθε χριστιανὸς μπορεῖ νὰ συλλάβη καὶ νὰ γεννήση τὸν Ἰησοῦ. Κι ὁ Ἰησοῦς ποὺ θὰ γεννήσουμε εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας, ποὺ θὰ γίνη ἕνας ἄλλος Χριστὸς μέσα στὸν κόσμο, ἕνας μικρὸς Χριστός, δηλαδή, ἕνας πραγματικὸς χριστιανός.
.             Ὁλοζώντανο παράδειγμα μιᾶς τέτοιας ἀναγεννήσεως εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτὸς κατώρθωσε νὰ συλλάβη τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τὸν γεννήση πρῶτα μέσα του, ὥστε νὰ λέει· «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. β´ 20). Τὰ σπλάγχνα του ἦταν σπλάγχνα Χριστοῦ, ὁ νοῦς του νοῦς Χριστοῦ, ἡ καρδιά του καρδιὰ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ μπόρεσε ὕστερα νὰ τὸν γεννήση καὶ στὶς ψυχὲς ἄλλων γύρω του, ὅπως γράφει στοὺς Γαλάτας· «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (δ´19)· παιδάκια μου, ποὺ σᾶς κοιλοπονῶ μέχρι νὰ γεννηθῆ μέσα σας ὁ Χριστός. Τί φιλόστοργος πατέρας ὁ ἀπόστολος! Σὰν νὰ τοὺς βάζη στὴν κοιλιά του καὶ νὰ τοὺς κυοφορῆ, ὥστε νὰ γεννηθοῦν χριστιανοί, μικροὶ Χριστοί. Πόσα ἔχει νὰ πῆ αὐτὸ σ’ ὅλους τοὺς διδασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου, στοὺς κατηχητὲς καὶ στὶς κατηχήτριες! Τὸ μεγάλο ἔργο τους, ἡ μεγάλη ἀποστολή τους εἶναι νὰ γεννήσουν τὸν Χριστὸ στὶς ἀνθρώπινες ψυχὲς μὲ τὶς ὠδίνες τῆς γυναίκας ποὺ τίκτει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–4

, , , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Β´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

Μέρος Α´: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

H ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΕΝΝΗΣΙ

Β. Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο

1. Ἡ γέννησι ἱστορικὸ γεγονὸς

 .                 Ἡ δεύτερη γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἐνσάρκωσί του μέσα στὴν ἱστορία καὶ στὸν χρόνο. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω α´ 14), ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος καὶ κατοίκησε ἀνάμεσά μας, κηρύττει ὁ Ἰωάννης. Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει· «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ» (Α´ Τιμ. γ´ 16). Αἰῶνες πιὸ πρὶν ὁ μαθητὴς τοῦ προφήτη Ἱερεμία, Βαρούχ, εἶχε μιλήσει σαφέστατα γιὰ τὸ ἴδιο γεγονός· «Ὁ Θεὸς ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρ. γ´ 38). Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἱστορικὸ γεγονός, ποὺ προφητεύθηκε αἰῶνες πρίν, τὸ τόσο λυτρωτικὸ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα. Ὑπάρχουν πολλοί, ἀκόμη καὶ σήμερα, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἕνα παραμύθι, μία ἐντυπωσιακὴ λαογραφικὴ ἐπιβίωσι. Ἐν τούτοις, ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ δὲν χάνεται στὰ βάθη τῶν αἰώνων, οὔτε βυθίζεται στὴ μυθολογία ἢ στὴν προϊστορία· συνέβη μόλις πρὶν 2.009 καὶ πλέον χρόνια καὶ μαρτυρεῖται ἀπὸ ἀξιόπιστους ἱστορικούς.
.               Ὅσο καὶ ἂν λυσσομανοῦν οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ παραχαράξουν τὴν ἱστορικὴ ἀξία της, ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τὴν διαλαλεῖ σ’ ὅλα τὰ πλάτη καὶ τὰ μήκη. Διότι τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἀδιάψευστος κήρυκας τῆς ἱστορικότητας τῶν Χριστουγέννων ἡ χρονολογία ποὺ μὲ ὁρόσημο αὐτὴ τὴ γέννησι χωρίζει τὶς ἐποχὲς σὲ πρὸ Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστόν; Κι ἂν κάποιος ἐπιμένει νὰ ἀρνῆται ὅτι ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἱστορικὸ γεγονός, τὸν παραπέμπουμε στὴν μαρτυρία τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ φαίνεται ὅτι βρῆκε τοὺς ἀρχαίους κώδικες τῆς ἀπογραφῆς καὶ λέει κατὰ λέξι· «Εἶναι δυνατόν, ὅποιος θέλει νὰ ξέρη μὲ ἀκρίβεια, νὰ μελετήση τοὺς ἀρχαίους δημόσιους κώδικες καὶ νὰ μάθη τὸν χρόνο τῆς ἀπογραφῆς».
.         Στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν πλάθονταν πιὰ μύθοι καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν μὲ δύσπιστο καὶ εἰρωνικὸ βλέμμα κάθε παλιὰ μυθολογία. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἱστορία τῆς ἐνανθρωπήσεως μαρτυρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀνθρώπινο κατασκεύασμα.
.             Εἶναι πράγματι, ἀδύνατο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ μάλιστα γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἐκείνης τῆς ποιότητος, μίας χρεωκοπημένης ἀπὸ κάθε ἄποψι ἐποχῆς, ὅσο εὐφάνταστος καὶ ἂν εἶναι, νὰ πλάση μὲ τὴ φαντασία του τὴν ἱστορία τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς τὴν ἐξιστοροῦν τὰ εὐαγγέλια. Ὅτι οἱ θεοὶ γίνονται ἄνθρωποι, τὸ φαντάσθηκε· ἀλλὰ μόνο στὴν ἐπιθυμία του νὰ τοὺς ἀποδώση τὰ δικά του ἄσχημα καὶ βρώμικα πάθη, γιὰ νὰ ἀμνηστεύση ἀνώδυνα τὸν ἑαυτό του. Τὸ ὅτι, ὅμως, ἕνας Θεὸς μεγάλος καὶ ἄπειρος, ποὺ δημιούργησε τοὺς γαλαξίες καὶ κυβερνᾶ τὰ σύμπαντα, θέλησε νὰ γίνη ἄνθρωπος μὲ τὸν πιὸ ταπεινωτικὸ τρόπο γιὰ χάρι μας καὶ νὰ καθιερώση μία νέα λατρεία μὲ ἁγνότητα καὶ ἀγάπη, αὐτὸ καμιὰ ἀνθρώπινη φαντασία δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ συλλάβη. Τὸ εἶδαν πραγματικὸ γεγονὸς οἱ ἄνθρωποι καὶ μᾶς τὸ καταχώρησαν στὴν ἱστορία, εἴτε διότι πίστεψαν καὶ θαμπώθηκαν εἴτε διότι κακόβουλοι θέλησαν νὰ τὸ πολεμήσουν. Καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση ὁ Ἰησοῦς δὲν παύει νὰ εἶναι ἱστορικὸ πρόσωπο, ποὺ γίνεται πάντοτε ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, πάνω στὴν ὁποία σκοντάφτουν ὅλοι, καὶ ἄλλοι ἐκτοξεύονται στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἄλλοι κατρακυλοῦν στὰ πέταυρα τοῦ Ἅδου.

2. Ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου

 .         Ἐνῶ ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς εἶναι ἀμήτωρ, ὡς ἄνθρωπος εἶναι ἀπάτωρ· γεννήθηκε ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου. Ἡ σύλληψί του ἔγινε ἀρρεύστως καὶ ἀσπόρως, ὅπως γράφουν οἱ πατέρες, χωρὶς θέλημα ἀνδρός. Κι ὅπως εἶναι ἀσέβεια νὰ ἐννοήσουμε μητέρα στὴν θεότητά του, λέει ὁ Χρυσόστομος, ἔτσι εἶναι βλασφημία νὰ φαντασθοῦμε πατέρα στὴν ἐνανθρώπησί του. Ἀλλὰ καὶ ἡ γέννησί του ἔγινε ἐκ παρθένου καὶ ἀφθόρως, ἀπὸ μήτρα παρθενική, ποὺ δὲν ὑπέστη φθορά, «Οὔτε γὰρ ὁ Θεὸς ρεῦσιν ὑπέμεινε· θεοπρεπῶς γὰρ ἐγέννησεν· οὔτε καὶ ἡ παρθένος φθορὰν ὑπέστη», συνοψίζει δυναμικὰ ὁ Χρυσόστομος τὸ δόγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἄν, λοιπόν, ἀποτελεῖ μυστήριο ἡ ἄχρονη γέννησι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ ἴδιο μυστήριο καὶ ἡ ἐν χρόνῳ γέννησί του. Στὴ δεύτερη θαυμάσια ὁμιλία του γιὰ τὰ Χριστούγεννα ὁ Χρυσόστομος λέει· «Σήμερον ὁ γεννηθεὶς ἀρρήτως ἐκ Πατρός, ἐκ Παρθένου τίκτεται ἀφράστως»· δὲν μποροῦμε νὰ περιγράψουμε τὴ γέννησί του ἀπὸ τὸν Πατέρα οὔτε ὅμως μποροῦμε νὰ ἐκφράσουμε τὴ γέννησί του ἀπὸ τὴν παρθένο. Καὶ συνεχίζει· «Ἀλλὰ τότε μὲν κατὰ φύσιν τοῦ Πατρὸς πρὸ αἰώνων ἐγεννήθη, ὡς ὁ γεννήσας οἶδε»· μόνο ὁ Θεὸς ποὺ τὸν γέννησε, γνωρίζει πῶς συμβαίνει ἡ προαιώνια γέννησί του. «Καὶ σήμερον πάλιν παρὰ φύσιν ἐτέχθη»· ἀλλ’ ὑπερφυσικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀνθρώπινη γέννησί του. «Πάντως, καὶ ἡ ἄνω γέννησις ἀληθὴς καὶ ἡ κάτω γέννησις ἀψευδής», καταλήγει ὁ ἱερὸς πατήρ. Εἶναι δηλαδὴ τὸ ἴδιο πρόσωπο ὁ Θεὸς ἐκ Θεοῦ, ποὺ γεννιέται προαιώνια καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία· υἱὸς Θεοῦ καὶ υἱὸς ἀνθρώπου ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός.
.             Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ τονίζεται πολὺ δυνατὰ καὶ πολὺ καθαρὰ μέσα στὴν ἁγία Γραφή. Ὁ Κύριος ἔγινε ἄνθρωπος χωρὶς νὰ πάψη οὔτε μία στιγμὴ νὰ εἶναι Θεός. Ἄνω ὡς Υἱὸς Θεοῦ μονογενής, κάτω ὡς υἱὸς ἀνθρώπου, πάλι μονογενής, τῆς παρθένου. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ἀπερίφραστα· «Ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. β´ 9)· μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ κατοικεῖ ὅλη ἡ οὐσία τῆς θεότητας. Καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς διακηρύττει· Ἄνθρωπος τὸ φαινόμενον, Θεὸς τὸ κρυπτόμενον, διότι «μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος»· ζυμώθηκε μὲ τὸ ἀνθρώπινο φύραμα χωρὶς νὰ ἀφήση στὸ ἐλάχιστο τὴν θεϊκή του φύσι.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ:  ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–3

, , ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–1

Ο τρες γεννήσεις το ησο Χριστο

Μέρος Α´

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Ν. Σάκκου,
Καθηγ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης,
«Ὁ Θεὸς στὴ γῆ μας»,
ἔκδ. Δ´, ἐκδ. Ο.Χ.Α. «Ἀπολύτρωσις», Θεσ/νίκη 2005,
σ. 102 ἑπ.

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογρ.»

[…] Ἡ γέννησι καὶ ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύουν τὴν ἀνθρωπότητά του (ἀνθρώπινη φύσι) καὶ ἡ ἀνάστασι τὴν θεότητά του (θεία φύσι). Ὁ Ἀπ. Παῦλος τονίζει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ παραδίδει στὸν Τιμόθεο ἔχει τὴν ἐνσάρκωσι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνάστασί του ὡς δύο πόλους, γύρω ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιστρέφονται ὅλα τὰ ἄλλα σωτήρια γεγονότα τῆς πίστεώς μας.
.       Στὴν ζωὴ καὶ τὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ οἱ δύο αὐτὲς μεγάλες γιορτὲς ἔχουν μιὰ ἰδιαίτερη σημασία. Ἔπαιξαν σπουδαῖο ρόλο στὴν ὑπόμνησι καὶ διασφάλισι τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος. πως τ Πάσχα πογράφει τ δόγμα τς θεότητος το Χριστο, τσι τ Χριστούγεννα σφραγίζουν τ δόγμα τς νθρωπότητός του. Στὴν ἀνάστασι βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο Θεό, στὴν γέννησι βλέπουμε τὸν Θεὸ ἄνθρωπο. […]
.           Ἡ θεία ἀποκάλυψι, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ ἁγία Γραφὴ καὶ μᾶς τὴν ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μιλᾶ μόνο γιὰ μία γέννησι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γιὰ τρεῖς γεννήσεις.
Γιὰ τὴν ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησί του ἀπὸ τὸν Πατέρα,
Γιὰ τὴν ἐν χρόνῳ ἐνανθρώπησί του ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία,
καὶ
Γιὰ τὴν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ γέννησί του στὴ ζωὴ τῶν ἀναγεννημένων πιστῶν.
.              Κάθε γέννησι ἀποτελεῖ καὶ μία σπουδαία δογματικὴ ἀλήθεια, ποὺ δημιουργεῖ ἀνάλογες ἠθικὲς ὑποχρεώσεις σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ τὴν ἐγκολπωθῆ. Ἔτσι ὁ πιστὸς μελετώντας τὶς τρεῖς γεννήσεις τοῦ Χριστοῦ ἀφ’ ἑνὸς γνωρίζει καλύτερα τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου μαθαίνει ἀκριβέστερα τὸ θέλημά του, ὥστε νὰ τὸ ἐφαρμόση γιὰ τὴν σωτηρία του.

Η ΠΡΩΤΗ ΓΕΝΝΗΣΙ

Α. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ
Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος

1. Τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος

.               Ἡ πρώτη γέννησι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησί του ἀπὸ τὸ Πατέρα. Στὴν ἁγία Γραφὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς Θεοῦ. Γιὰ νὰ εἶναι Υἱός, σημαίνει ὅτι γεννήθηκε καὶ ὅτι ἔχει Πατέρα. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστὰ στὸ μυστήριο τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ· Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα τρία πρόσωπα, ἀλλὰ ἕνας Θεός. Πῶς συμβαίνει αὐτό, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ ἐννοήση ἀνθρώπινος νοῦς, ἀλλὰ οὔτε ὑπάρχει καὶ παράλληλο παράδειγμα στὴν φύσι. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ πλησιάσουμε τὸ μυστήριο, χρησιμοποιοῦν τὰ παραδείγματα τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ νοῦ. Ὅπως ὁ ἥλιος γεννᾶ τὸ φῶς καὶ ἐκπορεύει τὴν θερμότητα, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ἀποτελῆ ἕνα σῶμα· ὅπως ὁ νοῦς γεννᾶ τὸ λόγο καὶ ἐκπορεύει τὴν σκέψη, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι καὶ τὰ τρία ἀξεχώριστα· ἔτσι ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ἀλλὰ δὲν παύουν οὔτε στιγμὴ τὰ τρία πρόσωπα ν’ ἀποτελοῦν μία οὐσία καὶ μία φύσι.
.             Ἐν τούτοις, κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε πῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος, μποροῦμε εὔκολα νὰ καταλάβουμε γιατί ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος. Ἡ κοινὴ λογικὴ βεβαιώνει ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχισμένος, ἔστω καὶ ἂν βρίσκεται στὸ ὡραιότερο μέρος, καὶ μὲ τὶς ἰδανικώτερες συνθῆκες, ὅταν τοῦ λείπη ἡ συντροφιά. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ φαντασθοῦμε ποτὲ τὸ μακάριο καὶ τέλειο ὂν ποὺ λέγεται Θεός, νὰ εἶναι μόνο; Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη νὰ ἀπολαμβάνη μόνος στοὺς ἄπειρους αἰῶνες ὅλα ὅσα ἡ πανσοφία καὶ ἡ παντοδυναμία του προσφέρει; Τουλάχιστον ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψι τὸ δόγμα τῆς ἁγίας Τριάδος ἱκανοποιεῖ πλήρως τὸ λογικό μας. Κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὸ πῶς, μποροῦμε ὅμως νὰ τὸ παραδεχθοῦμε· ἡ μονὰς ἐν τριάδι καὶ ἡ τριὰς ἐν μονάδι, κατὰ τὴν ἔκφρασι ἀρχαίου διδασκάλου.

2.  Γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα.

.                 Στὸν ψαλμὸ 109 ὁ Θεὸς μιλᾶ στὸν Δαυὶδ γι’ αὐτὴ τὴν πρώτη καὶ ἄχρονη γέννησι τοῦ Χριστοῦ· «Ἐκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησά σε», λέει. Πρὶν ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν χρόνο ὁ Πατέρας γέννησε τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν γαστέρα του, ἢ ὅπως διαβάζουμε στὸ κατὰ Ἰωάννη εὐαγγέλιο, ἐκ τοῦ κόλπου του. Καὶ ἀσφαλῶς ὁ Θεὸς δὲν ἔχει γαστέρα οὔτε κόλπο, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ αὐτὲς τὶς ἀνθρώπινες εἰκόνες, γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψη μία ὑπερφυσικὴ ἀλήθεια· ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα, ἔχει τὴν ἴδια οὐσία μ’ αὐτὸν ὡς γνήσιο γέννημά του. Τὸ “ἐκ γαστρὸς” σημαίνει ὅτι τὸν γέννησε ἀπὸ τὴ φύσι του, ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ σπλάγχνα, ἀπὸ τὴν οὐσία του, ἀπὸ τὸ μυαλὸ τῆς θεότητάς του, ἑρμηνεύει ἀρχαῖος πατέρας. Ὅπως αὐτὸ ποὺ γεννιέται ἀπὸ φυτό, εἶναι φυτό, ἀπὸ ζῶο εἶναι ζῶο, ἀπὸ ἄνθρωπο εἶναι ἄνθρωπος, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι Θεός· εἶναι φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ὅπως διακηρύττει τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, γεννηθείς, οὐ ποιηθεὶς πρὸ πάντων τῶν αἰώνων.
.           Γεννήθηκε ὁ Χριστός, δὲν δημιουργήθηκε. Εἶναι Υἱός, καὶ μάλιστα μονογενὴς καὶ πρωτότοκος, πρῶτος καὶ μοναδικός. Ἂς τὸ ἀκούσουν αὐτὸ oἱ αἱρετικοί, ἰδιαίτερα οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πρῶτο κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν εἶναι πρωτόκτιστος, ἀλλὰ πρωτότοκος, κι αὐτὸ διαφέρει, ὅσο διαφέρει τὸ κτίζω ἀπὸ τὸ τίκτω, τὸ δημιουργῶ ἀπὸ τὸ γεννῶ· διαφέρει, ὅπως διαφέρει τὸ δημιούργημα ἑνὸς ἐπιπλοποιοῦ, τὸ ἔπιπλο, ἀπὸ τὸ παιδὶ τοῦ ἐπιπλοποιοῦ. Μέσα στὴν ἁγία Γραφὴ δὲν συναντᾶμε οὔτε μία φορὰ τὸ ρῆμα κτίζω ἢ ποιῶ γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ μόνο τὸ ρῆμα τίκτω ἢ γεννῶ.
.           Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος στὸν ὁποῖο κυριολεκτεῖται, πράγματι, ἡ ὀνομασία Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. «Πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι, ἐγὼ εἰμὶ» (Ἰω ε´ 58), διακηρύττει ὁ ἴδιος. Ὁ Ἀβραὰμ ἔγινε, δημιουργήθηκε· αὐτός, ὅμως, εἶναι, ὑπάρχει αἰωνίως καὶ ἀκτίστως. Βέβαια, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ δημιουργία τους, διότι τοὺς ἔπλασε ὁ Θεός. Ἀκόμη περισσότερο, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ὀνομάζονται, μάλιστα, υἱοὶ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα στὴν ἐποχὴ τῆς Κ. Διαθήκης, ἀφ’ ὅτου ἦλθε ἡ χάρις, ἡ υἱοθεσία τῶν πιστῶν ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα προβάλλεται σὰν σύνοψι ὅλων τῶν εὐεργεσιῶν, ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἔχουμε ἁπλῶς τὴν υἱοθεσία, ὁ Χριστὸς ἔχει τὴν υἱότητα. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ θετοὶ υἱοί, ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ γνήσιος καὶ μονογενὴς Υἱός, ποὺ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Πατέρα του, ποὺ τοῦ μοιάζει ἀπόλυτα, ἔχει τὴν ἴδια οὐσία. Εἶναι κι αὐτὸς Θεός.

3. Ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησι

.             Ἡ πρώτη, λοιπόν, γέννησι τοῦ Χριστοῦ συνέβη ἀχρόνως, πρὶν γίνει ὁ κόσμος, καὶ προαιωνίως, χωρὶς ἀρχή. Δὲν ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ νὰ μὴν ὑπῆρχε ὁ Υἱός, ὅπως δὲν ὑπῆρξε ἐποχὴ ποὺ νὰ μὴν ὑπῆρχε Θεὸς Πατέρας. Βέβαια, σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα τὸ παιδὶ δὲν ἔχει τὴν ἴδια ἡλικία μὲ τὸν γεννήτορα, ἀφοῦ γεννιέται ἀργότερα. Ἀλλὰ γιὰ τὸν Θεὸ δὲν ἰσχύουν οἱ πεπερασμένοι νόμοι μας. Ὅπως δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ ἔχουμε ἥλιο χωρὶς φῶς καὶ χωρὶς ζεστασιά, ἔτσι ἅμα Πατήρ, ἅμα Υἱός, ἅμα Πνεῦμα ἅγιο· αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος», ἀποκαλύπτει ὁ Ἰωάννης, «καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰω α´1). Ἄναρχος ὁ Λόγος Χριστός, συνάναρχος καὶ ὁμοούσιος μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα· συνομήλικος καὶ ἰσοδύναμος. Καὶ ὅταν ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του περιγράφει τὸν Μελχισεδὲκ ὡς τύπο τοῦ Χριστοῦ, γράφει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων» (Ἑβρ. ζ´ 3).
.             Ἀχρονολόγητος καὶ ἀγενεαλόγητος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ γέννησί του βρίσκεται ἕκτος χρόνου καὶ τόπου. Ὁ «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ´ 8), λέει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος. Ὁλοκάθαρα λοιπὸν διακηρύσσεται στὴ Γραφὴ ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος, ὅπως καὶ ὁ Πατέρας, εἶναι ἀΐδιος. Εἶναι «ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, τὸ Α καὶ τὸ Ω, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος» (Ἀπ. κβ´ 13· α´ 8).
.             Ἡ πρώτη, λοιπόν, γέννησι τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μόνο ἄχρονη καὶ αἰώνια, εἶναι καὶ ἀΐδια. Ἡ λέξη αἰώνιος χαρακτηρίζει αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει τέλος, ἀλλὰ ἔχει ἀρχή· αἰώνιοι εἶναι οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἡ λέξη ἀΐδιος χαρακτηρίζει αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος· ἀΐδιος εἶναι μόνον ὁ Θεός. Γιὰ τὴν ἀΐδιο γέννησι τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖ μία καταπληκτικὴ περικοπὴ στὸ θεόπνευστο βιβλίο τῶν Παροιμιῶν, μὲ τὴν ὁποία ἀσχολήθηκε καὶ ἡ Α´ Οἰκουμενικὴ σύνοδος. Στὴ περικοπὴ αὐτὴ ἡ ἐνυπόστατη Σοφία, ὁ Θεὸς Λόγος, ἀποκαλύπτει ὅτι δὲν γεννήθηκε κάποτε, ἔστω στὴν ἀρχή, ἀλλὰ γεννιέται συνεχῶς ἀπὸ τὸ Πατέρα. «Ὁ Κύριος μὲ εἶχε στὶς ἐνέργειές του δημιουργὸ τῶν ἔργων του. Μὲ εἶχε θεμέλιο πρὶν ἀπὸ τὸν χρόνο, στὴν ἀρχή, πρὶν κάνη τὴ γῆ καὶ πρὶν κάνη τὶς ἀβύσσους, πρὶν ἀναβλύσουν οἱ πηγὲς τῶν ὑδάτων, πρὶν θεμελιωθοῦν τὰ βουνά, καὶ μὲ γεννᾶ πρὶν ἀπ’ ὅλα τὰ ψηλώματα. Ὁ Κύριος ἔκανε τὴ γῆ ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανό, τὰ χωράφια, τὶς ἐρήμους καὶ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ὅταν ἑτοίμαζε τὸν οὐρανό, ἤμουν μαζί του καὶ ὅταν ξεχώριζε τὸ χρόνο του πάνω στοὺς ἀνέμους. Ὅταν σταθεροποιοῦσε τὰ σύννεφα ἐπάνω καὶ ἀσφάλιζε τὶς πηγὲς τῆς γῆς κάτω καὶ στέριωνε τὰ θεμέλια τῆς γῆς, ἤμουν μαζί του καὶ συναρμολογοῦσα. Μ’ ἐμένα χαιρόταν καὶ ἐγὼ εὐφραινόμουν κάθε μέρα, σὲ κάθε ὥρα στὴ συντροφιά του· εὐφραινόμουν στὴ συντροφιά του, ὅταν εὐφραινόταν ποὺ τελείωσε τὴν οἰκουμένη καὶ ὅταν εὐφραινόταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους» (Παροιμ. η´ 22-31). Αὐτὸ εἶναι ἀκόμη ἕνα σημεῖο, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν βρίσκουμε παράλληλο στὶς ἀνθρώπινες συγγένειες, ὅπου τὸ παιδὶ γεννιέται ἅπαξ καὶ σὺν τῷ χρόνῳ ξεκόβεται ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ πατέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του. Ἡ γέννησι τοῦ προαιωνίου Λόγου εἶναι ἀΐδια, συμβαίνει πάντοτε, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ σωστότερος χρόνος γιὰ νὰ τὴν περιγράψουμε, εἶναι ὁ ἐνεστώτας.
.            Στὸν ψαλμὸ Β´[2], ἐπίσης, ὁ Κύριος λέει· «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε». Μέσα στὴν ἔκφρασι «σήμερον γεγέννηκά σε» περιλαμβάνεται καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθόν, καὶ τονίζεται ἀφ’ ἑνὸς μὲ τὸν παρακείμενο ἡ προαιώνια γέννησί του καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὸ «σήμερον» ἡ ἀΐδια γέννησί του σὲ κάθε παροῦσα στιγμὴ τοῦ χρόνου. Τὸ σήμερον, ποὺ τόσο μπερδεύει τοὺς ἑρμηνευτές, σημαίνει ἁπλῶς τὴν ἀπειρία τῶν αἰώνων, μέσα στὴν ὁποία ὁ Υἱὸς γεννιέται ἀϊδίως καὶ ἀκαταπαύστως ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἂν κάποια στιγμὴ ὁ Υἱὸς ἔπαυε νὰ γεννιέται, τότε καὶ ὁ Πατέρας θὰ ἔπαυε νὰ ἦταν γεννήτορας καὶ Πατέρας· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄτοπο γιὰ τὴ θεία φύσι καὶ ἀπαράδεκτο γιὰ τὸ ἀναλλοίωτο τοῦ Θεοῦ.
.                 Θὰ μπορούσαμε ἀσφαλῶς νὰ θεολογήσουμε περισσότερο γύρω ἀπὸ τὴν ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι μᾶλλον σκόπιμο νὰ ἐπιμείνουμε σὲ ἕνα θέμα ποὺ δὲν κατανοεῖται ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ. «Οὐ φέρει τὸ μυστήριον ἔρευναν»· μόνο μὲ τὴν πίστι μπορεῖ κανεὶς νὰ πλησιάση αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ θέματα τῆς θεογνωσίας. Ὅπως δὲν μποροῦμε νὰ πιάσουμε τὸ ἠλεκτρισμένο σῶμα χωρὶς μονωτικό, οὔτε τὰ ἀναμμένα κάρβουνα χωρὶς λαβίδα, ἔτσι δὲν μποροῦμε ν’ ἀγγίξουμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ μὲ γυμνὴ τὴ σκέψι· χρειάζεται ἡ πίστι στὴ θεία ἀποκάλυψη. Ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ εἶναι γέννησι ποὺ ἔγινε ἀρρήτως, δὲν λέγεται, δὲν ἐξηγεῖται. «Παραπληκτήσωμεν γὰρ εἰς τὰ τοῦ Θεοῦ μυστήρια ἐρευνῶντες», λέει ὁ θεολόγος Γρηγόριος. Ἡ μόνη ἀσφαλὴς διέξοδος, ὅπως τονίζουν οἱ πατέρες καὶ τελευταῖα ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, εἶναι νὰ πλησιάζουμε τὸ μυστήριο τῆς Τριάδος μὲ τὴ φώτισι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὸ θεῖο λόγο καὶ μὲ μυστηριακὴ ζωή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ–2

, , ,

Σχολιάστε

ΤΥΠΟΙ καὶ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ τοῦ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Τύποι καί προφητεῖες τοῦ Τιμίου Σταυροῦ

ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Στεργίου Σάκκου
«Ὁ Σταυρός στήν Παλαιά Διαθήκη»,
β´ ἔκδ. βελτιωμένη, σελ. 218-225,
ἐκδ. «Χριστιανικὴ Ἐλπίς»,
Θεσσαλονίκη 2005

βλ. σχετ.: 
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ Ὅπλο κατὰ τοῦ Ἀμαλήκ –1,
Ὅπλο κατὰ τοῦ Ἀμαλήκ 2,
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ Ὅπλο κατὰ τοῦ Ἀμαλήκ –3 «Δὲν ἦταν ἡ μυστικὴ κίνηση τῶν χειλέων ἀλλὰ ὁ σχηματισμὸς τοῦ σταυροῦ, αὐτὸς ποὺ δεχόταν τὴν δόξα τῆς νίκης».

.                 Πολλοί οἱ τύποι τοῦ σταυροῦ, καί σέ μία μελέτη δύσκολα κατορθώνει κανείς νά τούς συμπεριλάβει ὅλους. Ὅσο μελετᾶ κανείς, τόσο περισσότερους ἀνακαλύπτει. ῾Ο ἀριθμός τους δέν εἶναι ὁρισμένος, ὅπως δέν εἶναι ὁρισμένος καί ὁ ἀριθμός τῶν σημείων πού ἀναφέρονται στήν ἁγία Γραφή. Διότι, ἄν κανείς ἐπιχειρήσει νά τά μετρήσει ἀρχίζοντας ἀπό τίς θεραπεῖες καί τίς ἀναστάσεις, θά φθάσει νά μετρήσει καί τά «τάδε λέγει Κύριος…», καί τά «ἦσαν προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ… καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου» (Πρξ 2,42), διότι καί κάθε ἀποκάλυψη θείων λόγων εἶναι σημεῖο καί κάθε τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι σημεῖο.
.                 Στόν πνευματικό μας περίπατο μέσα στήν Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε τό σταυρό τοῦ Κυρίου νά ἐμφανίζεται μυστηριωδῶς καί κατά ποικίλους τρόπους στούς ἄνδρες καί στό λαό, πού ἐπί χιλιάδες χρόνια ἦταν οἱ φορεῖς τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ. Τόν βλέπουμε νά ἐμφανίζεται
► στόν ᾿Αδάμ ὡς «ξύλον τῆς ζωῆς» (Γέ 2,9· 3,22-24) καί ὡς πρωτευαγγέλιο (3,15),
► στόν ᾿Αβραάμ ὡς φυτό σαβέκ (Γέ 22,13),
► στόν ᾿Ιακώβ ὡς ράβδος (Γέ 47,31) καί σχῆμα εὐλογίας (48,13-20),
► στόν Μωυσῆ στήν ᾿Ερυθρά θάλασσα καί στήν ἔρημο ὡς ράβδος (῎Εξ 14,16), ὡς ξύλο πού γλυκαίνει τά νερά (῎Εξ 15,22-27), ὡς ξύλο πού ἀνοίγει πηγή νεροῦ στό βράχο (῎Εξ 17,1-7· ᾿Αρ 20,11), ὡς ξύλο ὅπου ὑψώνεται ὁ χάλκινος ὄφις (᾿Αρ 21,8-9), ὡς σχῆμα προσευχῆς (῎Εξ 17,8-16),
► στόν ᾿Ααρών ὡς ράβδος πού βλάστησε (᾿Αρ 17,16-27),
► στό λαό ὡς παράταξη (᾿Αρ 2-3),
► στόν Δαβίδ ὡς βακτηρία καί ράβδος σιδηρᾶ (Ψα 2,9· 22,4· 44,7· 73,2· 109,2), ὡς ἄφεση (Ψα 102, 11-12), ὡς ὑποπόδιο (Ψα 98,5· 131,7), ὡς σημεῖο (Ψα 59,5-6· 85,17),
► στούς προφῆτες ὡς «ἀξίνη» Δ´ Βασ. 6,1-7), ὡς θανατηφόρο βότανο (᾿Ιε 11,19), ὡς γράμμα ταῦ (Τ) (᾿Ιζ 9,4).

Ἐπιπλέον:

  • Τύπος τοῦ σταυροῦ ἦταν ἡ κιβωτός τοῦ Νῶε, διότι ἦταν ἀπό ξύλο, ὅπως ὁ σταυρός, κι ἔγινε μέσο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπινου γένους (Γέ 6-8).

  •  Τύπο τοῦ σταυροῦ διέγραψε ἡ διάσωση τοῦ Μωυσῆ ἀπό τήν ἐντολή τοῦ παιδοκτόνου τυράννου (῎Εξ 2,1-10).

  •  Τύπο τοῦ σταυροῦ ὑποδήλωσε καί ὁ ᾿Ιησοῦς τοῦ Ναυῆ, ὅταν ὕψωσε τά χέρια στόν οὐρανό καί ζήτησε ἀπό τόν Θεό τήν παράταση τῆς ἡμέρας, μέ ἀποτέλεσμα νά καθηλώσει τόν ἥλιο καί τή σελήνη στίς θέσεις τους (᾿Ιη 10,12-13). Τότε παρατάθηκε τό φῶς καί ἐξολοθρεύθηκαν οἱ ἐχθροί τοῦ Θεοῦ· κατά τή σταύρωση τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ σκοτίσθηκε τό φῶς, γιά νά ἐξουδετερωθοῦν οἱ νοητοί ἐχθροί τοῦ Θεοῦ μέ τήν κατάβαση τοῦ Κυρίου στόν ἅδη.

  •  Τύπος τοῦ σταυροῦ ἦταν τά δύο ξύλα πού ἀναζητοῦσε ἡ πτωχή χήρα ἀπό τά Σαρεπτά τῆς Σιδωνίας, ἡ ὁποία κατά τόν καιρό τῆς πείνας φιλοξένησε στό σπίτι της τόν προφήτη ᾿Ηλία (Γ´ Βα 17,12-15).

  •  Τύπος τοῦ σταυροῦ ἦταν ὁ ᾿Ηλίας μέ τό πύρινο ἅρμα, ὅταν ἀνέβαινε στόν οὐρανό Δ´ Βασ 2,11).

  •  Καί ὁ προφήτης ᾿Ιωνᾶς, ὅταν μέσα στό κῆτος ἀνέπεμπε ἱκεσία πρός τόν Θεό, τό σταυρό προδιέγραφε (᾿Ιν 2). Δέν λέγει βέβαια ἡ Γραφή, ἄν ὕψωσε τά χέρια του, ἀλλά ἔτσι τόν φαντάζεται ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση. Αὐτό ψάλλει καί ὁ μελωδός Κοσμᾶς·

    «Νοτίου θηρός ἐν σπλάγχνοις παλάμας ᾿Ιωνᾶς σταυροειδῶς διεκπετάσας τό σωτήριον πάθος προδιετύπου σαφῶς».

  •  Σταυρός σχηματιζόταν καί ὅταν, καθώς λέγει ἡ παράδοση, οἱ δήμιοι πριόνιζαν τόν προφήτη ᾿Ησαΐα.

  •  Σταυρό σχημάτιζαν οἱ φλόγες μέ τούς τρεῖς παῖδες στήν κάμινο (Δα 3).

        Πάντοτε ἐμφανιζόταν ὁ τύπος τοῦ σταυροῦ σέ περιστάσεις δύσκολες, σέ καιρούς θλίψεως ἔκτακτης ἤ συνηθισμένης. Πάντοτε ἔδινε πνοή ἐλπίδος, τῆς ὁποίας ἡ δύναμη καί τό μέγεθος δέν ἐξηγοῦνται, ἄν ἐκληφθοῦν ὡς προερχόμενα μόνον ἀπό τά ὁρατά γεγονότα.

.                 ῾Η θλίψη, ὁ κίνδυνος, ἡ ταλαιπωρία μπῆκαν στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου μετά τή διατάραξη τῶν σχέσεών του μέ τόν Θεό. ῾Ο τύπος τοῦ σταυροῦ, πού σώζει ἀπό τή δύσκολη θέση τούς ἀφοσιωμένους δούλους τοῦ Θεοῦ, δέν ἦταν ἁπλῶς μία σωτήρια ἐπέμβασή του, ἀλλά μία ἐπέμβασή του πού ἐκφράζει πνεῦμα συμφιλίωσης. ῏Ηταν ἐπανάληψη τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἔρχεται ἡ ἡμέρα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεών μας· φθάνει ὁ καιρός τῆς καταλλαγῆς τοῦ παραστρατημένου ἀνθρώπου μέ τόν οὐράνιο Πατέρα. ῾Η καταλλαγή ἔμελλε νά γίνει μέ τό σταυρό, καί τά προοίμια τῆς καταλλαγῆς βεβαιώνονταν ἀπό τούς τύπους του. «῾Ο τοῦ Χριστοῦ σταυρός», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, «προανεκηρύττετο καί προετυποῦτο μυστικῶς ἐκ γενεῶν ἀρχαίων, καί οὐδείς ποτε κατηλλάγη τῷ Θεῷ χωρίς τῆς τοῦ σταυροῦ δυνάμεως»[2]. ῾Η δωρεά, πού δόθηκε ὁριστικά μέ τό σταυρό, δινόταν ἐν μέρει ὡς πρόγευση καί ὡς ἐγγύηση τῆς μεγάλης ἐπαγγελίας.
.                 Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη δέν προτυπώνεται, μόνον ὁ σταυρός. ῞Ολα τά πρόσωπα, τά γεγονότα καί οἱ καταστάσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔχουν στήν Παλαιά Διαθήκη τόν τύπο τους· κυρίως ὅμως ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός καί ἔπειτα ἡ ἁγία του ᾿Εκκλησία, ὁ ζωηφόρος σταυρός, ἡ κυρία Θεοτόκος Μαρία, ὁ τίμιος ᾿Ιωάννης ὁ Πρόδρομος, οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, τά ἱερά μυστήρια.
• Τύπος τοῦ Χριστοῦ ἐπισημότερος ὅλων τῶν ἄλλων εἶναι ὁ ᾿Αδάμ ὡς ἀρχηγός τῆς ἀνθρώπινης γενιᾶς. Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ἀποκαλεῖται νέος ᾿Αδάμ, δεύτερος ᾿Αδάμ καί πνευματικός ᾿Αδάμ.

῎Επειτα, τύποι τοῦ Χριστοῦ εἶναι·

• ῾Ο δίκαιος ῎Αβελ ὡς θῦμα φθόνου.
• ῾Ο Νῶε ὡς σωτήρας τοῦ γένους.
• ῾Ο ᾿Αβραάμ ὡς πατριάρχης.
• ῾Ο ᾿Ισαάκ ὡς υἱός ἀγαπητός πού ὁδηγήθηκε στή θυσία.
• ῾Ο ᾿Ιακώβ ὡς γενάρχης.
• ῾Ο πάγκαλος ᾿Ιωσήφ ὡς ἄκακος καί πουλημένος μέ χρήματα.
•῾Ο Μωυσῆς ὡς νομοθέτης τοῦ παλιοῦ νόμου.
•῾Ο ᾿Ααρών ὡς ἀρχιερέας τῆς παλιᾶς ἱεροσύνης.
•῾Ο Δαβίδ ὡς βασιλιάς τῆς παλιᾶς βασιλείας τοῦ ᾿Ισραήλ.
Οἱ τρεῖς τελευταῖοι τύποι προτυπώνουν ὁ καθένας τους ἕνα ἀπό τά τρία ἀξιώματα τοῦ Κυρίου.
• ᾿Επιπλέον, τύπος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ὡς πρός τήν καινούργια ἱεροσύνη εἶναι ὁ Μελχισεδέκ· γι’ αὐτό ὁ Κύριος λέγεται «ἱερεύς κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ» (Ψα 109,4· ῾Εβ 5,6).
᾿Αναρίθμητοι εἶναι οἱ τύποι τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει (Α´ Κο 10,1-4) ἀνάμεσα σ’ αὐτούς ὄχι μόνο πρόσωπα ἀλλά καί
• τήν πέτρα πού ἀκολουθοῦσε τούς ᾿Ισραηλίτες στήν ἔρημο καί
• τό νερό, πού ἀνέβλυζε ἀπό ἐκείνη τήν πέτρα καί
• τό μάννα.
.                 Τύποι τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι·
♦ὁ παράδεισος,
♦ἡ κιβωτός τοῦ Νῶε,
♦ὁ λαός τοῦ ᾿Ισραήλ,
♦ἡ νύμφη τοῦ ῎Ασματος τῶν ἀσμάτων,
♦τό μικρό κατάλοιπο τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν μακριά ἀπό τή γενική ἀποστασία, ἀφοσιωμένοι πάντοτε σ’ Αὐτόν.
Τύποι τῆς Θεοτόκου Μαρίας εἶναι·
♦ ἡ προμήτωρ Εὔα,
♦ ἡ ἄφλεκτη βάτος πού εἶδε ὁ Μωυσῆς,
♦ ὁ πόκος τοῦ Γεδεών,
♦ ἡ ἀδιάβατη πύλη τοῦ ᾿Ιεζεκιήλ, κ.ἄ.
.                 Οἱ τύποι κυριαρχοῦν στήν Παλαιά Διαθήκη. ῾Ο σκοπός τους προφανής. ῾Η Παλαιά Διαθήκη ὁλόκληρη εἶναι μία προειδοποίηση καί ὑπόσχεση ὅτι ἔρχεται, ἔρχεται ὁ Λυτρωτής τῆς πεσμένης ἀνθρωπότητος. ῾Η ἀγγελία αὐτή δίνεται, ὅπως εἴδαμε, γιά πρώτη φορά κατά τή θλιβερή ὥρα τῆς πτώσεως τῶν προπατόρων μας. Στή συνέχεια ἐπαναλαμβάνεται μέχρι τή γέννηση τοῦ Σωτήρα, καί δίδεται εἴτε μέ μυστικούς τύπους εἴτε μέ ἐκτενέστερες προφητεῖες.
.                 Κατά τά πανάρχαια χρόνια τῶν γεναρχῶν τῆς ἀνθρωπότητος καί τῶν πατριαρχῶν τοῦ ᾿Ισραήλ δίνεται ἡ ἀγγελία τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτήρα περισσότερο μέ τύπους καί λιγότερο μέ λόγια. ῞Οσο οἱ καιροί περνοῦν καί πλησιάζει τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, πληθύνονται οἱ προφητεῖες καί ὑποχωροῦν οἱ τύποι. Αὐξάνεται ἡ ἐναγώνια προσμονή τοῦ Μεσσία, ὡριμάζει ὁ πόθος τῆς ἀπολυτρώσεως. Κατά τό μέτρο τῆς προσδοκίας δίνεται ὁ πλοῦτος καί ἡ λεπτομέρεια τοῦ μεγάλου ἀγγέλματος. Στήν προφητική ἐποχή οἱ προφητεῖες γίνονται ὁλόκληρα κηρύγματα καί περιγραφές, ἐνῶ οἱ τύποι σπανίζουν. ῾Ο τύπος, λοιπόν, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία σιωπηρή καί ἀμυδρή προφητεία· εἶναι τό λυκαυγές τῆς προφητείας.
.                 ᾿Από τή σκοπιά αὐτή πρέπει νά βλέπουμε καί τούς τύπους τοῦ σταυροῦ, πού προανήγγειλαν
• τό σχῆμα του,
• τό βαθύτερο νόημά του καί
• τό εἶδος τῆς περιστάσεως, κατά τήν ὁποία ἐπρόκειτο νά ἐμφανισθεῖ.
.                 ῾Ο ἐσταυρωμένος καί ἀναστημένος Κύριός μας νά δώσει, ὥστε ὁ σταυρός νά εἶναι γιά μᾶς τό κύριο γνώρισμα τῆς ζωῆς μέχρι τήν ὥρα τοῦ θανάτου μας.

ΠΗΓΗ: apolytrosis.gr

, , , , ,

Σχολιάστε