Ἄρθρα σημειωμένα ὡς Σαμαρεῖτις

ΟΙ ΔΥΟ ΠΟΡΕΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

Οἱ δύο πορεῖες τῆς ζωῆς μας

Γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
 

.                   Μὲ τὴ γέννησή μας ξεκινᾶμε δύο πορεῖες στὴ ζωή μας. Τὴ βιολογική μας πορεία στὴ γῆ καὶ τὴν πορεία μας πρὸς τὸν οὐρανό. Ξεκινᾶμε δυὸ πορεῖες σὲ παράλληλα μονοπάτια ποὺ θέλοντας καὶ μὴ τὶς ἀκολουθοῦμε, ἀφοῦ εἶναι πορεῖες πρὸς τὸ χρόνο. Ἡ πρώτη πορεία ἔχει ὁρισμένο τέλος σὲ κάποια χρονικὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουμε, ἀλλὰ μόνο ὁ Θεὸς καὶ Πλάστης μας τὴ γνωρίζει. Ἡ δεύτερη εἶναι ἀτελεύτητη, ὁδηγεῖ στὴν αἰωνιότητα.
.                   Γιὰ τὴν πρώτη πορεία μας ἐφοδιαζόμαστε ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια μὲ τὴ βοήθεια τῶν γονέων καὶ τῶν διδασκάλων μας, ὥστε νὰ τὴ διανύσουμε ὅσο γίνεται πιὸ ἀνώδυνα, μὲ περισσότερη γνώση, μὲ περισσότερα ἀγαθά, καὶ νὰ τὴν χαροῦμε μὲ τὶς ἐναλλαγές, τὶς περιπέτειες καὶ τὶς ἐμπειρίες ποὺ αὐτὴ μᾶς γεμίζει. Γιὰ τὴ δεύτερη, αὐτὴ ποὺ εἶναι ἀτελεύτητη καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν θέσουμε σὲ προτεραιότητα ἐφοδιασμοῦ, δυστυχῶς, δὲν ἐνδιαφερόμαστε καὶ πολύ, νὰ μὴν πῶ ὅτι δὲν ἐνδιαφερόμαστε καθόλου. Καὶ ὅμως ἡ ἐπιτυχὴς πρώτη πορεία προϋποθέτει καὶ τὴ μέριμνά μας γιὰ τὴ δεύτερη.
.                   Βασικὸς ἐφοδιασμὸς γιὰ τὶς πορεῖες μας εἶναι τὸ νερό. Χωρὶς νερὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ. Ἡ δίψα εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική. Ἔτσι, κάθε ὁδοιπόρος ἔχει πάντοτε μαζί του ἕνα παγούρι μὲ νερό, γιατὶ ὁ ἱδρώτας τοῦ δρόμου τῆς ζωῆς μᾶς κάνει νὰ διψοῦμε. Οἱ πορεῖες μας δὲν εἶναι ποτὲ σὲ δρόμο εὐθὺ καὶ ἐπίπεδο. Ἔχουν ἀνηφόρες καὶ κατηφόρες, ἔχουν κακοτράχαλα βουνά, ἔχουν ρεματιὲς καὶ χαράδρες, ἔχουν ἀμμουδερὲς καὶ ἄνυδρες ἐρήμους, ἔχουν σκαρφάλωμα σὲ πέτρες μέσα ἀπὸ ἀγκάθια καὶ βάτα καὶ τριβόλια. Σὲ κάθε στάση μας σηκώνουμε τὸ παγούρι μας καὶ πίνουμε νερό, γιὰ νὰ ξεδιψάσουμε. Ὅμως τὸ περιεχόμενό του σύντομα ἐξαντλεῖται καὶ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι, γιὰ νὰ συνεχίσουμε τὴν πορεία μας, νὰ ἀναζητήσουμε πηγὲς ὕδατος. Πορευόμαστε καὶ ψάχνουμε γιὰ γάργαρο, καθαρὸ νερό, νερὸ ἀνεφοδιασμοῦ μας, νερὸ ζωῆς, ἀφοῦ πάλι καὶ πάλι θὰ διψάσουμε καὶ δὲν θὰ πάψουμε νὰ πίνουμε μέρχι νὰ φθάσουμε στὸ τέλος τῆς πορείας μας.
.                   Γιὰ τὴν πρώτη μας πορεία στὸ ταξίδι μας στὴ γῆ προσπαθοῦμε νὰ ἔχουμε πάντοτε ἢ νὰ βρίσκουμε στὸ δρόμο μας πηγὲς ὕδατος. Γιὰ τὸ δεύτερο, τὸ αἰώνιο τί κάνουμε; Γι’ αὐτὸ ἀδρανοῦμε; Δι’ αὐτὸ δὲν μεριμνοῦμε; Ἄλλοι ναί, ἄλλοι ὄχι! Ὅταν ὅμως ζητήσουμε τὸ νερὸ τῆς αἰωνιότητος, αὐτὸ θὰ μᾶς κάνει νὰ μὴν ξαναδιψάσουμε ποτέ. Μὲ αὐτὸ ἡ πορεία τῆς ζωῆς θὰ γίνει πιὸ εὐχάριστη, δὲν θὰ νοιώθουμε μοναξιὰ στὸ ταξίδι μας καὶ θὰ ἀπολαμβάνουμε κάθε στιγμὴ μοναδικὴ μὲ τὸ μάτι ὄχι τῆς πρόσκαιρης πορείας μας, ἀλλὰ τῆς αἰώνιας. Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ἐφοδιάσει μὲ αὐτὸ νερό; Μόνον ὁ Χριστός μας, ποὺ μᾶς λέει μέσα ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω». Μόνον αὐτὸς ποὺ μᾶς λέει: «Ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. δ´ 14).
.                   Τί ζητάει ὁ Χριστός μας ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ὁδοιπόρους; Ζητάει νὰ τοῦ ποῦμε μαζὶ μὲ τὴ Σαμαρείτισσα: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ» (Ἰωάν. δ´ 15). Θὰ μᾶς πεῖ κάποιος: Θὰ τὸν βροῦμε τὸν Χριστό μας στὴν πορεία μας; Μά, βρίσκεται διαρκῶς δίπλα μας. Ἐμεῖς δὲν τὸν βλέπουμε, ἐμεῖς δὲν τὸν ἀναζητοῦμε. Αὐτὸς γιὰ νὰ βρεῖ καὶ νὰ σώσει τὴ Σαμαρείτισσα ἔκανε μακριὰ πορεία ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ σὴ Σαμάρεια. Δὲν ὑπολόγιζε τὴ ζέστη, τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶτα. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ οἱ σύγχρονοι κυβερνῆτες καὶ ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, οἱ πλούσιοι μὲ τὶς ἀστραφτερές σας λιμουζίνες, ποὺ δὲν ὁδοιποροῦν, οὔτε ἀναζητοῦν τὸν πτωχὸ Ναζωραῖο, ἂν καὶ εἶναι δίπλα τους, γιὰ νὰ μιμηθοῦν τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς Του! Ἐκεῖνος δὲν εἶχε ἅμαξα ποὺ τὴν σύρουν ὑπερήφανα ἄλογα, ἀλλὰ ἔλεγε ὅτι «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η´ 20, Λουκ. θ´ 58). Ἐκεῖνον τὸν βλέπουμε νὰ πεζοπορεῖ σὰν τὸν πιὸ φτωχὸ ἄνθρωπο, νὰ βαδίζει δεκάδες χιλιόμετρα, νὰ διασχίζει πεδιάδες καὶ βουνά, γιὰ νὰ ἔλθει στὴ Συχὲμ τῆς Σαμαρείας, νὰ δώσει νερὸ στὴ διψασμένη Σαμαρείτισσα. Γιὰ μία ψυχὴ σηκώθηκε ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα καὶ ἦρθε στὴ Σαμάρεια; Ναί, γιὰ μιὰ ψυχὴ ὁδοιπόρησε τόση ἀπόσταση, ἡ ὁποία, ὅμως, εἶναι πολὺ μικρὴ ἐμπρὸς στὴν ἄλλη, ἐκείνη τὴν ἰλιγγιώδη ἀπόστασι ποὺ διήνυσε ὅταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ νὰ γίνει ἄνθρωπος, ὅταν «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Β´ Βασ. 22, 10, Ψαλμ. 17, 10). Ἐνανθρώπησε ὁ Χριστός μας καὶ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ σώσει ἔστω καὶ μία ψυχὴ ἁμαρτωλή. Δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη κάτω ἐδῶ στὴ γῆ ὑπῆρχε μία μόνο ψυχὴ διψασμένη, ἁμαρτωλή, γι᾿ αὐτὴν καὶ μόνο θὰ ὑπέφερε προθύμως τὰ πάντα, ὅπως τοὺς ἐμπτυσμούς, τὴ μαστίγωση, τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, τὴν κόκκινη χλαμύδα καὶ πρὸ πάντων τὸ σταυρικὸ θάνατο, γιὰ νὰ τὴν ξεδιψάσει, νὰ τὴν ξεστρατίσει ἀπὸ τὸ μονοπάτι τῆς ἁμαρτίας, νὰ τὴν σώσει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ σατανᾶ καὶ νὰ τῆς χαρίσει τὴ σωτηρία, στὴν αἰώνια ἀπόλαυση.
.                   Τὸ νερὸ ποὺ χρειαζόμαστε γιὰ τὴ δεύτερη πορεία μας, δὲν εἶναι ὑλικό. Εἶναι ἄϋλο. Καὶ μᾶς τὸ δίνει δωρεὰν ὁ Χριστός μας, ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς εὐσπλαγχνίας Του, τῆς φιλανθρωπίας Του. Ὅταν ἐμεῖς τὸ ἀναζητήσουμε, τότε Ἐκεῖνος διανύει πρόθυμα καὶ χαρούμενα χιλιάδες χιλιάδων χιλιόμετρα, γιὰ νὰ ἔλθει νὰ νᾶς ξεδιψάσει. Ἂς τοῦ τὸ ζητήσουμε, ὅπως ἡ Ἁγία Φωτεινή, ἡ Σαμαρείτισσα, λέγοντες: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, Κύριε»! Καὶ τότε θὰ συνεχίσουμε ἐπιτυχῶς τόσο τὴν πρόσκαιρη πορεία μας, ὅσο καὶ τὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα μὲ τὴ βεβαιοτητα ὅτι δὲν ὁδοιποροῦμε μόνοι μας, ἀλλὰ μαζὶ μὲ Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς εἶπε: «Χωρὶς ἐμοῦ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε´ 5). Καὶ ὄχι μόνο ἐμεῖς θὰ ξεδιψᾶμε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ τῆς Χάριτός Του θὰ ξεδιψάσουμε καὶ ἄλλες ψυχές, ποὺ δὲν γνωρίζουν τὴν ὕπαρξή Του. Θὰ γίνουμε Ἀπόστολοι, ὅπως ἡ Ἁγια Φωτεινή. Θὰ γίνουμε κήρυκες, ὁ καθένας στὸν κύκλο μας, μέσα στὸ σπίτι μας, στὴ γειτονιά μας, στὴν ἐργασία μας, στὰ σχολεῖα μας, στὴν πατρίδα μας, σὲ ἄλλα μέρη μακρινά, ἐκεῖ ποὺ περιμένουν ἀναρίθμητες ψυχὲς περιφρονημένες ἀπὸ τὸν κόσμο, κουρασμένες ἀπὸ τὴν πορεία μέσα στὶς θλίψεις καὶ στὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Ἂν τὶς πλησιάσουμε καὶ ἂν τὶς ἀνακουφίσουμε λέγοντάς τους, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, καὶ ὅτι ἂν κάποιος πιεῖ ἀπὸ τὸ δικό Του τὸ νερό, δὲν θὰ ξαναδιψάσει ποτέ, τότε στὴν πορεία μας πρὸς τὴν αἰωνιότητα θὰ εἴμαστε εὐλογημένοι, χαρούμενοι, χωρὶς νὰ νοιώθουμε κόπωση καὶ θὰ ἔχουμε τὴν ἠθικὴ ἱκανοποίηση ὅτι μαζί μας συμπορεύονται καὶ ἄλλες ψυχὲς ξεδιψασμένες ἀπὸ τὸ «Ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰωάν. δ´ 11).

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

, ,

Σχολιάστε

«ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΥΣΗ»

[…] τύπος ἦν ἡ Σαμαρεῖτις τῆς φύσεως τῶν ἀνθρώπωνΤῇ συμβολῇ δὲ τοῦ ὄφεως ἐνασμενίσασα, αἰχμάλωτος εἰς τὴν σύγχυσιν τῆς ἁμαρτίας εἰς βαβυλῶνα κατάγεται.

Ἡ Σαμαρεῖτις ἦταν τύπος (σύμβολο) τῆς φύσεως τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία δέχθηκε μὲ εὐχαρίστηση καὶ προθυμία τὴν συμβουλὴ τοῦ διαβόλου καὶ ἔτσι αἰχμάλωτη στὴν σύγχυση τῆς ἁμαρτίας ὁδηγεῖται βίαια στὴν χώρα τῆς ὑποδουλώσεως καὶ τῆς ὀδύνης.

Σχολιάστε

Η ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ Ἡ «θείῳ Πνεύματι καταυγασθεῖσα καὶ τοῖς νάμασι καταρδευθεῖσα παρὰ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος» ἔνδοξος μεγαλομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος

Η ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ
«θείῳ Πνεύματι καταυγασθεσα
κα
τος νάμασι καταρδευθεσα παρ Χριστο το Σωτρος»
νδοξος μεγαλομάρτυς κα σαπόστολος

Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός

.               Ἀνάμεσα στὶς λαμπρότερες μορφὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἐξέχουσα θέση κατέχει ἡ συνομιλήσασα μετὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ Σαμαρείτις, ἡ μετέπειτα μεγαλομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος Ἁγία Φωτεινή, ἡ ὁποία ἀναδείχθηκε «λαμπὰς φωτοπάροχος καὶ κορωνὶς καὶ κλέος τῶν Μαρτύρων», ἀφοῦ ἀναγεννήθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶ παρέχει τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Γι’ αὐτὸ καὶ ἐφοδιασμένη μὲ τὸ «ζωήρρυτο ὕδωρ» τῆς ἀνέθεσε ὁ Χριστὸς νὰ διδάξει τὴν ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου Του, κατόπιν δὲ κλήθηκε νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη Του τόσο ἐκείνη ὅσο καὶ τὰ δύο παιδιὰ καὶ οἱ πέντε ἀδελφές της.
.               Ἡ συνάντηση καὶ ἡ συνομιλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα ἀναφέρεται μὲ σαφήνεια καὶ λεπτομέρεια στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο (δ´ 5-42). Σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ ὁ Χριστὸς φεύγοντας ἀπὸ τὴν Ἰουδαία κατευθύνθηκε πρὸς τὴ Γαλιλαία. Κατὰ τὴν πορεία Του αὐτὴ ἔπρεπε νὰ περάσει ἀπὸ τὴ Σαμάρεια. Ἔτσι ἔφτασε σὲ μία πόλη ποὺ ὀνομαζόταν Συχάρ, ὅπου πλησίον αὐτῆς βρισκόταν καὶ τὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀφήσει ὡς κληρονομιὰ στὸν γιό του, τὸν Ἰωσήφ. Κοντὰ σ’ αὐτὸ τὸ πηγάδι κάθισε ὁ Κύριος τὸ μεσημέρι κουρασμένος ἀπὸ τὴν πεζοπορία. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦρθε ἡ Σαμαρείτιδα γιὰ νὰ βγάλει μὲ τὴ στάμνα νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι. Τότε ὁ Χριστὸς τῆς ζήτησε νερὸ γιὰ νὰ πιεῖ. Ἡ Σαμαρείτιδα ὅμως ξαφνιάστηκε, διότι δὲν ἦταν δυνατὸν ἕνας Ἰουδαῖος νὰ ζητᾶ ἀπὸ μία γυναίκα τῆς Σαμαρείας νὰ πιεῖ νερό, ἀφοῦ ὡς γνωστὸν οἱ Ἰουδαῖοι δὲν συναναστρέφονταν μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες. Τότε ὁ Χριστὸς τῆς εἶπε ὅτι ἐὰν ἤξερε τί δῶρο ἑτοιμάζει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ποιὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ τῆς ζητάει νὰ πιεῖ νερό, τότε θὰ Τοῦ ζητοῦσε νὰ πιεῖ, ὅταν μάλιστα Ἐκεῖνος θὰ τῆς ἔδινε νὰ πιεῖ τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ἐκείνη ὅμως ἀπευθυνόμενη στὸν Κύριο Τοῦ εἶπε ὅτι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν Ἐκεῖνος δὲν ἔχει κουβά, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν θὰ προέλθει τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», ὅταν μάλιστα ἀπὸ αὐτὸ τὸ πηγάδι ἤπιε νερὸ ὄχι μόνο ὁ Ἰακώβ, ἀλλὰ καὶ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ζῶα του. Τὸν ρώτησε ἐπίσης μήπως νομίζει ὅτι εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Ἰακὼβ ποὺ τοὺς χάρισε τὸ πηγάδι του. Τότε ὁ Κύριος τῆς εἶπε: «πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον», δηλαδὴ ὅποιος πίνει ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερό, θὰ ξαναδιψάσει, ἀλλὰ ὅποιος θὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, δὲν θὰ διψάσει ποτέ, ἀλλὰ θὰ γίνει ἡ πηγὴ ποὺ θὰ ἀναβλύζει νερὸ αἰωνίου ζωῆς. Τότε ἡ Σαμαρείτιδα ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ τῆς δώσει νὰ πιεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερό, γιὰ νὰ μὴν διψάει καὶ ἀναγκάζεται καὶ ἔρχεται στὸ πηγάδι γιὰ νὰ βγάζει νερό. Μόλις ὁ Κύριος ἄκουσε αὐτά, τῆς εἶπε νὰ πάει νὰ φωνάξει τὸν ἄνδρα της, ἀλλὰ ἐκείνη Τοῦ δήλωσε ὅτι δὲν ἔχει ἄνδρα. Τότε ὁ Κύριος τῆς εἶπε ὅτι πράγματι δὲν ὑπάρχει σύζυγος, διότι ἔχει ἤδη συναναστραφεῖ μὲ πέντε ἄνδρες καὶ αὐτὸν τὸν ὁποῖο ἔχει τώρα, δὲν εἶναι νόμιμος σύζυγος. Ἔκπληκτη ἡ Σαμαρείτιδα ὁμολόγησε τότε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια καὶ ὅτι Αὐτός, μὲ τὸν Ὁποῖο συνομιλεῖ τώρα, εἶναι ἕνας προφήτης. Κατόπιν Τοῦ εἶπε ὅτι οἱ Σαμαρεῖτες λάτρεψαν τὸν Θεὸ σ’ αὐτὸ τὸ βουνό, ἐνῶ οἱ Ἰουδαῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα βρίσκεται ὁ τόπος, ὅπου πρέπει κανεὶς νὰ Τὸν λατρεύει. Τότε ὁ Κύριος τῆς εἶπε ὅτι πλησιάζει ὁ καιρὸς ποὺ ὁ Θεὸς δὲν θὰ λατρεύεται οὔτε σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα, τονίζοντάς της ὅτι οἱ μὲν Σαμαρεῖτες λατρεύουν κάτι ποὺ δὲν γνωρίζουν, οἱ δὲ Ἰουδαῖοι γνωρίζουν αὐτὸ ποὺ λατρεύουν, διότι ἡ σωτηρία ἔρχεται ἀπὸ αὐτούς. Ἀλλὰ ἦρθε ὁ καιρὸς ποὺ αὐτοὶ ποὺ θὰ λατρεύουν τὸν Θεὸ ἀληθινά, θὰ Τὸν λατρεύουν μὲ τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος καὶ μὲ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας, ἀφοῦ τέτοιους ζητᾶ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ Τὸν προσκυνοῦν. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τόνισε: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας Αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Τότε ἡ Σαμαρείτιδα Τοῦ εἶπε ὅτι γνωρίζει ὅτι θὰ ἔρθει ὁ Μεσσίας ποὺ λέγεται Χριστὸς καὶ ὅταν ἔρθει, θὰ τὰ ἐξηγήσει ὅλα. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Κύριος τῆς ἀποκάλυψε τὴν ἰδιότητά Του ὡς Μεσσίας, λέγοντάς της: «Ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι», δηλαδὴ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ τῆς μιλάει αὐτὴ τὴ στιγμή.
.                Πάνω στὴν ὥρα ἐπέστρεψαν καὶ οἱ μαθητές Του ποὺ εἶχαν πάει στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Ξαφνιάστηκαν ὅμως, ὅταν εἶδαν τὸν Διδάσκαλό τους νὰ συνομιλεῖ μὲ μία γυναίκα, ἀφοῦ κάτι τέτοιο δὲν συνηθιζόταν ἀπὸ τὶς παραδόσεις τῶν Ραββίνων. Κανεὶς ὅμως ἀπὸ τοὺς μαθητὲς δὲν τόλμησε νὰ Τὸν ρωτήσει γιατί συνομιλεῖ μὲ μία γυναίκα. Τότε ἡ Σαμαρείτιδα ἄφησε τὴ στάμνα της καὶ ἀφοῦ πῆγε στὴν πόλη, ἄρχισε νὰ καλεῖ τὸν κόσμο νὰ ἔρθει νὰ γνωρίσει ἕναν ἄνθρωπο ποὺ τῆς ἀποκάλυψε ὅλα ὅσα εἶχε κάνει. Μάλιστα ἀναρωτήθηκε μήπως Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, ἐνῶ ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ ἀποκάλυψη παρακίνησε πολλοὺς νὰ ἔρθουν ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ Τὸν γνωρίσουν. Στὸ μεταξὺ οἱ μαθητὲς ἄρχισαν νὰ παρακαλοῦν τὸν Κύριο νὰ φάει κάτι. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς εἶπε ὅτι ἔλαβε τροφή, τὴν ὁποία οἱ μαθητὲς δὲν γνωρίζουν. Στὸν προβληματισμὸ τῶν μαθητῶν, ἐὰν κάποιος Τοῦ ἔφερε φαγητό, ὁ Κύριος τοὺς εἶπε ὅτι ἡ τροφή Του εἶναι νὰ ἐκτελεῖ τὸ θέλημα Ἐκείνου ποὺ Τὸν ἔστειλε στὸν κόσμο γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ἔργο Του. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Κύριος, βασιζόμενος στὴν παροιμία «ἄλλος εἶναι αὐτὸς ποὺ σπέρνει καὶ ἄλλος εἶναι αὐτὸς ποὺ θερίζει», εἶπε στοὺς μαθητές Του νὰ κοιτάξουν στὰ χωράφια τὰ στάχυα ποὺ εἶναι ἕτοιμα γιὰ θερισμό, ὑπονοώντας τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη ποὺ δὲν ἔχουν γνωρίσει ἀκόμη τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια καὶ σωτηρία. Κατόπιν τοὺς εἶπε ὅτι ὅποιος μὲν θερίζει, λαμβάνει μισθὸ καὶ μαζεύει καρπὸ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, ὅποιος δὲ σπέρνει, χαίρεται μαζὶ μ’ ἐκεῖνον ποὺ θερίζει. Παράλληλα τοὺς τόνισε ὅτι ἐνῶ τοὺς ἔστειλε γιὰ νὰ θερίσουν καρπό, γιὰ τὸν ὁποῖον ὅμως δὲν κοπίασαν, ἀφοῦ ἄλλοι μόχθησαν, ἐκεῖνοι μπῆκαν γιὰ νὰ θερίσουν τὸν δικό τους καρπό. Στὸ μεταξὺ ἀπὸ τὴν πόλη Συχὰρ πολλοὶ Σαμαρεῖτες πίστεψαν στὸν Κύριο ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, ἀφοῦ ἀποκάλυψε στὴν ἁμαρτωλὴ Σαμαρείτιδα ὅλα ὅσα εἶχε πράξει. Ὅταν μάλιστα οἱ Σαμαρεῖτες ἦρθαν κοντά Του, Τὸν παρακάλεσαν νὰ μείνει μαζί τους. Καὶ ὅταν Ἐκεῖνος ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες, πίστεψαν ἀκόμη περισσότερο στὴ διδασκαλία Του, ὁμολογώντας στὴ Σαμαρείτιδα ὅτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἄκουσαν καὶ ἔμαθαν, κατάλαβαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Σωτήρας τοῦ κόσμου.
.             Μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους κατὰ τὴν εὐφρόσυνο ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ Σαμαρείτιδα ἐκ τῆς πόλεως Συχὰρ ἔχοντας ὡς ξεχωριστὸ βίωμα τὴν προσωπική της συνάντηση μὲ τὸν Κύριο, βαπτίσθηκε χριστιανὴ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους μαζὶ μὲ τοὺς δύο γιοὺς καὶ τὶς πέντε ἀδελφές της καὶ ὀνομάσθηκε Φωτεινή. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀφιέρωσε ὅλη τὴ ζωή της στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, περιοδεύοντας σὲ διάφορες πόλεις καὶ καταλήγοντας στὴ Ρώμη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ αἱμοβόρου καὶ παρανοϊκοῦ βασιλέως Νέρωνος (54-68μ.Χ.). Πιστοὶ συναθλητὲς καὶ φλογεροὶ συνοδοιπόροι της ὑπῆρξαν οἱ πέντε ἀδελφές της, ἡ Ἀνατολή, ἡ Φωτώ, ἡ Φωτίδα, ἡ Παρασκευὴ καὶ ἡ Κυριακή, καθὼς καὶ οἱ δύο γιοί της, ὁ Βίκτωρας ποὺ μετονομάσθηκε Φωτεινὸς καὶ ὁ Ἰωσῆς.
.             Τὴν ἐποχὴ λοιπὸν αὐτὴ καὶ συγκεκριμένα τὸ 66μ.Χ. ὁ μοχθηρὸς βασιλιὰς Νέρων εἶχε ἐξαπολύσει ἕναν ἀδυσώπητο διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ἀφοῦ μετὰ τὸ μαρτύριο τῶν δύο κορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου ἀναζητοῦνταν λυσσαλέα οἱ μαθητὲς τῶν Ἀποστόλων γιὰ νὰ θανατωθοῦν μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν ἐξάλειψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς χριστιανικῆς πίστεως στὸν κόσμο. Σ’ αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ γιὰ τὴν πορεία τοῦ χριστιανισμοῦ ἡ Ἁγία Φωτεινὴ μαζὶ μὲ τὸν μικρότερο γιό της, τὸν Ἰωσῆ, βρισκόταν στὴν Καρθαγένη τῆς Ἀφρικῆς, ὅπου κήρυττε μὲ ξεχωριστὴ παρρησία τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Τὸν ἄλλο ὅμως γιὸ τῆς Ἁγίας, τὸν Βίκτωρα, ὁ βασιλιὰς Νέρων τὸν διόρισε ἀρχιστράτηγο, ἐπειδὴ εἶχε νικήσει στὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἀράβων καὶ τὸν ἔστειλε στὴν Ἰταλία γιὰ νὰ ἐξοντώσει τοὺς ἐκεῖ χριστιανούς, ἀγνοώντας βέβαια ὅτι ἦταν χριστιανός. Ὁ δούκας ὅμως τῆς Ἰταλίας Σεβαστιανὸς γνωρίζοντας τὴ χριστιανικὴ ἰδιότητα τοῦ Βίκτωρα, τῆς μητέρας του καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, τὸν συμβούλεψε νὰ ἐκτελέσει πιστὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ γιὰ νὰ μὴν κινδυνεύσει ἡ ζωή του. Ἀλλὰ ὁ Βίκτωρας δήλωσε ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ κάνει μόνο τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ περιφρονεῖ τὴν προσταγὴ τοῦ βασιλιᾶ. Τότε ὁ δούκας τὸν συμβούλεψε νὰ κοιτάξει τὸ συμφέρον του ποὺ εἶναι νὰ τιμωρήσει τοὺς χριστιανοὺς γιὰ νὰ γίνει εὐάρεστος στὸν βασιλιά, ἀλλὰ καὶ νὰ κερδίσει καὶ χρήματα ἀπὸ τὴν ἁρπαγὴ τῶν περιουσιῶν τους. Τοῦ τόνισε ἐπίσης νὰ συμβουλεύσει τὴ μητέρα καὶ τὸν ἀδελφό του νὰ σταματήσουν νὰ κηρύττουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ διδάσκουν τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀρνιοῦνται τὴ θρησκεία τῶν πατρώων θεῶν, διότι αὐτὸ θὰ ἔχει ὡς συνέπεια νὰ κινδυνεύσει καὶ ἡ δική τους ζωή. Παράλληλα τοῦ πρότεινε ὅτι μποροῦν κρυφὰ νὰ πιστεύουν στὸν Χριστό. Ὁ Βίκτωρας ὅμως ὄχι μόνο ἀπέρριψε τὶς συμβουλὲς καὶ τὶς προτάσεις τοῦ δούκα, ἀλλὰ δήλωσε μὲ παρρησία ὅτι καὶ ἐκεῖνος θὰ κηρύττει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ δούκας τοῦ εἶπε νὰ σκεφθεῖ τί θὰ πράξει, ἀλλὰ ἀμέσως τυφλώθηκε καὶ ἀφοῦ ἔπεσε στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς ἀφόρητους πόνους στὰ μάτια, ἔμεινε ἄφωνος. Τότε οἱ παρευρισκόμενοι τὸν σήκωσαν καὶ ἀφοῦ ἔμεινε ἄφωνος τρεῖς ἡμέρες, τὴν τέταρτη ἡμέρα φώναξε δυνατὰ ὅτι Ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν. Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ὁ Βίκτωρας τὸν ρώτησε τί συνέβη καὶ ἄλλαξε τόσο ξαφνικὰ ἡ γνώμη καὶ ἡ στάση του. Ἐκεῖνος τότε τοῦ ἀπάντησε ὅτι τὸν προσκάλεσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Στὴ συνέχεια ὁ δούκας Σεβαστιανὸς κατηχήθηκε στὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὸν Βίκτωρα καὶ μόλις βαπτίσθηκε, ἐπανέκτησε τὸ φῶς του καὶ δόξασε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Βλέποντας οἱ εἰδωλολάτρες τὸ παράδοξο αὐτὸ θαῦμα, φοβήθηκαν μήπως πάθουν τὰ ἴδια ποὺ ὑπέστη ὁ δούκας. Γι’ αὐτὸ καὶ προσέτρεξαν στὸν Βίκτωρα καὶ ἀφοῦ κατηχήθηκαν ἀπὸ αὐτὸν στὴ χριστιανικὴ πίστη, βαπτίσθηκαν χριστιανοί.
.               Στὸ μεταξὺ ἡ Ἁγία Φωτεινή, στὴν ὁποία ἀποκαλύφθηκαν ὅλα ὅσα θὰ τῆς συνέβαιναν, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Καρθαγένη καὶ ἔφθασε στὴ Ρώμη, συνοδευόμενη ἀπὸ πλῆθος χριστιανῶν. Ἐκεῖ ἄρχισε νὰ κηρύττει μὲ ξεχωριστὴ παρρησία τὸν Χριστὸ καὶ ὅταν παρουσιάσθηκε μαζὶ μὲ τὸν γιό της, τὸν Ἰωσῆ, ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ, τοῦ εἶπε ὅτι θὰ τοῦ μιλήσει γιὰ τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ Τὸν ἀσπασθεῖ. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὅμως ἀναγγέλθηκε στὸν βασιλιὰ ὅτι εἶχαν ἔρθει ὁ δούκας Σεβαστιανὸς καὶ ὁ στρατηλάτης Βίκτωρας. Ὅταν ὁμολόγησαν καὶ οἱ δύο ὅτι ὅλα ὅσα πληροφορήθηκε ὁ Νέρων εἶναι ἀληθινά, τότε ὀργισμένος ὁ χριστιανομάχος βασιλιὰς τοὺς ρώτησε, ἐὰν ἀρνοῦνται τὸν Χριστὸ ἢ θέλουν νὰ πεθάνουν μὲ φρικτὸ θάνατο. Τότε ἀφοῦ ὕψωσαν τὰ μάτια τους στὸν οὐρανό, δήλωσαν ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἀποχωρισθοῦν ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Κατόπιν ὁ βασιλιὰς ρώτησε νὰ μάθει τὰ ὀνόματά τους. Τότε ἡ Ἁγία Φωτεινὴ παρουσίασε τὶς πέντε ἀδελφὲς καὶ τοὺς δύο γιούς της, ἐνῶ τοῦ δήλωσε ὕστερα ἀπὸ σχετικὸ ἐρώτημα ὅτι ὅλοι εἶναι σύμφωνοι καὶ ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
.                 Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ὁ ἐξαγριωμένος βασιλιὰς διέταξε νὰ συντριβοῦν οἱ ἁρμοὶ τῶν χεριῶν τους μὲ σιδερένιες σφαῖρες. Ὅμως παρὰ τὸ φρικτὸ βασανιστήριο οὔτε πόνο αἰσθάνθηκαν οὔτε τὰ χέρια τους συντρίφθηκαν, ἀφοῦ προστατεύθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ θαυμαστὸ τρόπο. Βλέποντας ὁ Νέρων τὸ παράδοξο αὐτὸ θαῦμα, διέταξε νὰ κοποῦν τὰ χέρια τῶν μαρτύρων. Ἀμέσως οἱ ὑπηρέτες τοῦ βασιλιᾶ ἅρπαξαν τὴν Ἁγία Φωτεινὴ καὶ ἀφοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια της, τὰ ἔβαλαν πάνω στὸ ἀμόνι. Ὅμως παρὰ τὰ ἀλλεπάλληλα χτυπήματα μὲ μαχαίρια, δὲν κατόρθωσαν ἀπολύτως τίποτα, ἀλλὰ ἀπεναντίας οἱ δήμιοι παρέλυσαν καὶ ἔπεσαν κάτω σὰν νὰ ἦταν νεκροί. Ἡ Ἁγία εὐχαρίστησε τὸν Θεό, ἀλλὰ ὁ αἱμοχαρὴς βασιλιὰς ἄρχισε νὰ ἀπορεῖ μὲ τὰ γενόμενα, ἀλλὰ καὶ νὰ σκέπτεται τί θὰ πράξει γιὰ νὰ κατατροπώσει τοὺς μάρτυρες καὶ νὰ τοὺς ὑποτάξει στὸ δικό του θέλημα. Ἔτσι ἀποφάσισε τοὺς μὲν ἄνδρες νὰ τοὺς κλείσει σὲ σκοτεινὴ φυλακή, τὴ δὲ Ἁγία Φωτεινὴ μαζὶ μὲ τὶς πέντε ἀδελφές της νὰ τὶς ὁδηγήσει μέσα σ’ ἕνα χρυσὸ κουβούκλιο. Ἐκεῖ οἱ θρόνοι, τὰ στολίδια, τὰ ἐνδύματα καὶ οἱ ζῶνες θὰ ἦταν χρυσά, ἐνῶ διέταξε καὶ τὴν κόρη του, τὴ Δομνίνα, νὰ πάει μαζὶ μὲ ὅλες τὶς ὑπηρέτριές της στὸ χρυσὸ κουβούκλιο, γιὰ νὰ δελεάσει τὴ Φωτεινὴ καὶ τὶς ἀδελφές της νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ χριστιανικὴ πίστη. Τοὺς δόθηκε μάλιστα καὶ ἡ ὑπόσχεση ὅτι ἐὰν ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό, τότε θὰ ἔχουν πάντοτε τὴν εὔνοια καὶ τὴ φροντίδα τοῦ βασιλιᾶ, ἀλλὰ καὶ πολὺ περισσότερα πλούτη καὶ τιμές. Ὅμως οἱ ἅγιες αὐτὲς γυναῖκες ἀπέρριψαν τὶς δελεαστικὲς προτάσεις τοῦ παρανοϊκοῦ βασιλιᾶ καὶ ὅταν ἡ Ἁγία Φωτεινὴ εἶδε τὴ Δομνίνα, τῆς εἶπε: «Χαῖρε, ἡ νύμφη τοῦ Κυρίου μου», ἡ δὲ κόρη τοῦ Νέρωνα τῆς ἀπάντησε: «Χαίροις καὶ σύ, κυρία μου, ἡ λαμπὰς τοῦ Χριστοῦ». Μόλις ἡ Ἁγία ἄκουσε τὴ Δομνίνα νὰ λέει τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, χάρηκε τόσο πολύ, ὥστε ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν Κύριο καὶ τὴν ἀγκάλιασε, τὴν κατήχησε στὴ χριστιανικὴ πίστη μαζὶ μὲ ὅλες τὶς ὑπηρέτριές της καὶ κατόπιν τὶς βάπτισε ὅλες. Στὴ Δομνίνα δόθηκε τὸ ὄνομα Ἀνθοῦσα, ἡ ὁποία πρόσταξε τὴ Στεφανίδα, ποὺ ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς ὑπηρέτριες, νὰ διανείμει στοὺς φτωχοὺς ὅλα τὰ χρυσὰ στολίδια καὶ τὰ χρήματα ποὺ βρίσκονταν μέσα στὸ χρυσὸ κουβούκλιο. Μόλις πληροφορήθηκε ὁ βασιλιὰς τὶς νέες αὐτὲς ἐξελίξεις, διέταξε ἐξοργισμένος νὰ βάλουν μέσα σ’ ἕνα πυρακτωμένο καμίνι ποὺ ἔκαιγε ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες τὴν Ἁγία Φωτεινὴ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς συνακολούθους της, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, καὶ νὰ τοὺς ἀφήσουν μέσα σ’ αὐτὸ τρεῖς ἡμέρες. Ὅταν ὅμως πέρασε τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἡμερῶν, διέταξε ὁ Νέρων νὰ ἀνοίξουν τὸ καμίνι καὶ ἐὰν βροῦν τὰ ὀστᾶ τους, νὰ τὰ ρίξουν στὸ ποτάμι. Ἀνοίγοντας ὅμως οἱ στρατιῶτες τὸ καμίνι, τοὺς βρῆκαν ὅλους σώους καὶ ἀβλαβεῖς, γεγονὸς ποὺ τοὺς ἄφησε ἄναυδους. Τὸ παράδοξο αὐτὸ θαῦμα διαδόθηκε ἀμέσως στὴ Ρώμη καὶ ὅλοι δόξασαν τὸν Θεό.
.               Μόλις ὁ βασιλιὰς ἔμαθε γιὰ τὸ νέο θαῦμα, ἀποφάσισε ἀμετανόητος καὶ τυφλωμένος ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν κακία του νὰ δώσουν στοὺς ἁγίους θανατηφόρα δηλητήρια. Γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ προσκλήθηκε ὁ μάγος Λαμπάδιος, ὁ ὁποῖος ἔδωσε πρῶτα στὴν Ἁγία Φωτεινὴ νὰ πιεῖ τὸ δηλητήριο. Ἐκείνη τότε ἔχοντας τὸ στὰ χέρια της, τοῦ εἶπε ὅτι λόγῶ τῆς ἁμαρτωλότητός του ὄχι μόνο δὲν πρέπει ἐκείνη καὶ οἱ ὑπόλοιποι νὰ τὸ πιοῦν, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸ κρατήσουν. Κατόπιν ἐνώπιόν τοῦ βασιλιᾶ καὶ τοῦ μάγου δήλωσε ὅτι πρώτη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους θὰ πιεῖ τὸ δηλητήριο στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ δοῦν τὴν παντοδυναμία Του. Στὴ συνέχεια ἂς πιοῦν καὶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι ποὺ συντάσσονται μαζί της. Ἀλλὰ ὅλοι ὅσοι ἤπιαν τὸ δηλητήριο, ἔμειναν ἀβλαβεῖς. Τότε ὁ μάγος ἔμεινε ἐκστατικὸς καὶ εἶπε στὴν Ἁγία ὅτι ἔχει καὶ ἄλλο πολὺ ἰσχυρότερο δηλητήριο. Μάλιστα δήλωσε ὅτι ἐὰν καὶ μ’ αὐτὸ τὸ θανατηφόρο παρασκεύασμα δὲν βροῦν ἀκαριαῖο θάνατο, τότε θὰ πιστέψει καὶ ἐκεῖνος στὸν Κύριο. Ὅμως καὶ αὐτὸ τὸ δηλητήριο δὲν εἶχε ἀπολύτως καμία ἐπίπτωση στὴν ὑγεία τους καὶ ἔτσι ὅλοι ἔμειναν ἀβλαβεῖς. Τότε ὁ μάγος ἔμεινε ἄναυδος ἀπὸ τὸ νέο θαῦμα καὶ ἀφοῦ μάζεψε ὅλα τὰ μαγικά του βιβλία, τὰ ἔριξε στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ καοῦν. Κατόπιν βαπτίσθηκε χριστιανός, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Θεόκλητος. Μόλις ὅμως ὁ αἱμοβόρος Νέρων ἔμαθε γιὰ τὴ μεταστροφὴ στὸν χριστιανισμὸ τοῦ μέχρι πρότινος μάγου, ἔδωσε τὴ διαταγὴ νὰ τὸν συλλάβουν. Στὴ συνέχεια τὸν ὁδήγησαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ρώμης, ὅπου ἔλαβε χώρα ὁ διὰ ξίφους ἀποκεφαλισμός του.
.               Μετὰ τὴ θανάτωση τοῦ Θεοκλήτου ὁ χριστιανομάχος βασιλιὰς πρόσταξε νὰ κόψουν τὰ νεῦρα τῶν ἁγίων, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν Ἁγία Φωτεινή. Ἀλλὰ κατὰ τὴ διάρκεια αὐτοῦ τοῦ βασανιστηρίου οἱ ἅγιοι ἐνέπαιζαν τὸν βασιλιὰ καὶ τοὺς θεούς του. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸν ἐξόργισε τόσο πολύ, ὥστε διέταξε νὰ ἀνακατέψουν θειάφι μὲ λιωμένο μολύβι καὶ ἀφοῦ κοχλάσει, νὰ τὸ χύσουν μέσα στὸ στόμα τῆς πολυάθλου Ἁγίας Φωτεινῆς καὶ μέσα στὰ αὐτιὰ τῶν ὑπολοίπων. Ὅμως καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ βασανιστήριο ἔμειναν ἀβλαβεῖς, δοξάζοντας τὸν Θεό. Ὁ Νέρων ἔμεινε τότε ἄναυδος, ἀλλὰ καὶ ἀμετανόητος. Γι’ αὐτὸ διέταξε νὰ τοὺς κρεμάσουν καὶ ἀφοῦ ξύσουν ὅλο τους τὸ σῶμα, νὰ τοὺς κάψουν μὲ ἀναμμένες λαμπάδες, ἐνῶ μέσα στὰ ρουθούνια τους ἔχυσαν ξίδι ἀναμεμειγμένο μὲ στάχτη. Ὅμως καὶ αὐτὰ τὰ βασανιστήρια ὄχι μόνο δὲν ἔκαμψαν τὴν πίστη τους, ἀλλὰ ἀπεναντίας τὴν ἐνίσχυσαν δοξάζοντας εὐτυχισμένοι τὸν Θεό. Ἡ παράνοια καὶ ἡ κακία ὅμως τοῦ αἱμοχαροῦς τυράννου τὸν ὁδήγησαν καὶ σὲ νέα βασανιστήρια. Ἔτσι διέταξε νὰ τοὺς τυφλώσουν καὶ νὰ τοὺς κλείσουν σὲ σκοτεινὴ καὶ βρώμικη φυλακὴ μὲ δηλητηριώδη φίδια. Ὅταν ὅμως κλείσθηκαν στὴ φυλακή, τὰ μὲν φίδια ἀπονεκρώθηκαν, ἡ δὲ δυσωδία μετατράπηκε σὲ εὐωδία. Ἐπιπλέον ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς ἔλαμψε μέσα στὸ σκότος τῆς φυλακῆς καὶ ὁ Κύριος παρουσιάσθηκε στὸ μέσο τῶν φυλακισμένων ἁγίων, λέγοντάς τους: «Εἰρήνη ὑμῖν». Κατόπιν ἀφοῦ πῆρε τὴν Ἁγία Φωτεινὴ ἀπὸ τὸ χέρι, τὴ σήκωσε καὶ τῆς εἶπε: «Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν πάντοτε, ὅθεν μὴ φοβεῖσθε, ἀλλὰ μᾶλλον πάντοτε χαίρετε». Ἀμέσως μ’ αὐτὸ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἀνέβλεψαν τὰ μάτια τῶν τυφλωθέντων ἁγίων, οἱ ὁποῖοι μόλις Τὸν εἶδαν, Τὸν προσκύνησαν. Κατόπιν ὁ Κύριος, ἀφοῦ τοὺς εὐλόγησε, λέγοντάς τους: «Ἀνδρίζεσθε καὶ ἐνδυναμοῦσθε», ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς.
.                   Ὁ ἀσεβὴς ὅμως Νέρων βλέποντας τὰ γενόμενα, πρόσταξε ἐξαγριωμένος νὰ μείνουν οἱ ἅγιοι μέσα στὴ φυλακὴ τρία χρόνια, ὥστε μέσα ἀπὸ δυσβάκτατες ταλαιπωρίες νὰ βροῦν φρικτὸ θάνατο. Μετὰ τὴν ἔλευση τῶν τριῶν ἐτῶν ἔστειλε ὁ βασιλιὰς ἀνθρώπους στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ ἀποφυλακίσουν ἕναν ὑπηρέτη. Μπαίνοντας ὅμως στὴ φυλακὴ εἶδαν τὴν Ἁγία Φωτεινὴ καὶ τοὺς συνακολούθους της νὰ χαίρουν ἄκρας ὑγείας καὶ νὰ ἔχουν ἐπανακτήσει τὴν ὅρασή τους. Ἀλλὰ καὶ ὁ χῶρος τῆς φυλακῆς εἶχε πλημμυρίσει ἄπλετο φῶς καὶ ἄρρητη εὐωδία, ἀφοῦ εἶχε καταστεῖ οἶκος, στὸν ὁποῖο δοξολογεῖτο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ προσέτρεχαν, κατηχήθηκαν στὴν πίστη καὶ βαπτίσθηκαν χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς ἔγκλειστους ἁγίους. Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς εἴδησης ὁ Νέρων ἔγινε ἔξω φρενῶν. Μάλιστα κατ’ ἐντολήν του ὁδηγήθηκαν οἱ ἅγιοι ἐνώπιόν του καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὸ ὅτι κηρύττουν μέσα στὴ φυλακὴ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοὺς ἀπείλησε ὅτι θὰ τοὺς ὑποβάλει σὲ νέα φρικτὰ βασανιστήρια. Ἐκεῖνοι ὅμως τοῦ δήλωσαν μὲ παρρησία: «Ἐκεῖνο ὅπερ θέλεις ποίησον, διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν παύσει κηρύττοντες τὸν Χριστόν, ὅστις εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ ποιητὴς τοῦ παντός». Μόλις ἄκουσε αὐτὰ ὁ παρανοϊκὸς βασιλιάς, πρόσταξε νὰ σταυρώσουν τοὺς ἁγίους κατακέφαλα καὶ νὰ ξύσουν τὶς σάρκες τοὺς ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες μέχρι νὰ διαλυθοῦν. Τοὺς ἄφησαν μάλιστα κρεμασμένους καὶ ἄλλες τέσσερις ἡμέρες. Ὅταν ὅμως οἱ δήμιοι πῆγαν νὰ δοῦν, ἐὰν ζοῦσαν ἀκόμη, ἀμέσως τυφλώθηκαν, μόλις τοὺς εἶδαν κρεμασμένους. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ Ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἀφοῦ ἔλυσε τοὺς μάρτυρες, θεράπευσε ὅλες τὶς πληγές τους. Τότε ἡ Ἁγία Φωτεινὴ αἰσθανόμενη λύπη γιὰ τὴν τύφλωση τῶν δημίων, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ἀμέσως ἐπανέκτησαν τὸ φῶς τους, γεγονὸς ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ πιστέψουν στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ βαπτισθοῦν χριστιανοί.
.                     Ὅταν ὅμως πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Νέρων, διέταξε ἐξοργισμένος νὰ γδάρουν τὸ δέρμα τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, τὸ ὁποῖο ἔριξαν στὸ ποτάμι, ἐνῶ τὴν ἴδια τὴν ἔριξαν σ’ ἕνα πηγάδι. Ἀλλὰ καὶ ὁ Σεβαστιανός, ὁ Φωτεινὸς καὶ ὁ Ἰωσῆς εἶχαν τὴν ἴδια τύχη, ἀφοῦ καὶ οἱ τρεῖς ἐγδάρησαν, ἐνῶ τοὺς ἔκοψαν ἀκόμα καὶ τὰ γεννητικά τους ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἔριξαν στὰ σκυλιά. Στὶς πέντε ἀδελφές τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς ἔκοψαν πρῶτα τοὺς μαστούς τους καὶ κατόπιν ἔγδαραν τὸ δέρμα τους. Ἀξιοθαύμαστη ὑπῆρξε ἡ γενναιότητα τῆς Ἁγίας Φωτίδος ποὺ ἦταν μία ἀπὸ τὶς πέντε ἀδελφές τῆς πολυάθλου Ἁγίας Φωτεινῆς, ἡ ὁποία ὅταν πῆγαν νὰ τὴν γδάρουν, δὲν ἤθελε νὰ κρατηθεῖ ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ μόνη της καὶ μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα ὑπέμεινε τὸ μαρτύριό της. Ἡ μεγαλοψυχία καὶ ἡ γενναιότητα ὅμως, ποὺ ἐπέδειξε ἡ Ἁγία Φωτίδα, ἐξαγρίωσε ἀκόμη περισσότερο τὸν Νέρωνα, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ τὴν δέσουν στὶς λυγισμένες κορυφὲς δύο δένδρων ποὺ εἶχαν ἐνώσει μὲ τὴ βία καὶ κατόπιν νὰ τὶς ἀφήσουν νὰ ἔρθουν στὴν πρότερή τους θέση. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ διαμελισθεῖ ἡ ἔνδοξος μάρτυς σὲ δύο μέρη καὶ νὰ παραδώσει τὴν ἁγία της ψυχὴ στὸν Θεό. Κατόπιν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Νέρωνα ἀποκεφαλίσθηκαν διὰ ξίφους οἱ ὑπόλοιποι μάρτυρες ἐκτὸς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, τὴν ὁποία ἀνέσυραν ἀπὸ τὸ πηγάδι καὶ τὴν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Ὅμως ἡ πολυάθλος Ἁγία αἰσθανόταν πολὺ μεγάλη λύπη, διότι δὲν εἶχε ἀξιωθεῖ ἀκόμη τοῦ στεφάνου τοῦ μαρτυρίου, ὅπως οἱ ὑπόλοιποι. Γι’ αὐτὸ καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται στὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος τῆς παρουσιάσθηκε καὶ ἀφοῦ τὴν σφράγισε τρεῖς φορὲς μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, θεράπευσε ὅλες τὶς πληγές της. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς ἡμέρες καὶ ἀφοῦ δόξασε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, παρέδωσε στὰ χέρια Του τὴν πάναγνη ψυχή της.

 

ΠΗΓΗ: syndesmosklchi.blogspot.gr

, ,

Σχολιάστε

ΟΙ ΝΑΖΑΡΗΝΟΙ, ΟΙ ΓΑΔΑΡΗΝΟΙ, ΟΙ “ΓΑΪΔΟΥΡΙΝΟΙ” ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΜΑΡΕΙΤΕΣ

«Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ´ 40-41). Οἱ Ναζαρηνοὶ ζητοῦσαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸ χεῖλος τοῦ ὄρους (βλ. Λουκ. δ´ 29), «διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ». Οἱ Γαδαρηνοὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ἀφήσει καὶ νὰ φύγει μακριὰ (Λουκ. η΄ 37). Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ Σαμαρεῖτες ὅμως τοῦ ζήτησαν νὰ μείνει μαζί τους, «ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς». βλ. σχετ.: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς) https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/05/12/τῆς-σαμαρείτιδος-ἁγ-νικολάου-βελιμ/

ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Οἱ «θεσμοθετημένοι» Νεοέλληνες, μοιάζουν μὲ τοὺς Ναζαρηνούς καὶ τοὺς Γαδαρηνούς. Καὶ συγκροτοῦν τὴν τρίτη κατηγορία, τῶν ΓΑΪΔΟΥΡΙΝΩΝ, ποὺ ΚΛΩΤΣΑΝΕ τὸν Χριστό καὶ τοῦ ζητᾶνε νὰ φύγει ἀπὸ τὴν μέση. Γιὰ νὰ εἶναι «διακριτοὶ οἱ ρόλοι», γιὰ νὰ μὴ ἀκοῦνε τὸν λόγο Του. Τὸ πολὺ-πολὺ νὰ Τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ κάνει συσσίτια καὶ πολυ-αυτιστικὲς φιέστες. Ἢ νὰ λέει ὡραῖα λογάκια: «Μέσα π ατν λοιπν τν διαλεκτικ διαδικασία τ ξιολογικ ρώτημα πλέον δν εναι ποις Πολιτισμός, ποι κκλησία ποι Θρησκεία εναι ρθ στ παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, λλ πῶς, κα ποις λύσεις μπορον ν προτείνουν μπρακτα στ διέξοδο τν σημερινν σχέσεων μεταξ τν νθρώπων λλ κα μεταξύ τους σ μία διαλεκτικ μ τν κοινωνία».

Σχολιάστε

«Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΑΡΧΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ

«Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΑΡΧΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΡΙΒΗΣ

Ἀπὸ τὸ τὸ βιβλίο τοῦ Παναγ. Τρεμπέλα:
«Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο»,
ἐκδ. «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀθῆναι 1990,
ἔκδ. τετάρτη, σελ. 145


Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ»: Ἂν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας στὴν …θέση τῆς Σαμαρείτιδος «βάλουμε» τὴν Ἑλλάδα, εἶναι προφανέστατο τὸ νόημα…! Καὶ ἡ σειρά, ἡ τάξη τοῦ «πνευματικοῦ νόμου»!

.        Δὲν παρεκβαίνει τοῦ περὶ ὕδατος ζῶντος λόγου ὁ Κύριος ζητῶν ἀπὸ τὴν Σαμαρείτιδα,ἵνα φωνήσῃ καὶ τὸν ἄνδρα αὐτῆς. Ὅ, τι εἶχεν εἴπει εἰς τὴν γυναῖκα περὶ ὕδατος ζῶντος, θὰ παρέμεινεν ἀκατανόητον εἰς αὐτήν, διότι δὲν εἶχε πεισθῆ αὕτη περὶ τοῦ ὅτι ἦτο ἔνοχος. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἀφυπνισθῇ ἡ συνείδησίς της, νὰ διανοιχθῇ τὸ ὑποκρυπτόμενον ἀπόστημα τῆς ἁμαρτίας καὶ τότε θὰ ἐγίνετο εὐκολώτερον ἀντιληπτὸν εἰς τὴν γυναῖκα τὸ φάρμακον τῆς χάριτος. Ὅσοι ζητοῦν τὰ ὕδατα τῆς χάριτος καὶ τῆς χαρᾶς, πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ᾽ ὄψει, ὅτι αἱ πρῶται σταγόνες τῶν ὑδάτων τούτων εἶναι τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας. Ἡ γυνὴ ἐπεθύμει νὰ πίῃ ἀπὸ τὴν πηγὴν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ πίῃ ἀπὸ τὴν πηγὴν τῆς συντριβῆς, τὴν ὁποίαν ἦτο ἀπαραίτητο νὰ αἰσθανθῇ διὰ τὰς ἁμαρτίας της.

, ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΖΩΝΤΑΝΟ ΝΕΡΟ

, ,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος

Ἀπό τό βιβλίο:«Ἀναστάσεως ἡμέρα»
ἐκδ. Πέτρου Μπότση, Ἀθῆναι 2011

.         «Ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὅ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ´ 5) Ἡ περιοχὴ ὁλόκληρη ἀπὸ τὴν Ἰουδαία μέχρι τὴν Γαλιλαία ὀνομάζεται Σαμάρεια. Τὸ ὄνομά της τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸ βουνὸ Σαμάρεια. Ὁ δρόμος ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὴν Γαλιλαία ἐξακολουθεῖ νὰ περνάει ἀπὸ τὴν Συχὰρ (τὴ σημερινὴ Ἄσκαρ). Ἐκεῖ εἶναι ἕνα κομμάτι γῆς ποὺ τὸ εἶχε ἀγοράσει ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ἐμώρ κι ἔχτισε ἐκεῖ ἕνα θυσιαστήριο, πού τὸ ὀνόμασε «Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ» (Γέν. λγ´ 19-20). Ἀργότερα ὁ Ἰακὼβ δώρησε τὴν γῆ αὐτὴ στὸν γιό του Ἰωσήφ.
.         «Ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη» (Ἰωάν. δ΄ 6). Ἡ πηγὴ αὐτὴ εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακὼβ εἴτε ἐπειδὴ ὁ προπάτοράς μας Ἰακὼβ εἶχε κατοικήσει κοντὰ στὸ πηγάδι αὐτὸ μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια του εἴτε ἐπειδὴ τὸ πηγάδι αὐτὸ τὸ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος. Κουρασμένος ἀπὸ τὸν ἀπόκρημνο καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ὣς ἐκεῖ, ὁ Κύριος κάθησε δίπλα στὸ πηγάδι γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Ἡ ἕκτη ὥρα, ὅπως τὴν μετροῦσαν στὴν Ἀνατολή, ἦταν ἡ μεσημβρία.
.         Ὁ Κύριος ἔφτασε ἐκεῖ τὴν ὥρα πού ὁ ἥλιος μεσουρανοῦσε κι ἡ ζέστη ἦταν μεγάλη. Ἦταν κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας πού ἔκανε γιὰ τὴν σωτηρία μας, ὅπως κεκοπιακώς ἦταν κι ἀργότερα, ὅταν ἀνέβαινε στὸ σταυρὸ αἱμόφυρτος καὶ πονεμένος. Γιατί δὲν ταξίδεψε νύχτα, πού εἶχε καὶ δροσιά; Οἱ νύχτες γιὰ τὸν Κύριο ἦταν ἀφιερωμένες στὴν προσευχή. Κι ἂν ὑποθέσουμε στὴν συγκεκριμένη περίπτωση πώς θὰ ταξίδευε νύχτα, τὸ εὐαγγέλιο θὰ ἦταν φτωχότερο κατὰ ἕνα μοναδικὸ γεγονὸς κι ἀπὸ μιὰ πολὺ διδακτικὴ καὶ σωστικὴ ἀποκάλυψη. Ταξίδευε μέρα, μὲ τὰ πόδια, στοὺς ἀνηφορικοὺς κι ἀπότομους δρόμους καὶ μὲ μεγάλη ζέστη, κουρασμένος καὶ διψασμένος, γιατί βιαζόταν νὰ ἐκμεταλλευτεῖ κάθε στιγμὴ τοῦ ἐπίγειου βίου Του, μέρα καὶ νύχτα, γιὰ τὴ σωτηρία μας.
.         «Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν». (Ἰωάν. δ´ 7). Ὁ εὐαγγελιστής τονίζει πώς ἡ γυναίκα ἦταν Σαμαρεῖτις, ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι χαρακτήριζαν τοὺς Σαμαρεῖτες ὡς εἰδωλολάτρες. Δός μοι πιεῖν, τῆς εἶπε ὁ Κύριος. Ἦταν κουρασμένος καὶ διψασμένος, σημάδι πώς τὸ σῶμα Του ἦταν ἀληθινὰ ἀνθρώπινο σῶμα κι ὄχι ὁμοίωμα, ὅπως ἰσχυρίστηκαν κάποιοι αἱρετικοί. Ὅπως τὸ σῶμα Του δάκρυζε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ὑπόφερε ἀπό τούς πόνους Του στὸ σταυρό, ἔτσι εἶχε καὶ τὴν αἴσθηση τῆς πείνας καὶ τῆς δίψας.
.          Ἂν τὸ ἤθελε, θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ ξεπεράσει τὴν ἀνάγκη αὐτή, ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτήν. Θὰ μποροῦσε μὲ τὴ θεϊκή Του δύναμη νὰ τὴν ἀναστείλει γιὰ κάποιο διάστημα ἢ καὶ νὰ τὴν καταργήσει ἐντελῶς. Πῶς ὅμως ἔτσι θά ᾽δειχνε ὅτι ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος; Πῶς θὰ μποροῦσε «κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι»; (Ἑβρ. β´ 17), πῶς θὰ τοὺς ὀνόμαζε ἀδελφούς Του; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς διδάξει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία στὶς θλίψεις, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν εἶχε ὑποφέρει καὶ δὲν εἶχε ὑπομείνει τὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς; Καὶ τελευταῖο, θὰ μποροῦσε ἡ τελικὴ νίκη Του νά ᾽χει τὴν λαμπρότητα πού μᾶς δυναμώνει καὶ μᾶς φωτίζει στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν τὰ εἶχε ὑπομείνει πρῶτος ὅλα καὶ μάλιστα στὸν ὕψιστο βαθμό;
.         Θὰ ρωτήσει κανείς: «Πῶς γίνεται Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ πολλαπλασιάσει τοὺς ἄρτους καὶ νὰ περπατάει στὸ νερό, σὰν σὲ στέρεο ἔδαφος, νὰ μὴ μπορεῖ μετὰ ἀπὸ ἕνα τόσο κοπιαστικὸ καὶ μακρὺ ταξίδι, μ’ ἕνα Του λόγο (ἢ καὶ μὲ μιά Του σκέψη) ν’ ἀνοίξει ξαφνικὰ μιὰ πηγὴ μὲ νερὸ στὸ βράχο ἢ στὴν ἄμμο καὶ νὰ σβήσει τὴν δίψα του;».
.         Σίγουρα αὐτὸ ἀνήκει στὴν δύναμή Του. Τὸ ἔκανε ὁ Μωυσῆς αὐτὸ στὴν ἔρημο. Τὸ ἔκαναν καὶ πολλοὶ ἅγιοι στὸ ὄνομά Του, ἀπὸ τότε ποὺ ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία μας. Πῶς λοιπὸν δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνει ὁ Ἴδιος; Μποροῦσε, μὰ δὲν ἤθελε. Ποτέ Του δὲν ἔκανε οὔτε ἕνα μοναδικὸ θαῦμα μόνο γιὰ τὸ δικό Του καλό, γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ ποτίσει ἤ νὰ ντύσει τὸν ἑαυτό Του. Ὅλα τὰ θαύματα τὰ ἔκανε γιὰ τοὺς ἄλλους. Δὲν ὑπάρχει σκιὰ ἰδιοτέλειας στὴ ζωή Του. Ἀκόμα κι ὅταν μικρὸ παιδὶ ἔφυγε γιὰ ν’ ἀποφύγει τὸ ξίφος τοῦ Ἡρώδη, δὲν τὸ ἔκανε γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλά γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὥρα Του δὲν εἶχε φτάσει ἀκόμα. Ὅταν ὅμως ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο Του ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, δὲν προσπάθησε ν’ ἀποφύγει τὸν θάνατο, δὲν ἔφυγε. Ἀντίθετα, πῆγε νὰ τὸν συναντήσει.
.         Ὅλα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, κάθε συμπεριφορά Του καὶ κάθε ἔργο πού ἔκανε σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τὰ πάντα καθοδηγοῦνταν ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη ἀγάπη Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς κι ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη σοφία Του.
.          Δός μοι πιεῖν. Ὁ Δημιουργὸς τὸ ζητάει αὐτὸ ἀπὸ τὸ πλάσμα Του. Τὰ λόγια αὐτὰ ἀντηχοῦν ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ εἶπε μόνο στὴ Σαμαρείτιδα. Ἀπευθύνονται σ’ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων, ὣς τὴν συντέλεια τοῦ κόσμου.
.         Δός μοι πιεῖν, λέει σήμερα ὁ Χριστὸς στὸν καθένα μας. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ νεροῦ, Ἐκεῖνος πού παρέχει τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανούς, τὰ ποτάμια καὶ τὶς πηγές, δὲν τὸ λέει αὐτὸ ἐπειδὴ διψάει γιὰ νερό. Διψάει γιὰ τὴν ἀγαθή μας θέληση, γιὰ τὴν ἀγάπη μας. Ὅταν τοῦ δίνουμε κάτι, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ δικό μας, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ δικό Του. Κάθε ποτήρι νερὸ πού ἔχουμε στὴ γῆ δικό Του εἶναι, Ἐκεῖνος τὸ δημιούργησε. Γιὰ κάθε ποτήρι ψυχροῦ ὕδατος ποὺ δίνουμε στοὺς ἀδελφούς Του τοὺς ἐλαχίστους, ἔχει πληρώσει μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του. Μὲ τὴν ἀνεξάντλητη κι ἀμίμητη ταπείνωσή Του ὅμως δὲν ζητάει ἀπὸ τὴ Σαμαρείτιδα ὡς Δημιουργὸς ἀπὸ τὸ πλάσμα Του, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ ἄνθρωπο. Μᾶς δείχνει ἔτσι τὴν ταπείνωσή Του καὶ φανερώνει τὴν περιορισμένη καὶ ἐνδεῆ ἀνθρώπινη φύση Του. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσει κάτι ἀπὸ κάποιον ἄλλον, ὅπως ἔχει καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξυπηρετήσει καὶ νὰ ἐλεήσει τὸν ἄλλον.
.         «Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι» (Ἰωάν. δ´ 8). Ὁ Κύριος δὲν ἦταν μόνο κουρασμένος καὶ διψασμένος, ἀλλά πεινοῦσε κιόλας, ὅπως κι οἱ μαθητές Του. Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ ἀκόμα ἀπόδειξη πώς ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ πώς δὲν ἔκανε θαύματα στὶς περιπτώσεις πού ἡ θαυματουργία δὲν λειτουργοῦσε γιὰ τὸ γενικότερο καλό, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν, ὥστε νὰ ἐξηγήσει γιὰ ποιὸ λόγο ὁ Κύριος ζήτησε νερὸ ἀπὸ τὴ γυναίκα. Ἂν οἱ μαθητὲς ἦταν ἐκεῖ θὰ εἶχαν βγάλει ἐκεῖνοι νερό, ὁπότε ἡ γυναίκα δὲν χρειαζόταν ν’ ἀναφερθεῖ.
.         Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Θεία πρόνοια ἤθελε νὰ δημιουργήσει τὴν εὐκαιρία γιὰ τὴ δική μας διδαχή, ὥστε ὅταν κι ἐμεῖς συναντᾶμε τὸν ἐχθρό μας στὴν ἀνάγκη του, νὰ τὸν βοηθᾶμε. Κι ὅταν τὸ ἔθνος μας βρίσκεται σὲ ἔχθρα μὲ τοὺς γειτονικοὺς λαούς, ἐμεῖς σὰν ἄνθρωποι νὰ μὴν τολμᾶμε νὰ ἐπεκτείνουμε τὴν ἔχθρα σὲ κάθε ἄνθρωπο τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Ὅταν μᾶς δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, εἶναι καθῆκον μας νὰ βοηθᾶμε κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει ἀνάγκη, χωρὶς νὰ προσέχουμε ἂν ἀνήκει στὸ δικό μας ἔθνος ἢ ὄχι.
.         «Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις» (Ἰωάν. δ´ 9). Ἡ γυναίκα εἶχε τὴν ἄποψη ποὺ εἶχαν ὅλοι στὴν ἐποχή της, πώς ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ μισεῖ μόνο ἕνα ἐχθρικὸ ἒθνος, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀνήκει στὸ ἔθνος αὐτό. Στὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη ὁ Κύριος ἐπισήμανε τὴν ἔχθρα καὶ τὸ μίσος ποὺ ἔνιωθαν οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες. Καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξηγεῖ γιατί κι οἱ Σαμαρεῖτες ἔνιωθαν τὸ ἴδιο μίσος γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Γιὰ νὰ σπάσει τὸ φράγμα τοῦ μίσους ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, πρέπει πρῶτα νὰ σπάσει κανεὶς τὸ φράγμα πού δημιουργεῖ τὸ μίσος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς λογικὸς τρόπος γιὰ νὰ θεραπεύσει κανεὶς τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴ μεγάλη ἀρρώστια τοῦ ἀμοιβαίου μίσους.
.         «Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν» (Ἰωάν. δ´ 10). Ἡ  δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ τόσο μὲ τὴν ὑλικὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ ἔννοια. Ἀπὸ τὴν ὑλικὴ ἄποψη ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κατανοήσουμε πώς ἀναφέρεται σ’ ὅλα ὅσα ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγαθότητά Του δημιούργησε καὶ ἔδωσε γιὰ χρήση καὶ βοήθεια στὸν ἄνθρωπο.
.         Ἂν ἐσύ, γυναίκα, γνώριζες πώς τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν ἀνήκει οὔτε στοὺς Σαμαρεῖτες οὔτε στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλ’ εἶναι τοῦ Θεοῦ· ἂν γνώριζες πώς ὅταν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸ νερό, αὐτὸς δὲν ἔβαλε πινακίδες ποὺ νὰ λένε πὼς «αὐτὸ εἶναι γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες» ἢ «γιὰ τοὺς Ἰουδαίους», ἀλλὰ «γιὰ τοὺς ἀνθρώπους», τότε θὰ ἔβγαζες τὸ νερὸ αὐτὸ μὲ δέος, ἀφοῦ εἶναι δῶρο Θεοῦ, καὶ θὰ τὸ ἔδινες στὸν διψασμένο ἄνθρωπο νὰ πιεῖ μὲ ἀκόμα μεγαλύτερο δέος, ἀφοῦ τὸ προσφέρεις στὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ κόσμος ὁλόκληρος εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο· κι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δῶρο Θεοῦ στὸν κόσμο.
.         Ἀπὸ πνευματικὴ ἄποψη τώρα, ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Παραδίνοντας ὁλόκληρο τὸν ὁρατὸ κόσμο στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του, ὁ Θεὸς τοῦ δίνει τὸν Ἴδιο Του τὸν Ἑαυτό. Ἂν ἐσύ, γυναίκα, γνώριζες τί πολύτιμο δῶρο ἔστειλε ὁ Θεὸς στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Σαμαρεῖτες, καθὼς καὶ σ’ ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς χωρὶς ἐξαίρεση, ἡ ψυχή σου θὰ ἔτρεμε. Θὰ ἔκλαιγες ἀπὸ χαρά, θὰ ἔμενες ἄφωνη ἀπὸ θαυμασμό, δὲν θὰ τολμοῦσες νὰ σκέφτεσαι κὰν γιὰ ἀμοιβαία ἔχθρα καὶ γιὰ μίσος ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Σαμαρεῖτες.
.         Νὰ ξέρεις πώς ἂν ἐπρόκειτο νὰ σοῦ ἀποκαλυφτοῦν ὅλα τὰ μυστήρια Ἐκείνου ποὺ τώρα μιλάει μαζί σου, Αὐτοῦ πού κρίνοντας ἀπὸ τὴν ἐξωτερική Του ἐμφάνιση τὸν λογαριάζεις γιὰ κάποιον συνηθισμένο ἄνθρωπο, ποὺ ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοράει κι ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ μιλάει τὸν θεωρεῖς Ἰουδαῖο, «σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν». Μὲ τὸ «ὕδωρ ζῶν» ἐννοεῖ ὁ Κύριος τὴν φωτιστικὴ καὶ ζείδωρη δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ὑποσχέθηκε στοὺς πιστούς. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον, ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰωάν. ζ´ 38-39). Ἡ γυναίκα ὅμως δὲν ἤξερε καὶ δὲν καταλάβαινε τίποτα ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ καὶ γι’ αὐτὸ συνέχισε νὰ ρωτάει:
.         «Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν. ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ´ 13, 14). Δούλους δὲν ἔχεις, δοχεῖο δὲν ἔχεις, τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Πῶς λοιπὸν θ’ ἀντλήσεις τὸ δροσερὸ καὶ ζωογόνο νερό; Ἡ γυναίκα ἔβλεπε τὸν Κύριο κάτω ἀπὸ τὸ κάλυμμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας, τὸν λογάριαζε κάποιον συνηθισμένο θνητό, ἕναν ἀβοήθητο ἄνθρωπο. Ὕδωρ ζῶν, καὶ τότε καὶ τώρα, ὀνομάζεται τὸ νερὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ πηγή, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ νερὸ ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ πηγάδια καὶ στέρνες.
.         Ὑπάρχει ὅμως καὶ πηγαδίσιο νερὸ πού ὀνομάζεται δροσερό, ζῶν ὕδωρ, ὅταν τὸ πηγάδι αὐτὸ τροφοδοτεῖται ἀπὸ πηγή. Ἡ πηγὴ βρίσκεται στὸν πυθμένα τοῦ πηγαδιοῦ, ἀπ’ ὅπου ρέει τὸ νερὸ καὶ τὸ γεμίζει. Σὲ κάποια στιγμὴ ὅμως τῆς ἔρχεται μιὰ δεύτερη σκέψη καὶ βιάζεται νὰ τὴν ἐξωτερικεύσει: μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ; Σὰ νὰ ᾽θελε νὰ πεῖ: Μήπως μπορεῖς ἐσὺ νὰ δημιουργήσεις μιὰ ἄλλη πηγὴ νεροῦ, δίπλα στὴν πρώτη; Ὁ πατέρας μας Ἰακὼβ δὲν δημιούργησε τὴν πηγή, ἀλλ’ ἁπλῶς τὴν ἔχτισε καὶ τὴν περιόρισε. Ἂν ἐσύ μπορεῖς νὰ δημιουργήσεις μιὰ ἄλλη πηγή, νὰ φτιάξεις τρεχούμενο νερό, αὐτὸ θὰ ἦταν ὕδωρ ζῶν, καὶ τότε βέβαια θὰ ἤσουν μείζων τοῦ πατέρα μας Ἰακώβ. Εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον; Τὸ πηγάδι αὐτὸ τοῦ Ἰακὼβ ἔχει τόσο ἄφθονο νερό, ὥστε ἀπ’ αὐτὸ ἤπιε ὁ ἴδιος, ἤπιαν τὰ παιδιά του, τὰ ζωντανά του κι ὅλοι ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε ἐδῶ κοντά, καθὼς κι οἱ ταξιδιῶτες ποὺ περνοῦν ἀπ’ ἐδῶ, κι οἱ ἐπισκέπτες. Κι αὐτὸ γίνεται αἰῶνες τώρα καὶ τὸ νερὸ στὸ πηγάδι δὲν στερεύει. Μήπως ἐσύ μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι καλλίτερο κι ἀνώτερο ἀπ’ αὐτό;
.         Τὰ λόγια αὐτὰ τῆς Σαμαρείτιδας ἀπὸ τὴ μιὰ φανερώνουν τὴν ὑπερηφάνειά της γιὰ τὸν πατέρα τους Ἰακώβ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη διατυπώνουν κάτι περισσότερο ἀπὸ ἀμφιβολία, κάτι σὰν εἰρωνεία στὸν Κύριο Ἰησοῦ. Δὲν ἦταν τόσο ἀγενὴς καὶ δημόσια ἡ εἰρωνεία ὅσο ἐκείνη ποὺ ἔγινε κατὰ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, ὅταν οἱ ἄνθρωποι πού ἄκουσαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς λέει πὼς κοιμᾶται τὸ κορίτσι, τὸν περιγελοῦσαν (κατεγέλων αὐτοῦ), ἦταν ὅμως μιὰ ἔμμεση καὶ κρυφὴ εἰρωνεία. Ὁ Κύριος ὅμως ποὺ σκοπὸ Του εἶχε νὰ τραβήξει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν λάσπη τῆς ἁμαρτίας, ἦταν προετοιμασμένος νὰ δεχτεῖ ἐμπαιγμοὺς καὶ εἰρωνεῖες τόσο ἀπὸ ἀνθρώπους ὅσο κι ἀπὸ δαίμονες. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μέμφεται τὴν γυναίκα γι’ αὐτὴν τὴν αἰχμηρὴ εἰρωνεία, ἀλλά προχωρεῖ μὲ στόχο τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς της:
.         «Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν·ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ´ 13,14). Ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ στὴ γυναίκα μὲ τὸν τρόπο πού θά ᾽θελε ἐκείνη. Δὲν θὰ τῆς πεῖ πόσο ἀνώτερος εἶναι ἀπὸ τὸν Ἰακώβ. Ἐκεῖνος βλέπει τὴν αἰτία τῆς παρανόησης ἀνάμεσα στὸν Ἴδιο καὶ στὴν γυναίκα, ἡ γυναίκα ὅμως δὲν τὴν βλέπει.
.         Ἡ παρανόηση προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι Αὐτὸς τῆς μιλάει γιὰ τὸ πνευματικὸ νερό, τὸ ζωογόνο. Ἡ γυναίκα ὅμως εἶναι μαθημένη νὰ σκέφτεται μὲ τὴ γήινη ἀντίληψη, ἐκείνη πού νιώθουν κι οἱ αἰσθήσεις. Ἐκείνη κατανοεῖ τὸ νερὸ ποὺ μπορεῖ νὰ δεῖ, ποὺ δημιούργησε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξεδιψάει πρόσκαιρα τὴν φυσικὴ δίψα. Τὸ ζῶν ὕδωρ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλάει ὁ Κύριος εἶναι ἡ ζωοποιὸς Θεία Χάρη ποὺ ἀναζωογονεῖ καὶ ξεδιψάει τὴν ψυχή, ποὺ τὴν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, ἐνῶ ἀκόμα βρίσκεται στὴν παροῦσα. Ὅταν ἡ ζωοποιὸς αὐτὴ Χάρη εἰσέρχεται στὸν ἄνθρωπο, ἀνοίγει μέσα του μιὰ ἀνεξάντλητη πηγὴ ζωῆς, χαρᾶς καὶ δύναμης.
.         «Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν» (Ἰωάν. δ´ 15). Ἡ γυναίκα βρίσκεται ἀκόμα ἐγκλωβισμένη στὴ δική της ἀντίληψη, σκέφτεται ἀκόμα τὸ ἐπίγειο νερό. Στὴν καλλίτερη περίπτωση θά ᾽παιρνε τὸν Κύριο γιὰ κάποιον μάγο, ἱκανὸ νὰ κάνει ἕνα θαῦμα μὲ ἀπάτη. Γιὰ νὰ ἐξουδετερώσει λοιπὸν τὴν ἀνθρώπινη αὐτὴ ἀντίληψη τῆς γυναίκας, ὁ Κύριος γυρίζει ξαφνικὰ τὴν συζήτηση σὲ ἄλλο θέμα.
.         «Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας» (Ἰωάν. δ´ 16-18). Τῆς τὸ εἶπε αὐτὸ γιὰ νὰ τὴν μάθει νὰ σκέφτεται πνευματικά, ὄχι σαρκικά. Ὁ Κύριος δὲν τὸ λογαριάζει συνετὸ νὰ κάνει κάποιο θαῦμα μπροστά της, μὰ νὰ δείξει πώς ὁ Ἴδιος εἶναι προφήτης. Ξέρει πώς αὐτὸ θὰ ἔχει τὸ ἴδιο δυνατὸ ἀποτέλεσμα μὲ τὴ θαυματουργία. Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς δὲν ἔχει ἄντρα, μὰ θέλει ν’ ἀκούσει τὴ δική της ἀπάντηση. Τὴν ταρακουνᾶ, φανερώνοντας τὴν παντογνωσία Του.
.         Πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες. Αὐτὴ ἦταν μιὰ δυνατὴ ἔκπληξη γιὰ τὴ γυναίκα. Τώρα ὅμως ἀκούει κι ἕνα ἔνοχο μυστικό της, πού πολὺ θά ᾽θελε νὰ κρύψει, ὅπως, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ. Αὐτὸ λειτούργησε σὰν κεραυνὸς πού ἄστραψε στὸν γαλανὸ οὐρανό.
.         Ἀλλά μὴ κατακρίνεις τὴν Σαμαρείτιδα, ἀνθρώπινη ψυχή. Μὴ τὴν καταδικάζεις. Ρώτησε καλύτερα τὸν ἑαυτό σου: «Ποιὸς εἶναι ὁ σύζυγός μου;» Δὲν εἶχες ἤδη πέντε ἄντρες ἴσαμε τώρα; Κι ὁ σύντροφος πού ἔχεις τώρα δὲν εἶναι κάποιος ἄλλος κι ὄχι ὁ νόμιμος σύζυγός σου; Ἡ ψυχὴ εἶναι ἐκκλησία. Κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός. Μὲ λίγα λόγια, σύζυγος (Νυμφίος) τῆς χριστιανικῆς ψυχῆς εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Ἂν ὅμως παραμένεις δεμένη σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἂν εἶσαι «συζευγμένη» μ’ αὐτὸν κι ἂν οἱ πέντε αἰσθήσεις σου εἶναι ταιριασμένες μαζί του, τότε θὰ βρίσκεσαι στὴν ἴδια ἁμαρτωλὴ καὶ δύστυχη κατάσταση ὅπου βρέθηκε κι ἡ Σαμαρείτιδα. Ἂν εἶσαι δυσαρεστημένη κι ἀπογοητευμένη ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις σου, τότε τὶς ἔχεις πραγματικὰ ἀπορρίψει, ἔχεις πάρει διαζύγιο ἀπ’ αὐτές. Τότε θὰ εἶναι σὰν πέντε νεκροὶ σύζυγοι, ὁπότε ἐσύ ἀποφασίζεις νὰ ζήσεις μὲ τὸν ἕκτο σύντροφο, πού βέβαια δὲν εἶναι νόμιμος σύζυγός σου, ἀλλά διάδοχος τῶν ἄλλων πέντε, πού ὅλοι μαζὶ ὁλοκληρώνουν τὴν αἰσθητική σου ἀντίληψη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ψέμα κι ἡ λάσπη ποὺ ἔχουν μαζέψει οἱ αἰσθήσεις μέσα σου κι ἔχουν σχηματίσει ἕνα σωρὸ ἀπὸ σκουπίδια.
.         Ἡ συνομιλία τοῦ Κυρίου μὲ τὴ Σαμαρείτιδα εἶναι συζήτηση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἄπιστη ψυχή. Ἡ συνομιλία αὐτὴ περιέχει ἕνα μήνυμα γιὰ σένα. Εἶναι συνομιλία ἀνάμεσα στὸν Οὐράνιο Νυμφίο καὶ τὴ νύμφη Του, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Κύριος ἐπικέντρωσε τὴν συζήτησή Του στὸν ἄντρα τῆς Σαμαρείτιδας. Θὰ μποροῦσε νὰ ἐκτυλιχτεῖ διαφορετικὰ ἡ συζήτηση μαζί της, νὰ τῆς φανέρωνε μὲ ἄλλον τρόπο πώς ἦταν προφήτης. Θὰ μποροῦσε νὰ τῆς ἀποκαλύψει κάποιο ἄλλο μυστικὸ δικό της ἢ τῶν γονιῶν της ἢ τῶν γειτόνων της στὸ Συχάρ. Κι ἡ γνώση αὐτὴ νὰ εἶχε καταπλήξει ἐξ ἴσου τὴν γυναίκα. Σκόπιμα ὅμως ἔφερε τὴν συζήτηση στὸ σύζυγο τῆς γυναίκας, ἐπειδὴ αὐτὸ ἔχει νὰ προσφέρει κάτι καὶ σὲ σένα. Σὲ σένα καθὼς καὶ σ’ ὅλες τὶς ψυχὲς πού δημιούργησε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ θὰ συνεχίσει νὰ δημιουργεῖ ὣς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.
.         Ἡ ἐρώτηση γιὰ τὸν σύζυγό σου, ψυχή, εἶναι ἡ σπουδαιότερη κι ἡ πιὸ ἀποφασιστική. Ὅποιος κι ἂν εἶναι ὁ σύντροφός σου, εἶσαι σύζυγος τοῦ προσώπου αὐτοῦ. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ὁ κόσμος, θὰ καταστραφεῖς μαζί του. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ἡ ἁμαρτία, θὰ πεθάνεις μαζί της. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ὁ διάβολος, θὰ εἶσαι μαζί του αἰώνια. Σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς παραπάνω περιπτώσεις, θὰ πίνεις νερὸ ποὺ θὰ σοῦ προκαλεῖ ὅλο καὶ περισσότερη δίψα. Μόνο ἂν ὁμολογήσεις τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς νόμιμο Σύζυγό σου καὶ τὸν συζευχθεῖς μὲ πίστη κι ἀγάπη, θὰ πίνεις τὸ ζῶν ὕδωρ, τὸ δροσερὸ καὶ ζωογόνο νερὸ πού θὰ σὲ ξεδιψάσει γιὰ πάντα καὶ θὰ σὲ ὁδηγήσει στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ τὴν αἰώνια ζωή.
.         «Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν» (Ἰωάν. δ´ 19-22). Ὁ Κύριος στοχεύει σκόπιμα ν’ ἀγγίξει μιὰ πνευματικὴ χορδὴ τῆς Σαμαρείτιδας. Καὶ τὸ κατορθώνει αὐτὸ ἀναφέροντας τὸ παρελθόν της. Ἡ γυναίκα, ποὺ ὣς τότε ἔνιωθε μόνο τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴν κοσμικὴ ἀντίληψη νὰ κυριαρχοῦν μέσα της, ἄρχισε ξαφνικὰ νὰ αἰσθάνεται πώς ξυπνάει ἡ πνευματικὴ ἀντίληψη, ποὺ ὣς τότε ἦταν ναρκωμένη.
.         Καὶ τὸ πρῶτο ποὺ κάνει, εἶναι ν’ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ ὡς προφήτη. Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ σὰν ἀρχή. Κι ἀμέσως μετὰ ἄρχισε ν’ ἀναπτύσσεται ραγδαία τὸ ἐνδιαφέρον της γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα. Ἔτσι θέτει στὸν Κύριο ἕνα ἐρώτημα ποὺ ἦταν πολὺ ἐπίκαιρο στὶς μέρες της. Ποιό ἦταν αὐτό; οἱ ἀτέλειωτες φιλονικίες πού εἶχαν αὐτὴν τὴν ἐποχὴ Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρεῖτες γιὰ τὸν τόπο ὅπου ἔπρεπε νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Ποιός ἦταν πιὸ θεάρεστος τόπος; Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἢ τὸ βουνὸ τῆς Σαμάρειας; Ποιός λατρεύει καλύτερα καὶ προσεύχεται σωστότερα στὸν Θεό, αὐτὸς ποὺ κάνει μετάνοιες καὶ προσεύχεται ἐδῶ ἢ ὁ ἄλλος ποὺ κάνει μετάνοιες καὶ προσεύχεται ἐκεῖ; οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν. Ἡ γυναίκα δὲν λέει «ἐμεῖς», ἀλλὰ «οἱ πατέρες ἡμῶν». Ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ δώσει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στὸ ὄρος αὐτὸ καὶ νὰ δικαιώσει ἔτσι περισσότερο τοὺς Σαμαρεῖτες τῆς ἐποχῆς της. Ἦταν σὰ νά ᾽θελε νὰ πεῖ: Δὲν διαλέξαμε ἐμεῖς τὸ ὄρος τοῦτο γιὰ τόπο λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ οἱ πατέρες μας· κι ἐκεῖνοι ἦταν ἀνώτεροι ἀπὸ μᾶς καὶ πιὸ κοντὰ στὸν Θεό.
.         Πάλι ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ στὴν γυναίκα μ’ ἕνα «ναὶ» ἡ ἕνα «ὄχι». Προχωρεῖ προσπαθώντας ν’ ἀφυπνίσει καὶ νὰ στηρίξει τὴν ψυχή της. Γύναι, πίστευσόν μοι… Πίστεψε Ἐμένα, γυναίκα, ὄχι ἐκείνους ποὺ σοῦ λένε πώς πρέπει νὰ λατρεύεις τὸν Θεὸ στὸ ὄρος αὐτὸ ἢ στὴν Ἱερουσαλήμ. Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ προσκυνήσετε τῷ πατρί οὔτε στὸ ὄρος αὐτὸ οὔτε στὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁ Κύριος σκόπιμα χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «πατὴρ» ἀντὶ γιὰ «θεοὺς» (οἱ Σαμαρεῖτες προσκυνοῦσαν καὶ «Θεὸ» καὶ «θεούς»). Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ γυναίκα θὰ κατανοήσει πώς μὲ τὴν καινούργια ἀντίληψη γιὰ τὸν Θεὸ θὰ μάθει καὶ τὴ νέα λατρεία. Ἡ λατρεία τοῦ Πατέρα δὲν θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ συγκεκριμένο τόπο. Κι ἔτσι ἡ ἀποκλειστικότητα ποὺ διεκδικοῦσαν οἱ Σαμαρεῖτες κι οἱ Ἰουδαῖοι καταργεῖται. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος προφητεύει κάτι πού θὰ γίνει σύντομα καὶ ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο.
.         Μ’ ὅλο ποὺ ὁ Κύριος δίνει καὶ στὶς δυὸ αὐτὲς μορφὲς ἀποκλειστικότητας τὸ ἴδιο βάρος καὶ προφητεύει τὸ τέλος καὶ τῶν δύο, στὰ θέματα τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ δίνει κάποια ὑπεροχὴ στοὺς Ἰουδαίους, ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὅ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὅ οἴδαμεν. Ὁ Κύριος γνωρίζει πὼς ἡ γυναίκα τὸν βλέπει σὰν Ἰουδαῖο, γι’ αὐτὸ καὶ μιλάει σὰν Ἰουδαῖος. Ἐσεῖς οἱ Σαμαρεῖτες, εἶπε, δὲν γνωρίζετε ποιὸν προσκυνᾶτε, γιατί προσκυνᾶτε πολλοὺς θεοὺς καὶ εἴδωλα. Ὁμολογεῖτε τὴν θεότητα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ταυτόχρονα ὅμως προσφέρετε θυσία στὰ πολυάριθμα εἴδωλα τῶν Ἀσσυρίων καὶ τῶν Βαβυλωνίων. Οἱ Ἰουδαῖοι γνωρίζουν τουλάχιστον πὼς ὑπάρχει ἕνας Θεός, μ’ ὅλο ποὺ τὸν προσκυνοῦν καὶ κεῖνοι, ὅπως καὶ σεῖς, μὲ πετρωμένες καρδιές, μὲ σκοτισμένο νοῦ καὶ νεκρὲς συνήθειες. Παρὰ ταῦτα, ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος, ὁ Μεσσίας θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ Ἰουδαίους. Ἀπὸ Ἐκεῖνον θὰ ἔρθει ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸ ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς στοὺς προπάτορές μας καὶ τὸ ἴδιο προφήτεψαν οἱ προφῆτες. Ἔτσι φρόντισε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι ἔγιναν τὰ πράγματα.
.         «Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. δ´ 23-24). Ἡ λατρεία τῶν Σαμαρειτῶν δὲν εἶναι ἀληθινή, γιατί δὲν ξέρουν ποιὸ θεὸ προσκυνοῦν. Ἡ λατρεία στὴν Ἱερουσαλὴμ δὲν εἶναι παρὰ σκιὰ τῆς ἀληθινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, «σκιὰ τῶν μελλούμενων ἀγαθῶν» (Ἑβρ. ι´ 1). Τόσο τὸ ψεύτικο, τὸ μὴ ἀληθινό, ὅπως καὶ ἡ σκιά, σύντομα θὰ ἐξαφανιστοῦν καὶ στὴ θέση τους θὰ βασιλέψει ἡ ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.
.         Ὁ Ἥλιος τῆς καινούργιας μέρας ἀνέτειλε. Ἡ αὐγὴ τῆς καινούργιας μέρας χαράζει καθαρὰ καὶ διαλύει τὸ σκοτάδι καὶ τὶς σκιές. Περνάει πολὺς καιρὸς κι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι χαραυγή. Ὅταν τὸ φῶς τῆς καινούργιας μέρας λάμψει παντοῦ, τότε οἱ ἄνθρωποι θὰ γνωρίσουν τὸν Θεὸ ὡς Πατέρα καὶ θὰ τὸν προσκυνήσουν σὰν γιοί Του, ὄχι σὰν δοῦλοι Του. Δὲν θὰ τὸν λατρεύουν μὲ λέξεις καὶ θυσίες νεκρές, ἀλλ’ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, μὲ ψυχὴ καὶ σῶμα, μὲ πίστη καὶ ἔργα, μὲ σοφία κι ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος στὴν πληρότητά του θὰ λατρεύσει τὸν Θεὸ στὴν δική Του πληρότητα. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ συνίσταται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, θὰ τὰ καθαγιάσει καὶ τὰ δύο στὸν Θεό, καὶ θὰ τὸν προσκυνήσει μὲ τὰ δύο. Οἱ προσκυνητὲς θὰ ὑποκλιθοῦν ὄχι σὲ κάποιο πλάσμα, μὰ στὸν Ἴδιο τὸν Δημιουργό, ὄχι σὲ κακοὺς δαίμονες, ποὺ ἐμφανίζονται σὰν θεοί, ἀλλά στὸν Ἕνα Πολυεύσπλαχνο Πατέρα τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀλήθειας. Τέτοιοι εἶναι οἱ προσκυνητὲς ποὺ ἀναζητοῦν τὸν Οὐράνιο Πατέρα. Πνεῦμα ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα, δὲν εἶναι οὔτε σάρκα οὔτε ἄγαλμα οὔτε νεκρὸς λόγος ἢ ἕνας τόπος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι τὸν προσκυνοῦν, πρέπει νὰ τὸ κάνουν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ θνητὸ κόσμο γύρω του, γι’ αὐτὸ καὶ μὲ τοὺς θνητοὺς συμπεριφέρεται κι αὐτὸς ὡς θνητός. Ὅταν ὅμως ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν ἀθάνατο Θεό, πρέπει νὰ τὸν προσεγγίσει μὲ ὅ,τι εἶναι ἀθάνατο. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «οὐ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν, ἀλλά ὑμᾶς» (Β´ Κορ. ιβ´, 14).
.         Ὁ παλιὸς κόσμος ὑπηρετοῦσε τὸν Θεὸ μὲ νομικὲς φόρμες. Πρόσφερε θυσία στὸν Θεὸ τράγους καὶ κριάρια, σεβόταν τὸ Σάββατο κι ἐκτελοῦσε τοὺς ἀπαραίτητους καθαρισμούς, εἶχε λησμονήσει ὅμως τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη. Διάβαζε τὰ λόγια, «θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμὲνην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμ. ν´ 17), μὰ δὲν τὰ καταλάβαινε καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τὰ τηροῦσε. Ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς ὅμως θὰ λατρεύει τὸν Θεὸ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἦρθε ὁ Κύριος στὴν γῆ, γιὰ νὰ δώσει τὸ παράδειγμα τέτοιας λατρείας καὶ προσκύνησης. Ἡ δυσωδία τῶν τράγων καὶ τῶν κριαριῶν πού προσφέρονταν θυσία ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ πέτρινες καρδιὲς καὶ σκοτισμένες ψυχές, ἦταν προσβλητικὴ γιὰ τὸν Θεό. Παλιότερα ὅμως νὰ μὴν ἦταν δυσωδία ἀλλά εὐωδία. Τότε ὅμως οἱ θυσίες προσφέρονταν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαάκ, τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸ Μωυσῆ. Ἡ εὐωδία αὐτὴ δὲν προερχόταν ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὶς σάρκες τῶν ζώων, ἀλλ’ ἀπὸ τὶς εὐλαβικὲς ψυχὲς καὶ τὶς φιλόθεες καρδιὲς τῶν πιστῶν δούλων Του.
.         Ἀργότερα ποὺ οἱ ψυχὲς ἐκείνων ποὺ ἔκαναν θυσίες ζώων μαράθηκαν κι οἱ καρδιὲς τους πέτρωσαν, καμιὰ θυσία δὲν μποροῦσε νὰ προσφέρει εὐωδία στὸν Θεό. Ὁ Θεὸς δὲν ζητᾶ τὴ μυρουδιὰ πού βγαίνει ἀπὸ τὶς σάρκες καὶ τὸ αἷμα, ἀλλ’ ἐκεῖνο πού βγαίνει ἀπὸ τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι ὅλες οἱ μυρουδιὲς ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ θυσιαστήρια, γιὰ τὸν Κύριο ἦταν δυσωδία. Κι αὐτὸ ἴσχυε γιὰ ὅλα τὰ θυσιαστήρια, εἴτε τῆς Ἱερουσαλὴμ εἴτε τῆς Σαμάρειας. Πάνω σ’ ὅλη τὴν κόπρο τοῦ κόσμου, ἀπ’ ὅπου ἀναδυόταν ἡ μυρουδιὰ κι ὁ θάνατος, ἦρθε ὁ Κύριος νὰ σπείρει τὰ ἄνθη τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀλήθειας, πού θὰ κατέστρεφαν τὸν θάνατο καὶ θ’ ἀφάνιζαν τὴν δυσωδία. Ἔτσι ὁ νέος κόσμος παρουσιάζεται στὸν Θεὸ ὡς «νύμφη», ἁγνὴ καὶ καταστόλιστη.
.         «Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις·» (Ἰωάν. δ´ 25-28). Τί παράξενο σκηνικό! Τί περίεργη ἀλληλουχία σκηνῶν καὶ γεγονότων! Ὁ Κύριος στέκεται στὸ κέντρο μόνος Του, ἀκίνητος, ὅπως ἡ αἰωνιότητα.
.         Ἡ γυναίκα προκλήθηκε ἀπὸ τὰ πνευματικὰ λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ξαφνικὰ θυμήθηκε τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, πού τὸν περίμεναν κι οἱ Σαμαρεῖτες, ὅπως ἀκριβῶς οἱ Ἰουδαῖοι. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα, εἶπε ἡ γυναίκα. Γιὰ ἐκείνην, ὅπως καὶ γιὰ ὅλους τούς ἄλλους, ἡ ἰδέα τοῦ Μεσσία ἦταν κάτι μακρινό, κάτι ποὺ βρισκόταν πιὸ μακριὰ κι ἀπὸ τὴν γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντα. Κι ἔνιωσε μεγάλη ἔκπληξη, ὅταν ὁ Κύριος τῆς ἀποκάλυψε πὼς Ἐκεῖνος ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. Ἡ γυναίκα ἔμεινε ἄφωνη ἀπὸ θαυμασμό, δὲν τοῦ ἀπάντησε. Κι ἐκείνη τὴν ὥρα ἔφτασαν οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τὴν πόλη καὶ θαύμασαν ποὺ εἶδαν τὸν Κύριο νὰ μιλάει μὲ μιὰ γυναίκα καὶ μάλιστα ἄπιστη, Σαμαρείτιδα. Κι ἔμειναν ἄφωνοι κι ἐκεῖνοι.
.         Ἡ γυναίκα δὲν ἤξερε τί ἄλλο νὰ ρωτήσει ἢ νὰ πεῖ. Παράτησε τὴ στάμνα της ἐκεῖ κι ἔτρεξε στὴν πόλη. Ἤθελε τὸ συντομότερο ν’ ἀναγγείλει αὐτὸ πού ἀνακάλυψε. Αὐτὴ ἦταν μιὰ πολὺ ἐκφραστικὴ σκηνή, πιὸ εὔγλωττη ἀπ’ ὅλα τὰ λόγια τοῦ κόσμου. Ἡ γυναίκα ἔτρεξε, ἔφτασε στὴν πόλη καὶ μίλησε σὲ ὅλους γιὰ τὸν παράξενο ἄνθρωπο ποὺ γνώρισε στὸ πηγάδι. «Μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;» Δὲν τολμάει νὰ πεῖ πώς, «Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός», μ’ ὅλο ποὺ εἶχε ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς σπάνιας πνευματικῆς σοφίας Του. Ἔτσι, σὰ νὰ διστάζει γι’ αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ πεῖ ρωτάει: Μήτι οὗτος ἐστὶν ὁ Χριστός; Εἶναι σὰ νὰ ἤθελε νὰ πεῖ: Εἶμαι μιὰ ξένη γυναίκα καὶ δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι σίγουρη γι’ αὐτὸ· ἐσεῖς εἶστε ἄντρες κι ὁπωσδήποτε πιὸ προσεχτικοὶ καὶ πιὸ λογικοὶ ἀπὸ μένα. Γι’ αὐτὸ «ἔρχου καὶ ἴδε». Ἔτσι ἡ γυναίκα, τόσο μὲ τὴν ἐπιτηδειότητά της ὅσο καὶ μὲ τὴ μετριοφροσύνη της, κατόρθωσε νὰ τραβήξει τὴν προσοχὴ ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Συχάρ, ποὺ «ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν».
.         Μόλις ἔφυγε ἡ γυναίκα ξεκίνησε μιὰ συζήτηση ἀνάμεσα στὸ Διδάσκαλο καὶ τοὺς μαθητές Του. «᾿Εν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε». Εἶχαν ἀγοράσει τρόφιμα στὴν πόλη καὶ τοῦ ἔφεραν νὰ φάει. Κι ὁ δάσκαλός τους σίγουρα πεινοῦσε. Ἀντὶ νὰ φάει ὅμως, συνέχισε τὴ θεϊκὴ ἀποστολή Του, γιὰ τὴν ὁποία ἦρθε στὸν κόσμο. Δὲν ἔδωσε προσοχὴ στὴ σωματικὴ πείνα. Ἦταν πολὺ σπουδαία στιγμὴ καὶ δὲν ἤθελε νὰ περάσει ἀνεκμετάλλευτη. Δὲν θ’ ἀντάλλαζε μὲ τίποτα τὴν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς γιὰ λίγο φαγητό. Ἔτσι ἀπάντησε στοὺς μαθητές Του:
.         «Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν;» (Ἰωάν. δ´ 32-33). Ὁ Κύριος τοὺς μιλοῦσε γιὰ πνευματικὴ τροφὴ κι οἱ μαθητές Του γιὰ σωματική. Ἡ ἴδια περίπου σκηνὴ εἶχε γίνει καὶ νωρίτερα, ὅταν ὁ Κύριος μιλοῦσε στὴ γυναίκα γιὰ πνευματικὸ νερὸ καὶ κείνη ἔλεγε γιὰ τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ. Τώρα Ἐκεῖνος μιλοῦσε γιὰ πνευματικὴ τροφὴ κι οἱ μαθητὲς Του σκέφτονταν τὴ σωματική.
.        «Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ἰωάν. δ´ 34). Τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ τοῦ Υἱοῦ θέλημα, ἀφοῦ ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱὸς μοιράζονται τὴν ἴδια ὕπαρξη. Πῶς λοιπὸν τώρα ὁ Κύριος τοὺς ἔλεγε γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα κι ὄχι γιὰ τὸ δικό Του; Γιατί μιλοῦσε γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Πατέρα κι ὄχι γιὰ τὸ δικό Του; Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τὸ δικό Του; Δὲν ἔχουν τὸ ἴδιο θέλημα; Δὲν ἔχουν τὸ ἴδιο ἔργο; Ναί, τὸ ἴδιο ἔχουν. Κατονομάζει ὅμως τὸ θέλημα ἀπὸ τὸ ὁποῖο καθοδηγεῖται: τοῦ Πατέρα Του· τὸ ἔργο ποὺ ἔχει νὰ ἐκτελέσει: τοῦ Πατέρα Του. Κι αὐτὰ γιὰ χάρη μας. Γιὰ νὰ διδάξει σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀνυπάκουους καὶ ὑπερήφανους τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπείνωση.
.         Προσέξτε ὅμως πόσο εὐχάριστο εἶναι στὸν Κύριο τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του! Δὲν τὸ βλέπει σὰν καθῆκον, ἀλλά σὰν τροφή! · ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, τοῦ Πατέρα μου. Τί θεϊκὸ παράδειγμα, τί εὐγενικὸς ἔλεγχος σὲ ὅλους ἐμᾶς, πού ὅλη μέρα μιλᾶμε γιὰ τὸ καθῆκον μας, λὲς καὶ πρόκειται γιὰ βάρος. Ἂν πράγματι κοιτάξουμε τὸν Κύριο καὶ τὴν τήρηση τοῦ θελήματός Του ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ τὸ βαρὺ καθῆκον Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἄλλη, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε λογικὰ πώς κανένας στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν τὸ δέχεται τόσο εὐχάριστα, ὅπως τὴν καθημερινὴ τροφή Του. Αὐτὸ εἶναι ποὺ λέει ὁ Κύριος: πὼς κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του, ὄχι τὸ δικό Του, ὅπως λέει καὶ σ’ ἕνα ἄλλο σημεῖο: «καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλά τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» (Ἰωάν. ϛ´ 38). Αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς ὁ Υἱὸς εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα. Δείχνει ἀπλά τὴ μεγάλη ἀγάπη πού τρέφει ὁ Υἱὸς πρὸς τὸν Πατέρα Του.
.         Ὁ ἴδιος εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει ἐπίσης πώς ὁ Πατέρας ἀκούει πάντα τὸν Υἱό. «Ἐγώ δὲ ἤδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις» (Ἰωάν. ια´ 42). Ἡ τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Πατέρα ἀνταποκρίνεται ἔτσι στὴν τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἡ τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνταποκρίνεται στὴν τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ. Κι ἡ τέλεια ὑπακοὴ κυριαρχεῖ σὲ ἑνότητα μὲ τὴν τέλεια ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Υἱοῦ εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα. Ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Πάτερα εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ. Κι ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ.
.         «Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη» (Ἰωάν. δ´ 35). Λίγο νωρίτερα ὁ Κύριος μιλοῦσε στοὺς μαθητές Του γιὰ πνευματικὴ τροφή, τώρα τοὺς λέει γιὰ πνευματικὸ θερισμό. Ὁ πνευματικὸς θερισμὸς εἶναι κοντά, φαίνεται, ὅπως φαίνεται καὶ ὁ ἐπίγειος θερισμός. Ὅταν τὰ στάχυα γίνονται κίτρινα ἢ λευκά, ὅλοι ξέρουν πὼς ὁ θερισμὸς πλησιάζει. Ὅταν πλήθη ἀνθρώπων ἔρχονται κοντὰ στὸν Χριστό, εἶναι φανερὸ πώς ὁ πνευματικὸς καρπὸς ἔχει ὡριμάσει.
.         Ὅταν οἱ Σαμαρεῖτες ἄκουσαν γιὰ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν Σαμαρείτιδα, δὲν εἶπαν πὼς ἡ γυναίκα αὐτὴ τρελλὰθηκε, ἀλλά παράτησαν τὴ δουλειά τους κι ἔτρεξαν ὅλοι μαζὶ νὰ τὸν δοῦν. Ἐπάρατε τούς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε, δεῖτε τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων πού τρέχουν κοντά μας! Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγρὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὥριμη σοδειὰ πού περιμένει τοὺς θεριστές. Ἔτσι εἶναι. «Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι» (Λουκ. ι´ 2). Ἐσεῖς εἶστε οἱ θεριστὲς τοῦ ἀγροῦ τοῦ Θεοῦ. Γιατί μοῦ προσφέρετε ὑλική, πρόσκαιρη τροφή, ὅταν ὑπάρχει μπροστά μας τόσο πλούσιος κι ὑπέροχος θερισμός; Ὅταν ὁ νοικοκύρης βλέπει μπροστά του τέτοιο θερισμό, δὲν ξεχνάει νὰ φάει ἀπὸ τὴν χαρά του; Κι ὅταν βρεθεῖ μπροστὰ σὲ τέτοια θαυμάσια θέα, δὲν τρέχει ἀμέσως νὰ θερίσει τὴν σοδειά του καὶ νὰ τὴν μαζέψει στὶς ἀποθῆκες ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα, προτοῦ τὴν καταστρέψει ἡ καταιγίδα; Γι’ αὐτὸ μὴ φροντίζετε ὑπερβολικά γιὰ τὴν τροφή σας ἢ γιὰ τὸν ἑαυτό σας ἢ γιὰ Μένα. Τρέξτε γρήγορα στὸ θερισμό, γιὰ νὰ μὴ χάσετε τὸ μισθό σας.
.         «Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε» (Ἰωάν. δ´ 36-38).
.          Στὸν ἀπέραντο ἀγρό τοῦ Θεοῦ, πολλὲς φορὲς δὲν προλαβαίνουν οἱ ἴδιοι ἐργάτες καὶ νὰ σπείρουν καὶ νὰ θερίσουν, ἐπειδὴ οἱ μέρες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μετρημένες. Μερικοὶ ἄνθρωποι σπέρνουν καὶ πεθαίνουν προτοῦ προλάβουν νὰ δοῦν τὸν καρπὸ τοῦ κόπου τους. Μετὰ γεννιοῦνται ἄλλοι, ὅταν ὁ καρπὸς πού ἔσπειραν μεγάλωσε, ὡρίμασε κι ἔγινε κίτρινος γιὰ θερισμό. Κι ἔτσι αὐτοὶ γίνονται θεριστὲς καὶ μαζεύουν τὸν ὥριμο καρπὸ ποὺ δὲν ἔσπειραν. Ὁ ἀγρὸς τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ ἔχει σπαρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχή μὲ ζωή. Σποριάδες ἦταν οἱ προπάτορές μας, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, προφῆτες καὶ δίκαιοι, κυρίως οἱ προφῆτες. Ἐκεῖνοι ἔσπειραν, μὰ δὲν εἶδαν τὸν καρπὸ ν’ αὐξάνει καὶ νὰ ὡριμάζει. Ἔζησαν ὅλοι μὲ πίστη καὶ πέθαναν μὲ πίστη, χωρὶς νὰ δοῦν τοὺς καρποὺς τῆς ἐπαγγελίας. Τοὺς εἶδαν μόνο ἀπὸ μακριά, μὲ τὴν πνευματική τους ὅραση (βλ. Ἑβρ. ια´ 13).
.         Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶπε κάποτε στοὺς μαθητές Του: «Πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν» (Ματθ. ιγ´ 17). Οἱ σποριάδες δὲν βλέπουν ἐκεῖνα πού βλέπουν οἱ θεριστές: τὸν καρπὸ καὶ τὸ θερισμό. Κι οἱ δυό τους ὅμως θὰ λάβουν μισθὸ γιὰ τὸν κόπο τους, γιατί κι οἱ δυό τους εἶναι ἐργάτες στὸν ἀγρό τοῦ Θεοῦ, «ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων».
.       Ὁ Κύριος ἐπαινεῖ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν προφητῶν καὶ τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ταυτόχρονα ὅμως ἐνθαρρύνει τοὺς ἀποστόλους στὸν ἀγώνα τοῦ θερισμοῦ τους. Εἶναι σὰ νά ᾽θελε νὰ πεῖ: Αὐτοὶ ἔκαναν μεγαλύτερους ἀγῶνες ἀπό σᾶς, γιατί εἶναι πιὸ δύσκολο καὶ πιὸ κουραστικὸ νὰ σπέρνεις, χωρὶς νὰ βλέπεις τὸν καρπὸ στὸν ἀγρό σου, παρὰ νὰ θερίζεις τὸν ὥριμο καρπό. Ἐσεῖς μπήκατε στὸ δικό τους κόπο. Ἐκεῖνοι ἀγωνίστηκαν καὶ πέθαναν σὰν μισθωτοὶ καὶ δοῦλοι, χωρὶς νὰ δοῦν στὸ μεταξὺ τὸν Κύριο τοῦ ἀγροῦ. Ἐσεῖς ἔχετε τὸν Κύριο ἀνάμεσά σας, ἐργάζεστε σὰν γιοί, ὄχι σὰν μισθωτοὶ ἤ δοῦλοι. Στὴν οὐσία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐργάζεται, ἐσεῖς εἶστε οἱ συνεργάτες Του. Γι’ αὐτὸ εὐφρανθεῖτε καὶ σπεύσετε μὲ χαρὰ νὰ θερίσετε τὸν ὥριμο καρπό.
.         «᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα» (Ἰωάν. δ´ 39). Δεῖτε πόσο ὥριμος εἶναι ὁ καρπός! Δεῖτε πόσο πλούσιος εἶναι ὁ θερισμός! Ἡ διψασμένη γῆ ρούφηξε γρήγορα τὸ νερό. Πολλοὶ Σαμαρεῖτες πίστεψαν στὸν Χριστὸ ἀκόμα καὶ προτοῦ τὸν δοῦν, μόνο μὲ τὰ λόγια ποὺ ἄκουσαν ἀπὸ τὴ γυναίκα. Ἡ Σαμαρεῖτις δὲν ἦταν ἀπόστολος, οὔτε κι ἔκανε κάποιο θαῦμα. Ἀντίθετα μάλιστα, ἦταν μιὰ γυναίκα ἁμαρτωλή. Κι ἔτσι ὅμως τὰ λόγια της εἶχαν πλούσιο θερισμὸ ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς εἰδωλολάτρες.
.         Τί ντροπή, τί ἀμηχανία γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, τὸν Ἐκλεκτὸ Λαό! Ἐκεῖνοι ἄκουσαν ἀπὸ τὸ στόμα Του ὅλα τὰ δυνατὰ λόγια, μὰ παράμειναν κουφοὶ καὶ τυφλοί, ἀμετανόητοι καὶ σκληρόκαρδοι! Ἡ Σαμαρεῖτις δὲν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτὸ της τὰ καλὰ λόγια πού ἄκουσε ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἔτρεξε ἀμέσως νὰ τὰ μεταδώσει καὶ στοὺς ἄλλους, γι’ αὐτὸ καὶ τῆς ἀξίζει κάθε ἔπαινος. Εἶναι σὰν τὴ γυναίκα πού βρῆκε τὴ χαμένη δραχμὴ κι ἀμέσως φώναξε τὶς γειτόνισσές της λέγοντας: «Συγχάρητέ μοι ὅτι εὗρον τὴν δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα» (Λουκ. ιε´ 9).
.         «Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ´ 40-41). Οἱ Ναζαρηνοὶ ζητοῦσαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸ χεῖλος τοῦ ὄρους (βλ. Λουκ. δ´ 29), «διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ». Οἱ Γαδαρηνοὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ἀφήσει καὶ νὰ φύγει μακριὰ (Λουκ. η΄ 37). Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ Σαμαρεῖτες ὅμως τοῦ ζήτησαν νὰ μείνει μαζί τους, «ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς». Ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημά τους κι ἔμεινε μαζί τους δυὸ μέρες. Κι ὁ θερισμὸς ἦταν πραγματικὰ μεγάλος, πλούσιος, τόσο γιὰ ἐκείνους πού τὸν πίστεψαν ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ ἄκουσαν ἀπὸ τὴ γυναίκα, ὅσο καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ πίστεψαν ἄμεσα στὰ δικά Του λόγια.
.         Ἐν συνεχείᾳ ἔλεγαν στὴ γυναίκα: «οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστὸς» (Ἰωάν. δ´ 42). Δὲν μᾶς εἶναι γνωστὰ ὅσα εἶπε ὁ Κύριος τὶς δυὸ αὐτὲς μέρες στοὺς πνευματικὰ πεινασμένους καὶ διψασμένους ἀνθρώπους. Δὲν γράφτηκε τίποτα γι’ αὐτά. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅμως πώς τὰ λόγια Του εἶναι ὕδωρ ζῶν, πού ὅταν τὸ πίνει ὁ ἄνθρωπος δὲν ξαναδιψάει ποτὲ πιά. Αὐτὸ φαίνεται πρῶτον ἀπὸ τὸ μεγάλο πλῆθος ἐκείνων πού πίστεψαν στὸν Κύριο καὶ δεύτερον ἀπὸ τὴν ὀρθὴ ὁμολογία τῆς πίστης τους: «οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστὸς».
.         Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς θεοὺς πού πίστευαν οἱ Σαμαρεῖτες, μέσα τους διατηροῦσαν καὶ κάποια πίστη στὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ κρατοῦσαν τὴν πίστη αὐτὴ ὄχι ἐπειδὴ γνώριζαν τὸν Θεὸ αὐτό, ἀλλ’ ἀπὸ σεβασμὸ στὸν Ἰσραὴλ (Ἰακώβ), πού κάποτε εἶχε ζήσει ἀνάμεσά τους. Γι’ αὐτὸ κι ἡ Σαμαρεῖτις μίλησε γιὰ τὸν «πατέρα μας Ἰακὼβ» (Ἰωάν. δ´ 13). Οἱ Σαμαρεῖτες σίγουρα θὰ εἶχαν ἀκούσει τὴν προφητεία γιὰ τὸ ἄστρο πού θ’ ἀνατείλει ἀπὸ τὸν Ἰακὼβ «ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ ᾿Ιακώβ», (Ἀριθμ. κδ´ 17). Ὅταν ὁ βασιλιὰς τῶν Μωαβιτῶν Μπαλὰκ ξεκίνησε πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν, κάλεσε τὸν προφήτη Βαλαὰμ ν’ ἀνακοινώσει νίκη ἐναντίον τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει τὸ στρατό του. Ὁ Μπαλὰκ ὑποσχέθηκε στὸ Βαλαὰμ νὰ τοῦ δώσει μεγάλα δῶρα γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του κι ὁ Βαλαὰμ πῆγε στὸ στρατόπεδο τοῦ βασιλιᾶ. Ὅταν ὅμως προσπάθησε νὰ κάνει τὰ μαγικά του καὶ νὰ προφητεύσει αὐτὰ πού ἤθελε ὁ Μπαλάκ, ξαφνικὰ τὸν ἐπισκέφτηκε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κι ἄρχισε νὰ προφητεύει ὄχι αὐτὰ πού ἤθελε ὁ Μπαλάκ, ἀλλ’ ἐκεῖνα ποὺ ἤθελε ὁ Θεός. «Ὡς καλοὶ οἱ οἶκοί σου Ἰακώβ, αἱ σκηναί σου Ἰσραήλ». Ὅταν ὁ Μπαλὰκ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ἐπιτίμησε τὸν Βαλαάμ, ἐκεῖνος ὅμως δὲν πτοήθηκε καὶ συνέχισε: «Φησὶ Βαλαὰμ υἱὸς Βεώρ, φησὶν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινῶς ὁρῶν, φησὶν ἀκούων λόγια ἰσχυροῦ, ὅστις ὅρασιν Θεοῦ εἶδεν ἐν ὕπνῳ, ἀποκεκαλυμμένοι οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ·… ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραὴλ» (Ἀριθμ. κδ´).
.         Καὶ νὰ ποὺ ἐμφανίστηκε Ἐκεῖνος ποὺ προεῖδε ὁ Βαλαὰμ ἀπὸ παλιά. Τὸ ἄστρο ἔλαμψε ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰακὼβ κι ἦταν λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, πιὸ ὄμορφο ἀπὸ τὸ καλλίτερο ὄνειρο. Κι οἱ Σαμαρεῖτες τὸ εἶδαν καὶ χάρηκαν. Τὸ εἶδαν καὶ πίστεψαν. Ἤπιαν μέχρι κορεσμοῦ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν κι ἔζησαν στὸν αἰώνα. Ὁ Σωτήρας μας Χριστὸς δὲν ἔδωσε τὸ ζῶν ὕδωρ μόνο στοὺς Σαμαρεῖτες καὶ τοὺς Ἰουδαίους. Τὸ ἔδωσε κι ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ δίνει μέχρι σήμερα σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς του δίψας στὴν ἔρημο αὐτῆς τῆς ζωῆς. Κάποτε ὁ Κύριος στάθηκε στὴν Ἱερουσαλὴμ «ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (Ἰωάν. ζ´ 37).
.         Πρόσεξε πῶς τὸ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής: ἔκραξε, λέει. Ὁ Καλὸς Ποιμὴν δὲν ψιθυρίζει. Φωνάζει, κράζει τὸ ποίμνιό Του, τὸ καλεῖ στὸ νερό. Ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Χριστὸς στέκεται στὴ μέση τῆς ἐρήμου αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ κράζει σ’ ὅλους τούς ταξιδιῶτες πού εἶναι ἐξαντλημένοι ἀπὸ τὴ δίψα. Εὐλογημένοι εἶναι ὅσοι ἀκοῦν τὴ φωνή Του καὶ τὸν πλησιάζουν μὲ πίστη. Ὁ Χριστὸς δὲν θὰ τοὺς ρωτήσει οὔτε ποιὰ γλώσσα μιλᾶνε οὔτε σὲ ποιὸ ἔθνος ἀνήκουν. Οὔτε τὴν ἡλικία τους θέλει νὰ μάθει οὔτε ἂν εἶναι πλούσιοι ἢ φτωχοί. Θὰ δώσει σὲ ὅλους ὕδωρ ζῶν γιὰ νὰ τοὺς ἐνισχύσει καὶ νὰ τοὺς ἀναζωογονήσει, νὰ τοὺς ἀνανεώσει καὶ νὰ τοὺς ἀναγεννήσει, νὰ τοὺς υἱοθετήσει, νὰ τοὺς βγάλει ἀπὸ τὸ πύρινο καμίνι αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας.
.         Πόσο ὑπέροχο εἶσαι, ὕδωρ ζῶν! Γλυκύτατε Σωτήρα μας, δροσερή, κρυστάλλινη κι ἀνανεωτικὴ πηγή, πόσο πλούσιος καὶ ζωοποιὸς εἶσαι! Πνεῦμα Ἅγιο, Παράκλητε, προσάγαγε στὸν Κύριο Ἰησοῦ ὅλους ἐκείνους πού οἱ ψυχὲς τους διψοῦν γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ κραυγάζουν: «Ἡ ψυχή μου διψᾶ γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸν Ζῶντα Θεό!»

Δόξα καὶ ὕμνος Σοι, Κύριε Ἰησοῦ, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τῇ ὁμοουσίῳ καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

 ΠΗΓΗ: imaik.gr

,

Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ: «Ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς νά γίνει αὐτηκοΐα καί ἐμπειρία ζωῆς»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

Τοῦ Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη 

«Οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν.
Αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν καὶ οἴδαμεν
ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός
»
 (Ἰωάν. δ´ 42)

.        Ὁ Κύριος στό σημερινό Εὐαγγέλιο συναντᾶται μέ μιά γυναίκα Σαμαρείτιδα, “παρά τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ”, καί παρ’ ὅλο πού πρόκειται ὄχι καί τόσο γιά μιά “ἠθική” περίπτωση – μέ πέντε ἄνδρες στό παρελθόν της καί μ᾽ ἕναν πού συζεῖ χωρίς νά εἶναι ὁ κανονικός της ἄνδρας – τῆς ἀποκαλύπτει βασικές ἀλήθειες περί τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ τρόπου πού πρέπει κανείς νά Τόν λατρεύει καί νά Τόν προσκυνᾶ. Προφανῶς ἐκτιμώντας ὄχι βεβαίως τήν ἠθική της κατάσταση – ἐμμέσως ἀσκεῖ ἔλεγχο γι᾽ αὐτήν – ἀλλά τήν ἀναζήτησή της, ὅπως φανερώνεται ἀπό τά ἐρωτήματα πού τήν ἀπασχολοῦν καί πού τά θέτει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, μόλις ἀντιλαμβάνεται ὅτι τῆς μιλᾶ ὡς προφήτης. Εἶναι τέτοιος μάλιστα ὁ συγκλονισμός της ἀπό αὐτά πού τῆς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος τόσο γιά τήν προσωπική της ζωή, ὅσο καί γιά τόν Θεό, καί μάλιστα ὅτι ὁ ῎Ιδιος εἶναι ὁ ἐρχόμενος Μεσσίας, ὥστε σπεύδει νά καταθέσει τή μαρτυρία της αὐτή καί στούς συμπατριῶτες της στή Σαμάρεια, οἱ ὁποῖοι θεωρώντας ἀξιόπιστο τόν λόγο της ἀνταποκρίνονται καί προσέρχονται στόν Ἰησοῦ. Κι ἐνῶ πρό καιροῦ εἶχαν ἀρνηθεῖ νά Τόν δεχθοῦν μαζί μέ τούς μαθητές Του στήν πόλη τους, τώρα καί Τόν πλησιάζουν καί Τόν ἀκοῦνε, ἀλλά καί Τόν παρακαλοῦν νά μείνει μαζί τους. Πρός τήν γυναίκα δέ πού αὐτή στήν οὐσία τούς κάλεσε, τήν μετέπειτα ἁγία μεγαλομάρτυρα Φωτεινή τήν ἰσαπόστολο, γύριζαν καί τῆς ἔλεγαν: “οὐκέτι διά τήν σήν λαλιάν πιστεύομεν, αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός”.
.        Κι αὐτή εἶναι ἡ συνήθης διαδικασία στό γεγονός τῆς πίστεως: κάποιος προσέρχεται στόν Χριστό, διότι ἕνας ἄλλος, γνωστός τίς περισσότερες φορές, καταθέτει μιά προσωπική μαρτυρία περί Αὐτοῦ. Ἐν προκειμένῳ ἡ “λαλιά” τῆς Σαμαρείτιδας ἀποτέλεσε τό ἔναυσμα γιά νά προκληθεῖ τό ἐνδιαφέρον τῶν συμπατριωτῶν της γιά τόν Ἰησοῦ ὡς Μεσσία. Παρομοίως κινήθηκαν καί οἱ πρῶτοι μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Μετά τήν δική τους κλήση ἀπό Ἐκεῖνον ἔνιωσαν τήν ἀνάγκη νά καλέσουν καί ἄλλους, σάν τόν ἀπόστολο “Ανδρέα πού ἔσπευσε στόν ἀδελφό του Σίμωνα, τόν μετέπειτα ἀπόστολο Πέτρο, σάν τόν Φίλιππο πού κάλεσε τόν ἀδελφικό του φίλο Ναθαναήλ. Στήν ἱστορία μάλιστα τῆς “Εκκλησίας διαπιστώνουμε ὅτι σ᾽ ἕνα μεγάλο ποσοστό ἡ πρώτη κλήση γιά τόν Χριστό σέ πολλές περιοχές ὀφείλετο σέ ἁπλούς πιστούς, πού ἔχοντας τήν ἐμπειρία τῆς συνάντησής τους μέ τόν Χριστό, θέλησαν νά μοιραστοῦν τή χάρη καί τή χαρά αὐτή. Δέν κινήθηκαν ὡς “ἐπαγγελματίες” ἱεραπόστολοι, ὡς “καπηλεύοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ” (Β´ Κορ. β´ 17) κατά τόν ἀπ. Παῦλο, ἀλλ᾽ ὡς ἄνθρωποι πού δέν μποροῦσαν νά συγκρατήσουν τή χαρά τους: ἕνα ξέσπασμα τοῦ πληρώματος τῆς καιομένης καρδίας τους νά μοιραστοῦν μέ τούς ἄλλους ὅ,τι βρῆκαν ὡς θησαυρό στή ζωή τους. “Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς,… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν”, ὅπως γράφει καί ὁ ἀπ. Ἰωάννης στήν Α´ Καθολική ἐπιστολή του (α´ 1-3).
.        Στήν πραγματικότητα, ἡ κατάθεση τῆς μαρτυρίας κάποιου γιά τόν Χριστό, πού λειτουργεῖ καί ὡς κλήση τῶν ἀκουόντων, κατανοεῖται ὡς κλήση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανό Του τόν μάρτυρα αὐτόν. Ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στούς μαθητές Του: “Καί ὑμεῖς μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς μετ᾽ ἐμοῦ ἐστε “ (Ἰωάν. ιε´ 27). Μέ ἄλλα λόγια ὁ κάθε πιστός στόν Χριστό, πού ἔχει γευτεῖ τή γλυκύτητα τῆς παρουσίας Του στήν ζωή του, γίνεται μέτοχος τῆς μαρτυρίας τοῦ Θεοῦ Πατέρα, πού ξεκινᾶ ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν πρῶτο μάρτυρα “Εκείνου τόν Ἰησσοῦ Χριστό – “ἐγώ ἦλθον ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ” (Ἰωάν. ιη´ 37) – καί συνεχίζεται καί ἁπλώνεται μέσα πιά ἀπό τούς πιστεύοντες σ” Αὐτόν. “Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν” (Ἰωάν. ϛ´ 44). ῎Ετσι καί στήν περίπτωση τῆς Σαμαρείτιδας: γίνεται, ἐν ἀγνοίᾳ της στή φάση αὐτή, τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ γιά νά καλέσει μέσα ἀπό τήν προσωπική της ἐμπειρία καί τούς ἄλλους Σαμαρεῖτες. Καί βεβαίως δέν σταμάτησε μόνον ἐκεῖ: μετά τήν πλήρη ἐνσωμάτωσή της στόν Χριστό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, κινήθηκε ἱεραποστολικά μέσα στά ὅρια τῆς Σαμαρείας, ἀλλά καί ἀλλοῦ. Καί ἐπισφράγισε τήν ὅλη ἐν Χριστῷ πορεία της μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματός της, ἀφοῦ στόν διωγμό τοῦ Νέρωνα, λίγο μετά τό ἥμισυ τοῦ 1ου μ.Χ. αἰ., καί αὐτή ἀλλά καί σχεδόν ὅλοι οἱ συγγενεῖς της ἔδωσαν τή ζωή τους πρός χάρη τοῦ Ἰησσοῦ Χριστοῦ.
.         Οἱ Σαμαρεῖτες λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε, πίστεψαν σέ πρώτη φάση ἀπό τόν λόγο τῆς μετέπειτα ἁγίας Φωτεινῆς. Προχώρησαν ὅμως καί στήν δεύτερη φάση τῆς πίστεως, στήν προσωπική ἐμπειρία: “αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν καί οἴδαμεν”. Κι ἄν κανείς δέν φτάσει σ᾽ αὐτό τό δεύτερο βῆμα: ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς νά γίνει αὐτηκοΐα καί ἐμπειρία ζωῆς, δέν ὁλοκληρώνει ποτέ τή δυναμική πορεία τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Θά παραμένει πάντοτε σ᾽ ἐπίπεδο νηπιακό, πού σημαίνει ὅτι ἡ διψυχία καί ἡ ὀλιγοπιστία, μέ τά ἀποτελέσματα τῆς ἀκαταστασίας (Πρβλ. Ἰακ. α´ 8 ), θά ταλαιπωροῦν τήν ὅλη ζωή του, γιά νά φτάσει κατά πᾶσα πιθανότητα σέ πλήρη ἄρνηση αὐτῆς ἤ σέ μιά πίστη θρησκευτικοῦ τύπου, πού συνιστᾶ μιά ἐπιφανειακή ἰδεολογία καί πού βεβαίως δέν ἔχει τή δύναμη νά ἀλλοιώσει θετικά τή ζωή του. Κι αὐτό φαίνεται νά εἶναι καί τό δράμα πολλῶν συγχρόνων Χριστιανῶν: παραμένουν μόνον σ᾽ ὅ,τι ἄκουσαν καί ἔμαθαν καί ἀποδέχτηκαν ἀπό τούς γονεῖς τους ἤ κάποιους ἄλλους ἀνθρώπους στά πρῶτα τους χρόνια καί δέν θέλησαν αὐτήν τήν πρώτη πίστη πού παρέλαβαν νά τήν κάνουν καί δική τους ἐμπειρία καί δικό τους βίωμα. ῎Ετσι παρέμειναν καί παραμένουν ἀκόμη Χριστιανοί κατ᾽ ὄνομα, ὁπότε ἰσχύει καί γι᾽ αὐτούς ὅ,τι ὀνόμασε ὁ ἁγιασμένος Γέροντας Παΐσιος “σύνδρομο τοῦ ἄδειου σακκιοῦ”. ῎Ανθρωποι δηλαδή πού ἐντάχθηκαν μέν στόν χριστιανισμό διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀλλά πού δέν ἐνεργοποίησαν καθόλου τή χαρισματική αὐτή κατάσταση.
.        Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος βέβαια ἔχει ἀποκαλύψει τί γίνεται σ᾽ αὐτές τίς περιπτώσεις καί ἡ ἀποκάλυψή Του αὐτή ἠχεῖ πολύ φοβερά καί ζοφερά: πρόκειται γιά τούς “πιστούς” πού γίνονται μέν κλαδιά στό δένδρο Ἐκείνου, κλήματα στό ἀμπέλι Του, ἀλλά μή παραμένοντας ἑνωμένοι μαζί Του διά τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν καί τῆς συμμετοχῆς τους συνεπῶς στήν ἐν μετανοίᾳ Θεία Εὐχαριστία, ξηραίνονται καί ἀποκόπτονται καί εἰς πῦρ βάλλονται (Πρβλ. Ἰωάν. ιε´ 1ἑξ.). Στήν περίπτωση ἀπό τήν ἄλλη πού ἕνας πιστός ἀποκτήσει προσωπική σχέση μέ τόν Χριστό, γίνει αὐτήκοός Του καί νιώθει τήν παρουσία Του στή ζωή του, πού σημαίνει ὅτι ἔχει ὀρθά ἐκκλησιοποιηθεῖ, ζώντας ὡς μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τήν ἁγία Του “Εκκλησία, τότε θά διαπιστώνει διαρκῶς ὅτι ἡ ἔκπληξη ἀπό τήν ἀδιάκοπα παρεχόμενη χάρη τοῦ Θεοῦ σ” αὐτόν θά εἶναι μιά μόνιμη κατάσταση. Θά ὁδεύει πάντοτε “ἐκ πίστεως εἰς πίστιν καί ἀπό δόξης εἰς δόξαν”, δεδομένου ὅτι ἡ ἐμπειρία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μιά ἀτέλεστη πορεία, μιά συνεχής αὔξηση σ᾽ ἐπίπεδα θεώσεως, κάτι πού μᾶς φανερώνουν, συνεσκιασμένα καί ταπεινά, οἱ ἅγιοί μας.
.        Εἶναι κρίμα πάντως νά  εἶναι “στό χέρι μας” ἡ δύναμη καί ἡ χαρά τῆς προσωπικῆς πίστεως στόν Χριστό, αὐτῆς πού συνιστᾶ καί τή λύση ὅλων τῶν οὐσιωδῶν προβλημάτων τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, κι ἐμεῖς νά μένουμε στά “ξυλοκέρατα” τῶν πρώτων βημάτων τῆς πίστεως τῶν ἀρχαρίων.

ΠΗΓΗ: pgdorbas.blogspot.com

, , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΩΣ (Ἀποστ. ἀνάγν. Κυρ. Σαμαρείτιδος)

,

Σχολιάστε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΨΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΨΑ

τοῦ Ἀρχιμ. Χρυσοστ. Παπαθανασίου,
ἱεροκήρυκος Μητροπολ. Ναοῦ Ἀθηνῶν 

.     Ὁ Ἰησοῦς κουρασμένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία κάθεται κοντὰ στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ τῆς πόλης Συχάρ. Ἐκεῖ ἔρχεται ἡ Σαμαρείτιδα μὲ τὴν ὑδρία της, γιὰ νὰ ἀντλήσει τὸ φυσικὸ νερό. Καί τότε διεξάγεται ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον καταπληκτικοὺς διαλόγους ποὺ ὑπάρχουν στὴ Καινὴ Διαθήκη. Ό Ἰησοῦς μιλάει μὲ τὴν Σαμαρείτιδα: «Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν, ὃς δ᾽ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. δ´ 13). Καὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη ἀκούει, ἐκπλήσσεται καὶ ζητᾶ: «Δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν» (Ἰω. δ´ 15). Καὶ ὁ διάλογος συνεχίζεται.
.    Μπροστὰ ὅμως στὴν Πηγὴ τῆς Ζωῆς, στὸν Ζωοδότη Κύριο δὲν μπορεῖ νὰ μείνει ὅπως ἦταν πρίν, ὅπως ἐρχόταν μὲ τὴν ὑδρία της στὸ φυσικὸ πηγάδι. Ἡ Σαμαρείτιδα φωτίζεται, μετανοεῖ καὶ σώζεται. Γίνεται φωτεινὴ στὴν καρδιὰ καὶ Φωτεινὴ στὸ ὄνομα. Εἶχε πλέον ξεδιψάσει ἡ ψυχή της στὴν Αἰώνια Πηγή. Ἂν ἡ Εὕα τὴν ἕκτη ὥρα «ἐξελήλυθεν ἐκ τοῦ Παραδείσου, ἀπάτῃ τοῦ ὄφεως», τώρα, τὴν ἄλλη ἕκτη ὥρα, ἡ Σαμαρείτιδα «ἐπὶ τὴν πηγήν… ἤγγικεν ἀντλῆσαι ὕδωρ, ἣν ἰδὼν ἔφη ὁ Σωτήρ· Δός μοι ὕδωρ πιεῖν, κἀγὼ ὕδατος ἁλλομένου ἐμπλήσω σε».
.   Ἀλλά, ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ, ἄνθρωπος δὲν σταμάτησε νὰ ψάχνει γιὰ τὸ φρέαρ τοἸακώβ. Ἐξακολουθεῖ νὰ ἀναζητᾶ τὴν πηγὴ τῆς ἀγαθότητος, τὴν ἀέναο πηγή, τὴν αἰώνια πηγή. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος διψᾶ. Διψᾶ καὶ ξαναδιψᾶ. Ὅσο ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Παράδεισο, τόσο ἡ δίψα του μεγαλώνει. –

-Διψᾶ ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ὅταν φιλοσοφεῖ γιὰ τὴν ἐλευθερία, γιὰ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν τέχνη καὶ τὸν κτιστὸ κόσμο. Διψᾶ, ὅταν βουτηγμένος στὴν εἰδωλολατρία ἀναζητᾶ τὸν «ἄγνωστο Θεό».

-Διψᾶ ὁ διανοούμενος, ὅταν μελετᾶ καὶ ψάχνει στὰ βιβλία του νὰ βρεῖ τὴν ἀλήθεια τῶν ὄντων, ὅταν προσπαθεῖ νὰ φτιάξει ἰδεολογίες, πολιτικές, φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές, ὅταν ἀναζητεῖ συνθήματα ζωῆς.

-Διψᾶ ὁ καταναλωτὴς ἐκεῖνος, ὅταν γυρεύει ὅλο πιὸ ἐπίμονα νὰ βρεῖ τὸ καλλίτερο προϊόν, ἴσως τὸ ἀκριβότερο, γιὰ νὰ δροσίσει τὴν ξεραΐλα τῆς ψυχῆς του.

-Διψᾶ ὁ τραγουδιστὴς ἐκεῖνος, ὅταν τραγουδᾶ τὴν μελαγχολία του, τὴν ἀπογοήτευσή του, τοὺς καημούς του, ὅταν περιορίζεται στὸ αἰσθησιακό του τραγούδι.

-Διψᾶ ὁ νεολαῖος ἐκεῖνος, ὅταν «σπινιάρει» μὲ τὴν μηχανή του. Ὅταν ρουφᾶ τὸ ποτὸ καὶ ὅταν ἀκόμη λικνίζεται στὰ κλάμπ.

-Διψᾶ ὁ νεοέλληνας ἐκεῖνος, ὅταν ψάχνει ἕναν τρόπο ζωῆς, ὅταν τρέχει διαρκῶς μὲ τὸ ἄγχος χαραγμένο στὸ πρόσωπό του, ὅταν καταντάει δοῦλος στὸ μαγκανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς καὶ μόνο.

-Διψᾶ ὁ δυτικὸς ἀνθρωπος ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κὰντ καὶ τοῦ Χέγκελ μέχρι τοὺς καιροὺς τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Σάρτρ.

 – Διψᾶ καὶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ πρώην ἀνατολικοῦ μπλόκ, ὅταν τώρα εἶναι ἐλεύθερος ἐξωτερικὰ ἀλλὰ δεσμευμένος ἐσωτερικά. Ὁ σύγχρονος εὐρωπαϊκὸς μηδενισμὸς στὸ βάθος του κρύβει τὴν δίψα του γιὰ τὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ αἰώνιο. Ὅσο προσπαθεῖ ὁ εὐρωπαῖος ἄνθρωπος νὰ κενώσει τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσει στὴν θέση του εἴτε τὸν ἄνθρωπο, εἴτε τὴν φύση, εἴτε τὴν μηχανή, εἴτε τὸ χρῆμα, εἴτε τὶς ἰδέες του, τόσο ἠ τραγική του δίψα μεγαλώνει καὶ ἡ φθορὰ τοῦ κατατρώγει τὰ σωθικά. Τὸ ἀνικανοποίητο κενὸ τῆς ὕπαρξής του παραμένει.

.    Γι᾽ αὐτὸ εἶναι πάντοτε ἐπίκαιρα τὰ λόγια τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἀνήσυχη εἶναι ἡ ψυχή μας, ὦ Θεέ, μέχρις ὅτου Σὲ βρεῖ καὶ ἀναπαυθεῖ σὲ Σένα».
.   Δίψα, λοιπόν, γιὰ τὴν ἀλήθεια, γιὰ τὸ νόημα τῆς ὕπαρξης, γιὰ τὸ ποῦ πηγαίνω, γιὰ τὸ αἰώνιο. Δίψα πνευματική, ποὺ ζητᾶ ὁ καθένας νὰ τὴν ὑπερβεῖ, νὰ τὴν καταλύσει, νὰ τὴν σβήσει. Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Ἰησοῦ δὲν εἶναι πληθωρικός, ἀνίσχυρος, ξηρὸς καὶ ἐφήμερος. Εἶναι λόγος ζωντανός, οὐσιαστικός, αἰώνιος, θεϊκός. Εἶναι τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ ὕδωρ ὅποιος πιεῖ, «οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. δ´ 14). Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Ἀκολουθεῖ καὶ ἄλλη καρποφορία. «Τὸ ὔδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. δ´ 14).
.  Τὸ ὁλόδροσο ὕδωρ τῆς Θείας Χάριτος τὸ ἔχει μόνον ὁ Χριστός. Τὰ φρυγμένα χείλη τοῦ τραγικὰ ἀποστασιοποιημένου συγχρόνου ἀνθρώπου μόνο σ᾽ αὐτὴν τὴν αἰώνια Πηγὴ μποροῦν νὰ δροσισθοῦν. Μέχρις ὅτου ὅμως γίνει αὐτό, ἡ περιπλάνηση στὴν ἔρημο θά ᾽ναι ὀδυνηρή.

, , , ,

Σχολιάστε