Ἄρθρα σημειωμένα ὡς σαλότης

Η ΑΓΙΑ ΤΡΕΛΛΑ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΖΩΗΣ (Χαρ. Μπούσιας)

Ἡ ἁγία τρέλλα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς

γράφει γιὰ τὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»
ὁ  Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

.           Τὸ νὰ ζεῖ κανεὶς στὴ σημερινὴ ἐποχὴ σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ τρέλλα. Ὅταν ὅλα γύρω μας διέπονται ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ χρήματος, τῆς ἰδιοτέλειας, τοῦ ἄκρατου εὐδαιμονισμοῦ καὶ τῆς φιληδονίας, ἡ γνήσια χριστιανικὴ ζωὴ ἀποτελεῖ μία τρέλλα. Στὴν κοινωνία τοῦ παραλόγου ἡ λογικὴ τῆς ἀγάπης δὲν ἔχει θέση. Καὶ ὅταν ἡ ἀγάπη φτερουρίσει μακριὰ ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν προσώπων, τότε ἡ κοινωνία γίνεται ζούγκλα, ὅπου βρίσκει ἐφαρμογὴ ἡ δύναμη τοῦ ἰσχυροτέρου καὶ ὅπου, δυστυχῶς, ἰσχύει ἡ ρήση, «ὁ θάνατός σου ἡ ζωή μου».
.               Τὸ φαινόμενο αὐτὸ τῆς συμφεροντολογίας, τῆς ἐπιπλεύσεως τῶν φελλῶν, τῆς βασιλείας τοῦ ἀγκαθιοῦ καὶ τῆς ἀνήθικης ζωῆς δὲν εἶναι κάτι καινούργιο. Δὲν προβάλλεται σὰν κάτι τὸ νέο. Οἱ ἄνθρωποι ἀνέκαθεν, σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, μακριὰ ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἠθική, ἐκεῖ ὅπου τὰ πάντα ἐπιτρέπονται, εἶχαν ροπὴ σὲ αὐτό. Γιὰ τὴν κατάργησή του ἐνσαρκώθηκε καὶ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς Λόγος. Ἡ παρανομία καὶ ἡ ἁμαρτία γιὰ νὰ καταπατηθοῦν ἔπρεπε μόνο ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς νὰ ἔλθει στὴ γῆ, γιὰ νὰ τὴν καταργήσει μὲ τὴ θεϊκή του δύναμη. Ὁ Κύριός μας μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀγωνιστικοῦ παλμοῦ τοῦ Τιμίου Του Προδρόμου, ἀλλὰ καὶ τῆς δικῆς Του σταυρικῆς θυσίας μᾶς ἔδειξε τὸ δρόμο τῆς ἁγίας τρέλλας. Προσέξατε, ὅμως, ἄλλο ἄνθρωπος «τρελλὸς» καὶ ἄλλο «ἅγιος τρελλός». Ἀπέχουν οἱ ἔννοιές τους τόσο, ὅσο ἡ γῆ μας ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ὁ «τρελλὸς» ἄνθρωπος βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν δυνάμεων τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀσθενείας, τοῦ σκότους. Ὁ «ἅγιος τρελλός» βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς ὑγειοῦς ἀντιστάσεως, τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ μας, ποὺ μᾶς δίδαξε μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ» (Ῥωμ. ιβ´ 2).
.               Ὁ «ἅγιος τρελλός» ἐφαρμόζει τὸ περίφημο contra torendum, δηλαδή, «ἀντίθετα στὸ ρεῦμα» ποὺ σημαίνει ὅτι ἔχει πνευματικὲς ἀντιστάσεις, καὶ ὅπως τὰ ζωντανὰ ψάρια μέσα στὰ ποτάμια δὲν τὰ παρασύρει τὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ, ἔτσι καὶ αὐτὸς δὲν παρασύρεται ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῆς σύχρονης εὐμάρειας καὶ καλοζωΐας. Τοὐναντίον τὰ ψώφια ψάρια θὰ τὰ ξεβράσει τὸ κοσμικὸ ρεῦμα στὴ θάλασσα τῆς δυστυχίας καὶ τῆς αἰώνιας καταδίκης, ὅπου «ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων» (Ματθ. η´ 12).
.               Ὁ «ἅγιος τρελλός» δυναμωμένος ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ μας διασαλπίζει παντοῦ τὶς πρὸς αὐτὸν εὐεργεσίες Του καὶ μὲ τὴ δύναμη ποὺ ἔχει ἀποκτήσει ἀπὸ τὴ χάρη Του ἐπαναστατεῖ ἐναντίον τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ, αὐτῶν ποὺ ὅλη τὴν ἡμέρα τὸν κυκλώνουν. Διασαλπίζει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ στὸ οἰκογενειακό του περιβάλλον, στὸν ἐργασιακό του χῶρο, στὶς παρέες του, στὸ δρόμο ὅπου περπατάει. Ἐπαναστατεῖ ἐναντίον τῶν κηρύκων τῆς ἀσεβείας καὶ τοῦ κοσμικοῦ καὶ παγκοσμιοποιημένου φρονήματος, ἐναντίον ὅλων αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἱδρώνουν νὰ ξεθεμελιώσουν ὅ,τι χριστιανικό, ὅ,τι Ὀρθόδοξο, ὅ,τι ἀληθινὸ καὶ ἅγιο διακήρυτταν οἱ Ἅγιοι τῆς πίστεώς μας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες στὸ μόνο ἀληθινὸ Θεό. Ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι μὲ τόλμη καὶ παρρησία ἐπαναστατοῦσαν ἐναντίον τοῦ εἰδωλολατρικοῦ καὶ ἁμαρτωλοῦ κατεστημένου καὶ τῶν ὑποβολέων του, αὐτοῦ ποὺ ἀνάλογα μὲ τὰ ἰδιοτελῆ του συμφέροντα ρύθμιζαν τὴν πορεία τοῦ λαοῦ. Ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι διασάλπιζαν, τέλος, τὸ μήνυμα τοῦ Χριστοῦ μας ὡς μήνυμα ζωῆς, ὡς μήνυμα νίκης προβάλλοντας τὸ αἰώνιο σύμβολό της, τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας.
.               Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ πρωταθλητὲς τοῦ σταδίου τῶν ἀγώνων τῆς πίστεως ἔπαιρναν δύναμη νὰ ὁμολογήσουν Χριστὸ περίτρανα ἐνώπιον τῶν ἀπίστων καὶ μάλιστα γαλήνιοι, ἐνῶ ἤξευραν ὅτι ἡ ὁμολογία τους αὐτὴ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε στὸ μαρτυρίο, τὸ ὁποῖο, ὄχι μόνο δὲν τοὺς ἀπωθοῦσε, ἀλλὰ τοὺς αὔξανε τὴ φλόγα τῆς πίστεως. Ὁμολογοῦσαν Χριστό, σὲ ἀντίθεση μὲ ἐμᾶς τοὺς σημερινοὺς Χριστιανούς, τοὺς δειλοὺς καὶ φοβιτσιάρηδες. Ποιός ἀπὸ ἐμᾶς ἔχει τόλμη σήμερα νὰ πάει σὲ μιὰ συγκέντρωση ἀθέων καὶ νὰ ὑψώσει τὸ λάβαρο μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ; Ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς ἔχει τὸ ψυχικὸ σθένος νὰ πάει ἐνώπιον ἀσελγῶν καὶ ὑβριζόντων μὲ λόγια καὶ πράξεις τὸν Χριστό μας νὰ φωνάξει τὸ Προδρομικό «οὐξ ἔξεστί σοι» (Μάρκ. στ΄ 18). Ποιός ἀπὸ ἐμᾶς ἔχει τὸ ψυχικὸ σθένος νὰ πάει σὲ μιὰ παρέλαση ὁμοφυλοφίλων καὶ νὰ σηκώσει τὴν προδρομικὴ ρομφαία λέγοντας ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διαστρέφετε τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν προβάλλετε ὡς φυσικὴ μὲ τὴ διαφορετικότητά της, ὅπως τὴν ὀνομάζετε; Ποιός ἀπὸ ἐμᾶς ἐφαρμόζει πλήρως τὴν Κυριακὴ προσευχὴ καὶ μάλιστα τὴ φράση, «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου» (Ματθ. ϛ´ 10), ὅπου παρακαλοῦμε τὸν Κύριό μας νὰ μᾶς ἀξιώνει νὰ μὴν τὸν ὑβρίζουμε μὲ τὴν καθημερινή μας συμπεριφορά, ἀλλὰ νὰ τὸν ἁγιάζουμε γενόμενοι κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς «Φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. ε´ 14), «ἅλας τῆς γῆς» (Ματθ. ε´ 13) καὶ «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ε´ 14).
.               Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες τῆς πίστεώς μας ἔπαιρναν δύναμη ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ δὲν τοὺς ἔνοιαζε ἂν οἱ ἄλλοι τὸ θάρρος τους τὸ ὀνόμαζαν τρέλλα. Πίστευαν στὸ τάλαντο τῆς ἁγίας τρέλλας καὶ μὲ χαρὰ φώναζαν «ἐμοὶ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ. α´ 21).
.               Ὅταν ἔλεγαν στὸ σεβάσμιο Μητροπολίτη Φλωρίνης, τὸν μακαριστὸ Γέροντα Αὐγουστῖνο Καντιώτη μὲ τὸ ὑψηλὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα, ὅτι τὸν ἀποκαλοῦσαν τρελλό, αὐτὸς ἀπαντοῦσε, ὅτι εἶχε ἔμφυτη τὴν ἁγία τρέλλα καὶ μὲ αὐτὴ ἐπαναλάμβανε τὰ λόγια τῆς διδαχῆς τοῦ μεγάλου μας ἱεραποστόλου, Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ: «Χριστὸς καὶ Ἑλλάδα μᾶς χρειάζονται». Καὶ ὅταν αὐτὸς διωκόταν γιὰ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημά του καὶ τὴν πίστη του στὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου, μὲ χαρὰ φώναζε «τίς ἡμᾶς χωρίσει τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, θλῖψις ἢ στενοχωρία, ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα (Ῥωμ. η´ 35).
.               Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ὁμολογοῦσαν Χριστό, ἐμεῖς σήμερα ὁμολογοῦμε; Ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα τὴν τόλμη καὶ τὴν ἁγία τρέλλα νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς Ἐξόδου τοῦ Μεσολογγίου ποὺ ἔλεγαν στὸν Ἰμπραήμ: «Τὸ Κάστρο μας θέλεις; Τὰ κλειδιά του εἶναι κρεμασμένα στὰ κανόνια μας! Ἔλα νὰ τὰ πάρεις!». Ἔχουμε τὴν τόλμη νὰ φωνάξουμε στοὺς μοντέρνους θεολόγους, ποὺ παραχαράσσουν τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα μας: «Τὴν πίστιν μας θέλετε νὰ ταπεινώσεστε ἢ νὰ ἀλλοιώσετε; Θὰ περάσετε ἀπὸ τὰ πτώματά μας». Μὲ τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημά μας ἔχουμε τὴν ἁγία τρέλλα νὰ διασαλπίζουμε τὸ λόγο τοῦ Ἰωσὴφ Βρυεννίου: «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία»;
.               Ὁ Τίμιος Πρόδρομος, πρότυπό μας ἤθους καὶ ἀγωνιστικοῦ φρονήματος, ἦταν ἕνας ἅγιος τρελλός, ποὺ πήγαινε ἀντίθετα στὸ ρεῦμα τῆς ἁμαρτίας. Δὲν τὸν τρόμαζε ἡ δύναμη τῆς ἐξουσίας. Δύναμή του ἦταν ὁ ἔμφυτος ἠθικὸς νόμος καὶ ὁ νόμος τῆς ἀγάπης ποὺ ἦλθε ὁ Χριστός μας, ὁ ἑπόμενός του, νὰ ἐφαρμόσει. Μόνο ἕνας τρελλὸς τὰ βάζει τόσο ἔντονα μὲ τὴ διεφθαρμένη ἐξουσία. Καὶ ὁ τρελλὸς αὐτὸς πρέπει νὰ τὸ πιστεύει ὅτι «Οὐκ ἔχομεν ᾧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ´ 14). Γιὰ τὴν ἁγία του τρέλλα ὁ τίμιος Πρόδρομος ὑπέμεινε ἀπότμηση τῆς κεφαλῆς του καὶ εἶναι ὁ τελευταῖος μάρτυρας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὁ πρῶτος τῆς Καινῆς. Εἶναι αὐτὸς ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας τὸν ἐπαίνεσε μὲ τὰ λόγια Του, ὅτι «Οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου, τοῦ βαπτιστοῦ» (Ματθ. ια΄ 11). Ὀφείλουμε νὰ τὸν μιμηθοῦμε στὴν ἁγία τρέλλα, ἀφοῦ τρέλλα εἶναι ἡ ἠθικὴ ζωὴ μέσα σὲ μιὰ ἀνήθικη κοινωνία, εἶναι ἡ φιλαδελφία σὲ μιὰ ἀνάδελφη σύναξη προσώπων, εἶναι τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα σε μιὰ παγκοσμιοποιημένη κοινότητα, εἶναι τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα μέσα σε ἕνα ταραγμένο κόσμο. Τιμή μας, λοιπόν, νὰ μᾶς θεωροῦν οἱ ἄλλοι καὶ ἐμᾶς «τρελλοὺς ἐν Χριστῷ», γιατὶ μιὰ σάπια κοινωνία μόνο ἡ ἁγία τρέλλα μπορεῖ νὰ τὴν ἀλλάξει καὶ νὰ τὴν ἐπαναφέρει στὴν ὑγιεινή της κατάσταση.

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας

 

,

Σχολιάστε

ΗΜΕΙΣ ΜΩΡΟΙ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ

«ΗΜΕΙΣ ΜΩΡΟΙ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ»
Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Διονύσιος Τάτσης

.     Ἡ ἐποχή μας εἶναι ἀντιχριστιανική. Οἱ ἄνθρωποι ἐλάχιστα ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία. Ἡ φοίτησή τους στὰ διάφορα σχολεῖα δὲν τοὺς προσέφερε τὴν ἀνάλογη γνώση. Οἱ ἐπιστήμονες στὰ Πανεπιστήμια εἶναι ἄθεοι. Οἱ πολιτικοὶ ἐπίσης. Ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἐπιστημῶν αὔξησε τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ τὴν αὐτοπεποίθηση τῶν ἀνθρώπων. Οἱ κατὰ κόσμον σοφοί -ἐλάχιστες εἶναι οἱ ἐξαιρέσεις- δηλώνουν ὅτι εἶναι ἄθεοι ἢ ἀδιάφοροι γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἀποφεύγουν νὰ ἔλθουν σὲ φανερὴ ἀντιπαράθεση μὲ τὴν Ἐκκλησία, μένουν ὅμως αἰχμάλωτοι στὴν ἀπιστία τους. Γιὰ τοὺς πιστοὺς ἔχουν ἐσφαλμένη γνώμη καὶ τοὺς θεωροῦν μειωμένης ἀντιλήψεωςΤοὺς κληρικοὺς τοὺς ἀνέχονται, γιατὶ τοὺς ἔχει ἀνάγκη ὁ ἁπλὸς λαός, ποὺ ἀκόμα -κατ᾽ αὐτούς-στηρίζεται στὸν Θεό.
.      Τὸ φαινόμενο αὐτὸ εἶναι παλαιό. Ἁπλὰ σὲ διάφορες περιόδους παίρνει διαστάσεις καὶ ἄλλοτε περιορίζεται. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Κορινθίους: «Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν». Δηλαδή, ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι θεωρούμαστε ἀπὸ τοὺς ἄπιστους βλάκες καὶ ἀνόητοι, γιατὶ διδάσκουμε τὸν λαὸ τὰ ὅσα μᾶς παρέδωσε ὁ Χριστός. Προφανῶς ἡ περιφρόνηση αὐτὴ ἐκ μέρους τῶν ἀπίστων δὲν ἐπηρέασε τοὺς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι ἐργάστηκαν μὲ ἱερὸ ζῆλο καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἦταν θεαματικά. Ξεπερνοῦσαν ὅλα τὰ ἐμπόδια μὲ δύναμη ψυχῆς καὶ μὲ ἀποφαστικότητα, ἀψηφώντας τοὺς κινδύνους ποὺ συχνὰ ἀντιμετώπιζα
.     Τὸ «ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστὸν» τοῦ Παύλου ἐνδιαφέρει καὶ τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς μας, οἱ ὁποῖοι στὶς ἀπαξιωτικὲς κρίσεις τῶν κοσμικῶν καὶ ἀθέων πρέπει νὰ μένουν ἐνεπηρέαστοι. Ἀλίμονο, ἂν οἱ πιστοὶ κλονίζονται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑποχωροῦν. Τὸ ἀντίθετο θὰ ἔλεγα. Νὰ καυχῶνται, γιατὶ οἱ ἄπιστοι τοὺς θεωροῦν μωρούς. Νὰ χαίρονται καὶ νὰ ἀγαποῦν. Νὰ χαίρονται καὶ νὰ διδάσκουν. Νὰ χαίρονται καὶ νὰ ἀγαθοεργοῦν, ἀποδεικνύοντας μὲ τὸ ἦθος τους ὅτι εἶναι σοφοὶ διὰ Χριστόν.

ΠΗΓΗ: ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 12.08.2011
(Διαδίκτυο: thriskeftika.blogspot.com)

,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [ϛ´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [ϛ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/27/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-δ´/
Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/29/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-ε´/

.     Ἔτσι λοιπὸν ὁ ἀνατολίτης σαλός, ἄφοβος ἀσκητής, ἀδυσώπητος πολέμιος τοῦ σατανᾶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ νέες ἀκτές, σὲ νέες καταφυγὲς προσευχῆς –ὅπως τὸ Ἅγιον Ὄρος, περιβόλι τῆς Παναγίας– ὅπου πραγματοποιήθηκε ἡ σύνδεση ἀνάμεσα στοὺς ἀνατολίτες σαλοὺς καὶ τοὺς Ρώσους «γιουροντίβγιε», τοὺς διαδόχους των, τοὺς ἰσοστασίους των καὶ τοὺς συνομίλους των ἐν Χριστῷ.
.     Ἀλλὰ προτοῦ νὰ προχωρήσουμε, δὲν θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ σταθοῦμε γιὰ λίγο, καὶ συμπαρατασσόμενοι μὲ τοὺς ἀπίστους, νὰ ἐξετάσουμε προσεκτικὰ μὲ τὴν φιλυποψία μας, ἡ ὁποία διακατέχει συχνὰ τοὺς θρησκευομένους, ὅλη αὐτὴ τὴν φανταστικὴ δαιμονολογία, ὅλες αὐτὲς τὶς ἱστορίες, προϊόντα τῆς ἀχαλίνωτης ἀνατολίτικης φαντασίας, ποὺ ἀνέφεραν οἱ ἐπισκέπτες τῆς ἐρήμου χωρὶς νὰ τὶς ἐλέγξουν, καθὼς ἦταν ἐνισχυμένοι ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν ποὺ γνώριζαν αὐτὰ τὰ ἀναγνώσματα μὲ τὰ πρωτεῖα στὴν ἀναγνωσιμότητα τῆς ἐποχῆς παρόμοια μὲ τὰ ἀστυνομικὰ μυθιστορήματά μας;
.      Ἕνας ἄνθρωπος, τελείως μόνος του, ἀρκοῦσε γιὰ νὰ κλονίσει αὐτὲς τὶς κριτικές. Ἔτσι γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὴν εἰλικρίνεια μιᾶς ἀπὸ τὶς πιὸ ἀληθοφανεῖς προσωπικότητες ἔχει δυὸ σύγχρονους βιογράφους, τῶν ὁποίων τὰ γραφόμενα συμπίπτουν καὶ ἀλληλοσυμπληρώνονται, αὐτόπτες μάρτυρες τῆς ζωῆς του: ἕνα ἀνώνυμο Σύρο μὲ προσεκτικὴ γραφίδα, ἐκπρόσωπο τοῦ ἀνατολικοῦ κόσμου˙ καὶ μιλώντας γιὰ τοὺς Ἕλληνες, τὸν πολυμαθῆ Θεοδώρητο, ἐπίσκοπο Κύρου. Ὁ Εὐάγριος ἐπίσης, μέσα στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία του μιλᾶ γιὰ ἕνα ὀνομαστὸ Συμεών, ἀνεβασμένον σ’ ἕνα στύλο, «περιφρονημένον ἀπ’ τοὺς ἐραστὲς τῆς συκοφαντίας». Δὲν εἶναι ἕνας σαλὸς –μακριὰ ἀπ’ αὐτὰ– ἀλλά, ὅπως κάθε τί καινούργιο, τοῦτο, ποὺ αὐτὸς ἐγκαινιάζει, παρεκκλίνει σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ προκαλεῖ τὴν δύστροπη ἀποδοκιμασία ἐκείνων στοὺς ὁποίους ὁ ἡρωισμὸς προξενεῖ φόβο. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἴσως ὁ Κύριος τὸν «ἀνέβασε» σ’ ἕνα στύλο. «Φάνηκε καλὸ στὸν Θεό, γράφει ὁ ἀνώνυμος Σύρος, βλέποντας πὼς στοὺς ἐσχάτους καιροὺς αὐτοὺς ἡ ἀνθρωπότητα θὰ ἦταν σὰν κοιμωμένη, νὰ τὴν ξυπνήσει διὰ τῆς θέας τῶν βασάνων τοῦ δούλου του».
.     «Ὁ βοριὰς φέρνει τὸ χιόνι του, ἡ δύση τὸν πάγο, ἡ ἀνατολὴ τὶς κακοκαιρίες, ὁ νοτιὰς τὴν ζεστασιά. Ὁ ἥλιος μοιάζει μὲ ἕνα φοῦρνο, ὁ ἀσκητὴς ἔχει χρυσάφι». Πότε τρώει; Πότε κοιμᾶται; Κανεὶς δὲν τὸ ξέρει. Προσεύχεται. Προσευχόμενος κάνει μετάνοιες καὶ τὸ μέτωπό του φτάνει στὰ πόδια του. Πόσες μετάνοιες κάνει; Ἕνας συνοδὸς τοῦ ἐπισκόπου Θεοδωρήτου θέλησε νὰ λογαριάσει: φθάνοντας στὶς 1244 σταμάτησε. Βεδουίνοι τῆς ἐρήμου, Ἄραβες, Κόπτες, Ἕλληνες, Ρωμαῖοι, συνωθοῦνται στὸ πόδι τοῦ στύλου γιὰ νὰ δοῦν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, ποὺ στέκεται ὄρθιος σὰν φλόγα ἀνάμεσα στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό, πάνω σ’ ἕνα πύργο τριάντα πήχεις ὕψος, ἁλυσοδεμένος ὅπως ἕνας σκύλος, σὲ μιὰ ἐπιφάνεια τεσσάρων τετραγωνικῶν μέτρων περίπου. «Εἶσαι ἄνθρωπο ἢ ἀσώματος;», τὸν ρωτάει ἕνας ἀπὸ τὴν Ραβέννα. Τοῦ ἀπαντάει δείχνοντάς του τὶς ἀνοιχτὲς πληγὲς στὶς κνῆμες, ἐξ αἰτίας τῆς προστριβῆς μὲ τὶς ἁλυσίδες. Σὲ ἐμπόρους ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὴν Γαλλία, ζητάει νὰ μεταφέρουν τὰ σεβάσματά του στὴν Ἁγία Γενεβιέβη τῆς Λουτέσιας. Εἶναι γνωστὸς σ’ ὁλόκληρη τὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία. Ὁ ἐπίσκοπος Θεοδώρητος μαθαίνει στοὺς ὑποτακτικούς του τοὺς κινδύνους τῆς δημοτικότητας: εἰδοποιημένος ἀπὸ τὸν Συμεὼν νὰ εὐλογήσει τὸ πλῆθος παραλίγο νὰ γίνει κομμάτια ἀπὸ τὴν βία τοῦ σπρωξίματος. Ἀλλὰ ὅλα τὰ βράδια ὁ στυλίτης κατεβαίνει ὁ ἴδιος γιὰ νὰ ἀνακατευτεῖ, ὅπως λέμε σήμερα, μὲ τὸ πλῆθος. Ἀκούει, ἐνδυναμώνει, θεραπεύει τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα.
.      Ὅπως ὅλοι οἱ μεγάλοι ἀσκητές, ὑφίσταται ἀπὸ τοὺς δαίμονες πολυάριθμες ἑφόδους. Τοῦτοι παίρνουν τὴν μορφὴ τρομακτικῶν ζώων καθὼς καὶ ὄμορφων, κολακευτικῶν γυναικῶν. Ἀλλὰ οἱ ἄγγελοι τὸν στηρίζουν καὶ ἀνάμεσα στοὺς ἁγίους ἔχει φίλους. Ὁ προφήτης Ἠλίας ὁδηγώντας τὸ πύρινο ἅρμα του τὸν ἐπισκέπτεται θυμίζοντάς του τὸ γένος τῶν δυστυχῶν, μὲ τοὺς ὁποίους ὀφείλει ἰδιαιτέρως νὰ ἀσχοληθεῖ. Οἱ αὐτοκράτορες τοῦ γράφουν. Τὰ στοιχεῖα τὸν ὑπακούουν. Κύριος τοῦ χώρου, θεᾶται –χωρὶς νὰ ἐγκαταλείπει τὸν στύλο του– συγχρόνως τὸν Λίβανο ὅπου ἐκδιώκει τοὺς βρικόλακες καὶ τὰ ποντίκια˙ συγχρόνως στὴν Περσία μέσα σὲ μιὰ φυλακή, ὅπου ἔχουν ἐγκλειστεῖ χριστιανοί. Ἐνδιάμεσος τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν οὐρανό, μὲ ὅλο του τὸ εἶναι πρὸς τὰ ἄνω δείχνει τὴν ἀτραπὸ ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο, ἢ μᾶλλον: τὴν Βασιλεία. «Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου…». Οἱ διὰ Χριστὸν σαλοὶ ἄραγε δὲν ἔκαναν τὸ ἴδιο πράγμα;  

, ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Ε´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Ε´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/
Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/27/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-δ´/

.     Γιὰ τὸν ἅγ. Ἀνδρέα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἄλλο διὰ Χριστὸν σαλὸ λατρεμένο στὸν Βορρᾶ, δὲν διαθέτομε τὶς ἴδιες ἱστορικὲς βεβαιότητες ἀφορῶσες εἴτε στὴν χρονολογία γεννήσεώς του εἴτε σ’ αὐτὴν τοῦ θανάτου του. Ἡ καταγωγὴ του πολὺ περισσότερο δὲν εἶναι καθαρή: οἱ μὲν τὸν ἔλεγαν Σκύθη, οἱ δὲ τὸν θέλουν Σλάβο. Ἡ προσωπικότητα ἀκόμα τοῦ βιογράφου του ἐγείρει ἀμφιβολίες. Καλεῖται Νικηφόρος, ἱερεὺς χάριτι Θεοῦ τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Βασιλευούσης τῶν πόλεων, ἐπονομαζομένης Ἁγίας Σοφίας, καὶ φέρεται πὼς ἔχει γράψει τὸν ἔνδοξο βίο τοῦ σεβαστοῦ Ἀνδρέου, ὅπως τὸν παρατήρησε μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια καὶ ὅπως τὸν γνώρισε ἀπὸ τὰ λεγόμενα τοῦ ἐνδόξου ἐπισκόπου Ἐπιφανίου. Παραδίδει ὡς ἡμέρα τελευτῆς τοῦ Ἁγίου τὴν 28 Μαΐου, συγχρόνως ὑπόσχεται νὰ ἀναφέρει τὸ ἔτος, λέγοντας μόνον πὼς ὁ μεγάλος βυζαντινὸς κύριος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε δοῦλος, ζοῦσε ἐπὶ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Μεγάλου (457-474) καὶ πὼς ὁ Δανιὴλ ὁ Στυλίτης († 489) ἦταν σύγχρονός του˙ κάτι ποὺ φέρνει ἀντίρρηση στὸν ἰσχυρισμό, πὼς ὁ Ἀνδρέας, ἀφ’ ὅτου «τρελάθηκε», ἄρχισε νὰ «παιδιαρίζει» μιμούμενος τὸν Συμεὼν τὸν Σαλό, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει, ὅπως γνωρίζομε, στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ. Ἡ εἰσβολὴ ξένου λεξιλογίου στὴν γλώσσα, ἡ συχνὴ ἀναφορὰ τῶν «σαρακηνῶν» καὶ «ἀγαρηνῶν», οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν 5ο ἀκόμη αἰώνα δὲν ἐνοχλοῦσαν τὴν εἰρήνη τῶν κατοίκων τῆς Πόλεως, καθὼς καὶ ἡ καθυστερημένη ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος τοῦ Ἀνδρέα ἔκαναν τοὺς Βολλανδιστές, καὶ τοὺς Ἕλληνες νὰ πιστεύουν, πὼς ὁ νεαρὸς Ἀνδρέας, «τῷ γένει Σκύθης», εἶχε ἀγοραστεῖ ὡς σκλάβος ἀπὸ ἕνα μεγάλο βυζαντινὸ κύριο ὀνόματι Θεογνωστό, πρωτοσπαθάριο τοῦ Λέοντος τοῦ Στ΄ τοῦ Σοφοῦ (886-911) καὶ ὄχι τοῦ Λέοντος τοῦ Μεγάλου˙ ὑπῆρξε «πρωτονοτάριος» τοῦ κυρίου του, ὕστερα μοναχὸς καὶ ἐκοιμήθη στὰ 946, 66 χρονῶν μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια ἁγίας τρέλας.
.      Ἡ βιογραφία, δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε, κυρίως ὅταν πρόκειται γιὰ τοὺς διὰ Χριστὸν σαλούς, εἶναι ἕνα ἰδιαίτερο λογοτεχνικὸ εἶδος. Θὰ ἔχομε τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναμιλήσομε γι’ αὐτό. Ὁ Ρῶσος ἱστορικὸς Γκολουμπίνσκυ τὸ καταλάβαινε καλά, ὅταν στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. ἔγραφε χωρὶς νὰ συγκινεῖται: «Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ζοῦσε στοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Μεγάλου (457-474) ἢ ἀργότερα, δὲν ξέρομε πότε ἀκριβῶς». Οἱ ἀναχρονισμοὶ καὶ οἱ ἀντιδράσεις, τὶς ὁποῖες ἀναφέραμε, θὰ μποροῦσα νὰ ἐξηγηθοῦν μὲ μιὰ κρατοῦσα μέθοδο, κατὰ τὴν ὁποία ἕνα χειρόγραφο θὰ ἀντιγραφεῖ, θὰ ἀναδιασκευασθεῖ καὶ θὰ ξαναστολισθεῖ ἕνα ἢ δυὸ αἰῶνες ἀργότερα. Δὲν ἐνδιαφέρει τόσο ἡ ἱστορικὴ προσωπικότητα ἑνὸς μακαρίου τὸν βιογράφο του, ὅσο ἡ εἰκόνα ποὺ αὐτὸς παρουσιάζει, θέμα θαυμασμοῦ καὶ ἅμιλλας στὸν 5ο ὅπως καὶ στὸν 6ο αἰώνα. Οἱ ἱστορικὲς ἀσάφειες δὲν βλάπτουν ποτέ, στοὺς Ὀρθόδοξους, τὴν πρὸς τὸν ἅγιο εὐλάβεια τοῦ λαοῦ. Γιὰ τοὺς Ρώσους, ὁ Ἀνδρέας ὁ Κωνσταντινουπολίτης εἶναι ὁ πρῶτος σαλὸς ποὺ ἐπικαλεῖται τὴν μητρικὴ στοργὴ τῆς Θεοτόκου. Στὴν Σκέπη της ὀφείλει ὁ Ἀνδρέας τὴν ἀγάπη ποὺ τοῦ προσφέρουν.
.     Ὁ ναὸς τῶν Βλαχερνῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὰ βορειοανατολικὰ τῆς πόλεως, ἦταν αὐτὸς ποὺ ὁ μακάριος προτιμοῦσε. Χτίστηκε στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰῶνος ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Πουλχερία, ἀδελφὴ τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Νέου (Μικροῦ). Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Λέων ὁ Μέγας ἦρθε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐναπέθεσε ἐκεῖ τὴν ἄρραφη ἐσθήτα τῆς Παρθένου Μαρίας. Κάθε Σάββατο ἐτελεῖτο ἐκεῖ ἀγρυπνία. Συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν φίλο του, τὸν νεαρὸ εὐγενὴ Ἐπιφάνιο, στὸν ὁποῖον καὶ εἶχε προείπει πὼς θὰ γινόταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, παρευρισκόταν ὁ Ἀνδρέας, ὅταν, γύρω στὶς τρεῖς το πρωί, ἡ Παναγία συμπαραστατουμένη δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ συγγενή της καὶ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, τὸν θετὸ υἱό της, διέσχισε τὸν νάρθηκα ἀκολουθούμενη ἀπὸ πλῆθος ψαλλόντων ἁγίων. Ὁ Ἀνδρέας γύρισε πρὸς τὸν Ἐπιφάνιο: «Βλέπεις τὴν Δέσποινά μας, τὴν Παντάνασσα», τὸν ρώτησε. – «Ναί, πάτερ μου, τὴν βλέπω».
.     Ἡ Θεοτόκος γονάτισε μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη καὶ προσευχήθηκε γιὰ πολὺ «ποτίζοντας τὸ θεῖο Πρόσωπό της μὲ δάκρυα». Προχωρώντας ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ θυσιαστήριο προσευχήθηκε πάλι γιὰ τὸν λαό. Τέλος, γυρνώντας πρὸς τοὺς πιστοὺς ἔβγαλε τὸ μαφόριό της ποὺ σκέπαζε τὸ κεφάλι της καὶ τὸ ἅπλωσε πάνω ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα. Ἄστραφτε σὰν ἀστραπὴ καὶ δὲν χάθηκε παρὰ πολλὲς ὧρες ἀργότερα, ἀφ’ ὅτου ἔφυγε ἡ Παναγία.
.     Ἡ Κωνσταντινούπολη, κατὰ μία διαδεδομένη στὴν Ρωσία παράδοση, ἐπολιορκεῖτο τότε ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, ἴσως Σλάβους. Ἡ κατάσταση ἦταν σοβαρή. Ἀλλὰ ἐνδυναμωμένοι ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση αὐτή, ποὺ ἔγινε γνωστὴ ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς πόλεως, οἱ Ἕλληνες ξαναπῆραν κουράγιο καὶ ἀπέκρουσαν τοὺς πολεμίους. Μία ἑορτὴ καθιερώθηκε εἰς ἀνάμνησιν τοῦ γεγονότος.

«Ἡ παρθένος σήμερον στὸν ναὸ παραμένει
καὶ ἀόρατη προσεύχεται γιὰ μᾶς μὲ τοὺς ἁγίους.
Οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ ἐπίσκοποι προσκυνοῦν
οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ προφῆτες ἀγάλλονται
γιὰ μᾶς παρακαλεῖ ἡ Παναγία τὸν Αἰώνιο».

ψάλλει ἡ Ἐκκλησία. Σχεδὸν ξεχασμένη* στὴν Ἑλλάδα ἡ γιορτὴ αὐτὴ ἐπιτελεῖται εὐλαβῶς τὴν 1η Ὀκτωβρίου ἀπὸ τοὺς Ρώσους ὀρθοδόξους. Συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στὶς πιὸ λαοφιλεῖς. Ὀνομάζεται ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης.

 

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Δ´]

Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Δ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/
Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/
Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/25/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-γ´/

.      Δὲν θὰ μιλήσομε λεπτομερῶς οὔτε γιὰ τὸν αἱρετικὸ ταβερνιάρη καὶ τὴν γυναίκα του, τοὺς ὁποίους ὁ Συμεὼν μετέστρεψε στὴν ὀρθὴ πίστη παίρνοντας ἀναμμένα κάρβουνα μέσα στὰ χέρια του γιὰ νὰ κάψει λιβάνι˙ οὔτε γιὰ ἕνα δαίμονα τὸν ὁποῖο ἔδιωξε ἀπὸ μιὰ κρασοστάμνα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ ταβερνιάρη (θέμα ποὺ βρίσκεται σὲ πολλὲς ἄλλες βιογραφίες ἁγίων)˙ οὔτε γιὰ τὴν μυστηριώδη ἐπίσκεψη ποὺ ἔκανε σὲ μιὰ πόρνη, ἐπίσκεψη ποὺ ἔδωσε ἀφορμὴ στὶς πιὸ κακὲς ὑποψίες, πρὶν μαθευτεῖ ἀπὸ τὸ στόμα αὐτῆς τῆς ἴδιας, πὼς ὁ ἅγιος γεροντάκος ἀνακαλύπτοντας, ὅτι αὐτὴ εἶχε μείνει τρεῖς μέρες χωρὶς τροφή, τῆς ἔφερε κρυφὰ ψωμί, κρασὶ καὶ κρέας.
.     Πόσους ἀνθρώπους, λέει ὁ βιογράφος του, δὲν ἔπεισε μὲ τὴν προσποιητὴ τρέλα του, γιὰ τὶς ἀνομολόγητες ἁμαρτίες των. Τοὺς μὲν γιὰ τὴν ἀκαθαρσία, τοὺς δὲ γιὰ κλεψιὰ κι ἄλλους πάλι γιὰ ψευδορκίες. Τοὺς μὲν παίρνοντάς τους κατὰ μέρος, τοὺς δὲ δημοσίᾳ ἀλλὰ μὲ παραβολικὲς ἀναφορὲς πρὸς αὐτούς, ὥστε νὰ ξυπνήσει τὶς συνειδήσεις των, ἢ πάλι στ’ ἀνοιχτὰ προφυλάσσοντας ἔτσι τὴν πόλη ἀπὸ τὰ ἐγκλήματά των.
.   Ὁ Συμεὼν εἶναι ἕνας τέλειος σαλός. Πότε σκωπτικὸς ἠθοποιός, πότε προορατικός, πότε προφήτης. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε πὼς ἡ διορατικότητα ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς γνήσιας καθαρότητος. Στὰ 588, ὁ Συμεὼν προεῖπε τὸν φοβερὸ σεισμὸ ὁ ὁποῖος συγκλόνισε τὶς πόλεις τῆς Βηρυττοῦ, Βίβλου καὶ Τριπόλεως. Ἐφοδιασμένος μ’ ἕνα μαστίγιο διάβαινε ἀνάμεσα στοὺς στύλους τῶν κτιρίων λέγοντας σὲ μερικούς: «Κρατᾶτε καλά. Ὁ Θεὸς σᾶς τὸ προστάζει». Σ’ ἄλλους: «Μὴ πέφτετε, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ μένετε ὄρθιοι». Οἱ πρῶτοι ἀντιστάθηκαν στὸν σεισμό, οἱ ἄλλοι ἂν καὶ ραγισμένοι, δὲν κατέρρευσαν, παρ’ ὅλο ποὺ τὰ ὑπόλοιπα βούλιαξαν».
.    Ὁ σαλὸς εἶχε στὴν Ἔμεσα μία καλύβα καλυμμένη ἀπὸ κληματίδες, μέσα στὴν ὁποία περνοῦσε τὶς νύχτες του προσευχόμενος καὶ ἀρδεύοντας τὴν γῆ μὲ δάκρυα. «Ἂν ὁ διάβολος, γράφει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, βλέπει ἕνα ἀσκητὴ ἔνδακρυ, δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ κοντά του, ἐπειδὴ δὲν ὑποφέρει τὴν ταπείνωση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ δάκρυα». Μόνος ἐνώπιον Θεοῦ ὁ Συμεὼν δὲν ἦταν πιὰ ἕνας γελοῖος γέρος γελωτοποιός, ἀλλὰ ἕνα μικρὸ παιδί, ποὺ δὲν εἶχε στὴν γῆ παρὰ τὸν διάκονο Ἰωάννη ὡς ἔμπιστο.
.   Λίγες μέρες πρὸ τοῦ θανάτου του, τοῦ ἐμπιστεύθηκε: «Εἶδα κάποιον ἔνδοξο πού μοῦ ’λεγε: “Ἔλα σαλέ, ἔλα νὰ λάβεις ὄχι μόνον ἕνα στέφανο, ἀλλὰ περισσότερους, γιατί ἔχεις σώσει πολλὲς ἀνθρώπινες ψυχές”». Ἔκτοτε δὲν ἄφησε τὴν τρώγλη του. Ἀνήσυχοι οἱ φίλοι του οἱ ζητιάνοι πήγαιναν νὰ δοῦν, ἂν ἦταν ἄρρωστος. Τὸν βρῆκαν κεκοιμημένο, ξαπλωμένο σ’ ἕνα στρῶμα ἀπὸ σχοῖνο. Δυὸ ἀπ’ αὐτοὺς πῆραν τὸ σῶμα του γιὰ νὰ τὸ μεταφέρουν «χωρὶς ψαλμωδίας, καὶ χωρὶς κηρίων καὶ θυμιάματος» στὸ «ξενοτάφιον». Καθὼς περνοῦσαν μπροστὰ ἀπ’ τὸ σπίτι ἑνὸς Ἑβραίου, προσφάτως μετεστραμμένου στὴν πίστη, καὶ ἄκουσε αὐτὸς ὁ νεοφώτιστος ὕμνους ἀσυγκρίτου ὡραιότητος, πλησίασε στὸ παράθυρο καὶ πρὸς μεγάλη του ἔκπληξη δὲν εἶδε παρὰ δυὸ ἐπαῖτες νὰ κουβαλοῦν τὸ σῶμα τοῦ Συμεών. «Μακάριος εἶ, Σαλέ!» φώναξε αὐτός, «ὅτι μὴ ἔχων ἀνθρώπους ψάλλοντάς σοι ἔχεις οὐρανίας δυνάμεις, ἐν ὕμνοις τιμῶσας σε». Κατέβηκε καὶ βοήθησε τοὺς ζητιάνους νὰ μεταφέρουν καὶ νὰ ἐνταφιάσουν τὸ σῶμα. Δύο ἡμέρες ἀργότερα ἔφθασε ὁ διάκονος Ἰωάννης καὶ ἔκλαψε πικρῶς. Πῆγε στὸ κοιμητήριο μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐνταφιάσει τὸν φίλο του «σὲ τόπο ταιριαστό», ἀλλὰ ἀνοίγοντας τὸν τάφο τὸν βρῆκε ἄδειο. Οἱ Ἄγγελοι, σκέφτηκε, εἶχαν πάρει τὰ λείψανα τοῦ Συμεών. Ὅσο γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Ἐμέσης, κατάλαβαν, πὼς ὁ σαλὸς δὲν ἦταν ἕνας τρελός, ἀλλὰ ἕνας μεγάλος ἅγιος.
.    Ὁ Συμεὼν κοιμήθηκε, πιστεύεται, στὶς 21 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 590. Ἦταν περίπου ἑξήντα ἐτῶν, ὅταν ἀφήνοντας τὴν ἔρημο ἐμφανίστηκε στὰ 582 στὴν Ἔμεσα. Ὁ Εὐάγριος, τοῦ ὁποίου ἡ Ἱστορία τελειώνει στὰ 594, χρόνο τοῦ μεγάλου σεισμοῦ τὸν ὁποῖο προφήτευσε καὶ στὸν ὁποῖο βρέθηκε, καὶ στὸν χρόνο, ποὺ ὁ Εὐάγριος τελείωσε τὴν Ἱστορία του, χάθηκε ὁ σαλός, γύρω στὰ ἑξῆντα ὀκτὼ ὑπολογίζεται. Ὅπως σχεδὸν ὅλοι οἱ σαλοί, εἶχε ἕνα φίλο συγχρόνως κι ἔμπιστο, ἐγγυημένον γιὰ τὴν ψυχική του ὑγεία, στὸ πρόσωπο τοῦ διακόνου Ἰωάννου καί, πράγμα πολὺ πιὸ σπάνιο, δύο βιογράφους διακεκριμένους καὶ ἀξιοπίστους γιὰ νὰ παρακαταθέσει τὸν βίο καὶ τὴν πολιτείαν του. Ἡ ζωή του μεταφράσθηκε σὲ πολλὲς γλῶσσες ἀνάμεσά των καὶ στὰ σλαβονικά, ποὺ ἐξηγεῖ τὴν δημοτικότητά του στὴν Ρωσία.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Γ´]

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Γ´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»

(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/

.     Γιὰ ὅλους τοὺς διὰ Χριστὸν σαλοὺς ἔχει εἰπωθεῖ πὼς εἶναι γυμνοί, ἄστεγοι, πὼς ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν ζέστη καὶ τὸ κρύο, ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴν δίψα. Κάτι συγγενὲς τοὺς συνδέει σ’ ὅλες τὶς ἐποχές. Ἡ γυμνότητα κυρίως, ποὺ ξαφνιάζει καὶ προκαλεῖ τοὺς «καθαρούς», ὑπογραμμίζεται ὡς εἰδικὴ σταθερά. Συχνὰ τὰ ἐνδύματα ἀντὶ νὰ προφυλάττουν τὴν αἰδώ, ὑπηρετοῦν τὴν ματαιοδοξία. Κρύβουν τὶς δυσάρεστες σωματικὲς διαμαρτυρίες, τονίζουν τὶς διακρίσεις ἀνάμεσα στὶς κοινωνικὲς τάξεις. Ἡ γυναίκα πάντοτε τὰ χρησιμοποίησε γιὰ τοὺς σκοπούς της. Κι ὁ ἄνδρας ἐπίσης, ἄλλωστε. Ἀρκεῖ νὰ ξαναδοῦμε μὲ τὸν νοῦ τὴν στρατιωτικὴ στολὴ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο μέχρι τὶς μέρες μας, ὥστε νὰ πεισθοῦμε περὶ τῆς σπουδαιότητός τους γιὰ τὴν πολεμικὴ ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀνδρικὴ γοητεία. Γυμνὸς ὁ σαλὸς δὲν ἀνήκει σὲ καμιὰ χωριστὴ ἱστορικὴ ἐποχή. Τὸ παρουσιαστικό του δὲν ἐγείρει τὴν ἡδυπάθεια. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τὸν ἔκανε ὁ Θεός. Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος.
.   Ὅλη τὴν ζωὴ του ὁ Σεραπίων πέρασε μὲ τὸ νὰ συντρέχει τὸν πλησίον του. Πουλήθηκε μόνος του σὲ σκλαβοπάζαρο σὲ κάποιους πλανόδιους κωμικούς, τοὺς ὁποίους καὶ μετέστρεψε στὴν πίστη˙ σὲ ἕνα μανιχαῖο τὸν ὁποῖο ἐπανέφερε στὸν ὀρθὸ δρόμο τῆς καθολικῆς πίστεως. Γιὰ νὰ ἐμποδίσει νὰ πουλᾶν τὸ σῶμα τους, ἔδινε χρήματα στὶς πόρνες.
.    «Πολλὲς παρόμοιες πράξεις πραγματοποιήθηκαν ἀπὸ τὸν δοῦλο τοῦ Χριστοῦ Σεραπίωνα», μᾶς πληροφορεῖ ὁ συγγραφέας τῆς Λαυσαϊκῆς Ἱστορίας. «Ἀπ’ τὸ πλῆθος αὐτὸ λίγες ἀναφέρομε».
.     Ἀλλ’ αὐτὲς οἱ λίγες ἀρκοῦσαν. Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων, πατριάρχης Ἀλεξανδρείας διάβαζε συχνὰ κλαίγοντας στοὺς οἰκονόμους καὶ φοροεισπράκτορες τῆς ἐπαρχίας του, ὅπως καὶ στοὺς διακόνους, τὴν ζωὴ τοῦ Σεραπίωνος τοῦ Σινδονίτου, γιὰ νὰ τοὺς δείξει πόσο κατώτερη ἀπὸ τοῦ σαλοῦ ἦταν ἡ ἀγάπη των γιὰ τοὺς φτωχούς. «Σκεφτόμουν, ἔλεγε, πὼς μοιράζοντας τὰ χρήματά μου στοὺς ἀποκλήρους εἶχα κάνει κάτι. Ἀλλὰ ἀγνοοῦσα, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀπὸ συμπάθεια φτάνουν νὰ πουληθοῦν οἱ ἴδιοι».
.     Ἡ πρώτη προσωπογραφία ἑνὸς «ἀληθινοῦ» σαλοῦ, τοῦ Συμεών, μᾶς ἔχει δοθεῖ ἀπὸ δύο συγχρόνους του: τὸν ἅγιο Λεόντιο ἐπίσκοπο Κύπρου, σύμφωνα μὲ τὰ λεγόμενα τοῦ διακόνου Ἰωάννου, φίλου τοῦ σαλοῦ˙ κι ἕνα δικηγόρο τῆς Ἀντιοχείας, τὸν Εὐάγριο, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσε στὸν Συμεὼν ἕνα ὁλόκληρο κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας, λυπούμενος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἀφιερώσει μόνον σὲ ἐκεῖνον ἕνα ὁλόκληρο βιβλίο. Ἡ Ἀντιόχεια δὲν ἦταν μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἔμεσα, ὅπου δροῦσε ὁ «τρελός», κάτι ποὺ διευκόλυνε τὴν ἐργασία τοῦ βιογράφου του.
.    Ὁ Συμεὼν ἦταν περίπου ἑξήντα χρονῶν, ὅταν ἔγινε «κωμικὸς» καὶ γελωτοποιὸς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό. Τὰ πρῶτα τριάντα χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ πέρασε στὸ σπίτι τῶν γονέων του, «εὐγενῶν καὶ πλουσίων». Ἐν συνεχείᾳ ἀποτραβήχθηκε στὴν ἔρημο, ὅπου, κοντὰ στὴν Νεκρὰ Θάλασσα, γιὰ ἄλλη μιὰ τριακονταετία ἀφιερώθηκε μαζὶ μὲ τὸν φίλο του διάκονο Ἰωάννη στὴν τραχύτητα μιᾶς αὐστηρὰ ἀσκητικῆς ζωῆς. Γνωρίζομε τοὺς γεμάτους δυσπιστία λόγους, τοὺς ὁποίους τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Ἰωάννης πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του: «Προφύλαξε τὴν καρδιά σου…». Ἀλλὰ γιὰ τὸν Συμεὼν ἡ παραμονὴ στὴν ἔρημο δὲν ἦταν παρὰ μιὰ προετοιμασία σὲ μιὰ διακονία χάριτος. «Δὲν μᾶς εἶναι χρήσιμο, ἀδελφέ, νὰ μείνομε ἐδῶ», ἀπαντᾶ. Γυρίζει στὸν κόσμο. «Ἂς γνωρίζει ἡ ἀγάπη σου, πὼς ἀνάμεσα στοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν στὶς πόλεις καὶ καλλιεργοῦν τὴν γῆ, χωρὶς νὰ κάνουν κακὸ σὲ κανέναν καὶ τρῶνε τὸ ψωμί των μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου των, βρίσκονται μεγάλοι ἅγιοι». Γιὰ νὰ τοὺς συναντήσει, θὰ γίνει περισσότερο κι ἀπὸ ἁπλός, θὰ καμωθεῖ ἐκεῖνον ποὺ σὰν τὸν μίμο τοῦ τσίρκου, δέχεται τὰ χαστούκια. Γιατί ἐκ τῶν λεγομένων τοῦ διακόνου Ἰωάννου, ποὺ μᾶς μεταφέρει ὁ Λεόντιος Νεαπόλεως, ὁ Συμεὼν μποροῦσε νὰ παίξει κωμωδία, νὰ κάνει φάρσες, νὰ εἶναι γελοῖος, ἐνῶ ὁ Ἰωάννης αὐτὸς δὲν μποροῦσε. Γιατί; Διότι ὁ σαλὸς κατεῖχε σ’ ἕνα πιὸ ὑψηλὸ βαθμὸ τὴν ἁπλότητα καὶ καθαρότητα τῆς περιστερᾶς.
.    Ἡ εἴσοδός του στὴν Ἔμεσα ὑπῆρξε θριαμβευτική. «Ὁ μακάριος», διαβάζομε στὴν σλαβονικὴ μετάφραση τοῦ Βίου του, «βρῆκε σ’ ἕνα κοπρώνα ἔξω ἀπ’ τὴν πόλη ἕνα ψόφιο σκύλο. Ἔβγαλε τὴν ζώνη του, ἔδεσε τὸν σκύλο ἀπ’ τὰ πόδια καὶ τὸν μετέφερε ἔτσι μέσα στὴν πόλη. Κάποια ἀλητάκια τὸν εἶδαν καὶ βάλθηκαν νὰ φωνάζουν: “Ἕνας μοναχὸς σαλός! Ἕνας μοναχὸς σαλός!”, καὶ νὰ τοῦ πετᾶν πέτρες καὶ νὰ τὸν κτυπᾶνε μὲ μπαστούνια». Τὸ περιστατικὸ θυμίζει αὐτὸ ποὺ διηγεῖται ἡ Ἁγ. Γραφὴ στὸ βιβλίο τῶν Βασιλειῶν. Ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος πηγαίνοντας στὴν Βαιθὴλ συνάντησε μιὰ ὁμάδα παιδιῶν ποὺ τὸν πῆραν ἀπὸ πίσω φωνάζοντας: «Ἀναβαῖνε, φαλακρέ, ἀναβαῖνε». Ἔστριψε πίσω το πρόσωπό του καὶ τὰ καταράστηκε. Δύο ἀρκοῦδες βγῆκαν ἀπ’ τὸν δρόμο καὶ σκότωσαν μιὰ σαρανταριὰ ἀπ’ αὐτά. Τιμωρία δυσανάλογη μὲ τὸ λάθος φαίνεται. Ὁ Συμεὼν δὲν καταρᾶται κανέναν. Ἀντιθέτως. Μὲ τὴν στάση του δείχνει νὰ ἐνθαρρύνει αὐτοὺς ποὺ τὸν κτυπᾶν καὶ τὸν σπρώχνουν. «Λίγο ἀργότερα κουτσαίνοντας, ἕρποντας κατὰ γῆς καὶ ἀρπάζοντας τοὺς περαστικοὺς ἀπ’ τὰ πόδια, ἢ κλωτσώντας στὴν γῆ τὰ πόδια, κατὰ τὸν χρόνο τῆς νέας σελήνης κυρίως, ἔμοιαζε δαιμονισμένος, κάνοντας πολλὰ δυσάρεστα πράγματα καὶ συμπεριφερόμενος σὰν φρενοβλαβής, ὥστε κανένας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ τὸν πιστέψει γιὰ ἅγιο». Σύχναζε στὶς ταβέρνες, περιπατοῦσε γυμνὸς δίχως ντροπὴ στὴν ἀγορά, τρώγοντας λουκάνικα τὴν Μεγάλη Παρασκευή. Κατὰ τὴν θ. Λειτουργία πετοῦσε φουντούκια στὶς γυναῖκες μέσα στὶς ἐκκλησίες, ἔμπαινε δῆθεν ἀπὸ ἀπροσεξία μέσα στὰ θερμὰ λουτρά, ποὺ προορίζονταν γι’ αὐτές. «Καὶ πῶς αἰσθάνθηκες ἐκεῖ μέσα;» ρωτοῦσε ὁ διάκονος Ἰωάννης, πάντα δύσπιστος καὶ λιγάκι πονηρός. – «Σὰν δένδρο ἀνάμεσα σὲ δένδρα. Δὲν αἰσθανόμουν τὸ σῶμα μου. Τὸ πνεῦμα μου εἶχε ἁρπαγεῖ ἀπὸ τὸν Θεό».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Β´]

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Β´]

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»
(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/21/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος/

.     Ἡ ἱστορία τῆς νεαρῆς νεκρῆς, τῆς ὁποίας τὰ πλούσια στολίδια ἕνας κλέφτης ἤθελε νὰ συλήσει, περιγράφεται, ἐφαρμοζομένη σὲ διαφορετικοὺς ἁγίους, μέσα στὸν Πρόλογο τῆς Λαυσαϊκῆς Ἱστορίας καθὼς ἐπίσης καὶ στὸν βίο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Σαλοῦ τοῦ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ τελευταῖος ἔχοντας συναντήσει τὸν κακοποιό, τοῦ ἔχει προείπει τὴν τύφλωσή του, στὴν περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία θὰ πραγματοποιήσει τὸ σχέδιό του. Ἀλλὰ τὸ ἀπαίσιο ὑποκείμενο τὸν περιγελᾶ, κατεβαίνει στὸν τάφο, παίρνει τὰ ἀντικείμενα ἀξίας, ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ μέσα, κατόπιν ἐνθουσιασμένος ἐπιστρέφει γιὰ νὰ ἁρπάξει τὸ μεσοφόρι τῆς κοπέλας ἀπογυμνώνοντας τὸ σῶμα της. Ἡ κόρη τότε σὰν νὰ ξυπνᾶ ἀπὸ ἕνα βαθὺ ὕπνο, σηκώνεται καὶ καταφέρει μὲ ὁρμὴ ἕνα χαστούκι στὸν τυμβωρύχο, τὸν ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴν πρόρρηση τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, τὸν τύφλωσε γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του.
.   Ἐνθαρρυνόμενος ὅλο καὶ περισσότερο ὁ σαλὸς σ’ ἀντίθεση μὲ τὸν μοναχό ἀλλάζει δρόμο στὴν πρόκληση. Ἡ χλιαρότητα, μητέρα τῆς ἀδιαφορίας, ἐγκαθίσταται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, κερδίζει τὰ μοναστήρια. Χρειάζεται ἄραγε νὰ χρησιμοποιηθοῦν τὰ μεγάλα μέσα, ὥστε νὰ ἀνασυρθοῦν ἀπὸ τὴν νάρκη τους;
.    Ὁ Σεραπίων, τοῦ ὁποίου τὴν ζωὴ μᾶς διηγεῖται ἡ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, ὁ ἐπονομαζόμενος «Σινδονίτης», διότι μία σινδόνη, ἕνα λινὸ πουκάμισο, τοῦ χρησίμευε γιὰ μοναδικὸ ροῦχο, εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ περιβάλλεται τὴν στολὴ τῆς διὰ Χριστὸν μωρίας: τὴν γυμνότητα. Μοναχὸς στὴν νεότητά του, ἀσκήθηκε μὲ πολλὴ ζέση στὴν μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τὶς ὁποῖες μποροῦσε νὰ ἀπαγγέλλει ἀπὸ στήθους. Ἀλλὰ προτιμώντας ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια ἑνὸς μοναστηριακοῦ κελλιοῦ τὴν πείνα, τὴν δίψα καὶ τὴν ἀνασφάλεια τῶν πέντε δρόμως διάλεξε τὸν πλανόδιο βίο καὶ πέρασε τὸν χρόνο του ταξιδεύοντας. Καθισμένος μιὰ μέρα στὴν ἄκρη ἑνὸς δρόμου εἶδε ἕνα ζητιάνο νὰ τρέμει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ «σεντόνι» του. «Ποιός σ’ ἔγδυσε ἔτσι;» ρώτησε ἕνας περαστικός. – «Αὐτό», ἀπάντησε ὁ Σεραπίων δείχνοντας τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του. Ἐν συνεχείᾳ φτάνει ἕνας ἄνθρωπος ποὺ συρόταν πρὸς τὴν φυλακὴ γιὰ χρέη. Ὁ Σεραπίων πουλᾶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοῦ δίνει τὰ χρήματα νὰ πληρώσει. «Ποῦ εἶναι τὸ Εὐαγγέλιό σου;», τὸν ρωτᾶ ὁ ὑποτακτικός του. – «Ἀδιαλείπτως, ἀπαντᾶ ὁ σαλός, μοῦ ἐπανελάμβανε: πώλησε ὅ,τι ἔχεις καὶ δῶσ’ τα στοὺς φτωχούς. Τὸ ἄκουσα».
.    Στὴν Ρώμη ἄκουσε νὰ μιλᾶν γιὰ μιὰ παρθένο, ποὺ ἀπὸ εἴκοσι χρόνια ζοῦσε ἔγκλειστη, χωρὶς νὰ δέχεται κανέναν, χωρὶς νὰ μιλᾶ σὲ κανέναν. Κατόρθωσε νὰ τὴν δεῖ.
— «Τί καθέζη;» τῆς εἶπε.
— «Οὐ καθέζομαι, ἀλλὰ ὁδεύω», ἀπάντησε.
— «Ποῦ ὁδεύεις;»
— «Πρὸς τὸν Θεόν».
— «Ζῆς ἢ ἀπέθανες;»
— Λέγει αὐτῷ˙ «Πιστεύω εἰς τὸν Θεὸν ὅτι ἀπέθανον· ζῶν γὰρ σαρκί τίς οὐ μὴ ὁδεύσῃ;».
— Λέγει αὐτῇ˙ «Οὐκοῦν ἵνα με πληροφορήσῃς ὅτι ἀπέθανες ποίησον ὃ ποιῶ, ἔξελθε καὶ πρόελθε».

.     Αὐτὴ διαμαρτυρήθηκε. Ἀλλὰ ὁ «τρελὸς» ἔχοντας φθάσει στὴν κατάσταση τῆς ἀπαθείας, τῆς πλήρους «ἀδιαφορίας», τῆς ἔδωσε νὰ καταλάβει πὼς λέγοντας νεκρὴ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποδείξει. Ὑποχώρησε στὰ ἐπιχειρήματά του καὶ βγῆκε. Φθάνοντας κοντὰ σὲ μιὰ ἐκκλησία λέει ὁ Σεραπίων: «Καὶ τώρα, ἂν θέλεις νὰ μὲ πείσεις πὼς εἶσαι νεκρὴ γιὰ τὸν κόσμο, “ἐκδυσαμένη κατ’ ἐμὲ πάντα σου τὰ ἱμάτια ἐπὶ τῶν ὤμων θὲς καὶ πάρελθε μέσην τὴν πόλιν ἐμοῦ προλαμβάνοντος τῷ σχήματι τούτων”». Σκανδαλισμένη ἡ παρθένος ἀρνήθηκε. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ μὲ περάσουν γιὰ τρελή». – «Καὶ λοιπόν; Ἂν εἶσαι νεκρὴ γιὰ τὸν κόσμο, τί σὲ νοιάζει τί σκέφτονται;». Ἐκείνη ἀρνήθηκε. «Ἴδε οὖν, μηκέτι μέγα φρόνει ἐπὶ σεαυτῇ ὡς πάντων εὐλαβεστέρα καὶ ἀποθανοῦσα τῷ κόσμῳ», λέει ὁ Σεραπίων. «Εἶμαι ἴσως πιὸ νεκρὸς ἀπὸ σένα καὶ ἀπεδείχθη, καθὼς περπατοῦσα γυμνὸς δίχως ντροπή». Τὸ μάθημα, παρατηρεῖ ὁ Παλλάδιος, ὑπῆρξε πολὺ ὠφέλιμο γιὰ τὴν παρθένο αὐτή, καθ’ ὅτι τὴν παρεκίνησε σὲ περισσότερη ταπείνωση.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , ,

Σχολιάστε

ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΑΛΟΤΗΤΟΣ [Α´]

  • 21 Ἰουλίου: Μνήμη Ἁγ. Συμεὼν τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ καὶ Ἰωάννου ὁσίου

 Ἥρωες τῆς ἁγίας σαλότητος [Α´]

 Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο

Εἰρήνης Γκοραΐνωφ: «Οἱ διὰ Χριστὸν Σαλοί»
(μετάφρ. ἐκ τοῦ γαλλικοῦ Μ. Λαγουροῦ-Κουμπέτσου, Ἀθ. Σ. Λαγουρός)
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ»,
β´ἔκδ., Ἀθῆναι 1995, σελ. 34-52

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

 .     Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρὸ ὑπῆρχε στὴν ἔρημο ἕνας ἐρημίτης, χαρισματοῦχος ἐξορκιστὴς τῶν δαιμονισμένων καὶ διώκτης δαιμονίων. Ρώτησε ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἐξέβαλε: «Ἡ νηστεία;» – «Ὄχι. Κι ἐμεῖς νηστεύουμε ἐπίσης». –«Οἱ ἀγρυπνίες;» – «Ὄχι. Ξέρεις πὼς δὲν κοιμόμαστε καὶ πὼς εἴμαστε πολὺ δραστήριοι». – «Ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο;» – «Ὄχι. Κι ἐμεῖς ἐπίσης συχνάζομε στὶς ἐρήμους». – «Ποιὰ ἀρετὴ λοιπὸν σᾶς ἀναγκάζει νὰ φεύγετε;» – «Ἡ ταπείνωση. Δὲν ὑποφέρομε τὴν ταπείνωση».
.    Θὰ μπορούσαμε, νὰ γεμίσουμε ἕνα βιβλίο μὲ χωρία ἀπὸ τὶς γραφὲς τῶν Πατέρων, ὅπου ἐξυμνεῖται ἡ ταπείνωση. Ἐκριζώνει τὰ πάθη, στερεώνει τὸ οἰκοδόμημα τῆς πνευματικῆς τελειότητας, κάνει ν’ ἀναβλύζει, μέσα σὲ μία καρδιὰ ποὺ αὐτομέμφεται, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Οἱ πρῶτοι διὰ Χριστὸν σαλοὶ παραδίδονταν μὲ τέτοια θέρμη στὴν ἐξάλειψη τῆς ὑπερηφανείας, ὥστε μιὰ παρέμβαση ἀγγέλου ἀπέβαινε ἀπαραίτητη, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀρετή των.
.    Ὁ Ἅγ. Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος († 373), μεγάλος ἀσκητὴς καὶ φημισμένος συγγραφέας, δύο χρόνια πρὸ τοῦ θανάτου του ἐπισκέφθηκε τὸ γυναικεῖο μοναστήρι τοῦ Μὲν (ἢ Μὶν) ἱδρυθὲν ἀπὸ τὴν ἀδελφὴ τοῦ Μεγάλου Παχωμίου καὶ μέσα στὸ ὁποῖο τετρακόσιες μοναχὲς εἶχαν ἤδη συναχθεῖ. Ἀνάμεσά τους βρισκόταν μὰ κόπτισσα, ἡ Ἰσιδώρα (ἢ Βρανκίς), τῆς ὁποίας τὴν ἱστορία μᾶς διηγεῖται. Θεωροῦσαν τὴν Ἰσιδώρα πτωχὴ τῷ πνεύματι καὶ γι’ αὐτὸ τῆς ἀνέθεταν νὰ ἐκτελέσει τὶς πλέον σκληρὲς ἐργασίες καὶ τὰ πιὸ ἀπεχθῆ διακονήματα. Ξυπόλητη, μὲ ἕνα κουρέλι στὸ κεφάλι ὑφίστατο χωρὶς γογγυσμὸ τὸν περίγελω, τὶς ἀδικίες, ἀκόμα καὶ τὰ χτυπήματα ποὺ τῆς δώριζαν οἱ συντρόφισσές της. Ποτὲ δὲν ἔτρωγε στὴν τράπεζα ἀλλὰ ἱκανοποιεῖτο μὲ τὰ ψίχουλα τοῦ τραπεζιοῦ μετὰ τὸ γεῦμα καὶ τὰ ὑπολείμματα τῶν καζανιῶν, ὅταν τὰ ἔτριβε στὴν κουζίνα. Καί, παράξενο πράγμα, ὅσο τὴν κακομεταχειρίζονταν, τόσο αὐτὴ φαινόταν εὐτυχισμένη. Μόνον ὁ Θεὸς γνώριζε τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας της. Αὐτὸς τὴν ἀπεκάλυψε στὸν ἐρημίτη Πιτιρούμ, ὑποτακτικὸ τοῦ Μ. Παχωμίου, μιὰ μέρα ποὺ εἶχε πειρασθεῖ ἀπὸ ὑπερηφάνους λογισμούς. «Διὰ τί μέγα φρονεῖς ἐπὶ σεαυτῷ ὡς εὐλαβής, καὶ ἐν τοιούτῳ καθεζόμενος τόπῳ», τοῦ λέει φανερώνοντάς του ἕνα ἄγγελο, «ἄπελθε εἰς τὸ μοναστήριον τῶν γυναικῶν τῶν Ταβεννησιωτῶν, καὶ ἐκεῖ εὑρήσεις μίαν διάδημα ἔχουσαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς˙ αὕτη σου ἀμείνων ἐστι. Τοσούτῳ γὰρ ὄχλῳ πυκτεύουσα, τὴν καρδίαν αὐτῆς οὐδέποτε ἀπέστησε τοῦ Θεοῦ˙ σὺ δὲ καθεζόμενος ὧδε, ἀνὰ τὰς πόλεις πλανᾶσαι τῇ διανοίᾳ».
.    Τιμημένες ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ φημισμένου ἀσκητῆ μαζεύτηκαν οἱ μοναχές, ἀλλὰ καμιὰ ἀπ’ αὐτὲς δὲν εἶχε τὴν «κόμμωση» ποὺ εἶχε περιγράψει ὁ ἄγγελος. «Εἶστε ὅλες ἐδῶ;» ρώτησε ὁ Πιτιρούμ. – «Ναί. Μόνον ἡ τρελὴ λείπει, ἡ Ἰσιδώρα, ποὺ ἔμεινε στὴν κουζίνα». Στὴν ἐπιθυμία τοῦ ἐπισκέπτη ἔσπευσαν νὰ τὴν βροῦν. Μόλις αὐτὴ ἐμφανίστηκε, ἀνθισταμένη, συρομένη ἀπὸ δύο ἀδελφὲς ὁ Πιτιροὺμ προσέπεσε μπροστά της. «Εὐλόγησόν με, Ἀμμά!» ἀνεφώνησε. Ἡ Ἡγουμένη τοῦ μοναστηριοῦ θέλησε νὰ παρέμβει – «Τί κάνεις ἐκεῖ; Δὲν αἰσχύνεσαι; Εἶναι μιὰ τρελή!» – «Ὑμεῖς ἐστὲ σαλαί», ἀποκρίθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντὶ τοῦ ράκους ἔβλεπε ἕνα στεφάνι, νὰ λάμπει πάνω στὸ κεφάλι τῆς Ἰσιδώρας. «Αὐτὴ εἶναι καλύτερη ἀπ’ ὅλες σας, καλύτερη ἀπὸ μένα, καὶ ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ βρεθῶ στὸ ἐπίπεδό της τὴν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως».
.    Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια οἱ ἀδελφὲς ξαφνικὰ φωτίστηκαν καὶ περικύκλωσαν τὴν «τρελή», γιὰ νὰ τῆς ζητήσουν συγχώρηση. Ἡ μιὰ κλαίγοντας ἐξομολογεῖτο, ὅτι τὴν περιγελοῦσε γιὰ τὸ συντετριμμένο ὕφος της˙ μιὰ ἄλλη ὁμολογοῦσε, ὅτι εἶχε ἀδειάσει πάνω της τὸ ἀπόπλυμα τοῦ πιάτου˙ μιὰ τρίτη θυμόταν ὅτι τὴν εἶχε γρονθοκοπήσει καὶ τῆς εἶχε μελανιάσει τὴν μύτη. Συγχωρημένες προσευχήθηκαν ὅλες μαζὶ καὶ ὁ πατὴρ Πιτιροὺμ γύρισε στὸ ἀσκητήριό του πολὺ ὠφελημένος. Ὅσο γιὰ τὴν Ἰσιδώρα, ἀρνουμένη ἀπὸ ταπείνωση νὰ παραχωρήσει θέση στὴν τιμή, ἡ ὁποία στὸ ἑξῆς τῆς ἀποδιδόταν, χάθηκε ἀπ’ τὸ μοναστήρι καὶ κανένας ἔμαθε ποτὲ ποῦ πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της, κανένας ποτὲ πῶς ἐτελεύτησε.
.   Ταπείνωση; Ναί. Ἀλλὰ ὑπακοή; Ἡ Ἰσιδώρα δὲν εἶχε ζητήσει τὴν εὐλογία τῆς Ἡγουμένης της, οὔτε γιὰ νὰ προσποιεῖται τὴν χαζή, οὔτε γιὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὸ μοναστήρι. Αὐτὴ ἡ ἁγία ἀνυπακοὴ –θὰ μπορούσαμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε ἀνωτέρα ἐλευθερία;– εἶναι ἐξ ὑπαρχῆς ἕνα ἐνδεικτικὸ στοιχεῖο τῶν σαλῶν. Εἶναι πολὺ σημαντικό. Θὰ ἐπανέλθομε.
.    Ἕνα ἄλλο σημεῖο ὅπου διαφοροποιεῖται ὁ ἀνεύθυνος καὶ περιπλανώμενος σαλὸς ἀπὸ τὸν μοναχό, μέλος μιᾶς ὀργανωμένης κοινότητος, εἶναι ἡ ἁγία ἀπρονοησία. «Ἕνας ἄνθρωπος, διηγεῖται ὁ Ἰωάννης Μόσχος, συγγραφέας τοῦ Λειμωναρίου, μᾶς συνάντησε στὴν Ἀλεξάνδρεια ντυμένος ἕνα τσουβάλι, ποὺ τοῦ ’φτανε ἴσαμε τὰ γόνατα καὶ ἔμοιαζε μὲ τρελό. Τοῦ δώσαμε χρήματα. Τί θὰ τὰ ἔκανε; Τὸν ἀκολουθήσαμε. Ὅταν εἶχε στρίψει στὴν γωνία τοῦ δρόμου, ὕψωσε πρὸς τὸν οὐρανὸ τὸ δεξί του χέρι, ποὺ εἶχε τὰ χρήματα, τὰ κράτησε στὸν ἀέρα, ὕστερα ἔκανε μιὰ μετάνοια στὸν Θεὸ καί, ἀφοῦ ἄφησε τὰ χρήματα κατὰ γῆς, ἔφυγε».
.   Στὴν ἀρχή, παρ’ ὅλα αὐτά, στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ μοναχισμοῦ, ὁ μοναχὸς τῆς ἐρήμου καὶ ὁ σαλὸς εἶχαν πιὸ πολλὰ σημεῖα κοινὰ παρὰ ἀνομοιότητες. Ὁ Σεραπίων († ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ.) ἄραγε εἶναι μοναχὸς ἢ σαλός, ἢ καὶ τὰ δυὸ συγχρόνως; Αὐτὸ ποὺ μᾶς μαθαίνει ἡ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία σχετικὰ μ’ αὐτόν, βρίσκεται σὲ ἕνα κείμενο μέσα στὸν πρόλογο καὶ στὸ ἡμερολόγιο ποὺ ἀναφέρεται σ’ ἕνα ἄλλον Αἰγύπτιο, τὸν Βησσαρίωνα –μεγάλο ἀσκητή, μοναχὸ ἢ σαλό;– ὁ ὁποῖος πέθανε στὰ τέλη τοῦ αἰώνα. Μὲ διακόσια χρόνια διαφορά, ὁ ἅγ. Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος καὶ ὁ Συμεὼν ὁ Σαλὸς ὑφίστανται τὴν ἴδια δοκιμασία τὴν ὁποία, καὶ οἱ δύο, ἀντιμετωπίζουν μὲ ταυτόσημο τρόπο: ἀδιαμαρτύρητα σηκώνουν τὴν μομφὴ ποὺ τοὺς προσάπτει μιὰ δούλα, ἡ ὁποία ἔμεινε ἔγκυος, καθὼς καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ συνοδεύει τὴν κατηγορία. Ἀφοῦ ἀποκαθίστανται, (ἡ δύστυχη κοπέλα γέννησε κανονικά, μόνον ἀφοῦ ὁμολόγησε τὸ ψέμα της καὶ κατονόμασε τὸν ἀληθινὸ διαφθορέα της) οἱ δύο ἅγιοι ἀποφεύγουν τὶς ἀποδείξεις μετανοίας, στὶς ὁποῖες τοὺς ὑποχρεώνουν, ὁ μὲν Μακάριος μακρυνόμενος στὴν ἔρημο τῆς Σκήτεως, ὁ δὲ Συμεὼν πηγαίνοντας νὰ κάνει τὸν γελωτοποιὸ μέσ’  στοὺς δρόμους τῆς Ἐμέσης.

 ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/07/23/ἥρωες-τῆς-ἁγίας-σαλότητος-β´/

, , , , ,

Σχολιάστε