Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Ἰω. Ρωμανίδης

Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΗΤΑΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΟΡΩΜΑΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ «Ἡ ἄρχουσα τάξη τοῦ 18ου αἰώνα δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τούς ἀπογόνους τῶν κατακτητῶν Φράγκων, οἱ ὁποῖοι κατά τόν 5ο καί 6ο αἰώνα ὑπέταξαν τούς ντόπιους Γαλάτες καί Ρωμαίους».

ΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ, ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ, Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΚΑΙ Ο π. Ι. ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ
τοῦ Ἀναστασίου Ἀθ. Φιλιππίδη,
Bachelor of Arts, Yale University, Master of Arts, Georgetown University

.           Σέ πρόσφατο διεθνές θεολογικό συνέδριο στήν Ἀθήνα, ἕνας θεολόγος ἀκροατής ἀμφισβήτησε ἔντονα τήν ἀξιοπιστία τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη ὡς ἱστορικοῦ, ἐπικρίνοντας εἰδικά τήν ἄποψή του γιά τή Γαλλική Ἐπανάσταση ὡς ἐξέγερση τῶν Ρωμαίων κατά τῶν Φράγκων. Ἤμουν παρών στήν συνεδρίαση ἐκείνη, ἀλλά ὁ χῶρος καί ἡ θεματολογία τοῦ συνεδρίου δέν ἐπέτρεπαν ἀναλυτική ἀπάντηση, τήν ὁποία θά προσπαθήσουμε νά δώσουμε σέ αὐτό τό σύντομο ἄρθρο.
.           Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἄποψη τοῦ Ρωμανίδη παραμένει «πέτρα σκανδάλου» γιά τούς ἀναγνῶστες του, καθώς δέν ταιριάζει μέ τίποτα ἀπό ὅσα ἔχουμε διδαχθῆ στίς συμβατικές ἀφηγήσεις τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Κι ὡστόσο, μιά ἁπλή φυλετική ἐξέταση τῆς ἱστορίας τῆς Γαλλίας ὁδηγεῖ εὔκολα στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἄρχουσα τάξη τοῦ 18ου αἰώνα δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τούς ἀπογόνους τῶν κατακτητῶν Φράγκων, οἱ ὁποῖοι κατά τόν 5ο καί 6ο αἰώνα ὑπέταξαν τούς ντόπιους Γαλάτες καί Ρωμαίους (τούς «Γαλλο-Ρωμαίους» κατά Ρωμανίδη). Οἱ ὑποταγμένοι Γαλλο-Ρωμαῖοι μετατράπηκαν σέ δουλοπάροικους καί δέν ἀνέκτησαν ποτέ τήν ἐλευθερία τους, ἐνῶ οἱ νικητές Φράγκοι ἀποτέλεσαν τήν τάξη τῶν εὐγενῶν, ἡ ὁποία συνέχισε νά διατηρῆ τά ἐκ γενετῆς προνόμιά της μέχρι τή Γαλλική Ἐπανάσταση. Ἡ Ἐπανάσταση ἀνέτρεψε ἀκριβῶς αὐτήν τήν τάξη τῶν εὐγενῶν καί κατήργησε τά προνόμιά της.
.           Ἀλλά αὐτή ἡ παρατήρηση δέν ἔχει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, ὅπως δέν ἔχουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον οἱ φυλετικές θεωρίες στήν Ἱστορία. Τό σημαντικό ἐρώτημα εἶναι: Μετά ἀπό 1200 χρόνια Φραγκικῆς κυριαρχίας εἶναι δυνατόν νά ὑπῆρχε ἀνάμνηση καί συνείδηση αὐτῆς τῆς διαφορᾶς στήν ἄρχουσα τάξη καί στόν ὑπόλοιπο λαό; Μόνον ἄν ὑπῆρχε αὐτή ἡ συνείδηση, μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά ἐπανάσταση τῶν Γαλλο-Ρωμαίων ἐναντίον τῶν Φράγκων.
.            Γιά νά ἀνιχνεύσουμε τί πραγματικά πίστευαν καί ἔνοιωθαν οἱ Γάλλοι πρίν ἀπό τήν Γαλλική Ἐπανάσταση, πρέπει νά προσεγγίσουμε πηγές πού χρονολογοῦνται εἴτε πρίν εἴτε ἀμέσως μετά τήν Ἐπανάσταση καί διατηροῦν ἀκόμη τίς πεποιθήσεις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Δυστυχῶς ὁ Ρωμανίδης δέν παρουσίασε γραπτῶς τίς πηγές πάνω στίς ὁποῖες βάσισε τά συμπεράσματά του, ἄν καί εἶναι φανερό στόν ἀναγνώστη ὅτι χρησιμοποίησε πολυάριθμα τεκμήρια. Ἔτσι, ὁ σημερινός ἐρευνητής εἶναι ὑποχρεωμένος νά προχωρήση σέ ἀνεξάρτητη ἔρευνα, προκειμένου νά φτάση σέ συμπεράσματα. Στό σημερινό ἄρθρο παρουσιάζουμε μερικά ἀπό τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ἔρευνας.

1. Ὁ M. Dietler, καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Γέϊλ, στήν ἐνδελεχῆ ἀνάλυση τῶν μεταμορφώσεων τῆς γαλλικῆς ταυτότητας, σημειώνει: «Οἱ εὐγενεῖς καί ἡ βασιλεία μονοπωλοῦσαν μέ κάθε τρόπο τήν Φραγκική ταυτότητα μέχρι τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1789. Ἀνιχνεύοντας τίς ρίζες της καί τή γέννηση τοῦ ἔθνους στήν ἐποχή τῆς βασιλείας τοῦ Φράγκου βασιλιά τοῦ πέμπτου αἰώνα Clovis (Χλωδοβίκου), ἡ ἀριστοκρατία ἦταν σέ θέση νά ἐπιβεβαιώση τή νομιμότητα τῆς κυριαρχίας της μέσῳ τῆς ὑποτιθέμενης προέλευσής της ἀπό τό δικαίωμα τῶν κατακτητῶν ἐπί τῆς μάζας τῶν κοινῶν ὑπηκόων. Τό γεγονός ὅτι ὁ Clovis ἀσπάστηκε τόν Χριστιανισμό προσέφερε στή μοναρχία βολικές διασυνδέσεις μέ τήν ἐκκλησία καί τήν θεία ἐπικύρωση τῆς ἐξουσίας της. Αὐτή ἡ πολιτογράφηση τῶν ταξικῶν διακρίσεων μέσα ἀπό ἐπικλήσεις σέ διαφορές τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἔτεινε νά λάβη ἔντονα φυλετικό χαρακτήρα, ὅπως στά μεγάλης ἐπιρροῆς ἱστορικά συγγράμματα τοῦ Comte de Boulainvilliers (1727). Ἐπανειλημμένα ὑποστήριξε ὅτι ἡ Γαλλία ἀποτελεῖτο ἀπό δύο φυλές ἀνθρώπων: τούς εὐγενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἦταν οἱ ἀπόγονοι τῶν Φράγκων, καί τήν Τρίτη Τάξη, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπό τούς Γαλλο-Ρωμαίους. Οἱ πρῶτοι ἦταν, λόγῳ τῆς κατάκτησης, “οἱ μόνοι ἄνθρωποι πού ἀναγνωρίζονται ὡς ἄρχοντες καί ἀφέντες”. [….] Παρά τίς σπάνιες ἀντιρρήσεις τῶν σκεπτικιστῶν, ὅπως ὁ Βολταῖρος, ἡ ἱστορική καί φιλοσοφική βιβλιογραφία τῆς ἐποχῆς ἀντικατοπτρίζει μιά γενική ἀποδοχή ἀνάμεσα στούς διανοούμενους τῆς ἐθνικῆς κατασκευῆς τῆς [κοινωνικῆς] τάξης.
.            Αὐτή ἡ ἐπινοημένη ἐθνοτική/φυλετική διχοτόμηση, πού στήριζε ἰδεολογικά τήν ταξική δομή, ἀποτέλεσε ἕναν προφανῆ στόχο τῆς λαϊκῆς ἀντι-κινητοποίησης μέ τό ξέσπασμα τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1789.»[1]

2. Τό ὅτι οἱ ἀπόψεις τοῦ Boulainvilliers ἐξέφραζαν τήν ἐθνική συνείδηση τῆς ἀριστοκρατίας δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς γνώμη τοῦ Dietler. Ἡ διάσημη Γερμανίδα φιλόσοφος Χάννα Ἄρεντ ἀσχολήθηκε ἐκτενῶς μέ τόν Boulainvilliers στό περίφημο βιβλίο της «Οἱ ἀπαρχές τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ». Ὅπως γράφει, σύμφωνα μέ αὐτόν, «ἡ ἱστορία τῆς Γαλλίας ἦταν ἡ ἱστορία δύο διαφορετικῶν ἐθνῶν ἀπό τά ὁποία τό ἕνα, Γερμανικῆς καταγωγῆς, εἶχε κατακτήσει τούς παλιότερους κατοίκους, τούς «Γαλάτες», εἶχε ἐπιβάλει τούς νόμους του ἐπί αὐτῶν, εἶχε πάρει τή γῆ τους, καί εἶχε ἐγκατασταθεῖ ὡς ἄρχουσα τάξη, εὐγενεῖς τῶν ὁποίων τά ὑπέρτατα δικαιώματα βασίζονταν στό “δίκαιο τῆς κατάκτησης” καί στήν “ἀνάγκη τῆς παντοτινῆς ὑπακοῆς στόν ἰσχυρότερο”»[2].
.            Ἡ Ἄρεντ σημειώνει ὅτι ὁ Boulainvilliers «ἦταν ἀντιπροσωπευτικός πολλῶν εὐγενῶν οἱ ὁποῖοι δέν θεωροῦσαν τόν ἑαυτό τους ὡς ἐκπρόσωπο τοῦ ἔθνους, ἀλλά ὡς μιά ξεχωριστή κυρίαρχη κάστα ἡ ὁποία ἴσως εἶχε περισσότερα κοινά μέ ἕναν ξένο λαό “ἴδιας κοινωνίας καί συνθηκῶν” παρά μέ τούς συμπατριῶτες της». Μάλιστα, «Λίγα χρόνια ἀργότερα οἱ Γάλλοι ἐξόριστοι πραγματικά προσπάθησαν νά σχηματίσουν μιά Διεθνῆ τῶν ἀριστοκρατῶν ὥστε νά ἀπωθήσουν τήν ἐξέγερση αὐτῶν τούς ὁποίους θεωροῦσαν ἕναν ξένο ὑποδουλωμένο λαό». Παρόλο πού οἱ πρῶτες προσπάθειες ἀπέτυχαν (στό Βαλμύ τό 1792), «ἐξόριστοι ὅπως ὁ Charles Francois Dominique de Villiers, πού γύρω στό 1800 ἀντέτασσε τούς «Γαλλο-Ρωμαίους» στούς Γερμανικούς, ἤ ὅπως ὁ William Alter πού δέκα χρόνια ἀργότερα ὀνειρευόταν μιά ὁμοσπονδία ὅλων τῶν γερμανικῶν λαῶν, δέν παραδέχονταν τήν ἧττα. Πιθανόν δέν πέρασε ποτέ ἀπό τό μυαλό τους ὅτι ἦταν στήν πραγματικότητα προδότες, τόσο βαθειά πεπεισμένοι ἦταν ὅτι ἡ Γαλλική Ἐπανάσταση ἦταν ἕνας “πόλεμος μεταξύ ξένων λαῶν”».

3. Οἱ σύγχρονοι ἱστορικοί θεωροῦν δεδομένη τήν ἰδεολογία πού περιγράφει ὁ Boulainvilliers. Ἀναλύοντας τήν ἀναβίωση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τό Γαλατικό παρελθόν καί τά ἐξυμνητικά ἄρθρα γιά τόν βασιλιά Βερσιγκεντορίξ, ἡ Μ. Κρέπς μᾶς ὑπενθυμίζει: «Οἱ Γάλλοι δέν ἰσχυρίζονταν πάντα ὅτι οἱ Γαλάτες ἦταν προγονοί τους, καί μέχρι τόν 19ο αἰώνα οἱ Φράγκοι ἦταν οἱ πρόγονοι πού ἀναγνωρίζονταν ἀπό τή Γαλλική ἀριστοκρατία τοῦ Παλαιοῦ Καθεστῶτος, ἐνῶ τή γαλατική καταγωγή τήν διεκδικοῦσαν μόνον οἱ κοινοί θνητοί. Ὁ Jean-Louis Brunaux, στό ἐξαίρετο βιβλίο του γιά τήν ἀπομυθοποίηση τῶν Γαλατῶν μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι πρίν ἀπό τήν ὕπαρξη τῶν δημόσιων σχολείων (στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1880) ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας εἶχε ἀφεθεῖ κυρίως στούς κληρικούς οἱ ὁποῖοι συνέχιζαν νά θεωροῦν τούς Φράγκους ὡς τούς εὐγενεῖς προγόνους τους». [3]

4. Ἀντίστοιχα, ὅπως σημειώνει ὁ Edward James σέ πρόσφατη μελέτη του[4], τόν 17ο καί 18ο αἰώνα, ἡ γαλλική ἱστορία παρουσιαζόταν ὡς «ἡ ἱστορία τῶν βασιλέων, καί ἡ ἀδιάσπαστη συνέχεια τῆς γαλλικῆς βασιλείας ἄρχιζε μέ τούς Φράγκους. Ἄν οἱ Φράγκοι ἦταν ὑπεύθυνοι γιά κάθε τί ἔνδοξο καί εὐγενικό στόν γαλλικό λαό, τότε οἱ ἀπαθεῖς χωρικοί πρέπει νά κατάγονταν ἀπό τούς Γαλάτες. Μέ τήν Ἐπανάσταση σημειώθηκε μιά σημαντική ἀλλαγή: οἱ βασιλεῖς καί οἱ ἀριστοκράτες ἐξακολουθοῦσαν νά θεωροῦνται ἀπόγονοι τῶν Φράγκων, ἀλλά αὐτοί οἱ Φράγκοι ἦταν εἰσβολεῖς Γερμανοί, καί τό ἀληθινό πνεῦμα τῆς Γαλλίας βρισκόταν στήν Τρίτη Τάξη, ἡ ὁποία καταγόταν ἀπό τούς Γαλάτες. Ὁ Ἀββάς Σιεγιές [ὁ θεωρητικός καθοδηγητής τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης] στό περίφημο Τί εἶναι ἡ Τρίτη Τάξη; (1789) γελοιοποιοῦσε τήν ἰδέα ὅτι τό “δίκαιο τῆς κατάκτησης” ἔδινε ἐξουσία στή μοναρχία καί στούς εὐγενεῖς της, καί ρωτοῦσε σαρκαστικά: «Γιατί ἡ Τρίτη Τάξη δέν στέλνει πίσω στά δάση τῆς Φραγκονίας ὅλες αὐτές τίς οἰκογένειες πού διατηροῦν τήν βλακώδη ἀξίωση ὅτι κατάγονται ἀπό τούς [Φράγκους] κατακτητές καί ὅτι συνεπῶς ἔχουν κληρονομήσει τά δικαιώματά τους τοῦ κατακτητῆ; Τό ἔθνος, ἔτσι πιό μικρό, θά μποροῦσε ἀμέσως νά παρηγορηθεῖ, νομίζω, ὅτι ἀπαρτίζεται μόνον ἀπό ὅσους κατάγονται ἀπό τούς Γαλάτες καί τούς Ρωμαίους. (Abbé Sieyès, Qu’est ce le Tiers-Etat? (Paris, 1789), σελ. 10–11).»

5. Αὐτά πού γνώριζαν οἱ Γάλλοι εὐγενεῖς καί ἡ Τρίτη Τάξη τά γνώριζαν ἐπίσης καί οἱ βασιλικές οἰκογένειες τῆς Εὐρώπης. Διασώζεται ἐπιστολή τῆς Αἰκατερίνης τῆς Μεγάλης, κατά τή διάρκεια τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, στήν ὁποία ἡ τσαρίνα γράφει: «Δέν βλέπετε τί γίνεται στή Γαλλία; Οἱ Γαλάτες διώχνουν τούς Φράγκους».[5] Συνεπῶς στίς μεγάλες Αὐλές τῆς Εὐρώπης ἦταν γνωστό τό τί συνέβαινε, ἔστω κι ἄν οἱ ἐπαναστάτες ἀποκαλοῦνται «Γαλάτες» ἀντί «Ρωμαῖοι»…

6. Μετά ἀπό αὐτά δέν προκαλεῖ ἔκπληξη ὅτι τό 1793 κυκλοφόρησε ἕνα ἀνώνυμο φυλλάδιο μέ τίτλο «Petition pour rendre à la France son veritable nom» («Αἴτημα γιά τήν ἀποκατάσταση τοῦ πραγματικοῦ ὀνόματος τῆς Γαλλίας») στό ὁποῖο ὁ συγγραφέας ἀπαιτοῦσε, ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας, ἡ χώρα νά ἀλλάξη τό ὄνομά της ἀπό France σέ Gaul.[6]

7. Ὅπως σημειώνει ὁ Dietler, μετά τήν ἐπικράτηση τῆς Ἐπανάστασης, ἡ περίοδος τῆς Ρωμαϊκῆς Δημοκρατίας ἀποτέλεσε πηγή ἔμπνευσης γιά μεγάλο μέρος τοῦ πολιτικοῦ λεξιλογίου τῆς ἐπαναστατικῆς κυβέρνησης. Τά μέλη τοῦ Διευθυντηρίου φοροῦσαν βαθυκόκκινες Ρωμαϊκές χλαμύδες ὅταν νομοθετοῦσαν, ἐνῶ στή συνέχεια καί ὁ Ναπολέων ἀξιοποίησε ρωμαϊκά σύμβολα, ὅπως τήν κατασκευή μνημειακῶν ἁψίδων θριάμβου, παρήγγειλε πορτρέτα τοῦ ἑαυτοῦ του πάνω σέ ἅρμα μέ δάφνινο στεφάνι, καί τό ἄγαλμά του μέ ρωμαϊκή ἐνδυμασία στήν κορυφή τῆς μνημειακῆς στήλης τῆς Place Vendome, τό ὁποῖο μιμεῖται τή στήλη τοῦ Τραϊανοῦ στή Ρώμη.[7]

8. Ἡ ταύτιση τῶν ἐπαναστατῶν μέ τούς Ρωμαίους ἦταν τόσο γνωστή στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰώνα, ὥστε νά χρησιμοποιηθῆ ἀπό τόν Κάρλ Μάρξ ὡς παράδειγμα στό περίφημο ἔργο του «Ἡ 18η Μπρυμαίρ τοῦ Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (1852). Στήν πρώτη σελίδα τοῦ βιβλίου γράφει (ἐπικριτικά): «ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1789-1814 ντύθηκε διαδοχικά τή φορεσιά τῆς ρωμαϊκῆς δημοκρατίας καί τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας»[8]. Ὁ Μάρξ ἐννοοῦσε ὅτι στήν πρώτη φάση οἱ Γάλλοι στράφηκαν πρός τή δημοκρατία καί στή δεύτερη, μέ τόν Ναπολέοντα, στήν αὐτοκρατορία τῆς Ρώμης, ἀλλά δέν εἶχαν συνείδηση ὅτι ἔτσι ἐκπλήρωσαν «τό καθῆκον τῆς ἐποχῆς τους, νά λύσουν τά δεσμά καί νά ἐγκαθιδρύσουν τή σύγχρονη ἀστική κοινωνία». Γιά τούς σκοπούς τῆς μελέτης μας εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ὁ Μάρξ δέν θεώρησε ἀπαραίτητο νά παρουσιάση ἀποδείξεις τῆς «ρωμαϊκῆς φορεσιᾶς» τῶν ἐπαναστατῶν, ἐφόσον αὐτό ἦταν ἕνα πασίγνωστο γεγονός.

9. Ἐκτός ἀπό τόν Ἀββά Σιεγιές καί ἄλλοι Γάλλοι διανοούμενοι τῆς ἐποχῆς ἔχουν ἀφήσει τή μαρτυρία τους ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνει τόν Ρωμανίδη. Τό 1818 ὁ Augustin Thierry ἔγραφε: «Εἴμαστε δοῦλοι τῶν ὁποίων ἡ ἐλευθερία χρονολογεῖται ἀπό χθές καί ἡ μνήμη μας ἐδῶ καί πολύ καιρό μᾶς θύμιζε μόνον τίς οἰκογένειες καί τίς πράξεις τῶν ἀφεντικῶν μας. Δέν ἔχει τριάντα χρόνια ἀπό τότε πού συνειδητοποιήσαμε ὅτι οἱ πατέρες μας ἦταν τό ἔθνος»[9].

10. Τό 1820 ὁ Thierry ἄρχισε νά δημοσιεύη σειρά Ἐπιστολῶν γιά τήν ἱστορία τῆς Γαλλίας στό Courier Français. Στή δεύτερη Ἐπιστολή θρηνεῖ γιά τή στρέβλωση πού ἔχει προκύψει ἀπό τήν μεταχείριση τῆς ἱστορίας τῆς Γαλλίας σάν νά ἦταν ἡ ἴδια μέ τήν ἱστορία τῶν Φράγκων. Ἡ ἱστορία γράφεται σάν «νά ἤμασταν ὅλοι γιοί τῶν Σικάμβρων {Φράγκων} καί σάν κανείς ἀπό ἐμᾶς νά μήν καταγόταν ἀπό αὐτούς τούς ὁποίους οἱ Σίκαμβροι σφαγίασαν ἤ πούλησαν σέ σκλαβοπάζαρα ἤ πῆραν ὡς δουλοπάροικους γιά νά δουλεύουν στά κατακτημένα κτήματά τους». Ἐρωτᾶ τί θά σκεφτόταν κάποιος ἀπό τό Languedoc ἤ τήν Προβηγκία γιά μιά Φραγκοκεντρική ἱστορία: «Ὁ στρατός τῶν Φράγκων δέν πάτησε ποτέ τίς χῶρες τους παρά μόνο γιά νά τίς λεηλατήσει».[10]
.           Γιά τόν Thierry ἦταν τόσο φανερή ἡ ἐθνικοαπελευθερωτική διάσταση τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης ὥστε στίς Ἐπιστολές του καλοῦσε τούς ἀναγνῶστες νά συγκρίνουν τή γαλλική ἐμπειρία τῆς ὑποδούλωσης στούς Φράγκους μέ σύγχρονες ἐμπειρίες ἄλλων εὐρωπαϊκῶν λαῶν: «Τίποτε δέν διευκολύνει περισσότερο τήν κατανόηση τοῦ παρελθόντος ἀπό τήν σύγκριση μέ ἀνάλογες ἤ παρόμοιες καταστάσεις τοῦ παρόντος. Θυμηθεῖτε τήν Ἑλλάδα ὑπό τόν ζυγό τῶν Τούρκων. Φέρτε στόν νοῦ σας ὅ,τι ἔχετε διαβάσει ἤ ἀκούσει γιά τούς ραγιάδες καί τούς Φαναριῶτες, γιά τήν μεγάλη μάζα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καθώς καί γιά τήν μειοψηφία στήν ὁποία οἱ Τοῦρκοι προσέφεραν τίτλους εὐγενείας καί ἀξιώματα, ἀναλογισθεῖτε γιά λίγο αὐτό τό θέαμα τῆς βάναυσης καταπίεσης, τῆς διαρκοῦς τρομοκρατίας, τῶν συνεχῶν προσπαθειῶν γιά νά ξεφύγει κανείς πάση θυσία καί μέ κάθε τρόπο ἀπό τήν μοίρα τῶν ἡττημένων, καί θά καταλάβετε τό νόημα πού ἔχουν οἱ λέξεις Ρωμαῖος γαιοκτήμονας, Ρωμαῖος ὑποτελής, Ρωμαῖος συνεργάτης τοῦ βασιλιᾶ. Θά καταλάβετε πόσες ὄψεις εἶχε ἡ σκλαβιά τῶν Γαλατορωμαίων ἀπό τούς Βαρβάρους. Ὑπάρχει ὅμως κάτι περισσότερο. Παρά τίς διαφορές πού ὀφείλονται στήν χρονική ἀπόσταση καί ἐκεῖνες πού προκύπτουν λόγῳ τῆς διαφορετικῆς θρησκείας στήν μία περίπτωση [Ἕλληνες – Τοῦρκοι] καί τῆς κοινῆς λατρείας στήν ἄλλη [Γαλατορωμαῖοι – Φράγκοι] ὑπάρχουν ἐπίσης μεγάλες ὁμοιότητες ὄχι μόνον ὡς πρός τήν ἀντικειμενική κατάσταση τῶν ἡττημένων στήν ἀρχαία Γαλατία καί στήν σύγχρονη Ἑλλάδα ἀλλά καί ὅσον ἀφορᾶ τήν ψυχολογική στάση τους».

11. Τήν ἴδια χρονιά, τό 1820, σέ ἕνα προεκλογικό φυλλάδιο, «ὁ François Guizot, ἕνας κορυφαῖος φιλελεύθερος ἱστορικός τῆς περιόδου τῆς Παλινόρθωσης [καί ἀργότερα πρωθυπουργός τό 1847-48], ἔγραψε τήν σαφέστερη διακήρυξη τῆς φυλετικῆς ἑρμηνείας τῆς Γαλλικῆς ἱστορίας:
.             Ἡ Ἐπανάσταση ἦταν ἕνας πόλεμος, ἕνας ἀληθινός πόλεμος, ὅπως αὐτούς πού γνωρίζει ὁ κόσμος ἐναντίον ξένων λαῶν. Γιά περισσότερο ἀπό δεκατρεῖς αἰῶνες ἡ Γαλλία περιλάμβανε δύο λαούς, ἕναν λαό κατακτητῶν κι ἕναν λαό κατακτημένων. Γιά περισσότερο ἀπό δεκατρεῖς αἰῶνες, ὁ κατακτημένος λαός ἀγωνιζόταν νά ἀποτινάξει τό ζυγό τοῦ κατακτητῆ. Ἡ ἱστορία μας εἶναι ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα. Στήν ἐποχή μας συνέβη μιά καθοριστική μάχη. Ὀνομαζόταν Ἐπανάσταση.»[11]
.           Πιστεύουμε ὅτι τά παραδείγματα πού ἀναφέρθηκαν ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἄποψη τοῦ Ρωμανίδη δέν εἶναι ἕνα αὐθαίρετο ἰδεολόγημα. Ἀντίθετα, ἀποτελεῖ μιά καταγραφή τῆς ἐπικρατούσας πραγματικότητας, ἡ ὁποία ἦταν γνωστή τόσο στούς Γάλλους τοῦ 18ου καί 19ου αἰώνα, ὅσο καί στούς σύγχρονους ἱστορικούς πού ἀσχολοῦνται μέ τήν ἐξέλιξη τῆς γαλλικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Γιά ἄλλη μιά φορά, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης ὑπῆρξε ἕνας πολύ προσεκτικός ἱστορικός, ὁ ὁποῖος ἐρευνοῦσε ἐξαντλητικά τίς πηγές πρίν ἀνακοινώση τά συμπεράσματά του. Ἡ ἐπιπόλαιη ἀπόρριψή τους ἀντανακλᾶ μᾶλλον τό ἐπίπεδο τῶν ἐπικριτῶν του παρά τό ἐπίπεδο αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἐπιστήμονα….

––––––––––––––––––––––––––––––––––––––

Ὑποσημειώσεις

[1] Michael Dietler, «”Our Ancestors the Gauls”: Archaeology, Ethnic Nationalism, and the Manipulation of Celtic Identity in Modern Europe», American Anthropologist, New Series, Vol. 96, No. 3 (Sep., 1994), σελ.587.
[2] Hanna Arendt, “The Origins of Totalitarianism”, 1958, σελ.162-164.
[3] Myriam Krepps, “French Identity, French Heroes: From Vercingétorix to Vatel” (2010).
[4] Edward James, “The Merovingians from the French Revolution to the Third Republic”, Early Medieval Europe, 2012, σελ. 455.
[5] Edward James, «Τhe Franks», Blackwell, 1988, σελ.24.
[6] βλ. D. Bell, “The unbearable lightness of being French”, American Historical Review, 2001, σελ.1233.
[7] ὅπ.παρ. σελ. 587-588.
[8] σελ. 16 στήν ἑλληνική ἔκδοση, Θεμέλιο, 1986.
[9] Lionel Gossman, “The Privilege of Continuity: The Bourgeois as Mediator between Conquerors and Conquered”, History and Theory, Vol. 15, No. 4, Beiheft 15: Augustin Thierry and Liberal Historiography (Dec., 1976), σελ.21.
[10] Edward James, (2012), σ. 459.
[11] Edward James, (2012), σ. 456.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

Σχολιάστε

ΜΕΘΕΞΗ ΣΤΑΥΡΟΥ καὶ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Μητροπ. Ναυπάκτου καὶ ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου,
«Ἐμπειρικὴ Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας,
κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις
τοῦ καθηγητοῦ Ἰωάννου Ρωμανίδη»
, τόμ. Β´,
ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, 2011, σελ. 244

.     Ἡ μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ γίνεται μὲ τὸν συνδυασμὸ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως.

«Κάθε πιστὸς πρέπει νὰ σταυρωθεῖ ἑκουσίως, ὅπως σταυρώθηκε ὁ Χριστός, διότι μόνο δι᾽ αὐτῆς τῆς ἑκούσιας σταυρώσεως ἐπιτελεῖται ἡ μέθεξη στὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ἡ ὁποία μεταμορφώνει τὸν φίλαυτο ἄνθρωπο σὲ φίλο του Θεοῦ καὶ κατὰ Χάρη Θεό». Βασικὸς σκοπὸς τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἀσκήσεως εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ αὐτὸ γίνεται κατὰ διαφόρους βαθμούς, κατὰ διάφορα στάδια, ἀφοῦ μὲ τὴν κάθαρση ὁ ἄνθρωπος ἀποφεύγει τὴν ἁμαρτία, μὲ τὸν φωτισμὸ φεύγει ἡ ἁμαρτία ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ μὲ τὴν θεωρία ὁ νοῦς γίνεται κατοικητήριο τοῦ Χριστοῦ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὴν λογική, τὰ πάθη καὶ τὸ περιβάλλον. Ἑπομένως, τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ «ἄϋλου Σταυροῦ» καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ προαιώνια ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος καταλλάσσεται μὲ τὸν Θεό, ἀσάρκως στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐν σαρκὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ στὸν Γολγοθὰ καὶ ἡ Ἀνάστασή Του ἐξέφρασε αὐτὴ τὴν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός, διὰ τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του, νίκησε τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο καὶ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ τὸν νικήση καὶ ἐκεῖνος, ὅταν ἑνωθεῖ μαζί Του, στὸ Σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι, ἡ μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ μετέχει στὰ Μυστήρια καὶ τὴν ἄσκηση, ὁπότε γίνεται φίλος τοῦ Χριστοῦ, ἀποβάλλει τὴν φιλαυτία καὶ ἀποκτᾶ τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη».

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ ἆραγε Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΔΑΜ;

δογματικὴ σημασία
τ
ς δι Πνεύματος γίου κα Παρθένου Μαρίας
γενν
ήσεως το Χριστο

Τοῦ Πρωτοπρ. Ἰωάννου Ρωμανίδου (†)
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρτημα»
ἔκδ. β´, ἐκδ. «Δόμος», Ἀθῆναι 1989,
σελ. 82-84

[…] Ἡ διὰ τῆς Παρθένου ἄσπορος σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει διὰ τὴν πατερικὴν θεολογίαν τῆς Ἀνατολῆς βασικωτάτην δογματικὴν σημασίαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ σατανᾶ καὶ τοῦ θανάτου οἵα δὲν δύναται νὰ ἔχει ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν εἰς τὰ δυτικὰ θεολογικὰ συστήματα. Διὰ τὰ συστήματα αὐτὰ ὁ θάνατος, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι μία γενικὴ ἐκ Θεοῦ τιμωρία, δύναται νὰ καταργηθῆ ἁπλούστατα διὰ μιᾶς θεικῆς ἀποφάσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ καταστραφῆ ὁ σατανᾶς.
.           Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν διὰ τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς δῆθεν προσβληθείσης θείας φύσεως. Βάσει τῶν προϋποθέσεων αὐτῶν θὰ ἠδύνατο, κατὰ τοὺς δυτικούς, νὰ γίνη ἡ ἐνσάρκωσις ἀκόμη καὶ διὰ τοῦ φυσικοῦ τρόπου γεννήσεως, ὅπως παραδέχονται ἀρκετοὶ Διαμαρτυρόμενοι, κατὰ τὰ ἄλλα παραδεχόμενοι τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κληρονομία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος δὲν ἀποτελεῖ πρόβλημα διὰ τοὺς παπικούς, ἀφοῦ κατ᾽ αὐτοὺς ἡ Παρθένος ἐγεννήθη ἀσπίλως. Γενικῶς εἰπεῖν εἰς τὴν Δύσιν ἡ διὰ τῆς παρθενίας τῆς Μαρίας καὶ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου σύλληψις τοῦ Χριστοῦ ἔχει μόνον σκοπὸν ἀπολογητικόν, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ ἀποδείξῃ τὴν θεϊκὴν καὶ διάφορον ἢ παρὰ τοῖς λοιποῖς ἀνθρώποις προέλευσιν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀποσκοποῦσα οὕτως εἰς τὸ νὰ διαφυλαχθῇ ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ (ὅπερ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ γεγονὸς τοῦ ἐν σπηλαίῳ γεννηθέντος Θεοῦ), καθ᾽ ὅτι ἄλλως ὁ Ἰησοῦς θὰ εἶχε κληρονομήσει τὴν προπατορικὴν ἐνοχήν. Ἕνεκα τῶν θεολογικῶν τούτων προϋποθέσεων ἐλλείπει ἀπὸ τοὺς Δυτικοὺς ἡ βασικὴ τῶν Ἑλλήνων Πατέρων αἰτιολογία τῆς ἐκ Πνεύματος καὶ Παρθένου γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
.         Ὁ Ἰγνάτιος γράφει ὅτι «ἔλαθε τὸν ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου ἡ παρθενία Μαρίας καὶ ὁ τοκετὸς αὐτῆς». Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος ἐξηγεῖ: «Ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασεν αὐτήν, διὸ καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς γεννηθὲν ἅγιον καὶ Υἱὸς Ὑψίστου Θεοῦ καὶ Πατρὸς πάντων, ὃς ἐπραγματοποίησεν τὴν ἐνσάρκωσιν τοῦ ὄντος αὐτοῦ, καὶ ἔδειξε τὸ πρῶτον μίαν γέννησιν. Ὡς δὲ διὰ τῆς προηγουμένης γεννήσεως ἐκληρονομοῦμεν τὸν θάνατον, οὕτω διὰ τῆς νέας ταύτης γεννήσεως δυνάμεθα νὰ κληρονομήσωμεν τὴν ζωήν». Ὁ ἄνθρωπος διὰ τοῦ φυσικοῦ πολλαπλασιασμοῦ τοῦ γένους κληρονομεῖ τὴν ἀσθένειαν τοῦ θανάτου καὶ ἑπομένως εὑρίσκεται κατὰ διαφόρους βαθμοὺς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ἡ σατανικὴ αὕτη ἐν τῇ κτίσει ἐπικράτεια ἔπαυσε τὸ πρῶτον ἐν Χριστῷ διὰ τῆς γεννήσεως Αὐτοῦ. «Διότι πῶς (ὁ ἄνθρωπος) θὰ ἐκφύγη τῆς εἰς τὸν θάνατον ὑποκειμένης γεννήσεως εἰ μὴ διὰ μιᾶς νέας γεννήσεως, διδομένης κατὰ θαυμαστὸν καὶ ἀπροσδόκητον τρόπον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, (ἤτοι) διὰ τῆς ἀναγεννήσεως ἐκείνης ἥτις ἀπορρέει ἐκ τῆς Παρθένου διὰ τῆς πίστεως; Ἢ πῶς θὰ λάβουν οὗτοι (οἱ ἄνθρωποι) τὴν υἱοθεσίαν παρὰ τοῦ Θεοῦ, ἐὰν παραμείνωσιν ἐν τῇ γεννήσει αὔτη, ἥν ὁ ἄνθρωπος ἔχει κατὰ φύσιν ἐν τῷ κόσμω τούτῳ» (Ἅγ. Εἰρηναῖος).
.             Ἡ διὰ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Παρθένου Μαρίας γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν δι τν κ θανάτου κα κ τς μαρτίας σωτηρίαν τς νθρωπότητος ὄχι ὅμως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς κληρονομικότητος τῆς ἐνοχῆς, ἀλλ᾽ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι λλως κα Κύριος θ ερίσκετο, ὅπως ὅλοι, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου, ἤτοι π τν κληρονομικν κατάστασιν τς μαρτίας. Τοτο μως δν σημαίνει, ὅπως ἐδίδασκεν ὁ Ἁλικαρνασσοῦ Ἰουλιανός, τι νθρωπίνη φύσις το Χριστο το κ γενετς φθαρτος κα παθής, ἀλλ πλς τι Κύριος δν γεννήθη π τ κράτος το θανάτου. Ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν πρωτοπλάστων, οὕτω καὶ πρ τς ναστάσεως νθρωπίνη φύσις το Χριστο δν το οτε φθαρτος, οτε π τ κράτος το θανάτου. Δι τοτο Χριστς εναι δεύτερος δάμ. Οὗτος ὑπέστη πράγματι τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατον ἑκουσίως, χωρὶς ποτὲ νὰ εὑρεθῇ κυριαρχούμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου καὶ τῆς ἁμαρτίας. Τουναντίον, ἡ θεότης τοῦ Χριστοῦ ἐπάτησε τὸν θάνατον καὶ κατέλυσε τὸ βασίλειον τοῦ σατανᾶ διὰ τῆς ζωοποιήσεως τῶν νεκρῶν. Ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ ἀρχιερεὺς ὁ πεπιστευμένος τὰ ἅγια τῶν ἁγίων… ὢν θύρα τοῦ πατρός, δι᾽ ἧς εἰσέρχονται Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ οἱ προφῆται καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ ἐκκλησία» (Ἅγ. Ἰγνάτιος Θεοφόρος).

 

 

, , , , ,

Σχολιάστε

ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΕΚΦΡΑΣΗ, ΚΛΗΣΗ τῶν ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, ἀλλὰ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ» (Μητροπολ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἔκφραση τῶν Ἀποστόλων

τοῦ Μητροπολ. Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου Ἱεροθέου

.                 Λένε μερικοί ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ἀγράμματοι ψαράδες. Βεβαίως ἦταν ψαράδες, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς ἀγράμματοι μέ τήν σημερινή ἔννοια τοῦ ὅρου. Εἶχαν κάποιες γνώσεις. Στήν Γαλιλαία πού μεγάλωσαν ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική παιδεία, ἡ ἑλληνική παράδοση καί εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι γνώρισαν τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἔχουμε τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη πού ἔγραφε τέλεια ἑλληνικά, δηλαδή ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου εἶναι ἡ πιό σωστή γλῶσσα ἀπό πλευρᾶς ἑλληνικῆς. Ἔχουμε τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τίς καθολικές ἐπιστολές στήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἑπομένως, δέν ἦταν ἁπλῶς ἀγράμματοι ψαράδες.
.                 Φυσικά ἦταν Γαλιλαῖοι, εἶχαν ἑβραϊκή καταγωγή, ἀλλά ἤξεραν τήν ἀραμαϊκή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, γνώριζαν ὅμως καί τήν ἑλληνική γλῶσσα καί ἄρα δέν μπορεῖ νά τούς πῆ κανείς ἐντελῶς ἀγράμματους. Μάλιστα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φαίνεται ὅτι γνώριζε καί τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία διότι, ὅταν πῆγε στόν Ἄρειο Πάγο καί μίλησε, ἀνέφερε μερικούς ἀρχαίους φιλοσόφους, Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὅμως, γιά ἄλλα πράγματα μιλοῦσαν οἱ φιλόσοφοι καί γιά ἄλλα μιλοῦσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι. Ἔχουμε τόν Ἅγιο Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν ἐκ τῶν Δώδεκα, ἦταν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, πού γράφει πάρα πολύ ὡραῖα ἑλληνικά καί τό τρίτο Εὐαγγέλιο, ἀλλά καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔχει στό Εὐαγγέλιό του μία θεολογία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ὑψηλή.
.                 Θέλω νά πῶ ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν τήν ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς, εἶχαν φθάσει στήν θέωση. Ξέρουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως εἶπα χθές, ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί «ἤκουσε ἄρρητα ρήματα». Τί θά πῆ ἄρρητα ρήματα; Εἶδε καί ἄκουσε πνευματικές καταστάσεις πού δέν συνδέονται μέ αὐτήν τήν ζωή. Ἡ ἐμπειρία τήν ὁποία εἶχε ἦταν «ὑπέρ αἴσθησιν, ὑπέρ νόησιν, ὑπέρ ὅρασιν», ἀλλά στήν συνέχεια, ὅταν καθένας ἐκφράζη τήν ἐμπειρία αὐτή, χρησιμοποιεῖ τίς δικές του γλωσσικές ἱκανότητες καί τά λόγια τά ὁποῖα ὁ ἴδιος γνωρίζει. Ἔτσι βλέπουμε τήν διαφορά μεταξύ τῶν Εὐαγγελιστῶν καί τῶν Ἀποστόλων ὡς πρός τήν γλῶσσα, ὄχι ὡς πρός τήν ἐμπειρία. Ἡ ἐμπειρία εἶναι ἴδια, καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Προφητῶν καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων.
.                 Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι’ ὧν τό ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ». Δηλαδή, ἡ σωτήρια τελειότητα εἶναι νά φρονοῦμε καί νά πιστεύουμε τά ἴδια τά ὁποῖα πίστευαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στούς ὁποίους τά ἀπεκάλυψε τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά τόν Θεό καί τά κτίσματά Του.
.                 Δέν εἶναι ἄλλο ἡ προφητική παράδοση, ἄλλο ἡ ἀποστολική παράδοση, ἄλλο ἡ πατερική παράδοση, ἀλλά εἶναι ἡ ἴδια ἐμπειρία καί θεολογία. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ, πού σημαίνει ὁ Ὤν, ὁ Ὑπάρχων. Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ Ἀσάρκου Λόγου. Στήν συνέχεια, στήν Καινή Διαθήκη ὁ Ἄσαρκος Λόγος προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἑνώνει μέ τήν θεία φύση ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως καί ἔτσι ἔχουμε τώρα τόν Σεσαρκωμένο Λόγο. Ὅπως ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας, αὐτό πού ἔχει συνθέσει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τοῦ βαρέος ἤχου, «πρότερον μέν ἄσαρκον, ὕστερον δέ δι’ ἡμᾶς σεσαρκωμένον». Αὐτή εἶναι ἡ μόνη διαφορά.
.                 Βεβαίως, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α´ Κορ. β´, 8), καί ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο, γιατί ὁ Κύριος τῆς δόξης εἶναι ὁ Γιαχβέ, εἶναι ὁ Ἄσαρκος Λόγος. Λέει «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν πάντοτε ἑνωμένη μέ τήν θεία φύση καί ὅταν ἐνεργοῦσε ἡ θεία φύση ἤ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐνεργοῦσε κάθε μία «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας», δηλαδή μετά τῆς κοινωνίας τῆς ἄλλης φύσεως, γιατί οἱ δύο φύσεις ποτέ δέν χωρίστηκαν. Ὁπότε, ὅταν λέη «τόν Κύριο τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», φυσικά δέν σταυρώθηκε ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἀλλά σταυρώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκολουθοῦσε καί στήν περίπτωση αὐτή ἡ θεία φύση. Συγχρόνως, λέγεται αὐτό σύμφωνα μέ τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων.
.                 Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅλη αὐτήν τήν ἐμπειρία πού εἶχαν τήν ἐξέφρασαν μέ τά χαρίσματα τά ὁποῖα εἶχε ὁ καθένας καί ἔτσι βλέπουμε μία μικρή διαφορά στήν ἔκφραση. Ἄλλο εἶναι τό τί βίωσαν καί τό τί ἀπεκάλυψε σ’ αὐτούς ὁ Θεός καί ἄλλο εἶναι τό πῶς τό ἐξέφρασαν. Καί βλέπουμε ἀργότερα τούς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι λένε τά ἴδια, ἀλλά ἐκεῖνοι εἶχαν νά ἀντιμετωπίσουν κάποιες αἱρέσεις στήν ἐποχή τους, οἱ ὁποῖοι αἱρετικοί τῶν πρώτων αἰώνων, δηλαδή τοῦ 3ου , 4ου αἰώνα χρησιμοποιοῦσαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία.

Αἱρετικοί θεολόγοι καί Πατέρες

.                 Ἦταν μερικοί θεολόγοι, ὅπως ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ Λουκιανός, ἀργότερα ὁ Ἄρειος, ὁ Εὐνόμιος, ὁ Νεστόριος ὅλοι αὐτοί, μετέπειτα οἱ μονοφυσίτες. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων; Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι αὐτοί φιλοσοφοῦσαν ἐπί τῇ βάσει κυρίως τοῦ Ἀριστοτέλους. Ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε διαδοθῆ στόν ἑλληνικό κόσμο καί τούς ἄρεσε περισσότερο ὁ Ἀριστοτέλης. Προηγουμένως ἦταν ὁ Πλάτων καί μερικοί πλατώνιζαν, ἀλλά στούς αἱρετικούς ἄρεσε κυρίως ὁ Ἀριστοτέλης καί προσπαθοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τοῦ Ἀριστοτέλους νά ἑρμηνεύσουν τά ὅσα εἶπε ὁ Χριστός καί τό Εὐαγγέλιο καί ἔπεσαν σέ λάθη.
.                 Γιά παράδειγμα, κατά τόν Ἀριστοτέλη «κάθε τί πού προέρχεται ἀπό τήν φύση εἶναι ἐξ ἀνάγκης», δηλαδή τό φυσικό εἶναι καί ἀναγκαστικό. Οἱ πρῶτοι αὐτοί αἱρετικοί, ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, γιά παράδειγμα, πού ἔζησαν στήν Μέση Ἀνατολή, στήν Συρία, εἶπαν ὅτι ἐφ’ ὅσον «πᾶν ἐκ φύσεως», ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, εἶναι κατ’ ἀνάγκην, ἄρα ὁ Λόγος δέν γεννήθηκε ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, γιατί ἄν ἐγεννᾶτο ἀπό τήν οὐσία ἤ ἀπό τήν φύση τοῦ Πατρός, θά ἦταν ἐξ ἀνάγκης Υἱός, ἑπομένως ἀβούλητος ἀπό τόν Πατέρα. Καί γι’ αὐτό ἔλεγαν ὅτι ὁ Υἱός γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα μέ τήν βούλησή του, δηλαδή ὁ Πατήρ θέλησε νά γεννήση τόν Υἱό, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι εἶναι ἐξ ἀνάγκης Υἱός. Ἑπομένως, ὁ Υἱός εἶναι κτίσμα.
.                 Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφορά. Ἄλλο τό ἐκ φύσεως καί ἄλλο τό ἐκ βουλήσεως. Τό ἐκ φύσεως εἶναι ὅ,τι προέρχεται ἀπό τήν φύση, ἔχει τήν ἴδια φύση-οὐσία, ὑπάρχει ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἡ φύση, ἐνῶ ὅταν λέμε ἐκ βουλήσεως σημαίνει κάποια στιγμή τό δημιούργησε καί εἶναι κτίσμα. Γι’ αὐτό ὁ Ἄρειος ἔλεγε ὅτι ὁ Λόγος «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», διότι δημιουργήθηκε ἐκ βουλήσεως τοῦ Πατρός, ἄρα εἶναι κτίσμα.
.                 Καί ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί καταρρίπτει ὅλο αὐτό τό ἐπιχείρημα. Τί εἶναι αὐτά πού λέτε; Γιά παράδειγμα, οἱ ἀκτίνες καί ἡ θερμότητα πού ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἥλιο δέν εἶναι ἐξ ἀνάγκης, εἶναι ἐκ τῆς φύσεως, εἶναι φυσικό. Στήν ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι «πᾶν ἐκ φύσεως ἐξ ἀνάγκης». Γι’ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Πατρός, εἶναι ἀληθινός Θεός καί τό ἔλεγε αὐτό ἐπιχειρηματολογώντας ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη.
.                 Ἄν πάρουμε ἀπό τήν μία μεριά τούς αἱρετικούς τῶν πρώτων αἰώνων, τόν Παῦλο Σαμοσατέα, .                 τόν Λουκιανό, τούς Λουκιανούς, καί τόν Ἄρειο πού ἀκολουθεῖ αὐτούς, θά δοῦμε ὅτι αὐτοί προσπαθοῦσαν νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό, γιά τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, γιά τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ οἱ Πατέρες δέν μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῆς φιλοσοφίας, ἀλλά μιλοῦσαν ἐπί τῇ βάσει τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων.
.                 Γι’ αὐτό, ἄν διαβάση κανείς προσεκτικά τά ὅσα γράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐναντίον τοῦ Ἀρείου, στούς λόγους «κατά Ἀρειανῶν», θά δῆ ὅτι ἐκεῖ συνέχεια χρησιμοποιεῖ ἐπιχειρήματα ἀπό τούς Προφήτας καί τούς Ἀποστόλους καί δέν ἀναφέρεται καθόλου σέ φιλοσόφους, δέν εἶναι καθόλου φιλόσοφος.
.                 Ἄρα ἀπό τήν μία μεριά ἔχουμε τούς ἀνθρώπους πού φιλοσοφοῦν καί χρησιμοποιοῦν τόν στοχασμό καί τήν λογική, ἐπεξεργάζονται φιλοσοφικά ὅλα τά θέματα τῆς πίστεως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔχουμε τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι μιλοῦν ἐξ ἐμπειρίας.
.                 Καί στούς Πατέρες ἔχουμε ἐμπειρία. Γιά παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἔχουμε σαφέστατες πληροφορίες ὅτι τήν ὥρα πού προσευχόταν ἦταν μέσα στό φῶς. Τόν εἶδε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, ὁ ἀδελφός του καί μιλᾶ γιά τόν Βασίλειο τόν Μέγα ὅτι τόν εἶδε ἐν ὥρᾳ προσευχῆς καί ἦταν ὅλος μέσα στό φῶς. Ἑπομένως, οἱ Πατέρες εἶχαν ἐμπειρίες, ἀλλά καί ὅσοι δέν ἔχουν ἐμπειρίες ἀκολουθοῦν αὐτούς πού ἔχουν ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀπαραίτητο γιά μᾶς τούς θεολόγους, τούς Ἐπισκόπους καί ὅλους τούς Κληρικούς, ἄν δέν ἔχουμε προσωπική πίστη ὡς ἀποκάλυψη, νά ἀκολουθοῦμε τήν πίστη τῶν θεουμένων.
.                 Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί πολλοί Πατέρες σαφῶς τό λένε ὅτι ὑπάρχει ἡ πίστη ἐκ θεωρίας καί ὑπάρχει καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς. Πρῶτα ξεκινᾶμε ἀπό τήν πίστη τῆς ἀκοῆς, δηλαδή ἀκούσαμε ἀπό ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τά ἔζησαν καί ἐφαρμόζουμε τόν λόγο τους, τήν ἐμπειρία τους, καί ἐμεῖς, ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, θά φθάσουμε στήν πίστη ἐκ θεωρίας.
.                 Αὐτή εἶναι καί ἡ μεθοδολογία τῆς ἐπιστήμης. Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἐρευνητές πού μπαίνουν στά ἐρευνητικά κέντρα –στήν Ἀμερική γιά παράδειγμα– ἐρευνητές ἰατροί ἐξετάζουν καί βλέπουν μέ τό μικροσκόπιο τό ἀνθρώπινο κύτταρο, τό ὁποῖο εἶναι μία μονάδα ζωῆς, ἡ ὁποία εἶναι 1,5 χιλιοστό τοῦ χιλιοστομέτρου. Δηλαδή, ἄν πάρουμε ἕνα χιλιοστό τοῦ μέτρου καί τό διαιρέσουμε σέ χίλια κομμάτια, τό πρῶτο κύτταρο πού συλλαμβάνεται στήν κοιλία τῆς γυναίκας εἶναι τόσο, 1,5-3 χιλιοστά τοῦ χιλιοστομέτρου. Ἔχουν, λοιπόν, τήν δυνατότητα οἱ ἐπιστήμονες νά μποῦν μέσα ἀπό δυνατά μικροσκόπια νά δοῦν τί ὑπάρχει μέσα σέ αὐτό τό κύτταρο. Ὑπάρχουν τά 46 χρωματοσώματα, τό DNA, ὑπάρχουν 25.000 γονίδια στόν ἄνθρωπο καί μέσα σέ αὐτά ὑπάρχουν ἄλλες μικρότερες μονάδες. Καί τά βλέπουν ὅλα αὐτά καθαρά, ἐνῶ ἐμεῖς δέν τά βλέπουμε, γιατί δέν ἔχουμε μικροσκόπιο.
.                 Ὁπότε, ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τήν ἐμπειρία αὐτῶν πού τά εἶδαν καί ἔπειτα ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες πού τά διδάσκουν λένε αὐτά τά ὁποῖα ἔχουν δεῖ ἐκεῖνοι οἱ ἐρευνητές. Καί αὐτοί πού διδάσκουν, ἄν ἔχουν τήν πρόσβαση στό μικροσκόπιο, θά τά δοῦν. Πῆγα στήν Ἀμερική σέ ἕνα τέτοιο ἐρευνητικό κέντρο καί ζήτησα νά μοῦ δείξουν τό κύτταρο. Μέ ἔβαλαν μπροστά σέ ἕνα τέτοιο μικροσκόπιο καί μοῦ ἔλεγαν αὐτό εἶναι τό κανονικό κύτταρο, μέσα στό αἷμα, αὐτό εἶναι τό καρκινικό κύτταρο. Τά εἶδα καθαρά.

Νοερά καί λογική ἐνέργεια

.                 Αὐτό τό παράδειγμα χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ ὁποῖος ἦταν κορυφαῖος θεολόγος. Προσωπικά δέν βάζω κανέναν θεολόγο – δογματολόγο μπροστά στόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως, καί ὄχι μόνο γιά τόν 20ό αἰώνα, ἀλλά καί προηγουμένως. Γιατί; Διότι ἔχουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό τόν 8ο αίωνα, ὁ ὁποῖος κάνει τήν κορυφαία σύνθεση «Ἔκθεσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως», πού εἶναι οὐσιαστικά οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μέχρι τήν ἐποχή ἐκείνη. Ἔχουμε τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν 11ο αἰώνα, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τήν ἡσυχαστική καί τήν ἐμπειρική θεολογία. Καί ἔχουμε τώρα τόν Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος συνδέει ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί ἅγιο Συμεών Νέο Θεολόγο μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στήν δογματική. Ἐγώ τοὐλάχιστον δέν βάζω κανέναν καθηγητή πάνω ἀπό τόν Ρωμανίδη, κανέναν ἀπολύτως. Καί ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ἦταν μεγάλος θεολόγος, ἀλλά τόν ξεπέρασε ὁ μαθητής του, γι’ αὐτό καί ὁ Φλωρόφσκυ θεωροῦσε ὅτι ὁ Ρωμανίδης εἶναι ὁ ὀξυνούστερος τῶν μαθητῶν του.
.                 Ἔλεγε, λοιπόν, γιά τό θέμα αὐτό ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὅτι τό ὄργανο πού βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ νοῦς, ὁ ὁποῖος φωτίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ ἀστρονόμου. Γιά νά δῆς τά μακρινά ἀστέρια, πρέπει νά ἔχης τηλεσκόπιο. Ποιό εἶναι, λοιπόν, τό τηλεσκόπιο, ποιό εἶναι τό μικροσκόπιο; Εἶναι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Τί εἶναι αὐτός ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου; Δέν εἶναι ἡ λογική. Ὁ Χριστός εἶπε: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Τό πνευματικό μικροσκόπιο καί τό πνευματικό τηλεσκόπιο εἶναι ὁ φωτισμένος νοῦς μέσα στήν καθαρή καρδιά.
.                 Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού κάνει τήν διάκριση μεταξύ λογικῆς ἐνεργείας καί νοερᾶς ἐνεργείας, ὅτι ὁ νοῦς, λέει, εἶναι αὐτοτελής οὐσία καί εἶναι ἀπό μόνη της ἐνεργητική, δηλαδή εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπό τήν λογική καί ἀνεξάρτητος ἀπό τίς ἄλλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς, τήν φαντασία, τήν λογική, τήν αἴσθηση, τήν δόξα, εἶναι ἄλλη ἐνέργεια καί κινεῖται διαφορετικά. Καί, δυστυχῶς, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ὁ νοῦς σκοτίστηκε.
.                 Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης τί θά πῆ, σκοτίστηκε; Ἔχουμε τό μικροσκόπιο, ἐγώ θά ἔλεγα τήν φωτογραφική μηχανή πού ἔχουμε τώρα καλύτερη γνώση, ἄν ὁ φακός πού παίρνει τήν φωτογραφία ἔχη κηλίδες, ἄν εἶναι σκονισμένος, ἄν πέση νερό, τότε ἡ σταγόνα τοῦ νεροῦ θά βγῆ στήν φωτογραφία καί ἡ φωτογραφία δέν θά εἶναι καθαρή. Ὁ νοῦς μέ τήν πτώση σκοτίστηκε, στήν συνέχεια ταυτίστηκε μέ τήν λογική, τό περιβάλλον καί τά πάθη. Ὅλοι ἔχουν νοῦ καί ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν λογική, τά πάθη καί τό περιβάλλον.
.                 Τί χρειάζεται τώρα; Χρειάζεται νά ἀρχίσουμε λίγο νά ἀποδεσμεύουμε τόν νοῦ ἀπό τά πάθη, ἀπό τό περιβάλλον καί ἀπό τήν λογική. Πῶς ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς; Μέ αὐτό πού ἔχουμε μάθει στήν Ἐκκλησία, μέ τήν ὑπακοή. Κάνουμε ὑπακοή καί δέν τά ἐρευνᾶμε ὅλα λογικά, καί μετά ἀρχίζει ἡ προσευχή.

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

.                 Ἔλεγα τό βράδυ μετά τήν ἀγρυπνία ὅτι αὐτό μαθαίνουν οἱ μοναχοί, ὅταν πηγαίνουν στό Μοναστήρι. Τό πρῶτο πού μαθαίνουν εἶναι ὅτι τό γνωμικό θέλημα πρέπει νά γίνη φυσικό θέλημα. Γιατί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ὁ Ἀδάμ εἶχε φυσικό θέλημα, ὁδηγεῖτο ὁλόκληρος στόν Θεό, αὐτεξουσίως. Ἡ λέξη αὐτεξουσίως σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει καμμία ἐξωτερική ἐπίδραση σέ αὐτό, αὐτό σημαίνει αὐτεξούσιο, ἔχει τήν δική του ἐξουσία, τήν ὁποία τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός καί ὁδηγεῖται ὁλόκληρος πρός τόν Θεό, καί ὁ νοῦς, ὅλη ἡ ψυχή, τά πάντα ὁδηγοῦντο ἐξ ὁλοκλήρου πρός τόν Θεό, ἀνέβαινε πρός τόν Θεό. Κάποια στιγμή μπῆκε ὁ πειρασμός.
.                 Ὁπότε ἡ Εὔα πρῶτα καί μετά ὁ Ἀδάμ προσέχουν τόν πειρασμό καί ἀντί νά πηγαίνη ὁ νοῦς στόν Θεό, αὐτό τό φυσικό θέλημα μετατρέπεται καί γίνεται γνωμικό θέλημα. Τό γνωμικό θέλημα, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, εἶναι ἡ ἐπιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων, εἶναι τό νά ἐπιλέξω ποιό εἶναι τό σωστό, καί ἀρχίζει ἡ κρίση, ἡ ἐπεξεργασία, τό σκεπτικό. Γι’ αὐτό τό γνωμικό θέλημα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς διασκέψεως, ὑπάρχει καί ἡ ἄγνοια μεταξύ δύο πραγμάτων καί ἐπιλέγω ἕνα ἀπό αὐτά κατόπιν σκέψεως καί ἐπεξεργασίας. Αὐτό εἶναι τό γνωμικό θέλημα. Καί ἐνῶ θά ἔπρεπε τό φυσικό θέλημα νά πορεύεται πρός τόν Θεό, πηγαίνει πρός τήν κτίση, χρησιμοποιώντας τήν λογική καί γίνεται γνωμικό θέλημα, πού εἶναι ἡ πτώση.
.                 Ἐκεῖ μπαίνει τό πρόσωπο, πού λένε μερικοί. Τί εἶναι τό πρόσωπο; Εἶναι ἡ ἐπιλογή πού γίνεται μέ τήν ἐλευθερία. Ἄλλο τό αὐτεξούσιο, ἄλλο ἡ προαίρεση καί ἄλλο ἡ ἐλευθερία, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. Αὐτεξούσιο εἶναι ὅτι οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χωρίς ἐπηρεασμό ἀπό ἔξω, εὑρισκόμενες στήν φυσική τους κατάσταση κατευθεῖαν ὁδηγοῦνται πρός τόν Θεό. Προαίρεση εἶναι ἡ ἐπιλογή δύο πραγμάτων. Ὁπότε, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία καί ἡ προαίρεση εἶναι τό πρόσωπο, τότε αὐτό εἶναι ἡ αἰτία τῆς πτώσεως. Μετά τήν πτώση πρέπει τό γνωμικό θέλημα νά γίνη φυσικό θέλημα, νά κάνουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός.

Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων

.                 Καί ἔχουμε τώρα τούς Ἀποστόλους. Οἱ πρῶτοι ἀπό αὐτούς ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ἐπειδή ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μία περίοδος, ἰδίως μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία, τό 538 π.Χ., πού ὁ Κύρος ἔβγαλε μία διαταγή νά ἐπιστρέψουν οἱ Ἑβραῖοι πού ἦταν ὑπόδουλοι στήν Βαβυλώνα. Ἦταν μία περίοδος δύσκολη καί ἄρχισαν νά ἀναζητοῦν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχε προηγηθῆ ἡ περίοδος τῶν Πατριαρχῶν, τοῦ Μωϋσῆ, τῶν Κριτῶν μέ τούς ὁποίους ὁ Θεός διηύθυνε ἀπ’ εὐθείας ὁ Ἴδιος τόν λαό Του. Ἀκολούθησε ἡ περίοδος τῶν Βασιλέων, ἐπειδή οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν βασιλεῖς, ὅπως τά ἄλλα ἔθνη, καί ἄρχισε νά μειώνεται ἡ σχέση τοῦ λαοῦ μέ τόν Θεό. Ἐμφανίζονται οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι διαφυλάσσουν τήν παράδοση. Μετά τήν ἐπιστροφή ἀπό τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία σχεδόν χάνονται οἱ Προφῆτες καί ἐπικρατοῦν οἱ Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι κάτι κρατᾶνε, ἀλλά μετά τήν Βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρχε περίοδος προσμονῆς τῆς λυτρώσεως, ἦταν περίοδος κυοφορίας, ἀνέμεναν κάτι καινούργιο καί ὁ λαός βογγοῦσε καί ἀναζητοῦσε Μεσσία.
.                 Βέβαια, στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως λέει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ μεσσίας ἦταν ἄνθρωπος, ἀφοῦ μεσσίας θά πῆ χριστός, δηλαδή κεχρισμένος, αὐτός πού χριόταν μέ λάδι. Οἱ βασιλεῖς ἦταν οἱ μεσσίες, ἦταν ἄνθρωποι πού ἐχρίοντο. Ὁ Χριστός γίνεται μεσσίας μετά τήν ἐνανθρώπηση, ὅταν ἐχρίσθη ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση. Στήν Παλαιά Διαθήκη ζητοῦσαν κάποιον νά ἔλθη νά τούς σώση. Ποιός θά ἦταν αὐτός; Καί ὁ λαός βογγοῦσε, ἦταν οἱ πόνοι τῆς κυοφορίας καί τοῦ τοκετοῦ. Καί ἐμφανίζεται ὁ Χριστός.
.                 Εἶναι εὔκολο νά ἀναγνωρίσης τόν Χριστό; Λέμε ἐμεῖς ὅτι Τόν ἀκολούθησαν οἱ πρῶτοι Μαθητές. Τούς εἶπε ὁ Χριστός: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. δ´, 19). Ἀλλά πρέπει νά εἶναι κανείς τρελός γιά νά τό κάνη αὐτό. Δηλαδή, ἐμφανίζεται κάποιος καί λέει: «ἐλᾶτε κοντά μου γιά νά ἀλλάξουμε τούς ἀνθρώπους». Ἐμεῖς θά πηγαίναμε; Θά μᾶς ἔλεγε: «ἐλᾶτε κοντά μου καί θά γυρίσουμε ὅλον τόν κόσμο». Τί θά λέγαμε; Τρελός εἶσαι; Ποιός τό κάνει αὐτό;
.                 Οἱ Ἀπόστολοι Τόν ἀκολούθησαν ἀπό ἐμπειρία πού εἶχαν, διότι ἀναζητοῦσαν τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν μαθητές τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί περίμεναν. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος κήρυττε καί ἔλεγε ὅτι ἔρχεται ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί αὐτοί περίμεναν καί εἶδαν.
.                 Κοιτάξτε τήν πρώτη ἀποκάλυψη. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ ἄλλος μαθητής, πού πρέπει νά ἦταν ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαζί μέ τόν Γέροντά τους. Γέροντάς τους ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος τούς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. α´ 29 καί 36). Τί βλέπουμε ἐδῶ; Βλέπουμε ὅτι αὐτοί ἀναζητοῦσαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ἄκουσαν κάποια στιγμή ἐντελῶς τυχαῖα «ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἐλᾶτε πίσω μου καί θά σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων», ἀλλά αὐτοί ἦταν στήν προοπτική αὐτή, ἦταν στήν κάθαρση καί στόν φωτισμό καί εἶχαν Γέροντα, ἕναν μεγάλο ἀσκητή, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Καί ἐκεῖνος τούς ὑποδεικνύει: «Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ». Νά τος, ὄχι ὁ μεσσίας, νά τος ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὅπως προφήτευσε ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, πού θά θυσιασθῆ. Καί Τόν ἀκολούθησαν. Καί «στραφείς» λέει, ὁ Χριστός τούς εἶπε «τί ζητεῖτε»; Τοῦ ἀπάντησαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;» Ἐκεῖνος εἶπε: «Ἔρχεσθε καί ἴδετε». Καί εἶδαν ποῦ μένει καί ἔμειναν κοντά Του τήν ἡμέρα ἐκείνη (Ἰω. α’, 35-40).
.                 Ἑρμηνεύει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, Ἀρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας, ἀναλύοντας αὐτό τό περιστατικό, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε ἕνα μικρό Θαβώρ, ἀφοῦ ὑπάρχουν πολλές ἀποκαλύψεις τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀνδρέας καί ὁ Ἰωάννης ἦταν μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν πνευματικά τόν Χριστό.
.                 Ὅταν κανείς ἔχη τήν διάθεση νά πράττη αὐτά πού θέλει ὁ Θεός, ἀκούει τόν πνευματικό του πατέρα, τόν Γέροντά του, σημαίνει ὅτι ἀποβάλλει τό γνωμικό θέλημα. Ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Γέροντας. Καί σέ κάποια στιγμή ὁ Γέροντας λέει: Νά τος, αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως τούς ἀποδεσμεύει καί πηγαίνουν στόν Χριστό. Ἄρα Τόν ἀκολουθοῦν. Τότε, ἐνῶ οἱ δύο Μαθητές ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό, ὁ Χριστός στράφηκε καί τούς εἶδε. Τό ὅτι ὁ Χριστός ἔστρεψε τό πρόσωπό Του, τούς εἶδε καί Τόν εἶδαν, σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε μία ἀκτίνα τῆς θεότητός Του. Λέμε «μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό τοῦ παιδός σου». Ἡ ἀποστροφή τοῦ προσώπου εἶναι πτώση, εἶναι σκοτασμός. Τό νά δῆ κανείς τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐμπειρία θεώσεως. Τό νά πῆ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, «στραφείς καί θεασάμενος αὐτούς», σημαίνει ὅτι τούς ἀποκάλυψε τήν θεότητά Του. «Ἐγώ εἶμαι αὐτός πού σᾶς εἶπε ὁ Γέροντάς σας». Καί αὐτοί ἀμέσως εἶπαν: «Κύριε, ποῦ μένεις;». Καί λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος: Ποῦ ἔμενε ὁ Χριστός; Ὅταν ἀργότερα Τόν ρώτησε κάποιος «Κύριε, θά σέ ἀκολουθήσω ὅπου κι ἄν ἀπέλθης», ὁ Χριστός εἶπε: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η’, 20). Δέν εἶχε τόπο. Καί πῆγαν λέει, στόν τόπο ὅπου ἔμενε. Καί ποῦ ἔμενε; Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία. Γιατί; Διότι ὁ τόπος τοῦ Χριστοῦ, λέει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος, εἶναι ἡ θεωρία, τό φῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ τόπος Του, «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», ὁ Θεός κατοικεῖ στό ἀπρόσιτο φῶς. Τούς ὁδήγησε στήν θεωρία καί ἀμέσως μετά ἀκολούθησαν. Δέν εἶναι ἐλᾶτε καί φεύγουμε, ἀλλά προηγήθηκε ἡ ἐμπειρία.
.                 Πρῶτον, προσκολλήθηκαν στόν Γέροντά τους, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο. Ἐκεῖνος τούς ὑπέδειξε νά Τόν ἀκολουθήσουν. Τόν ἀκολουθοῦν μέ πίστη, μέ ὑπομονή, μέ διάθεση, μέ ἀγώνα. Ἐκεῖνος στρέφει τό πρόσωπό Του καί τούς δείχνει κάτι, τούς αἰχμαλωτίζει, Τόν ἀκολουθοῦν καί τούς ὁδηγεῖ στήν θεωρία. Ἔ, μετά γίνεται κανείς Μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ὅτι τυχαῖα ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι μιά μέρα, ἀλλά μέσα ἀπό ἐμπειρία ἔγιναν Μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί εἶδαν ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔδειξε ὁ Χριστός κηρύττοντας τρία ὁλόκληρα χρόνια καί στόν Σταυρό καί στήν Γεσθημανή οἱ τρεῖς ἀπό αὐτούς.
.                 Καί μετά τήν πτώση τους, γιατί Τόν ἀρνήθηκαν ἤ κρύφτηκαν, κατά τήν διάρκεια τοῦ Πάθους Του ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, ἀλλά τελικά παρέμειναν πάντα ἑνωμένοι. Καί ὁ Πέτρος ἔκανε αὐτό πού ἔκανε, ἀλλά μετανόησε καί παρέμεινε στόν ὅμιλο τῶν Μαθητῶν. Καί μετά ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί τούς ἐπιβραβεύει καί τούς συγχωρεῖ καί τούς δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα νά συγχωροῦν ἁμαρτίες.

[…]

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ–3 «Ὁ διαχωρισμὸς σὲ πατερικὴ καὶ μεταπατερικὴ θεολογία εἶναι βόμβα στὰ θεμέλια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς».

Σχολαστικὴ καὶ μεταπατερικὴ θεολογία
[Γ´]

Toῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου
Ἱεροθέου

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/09/σχολαστικὴ-καὶ-μεταπατερικὴ-θεολογ/

Β´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/14/σχολαστικὴ-καὶ-μεταπατερικὴ-θεολογ2/

3. Ἡ σύγχρονη θεολογία, ἔκφραση τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας

.            Μελετώντας κανεὶς τὴν δυτικὴ θεολογία καὶ στὸ βιβλίο αὐτό, ποὺ παρουσιάζεται σήμερα, ἀναγκαστικὰ σκέπτεται τὸ θέμα τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας. Μερικοὶ σύγχρονοι θεολόγοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ σχολαστικὴ θεολογία εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία, ὅτι ἡ πατερικὴ περίοδος τελείωσε τὸν ὄγδοο αἰώνα καὶ τώρα ζοῦμε τὴν μεταπατερικὴ περίοδο.
.            Παρατηρώντας τὴν σύγχρονη θεολογία στὴν Ἑλλάδα καταλήγω στὸ συμπέρασμα ὅτι διακρίνεται ἀπὸ μερικὰ στοιχεῖα νεοσχολαστικισμοῦ, νεοηθικισμοῦ καὶ νεοπατερισμοῦ-νεοσλαβισμοῦ.
.            Ὅταν κάνω λόγο γιὰ νεοσχολαστικισμὸ ἐννοῶ ὅτι διάφορες σχολαστικὲς καὶ μετασχολαστικὲς ἀπόψεις ἔχουν ἐπηρεάσει, τουλάχιστον πρὶν λίγα χρόνια μερικοὺς μεγάλους Ἕλληνας θεολόγους, ὅπως καὶ τὶς δύο Θεολογικὲς Σχολὲς τῆς Πατρίδος μας, Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης. Ὁ νεοηθικισμὸς εἶναι ἕνα ρεῦμα ποὺ ἐκφράζει τὴν λεγόμενη βιβλικὴ μέθοδο ἐρεύνης, τὴν ὁποία καλλιεργοῦν σὲ μεγάλο βαθμὸ οἱ προτεσταντικοὶ βιβλικοὶ θεολόγοι, ποὺ ἀπέρριψαν τὴν ἡσυχαστική, ἀσκητική, πατερικὴ παράδοση καὶ στηρίζονται στὴν ἱστορία, τὴν συγκριτικὴ θρησκειολογία καὶ τὴν φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς ποὺ γράφηκε κάθε κείμενο. Ὅταν κάνω λόγο γιὰ νεοπατερισμὸ-νεοσλαβισμὸ ἐννοῶ κυρίως τὶς ἀπόψεις τῶν Ρώσων θεολόγων μὲ κέντρο τὸ Παρίσι, ποὺ ἔχουν ὅμως ἀφετηρία τὶς ἀπόψεις τοῦ ρώσου θεολόγου Ἀλέξη Χομιακώφ, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅσους ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπὸ αὐτούς. Ἔτσι, στὴν Πατρίδα μας σήμερα ὑπάρχουν διάφορες ἐπιρροὲς ἀπὸ τὰ τρία ρεύματα ποὺ ἀνεφέρθησαν προηγουμένως.
.               Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἕνα βιβλίο τοῦ Παπικοῦ θεολόγου Aidan Nichols μὲ τίτλο Light from the East (Φῶς ἀπὸ τὴν Ἀνατολή), ὁ ὁποῖος μελέτησε τὶς ἀπόψεις μερικῶν βασικῶν ὀρθοδόξων θεολόγων καὶ προσπάθησε νὰ ἐνημερώση τὸν δυτικὸ κόσμο γύρω ἀπὸ τὶς βασικὲς θέσεις ποὺ ἐπικρατοῦν στὴν σύγχρονη ὀρθόδοξη θεολογία. Σὲ μερικὰ σημεῖα παρατηρεῖ κανεὶς ὑπερβολὲς καὶ παρερμηνεῖες, γιατί ὁ συγγραφέας δὲν μπορεῖ, ὡς παπικός, νὰ καταλάβη πλήρως τὶς σκέψεις τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ βασικὰ δείχνει τὶς ἐπιρροὲς ποὺ ἔχουν ὑποστὴ μεγάλοι σύγχρονοι ὀρθόδοξοι Ἕλληνες θεολόγοι ἀπὸ τὴν Δύση, ὅπως καὶ τὶς ἐπιδράσεις ποὺ δέχθηκαν οἱ δύο Θεολογικές μας Σχολὲς ἀπὸ τὴν δυτικὴ καὶ ρωσικὴ θεολογία.
.            Τὰ κεφάλαια τοῦ βιβλίου αὐτοῦ εἶναι χαρακτηριστικὰ ἤτοι: ὁ Βλαδίμηρος Λόσσκυ καὶ ὁ ἀποφατισμὸς ὁ Ἰωάννης Μέγεντορφ καὶ ὁ νεοπαλαμισμὸς ὁ Σέργιος Μπουλκάκωφ καὶ ἡ σοφιολογία ὁ Ἰωάννης Ρωμανίδης καὶ ὁ νεοφωτιανισμὸς ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας καὶ ἡ ὀρθόδοξη Χριστολογία ὁ Νικόλαος Ἀφανάσιεφ καὶ ἡ ἐκκλησιολογία ὁ Γεώργιος Φλωρόφσκυ καὶ ἡ ἰδέα τῆς παραδόσεως ὁ Ἀλέξανδρος Σμέμαν καὶ ἡ λειτουργικὴ θεολογία ὁ Παναγιώτης Νέλλας καὶ ἡ ἀνθρωπολογία ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς καὶ ἡ θεολογικὴ ἠθικὴ καὶ ὁ Παῦλος Εὐδοκίμωφ καὶ ἡ ἐσχατολογία. Ο Aidan Nichols ἐντοπίζει διάφορες ἐπιρροὲς ἀπὸ τὴν Δύση στοὺς ὀρθοδόξους θεολόγους, ὅπως καὶ τὴν ἐπιθετικότητα ἀπὸ πλευρᾶς μερικῶν θεολόγων πρὸς τὴν Δύση.
ΙΣΤ. ΔΥΤ. ΘΕΟΛ.            Θεωρῶ ὅτι τὸ βιβλίο αὐτὸ εἶναι ἀποκαλυπτικὸ καὶ ἑρμηνεύει ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ παρουσιάζει τὸ πῶς βλέπουν οἱ δυτικοὶ θεολόγοι τὶς ἀπόψεις διαφόρων συγχρόνων ὀρθοδόξων θεολόγων. Ἐπίσης, δείχνει ὅτι τὸ πρόβλημα σήμερα ἐντοπίζεται σὲ θεολόγους καθηγητὲς καὶ στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς ποὺ ἐπηρέασαν καὶ θὰ ἐπηρεάσουν τὶς μελλοντικὲς θεολογικὲς γενιές, τοὺς Κληρικοὺς καὶ τοὺς θεολόγους καὶ γι’ αὐτὸ χρειάζεται νὰ γίνη ἀντικείμενο ἰδιαίτερης προσοχῆς. Τελικά, νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνη κριτικὴ ὅλων αὐτῶν τῶν συγχρόνων ρευμάτων μέσα ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ χωρισθῆ σὲ πατερικὴ καὶ μεταπατερική. Αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς εἶναι βόμβα στὰ θεμέλια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Πρὸς τὴν θετικὴ κατεύθυνση τῆς ἐνημερώσεως γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ κινεῖται καὶ τὸ βιβλίο τοῦ καθηγητοῦ Γεωργίου Παναγοπούλου.
.            Θὰ δώσω μερικὰ παραδείγματα γιὰ νὰ ὑπογραμμισθῆ τὸ πρόβλημα ποὺ ὑφίσταται σήμερα στὴν ὀρθόδοξη θεολογία γενικῶς, καὶ στὴν ἑλλαδικὴ θεολογία εἰδικότερα.
.            Τὸ πρῶτο παράδειγμα εἶναι ὅτι μερικοὶ θεολόγοι συνδέουν τὴν φύση μὲ τὴν ἀνάγκη γιὰ νὰ διασφαλισθῆ ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ βούληση τοῦ προσώπου. Ὁ Βλαδίμηρος Λόσσκυ γράφει ὅτι «ἡ ἰδέα τοῦ προσώπου περιλαμβάνει τὴν ἐλευθερίαν ἔναντί της φύσεως: τὸ πρόσωπον εἶναι ἐλεύθερον ἐκ τῆς φύσεώς του, δὲν προσδορίζεται δι’ αὐτῆς». Στὴν συνέχεια γράφει ὅτι «ἡ ἀνθρωπίνη ὑπόστασις δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῆ εἰ μὴ ἐν τῇ ἀρνήσει τῆς προσωπικῆς θελήσεως, ἐν αὐτῷ τῷ ὁποίῳ προσδιορίζει ἡμᾶς καὶ ὑποτάσσει ἡμᾶς εἰς μίαν φυσικὴν ἀνάγκην». Ἐδῶ φαίνεται ὅτι ὁ Λόσσκυ συνδέει τὴν ἐλευθερία μὲ τὸ πρόσωπο, γράφει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ὑπόσταση πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὴν φυσικὴ ἀνάγκη. Πολλοὶ σύγχρονοι θεολόγοι σήμερα συνδέουν τὴν φύση μὲ τὴν ἀνάγκη καὶ θεωροῦν ὅτι, ὅ,τι εἶναι ἐκ φύσεως εἶναι καὶ ἀναγκαῖο, καὶ γι’ αὐτὸ ἀναπτύσσουν τὶς θεωρίες τους περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖο πρόσωπο ἐκφράζεται μὲ τὴν ἐλευθερία. Διαβάζουμε αὐτὲς τὶς ἀπόψεις στὰ κείμενά τους καὶ παρουσιάζεται, δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ διδασκαλία ὡς ὀρθόδοξη.
.            Ὅμως, οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι τὸ ἐκ φύσεως δὲν σημαίνει ἐξ ἀνάγκης. Πρῶτος ὁ Ἄρειος, ἀκολουθώντας τὸν Ἀριστοτέλη, ὑποστήριζε ὅτι ἐπειδὴ τὸ κατὰ φύση εἶναι καὶ κατ’ ἀνάγκη, δηλαδὴ εἶναι ἀναγκαστικό, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς-Πατέρας δὲν γέννησε τὸν Λόγο ἐκ φύσεως, γιατί αὐτὸ θὰ ἦταν ἀναγκαστικό, ἀλλὰ τὸν δημιούργησε κατὰ βούληση, ὁπότε ὁ Λόγος εἶναι κτίσμα καὶ ὄχι ἄκτιστος Θεός. Τὴν ἄποψη αὐτὴ τοῦ Ἀρείου ἀντέκρουσε ὀρθοδόξως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὰ κείμενά του. Ἡ ἄποψη ὅτι τὸ κατὰ φύση εἶναι κατ’ ἀνάγκη σήμερα ὑποστηρίζεται ἀπὸ τοὺς ὑπαρξιστές, εἰδικὰ ἀπὸ τὸν Σάρτρ, ὁ ὁποῖος θέτει τὴν προτεραιότητα τῆς ὕπαρξης ἔναντι τῆς οὐσίας. Κατὰ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας τὸ αὐτεξούσιο δὲν συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ μὲ τὴν φύση, γι’ αὐτὸ στὸν Τριαδικὸ Θεὸ δὲν ὑπάρχουν τρεῖς ἀνεξάρτητες προσωπικὲς ἐλευθερίες, ἀλλὰ μία ἐλευθερία, ἀφοῦ μία εἶναι ἡ φύση καὶ ἕνα τὸ θέλημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
.            Τὸ δεύτερο παράδειγμα, ὡς συνέχεια τοῦ προηγουμένου, εἶναι ὅτι ἀπὸ πολλοὺς θεολόγους σήμερα συνδέεται ἡ βούληση μὲ τὸ πρόσωπο, ἀναπτύσσεται ὁ λεγόμενος βολονταρισμὸς ποὺ ἀποτελεῖ τὴν σύγχρονη μεγάλη ψευδομόρφωση γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπως παλαιότερα ψευδομόρφωση ἦταν ὁ σχολαστικισμός. Στὸν σχολαστικισμὸ συνδέθηκε ἡ ἐνέργεια μὲ τὴν οὐσία, ἐνῶ στὸν βολονταρισμὸ συνδέεται ἡ ἐνέργεια μὲ τὸ πρόσωπο. Ἔτσι, σήμερα γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τὴν βούληση τοῦ προσώπου, τὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου κλπ.
.            Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ὅπως ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, σαφέστατα συνδέουν τὴν βούληση-θέληση μὲ τὴν φύση. Ἡ βούληση εἶναι ὄρεξη τῆς φύσεως καὶ ὄχι ἐλευθερία τοῦ προσώπου. Τὸ αὐτεξούσιο καὶ ἡ βούληση στὸν ἄνθρωπο εἶναι κίνηση τῆς φύσεως, ποὺ διακόπτεται μὲ τὴν ἐπιλογή, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, τὸ φυσικὸ καὶ τὸ γνωμικὸ θέλημα δὲν εἶναι δύο ἀνεξάρτητα θελήματα μεταξύ τους, ἀλλὰ τὸ φυσικὸ θέλημα γίνεται γνωμικὸ θέλημα μὲ τὴν προαίρεση καὶ στὴν συνέχεια μὲ τὴν συνέργεια Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου μπορεῖ τὸ γνωμικὸ θέλημα νὰ γίνη φυσικὸ θέλημα. Ἡ βουλησιοκρατία, ὁ λεγόμενος βολονταρισμὸς προέρχεται ἀπὸ τὴν σχολαστικὴ θεολογία τοῦ Ἰωάννου Δοὺνς Σκώτους καὶ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὴν νεώτερη δυτικὴ φιλοσοφία, τὸν διαφωτισμὸ καὶ τὸν ὑπαρξισμό.
.            Τὸ τρίτο παράδειγμα εἶναι ὅτι διάφοροι μοντέρνοι θεολόγοι διαφοροποιοῦν τὸ πρόσωπο ἀπὸ τὸ ἄτομο. Ἤδη αὐτὴν τὴν διάκριση τὴν ἔκανε ὁ Βλαδίμηρος Λόσσκυ, ὁ ὁποῖος ὑποστήριζε ὅτι τὸ ἄτομο καὶ τὸ πρόσωπο «ἔχουν μίαν ἀντίθετον σημασίαν», διότι, κατ’ αὐτόν, τὸ ἄτομο ἐκφράζει ἕνα μεῖγμα τοῦ προσώπου μὲ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ ἀνήκουν στὴν κοινὴ φύση, ἐνῶ τὸ πρόσωπο δείχνει ἀντιθέτως «ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο διακρίνεται τῆς φύσεως». Αὐτὴν τὴν ἰδέα τὴν ἐγκολπώθηκαν ἄλλοι σλαβόφιλοι νεοπατερικοὶ ἢ καὶ μεταπατερικοὶ θεολόγοι, μὲ κέντρο τὸ Θεολογικὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ ἁγίου Σεργίου στὸ Παρίσι καὶ μεταφέρθηκε ἀπὸ πολλοὺς φιλοσοφοῦντας θεολόγους στὴν Ἑλλάδα. Σήμερα θεωρεῖται ὅτι τὸ πρόσωπο ἐκφράζεται ὡς ἐλευθερία καὶ ἀγάπη, ἐνῶ τὸ ἄτομο θωρεῖται ὡς ἐκεῖνο ποὺ ἀριθμεῖται ἁπλῶς βιολογικά.
.              Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν κάνουν μιὰ τέτοια διάκριση, μάλιστα δὲ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ταυτίζει τὶς ἔννοιες πρόσωπο, ὑπόσταση καὶ ἄτομο, γράφοντας «χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς οἱ ἅγιοι Πατέρες ὑπόστασιν καὶ πρόσωπον καὶ ἄτομον τὸ αὐτὸ ἐκάλεσαν». Ὁ ὅρος ἄτομο ἔχει πολλὲς ἔννοιες, ἀλλὰ τελικὰ μὲ ὅλες αὐτὲς δηλώνει τὸ μὴ τεμνόμενο. Φαίνεται ὅτι ὁ ὅρος ἄτομο, ὡς μὴ τεμνόμενο, χρησιμοποιήθηκε στὴν ὀρθόδοξη θεολογία, κυρίως στὴν προσπάθεια τῶν Πατέρων νὰ θεολογήσουν γιὰ τὶς δύο φύσεις στὸν Χριστό, ποὺ ἑνώθηκαν ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀναλλοιώτως, ἀδιαιρέτως. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετωπίζοντας τοὺς νεστοριανοὺς καὶ τοὺς μονοφυσίτας θεολόγησαν ὅτι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καίτοι ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο φύσεις, ἐν τούτοις εἶναι ἕνα πρόσωπο, ἕνα ἄτομο, εἶναι δηλαδὴ μὴ τεμνόμενο, δὲν χωρίζεται τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ πρόσωπό Του, ἀφοῦ καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὑπόσταση εἶναι ὁ Λόγος. Ἔτσι, ἡ διάκριση μεταξὺ προσώπου καὶ ἀτόμου παραπέμπει σὲ φιλοσοφικὲς καὶ κοινωνιολογικὲς θεωρίες, ποὺ δὲν ὑποστηρίζονται ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
.            Τὸ τέταρτο παράδειγμα εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ φύσεως, ὑποστάσεως καὶ τρόπου ὑπάρξεως. Μερικοὶ μεταπατερικοὶ θεολόγοι στὶς ἡμέρες μας ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ πρόσωπο εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς φύσεως. Ἐκλαμβάνουν τὴν φράση «τρόπο τῆς ὑπάρξεως» μὲ μιὰ φιλοσοφικὴ ἔννοια. Ἐπίσης, ὑποστηρίζουν ὅτι τὸ πρόσωπο προηγεῖται τῆς φύσεως-οὐσίας. Ὅμως, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διδάσκουν ὅτι ἡ ὑπόσταση δὲν εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς φύσεως, γιατί αὐτὸ ὑπεστήριζε ὁ Σαβέλλιος, ἀλλὰ τὸ ὑποστατικὸ ἰδίωμα εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς ὑποστάσεως. Ἔπειτα, δὲν προηγεῖται τὸ πρόσωπο τῆς φύσεως, οὔτε ἡ φύση τοῦ προσώπου, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο ὁρίζεται ὡς οὐσία μὲ τὸ προσωπικὸ ἰδίωμα.
.            Τὰ τέσσερα αὐτὰ παραδείγματα δείχνουν ὅτι μερικοὶ νεώτεροι θεολόγοι φιλοσοφοῦν παρὰ θεολογοῦν, μεταφέρουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μιὰ ἄλλη θεολογία, ξένη πρὸς τὴν πατερικὴ παράδοση, καὶ αὐτὸ στὴν πράξη συνιστᾶ τὴν μεταπατερικὴ θεολογία, ἡ ὁποία ἀπορρίπτει ἢ παρερμηνεύει τὶς διδασκαλίες τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καὶ τελικὰ τοῦ ἡσυχασμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ αὐθεντικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Στηρίζονται δὲ στὴν ρωσικὴ θεολογία, τὸν διαφωτισμό, τὸν γερμανικὸ ἰδεαλισμὸ καὶ τὸν δυτικὸ ὑπαρξισμό.
.            Καταλήγοντας, σημειώνω ὅτι τὸ βιβλίο τοῦ καθηγητῆ Γεωργίου Παναγοπούλου εἶναι πολὺ σημαντικὸ καὶ χρήσιμο γιὰ νὰ καταλάβουμε ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν δυτικὴ θεολογία, ἡ ὁποία ἐκφράζει καὶ σήμερα τὶς βασικὲς Ὁμολογίες ποὺ κυριαρχοῦν στὴν Δύση, ἤτοι τὸν Παπισμὸ καὶ τὸν Προτεσταντισμό, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν πατερικὴ θεολογία, τὴν ὁποία δέχεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὴν ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, τὴν διαβάζουμε στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τὴν ψάλλουμε στὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας.

.           Συγχαίρω τὸν συγγραφέα τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ βιβλίου, καλοτυχίζω τοὺς φοιτητές του, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἕνα καλὸ βοήθημα γιὰ νὰ καταλάβουν τὴν ἀξία τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας καὶ εὔχομαι στὸν συγγραφέα-καθηγητὴ νὰ συνεχίση αὐτὸ τὸ καρποφόρο ἔργο του γιὰ νὰ ρίξη φῶς στὸ ὁμιχλῶδες θεολογικὸ τοπίο τῶν ἡμερῶν μας, ποὺ ἐπηρέασε, δυστυχῶς, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπηρεάζη θεολόγους, μοναχούς, Κληρικούς, ἀκόμη καὶ Ἐπισκόπους.

ΠΗΓΗ: parembasis.gr

, , , , , , , ,

Σχολιάστε

ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ–2 «καὶ ἡ μαζικὴ ἐμφάνιση στὸ ἱστορικὸ προσκήνιο τῶν γερμανικῶν βαρβαρικῶν φύλων». (Μητροπ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος)

Σχολαστικὴ καὶ μεταπατερικὴ θεολογία
[Β´]

Toῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου
Ἱεροθέου

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2013/05/09/σχολαστικὴ-καὶ-μεταπατερικὴ-θεολογ/

2. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καὶ ἡ σχολαστικὴ θεολογία

13_04_12

.            Διαβάζοντας δὲ τὸ ἐγχειρίδιο τοῦ καθηγητῆ Γεωργίου Παναγοπούλου διεπίστωσα ὅτι ὑπάρχουν παραπομπὲς σὲ κείμενα καὶ στὴν σκέψη τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, πράγμα ποὺ δὲν κάνουν ἄλλοι θεολόγοι, καὶ μάλιστα κρίνει τὴν δυτικὴ θεολογία μέσα καὶ ἀπὸ τὶς ἀπόψεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη.
.            Τὰ τελευταῖα χρόνια ἀσχολοῦμαι ἰδιαίτερα μὲ τὴν χαρισματικὴ προσωπικότητα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη καὶ συνέγραψα τρία βιβλία ἕως τώρα. Στὰ ἑπόμενα σχέδιά μου εἶναι νὰ γράψω ἕνα τέταρτο βιβλίο γιὰ τὶς ἀπόψεις του γιὰ τὴν δυτικὴ-σχολαστικὴ θεολογία, ποὺ διαφοροποιεῖται ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία. Ἔχω συλλέξει ὅλο τὸ ὑλικὸ ἀπὸ τὶς πανεπιστημιακές του παραδόσεις καὶ ἤδη ἔχω ἀρχίσει νὰ τὸ συνθέτω, ἀλλὰ τὰ διάφορα προβλήματα τῆς ἀρχιερατικῆς διακονίας μου δὲν μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ἀφιερώνω πολλὲς ὧρες γιὰ τὴν περάτωση τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἔργο θὰ ἀναδείξη τὴν μεγάλη σημασία τῆς ὀρθόδοξης πατερικῆς θεοπτικῆς θεολογίας, ἡ ὁποία διαφέρει σαφέστατα ἀπὸ τὴν σχολαστικὴ καὶ τὴν ἠθικιστικὴ θεολογία ποὺ ἐπικρατοῦν στὴν Δύση καὶ στοὺς δυτικόφρονες θεολόγους.
.            Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γνώρισε τὴν δυτικὴ θεολογία ἀπὸ τὰ μικρά του χρόνια. Ἀπὸ μαθητὴς Γυμνασίου, καὶ στὴν συνέχεια ὡς φοιτητὴς τῆς θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης, μελέτησε ἐπισταμένως τὴν θεολογία τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη καὶ γνώρισε τὶς ἀρχὲς τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, ὅπως φαίνεται στὸ βιβλίο τοῦ μεγαλυτέρου σχολαστικοῦ θεολόγου (Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη) μὲ τίτλο Σούμα Θεολογική. Ἀργότερα, μὲ τὴν σπουδή του στὴν προτεσταντικὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Γέϊλ διέκρινε τὴν ἀποστροφὴ τῶν Προτεσταντῶν στὴν θεολογία τοῦ σχολαστικισμοῦ καὶ τὴν χρησιμοποίηση ἀπὸ αὐτοὺς τῆς βιβλικῆς μεθόδου ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀφοῦ οἱ Προτεστάντες μελετοῦσαν τὴν Ἁγία Γραφὴ ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὴν παράδοση τῶν Πατέρων, καὶ τῶν σχολαστικῶν θεολόγων, χρησιμοποιώντας τὰ στοιχεῖα τῆς ἱστορίας τῆς συγκριτικῆς θρησκειολογίας καὶ τῆς φιλοσοφίας τῆς ἐποχῆς ποὺ ἔζησαν οἱ συγγραφεῖς τῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης.
.            Ὡς Ὀρθόδοξος ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, μὲ βαθειὰ πνευματικὴ ὑποδομὴ ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἀφοῦ ἀπέρριψε τὶς ἀπόψεις τοῦ σχολαστικισμοῦ, ὅπως τὶς γνώρισε στὸν Θωμὰ τὸν Ἀκινάτη, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀπόψεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ὅπως τὶς ἔμαθε ἀπὸ τὴν βιβλικὴ μέθοδο ἐρεύνης τῶν Προτεσταντῶν, προχώρησε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ καθηγητοῦ καὶ «μέντορά» του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, στοὺς Ἀποστολικοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν πατερικὴ περίοδο, ὅπως καὶ στὴν πατερικὴ περίοδο μετὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, καὶ διέκρινε τὴν μεγάλη ἀξία τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐρεύνης καὶ μελέτης εἶναι ἡ διατριβή του μὲ τίτλο «Τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα», ποὺ ἔπαιξε ἕναν σπουδαῖο καὶ πρωταρχικὸ ρόλο στὴν ἀλλαγὴ τῶν θεολογικῶν σπουδῶν στὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ καὶ οἱ μετέπειτα μελέτες τοῦ ξεκαθάρισαν πολὺ καλὰ τὸ τοπίο καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπως ἐκφράζεται αὐθεντικὰ ἀπὸ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, διαφέρει σαφῶς ἀπὸ τὸν σχολαστικισμὸ καὶ τὸν ἠθικισμό, ποὺ ἡ βάση του εἶναι ὁ αὐγουστινιανισμός, ὅπως τὸν ἑρμήνευσαν οἱ Φράγκοι θεολόγοι καὶ οἱ Προτεστάντες. Ἔλεγε, μάλιστα, ὁ ἴδιος ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν σχολαστικὴ θεολογία καὶ τὴν πατερικὴ θεολογία, ἂν δὲν μελετήσουμε ἐπισταμένως τὶς ἔννοιες analogia entis, ὅτι ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται στὴν λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως τὸ βλέπουμε στὴν φιλοσοφία, καὶ τὴν analogia fidei, ὅτι ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται στὴν Ἁγία Γραφή.
.            Ὁ συγγραφεὺς τοῦ πονήματος αὐτοῦ χρησιμοποιεῖ ἀπόψεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ὅπως διατυπώθηκαν στὰ βιβλία καὶ τὶς μελέτες του, καθὼς ἐπίσης καὶ σὲ θεολογικὲς διδασκαλίες του τὶς ὁποῖες τόνιζε συχνά.
.            Κατ’ ἀρχὴν χρησιμοποιεῖ συγκεκριμένες δημοσιευμένες θέσεις τοῦ π. Ἰωάννου. Παραπέμπει στὸ βιβλίο τῆς Δογματικῆς καὶ Συμβολικῆς Θεολογίας, γιὰ τὸ ὅτι ἡ θεία ἀγάπη εἶναι ἡ προαιώνια ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία δὲν ταυτίζεται οὔτε μὲ τὴν θεία οὐσία οὔτε μὲ τὰ ἄκτιστα ὑποστατικὰ ἰδιώματα, καὶ ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «δὲν εἶναι θεῖες ἐνέργειες, ἀλλὰ ὑπέρκεινται τῶν ἐνεργειῶν». Ἀναφερόμενος στὴν ἄποψη τοῦ Ἀνσέλμου Κανταβρυγίας, γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης ἀπὸ τὸν Χριστό, γράφει: «Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης θὰ δεῖ στὸν Ἀνσελμο τὴν εἰκόνα ἑνὸς Θεοῦ ποὺ δημιουργεῖ, τιμωρεῖ καὶ λυτρώνει κατ’ ἀνάγκην». Τονίζει τὴν διδασκαλία του ὅτι δὲν εἶχε ἀνάγκη ὁ Θεὸς τῆς καταλλαγῆς καὶ τῆς συμφιλιώσεως μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος χρειαζόταν νὰ ἑνωθῆ «μὲ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν δοτήρα τῶν ἀγαθῶν». Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, δὲν κάνει λόγο γιὰ καταλλαγὴ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ὅποτε, καὶ τὸ Βάπτισμα δὲν συνδέεται μὲ τὴν συγχώρηση μιᾶς κληρονομικῆς ἐνοχῆς τοῦ Ἀδάμ, ἀλλὰ γιὰ ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Δυστυχῶς, οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη μὲ τὸν Παναγιώτη Τρεμπέλα, εἶχαν ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς ἀνσέλμειας «ἱκανοποίησης» τῆς θείας δικαιοσύνης. Ὁ καθηγητὴς Γεώργιος Παναγόπουλος παρατηρεῖ: «Ὁ πυρήνας τῆς ἐνόρασης Ρωμανίδη παραμένει ἄθικτος: ἡ καταλλαγή, ὅπως προβάλλεται ἀπὸ τὸν Παῦλο καὶ ἑρμηνεύεται θεοδιδάκτως στὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση, οὐδεμία δικαιολογητικὴ βάση δύναται νὰ προσφέρει γιὰ τὴν περὶ ἱκανοποιήσεως θεωρία τῶν Σχολαστικῶν».
.            Ὁ συγγραφεύς, κρίνοντας τὴν θεωρία τοῦ Μαρτίνου Λουθήρου ὅτι ὁ πιστὸς προσοικειώνεται τὴν σωτηρία μόνον διὰ τῆς πίστεως, παραπέμπει στὸ βιβλίο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη μὲ τίτλο «Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα», ὅτι ἡ σωτηρία συνίσταται στὴν «συνεχῆ παρουσία τῆς σωστικῆς, ἀφθαρτοποιοῦ καὶ θεοποιοῦ ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Ἀναστάντος ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὰ σώματα τῶν Ἁγίων».
.            Ἐπὶ πλέον, στὸ παρουσιαζόμενο βιβλίο γίνεται ἀναφορὰ στὶς θέσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη ὅτι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ «ἱεραρχεῖται χαρισματικὰ» καὶ ὅτι ὁ κατ’ ἐξοχὴν θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας «δὲν εἶναι ὁ φιλοσοφῶν στοχαστικῶς καὶ διαλεκτικῶς, ἀλλὰ ὁ φθάσας χάριτι Θεοῦ, εἰς θεωρίαν τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ καὶ οὕτω λαβὼν τὴν ἐκ Θεοῦ ἀποκάλυψιν γενόμενος αὐθεντία τοῖς πιστοῖς».
.            Ἐκτὸς ἀπὸ δημοσιευμένες γραπτὲς θέσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη τὶς ὁποῖες καταγράφει ὁ Καθηγητὴς Γεώργιος Παναγόπουλος στὸ παρουσιαζόμενο βιβλίο του, συγχρόνως ὁ ἀναγνώστης θὰ διαγνώση πολλὲς θέσεις τοῦ π. Ἰωάννου, καίτοι δὲν ἀναφέρονται τὸ ὄνομά του καὶ οἱ παραπομπὲς ἀπὸ τὰ δημοσιευθέντα βιβλία του. Θὰ παρατεθοῦν μερικὲς ἀπὸ αὐτές.
.            Συχνὰ γίνεται λόγος γιὰ τὸ ὅτι οἱ σχολαστικοὶ στηρίζονται στὴν λογικὴ καὶ τὴν φιλοσοφία, ἐνῶ οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι στηρίζονται στοὺς θεουμένους ἁγίους. Οἱ φράσεις εἶναι ἐκφραστικές: «διδασκαλία τῶν θεουμένων» «ἡ παράδοση τῶν θεουμένων» «ἡ παράδοση τῶν θεουμένων τῆς μίας καὶ ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας» «ὁ θεούμενος ἔχει ὁ ἴδιος πλέον χαρισματικῶς καταστεῖ ζῶσα θεοχάρακτος πλάκα στὸ βαθμὸ ποὺ “ἐνεργεῖται” ὑπὸ τοῦ Παρακλήτου» «καὶ ἕνας μόνο θεούμενος, χαρισματικὸς φορέας τῆς ἀνόθευτης πείρας τοῦ σώματος, μπορεῖ νὰ ἀντιταχθεῖ σὲ σωρεία ψευδοσυνόδων (ἐνδεχομένως ἄψογα συγκροτημένων ἀπὸ τυπικὴ ἄποψη), ὅπως ἔπραξε ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἔναντι τῶν ἀναριθμήτων συνόδων ποὺ συγκάλεσε ὁ ἀρειανίζων Κωνστάντιος στὰ μέσα τοῦ 4ου αἰώνα» «ὁ θεούμενος ποὺ ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας γεύεται ἐμπειρικὰ τὸ δοξασμὸ τῆς ὑπάρξεώς του, εἰσέρχεται στὸν ὑπερφωτο θεῖο γνόφο…».
.            Στὸ βιβλίο διαβάζει κανεὶς «ρωμανιδικὲς» ἐκφράσεις, ὅπως: στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν σχολαστικισμὸ «δὲν ὑπάρχει μεταφυσικὴ καὶ ὀντολογία» «ὁ λόγος τῶν Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων της Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μεταφυσικὸς οὔτε στοχαστικός, ἀλλὰ περιγραφικὸς καὶ ὑπομνηματιστικὸς μιᾶς μακρᾶς σειρᾶς γεγονότων σωτηριολογικῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο σπουδαιότητας, δηλ. τῶν ἱερῶν θεοφανειῶν» στὴν δυτικὴ θεολογία «ἡ θεολογία τῆς ἀποκαλύψεως» ἀντικαθίσταται μὲ τὴν «θρησκευτικὴ μεταφυσικὴ θεολόγηση» ποὺ εἰσάγει «αἱρετικὲς ἀποκλίσεις» καὶ ἀλλοιώνει τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Τελικά, ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «ἁγιοπνευματικὴ πείρα τῶν χαρισματικῶν φορέων τῆς κοινωνίας τῆς θεώσεως, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία « ἀλλοιώνεται ἀπὸ τὴν σχολαστικὴ θεολογία. Ἀλλὰ καὶ «ὁ ὁρισμὸς τῆς κοινότητος ὡς σώματος Χριστοῦ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ δοθεῖ μὲ ὁρισμοὺς χαρισματικῶν λειτουργιῶν» καὶ ἡ κοινότητα εἶναι «κοινωνία θεώσεως», «δηλ. κατὰ πρόγευση τῶν Ἐσχάτων συμπερίληψη ἀπὸ ἐδῶ καὶ τώρα στὸ μυστήριο τῆς ἄκτιστης ἀγάπης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ». Ἐπίσης, γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀρχαιοτάτη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας «νὰ ἀναβιβάζονται στὸ ἀξίωμα τῆς ἐπισκοπῆς» οἱ «θεοπτες» καὶ ὅτι στὴν Ἐκκλησία «τὸ ὑπούργημα τῆς διακυβερνήσεως κατανοεῖται μόνο ὑπὸ τὸ φῶς τῆς θεοπτικῆς πείρας τῶν ἐν Θεῷ δοξασμένων μελῶν τοῦ σώματος καὶ ἡ διαποίμανση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ παρουσιάζεται «ὡς χαρισματικὴ διακονία ποὺ νοηματοδοτεῖται ἀπὸ τὴν θεοπτικὴ πείρα, τὴν μέθεξη τῆς ἄκτιστης δόξας τοῦ Γιαχβέ».
.            Μιὰ ἄλλη «ρωμανιδικὴ» διδασκαλία ποὺ διαβάζουμε στὸ βιβλίο τοῦ καθηγητῆ Γεωργίου Παναγοπούλου εἶναι τὸ σχετικὸ μὲ τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς Ἐκκλησίας. Γίνεται λόγος γιὰ τὸ «θεραπευτικὸ μέσο» τῆς μελέτης τῆς Βίβλου καὶ τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων, ποὺ δρᾶ «ἀλληλοσυμπληρωματικὰ μὲ τοὺς κόπους τῆς ἀσκήσεως, δηλ. τὴν θεραπευτικὴ ἀγωγὴ τῆς καθάρσεως» γιὰ τὸ δῶρο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ποὺ δίνεται στὸν ἄνθρωπο «μὲ ἐξάπαντος θεραπευτικὴ προοπτικὴ» καὶ ὄχι κατόπιν «εὐσεβοῦς διαθέσεως», καὶ «ἐμβριθοῦς φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ» γιὰ τὴν «θεραπευτικὴ προσέγγιση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ ἀπολυτρώσεως», ποὺ δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν σωτηρία ὡς δῶρο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀσκήσεως εἶναι «θεραπευτικὰ μέσα μὲ τὰ ὁποία ὁ ἄνθρωπος συνεργεῖ μὲ τὴ σωστικὴ χάρη πρὸς ἐπίτευξη τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης». Ἀλλοῦ γίνεται ἀναφορὰ στὸ ὅτι ἡ ἠθικὴ συνδέεται μὲ τὴν ἀσκητικὴ καὶ πρόκειται γιὰ «βαπτισματικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ ἄσκηση» καὶ ὁπωσδήποτε ἡ ἄσκηση «κατανοεῖται ὡς θεραπευτικὴ μέθοδος», τὴν ὁποία «ἐφαρμόζει ἡ Ἐκκλησία στὰ ἀσθενῆ μέλη της πρὸς θεραπεία ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια καὶ ἀποκατάστασή τους στὴν “ἐλευθερία τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ”» καὶ βέβαια σκοπὸς τῆς ἀσκήσεως «εἶναι πάντα ἡ θεραπευτικὴ κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ ὁδηγηθεῖ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Πνεύματος στὴν καινὴ ζωή, στὴν κοινωνία δηλ. τῆς ἄκτιστης δόξας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτεται καὶ καθορᾶται “ὑπὲρ νοῦν, γνῶσιν καὶ αἴσθησιν”, ὡς φῶς ἀπὸ τοὺς δικαίους-θεουμένους ὅλων τῶν αἰώνων». Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία ἀποτυπώνει «τὴν ἐμπειρία τοῦ δοξασμοῦ τοῦ κτιστοῦ διὰ τῆς μετοχῆς του στὴ φωτοχυσία τῶν ἱερῶν θεοφανειῶν» στὰ δόγματα.
.            Ἀκόμη στὸ παρουσιαζόμενο βιβλίο γίνεται λόγος γιὰ τὶς ἀπόψεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιὰ τὸ «Βυζάντιο-Ρωμανία» γιὰ τὶς «γερμανικὲς φυλὲς» ποὺ κυριαρχοῦν στὴν δυτικὴ Εὐρώπη μεταξὺ τῶν αἰώνων 8ο-10ο, ποὺ κομίζουν «προχριστιανικὲς παγανιστικὲς παραστάσεις» γιὰ «τὸν φεουδαρχικὸ τρόπο ὀργανώσεως τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος», ἀλλὰ καὶ τὸν «πειθαρχικὸ μηχανισμὸ τῆς παπικῆς Ἐκκλησίας» γιὰ «τὴν ἱεραρχημένη τάξη τῶν φεουδαρχικῶν κοινωνιῶν τοῦ δυτικοῦ μεσαίωνα» «γιὰ τὸν ἐκγερμανισμὸ τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ» ἀπὸ «τὴν μαζικ μφάνιση στ στορικ προσκήνιο τν γερμανικν βαρβαρικν φύλων».
.            Γενικά, στ παρουσιαζόμενο βιβλίο φαίνεται ξεκάθαρα αρεση το σχολαστικισμο, ς κφραση τς μεταφυσικς ντολογίας ποὺ πικράτησε στν Δύση π τος Φράγκους, ποία ντιπαρατίθεται στν μπειρία τν θεουμένων ποὺ εναι βάση τς ρθοδόξου θεολογίας. Σὲ αὐτὰ τὰ θέματα ἀναφερόταν συχνὰ ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, διότι εἶχε καταλάβει τὴν ἐξαιρετικὴ σημασία τους γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς θεολογίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

, , , , ,

Σχολιάστε

ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «ΑΙΡΕΣΗ Η “ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ” – μία μεγάλη κυοφορουμένη αἵρεση μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νὰ παραθεωρήση τὴν γνήσια προφητική, ἀποστολική, καὶ πατερικὴ διδασκαλία, δηλαδὴ τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία, καὶ νὰ τὴν χαρακτηρίση “μεταπατερική”».

«Μιὰ κυοφορουμένη αἵρεση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»

Τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου

[Θ´, τελευταῖο]

Α´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατερι/

Β´ Μέρος:  https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/15/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-β´/

Γ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-γ´/

Δ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/17/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-δ´/

 Ε´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/18/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ε´/

Ϛ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/20/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ϛ´/

Ζ´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/21/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-ζ´/

Η´ Μέρος: https://christianvivliografia.wordpress.com/2012/02/22/ναυπάκτου-ἱεροθ-αἵρεση-ἡ-μεταπατ-η´/

Ἡ ἑρμηνεία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

.        ποψη τν νέων θεολόγων κα φιλοσοφούντων, ποναφέρθηκε στν ρχ το κειμένου ατο, περ δθεν δύο κκλησιολογιν, τς «ρχεγόνου παραδόσεως» κα τς «μεταγενέστερης», πονομεύει λη τν Παράδοση τς κκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται στὴν Ἁγία Γραφή, τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων, τὴν Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ ὁποία Παράδοση ἀναφέρεται οὐσιαστικὰ στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, στὴν βίωση τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Μία τέτοια πεπλανημένη ἄποψη εἶναι ἕνα σαράκι ποὺ θέλει νὰ καταστρέψη τὸν πνευματικὸ ὀργανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἀλλοιώση ὅλην τὴν ὀρθόδοξη θεολογία. Τὸ ἐρώτημα ὅμως ποὺ τίθεται εἶναι ἀπὸ ποῦ ἔφθασε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «ὁ πνευματικὸς αὐτὸς ἰὸς καὶ μολυσμός»;
.        Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι διάφοροι θεολόγοι ἢ διανοούμενοι ποὺ μαθήτευσαν σὲ προτεσταντικὲς Σχολὲς καὶ εἶχαν διδασκάλους Προτεστάντες, ποὺ τοὺς ἐξιδανίκευσαν, ἢ ποὺ μελέτησαν προτεσταντικὲς ἀναλύσεις, χωρὶς νὰ γνωρίζουν ἐπαρκῶς τὴν νηπτικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μετέφεραν ἄκριτα αὐτὲς τὶς ἀπόψεις καὶ μέσα στὸ ἅγιο περιβάλλον τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ Ἐκκλησίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προσβάλλωνται τὰ ἐπὶ μέρους μέλη τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας.
.        Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ποὺ γνώρισε σὲ Προτεσταντικὲς Σχολὲς τῆς Ἀμερικῆς αὐτὴν τὴν νοοτροπία παρατηρεῖ εὔστοχα: «Ὑπάρχει μία ἄποψη, ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ τελειότητος, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι εἰδωλολατρικῆς προελεύσεως καὶ ὅτι τάχα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὶς διακρίσεις αὐτὲς μεταξὺ καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως –διότι ὑπάρχουν καὶ παράλληλα καὶ στὸν Νεοπλατωνισμὸ– ὑπάρχει σαφὴς αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς δηλαδὴ τῶν σταδίων τῆς τελειώσεως. Καὶ λόγῳ μιᾶς ὁμοιότητας αὐτῶν τῶν δύο, οἱ δικοί μας ἔχουν υἱοθετήσει τὴν ἄποψη αὐτή, ποὺ κυρίως προέρχεται ἀπὸ μελέτες ποὺ ἔχουν κάνει οἱ Προτεστάντες. Δηλαδή, οἱ Προτεστάντες ἀφοῦ ἔχουν ἀπορρίψει τὸν μοναχισμὸ καὶ υἱοθέτησαν ἢ τὸν ἀπόλυτο προορισμὸ τοῦ Καλβίνου ἢ τὴν διδασκαλία τοῦ Λουθήρου περὶ σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου διὰ μόνης τῆς πίστεως κλπ., καὶ εἶναι ἀντιμέτωποι ἑνὸς μοναχισμοῦ τῆς παραδόσεως ποὺ συνάντησαν (Φραγκολατίνων), ἡ ὁποία ἐβασίζετο σὲ ἀξιομισθίες, ἐφ’ ὅσον ἀνακάλυψαν ὅτι ἡ διδασκαλία περὶ ἀξιομισθιῶν εἶναι ἐσφαλμένη διδασκαλία, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο κατήργησαν καὶ τὴν ἀγαμία, τὸν μοναχισμό. Μαζὶ μὲ αὐτὰ ὁ Λούθηρος, κυρίως, καὶ ὁ Καλβίνος, εἴχανε μεγάλη ἀπήχηση ἐναντίον τῶν σταδίων τῆς τελειότητος.
.           Μετά, οἱ ἱστορικοὶ Προτεστάντες ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ θέμα καὶ χάρηκαν τόσο πολὺ ὅταν βρῆκαν τὴν καταπληκτικὴ ὁμοιότητα μεταξύ της πατερικῆς διδασκαλίας καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν εἰδωλολατρῶν, καὶ ἰσχυρίσθηκαν ὅτι εἶναι εἰδωλολατρικῆς προελεύσεως τὰ περὶ σταδίων τελειώσεως. Καὶ γι’ αὐτὸ οἱ δικοί μας, οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν μὲ τόση μεγάλη ὄρεξη καὶ σπουδάζουν –δὲν λέω νὰ μὴν πᾶνε νὰ σπουδάσουν, τουλάχιστον νὰ πᾶνε μὲ κρίση νὰ σπουδάσουν, γιατί πηγαίνουν χωρὶς κρίση– στὰ ξένα Πανεπιστήμια καὶ βλέπεις τώρα ἐκεῖ τὰ συγγράμματα τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων γεμάτα, παντοῦ βλέπεις αὐτὴν τὴν ἰδέα ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ συγκεκριμένα περὶ τῶν σταδίων τῆς τελειώσεως».
.           Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι καταλυτική, ἐκφραστικὴ καὶ ἀποστομωτική.

Συμπέρασμα

.        κτιμτι μέσα στν κκλησία μας κυοφορεται πουλα, λλ κα μ «πιστημονικ» τρόπο ατ αρετικ νοοτροπία ποναφέραμε στν ρχ το κειμένου ατο, περ τν δθεν δύο τύπων κκλησιολογιν, πο μεταγενέστερη νατρέπει τν «ρχέγονη» τουλάχιστον συμβαδίζουν παράλληλα, κα δυστυχς λίγοι πισημαίνουν ατν τν πνευματικσθένειαΟἱ περισσότεροι ἀσχολοῦνται μὲ ἐπιφανειακὰ θέματα, μὲ τὶς ἀτομικὲς ἐλευθερίες καὶ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων, τὴν οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία μερικῶν Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ποὺ καὶ αὐτά, βεβαίως, ἔχουν τὴν σοβαρότητά τους, ἀλλὰ παραγνωρίζουν αὐτὴν τὴν πονόμευση τς ρθοδόξου θεολογίας, ποία γίνεται μ παρερμηνεες κα μ ατβρίζονται κα βλασφημονται ο Πατέρες τς κκλησίας.
.        Μέσα σ ατν τν κυοφορούμενη αρεση κρύβεται σαφέστατα νας προτεσταντικς ομανισμός, πο εναι ξένος πρς τν ρθόδοξη Παράδοση. Γίνεται προσπάθεια νπογυμνωθλη ρθόδοξη Πατερικ Παράδοση, πως διατυπώθηκε στν γία Γραφή, κφράσθηκε π τος μεγάλους Πατέρας τς κκλησίας καλαβε συνοδικ κατοχύρωση στς Οκουμενικς Συνόδους, λλ καταγράφηκε κα στ Εχολόγιο κα τν λατρεία τς κκλησίας. σοι σχυρίζονται τέτοιες θεωρίες δν χουν καταλάβει τίποτα π τν οσία τς ρθοδόξου θεολογίας.
.        Ἀκόμη, ὅσοι διδάσκουν τέτοιες θεωρίες γιὰ τὴν λεγόμενη «διπλὴ ἐκκλησιολογία καὶ πνευματικότητα», δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν τὴν βασικὴ πατερικὴ διδασκαλία ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ βίωση τοῦ Θεοῦ μὲ ἄρρητα ρήματα, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καὶ ἄλλο εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀποκαλυπτικῆς αὐτῆς ἐμπειρίας μὲ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἀφοῦ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας προσλαμβάνεται, ὅταν χρειασθῆ, ἡ ὁρολογία κάθε ἐποχῆς γιὰ τὴν ἔκφραση τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως.
.        Αὐτὸ λέγεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: «νοῦς μὲν καθαρός, ὀρθὰ βλέπει τὰ πράγματα, λόγος δὲ γεγυμνασμένος, ὑπ’ ὄψιν ἄγει τὰ ὁραθέντα».
.        Ἄλλοτε, θὰ δημοσιεύσω σχετικὸ κείμενο, γιὰ νὰ περιγράψω περισσότερο αὐτοὺς ποὺ ἀνήκουν μὲν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἐμπνέονται ἀπὸ τέτοιες ἀπόψεις, τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀπεκάλεσε βαρλααμίτες καὶ ἡ Σύνοδος τοῦ 1351 ἐξεκκλησίασε, δηλαδὴ καθήρεσε καὶ ἀπεκήρυξε. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως διατυπώθηκε στὸ Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας, σαφῶς διακηρύσσει: «Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἐβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστὸν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν…. Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων, αὔτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν».
.        Στὸ κείμενο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα μπειρίας κα διδασκαλίας τν Προφητν, τν ποστόλων κα τν Πατέρων, ὁπότε δὲν μπορεῖ νὰ χωρέση καμμιὰ «διπλὴ ἐκκλησιολογία», ποὺ δῆθεν ἀντιμάχονται μεταξύ τους ἢ ὅτι δῆθεν ἡ μία ὑποτιμᾶ τὴν ἄλλη ἢ ἀκόμη ὅτι οἱ δύο αὐτὲς κινοῦνται παράλληλα. Αὐτὲς οἱ θεωρίες ἐκφράζονται ἀπὸ Προτεστάντες ἢ προτεσταντίζοντες κύκλους καὶ ὑπονομεύουν τὴν ἴδια τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.
.        Στὴν πραγματικότητα μία εναι κκλησιολογία, ατ πο βιώθηκε π τος Προφήτας, τος ποστόλους κα τος Πατέρας τς κκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ Ἀναληφθέντος Χριστοῦ. Κέντρο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ δοξαζόμενος Χριστός, ὅπως τὸν εἶδαν οἱ Μαθητὲς στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ ὅπως ἀπέκτησαν κοινωνία μαζί Του, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὴν Πεντηκοστή.
.        Αὐτὸ εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτὸ τὸ σῶμα καὶ ἡ παραμονὴ σὲ αὐτὸ γίνεται μὲ τὰ Μυστήρια καὶ τὴν ἄσκηση. Προϋπόθεση δ τς βιώσεως τς Χάριτος το Θεο δι τν Μυστηρίων εναι ερς συχασμός, δηλαδὴ ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ θέωση. ξω π ατν τν σύνδεσμο Μυστηρίων κασκήσεως δημιουργεται μεγάλο κκλησιολογικ πρόβλημα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μετοχ στν κκλησία χωρς προϋποθέσεις, πλ συμμετοχ στν θεία Εχαριστία κα ασθηση δθεν τς Βασιλείας το Θεο, «χωρς τ στάδια μεθέξεως στ σμα το Χριστο», εναι μία «εχαριστιακ κακκλησιολογικ εδωλολατρία» (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης), ἀφοῦ ἡ μετοχὴ στὰ Μυστήρια ἐκλαμβάνεται ὡς μία ἰδεολογικὴ καὶ κυρίως μαγικὴ πράξη.
.         Μία τέτοια ἄποψη εἶναι βατικανίζουσα καὶ προτεσταντίζουσα, ποὺ προωθεῖται σὲ μία οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι μία μεγάλη κυοφορουμένη αρεση μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἡ ποία πιδιώκει ν παραθεωρήση τν γνήσια προφητική, ποστολική, κα πατερικ διδασκαλία, δηλαδ τν κκλησιαστικ θεολογία, κα ν τν χαρακτηρίση «μεταπατερική».

.        Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω γίνεται φανερὸ ὅτι ὅσοι μέχρι τώρα δὲν ἔχουν καταλάβει ἐπαρκῶς τί εἶναι καὶ τί πρεσβεύει ἡ λεγόμενη «μεταπατερικὴ» θεολογία, μὲ αὐτὰ ποὺ ἐγράφησαν ἐδῶ μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία τῆς εἰσαγόμενης, μεταπρατικῆς, «μεταπατερικῆς θεολογίας».
.        Ὅσοι διατυπώνουν τέτοιες θεωρίες, στὴν πραγματικότητα θεωροῦν ὅτι οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα καὶ μετὰ παρεσύρθησαν ἀπὸ (νεο)πλατωνικὲς παραδόσεις, καὶ τώρα βρέθηκαν ατο οξυπνοι, πο κατάλαβαν τ λάθος τν μεγάλων ατν Πατέρων κα θέλουν νπαναφέρουν, κατ τρόπο προτεσταντικό, τν κκλησία στν πρ το 3ου αἰῶνος περίοδο.

.        σοι διακατέχονται π τέτοιες πόψεις δείχνουν τι στν πραγματικότητα τος νοχλεσυχασμός, τὰ περὶ ἱερᾶς ἡσυχίας, καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως, καὶ θέλουν νὰ ἀποβάλουν αὐτὴν τὴν «ἐκκλησιολογία», γιὰ νὰ μποροῦν νὰ στοχάζωνται περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων. Ἂν ὅμως ἀποβάλη κανεὶς τὶς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ποὺ εἶναι ὁ ἱερὸς ἡσυχασμός, τότε ἀνοίγεται διάπλατα ὁ δρόμος νὰ ἔλθη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ σχολαστικὴ καὶ ἡ ἠθικολογικὴ θεολογία τῶν Παπικῶν καὶ τῶν Προτεσταντῶν.
.        Αὐτὴ εἶναι, στὴν πραγματικότητα, ἡ ἐκκοσμίκευση στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν θεολογία ἢ καλύτερα ἡ ἐκκοσμίκευση τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων.

, , , , , , , , , ,

Σχολιάστε