Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Σαμαρεῖτις

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ

1. ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

.     Εἶναι καταμεσήμερο καὶ λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Σαμάρειας Συχάρ, στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, ὁ Κύριος κάθεται νὰ ξεκουραστεῖ. Ὁ τόπος ἔρημος, μὰ κάποια Σαμαρείτισσα πλησιάζει μὲ τὴν στάμνα της γιὰ νὰ πάρει νερό. Καθὼς τὴν βλέπει ὁ Κύριος, τῆς λέει: «Δῶσ᾽ μου νὰ πιῶ». Ἡ γυναίκα ἀπορεῖ: «Πῶς ἐσὺ τολμᾶς καὶ ζητᾶς νερὸ ἀπὸ μένα, μιὰ Σαμαρείτισσα;» Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ἀποκρίνεται: «Ἐὰν γνώριζες τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ποιὸς σοῦ ζητᾶ νερό, ἐσὺ θὰ τοῦ ζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ποὺ δὲν στερεύει ποτέ». Ἡ γυναίκα δὲν κατάλαβε καὶ ρωτᾶ: «Κύριε, οὔτε στάμνα ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ· ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις τὸ ἀστείρευτο νερό;» Καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ἀπαντᾶ: «Καθένας ποὺ πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ τοῦ πηγαδιοῦ, θὰ διψάσει πάλι. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ διψάσει ποτέ, ἀλλὰ θὰ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν ψυχή του ἀστείρευτο νερὸ γιὰ νὰ τοῦ χαρίζει ζωὴ αἰώνια». –Κύριε, δῶσ᾽ μου τὸ νερὸ αὐτό, παρακαλεῖ ἔκπληκτη ἡ γυναίκα, γιὰ νὰ μὴ διψῶ ποτέ. Ὁ Κύριος τότε τῆς λέει: «Πήγαινε καὶ φέρε ἐδῶ καὶ τὸν ἄνδρα σου». «Δὲν ἔχω ἄνδρα», ἀπαντᾶ ἐκείνη. Κι ὁ παντογνώστης Κύριος τῆς ἀποκαλύπτει ὅλη της τὴ ζωή: «Ἀλήθεια εἶπες. Πέντε ἄνδρες ἔχεις πάρει, κι αὐτὸς ποὺ τώρα ἔχεις δὲν εἶναι ἄνδρας σου». Ἡ γυναίκα σαστίζει: «Κύριε, καταλαβαίνω ὅτι εἶσαι προφήτης. Πές μου, ποῦ πρέπει νὰ προσκυνοῦμε τὸν Θεό, στὸ βουνό μας Γαριζεὶν ἢ στὰ Ἱεροσόλυμα;» Καὶ ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: «Σὲ λίγο καιρὸ οὔτε μόνο στὸ Γαριζεὶν οὔτε μόνο στὰ Ἱεροσόλυμα θὰ λατρεύετε τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα, κι ὅσοι Τὸν λατρεύουν, πρέπει νὰ Τὸν προσκυνοῦν μὲ ἀφοσίωση καὶ ἐπίγνωση». Λέει σ᾽ αὐτὸν ἡ γυναίκα: «Γνωρίζω ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας. Ὅταν ἔλθει ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ διδάξει ὅλα». –Ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας! ἀπαντᾶ ὁ Κύριος. Ἡ γυναίκα τότε ἐνθουσιασμένη ἄφησε τὴ στάμνα της ἐκεῖ, ἔφυγε στὴν πόλη καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα. Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός;» Καὶ οἱ Σαμαρεῖτες ἄρχισαν νὰ ἔρχονται πρὸς τὸ πηγάδι, νὰ δοῦν τὸν Κύριο σὰν τὰ διψασμένα ἐλάφια πρὸς τὴν πηγή. Ποιὸ ὅμως εἶναι «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησε ὁ Κύριος στὴ Σαμαρείτιδα; Εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος πῆρε ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ φυσικὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ καὶ τὴ φυσικὴ δίψα κάθε ἀνθρώπου γιὰ νὰ διδάξει τὸ μυστήριο τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ζέστη τοῦ μεσημεριοῦ, ὁ ἔρημος τόπος, τὸ πηγάδι, ἡ στάμνα, τὸ νερό, ἡ δίψα, ὅλα συνετέλεσαν ὡς εἰκόνες γιὰ νὰ περιγράψει ὁ Κύριος τὸ μυστήριο τῆς θείας Χάριτος, χωρὶς τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει. Καὶ ὀνομάζει ὁ Κύριος τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ὕδωρ ζῶν», διότι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καθαρίζει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ κάθε μολυσμό, τὴν ξεκουράζει καὶ τὴ δροσίζει ἀπὸ τὸ λίβα τῆς ἁμαρτίας. Καὶ τὴ ζωογονεῖ, ἱκανοποιεῖ ὅλους τοὺς ἀνώτερους πόθους της, τὴ γεμίζει μὲ ὅλες τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς μεταγγίζει ζωὴ αἰώνιο. Καὶ τὸ νερὸ αὐτὸ τῆς ζωῆς μᾶς τὸ παρέχει ὁ Κύριος ὄχι στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ ἀλλὰ στὴν ἁγία του Ἐκκλησία. Ἐκεῖ μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια μᾶς μεταγγίζει ζωή, μᾶς παρέχει ἄφεση, λύτρωση, χορτασμό, σωτηρία. Μᾶς ἀναγεννᾶ σὲ νέα ζωή, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία ἔγινε στὸ ἑξῆς ἀφοσιωμένη μαθήτρια τοῦ Κυρίου, ἰσαπόστολος, ἁγία, ἡ ἁγία Φωτεινή. Καὶ ἔτρεξε στὰ πέρατα τῆς γῆς γιὰ νὰ μεταδώσει τὸ μυστήριο ποὺ ἔζησε, τὸ μυστήριο τῆς θείας Χάριτος.

2. ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

.    Μόλις ἐπέστρεψαν οἱ μαθητὲς στὸ πηγάδι, παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ φάει κάτι. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε: «Δική μου τροφὴ εἶναι νὰ κάνω τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου, νὰ ἐργάζομαι τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Σηκῶστε τὰ μάτια σας καὶ κοιτάξτε τὰ πλήθη τῶν Σαμαρειτῶν ποὺ ἔρχονται. Ὅλοι αὐτοὶ εἶναι πνευματικὰ χωράφια ἕτοιμα γιὰ θερισμό. Οἱ προφῆτες πρὶν ἀπὸ ἐμένα κι ἐγὼ κατόπιν ἔσπειρα σ᾽ αὐτὰ καὶ θὰ θερίσετε ἐσεῖς. Ὅπως καὶ στὸ μέλλον, θὰ σπείρετε ἐσεῖς καὶ θὰ θερίσουν οἱ διάδοχοί σας». Ὅταν οἱ Σαμαρεῖτες ἔφθασαν στὸ πηγάδι, ἄκουγαν μὲ πόθο τὰ λόγια τοῦ Μεσσία· καὶ Τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνει γιὰ πάντα μαζί τους. Καὶ ὁ Κύριος ἔμεινε στὴν πόλη τους δυὸ μέρες καὶ τοὺς δίδαξε μεγάλες ἀλήθειες. Καὶ πίστεψαν σ᾽ Αὐτὸν πολλοὶ καὶ ὁμολογοῦσαν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός. Οἱ Σαμαρεῖτες ἦταν ἕνα πνευματικὸ χωράφι ἕτοιμο γιὰ θερισμό. Πλῆθος ψυχῶν ποὺ ποθοῦσαν νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ σωθοῦν. Γι’ αὐτὸ παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ μείνει στὴν πόλη τους. Δὲν εἶχαν δεῖ πολλὰ θαύματα. Ἕνα τοὺς συγκλόνισε, ἡ μεταστροφὴ τῆς συμπατριώτισσάς τους. Καὶ ὁ Κύριος μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὴ χάρη του τοὺς βοήθησε νὰ πιστέψουν καὶ νὰ μετανοήσουν. Ἀλλὰ οἱ Σαμαρεῖτες ἐκεῖνοι ἀποτελοῦσαν μία προτύπωση, μιὰ εἰκόνα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Μιᾶς ἀνθρωπότητος, ποὺ χωρὶς συχνὰ νὰ τὸ συνειδητοποιεῖ, διψᾶ νὰ ἀκούσει τὸ μήνυμα τῆς λυτρώσεως, νὰ ξεδιψάσει ἀπὸ τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς. Πόσοι ἄνθρωποι καὶ σήμερα βρίσκονται στὴν ἄγνοια, στὴν πλάνη, στὸ σκοτάδι! Καὶ ζητοῦν λίγη χαρά, λίγη ἀνάπαυση. Ζητοῦν κάπου νὰ πιαστοῦν, κάπου νὰ βροῦν λίγη ἐλπίδα, λίγο φῶς. Κι ἔχουμε χρέος ὅλοι μας νὰ κάνουμε τὸ ἔργο τῆς Σαμαρείτιδος. Νὰ μιλήσουμε σ᾽ αὐτοὺς μὲ τὸ λόγο μας καὶ μὲ τὸ παράδειγμά μας γιὰ τὴν ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Οἱ ψυχὲς πολλὲς καὶ περιμένουν. Εἶναι ἕτοιμες γιὰ θερισμό. Κάποιος πρέπει νὰ τρέξει κοντά τους.

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 1979, 15.05.2009

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

«ΠΟΛΛΟΙ ΕΠΙΣΤΕΥΣΑΝ ΕΙΣ ΑΥΤΟΝ ΔΙΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ» (Κυρ. Σαμαρείτιδος)

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
(Ἰω. δ´ 5–42)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Κύριος εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. Ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη.Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν. Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι.
Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; Μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ;
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. Ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν.
Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. Ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.
Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα.
Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι.
 Καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ᾽ αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; Ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. 
Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; Ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. Ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. Ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 
Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

 Ἀπόδοση στὴν Νέα Ἑλληνική:
Τόν καιρό ἐκεῖνο, ἔρχεται ὁ Κύριος εἰς μίαν πόλιν τῆς Σαμαρείας ποὺ λέγεται Συχάρ, κοντὰ εἰς τὸ χωράφι ποὺ ἔδωκε ὁ Ἰακὼβ εἰς τὸν Ἰωσήφ, τὸν υἱόν του. Ἐκεῖ ὑπῆρχε τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ. Ὁ Ἰησοῦς, κουρασμένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορίαν, ἐκάθησεν, ὅπως ἦτο κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι· ἡ ὥρα ἦτο περίπου ἕξη. Ἔρχεται μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴν Σαμάρειαν διὰ νὰ πάρῃ νερό. Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Δός μου νὰ πιῶ», διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει εἰς τὴν πόλιν διὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα.
Ἡ Σαμαρεῖτις γυναῖκα τοῦ λέγει, «Πῶς σὺ ποὺ εἶσαι Ἰουδαῖος ζητᾶς νὰ πιῇς ἀπὸ ἐμὲ ποὺ εἶμαι γυναῖκα Σαμαρεῖτις;». Διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς Σαμαρείτας.
Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ἐὰν ἤξερες τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὸν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σοῦ λέγει, «Δός μου νὰ πιῶ», σὺ θὰ τὸν παρακαλοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ζωντανό».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Κύριε, κουβὰ δὲν ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ, ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις τὸ νερὸ τὸ ζωντανό; Μήπως εἶσαι σὺ μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας Ἰακὼβ ποὺ μᾶς ἔδωκε τὸ πηγάδι καὶ ἤπιε ἀπὸ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ ζῶα του;».
 Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ὅποιος πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ θὰ διψάσῃ καὶ πάλιν· ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ πιῇ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, θὰ γίνῃ μιὰ ἐσωτερικὴ πηγὴ νεροῦ ποὺ θὰ ἀναβρύῃ εἰς ζωὴν αἰώνιον».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Κύριε, δός μου τὸ νερὸ αὐτὸ διὰ νὰ μὴ διψῶ οὔτε νὰ ἔρχωμαι ἐδῶ νὰ ἀντλῶ». 
Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, Πήγαινε, φώναξε τὸν ἄνδρα σου καὶ ἔλα ἐδῶ».
 Ἡ γυναῖκα ἀπεκρίθη, «Δὲν ἔχω ἄνδρα».
Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς, «Καλὰ εὶπες ὅτι δὲν ἔχεις ἄνδρα, διότι πέντε ἄνδρες ἐπῆρες καὶ τώρα ἐκεῖνον ποὺ ἔχεις δὲν εἶναι ἄνδρας σου· εἰς αὐτὸ εἶπες ἀλήθεια».
 Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Κύριε, βλέπω ὅτι σὺ εἶσαι προφήτης. Οἱ πατέρες μας εἰς τὸ ὄρος τοῦτο ἐλάτρευσαν τὸν Θεόν, ἐνῷ σεῖς λέτε ὅτι εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος ὅπου πρέπει νὰ λατρεύεται ὁ Θεός».
Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς, «Πίστεψέ με, γυναῖκα, ὅτι ἔρχεται ὥρα ποὺ οὔτε εἰς τὸ ὄρος τοῦτο οὔτε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα θὰ λατρεύετε τὸν Πατέρα. Σεῖς λατρεύετε ἐκεῖνο ποὺ δὲν ξέρετε, ἐμεῖς λατρεύομεν ἐκεῖνο ποὺ ξέρομε, διότι ἡ σωτηρία ἔρχεται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ ὥρα, καὶ μάλιστα ἦλθε ἤδη, ποὺ οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ θὰ λατρεύσουν τὸν Πατέρα πνευματικὰ καὶ ἀληθινά, διότι τέτοιοι θέλει ὁ Πατέρας νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν λατρεύουν. Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὸν λατρεύουν πρέπει νὰ τὸν λατρεύουν πνευματικὰ καὶ ἀληθινά».
Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα, «Ξέρω ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ γνωρίσῃ ὅλα».
Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Ἐγὼ εἶμαι ποὺ μιλῶ μαζί σου».
Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ ἀπόρησαν ποὺ μιλοῦσε μὲ γυναῖκα, κανεὶς ὅμως δὲν εἶπε, «Τί ζητᾶς» ἢ «Γιατὶ μιλᾶς μαζί της;».
Ἡ γυναῖκα ἄφησε τὴν στάμνα της, ἐπῆγε εἰς τὴν πόλιν καὶ εἶπε εἰς τοὺς ἀνθρώπους, «Ἐλᾶτε νὰ ἰδῆτε ἕναν ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα· μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός;». Ἐβγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἤρχοντο σ’ αὐτόν. 
Ἐν τῷ μεταξὺ τὸν παρακαλοῦσαν οἱ μαθηταὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν, «Ραββί, φάγε».
Αὐτὸς δὲ εἶπε, «Ἐγὼ ἔχω φαγητὸν νὰ φάγω, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν ξέρετε».
Ἔλεγαν τότε οἱ μαθηταὶ μεταξύ τους, «Μήπως τοῦ ἔφερε κανεὶς νὰ φάγῃ;». 
Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, «Τὸ φαγητόν μου εἶναι νὰ κάνω τὸ θέλημα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἔστειλε καὶ νὰ τελειώσω τὸ ἔργο του. Δὲν λέτε, «Τέσσερις μῆνες ἀκόμη καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται;». Σηκῶστε τὰ μάτια σας, σᾶς λέγω, καὶ ἰδέτε τὰ χωράφια ὅτι εἶναι ἄσπρα, ἕτοιμα πρὸς θερισμόν. Ἤδη ὁ θεριστὴς παίρνει μισθὸν καὶ μαζεύει καρπὸν διὰ τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, διὰ νὰ χαίρουν μαζὶ καὶ ὁ σπορεὺς καὶ ὁ θεριστής. Ἐδῶ ἡ παροιμία εἶναι ἀληθινή, ὅτι ἄλλος σπέρνει καὶ ἄλλος θερίζει. Ἐγὼ σᾶς ἔστειλα νὰ θερίσετε ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐκοπιάσατε· ἄλλοι ἔχουν κοπιάσει καὶ σεῖς ἐμπήκατε εἰς τὸν κόπον τους».
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Σαμαρείτας τῆς πόλεως ἐκείνης ἐπίστεψαν εἰς αὐτὸν ἐξ αἰτίας τῆς μαρτυρίας τῆς γυναῖκας: «Μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκανα». Ὅταν λοιπὸν ἦλθαν οἱ Σαμαρεῖται πρὸς αὐτόν, τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνῃ κοντά τους· καὶ ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες. Καὶ πολὺ περισσότεροι ἐπίστεψαν ἔπειτα ἀπὸ ὅσα τοὺς εἶπε, εἰς δὲ τὴν γυναῖκα ἔλεγαν, «Ὁ λόγος ποὺ πιστεύομεν δὲν εἶναι πλέον τὰ ὅσα μᾶς εἶπες, ἀλλὰ διότι τὸν ἀκούσαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ ξέρομεν ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός».

 ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΑΡΠΟΦΟΡΑ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ
«πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν
διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς»

.     Θαῦµα µεγάλο καὶ πολλαπλὸ µᾶς παρουσιάζει ἡ σηµερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Πρόκειται γιὰ τὴν θαυµαστὴ µεταστροφὴ τῆς Σαµαρείτιδος, ἡ ὁποία ὕστερα ἀπὸ τὴν σωτήρια συνάντησή της µὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ ἀξιώθηκε νὰ γίνει ἡ πρώτη ἱεραπόστολος κηρύττοντας τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεὸ µἐ θαυµαστὰ ἀποτελέσµατα.
.     Ἂς δοῦµε ὄµως πῶς ἐργάστηκε ἱεραποστολικὰ ἡ Σαµαρείτιδα καὶ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τόση µεγάλη καρποφορία στὸ ἔργο της.

1. ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ

.     Ἡ Σαµαρείτιδα εἶχε πάει στὸ πηγάδι γιὰ νὰ ἀντλήσει νερό, κι ἐκεῖ βρῆκε τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς τῆς ἀποκάλυψε σπουδαῖες ἀλήθειες µὲ ἀποκορύφωµα τὴν διαβεβαίωσή του ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας. Ἡ γυναίκα συγκλονίστηκε. Τώρα πιὰ δὲν τὴν ἐνδιέφερε τὸ πηγάδι καὶ τὸ νερό. Παράτησε τὴν στάµνά της κι ἔτρεξε πίσω στὴν πόλη, γιὰ νὰ διηγηθεῖ τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ.
.    «Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὕδριαν αὐτῆς … ». Ἡ πράξη αὐτὴ τῆς γυναίκας δείχνει τὸν ἐνθουσιασµό της. Ἄφησε πρὸς στιγµὴν τὶς βιοτικὲς ἀνάγκες καὶ ἔτρεξε γιὰ νὰ µιλήσει γιὰ τὸν Χριστό. Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ἀντηχοῦσαν ἀκόµη µέσα στὴν καρδιά της καὶ γι᾽ αὐτὸ ἔσπευσε νὰ τὰ µεταδώσει καὶ στοὺς ἄλλους. Αὐτὸς ὁ ἱερὸς ἐνθουσιασµός της δὲν µποροῦσε παρὰ νὰ συγκινήσει ὅσους τὴν ἄκουσαν καὶ νὰ τοὺς παροτρύνει στὴν µετάνοια.
.     Μὲ παρόµοιο ἐνθουσιασµὸ ἂς ξεκινοῦµε κι ἐµεῖς, κάθε φορὰ ποὺ µᾶς παρουσιάζεται κάποια εὐκαιρία ἱεραποστολῆς. Δὲν εἶναι µικρὸ πράγµα νὰ βοηθήσουµε τοὺς ἀδελφοὺς µας νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξοµολογηθοῦν, νὰ συνδεθοῦν µὲ τὴν µυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν συναισθανόµαστε τὴν ἀξία ἑνὸς τέτοιου ἔργου, τότε ἡ ψυχή µας θὰ φλέγεται ἀπὸ ἱερὸ ἐνθουσιασµὸ καὶ θὰ ἐµπνέει καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ πιστέψουν καὶ νὰ ἀγαπήσουν τὸν Κύριο.

2. ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΠΕΙΡA

.  Ὑπάρχει ὅµως κι ἕνα ἀκόµη βασικὸ στοιχεῖο, ποὺ συνετέλεσε στὴν καρποφορία τοῦ κηρύγµατος τῆς Σαµαρείτιδος: τὸ γεγονὸς ὅτι µίλησε ἀπὸ τὴν προσωπική της πείρα, µἐ θάρρος καὶ εἰλικρίνεια. «Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ µοι πάντα ὅσα ἐποίησα», ἔλεγε. Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε κάποιον ποὺ µοῦ ἀποκάλυψε ὅλα ὅσα ἔκαµα, καὶ αὐτὰ ἀκόµη ποὺ ἦταν µυστικά. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ποὺ εἶχε ἁµαρτωλὸ παρελθὸν δὲν φοβήθηκε οὔτε ντράπηκε νὰ ὁµολογήσει ὅτι ὁ Χριστὸς τῆς ἀποκάλυψε τὶς παρανοµίες της. Αὐτὴ ἡ προσωπική της µαρτυρία εἶχε ἰδιαίτερη βαρύτητα. Δὲν δίδαξε µὲ θεωρίες καὶ λόγια ποὺ δὲν ἀγγίζουν τὶς ψυχές, ἀλλὰ µέσα ἀπὸ τὴν καρδιά της, ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἡ ἴδια ἔζησε.
.    Κι ἐµεῖς δὲν χρειάζεται νὰ ἔχουµε ρητορικὰ προσόντα οὔτε νὰ ἀποµνηµονεύσουµε σειρὰ ἐπιχειρηµάτων, προκειµένου νὰ µιλήσουµε γιὰ τὴν πίστη µας. Αὐτὸ ποὺ χρειάζεται εἶναι ἡ κατάθεση τῆς προσωπικῆς µας ἐµπειρίας ὄχι µόνο µὲ τὸν λόγο ἀλλὰ καὶ µὲ τὸ παράδειγµά µας.
.    «’Ἔρχου καὶ ἴδε», εἶπε ὁ Φίλιππος στὸν φίλο του Ναθαναὴλ (Ἰω. α´ 47) καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύηση τῆς καρποφορίας κάθε ἱεραποστολικῆς προσπάθειας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ ἀλήθεια δὲν ἐπιβάλλεται µἐ τὴν βία ἢ µὲ δελεάσµατα. Ἔχει ἀπὸ µόνη της τὴν δύναµη νὰ ἑλκύει καὶ νὰ πείθει. Ἂς τὴν φανερώνουµε πρῶτα µἐ τὴν ζωή µας κι ἔπειτα µὲ τὰ λόγια µας. Καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θὰ βοηθήσει, ὥστε νὰ γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλο καὶ περισσότερες ψυχές.
.    Εἶναι πράγµατι ἐντυπωσιακὴ καὶ πολὺ διδακτικὴ ἡ ἱστορία αὐτῆς τῆς Σαµαρείτιδος, ἡ ὁποία ἔγινε ἡ γνωστὴ πλέον σ᾽ ἐµᾶς ἁγία Φωτεινὴ ἡ ἰσαπόστολος. Ἀξιώθηκε µάλιστα καὶ νὰ µαρτυρήσει µαζὶ µὲ τὶς τέσσερις ἀδελφές της καὶ τοὺς δύο γιούς της. Ἂς τὴν παρακαλοῦµε νὰ πρεσβεύει γιὰ ὅλους µας, ὥστε κι ἐµεῖς νὰ δίνουµε µαρτυρία Χριστοῦ στὸ περιβάλλον µας καὶ νὰ ἀπολαµβάνουµε πλούσια πνευµατικὴ καρποφορία!

ΠΗΓΗ: περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», ἀρ. τ. 2023, 15.05.2011

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , ,

Σχολιάστε