Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Ἀναστ. Γκοτσόπουλος

«ΕΛΕΟΣ, ΟΧΙ ΚΑΙ ΚΟΜΠΑΡΣΟΙ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ»!

Πρεσβύτερος π. Ἀναστάσιος Κ.  Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
τηλ. 6945-377621 – agotsopo@gmail.com

                 Πάτρα  18.2.2013

 «Ἒλεος,  ὄχι καὶ κομπάρσοι τοῦ Βατικανοῦ ! »

Σχολιασμὸς στό ἄρθρο τοῦ θεολόγου κ. Ἀριστ. Πανώτη
για τήν συμπροσευχή μὲ αἱρετικοὺς 
 

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΤΣΙΡΚΟ 2013 (4).            Δημοσιεύθηκε στίς 13.2.2013 ἄρθρο τοῦ θεολόγου κ. Ἀριστ. Πανώτη μὲ τίτλο «Ἡ Πατερικὴ παράδοση περὶ «Ἑνότητας» καὶ «Συμπροσευχῆς» τῶν Χριστιανῶν, Σκέψεις περὶ τὸν ἑορτασμὸ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στόν Ἄθωνα»[1]Νομίζω ὅτι ὀφείλουμε χάριτας στόν κ. Πανώτη, διότι εἶναι ὁ μόνος ἐκ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων συμπροσευχῆς πού προσπαθώντας νά τὴν θεμελιώσει στήν «πατερικὴ παράδοση» ἀπέδειξε περίτρανα τὸ ἀντιπατερικόν της!  Ἂς μοῦ ἐπιτραποῦν κάποιες ἐπισημάνσεις :

.              Ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου φαίνεται νά θλίβεται βαθύτατα, διότι διαπιστώνει ὅτι στόν «ξέφραγο ἀμπελῶνα «ἐλεύθερης βοσκς», δηλαδὴ στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, «ἡ ἀναίδεια καὶ ἡ θρασύτητα πολλὲς φορὲς διατάραξαν τὴν ἁρμονία στό ἐκκλησιαστικὸ σμα γιά νά φυγαδεύσουν ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα τὴν θεοφόρο ἀγάπη μεταξὺ τῶν βαπτισμένων στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος !». Συμφωνοῦμε ἐν μέρει (ἀσφαλῶς ὄχι μὲ τὸν ἀπρεπῆ χαρακτηρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας μας), ἀλλὰ παράλληλα δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε πῶς συμβιβάζεται ἀπὸ τὴν ἴδια τεθλιμμένη γιά τή φυγάδευση «τῆς θεοφόρου ἀγάπης μεταξὺ τῶν βαπτισμένων στο ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος!» καρδία,  νά ἐξέρχονται καὶ νά καταγράφονται στό ἴδιο κείμενο ἐναντίον ἀδελφῶν, ἁπλῶν πιστῶν, κληρικῶν, ἀκόμα καὶ Ἀρχιερέων «βαπτισμένων στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος!», οἱ κάτωθι περιφρονητικοὶ καὶ ὑβριστικοὶ χαρακτηρισμοὶ τοῦ συγγραφέως : «ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ συγχρόνων ἀρχιερέων ἀκόμη οἰστρηλατεῖται ἀπὸ τὶς ὑπερβολὲς τοῦ «ὁμολογιακονεοζηλωτισμο» πού ἄτεγκτος ἐπιμένει στό ἀρχαῖο ἐριστικὸ σύνδρομο … θεωρεῖται ἀπό τούς ἀκριβολάτρες ὡς  παγίδα «ἵνα μιανθῶσιν»  ἀπὸ τὴν δῆθεν «παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμο… ἀμπελῶνας «ἐλεύθερης βοσκῆς» κάθε λογῆς αὐτοκλήτων «σωτήρων» … ἡ ἐν Ἑλλάδι «ὁμολογιακὴ» συντεχνία πού … ἀδιόρθωτα παρελθοντολογεῖ  καὶ ὑβρίζει ἐξ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς δικῆς της “Ὀρθοδοξίας”, Πανορθοδόξους θεσμοὺς καὶ τὶς ἀποφάσεις τους … Ὁ κρετινισμὸς τοῦ σοφιστικοῦ λογισμοῦ τους ὑποτιμᾶ μὲ ἐμπάθεια … Ἡ στάση αὐτὴ δέν εἶναι νεοφανής, ἔχει ῥίζες στήν ἐγωπάθεια καὶ στήν ἀδιακρισία ὅσων δοκησισοφον … ἰδεολογονται μέ  ἀναίδεια  καί θρασύτητα  ἀπὸ τὰ ἐν Ἑλλάδι ἀπομεινάρια τῶν ζηλωτικῶν συνασπισμῶν, … ἀκρότητες τοῦ ἀμαθοῦς ζήλου καὶ τὶς ὑπερβολὲς τοῦ ἀτομοκεντρικοῦ εὐσεβισμοῦ πού ἐξωθοῦν τούς  ἀνίδεους πιστούς  σὲ διασπαστικὲς ἐνέργειες … Ἡ ἀναίδεια καὶ ἡ θρασύτητα … στήν  θρασύτητα ἐντείνουν κάποιοι πού τεθλασμένα μὲ ἀναίδεια προκάθονται σὲ θώκους»…

.              Σταματῶ τὴν ἀντιγραφή, διότι «ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον»  ὁ χῶρος …  Τὸ λυπηρὸ εἶναι ὅτι οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοὶ ἀπευθύνονται ὄχι σὲ «διαφόρους κορύβαντες  [ὅλων τῶν τάσεων πού δυστυχῶς κρύβονται] ὄπισθεν τῆς ἁμαρτωλῆς  ἀνωνυμίας τῶν ἱστότοπων», ἀλλὰ σωρηδὸν καὶ συλλήβδην ἐναντίον ἁπλῶν πιστῶν, πρεσβυτέρων, ἡγουμένων ἱστορικῶν ἀδελφοτήτων μὲ πανορθόδοξη προσφορά, ἀκόμα καὶ ἀρχιερέων, ἐπειδὴ τολμοῦν νά ἔχουν διαφορετικὴ θεολογικὴ προσέγγιση, ἀναμφίβολα πιὸ παραδοσιακὴ ἀπὸ αὐτὴ τοῦ συντάκτη τοῦ ἄρθρου. Ἐξ ἴσου λυπηρὸ εἶναι καὶ τὸ ὅτι δέν προέρχονται ἀπὸ τὴν πένα ἀνωνύμου τινὸς καὶ ἀπαιδεύτου «κορύβαντος», ἀλλὰ πολιοῦ στήν ἡλικία, μὲ ἀξιοζήλευτους, ἀπὸ κοσμικῆς ἀπόψεως, ἐκκλησιαστικοὺς τίτλους, ποὺ ἐπαγγέλλεται καὶ διακονεῖ τὸ θεολογικὸ λόγο καὶ διάλογο. Ἀσφαλῶς στό συγκεκριμένο σημεῖο ὁ συντάκτης δέν πρωτοτυπεῖ. Εἶναι λυπηρὸ ὡς ἐνδεικτικὸ παρακμῆς, ὅτι  οἱ περισσότεροι θερμοὶ ὑποστηρικτὲς τῶν ἀκρίτων οἰκουμενιστικῶν τολμημάτων τῆς ἐποχῆς μας προσπαθοῦν νά καλύψουν τή σοβαρότατη ἀδυναμία ἀρθρώσεως ἀντιρρητικοῦ λόγου στά ἐπιχειρήματα τοῦ ἄλλου,  μὲ ἀπαξίωση τοῦ προσώπου του. τὴν πενία ἐπιχειρημάτων νομίζουν πώς τή χορταίνουν μὲ πληθώρα ἀφοριστικοῦ λόγου!  Τὰ ἀνωτέρω προδίδουν προφανῶς ἀπώλεια ψυχραιμίας λόγῳ τῆς κατάρρευσης τοῦ οἰκουμενιστικοῦ τους οἰκοδομήματος. Προσπαθοῦν μὲ κάθε τρόπο νά πείσουν ὅτι καὶ οἱ ἴδιοι πιστεύουν ἀκόμα στίς οἰκουμενιστικὲς ἰδεοληψίες, περὶ δῆθεν  «παγχριστιανικς οἰκογενείας [πού] ὑψώνει τίς καρδιὲς ἑκατομμυρίων ψυχῶν ἀπὸ πολλὲς δεκαετίες τή τρίτη ἑβδομάδα τοῦ Ἰανουαρίου γιά νά ἀνοίξουν οἱ νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ»Αὐτὰ τὰ λίγα γιά τὸ ὕφος τοῦ ἄρθρου.

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΤΣΙΡΚΟ 2013 (7)Ἂς ἔλθουμε ὅμως στήν οὐσία τῆς «ἐπιχειρηματολογίας» τοῦ κ. Πανώτη :

  1.  Μὲ ποιά ἐπιχειρήματα, λοιπόν, ἀντιμετωπίζει ὁ συντάκτης τίς 16 ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων (ἱεροὺς κανόνες), οἱ ὁποῖες ὁμοφώνως καί κατηγορηματικῶς ἀπαγορεύουν τίς μετὰ τῶν αἱρετικῶν συμπροσευχές; Πολὺ ἁπλὰ . χωρὶς ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ ἀφοριστικῷ τῷ λόγῳ ! Γράφει : «γιὰ νὰ κατανοηθεῖ τὸ ἀκριβὲς πνεῦμα τους ἀσχολονται μὲ τὴν μελέτη τους γενεὲς κανονολόγων, ἂν ἡ σύνταξή τους εὐαγγελίζεται Λόγο Κυρίου»! Ἔλεος… Ἐντελῶς αὐθαίρετος καὶ ἀνακριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀρθρογράφου! Οὐδεὶς καὶ ποτὲ σοβαρὸς ὀρθόδοξος κανονολόγος ἀμφισβήτησε ὅτι «ἡ σύνταξή τους εὐαγγελίζεται Λόγο Κυρίου» !  Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, κανονολόγοι καὶ μή,  ἀποδεχόμαστε τὰ ὑπὸ τῆς Ϛ´ Οἰκουμενικῆς ὁρισθέντα «ὥστε μένειν καὶ ἀπὸ τοῦ νν βεβαίους καὶ ἀσφαλεῖς, πρὸς ψυχῶν θεραπείαν καὶ ἰατρείαν παθῶν, τοὺς ὑπὸ τῶν πρὸ ἡμῶν ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων δεχθέντας καὶ κυρωθέντας, … κανόνας» καὶ ὅσα ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος θεοπνεύστως ἀπεφάνθη : «ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν ἁγίων σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος … Ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα». Αὐτὴ τὴν ὁμόφωνη πατερικὴ παράδοση ἀκολούθησαν ὃλες οἱ «γενεὲς κανονολόγων», πάλαι τε καὶ νῦν. Ἐνδεικτικὰ (ἀπὸ τὸν 6ο-20ο αἰ.) : Διονύσιος Μικρός, Ἰωάννης Σχολαστικός, Μ. Φώτιος, Βαλσαμών, Ζωναράς, Ἀριστηνός, Βλάσταρης, Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς, οἱ συνοδικῶς καὶ Πανορθοδόξως ἀποφανθέντες Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς (Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων – 1848) !  Ἀκόμα καὶ αὐτὴ ἡ ἐπὶ Ἀθηναγόρα Πατριαρχικὴ Σύνοδος συνοδικῶς ὅρισε (1952):  «Δέον ἵνα οἱ Ὀρθόδοξοι κληρικοὶ ἀντιπρόσωποι ὦσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐφεκτικοὶ (=διστακτικοὶ) ἐν ταῖς λατρευτικαῖς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων συνάξεσιν, ὡς ἀντικειμέναις πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ ἀμβλυνούσαις τὴν ὁμολογιακὴν εὐθιξίαν τῶν Ὀρθοδόξων, ἐπιδιώκοντες ἵνα τελῶσιν, εἰ δυνατόν, καθαρῶς ὀρθοδόξους ἀκολουθίας καὶ τελετάς, πρὸς ἐμφάνισιν οὕτω τῆς αἴγλης καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς ὀρθοδόξου λατρείας πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν ἑτεροδόξων»[2]. Καὶ αὐτὴ τὴν Πατριαρχική καί Συνοδική κατεύθυνση ἐπαναλαμβάνει καὶ ἀξιοποιεῖ ὁ νῦν Πατριάρχης Βαρθολομαῖος στὴν ἀπὸ 3.7.1999 ἐπιστολὴ του πρὸς τὴν Ἱ. Κοινότητα τοῦ Ἁγ. Ὄρους στήν ὁποία μεταξὺ ἄλλων ἐπισημαίνει τὰ ἑξῆς ἐπὶ λέξει :

«Περὶ τῶν συμπροσευχῶν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων ὑπενθυμίζομεν ὑμῖν ὅτι ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1952 τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον … φρονεῖ ὅτιἡ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὴν παγχριστιανικὴν κίνησιν δέον ἵνα γίγνηται ὑπὸ τοὺς ἀκολούθους ὅρους : α)…β)… γ)Δέον ἵνα οἱ Ὀρθόδοξοι κληρικοὶ ἀντιπρόσωποι ὦσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐφεκτικοὶ [διστακτικοὶ] ἐν ταῖς λατρευτικαῖς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων συνάξεσιν, ὡς ἀντικειμέναις πρὸς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας καὶ ἀμβλυνούσαις τὴν ὁμολογιακὴν εὐθιξίαν τῶν Ὀρθοδόξων, ἐπιδιώκοντες ἵνα τελῶσιν, εἰ δυνατόν, καθαρῶς ὀρθοδόξους ἀκολουθίας καὶ τελετάς, πρὸς ἐμφάνισιν οὕτω τῆς αἴγλης καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς ὀρθοδόξου λατρείας πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν ἑτεροδόξων”. Συνεπῶς, συνεχίζει ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, εναι ἄδικον νὰ ἀποδίδονται εὐθύναι εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διά, τυχόν, παραβιάσεις τῆς συστάσεως αὐτοῦ ὑπὸ διαφόρων κληρικῶν καὶ δὴ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνηκόντων εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας. Σημειωτέον ὅτι, ὡς γνωστὸν κατὰ τὴν Διορθόδοξον Συνάντησιν τῆς Θεσ/νίκης (29/4-2/5/1998) ἀπεφασίσθη, κατόπιν πρωτοβουλίας τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Πατριαρχείου, … ὅπως οἱ Ὀρθόδοξοι Σύνεδροι, οἱ μέλλοντες νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν ἐν Χαράρε Η´ Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ Π.Σ.Ε., μὴ συμμετάσχουν εἰς οἰκουμενικὰς λατρευτικὰς συνάξεις, κοινὰς προσευχάς, λατρείας καὶ ἄλλας θρησκευτικὰς τελετὰς διαρκούσης τῆς Συνελεύσεως, τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν τῆς ἰσχῦος τῆς σταθερᾶς γραμμῆς τῆς ὡς ἄνω Ἐγκυκλίου τοῦ 1952, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἀνεκλήθη, ἔστω καὶ ἄν, ἄνευ συναινέσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, παρεβιάσθη ἐνίοτε, ἢ ἡρμηνεύθη ἄλλοτε συσταλτικῶς ὡς ἀφορῶσα μόνον εἰς τὴν μὴ συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐν στενῇ ἐννοίᾳ λατρείαν (Θείαν Λειτουργίαν).  Ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν συμπροσευχὴν μετὰ τῶν ἑτεροθρήσκων, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον θεωρεῖ αὐτονόητον τὴν κανονικὴν ἀπαγόρευσιν αὐτῆς καὶ τὴν ἀποχὴν ἀπ’  αὐτῆς, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνη ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς συμπροσευχῆς συμπαρασύρει εἰς ἀπαγόρευσιν καὶ τὸν διαθρησκειακὸν διάλογον»[3]. Αὐτὰ τὰ σαφῆ γράφει ὁ Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καὶ θὰ ἢμασταν ἰδιαίτερα εὐτυχεῖς ἂν ἐφαρμόζονταν  μὲ συνέπεια ἀπὸ τὰ στελέχη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου σὲ ὁλόκληρη  τὴν δικαιοδοσία Του.

Βέβαια πάντα ὑπάρχουν καὶ ὅσοι μὲ περισσὴ «ἀναίδεια» καὶ «θρασύτητα» – ὅπως γράφει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Ναζιανζηνός – αὐθαιρετοῦν καί ρνοῦνται ὅτι οἱ Πατέρες συντάσσοντας τούς κανόνες «ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα».  Γι’  αὐτούς προστάζει ἡ Ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδος: «μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν  κανόνας, ἢ ἀθετεῖν … Εἰ δέ τις ἁλῷ κανόνα τινὰ τῶν εἰρημένων καινοτομῶν, ἢ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατὰ τὸν τοιοῦτον κανόνα». Συνεπῶς, πῶς τολμᾶ νὰ ἰσχυρίζεται ὁ ὁποιοσδήποτε ὅτι «γιὰ νὰ κατανοηθεῖ τὸ ἀκριβὲς πνεῦμα τους ἀσχολονται μὲ τὴ μελέτη τους γενεὲς κανονολόγων, ἂν ἡ σύνταξή τους εὐαγγελίζεται Λόγο Κυρίου»!

 Στό ἄρθρο γίνεται χρήση δύο χωρίων τοῦ Μ. Βασιλείου, ἀλλὰ ἀποκεκομμένα ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα, ἔτσι ποὺ μπορεῖ νὰ βγάλει ἕκαστος τὰ συμπεράσματα ποὺ τὸν βολεύουν. Ὁ συγγραφέας τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ἀποδείξει «τὴν εὑρύτητα τῶν θέσεων τῶν Πατέρων γιὰ τὴν «ἑνότητα»  καὶ τὴν «συμπροσευχὴ» τῶν χριστιανῶν». Λέει ὅμως κάτι τέτοιο ὁ Οὐρανοφάντωρ;  Μᾶλλον … ὄχι!

α) Στο πρῶτο χωρίο ὁ Μ. Βασίλειος ὁμιλεῖ γιά «τὸ ἐπαναγαγεῖν πρὸς ἕνωσιν τὰς Ἐκκλησίας, τὰς πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως ἀπ᾽ ἀλλήλων διατμηθείσας». Ὁ κ. Πανώτης ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἀναφέρεται σὲ αἱρετικὲς Ἐκκλησίες, τὶς ὁποῖες ὁ Ἅγιος κάλεσε διὰ τῆς «εὑρύτητας τοῦ πνεύματός του» σὲ «ἑνότητα καὶ συμπροσευχή»! Ὅμως τὸ χωρίο δέν ἀναφέρεται οὔτε σὲ συμπροσευχή, οὔτε σὲ αἱρετικοὺς ! Ἂς τὸ δοῦμε στή συνάφειά του :  Εἶναι ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου «τοῖς ἐν Ταρσῷ περὶ Κυριακόν» [4], στήν ὁποία ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται σὲ μία ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, ἡ ὁποία λόγῳ τῆς συγχύσεως, ποὺ ἐπικρατοῦσε τότε, δὲν ἦταν σὲ κοινωνία μὲ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες. Ὁ Μ. Βασίλειος πλέκει ἐγκώμια γιὰ τὴν πίστη καὶ τὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, ἐγγυᾶται προσωπικὰ ὁ ἴδιος γιά τὴν ὀρθόδοξη πίστη της καὶ παρακαλεῖ τοὺς ἐν Ταρσῷ νά τοὺς δεχθοῦν σὲ πλήρη κοινωνία «ἠνωμένους γνησίως, καὶ πάσης ἐκκλησιαστικῆς φροντίδος κοινωνούς[5]. Ἀλήθεια, μπορεῖ νά ὑπονοήσει κάποιος ὅτι ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται σὲ αἱρετικοὺς καί σέ συμπροσευχὴ μαζί τους; ἢ ποία σχέση μπορεῖ νά ἔχει ἡ περίπτωση ποὺ ἀναφέρει ὁ Μ. Βασίλειος, μὲ τὴν σημερινή πραγματικότητα τῶν ἑτεροδόξων ;

β) Τὸ δεύτερο χωρίο, σύμφωνα μὲ  τὸν κ. Πανώτη, ἀναφέρει ὅτι «μὲ τὴν «χρονικώτερη συνδιαγωγὴ καὶ τὴν ἀφιλόνεικη  συγγυμνασία» καὶ μὲ ὅ,τι ἄλλο ἐπὶ πλέον δώσει ὁ Κύριος θὰ προέλθει ἡ πολυπόθητη ἑνότητα (Migne P.G.32,528,525)». Ἂς τὸ δοῦμε ὅμως μὲ τὴ δέουσα προσοχή:  ὁ Ἅγιος σὲ ἐπιστολὴ του «τοῖς ἐν Ταρσῷ πρεσβυτέροις» [6] ἀναφέρεται στή φοβερὴ σύγχυση πού ὑπῆρχε καὶ στή διάσπαση τῶν πιστῶν ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία λόγῳ τῶν αἱρέσεων (Ἀρειανῶν πού ἀρνοῦνταν τή θεότητα τοῦ Κυρίου καὶ Πνευματομάχων πού κήρυτταν ὅτι τὸ Ἅγ. Πνεῦμα εἶναι κτίσμα). Ἔλεγε, λοιπόν, ὅτι αὐτὸ τὸν καιρὸ μεγάλη εὐεργεσία γιά τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν πεπλανημένων  στήν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα[7].  Ἀκολούθως ἐξηγεῖ ὅτι θέλει οἱ ἀποκεκομμένοι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα λόγῳ τῆς αἱρέσεως, ἂν ἔχουν ἀρνηθεῖ τὴν τότε πλάνη, νά γίνουν δεκτοὶ εἰς κοινωνίαν, νὰ ἑνωθον  πάλι στὴν Ἐκκλησία .  «Ἀξιοῦμεν ὑμᾶς», γράφει, «τοὺς μὴ λέγοντας κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον  δέχεσθαι εἰς κοινωνίαν». Καθορίζει μάλιστα τὴν διαδικασία θέτοντας δύο προϋποθέσεις πίστεως καὶ μία κανονικῆς τάξεως σέ ὅσους θέλουν νά εἶναι σὲ κοινωνία μαζὶ του καὶ μὲ τὴν ἐκκλησία : Ἀπαιτεῖ  α) νά ὁμολογοῦν τὴν πίστη τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (Νικαίας),  β) νά ὁμολογοῦν τὴν πίστη ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἶναι κτίσμα καὶ γ) νά μὴ δέχονται σὲ κοινωνία ὅσους τὸ θεωροῦν κτίσμα[8]. Μὲ αὐτές τίς προϋποθέσεις πίστεως καὶ τάξεως ἐπιτυγχάνεται ἡ πλήρης κοινωνία : «ἀξιοῦμεν ὑμᾶς … δέχεσθαι εἰς κοινωνίαν»  καὶ τότε, ἀφοῦ ἔχει ἤδη ἐπιτευχθεῖ ἡ ἑνότητα-κοινωνία πίστεως, τότε «τῇ χρονιωτέρᾳ συνδιαγωγῇ καὶ τῇ ἀφιλονείκω  συγγυμνασία, καὶ εἰ τὶ δέοι πλέον προστεθῆναι εἰς τράνωσιν, δώσει Κύριος ὁ πάντα συνεργῶν εἰς ἀγαθὸν τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν». Δηλαδή, ἡ  «χρονικώτερη συνδιαγωγὴ καὶ ἡ ἀφιλόνεικη συγγυμνασία» ὑφίστανται ἐφ’ ὅσον ἔχει ἤδη ὁμολογηθεῖ ἡ ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἔχει ἤδη ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία .  δέν εἶναι προϋπόθεση, ἀλλὰ ἕπεται τῆς ὁμολογίας τῆς κοινῆς πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας.  Βοηθᾶ ὅμως «εἰς τὴν τράνωσιν», στήν ἐνίσχυση, τῆς ἤδη ὑφισταμένης ἑνότητος, τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τῶν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας πιστῶν[9] !

Εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ Ἅγιος στα ἀνωτέρω χωρία του δέν ἀναφέρεται σὲ συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικούς. καὶ ἂν ἀκόμα στή «χρονικώτερη συνδιαγωγὴ καὶ ἀφιλόνεικη συγγυμνασία» ἐντάξουμε τή συμπροσευχή,  αὐτή δέν ἀφορᾷ σὲ αἱρετικούς, ἀλλὰ σὲ κανονικὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔχουν ἤδη ὁμολογήσει τὴν κοινὴ πιστὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχουν διακόψει κάθε ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πού ἔλεγαν κτίσμα τὸ Ἅγ. Πνεῦμα!

Ἡ παντελὴς ἔλλειψη πατερικῶν μαρτυριῶν ὑπὲρ τῶν συμπροσευχῶν μὲ αἱρετικούς, εἶναι ἐμφανέστατη στό ἄρθρο. Ἡ ἀδυναμία δικαιολογήσεως τῶν συμπροσευχῶν μὲ βάση τὴν «πατερικὴ παράδοση», ἀνάγκασε τὸν κ. Πανώτη μὲ πολὺ ἐνθουσιασμὸ νά ἐπικαλεσθεῖ κείμενο ἀπὸ τὸν πραγματικὰ ἔχοντα «ἀναμφισβήτητο κῦρος ὀρθόδοξο κληρικὸ καὶ θεολόγο» καὶ «ἀκραιφνῆ τῆς ὀρθοδοξίας μύστην» μακαριστόν Κων. Οἰκονόμου ἐξ Οἰκονόμων !  Ἀλλά, μᾶλλον, …  ἄνθρακες ὁ θησαυρὸς :

α) Ἐν πρώτοις, ἀγαπητὲ κ. Πανώτη, δηλώνω κατηγορηματικὰ ὅτι συμφωνῶ καὶ προσυπογράφω πλήρως καὶ ὁλόκληρο τὸ κείμενο τοῦ ἀοιδίμου πρωθιερέως Κων. Οἰκονόμου – καὶ νομίζω ὅτι καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν διαφωνούντων μὲ τὰ οἰκουμενιστικὰ δρώμενα – διότι πράγματι ὁ μακαριστός «συνόψισε παραστατικὰ τὴν πατερικὴ παράδοση» ! Ἐσεῖς, κ. Πανώτη, μπορεῖτε νά πεῖτε τὸ ἴδιο; Μπορεῖτε π.χ. νά προσυπογράψετε μὲ ἄνεση ὅτι οἱ Ἀρμένιοι, οἱ Κόπτες καὶ οἱ Δυτικοὶ εἶναι «αἱρετικοί», καὶ μάλιστα ὅτι «μὴ μεθ᾽ ὑγιοῦς φρονήματος» προσκυνοῦν καὶ «κηρύττουσι … μὴ ὑγιῶς» τὸν Χριστό, ὅπως ρητὰ γράφει ὁ «ἀναμφισβήτητου κύρους ὀρθόδοξος κληρικὸς καὶ θεολόγος» πρωθιερεὺς  Κων. Οἰκονόμου;  Ἂν ἡ ἀπάντησή σας εἶναι καταφατική, εἰλικρινὰ χαίρομαι!  Ἀλλὰ τότε δέν εἶναι δυνατὸν νά γράφετε «μέσα στήν Μία Ἐκκλησία πού κληθήκαμε μὲ τὸ Ἓν βάπτισμα», ἀναφερόμενος στούς «αἱρετικούς», κατὰ Κωνσταντίνο Οἰκονόμου, Δυτικοὺς! Αἵρεση καὶ Ἐκκλησία εἶναι μεγέθη παντελῶς ἀσυμβίβαστα καὶ ἀλληλοαναιρούμενα !

β) Στό κείμενο πού παρατίθεται, ὁ μακαριστός Κων. Οἰκονόμου δέν μιλᾶ πουθενὰ γιά «συμπροσευχή», τὴν ὁποία μάλιστα καὶ δικαιολογεῖ ! Ἀναφέρεται στὸ καθεστὼς λατρείας στά Πανάγια Προσκυνήματα τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τή χρήση τους ἀπὸ τοὺς «αἱρετικοὺς» Ἀρμενίους, Κόπτες καὶ Δυτικοὺς ὅτι «τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ καὶ τάξῃ»  «προσευχέσθωσανἕκαστοι καθ’ἑαυτοὺς και  κατ᾽ ἰδίαν, ἐν τοῖς ὡρισμένοις αὐτῶν τόποις καὶ καιροῖς»!  Ὁ καθένας προσεύχεται, λέει ὁ μακαριστός  Οἰκονόμου,  «τῇ ἰδίᾳ τάξῃ», «καθ’ ἑαυτόν», «κατ’  ἰδίαν», σὲ δικὸ του «ὁρισμένο τόπο»  καὶ σὲ δικὸ του «ὁρισμένο χρόνο»!  Διερωτῶμαι, ποῦ ἡ συμπροσευχὴ;  ποῦ βρίσκεται τὸ «κοινὸν» γιά νά ἔχουμε συμπροσευχή;  Ἀπαραίτητα στοιχεῖα τῆς συμπροσευχῆς εἶναι ὁ κοινὸς τόπος, ἡ χρονικὴ σύμπτωση, τὸ κοινὸ τελετουργικὸ τυπικό, τὸ κοινὸ περιεχόμενο προσευχῆς καὶ προπαντὸς ἡ βούληση γιά κοινὴ προσευχὴ . ὄχι «καθ’ ἑαυτὸν» καὶ «κατ’  ἰδίαν» καὶ «τῇ ἰδίᾳ τάξει», ἀλλὰ μαζί,  σὲ κοινὸ πρόγραμμα καὶ περιεχόμενο λατρείας! Ὑπάρχουν τέτοια στοιχεῖα στόν Πανάγιο Τάφο ; Ἀσφαλῶς ὄχι ! οὔτε ὁ μακαριστός Κων. Οἰκονόμου ἀναφέρει, οὔτε ὃποιος ἔχει βρεθεῖ ἐκεῖ ἔχει ζήσει κάτι τέτοιο! Τελικά, οὔτε καὶ «ὁ ἀκραιφνὴς τῆς ὀρθοδοξίας μύστης» ἀοίδιμος Κωνσταντῖνος Οἰκονόμου δικαιολογεῖ τίς κανονικὲς ἀσχήμιες τῶν συμπροσευχῶν!  Ὅμως, ὅταν ἀναφερόμαστε γιά τὸ θέμα αὐτὸ στά Ἱεροσόλυμα,  δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε καὶ τὴν παρέμβαση τοῦ οὐρανοῦ : τὸ ὅτι στά Πανάγια Προσκυνήματα δὲ συντελεῖται συμπροσευχὴ μὲ τοὺς «αἱρετικοὺς» τὸ διαλαλεῖ στούς αἰῶνες  ἡ σχισμένη κολώνα,  ὁ βουβὸς καὶ ταυτόχρονα διαπρύσιος κήρυκας καὶ μάρτυρας στήν ἀριστερὴ εἴσοδο τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως !

Ἄλλωστε, μὴ λησμονοῦμε σὲ ποιούς δύστηνους καιροὺς  καὶ μὲ ποιούς δολίους καὶ ἀπαραδέκτους τρόπους ἀπέκτησαν καὶ κατέχουν μέχρι σήμερα οἱ «αἱρετικοὶ»  Ἀρμένιοι, Κόπτες καὶ Δυτικοὶ «δικαιώματα» στό κανονικὸ ἔδαφος τῆς μητρὸς Σιωνίτιδος Ἐκκλησίας. Ἂν ὑπῆρχε στοιχειώδης ἔστω σεβασμὸς στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκ μέρους τους θὰ ἔπρεπε να ζητήσουν συγγνώμη καὶ να παραιτηθοῦν ἄμεσα ἀπὸ τὰ «δικαιώματα» αὐτὰ …

4.      Στο ἄρθρο γίνεται παραπομπὴ σὲ διδακτικὸ κείμενο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ. Πραγματικὰ ὠφέλιμο κυρίως γιά ἐμᾶς τοὺς κληρικούς πού εἴμαστε ἀναγκασμένοι – ὡς πνευματικοί, κήρυκες κλπ – νά ἀσχολούμαστε καὶ μὲ τὰ κακῶς κείμενα, τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων. Γιατί, δυστυχῶς, στά πνευματικά, λίγο ἂν δέν προσέξουμε ὁ ἐκτροχιασμὸς εἶναι δεδομένος. Ἰδιαίτερα μάλιστα ὅσοι καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἀσχολούμαστε μὲ τίς διαχριστιανικὲς σχέσεις, δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος τρόπος γιά νά μὴν καταντήσουμε ὡς ὁ «πρῶτος τυχών [πού] νομίζει ὃτι κατέχει τήν γνώσιν καί τά βάθη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ Θεοῦ» καί ξεπέσουμε στήν «ἀναίδεια» καὶ τή «θρασύτητα», ποὺ ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος, ἀπὸ τὸ νά μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στό δικὸ μας λογισμό, ἢ στίς δικὲς μας ἑρμηνεῖες, ἀλλὰ νά βρισκόμαστε πάντοτε «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι». Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ὅμως μία ἐρώτηση στόν κ. Πανώτη: διαβάζοντας τὸ ἄρθρο του μήπως διαβλέπει ὅτι ὁ συντάκτης του ἐπιβεβαιώνει ἐπακριβῶς τόν τοῦ Καππαδόκου λόγον ;

.             Θὰ ἤθελα να τελειώσω τὸ σχολιασμὸ μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου, ὅπου ὁ κ. Πανώτης ἀναφέρεται στήν «ἑβδομάδα γιά τή Χριστιανική Ἑνότητα». Γράφει μὲ ἐμφανῆ τὸν ἐνθουσιασμὸ του : «Ἡ παγχριστιανικὴ οἰκογένεια ὑψώνει τίς καρδιὲς ἑκατομμυρίων ψυχῶν ἀπὸ πολλὲς δεκαετίες τη τρίτη ἑβδομάδα τοῦ Ἰανουαρίου γιά νά ἀνοίξουν οἱ νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ καὶ να «εἰσακουστεῖ»  ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς Ἐκκλησίας τὸ ὁμόθυμο  αἴτημα τὸ «ἵνα ὧμεν ἓν» μέσα στήν Μία Ἐκκλησία πού κληθήκαμε μὲ τὸ Ἓν βάπτισμα» !

.             Γιά νά θεολογοῦμε ὅσον τὸ καθ’ ἡμᾶς καὶ να μὴ «θολολογοῦμε» – ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος κατηχητής μου Γεώργιος Οἰκονόμου (αἰωνία του ἡ μνήμη!) – ἂς ὑπενθυμίσουμε μερικὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα γιά νά μπορέσουμε νά προσδώσουμε τὶς πραγματικὲς διαστάσεις στά σήμερον συμβαίνοντα, νά τὰ ἑρμηνεύσουμε καὶ νά τὰ ἐντάξουμε στό ἀκριβὲς πνευματικὸ τους περιβάλλον. Ἔτσι θὰ εἴμαστε προσγειωμένοι στήν πραγματικότητα καὶ δέν θὰ περπατᾶμε στίς «νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ» μὲ τὸν κίνδυνο «να ἀνοίξουν» …
.            Τὸ «Ὀκταήμερο Χριστιανικῆς ἑνότητος, 18-25 Ἰανουαρίου», ἦταν ἀρχικὰ ἰδέα τοῦ ἀγγλικανο-παπικοῦ  Paul Watson τὸ 1908 καὶ σημαντικὴ ὢθηση τοῦ ἔδωσε ὁ Γάλλος παπικὸς ἀββᾶς Paul Couturier. Ἀργότερα ἔγινε ἀποδεκτὸ καὶ ἀπὸ τὸ ΠΣΕ καὶ ἀπὸ τὸ 1968 διοργανώνεται ἀπὸ κοινοῦ ἀπὸ τὸ Ποντιφικὸ Συμβούλιο γιά τή Χριστιανική Ἑνότητα (Βατικανὸ) σὲ συνεργασία μὲ τή Γραμματεία Πίστης καὶ Τάξης (ΠΣΕ-Γενεύη).
.               Σταθμὸς για τὴν ἑδραίωση τῆς ἑβδομάδος ἦταν ἡ B´ Βατικανὴ Σύνοδος («οἰκουμενικὴ» κατὰ τοὺς παπικούς), ὅπου στό «Διάταγμα περὶ Οἰκουμενισμοὺ» (Unitatis Redintegratio, κεφ. ΙΙ – Πρακτικὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, § 8) γίνεται ρητὴ ἀναφορὰ στήν προσευχὴ γιὰ τὴν ἑνότητα. Παρόμοια ἀναφορὰ ἔχουμε καὶ στὴν ἐγκύκλιο τοῦ πάπα Ἰωάννη–Παύλου Β´, «Ut unum sint» (25.5.1995) στίς §§ 23-24.

.              Τὰ δύο αὐτὰ παπικὰ κείμενα νοηματοδότησαν θεολογικὰ καὶ δικαιολόγησαν ἀπὸ κανονικῆς ἀπόψεως ἀπὸ πλευρᾶς τῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν τὸ θέμα τῶν συμπροσευχῶν καὶ τῆς ἑβδομάδος προσευχῆς. Στά παπικὰ αὐτὰ κείμενα γίνεται μία – ἀδιανόητη για τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία καὶ τὴν Ὀρθοδοξία – διάκριση μεταξὺ τῆς «communication in spiritualibus» καὶ τῆς «communicatio in sacris» (κυρίως Θ. Εὐχαριστία). Στήν «communication in spiritualibus» ἐντάσσεται καὶ ἡ προσευχὴ μὲ τοὺς «διισταμένους»[10] καὶ βέβαια «ἡ ἑβδομάδα κοινῆς προσευχῆς γιά τή χριστιανική ἑνότητα». Γιά τοὺς Ῥωμαιοκαθολικοὺς ἡ προσευχὴ γιά τὴν ἑνότητα στά πλαίσια τῆς σχετικῆς ἑβδομάδος ὑλοποιεῖ καὶ καθιστᾶ ἐμφανὲς  τὸ πῶς ἐννοεῖ ἡ Ῥώμη τὸν «πνευματικὸ  οἰκουμενισμό»,  ἤ  τὴν πνευματικότητα ἐν τῷ οἰκουμενισμῷ.

.                Εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ Ῥωμαιοκαθολικοὶ συμμετέχοντες ὄχι μόνο δέν ἔχουν  κανένα πρόβλημα, ἀλλὰ ἀντιθέτως εἶναι ἀπολύτως συνεπεῖς μὲ τὴν πίστη τους, διότι ἡ «οἰκουμενικὴ» – γι’αὐτοὺς – Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς καινοφανὴς ἐκκλησιολογία («subsistit in») τοὺς προτρέπει καὶ ὑποχρεώνει στήν οἰκουμενιστικὴ συμπροσευχή. Ποῦ ὅμως βρίσκεται ἡ στοιχειώδης συνέπεια γιά μᾶς τούς ὀρθοδόξους, πού καὶ ἡ Θεολογία μας καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς μας Σύνοδοι τίς ἀπαγορεύουν ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ;  Ἐκτὸς καὶ ἂν κάποιοι «Ὀρθόδοξοι» ἔχουν ἀναγνωρίσει σιωπηλὰ «οἰκουμενικότητα» στήν Β΄ Βατικανή καὶ ὑπακούουν μέ συνέπεια καί προθυμία στά κελεύσματά της .  ἀλλὰ τότε ἂς μᾶς τὸ ποῦν καὶ ρητῶς !

.               Ἂς ἀφήσουμε ὅμως καλύτερα νά μᾶς σχολιάσει τὰ περὶ τῆς «ἑβδομάδος προσευχῆς γιά τὴν χριστιανικὴ ἑνότητα» ὁ Ἅγ. Ἰουστίνος (Πόποβιτς), ὁ ἐπίσης «ἀναμφισβήτητου κύρους ὀρθόδοξος κληρικὸς καὶ θεολόγος», «ἀκραιφνής τῆς ὀρθοδοξίας μύστης» καί πάνω ἀπό ὃλα Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας (ἐλπίζω πώς συμφωνεῖ μέ τούς χαρακτηρισμούς γιά τόν Ἅγιο καί ὁ κ. Πανώτης) ἀπαντῶντας σὲ σχετικὸ ἐρώτημα τῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας (1975) γιά τὸ ἂν μπορεῖ καὶ πρέπει ἡ Ἐκκλησία νά συμμετέχει.  Προλογίζοντας τή δημοσίευση τῆς γνωμοδοτήσεως στήν ἑλληνικὴ ἔγραφε ὁ τότε ἀρχιμανδρίτης, καὶ νῦν Ἐπίσκοπος Μπάτσκας, Εἰρηναῖος (Μπούλοβιτς) : «Τονίζει ὁ π. Ἰουστίνος τὸ παρὰ τισιν ὀρθοδόξοις τόσον παραθεωρούμενον γεγονός, ὅτι ἡ Δύσις συνηθίζει νά ἐπιβάλῃ ἐντέχνως καὶ ἐπιδεξίως ἓν ἴδιον αὐτῆς «πρόγραμμα», ἓν «ἰδιάζον πλαίσιον», τὸ ὁποῖον  ἐπιβάλλεται διὰ τῆς νοοτροπίας αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορίζει τοὺς ὅρους διὰ τὴν συμμετοχὴν ἐν τῇ «οἰκουμενικῇ συνεργασίᾳ» καὶ ἐν τῇ «οἰκουμενικῇ κοινῇ προσευχῇ». Τυπικὸν παράδειγμα τούτου εἶναι τὸ προαναφερθὲν πρόγραμμα συμπροσευχῶν καὶ «οἰκουμενικῆς ἀκολουθίας». Εἶναι ἐξώφθαλμον, ὅτι τὸ ὑπόβαθρον αὐτοῦ ἀποτελεῖ  ἡ δυτικὴ ἐκκλησιολογία μετὰ τῆς ἐξ αὐτῆς προκυπτούσης θεωρίας περὶ τῶν «κλάδων», ἤτοι περὶ «διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας», μετὰ τοῦ δογματικοῦ minimum καὶ τῶν δογματικῶν ὑποχωρήσεων μεταξὺ Ῥώμης καὶ Γενεύης. Ὅτι δὲ ταῦτα πάντα εἶναι ἀπαράδεκτα διὰ τὸν π. Ἰουστίνον, [γράφει ὁ Ἐπίσκοπος Μπάτσκας Εἰρηναῖος (Μπούλοβιτς)], ὡς καὶ διὰ πάντα ὀρθόδοξον, εναι περιττὸν καὶ νά λεχθεῖ. Διὰ τοῦτο σχολιάζει ὁ π. Ἰουστίνος ἕκαστον σημεῖον τοῦ προγράμματος τῆς «οἰκουμενικῆς ἀκολουθίας», χαριτολογῶν μέν,  ἀλλὰ μετὰ λύπης, ὅπως φανερώση τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἐν λόγῳ προγράμματος καὶ τῶν στοιχειωδῶν ὀρθοδόξων προϋποθέσεων … καὶ συνελόντ’  εἰπεῖν, διὰ τὸν π. Ἰουστίνον, τυγχάνει ἀδύνατος πᾶσα συμπροσευχὴ ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων, ἐφ’  ὅσον οὔτοι διαφοροτρόπως πιστεύουν εἰς τὸν Θεόν»[11].

.            Ὅποιος παρακολουθεῖ τὰ συμβαίνοντα κατ’  ἔτος στήν ἐν λόγῳ «ἑβδομάδα προσευχῆς» δέν ἔχει παρὰ νά ἐπιβεβαιώσει τὰ ὑπὸ τοῦ Ἁγ. Ἰουστίνου λεγχθέντα καὶ ἔτι πλέον. Πραγματικὰ τὸν πρῶτο καὶ βασικὸ ρόλο τὸν ἔχουν οἱ παπικοὶ . σὲ δεύτερο ρόλο εἶναι κάποιες προτεσταντικὲς ὁμάδες . καὶ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ;  ὁ ρόλος μας εἶναι καθαρὰ διακοσμητικός, ἢ καλύτερα ρόλος πρώτου κομπάρσου ! Ναί, δυστυχῶς ὁ οἰκουμενισμὸς κατόρθωσε νά μᾶς καταντήσει κομπάρσους τοῦ Βατικανοῦ ! Καί, τὸ πλέον τραγικό, ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι πού χαίρονται μὲ αὐτὸ τὸ κατάντημα … Ἂς σκεφτοῦν ὅμως γιατί, ἄραγε, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης δὲ συμμετέχει προσωπικὰ στίς φαιδρότητες τῆς «ἑβδομάδος» ;  Διότι προφανῶς ἀρνεῖται τὸ ρόλο τοῦ κομπάρσου στίς ρωμαϊκὲς φιέστες,  κηδόμενος τῆς ἀξιοπρέπειας τῆς Ἀρχιερωσύνης Του καὶ τοῦ κύρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου !  Εἶναι μήπως τυχαῖο – γιά νά μείνουμε στόν εὐρωπαϊκό, ἑτερόδοξο χῶρο – ὅτι σὲ αὐτές  τίς γελοιότητες δὲ συμμετέχει ἡ Ἱ. Μητρόπολη Σουηδίας καὶ Νορβηγίας ; ὁ ἐκεῖ Μητροπολίτης Παῦλος (Μενεβίσογλου) εἶναι ἐγκρατὴς περὶ τοὺς Ἱ. Κανόνες, μὲ σπουδαῖες μελέτες πάνω στήν κανονική ἐκκλησιαστική παράδοση καί γνωρίζει καλά τί αὐτή ἐπιτρέπει καί τί ἀπαγορεύει !  Καὶ -δόξα τῷ Θεῷ-  καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, σεβόμενη τὸν ἑαυτὸ της ἀπέχει παντελῶς !  Ἡ παρουσία στή φιέστα τῆς Θεσσαλονίκης δύο Ὀρθοδόξων λαϊκῶν καθηγητῶν, ὅταν ἡ οἰκεία ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ ἀρνεῖται γιά θεολογικοὺς-ἐκκλησιολογικοὺς λόγους νά συμμετάσχει, φανερώνει ἀσφαλῶς τὸ βαθμὸ ἐκκλησιαστικῆς συνείδησης καὶ συνέπειας τῶν ἰδίων. Τὶ καὶ ἂν εἶναι καθηγητὲς Θεολογικῆς Σχολῆς; «μέγας» καθηγητὴς Θεολογικῆς καὶ δάσκαλός τους, δέν ἦταν καὶ ὁ ἐκ τῶν συντακτῶν τοῦ “εὐαγγελίου” τοῦ ψευτομεσσία Σὰν Μύουνγκ Μούν ;

.              Ἂς ἐπανέλθουμε στόν Ἅγ. Ἰουστίνο. σκεφτεῖτε τί θὰ ἔγραφε σήμερα, ἂν ζοῦσε καὶ ἔβλεπε σὲ πλήρη ἀναπτυξη τὸ τσίρκο τῶν συμπροσευχῶν γιά τὴ χριστιανικὴ ἑνότητά πού συντελεῖται μὲ σκοπὸ «νά ἀνοίξουν οἱ νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ καὶ να «εἰσακουστεῖ»  ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς Ἐκκλησίας τὸ ὁμόθυμο  αἴτημα τὸ «ἵνα ὧμεν ἕν», ὅπως γράφει ὁ κ. Πανώτης !

.            Καὶ μὴ μὲ καταδικάσετε, ἀγαπητοί μου, ὡς ἀσεβή καί φονταμενταλιστή, ἐπειδὴ χαρακτήρισα τὰ συμβαίνοντα στήν «ἑβδομάδα προσευχῆς» ὡς «τσίρκο» !  Δέν εἶναι ρητορικὸ σχῆμα λόγου, οὔτε ἀποκύημα τῆς φαντασίας μου !  Εἶναι τὸ φαιδρὸ καὶ συνάμα τραγικὸ κατάντημα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε ποιητικὴ φαντασία. Ναὶ ! τὰ τελευταῖα 12 χρόνια στό Μονακὸ  ἡ «κοινὴ προσευχὴ στήν ἑβδομάδα γιά τή χριστιανική ἑνότητα» ἔχει καθιερωθεῖ νά διεξάγεται – ο! tempora  o! mores – στά πλαίσια τοῦ Διεθνοὺς Φεστιβὰλ Τσίρκου !   

.              Παρακαλῶ ἀφιερῶστε λίγο χρόνο καὶ ἐξαντλεῖστε τὴν ὑπομονὴ σας βλέποντας τὸ σχετικὸ video[12] ἀπὸ τὸ τσίρκο.  Θαυμάστε τήν “ἐντυπωσιακὴ” εἴσοδο τοῦ Ἱ. Εὐαγγελίου μὲ τοὺς παπικοὺς δύο φορὲς νά τὸ εἰσοδεύουν φορώντας πάνω ἀπὸ τὰ λευκὰ  ἀμφιά τους “ὀράρια” ἢ “πετραχήλια” μὲ παραστάσεις κλόουν καὶ ἀστείων σκίτσων[13] ! Θὰ ἀπολαύσετε, διαρκούσης τῆς «κοινῆς προσευχῆς», ἐνδιαφέρουσες παραστάσεις μὲ ἀκροβατικὰ νούμερα, κλόουν καὶ μουσικὰ σύνολα πού μᾶς μεταφέρουν στίς «νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ», σέ μία … ἀξιοζήλευτη οἰκουμενικὴ ἀτμόσφαιρα ὑψηλῆς πνευματικότητος – πραγματικὰ «communication in spiritualibus» !

.                Τέλος, θὰ συγκινηθεῖτε ἀπό τήν ἐντονότατη “ὀρθόδοξη μαρτυρία” στό χῶρο τῶν ἑτεροδόξων, ὃταν δεῖτε στά τελευταῖα λεπτὰ τῆς παραστάσεως τὸν ἀξιολύπητο Ἓλληνα κληρικό,  ἐκπρόσωπο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γαλλίας (Οἰκουμ. Πατριαρχεῖο), τὸ Ρουμάνο Ὀρθόδοξο κληρικὸ καὶ τὸν Ἀρμένιο, οἱ ὁποῖοι ἐπί μία ὣρα ὑπομονετικά στέκονταν σὲ ρόλο “χειροκροτητή” καί “γλάστρας” γύρω-γύρω στό τηλεοπτικὸ πλάνο,  λίγο πρὶν τό τέλος τῆς φιέστας,  μετά ἀπό μία καταπληκτική παρουσίαση δύο κλόουν[14],  τῇ ὑποδείξει τοῦ παπικοῦ τυπικάρη, νά μπαίνουν σὲ πρῶτο πλάνο καὶ … νά εὐλογοῦν τὴν ὁμήγυρη[15] !  Ὅλοι οἱ παπικοὶ φοροῦν λευκὰ ἄμφια καὶ ἔτσι τὸ contrast μὲ τὰ μαῦρα ράσα τῶν Ἀνατολικῶν εἶναι ἔντονο και σκηνοθετικά λίαν ἐπιτυχές !

.            Ἀγαπητοί, τὶ θὰ μπορούσαμε νά ποῦμε ; Ὅταν συστηματικά περιφρονοῦμε τήν ἐκκλησιαστική παράδοση φυγαδεύουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπὸ τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τότε, δυστυχῶς,  ἡ φαντασία ἀδυνατεῖ νά περιγράψει τὸν ξεπεσμὸ καὶ τὴν κατάντια ! Εἶμαι ὅμως βέβαιος ὅτι ἐλλείψει μετανοίας καὶ «μείζων τούτων ὀψόμεθα» ! Καί μάλιστα θά βρεθοῦν «θολολόγοι» νά τά δικαιολογήσουν “θεολογικά”[16], γιά νά ἐπιβεβαιώσουν τό λεχθέν γιά ἂλλη περίπτωση ὑπό τοῦ Κυρίου «ἀλλ’  ἒρχεται ὣρα ἳνα πᾶς [ἀσεβής καί θρασύς, στήν περίπτωσή μας,] δόξη λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ» !   Πραγματικὰ μόνο τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δέν ἀφήνει «νά ἀνοίξουν οἱ νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ», διότι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀναιδεῖς ποῦ φύγωμεν !

Ἂς τελειώσουμε ἀφήνοντας τὸν Ἅγ. Ἰουστίνο νά ἐρωτήσει καὶ γιά λογαριασμὸ μας : «ἕως πότε θὰ ἐξευτελίζωμεν δουλικῶς τὴν Ἁγίαν μας  Ὀρθόδοξον Ἁγιοπατερικὴν καὶ Ἁγιοσαββιτικὴν Ἐκκλησίαν διὰ τῆς οἰκτρῶς καὶ φρικωδῶς ἀντιαγιοπαραδοσιακῆς στάσεως μας ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμο ; … ἐντροπὴ καταλαμβάνει πάντα εἰλικρινῆ ὀρθόδοξον, ἀνατραφέντα ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῶν ἁγίων Πατέρων … εναι κατὰ τὴν ἀνορθοδοξία καὶ ἀντιορθοδοξία της ἀποκαλυπτικῶς φρικαλέα. Ἦτο ἄραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτὸ τὸ πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶμα καὶ ὀργανισμὸς τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, νά ταπεινωθεῖ τόσον τερατωδῶς ;

π. Ἀναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Πρεσβύτερος

Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν


[1]  Στή διαδικτυακή τοποθεσία : http://www.amen.gr/article12448

[2] «Ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν» (31.1.1952), Ἱ. Καρμίρη, Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα, ἐν Ἀθῆναις 1952,  σ. 962-963.

[3]  Ὀρθόδοξος Τύπος, φ. 1334/24.9.99.

[4] Ἐπιστολή 114, «τοῖς ἐν Ταρσῷ περί Κυριακόν»,   PG 32, 528-529.

[5]  Γράφει ἐπὶ λέξει ὁ Μ. Βασίλειος : «Συντυχῶν  τοίνυν τοῖς ἀδελφοῖς, καὶ θεασάμενος αὐτῶν πολὺ μὲν τὸ φιλάδελφον καὶ τὸ περὶ ὑμᾶς ἀγαπητόν, πολλῷ δὲ ἔτι πλέον  τὸ φιλόχριστον καὶ τὸ περὶ τὴν πίστιν ἀκριβές τε καὶ εὔτονον . καὶ ὅτι πολλὴν ἀμφοτέρων ποιοῦνται σπουδήν, τῆς τε ὑμετέρας ἀγάπης μὴ χωρίζεσθαι, καὶ τὴν ὑγιαίνουσαν πίστιν μὴ καταπροδοῦναι . ἀποδεξάμενος αὐτῶν  τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν ἐπιστέλλω τῇ σεμνότητι ὑμῶν, παρακαλῶν πάσῃ ἀγάπῃ ἔχειν αὐτοὺς ἠνωμένους γνησίως, καὶ πάσης ἐκκλησιαστικῆς φροντίδος κοινωνοὺς … αὐτὸς γὰρ ἐγγυῶμαι τὸ μέρος τῶν ἀδελφῶν, ὡς εἰς οὐδὲν ἀντεροῦσιν, ἀλλὰ πᾶσαν ὑμῖν ἐπιδείξονται εὐταξίας ὑπερβολήν», αὐτόθι.

[6]  Ἐπιστολή 113, «τοῖς ἐν Ταρσῷ πρεσβυτέροις», PG 32, 525-528.

[7]  Ἐπί λέξει γράφει ο Ἅγιος : «ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ, μεγάλης χρεία τῆς σπουδῆς καὶ πολλῆς τῆς ἐπιμελείας εὐεργετηθῆναι τι τάς Ἐκκλησίας. Εὐεργεσία δέ ἐστιν ἑνωθῆναι τὰ τέως διεσπασμένα» μέλη της, αὐτόθι.

[8]  «προτεινώμεθα τοῖς βουλομένοις ἡμῖν συνάπτεσθαι ἀδελφοῖς τὴν ἐν Νικαία πίστιν . κἀν ἐκείνη συνθῶνται, ἐπερωτῶμεν καὶ τὸ μὴ δεῖν λέγεσθαι κτίσμα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μηδὲ κοινωνικοὺς αὐτῶν εἶναι τοὺς λέγοντας», αὐτόθι.

[9]  Ἀναλυτικότερα στό ἄρθρο Π. Χρήστου, «Αἱ προσπάθειαι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου περὶ τῆς κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν», Κληρονομία, 13 (1981) σσ. 183-194,  καὶ στη διαδυκτιακὴ τοποθεσία  : http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/ catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=patr&NF=1&contents=contents Texts.asp&main= texts&file=5.htm.

[10]  θεολογικός νεολογισμός  .  ἀνύπαρκτος ὅρος στήν πατερικὴ-ἐκκλησιαστικὴ γραμματολογία. Στούς «διισταμένους» ἐντάσσονται οἱ Ὀρθόδοξοι, οἱ  Μονοφυσίτες καὶ ὁρισμένοι Διαμαρτυρόμενοι.

[11]  Ἰ. Πόποβιτς, «Ὀρθοδοξία καί “Οἰκουμενισμός”, Μία ὀρθόδοξη γνωμάτευση», πρόλογος ὑπό ἀρχιμ. Εἰρηναίου Μπούλοβιτς Κοινωνία, ΙΗ΄(1975), σσ. 95-101,  καί   π. Θ. Ζήση, «Γνωμάτευση τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου (Πόποβιτς) ἀπαγορευτική τῶν συμπροσευχῶν», Θεοδρομία, ΙΔ΄(2012), σσ. 325-337,  425-433.

[12]  Ὁλόκληρη ἡ «οἰκουμενικὴ προσευχὴ» στό  video : http://www.monacochannel.mc/Chaines/Chretiens-a-Monaco/Videos/CIRQUE-ET-AECUMENISME

[13]  χρονική στιγμή 3:07  καί 33:55 στό video :  http://www.monacochannel.mc/Chaines/Chretiens-a-Monaco/Videos/CIRQUE-ET-AECUMENISME

[14]  μεταξύ τῶν χρονικῶν στιγμῶν  48:00 –  53:23  ἡ  παράσταση τῶν δύο κλόουν.

[15]  στή χρονική στιγμή 53:57 εὐλογεῖ ὁ ἑλληνορθόδοξος κληρικός τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου !

[16]  Ἴσως πεῖ κάποιος ὅτι καὶ ὁ Ἅγ. Ἀβράμιος  ταπεινώθηκε καὶ πῆγε ἀκόμα καὶ στό πορνεῖο γιά νά σώσει μία ψυχή. Ἡ διαφορά ὃμως εἶναι ἀβυσσαλέα, διότι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Ἁγίου δέν ἔχει καμία σχέση μὲ τό οἰκουμενιστικὸ ἦθος : δέν ἔγινε ὁ Ἅγιος μέρος τῆς πορνικῆς διαδικασίας, οὔτε ἔριξε νερὸ στο μύλο τῶν δημοσίων σχέσεων τοῦ πορνείου, οὔτε τὸ ἔπαιξε φίλος τοῦ νταβατζή, οὔτε  συμμετεῖχε στίς ἑορταστικὲς του ἐκδηλώσεις ! Ἀντίθετα, μίλησε στήν κοπέλα μὲ ἀγάπη καὶ ἀλήθεια καὶ εἰλικρίνεια καὶ τὴν πῆρε σηκωτὴ καὶ τὴν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Δέν χάιδεψε τὴν ἁμαρτία της,  οὔτε τὴν παρότρυνε νά μείνει ἐκεῖ μέσα !  Συναντᾶμε παρόμοιο ἦθος στόν οἰκουμενισμὸ  ; 

,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ (Μποροῦμε ἆραγε ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ νὰ χαρακτηρίζουμε τὴν σημερινὴ ὑπὸ τὸν Πάπα Ρώμης χριστιανικὴ κοινότητα ὡς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Ἂν ναί, τότε ποιές οἱ ἀναπόφευκτες ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες αὐτῆς τῆς παραδοχῆς;)

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ: Μιὰ πραγματικὴ παράνοια, τὴν ὁποία ἡ “ἐξ ἐπαγγέλματος” εἰδικὴ ἐπιστήμη καὶ θεσμικὴ θεολογία δὲν λαμβάνουν ποτὲ τὸν κόπο νὰ διαγνώσουν, παρὰ μόνον τὴν ἐντοπίζουν -οἱ μωρὲς καὶ τυφλές- στὴν προάσπιση τῶν παραδοσιακῶν θεσμίων.
.        Εὖγε στὸν π. Ἀναστάσιο Γκοτσόπουλο γιὰ τὴν κατωτέρω «λογική-μαθηματική» θεολογικὴ προσέγγιση.

«Ἁπλὲς σκέψεις ἐκκλησιολογικῆς  συνέπειας …
Ἂν ὁ Παπισμὸς ἀνήκει στὴν  Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ,  τότε … »

Γράφει (καὶ στέλνει στὴν «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»)
ὁ π. Ἀναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
agotsopo@gmail.com

.        Ὑποστηρίζεται στὸν χῶρο τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ὅτι ὁ Παπισμὸς ἀνήκει στὴν  Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅτι εἶναι μία ἀπὸ τὶς Τοπικὲς Ἐκκλησίες ποὺ ὅλες μαζὶ συγκροτοῦν τὴν Ἐκκλησία, τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Συνέπεια τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ Πάπας ἔχει πλήρη ἱερωσύνη μὲ ἀδιάκοπη Ἀποστολικὴ Διαδοχή, εἶναι κανονικὸς Ἐπίσκοπος,  διάδοχος τοῦ Ἀπ. Πέτρου καὶ τελεῖ ἀπολύτως ἔγκυρα μυστήρια ποὺ προσφέρουν τὴν αὐτὴ σώζουσα Θ. Χάρη ποὺ παρέχεται καὶ διὰ τῶν Μυστηρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
.        Καρπὸς τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς εἶναι ἡ περὶ «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν» συζήτηση καὶ ἡ ἀπόφαση τῆς Ζ΄ Συνελεύσεως τῆς Ὁλομελείας τῆς Διεθνοῦς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ρ/Καθολικῶν στὸ Balamand τὴν 17-24.6.1993, γνωστὴ ὡς ‘συμφωνία Balamand’:  «Ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του – ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχὴ εἰς τὰ αὐτὰ μυστήρια, κυρίως εἰς τὴν μίαν ἱερωσύνην τὴν τελοῦσαν τὴν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικὴ διαδοχὴ τῶν ἐπισκόπων – δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστικὴ ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφὲς ὅτι ἐντος τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός».

.        Τί σημαίνει ὅμως «ἐκκλησία»; Ἡ λέξη εἶναι ἐξαιρετικὰ πολυσήμαντη. Ἀρχικὰ ἀναφερόταν στὴν ἁπλὴ λαϊκὴ συνέλευση (πχ. «ἐκκλησία τοῦ δήμου»). Ἀργότερα περιορίστηκε καὶ σήμερα χρησιμοποιεῖται ἀποκλειστικὰ σὲ θρησκευτικὰ πλαίσια προσδιορίζοντας κάποιες κοινότητες χριστιανικὲς (πχ. προτεσταντικὲς ἐκκλησίες) ἢ ἀκόμα καὶ μὴ χριστιανικὲς (ἐκκλησία τῶν Μορμόνων), ἢ τέλος καὶ κοινότητες ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴ θρησκευτικότητα ὡς προσωπεῖο (πχ. ἐκκλησία τῆς Σαϋεντολογίας, ἐκκλησία τῶν Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ). Ἐπίσης, ὑπὸ τὸν ὅρο «ἐκκλησία» πολλὲς φορὲς ἐννοεῖται ὁ κλῆρος, ἢ τὸ σύνολο τῶν θεσμῶν ποὺ ἀνήκουν στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἢ ἀκόμα καὶ οἱ ἴδιες οἱ ἀκολουθίες.
.        Ὅμως στὴν ἀμιγῶς θεολογικὴ γλώσσα, στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, μὲ τὸν ὅρο «Ἐκκλησία» προσδιορίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τὸ ἴδιο τὸ Σῶμα τοῦ Σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀκριβῶς τὴν ἴδια σημασία ἔχει ἡ λέξη Ἐκκλησία, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ τὸ ἐπίθετο ‘Τοπική’, γιὰ νὰ προσδιορίσει τὴν σὲ συγκεκριμένο τόπο φανέρωση τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἔχουμε τὴν πλήρη καὶ οὐσιαστικὴ ταύτιση τῆς Τοπικῆς μὲ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ὅ,τι ἰσχύει γιὰ τὸ μέρος (τὴν Τοπικὴ Ἐκκλησία), ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ καθ’ ὅλον («τὴν κατὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησίαν») καὶ τὸ ἀντίστροφο.
.        Συνεπῶς, ὅταν χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» εἶναι ἀπαραίτητο νὰ διευκρινίζουμε μὲ ποιὰ ἔννοια. Σὲ μία συζήτηση ὅπου προσεγγίζουμε γεγονότα ἀπὸ ἱστορικῆς, νομικῆς, κοινωνιολογικῆς κ.ο.κ. πλευρᾶς γίνεται ἀσφαλῶς καὶ ἡ ἀνάλογη χρήση τοῦ ὅρου «ἐκκλησία», ὅποτε ἀναφερόμαστε σὲ ἁπλὴ θρησκευτικὴ κοινότητα ἢ θρησκευτικὴ συνάθροιση, ἡ ὁποία πόρρω ἀπέχει ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ θεολογική της ἔννοια. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔχουμε ἑκατοντάδες ἐκκλησίες, ποὺ καλύπτουν ἕνα μεγάλο τμῆμα τῆς θρησκευτικῆς ἔκφρασης καὶ ὀργάνωσης σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένα κριτήριο γιὰ τὸ χαρακτηρισμὸ μίας κοινότητος ὡς ‘ἐκκλησία’, ἀλλὰ προέχει ὁ αὐτοπροσδιορισμός της: ἡ κάθε κοινότητα, ἢ ὁμάδα εἶναι ‘ἐκκλησία’, ἐπειδὴ ἔτσι θέλει καὶ αὐτοχαρακτηρίζεται.
.        Τὰ πράγματα ὅμως εἶναι ἐντελῶς διαφορετικά, ὅταν ἀναφερόμαστε στὸν ὅρο «Ἐκκλησία» ἀπὸ θεολογικῆς πλευρᾶς. Στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» εἶναι αὐστηρὰ μονοσήμαντος. Προσδιορίζεται –ὅπως ἀναφέρθηκε–  ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἔχει ὡς κεφαλή Του τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Τίποτα λιγότερο, ἀλλὰ  καὶ τίποτα περισσότερο! Κάθε τί τὸ ὁποῖο ἀνήκει σὲ αὐτὸ τὸ Θεανθρώπινο Σῶμα εἶναι Ἐκκλησία, ὅ,τι δὲν ἀνήκει σὲ Αὐτό, δὲν εἶναι Ἐκκλησία ! Ἀπὸ αὐτὴ τὴ βασικὴ καὶ θεμελιώδη θεολογικὴ ἀρχή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, προέρχονται καὶ οἱ βασικὲς ἰδιότητες τῆς Ἐκκλησίας :

Μία, διότι δὲν νοεῖται τεμαχισμὸς ἢ διχασμὸς στὸ ἄχραντο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ,
Ἁγία, διότι εἶναι ἡ Πανάμωμος Νύμφη τοῦ Λυτρωτοῦ, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος παρέστησε «ἑαυτῷ ἔνδοξον … μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων ἀλλ’ ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος» (Ἐφεσ. ε´ 27). Μάλιστα ἡ κάθαρση αὐτὴ ἔγινε μὲ τὸ Ἄχραντο Δεσποτικό Του Αἷμα.
Καθολική, διότι, ὄντας «ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰώνας», εἶναι ὁ ἀποκλειστικὸς ἐκφραστὴς τῆς καθολικῆς Ἀλήθειας καὶ ἡ προοπτική της ἐκτείνεται σὲ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία καὶ
Ἀποστολική, διότι εἶναι ὁ ἀποκλειστικὸς φορέας τῆς Ἀποστολικῆς Διδαχῆς καὶ τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς,  τὶς ὁποῖες καὶ διασώζει καὶ μεταδίδει μέσα στοὺς αἰῶνες.

.        Μὲ βάση τὰ ἀνωτέρω :

α) Εἶναι προφανὲς ὅτι ἀπὸ θεολογικῆς ἀπόψεως ἡ ὕπαρξη πολλῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητη, ἐκτὸς ἐὰν ἀναφερόμαστε στὶς Τοπικὲς Ἐκκλησίες, τὶς κατὰ τόπους φανερώσεις τῆς Μίας Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

β) Δὲν νοεῖται στὴν Ἐκκλησία τὸ ὁποιοδήποτε ψεγάδι ἢ λάθος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία κατέχει καὶ κηρύττει τὴν πληρότητα τῆς Θ. Ἀποκαλύψεως, τὴν παραδεδομένη Ἀποστολικὴ Διδαχή, δηλ. τὴν Ἀλήθεια. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητο τὸ παραμικρὸ λάθος σὲ θέματα πίστεως. Τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀσφαλῶς καὶ μπορεῖ νὰ σφάλλουν. Ποτὲ ὅμως ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ διατυπώσει ὡς δόγμα πίστεως ὑποχρεωτικὸ γιὰ τὴ σωτηρία, τὸ ὁποῖο ἀργότερα νὰ … ἀνακαλέσει ὡς ἐσφαλμένο. Ἡ ὕπαρξη λανθασμένης διδασκαλίας, ἐσφαλμένου δόγματος, ἀκυρώνει τὶς βασικὲς ἰδιότητές Της :

παύει ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι Ἁγία – ὡς «ἔχουσα σπίλον ἢ ρυτίδα» ψευδοδιδασκαλίας.

παύει ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι Καθολικὴ – ὡς μὴ κατέχουσα τὸ πλήρωμα τῆς Ἀληθείας.

παύει ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι Ἀποστολικὴ – διότι πλέον δὲν κατέχει καὶ δὲν μεταδίδει τὴν ἀνόθευτη Ἀποστολικὴ Διδαχή, ἀλλὰ ψευδοδιδασκαλίες.

γ) Ἡ Ἀποστολικὴ Διδαχή, δηλ. ἡ πίστη καὶ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐπιδέχεται ἐκ μέρους τῶν πιστῶν ἀμφισβήτηση ἢ ἄρνηση. Ὅποιος, ἀνεξάρτητα μὲ τὸ βαθμὸ ποὺ ἔχει,  συνειδητὰ καὶ συστηματικὰ ἀρνεῖται τὸ ὁποιοδήποτε δόγμα πίστεως τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ παραμένει μέλος Της. Ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζεται ἀλαθήτως στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Ἡ Σύνοδος ποὺ θὰ χαρακτηριστεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὡς «Οἰκουμενικὴ» εἶναι ταυτόχρονα σὲ θέματα πίστεως ἀλάθητη. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητη γιὰ ἕνα πιστὸ ἡ ἄρνηση τῶν δογματικῶν ἀποφάσεων μίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἂν συμβεῖ αὐτό, ὁ πιστὸς αὐτὸς δὲν μπορεῖ νὰ παραμείνει μέλος τῆς Ἐκκλησίας.

δ) Ἡ ἀπόλυτη ἀναίρεση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ αἵρεση, δηλ. ἡ συνειδητὴ ἄρνηση τῆς καθολικότητας τῆς Ἀληθείας. Γι’ αὐτὸ Ἐκκλησία καὶ αἵρεση εἶναι δύο ἔννοιες ἀπολύτως ἀσυμβίβαστες: Ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν καθολικότητα. Ἡ αἵρεση εἶναι ἡ ἄρνησή της. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ φῶς. Ἡ αἵρεση τὸ σκοτάδι.  Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ σωτηρία. Ἡ αἵρεση ἡ ἀπώλεια. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ θεοσέβεια. Ἡ αἵρεση εἶναι ἀθεΐα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εὐθεία ὁδός. Ἡ αἵρεση ἡ «στρεβλότης». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἡ αἵρεση ὁ ἀντίχριστος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἡ αἵρεση ἡ δαιμονικὴ πλάνη.

.        Οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων χρησιμοποιοῦν γιὰ τὴν αἵρεση πολὺ σκληρὲς ἐκφράσεις, γιὰ νὰ καταδειχθεῖ τὸ πόσο φρικτὴ καὶ ἀπαίσια κατάσταση εἶναι. Μεταξὺ ἄλλων χαρακτηρίζεται ὡς «φαυλότης φέρουσα τὸν ὄλεθρον», «ἐλεεινὴ πλάνη» στὴν ὁποία «κατεδέθησαν» οἱ αἱρετικοί, «μεμιασμένη κοινωνία», «ρίζα πικρίας», «μίασμα γέγονε τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ τῶν χριστιανοκατηγόρων αἵρεσις». Ἐπίσης, ἡ αἵρεση «ἐγκαταλείπουσα» ἀμέσως ἢ ἐμμέσως «τὸν  Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ» καταντᾶ «κεκρυμμένη εἰδωλολατρία» καὶ ἀθεΐα  καὶ γι’ αὐτὸ ὁ ἀκολουθῶν αὐτὴ «τοῦ χριστιανικοῦ καταλόγου, ὡς ἀλλότριος ἐξωθείσθω καὶ ἐκπιπτέτω».

.        Μετὰ τὶς πιὸ πάνω ἁπλὲς καὶ ἀπὸ ὅλους ἀποδεκτὲς γενικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀρχές, ἂς προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε τὸ κεντρικὸ ἐρώτημα: «Μποροῦμε ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ νὰ χαρακτηρίζουμε τὴν σημερινὴ ὑπὸ τὸν Πάπα Ρώμης χριστιανικὴ κοινότητα ὡς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; [Ὁ ὅρος Ἐκκλησία δὲν χρησιμοποιεῖται συμβατικά, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀμιγῶς θεολογική του ἔννοια]. Ἂν ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική, ὅτι πράγματι ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως τὴν πρώτη χιλιετία πρὸ τοῦ Σχίσματος, ποιές οἱ ἀναπόφευκτες ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες αὐτῆς τῆς παραδοχῆς;

.        Νομίζω ὅτι ἂν ἀποδεχθοῦμε τοὺς Λατίνους ὡς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τότε γιὰ νὰ ἔχουμε στοιχειώδη ἐκκλησιολογικὴ συνέπεια,  εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθοῦμε  ὅτι : 

.        Τὸ σύνολο τῶν δογμάτων ποὺ πρεσβεύουν εἶναι ἀληθές.  Κατὰ συνέπεια, δὲν νοεῖται ἡ παραμικρὴ ἀμφισβήτηση τῆς παπικῆς διδασκαλίας καὶ πίστης, οὔτε καὶ τῶν παπικῶν δογμάτων περὶ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου. Ὅποιος ἐμμένει στὴν ἄρνηση ἔστω καὶ ἑνὸς δόγματος πίστεως ἀντιστρατεύεται τὴν ἀποστολικὴ διδαχὴ καὶ καθίσταται παραχρῆμα αἱρετικὸς καὶ ἄξιος ἀναθέματος. Οἱ ὑπὸ τοῦ Παπισμοῦ καθορισθεῖσες μετὰ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο 14 «Οἰκουμενικὲς» Σύνοδοι ἔχουν ἑρμηνεύσει ἀλαθήτως τὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια, ἀλαθήτως ἔχουν ἐκφράσει τὴν ἀποστολικὴ διδαχὴ καὶ οἱ δογματικοί τους ὅροι συνιστοῦν ὑποχρεωτικὰ γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς δόγματα πίστεως ἄκρως ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία.  Συνεπῶς, οἱ ἀποφάσεις τῶν «Οἰκουμενικῶν» αὐτῶν Συνόδων πρέπει νὰ γίνουν καὶ ἀπὸ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους πλήρως ἀποδεκτές. Νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι στὶς 14 παπικὲς «Οἰκουμενικὲς» Συνόδους μεταξὺ ἄλλων ἐντάσσονται :

Οἱ ἑνωτικὲς σύνοδοι τῆς Λυὼν (1274) καὶ τῆς Φεράρας-Φλωρεντίας (1438/39). Πρακτικὰ γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους σημαίνει ὅτι φείλουμε ν τιμομε ς γιο τν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ωάννη Βέκκο πο συμμορφώθηκε κα γωνίστηκε ν πιβάλλει τ δογματικ πόφαση τς Συνόδου τς Λυνος κα χι τος γιορετες σιομάρτυρες  πο ντιστάθηκαν μέχρις αματος κα τν πολέμησαν! Ὀφείλουμε νὰ τιμοῦμε ὡς Ἁγίους τοὺς Ἰσίδωρο Κιέβου καὶ Βησσαρίωνα Νικαίας ποὺ ἀποσκίρτησαν στὸν παπισμὸ γενόμενοι Καρδινάλιοι, ἀποδέχθηκαν καὶ συμμορφώθηκαν μὲ τὴ δογματικὴ ἀπόφαση τῆς «Οἰκουμενικῆς» Συνόδου τῆς Φλωρεντίας καὶ ὄχι τὸν Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ ποὺ ἀντιστάθηκε καὶ τὴν πολέμησε μέχρι τέλους!  Εἶναι ἀπόδειξη, τουλάχιστον, ἐκκλησιολογικῆς σχιζοφρένειας νὰ θεωροῦμε τὸν Παπισμὸ ὡς Ἐκκλησία καὶ ταυτόχρονα νὰ τιμοῦμε ὡς Ἅγιο τὸν Μάρκο τὸν Εὐγενικό!
Ἡ Α´ Βατικανὴ Σύνοδος (1869/70), ἡ ὁποία καθόρισε ὡς δόγματα πίστεως ὑποχρεωτικὰ γιὰ τὴ σωτηρία : α) τὸ πρωτεῖο τοῦ Ἀπ. Πέτρου ἐπὶ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων, β) τὸ πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα Ρώμης ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γ) τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα, ὅταν αὐτὸς ἀποφαίνεται ex cathedra. Τυχὸν ἀμφισβήτηση ἢ ἄρνηση τῶν δογμάτων αὐτῶν ἐπισύρει τὰ τέσσερα “anathema sint” (= ἀνάθεμα ἔστω) τῆς «Οἰκουμενικῆς» αὐτῆς Συνόδου. Χρήση τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν ἔγινε μὲ τὴν καταδίκη τοῦ συγχρόνου μεγάλου Ρ/Καθολικοῦ Θεολόγου Hans Kung, o ὁποῖος ἀρνήθηκε τὸ παπικὸ ἀλάθητο!

Ἂν ὁ Παπισμὸς εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τότε  – ὢ !  τότε… –  ὅλοι οἱ μετὰ τὸ σχίσμα Ὀρθόδοξοι ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς, οἱ Ἅγιοι, οἱ Πατέρες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι  … βλάσφημοι ! Διότι εἶναι φρικτή, φοβερὰ φρικτὴ βλασφημία, νὰ χαρακτηρίζεται ἡ Ἐκκλησία, δηλ. ἡ ἄσπιλος Νύμφη τοῦ Χριστοῦ μας,  ὡς  αἵρεση, ὡς δαιμονικὴ ἐπινόηση! Νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι σὲ αὐτὴ τὴ φρικτὴ βλασφημία ἔχουν περιπέσει ὅλοι –ἀνεξαιρέτως ὅλοι– οἱ Ἅγιοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ποὺ ἔχουν ἀσχοληθεῖ μὲ τὶς παπικὲς διδασκαλίες καὶ ὅλοι ὁμοφώνως ἔχουν ἀποφανθεῖ ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵρεση! Μεταξὺ ἄλλων: Μ. Φώτιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ἅγ. Συμεὼν Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, Ἅγ. Μάρκος Εὐγενικός, Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, Ἅγ. Νεκτάριος κ.ἄ. Μάλιστα ὁ Ἅγ. Ἰουστίνος Πόποβιτς λέει τὰ ἑξῆς φοβερά: «Εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὑπάρχουν τρεῖς κυρίως πτώσεις : τοῦ Ἀδάμ, τοῦ Ἰούδα, τοῦ Πάπα … τὸ δόγμα περὶ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα εἶναι ὄχι μόνο αἵρεσις ἀλλὰ παναίρεσις … εἶναι αἵρεσις τῶν αἱρέσεων, μία ἄνευ προηγουμένου ἀνταρσία κατὰ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ»!
.        Εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητο νὰ ἀποδέχομαι τὸν Παπισμὸ ὡς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ταυτόχρονα νὰ τιμῶ τοὺς ἀνωτέρω ὡς Ἁγίους ποὺ τὸν χαρακτήρισαν ὡς αἵρεση!
.         Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς μετὰ τὸ σχίσμα Τοπικὲς Συνόδους τῆς Ἀνατολῆς ποὺ καταδικάζουν τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες τοῦ Παπισμοῦ. Καὶ αὐτὲς πρέπει νὰ καταδικαστοῦν ὡς … βλάσφημες!  Μεταξὺ ἄλλων :

  Σύνοδος 879, ἐν Κωνσταντινουπόλει (Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος): αἱρετικὴ πλάνη ἡ προσθήκη τοῦ filioque στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.
Σύνοδος 1170, ἐν Κωνσταντινουπόλει : «βουλὴν κατεβάλοντο, ἵνα τελείως ἀποκόψωσι τελείῳ χωρισμῷ τὸν Πάπα καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ … οὔτε αὐτοὺς τελείω ἀναθεματισμῶ παρέδωσαν, καθὼς καὶ τὰς λοιπὰς αἱρέσεις … φήσαντες τὸ Ἀποστολικὸν “αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος”».
Σύνοδος 1450, ἐν Κωνσταντινουπόλει (τελευταία Σύνοδος στὸν Ι. Ν. Ἁγ. Σοφίας): καταδίκη της ἑνωτικῆς Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας καὶ τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν τῶν Λατίνων.
Σύνοδος 1722, ἐν Κωνσταντινουπόλει : «νὰ ἀποδιώχνετε τὸ ψεῦδος … νὰ ἀπέχετε μακριὰ ἀπὸ τὶς καινοτομίες καὶ τοὺς νεωτερισμοὺς τῶν Λατίνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἄφησαν κανένα δόγμα καὶ μυστήριο καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ποὺ νὰ μὴν τὸ φθείρουν καὶ τὸ νοθεύσουν».
Σύνοδος 1838 ἐν Κωνσταντινουπόλει: «νὰ προφυλάξωμεν τὰ γνήσια τέκνα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὰς βλασφημίας τοῦ Παπισμοῦ … τὰ βάραθρα τῶν αἱρέσεων καὶ τοὺς ψυχοφθόρους κρημνοὺς τῆς παπικῆς πλάνης των … ἵνα γνωρίσητε ὅσον τὸ διάφορον ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων ἀπὸ τῶν Κατόλικων, ἵνα μὴ ἀπατᾶσθε ἀπὸ τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὰ σοφίσματα καὶ καινοφωνίας τῶν ψυχοφθόρων τούτων αἱρετικῶν … τῆς ματαιόφρονος καὶ σατανικῆς τούτων αἱρέσεως».
Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, 1848: «ἀπὸ αὐτὲς τὶς αἱρέσεις ποὺ διαδόθηκαν σὲ μεγάλο μέρος τῆς οἰκουμένης, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ γνωρίζει ὁ Κύριος, ἦταν κάποτε ὁ Ἀρειανισμός. Σήμερα εἶναι καὶ ὁ Παπισμός … (τὸ filioque) εἶναι αἵρεση καὶ αὐτὴ ποὺ τὴν πιστεύουν αἱρετικοὶ … γι’ αὐτὸ καὶ ἡ μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία ἀκολουθώντας τὰ ἴχνη τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀνατολικῶν καὶ δυτικῶν, κήρυξε καὶ παλαιὰ ἐπὶ τῶν Πατέρων μας, καὶ ἀποφαίνεται πάλι σήμερα συνοδικῶς … ὅτι εἶναι αἵρεση καὶ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ αἱρετικοὶ … Ἐπίσης οἱ συνάξεις ποὺ συγκροτοῦνται ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι αἱρετικὲς καὶ κάθε κοινωνία πνευματικὴ τῶν Ὀρθοδόξων τέκνων … μὲ αὐτοὺς εἶναι ἀντικανονική, ὅπως ὁρίζει ὁ ζ´ κανόνας τῆς Γ´ Οἰκ. Συνόδου».
Σύνοδος 1895, ἐν Κωνσταντινουπόλει: «ὑπάρχουν οὐσιώδεις διαφορὲς ποὺ ἀφοροῦν στὰ θεοπαράδοτα δόγματα τῆς πίστεώς μας καὶ στὸ θεοσύστατο κανονικὸ πολίτευμα τῆς διοικήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν … Ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία … ὄχι μόνο ἀρνεῖται νὰ ἐπανέλθει στοὺς Κανόνες καὶ τοὺς ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλὰ στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰ. εὐρύνοντας τὸ ὑφιστάμενο χάσμα, ἐπισήμως ἀνακήρυξε καὶ ἀλάθητο … Ἡ σημερινὴ Ρωμαϊκὴ εἶναι Ἐκκλησία τῶν καινοτομιῶν, τῆς νοθεύσεως τῶν συγγραμμάτων τῶν Πατέρων, τῆς παρερμηνείας τῆς Γραφῆς καὶ τῶν ὅρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Γι’ αὐτὸ εὐλόγως καὶ δικαίως ἀποκηρύχθηκε καὶ ἀποκηρύσσεται ἐφ’ ὅσον μένει στὴν πλάνη της».

.        Ἀπὸ τὶς ἀνωτέρω ἁπλὲς σκέψεις εἶναι προφανὲς ὅτι ἂν ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι  ἀποδεχόμαστε τὴ Ρ/Καθολικὴ Κοινότητα ὡς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ (ἐν τῇ θεολογικῇ ἐννοίᾳ) ὀφείλουμε νὰ  εἴμαστε συνεπεῖς μὲ αὐτὴ τὴν ἐκκλησιολογία καὶ νὰ τροποποιήσουμε ἀναλόγως τὶς πεποιθήσεις καὶ τὶς ἐνέργειές μας! Εἰδάλλως παίζουμε ἐν οὐ παικτοῖς ἢ στὴν καλύτερη περίπτωση κοροϊδεύουμε ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους,  ἐντός, ἐκτὸς καὶ ἐπὶ τὰ αὐτὰ !

Ἐνστάσεις :

α) Θὰ μποροῦσε ὅμως κάποιος νὰ ἀντιλέξει: ὁ παπισμὸς ἔχει πολλὰ στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας (τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς δογματικῆς καὶ ἠθικῆς διδασκαλίας, τῆς ἱεραρχίας, τῆς λατρείας κ.ο.κ) . δὲν ἐπαρκοῦν αὐτὰ γιὰ νὰ τὸν θεωρήσουμε Ἐκκλησία; μήπως θὰ μπορούσαμε νὰ τὸν χαρακτηρίσουμε ὡς σχετικῶς Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ;  Ἀσφαλῶς ὄχι! διότι δὲν ἀρκοῦν λίγα ἢ πολλὰ ἢ τὰ περισσότερα στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας, γιατί ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται μὲ τὴν πληρότητα καὶ καθολικότητα. Ἡ παραμικρὴ ἔλλειψη ἀλήθειας τὴν ἀκυρώνει . Ἡ ἐλαχίστη ὕπαρξη πλάνης τὴ νοθεύει. Ἄλλωστε, ὁ θεόπνευστος ἀποστολικὸς λόγος εἶναι κατηγορηματικός : «ὅστις ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἐν ἑνὶ γέγονε πάντων ἔνοχος» (Ἰακ. β´10).

β) Τί θὰ γίνουν τὰ ἑκατομμύρια τῶν Καθολικῶν; Θὰ καταδικασθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν κόλαση καὶ θὰ σωθοῦν μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι; Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δὲν φτάνει στοὺς ἀνθρώπους αὐτούς;  Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ ὀφείλεται ἀναλυτικότερη ἀπάντηση:

.        Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία δὲν εἶναι ἕνα ἰδεολογικὸ σύστημα ποὺ ἔχει ἀπαντήσεις γιὰ ὁποιαδήποτε θεολογικὸ-φιλοσοφικὸ-ὑπαρξιακὸ ἐρώτημα. Μπορεῖ νὰ ἀποφαίνεται μόνο γιὰ τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἔχει φανερώσει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ ὅποιο βαθμὸ Αὐτὴ τὰ ἔχει ἀποκαλύψει!  Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα ὀφείλουμε νὰ σιωποῦμε, τιμώντας τὰ μυστήρια ποὺ ὁ Θεὸς θέλησε νὰ κρατήσει γιὰ τὸν Ἑαυτό Του!  Σὲ ἀντίθετη περίπτωση ὁδηγούμαστε σὲ σχολαστικισμὸ ἢ καὶ σὲ βλασφημία θεωρώντας τὸ ὅποιο ἰδεολόγημά μας διδασκαλία καὶ λόγο Θεοῦ! Αὐτὸ βέβαια δὲν ἀπαγορεύει τὴ δική μας συμβολὴ στὴν ἐμβάθυνση στὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστιν τοῖς ἁγίοις» (Ἰουδ. 4) ἢ τὴ δική μας ἀναζήτηση ἀπαντήσεως στὶς προκλήσεις τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ἀντιθέτως μάλιστα αὐτὸ συνιστᾶ ἱερὴ διακονία στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὑπὸ μία προϋπόθεση:  ἡ διακονία αὐτὴ νὰ ἑδράζεται στὴν μέχρι τώρα ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία καὶ παράδοση καὶ νὰ γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση.  Ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς παρεκκλίσεως ἀπὸ τὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστιν» μᾶς προφυλάσσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐμεῖς ταπεινὰ τὴν ἐπιζητοῦμε καὶ δεχόμαστε νὰ διατυπώσουμε ὄχι τὶς δικές μας «ἐξυπνάδες», ἀλλὰ ὅ,τι ὁ Θεὸς διὰ τῶν Ἁγίων Του θέλησε νὰ μᾶς ἀποκαλύψει… Ἔτσι στὸ ἀνωτέρω ἐρώτημα νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντηση εἶναι μία: τ πς θ κρίνει Θες τος ρθοδόξους τος τεροδόξους κα τος λλοθρήσκους εναι δική Του εθύνη κα δική Του … μέριμνα Δὲν μᾶς ἔχει ἀποκαλύψει τίποτα καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δικαιούμαστε ὄχι μόνο νὰ μιλᾶμε, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ σκεφτόμαστε γιὰ λογαριασμό Του,  ἂν δὲν θέλουμε νὰ καταντήσουμε βλάσφημοι !  Εὔστοχα ἔχει ἐπισημανθεῖ ὅτι δν γνωρίζουμε ποις νθρωπος σώζεται, λλ τ πς νθρωπος σώζεται (π. Γ. Μεταλληνός). Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ ἐγκαταλείψουμε ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους –ὅλους τους ἀνθρώπους, ὁλόκληρο τὸν κόσμο  – στὴν ἀγάπη καὶ τὸ ἄπειρο ἔλεός Του!  Εἶναι τυχαῖο ἄραγε ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θεολογικὰ πνεύματα, ὁ μεγάλος  Ὠριγένης ἀναζητώντας καὶ ἀσχολούμενος μὲ παρόμοια θέματα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἡ Θ. Ἀποκάλυψη σιωπᾶ, ἔπεσε σὲ πλάνη ;

.        Ἂς προσέξουμε ὅμως κάτι ἀκόμα: Προτύπωση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἦταν ὁ ἀρχαῖος Ἰσραήλ, ποὺ ἦταν «ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ». Αὐτὸ δὲ σήμαινε ὅμως ὅτι ἡ ἀγάπη, τὸ ἔλεος καὶ ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ περιοριζόταν μόνο σὲ αὐτὸν καὶ ὄχι στὰ ἄλλα ἔθνη. Τὸ προφητικὸ κήρυγμα εἶναι σαφέστατο, μὲ χαρακτηριστικὴ περίπτωση τὴ σωτηρία τῆς Νινευῆ. Τὸ ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σκέπασε τὴ Νινευῆ δὲ σημαίνει ὅτι καὶ οἱ Νινευίτες ἐντάχθηκαν στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἰσραήλ.  Παρόμοιο περιστατικὸ ἔχουμε καὶ στὶς Πράξεις (κεφ. 10)  μὲ τὸν ἀλλοεθνῆ Κορνήλιο, στὸν ὁποῖο ἡ Θ. Χάρις πλούσια χορηγήθηκε. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀρκοῦσε. Δὲν τὸν κατέστησε καὶ αὐτομάτως μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Νέου Ἰσραήλ, ἀλλὰ τὸν προετοίμασε γιὰ  νὰ βαπτισθεῖ καὶ ἔτσι νὰ γίνει μέλος τῆς Ἐκκλησίας!  Συνεπῶς ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ Ἀγάπη Του καὶ τὸ Ἔλεός Του δὲν περιορίζονται,  ἀλλὰ ἐκτείνονται σὲ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία, ἡ ὁποία προσκαλεῖται νὰ γίνει Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀποδεχόμενη τὴν πληρότητα τῆς ἀποκαλυφθείσης Ἀληθείας, τὸν μοναδικὸ Σωτήρα καὶ Λυτρωτὴ Ἰησοῦ.

Πάτρα,   31 Μαρτίου  2012
π. Ἀναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν

, , , ,

Σχολιάστε