Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Ἰω. Ρωμανίδης

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – μία μεγάλη κυοφορουμένη αἵρεση μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νὰ παραθεωρήση τὴν γνήσια προφητική, ἀποστολική, καὶ πατερικὴ διδασκαλία, δηλαδὴ τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία, καὶ νὰ τὴν χαρακτηρίση “μεταπατερική”».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Θ´, τελευταῖο]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

 Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

Η´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/22/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-η´/

Ἡ ἑρμηνεία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

.        ποψη τν νέων θεολόγων κα φιλοσοφούντων, ποναφέρθηκε στν ρχ το κειμένου ατο, περ δθεν δύο κκλησιολογιν, τς «ρχεγόνου παραδόσεως» κα τς «μεταγενέστερης», πονομεύει λη τν Παράδοση τς κκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται στὴν Ἁγία Γραφή, τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, τὴν Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ ὁποία Παράδοση ἀναφέρεται οὐσιαστικὰ στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, στὴν βίωση τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Μία τέτοια πεπλανημένη ἄποψη εἶναι ἕνα σαράκι ποὺ θέλει νὰ καταστρέψη τὸν πνευματικὸ ὀργανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἀλλοιώση ὅλην τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Τὸ ἐρώτημα ὅμως ποὺ τίθεται εἶναι ἀπὸ ποῦ ἔφθασε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ὁ πνευματικὸς αὐτὸς ἰὸς καὶ μολυσμός»;
.        Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι διάφοροι θεολόγοι ἢ διανοούμενοι ποὺ μαθήτευσαν σὲ προτεσταντικὲς Σχολὲς καὶ εἶχαν διδασκάλους Προτεστάντες, ποὺ τοὺς ἐξιδανίκευσαν, ἢ ποὺ μελέτησαν προτεσταντικὲς ἀναλύσεις, χωρὶς νὰ γνωρίζουν ἐπαρκῶς τὴν νηπτικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μετέφεραν ἄκριτα αὐτὲς τὶς ἀπόψεις καὶ μέσα στὸ ἅγιο περιβάλλον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ Ἐκκλησίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προσβάλλωνται τὰ ἐπὶ μέρους μέλη τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ποὺ γνώρισε σὲ Προτεσταντικὲς Σχολὲς τῆς Ἀμερικῆς αὐτὴν τὴν νοοτροπία παρατηρεῖ εὔστοχα: «Ὑπάρχει μία ἄποψη, ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ τελειότητος, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι εἰδωλολατρικῆς προελεύσεως καὶ ὅτι τάχα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὶς διακρίσεις αὐτὲς μεταξὺ καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως –διότι ὑπάρχουν καὶ παράλληλα καὶ στὸν Νεοπλατωνισμὸ– ὑπάρχει σαφὴς αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς δηλαδὴ τῶν σταδίων τῆς τελειώσεως. Καὶ λόγῳ μιᾶς ὁμοιότητας αὐτῶν τῶν δύο, οἱ δικοί μας ἔχουν υἱοθετήσει τὴν ἄποψη αὐτή, ποὺ κυρίως προέρχεται ἀπὸ μελέτες ποὺ ἔχουν κάνει οἱ Προτεστάντες. Δηλαδή, οἱ Προτεστάντες ἀφοῦ ἔχουν ἀπορρίψει τὸν μοναχισμὸ καὶ υἱοθέτησαν ἢ τὸν ἀπόλυτο προορισμὸ τοῦ Καλβίνου ἢ τὴν διδασκαλία τοῦ Λουθήρου περὶ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου διὰ μόνης τῆς πίστεως κλπ., καὶ εἶναι ἀντιμέτωποι ἑνὸς μοναχισμοῦ τῆς παραδόσεως ποὺ συνάντησαν (Φραγκολατίνων), ἡ ὁποία ἐβασίζετο σὲ ἀξιομισθίες, ἐφ’ ὅσον ἀνακάλυψαν ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ ἀξιομισθιῶν εἶναι ἐσφαλμένη διδασκαλία, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο κατήργησαν καὶ τὴν ἀγαμία, τὸν μοναχισμό. Μαζὶ μὲ αὐτὰ ὁ Λούθηρος, κυρίως, καὶ ὁ Καλβίνος, εἴχανε μεγάλη ἀπήχηση ἐναντίον τῶν σταδίων τῆς τελειότητος.
.           Μετά, οἱ ἱστορικοὶ Προτεστάντες ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ θέμα καὶ χάρηκαν τόσο πολὺ ὅταν βρῆκαν τὴν καταπληκτικὴ ὁμοιότητα μεταξύ της πατερικῆς διδασκαλίας καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν εἰδωλολατρῶν, καὶ ἰσχυρίσθηκαν ὅτι εἶναι εἰδωλολατρικῆς προελεύσεως τὰ περὶ σταδίων τελειώσεως. Καὶ γι’ αὐτὸ οἱ δικοί μας, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν μὲ τόση μεγάλη ὄρεξη καὶ σπουδάζουν –δὲν λέω νὰ μὴν πᾶνε νὰ σπουδάσουν, τουλάχιστον νὰ πᾶνε μὲ κρίση νὰ σπουδάσουν, γιατί πηγαίνουν χωρὶς κρίση– στὰ ξένα Πανεπιστήμια καὶ βλέπεις τώρα ἐκεῖ τὰ συγγράμματα τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων γεμάτα, παντοῦ βλέπεις αὐτὴν τὴν ἰδέα ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ συγκεκριμένα περὶ τῶν σταδίων τῆς τελειώσεως».
.           Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι καταλυτική, ἐκφραστικὴ καὶ ἀποστομωτική.

Συμπέρασμα

.        κτιμτι μέσα στν κκλησία μας κυοφορεται πουλα, λλ κα μ «πιστημονικ» τρόπο ατ αρετικ νοοτροπία ποναφέραμε στν ρχ το κειμένου ατο, περ τν δθεν δύο τύπων κκλησιολογιν, πο μεταγενέστερη νατρέπει τν «ρχέγονη» τουλάχιστον συμβαδίζουν παράλληλα, κα δυστυχς λίγοι πισημαίνουν ατν τν πνευματικσθένειαΟἱ περισσότεροι ἀσχολοῦνται μὲ ἐπιφανειακὰ θέματα, μὲ τὶς ἀτομικὲς ἐλευθερίες καὶ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων, τὴν οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία μερικῶν Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ποὺ καὶ αὐτά, βεβαίως, ἔχουν τὴν σοβαρότητά τους, ἀλλὰ παραγνωρίζουν αὐτὴν τὴν πονόμευση τς ρθοδόξου θεολογίας, ποία γίνεται μ παρερμηνεες κα μ ατβρίζονται κα βλασφημονται ο Πατέρες τς κκλησίας.
.        Μέσα σ ατν τν κυοφορούμενη αρεση κρύβεται σαφέστατα νας προτεσταντικς ομανισμός, πο εναι ξένος πρς τν ρθόδοξη Παράδοση. Γίνεται προσπάθεια νπογυμνωθλη ρθόδοξη Πατερικ Παράδοση, πως διατυπώθηκε στν γία Γραφή, κφράσθηκε π τος μεγάλους Πατέρας τς κκλησίας καλαβε συνοδικ κατοχύρωση στς Οκουμενικς Συνόδους, λλ καταγράφηκε κα στ Εχολόγιο κα τν λατρεία τς κκλησίας. σοι σχυρίζονται τέτοιες θεωρίες δν χουν καταλάβει τίποτα π τν οσία τς ρθοδόξου θεολογίας.
.        Ἀκόμη, ὅσοι διδάσκουν τέτοιες θεωρίες γιὰ τὴν λεγόμενη «διπλὴ ἐκκλησιολογία καὶ πνευματικότητα», δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν τὴν βασικὴ πατερικὴ διδασκαλία ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ βίωση τοῦ Θεοῦ μὲ ἄρρητα ρήματα, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ ἄλλο εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀποκαλυπτικῆς αὐτῆς ἐμπειρίας μὲ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἀφοῦ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας προσλαμβάνεται, ὅταν χρειασθῆ, ἡ ὁρολογία κάθε ἐποχῆς γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως.
.        Αὐτὸ λέγεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «νοῦς μὲν καθαρός, ὀρθὰ βλέπει τὰ πράγματα, λόγος δὲ γεγυμνασμένος, ὑπ’ ὄψιν ἄγει τὰ ὁραθέντα».
.        Ἄλλοτε, θὰ δημοσιεύσω σχετικὸ κείμενο, γιὰ νὰ περιγράψω περισσότερο αὐτοὺς ποὺ ἀνήκουν μὲν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἐμπνέονται ἀπὸ τέτοιες ἀπόψεις, τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀπεκάλεσε βαρλααμίτες καὶ ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 ἐξεκκλησίασε, δηλαδὴ καθήρεσε καὶ ἀπεκήρυξε. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθηκε στὸ Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας, σαφῶς διακηρύσσει: «Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἐβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν…. Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων, αὔτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα μπειρίας κα διδασκαλίας τν Προφητν, τν ποστόλων κα τν Πατέρων, ὁπότε δὲν μπορεῖ νὰ χωρέση καμμιὰ «διπλὴ ἐκκλησιολογία», ποὺ δῆθεν ἀντιμάχονται μεταξύ τους ἢ ὅτι δῆθεν ἡ μία ὑποτιμᾶ τὴν ἄλλη ἢ ἀκόμη ὅτι οἱ δύο αὐτὲς κινοῦνται παράλληλα. Αὐτὲς οἱ θεωρίες ἐκφράζονται ἀπὸ Προτεστάντες ἢ προτεσταντίζοντες κύκλους καὶ ὑπονομεύουν τὴν ἴδια τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.
.        Στὴν πραγματικότητα μία εναι κκλησιολογία, ατ πο βιώθηκε π τος Προφήτας, τος ποστόλους κα τος Πατέρας τς κκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ Ἀναληφθέντος Χριστοῦ. Κέντρο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ δοξαζόμενος Χριστός, ὅπως τὸν εἶδαν οἱ Μαθητὲς στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ ὅπως ἀπέκτησαν κοινωνία μαζί Του, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὴν Πεντηκοστή.
.        Αὐτὸ εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτὸ τὸ σῶμα καὶ ἡ παραμονὴ σὲ αὐτὸ γίνεται μὲ τὰ Μυστήρια καὶ τὴν ἄσκηση. Προϋπόθεση δ τς βιώσεως τς Χάριτος το Θεο δι τν Μυστηρίων εναι ερς συχασμός, δηλαδὴ ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση. ξω π ατν τν σύνδεσμο Μυστηρίων κασκήσεως δημιουργεται μεγάλο κκλησιολογικ πρόβλημα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μετοχ στν κκλησία χωρς προϋποθέσεις, πλ συμμετοχ στν θεία Εχαριστία κα ασθηση δθεν τς Βασιλείας το Θεο, «χωρς τ στάδια μεθέξεως στ σμα το Χριστο», εναι μία «εχαριστιακ κακκλησιολογικ εδωλολατρία» (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης), ἀφοῦ ἡ μετοχὴ στὰ Μυστήρια ἐκλαμβάνεται ὡς μία ἰδεολογικὴ καὶ κυρίως μαγικὴ πράξη.
.         Μία τέτοια ἄποψη εἶναι βατικανίζουσα καὶ προτεσταντίζουσα, ποὺ προωθεῖται σὲ μία οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι μία μεγάλη κυοφορουμένη αρεση μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἡ ποία πιδιώκει ν παραθεωρήση τν γνήσια προφητική, ποστολική, κα πατερικ διδασκαλία, δηλαδ τν κκλησιαστικ θεολογία, κα ν τν χαρακτηρίση «μεταπατερική».

.        Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω γίνεται φανερὸ ὅτι ὅσοι μέχρι τώρα δὲν ἔχουν καταλάβει ἐπαρκῶς τί εἶναι καὶ τί πρεσβεύει ἡ λεγόμενη «μεταπατερικὴ» θεολογία, μὲ αὐτὰ ποὺ ἐγράφησαν ἐδῶ μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία τῆς εἰσαγόμενης, μεταπρατικῆς, «μεταπατερικῆς θεολογίας».
.        Ὅσοι διατυπώνουν τέτοιες θεωρίες, στὴν πραγματικότητα θεωροῦν ὅτι οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ παρεσύρθησαν ἀπὸ (νεο)πλατωνικὲς παραδόσεις, καὶ τώρα βρέθηκαν ατο οξυπνοι, πο κατάλαβαν τ λάθος τν μεγάλων ατν Πατέρων κα θέλουν νπαναφέρουν, κατ τρόπο προτεσταντικό, τν κκλησία στν πρ το 3ου αἰῶνος περίοδο.

.        σοι διακατέχονται π τέτοιες πόψεις δείχνουν τι στν πραγματικότητα τος νοχλεσυχασμός, τὰ περὶ ἱερᾶς ἡσυχίας, καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως, καὶ θέλουν νὰ ἀποβάλουν αὐτὴν τὴν «ἐκκλησιολογία», γιὰ νὰ μποροῦν νὰ στοχάζωνται περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων. Ἂν ὅμως ἀποβάλη κανεὶς τὶς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ποὺ εἶναι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός, τότε ἀνοίγεται διάπλατα ὁ δρόμος νὰ ἔλθη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ σχολαστικὴ καὶ ἡ ἠθικολογικὴ θεολογία τῶν Παπικῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν.
.        Αὐτὴ εἶναι, στὴν πραγματικότητα, ἡ ἐκκοσμίκευση στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν θεολογία ἢ καλύτερα ἡ ἐκκοσμίκευση τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων.

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΦΙΛΟΤΙΜΟ ΤΩΝ ΝΕΟΓΡΑΙΚΩΝ

Τ φιλότιμον τν  Νεογραικν
τοῦ π. Ἰω. Ρωμανίδου (+)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο  «ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ»
ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1975,
σελ. 170-177 

.     Ἐκ τῆς ρωμαίικης παραδόσεως οἱ Νεογραικοὶ ἐκληρονόμησαν τὸ ρωμαίικον φιλότιμον. Ἐκ τῆς νεοελληνικῆς παιδείας ἐπίστευσαν οἱ Γραικύλοι ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι καὶ Ἀμερικανοὶ εἶναι «προοδευμένοι», «προηγμένοι», «πολιτισμένοι», «ἐξευγενισμένοι» καὶ «φωτισμένοι» λαοί, τοὺς ὁποίους ὀφείλουν νὰ μιμοῦνται ὄχι μόνον εἰς τὴν τεχνολογίαν ἀλλὰ εἰς ὅλα.
.   Χωρὶς νὰ μελετήση τὸ θέμα ὁ Γραικὸς ὑποθέτει ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον οἱ λαοὶ αὐτοὶ εἶναι «καλύτεροι» ἀπὸ ἡμᾶς εἰς πολιτισμόν, πρέπει νὰ ἔχουν εἰς ὑψηλότερον βαθμὸν τὸ φιλότιμον ἀπ᾽ ὅ,τι τὸ ἔχομεν ἡμεῖς, ἀφοῦ τὸ φιλότιμον εἶναι ἡ ὑψηλοτέρα ἔκφρασις τοῦ πολιτισμοῦ.
.   Ἐκτὸς τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ Γραικὸς καὶ ὁ Ρωμηὸς βομβαρδίζονται συνεχῶς μὲ τὴν προπαγάνδαν τῶν Νεογραικῶν ὅτι ὅλος ὁ κόσμος καὶ κυρίως ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ “Ἀμερικὴ εἶναι πλήρης ἀπὸ φιλέλληνας, οἱ ὁποῖοι θαυμάζουν τόσον πολὺ τοὺς σημερινοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας, ὥστε ζητοῦν οἱ ἴδιοι εὐκαιρίαν νὰ βοηθήσουν τὴν μικρᾶν ἀλλὰ ἔντιμον καὶ ἔνδοξον Ἑλλαδίτσαν νὰ προοδεύση καὶ νὰ γίνη πάλιν ἔνδοξος.
.     Ἀλλὰ οἱ Εὐρωπαῖοι καὶ οἱ Ἀμερικανοὶ οὔτε ἔχουν οὔτε γνωρίζουν τί εἶναι τὸ ρωμαίικον φιλότιμον. Οὔτε ὑπάρχουν οἱ φιλέλληνες τῆς νεογραικικῆς μυθολογίας καὶ ὀνειροπολήσεως. Δία κάθε Ἄγγλον φιλέλληνα π.χ. ὑπάρχουν 5 Ἄγγλοι φιλοτοῦρκοι, 5 Ἄγγλοι φιλοβούλγαροι, 5 Ἄγγλοι φιλογιουγκοσλαῦοι, 5 Ἄγγλοι φιλοαλβανοὶ καὶ 15 Ἄγγλοι φιλοϊταλοί, ἀκριβῶς τὸ ἴδιον ἰσχύει μὲ τοὺς Ἀμερικανούς, Ρώσους, Φραντσέζους, κ,τ.λ. Φαίνεται κάποιος εἶπεν εἰς τοὺς Νεογραικύλους ὅτι τὴν διπλωματίαν κάμνουν μόνον οἱ ὑπάλληλοι τῶν πρεσβειῶν καὶ προξενείων καὶ τὸ ἐπίστευσαν.
.      Δυστυχῶς ὁ μύθος περὶ ξένων φιλελλήνων εἶναι μία ψυχολογικἀνάγκη τοῦ Γραικύλου, ὁποῖος φοβεῖται νὰ εἶναι κράτος χωρὶς μανούλαν καὶ πατερούλην. Ὁ Γραικύλος θέλει ὄχι συμμάχους ἀλλὰ γονεῖς μἀπέραντον καἀπεριόριστον φιλότιμον διὰ τὴν προστασίαν τοῦ νηπίου Ἕλληνος.
.     Ὁ Γραικύλος οὔτε θέλει ν᾽ ἀκούση τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ Ρωμηοῦ ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι ἀνώτερος πολιτισμὸς ἀπὸ τὸν δυτικόν. Ποῦ νὰ ὁμολογήση ὁ Γραικὸς ὅτι ἐπρόδωσε χρυσοῦν ἀετὸν γενόμενος δουλοπρεπὴς ὀπαδὸς γυπός, ποὺ τόσους αἰῶνας κατασπαράσσει τὰ πτώματα τῆς Ρωμηοσύνης!
.      Πάντως τὸ ρωμαίικον φιλότιμον μετετράπη εἰς γραικυλιστικὴν ἀφέλειαν ἐξ αἰτίας τῆς ἐσφαλμένης ὑψηλῆς ἐκτιμήσεως καὶ τῆς ἀβασίμου ἐμπιστοσύνης τοῦ Γραικοῦ εἰς τὸν δυτικὸν πολιτισμόν.
.     Ὁ Γραικύλος μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὸ ἀνύπαρκτον φιλότιμον καὶ τὸν ἀνύπαρκτον φιλελληνισμὸν τῶν ξένων ἔχει τὴν πνευματικὴν δομὴν τοῦ προδότου. Ἀρκεῖ νὰ τοῦ δοθῆ ἡ εὐκαιρία νὰ συνάψη φιλίαν μὲ «φιλότιμον φιλέλληνα». Ἀπὸ πατριωτικὸν ἐνθουσιασμὸν νὰ ὠφελήση καὶ νὰ σώσει τὴν Ἑλλαδίτσαν του καὶ νὰ ἐξασφάλιση τὴν ὑποστήριξιν τοῦ φιλέλληνος τούτου, τοῦ τὰ λέγει ὅλα. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ ἀπόκτηση ὄργανον, γίνεται ὄργανον. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι ἡ προδοσία του αὐτὴ εἶναι ὁ ὕψιστος πατριωτισμός.
.     Οἱ ἔχοντες σχέσεις μὲ τοὺς Γραικύλους Εὐρωπαῖοι καὶ Ἀμερικανοὶ βλέπουν σαφῶς τὸ φιλότιμον, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐν τῇ δουλοπρεπεῖ αὐτοῦ μορφῇ, καὶ τὸ ἐκλαμβάνουν ὀρθῶς ὡς δουλοπρέπειαν ἀδυνάτου καὶ ὡς μορφὴν φαινομενικῆς μεγαλοψυχίας. Τὸ δουλοπρεπὲς φιλότιμον τοῦ Γραικύλου ἐν συνδυασμῷ μὲ ἐπίδειξιν συμμαχικῆς ἀφοσιώσεως ἐμποιεῖ μᾶλλον ἀνησυχίαν παρὰ ἐμπιστοσύνην.
.       Ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι τὸ ρωμαίικον φιλότιμον δὲν εἶναι δουλοπρέπεια καὶ ἐπίσης γνωρίζομεν ὅτι τὸ γραικικὸν φιλότιμον εἶναι πάντοτε ἔναντι τῶν ξένων δουλοπρέπεια. Ἐφ᾽ ὅσον δὲ ὁ Γραικύλος εἶναι ὁ προσφέρων ἐκδούλευσιν εἰς τοὺς ξένους, οἱ ξένοι ἐκμεταλλεύονται τὸ φιλότιμόν του Γραικύλου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἔχουν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν συμμαχικὴν ἱκανότητα τοῦ Γραικύλου. Ποῖος σοβαρὸς ἄνθρωπος ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς δουλοπρεπῆ σύμμαχον;
.      Εἰς τὴν οὐσίαν ὁ Γραικὸς καὶ ὁ Ρωμηὸς ἔχουν τὸ ἴδιον φιλότιμον καὶ ἑπομένως τὸν ἴδιον ἠρωϊσμὸν καὶ τὴν ἰδίαν ἀνδρείαν. Ἡ διαφορὰ μεταξύ των εἶναι ὅτι ὁ Γραικὸς ἔχει αἰσθήματα κατωτερότητος ἔναντι τῶν Εὐρωπαίων καὶ Ἀμερικανῶν, διότι ὑπεδουλώθη πολιτιστικῶς δεχόμενος τὸν Γραικισμόν, ἐνῶ ὁ Ρωμηὸς τοὐναντίον γνωρίζει τὴν ἀνωτερότητα τῆς Ρωμηοσύνης του καὶ οὐδέποτε ἐδέχθη νὰ γίνη ὁ Γραικύλος ξένου πολιτισμοῦ.
.      Διὰ τὸ καλὸν καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐθνικῶν θεμάτων ὁ Γραικύλος πρέπει νὰ γίνη πάλιν Ρωμηὸς καὶ νὰ ἴδη πῶς εἶναι οἱ Εὐρωπαῖοι καὶ Ἀμερικανοὶ εἰς τὴν πραγματικότητα. Δὲν ἔχουν οὗτοι τὸ ρωμαίϊκον φιλότιμον. Ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φερώμεθα εἰς αὐτοὺς μὲ τὸ φιλότιμόν μας, ὡς νὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ φιλότιμον. Εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸ φιλότιμον κατὰ μέρος. Ὁ Γραικύλος ὀφείλει συνειδητῶς νὰ ἀποβάλη τὴν ἀφέλειάν του καὶ νὰ σταματήση νὰ νομίζη ὅτι, ἐπειδὴ αὐτὸς ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ θυσιασθῆ διὰ τὸν δυτικὸν πολιτισμόν, τοῦτο σημαίνει ὅτι οἱ «φιλότιμοι» σύμμαχοι θὰ θυσιασθοῦν διὰ τὴν «ἔνδοξον» Ἑλλαδίτσαν τῶν σημερινῶν «ἀρχαίων Ἑλλήνων». Πολὺ ἀφελὴς εἶναι ὁ σκεπτόμενος οὕτω Γραικύλος, διότι οἱ σύμμαχοι δὲν εἶναι μία ρωμαίικη οἰκογένεια, διὰ νὰ θυσιάζεται ὁ ἕνας διὰ τὸν ἄλλον.
.    Συμμαχία εἶναι συνεργασία πολιτική, οἰκονομικὴ καὶ στρατιωτική, μέσῳ τῆς ὁποίας κάθε κράτος προστατεύει τὰ ἰδικά του συμφέροντα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν συμμάχων, ἐφ᾽ ὅσον τὰ συμφέροντα αὐτὰ ταυτίζονται μὲ τὰ ἰδικά του συμφέροντα. Ἡ συμμαχία βασίζεται εἰς συμπεφωνημένα καὶ τίποτε πέραν τῶν συμπεφωνημένων, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἐὰν γίνη κάτι πέραν τῶν συμπεφωνημένων, εἶναι ἀνοησία νὰ περιμένη ὁ Γραικύλος νὰ ἐνεργήσουν οἱ σύμμαχοι ἀπὸ φιλότιμον, ἐφ᾽ ὅσον δὲν ἔχουν φιλότιμον. Διὰ τοῦτο ἐκ τῶν προτέρων πρέπει νὰ ἐξασφαλίση τὰς ἀναγκαίας κυρώσεις δι᾽ ἐνδεχομένην μὴ τήρησιν τῶν συμπεφωνημένων, διότι ἄλλως θὰ λάβη μόνον ἠθικὴν ἱκανοποίησιν ἀπὸ τοὺς συμμάχους, δηλαδὴ ἓν «εὖγε δοῦλε ἀφωσιωμένε καὶ ταπεινὲ» καὶ τίποτε ἄλλο, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται μὲ τὸ Κυπριακόν.
.     Δυστυχῶς ὅμως τὸ θέμα περὶ συμμαχιῶν τίθεται ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ἰδεολογικοῦ ἐπιπέδου ἐξ αἰτίας τῶν Γραικύλων, ποὺ εἶναι διηρημένοι μεταξύ των ὡς ἀκριβῶς τὰ ξένα ἀφεντικά των, καὶ οὕτω θαμμένη παραμένει ἡ ρωμαίικη γραμμή, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνον δυνατὸν θεμέλιον ἑνιαίας καὶ ὀρθῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς, ἀνεξαρτήτου καὶ ἀδεσμεύτου, ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἰδεαλιστικῆς καὶ συγχρόνως ἄκρως ρεαλιστικῆς.
.      Ἐν ἄκρα ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἄποψιν τῶν Γραικύλων ἡ Ρωμηοσύνη ὡς πολιτισμὸς οὔτε εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἀνήκει οὔτε εἰς τὴν Δύσιν. Ὡς ἱστορικὴ πηγὴ πολιτισμοῦ, δὲν ἀνήκει εἰς κανένα. Ἄλλοι ἀνήκουν εἰς αὐτήν.
.     Ἑπομένως ἡ Ρωμαιοσύνη δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἐξ ἐπόψεως πολιτισμοῦ νὰ ἀνήκη κατὰ φύσιν εἰς κανένα συνασπισμόν. Δύναται νὰ ἀνήκη ὅπου τῆς συμφέρει καὶ ὅσον χρόνον συμφέρει.
.     Τὰ ἰδεολογικὰ θεμέλια τῆς Ρωμηοσύνης δὲν ὑποτάσσονται οὔτε εἰς τὸν καπιταλισμὸν οὔτε εἰς τὸν κομμουνισμὸν οὔτε εἰς τὸν σοσιαλισμόν, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλα καρποὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ ποὺ ὡς ξεκίνημα εἶχε 1) τὸν εὐρωπαϊκὸν φεουδαλισμὸν μὲ τὴν ταξικὴν καὶ ρατσιστικήν του φιλοσοφίαν καὶ ὀργάνωσιν καὶ 2) τὰς ἐπαναστάσεις κατὰ τῶν ταξικῶν τούτων διακρίσεων μὲ βάσιν τὸ δικαίωμα ὁ καθεὶς νὰ ἀγωνισθῆ διὰ τὴν εὐδαιμονίαν.
.  Ὁ εὐρωπαϊκὸς φεουδαλισμὸς ἦτο κάτι τὸ τελείως ξένον πρὸς τὴν ἱστορικὴν ἐμπειρίαν τῆς Ρωμηοσύνης, ὡς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ οἱ ἀναφερθέντες «ἰσμοὶ» (καπιταλισμός, κομμουνισμός, σοσιαλισμός), διὰ τοὺς ὁποίους οἱ διηρημένοι μεταξύ των Γραικύλοι εἶναι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἕτοιμοι νὰ θυσιασθοῦν. Οὐδέποτε ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ρωμηοσύνην τάξις ἐκ γενετῆς εὐγενῶν καὶ τάξις ἐκ γενετῆς δουλοπαροίκων, ὥστε νὰ ἦτο κανεὶς καταδικασμένος δογματικῶς ἢ θεολογικῶς ἐκ τῆς φύσεώς του νὰ εἶναι δοῦλος καὶ ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως.
.     Οἱ Γραικύλοι ὅμως μὴ γνωρίζοντες τὴν ἱστορίαν τῆς Ρωμηοσύνης νομίζουν ὅτι ὅ,τι ἰσχύει ὡς ἱστορική, κοινωνική, θεολογικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἐξήγησις τῶν εὐρωπαϊκῶν καταστάσεων ἰσχύει καὶ διὰ τὴν Μεγάλην Ρωμανίαν καὶ τὴν Τουρκοκρατίαν. Ὑπάρχει τάσις μάλιστα νὰ ἐμφανίζεται ὁ κλῆρος ἀκόμη τῆς Ρωμηοσύνης ὡς νὰ ἦτο τὸ ἴδιον μὲ τὸν ταξικὸν καὶ «εὐγενῆ» κλῆρον τοῦ εὐρωπαϊκοῦ φεουδαλισμοῦ ποὺ κατεδυνάστευε καὶ ἐξεμεταλλεύετο τοὺς δουλοπαροίκους ὄχι μόνον ἐκ μέρους τῆς τάξεως τῶν εὐγενῶν ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ γενετῆς μέλος τῆς τάξεως τῶν εὐγενῶν. Ποῖος πατριάρχης, μητροπολίτης, ἐπίσκοπος ἢ ἡγούμενος τῆς Ρωμηοσύνης ὑπῆρξε ποτὲ μέλος εὐγενοῦς τινος τάξεως, ἤτις κατεδυνάστευε δουλοπαροίκους; Πότε ἡ Ρωμηοσύνη ἐξέλεξε τοὺς ἐπισκόπους καὶ ἡγουμένους ἀπὸ τάξιν ἐκ γενετῆς καὶ κατὰ φύσιν εὐγενῶν, ἀφοῦ τοιαύτη τάξις οὐδέποτε ὑπῆρχεν;
.     Ποῦ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ρωμηοσύνης ὑπῆρχε τοιοῦτος δεσμὸς ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ταύτισις τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας τῆς Ρωμηοσύνης μὲ τὴν μεσαιωνικὴν ἱστορίαν καὶ οἰκονομίαν τῆς Εὐρώπης; Οἱ Γραικύλοι τῆς Ἑλλαδίτσας ἔχουν τόσον ἐμβολιασθῆ εἰς τὸν κορμὸν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ὥστε θεωροῦν πλέον τὴν ἱστορίαν τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ρωσίας ὡς ἰδικὴν των ἱστορίαν καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ ὄνειρα τῶν Εὐρωπαίων καὶ Ρώσων ὡς ἰδικά των.
.     Θὰ ἔπρεπεν ἡ Ρωμηοσύνη βάσει τῆς ἱστορικῆς ἐμπειρίας της καὶ βάσει τῶν ἰδικῶν τῆς ἰδανικῶν καὶ στόχων νὰ ἐκπονήση τὰ θεμέλια της κοινωνίας της, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὰς πολιτικὰς καὶ οἰκονομικὰς θεωρίας τῶν Εὐρωπαίων, Ἀμερικανῶν καὶ Ρώσων.
.    Διατὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ διαιροῦνται οἱ Γραικοὶ μεταξύ των εἰς τὰς παρατάξεις ἢ τοὺς ἀναφερθέντας «ἰσμοὺς» τῶν Εὐρωπαίων, Ρώσων καὶ Ἀμερικανῶν; Καὶ διατὶ νὰ μὴ εἶναι ἡνωμένοι ὡς Ρωμηοὶ ἐντός τῆς μιᾶς παρατάξεως τῆς Ρωμηοσύνης μὲ κοινωνικὴν ὀργάνωσιν συμφωνοῦσαν μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς στόχους τῆς ρωμαίικης ἀντιλήψεως περὶ φιλοτίμου;
.     Τὸ ρωμαίικον φιλότιμον καὶ ὁ εὐρωπαϊκός, ἀμερικανικός, ρωσικὸς καὶ ἰσλαμικὸς εὐδαιμονισμὸς εἶναι ἄκρως ἀντίθετα θεμέλια πολιτισμῶν.
.     Ὁ εὐδαιμονισμὸς ἀποβαίνει δύναμις αὐτοκαταστροφική, διότι εἶναι ἰδιοτελής, συμφεροντολογικὴ καὶ ἐγωιστική. Οἱ ὀπαδοὶ αὐτοῦ φθείρονται ἐκ τῶν ἔσω καὶ οὐδέποτε ὑπερβαίνουν τὴν πρωτόγονον καὶ ζωώδη κατάστασιν τῆς ἰδιοτελοῦς καὶ ἐγωιστικῆς συμφεροντολογίας. Ὅπως ἐκμεταλλεύεται ὁ ἕνας τὸν ἄλλον πρὸς ἴδιον ἐγωκεντρικὸν ὄφελος, οὕτω καὶ ἡ σεξουαλικὴ ζωὴ τῶν σημερινῶν Εὐρωπαίων καὶ Ἀμερικανῶν εἶναι ὄχι ἔκφρασις ἀγάπης, ἀλλὰ ἡδονιστικὴ ἐκμετάλλευσις ποὺ οὔτε εἰς τὸν κόσμον τῶν ζώων παρατηρεῖται.
.     Ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν εὐδαιμονισμὸν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ καὶ τοῦ ἰσλαμικοῦ πολιτισμοῦ τὸ ρωμαίικον φιλότιμον ἔχει ὡς θεμέλιον τὰ καθήκοντα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ποὺ συντείνουν εἰς τὴν ὑπέρβασιν τῆς ἰδιοτελείας καὶ συμφεροντολογίας καὶ εἰς τὴν ἄνοδον πρὸς τὰ ποικίλα στάδια τῆς ἀνιδιοτελείας. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Ρωμαίισσα εἶναι πάντοτε βασίλισσα εἰς τὴν οἰκογένειάν της, διότι ἀρνεῖται ἡ Ρωμηοσύνη νὰ τὴν ὑποβιβάση εἰς ἐκμεταλλεύσιμον ἀντικείμενον εὐδαιμονισμοῦ. Ὁ Γραικύλος ὅμως εἶναι εὐδαιμονιστὴς καὶ ἠδονιστὴς ὡσὰν τὰ ἀφεντικά του.
.     Οὐδέποτε εἰς τὴν ἱστορίαν ἐφάνη ἔθνος μὲ τόσην ἑνότητα καὶ ἱκανότητα νὰ ἀναστείλη καὶ νὰ συγκρατήση ἐπὶ 1500 χρόνια τὴν πολιτικὴν καὶ ἐθνικὴν διάλυσιν καὶ ἀποσύνθεσιν τὴ ἰσχυροτάτη θελήσει τῶν πολιτῶν του ὡς ἡ Ρωμηοσύνη, ἤτις καὶ ὑπὸ βάρβαρον ζυγὸν ἀκόμη κρατεῖ μὲ πεῖσμα τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἐθνικήν της ταυτότητα ὡς καὶ τὴν ρωμαίικην ἠθικήν.
.    Ὅταν κανεὶς συγκρίνη τὴν ἱστορίαν τῆς Ρωμηοσύνης μὲ τὴν διαλυτικὴν καὶ ἀποσυνθετικὴν δραστηριότητα τῶν Νεογραικύλων, βλέπει σαφῶς πῶς μέσῳ τοῦ Γραικισμοῦ κατεκερματίσθη ἡ Ρωμηοσύνη κατὰ μίμησιν τῶν κρατῶν τῆς Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε κατώρθωσαν νὰ ἑνωθοῦν καὶ οὔτε φαίνεται ὅτι θὰ τὸ κατωρθώσουν ποτέ, διότι τὸ θεμέλιον τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ὁ εὐδαιμονισμός. Ἀπὸ τὸν ἴδιον εὐδαιμονισμὸν δύναται νὰ πάθη ἀποσύνθεσιν καὶ ὁ ἀραβικὸς κόσμος.
.      Ὁ ὀπαδὸς τοῦ εὐδαιμονισμοῦ Γραικύλος δὲν δύναται παρὰ νὰ γίνη δοῦλος τῆς πηγῆς τῆς εὐδαιμονίας του εἴτε ἔσωθεν εἴτε ἔξωθεν τοῦ Γραικισμοῦ του.
.      Ὁ ἀποκηρύξας τὸν εὐδαιμονισμὸν φιλότιμος Ρωμηὸς δὲν ὑποδουλώνεται εἰς κανένα, οὔτε εἰς τὸν Θεὸν παραμένει δοῦλος, ἀφοῦ πέραση τὰ στάδια τοῦ δούλου καὶ μισθωτοῦ καὶ φθάση νὰ εἶναι φίλος καὶ συνεργάτης τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἔχη παρρησίαν παρὰ τῷ Θεῶ. Ὁ φίλος τοῦ Θεοῦ Ρωμηὸς ἀκόμη καὶ μὲ τὸν Θεὸν ἐρίζει, ὄχι ὅμως διὰ τὰ ἰδικά του συμφέροντα ἀλλὰ διὰ τὰ τῶν ἄλλων.

, , , , ,

Σχολιάστε

«Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΕΝ ΕΦΕΥΡΕΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ»

Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου
Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ Τόμος Α’
(π. Ἰω. Ρωμανίδου)

(βλ. σχετ. α´ μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2010/12/11/ἐμπειρικὴ-δογματική/)

Περιεχόμενα

Εἰσαγωγὴ

Βιογραφικὰ καὶ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Α´
Δόγμα καὶ ἠθικὴ

1. Τὸ δόγμα

α) Ὁρισμὸς τοῦ δόγματος
β) Δόγμα καὶ μυστήριο
γ) Τὸ δόγμα ὡς ἔκφραση τῆς ἐμπειρίας καὶ ὡς ὁδηγὸς στὴν ἐμπειρία
δ) Ὁ ἀντιαιρετικὸς καὶ θεραπευτικὸς σκοπὸς τοῦ δόγματος
ε) Δόγμα καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ
ϛ) Ἐξέλιξη τῶν δογμάτων
ζ) Δόγματα καὶ φιλοσοφία
η) Ὁ θεραπευτικὸς χαρακτήρας τοῦ δόγματος ὡς βάση τοῦ διαλόγου μὲ ἄλλες Ὁμολογίες
θ) Σύνδεση τοῦ δόγματος μὲ τὴν ἠθικὴ – ἀσκητικὴ

2. Ἡ ἠθικὴ

α) Φιλοσοφική, θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἠθικὴ
β) Χριστιανικὴ ἠθικὴ
γ) Ἡ ὀρθόδοξη ἠθικὴ ὡς ἀσκητικὴ

Β´
Ἡ ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἡ ἀξία τῆς ἐμπειρίας – πείρας

2. Ἡ ἐμπειρία ὡς βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας

3. Ἀποκάλυψη καὶ ἐμπειρία

4. Ἐμπειρία καὶ εἴδη ἐμπειριῶν

5. Γνήσια ἐμπειρία

6. Μεταφορὰ τῆς ἐμπειρίας

Γ´
Οἱ φορεῖς τῆς ἀποκαλύψεως

1. Θεούμενοι

α) Ὁρολογία
β) Θεοπτία – θεολογία τῶν θεουμένων

2. Ἡ ἑνότητα Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ ἁγίων

3. Προφῆτες

α) Οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης
β) Τὸ προφητικὸ χάρισμα

4. Ἀπόστολοι

α) Ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων
β) Ἀποστολικὴ ζωή, παράδοση καὶ διαδοχὴ

5. Πατέρες

α) Τὸ ἔργο τῶν Πατέρων
β) Ἡ θεόπνευστη θεολογία τῶν Πατέρων
γ) Πατερικὴ περίοδος

6. Ἅγιοι

α) Ποιὸς εἶναι ἅγιος
β) Ἡ ἐμπειρικὴ δύναμη τῆς πίστεως

Δ’
Τὰ μνημεῖα τῆς ἀποκαλύψεως

1. Ἄρρητα-ἄκτιστα ρήματα καὶ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα

α) Διάκριση μεταξὺ ἀρρήτων ρημάτων καὶ κτιστῶν ρημάτων καὶ νοημάτων
β) Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μὲ ἄρρητα ρήματα
γ) Ἡ μεταφορὰ τῶν ἀρρήτων-ἀκτίστων ρημάτων μὲ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα
δ) Ἀπὸ τὰ κτιστὰ ρήματα στὰ ἄρρητα ρήματα

2. Ἡ «Παρακαταθήκη τῆς πίστεως»

3. Ἁγία Γραφὴ

α) Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀποκάλυψη
β) Ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς
γ) Συντηρητικὸς καὶ φιλελεύθερος
δ) Ὁ σκοπὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς

4. Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη

α) Ἡ ἀξία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης
β) Σχέσεις μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης
γ) Διαφορὰ μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης

5. Ἱερὰ Παράδοση καὶ παραδόσεις

α) Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση
β) Ἡ οὐσία τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως
γ) Μετάδοση τῆς παραδόσεως
δ) Παράδοση καὶ παραδόσεις
ε) Ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιστῆμες τῆς ἀστρονομίας καὶ ἰατρικῆς

Ἐπίμετρον

Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ, Τόμος Α´
Ἐπίμετρον

Στὰ κεφάλαια ποὺ προηγήθηκαν καὶ θὰ διασαφηνισθοῦν καλύτερα στὸν ἑπόμενο τόμο, παρουσιάσθηκε ἡ ρωμαλέα θεολογικὴ σκέψη τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ποὺ συνέδεσε τὴν δογματικὴ μὲ τὴν ἀσκητική, τὴν ἀποκάλυψη μὲ τὴν ἐμπειρία, τὴν Παλαιὰ μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὴν πανεπιστημιακὴ καθέδρα μὲ τὸ ἐρημητήριο τοῦ ἀσκητοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν εὐαγγελικὴ ζωὴ ποὺ μπορεῖ νὰ βιωθῆ σὲ ὅλους τοὺς χώρους, ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, στοὺς ὁποίους ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐκεῖνοι ἀνταποκρίνονται στὴν ἐνέργειά Του.

Ὡς ἐπιλεγόμενα θὰ καταγράψω τέσσερα ἐνδιαφέροντα σημεῖα, ποὺ συναντᾶ κανεὶς στὸν λόγο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη.

1. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται στὴν θεία Εὐχαριστία, στὸ δόγμα καὶ τὴν προσευχή. Δν μπορε ν πολυτοποιται καμμία π τς τρες ατς πλευρς τς κκλησιαστικς ζως οτε κα ν ατονομται π τς λλες. Ὁ Andrew Sopko, στὴν μελέτη του γιὰ τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ἔδειξε ὅτι ἡ σκέψη του ἐκινεῖτο στὴν ὀρθόδοξη προοπτική. Ὁ π. Ἰωάννης συμπλήρωσε ἀπόψεις ἄλλων, οἱ ὁποῖοι στήριζαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν θεία Εὐχαριστία ἢ στὸν Ἐπίσκοπο ἢ καὶ στοὺς δύο μαζί, μὲ τὸ νὰ παρουσιάση ἐπαρκῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξία τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης), τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς προσευχῆς, ἰδίως τῆς νοερᾶς-καρδιακῆς προσευχῆς, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν δοξασμό. Ἔτσι καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἔχει μία πληρότητα ποὺ ἀναπαύει τὸν ἄνθρωπο.
Στν θεία Εχαριστία παρευρίσκονται μέλη τς κκλησίας ποὺ βαπτίσθηκαν κα χρίσθηκαν κα στος ποίους νεργοποιεται τ χάρισμα ατ μ τν σκηση κα τν προσευχή. πίσης, στν θεία Εχαριστία μολογεται τ Σύμβολο τς Πίστεως (δόγματα) κα κούγεται λόγος περ τς ποκαλύψεως, ποὺ περιλαμβάνεται στν Παλαι κα τν Καιν Διαθήκη, ρμηνεύεται ατς ποκαλυπτικς λόγος π τν πίσκοπο, ποος φείλει ν εναι προφήτης-διδάσκαλος κα χι πλς προεστς τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
Ἄλλωστε οἱ δύο μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ στὴν πορεία τους πρὸς Ἐμμαοὺς ἄκουγαν τὸν Ἴδιο τὸν Ἀναστάντα Χριστὸ –χωρὶς ἀκόμη νὰ Τὸν ἀναγνωρίσουν– νὰ τοὺς διερμηνεύη «ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ», «ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν». Κατὰ τὴν διαδικασία αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας φλεγόταν ἡ καρδιὰ τῶν μαθητῶν, γι’ αὐτὸ ἀργότερα εἶπαν: «οὐχὶ ἡ καρδία ἠμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;». Στὴν συνέχεια Τὸν ἀναγνώρισαν κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Δείπνου ὅταν ἔλαβε τὸν ἄρτον, τὸν εὐλόγησε «κα κλάσας πεδίδου ατος» (Λουκ. κδ’, 13-25). Ατ σημαίνει τι πορεία τν Χριστιανν πρς τν γνώση το Θεο, κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας, περν μέσα π τν καύση τς καρδίας, ποὺ γίνεται μ τν νέργεια το Λόγου το Θεο, κατ τν διδασκαλία, λλ κα τν προσευχή. Χωρς ατν τν πνευματικ καύση τς καρδίας δν ναγνωρίζεται ναστς Χριστς κατ τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας.

2. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ὁ π. Ἰωάννης, δὲν εἶναι μιὰ ζωὴ ποὺ προσέλαβε ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ ἄλλες παραδόσεις –ἰνδουϊστική, φιλοσοφική, σουφικὴ– ἀλλὰ εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή. συχαστικ παράδοση, μ λλα λόγια, δν φευρέθηκε π τος Πατέρες σ διάφορες ποχές, λλ εναι γνήσια ζω τν φίλων του Θεο, εναι δρόμος πρς τν θέωση κα τν γιασμό.

Αὐτὴ ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες μὲ τρεῖς ὅρους, ἤτοι κάθαρση, φωτισμό, θέωση. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀνακάλυψη μερικῶν Πατέρων ἢ διδασκάλων, ἀλλὰ γιὰ τὴν ζωὴ ποὺ ἀνευρίσκεται στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ὑποδείχθηκε ἀπὸ τὸν ἄσαρκο καὶ σεσαρκωμένο Λόγο καὶ ἀπὸ τoὺς φίλους Του, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν σὲ κοινωνία μαζί Του.
Στὴν Ἁγία Γραφὴ δὲν παρουσιάζεται μόνον αὐτὴ ἡ ζωή, ἀλλὰ καὶ οἱ ὅροι-λέξεις: «κάθαρση», «φωτισμός», «δοξασμὸς-τελείωση». Στοὺς Πατέρες, ὁ ὅρος «δοξασμὸς-τελείωση» λέγεται «θέωση». Μπορεῖ κανεὶς νὰ παρουσιάση πάμπολλα ἁγιογραφικὰ χωρία γιὰ νὰ τὸ στηρίξη αὐτό. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοὺς ὅρους αὐτοὺς τοὺς χρησιμοποίησε ὁ Ὠριγένης –ποὺ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία– ἢ οἱ μαθητές του, δὲν ἔχει μεγάλη σημασία, ὅταν ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία, ὡς πνευματικὸς ὀργανισμός, υἱοθέτησε αὐτὴν τὴν ὁρολογία. Ἡ Ἐκκλησία, ὅπως στὰ δόγματα υἱοθέτησε τὴν ὁρολογία τῶν φιλοσόφων, χωρὶς νὰ θεωρῆται ὅτι ἡ θεολογία μετατράπηκε σὲ φιλοσοφία, ἔτσι καὶ γιὰ τὴν μέθοδο τῆς θεώσεως ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε ὅρους, ὅπως κάθαρση, φωτισμός, θέωση, χωρὶς νὰ θεωρῆται αὐτὴ ἡ παράδοση «ὠριγενιστική».
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας σὲ ἐπιστολή του στὸν Πρεσβύτερο Εὐλόγιο μεταξὺ ἄλλων γράφει: «ὅτι οὐ πάντα ὅσα λέγουσιν οἱ αἱρετικοί, φεύγειν καὶ παραιτεῖσθαι χρή· πολλὰ γὰρ ὁμολογοῦσιν, ὧν καὶ ἠμεῖς ὁμολογοῦμεν». Ὅσοι ὅμως ἔχουν διαφορετικὴ ἄποψη, προσβάλλουν καὶ τοὺς μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες, τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ κλπ., τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία κατέταξε σὲ περίοπτη πνευματικὴ θέση καὶ καταδίκασε ὅσους ἀντιδροῦσαν στὴν διδασκαλία τους.
Ἀκόμη δὲ καὶ αὐτὴ ἡ στάση τοῦ σώματος τοῦ ἡσυχαστοῦ κατὰ τὴν ἐξάσκηση τῆς εὐχῆς, τὰ λόγια της εὐχῆς καὶ ὁ τρόπος συγκεντρώσεως τοῦ νοῦ, ὅπως ἀνέλυσε διεξοδικὰ καὶ θεολογικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀνευρίσκονται σὲ διάφορα χωρία τῆς Παλαιᾶς ἢ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐντοπίζονται στοὺς ἀρχαίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποδοθοῦν σὲ ἔξωθεν ἐπιδράσεις.

3. Βεβαίως, γιὰ νὰ καταγραφῆ ἡ δογματικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοση, οἱ ἅγιοι Πατέρες δανείσθηκαν ὅρους τῆς ἐποχῆς τους, ποὺ προέρχονταν ἀπὸ τὴν φιλοσοφία, ὅπως τοὺς χρησιμοποιοῦσαν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ «ἐξελληνισμένου Χριστιανισμοῦ». Ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ὑπάρχει χαώδης διαφορὰ μεταξὺ ρήματος καὶ νοήματος. Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «Κν τις τν Πατέρων τ ατ τος ξω φθέγγηται, λλπ τν ρημάτων μόνον· π δ τν νοημάτων, πολ τ μεταξύ· νον γρ οτοι, κατ Παλον, χουσι Χριστο, κενοι δέ, εμή τι κα χερον, ξ ἀνθρωπίνης διανοίας φθέγγονται». π τ χωρίο ατ φαίνεται καθαρ τι πάρχει διαφορ μεταξ νοημάτων κα ρημάτων. Τὰ νοήματα εἶναι ἀποκαλυπτικά, τὰ δὲ ρήματα προσλαμβάνονται ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἀλλὰ καὶ αὐτά, ἐφ’ ὅσον υἱοθετοῦνται ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ κατοχυρώνονται ἀπὸ Συνόδους, εἶναι ὀρθόδοξα.
Ἔτσι, δὲν μποροῦμε νὰ ἐντοπίζουμε ἐπηρεασμοὺς τῶν Πατέρων ἀπὸ διάφορες ἄλλες χριστιανικὲς καὶ ἐξωχριστιανικὲς παραδόσεις, ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους. Μιὰ τέτοια ἑρμηνεία εἶναι ὑπονόμευση τῆς ὅλης ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων μας. Οὔτε μποροῦμε νὰ ἀποδίδουμε χαρακτηρισμοὺς στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὡς «ὠριγενίζουσα», «εὐαγριανή», «μακαριανή» κλπ. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπάρχει πλούσια μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ὅσοι ζοῦν πραγματικὰ στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνουν τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν διαφυλάσσουν ἐνεργοῦσα, αὐτοὶ ἔχουν τὴν ἴδια παράδοση, τὴν ἴδια ἐμπειρία.
Ἑπομένως, ἡ γνήσια ἡσυχαστικὴ ζωὴ ἀνευρίσκεται στοὺς Προφῆτες, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Πατέρες καί, γενικά, σὲ ὅλους τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Μιὰ διαφορετικὴ ἑρμηνεία εἶναι ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ κατ’ ἐπέκταση διαβρωτικὴ καὶ ὑπονομευτικὴ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως.

4. Τίθεται θέμα ἑρμηνείας τῆς διδασκαλίας τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων. Γιὰ παράδειγμα κάθε γνήσια ἑρμηνεία τῶν διαφόρων ἐπιστημόνων (ἰατρῶν, μαθηματικῶν, φυσικῶν κλπ.) γίνεται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους ἐπιστήμονες τῶν εἰδικοτήτων αὐτῶν, δηλαδὴ ὁ ἰατρὸς καταλαβαίνει τὸν ἰατρό, ὁ μαθηματικὸς τὸν μαθηματικό, κ.ο.κ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἅγιος καταλαβαίνει τὸν ἅγιο καὶ ἡ καλύτερη ἑρμηνευτικὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων δὲν γίνεται ἀπὸ φιλοσοφοῦντες στοχαστές, οὔτε ἀπὸ αἱρετικούς, ἀλλὰ ἀπὸ ἁγίους ποὺ βιώνουν τὴν ἴδια εὐαγγελικὴ ζωὴ μὲ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιχειρουμένη ἑρμηνεία μὲ διαφορετικὲς προϋποθέσεις εἶναι ἐσφαλμένη. Εἶναι ὡσὰν οἱ μάρτυρες τοῦ Γιεχωβᾶ καὶ οἱ ποικιλώνυμες παρατάξεις τῶν Προτεσταντῶν νὰ ἑρμηνεύουν τὴν Ἁγία Γραφή.
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ποὺ μελέτησε φιλοσοφία, γνώρισε τὴν ἀλλοίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν Δύση, ὅπως ἐπίσης γνώρισε καὶ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τῶν ἀληθινῶν ἡσυχαστῶν, διέφυγε τὸν κίνδυνο τῶν παρερμηνειῶν καὶ μᾶς παρουσίασε τὴν αὐθεντικότητα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Ὁ ἡσυχασμὸς εἶναι ἡ γνήσια προφητική, ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ ζωή· εἶναι ἡ βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀφείλουμε στὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη μεγάλη εὐγνωμοσύνη, ἀφοῦ ἡ διδασκαλία του εἶναι ὀρθόδοξη καὶ στηρίζεται σὲ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἡ δὲ ἡσυχαστικὴ διδασκαλία –ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ– ἔχει κατοχυρωθῆ ἀπὸ τὶς Συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος (1341-1351). Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸν Συνοδικὸ Τόμο τοῦ 1347, ἀφοῦ ἀφορίσθηκε καὶ ἀποκηρύχθηκε ὁ Βαρλαάμ, στὴν συνέχεια γράφεται:

«λλ κα ε τις τερος τν πάντων τ ατ ποτ φωραθείη φρονν λέγων συγγραφόμενος κατ το ερημένου τιμιωτάτου ερομονάχου κυρο Γρηγορίου το Παλαμ κα τν σν ατ μοναχν, μλλον δ κατ τν ερν θεολόγων κα τς κκλησίας ατς, τ ατ κα κατ’ ατο ψηφιζόμεθα κα τ ατ καταδίκῃ καθυποβάλλομεν (φορισμν κα ποκήρυξιν), ετε τν ερωμένων εη τις, ετε τν λαϊκν. Ατν τοτον τν πολλάκις ρηθέντα τιμιώτατον ερομόναχον κρ Γρηγόριον τν Παλαμν κα τος ατ συνάδοντας μοναχούς… σφαλεστάτους τς κκλησίας κα τς εσεβείας προμάχους κα προαγωνιστὰς κα βοηθος ταύτης ποφαινόμεθα… Κα νθεσμος δι πάντων κα κανονικ ατη ψφος κα πόφασις κίνητος ες αἰῶνα, Χριστο χάριτι, τν σύμπαντα διατηρηθήσεται».

Τὸ ἴδιο ἐπαναλήφθηκε καὶ στὸν Συνοδικὸ τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351, ἡ ὁποία ἀπὸ Ὀρθοδόξους ἔχει θεωρηθῆ ὡς Θ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἡ θεολογία τοῦ ἡσυχασμοῦ, ὡς διδασκαλία, ὁρολογία καὶ μεθοδολογία, εἶναι κατὰ πάντα ὀρθόδοξη, ἡ δὲ ἄρνησή της ἀντιβαίνει στὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ συνιστᾶ αἵρεση.–

ΠΗΓΗ: περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ»,
Ἱ. Μητροπόλ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου, τ.172, Νοέμβριος 2010

, , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ π. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου)

μπειρικ Δογματική, Τόμος Α’
Εἰσαγωγὴ

Ὁ μακαριστὸς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, καθηγητὴς τῆς δογματικῆς στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δὲν ἦταν ἕνας συνηθισμένος θεολόγος. Δὲν τὸν εἶχα Καθηγητή, ἀφοῦ ἀνέλαβε τὴν ἕδρα τῆς δογματικῆς στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὴν ἀποφοίτησή μου ἀπὸ αὐτή, ἀλλὰ τὸν γνώρισα κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ τὰ κείμενά του, ὕστερα τὸν γνώρισα προσωπικὰ στὴν Ἀθήνα, μετὰ τὴν συνταξιοδότησή του, καὶ εἴχαμε στενὴ ἐπικοινωνία, σχεδὸν σὲ καθημερινὴ βάση, τότε ποὺ ζοῦσε στὴν Ἀθήνα, σὲ μιὰ «θεολογικὴ μοναξιά». Ἀργότερα, ὅταν ἔγινα Μητροπολίτης, μοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἐγγράψω στοὺς ἱερατικοὺς καταλόγους τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μου, λαμβάνοντας ἀπολυτήριο ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς ὅπου καὶ ἀνῆκε ὡς Κληρικός.
Ὁ κ. Ἀθανάσιος Σακαρέλλος, ποὺ εἶχε πολυχρόνια ἐπικοινωνία μαζί του καὶ ὡς Δικηγόρος του, καὶ στὸ γραφεῖο τοῦ ὁποίου ὁ π. Ἰωάννης παρέδιδε μαθήματα θεολογίας σὲ κλειστὸ κύκλο ἀνθρώπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶχα τὴν τιμὴ πολλὲς φορὲς νὰ συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ, μοῦ εἶπε κάποτε ὅτι ὁ π. Ἰωάννης γεννήθηκε σὲ λάθος ἐποχή. Ἔπρεπε νὰ ζῆ τὸν 4ο αἰώνα, στὸν ὁποῖον ἔζησαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Πράγματι, διαβάζοντας κανες κούγοντας τν π. ωάννη Ρωμανίδη, διαπίστωνε τι ξέφραζε τν θεολογία κα τν ζω τν Πατέρων το 4ου αἰῶνος, τοι τν μεγάλων Καππαδοκν Πατέρων τς κκλησίας κα τν σκητν τς ρήμου, πως τ βλέπουμε στ συγγράμματά τους κα στ Γεροντικ τν Εεργετινό. Στν πραγματικότητα π. ωάννης Ρωμανίδης εναι να «κομμάτι» το 4ου αἰῶνος ποὺ ζησε τν 20ό αώνα ἢ θὰ μποροῦσα νὰ πῶ καλύτερα, ταν νας θεολόγος κα μάλιστα καθηγητς Θεολογικς Σχολς το 20ού αἰῶνος ποὺ μως μεταφέρθηκε στ «πνεμα» τν γίων του 4ου αἰῶνος κα τ ξέφραζε.
Βεβαίως ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης δὲν ἐκφράζει μιὰ δική του θεολογία, ἀλλὰ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Στηρίζεται στὴν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων, ὅπως ἐκφράζεται διὰ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως καὶ βιώνεται στὴν νοερὰ καρδιακὴ προσευχὴ καὶ τὴν θεωρία-θέα τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ μιὰ θεολογία ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν σχολαστικισμὸ καὶ τὸν ἠθικισμὸ ποὺ καλλιεργήθηκαν στὴν Δύση καὶ μεταφέρθηκαν καὶ στὸν δικό μας χῶρο, εἴτε ἀπευθείας ἀπὸ τὴν Δύση εἴτε διὰ μέσου της ρωσικῆς θεολογίας, ἡ ὁποία δέχθηκε ἐπιδράσεις ἀπὸ τὴν Δύση, ἰδίως κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Μεγάλου Πέτρου.
Τὰ κλειδιὰ τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας εἶναι ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ κατ’ εἰκόνα στὸ καθ’ ὁμοίωση, ἀπὸ τὴν κατάσταση τοῦ δούλου στὴν κατάσταση τοῦ μισθωτοῦ καὶ τοῦ υἱοῦ, ἀπὸ τὴν κάθαρση στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ἀπὸ τὴν ἰδιοτελῆ στὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Εἶναι θεολογία τῆς ἀποκαλύψεως ποὺ συνδέεται μὲ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ὁποία στὴν συνέχεια διατυπώνεται σὲ ὅρους καὶ σὲ διδασκαλία γιὰ τὴν θεραπεία καὶ τὴν καθοδήγηση τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Τόσο ἁπλῆ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία στὴν βάση της.
Ὁ π. Ἰωάννης ὁμιλοῦσε ὡς καθηγητὴς τῆς δογματικῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀσκητής. Διαβάζοντας τὸν λόγο του, ἀντιλαμβανόμουν ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε κάποια ἐμπειρία γύρω ἀπὸ τὰ πνευματικὰ θέματα, ἀλλὰ δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ διακριβώσω τὸ μέγεθος καὶ τὸν βαθμὸ τῆς ἐμπειρίας του.
Ἡ διδασκαλία του, ποὺ ἐκφράζει τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι πολὺ ἁπλῆ. Ἀναφέρεται στὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν σωτηρία του, τὴν ὅραση τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τὴν ἔκφραση αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας καὶ τὴν μέθοδο γιὰ νὰ φθάση κανεὶς στὴν πνευματικὴ ἐμπειρία. Βλέπει κανεὶς ἕναν κύκλο, ὅπως τὸ συναντᾶμε καὶ στὰ ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἔλεγε ὁ ἴδιος:
«Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει κυκλικὸ χαρακτήρα. Εἶναι σὰν ἕνας κύκλος. Ὅπου κι ἂν ἀκουμπήσης πάνω στὸν κύκλο, ξέρεις ὅλο τὸν κύκλο, γιατί ὅλος ὁ κύκλος ὁ ἴδιος εἶναι. Ὅλα ἀνάγονται στὴν Πεντηκοστή· τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ ἱερωσύνη, ὁ γάμος, τὸ βάπτισμα, ἐξομολόγηση κλπ., οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων κλπ. Ἐκεῖνο εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἡ Πεντηκοστή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ποὺ φθάνει στὴν θέωση μετὰ τὴν Πεντηκοστή, ὁδηγεῖται εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν».
Αὐτὸ μᾶς ὑπενθυμίζει τὸ καταπληκτικὸ κείμενο ποὺ διασώζεται στὸ ἔργο «Περὶ μυστικῆς θεολογίας» τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Ἐκεῖ παρουσιάζεται «ὁ θεῖος Βαρθολομαῖος» νὰ λέγη γιὰ τὴν θεολογία: «Κα πολλν τν θεολογίαν εναι κα λαχίστην, κα τ Εαγγέλιον πλατ κα μέγα κα αθις συντετμημένον». Καὶ συμπληρώνει ὁ ἅγιος Διονύσιος: «Ὅτι καὶ πολύλογος ἐστιν ἡ ἀγαθὴ πάντων αἰτία, καὶ βραχυλεκτος ἅμα καὶ ἄλογος, ὡς οὔτε λόγον οὔτε νόησιν ἔχουσαν, διὰ τὸ πάντων αὐτὴν ὑπερουσίως ὑπερκειμένην εἶναι καὶ μόνοις ἀπερικαλύπτως καὶ ἀληθῶς ἐκφαινομένην τοῖς καὶ τὰ ἐναγῆ πάντα καὶ τὰ καθαρὰ διαβαίνουσι…».
Πράγματι, ὁ λόγος τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη μᾶς δείχνει ὅτι ἡ θεολογία εἶναι καὶ πολλὴ καὶ ἐλαχίστη, εἶναι μεγάλη καὶ συντετμημένη, εἶναι πολύλογη, βραχυλογη καὶ ἄλογη. Ἔτσι, πολλὲς φορὲς παρουσιάζει τὰ θεολογικὰ θέματα μὲ πολλὰ λόγια καὶ τὰ ἀναλύει καὶ ἄλλοτε εἶναι συνοπτικὸς καὶ ἀποφθεγματικός. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ὁ λόγος περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων, ἀλλὰ καὶ ἡ βίωση τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων, εἶναι ἁπλῆ καὶ βαθειά, ἐπαναλαμβάνεται καὶ ὑπονοεῖται, ἐκφράζεται καταφατικὰ καὶ ἀποφατικά, βιώνεται καὶ παραπέμπει στὴν ὅραση ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνη ὅραση καὶ ἀκοή, δηλαδὴ ὑπὲρ τὴν ὅραση καὶ ἀκοή.

Γύρω ἀπὸ τὰ θέματα, ποὺ προανέφερα, ὁμιλοῦσε συχνὰ ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Στὴν κατοχή μου βρέθηκαν πολλὲς μαγνητοφωνημένες ὁμιλίες του εἴτε ποὺ ἐκφώνησε στὸ Πανεπιστήμιο εἴτε σὲ διάφορες αἴθουσες, κυρίως δὲ ἀπὸ παραδόσεις καὶ συζητήσεις ποὺ ἔγιναν στὸ δικηγορικὸ Γραφεῖο τοῦ κ. Ἀθανασίου Σακαρέλλου. Τὶς ὁμιλίες αὐτὲς ἀπομαγνητοφώνησα καὶ συγκέντρωσα σὲ τέσσερεις τόμους.
Ἀπὸ τὸν πνευματικὸ αὐτὸ θησαυρὸ ἀπέσπασα μερικὰ κομμάτια, προκειμένου νὰ παρουσιασθῆ μιὰ ἐμπειρικὴ δογματική, ποὺ διαφέρει σαφέστατα ἀπὸ ἄλλες δογματικές. Μέσα στὰ κείμενα αὐτὰ ἐκφράζεται πλούσια ὅλο τὸ πνευματικὸ περιεχόμενο τοῦ π. Ἰωάννου. Σὲ μερικὰ σημεῖα, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθῆ ἡ διδασκαλία του, χρησιμοποίησα μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ «Πατερικὴ θεολογία» καὶ «Ἐπίτομος Ὀρθόδοξος Πατερικὴ Δογματική».
Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι τὰ κείμενα τοῦ π. Ἰωάννου, ποὺ θὰ παρατεθοῦν, εἶναι ἀπομαγνητοφωνημένα καὶ ἔτσι διατηρεῖται πλήρως ὁ προφορικός του λόγος, ὁ ὁποῖος διασώζει τὰ γνωρίσματά του, εἶναι δυνατὸς καὶ μεταδίδει τὴν ζωντάνια καὶ τὴν θέρμη τοῦ χαρακτήρα του. Σὲ μερικὰ σημεῖα ὁ π. Ἰωάννης ἐκφράζεται μὲ ἀπόλυτο τρόπο, χρησιμοποιώντας λέξεις μὲ προκλητικὸ περιεχόμενο ἐναντίον ὁρισμένων θεσμῶν καὶ καταστάσεων. Ἐπειδὴ μεγάλωσε καὶ σπούδασε στὴν Ἀμερική, σὲ μερικὲς περιπτώσεις τὰ ἑλληνικά του δὲν εἶναι ἄψογα. Ὅλα ὅμως αὐτὰ πρέπει νὰ παραβλεφθοῦν καὶ ὁ ἀναγνώστης νὰ ἐπικεντρωθῆ στὸν πλοῦτο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας ποὺ ἀποκαλύπτουν οἱ λόγοι του.
Στὸν Α´ αὐτὸν τόμο, ποὺ εἶναι τρόπον τινὰ εἰσαγωγικός, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ καὶ τὰ ἀπαραίτητα βιογραφικὰ καὶ αὐτοβιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, παρουσιάζεται ἡ διδασκαλία του γιὰ τὴν σχέση μεταξὺ δόγματος καὶ ἠθικῆς, γιὰ τὴν ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως, γιὰ τοὺς φορεῖς τῆς ἀποκαλύψεως, ποὺ εἶναι οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες καὶ οἱ ἅγιοι καὶ γιὰ τὰ μνημεῖα τῆς ἀποκαλύψεως ποὺ εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινή, καὶ ἡ Ἱερὰ Παράδοση. Κοινὸ στοιχεῖο ὅλων τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ἐπὶ μέρους ἑνοτήτων εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
Στὸν Β´ τόμο, ποὺ θὰ ἀκολουθήση, θὰ γίνη ἀναφορὰ στὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιὰ τὴν ἐμπειρικὴ γνώση τῆς Τριαδολογίας, Χριστολογίας, κοσμολογίας, ἀνθρωπολογίας, Ἐκκλησιολογίας καὶ ἐσχατολογίας. Πρόκειται γιὰ μιὰ «ἄλλη» Δογματική, γιὰ μιὰ Δογματικὴ μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀποκτήση ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἁγιαζόμενος ἀπὸ τὴν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς μυστηριακῆς καὶ ἀσκητικῆς ζωῆς.
Παρατηροῦνται διάφορες ἐπαναλήψεις στὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου. Καὶ αὐτὸ ἐξηγεῖται ἀπὸ τὸν κυκλικὸ χαρακτήρα τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ὅπως προαναφέρθηκε. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ὁμιλήση γιὰ πτώση τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ μὴν ἀναφερθῆ στὸν σκοτασμὸ τοῦ νοὸς καὶ στὴν ἀπώλεια τῆς θεοκοινωνίας. Δὲν μπορεῖ ἀκόμη κανεὶς νὰ κάνη λόγο γιὰ ἐπαναφορὰ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀγνοήση τὰ περὶ καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἀγνοήση τὴν ἀποκάλυψη τοῦ ἀσάρκου καὶ σεσαρκωμένου Λόγου. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ ὁμιλήση γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ ἀγνοήση τὸν συνδυασμὸ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων μὲ τὴν μέθοδο τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοὸς καὶ τῆς θεώσεως.
Ἄλλωστε καὶ τὰ τέσσερα κεφάλαια ποὺ ἀκολουθοῦν ἔχουν μιὰ ἑνότητα μεταξύ τους, ἀφοῦ σὲ αὐτὰ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀποκάλυψη, τὴν ἐμπειρία τῆς ἀποκαλύψεως, τοὺς φορεῖς τῆς ἀποκαλύψεως, τὰ μνημεῖα τῆς ἀποκαλύψεως καὶ πῶς ἡ ἀποκάλυψη γίνεται δόγμα καὶ ἠθική.
Ἔτσι, οἱ ἐπαναλήψεις εἶναι φυσικὲς καὶ ἀναγκαῖες ὡς πρὸς τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸ τοῦ θέματος τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τὸ διατύπωσε αὐτὸ ἄριστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τ ατ γράφειν μῖν, μο μν οκ κνηρόν, μν δ σφαλς» (Φιλιπ.γ´,1). Ὅταν μιὰ διδασκαλία λέγεται μιὰ φορά, λησμονεῖται καὶ παραθεωρεῖται, ἐνῶ οἱ ἐπαναλήψεις καταγράφονται στὴν σκέψη καὶ τὴν καρδιά. Διαβάζοντας τὰ κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων βλέπουμε ὅτι τονίζονται οἱ κεντρικὲς ἀποκαλυπτικὲς ἀλήθειες, γύρω ἀπὸ τὶς ὁποῖες διαρθρώνονται οἱ σκέψεις τους. Ἔτσι ὑπάρχει μιὰ ἀρραγὴς ἑνότητα.
Βέβαια, κανεὶς δὲν εἶναι ἀλάθητος, οὔτε καὶ ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἀλλὰ τὸ «πνεῦμα» τῆς θεολογίας ποὺ δίδασκε εἶναι ἡ θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων, συντονίζεται στὴν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει ὁ ἀναγνώστης νὰ δῆ αὐτὸ τὸ «πνεῦμα» τῆς διδασκαλίας του, ποὺ εἶναι ἡ οὐσία τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Καὶ θὰ συνιστοῦσα ἢ καὶ θὰ παρακαλοῦσα τὸν ἀναγνώστη νὰ δὴ τὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου στὴν ὁλότητά της καὶ νὰ μὴν ἀποσπάση μιὰ φράση, νὰ τὴν ἀπομονώση καὶ νὰ βγάλη συμπεράσματα ποὺ εἶναι ἀντίθετα μὲ ὅσα λέγει σὲ ἄλλα σημεῖα. Γιὰ παράδειγμα, τὰ περὶ δόγματος πρέπει νὰ τὰ συνεξετάση μὲ ὅσα λέγονται γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ· καὶ τὰ περὶ Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων πρέπει νὰ τὰ μελετήση σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅσα λέγονται γιὰ τὰ ἄκτιστα καὶ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα, γιὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Παράδοση. Μόνον ἔτσι θὰ ἀποκτήση ὁλοκληρωμένη εἰκόνα, διαφορετικὰ θὰ ἀδικήση τὴν ἀλήθεια τῶν λεγομένων.

Ἀσχολούμενος γιὰ πολλὰ χρόνια μὲ τὴν «Ἐμπειρικὴ δογματικὴ» –πάνω ἀπὸ εἴκοσι (20) χρόνια– δόξαζα συνεχῶς τὸν Θεό, ἐπειδὴ εἶμαι μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ γνώρισα τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη καὶ ἐπειδὴ ἔφθασε σὲ μένα αὐτὸς ὁ θησαυρὸς τῆς πνευματικῆς του κληρονομιᾶς.
Νομίζω ὅτι θὰ βοηθήση πολλοὺς ἀναγνῶστες καὶ θὰ δώση μιὰ νέα προοπτικὴ στὴν κατανόηση καὶ βίωση τῆς δογματικῆς της Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
Πολλοὶ βοήθησαν γιὰ νὰ ἐκδοθῆ αὐτὸς ὁ πρῶτος (Α´) τόμος σὲ διάφορες φάσεις τῆς ἐργασίας. Δηλαδὴ ὁ κ. Ἀθανάσιος Σακαρέλλος μοῦ ἔδωσε πολλὲς μαγνητοταινίες. Ἡ μακαριστὴ Γερόντισσα Φωτεινὴ καὶ οἱ μοναχὲς Ἰωάννα καὶ Καλλινίκη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου Θεοτόκου-Πελαγίας, ὁ κ. Γεώργιος Γεωργάτος καὶ ἡ κ. Ἑλένη Παπαδοπούλου-Γεωργάτου ἀπομαγνητοφώνησαν τὶς ὁμιλίες ἀπὸ τὶς μαγνητοταινίες. Ἡ κ. Μαίρη Ἡλιοπούλου, ἡ κ. Σίσσυ Σεραφετινίδου, οἱ κ. Γεώργιος καὶ Ἑλένη Γεωργάτου πέρασαν τὶς χειρόγραφες ἀπομαγνητοφωνήσεις στὸν ὑπολογιστή. Ἡ κ. Βασιλικὴ Μελικίδου ἔκανε τὸ εὑρετήριο τῶν θεμάτων. Ὁ κ. Ἀναστάσιος Φιλιππίδης καὶ ἡ κ. Εὐθυμία Μαυρομιχάλη μετέφρασαν διάφορα κείμενα ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Ὁ Ἀρχιμ. Καλλίνικος Γεωργάτος καὶ ὁ π. Γεώργιος Παπαβαρνάβας μετέφεραν τὶς χειρόγραφες σημειώσεις μου στὸν ὑπολογιστὴ καὶ ὁ πρῶτος ἔκανε τὴν τελικὴ ἐπεξεργασία. Ἡ κ. Ἐλευθερία Σερμπέτη καὶ ἡ κ. Βασιλικὴ Μελικίδου εἶδαν τὸ τελικὸ κείμενο καὶ ἔκαναν σημαντικὲς φιλολογικὲς παρατηρήσεις. Ἡ Γερόντισσα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου της Θεοτόκου-Πελαγίας μοναχὴ Σιλουανὴ καὶ ἡ συνοδεία της ἐπιμελήθηκαν τὴν ἔκδοση αὐτή. Τοὺς εὐχαριστῶ ὅλους ἀπὸ καρδίας καὶ τοὺς εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ τοὺς εὐλογῆ πλούσια.
Ἡ τελικὴ ἐπιλογὴ τῶν ἀποσπασμάτων καὶ ἡ σύνδεση μεταξύ τους ὑπῆρξε λίαν κοπιώδης καὶ μοῦ πῆρε πολὺ χρόνο. Ζητῶ τὴν κατανόηση τῶν ἀναγνωστῶν.
Αἰσθάνθηκα ἰδιαίτερη εὐλογία ποὺ ἀσχολήθηκα μὲ τὰ θέματα αὐτά, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, καὶ εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ ἀναπαύση τὴν ψυχὴ τοῦ ἐν χώρα ζώντων, γιὰ τὸν κόπο του καὶ τὸν ζῆλο του, ἀφοῦ ὅσο ζοῦσε φλεγόταν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας καὶ μετέφερε στὴν ἐποχὴ μᾶς ὅλο τὸ «πνεῦμα» καὶ τὴν ζωντάνια της.

Ἔγραφα στὴν Ναύπακτο τὴν 6η Αὐγούστου 2010
ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

† Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

(συνεχίζεται)

ΠΗΓΗ : περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» (parembasis.gr),
Ἱ. Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου, τ. 172, Νοέμβριος 2010

 

 

, ,

Σχολιάστε

Ο ΘΕΟΣ, Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΙ ΤΑ …ΑΓΑΘΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ (π. Ἰω. Ρωμανίδου)

Θες κα διάβολος

«Ὁ Θεὸς ἀγαπάει καὶ τὸν διάβολο. Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ σωθῆ ὁ διάβολος. Ὁ Θεὸς ἀγαπάει τοὺς πάντας. Δὲν εἶναι θέμα ἂν ὁ Θεὸς μὲ ἀγαπάη, θὰ σωθῶ. Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν κανεὶς ὑφίσταται τὴν θεραπεία, ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ μπορῆ νὰ βρεθῆ στὴν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, ὥστε, ὅταν βρεθῆ στὴν θέα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, νὰ βλέπη τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ ὡς φῶς καὶ ὄχι ὡς πῦρ αἰώνιον καὶ σκότος ἐξώτερον.
Ὁ διάβολος δὲν εἶχε κανένα νόμο ὑπ’ ὄψιν του. Δὲν εἶναι ἕνας ὁ ὁποῖος κάνει πόλεμο, ὅπως σήμερα κάνουμε πόλεμο, ποὺ λέμε, ξέρετε ὅτι ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης λέει ὅτι… Ὁ διάβολος δὲν ἀναγνωρίζει κανέναν κανονισμὸ καλῆς συμπεριφορᾶς στὴν διαμάχη του ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο εἶναι πάρα πολὺ δύσκολο νὰ γίνη κανεὶς ὀρθόδοξος θεολόγος… Ἡ πρώτη μέριμνα τοῦ διαβόλου εἶναι οὔτε ν’ ἀκούσουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τίποτα περὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν παρ’ ἐλπίδα γιὰ τὸν διάβολο, ἀκούσουμε κάτι γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀρχίζη νὰ κινῆ τὸ ἐνδιαφέρον, ἔ, τότε ἀλλάζει τακτική. Ἐφ’ ὅσον ἔχασε ἐκείνη τὴν μάχη, ἔχει ἄλλα ὀχυρά. Κάνει ἄλλου εἴδους πόλεμο.

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν πὼς ἅμα ἔχουν ἀγαθὲς διαθέσεις, π.χ. ὅταν βλέπουν ἕναν πτωχὸ καὶ τὸν συμπονοῦν, αὐτὰ εἶναι ἀνθρώπινα αἰσθήματα ποὺ ὑπάρχουν. Καὶ ὅταν κανεὶς ἔχη καλὰ αἰσθήματα, θὰ λέμε ὅτι αὐτὰ ἐμπνέονται ἀπὸ τὸν Θεό. Ναί, ἀλλὰ τὰ καλὰ αἰσθήματα μπορεῖ νὰ ἐμπνέονται καὶ ἀπὸ τὸν διάβολο. Οἱ ἐμπνεύσεις εἶναι πολλαχόθεν. Κατὰ τὴν πατερικὴ παράδοση ἡ μόνη ἀπλανὴς αἴσθηση, ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπάρχη στὸν ἄνθρωπο εἶναι, ὅταν τὸ ἴδιο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον προσεύχεται μέσα στὸν ἄνθρωπο».

(π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἰεροθέου «Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ»)

ΠΗΓΗ: περ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» (parembasis.gr) Ἱ. Μητρ. Ναυπάκτου, τ. 172, Νοέμβριος 2010

 

, , , ,

Σχολιάστε