Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Σιωπή

«ΣΦΡΑΓΙΣΕ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΤΗΣ ΜΕ ΣΙΩΠΗ»

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου
«Τὸ αἰώνιο διαυγάζει τὸ πρόσκαιρο»
(ψιχία ἀπὸ τὴν τράπεζα τοῦ γέροντος [Ἁγίου] Σωφρονίου)
Ἱ. Σταυροπηγιακὴ Μονὴ Τ. Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας
σελ. 367,
Δεκέμβριος 2019

ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογραφίας»

.       […] Τὸ στόµα τῆς Ἁγίας Παρθένου εἶπε τὰ δικά Της προφητικὰ ρήµατα: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή µου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦµα µου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτήρι µου … Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν µακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενεαί». Παρὰ τὴν ἄκρα ταπείνωσή Της, ἡ Ἁγία Παρθένος ἐκστόµισε χωρὶς δισταγµὸ προφητεῖες καὶ ἀλήθειες, µετ᾽ ἐξουσίας, ἐφ᾽ ὅσον τὸ Ἅγιο Πνεῦµα λαλοῦσε τοὺς λόγους αὐτοὺς στὴν καρδιά Της, ὅπως γιὰ παράδειγµα ὅτι ὅλες οἱ γενεὲς στὸ ἑξῆς θὰ τὴ µακαρίζουν, προφητεία ποὺ ἔκτοτε ἐκπληρώνει ἡ ἁγία Ἐκκλησία σὲ κάθε Θεοµητορικὴ ἑορτή.
.            Ἀφ᾽ ὅτου ἡ Παναγία ἀνέµελψε τὸν προφητικὸ αὐτὸν ὕµνο σπανίως πλέον ἐξέφερε λόγο. Μᾶλλον σφράγισε τὰ ἱερὰ χείλη Της μὲ σιωπή. Ἄλλωστε τί ἐπιπλέον λόγους θὰ µποροῦσε νὰ ἐκφέρει, ὅταν βάστασε στὴ μήτρα Της τὸν ἀγέννητο Λόγο τοῦ Πατρός, ὁ Ὁποῖος μὲ ἕνα λόγο ἔφερε στὸ εἶναι τὰ σύµπαντα; Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀναφέρεται ὅτι ἂν δέκα θεϊκὰ ἐµπνευσµένες σκέψεις γεννηθοῦν στὴν καρδία τοῦ δικαίου, µία θὰ ἀνέβει στὰ χείλη τoυ. Ὡστόσο, ἡ Παναγία ποὺ τηροῦσε στὴν καρδιά Της ὄχι δέκα, ἀλλὰ τοὺς ἀναρίθµητους καὶ ἀκατάληπτου βάθους λόγους τοῦ Υἱοῦ Της, σιωποῦσε. Οὐσιαστικά, δὲν χρειαζόταν νὰ µιλήσει ὄχι µόνο διότι γέννησε τὸν Ἴδιο τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ πνεῦµα τῆς ἁγιότητας ποὺ ἔφερε ἦταν ρητορικότερο κάθε λόγου. Τίποτε δὲν εὐαρεστεῖ καὶ δὲν ἑλκύει τὸ Πνεῦµα τοῦ Θεοῦ στὴν καρδία τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο ἡ ζωὴ τῆς ἁγιότητας καὶ αὐτὴ εἶναι ἐπίσης ποὺ πείθει τὴν καρδία τῶν συνανθρώπων µας μὲ µεγαλότερη εὐκρίνεια ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἐπιχειρήµατα.

, , ,

Σχολιάστε

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–2 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»
-2-

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Mέρος Α´: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

Ὁρισμοί

.             Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος στόν λόγο του «Γιά τό ὅτι δέν πρέπει νά κρίνουμε τόν πλησίον μας » δίδει τούς ὁρισμούς τῶν τριῶν αὐτῶν ἐννοιῶν πού συνιστοῦν τήν ἑτεροπαρατήρηση, παρατηρώντας ὅτι «… τίποτε δέν ξεγυμνώνει τόσο τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν ὁδηγεῖ στήν ἐγκατάλειψη (τοῦ Θεοῦ) ὅσο ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση τοῦ πλησίον».
.             Καταλαλιά εἶναι νά μιλήσεις εἰς βάρος κάποιου ἄλλου φανερώνοντας μέ ἐμπάθεια τό ἁμάρτημά του. Εἶναι τό νά διαδίδεις μέ λόγια τίς ἁμαρτίες καί τά σφάλματα τοῦ πλησίον. Ὅταν, γιά παράδειγμα, πεῖς γιά κάποιον: «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», εἶναι καταλαλιά, διότι φανερώνεις μέ ἐμπάθεια τήν ἁμαρτία του.
.             Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος χαρακτηρίζει τήν καταλαλιά «παχειά βδέλλα, κρυμμένη καί ἀφανῆ, πού ἀπορροφᾶ καί ἐξαφανίζει τό αἷμα τῆς ἀγάπης».
.            Κατάκριση εἶναι ἡ καταδικαστική γνώμη, ἀπόφαση ἤ κρίση, τήν ὁποία ἐκφέρει ἤ καί διαδίδει κάποιος γιά τήν διαγωγή, τίς ἁμαρτίες, τά σφάλματα καί τά ἐλαττώματα τοῦ πλησίον, ἡ ὁποία δέν παραμένει μόνο σέ αὐτά (πού εἶναι ἡ καταλαλιά), ἀλλά προχωρᾶ καί καταδικάζει, ἀποδοκιμάζει καί μέμφεται καί αὐτόν τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, τόν πταίσαντα καί μάλιστα χωρίς οἶκτο καί ἐπιείκεια. Ἀντί, γιά παράδειγμα, νά πεῖ κάποιος «ὁ τάδε εἶπε ψέματα ἢ ὀργίστηκε ἢ ἔπεσε σέ πορνεία», (πού εἶναι καταλαλιά), λέει: «ὁ τάδε εἶναι ψεύτης, εἶναι ὀργίλος ἢ εἶναι πόρνος» καί ἔτσι ἀποφαίνεται ὄχι μόνο γιά τίς πράξεις του, ἀλλά γιά ὁλόκληρη τή ζωή του. Αὐτό εἶναι ἡ κατάκριση.
.             Ὁ Φαρισαῖος δέν καταδικάστηκε, ὅταν εἶπε ἀόριστα, χωρίς νά κατονομάσει κανένα, δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἅρπαξ, ἄδικος ἢ μοιχός. Ὅταν ὅμως γυρνώντας πρός τόν Τελώνη εἶπε: «οὔτε σάν καί αὐτόν τόν τελώνη», τότε βάρυνε τήν ψυχή του γιατί ἔπεσε σέ κατάκριση. Πολλές φορές, ὄχι μόνο κατακρίνουμε τόν πλησίον μας, ἀλλά καί τόν ἐξουθενώνουμε.
.             Ἐξουθένωση εἶναι ὄχι μόνο νά κατακρίνει κανείς κάποιον πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά φτάνει στό σημεῖο νά τόν ἀπαξιώνει, νά τόν ἐκμηδενίζει, νά τόν ἐξευτελίζει, νά τόν σιχαίνεται, σάν κάτι πού προξενεῖ ἀηδία. Ἡ ἐξουθένωση εἶναι πολύ χειρότερη καί πολύ πιό ὀλέθρια ἀπό τήν κατάκριση. Φτάνουμε, ἔτσι στό σημεῖο νά μισοῦμε ὄχι μόνο τήν ἁμαρτία ἀλλά καί τόν ἁμαρτωλό. Πολλές φορές μάλιστα χαιρόμαστε καί ἐπαιρόμαστε γι’ αὐτό.
.             Αὐτό εἶναι δεῖγμα παντελοῦς ἐλλείψεως ἀγάπης. Εἶναι κατάσταση πού μᾶς χωρίζει, ὄχι μόνον ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό τόν Θεό. Κι αὐτό γιατί ὁ Θεός ἀγαπᾶ τόν ἁμαρτωλό, ἀκόμη καί τόν πιό ἐξαθλιωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία καί προσπαθεῖ νά τόν συνετίσει καί νά τόν φέρει σέ μετάνοια. Τόν συγχωρεῖ δέ ἀμέσως καί ἀπροϋπόθετα ὅταν συναισθανθεῖ τό σφάλμα του, μετανοήσει καί ζητήσει τό ἔλεός Του. Μέ ποιό δικαίωμα λοιπόν ἕνας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ὅπως ὅλοι ἐμεῖς, μπορεῖ νά ἀπορρίψει ἕνα συνάνθρωπό του, ἔστω καί φαινομενικά πιό ἁμαρτωλό; Αὐτός πού δέν θά δείξει ἔλεος γιά τόν συνάνθρωπό του, δέν θά ἐλεηθεῖ ἀπό τό Θεό: «ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος, τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ . β´13) (δηλ. ἡ κρίση θά εἶναι ἄσπλαγχνη πρός ἐκεῖνον πού δέν ἔδειξε εὐσπλαγχνία), λέγει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος στήν Καθολική ἐπιστολή του.
.                 Ὁ ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ μᾶς προτρέπει χαρακτηριστικά γιά τό ζήτημα αὐτό: «Μὴ σφετερίζεσαι τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Μὴ γίνεσαι ἀντίπαλος τοῦ Κυρίου, ἁρπάζοντας τὸ ἀξίωμα ποὺ κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό Του. Καὶ μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια ἂν δῆς κάποιον νὰ ἁμαρτάνη, μὴν τὸν καταδικάσης, μὴν τὸν κακολογήσης, μὴν τὸν διασύρης, μὴν τὸν ἐξουθενώσης. Καταδίκασε τὸν διάβολο ποὺ τὸν ἐξαπάτησε καὶ τὸν ἔριξε στὴν ἁμαρτία. Ἂν ὅμως καταδικάσης τὸν ἀδελφό σου, θὰ ἐπιβεβαιώσης τὸν μεγάλο καὶ ἄλογο ἐγωισμό σου. Καὶ πρόσεξε, γιατί θὰ πέσης κι ἐσὺ στὸ ἴδιο ἁμάρτημα. Κατὰ κανόνα, ὅποιος κρίνει τὸν ἄλλον γιὰ κάτι, πέφτει κατόπιν στὸ ἴδιο. Κάλυψε λοιπὸν σπλαχνικὰ μὲ τὴ σιωπὴ τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Κι ἂν μπορῆς διόρθωσέ τον μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωσι. Ἂν δὲν μπορῆς, μεῖνε στὴ σιωπή σου καὶ καταδίκασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα. Σοῦ ἀρκοῦν αὐτά».
.                 Δυστυχῶς, ἐμεῖς μέ πολλή εὐκολία κατακρίνουμε ἀσύστολα τόν συνάνθρωπό μας, ἂν τύχει νά δοῦμε κάτι, ἢ νά ἀκούσουμε ἢ νά ὑποψιαστοῦμε ὅ, τι ἔκανε. Καί τό φοβερότερο εἶναι ὅτι δέν σταματᾶμε στήν βλάβη πού κάνουμε στόν ἑαυτό μας. Ἀλλά συναντᾶμε καί ἄλλον ἀδερφό καί ἀμέσως τοῦ λέμε: «αὐτό καί αὐτό ἔγινε». Ἔτσι βλάπτουμε καί ἐκεῖνον, βάζοντας στήν καρδιά του ἁμαρτίες. Γι αὐτό δέν ἐπιτρέπεται νά λέμε τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, ἀλλά οὔτε καί τίς δικές μας, παρά μόνο στόν πνευματικό μας κατά τήν ἐξομολόγηση. Διαφορετικά, διασπείρουμε τά μικρόβια τῆς ἁμαρτίας καί σέ ἄλλους.
.                 Ἄς δοῦμε, ὅμως, πῶς θέτει τό ζήτημα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: « Δέν πρέπει οὔτε νά ἐπιπλήττεις, οὔτε νά προσβάλλεις, ἀλλά νά νουθετεῖς· ὄχι νά κατηγορεῖς, ἀλλά νά συμβουλεύεις· οὔτε νά ἐπιτίθεσαι μέ ἀφροσύνη, ἀλλά νά διορθώνεις μέ στοργή. Διότι ὅταν συμβεῖ νά ἐκφέρεις γνώμη χωρίς συμπόνια γιά τά ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον σου, παραδίδεις ὄχι ἐκεῖνον, ἀλλά τόν ἑαυτό σου στήν ἐσχάτη προδοσία.
.                 Θά μέ ρωτήσεις εὐλόγως, συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τί λοιπόν; Ἐάν πορνεύει ὁ ἄλλος νά μήν τοῦ πῶ ὅτι εἶναι κακό ἡ πορνεία καί νά μή διορθώσω αὐτόν πού προβαίνει σέ αἰσχρές πράξεις; Σοῦ ἀπαντῶ· διόρθωσέ τον μέν, ἀλλ’ ὄχι σάν ἐχθρός οὔτε σάν ἀντίπαλος πού ζητεῖ τιμωρία, ἀλλά σάν Πατέρας πού προσφέρει φάρμακα. Διότι ὁ Κύριος δέν εἶπε νά μήν ἐμποδίζεις αὐτόν πού ἁμαρτάνει, ἀλλά νά μήν τόν κρίνεις, δηλαδή νά μήν γίνεσαι σκληρός δικαστής καί ἐπικριτής».
.                 Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης χαρακτηριστικά τονίζει ὅτι ἡ κατάκριση καί δυσφήμιση τοῦ ἄλλου, καί μάλιστα ὅταν ἀποτελεῖ ἀνεξέλεγκτη συκοφαντία καί κατασπίλωση τῆς τιμῆς του, ἰσοδυναμεῖ μέ φόνο. «Ὅπως λέγεται, ἄλλωστε, ἀπό τούς ἠθικούς διδασκάλους, ἡ τιμή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τή ζωή. Καί ἐπειδή ὁ φόνος θανατώνει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ συκοφαντία θανατώνει τήν τιμή, ἄρα ἡ συκοφαντία εἶναι χειρότερη ἀπό τόν φόνο. Καί στ’ ἀλήθεια εἶναι μεγαλύτερη κακία τό νά φονεύει κανείς μέ τή γλῶσσα, παρά μέ τό ξίφος καί τό νά πληγώνει μέ τό λόγο παρά μέ τό βέλος. Γιατί ὁ φονιάς θανατώνει μόνον τούς ζωντανούς, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἐνῶ ὁ συκοφάντης ἐπί πλέον καί τούς νεκρούς καί μάλιστα ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Μέ φόνο μάλιστα ἄκοπο καί ἀκίνδυνο, ἀφοῦ γίνεται ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς στίς πολυθρόνες τῶν σαλονιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρός τόν σωματικό φόνο, πού συνήθως ἐνέχει ἀγωνία, ποινικές διώξεις καί φυλακίσεις».
.                 Ἡ κατάκριση μᾶς ἀναδεικνύει ἄφρονες ὡς χριστιανούς, καθώς ὁ Χριστός μας εἶπε: «Ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε, καί ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ´ 2) (δηλ. μέ τό κριτήριο πού κρίνετε, θά κριθεῖτε καί μέ τό μέτρο πού μετρᾶτε, θά μετρηθεῖτε). Κατά συνέπεια, μέ τήν κατάκριση, καταδικάζουμε μόνοι μας τόν ἑαυτό μας νά πέση στά ἴδια ἁμαρτήματα μέ αὐτά πού κατακρίνουμε, καί δίνουμε τό μέτρο ἀνεπιεικοῦς κρίσεως στόν Δικαιοκρίτη Θεό.
.                 Τό πόσο ἐπιεικής εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτούς πού δέν κατακρίνουν μᾶς τό φανερώνει καί τό ἑξῆς περιστατικό ἀπό τό Γεροντικό: «Ἕνας μοναχός σ’ ἕνα Κοινόβιο, ἀμελής στά πνευματικά, ἔπεσε βαριά ἄρρωστος κι ἦλθε ἡ ὥρα του νά πεθάνει. Ὁ ἡγούμενος καί ὅλοι οἱ ἀδελφοί τόν περικυκλώσανε γιά νά τοῦ δώσουν θάρρος στίς τελευταῖες του στιγμές. Παρατήρησαν ὅμως ἔκπληκτοι, πώς ὁ ἀδελφός ἀντίκρυζε τόν θάνατο μέ μεγάλη ἀταραξία καί ψυχική γαλήνη.
-Παιδί μου, τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἡγούμενος, ὅλοι ἐδῶ ξεύρομε πώς δέν ἤσουν καί τόσο ἐπιμελής στά καθήκοντά σου. Πῶς πηγαίνεις μέ τόσο θάρρος στήν ἄλλη ζωή;
– Εἶναι ἀλήθεια, Ἀββᾶ, ψιθύρισε ὁ ἑτοιμοθάνατος, πώς δέν ἤμουν καλός μοναχός. Ἕνα πρᾶγμα ὅμως ἐτήρησα μέ ἀκρίβεια στή ζωή μου: Δέν κατέκρινα ποτέ μου ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό σκοπεύω νά εἰπῶ στό Δεσπότη Χριστό, ὅταν παρουσιαστῶ ἐνώπιόν Του: «Σύ, Κύριε, εἶπες, μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε», κι ἐλπίζω ὅτι δέν θά μέ κρίνη αὐστηρά.
– Πήγαινε εἰρηνικά στό αἰώνιο ταξίδι σου, παιδί μου, τοῦ εἶπε μέ θαυμασμό ὁ Ἡγούμενος. Ἐσύ, κατώρθωσες, χωρίς κόπο νά σωθῆς».

Αἴτια πού ὁδηγοῦν στήν κατάκριση

.                 Τά πιό συχνά αἴτια πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν κατάκριση εἶναι καταρχήν ὁ ἐγωισμός καί ἡ ἀλαζονεία μας, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Φαρισαίου. Ἡ ζήλεια καί ὁ φθόνος μᾶς ὁδηγοῦν, ἐπίσης, πολύ συχνά στήν κατάκριση, καθώς καί τά ἐκδικητικά αἰσθήματα καί ἡ διάθεση νά μειώσουμε τόν ἄλλο καί νά σπιλώσουμε τήν ὑπόληψή του.
.                 Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ ἀπέδιδε τήν διαρκή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους στήν ἀπροθυμία γιά αὐτογνωσία. Ἔλεγε συγκεκριμένα: «Γιατί κρίνουμε τοὺς ἀδελφούς μας; Διότι δὲν προσπαθοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας. Ὅποιος καταγίνεται μὲ τὴ γνώση τοῦ ἐαυτοῦ του δὲν προλαβαίνει νὰ παρατηρεῖ τοὺς ἄλλους. Κατάκρινε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ παύσεις νὰ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους».
.                 Πολλές φορές, ὡστόσο, κρυβόμαστε πίσω ἀπό δῆθεν ἀθῶα κίνητρα γιά νά δικαιολογήσουμε τίς πτώσεις μας σέ ποικίλα ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας. Ἀργολογοῦμε ἤ ἀστειολογοῦμε γιά νά περνάει ἡ ὥρα ἤ γιά νά διατηροῦμε κοινωνικές σχέσεις καί ἐπαφές ἤ κατακρίνουμε καί ἐξουθενώνουμε τούς ἄλλους, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἀπόντες, μέ τό πρόσχημα τῆς ἀπόδοσης δικαιοσύνης καί ἐπαναλαμβάνοντας τήν γνωστή ἐπωδό «ἡ ἀλήθεια θά πρέπει νά λέγεται».

Παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης

.                 Ἡ ἑτεροπαρατήρηση, ἡ συνεχής, δηλαδή, ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση, ἐκτός ἀπό τίς κύριες ἐκδηλώσεις της, τίς ὁποῖες ἀναπτύξαμε, τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση, ἔχει καί ἀρκετά παράγωγα, συνέπειες δηλαδή πού ἀφήνουν βαρύ τό ἀποτύπωμά τους στά «θύματα» τῶν ἐπικρίσεων καί τῶν κατακρίσεών μας. Πρῶτο παράγωγο εἶναι ὁ στιγματισμόςἐτικετοποίηση, ἡ ὀξύτατη δηλαδή κριτική καί ἡ δημόσια καταγγελία κάποιου, ἡ στηλίτευση καί ὁ διασυρμός του. Ὁ στιγματισμός ἑνός ἀνθρώπου ἐπιφέρει τήν ἀμαύρωση τῆς δημόσιας εἰκόνας του καί δημιουργεῖ μία ἀρνητική φήμη, τήν κοινῶς λεγόμενη «ρετσινιά» ἤ «ταμπέλα» πού τόν συνοδεύει σέ ὅλη του τήν ζωή. Ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση ἐγκλωβίζουν τόν ἄνθρωπο σὲ χαρακτηρισμοὺς ποὺ προσδιορίζουν διὰ βίου τὴν συναναστροφή, τίς δραστηριότητες καὶ τὴν πνευματικὴ του πορεία καί τόν ὁδηγοῦν τελικά νὰ κλειστεῖ μὲ πικρία στὸν ἑαυτό του, τὸν ὁδηγοῦν στὸ περιθώριο, στὴν ἀπομόνωση, στὴν ἀποξένωση.
.                 Ἄλλο παράγωγο τῆς ἑτεροπαρατήρησης εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ περιφρονητικός ἤ προσβλητικός, δηλαδή, ἀστεϊσμός σέ βάρος κάποιου, ὁ χλευασμός, ἡ διαπόμπευση καί ὁ ἐξευτελισμός του, ποὺ δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο ψυχικὰ τραύματα καὶ διάφορα συμπλέγματα κατωτερότητος καί μειονεξίας.
.                 Ἕνα ἀκόμη παράγωγο εἶναι ὁ χαρακτηρισμός, ἡ ἔκφραση δυσμενῶν, ἄκριτων, ἀρνητικῶν, ἐπιπόλαιων καί ἐν πολλοῖς ἄδικων ἐκτιμήσεων γιὰ τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν συμπεριφορὰ ἑνός ἀνθρώπου.
.                Στιγματισμός, ἐτικετοποίηση, ἐμπαιγμός καὶ χαρακτηρισμὸς εἶναι ἐκδηλώσεις τῆς κατακρίσεως, ποὺ χωρὶς ἀγάπη πραγματικὴ καὶ χωρὶς διάκριση ἀναφέρονται στὰ σωματικά, διανοητικὰ καὶ ψυχικὰ χαρίσματα ἢ ἐλαττώματα τῶν ἀδελφῶν μας. Ἡ ἐγκληματικὴ διάσταση αὐτῶν τῶν ὀλεθρίων ἐκδηλώσεων ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ἀποτελοῦν πολλὲς φορὲς ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια στὴν πνευματικὴ ἄσκηση καὶ προκοπὴ ἑνός ἀνθρώπου, τοῦ δυσκολεύουν ἢ τοῦ ματαιώνουν κάθε καλὴ προσπάθεια μετανοίας καὶ διορθώσεώς του, ἐφ’ ὅσον στιγματισμοί, ἐμπαιγμοί, χαρακτηρισμοὶ καὶ ἐτικετοποιήσεις διαιωνίζονται καὶ ὡς βρόγχος καταπνίγουν τὶς φιλότιμες καὶ καρδιακὲς προσπάθειές τους, παρότι οἱ ἴδιοι ἔχουν μετανοήσει καί ἔχουν ἀλλάξει τρόπο ζωῆς.

Τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας

.                 Μετά τήν ἀνάπτυξη τῶν πιό σημαντικῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας καί τῶν παραγώγων τους, παραθέτουμε συνοπτικά καί κάποια ἀκόμη συναφῆ καί συχνά ἐμφανιζόμενα ἁμαρτήματα μέ σύντομους ὁρισμούς καί σχολιασμούς, πού θά μᾶς βοηθήσουν στήν αὐτοκριτική μας καί τόν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ μας καί κυρίως θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων αὐτῶν, ὅταν προσερχόμαστε στό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
.                 Τέτοια ἁμαρτήματα εἶναι ἡ πολυλογία, ἡ ἀργολογία, ἡ φλυαρία, ἡ μωρολογία, τό καταραμένο κουτσομπολιό, ἡ αἰσχρολογία, ἡ ἀκριτομυθία (ἡ ἔλλειψη, δηλαδή, ἐχεμύθειας, ἡ ἀπερίσκεπτη ἀποκάλυψη μυστικῶν, ἡ ἄκαιρη καί ἄσκοπη ἀνακοίνωση πληροφοριῶν σέ ἀκατάλληλα καί ἀναρμόδια πρόσωπα), ἡ ἀστειολογία (ὁ συνεχής, δηλαδή, καί ἀδιάκριτος ἀστεϊσμός καί ἡ ἄκαιρη χαλαρότητα, ἡ συνήθης ἀναφορά εὐτράπελων καί πολλές φορές ἀπρεπῶν καί πονηρῶν ἀστείων) καί ἄλλα συναφῆ.
.                 «Πᾶν ῥῆμα ἀργόν, ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. ιβ´ 36) μᾶς προειδοποιεῖ ὁ Κύριός μας. (Δηλ. γιά κάθε λόγο ἀνωφελῆ πού θά ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θά δώσουν λόγο γι’ αὐτόν κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως).
.                 Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος μᾶς δίδει ἕναν περιεκτικότατο ὁρισμό τῆς πολυλογίας καί τῆς πληθώρας τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, πού ἀπορρέουν ἀπό αὐτή: «Ἡ πολυλογία εἶναι ἡ καθέδρα τῆς κενοδοξίας. Καθισμένη ἐπάνω της ἡ κενοδοξία προβάλλει καὶ διαφημίζει τὸν ἑαυτόν της. Ἡ πολυλογία εἶναι σημάδι ἀγνωσίας, θύρα τῆς καταλαλιᾶς, ὁδηγὸς στὰ εὐτράπελα, πρόξενος τῆς ψευδολογίας, σκορπισμὸς τῆς κατανύξεως. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ καὶ ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀκηδία. Εἶναι πρόδρομος τοῦ ὕπνου, διασκορπισμὸς τῆς «σύννοιας», δηλαδή τῆς περισυλλογῆς, ἀφανισμὸς τῆς φυλακῆς τοῦ νοός, ἀπόψυξις τῆς πνευματικῆς θερμότητος, ἀμαύρωσις τῆς προσευχῆς».
.                  Ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας στά ὁποῖα ὑποπίπτουμε συχνά εἶναι, ἐπίσης, ἡ ἀδιακρισία, ἡ περιέργεια, ἡ ὑπερβολή, ἡ διγλωσσία, ἡ διλωματία, ἡ κολακεία καί ἡ εἰρωνία. Πολύ σημαντικές πτώσεις εἶναι ἀκόμη ἡ ἀντιλογία, ἡ αὐθάδεια, ἡ ἀναίδεια, ἡ θρασύτητα, ἡ παρρησία, ἡ προκλητικότητα καί ἡ ἐλευθεριότητα στήν ὁμιλία καί ὁ ἀπότομος λόγος.
.                 Ἕνα πολύ σημαντικό ἁμάρτημα τῆς γλώσσας, στό ὁποῖο θέλουμε νά ἐπιμείνουμε, διότι εἶναι πολύ διαδεδομένο στίς μέρες μας, εἶναι ἡ προπέτεια. Προπέτεια εἶναι ἡ ἀνάγωγη καί προκλητική συμπεριφορά πού συνδυάζεται μέ τήν ἀλόγιστη καί ἄκαιρη διατύπωση γνώμης, ἄποψης, ἐπιθυμίας. Ὁ προπέτης σέ κάθε περίπτωση αὐθαιρέτως προκαλεῖ συζητήσεις, διακόπτει τόν συνομιλητή του, δέν ἀκούει τίς ἀπαντήσεις του, γιατί ἔχει στό μυαλό του μόνο τίς δικές του ἀπόψεις καί ἰδέες, γεγονός πού τόν ὁδηγεῖ σέ παρανοήσεις, σέ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ ἄλλου καί τελικά καί σέ ἀδυναμία ὁποιασδήποτε συνεννοήσεως πού ὁδηγεῖ σέ ἐκνευρισμούς, ἀντεγκλήσεις καί ἀδικαιολόγητες συγκρούσεις.
.                Θά θέλαμε, ἐπίσης, νά σταθοῦμε στήν δικαιολογία, τήν προσπάθεια δηλαδή, νά ὑπερασπιζόμαστε συνεχῶς καί ἐγωιστικά τόν ἑαυτό μας καί τίς πράξεις μας προβάλλοντας διάφορες κάθε φορά προφάσεις. Ἡ δικαιολογία εἶναι ἔνδειξη φιλαυτίας καί δειλίας καί οὐσιαστική ἄρνηση ἀνάληψης τῆς εὐθύνης. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος χαρακτηρίζει τήν δικαιολογία ὡς «μόνωση, καουτσούκ, ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό… Εἶναι σάν νά χτίζης -ἔλεγε χαρακτηριστικά- ἕναν τοῖχο καί νά χωρίζης τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν Θεό, ὁπότε κόβεις κάθε σχέση μαζί Του».
.                 Τονίζουμε, ἐπίσης, τόν ψιθυρισμό, τήν συνεχῆ, δηλαδή, καί ὕπουλη φημολογία καί διασπορά πραγματικῶν ἤ φανταστικῶν πληροφοριῶν μέ σκοπό τήν πρόκληση συγχύσεως.
.                   Σοβαρό παράπτωμα τῆς γλώσσας, πού συνθλίβει πραγματικά καί δυαλύει ἀνδρόγυνα, οἰκογένειες, φιλίες καί γενικά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις εἶναι ὁ γογγυσμός καί ἡ γκρίνια, ἡ συνεχής, δηλαδή, καί ἐνοχλητική ἔκφραση παραπόνων, τό ἀτέλειωτο καί ἀνυπόφορο μουρμουρητό, ἡ φαγωμάρα, ἡ μεμψιμοιρία, ἡ μόνιμη ἔλλειψη ἱκανοποιήσεως ἀπό ὁ,τιδήποτε καί γιά ὁ,τιδήποτε. Ἡ γκρίνια εἶναι πραγματικά σάν τόν κισσό πού περισφίγγει τό αἰωνόβιο δέντρο καί ἀπομυζᾶ τούς χυμούς του καταδικάζοντάς το σέ μαρασμό.
.                 Τό καλύτερο ἀντίδοτο στήν γκρίνια εἶναι ἡ συνεχής δοξολογία στόν Θεό γιά ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρει, ἀκόμη καί γι’ αὐτά πού μπορεῖ νά μᾶς φαίνονται ἀρνητικά ἐξωτερικά, ἀλλά σίγουρα λειτουργοῦν θετικά γιά τήν πνευματική μας τελείωση καί σωτηρία.
.                 Μᾶς τό περιγράφει αὐτό μέ τόν δικό του μοναδικό καί εὐφυῆ τρόπο ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Γέροντα, ποῦ ὀφείλεται ἡ γκρίνια καὶ πῶς μπορεῖς νὰ τὴν ἀποφύγης;
–Στὴν κακομοιριὰ ὀφείλεται καὶ μὲ τὴν δοξολογία τὴν κάνει κανεὶς πέρα. Ἡ γκρίνια γεννᾶ γκρίνια καὶ ἡ δοξολογία γεννᾶ δοξολογία. Ὅταν δὲν γκρινιάζει κανεὶς γιὰ μιὰ δυσκολία ποὺ τὸν βρίσκει, ἀλλὰ δοξάζει τὸν Θεό, τότε σκάζει ὁ διάβολος καὶ πάει σὲ ἄλλον ποὺ γκρινιάζει, γιὰ νὰ τοῦ τὰ φέρει ὅλα ἀνάποδα. Γιατί, ὅσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει. Μερικὲς φορὲς μᾶς κλέβει τὸ ταγκαλάκι (διάβολος) καὶ μᾶς κάνει νὰ μὴ μᾶς εὐχαριστεῖ τίποτε, ἐνῶ μπορεῖ κανεὶς ὅλα νὰ τὰ γλεντάη πνευματικὰ μὲ δοξολογία καὶ νὰ ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ».
.                 Βαρύτατα, ἐπίσης, ἁμαρτήματα εἶναι τό ψεῦδος, ἡ ψευδορκία, ἡ ἐπιορκία, ἡ ψευδομαρτυρία, ὁ ὅρκος, καθώς ἐπίσης καί ἡ βλασφημία, ἡ ὕβρις καί ἡ κατάρα, ἡ ἐμπαθής, δηλαδή, κακόβουλη καί ἐκδικητική «εὐχή» ἐναντίον ἑνός προσώπου γιά νά πάθει κάτι κακό, τό ὁποῖο θά μᾶς προκαλέσει εὐχαρίστηση καί ἱκανοποίηση. Νά εἶστε βέβαιοι ὅτι ἡ ἄδικη κατάρα ἐπιστρέφει σ’ αὐτόν πού τήν ἐκστομίζει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–3 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

, , , ,

Σχολιάστε

ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

«Τὰ νοσήματα τῆς γλώσσας
καὶ οἱ ἀρετὲς τῆς “ἐν γνώσει” σιωπῆς»

Τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱ. Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
[Ὁμιλία στήν ΓΕΧΑ Τρικάλων, Πέμπτη 25 Ἰανουαρίου 2018]

Εἰσαγωγή
Ἡ ἐποχή τῆς πληροφορίας

.            Ἡ σημερινή ἐποχή ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ἐποχή τῆς πληροφορίας μέ κύριο γνώρισμά της τήν δυνατότητα τῶν ἀνθρώπων νά ἀνταλλάσσουν καί νά μεταφέρουν πληροφορίες μέ πολύ μεγάλη εὐκολία καί ταχύτητα καί νά ἔχουν ἄμεση πρόσβαση σέ γνώσεις καί εἰδήσεις, ἀπό ὅλο τόν κόσμο, ἀνά πᾶσα στιγμή.
.            Μία ἀκατάπαυστη ροή πληροφοριῶν συνεχῶς ἀναπαράγεται καί ἀναμεταδίδεται, κυρίως μέσῳ τῆς τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης καί τοῦ διαδικτύου. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι ὁ πλέον ἐνημερωμένος καί καλά πληροφορημένος. Αὐτός πού τά ξέρει ὅλα καί ἔχει ἄποψη γιά ὅλα, πού τήν ἐκφέρει καί τήν προβάλλει, ὡς ἀπόλυτα ὀρθή καί ἐνδεδειγμένη.
.             Τό φαινόμενο αὐτό ἔχει, βεβαίως, τήν θετική του διάσταση, ἀλλά ταυτόχρονα ἔχει καί μία σειρά ἀπό πολύ ἀρνητικές συνέπειες σέ πνευματικό κυρίως ἐπίπεδο. Κι αὐτό γιατί ἡ συνεχής διάδοση καί ἀναμετάδοση ὅλων αὐτῶν τῶν εἰδήσεων καί τῶν πληροφοριῶν –πού δέν εἶναι πάντοτε σοβαρές, ἀληθινές ἤ ἀπαραίτητες καί δέν ἐλέγχονται ἀπό κανέναν– μᾶς ὁδηγοῦν σέ μία διαρκῆ ἑτεροπαρατήρηση, δηλαδή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους, σέ ἕναν συνεχῆ σχολιασμό τῶν ἄλλων· μᾶς ὁδηγοῦν σέ ἄκαιρους, ἀναίτιους, ἀνώφελους καί ἐπικριτικούς λόγους· μᾶς ὁδηγοῦν, δηλαδή, στήν παράχρηση τοῦ λόγου.
.           Στήν ἀποψινή μας ὁμιλία ἐπιλέξαμε νά ἀσχοληθοῦμε καί νά ἀναδείξουμε αὐτή τήν παθογένεια τῆς παράχρησης τοῦ λόγου, ὅλα αὐτά, δηλαδή, πού ἀποκαλοῦμε συνήθως ἁμαρτήματα – νοσήματα τῆς γλώσσας καί ἀφοῦ περιγράψουμε, σέ ἀδρές γραμμές, τά σημαντικώτερα ἀπό αὐτά, νά ἀναζητήσουμε τήν ἀντιμετώπιση καί τήν θεραπεία τους.
.         Ἐπιλέξαμε, ἐπίσης, νά μιλήσουμε καί γιά τήν θεραπευτική ἀρετή τῆς σιωπῆς, τῆς ἐν ἐπιγνώσει σιωπῆς, πού ἀσκεῖται συνειδητά καί ὄχι παθητικά καί πού δυστυχῶς εἶναι τόσο δυσεύρετη στίς μέρες μας, παρότι εἶναι πολύ βοηθητική καί ἀπαραίτητη στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας.

Ὁ λόγος ὡς χάρισμα

.           Μιλώντας γιά τήν γλώσσα ἀναφερόμαστε συνήθως στήν ἀρνητική της πλευρά, στήν παράχρηση δηλαδή τῆς γλώσσας, πού γίνεται ἀπό τόν ἄνθρωπο ἐξαιτίας τῶν παθῶν του. Φυσικά ἡ γλώσσα, ὄχι ἁπλῶς ἡ σωματική, ἀλλά ἡ ἱκανότητα τοῦ λόγου, ἡ ὁμιλία, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Εἶναι ἕνα ἀπό τά γνωρίσματα πού τόν ἀναβιβάζει καί τόν διαφοροποιεῖ ἀπό τήν ὑπόλοιπη δημιουργία. Εἶναι χάρισμα γιά τό ὁποῖο πρέπει νά δοξολογοῦμε τόν Κύριό μας, πού μᾶς κόσμησε μέ ἕνα ἀπό τά ἐξέχοντα δῶρα τῆς δημιουργίας Του.
.           Ὁ λόγος ἀποτελεῖ κυρίαρχο συστατικό τῆς ἀνθρώπινης ὀντότητος. Εἶναι αὐτός, πού στόν μεγαλύτερο βαθμό παρέχει τήν δυνατότητα ἐπικοινωνίας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Καθορίζει ἄμεσα καί καταλυτικά τήν κοινωνικότητα, τίς διαπροσωπικές σχέσεις, τήν ἐξωτερίκευση τῶν αἰσθημάτων, τήν ἔκφραση καί προάσπιση τῶν ἀπόψεων. Μέ λίγα λόγια, ὁ λόγος ἐκφράζει καί ταυτόχρονα ἀποκαλύπτει τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο.
.           Στήν καλή χρήση του ὁ λόγος γέννησε, ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἀκόμη καί κυρίως στόν ἑλλαδικό χῶρο, τέχνη, καλλιτεχνική δημιουργία καί ἕναν λαμπρό πολιτισμό. Ἔγινε ποίηση, φιλοσοφία, θεολογία, θέατρο, τραγούδι. Γέννησε τά λεκτικά ἀριστουργήματα τῆς ρητορικῆς καί τῶν δημηγοριῶν, γονιμοποίησε ἐπιστῆμες καί σχολές, ἐξέφρασε ἀναζητήσεις καί προβληματισμούς, διετύπωσε ἀλήθειες καί δόγματα, ἀνέδειξε ἐξέχουσες μορφές καί παγκόσμια ἀναστήματα τοῦ πνεύματος καί τοῦ πολιτισμοῦ.
.           Κυρίως, ὅμως, ἔγινε ὁ Λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ σπόρος, πού ἁπλώθηκε καί καρποφόρησε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἔγινε ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, ὁ ὁμολογιακός λόγος, ὁ παρρησιαστικός λόγος τῶν μαρτύρων ἔναντι τῶν δημίων τους. Ἔγινε φορέας πνευματικῆς οἰκοδομῆς μέσα ἀπό τίς θεοφώτιστες καί ἐμπνευσμένες ὁμιλίες τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ λόγος τῆς ἐρήμου, τῶν μεγάλων Ἀββάδων καί Ἀμμάδων, τῆς Κλίμακος καί τῶν Σύρων Πατέρων. Ὁ μελίρρυτος χρυσοστομικός λόγος, ὁ ἀνθενωτικός λόγος τοῦ μεγάλου Φωτίου καί τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ.
.           Ἔγινε λόγος δοξολογίας καί ὑμνολογίας τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων μας. Ἔγινε ἐγκώμια, παρακλήσεις, λειτουργίες, ἀκολουθίες, κανόνες, ὠδές, χαιρετιστήριοι οἶκοι.
.           Ἔγινε ὁδηγός, νουθεσία, σοφία καί σύνεση. Ἔγινε παρηγοριά καί στήριξη, ἀγάπη καί φιλία. Ἔγινε λόγος μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Ἔγινε στήριγμα καί θάρρος, ἔγινε κουράγιο καί δύναμη, ἀπαντοχή καί ἐλπίδα γιά τήν σωτηρία μας.

Ἡ παράχρηση τοῦ λόγου

.           Τό χάρισμα τοῦ λόγου, ὅπως καί ὅλα τά χαρίσματα, δόθηκε ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο γιά νά ὑμνεῖ καί νά δοξάζει τόν Δημιουργό του· γιά νά χαίρεται καί νά μετέχει στήν κοινωνία μέ τόν συνάνθρωπό του. Ἡ αὐτονόμηση, ὅμως, τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ὡς συνέπεια τῆς πτώσεώς του, ἐπέφερε καί τήν παράχρηση τοῦ λόγου, πού γίνεται πλέον καί λόγος πλάνης καί ἀπωλείας καί λόγος ἀντιλογίας, γίνεται δικαιολογία καί ὑπεκφυγή τῶν πρωτοπλάστων πρός τόν Θεό.
.           Ἀπό μέσο ἐπικοινωνίας καί συνεννοήσεως τῶν ἀνθρώπων ὁ λόγος, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφανείας καί τῆς ἀλαζονείας τους, γίνεται λόγος ἀσυνεννοησίας καί διαιρέσεως. Κατέληξε σέ σύγχυση γλωσσῶν θαμμένος στά συντρίμμια τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ.

Ἡ χρήση τῆς γλώσσας εἶναι ἡ λυδία λίθος.

.           Ἡ καλή ἤ κακή χρήση τῆς γλώσσας, λοιπόν, εἶναι ἡ λυδία λίθος, πού κρίνει τελικά τήν ὠφέλεια ἤ τήν ζημία γιά τόν χρήστη της, ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους, καθώς « ἄν τήν προσέξεις, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, γίνεται ἵππος βασιλικός, εἰ δέ μή ὄχημα διαβόλου».
.           Ἡ ποιότητα τῶν λόγων μας μαρτυρεῖ τήν πνευματική μας κατάσταση, μαρτυρεῖ τήν ποιότητα καί τό περιεχόμενο τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου· « ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τό στόμα λαλεῖ» (Ματθ. ιβ´, 35) (δηλ. τό στόμα μιλάει ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο εἶναι γεμάτη ἡ καρδιά), κατά τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει: «Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι» (Κολ. δ´ 6). ( Δηλ. ὁ λόγος σας νά εἶναι πάντοτε μέ χάρη, ἁρτυμένος μέ ἁλάτι, καί νά ξέρετε πῶς πρέπει νά ἀπαντᾶτε στόν καθένα) Ἑτεροπαρατήρηση: κρίση – καταλαλιά – κατάκριση – ἐξουθένωση
.           Στό Γεροντικό διαβάζουμε ὅτι ρώτησαν τόν ὅσιο Σισώη τί γνώμη εἶχε γιά τά ἁμαρτήματα τῆς γλώσσας καί ὁ ὅσιος τούς ἀπάντησε: «᾽Εγώ, τριάντα χρόνια τώρα, ἕνα ἔχω προσευχή! Γιά ἕνα καί μόνο παρακαλῶ τόν Κύριο, νά μέ φυλάει ἀπό τή γλώσσα μου!». Καί σέ ἄλλο σημεῖο, ἐπίσης, τοῦ Γεροντικοῦ ἀναφέρεται πώς ἕνας ὑποτακτικός εἶπε στόν Γέροντά του: «Γέροντα, ἔχω νά φάω κρέας εἴκοσι χρόνια. Καί ἐγώ, παιδί μου, τοῦ ἀπήντησε ἐκεῖνος, ἀπό τότε πού ἔγινα μοναχός, δέν ἔχω φάει ἄνθρωπο»!
.           Ξεκινώντας τήν παράθεση τῶν ἁμαρτημάτων τῆς γλώσσας, θά θέλαμε νά ἀναφερθοῦμε καί νά ἑστιάσουμε περισσότερο στά βαρύτερα ἀπό αὐτά, δηλαδή στήν καταλαλιά, τήν κατάκριση, καί τήν ἐξουθένωση, ἀφοῦ προηγηθεῖ μία ἀπαραίτητη διευκρίνιση καί διαφοροποίηση ἀνάμεσα στήν κρίση καί στήν παράχρηση τῆς κρίσεως. Νά διευκρινίσουμε δηλαδή, πότε ἡ κρίση εἶναι θεμιτή καί νόμιμη, πότε εἶναι ἐνδεδειγμένη καί ἐπιβεβλημένη καί πότε εἶναι ἄδικη, κατακριτική καί ἐφάμαρτη.
.           Θά ἀναφερθοῦμε, ἐπίσης, καί στά διάφορα παράγωγα τῆς κατάκρισης, ὅπως εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ χαρακτηρισμός, ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση. Ὅλα αὐτά τά ἁμαρτήματα περιέχονται στήν γενικότερη κατηγορία τῆς ἑτεροπαρατήρησης, τῆς ἐνασχόλησης, δηλαδή, μέ τούς ἄλλους μέ ἐπικριτική διάθεση καί χαρακτηρισμούς.
.           Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ συνεχής ροή πληροφοριῶν καί ἡ δυνατότητα ἄμεσης ἐνημέρωσης, ἀνά πᾶσα στιγμή, γιά ὅ,τιδήποτε συμβαίνει, ἀκόμη καί στήν πιό μακρυνή γωνιά τοῦ πλανήτη, δίνει τροφή καί ὠθεῖ τόν κόσμο στή συνεχῆ ἑτεροπαρατήρηση καί ὄχι τήν αὐτοπαρατήρηση. Γιά τούς περισσότερους ἀνθρώπους, δυστυχῶς καί γιά τούς χριστιανούς, κύρια προτίμησή τους καί συνήθεια εἶναι ἡ κριτική καί ὄχι ἡ αὐτοκριτική. Εἶναι ἡ ἐνασχόληση περισσότερο μέ τούς ἄλλους παρά μέ τόν ἑαυτό μας.
.           Τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημερώσεως καί τό διαδίκτυο συνεχῶς καί ἀσταμάτητα κατακλύζουν τόν κόσμο μέ ἀρνητικά κυρίως σχόλια καί γεγονότα, μέ σκανδαλοθηρικά περιστατικά, μέ πάθη, ἁμαρτίες καί παραπτώματα τῶν ἄλλων, μέ πληροφορίες καί εἰδήσεις πού προκαλοῦν καί ἐντυπωσιάζουν, πού κεντρίζουν τήν φαντασία καί διεγείρουν πάθη, ἀντιπαλότητες καί ἔχθρες, πού μολύνουν τίς αἰσθήσεις καί τόν νοῦ μέ ἀπαξία καί χυδαιότητα.
.           Ὅλα αὐτά δημιουργοῦν μία παγιωμένη κατάσταση καί ἔχουν καταστεῖ πλέον ἐθισμός γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος συνηθίζει καί ἐξοικειώνεται μέ τήν ἀσχήμια, τήν μετριότητα, τήν χλιαρότητα καί τήν χαλαρότητα. Ἐξοικειώνεται καί ταυτίζεται μέ τά ἐφήμερα, τά χαμηλά καί τά ἐπιφανειακά τῆς φθηνῆς καθημερινότητος. Συγκρίνει καθημερινά τόν ἑαυτό του ὄχι μέ τούς ἁγίους καί τούς ἥρωες, ἀλλά μέ τά πρότυπα τῆς ἀπαξίας, τῆς ἀτιμίας, τῆς παρανομίας καί τῆς ἀκολασίας πού προβάλλονται κατά κόρον.
.           Γίνεται, ἔτσι, ἐπικριτικός, κατακριτικός, ἐλεγκτικός, καυστικός, ἀπαιτητικός, ἐριστικός, ἐπιθετικός. Στιγματίζει, καυτηριάζει, στηλιτεύει καί σπιλώνει, μέ μεγάλη ἄνεση καί περισσή εὐκολία, ἀνθρώπους καί καταστάσεις, θεωρώντας μάλιστα πώς αὐτό εἶναι δίκαιο καί ἐπιβεβλημένο καί πώς πράττει τό καθῆκον του ἐνεργώντας τήν δίκαιη κάθαρση.

Ἄλλο κρίση καί ἄλλο κατάκριση

.           Εὔλογα, βεβαίως, τίθεται τό ἐρώτημα ἄν θά πρέπει νά καταδικάσουμε συλλήβδην τήν ἐπιβεβλημένη κριτική καί τόν δίκαιο ἔλεγχο πού ἀσκεῖται σέ μία σειρά ἀπό φαινόμενα, ἐνέργειες καί καταστάσεις.
.           Εἶναι ἀναγκαῖο στό σημεῖο αὐτό νά κάνουμε μιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση γιά τό θέμα τῆς κρίσεως καί τήν διαφορά της μέ τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση.
.           Ἡ κρίση, ὅπως καί ἡ λογική, εἶναι, ὅπως προαναφέραμε, ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα δῶρα τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, οἱ ὁποῖες τόν διαφοροποιοῦν ἀπό τά ἄλογα ζῶα καί τήν ὑπόλοιπη δημιουργία. Καί εἶναι δεδομένο ὅτι ὁ Θεός δέν θά ἐπεδίωκε νά καταργήσει ἤ νά ἀφαιρέσει ἀπό τόν ἄνθρωπο ἕνα χάρισμα πού ὁ Ἴδιος τοῦ προσέφερε, διότι τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμεταμέλητα, «ἀμεταμέλητα γὰρ τὰ χαρίσματα καὶ ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ » (Ρωμ. ια´ 29).
.           Κρίση εἶναι ἡ διανοητική ἐνέργεια πού ἐκτιμᾶ καί ἀξιολογεῖ πρόσωπα, πράγματα καί καταστάσεις καί καταλήγει σέ λογικά συμπεράσματα καί διαμόρφωση γνώμης. Πρόκειται γιά μία πολύ σπουδαία καί ἄκρως ἀπαραίτητη διαδικασία γιά τήν καλή καί εὔρυθμη λειτουργία τῆς ζωῆς μας, τῆς οἰκογένειάς μας, τῆς ἐπαγγελματικῆς μας δραστηριότητας καί τῆς κοινωνίας μας.
.           Μία πληθώρα περιπτώσεων καί καταστάσεων τῆς καθημερινότητάς μας ἀπαιτοῦν τήν ὥριμη κρίση μας, τήν σύνεση καί τήν εὐθυκρισία μας γιά τήν σωστή ἀντιμετώπισή τους. Ὑπάρχουν, ἐπίσης, περιπτώσεις, πού παράλληλα μέ τήν κρίση μας, ἀπαιτεῖται καί ὁ ἔλεγχος προσώπων καί καταστάσεων.
.           Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή ἡ κρίση καί ὁ ἔλεγχος εἶναι λειτουργίες καθ’ ὅλα θεμιτές καί ἀπαραίτητες γιά τόν ἄνθρωπο. Θά πρέπει γιά παράδειγμα νά κρίνουμε καί νά ἐπιλέξουμε τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας, τήν ὀργάνωση τῆς οἰκογένειάς μας, τοῦ ἐπαγγέλματός μας. Θά πρέπει νά κρίνουμε, νά ἀξιολογήσουμε καί νά ἐλέγξουμε, ὡς γονεῖς τά παιδιά μας, ὡς πνευματικοί τά πνευματικά μας τέκνα, ὡς πολίτες τήν διακυβέρνηση τῆς χώρας μας, ὡς ἐπαγγελματίες, ὡς προϊστάμενοι, ὡς δικαστές καί ὡς θεσμικοί φορεῖς τίς ἀπαιτούμενες κάθε φορά καταστάσεις καί νά λάβουμε τίς δέουσες ἀποφάσεις.
.           Ἡ κρίση καί ὁ ἔλεγχος ἔχουν ὡς βάση τήν ἀγάπη καί τήν νομιμότητα καί ὡς σκοπό τήν ἐμπέδωση τῆς νομιμότητος καί τήν διόρθωση, ὄχι μόνο τῶν σφαλμάτων καί τῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλά καί αὐτῶν πού ἔχουν ὑποπέσει στά σφάλματα καί τά ἁμαρτήματα. Ἀντίθετα, ἡ κατάκριση καί ἡ ἐξουθένωση ἔχουν ὡς βάση τήν κακία, τήν ἐμπάθεια, τόν φθόνο καί ὡς σκοπό τήν καταδίκη, ὄχι μόνο τῶν πράξεων, ἀλλά κυρίως τήν καταδίκη, τήν καταφρόνηση, τόν ἐξευτελισμό καί τήν ἐκμηδένιση τῶν προσώπων.

Ἡ δίκαιη κρίση

.           Ὁ Χριστός μας, ἀπευθυνόμενος πρός τούς Ἰουδαίους, τούς λέγει : « μή κρίνετε κατ’ ὂψιν, ἀλλά τήν δικαίαν κρίσιν κρίνατε » (Ἰωάν ζ΄24) ( δηλ. μήν κρίνετε κατά τά ἐξωτερικά φαινόμενα, ἀλλά νά εἶστε δίκαιοι στίς κρίσεις σας). Παρατηροῦμε, λοιπόν, ἐδῶ μία σαφῆ διάκριση ἀνάμεσα στήν κρίση πού γίνεται « κατ’ ὂψιν » καί στήν « δικαία » κρίση.
.           Καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ «δικαία κρίσις», τήν ὁποία μᾶς προτρέπει ὁ Χριστός νά κάνουμε; Μᾶς τήν ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου Του: «ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί, ὅτι οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός» (Ἰω. ε´30) (Δηλ. ἡ δική μου κρίση εἶναι δίκαιη, διότι δέν ἐπιδιώκω τό θέλημά μου, ἀλλά τό θέλημα τοῦ Πατέρα πού μέ ἔστειλε).
.           Ἡ δίκαιη καί σωστή κρίση, λοιπόν, εἶναι αὐτή πού γίνεται σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτή πού προϋποθέτει τήν ἐκκοπή τοῦ δικοῦ μας ἀτομικοῦ θελήματος. Προϋποθέτει τήν ἔξοδο ἀπό τόν ἀτομισμό μας, τήν ὑπερνίκηση τοῦ ἐγωισμοῦ μας, τήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τήν ἀγαπητική μας διάθεση ἀπέναντι στόν κρινόμενο.
.           Κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν ἑαυτό του, τό ἐγώ του, τό θέλημά του, τήν ἰδιοτέλειά του εἶναι σταυρική. Ἡ ἔξοδος αὐτή ἔχει δύο κατευθύνσεις, μία κάθετη πρός τόν Θεό καί μία ὁριζόντια πρός τούς ἀνθρώπους. Ὅταν ἡ κάθετη εἶναι ἐλλειπής, τότε εἶναι ἀναπόφευκτο νά γίνεται ἐλλειμματική καί ἡ ὁριζόντια. Ἀλλά καί ἀντίστροφα, ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἐγγίζει περισσότερο πρός τόν Θεό, ὅσο περισσότερο ἀγαπᾶ τόν Θεό, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶ καί τούς ἀνθρώπους· τόσο ἡ κρίση του γίνεται δικαιότερη, πιό ἀγαπητική καί φιλάδελφη.
.           Τότε φθάνουμε σέ αὐτό πού μᾶς προτρέπει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος: «Ἀγάπησε τούς ἁμαρτωλούς χωρίς νά μιμηθεῖς τά ἔργα τους, ἀλλά καί χωρίς νά τούς περιφρονήσεις γιά τά ἐλαττώματά τους. Διαφορετικά κινδυνεύεις νά πέσεις καί ἐσύ στούς ἴδιους πειρασμούς μέ αὐτούς»
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἀπαντώντας σέ ἐρώτηση μοναχῆς περί κρίσεως καί κατακρίσεως, ἔλεγε χαρακτηριστικά:
« –   Γέροντα, εὔκολα κρίνω καὶ κατακρίνω.
– Ἡ κρίση ποὺ ἔχεις, εἶναι φυσικά, χάρισμα πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀλλὰ τὴν ἐκμεταλλεύεται τὸ ταγκαλάκι (ὁ διάβολος) καὶ σὲ κάνει νὰ κατακρίνεις καὶ νὰ ἁμαρτάνεις. Γι’ αὐτό, μέχρι νὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ κρίση σου καὶ νὰ ἔρθει ὁ θεῖος φωτισμός, νὰ μὴ τὴν ἐμπιστεύεσαι. Ὅταν κανεὶς ἀσχολεῖται μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς κρίνη, ἐνῶ ἀκόμα δὲν ἔχει ἐξαγνισθῆ ἡ κρίση του, πέφτει συνέχεια στὴν κατάκριση.
–   Καὶ πῶς, Γέροντα, θὰ ἐξαγνισθεῖ ἡ κρίση μου;
–   Πρέπει νὰ τὴν λαμπικάρεις. Μπορεῖ νὰ ἔχεις καλὴ διάθεση καὶ μιὰ δύναμη μέσα σου, ἀλλὰ πιστεύεις ὅτι κρίνεις πάντοτε σωστά. Ἡ κρίση σου εἶναι ὅμως ἀνθρώπινη, κοσμική. Προσπάθησε νὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο, νὰ ἀποκτήσεις ἀνιδιοτέλεια, γιὰ νὰ ἔρθει ὁ θεῖος φωτισμὸς καὶ νὰ γίνει ἡ κρίση σου πνευματική, θεϊκή. Τότε ἡ κρίση σου θὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη. Μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μὲ τὴν λογικὴ τὴν ἀνθρώπινη. Μόνον ὁ Θεὸς κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αὐτὸς γνωρίζει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων».

Ἡ παράχρηση τῆς κρίσεως

.           Ἡ αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ὅπως προαναφέραμε, εἶχε ὡς συνέπεια τήν ἀλλοτρίωση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παράχρηση ἐκ μέρους του τῶν χαρισμάτων πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τόν Θεό. Ἡ αὐτονομία καί ἡ ἀποκοπή ἀπό τόν Θεό ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στήν αὐτοδικαίωση καί στήν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν ἀτομική του κρίση καί γνώμη. Κατά συνέπεια, ἡ κρίση ἀπό χάρισμα μετατρέπεται σέ ἀτομική σκέψη, σέ ἰσχυρογνωμοσύνη, σέ ἐμπιστοσύνη στόν λογισμό μας, σέ ἔπαρση, σέ ὑπερηφάνεια καί σέ ἀλαζονεία.
.             Ἔτσι, γινόμαστε αὐθάδεις, κατακριτικοί καί ἐξουθενωτικοί πρός τούς ἄλλους, ἀκόμη καί πρός τόν ἴδιο τόν Θεό ἀπό τόν Ὁποῖο ζητοῦμε ἀπαιτητικά καί «δικαιωματικά» τήν «ἀντιμισθία» Του γιά τίς «καλές μας πράξεις». Ὅπως λέει χαρακτηριστικά ὁ Καθηγητής κ. Τσελεγγίδης: «Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατά τήν πατερική παράδοση δέν εἶναι αὐτόφωτος, ἀλλά ἑτερόφωτος (ἀποτελεῖ, δηλαδή, κτιστό κάτοπτρο, πού στό μέτρο τῆς καθαρότητάς του ἀνακλᾶ τό Φῶς τοῦ Θεοῦ), ἀντί νά εἶναι στραμμένος ὀντολογικῶς πρός τόν Θεό (τήν πηγή τοῦ εἶναι του), ἀναστρέφει τό κάτοπτρο τοῦ εἶναι του πρός τόν ἑαυτό του. Αὐτή εἶναι ἡ φιλαυτία καί ἡ ὑπαρξιακή αὐτονόμησή του ἀπό τήν φωτεινή πηγή τῆς ὑπάρξεώς του (δηλ. τόν Θεό) καί αὐτό εἶναι αὐτόχρημα τό ὑπαρξιακό του σκοτάδι. Γίνεται ἔτσι παράχρηση ὅλων τῶν πραγμάτων, ἀκόμη καί τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἀντικειμενοποιεῖται, εἰδωλοποιεῖται καί «χρησιμοποιεῖται» μέ τήν κυριολεκτική ἔννοια τῆς λέξεως ἀπό τόν ἄνθρωπο. Στήν οὐσία, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος, πρακτικῶς, αὐτοανακηρύσσεται αὐθαδῶς καί ἀνοήτως σέ κύριο τοῦ Θεοῦ καί ἀξιώνει τίς ὑπηρεσίες Του ἔναντι μικρῆς ἀντιπαροχῆς (π.χ. ἐκκλησιασμός, ἐξομολόγηση, θεία κοινωνία, τάματα, λαμπάδες κ.λπ.). Ἔτσι, καταλήγει νά κατακρίνει ἀσπλάγχνως ὄχι μόνο τούς συνανθρώπους του, ἀλλά ἐπεκτείνει αὐθαδῶς καί ἀνοήτως τήν σκοτισμένη κρίση του, ὄχι μόνο συμβουλεύοντας, ἀλλά κατακρίνοντας καί τόν Ἴδιο τόν Θεό καί τά ἔργα Του (πειρασμούς, δοκιμασίες, ἀσθένειες κ.λπ.), πού ἐπιτρέπονται ἀπό τόν Θεό γιά νά κάμψουν τήν φιλαυτία καί τήν ἀμετανοησία μας».
.            Γι’ αὐτό, ἀδελφοί, καί ὑπάρχουν τά ἄδικα, ἀθεολόγητα καί ἀδικαιολόγητα ΓΙΑΤΙ, πού ἀκοῦμε καθημερινά νά ὑποβάλλονται πρός τόν Θεό. Γιατί νά ὑπάρχει δυστυχία καί ἀδικία στόν κόσμο, γιατί νά ὑπάρχουν πόλεμοι, πρόωροι θάνατοι, ἀσθένειες, πειρασμοί καί τόσα ἄλλα. Ἐκδηλώσεις καί παράγωγα τῆς ἑτεροπαρατήρησης Ἡ ἑτεροπαρατήρηση ἔχει πάρει στίς μέρες μας τήν μορφή πανδημικῆς νόσου, δημιουργώντας μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ψυχρότητες, ἐναντιώσεις, μίση, μνησικακίες, καί ἐγκατάλειψη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑτεροπαρατήρηση ἐκδηλώνεται κυρίως μέ τήν καταλαλιά, τήν κατάκριση καί τήν ἐξουθένωση. Ἔχει δέ καί διάφορα παράγωγα, ὅπως εἶναι ὁ ἐμπαιγμός, ὁ χαρακτηρισμός, ὁ στιγματισμός καί ἡ ἐτικετοποίηση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: ΤA ΝΟΣHΜΑΤΑ τῆς ΓΛΩΣΣΑΣ καὶ ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ τῆς “ἐν ΓΝΩΣΕΙ” ΣΙΩΠΗΣ–1 (Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου, Προηγούμ. Μ. Μετεώρου)

 

ΠΗΓΗ: epomeni-tois-agiois-patrasi.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ «Αὐτὴ τὴν “εὔλαλη σιωπὴ” ἔμαθε ἡ Θεοτόκος στὰ “ἅγια τῶν Ἁγίων”, ἐκεῖ ἐκπαιδεύθηκε στὸ νὰ ἀντέξη αὐτὴν τὴν σιωπὴ ἐνώπιον τῶν μυστηρίων καὶ γι᾽ αὐτὸ μπόρεσε καὶ μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ νὰ ζήσει τὸ μυστήριο τῆς σιωπῆς»

Τὸ μυστήριο τῆς σιωπῆς τῆς Θεοτόκου

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο
τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
«ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ»
– Τὰ ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου,

ἔκδ. Ἱ. Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), 2016,
σελ. 262-265

Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

βλ. σχετ.: ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ Η ΓΑΣΤΕΡΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ «Στὴν μήτρα τῆς Θεοτόκου ἐτελεσιουργεῖτο μία μεγαλειώδης θεία Λειτουργία»

th_theomitorikeseortes.                 Τὸ ἐκπληκτικότερο ὅλα εἶναι ὅτι ἡ Θεοτόκος, καὶ καίτοι ζοῦσε ὅλο αὐτὸ τὸ μεγάλο μυστήριο μέσα, καίτοι κατάλαβε ἐμπειρικῶς ὅτι ἔγινε ὁ γάμος της μὲ τὸν Θεό, ἐν τούτοις σιωποῦσε, δὲν ἀνέφερε τὸ γεγονὸς αὐτὸ οὔτε στὸν Ἰωσήφ. Καὶ στὴν Ἐλισάβετ, ποὺ τὴν ἀποκάλεσε Μητέρα τοῦ Κυρίου της, δὲν τῆς τὸ ἀποκάλυψε, ἀλλὰ ἀμέσως ὕμνησε τὸν Θεό. Αὐτὴ ἡ σιωπὴ τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ ἕνα μεγάλο μυστήριο. Πῶς μπόρεσε νὰ ἀντέξει μία τέτοια μεγάλη καὶ καταπληκτικὴ ἐμπειρία!
.                 Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται ὑπὲρ λόγον, εἶναι μεγαλειώδης καὶ ὑπὲρ αἴσθηση. Οἱ μαθητὲς στὸ ὄρος Θαβώρ, μόλις ἄκουσαν τὴν φωνὴ τοῦ Πατρός, ἔπεσαν στὴν γῆ, γιατί δὲν μπόρεσαν νὰ ἀντέξουν ὅλο αὐτὸ τὸ μυστήριο. Ἀλλὰ καὶ ἡ σιωπὴ ἀποτελεῖ μεγάλη ἀποκάλυψη καὶ φοβερὸ μυστήριο. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ ἐκφράσει κάποια ἐμπειρία μὲ τὸν λόγο, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πράξη κι αἰσθάνεται ἀμηχανία, γιατί «Θεὸν φράσαι ἀδύνατον, νοῆσαι ἀδυνατότερον», κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν θεολόγο· ὁ ἄνθρωπος στὴν κατάσταση αὐτὴ προτιμᾶ νὰ σιωπᾶ.
.                Ὅμως, εἶναι εὐκολότερη ἡ σιωπὴ στὴν κατάσταση αὐτή, γιατί ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στὴν ζωὴ τῆς αἰωνιότητος καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ἀτελεύτητη ἐμπειρία τῆς ὑπὲρ λόγον καὶ ὑπὲρ αἴσθηση ζωῆς. Ἄλλο εἶναι νὰ περιγράφει κανεὶς τὴν ὡραιότητα τῆς θαλάσσης, χρησιμοποιώντας λόγους, ἐπίθετα, προσδιορισμούς, καὶ ἄλλο εἶναι νὰ κολυμπᾶ μέσα στὴν θάλασσα καὶ νὰ ἀπολαμβάνει αὐτὸ τὸ γεγονός, χωρὶς λόγια. Πολλὲς φορὲς τὰ λόγια στὴν περιγραφὴ ἀδικοῦν ἕνα μεγάλο γεγονός, ἐνῶ ἡ σιωπὴ τὸ τιμᾶ.
.                 Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει γιὰ τὴν σιωπή: «Ἡ σιωπὴ μυστήριον ἐστὶ τοῦ αἰῶνος τοῦ μέλλοντος, οἱ δὲ λόγοι ὄργανόν εἰσι τούτου τοῦ κόσμου». Ὁ νηστευτὴς μὲ τὴν σιωπὴ καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ προσπαθεῖ νὰ ἀφομοιώση τὴν ψυχή του μὲ τὴν πνευματικὴ φύση τῶν ἀγγέλων. Ἡ ἡσυχαστικὴ αὐτὴ ζωὴ ὀνομάζεται «θεϊκὴ ἐργασία», ὁ ἄνθρωπος αὐτῆς τῆς θεϊκῆς ἐργασίας διαμένει «ἐν τῷ κρυπτῷ ἑαυτοῦ» καὶ «ἐν τούτοις τοῖς μυστηρίοις τελειοῦται». Ἡ πνευματικὴ τελείωση γίνεται μέσα στὸ μυστήριο.
.                 Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης γράφει ὅτι ἡ σιωπηλὴ ἀνάγνωση εἶναι μεγάλη ἀρετὴ καὶ προξενεῖ πολλὰ καλὰ στὸν ἄνθρωπο. Γράφει: «σιωπὴ ἐν γνώσει, μήτηρ προσευχῆς· αἰχμαλωσίας ἀνάκλησις· πυρὸς φυλακή· λογισμῶν ἐπίσκοπος· σκοπὸς πολεμίων… ἡσυχίας σύζυγος· φιλοδιδασκαλίας ἀντίπαλος· γνώσεως προσθήκη· θεωρημάτων δημιουργός· ἀφανὴς προκοπή· λεληθυῖα ἀνάβασις».
.                 Ἡ σιωπὴ δὲν εἶναι ἀλαλία, ἀλλὰ νοερὸς λόγος. Οἱ ἔμπειροι τῆς πνευματικῆς ζωῆς σιωποῦν γιὰ νὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἀναπτύξουν τὸν νοερὸ λόγο, ποὺ εἶναι ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν οὐράνιο κόσμο, καὶ αὐτὸ λέγεται «θεία ἀδολεσχία». Στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ τὴν σιωπὴ ποὺ εἶναι «ἱερὰ ἀφθεγξία» καὶ καρδιακὸς λόγος. Αὐτὴ τὴν «εὔλαλη σιωπὴ» ἔμαθε ἡ Θεοτόκος στὰ «ἅγια τῶν Ἁγίων», ἐκεῖ ἐκπαιδεύθηκε στὸ νὰ ἀντέξη αὐτὴν τὴν σιωπὴ ἐνώπιον τῶν μυστηρίων καὶ γι᾽ αὐτὸ μπόρεσε καὶ μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ νὰ ζήσει τὸ μυστήριο τῆς σιωπῆς. Ἀφοῦ ἡ σιωπὴ εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, γι᾽ αὐτὸ ἡ Θεοτόκος ἔζησε τὴν παρουσία τοῦ ἀϊδίου λόγου μέσα στὴν αἰώνια σιωπή.
.                 Ἡ πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ἕνα ἐκπληκτικὸ γεγονός, εἶναι μέθεξη τῆς αἰώνιας ζωῆς, εἶναι γεύση τοῦ παραδείσου, εἶναι μία ἐμπειρία τῆς ζωῆς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὅταν κανεὶς προσεύχεται, τότε ἀγγίζει τὴν αἰωνιότητα. Δέχεται μέσα στὴν καρδιά του τὸ πνευματικὸ πῦρ, τὸ ὁποῖο τὸν καθαρίζει καὶ τὸν πυρπολεῖ. Στὴν ἀρχὴ αὐτὸ τὸ πῦρ καίει ὅλες τὶς ἐσωτερικὲς ἀκαθαρσίες, «τὰ εἴδωλα τῶν παθῶν», ὅπως λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, καὶ στὴν συνέχεια αὐτὸ τὸ πῦρ μετατρέπεται σὲ φῶς αἰωνίου ζωῆς. Τότε ἡ προσευχὴ στὸν Χριστὸ γίνεται μὲ ἐρωτικὸ τρόπο, ἡ καρδιὰ εἶναι μεθυσμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
.             Οἱ μεγαλύτερες ἀγάπες εἶναι μυστικές. Δὲν μποροῦν νὰ ἐκφρασθοῦν, δὲν μποροῦν νὰ περιγραφοῦν. Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ βιώνεται μέσα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του, εἶναι μυστική, ἄρρητη, ἀνέκφραστη. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ὁμιλήση γιὰ αὐτή, δὲν μπορεῖ νὰ τὴν περιγράψει, δὲν ὑπάρχουν λόγια γιὰ νὰ τὴν μεταδώσει, ἀφοῦ οἱ λέξεις εἶναι πολὺ πτωχές, ἀλλὰ δὲν μποροῦν καὶ οἱ ἀκροατές, ἂν θελήσει κανεὶς νὰ πεῖ κάτι, νὰ τὴν καταλάβουν, ἀφοῦ θὰ τὴν παρερμηνεύσουν. Ἔτσι, αὐτὸς ὁ θεῖος ἔρωτας παραμένει ἄρρητος, μυστικός, ἀνέκφραστος καὶ πολλὲς φορὲς ὁ ἄνθρωπος τὸν παίρνει μαζί του, ὅταν φεύγει ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν ζωή.
.                 Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς γράφει: «ἄπειρον οὖν τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον, καὶ τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία, καὶ ἡ ἀκαταληψία». Καὶ ὅσα λέμε καταφατικῶς περὶ τοῦ Θεοῦ δὲν φανερώνουν τὴν φύση Του, ἀλλὰ τὰ περὶ τὴν φύση, δηλαδὴ τὴν ἐνέργεια Του. Οἱ θεόπτες καὶ ὅταν θέλουν νὰ ὁμιλήσουν γιὰ τὸν Θεό, χρησιμοποιοῦν ἀποφατικὴ ὁρολογία («ἀόρατος, ἀπερίγραπτος, ἀκατάληπτος»), ὥστε καὶ μιλοῦν γιὰ τὴν πραγματικὴ ἐμπειρία καὶ δηλώνουν ὅτι αὐτὴ ἡ ἐμπειρία εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε περιγραφή.
.                 Ἔτσι, σὲ τέτοιες καταστάσεις, ὅσοι εἶναι θεούμενοι καὶ δὲν ἀσκοῦν μία συγκεκριμένη ποιμαντικὴ διακονία, προτιμοῦν τὴν «εὔλαλη σιωπὴ» καὶ τελειοποιοῦνται μέσα στὸ μυστήριο τῆς σιωπῆς, ποὺ εἶναι ἡ γλῶσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Αὐτὸ ἔκανε καὶ ἡ Θεοτόκος Μαρία. Παρὰ ταῦτα παραμένει ἕνα μεγάλο μυστήριο: πῶς μπορεῖ ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος νὰ σιωπήσει μετὰ ἀπὸ μία τέτοια μεγάλη ἐμπειρία; Εἶναι τὸ μυστήριο τῆς σιωπῆς, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθῆ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη διάνοια. Αὐτὸ συνδέεται μὲ τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς Θεοτόκου, γιὰ τὴν ὁποία μπορεῖ κανεὶς πολλὰ νὰ πῆ καὶ νὰ τὴν ἑρμηνεύση ἐλάχιστα. Ἡ Θεοτόκος Μαρία εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο μετὰ τὸν Θεό, τὸ μεγαλύτερο πρόσωπο μετὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἑπομένως, «ῥᾷον σιωπή». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει: «Αὕτη μου τὸν νοῦν εἷλεν αἰχμάλωτον· τὴν γλῶσσαν αὕτη ἐληΐσατο, ταύτην ὕπαρ τε καὶ ὄναρ φαντάζομαι…».

, , ,

Σχολιάστε

ΜΙΑ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Τῆς «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΛΑΜΙΑΣ»

.               Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ὅσο πάει καὶ συρρικνώνεται. Ἕνα ἀνθρώπινο δικαίωμα κατοχυρωμένο ἀπὸ θεῖο καὶ ἀνθρώπινο δίκαιο τείνει σήμερα νὰ γίνει εἶδος πρὸς ἐξαφάνιση. Δὲν φτάνει μόνο ποὺ ἀπὸ μεγάλα καὶ δυσθεώρητα ἠλεκτρονικὰ συστήματα φιλτράρονται ἑκατομμύρια λέξεις στὸ δευτερόλεπτο παγκόσμια. Δὲν ἀρκεῖ τὸ ὅτι μέσω τοῦ διαδικτύου ἀκόμη καὶ τὰ ἀνέκδοτα λογοκρίνονται μὲ βάση κάποιους νόμους κατὰ τῆς ὅποιας -φοβίας… Δυστυχῶς παρακολουθοῦνται συνεντεύξεις, τηλεφωνήματα, γραπτὰ μηνύματα καὶ ἔχουν φακελωθεῖ κόσμος καὶ κοσμάκης, ἐπιστρέφοντας τὴ ζωὴ σὲ ψυχροπολεμικὲς συνθῆκες γενικῆς ἀστυνόμευσης. Σὺν τοῖς ἄλλοις ἔχουν ψηφισθεῖ σὲ κράτη λεγόμενα δημοκρατικὰ καὶ εὐρωπαϊκὰ νομοθεσίες, στὶς ὁποῖες ἀπαγορεύεται νὰ ἐκφρασθεῖ κάποιος ἔστω καὶ ἐπιστημονικά, διαφορετικά, ἔστω ἀνώνυμα, γιὰ θέματα ἱστορίας, θρησκείας καὶ συμπεριφορᾶς.
.               Δημιουργεῖται λοιπὸν μία συνωμοσία κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ μιὰ θρησκεία τῆς σιωπῆς. Ἡ ἀνελευθερία αὐτὴ καὶ ἡ ὑποταγὴ οὐσιαστικὰ τῆς συνειδήσεως σὲ στερεότυπα ἀρεστὰ σὲ κρατοῦντες, ἔχοντες καὶ κατέχοντες, στρώνει τὸ ἔδαφος σὲ μία νέα δικτατορία ἰσοπεδωτικοῦ χαρακτήρα καὶ στρατιωτικῆς ὁμοιομορφίας, ὅπου θὰ προσκυνοῦν ὅλοι τὰ τοτὲμ τῆς ταυτολογίας καὶ συνεπῶς τὰ ταμποὺ τῆς κατευθυνόμενης σκέψης. Αὐτὸ εἶναι φοβερό!
.               Πίσω ἀπὸ ὅλο αὐτὸ τὸ σκηνικό τοῦ ἰδεολογικοῦ τρόμου κρύβονται δῆθεν εὐαισθησίες περὶ ὑψηλόβαθμων προσώπων, ἀνθρώπων περιβεβλημένων μανδύες ὅποιας θρησκευτικῆς θέσης, χρονίων κατεστημένων, ποὺ δὲν πρέπει νὰ θιγοῦν. Στὰ πλαίσια αὐτὰ γίνονται κηρύγματα περὶ ἀγάπης καὶ συγκολλήσεως τῶν ἀντιθέτων καὶ δῆθεν πνευματικῆς βλάβης.
.               Ὑπὸ τὸ ἀπαίσιο αὐτὸ πρίσμα καταλαβαίνουμε ὅτι πιθανὸν ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διαφοροποιηθεῖ ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα, τοῦ πατριάρχη καὶ τῶν συνεπισκόπων του, στὴ Σύνοδο τῆς Φερράρας – Φλωρεντίας, ἀλλὰ νὰ καταπιεῖ τὴν ψευδοένωση καὶ νὰ ὑπογράψει ἀπὸ εὐγένεια καὶ πολιτισμό, ἀπὸ διπλωματία καὶ ἁβροφροσύνη ἴσως, τὸ ἐπάρατο χαρτὶ τῆς συμφορᾶς. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δὲν θά ᾽πρεπε νὰ καταφερθεῖ κατὰ τῆς αὐτοκρατείρας καὶ τῶν κυριῶν τῆς ἀτιμίας ποὺ τὴν περιέβαλαν, ἀλλὰ νὰ ἀσχοληθεῖ μόνο μὲ τὰ πνευματικά του. Γιατί νὰ ἀσχολεῖται μὲ ἀλλότρια θέματα; Καλόγερος δὲν ἦταν; Οὔτε ὁ Μ. Βασίλειος ἔπρεπε νὰ καταφέρεται κατὰ τῶν πλουσίων, οὔτε ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης κατὰ τῶν κακῶς κειμένων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀτμοσφαίρας. Προφανῶς καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐλέγξει τὸν Ἡρώδη κι ἂς ἔδινε τὸ κακὸ παράδειγμα σὲ ἕναν ὁλόκληρο λαό. Νὰ ἔμενε καλύτερα στὴν ἔρημο νὰ κάνει προσευχή. Μήπως κι ὁ Χριστὸς  θά ᾽πρεπε νὰ μὴ πεῖ τὰ φοβερὰ «οὐαί»;
.             Ὅλο αὐτὸ ποὺ ἐπιχειρεῖται εἶναι καὶ πονηρὸ καὶ ἐγκληματικὸ κατὰ τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Εἶναι σατανικό. Εἶναι φασιστικό. Στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση εἶχαν ἀπαγορεύσει τὸ ἐλεύθερο κήρυγμα στοὺς ναούς. Αὐτὸ τοὺς πείραζε, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους, ποὺ δὲν ἄφηναν τοὺς ἀποστόλους νὰ κηρύττουν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἐλευθερίας, λέγει ὅτι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς λέγει στὸν Παῦλο: “λάλει καὶ μὴ σιωπήσεις”.
.               Ἀσφαλῶς δὲν πρέπει νὰ βιαστοῦν μερικοὶ νὰ ἰσχυριστοῦν κάτι διαφορετικό, διότι ἔχουμε δύο φοβερὰ παραδείγματα: ἕνα ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη, ὅπου δύο γραμματοεισαγωγεῖς ἐπὶ Μωσέως δέχτηκαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἁγ. Πνεύματος, τῆς προφητικῆς χάρης, ἔξω ἀπὸ τὴν παρεμβολή. Καὶ ἕνα ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μας στὴν Κ. Διαθήκη, ὅπου κάποιοι ἔβγαζαν δαιμόνια στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἔξω ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν μαθητῶν Του. Καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη περίπτωση, δὲν ἐμποδίσθηκαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπὸ μία στενὴ ἀντίληψη περιορισμοῦ καὶ φυλακίσεως τῶν χαρισμάτων τους. Ἀλλὰ ατ συμβαίνει μόνο που πάρχει τ γιο Πνεμα κα χι τ νθρώπινο στριμμένο κα νελεύθερο πνεμα.
.             Σήμερα εἰδικὰ ὅπου ὅλα ἀλλοιώνονται καὶ μεταβάλλονται ἀπὸ τὰ γνωστὰ καὶ παραδεδομένα θά ᾽πρεπε νὰ “τρέχει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δοξάζεται” σαφῶς ἀπὸ κάθε σύγχρονο μέσο. Διαφορετικὰ θὰ ἰσχύσει πάλι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς ὅτι: “οἱ ἄνθρωποι, τὰ παιδιὰ τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, εἶναι πιὸ ἔξυπνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τοῦ φωτός”. Αὐτοὶ διαδίδουν τὶς πλάνες, τὶς βρωμιές τους καὶ τὰ ἐγκλήματά τους μὲ ὅποιο τρόπο μποροῦν καὶ μεῖς φιμώνουμε τὰ στόματα τοῦ ἀληθινοῦ λόγου.
.                    Ὁ πυρήνας ὅμως τοῦ θέματος ποιός εἶναι; Ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια δὲν βρίσκεται ἀσφαλῶς σὲ ἕνα πρόσωπο, ἀλλὰ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὀρθόδοξο χριστεπώνυμο πλήρωμα. Ὁ λαὸς ὁ ἀναγεννημένος «δι᾽ ὕδατος καὶ πνεύματος», αὐτὸς ἔχει τὸ τεκμήριο τῆς ἀλήθειας. Ἐξ ἄλλου τὸ “πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ”, ὅπως τότε ἐπὶ Δανιὴλ τοῦ προφήτου. Τότε “ἐπέπεσε τὸ πνεῦμα στὸ παιδάριο Δανιὴλ» ποὺ ἦταν πολὺ μικρότερο ἀπὸ τοὺς μεγαλόσχημους καὶ  δίκασε ὀρθὰ τὴν ὑπόθεση τῆς Ἁγνῆς Σωσάννας.
.               Καὶ ἕνα τελευταῖο: Λέγει ὁ Μ. Βασίλειος ὅτι “ὁ ἡγούμενος καὶ κατ᾽ ἐπέκταση ὁ ρασοφόρος, ὁ κληρικός, ὁ ἐπίσκοπος…εἶναι τὸ στήριγμα τῆς Πατρίδας”.  Ἐδῶ στὶς μέρες μας ἔχει ἰσοπεδωθεῖ ἕνας λαὸς καὶ δὲν θὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν κοινωνικὴ ἀδικία; Ἔχουν ξεπουληθεῖ τὰ πάντα καὶ δὲν θὰ μιλήσουμε ἐναντίον τῶν αἱρέσεων; Παίρνει φωτιὰ ἡ γῆ καὶ βροντάει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ συμπροσευχὲς καὶ δὲν θὰ μιλήσουν  οἱ ποιμένες; Σφάζουν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς οἱ μουσουλμάνοι μὲ τὴν κρυφὴ στήριξη τῶν ὅποιων στοῶν καὶ θὰ σιωπήσουμε;
.               Συνεπῶς γεννιέται εὔλογα τὸ ἐρώτημα: αὐτοὶ ποὺ μιλοῦν συντάσσονται ἄραγε ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου κόμματος ἢ «οἱ ἀφωνότεροι ἰχθύος» κάνουν “πλάτες” καὶ γίνονται “δεκανίκια” τοῦ συστήματος;;;

,

Σχολιάστε

Η ΣΙΩΠΗ ΣΤΟΝ ΘΟΡΥΒΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

Η ΣΙΩΠΗ ΣΤΟΝ ΘΟΡΥΒΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

.           Ὁ πολιτισμὸς τῶν νεωτέρων χρόνων ἔχει σαφῶς ἐξωστρεφῆ χαρακτήρα. Ἐκεῖνο ποὺ πάντοτε προέχει εἶναι ἡ τεχνολογία, ἡ ἐπιστημονικὴ φυσικὴ ἔρευνα, οἱ θετικὲς ἐπιστῆμες, ἂν καὶ δὲν εἶναι πιὰ λίγες οἱ φωνὲς ποὺ τονίζουν καὶ τὸ ἀντίθετο. Αἰτία γιὰ τὴν προτεραιότητα αὐτὴ εἶναι ἡ ἔξαρση τοῦ ὑλικοῦ στοιχείου καὶ ἡ παραθεώρηση κατὰ συνέπεια τοῦ πνευματικοῦ παράγοντα, τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ καὶ πολὺ σωστὰ ἔχει χαρακτηριστεῖ ὁ πολιτισμὸς αὐτὸς ὡς πολιτισμὸς  ἀπώλειας τῆς καρδιᾶς.
.           Ἡ τραγικὴ αὐτὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο κατάσταση ὀφείλεται στὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ Αὐτόν, τόσο ἀδυνατεῖ καὶ νὰ Τὸν ἀκούσει. Ὁ Θεὸς  λαλεῖ εἰς τὴν καρδίαν, μὰ ὁ σύγχρονος ἀποστασιοποιημένος ἀπὸ Αὐτὸν ἄνθρωπος ποὺ ἔχει χάσει τὴν ἐπαφή του μὲ τὴν  καρδιά του, δηλαδὴ μὲ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο, δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει τὴ φωνή Του. Ἄλλες φωνὲς ἀκούγονται μέσα του, κι αὐτὲς εἶναι τοῦ κόσμου, τῶν αἰσθήσεων, τῶν παθῶν του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ χαρακτηριστικὸ τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ εἶναι ὁ θόρυβος, ὄχι μόνον ὁ ἐξωτερικὸς καὶ ὑλικός, μὰ δυστυχῶς, πολὺ χειρότερα, ὁ ἐσωτερικός. Περισσότερο λοιπὸν ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει ἀνάγκη κατ᾽ ἐξοχὴν ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος εἶναι ἡ ἡσυχία καὶ ἡ σιωπή. Ἡσυχία καὶ σιωπὴ μὲ τὴ διπλή τους διάσταση: τὴν ἐσωτερική, κυρίως αὐτήν, καὶ τὴν ἐξωτερική.
.           Μὲ αὐτὰ θὰ μπορέσει νὰ ἐπαναφέρει τὸν νοῦ του ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ διάχυση στὸν ἐσωτερικό του κόσμο καὶ μέσῳ αὐτοῦ στὸν Θεό.  «Ὁ νοῦς ποὺ δὲν διασκορπίζεται καὶ δὲν διαχέεται στὰ ἐξωτερικὰ μέσῳ τῶν αἰσθήσεων, ἐπανέρχεται στὸν ἑαυτό του καὶ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του ὁδηγεῖται στὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ», μᾶς λέει θεόπνευστα ὁ Μ. Βασίλειος («Νοῦς μὴ σκεδαννύμενος μηδὲ διὰ τῶν αἰσθήσεων ἐπὶ τὰ ἔξω διαχεόμενος εἰς ἑαυτὸν ἐπάνεισι καὶ δι᾽ ἑαυτοῦ εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ ἔννοιαν διαβαίνει»). Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἐπανευρίσκει τὸ φυσικό του κέντρο, τὴν αἰτία καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ὕπαρξής του: τὸν Θεό, καὶ ἰσορροπεῖ στὴ ζωή του, ἀποκτώντας νόημα ζωῆς. Καὶ βεβαίως βρίσκοντας τὸν Θεὸ βρίσκει ταυτοχρόνως  καὶ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, ὅπως καὶ τὸν συνάνθρωπό του. Διότι ὡς γνωστὸν ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι Ἀγάπη, ὁδηγεῖ σὲ ἄνοιγμα τῆς ὕπαρξης καὶ πρὸς τὸν ἑαυτὸ καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο.
.           Εἶναι λοιπὸν αὐτονόητο ὅτι αὐτὴ ἡ ἡσυχία καὶ σωπή, ὡς μέθοδος ἐπαναφορᾶς τοῦ νοῦ στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο, συνυπάρχει μὲ τὴν κοινωνικότητα, τὴ δράση καὶ τὴν ἐνεργητικότητα μέσα στὸν κόσμο. Δράση καὶ ἡσυχία, ἐξωστρέφεια καὶ ἐσωστρέφεια δὲν εἶναι ἀντιμαχόμενες καταστάσεις, ἀλλὰ ἀλληλοσυμπληρούμενες πρὸς ἐξισορρόπηση τοῦ ἀνθρώπου. Οὔτε λοιπὸν μόνο ἐσωστρέφεια οὔτε μόνον ἐξωστρέφεια, ἀλλὰ τὸ  συναμφότερον. Ἡ θεολογικὴ θεμελίωση τῆς ἀλήθειας αὐτῆς βρίσκεται, θὰ λέγαμε, στὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μας εἶναι οὐσία καὶ ἐνέργεια. Ἔχει δηλαδὴ – ὅσο εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ ἐκφραστεῖ ἁπλὰ – τὴ δυνατότητα νὰ ζεῖ μέσα (οὐσία) καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ Τοῦ (ἐνέργεια). Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις εἶναι ὁ ἴδιος Θεός. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν πλασμένος  κάτ? εἰκόνα Θεοῦ? ἔχει κι αὐτὸς τὴ διπλὴ αὐτὴ διάσταση: τὴν ἔσω καὶ τὴν ἔξω. Ποῦ σημαίνει: δὲν μπορῶ νὰ ζήσω χωρὶς αὐτοσυγκέντρωση, χωρὶς προσευχή, χωρὶς κλείσιμο τοῦ ἑαυτοῦ μου στὸ  ταμεῖον τῆς καρδιᾶς μου, μὰ οὔτε καὶ πάλι μπορῶ νὰ ζήσω χωρὶς σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπο, χωρὶς ἀγάπη καὶ βοήθεια τοῦ ἄλλου. Ἡ περίπτωση τῶν ἀναχωρητῶν δὲν καταργεῖ τὴν ἀλήθεια: κι ἐκεῖνοι βρίσκονται σὲ σχέση μὲ τὸν κόσμο ἐσωτερικὰ προσευχόμενοι γι᾽ αὐτόν.
.           Ὥστε ὁ πολιτισμός μας, καθαρὰ ἐξωστρεφής, ἀπειλεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ ἀνισορροπία. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι μόνον ἀπειλή, ἀλλὰ διαρκὲς βίωμα στὴν ἐποχή μας. Χρειάζεται λοιπὸν ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἡσυχία μέσα στὸν θόρυβο τῆς ζωῆς μας. Ἡ ἡσυχία εἶναι ὅρος ποὺ ἐκφράζει σύνολη τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ εἶναι φορτισμένος μὲ βάρος θεολογικοῦ ἀγώνα πολλῶν χρόνων. Δὲν μποροῦμε λοιπὸν νὰ ποῦμε πολλὰ πράγματα γι᾽ αὐτήν. Θὰ σημειώσουμε μόνο λίγα γιὰ τὴ σιωπή, ποὺ εἶναι ἐπὶ μέρους στοιχεῖο τῆς ἡσυχίας.
.           Ἡ σιωπὴ εἶναι μέσο βοηθητικὸ τῆς στροφῆς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό. Μιλᾶμε λοιπὸν γιὰ μία σιωπὴ ποὺ δὲν ἐξαντλεῖται στὰ χείλη καὶ στὸ στόμα, ἀλλὰ προχωρεῖ στοὺς λογισμοὺς ποὺ εἶναι ἀντίθετοι στὸν Θεό. Σταματῶ νὰ μιλῶ, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ μιλήσω περισσότερο μὲ τὸν Θεό.  Ὁ φίλος τῆς σιωπῆς προσεγγίζει τὸν Θεὸ καὶ συνομιλώντας μυστικὰ μαζί Του φωτίζεται ἀπὸ Αὐτόν (Ἰωάννης τῆς Κλίμακος). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅσο αὐξάνει ἡ ἀγάπη γι᾽ Αὐτόν, τόσο μειώνεται ἡ ἀγάπη γιὰ τὰ λόγια καὶ τὶς συχνὲς συναντήσεις μὲ τοὺς ἀνθρώπους.  «Ἐκεῖνος ποὺ ἐδοκίμασε τὴν ὀσμὴ τοῦ ὑψίστου καὶ θείου πυρός, ἀποφεύγει τὴ συνάντηση τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἡ μέλισσα τὸν καπνό», ξαναλέει ὁ μέγας Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, ἐνῶ χαρακτηρίζει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴ σιωπὴ ὡς  “ἐν γνώσει” σιωπή. Σιωπὴ δηλαδὴ ποὺ ἀσκεῖται μὲ ἐπίγνωση καὶ διάκριση. Αὐτὴ ἡ σιωπὴ εἶναι πρόξενος χαρισμάτων. Καὶ τοῦτο γιατί ὑπάρχει καὶ ἄλλο εἶδος σιωπῆς –πέρα βεβαίως αὐτῆς ποὺ ὀφείλεται σὲ φυσικοὺς λόγους– ποὺ καταδικάζεται ἀπὸ τὸν Θεό: ἡ σιωπὴ ποὺ εἶναι καρπὸς πικρίας καὶ ἐγωισμοῦ. Ὄχι λοιπὸν ὁποιαδήποτε σιωπή, ἀλλὰ ἡ σύμφωνη μὲ τὸν Θεὸ ἐπαινεῖται καὶ ἐπιδοκιμάζεται. Αὐτὴ ποὺ ἀσκεῖται γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ.

.           Ἕνας ἀδελφός, μᾶς λέγει τὸ Γεροντικό,  ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα λέγοντας: Τί εἶναι καλύτερο, νὰ μιλήσει κανεὶς ἢ νὰ σιωπήσει; Τοῦ λέγει ὁ γέρων: Ὅποιος μιλᾶ γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ καλὰ κάνει. Κι ὅποιος σιωπᾶ γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ πάλι καλὰ κάνει.
.           Ὑπάρχουν λοιπὸν περιπτώσεις ποὺ σιωπ εναι μέσα στν μιλία κα μιλία μέσα στ σιωπή.  Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, λέει καὶ πάλι ὁ ἀββὰς Ποιμήν,  ποὺ δὲν μιλοῦν καθόλου καὶ ὅμως εἶναι φλύαροι. Καὶ ἄλλοι ποὺ μιλοῦν ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ ὅμως στὴν πραγματικότητα σιωποῦν. Γιατί ὅ,τι λένε εἶναι γιὰ ὠφέλεια.
.           Ἡ σιωπὴ αὐτὴ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεφύγει ἀπὸ δύο ἐφάμαρτες καταστάσεις: τὴν πολυλογία καὶ τὴν ἀργολογία. Διότι  «ἐκ πολυλογίας οὐκ ἐκφεύξεται ἁμαρτία», κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν ἄλλη τόνισε ὅτι καὶ γιὰ τὸν παραμικρότερο ἀργὸ λόγο, θὰ δώσουμε λόγο κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.  «Ἐκ τῶν λόγων σου δικαιωθήση καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήση» (Ματθ. ιβ´ 37). Κάποιος μάλιστα μεγάλος ἀσκητικὸς διδάσκαλος τόνιζε διαρκῶς ὅτι, ἂν ὁ ἄνθρωπος θυμόταν αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ περὶ ἀργολογίας, θὰ προτιμοῦσε πάντοτε νὰ σιωπᾶ. Σ᾽ αὐτὸ τὸ πλαίσιο κατανοοῦμε καὶ τὸν ἀγώνα πολλῶν ἁγίων γιὰ ἀπόλυτη σιωπή, ὅπως τοῦ ἁγίου Ἀγάθωνα ποὺ ἐπὶ τρία χρόνια εἶχε βότσαλο στὸ στόμα του, γιὰ νὰ συνηθίσει νὰ μὴ μιλᾶ.
.           Ἐκεῖνος ποὺ συνοπτικὰ ἀναφέρει τὴν ὠφέλεια τῆς διακριτικῆς σιωπῆς εἶναι ὁ προαναφερθεὶς ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Σημειώνει συγκεκριμένα:  Ἡ σιωπὴ ποὺ ἀσκεῖται μὲ ἐπίγνωση καὶ διάκριση εἶναι μητέρα τῆς προσευχῆς, ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία, διαφύλαξη τοῦ θείου πυρός, ἐπιστάτης τῶν λογισμῶν, σκοπὸς ποὺ παρατηρεῖ τοὺς ἐχθρούς, δέσμευση τοῦ πένθους, φίλη τῶν δακρύων, καλλιεργητὴς τῆς μνήμης τοῦ θανάτου, ζωγράφος τῆς αἰώνιας κόλασης, ἐπίμονος ἐξεταστὴς τῆς Κρίσεως, σύζυγος τῆς ἡσυχίας, ἀντίπαλος τῆς ἀγάπης νὰ κάνει τὸν διδάσκαλο, αὔξηση τῆς πνευματικῆς γνώσεως, δημιουργὸς θείων θεωρημάτων, μυστικὴ πνευματικὴ πρόοδος, κρυφὴ πνευματικὴ ἀνάβαση.

.           Πρέπει λοιπὸν νὰ μάθουμε καὶ νὰ σιωπᾶμε. Νὰ ἐλέγχουμε δηλαδὴ τὰ λόγιά μας, μὰ κατ᾽ ἐξοχὴν τὶς σκέψεις μας. Κι αὐτό, ὅπως εἴπαμε, γιὰ τὴν πρόοδό μας στὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεό. Εἶναι μία ἄσκηση ποὺ ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα, ἀφοῦ  «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα» (Ἰακ. γ´ 2).

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

ΣΙΩΠΗ ΧΡΙΣΤΟΥ

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον» (Ματθ. ιε´ 22-23).

Ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαντᾶ πάντοτε. Συχνὰ σιωπᾶ. Ἡ σιωπή, ὅμως, τοῦ Ἰησοῦ εἶναι πάντοτε πιὸ εὔγλωττη ἀπὸ τὸν λόγο του. Ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀπαντᾶ γιὰ πολλοὺς λόγους:
Πρῶτον, ὅταν ὁ ἐρωτῶν δὲν εἶναι ἄξιος ἀπαντήσεως. Ὁ Χριστὸς ἐπίσης διακόπτει τὴν συζήτηση, ὅταν ὁ διάλογος εἶναι ἄκαρπος.
Δεύτερον, ὁ Χριστὸς σιωπᾶ μπροστὰ στὴν ἁμαρτωλότητα τῶν ἀνθρώπων. Στὸ περιστατικὸ τῆς ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ συλληφθείσης γυναικὸς καὶ ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ἦταν ἕτοιμοι νὰ τὴν λιθοβολήσουν, Ἐκεῖνος «κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν» (Ἰω. η´ 6). Τί ἔγραφε ὁ Χριστὸς στὸ χῶμα; Τίποτε. Τὸ γράψιμο αὐτὸ τοῦ Ἰησοῦ ἦταν ἁπλῶς ἀποτύπωση τῆς σιωπῆς του. Χαράσσοντας, μὲ τὸ δάκτυλό του τὸ χῶμα, κατανοοῦσε τὴν χοϊκότητα καὶ ἁμαρτωλότητα τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου, «ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλᾶσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν» (Ψαλμ. ρβ´ 14). Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἁμαρτάνει δὲν γράφει ἱστορία, χαράσσει ἁπλῶς τὴν χοϊκότητα τῆς μεταπτωτικῆς ὕπαρξής του. Οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων εἶναι καταγραφὲς πάνω στὸ χῶμα, «ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσει» (Γεν. γ´ 19).
Τρίτον, ὁ Χριστὸς σιωπᾶ, γιὰ νὰ δώσει στὸν συνομιλητή του τὴν δυνατότητα νὰ ἐνισχύσει τὸ αἴτημά του…Ὅταν ἀπευθυνόμαστε στὸν Χριστό, πρέπει νὰ εἴμαστε βέβαιοι γι᾽ αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε. Ἡ σιωπὴ τοῦ Χριστοῦ σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς ἀναγκάζει. Νὰ διατυπώνουμε καλύτερα καὶ ἐντονώτερα τὸ αἴτημά μας, νὰ μὴ ταλαντευόμαστε, νὰ μὴ ἀμφιβάλλουμε.
Τέταρτον, ὁ Χριστὸς σιωπᾶ, γιὰ νὰ μάθουμε νὰ ἐπιμένουμε στὸ αἴτημά μας. Ἐκεῖνο ποὺ ἐπιδιώκει ὁ Χριστὸς εἶναι κυρίως νὰ σταθεροποιήσει τὴν σχέση μας μαζί του. Ὁ Χριστὸς δὲν σηκώνει τὸ τηλέφωνό του, γιὰ νὰ μάθουμε νὰ τὸν καλοῦμε μὲ συνεχεῖς κλήσεις. Ἡ σιωπὴ τοῦ Χριστοῦ σταθεροποιεῖ τὴν σχέση μας μαζί του, ἐνισχύει τὴν πίστη μας, αὐξάνει τὸν πόθο μας καὶ τὴν ἀγάπη μας γι᾽ Αὐτόν. Στὸ Ἆσμα Ἀσμάτων, ἡ Νύμφη δὲν ἡσυχάζει, μέχρις ὅτου συναντήσει τὸν ἀγαπημένο της. Ἐκεῖνος κρύβεται στὶς φυλλωσιὲς τοῦ κήπου καὶ ἐκείνη τὸν ψάχνει: «Ἐζήτησα ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. Ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν. Ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου. Ἀναστήσομαι δὴ καὶ κυκλώσω ἐν τῇ πόλει, ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ ἐν ταῖς πλατείαις  καὶ ζητήσω ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου…μὴ ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου ἴδετε;» (γ´ 1-3). [Μητροπολ. Ἀχελώου Εὐθυμίου (Στύλιου), 100 Διάλογοι μὲ τὸν Ἰησοῦ, Ἀθῆναι, 2006.]

, ,

Σχολιάστε