Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Ἀναστ. Γκοτσόπουλος

ΟΣΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΚΟΙΝΩΝΗΣΑΝ ΤΟ Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΑΡΑΓΕ ΗΤΑΝ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΝΗΣΤΙΚΟΙ ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μ. Παρασκευῆς;

Ἐκτενὲς ἀπόσπασμα ἄρθρου – συνοπτικῆς λειτουργιολογικῆς μελέτης
γιὰ τὸ ἀνακῦψαν θέμα τῆς Ἀναστάσιμης Θ. Λειτουργίας τὸ Πάσχα 2021

Παραλειπόμενα Μεγαλοσαββατιάτικου ἑορτασμοῦ
τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου!
π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος

Πάτρα, 12.5.2021

.                           Τὸ φετινό Πάσχα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θὰ μείνει ἀναμφίβολα στὴν ἱστορία. Εἶναι πραγματικὰ σταθμὸς γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ μας ζωή. Στὸ μέλλον σὲ αὐτὸ τὸ Πάσχα 2021 θὰ κάνουν ἀναφορὰ ὅσοι ὡς ἀληθινὰ παιδιὰ καὶ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ πονοῦν γιὰ τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ λειτουργικὴ τάξη, τὴν κανονικὴ παράδοση, τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος ποὺ ἐπισυνέβη.

[…]
Τί καὶ ἂν ἑορτάστηκε ἡ Ἀνάσταση τὸ Μ. Σάββατο καὶ ὄχι τὴν Κυριακή;
Τί καὶ ἂν σχεδὸν ὅλοι ὅσοι κοινώνησαν εἶχαν φάει τὸ Μ. Σάββατο;
Τί καὶ ἂν κάποιοι εἶχαν κοινωνήσει καὶ τὸ πρωὶ τοῦ Μ. Σαββάτου;
Τί καὶ ἂν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἱερεῖς δὲν ἦσαν ὅλο τὸ Μ. Σάββατο νηστικοὶ γιὰ νὰ λειτουργήσουν;
Τί καὶ ἂν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἱερεῖς εἶχαν λειτουργήσει καὶ κοινωνήσει πάλι τὸ πρωὶ τοῦ Μ. Σαββάτου;
Τί καὶ ἂν ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεως συμπίπτει μὲ τὸν κανονικὸ ἑορτασμὸ τοῦ Νομικοῦ Πάσχα;
Τί καὶ ἂν καταλύθηκε ἡ πρώτη καὶ μοναδικὴ σὲ αὐστηρότητα νηστεία τοῦ Μ. Σαββάτου;
Τί καὶ ἂν εἴχαμε συνοδικῇ ἐγκυκλίῳ κακοποίηση καὶ κατάργηση τοῦ Ἀναστάσιμου Ὄρθρου

[…]

Σὲ συνέχεια τοῦ ἀνωτέρω κειμένου μου (romfea.gr/katigories/10-apopseis/43268-peri-tis-synodikis-egkykliou-gia-tin-metathesi-tis-anastasis, «Καὶ ἀναστάντα τῇ δευτέρα ἡμέρα κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐντολάς»! anastasiosk.blogspot.com/2021/04/blog-post_734.html) προσθέτω συμπληρωματικά.

.                   Κάποιοι πρόβαλλαν τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα νὰ τελεστοῦν δύο Θ. Λειτουργίες τὸ Μ. Σάββατο, διότι, α) ἡ ἡμέρα ἀλλάζει τὸ ἀπόγευμα στὸν Ἑσπερινό, δηλαδὴ μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ τοῦ Μ. Σαββάτου ἔχουμε ἄλλη ἡμέρα, Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, καὶ β) βάσει τοῦ Τυπικοῦ ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὸν κανόνα ἀπαγόρευσης τέλεσης δύο Θ. Λειτουργιῶν τὴν ἴδια ἡμέρα οἱ τρεῖς Δεσποτικὲς ἑορτές: παραμονὴ Χριστουγέννων καὶ Θεοφανίων, καὶ Μ. Σάββατο, λόγῳ τῆς ἰδιαίτερης σπουδαιότητας τῶν ἑορτῶν[1].
.                   Ἡ προσεκτική, ὅμως ἀνάγνωση τῶν τυπικῶν διατάξεων ὁδηγεῖ σὲ ἐντελῶς ἀντίθετα συμπεράσματα καί ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἀπαγορεύεται κατηγορηματικῶς ἡ τέλεση δύο Θ. Λειτουργιῶν ἀκόμα καὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες (ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ).

Ἂς δοῦμε τί προβλέπει τὸ Τυπικό:

1.Ὅταν ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανίων τυγχάνει ἡμέρα Τρίτη ἕως Σάββατο, τὴν παραμονὴ τῶν ἑορτῶν (Δευτέρα ἕως Παρασκευὴ) τελεῖται ὁ πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς τῆς ἑορτῆς μετά Θ. Λειτουργίας Μ. Βασιλείου καὶ ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τελεῖται Θ. Λ. Ἰω. Χρυσοστόμου.

2.Ὅμως ὅταν ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανίων τυχαίνει ἡμέρες Κυριακὴ ἢ Δευτέρα, τὴν παραμονὴ τῶν ἑορτῶν (Σάββατο ἢ Κυριακὴ) τελεῖται μόνο ὁ πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς τῆς ἑορτῆς χωρὶς Θ. Λειτουργία, καὶ ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς ἡ Θ. Λειτουργία Μ. Βασιλείου.
.                   Γιὰ ποιό λόγο τὸ τυπικὸ ἀπαγορεύει ρητῶς νὰ τελεστεῖ τὸ ἀπόγευμα Ἑσπερινὸς μαζὶ μὲ Θ. Λειτουργία καὶ ἐπιτάσσει μόνο πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ ὅταν ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ Θεοφανίων πέφτει Σάββατο ἢ Κυριακή;
.                   Διότι ἁπλούστατα γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ τάξη: 1. Εἶναι ἀδιανόητη ἡ τέλεση δύο Θ. Λειτουργιῶν τὴν ἴδια μέρα (ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ), καὶ 2. Ἀπαγορεύεται ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας ὅταν ὁ ἱερουργῶν ἱερέας δὲν εἶναι ἀπολύτως νηστικὸς ὅλη τὴν ἡμέρα μέχρι νὰ λειτουργήσει, καθὼς καὶ οἱ πιστοὶ δὲν μποροῦν νὰ κοινωνήσουν ἂν ἔχουν φάει πρὶν (κανόνες Στ-29, Καρθ-41 (-48), Καρθ-47 (-50), Νικηφ-9)!

.                   Γιὰ νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τὴ λειτουργικὴ πράξη πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι:

1.Οἱ κατ’ ἐξοχὴν βαπτισματικές ἡμέρες τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἦταν τὸ Πάσχα καὶ ἡ 6η   Ἰανουαρίου (ἑορτὴ τῆς Θ. Ἐπιφανείας (Χριστούγεννα καὶ Θεοφάνια μαζὶ – ἀργότερα διαχωρίστηκαν τὰ Χριστούγεννα στὶς 25 Δεκεμβρίου). Οἱ πανηγυρικὲς αὐτὲς ἑορτὲς τῆς Ἀναστάσεως καὶ Θ. Ἐπιφανείας (Γέννηση καὶ Βάπτιση Κυρίου) ἦταν οἱ καταλληλότερες γιὰ τὴν ὑποδοχὴ διὰ τοῦ Βαπτίσματος τῶν νέων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἀπόγευμα, λοιπόν, τῆς παραμονῆς τῶν μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ ὅπου ἔχουμε τὴν προετοιμασία-ἒναρξη τῆς πανηγύρεως τῆς ἑορτῆς, τελοῦνταν οἱ ὁμαδικὲς βαπτίσεις τῶν Κατηχουμένων[2], καί, ἀσφαλῶς, μετὰ τὴ βάπτιση ἀκολουθοῦσε ἡ πανηγυρικὴ Θ. Λειτουργία. Στὴ συνέχεια, πιστοὶ καὶ νεοφώτιστοι παρέμεναν σὲ ὅλη τὴν παννυχίδα μέχρι τὰ ξημερώματα τῆς κυριωνύμου ἡμέρας ὁπότε ἐτελεῖτο ἡ Θ. Λειτουργία καὶ μετὰ ἀπονήστευαν (Στ-89, Διονυσ-1). Συνεπῶς ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου ποὺ τελεῖται τὴν παραμονὴ μαζὶ μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς ἔχει νὰ κάνει κυρίως μὲ τὴ Βάπτιση καὶ ὄχι μὲ τὴ σπουδαιότητα τῆς ἑορτῆς. Ἂν δὲν ὑπῆρχαν οἱ ὁμαδικὲς Βαπτίσεις, δὲν θὰ ἐτελεῖτο ἡ Θ. Λειτουργία μαζὶ μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τὴν παραμονὴ (ὅπως δὲν τελεῖται τὴν μεγάλη ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τὴ Δευτέρα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος).

2. Ἀσφαλῶς, ἡ Βάπτιση καὶ ἡ Θ. Λειτουργία-Θ. Κοινωνία προϋπέθετε αὐστηρὴ νηστεία [«προνηστευσάτω ὁ βαπτίζων καὶ ὁ βαπτιζόμενος»[3] καὶ κανόνες Στ-29, Καρθ-41 (-48), Καρθ-47 (-50), Νικηφ-9]. Ἡ παραμονὴ λοιπὸν τῆς Θ. Ἐπιφανείας (5 Ἰανουαρίου) καὶ ἡ παραμονὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου (Μ. Σάββατο) εἶναι μέρες αὐστηρότατης νηστείας, λόγῳ τῆς Βαπτίσεως[4] καὶ συνακόλουθα τῆς τελέσεως Θ. Λειτουργίας τό ἀπόγευμα μέ τόν Ἑσπερινό. Ἐπιπλέον, τὸ Μ. Σάββατο ἡ αὐστηρότατη νηστεία ὡς ἔχουσα  Κυριακὴ θεμελίωση λόγῳ τῆς Τριημέρου Ταφῆς τοῦ Κυρίου («ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν», Ματθ. 9, 14-15) ἐκτείνεται καὶ μετὰ τὸν Ἑσπερινό-Θ. Λειτουργία καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας τοῦ Μ. Σαββάτου μέχρι τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἀναστάσιμης Θ. Λειτουργίας τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, ὁπότε καί ἀπονηστεύουμε (Στ-89, Διονυσ-1).

3.Ὅμως, ὅταν Χριστούγεννα-Θεοφάνια πέφτουν Κυριακὴ ἢ Δευτέρα, τὴν παραμονὴ τῶν ἑορτῶν, δηλαδὴ τὸ Σάββατο ἢ τὴν Κυριακή, δὲν μπορεῖ νὰ τελεστεῖ ὁ Ἑσπερινὸς μαζὶ μὲ Θ. Λειτουργία καὶ τελεῖται μόνο Ἑσπερινὸς διότι:

α.Ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἡ νηστεία τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ (κανόνες Ἀποστ-64, Στ-55), συνεπῶς δὲν μποροῦν οἱ ἱερεῖς νὰ ἱερουργήσουν καὶ νὰ κοινωνήσουν καὶ οἱ πιστοὶ νὰ κοινωνήσουν, ἄρα δὲν ἐπιτρεπόταν τέλεση Θ. Λ. καὶ

β.Ἐπειδὴ κάθε Σάββατο καὶ Κυριακὴ πρωὶ ὅλο τὸ χρόνο προβλέπεται τέλεση πλήρους Θ. Λειτουργίας (κανόνες: Στ-52[5], Λαοδ-49[6], Λαοδ-51[7]) δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν τὸ ἀπόγευμα μαζὶ ἢ μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ νὰ τελεστεῖ καὶ πάλι γιὰ δεύτερη φορὰ μέσα στὴν ἴδια μέρα Θ. Λειτουργία καὶ νὰ κοινωνήσουν οἱ πιστοὶ δύο φορὲς τὴν ἴδια μέρα! Κάτι τέτοιο ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ σὲ ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ μᾶς παράδοση!
.                   Τὸ Μ. Σάββατο ὅμως δὲν ὑπάρχει τέτοιο πρόβλημα διότι τὸ Μ. Σάββατο τὸ πρωὶ τελεῖται μόνο ὁ Ὄρθρος τοῦ Μ. Σαββάτου (δηλ. ὁ Ἐπιτάφιος – στὶς ἐνορίες τελεῖται Μ. Παρασκευὴ βράδυ) καὶ ποτὲ Θ. Λειτουργία. Ἡ Θ. Λειτουργία (τοῦ Μ. Βασιλείου) ἐτελεῖτο κανονικὰ τὸ ἀπόγευμα, στὸν Ἑσπερινὸ τοῦ Μ. Σαββάτου (Α΄Ἀνάσταση), ὁπότε οἱ πιστοὶ νηστικοὶ ὅλη τὴν ἡμέρα κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἀργότερα τὸ βραδάκι τοῦ Μ. Σαββάτου ἄρχιζε ἡ Παννυχίδα, μετὰ τὸ μεσονύκτιο ψαλλόταν τὸ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!» καὶ ἀκολουθοῦσε ἡ Θ. Λειτουργία τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα (περὶ τὴν ἀλεκτροφωνία, σύμφωνα μὲ τὸν Διον-1)!
.                   Γιὰ περισσότερα στοιχεῖα καὶ πιὸ ἀναλυτικὰ στὸ κείμενο «Καὶ ἀναστάντα τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐντολὰς» (27.4.21)[8]. Ἐπικαλοῦμαι μόνο τὴν ἄποψη τοῦ μεγάλου κανονολόγου τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας Ἁγ. Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος γνώριζε πολὺ καλὰ καὶ πολὺ καλύτερα ἀπὸ ὅλους μας  καὶ τὴ λειτουργικὴ τάξη καί ζωὴ καὶ τὸ πολιτικὸ καὶ τὸ βυζαντινὸ τρόπο μετρήσεως τῆς ἡμέρας, καὶ συγκεφαλαίωσε τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση στὸ κρίσιμο ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀρχῆς τῆς ἡμέρας σημειώνοντας ἐπιγραμματικὰ: «ἡ ἡμέρα ἀρχινᾷ… ἀπὸ τῆς ζ΄ ὥρας τῆς νυκτὸς (ὥρα 1:00 πμ)  καὶ τελειώνει ἕως τῆς στ΄ ὥρας τῆς ἀκολούθου νυκτὸς  καὶ ὅ,τι πρᾶγμα γένη ἀναμεταξὺ εἰς τὰς εἰκοσιτέσσαρας ὥρας τοῦ ἡμερονυκτίου τούτου, φαίνεται καὶ λέγεται ὅτι ἐν ἡμέρα (ἴσως μιὰ) ἐγένετο»[9]. Τὰ ἀντίθετα εἶναι διανοητικὰ ἐπινοήσεις ἀλλότριες τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης καὶ ἐμπειρίας…
.                   Συμπερασματικὰ:

1.Ἡ μακραίωνη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ μὲ κανένα τρόπο νὰ ἀνεχθεῖ τήν τέλεση δύο Θ. Λειτουργιῶν τὴν ἴδια μέρα (ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ). Ποτὲ δὲν διανοήθηκαν οἱ Ἅγιοι ὅτι μὲ τὸν Ἑσπερινὸ ἀλλάζει ἡ ἡμέρα καὶ ἔτσι ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση θ. Λειτουργίας τὸ πρωὶ καὶ στὴ συνέχεια τὸ βραδάκι ἄλλη Θ. Λειτουργία μετὰ τὸν Ἑσπερινό! 

2.Μὲ κανένα τρόπο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας ἀπὸ ἱερεῖς ποὺ ἔχουν φάει οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ κοινωνήσουν οἱ πιστοὶ ποὺ εἶναι φαγωμένοι καὶ δὲν εἶναι ἀπολύτως νηστικοί. Μοναδικὴ δυνατότητα ἄσκησης οἰκονομίας ἔχουμε ὅταν κάποιος εἶναι ἑτοιμοθάνατος, τότε μπορεῖ νὰ κοινωνήσει καὶ ἂς μὴν εἶναι νηστικὸς (Νικηφ-9[10]).
.                   Ἦταν τόσο αὐστηρὴ ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ δὲν παρεῖχε τέτοια κατ’ οἰκονομία ἐξαίρεση οὔτε στὶς μεγάλες ἑορτὲς τῆς Θ. Ἐπιφανείας (Χριστούγεννα καὶ Φῶτα). Προτιμᾶ νὰ ἀλλάξει τὸ Τυπικὸ τῆς τέλεσης πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ Θ. Λειτουργίας τήν παραμονή καὶ νὰ μὴν τελέσει Θ. Λειτουργία παρὰ μόνο Ἑσπερινὸ προκειμένου νὰ μὴν παραβεῖ τὶς θεμελιώδεις αὐτὲς λειτουργικὲς καὶ κανονικὲς ἀρχὲς ποὺ ἔχουν διαποτίσει ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ μας παράδοση. 

Πρωτοπρεσβύτερος
Ἀναστάσιος  Κ.  Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος  Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
agotsopo@gmail.com, τηλ. 6945-377621

—————————————

[1] Ἱ. Μ. Ἐδέσσης, «Γιὰ τὸν χρόνο ἑορτασμοῦ τῆς Ἀναστάσεως» (26.4.21), στὸ histographos.blogspot.com/2021/04 /blog-post_26.html.

[2] Κατάλοιπα αὐτῆς τῆς λειτουργικῆς πρακτικῆς τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας διατηροῦνται μέχρι σήμερα στὴ λειτουργικὴ μας πράξη (πολλὰ παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα, ἀποστολικό-εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα).

[3] Διδαχὴ Ἁγ. Ἀποστόλων 7, 4, ΒΕΠΕΣ 2, 217: «Πρὸ δὲ τοῦ βαπτίσματος προνηστευσάτω ὁ βαπτίζων καὶ ὁ βαπτιζόμενος καὶ εἴ τινὲς ἄλλοι δύνανται· κελεύσεις δὲ νηστεῦσαι τὸν βαπτιζόμενον πρὸ μιᾶς ἢ δύο», βλ. Π. Σκαλτσῆ, «Ἡ προβαπτισματική νηστεία» στὸ Λειτουργικὲς Μελέτες Ι, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 87-88.

[4] Βλ. Νικόδημος (Βαλληνδρᾶς), Μητροπολίτης Πατρῶν, «Περὶ τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ καὶ τῆς χρήσεως αὐτοῦ», στὸ pentapostagma.gr/arheio/19066_peri-toy-megaloy-agiasmoy-kai-tis-hriseos-aytoy.

[5] «Ἐν πάσαις ταῖς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς τῶν νηστειῶν ἡμέραις, παρεκτὸς Σαββάτου, καὶ Κυριακῆς, καὶ τῆς ἁγίας τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἡμέρας, γινέσθω ἡ τῶν προηγιασμένων ἱερὰ λειτουργία».   Σύμφωνα δὲ μὲ τὸν Ἃγ. Συμεών Θεσσαλονίκης: «Ἐπεί γὰρ ἀναγκαιοτάτη  πρὸ παντὸς ἡ φρικτοτάτη καὶ ἱερὰ τελετή, καὶ τοῦ κόσμου παντὸς σωτήριον, οὐκ ἒδοξεν δίκαιον εἶναι καθόλου πεπαῦσθαι ταύτην οὐδὲ κατ’  αὐτὴν τὴν μεγάλην ὀνομαζομένην καὶ οὖσαν Τεσσαρακοστήν. Διὸ καὶ ἐν αὐτῇ κατὰ Σάββατον μὲν οἱ Πατέρες διετυπώσαντο καὶ Κυριακήν, τὴν ἱερὰν ἐπιτελεῖν ἡμᾶς θυσίαν, ἐκπληροῦντες τὸ τοῦ Κυρίου παράγγελμα… Ἐν ταῖς πέντε δὲ ἡμέραις λειτουργεῖν προηγιασμένα, καὶ οὐδ’ ἐν ἄλλῃ τινὶ ἡμέρᾳ τὴν ἀναίμακτον καὶ ζωόθυτον  θυσίαν τελεῖσθαι οὐ νενομοθετήκασι» (PG 155, 904B).

[6] Λαοδ-49: Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ ἄρτον προσφέρειν, εἰ μὴ ἐν Σαββάτῳ καὶ Κυριακῇ μόνον», βλ. σχόλια Ζωναρᾶ καὶ Βαλσαμῶνος στὸν Στ-52, στὸ Γ. Ράλλη-Μ.Ποτλή, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2002, τ. Β΄, σ. 427-428.

[7] Λαοδ-51: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τῇ Τεσσαρακοστῇ μαρτύρων γενέθλια ἐπιτελεῖν, ἀλλὰ τῶν ἁγίων μαρτύρων μνήμας ποιεῖν ἐν τοῖς Σαββάτοις καὶ ταῖς Κυριακαῖς».

[8]anastasiosk.blogspot.com/2021/04/blog-post_734.html, «Καὶ ἀναστάντα τῇ δευτέρα ἡμέρα κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐντολάς»! | ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ (wordpress.com)

[9] Σχόλιο στὸν Στ-89, Πηδάλιον, ἐκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 297-298.

[10] Νικηφ-9: «Δεῖ μεταδιδόναι τῆς θείας Κοινωνίας τῷ ἀσθενούντι ἀποθανεῖν κινδυνεύοντι, καὶ μετὰ τὸ γεύσασθαι βρώσεως».

, , , ,

Σχολιάστε

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΗΘΟΣ καὶ ΣΑΜΟΣΦΙΑΤΟΙ (Αὐτοχειροτόνητοι)

 

Πάτρα 2 . 2 . 2019

Ἐκκλησιαστικὸ ἦθος καὶ … σαμοσφιάτοι!

Πρωτοπρεσβύτερος
Ἀναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
τηλ. 6945-377621, agotsopo@gmail.com

.             Ἐνθρονίζεται αὔριο (σήμερα) ὁ νέος «προκαθήμενος» τῆς νέας «αὐτοκέφαλης» ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας, ὁ «Μητροπολίτης Κιέβου καὶ πάσης Οὐκρανίας» Ἐπιφάνιος.
.             Ἡ συμμετοχή στήν ἐνθρόνιση ἑνός Προκαθημένου ἐπιμαρτυρεῖ τήν ἑνότητα τῆς τοπικῆς Εκκλησίας καί παράλληλα διασαλπίζει τήν ἑνότητα τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ αὐριανή ἐνθρόνιση ἐπιμαρτυρεῖ καί διασαλπίζει ἀκριβῶς τά ἀντίθετα: τό παρατεινόμενο σχίσμα στήν Οὐκρανία ἀλλά καί τή διάλυση τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν λόγῳ τῆς βίαιης ἐκκλησιαστικῆς ἀπόσχισης τῆς Οὐκρανίας ἀπό τήν Ρωσία μέ τήν ὁποία ἐπί αἰῶνες ἦταν ἐκκλησιαστικά συνδεδεμένη.
.             Ἡ βέβαιη ἀπουσία ἀπό τήν αὐριανή «ἐνθρόνιση» καί τῶν 90 κανονικῶν ἐπισκόπων, τῶν ἐκπροσώπων τῶν 12.000 ἐνοριῶν καί τῶν 5.000 μοναχῶν καί τῶν ἑκατομμυρίων πιστῶν τῆς Οὐκρανίας, πού παρά τίς πιέσεις παραμένουν σέ κοινωνία μέ τήν κανονική Ἐκκλησία καί δι’ Αὐτῆς μέ τήν καθ’ ὅλου Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παράλληλα μέ τήν ἄρνηση συμμετοχῆς σχεδόν ὅλων τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἶναι γεγονός μοναδικό στήν Ὀρθοδοξία. Ἠχηρὴ εἶναι καὶ ἡ ἀπουσία ἐκπροσώπων τοῦ Ἁγ. Ὄρους, τὸ ὁποῖο δὲν ὑπέκυψε στὶς πιέσεις καὶ μὲ ἀπόφασή Του ἀρνήθηκε νὰ στείλει ἐκπροσώπηση! Ἡ συμμετοχὴ δύο ἁγιορειτῶν ἡγουμένων (ὄχι τοῦ οὐκρανοῦ στήν καταγωγή Ἡγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Παντελεήμονος!) στὴ συνοδεία τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὄχι ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγ. Ὄρους, εἶναι ἐνδεικτική τῆς τραγικῆς κατάστασης τῆς «νέας» ἐκκλησίας.
Εἶναι σίγουρο ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δὲν μπορεῖ νὰ αἰσθάνεται δικαιωμένο καί ὑπερήφανο γιὰ τὶς ἐπιλογές Του καὶ τὴ διαδικασία ποὺ ἀκολούθησε. Ἴσως εἶναι ἡ πρώτη φορὰ στὴ νεώτερη ἱστορία Του, ὅπου τόσο ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἐπιλογὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου τυγχάνει τέτοιας ἀπορρίψεως ἀπὸ τὴν πανορθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Καί σκεφτεῖτε τί ἔχει νά ὑποστεῖ ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος ἐν καιρῷ ἀπό τό ἦθος τῶν ἀνθρώπων μέ τούς ὁποίους Αὐτό συνεργάστηκε γιά τήν «αὐτοκεφαλία»…
.             Ἄν ἡ ἀπουσία ἐκπροσώπων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἶναι τραγικὴ γιὰ τὴν ἑνότητά Της, τραγικότερα εἶναι τὰ πρῶτα δείγματα γραφῆς τοῦ νέου «προκαθημένου».
.             Δέκα μέρες μετὰ τὴν παραλαβὴ τοῦ «Τόμου» (6.1.2019) καὶ πρὶν καλὰ-καλὰ «ἐνθρονιστεῖ», ὁ νέος «προκαθήμενος» ἔσπευσε νὰ τιμήσει τὸν Βασίλειο Λιπκόφσκη (Vasyl Lypkivsky). Παρουσίᾳ τοῦ προέδρου Ποροσένκο καὶ ἑνός «ἐπισκόπου»   τῆς νέας του ἐκκλησίας, στὶς 18.1.19 στὸ Cherkasy τῆς Οὐκρανίας ὁ Ἐπιφάνιος ἔκανε τὰ ἀποκαλυπτήρια μεγάλου ἀδριάντος πρὸς τιμὴν τοῦ Vasyl Lypkivsky, στὸν ὁποῖο ὁ τιμώμενος εἰκονίζεται ὡς ἀρχιερέας ! Ποιὸς εἶναι ὁ Vasyl Lypkivsky; (στά ρωσικά: Λιπκόφσκη, στά οὐκρανικά: Λιπκίφσκη)
.             Καθηρημένος Οὐκρανὸς ἱερέας, στὴ συνέχεια αὐτοχειροτόνητος «ἀρχιεπίσκοπος», καὶ ἀργότερα αὐτοανακηρυγμένος «Πατριάρχης Κιέβου καὶ πάσης Οὐρανίας»! Τὸ 1921 ἵδρυσε τὴν «Οὐκρανικὴ Αὐτοκέφαλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»! Ἡ ὁμάδα τοῦ Lypkivsky ἀνασυστάθηκε τὸ 1990 καὶ σήμερα ἔχει ἀρχηγὸ τὸν Μακάριο (Μαλέτιτς) ποὺ τὸ Σεπτὸ Κέντρο τὸν «ἀποκατέστησε στὴν ἀρχιερωσύνη» (!) μαζὶ μὲ τοὺς «ἐπισκόπους» του… Στὴ «νέα» Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας συμμετέχουν περίπου 15 «ἐπίσκοποι» ἐκ τῆς «μερίδος τῶν αὐτοχειροτονηθέντων», ὅπως τοὺς χαρακτηρίζει ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος!
.             Ἄς δοῦμε λίγο πιὸ ἀναλυτικὰ ποιὸν ἄνθρωπο ἔσπευσε νά τιμήσει ὁ νέος «προκαθήμενος» Ἐπιφάνιος:
.             Στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1921 ὁρισμένοι καθηρημένοι καὶ ἀναθεματισμένοι Οὐκρανοὶ ἱερεῖς ἀκολουθούμενοι ἀπὸ λαϊκοὺς συνῆλθαν στὸ Κίεβο σὲ σοβιετικοῦ τύπου λαϊκὴ συνέλευση τὴν ὁποία ὀνόμασαν «Πανουκρανικὴ Σύνοδο κλήρου καὶ λαϊκῶν» καὶ ἀνακήρυξαν τὸ «αὐτοκέφαλο» τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας, ἱδρύοντας τὴν «Οὐκρανικὴ Αὐτοκέφαλη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»! Στὴ «σύνοδο» αὐτὴ δὲν συμμετεῖχε οὔτε ἕνας ἐπίσκοπος!
.             Ὁ διαπρεπὴς ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος, ἀναφέρει σχετικά : «Ἀλλὰ καταφανὴς ἦτο ἡ ἀνάγκη ἐπισκόπων… Ἡ πανουκρανικὴ Σύνοδος ἀποτυχοῦσα ὅπως προσελκύσῃ εἰς τὰς ἀπόψεις αὐτῆς τινὰς ἐκ τῶν κανονικῶν ἐν Οὐκρανίᾳ Ἱεραρχῶν (σημ. συντ.: ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται…) ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο παρὰ τοὺς ρητοὺς ἱεροὺς κανόνας νὰ ἀπορρίψῃ τὴν διαχρονικότητα τῆς ἀρχιερωσύνης καὶ νὰ ἱδρύσῃ αὐτὴ αὕτη ἰδίαν διὰ τοὺς Οὐκρανοὺς Ἱεραρχίαν. Καὶ θεῖσα οὕτω εἰς ἐνέργειαν τὰς ἀπόψεις αὐτῆς ὄχι μόνον ἐψήφισεν ἐπισκόπους, ἀλλὰ διέταξε τὴν χειροτονία αὐτῶν»! Στὶς 23 Ὀκτωβρίου 1921 «ἐν τῷ καταληφθέντι καθεδρικῷ ναῷ τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ Κιέβου ὁ δι᾽ ἐκκλησιαστικὰ ἐγκλήματα καθαιρεθεὶς ἀπὸ τοῦ ἱερατικοῦ βαθμοῦ πρωθιερεὺς Νέστωρ Σαρκέβσκη ὁμοῦ μετ’ ἄλλων πρεσβυτέρων καὶ διακόνων, τῇ συμμετοχῇ καὶ λαϊκῶν, ἐν οἷς καὶ γυναῖκες, ἀνέδειξαν ἐπίσκοπον δι’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτοῦ, τὸν δι’ ἐκκλησιαστικὰ ἐπίσης ἐγκλήματα καθαιρεθέντα πρώην πρωθιερέα Βασίλειον Λιπκόβσκη, ἔγγαμον ὄντα, ὀνομασθέντα «Μητροπολίτην Κιέβου καὶ πάσης Οὐκρανίας». Τὴν ἑπομένην οὗτος ἐχειροτόνησε τὸν Νέστορα Σαρκέβσκη ἐπίσκοπον, ἀμφότεροι δὲ οὗτοι προέβησαν ἀκολούθως εἰς χειροτονίας ψευδοεπισκόπων, ψευδοϊερέων καὶ ψευδοδιακόνων» (Μάξιμος, Μητροπολίτης Σάρδεων, «Τό Οὐκρανικόν ἐκκλησιαστικόν ζήτημα», στό Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου (+) Συλλογή μελετῶν καί κειμένων, προνοίᾳ καί ἐπιστασίᾳ Μητρ. Ἐλβετίας Δαμασκηνοῦ, ἐκδ. Ἐπέκταση, 1998, σ. 130, 146-147 καί Κληρονομία, τ. 5(1973) σσ. 199-246, βλ. καί Μεθοδίου Φούγια, Ἐκκλησία αὐτοχειροτονήτων (Ἐκκλησία Ληπκώβ), Ἀλεξάνδρεια 1955.).
.             Στὴν ἀνωτέρω ἀναφορὰ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Σάρδεων νὰ προσθέσουμε ὅτι κατὰ τὶς «χειροτονίες» τῶν Βασιλείου Λιπκόφσκη καὶ Νέστορα Σαρκέβσκη ἐτέθη ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν «χειροτονουμένων» τμῆμα λειψάνου (χειρὸς) τοῦ ἱερομάρτυρος Μακαρίου, ἐπισκόπου Κιέβου! Προφανῶς, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ … ἔγκυρη ἡ «χειροτονία»!
.             Λόγῳ τοῦ ἀνίερου καὶ ἱερόσυλου τρόπου τῶν «χειροτονιῶν» ἡ ὁμάδα αὐτὴ ὀνομάστηκε στή συνείδηση τοῦ λαοῦ «σαμοσφιὰτοι» = «αὐτοχειροτόνητοι»! Ἐπισημαίνεται γιὰ νὰ γίνει κατανοητὴ ἡ σοβαρότητα τοῦ ζητήματος γιὰ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία ὅτι ἡ ὁμάδα τοῦ αὐτοχειροτόνητου Vasyl Lypkivsky μέσα σὲ δυόμισι χρόνια, «στὶς ἀρχὲς τοῦ 1924 εἶχε 30 ἐπισκόπους καὶ περίπου 1.500 ἱερεῖς καὶ διακόνους ποῦ ὑπηρετοῦσαν σὲ σχεδὸν 1.100 ἐνορίες», ἐνῶ ἔχει γίνει διασπορά της σὲ Εὐρώπη καὶ Ἀμερική!
.             Κατά τόν Μητροπολίτη Σάρδεων Μάξιμο, ὁ Vasyl Lypkivsky ἐφάρμοσε τήν ἒγγαμο ἀρχιερωσύνη, τή δευτερογαμία καί τριτογαμία τῶν κληρικῶν καί τήν ἀπόρριψη τοῦ μοναχισμοῦ!   Ὑψηλό, ἀξιομίμητο, ἐκκλησιαστικό ἦθος, ἄξιο κάθε τιμῆς καί σεβασμοῦ …
.             Καὶ καταλήγει τὴ σχετική του ἀναφορὰ ὁ Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος: «Ὁ ὡς ἄνω αὐτοχειροτονήτως τὸν ἐπισκοπικὸν βαθμὸν καὶ τὸν τίτλον τοῦ “Μητροπολίτου Κιέβου καὶ πάσης Οὐκρανίας” ἰδιοποιηθείς Βασίλειος Λιπκόβσκη ἀπηυθύνθη ἐπανειλημμένως πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐξαιτούμενος ἐπικοινωνίαν καὶ εὐλογίαν καὶ δικαιολογῶν ἀδικαιολογήτως τὴν αὐτοχειροτόνητον ἑαυτοῦ καὶ τῶν ἄλλων χειροτονίαν … Περιττὸν βεβαίως καὶ νὰ λεχθῇ οὐδεμίας ἔτυχε, ὡς εἰκός, ἀπὸ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπαντήσεως». Ποῦ εἶσαι, ἀείμνηστε Ἱεράρχα Μάξιμε, νά δεῖς τήν ἀξιοθρήνητη ἐξέλιξη…
.             Ἐπισημαίνω μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση ὅτι τὰ ἀνωτέρω δὲν τὰ ἀναφέρουν οἱ Ρῶσοι γιά νά… συκοφαντήσουν τόν «ἀπόστολο τῆς Οὐκανικῆς Ἐκκλησίας», ἀλλὰ ὁ διαπρεπὴς ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀείμνηστος Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος!
.             Ἀπὸ αὐτὴ τὴν «μερίδα τῶν αὐτοχειροτονήτων» ἕλκει τὴν ἀρχιερατικὴ «καταγωγὴ» καὶ ἔλαβε ἐκκλησιαστικὴ «ὑπόσταση» ἡ μία ἀπὸ τὶς δύο σχισματικὲς ὁμάδες ποὺ συγκρότησαν τὴν νέα «αὐτοκέφαλη» ἐκκλησία, ἡ ὁμάδα τοῦ Μακαρίου (Μαλέτιτς)! Ἔτσι, στὴ «σύνοδο» τῆς νέας «ἐκκλησίας» συμμετέχουν 15 «ἐπίσκοποι»   ποὺ ἕλκουν τὴ «χειροτονία» τους ἀπὸ τὴ «μερίδα τῶν αὐτοχειροτονήτων», τοὺς σαμοσφιάτοι!
.             Συνεπῶς, τίθενται σοβαρότατα ἐρωτηματικὰ γιὰ τὴν κανονικότητα τῆς εἰς ἐπίσκοπον «χειροτονίας» τοῦ σημερινοῦ ἀρχηγοῦ, τοῦ Μακαρίου (Μαλέτιτς), καὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ «χειροτονηθέντων», ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἀνήκουν σὲ σχισματικὴ ὁμάδα ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀποστολικὴ διαδοχή! Εἶναι ἀπορίας ἄξιο καὶ ἐπιτείνει τὶς ἀνησυχίες τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δὲν ἀναφέρθηκε καθόλου στὸ σοβαρότατο αὐτὸ ζήτημα στὶς ἐπίσημες ἀνακοινώσεις Του γιὰ τὴ συγκρότηση τῆς «ἑνωτικῆς» συνόδου τῆς 15.12.18 καὶ τὴ χορήγηση τῆς «αὐτοκεφαλίας». Σιωπᾶ…
Ἀπὸ τέτοιου ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους αὐτοχειροτόνητο «ἐπίσκοπο» ἕλκει τὴν χειροτονία τὸ 30% τῶν «ἀρχιερέων» τῆς νέας «Ἐκκλησίας» πού ἵδρυσε ἡ Κωνσταντινούπολη στὴν Οὐκρανία!
.             Αὐτὸν τὸν καθηρημένο καί αὐτοχειροτόνητο «ἐπίσκοπο» καί αὐτοχρισθέντα «πατριάρχη» τίμησε ὁ νέος «προκαθήμενος». Αὐτὸν τὸν «προκαθήμενο» καλοῦνται οἱ τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νὰ ἀναγνωρίσουν…
.             Οἱ Προκαθήμενοι καί οἱ ἀρχιερεῖς τῶν κατὰ τόπους Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καλοῦνται μὲ συναίσθηση τῆς μεγάλης εὐθύνης τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Λαοῦ Του νά πράξουν ὅ,τι ἐπιτάσσει ἡ Ἀρχιερατική τους συνείδηση πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Του Ἐκκλησίας.

π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος

Υ.Γ.:

1. Ἀξίζει μία ἐπισήμανση: Ἀπό τίς φωτογραφίες πού δημοσίευσε ἡ Προεδρεία τῆς Οὐκρανικῆς Δημοκρατίας καί τό video τῆς τιμητικῆς ἐκδήλωσης προκύπτει μέ βεβαιότητα ὅτι δέν χαίρει ἐκτιμήσεως στό λαό ὁ Βασίλειος Λιπκόφσκη καί ἡ ἐκδήλωση πρός τιμή του ἀπέτυχε πλήρως. Ἄν συνεκτιμήσουμε ὅτι στό Cherkasy, πόλη 280.000 κατοίκων στήν κεντρική καί ὄχι στήν ἀνατολική Οὐκρανία, πού, μάλιστα, εἶναι γενέτειρα τοῦ τιμώμενου «Μητροπολίτου Κιέβου» Β. Λιπκόφσκι, ἦταν παρών ὁ Πρόεδρος τῆς Οὐκρανίας καί ὁ νέος «προκαθήμενος» Ἐπιφάνιος, οἱ μόλις 3-4 κληρικοί καί μόλις μερικές ἑκατοντάδες παρόντες πολίτες καταδεικνύουν ὅτι οἱ πιστοί τῆς Οὐκρανίας δέν ἀποδέχονται αὐτά πού προσπαθοῦν νά τούς ἐπιβάλουν τά δυτικά συμφέροντα μέσῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως… Ὁ λαός τοῦ Cherkasy ἀποδοκίμασε καί τόν Λιπκόφσκη καί τόν Ἐπιφάνιο καί τόν Ποροσένκο καί ὅ,τι αὐτοί ἐκπροσωποῦν καί ἐκφράζουν…

2. Στίς συνημμένες φωτογραφίες διακρίνονται ὁ πρόεδρος τῆς Οὐκρανίας Ποροσένκο, ὁ νέος «προκαθήμενος» Ἐπιφάνιος μέ ἕνα «ἐπίσκοπο», τό μνημεῖο τοῦ Lypkivsky μέ τήν ἐπιγραφή στή βάση του «ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΛΙΠΚΙΒΣΚΥ» καί, φυσικά ὁ «Τόμος τῆς Αὐτοκεφαλίας», τόν ὁποῖο ὁ Ποροσένκο παρουσιάζει – καί δικαίως – ὡς ἐπίτευγμά του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ καὶ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ στὰ Πρακτικὰ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμεν. Συνόδων

%ce%b5%ce%ba%ce%ba%ce%bb-%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bc-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%bf%ce%b4%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bbΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ καὶ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ
στὰ Πρακτικὰ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν  Οἰκουμεν. Συνόδων

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πατρῶν
κ. κ. Χρυσοστόμου

Προλογίζοντας τὴν διπλωματικὴ ἐργασία τοῦ Αἰδεσιμολoγιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου, Κληρικοῦ τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερᾶς καὶ Ἀποστολικῆς Μητροπόλεως, μὲ θέμα: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της στὰ πρακτικὰ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων», αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ σημειώσω κάποιες σκέψεις τόσο γιὰ τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχολεῖται ὁ π. Ἀναστάσιος στὴν ὡς εἴρηται ἐργασία, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο. 

Εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ ἐνασχόληση μὲ τὰ περὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης στὴν συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο καὶ μάλιστα σὲ σχέση μὲ τὰ πρακτικὰ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθ᾽ ὅσον πολλὴ συζήτησις γίνεται καὶ στὶς ἡμέρες μας γιὰ τὴν θέση τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης στὴν πορεία τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἕως τῆς σήμερον.

Ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας ἀπὸ τὰς ἀψευδεῖς πηγᾶς, φωτίζει τὶς πτυχὲς τοῦ τόσο ἐνδιαφέροντος διαχρονικὰ ζητήματος, ἰδιαιτέρως δὲ τὸ περὶ τοῦ «πρωτείου» θέμα καὶ ἐκεῖνο περὶ τῆς «οὐνίας». Ἀκανθωδέστατα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δυναμιτίζουν τὸν ὅποιο διάλογο ἤθελε διεξαχθῆ, ἀνάμεσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική, μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ στὴν Δύση.

Ὁ π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, εἶναι κληρικὸς ζηλωτὴς μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ σφρίγος πνευματικό. Ἡ ἐνασχόλησή του μὲ τὰ θέματα τῆς πίστεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας καὶ μάλιστα λεπτομερῶς καὶ εἰς βάθος, τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὶς διαχριστιανικὲς σχέσεις μὲ γνώμονα πάντοτε τὴν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια καὶ ἡ σταθερὰ προσήλωσή του στὴν ἁγία παράδοση τῆς Ἁγιωτάτης ἠμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὸν ἔχουν ἀναδείξει βαθυνούστατον μελετητὴν καὶ αὐστηρὸν θεολόγον μεταξὺ τῶν συμπρεσβυτέρων του.

Τὸν συνοδεύει πάντοτε ἡ ἀγάπη μας καὶ ἡ εὐχή μας γιὰ ὅ,τι καλὸν καὶ πνευματικὸν πρὸς δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι ὀρθοδόξως προσκυνουμένου Θεοῦ ἠμῶν καὶ φωτισμὸν μέσω τῶν τῆς Ἐκκλησίας μᾶς δογμάτων καὶ σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν ἐπαινοῦμε γιὰ τὸ ὡραῖο ἀνὰ χεῖρας πόνημά του καὶ δεόμεθα τοῦ Κυρίου ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τῆς εὐσεβοῦς οἰκογενείας του, στὴν ὁποία ἐν συγκινήσει ἐδιαβάσαμε, ὅτι ἀφιερώνει τὴν παροῦσα ἐργασία του.

 

 

,

Σχολιάστε

«Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΩΜΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ»

«Ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης
στήν κοινωνία τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς α´ χιλιετίας»
*

Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἀναστάσιος K. Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
τηλ. 6945-377621, agotsopo@gmail.com

[Ἐν ὄψει τῆς ΙΔ´ συναντήσεως τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς
τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου

Ὀρθοδόξων-Ρωμαιοκαθολικῶν στό Chieti τῆς Ἰταλίας (15-22.9.2016)]

4- Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ-Μ. ΛΑΥΡΑ ΑΓ. ΟΡΟΣἈπὸ τὴ μελέτη τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μποροῦμε μὲ βεβαιότητα νὰ καθορίσουμε τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης καὶ τοῦ ἐπισκόπου της στὴν κοινωνία τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων:

Α´ Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης.

  1. Εἶναι σαφὲς τὸ αὐξημένο κῦρος καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ τιμὴ ποὺ ἀπονεμόταν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Συνακόλουθα, στὸν ἐπίσκοπό της ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀναγνωρίσει πρωτεῖο τιμῆς καὶ προκαθεδρίας στὴν τάξη τῶν τιμηθέντων μὲ πρεσβεῖα Πατριαρχικῶν Θρόνων. Οἱ λόγοι εἶναι σαφεῖς: α) ἦταν ἡ Ἐκκλησία τῆς «μεγαλωνύμου Ρώμης», τῆς πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας, β) ἦταν δραστήρια στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ στὴν συναντίληψη ἄλλων ἐμπεριστάτων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ γ) ἦταν ἡ μοναδικὴ πόλη στὸ δυτικὸ-λατινικὸ κόσμο ποὺ δέχθηκε τὴν παρουσία καὶ τὸ κήρυγμα τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ἐκεῖ μαρτύρησαν καὶ ἡ ὁποία διατηροῦσε τοὺς Τάφους τους.

  2. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἐκαυχάτο ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ἀποστολικὴ καταγωγή της ἀπὸ τοὺς Πρωτοκορυφαίους, τὴν ὁποία, προϊόντος τοῦ χρόνου, περιόρισε καὶ διαμόρφωσε σὲ «πέτρειο». Θὰ πρέπει ὅμως νὰ σημειωθεῖ ὅτι σὲ κανένα κανόνα Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἡ ἀπόδοση πρεσβείων τιμῆς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης δὲν συνδέεται μὲ τὴν ἀποστολικὴ προέλευσή της, ἡ ὁποία κατὰ τὰ ἄλλα θεωρεῖται δεδομένη.

  3. Στὴν Ἀνατολὴ ἡ ἔννοια τῆς ἀποστολικότητος νοηματοδοτήθηκε διαφορετικὰ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπέκτησε ἄλλη βαρύτητα. Ταυτόχρονα ὅμως σύνολη ἡ Ἐκκλησία ἀποδεχόταν ὅτι ἡ ἀποστολικότητα δὲν ἦταν ἀποκλειστικὸ προνόμιο τῆς Ρώμης, ἀλλὰ ἀφοροῦσε καὶ στοὺς τιμηθέντες μὲ ἐξαιρετικὰ προνόμια θρόνους τῆς Ἀνατολῆς.

  4. Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία – σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση – εἶχε ἀναγνωρίσει στὸν ἐπίσκοπο Ρώμης πρωτεῖο τιμῆς καὶ πρωτοκαθεδρίας . ὄχι ὅμως πρωτεῖο ἐξουσίας (ὑπεροχικῆς δικαιοδοσίας) ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κατὰ καιροὺς προσπάθεια ρωμαίων παραγόντων νὰ δώσουν στὰ πρεσβεῖα τιμῆς τὴ διάσταση πρωτείου ἐξουσίας, «πέτρειας» μάλιστα προελεύσεως, δὲν ἀφοροῦσε στὸ σύνολο τῶν ἐπισκόπων Ρώμης καὶ φυσικὰ δὲν ἦταν ἡ πάγια καὶ σταθερὴ ἐκκλησιολογικὴ θέση σύνολης τῆς Δυτικῆς-Λατινικῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐποχῆς τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

  5. Ὅταν προέκυπτε μεῖζον θέμα πίστεως καὶ ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, κάθε ἐπίσκοπος, πολλῷ μᾶλλον ὁ τῆς «μεγαλωνύμου Ρώμης», εἶχε ὄχι μόνο τὸ ἀναφαίρετο δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τό ἐπιτακτικὸ καθῆκον ἐπεμβάσεως ἀκόμα καὶ σὲ ἄλλη τοπικὴ Ἐκκλησία. Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ ἦταν ἀπολύτως ἀποδεκτὴ κατὰ τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μάλιστα σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα δὲν ὑφίστατο ὑποχρεωτικὰ στὴν κοινωνία μὲ τὸν ἔχοντα τὴν προκαθεδρία ἢ τὰ πρεσβεῖα τιμῆς θρόνο, ἀλλὰ μὲ αὐτὸν ὁ ὁποῖος στὴν συγκεκριμένη περίπτωση ἐξέφραζε τὴν ἀληθῆ πίστη καί διέθετε τὸ «πρωτεῖο ἀληθείας». Αὐτὸ συνέβη μὲ τὸν Ἃγ. Κύριλλο στὴν Γ΄ ἢ τὸν πάπα Ἃγ. Λέοντα στὴν Δ΄ Οἰκουμενική. Ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πλευρὰ, ὅταν ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης δὲν ἀποδεικνυόταν ἀντάξιος τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας ἡ κοινωνία μὲ αὐτὸν διακοπτόταν ὄχι μὸνο ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοπικὲς Ἐκκλησίες τῆς Δύσεως.

Β´ Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι.

  1. 1. Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ἀπετέλεσαν γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία κορυφαῖες στιγμὲς φανερώσεως τῆς ἐν τῇ Ἀληθείᾳ ἑνότητός Της. Παράλληλα, ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία κατέστησε ἀπολύτως σαφὲς ὅτι ὑπέρτατη Ἀρχὴ καὶ Αὐθεντία στήν Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα πρόσωπο, ἀλλὰ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τὶς ἀποφάσεις τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦνται ὅλοι νὰ σέβονται.

  2. Ἡ εὐθύνη τῆς συγκλήσεως τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀνῆκε ἀποκλειστικὰ στὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος καθόριζε καὶ τὶς σχετικὲς διαδικασίες. Ἀσφαλῶς, ἡ συνεννόηση μὲ τοὺς ἐπισκόπους τῶν πρωτοθρόνων Ἐκκλησιῶν καὶ κυρίως μὲ τὸν Ρώμης καὶ τὸν Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ἐπιβεβλημένη. Ὅμως ἡ προκαθεδρία τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης δὲν τοῦ παρεῖχε τὸ δικαίωμα τοῦ καθορισμοῦ τῶν διαδικαστικῶν θεμάτων τῶν Συνόδων, οὔτε δικαίωμα ἀρνησικυρίας.

  3. Σὲ καμία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο δὲν παρέστη προσωπικὰ ὁ ἴδιος ὁ πάπας, ἀλλὰ στὶς περισσότερες ἐκπροσωπήθηκε. Ἐπίσης, σὲ καμία Σύνοδο δὲν προήδρευσαν οἱ τοποτηρητές του. Ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὸ ρόλο τοῦ πάπα Ρώμης στὴ κοινωνία τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ ὁποία, ἐκτός τοῦ θεολογικοῦ ζητήματος τῶν Τριῶν Κεφαλαίων, ἀπεφάνθη καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καταδικάζοντας τὸν πάπα Βιγίλιο μετὰ τὴν ἀδικαιολόγητη ἄρνησή του νὰ συνεδρεύσει μὲ τοὺς ἄλλους Πατριάρχες. Γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία – στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση – ὁ πάπας ὑπόκειται στὴ συνοδικὴ δικαστικὴ κρίση καὶ ἐξουσία σὲ θέματα ὄχι μόνο πίστεως ἀλλὰ καὶ κανονικῆς τάξεως.

  4. Τὸ κύριο ἔργο τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους ὡς πρωτοθρόνου τῶν Πατριαρχῶν ἦταν νὰ διατυπώσει στὴ δογματική του ἐπιστολή, ποὺ τρόπον τινὰ ἐπεῖχε θέση κεντρικῆς εἰσηγήσεως στὴ Σύνοδο, τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος θεολογικοῦ ζητήματος βάσει τῆς ὁποίας ἐπιστολῆς διεξάγονταν καί οἱ συνοδικὲς συζητήσεις. Συνεπῶς, ἡ θέση τοῦ πάπα Ρώμης κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἦταν ἐντὸς τῶν Συνόδων καὶ ὄχι ὑπεράνω αὐτῶν. Μόνο ὑπὸ τὴν προϋπόθεση τῆς συμμετοχῆς στὶς συνοδικὲς διαδικασίες ὁ πάπας ἀναγνωριζόταν ὡς «κεφαλὴ καὶ πατέρας καὶ πρῶτος» τῶν συνεδρευόντων αὐτῷ ἐπισκόπων καὶ πατριαρχῶν . δὲν ἀποφαινόταν αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ὑπήκουαν, ἀλλὰ «διασκέπτεται … μαζὶ μὲ ὅλους».

Γ´ Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης στὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

  1. Ἡ Ἐκκλησία ἐπεδίωκε μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀλλοίωση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τὴ διασάλευση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ποὺ προκαλοῦσε ἡ δράση τῶν αἱρέσεων. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ συμμετοχή, ἡ συμφωνία καὶ ἡ συμπόρευση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης καὶ συνακόλουθα τῆς «μέχρι τῶν κλιμάτων τοῦ ὠκεανοῦ» Ἐκκλησίας του στὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις ἦταν ἀπαραίτητη, κυρίως γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑνότητος μὲ τὴν ἀποτροπὴ τῆς δημιουργίας σχίσματος. Ἔτσι, ὅταν αὐτὸ ἐπιτυγχανόταν, ἦταν ἰδιαίτερα ἔκδηλη ἡ χαρὰ καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν συνοδικῶν Πατέρων τά ὁποῖα     ἐκφράζονταν μὲ ἔντονο τρόπο.

  2. Ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποφαίνεται ὡς ἀπόλυτη ἐξουσία ἔχουσα χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ βούληση ἢ τὶς ἀποφάσεις μεμονωμένων προσώπων. Καὶ ἡ πράξη αὐτὴ ἦταν ἀπολύτως ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ σύνολο τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. Ἔτσι, λήφθηκαν ἀποφάσεις ἀπόντος τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ἢ ἀκόμα καὶ παρὰ τὴν κατηγορηματικὴ ἀντίθεσή του. Ἐπιπλέον, ἀκόμα καὶ στὶς περιπτώσεις πού γίνονταν ἀποδεκτὲς οἱ προτάσεις του, εἶχε προηγηθεῖ ἡ βάσανος τοῦ συνοδικοῦ ἐλέγχου μὲ βάσει τὴν μέχρι τότε ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ, ἐφ’ ὅσον ἐξασφαλιζόταν ἡ συνοδικὴ συμφωνία, τότε γίνονταν οἱ προτάσεις τοῦ Ρώμης ἀποδεκτὲς.

.             Στὴ «συνοδικὴ ψῆφο», τὸν Ὅρο τῆς Ε´ Οἰκουμενικῆς, ἔχει καταγραφεῖ μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο καὶ κατηγορηματικὸ τρόπο ἡ θέση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας: «κατὰ τὰς κοινάς συνδιασκέψεις τὸ φῶς τῆς ἀληθείας διαλύει τὰ σκότη τοῦ ψεύδους, ἀφοῦ ἐκεῖ τίθενται ὑπὸ κρίσιν τὰ ἐξ ἑκατέρου μέρους προτεινόμενα πρὸς συζήτησιν. Διότι εἰς τὰ ζητήματα πίστεως κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προδικάσει κάτι διὰ λογαρισμὸ τοῦ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας καθ’ ὅσον ὅλοι μας ἔχομεν τὴν ἀνάγκη τοῦ πλησίον μας». Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ νὰ λέγαμε ὅτι ἡ Ε´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι προεῖδε τὴν ἐξέλιξη τῆς Δύσεως καὶ δογμάτισε καταδικάζοντας ρητῶς καὶ ἀπεριφράστως τὸ περὶ ἀλαθήτου δόγμα τῆς Α´ Βατικανῆς: Γιὰ τὴ Σύνοδο ὁ πάπας δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀλάθητος οὔτε ex sese, οὔτε ex consensu Ecclesiae.

  1. Ἡ προκαθεδρία τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, ἀλλὰ παράλληλα καὶ ἡ ἰσότητα τῶν πέντε Πατριαρχῶν ἐπιμαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τοὺς «τύπους ὑπογραφῆς» τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων. Ὅλοι οἱ πατριάρχες καθὼς καὶ οἱ ἐπίσκοποι ὑπογράφουν στὸν αὐτὸ «τόπο» καὶ μὲ ἑνιαῖο τρόπο σύμφωνα μὲ τὰ πρεσβεῖα τιμῆς τῶν πατριαρχικῶν Θρόνων. Ἀσφαλῶς ὡς πρωτόθρονος ὑπογράφει πρῶτος ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης. Ὁ πάπας οὐδέποτε διεκδίκησε, καὶ οὔτε θὰ μποροῦσαν νὰ τοῦ χορηγήσουν ἰδιαίτερο τύπο ὑπογραφῆς.

Δ´ Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες.

  1. Οἱ ἱεροὶ Κανόνες ὡς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀπηχοῦν ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ διαμορφώνουν τὸ ἦθος καὶ τὴν πράξη τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἡ περιφρόνηση τοῦ οἰκουμενικοῦ κύρους καὶ τῆς ἰσχύος τῶν κανόνων.

  2. Βασικοὶ κανόνες ποὺ ἀναφέρονται στὰ πρεσβεῖα τιμῆς τῶν πρωτοθρόνων πατριαρχικῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι οἱ A-6, A-7, Β-3, Δ-28 καὶ Στ-36. Ὁ πλέον καθοριστικὸς γιὰ τὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, εἶναι ὁ Δ-28, ὁ ὁποῖος ἑρμηνεύει τὸν Β-3 καὶ ἀποτελεῖ τὴ βάση τοῦ Στ-36. Ἡ σπουδαιότητα τοῦ Δ-28 ἔγκειται στὸ περιεχόμενό του ἀλλὰ καὶ στὴ διαδικασία ἐκδόσεως.                           α) Ἀναφορικὰ μὲ τὸ περιεχόμενο : περιβάλλει μεν μὲ κανονικὸ κῦρος τὰ πρεσβεῖα τιμῆς τῆς Ρώμης, χορηγώντας στὸν Κωνσταντινουπόλεως «τὰ ἴσα πρεσβεῖα» μὲ αὐτὰ τοῦ Ρώμης, ἀλλὰ παράλληλα προσβάλλει τὸ καιριότερο σημεῖο ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ – κατὰ τὴ Ρώμη – ὑπεροχὴ τοῦ παπικοῦ θρόνου ἔναντι τῶν ἄλλων πατριαρχικῶν θρόνων: τὴν «πέτρεια» ἀποστολικότητα καὶ τὴν «θείῳ δικαίῳ» χορήγηση τοῦ πρωτείου ἐξουσίας ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας.                                     β) Ὡς πρὸς τὴ διαδικασία ἐκδόσεως: Ἡ ὑπὸ τὸν Μ. Λέοντα κατηγορηματικὴ ἀντίθεση καὶ οἱ ἔντονες ἀντιδράσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης ὄχι μόνο δὲν ἀκύρωσαν τὸν Δ-28, ἀλλὰ οὔτε καὶ μείωσαν τὸ κῦρος, τὴν ἰσχὺ καὶ τὴν οἰκουμενικότητά του. Καὶ αὐτὸ ἦταν αὐτονόητο γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη, διότι ἦταν ἀδιανόητη γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἀκύρωση συνοδικῆς ἀποφάσεως καὶ μάλιστα Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπὸ μία Τοπικὴ Ἐκκλησία ἢ ἕνα πρόσωπο. Δὲν ἀναγνωριζόταν οὔτε στὸν πάπα τῆς Ρώμης κάποιο δικαίωμα ἐγκρίσεως ἢ ἀπορρίψεως τῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων . ἀντιθέτως αὐτὸς ὑποχρεωνόταν σὲ συμμόρφωση.

  3. Οἱ ρωμαϊκὲς ἀντιλήψεις πού μὲ ἰδιαίτερο σθένος ὑποστήριξε ὁ πάπας Μ. Λέων περὶ «πετρείου» ἀποστολικότητος τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης, Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας καὶ τῆς, λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀποστολικότητος, χορηγήσεως σέ αὐτές πρεσβείων δὲν ἀπέκτησαν κανένα κανονικὸ ἔρεισμα καὶ οὔτε ἄσκησαν κάποια ἐπίδραση στὴ ζωὴ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ Ρώμη δὲν τὶς ἀποδέχθηκε ἐν τῇ πράξει καὶ σύντομα τὶς ἐγκατέλειψε.

  4. Ἡ ϛ´ ἐν Τρούλλῳ (Πενθέκτη) Οἰκουμενικὴ Σύνοδος σὲ πέντε κανόνες καταδικάζει ἔθιμα ποὺ εἶχαν ἐπικρατήσει στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης.

Ε´ Ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση . «ἡ ἀρ­χὴ τῆς ποι­κι­λί­ας ἐν τῇ ἑνό­τη­τι».

.              Στὸν ἐπίσημο Θεολογικὸ Διάλογο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὴ Ρώμη ἔχει κατατεθεῖ ὡς πρόταση γιὰ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἀδιεξόδου ποὺ δημιουργοῦν τὰ παπικὰ δόγματα στὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν ἡ περίφημη «ἀρ­χὴ τῆς ποι­κι­λί­ας ἐν τῇ ἑνό­τη­τι». Ἡ πρόταση αὐτὴ, κατά τοὺς εἰσηγητές της, βασίζεται στὴν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως 879-880[1], ἀλλὰ μέ τόν τρόπο πού   προτείνεται, οὐσιαστικὰ ὑλοποιεῖ τὸ «περὶ Οἰκουμενισμοῦ»[2] Διάταγμα τῆς Β΄ Βατικανῆς[3] καὶ ἀναζητεῖ τὴν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ τῶν δογμάτων. Δηλαδή, οἱ μὲν Δυτικοὶ νὰ ἀποδέχονται τὸ περὶ τοῦ Ἀπ. Πέτρου δόγμα καὶ τὰ δόγματα τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου, ὅπως ἔχουν διατυπωθεῖ στὶς Α΄ καὶ Β΄ Βατικανὲς Συνόδους, χωρὶς ὅμως τὴν ἀπαίτηση νὰ τὰ ἐπιβάλουν στὴν Ἀνατολή, οἱ δὲ Ὀρθόδοξοι νὰ μποροῦν νὰ μὴν τὰ ἀποδέχονται, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν τὰ χαρακτηρίζουν ὡς αἱρετικὴ ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαία πίστη καὶ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τή διατύπωση τοῦ τότε Καρδιναλίου J. Ratzinger καὶ μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου XVI[4]! Σύμφωνα μέ τήν πρόταση αὐτή καὶ ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἔτσι πολιτεύτηκε: ἡ μὲν Δύση ἀποδεχόταν τὸ παπικὸ πρωτεῖο ἐξουσίας χωρὶς νὰ τὸ ἐπιβάλει στὴν Ἀνατολὴ καὶ ἡ Ἀνατολὴ ἀνεχόταν τὴ διαφοροποίηση αὐτὴ τῆς Δύσεως χωρὶς νὰ τὴν καταδικάζει ὡς ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπὴ . διαφορετικὰ πίστευε ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ εἴμαστε σὲ πλήρη ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία[5] . ἢ μὲ ἄλλα λόγια «ἡ νόμιμη διαφορὰ δὲν εἶναι καθόλου ἀντίθετη στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, μάλιστα αὐξάνει τὸ κόσμημά της καὶ συντελεῖ ὄχι λίγο στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς της»[6].
.            Πρὶν προβοῦμε στὴν ἀπαραίτητη σύντομη κριτικὴ στὴν πρόταση αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀποκρυπτογραφήσουμε τὴν πραγματικὴ διάστασή της. Ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικὸς ὡς πρὸς τὸ σημεῖο αὐτὸ ἦταν ὁ λόγος τοῦ πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ στοὺς Καθολικοὺς Ἀνατολικοὺς Πατριάρχες (Οὐνίτες) τὴν 29.9.1998.
.                   Εἶπε μεταξὺ ἄλλων ὁ πάπας στοὺς Οὐνίτες Πατριάρχες: «Σᾶς ζητῶ νὰ παράσχετε τὴ βοήθειά σας στὸν πάπα ἐν ὀνόματι τῆς ὑπευθυνότητας στὴν ἐπανασύσταση τῆς πλήρους κοινωνίας μὲ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες (OL § 24). Εἶσθε ὑπεύθυνοι διότι εἶσθε οἱ Πατριάρχες τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες μοιράζονται μὲ τὴν Ὀρθοδοξία ἕνα μεγάλο μέρος τῆς θεολογικῆς, λειτουργικῆς, πνευματικῆς καὶ κανονικῆς παραδόσεως. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐπιθυμῶ οἱ Ἐκκλησίες σας νὰ εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν συνεργάτες στὸν οἰκουμενικὸ διάλογο τῆς ἀγάπης καὶ στὸν θεολογικὸ διάλογο, εἴτε σὲ τοπικὸ εἴτε σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο» καὶ συνέχισε ὁ πάπας «Ὁ ἰδιαίτερος ρόλος τῶν Καθολικῶν Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν (σημ. συντ: Οὐνιτῶν) ἀντιστοιχεῖ σὲ αὐτὸν πού παραμένει κενὸς λόγῳ τῆς ἐλλείψεως πλήρους κοινωνίας μετὰ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Τόσο τὸ διάταγμα Orientalium Εcclesiarum τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, ὅσο καὶ ἡ Ἀποστολικὴ Διάταξη Sacri Canones (σ. ΙΧ-Χ) μὲ τὴν ὁποία δημοσιεύθηκε ὁ CCEO κατέστησαν σαφὲς πόσο ἡ ὑφιστάμενη κατάστασις καὶ οἱ κανόνες οἱ ὁποῖοι τὴν διέπουν εἶναι προσανατολισμένοι πρὸς τὴν πλήρη κοινωνία τὴν τόσο ἐπιθυμητὴ μεταξύ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἡ συνεργασία σας μὲ τὸν πάπα θὰ ἀποδείξει στὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὅτι ἡ παράδοση τῆς ‘’συνεργείας’’ μεταξὺ Ρώμης καὶ τῶν Πατριαρχείων συνεχίζει νὰ ὑφίσταται – ἂν καὶ περιορισμένη καὶ τετρωμένη – καὶ μπορεῖ ἀκόμη νὰ ἀναπτυχθεῖ γιὰ τὸ καλό τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκτείνεται σὲ ὁλόκληρη τὴ γῆ»[7].
.               Τὰ ἀνωτέρω καθιστοῦν σαφὲς ὅτι ἡ Ρώμη ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιδιώκει – παρὰ τὶς περὶ τοῦ ἀντιθέτου διαβεβαιώσεις[8] – ἡ πλήρης κοινωνία μὲ τὴν Ὀρθοδοξία νὰ ἐπιτευχθεῖ βάσει μιᾶς βελτιωμένης ἐκδόσεως τῆς Οὐνίας[9] πού νὰ μπορεῖ νὰ περιλαμβάνει καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους[10]. Πρὸς αὐτὴ τὴ στόχευση ἡ συμβολὴ τῆς ἀρχῆς τῆς «ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι» εἶναι καθοριστική[11], παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε ἱστορικὰ ἐπιβεβαιώνεται, οὔτε θεολογικὰ μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτή, ὅπως παρουσιάζεται.
.              Ἡ μελέτη τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταδεικνύει ὡς ἱστορικὰ ἀνεπέρειστο τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία τῆς α΄ χιλιετίας διαφορετικὰ πίστευε ἡ Ἀνατολὴ καὶ ἡ Δύση ἀναφορικὰ μὲ τὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης. Ἀντίθετα προκύπτει μὲ σαφήνεια ὅτι παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναγνωριζόταν στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἡ ἐκ τοῦ Ἀπ. Πέτρου καταγωγή, ἐν τούτοις ἀκόμη καὶ στὴν ἴδια τὴ Δυτικὴ-Λατινικὴ Ἐκκλησία δὲν ἦταν ἀποδεκτὴ καμία μορφὴ παπικῆς ὑπεροχικῆς δικαιοδοσίας (πρωτεῖο ἐξουσίας) ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἀναγνωριζόταν στὸν πάπα ἀποκλειστικὸ δικαίωμα στὴν ἔκφραση τῆς πίστεως, καὶ μάλιστα ἀλάθητο. Ὑπενθυμίζουμε ἐπιγραμματικὰ :

  1. Τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους καὶ τῶν παπικῶν λεγάτων τοῦ συνοδικοῦ ἐλέγχου τῶν δογματικῶν ἐπιστολῶν τῶν παπῶν Μ. Λέοντος, Ἁγ. Ἀγάθωνος καὶ Ἁγ. Ἀδριανοῦ μὲ τὸ ἐρώτημα ἂν εἶναι σύμφωνες μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση.

  2. Τὶς ἀπόψεις τοῦ πάπα Ἁγ. Λέοντος τοῦ Μεγάλου ἐναντίον τοῦ Δ-28, οἱ ὁποῖες δὲν ἔγιναν ἀποδεκτὲς οὔτε ἀπὸ διαδόχους του καὶ σύντομα ἐγκαταλή-φθηκαν καὶ στὴ Δύση μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Σχίσματος.

  3. Τὴν ἄρνηση κατ’ ἀρχήν τῶν δυτικῶν λατίνων ἐπισκόπων νὰ ἀποδεχθοῦν τὶς περὶ πίστεως ἀποφάσεις τοῦ πάπα Ρώμης Βιγιλίου καὶ συνακόλουθα τὶς κατ’ ἐπανάληψιν καταδικαστικὲς ἀποφάσεις Δυτικῶν Συνόδων (πρὸ καὶ μετὰ τὴν Ε΄ Οἰκουμενικὴ) ἐναντίον τοῦ συγκεκριμένου πάπα.

  4. Τὴν κατ’ ἐπανάληψιν ἐκφρασθεῖσα αὐτοσυνειδησία τοῦ ἰδίου τοῦ πάπα Βιγιλίου, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν διεκδίκησε κάποια, δῆθεν θείῳ δικαίῳ, ὑπερέχουσα ἐξουσία ἢ «πέτρειο» αὐθεντία βάσει τῆς ὁποίας ὑπεχρεοῦτο ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ λοιποὶ Πατριάρχες νὰ πειθαρχήσουν σ’ αὐτόν. Ἐπίσης, ὁ πάπας Βιγίλιος δὲν ἔθεσε θέμα ἀντικανονικότητος ἢ ἀκυρότητος τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λόγῳ τῆς διαφωνίας καὶ ἀπουσίας του. Ἀντίθετα, ὑποσχέθηκε ρητῶς ὅτι θὰ συμμορφωθεῖ στὴν ὅποια περὶ πίστεως ἀπόφαση τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ θεώρησε δίκαιη τὴν κατ’ αὐτοῦ καταδικαστικὴ ἀπόφασή της.

  5. Τό ὅτι ἡ σύγκληση ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ πάπα Ἁγ. Ἀγάθωνα τῆς Συνόδου τῶν 125 ἐπισκόπων ἀπὸ ὅλες τὶς περιοχὲς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης γιὰ τὴ συνοδικὴ ἀντιμετώπιση καὶ ἀπόφανση ἐπὶ τῆς αἱρέσεως τοῦ μονοθελητισμοῦ δείχνει τὴν πράξη καὶ τὸ στέρεο ἐκκλησιολογικὸ ἦθος τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης. Ἐνδεικτικὴ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορὰ τῆς Συνόδου τῆς Ρώμης ὅτι «ἐμεῖς μὲ πολὺ κόπο συγκεντρωθήκαμε» ἀπὸ «τῶν κλιμάτων τοῦ ὠκεανοῦ» μὲ σκοπὸ νὰ συνδιασκεφθοῦμε ἐν Συνόδῳ «ἵνα ἐξ ὅλης τῆς κοινότητος τῆς δουλικῆς ἡμῶν συνόδου ἡ ἡμετέρα ἀναφορὰ γενήσoιτο. μήπως ἐὰν μονομερῶς τὸ πραττόμενον γνωσθήσηται, τὸ μέρος λάθῃ».

  6. Τὴ σύμπραξη τῆς Ρώμης στὴν καταδίκη τοῦ πάπα Ὁνωρίου στὴν Στ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο.

  7. Ὅτι ἡ Δύση ἀποδέχονταν τὸν καθοριστικό ρόλο τοῦ αὐτοκράτορα στὸ διαδικαστικὸ μέρος τῆς Συνόδου καὶ ποτέ δέν ἐπέμεινε στὴ ἀνάληψη τῆς προεδρίας τῶν Οἰκουμενικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν τοπικῶν Συνόδων τῆς Δύσεως ἀπὸ τοὺς παπικοὺς ἀποκρισαρίους.

  8. Ὅτι μία σειρὰ κανόνων τοπικῶν Συνόδων καὶ Ἁγ. Πατέρων ἐπικυρωμένων ἀπὸ τὸν Στ-2 καὶ Ζ-1 ἐπιμαρτυροῦν ὅτι στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ στὸν ἐπίσκοπό της καὶ ἡ ἀρχαία Δυτικὴ-Λατινικὴ Ἐκκλησία ἀναγνώριζε, ὅπως καὶ ἡ Ἀνατολή, μεγάλο σεβασμὸ καὶ πρωτεῖο τιμῆς, ἀλλὰ ὄχι πρωτεῖο δικαιοδοσίας ἢ καὶ ἀλαθήτου καθορισμοῦ τῆς πίστεως . τὰ πρακτικὰ τῶν ἐν Καρθαγένῃ Συνόδων τῆς λατινικῆς βορειοαφρικανικῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἀποφάσεις τους γιὰ ἀπαγόρευση τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς στὴ Ρώμη ἢ ἡ διένεξη μεταξύ τοῦ πάπα Ἁγ. Στεφάνου καί τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ Καρχηδόνος γιὰ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν αὐτὸ ὑποδηλώνουν.

  9. Τέλος, ὁ ἐπίλογος τῆς ἐπιστολῆς τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης εἶναι ὁ πλέον ἐκφραστικός τοῦ κινδύνου πού διέβλεπαν οἱ λατῖνοι Πατέρες τῆς Β. Ἀφρικῆς κάτω ἀπὸ τὴν, ἐν τῇ γενέσει της, ἀπαίτηση τῆς Ρώμης γιὰ ἐπέκταση τῆς δικαιοδοσίας της στὴν κρίση τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἀφρικῆς: «Ἐκβιβαστάς τοίνυν κληρικοὺς ὑμῶν τινῶν αἰτούντων μὴ θέλετε ἀποστέλλειν, μήτε παραχωρεῖν, ἵνα μὴ τὸν καπνώδη τῦφον τοῦ κόσμου δόξωμεν εἰσάγειν τῇ τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίᾳ, ἣτις τὸ φῶς τῆς ἁπλότητος καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης τὴν ἡμέραν τοῖς τὸν Θεὸν ἰδεῖν ἐπιθυμοῦσι προσφέρει».

.               Τὰ ἀνωτέρω ἐπιβεβαιώνουν ὅτι καί στή Δυτικὴ Ἐκκλησία κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν ἀναγνωριζόταν στὸν ἐπίσκοπο Ρώμης «πέτρειο πρωτεῖο» ἢ «πέτρειο λειτούργημα ἑνότητος», οὔτε κάποια ὑπερέχουσα ἐξουσία ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας ἢ τὸ δικαίωμα τῆς ἀλαθήτου ἐκφράσεως τῆς πίστεως. Ἔτσι, οἱ σποραδικὲς ἐκφράσεις παπικῶν ἀντιπροσώπων ἢ ὁρισμένων ἐπιστολῶν καὶ ἂν ἀκόμα ἑρμηνευθοῦν ὡς δηλωτικὲς ἀπαιτήσεως κάποιου πρωτείου ἐξουσίας δὲν ἐξέφραζαν σύνολη τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, οὔτε ἀπηχοῦσαν τὴ δυτικὴ θεολογία σὲ ὅλη τὴν ἔκταση δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρώμης κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Συνεπῶς, κατά τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας στὶς βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς γιὰ τὸν ρόλο τῶν ἐπισκόπων τῶν πρωτοθρόνων Ἐκκλησιῶν συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ὑπῆρχε ταυτότητα ἀπόψεων μεταξὺ Ἀνατολῆς καί Δύσεως.
.             
Ἐπὶ πλέον δέ, καὶ ἂν ἀκόμα θεωρήσουμε ὅτι ὑπῆρχε σημαντικὴ διάσταση ἀπόψεων Ἀνατολῆς – Δύσεως κατὰ τοὺς ὀκτὼ πρώτους αἰῶνες, ἀναφορικὰ μὲ τὴν οὐσία καὶ τὸ ρόλο τοῦ τιμητικοῦ πρωτείου τοῦ Ρώμης – γεγονὸς ποὺ ὅπως καταδείξαμε δέν ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ πρακτικὰ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων – θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ διαφορὰ μὲ τὴ σημερινὴ πραγματικότητα εἶναι ἀβυσσαλέα μετὰ τὴ δογματοποίηση τῆς δῆθεν ὑπεροχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ἀπ. Πέτρου ἐπὶ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου στὶς Α´ καὶ Β´ Βατικανὲς Συνόδους! Τότε εἴχαμε ἀντιμέτωπες ἁπλὲς δηλώσεις ἢ ἑρμηνεῖες . σήμερα, μετὰ τίς δύο αὐτές Βατικανές Συνόδους, ἔχουμε – κατά τή Ρώμη – κεφαλαιώδη δόγματα πίστεως πού ἀνήκουν στὴν «οὐσιαστικὴ καὶ ἀμετάκλητο δομὴ τῆς Ἐκκλησίας» καὶ ἡ ἄρνηση τῶν ὁποίων, ὡς ἐκ τούτου, ἐπισύρει ἀναθεματισμοὺς τῆς «οἰκουμενικῆς» Α΄ Βατικανῆς, ποὺ παραμένουν σὲ ἰσχὺ καὶ μέ τὴ Β΄ Βατικανὴ «οἰκουμενικὴ» Σύνοδο.
.              Κατά συνέπεια, ἡ προσπάθεια κύκλων τινῶν νὰ παρουσιάσουν τὰ παπικὰ δόγματα τῆς Α΄ Βατικανῆς ὡς τῆς αὐτῆς βαρύτητος μὲ κάποιες ἀπὸ τὶς δηλώσεις τῶν παπικῶν λεγάτων ἢ τῶν παπικῶν ἐπιστολῶν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας εἶναι σαφῶς παραπειστική.
.               Ἐπίσης, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς «ἀρχῆς τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι» ὄχι σὲ ἥσσονος σημασίας ἐκκλησιαστικὰ ἔθιμα, ἀλλὰ σὲ βασικὰ ἐκκλησιολογικὰ δόγματα ποὺ ἅπτονται τῆς ἴδιας τῆς δομῆς καὶ ὑποστάσεως τῆς Ἐκκλησίας[12] εἶναι καὶ ἀπὸ ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως ἀπαράδεκτη. Ἐὰν, σύμφωνα μὲ τὴν παπικὴ ἐκκλησιο-λογία τῆς Β΄ Βατικανῆς, ἡ ἄρνηση τῶν παπικῶν δογμάτων καταδεικνύει σοβαρὸ ἐκκλησιολογικὸ ἔλλειμμα[13] τότε δὲν ἔχουμε Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητη ἡ ὕπαρξη Ἐκκλησίας μὲ ἐκκλησιολογικὲς ἐλλείψεις! Ἐπιπλέον, εἶναι ἀδιανόητο τὸ δυτικὸ μέρος τῆς ὑπὸ σύσταση(;) νέας «ἑνωμένης Ἐκκλησίας» νὰ θεωρεῖ ὡς ἐκκλησιολογικῶς θεμελιώδη δόγματα τὰ περὶ τοῦ Ἀπ. Πέτρου καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου (σύμφωνα μέ τήν Α΄ καί τή Β΄ Βατικανή) καὶ τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα νὰ τὰ ἀρνεῖται. Οὐδέποτε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τὰ δόγματα πίστεως ἦσαν ὑποχρεωτικά γιὰ ὅλους τούς πιστοὺς μόνο μιᾶς συγκεκριμένης ἐδαφικῆς περιοχῆς (ἢ ρυθμοῦ!), ἐνῶ σὲ ἄλλη περιοχή ὑπῆρχε ἡ δυνατότητά μὴ ἀποδοχῆς τους. Δὲν νοεῖται νὰ ἀνήκουμε στὴν ἴδια «ἑνωμένη Ἐκκλησία» καὶ οἱ μὲν Δυτικοί νὰ δέχονται ὡς δόγμα πίστεως ἀναγκαῖο γιὰ τὴ σωτηρία ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἀλάθητος, ὅταν ἀποφαίνεται ex cathedra, οἱ δὲ λοιποί κατηγορηματικὰ νὰ τὸ ἀρνοῦνται.
.                 Καθίσταται λοιπόν προφανὲς ὅτι εἶναι ἀδιανόητη γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ ἀρχὴ τῆς «ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι», ὅπως ἐσχάτως ἔχει νοηματοδοθεῖ, καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσα πρόταση τοῦ καρδιναλίου, τότε, καὶ μετέπειτα πάπα Βενεδίκτου ΧVI.
.                 Ἂν λοιπὸν ἡ «ἀρχὴ τῆς ποικιλίας ἐν τῇ ἑνότητι», ὅπως παρουσιάζεται τελευταῖα, δὲ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ γιὰ τὴν πολυπόθητη ἕνωση Ἀνατολῆς-Δύσεως, ποιὰ θὰ ἦταν ἡ ἐνδεδειγμένη πρόταση γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῆς διαιρέσεως μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν; Νομίζω πώς μοναδική ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια, ἡ ὁποία προϋποθέτει – καὶ ταυτόχρονα πραγματώνεται μὲ – τὴν ἐν ταπεινώσει ἐπιστροφὴ στὶς βασικὲς θεολογικὲς ἀρχὲς καὶ προϋποθέσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἔζησε ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ ταπείνωση θὰ ἑλκύσει τὴ θεία Χάρη και τότε θὰ πραγματοποιηθεῖ ὄχι ἕνας ἀδόκιμος διπλωματικὸς συμβιβασμὸς μὲ ἀμφίσημες διατυπώσεις, ὁ ὁποῖος θὰ προσθέσει μόνο πικρία καὶ προβλήματα, ἀλλὰ ἡ πραγματικὴ καὶ γνήσια «ἑνότητα πίστεως καὶ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

   Πάτρα 1 . 9 . 2016

* Τό παρόν ἄρθρο εἶναι τά ἐπιλεγόμενα τῆς διπλωματικῆς ἐργασίας (master) τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου, Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καί ὁ ἐπίσκοπός της στά πρακτικά καί στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, 2016, σ.σ. 400. Γιά τήν ἀπαραίτητη τεκμηρίωση στίς πηγές παραπέμπουμε στήν ἔκδοση.

[1]   MANSI 17, 489B : «Ἡ ἁγία σύνοδος εἶπεν . ἕκαστος θρόνος ἔχει ἀρχαῖά τινα παραδεδομένα ἔθη. καὶ οὐ χρὴ περὶ τούτων πρὸς ἀλλήλους διαφιλονικεῖν καὶ ἐρίζειν. φυλάττει μὲν γὰρ ἡ τῶν Ρωμαίων ἐκκλησία τά ἔθη αὐτῆς καὶ προσῆκον ἐστι. φυλάττει δὲ καὶ ἡ Κωνσταντινοπολιτῶν ἐκκλησία ἴδιά τινα ἔθη ἄνωθεν παραλαβοῦσα . ὡσαύτως καὶ οἱ τῆς Ἀνατολῆς θρόνοι». Ἡ Σύνοδος ὅμως, ὅπως στὴ συνέχεια ἀναφέρε-ται, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἀθρόον χειροτονία καὶ ὄχι γιὰ κεφαλαιώδους σημασίας θεολογικὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἅπτονται τῆς ἴδια τῆς δομῆς καὶ τῆς οὐσίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς πίστεως ὅπως εἶναι τὰ παπικὰ δόγματα γιὰ τὴ Ρώμη.

[2] Ἀναλυτικότερα γιά τήν ἐκκλησιολογία τοῦ UR πό ρθοδόξου πλευρᾶς, βλ. Π. Χίρς, Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀναθεώρηση τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, Uncut Mountain Press, Πετροκέρασα Θεσσαλονίκης 2014.

[3] «Μποροῦμε ἀνεπιφύλακτα νά ποῦμε ὅτι στὴν “καρδιὰ” τοῦ Διατάγματος συναντοῦμε τὸ θέμα τῆς ἑνότητας καὶ τῆς διαφορετικότητας. Καὶ παρόλο ποὺ τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ἐκτίθεται ἔκδηλα στὰ τρία κεφάλαια τοῦ κειμένου, ὡστόσο αὐτὸ διαφαίνεται ὡς τρόπος ἀναγνώσεως καὶ συνοχῆς ὅλου τοῦ κειμένου», βλ. W. Henn, «At the Heart of Unitatis Redintegratio. Unity in Diversity», Gregorianum 88(2007) 2, 330 κἑ. «Διάταγμα γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ», §16-18, στὸ Ἡ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος. Διατάξεις-Διατάγματα-Δηλώσεις-Μηνύματα, ἐπιμ. Ἰω. Ἀσημάκης – Λ. Κισκινής, Analecta Theologica 8, ἔκδ. Ἀποστολικὸν Βικαριᾶτον Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 483: «Ἤδη ἀπὸ τὶς ἀπαρχές, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς ἀκολουθοῦσαν δική τους κανονικὴ τάξη, ἐπικυρωμένη ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες καὶ ἀπὸ τὶς Συνόδους, ἀκόμα καὶ τὶς Οἰκουμενικές. Μία κάποια διαφορετικότητα ἐθίμων καὶ συνηθειῶν, ὅπως προείπαμε, δὲν ἀντιβαίνει στὸ ἐλάχιστο στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, μάλιστα αὐξάνει τὴν ὡραιότητά της καὶ ἀποτελεῖ ἀνεκτίμητη βοήθεια στὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς της. Γιαὐτὸ ἱερὴ Σύνοδος, γιὰ νά ἐκλείψει κάθε ἀμφιβολία, δηλώνει ὅτι οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς, μὲ ἐπίγνωση τῆς ἀναγκαίας ἑνότητας ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν τὴν ἐξουσία νὰ ρυθμίζουν τὴ δική τους κανονικὴ τάξη, ὡς περισσότερο ἁρμόζουσα στὸν χαρακτήρα τῶν πιστῶν τους καὶ καταλληλότερη γιὰ νὰ προάγει τὸ καλὸ τῶν ψυχῶν. τέλεια τήρηση αὐτῆς τῆς παραδοσιακῆς ἀρχῆς, ὁποία εἶναι ἀλήθεια δὲν τηρήθηκε πάντοτε, ἀνήκει σὲ ἐκεῖνα τὰ πράγματα ποὺ ἀπαιτοῦνται ἀπολύτως ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας. Αὐτὸ ποὺ εἰπώθηκε πρὶν γιὰ τὴ νόμιμη διαφορετικότητα πρέπει νὰ ἐφαρμοστεῖ καὶ στὴ διαφορετικὴ διατύπωση τῶν θεολογικῶν διδασκαλιῶν», βλ. καί Παπικὴ Ἐγκύκλιος Ἐπιστολὴ «Ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» («Ut unum sint») τοῦ Ἁγίου Πατρὸς Ἰωάννου Παύλου Β΄ γιὰ τὸ οἰκουμενικὸ καθῆκον, 25 Μαΐου 1995, Libreria Editrice Vaticana, Πόλη τοῦ Βατικανοῦ,  § 57. Ἡ πρόταση τῆς «ἑνότητος ἐν τῇ ποικιλίᾳ» ἐτέθη ὡς βάση γιά τὴν ἕνωση τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τὸν πάπα Λέοντα ΙΓ΄, στόν ὁποῖο ἀπάντησε ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1895, στό Ἰ. Καρμίρη, Τὰ δογματικὰ καὶ συμβολικὰ μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. 2, ἐν Ἀθήναις 1953, σ. 934 κἑ. Στὸ ἴδιο πλαίσιο κινεῖται καὶ τὸ «Διάταγμα γιά τίς Ἀνατολικές Καθολικές Ἐκκλησίες» (Orientalium Ecclesiarum), βλ. Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος. ΔιατάξειςΔιατάγματαΔηλώσειςΜηνύματα, ἐπιμ. Ἰω. Ἀσημάκης – Λ. Κισκινής, Analecta Theologica 8, ἔκδ. Ἀποστολικὸν Βικαριᾶτον Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 491.

[4] Κατά τον J. Ratzinger: «Ἀναφορικὰ μὲ τὴν περὶ πρωτείου διδασκαλία, Ρώμη δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ κάτι περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶχε καθοριστεῖ καὶ εἶχε βιωθεῖ κατὰ τὴν πρώτη χιλιετίαἩ ἐπανένωση μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ πάνω στὴ βάση ὅτι ἡ Ἀνατολὴ θὰ παρῃτεῖτο ἀπὸ τὸ νὰ πολεμᾶ τὴ δυτικὴ ἐξέλιξη τῆς β΄χιλιετίας ὡς αἱρετικὴ καὶ θὰ ἀναγνώριζε τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία μὲ ἐκείνη τὴ μορφὴ ὡς νόμιμη καὶ ὀρθὴ ἀπὸ ἄποψη πίστης, στὴν ὁποία ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία βρέθηκε μέσα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη τῆς β΄χιλιετίας, ἐνῶ ἀντίστροφα ἡ Δύση θὰ ἀναγνώριζε τὴν Ἀνατολὴ ὡς νόμιμη καὶ ὀρθὴ στὴν πίστη σὲ ἐκείνη τὴ μορφὴ τὴν ὁποία αὐτὴ διατήρησε στὴν ἱστορία της» (J. Ratzinger, Theologische Prinzipienehre : Bausteine zur Fundamentaltheologie, Munich 1982, σ. 209). Στὸ ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καὶ ἡ πρόταση τοῦ Μητροπολίτου (τότε) Ἐλβετίας κ. Δαμασκηνοῦ («Τί τὸ μόνιμον καὶ τί τὸ μεταβλητὸν εἰς τὴν πετρίνειον διακονίαν. Σκέψεις ἐξ Ὀρθοδόξου ἐπόψεως», Στάχυς, 52-67(1977-1981) 508, D. Papandreou, “Ein Beitrag zur Uberwindung der Trennung zwischen der romisch-katholischen und der orthdoxen Kirche” στὸ Vasilios von Aristi, Das Papsamt: Dienst oder Hindernis für die Ökumene ? Regensburg 1985, σ. 162, 166-167), τοῦ H. Scutte, στὸ Χρ. Σαββᾶτος (νῦν Μητρ. Μεσσηνίας), Τὸ παπικὸ πρωτεῖο στὸ διάλογο μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν, Ἀθήνα 2006, σ. 14 καὶ τοῦ E. Lanne, στό Δαμασκηνοῦ, «Τί τὸ μόνιμον καὶ τί τὸ μεταβλητὸν εἰς τὴν πετρίνειον διακονίαν. Σκέψεις ἐξ Ὀρθοδόξου ἐπόψεως», Στάχυς, 52-67(1977-1981) 516-517.

Ἂς ἐπιτραπεῖ μία διαπίστωση μὲ πολὺ πόνο στὰ ὑπὸ τοῦ Ratzinger λεχθέντα: εἶναι ἰδιαίτερα τραγικὸ μία ὁλόκληρη τοπικὴ Ἐκκλησία, ἡ μεγαλύτερη, ἡ ἐνδοξότερη καὶ εὐκλεέστερη τῆς α΄ χιλιετίας νὰ ἔχει περιέλθει σὲ τέτοια σύγχυση, ὥστε: νὰ θεωρεῖ θετικὴ θεολογικὴ ἐξέλιξη καὶ πρόοδο τὰὅσαἔχουνσυντελεστεῖ στὴ β΄χιλιετία ἀναφορικὰ μὲ τὸ παπικὸ πρωτεῖο!
νὰ θεωρεῖ ὡς θεολογικὴ πρόοδο τὴν ἄρνηση τῆς θεόπνευστης, κανονικῆς, ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ παραδόσεως τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων!
νὰ θεωρεῖ ὡς θεολογικὴ πρόοδο τὸ θεμελιωμένο πάνω στὶς πλαστογραφίες τοῦ ζοφεροῦ Μεσαίωνα (τὴνψευδο-ΚωνσταντίνειοΔωρεὰκαὶτὶςψευδο-Ἰσιδώρειες Διατάξεις) παπικὸ θεσμὸ (Προσχέδιο Κρήτης, § 15)!
Παρακαλῶ ἂς μὴν ἐκληφθεῖ ἡ διαπίστωση αὐτὴ ὡς ἐχθρικὴ ἢ πολεμικὴ κατὰ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἀλλὰ μόνο ὡς ἔκφραση θλίψεως καὶ πόνου καί ταυτόχρονα καὶ ἀνησυχίας καὶ ἐγρηγόρσεως γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους!

[5] Ἡ θέση αὐτὴ ρητὰ ἔχει διατυπωθεῖ στὸ «Προσχέδιο τῆς Κρήτης» στὶς §§ 15, 22 καὶ ἰδιαιτέρως στὴν τελευ-ταία § 32 : « ἐμ­πει­ρί­α τῆς πρώ­της χι­λι­ε­τί­ας ­πη­ρέ­α­σε βα­θειὰ τὴν πο­ρεί­α τῶν σχέ­σε­ων με­τα­ξὺ τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν τῆς ­να­το­λῆς καὶ τῆς Δύ­σε­ως. Πα­ρὰ τὴν ­να­πτυσ­σό­με­νη δι­ά­στα­ση καὶ τὰ προ­σω­ρι­νὰ σχί­σμα­τα κα­τὰ τὴ διά­ρκεια αὐ­τῆς τῆς πε­ρι­ό­δου, κοι­νω­νί­α ­κό­μη δι­α­τη­ρεῖ­το με­τα­ξὺ Δύ­σεως καὶ Ἀνα­τολῆς. ἀρ­χὴ τῆς ποι­κι­λί­ας ἐν τῇ ἑνό­τη­τι, ­ποί­α ­γι­νε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ δε­κτὴ στὴ Σύ­νο­δο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ποὺ ­γι­νε τὸ 879-80, ­χει ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α γιὰ τὸ θέ­μα στὸ πα­ρὸν αὐ­τὸ στά­διο τοῦ δι­α­λό­γου μας. Σα­φεῖς δι­α­στά­σεις στὴν ἀν­τί­λη­ψη καὶ ἑρ­μη­νεί­α δὲν ἐμ­πό­δι­σαν ­να­το­λὴ καὶ Δύ­ση νὰ πα­ρα­μεί­νουν σὲ κοι­νω­νί­α. ­πῆρ­χε δυ­να­τὴ αἴ­σθη­ση ­τι ­πάρ­χει μί­α Ἐκ­κλη­σί­α, καὶ ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα νὰ πα­ρα­μέ­νου­με σὲ ­νό­τη­τα ὡς ­να ποί­μνιο μὲ ­να ποι­μέ­να (­ω­άν. 10, 16). πρώ­τη χι­λι­ε­τί­α ­ποί­α ­χει ­ξε­τα­σθεῖ σαὐ­τὸ τὸ στά­διο τοῦ δι­α­λό­γου μας, εἶ­ναι κοι­νὴ πα­ρά­δο­ση ἀμ­φο­τέ­ρων τῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν μας. Στὶς βα­σι­κὲς θε­ο­λο­γι­κὲς καὶ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κὲς ἀρ­χὲς οἱ ­ποῖ­ες ­χουν συν­ταυ­τι­σθεῖ ­δῶ, αὐ­τὴ κοι­νὴ πα­ρά­δο­ση θὰ πρέ­πει νὰ ­πη­ρε­τεῖ ὡς πρό­τυ­πο γιὰ τὴν ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς πλήρους κοινωνίας». Παρόμοια ἔχει ὑποστηρίξει καὶ ὁ Δαμασκηνὸς Τρανουπόλεως, «Τί τὸ μόνιμον καὶ τί τὸ μεταβλητὸν εἰς τὴν πετρίνειον διακονίαν. Σκέψεις ἐξ Ὀρθοδόξου ἐπόψεως», Στάχυς, 52-67(1977-1981) 508.

[6] Ἐγκύκλιος Ἐπιστολὴ «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» (ut unum sint) τοῦ Ἁγίου Πατρὸς Ἰωάννου Παύλου Β΄ γιὰ τὸ Οἰκουμενικὸ καθῆκον, 25 Μαΐου 1995, § 50, Liberia editrice Vaticana, Πόλη τοῦ Βατικανοῦ, σ. 62.

[7] «Le rôle particulier des Églises orientales catholiques correspond à celui qui est resté vacant à cause du manque de communion complète avec les Églises orthodoxes. Aussi bien le Décret Orientalium Ecclesiarum du Concile Vatican II que la Constitution apostolique Sacri canones (p. IX-X) qui a accompagné la publication du Code des canons des Églises orientales, ont mis en évidence combien la situation présente, et les règles qui la régissent, sont dirigées vers la pleine communion tant souhaitée entre l’Église catholique et les Églises orthodoxes. Votre collaboration avec le Pape et entre vous pourra montrer aux Églises orthodoxes que la tradition de la «synergie» entre Rome et les Patriarcats s’est maintenue – bien que limitée et blessée -, qu’elle s’est peut-être même développée pour le bien de l’unique Église de Dieu, répandue par toute la terre», La documentation catholique, no 2192, 15.11.1998. σ. 951-953 καί στό διαδικτυακό τόπο : www.la-croix.com/Urbi-et-Orbi/Documents/ Actes-du-Pape/Aidez-l-eveque-de-Rome-dans-sa-reflexion-sur-son-ministere-d-unite-2013-04-09-935467

[8] « Ἁγία (Β΄ Βατικανὴ) Σύνοδος πολὺ χαίρεται γιὰ τὴν καρποφόρα καὶ δραστήρια συνεργασία τῶν Καθολικῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσης καὶ ταυτόχρονα δηλώνει : ὅλες αὐτὲς οἱ κανονικὲς διατάξεις καθορίστηκαν γιὰ τὶς παροῦσες συνθῆκες, ἕως ὅτου Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ οἱ διαιρεμένες Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες ἑνωθοῦν στὴν πληρότητα τῆς κοινωνίας» (ΟΕ § 30, στὸ B΄ Βατικανῆς, Κείμενα, σ. 504. Πάντως ἡ Σύνοδος «πολύ χαίρεται» γιὰ τὸ μέχρι τώρα ἔργο τῆς Οὐνίας …

[9] Γιὰ τὴν Οὐνία στὸ θεολογικὸ διάλογο μὲ τὴ Ρώμη βλ. Θ. Ζήση, Οὐνία, Ἡ καταδίκη καὶ ἡ ἀθώωση, ἔκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2002, Γ. Καψάνη, «Οὐνία, Ἡ μέθοδος τοῦ παποκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ», Παρακαταθήκη, 60(2008), 3-10. Ἱστορικὴ προσέγγιση τῆς Οὐνίας, βλ. Γ. Μεταλληνός, Δ. Γόνης, Η. Φρατσέας, Εὐ. Μοράρου, Ἐπισκ. Βανάτου Ἀθανάσιος (Γιέβτιτς), Ἡ Οὐνία, χθὲς καὶ σήμερα, ἔκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1992. Ἐκτενέστερη βιβλιογραφία γιὰ τὴν Οὐνία,   βλ. Κ. Κωτσιόπουλος, Ἡ Οὐνία στὴν Ἑλληνικὴ θεολογικὴ βιβλιογραφία, ἔκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1993.

[10] Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ Ρώμη προβάλει τίς διατάξεις τοῦ «Διατάγματος γιὰ τὶς Ἀνατολικὲς Καθολικὲς Ἐκκλησίες» ὡς «ἕνα εἶδος “ἐγγύησης” ὅτι ἡ ἐπανεύρεση τῆς κοινωνίας μὲ τὴ Ρώμη δὲν συνεπάγεται καμιὰ ἀποποίηση τῶν ἴδιων στοιχείων τῶν μὴ λατινικῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων»! (B΄ Βατικανῆς, Κείμενα, σ. 491.

[11] Θ. Ζήση, «Ἡ οὐνία ὡς πρότυπο ψευδοῦς ἑνότητος. Τὰ ὅρια τῆς ποικιλομορφίας ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἑνότητα», – «Πρωτεῖον» Συνοδικότης καὶ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας, Πρακτικὰ Θεολογικῆς Ἡμερίδος, ἔκδ. Ἱ. Μητρόπολις Πειραιῶς, Πειραιεύς 2011, σ. 107-114.

[12] Congregatio pro Doctrina Fidei, Letter Communionis notio,  § 17. 3 (28.5.1992), στή διαδυκτιακή τοποθεσία www.vatican.va/roman_curia/congregations/cfaith/documents/rc_con_cfaith_doc_28051992_communionis-notio_en.html.

[13] «Unitatis Redintegratio» («Διάταγμα γιὰ τὸν Οἰκουμενισμὸ») Διάταγμα τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου § 3, στὸ B΄ Βατικανῆς, Κείμενα, σ. 471. Ἰ. Μαραγκοῦ, Οἰκουμενικὰ Α΄, Ἀθήνα 1986, σ. 33,   καὶ ἡ ἀπὸ 29.6.2007 ἀπάντηση τῆς Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴ Διδασκαλία τῆς Πίστεως (Congregatio pro Doctrina Fidei) τῆς Ρωμαϊκῆς Κουρίας, στή διαδικτυακή τοποθεσία www.vatican.va/roman_curia/congregations/ cfaith/documents/rc_con_cfaith_doc_200 70629_responsa-quaestiones_en.html.

,

Σχολιάστε

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ «ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΑΣ» καὶ ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ!

Ἀπάντηση στὸν καθηγητὴ Γ. Δημακόπουλο (ΗΠΑ)
γιὰ τὸ ἄρθρο: «Καινοτομίες μὲ πρόσχημα τὴν Παράδοση:
Ἀντὶ-οἰκουμενικὲς προσπάθειες
μὲ σκοπὸ νὰ ἐκτροχιαστεῖ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος»

Πρωτ. π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ι. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
τηλ. 6945-377621, agotsopo@gmail.com

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛΙΟΓΡ.»: Ἡ ἐκκλησιολογικὴ αὐτοσυνειδησία τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι εὐαίσθητη καὶ ΑΚΡΙΒΗΣ. Ὁ Ὀρθόδοξος Λαός, ποὺ δὲν ἔχει διαβρωθεῖ ἀπὸ τὰ μινιμαλιστικὰ πανουργεύματα τῶν τεχνοκρατῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀντιδρᾶ στὴν ἀπονομὴ πλήρους ἐκκλησιολογικοῦ τίτλου στὶς διάφορες ἄλλες «ἐκκλησίες». Ἤδη γίνεται πολλὴ συζήτηση. Τὸ πράγμα εἶναι ἁπλό, ἂν ἐπικρατήσει ἡ νηφαλιότης καὶ γίνει ἀποδεκτὴ ἡ χρήση τοῦ ὅρου ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ (βλ. σχετ. κατωτέρω Εἰσήγ. Μητρ. Μεσσηνίας) γιὰ ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ τῶν Ὀρθοδόξων στὶς λεγόμενες «ἐκκλησίες» (ρωμαιοκαθολικούς-παπικούς, μυριάδες προτεστάντες, κ.λπ.). Σὲ ἀντίθετη περίπτωση, ἡ πόλωση μόνον κακὸ θὰ προξενήσει…
.             Εἶναι ὅμως ΝΤΡΟΠΗ γιὰ ἐκπροσώπους τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας νὰ προσάπτουν ὑποτιμητικοὺς χαρακτηρισμούς -οὔτε λίγο, οὔτε πολὺ δολιοφθορέων (=
προσπάθειες μὲ σκοπὸ νὰ ἐκτροχιαστεῖ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος) – στὸ μεγάλο μέρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, ποὺ ὁμολογεῖ πὼς πιστεύει εἰς ΜΙΑΝ Ἐκκλησίαν. Ὡς πιθανὴ ἱκανοποιητικὴ ἐξήγηση γιὰ μιὰ τέτοια σπουδὴ μπορεῖ δυστυχῶς νὰ φαντασθεῖ κάποιος μόνον τὸ «λιβάνισμα»!

       Πάτρα 8 . 4 . 2016

.         Δημοσιεύθηκε ἄρθρο τοῦ καθηγητοῦ Γ. Δημακόπουλου (Ν. Ὑόρκη-ΗΠΑ) στὸ ὁποῖο ἐγκαλεῖ ὅσους ἀσκοῦν κριτικὴ στὸ προσυνοδικὸ κείμενο «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὸ λοιπὸ Χριστιανικὸ κόσμο» (τῆς Ε´ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως, Σαμπεζὺ 2015) γιὰ «ἁπλουστευτικὴ προσέγγιση τῆς πλούσιας κανονικῆς παράδοσης, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νὰ δικαιολογήσει ποικίλες ἁπλοϊκὲς ἰδεολογικὲς κατασκευές». Ὡς παραδείγματα παρουσιάζει τὴν κριτικὴ τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Πειραιῶς Σεραφεὶμ καὶ Ναυπάκτου Ἱεροθέου.

Πιὸ συγκεκριμένα:

α) Μέμφεται τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Πειραιῶς Σεραφεὶμ γιὰ τὴν κριτική του στὴν υἱοθέτηση ἐκ μέρους τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου τῆς λέξεως «Ἐκκλησία» γιὰ τὶς αἱρετικὲς Χριστιανικὲς Κοινότητες. Σημειώνει δὲ μὲ περισσὴ ἔμφαση: «Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς δὲν προσήγαγε καμία πατερικὴ μαρτυρία προκειμένου νὰ δικαιολογήσει τὴν ἀντίρρησή του στὴ χρήση τοῦ ὄρου αὐτοῦ. Ὅμως οὔτε θὰ μποροῦσε, καθὼς ἦταν σύνηθες στοὺς Πατέρες νὰ ἀποδίδουν τὸν ὄρο “ἐκκλησία” καὶ σὲ κοινότητες ποὺ θεωροῦνταν ὡς αἱρετικές». Γιὰ τὴν τεκμηρίωση τοῦ ἰσχυρισμοῦ του παραπέμπει σὲ … τηλεοπτικὴ ἐκπομπὴ μὲ τὸν χαρακτηριστικὸ τίτλο «Coffee with Sr. Vassa»!

1. Κύριε ἐλέησον! Ἕνας καθηγητὴς τοῦ Fordham προκειμένου νὰ τεκμηριώσει τὶς θεολογικές του ἀπόψεις νὰ παραπέμπει ἀντὶ γιὰ βιβλιογραφία στὸ «Coffee with …»! Ἡ σημειολογία τῆς ὑπόθεσης εἶναι τραγικὴ γιὰ τὸν ἀρθρογράφο: στὴν Ἑλλάδα ἡ φράση «κουβέντες καφενείου» κάθε ἄλλο παρὰ κολακευτικὴ εἶναι γιὰ ἕνα ἐπιστήμονα καὶ μάλιστα θεολόγο. Καὶ γιὰ νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴ σημειολογία καὶ νὰ ἔρθουμε στὴν οὐσία τῆς παραπομπῆς τοῦ καθηγητοῦ Δημακόπουλου: οὔτε ἡ ἀδελφὴ Βάσσα στὴν ἐκπομπή της παραπέμπει σὲ συγκεκριμένα πατερικὰ κείμενα γιὰ νὰ τεκμηριώσει τὶς ἀπόψεις της. Τὸ ὅτι στὴ βιβλιοθήκη πίσω της ὑπάρχει τὸ κλασικὸ ἔργο τοῦ G.W.H. Lampe, «A Patristic Greece Lexicon», τὸ ὁποῖο ἡ Sister Vassa κάποια στιγμὴ (στὸ 0:51) δείχνει μὲ τὸ χέρι της, δὲν προσδίδει τὴν παραμικρὴ ἐγκυρότητα καὶ τεκμηρίωση στοὺς ἰσχυρισμούς της… (youtube.com/watch?v=V5x3IEi1C7w) Βέβαια ἡ παρουσιάστρια μπορεῖ νὰ δικαιολογηθεῖ γιὰ τὸν χαλαρὸ τρόπο προσέγγισης τοῦ ζητήματος. Ἄλλωστε σὲ «coffee with Sr. Vassa» προσκαλεῖ τοὺς τηλεθεατὲς τῆς ἐκπομπῆς της. Δὲν ἰσχύει τὸ ἴδιο ὅμως γιὰ ἀρθρογράφο ποὺ ὑπογράφει ὡς καθηγητὴς τοῦ Fordham…

2. Ἀσφαλῶς θὰ πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ γιὰ νὰ μὴν ὑπάρξουν ἠθελημένες παρερμηνεῖες: ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» εἶναι πολυσήμαντος καὶ χρησιμοποιεῖται πολλαπλῶς στὴν καθημερινὴ ἐπικοινωνία (δηλώνοντας τὴν ἁπλὴ συνάθροιση λαοῦ ἢ ἀκόμα καὶ ἀκραῖες κοινότητες: Ἐκκλησία Μορμόνων, Σαϊεντολογίας κ.ο.κ). Ὅμως σὲ συνοδικά, ἐκκλησιολογικὰ κείμενα τέτοιου ὑψηλοἐπιπέδου, ὅπως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου, μὲ τὸν ὅρο «Ἐκκλησία» εἶναι αὐτονόητο ὅτι προσδιορίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τἴδιο τὸ Σῶμα τοῦ Σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καἈποστολικἘκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τίποτα περισσότερο καὶ τίποτα λιγότερο! Ἂν ἡ Σύνοδος ἤθελε νὰ δώσει κάποια ἄλλη σημασία, ἀπὸ τὶς πολλὲς ποἔχει ὅρος «ἐκκλησία», ὀφείλει νὰ τὸ διευκρινίσει μὲ τὴν ἀπαραίτητη σαφήνεια. Τέτοια διευκρίνιση ὅμως δὲν ὑπάρχει στὸ προσυνοδικὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ.

3. Ἀπορῶ πῶς διαφεύγει τῆς προσοχῆς τοῦ κ. καθηγητὴ ὅτι ὑπάρχουν ὄχι μόνο πατερικές, ἀλλὰ καὶ συνοδικὲς ἀποφάσεις, καὶ μάλιστα Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ποἀρνοῦνται κατηγορηματικὰ στὶς αἱρέσεις τὴν προσωνυμία «Ἐκκλησία» (μὲ τὴ θεολογικὴ-ἐκκλησιολογικἔννοια). Οἱ τρεῖς Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι (Δ´, ϛ´, Ζ´) ποὺ ἐπικύρωσαν τὸν Κανόνα τῆς Τοπικῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος (255 μ.Χ.) ὑπὸ τὸν Ἅγ. Κυπριανὸ δέχθηκαν ὅτι στὴν αἵρεση δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία (μὲ τὴν αὐστηρὴ θεολογικὴ-ἐκκλησιολογικὴ σημασία): «Παρὰ δὲ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐκκλησία οὐκ ἔστιν… ἁγιᾶσαι δὲ ἔλαιον οὐ δύναται ὁ αἱρετικός, ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων, μήτε ἐκκλησίαν», διότι «ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία,… ἐστὶ μία», γι’ αὐτὸ ὁ αἱρετικὸς «ἔξω ὤν, Πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἔχει, … ἑνὸς ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ μιᾶς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου, ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένης»! Νομίζω ὅτι καὶ μόνο ὁ ἐπικυρωμένος ἀπὸ τρεῖς Οἰκουμενικὲς Συνόδους Κανόνας τῆς Καρχηδόνος (τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ) εἶναι ἀρκετὸς γιὰ νὰ ἀποκλείσει τὴ χρήση τοῦ ὄρου «Ἐκκλησία» γιὰ τὶς αἱρέσεις σὲ ἐπίσημο συνοδικὸ κείμενο!

4. Τὸ ἄρθρο τοῦ κ. Δημακόπουλου παρουσιάζει ὅσους ἀσκοῦν κριτικὴ στὴ χρήση τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» γιὰ τὶς Χριστιανικὲς Κοινότητες, περίπου ὡς διαβιοῦντες στὸ περιθώριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ θεολογικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (γράφει: «βάζουν ἐμπόδια στὴν πορεία τῆς οἰκουμενικῆς κίνησης», «αὐτοαποκαλουμένοι “παραδοσιακοί”», «ἁπλουστευτικὴ προσέγγιση…νὰ δικαιολογήσει ποικίλες ἁπλοϊκὲς ἰδεολογικὲς κατασκευές», «ψευδαίσθηση τῆς ὀρθόδοξης καθαρότητας»).
.               Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο “βολεύεται” νὰ μνημονεύσει μόνο δύο Ἕλληνες Ἐπισκόπους καὶ νὰ ἀποφύγει νὰ ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχουν ὄχι μόνο πολλοὶ ἄλλοι Ἐπίσκοποι ἀπὸ πολλὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ποὺ διαφωνοῦν μὲ τὴ χρήση τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» γιὰ τὶς αἱρέσεις στὸ προσυνοδικὸ κείμενο, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ Σύνοδοι Πατριαρχείων καὶ Ἐκκλησιῶν ἔχουν ἐκφράσει σοβαρότατες ἐπιφυλάξεις καὶ πάντως δὲν ἔχουν υἱοθετήσει τὴν καινοτόμο ὁρολογία τοῦ κειμένου. Ὡς γνωστὸν τὸ Πατριαρχεῖο Γεωργίας ἤδη ἔχει ἀπορρίψει τὸ κείμενο (βλ. ἐπιστολὴ τοῦ Μητροπολίτου Γκόρι καὶ Ἀτένι Ἀνδρέου, amen.gr/article/o-mitropolitis-gori-kai-ateni-andreas-apada-ston-mprotopresvytero-georgio-tsetsi), ἐξαιρετικὰ ἀποκαλυπτικὴ τῶν «παρασκηνίων» τῆς Ε´ ΠΠΔ, Σαμπεζὺ 2015), ἐνῶ οἱ Σύνοδοι τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος λόγῳ τῶν σφοδρῶν ἀντιδράσεων πολλῶν Ἱεραρχῶν παρέπεμψαν τὸ θέμα σὲ προσεχῆ Σύνοδο μετὰ τὸ Πάσχα γιὰ τὴ λήψη σχετικῶν ἀποφάσεων ἐπὶ τῶν κειμένων. Ἡ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ἐνέκρινε ἤδη πρόταση γιὰ τροποποίηση τῶν προσυνοδικῶν κειμένων (romfea.gr/ekklisia-kyprou/7462-apofaseis-ektaktis-sunodou-tis-ekklisias-tis-kuprou). Ἄξια προσοχῆς εἶναι καὶ ἡ ἀπὸ 24.7.2015 ἐπιστολὴ τῆς Ἱ. Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτοσυνειδησία τῆς ἴδιας τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου (impantokratoros.gr/C909497D.el.aspx).
.               Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε ὀνόματα Ἐπισκόπων ποὺ δημοσίως ἔχουν ἀρθρογραφήσει ἀσκώντας αὐστηρὴ κριτικὴ στὸ προσυνοδικὸ κείμενο: Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος (Κύπρος), Ἠλείας Γερμανὸς (στὴν ἐπίσημη εἰσήγησή του ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), Ν. Σμύρνης Συμεὼν (Ἑλλάδα), Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως Ἱερεμίας (Ἑλλάδα), Γλυφάδας Παῦλος (Ἑλλάδα), Κυθήρων Σεραφεὶμ (Ἑλλάδα), Λόβετς Γαβριὴλ (Βουλγαρία), Μπάντσεν καὶ Βικάριος τῆς Ἐπαρχίας τοῦ Τσέρνοβιτς Λογγίνος (Οὐκρανία), Γκόρι καὶ Ἀτένι Ἀνδρέας (Πατριαρχεῖο Γεωργίας).
.              Καὶ ἐπειδὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο οἱ Ἱεράρχες, στὶς ἀντιδράσεις τῶν Ἐπισκόπων θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε τὸ Ἅγιον Ὄρος, τοὺς ἐγκρίτους καθηγητὲς Θεολογικῶν Σχολῶν, π. Γ. Μεταλληνὸ (Ὁμότιμος), π. Θεοδ. Ζήση (Ὁμότιμος), κ. Δημ. Τσελεγγίδη καὶ μεγάλο μέρος τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ ποὺ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς Ὀρθοδοξίας (βλ. Ἡμερίδα στὸν Πειραιὰ τὴν 23.3.2016)
.             Ἀκόμα καὶ ὁ ἐκ τῶν συντακτῶν τοῦ προσυνοδικοῦ κειμένου Σεβ. Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (καθηγητὴς Πανεπιστημίου καὶ μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν Ε´ ΠΠΔ στὸ Σαμπεζὺ 2015) σὲ ὑπόμνημά του στὴν Ι. Σύνοδο ἀναγνωρίζει ὅτι «ὄντως ἡ παροῦσα ἔκφρασις (“μετὰ διαφόρων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν” § 6) δημιουργεῖ καὶ ἐν ταυτῷ τὴν δυνατότητα ἀναπτύξεως μίας δικαιολογημένης ἀντιρρήσεως» καὶ προτείνει λόγῳ τῆς πληθώρας τῶν ἀντιδράσεων ἀντὶ γιὰ τὸν ὄρο «Ἐκκλησία» νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἡ λέξη «Κοινότητες» γιὰ τὶς αἱρέσεις: «εἶναι δυνατὸν νὰ υἱοθετηθεῖ ὡς διορθωτικὴ πρότασις, ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω ἐκφράσεως τοῦ κειμένου, ἡ “ἄλλων ἢ λοιπῶν Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν καὶ Κοινοτήτων”»!

β) Ὁ κ. Δημακόπουλος ἐπικρίνει τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἰερόθεο, διότι σὲ ὑπόμνημά του στὴν Ἱ. Σύνοδο «ζητάει τὴν τροποποίηση τοῦ κειμένου, προκειμένου νὰ καταστεῖ σαφὲς ὅτι οἱ προσήλυτοι στὴν Ὀρθοδοξία ποὺ δὲν βαπτίστηκαν ἀρχικὰ “μὲ τὴν τριπλῆ κατάδυση καὶ ἀνάδυση σύμφωνα μὲ τὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ παραδοση” θὰ πρέπει νὰ ἀναβαπτίζονται». Ἐπειδὴ τὴν ἄποψή του αὐτὴ ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου τὴν τεκμηριώνει στοὺς ἴδιους τοὺς Ἱ. Κανόνες, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται τὸ προσυνοδικὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ (Β-7 καὶ ϛ-95), ὁ κ. Δημακόπουλος προβαίνει σὲ αὐθαίρετους καὶ ἀναπόδεικτους συλλογισμοὺς διαστρεβλώνοντας πλήρως τόσο τὸ κείμενο τῶν ἰ. Κανόνων ὅσο καὶ τὴν ἐξ αὐτῶν πράξη τῆς Ἐκκλησίας. [Εἶχε ὁ ὁλοκληρωθεῖ τὸ παρόν ὅταν δημοσιεύθηκε τὸ πολὺ ἐνδιαφέρον ἄρθρο τοῦ Μητρ. Ναυπάκτου Ἰεροθέου μὲ τίτλο «Ἡ Σύνοδος τῶν Τριῶν Πατριαρχῶν τοῦ ἔτους 1756» (romfea.gr/katigories/10-apopseis/7499-i-sunodos-ton-trion-patriarxon-tou-etous-1756), μὲ τὸ ὁποῖο ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ἀπαντᾶ στὸν κ. Δημακόπουλο].

Ἂς δοῦμε ὅμως τί λένε οἱ ἱεροὶ κανόνες:

.            Οἱ κανόνες Β-7 καὶ ϛ-95 εἶναι ἀπολύτως σαφεῖς. Στοὺς αἱρετικοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν Ὀρθοδοξία ἡ Ἐκκλησία ἐφαρμόζει τὴν ἀκρίβεια (βάπτισμα) ἢ τὴν οἰκονομία (λίβελος καὶ χρίσμα). Ἡ κατ’ οἰκονομία πράξη ἐφαρμόζεται ὑπὸ προϋποθέσεις σὲ περιπτώσεις πρώην Ἀρειανῶν, Μακεδονιανῶν, Νεστοριανῶν, Μονοφυσιτῶν κ.ἄ., ἐνῶ ἡ ἀκρίβεια τοῦ (ἀνα)βαπτισμοῦ σὲ Εὐνομιανούς, Σαβελλιανούς, Μοντανιστές, Μανιχαίους, Μαρκιωνιστὲς κ.ἄ.
.           Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ ἀναφορὰ καὶ τῶν δύο κανόνων (Β-7 καὶ ϛ-95) στοὺς Εὐνομιανούς, στοὺς ὁποίους δὲν παραχωρεῖται ἡ κατ’ οἰκονομία πράξη, ἀλλὰ (ἀνα)βαπτίζονται. Οἱ Εὐνομιανοὶ ἦσαν ἀρειανόφρονες. Ἐν τούτοις, ἐνῶ στοὺς Ἀρειανοὺς ἡ Ἐκκλησία προσφέρει τὴν οἰκονομία, στοὺς ὁμοδόξους τους Εὐνομιανοὺς τὴν ἀρνεῖται! Γιατί; Οἱ κανόνες εἶναι κατηγορηματικοὶ καὶ σαφεῖς στὴν αἰτιολόγηση τῆς ἄρνησης: διότι οἱ Εὐνομιανοὶ ἦσαν «οἱ εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζόμενοι», σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ἄλλους Ἀρειανούς, οἱ ὁποῖοι ἐβαπτίζοντο σύμφωνα μὲ τὸν Ὀρθόδοξο τύπο τῆς τριπλῆς κατάδυσης καὶ ἀνάδυσης καὶ στοὺς ὁποίους χορηγεῖται ἡ οἰκονομία.
.             Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες ἡ Ἐκκλησία δὲν παρέχει οἰκονομία στοὺς Σαβελλιανούς, οἱ ὁποῖοι δὲν βάπτιζαν στὸ Ὄνομα τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγ. Τριάδος, ἀλλὰ συνέχεαν τὰ Θεῖα Πρόσωπα ἤ, ὅπως σημειώνουν οἱ κανόνες: «Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας».
.         Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μὲ τοὺς Ἱ. Κανόνες ἔθεσε δύο βασικὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴ χορήγηση τῆς κατ’ οἰκονομίαν πράξεως στοὺς «προστιθεμένους τῇ Ὀρθοδοξίᾳ»: α) ἡ βαπτισματικὴ τελετὴ στὴν αἵρεση νὰ ἔχει γίνει μἐπίκληση στὄνομα τῆς Ἁγ. Τριάδος καὶ β) νὰ ἔχει τηρηθεῖ ὁ ὀρθόδοξος βαπτισματικὸς τύπος τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων. Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν πράξη τῆς Ἐκκλησίας ὑποστηρίζει καὶ ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἰερόθεος καὶ τὴν προεκτείνει καὶ στοὺς Λατίνους. Μὲ συνέπεια πρὸς τοὺς ἀνωτέρω Ἱ. Κανόνες εἰσηγεῖται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ ἡ κατ’ οἰκονομία πράξη στοὺς Λατίνους ποὺ θέλουν νὰ ἐνταχθοῦν στὴν Ὀρθοδοξία, διότι δὲν ἔχει τηρηθεῖ στὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο ἐντάχθηκαν στὴν αἵρεση ὁ κανονικὸς ἀποστολικὸς καὶ πατερικὸς τύπος τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων. Ἔτσι οἱ Λατίνοι, ὅπως οἱ Εὐνομιανοί, ποὺ δὲν τηροῦσαν τὸν ὀρθὸ βαπτιστικὸ τύπο, πρέπει νἀναβαπτίζονται.
.             Μὲ τὴν ἄποψη αὐτὴ δὲν συμφωνεῖ ὁ καθηγητὴς Δημακόπουλος. Στὸ ἄρθρο του ἐγκαλεῖ τὸν Ἅγιο Ναυπάκτου ὅτι «ἔχει υἱοθετήσει μία ἀναμφισβήτητα “καινοτόμο” ἀνάγνωση τῶν κανόνων καὶ τῆς ἱστορίας προκειμένου νὰ στηρίξει τὴν θέση του ἐνάντια στὸ βάπτισμα τῶν ἑτεροδόξων»:
α) Ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἄρνηση χορήγησης οἰκονομίας στοὺς Εὐνομιανοὺς δὲν ὀφείλεται στὴ μὴ τήρηση τοῦ ὀρθοῦ βαπτιστικοῦ τύπου ἀλλὰ στὴν διαφορετικὴ διδασκαλία τους περὶ Ἁγ. Τριάδος ποὺ εἶχε ἀντίκτυπο στὸν τρόπο βαπτίσεως μὲ μία κατάδυση. Πρὸς ἀπόδειξη τῶν ἀπόψεών του ἐπικαλεῖται τοὺς «βυζαντινοὺς κανονολόγους», γράφοντας: «Πράγματι, κανένας βυζαντινὸς κανονολόγος δὲν ἑρμήνευσε ποτὲ τὸ λάθος τῶν Εὐνομιανῶν ὡς ἕνα λάθος ποὺ ἀφορᾶ πρωτίστως στὸ τελετουργικό. Τὸ λάθος τους ἀφοροῦσε τὴν ἀπόρριψη τῆς Ἁγίας Τριάδας».
.             Δυστυχῶς ὅμως γιὰ τὸν κ. Δημακόπουλο οἱ ἰσχυρισμοί του εἶναι παντελῶς ἀνυπόστατοι:

i) Οἱ κανόνες γιὰ τοὺς Εὐνομιανοὺς εἶναι ἀπολύτως σαφεῖς: «Εὐνομιανοὺς μέντοι, τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους». Ἀναφέρονται μόνο στὸ λανθασμένο τελετουργικὸ καὶ ὄχι στὴ διδασκαλία τους, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ κ. Δημακόπουλος. Ἀντίθετα γιὰ τοὺς Σαβελλιανοὺς οἱ κανόνες παραπέμπουν στὴ αἱρετικὴ διδασκαλία τους περὶ τῆς Ἁγ. Τριάδος: «Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας».

ii) Ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀρθρογράφου ὅτι «κανένας βυζαντινὸς κανονολόγος δὲν ἑρμήνευσε ποτὲ τὸ λάθος τῶν Εὐνομιανῶν ὡς ἕνα λάθος ποὺ ἀφορᾶ πρωτίστως στὸ τελετουργικό. Τὸ λάθος τους ἀφοροῦσε τὴν ἀπόρριψη τῆς Ἁγίας Τριάδας», καταδεικνύει, ἂν μή τι ἄλλο, ὅτι δὲν ἔχει στὴ διάθεσή του, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν διάβασε, τὰ κείμενά τους. Οἱ περίφημοι τρεῖς «βυζαντινοὶ κανονολόγοι» Ζωναρᾶς, Βαλσαμὼν καὶ Ἀριστινὸς εἶναι ἀπολύτως ξεκάθαροι καὶ ἐνισχύουν τὴν ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, ἐνῶ ἀποδομοῦν πλήρως τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Δημακόπουλου.
.           Καὶ οἱ τρεῖς ἑρμηνευτές, ἀντίθετα μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀρθρογράφου, δὲν ἀσχολοῦνται καθόλου, δὲν κάνουν καμμία ἀναφορὰ στὶς θεολογικὲς διδασκαλίες τῶν Εὐνομιανῶν, ἀλλὰ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴ μὴ τήρηση τοῦ βαπτισματικοῦ τύπου τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων «κατὰ τὸν τύπον τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας»:
α) Ζωναρᾶς (12ος αἰ.): «Ἀπολλιναρισταί. Οὐκ ἀναβαπτίζονται οὖν οὗτοι, ὅτι περὶ τὸ ἅγιον βάπτισμα κατ’ οὐδὲν ἡμῖν διαφέρονται, ἀλλ’ ἐπισης τοις ὀρθοδόξοις βαπτίζονται … [τοὺς δὲ Εὐνομιανούς…] τούτους τοίνυν, καὶ τοὺς ἄλλους πάντας αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι οἱ ἱεροὶ Πατέρες ἐθέσπισαν· ἢ γὰρ οὐκ ἔτυχον τοῦ θείου βαπτίσματος, ἤ τυχόντες οὐκ ὀρθῶς, οὐδὲ κατὰ τὸν τύπον τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας αὐτοῦ ἔτυχον. διὸ καὶ ὡς μηδὲ τὴν ἀρχὴν βαπτισθέντας αὐτοὺς λογίζονται».
β) Βαλσαμών (12ος αἰ.):  «Τοὺς δὲ ἀναβαπτίζεσθαι ὀφείλοντας εἶπεν εἶναι, Εὐνομιανούς, τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους …Σημείωσαι δὲ ἀπὸ τοῦ παρόντος κανόνος, ὅτι πάντες οἱ βαπτιζόμενοι εἰς μίαν κατάδυσιν, πάλιν βαπτίζονται».
γ) Ἀριστινὸς (12ος αἰ.): «Οἱ καταδύσει μιᾷ βαπτιζόμενοι Εὐνομιανοὶ … ὡς Ἕλληνες δεχέσθωσαν. Οὗτοι καὶ βαπτίζονται, καὶ χρίονται, ὅτι ὡς Ἕλληνες δεχέσθωσαν».
.             Ὁ Βαλσαμὼν εἶναι κατηγορηματικὸς καὶ γιὰ τὴ σημερινὴ πράξη μὲ τοὺς Λατίνους: «Σημείωσαι δὲ ἀπὸ τοῦ παρόντος κανόνος, ὅτι πάντες οἱ βαπτιζόμενοι εἰς μίαν κατάδυσιν, πάλιν βαπτίζονται».
.             Τὴν ἴδια ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση ἀκολουθεῖ καὶ ὁ μεγάλος κανονολόγος Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (18ος αἰ.) στὸ Πηδάλιο: «Τούτους δὲ πάντας οὕτω δεχόμεθα μὴ ἀναβαπτίζοντες, ἐπειδὴ κατὰ τὸν Ζωναρᾶ κατ’ οὐδὲν ἡμῖν διαφέρονται, ἀλλ’ ἐπίσης τοῖς ὀρθοδόξοις βαπτίζονται. Τοὺς δὲ Ἀρειανοὺς καὶ Μακεδονιανοὺς αἱρετικοὺς φανερῶς ὄντας, ἐδέχθη χωρὶς ἀναβαπτισμοῦ ὁ Κανὼν οἰκονομικῶς, κατὰ α΄ μὲν λόγον διὰ τὸ πολὺ πλῆθος ὅπου ἦτο τότε τῶν τοιούτων αἱρετικῶν. Κατὰ β΄ δὲ λόγον, καὶ διατὶ ἐπίσης ἡμῖν ἐβαπτίζοντο. Τοὺς δὲ Εὐνομιανοὺς ὅμως, οἵτινες εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτίζονται … ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα, ἤτοι ὡς πάντι ἀβαπτίστους»(Πηδάλιον, ερμηνεία στον Β-7.). Ἐπίσης στὴν ἑρμηνεία τοῦ Ἀποστ-46 ὁ Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης σημειώνει: «Ἐκεῖνοι μὲν οἱ αἱρετικοί, τῶν ὁποίων ἐδέχθησαν τὸ βάπτισμα, ἐφύλαττον ἀπαράλλακτον καὶ τὸ εἶδος καὶ τὴν ὕλην τοῦ βαπτίσματος τῶν Ὀρθοδόξων, καὶ ἐβαπτίζοντο κατὰ τὸν τύπον τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ αἱρετικοί, τῶν ὁποίων τὸ βάπτισμα δὲν ἐδέχθησαν, ἐπαραχάραξαν τὴν τελετὴν τοῦ βαπτίσματος καὶ διέφθειραν, ἢ τὸν τρόπον τοῦ εἴδους, ταυτὸν εἰπεῖν τῶν ἐπικλήσεων, ἢ τὴν χρῆσιν τῆς ὕλης, ταυτὸν εἰπεῖν τῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων … διατὶ οὒν οἱ ἰσοδύναμοι ὄντες κατὰ τὰς αἱρέσεις, δὲν ἀπεδέχθησαν καὶ ἰσοδυνάμως ἀπὸ τὴν σύνοδον; Φανερὸν εἶναι ὅτι οἱ μὲν Ἀρειανοὶ καὶ Μακεδονιανοὶ ἐβαπτίζοντο ἀπαραλλάκτως, ὡς καὶ οἱ ὀρθόδοξοι, εἰς τρεῖς ἀναδύσεις καὶ καταδύσεις, καὶ εἰς τρεῖς ἐπικλήσεις τῆς ἁγίας Τριάδος, χωρὶς νὰ παραχαράζουν οὔτε τὸ εἶδος τῶν ἐπικλήσεων, οὔτε τὴν ὕλην τοῦ ὕδατος … Οἱ δὲ Εὐνομιανοὶ παραχαράξαντες τὸν τρόπον τῆς ὕλης τοῦ βαπτίσματος, εἰς μίαν μόνην κατάδυσιν ἐβαπτίζοντο. ὡς αὐτὰ τὰ λόγια ἐπὶ λέξεως ἔχει τοῦ κανόνος» (Πηδάλιον, ἑρμηνεία στὸν Ἀποστ-46, σημ. 1.).
.            Παρόμοια προσέγγιση μὲ τὸν Ἄγ. Νικόδημο καὶ τοὺς βυζαντινοὺς κανονολόγους ἔχουμε καὶ ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Κολλυβάδες Ἁγίους Πατέρες καὶ σημαντικοὺς μεταβυζαντινοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς (Ἅγ. Ἀθανάσιο Πάριο, Κωνσταντῖνο Οἰκονόμο, Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, Εὐστράτιο Ἀργέντη, Εὐγένιο Βούλγαρη, Χριστόφορο Αἰτωλό, Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεο, τοὺς Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Ε´, Σωφρόνιο Β´, Προκόπιο, Καλλίνικο Ε´ καὶ Γερμανό), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Μόσχας τοῦ 1620, τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1722 μὲ τὴ συμμετοχὴ τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας Ἀθανασίου Δ´ καὶ Ἱεροσολύμων Χρυσάνθου, καθὼς καὶ τὴ Συνοδικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ 1878 (Ἀναλυτικότερα βλ. πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα», Ἑρμηνεία και ἐφαρμογή τοῦ Ζ´ κανόνος τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπὸ τοὺς Κολλυβάδες Πατέρες καὶ τὸν Κων/νο Οἰκονόμο, ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθήνα 1996, Ἑλ. Γιαννακοπούλου, «Ὁ ἀναβαπτισμός τῶν αἰρετικῶν 1453-1756», Σταθμοί ἔρευνας καὶ πράξης, ἱστορικοκανονική θεώρηση, Ἀθήνα 2009).
.               Στὸ αὐτὸ πνεῦμα ἡ Σύνοδος τῶν τριῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ 1755/6, (Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε΄, Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος καὶ Ἱερουσολύμων Παρθένιος), στὸν περίφημο ὅρο της ἀποφαίνεται: «τῇ τε δευτέρᾳ καὶ πενθέκτῃ ἁγίαις οἰκουμενικαῖς συνόδοις, διαταττομέναις τοὺς μὴ βαπτιζομένους εἰς τρεῖς ἀναδύσεις, καὶ καταδύσεις, καὶ ἐν ἑκάστῆ τῶν καταδύσεων μίαν ἐπίκλησιν τῶν θείων ὑποστάσεων ἐπιβοῶντας, ἀλλ’ ἄλλως πως βαπτιζομένους, ὡς ἀβαπτίστους προσδέχεσθαι, τῇ ὀρθοδοξίᾳ προσιόντας».

β) Ἐπίσης, στερεῖται θεολογικοῦ-κανονικοῦ ἐρείσματος καὶ ὁ ἄλλος ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Δημακόπουλου ὅτι «κανένας βυζαντινὸς κανονολόγος ἢ ἀντιρρητικὸς θεολόγος δὲν θεώρησε ποτὲ τὰ λάθη τῆς λατινικῆς θεολογίας, ὅπως τὸ filioque, ἦταν τόσο σημαντικά, ὥστε νὰ ἀπαιτοῦν ἀναβαπτισμό. Οὔτε ὁ Βαλσαμών, οὔτε ὁ Χωματιανός… οὔτε κἂν ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς δὲν διατύπωσε ποτὲ τὴν ἄποψη ὅτι οἱ Λατίνοι θὰ πρέπει νὰ ἀναβαπτίζονται». Βέβαια οἱ Κανόνες ἀναφέρονται καὶ συνεκτιμοῦν καὶ τὴν πίστη τῶν αἱρετικῶν (μιλοῦν γιὰ «τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας»). Ὅμως ἡ πίστη τῆς αἵρεσης ἢ ἡ ἐγγύτητά της πρὸς τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχε γιὰ τὶς Συνόδους πρωταρχικὴ σημασία στὴν ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομίας. Ἡ Ἐκκλησία ἐφαρμόζει τὴν οἰκονομία στὶς σοβαρὲς ἀντιτριαδικὲς αἱρέσεις τῶν Ἀρειανῶν (εἰδωλολάτρες χαρακτηρίζονται στὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ) καὶ τῶν Πνευματομάχων μὲ τὶς αὐστηρὲς καταδίκες καὶ ἀναθεματισμοὺς ἀπὸ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Τὴν ἴδια οἰκονομία ἐφαρμόζει καὶ στοὺς «Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρακαιδεκατίτας», μὲ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπῆρχαν θεολογικὲς διαφορὲς στὰ βασικὰ δόγματα τῆς πίστεως, ἀλλὰ μόνο σὲ θέματα ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ λατρείας (πχ. οἱ Τεσσαρακαιδεκατίτες ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ Νισσάν, οἱ Καθαροὶ δὲν ἀποδέχονταν τὸ β΄ γάμο καὶ τὴ μετάνοια στοὺς πεπτωκότες). Ἀντίθετα, ἐνῶ στοὺς Ἀρειανοὺς ἐφαρμοζόταν ἡ οἰκονομία, στοὺς ὁμοπίστους μὲ αὐτοὺς Εὐνομιανοὺς τηροῦνταν ἡ ἀκρίβεια (βάπτισμα), διότι αὐτοὶ βάπτιζαν μὲ μία μόνο κατάδυση! Ὅπως εἴπαμε, τοὺς Καθαρούς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν Ζωναρᾶ, «οὐ περὶ τὴν πίστιν ἐσφάλλοντο, ἀλλ’ εἰς μισαδελφίαν, καὶ ἄρνησιν μετανοίας τοῖς παραπεπτωκόσι καὶ ἐπιστρέφουσι», τοὺς δέχονταν μὲ λίβελο καὶ χρίσμα, ἐνῶ τοὺς καταδικασμένους ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους Νεστοριανούς, Εὐτυχιανιστὰς καὶ Σεβηριανοὺς καὶ «τοὺς ἐκ τῶν ὁμοίων αἱρέσεων» μόνο μὲ λίβελο, χωρὶς χρίσμα.
.         Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, ἀπαιτοῦσε μόνο: ἡ βάπτιση στὴν αἱρετικὴ Κοινότητα νὰ εἶχε γίνει στὸ ὄνομα τῆς Ἄγ. Τριάδος καὶ νὰ εἶχε τηρηθεῖ ὁ ὀρθὸς βαπτισματικὸς τύπος. Ἐπειδὴ τὶς δύο αὐτὲς προϋποθέσεις, ἀρχικά, τὶς πληροῦσε ἡ Ρώμη (δὲν εἶχε γενικευθεῖ τὸ ράντισμα), ἀνεξάρτητα μὲ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες ποὺ εἶχε ἀποδεχθεῖ (πολὺ λιγότερες ἀπὸ ὅσες αἱρέσεις διδάσκει σήμερα ἐπισήμως), γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ «οὔτε ὁ Βαλσαμών, οὔτε ὁ Χωματιανός… οὔτε κὰν ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς δὲν διατύπωσε ποτὲ τὴν ἄποψη ὅτι οἱ Λατίνοι θὰ πρέπει νὰ ἀναβαπτίζονται», ἀλλὰ γίνονταν δεκτοὶ μὲ τὴν κατ’ οἰκονομία πράξη, ἀφοῦ πληροῦσαν – τότε – τὶς κανονικὲς προϋποθέσεις (βλ. πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα», Ἑρμηνεία και ἐφαρμογή τοῦ Ζ´ κανόνος τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπὸ τοὺς Κολλυβάδες Πατέρες καὶ τὸν Κων/νο Οἰκονόμο, ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθήνα 1996, σελ. 75-95)
.          Τὰ πράγματα ὅμως ἄλλαξαν μὲ τὴν ἐν Τριδέντῳ Σύνοδο (1545-1563), στὴν ὁποία θεσμοθετήθηκε ἐπίσημα ὡς Κανόνας γιὰ ὁλόκληρη τὴν παπικὴ Δύση τὸ διὰ ραντισμοῦ ἢ ἐπιχύσεως βάπτισμα. Ἀπὸ τότε δημιουργήθηκε σοβαρὸ θέμα στὸ ἂν μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ στοὺς Λατίνους ἡ οἰκονομία, ἀφοῦ ἔπαψαν νὰ πληροῦν τὴν κανονικὴ προϋπόθεση τοῦ ὀρθοῦ βαπτιστικοῦ τύπου: οὔτε τὴ μία κατάδυση τῶν Εὐνομιανῶν δὲν κάνουν…
.             Τὸ ζήτημα λύθηκε μὲ τὴν κοινὴ Πατριαρχικὴ ἀπόφαση, τὸν περίφημο Ὅρο τῆς Συνόδου τοῦ 1755/6 τῶν τριῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Ε´, Ἀλεξανδρείας Ματθαίου καὶ Ἱεροσολύμων Παρθενίου, μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἐκ τῆς λατινικῆς αἱρέσεως γίνονται κατ’ ἀκρίβεια δεκτοὶ μὲ βάπτισμα, διότι δὲν πληροῦν τὶς προϋποθέσεις τῶν Β-7 καὶ ϛ-95. Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ εἶναι ἐν ἰσχύει, διότι δὲν ἔχει ἀρθεῖ μέχρι σήμερα. (romfea.gr/katigories/10-apopseis/7499-i-sunodos-ton-trion-patriarxon-tou-etous-1756)
.           Ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ 1755/6 δὲν ἄρεσε καθόλου στοὺς πανίσχυρους στὴν Ὑψηλὴ Πύλη Λατίνους (Ἰησουίτες καὶ πρεσβευτὲς τῶν δυτικῶν Δυνάμεων, ἰδιαιτέρως τῆς Γαλλίας) οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὸν Μητρ. Αἴνου Γερμανό, «πολλὰ καὶ ποικίλα ἀπειλοῦντες παρέπεισαν τινὰς τῶν ἀρχιερέων, τῶν εὐγενῶν καὶ προκρίτων τοῦ ἡμετέρου Γένους, ἵνα ἐξωθήσωσι τοῦ θρόνου τὸν Κύριλλον» (Ἑλ. Γιαννακοπούλου, Ὁ ἀναβαπτισμός τῶν αἰρετικῶν 1453-1756, Σταθμοί ἔρευνας καὶ πράξης, ἱστορικοκανονική θεώρηση, Ἀθήνα 2009σ. 73-83). Ἔτσι ὁρισμένοι Μητροπολίτες, κατὰ τὸν Runciman, «βρέθηκαν νὰ ἔχουν γίνει σύμμαχοι μὲ τοὺς ἀπεσταλμένους τῶν καθολικῶν δυνάμεων» καὶ νὰ συμπράξουν στὴν ἐκθρόνιση τοῦ Κυρίλλου πρὸς μεγάλη θλίψη τοῦ λαοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Γιὰ τὶς μεθοδεύσεις αὐτὲς τῶν Λατίνων καὶ τῶν λατινοφρόνων στὴν ἐκθρόνιση τοῦ Κυρίλλου Ε´ σιωπᾶ ὁ κ. καθηγητής…
.             Συμπερασματικά: μελετώντας μὲ προσοχὴ καὶ σεβασμὸ τὴν κανονικὴ παράδοση καθίσταται ἀπολύτως σαφὲς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἔδινε καὶ δίνει πολὺ μεγάλη σημασία στὴν ἀκριβῆ τήρηση τοῦ βαπτιστικοῦ τύπου τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία, στοὺς ἴδιους τοὺς κανόνες ποὺ θεσμοθετοῦν τὴν κατ’ οἰκονομία εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν, ὁρίζει ρητὰ ὅτι δὲν μπορεῖ αὐτὴ τὴν οἰκονομία νὰ τὴν ἐφαρμόσει στοὺς «εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους», μποροῦμε ἐμεῖς ἐλαφρᾷ τῇ καρδία νὰ θεσμοθετήσουμε ἀντίθετα, καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόσουμε στοὺς Λατίνους οἱ ὁποῖοι δὲν τηροῦν οὔτε τὴ μία κατάδυση;
.           Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παρουσιάζεται ἀπὸ ὁρισμένους ὡς τὸ πλέον σημαντικὸ γεγονὸς στὴ νεότερη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Βέβαια, ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς, τόσο ἡ θεματολογία τῆς Συνόδου ὅσο καὶ ἡ προετοιμασία της δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν ὀνομασία της (Εἶναι φοβερὸ νὰ ἀκούγεται ἀπὸ χείλη Προκαθημένου ὅτι «ἡ Πανορθόδοξη ὅπως ἐξελίχθηκε δὲν ἔχει καμία οὐσία καὶ γίνεται μόνο γιὰ τὸ prestige τοῦ … [ἀναφέρει συγκεκριμένο ὄνομα πρωθιεράρχου]»! Καταδεικνύει, δυστυχῶς, τὴν ἀπόλυτη ἔκπτωση τοῦ Συνοδικοῦ Θεσμοῦ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ εὐθύνη τῶν ὑπευθύνων γιὰ τὸ κατάντημα αὐτὸ εἶναι τεράστια!). Εἶναι βαθύτατα λυπηρὸ ὅτι ἐπαληθεύεται γιὰ τὴν ἐπὶ 90 χρόνια προετοιμαζομένη Πανορθόδοξο Σύνοδο ἡ θυμόσοφος ἀρχαία ρήση «ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν», διότι δυστυχῶς ἡ ὠδὶς αὐτὴ θὰ ἐξελιχθεῖ σὲ ὄνειδος γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας…
.           Τὸ κρισιμότερο ζήτημα ἔγκειται στὸ ἂν θὰ ἀναδειχθεῖ πραγματικὰ ἑπομένη ταῖς Ἁγίαις καὶ Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις καὶ διατρανώσει τὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστιν». Δυστυχῶς τὰ μέχρι τώρα δεδομένα ἔχουν δικαιολογημένα θορυβήσει πολλοὺς πιστούς, ἀκόμα καὶ σὲ ὑψηλὸ θεσμικὸ ἐπίπεδο. Οἱ πρωτεργάτες τῆς Πανορθοδόξου θέλησαν –καὶ ἐν πολλοῖς τὸ πέτυχαν– νὰ κρατήσουν τὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ (κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς) μακριὰ ἀπὸ τὴν προετοιμασία τῆς Συνόδου. Στὸν ἐναπομείναντα ἐλάχιστο χρόνο ὁ κάθε πιστός, ἀναλόγως τῆς θέσεως, τῆς διακονίας καὶ τῶν χαρισμάτων του, ὀφείλει μὲ τὸ αἴσθημα εὐθύνης ποὺ τοῦ ἀναλογεῖ, νὰ καταθέτει τὴ δική του Ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία. Κυρίως, ὅμως, ἐπιβάλλεται νὰ εὐχόμαστε καὶ νὰ προσευχόμαστε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ φωτίσει καὶ νὰ ἐνδυναμώσει τοὺς Ἐπισκόπους μας νὰ σταθοῦν ἀντάξιοι τῆς ἐπισκοπικῆς τους διακονίας ἐν Συνόδῳ, ὥστε ἐν ἱερᾷ καυχήσει νὰ διασαλπίσουν «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» καί, «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι», νὰ ὀρθοτομήσουν τὸν λόγον τῆς Χριστοῦ Ἀληθείας. Τότε καὶ μόνο τότε ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος θὰ ἀναδειχθεῖ ἀντάξια τοῦ ὀνόματός της. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση τὰ τραύματα ποὺ θὰ ἐπιφέρει στὸ Ἄχραντο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ θὰ εἶναι πολυώδυνα… Μὴ γένοιτο!

, , , ,

Σχολιάστε

«ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ»! [Εἰσήγηση: «Ἱεροὶ κανόνες καὶ τὸ κείμενο τῆς Ε´ΠΠΔ ὑπὸ τὸν τίτλο “Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον”»]

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ – ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ
“ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ”

Μεγάλη προετοιμασία χωρὶς προσδοκίες.
Στάδιο Εἰρήνης καὶ Φιλίας-Πειραιᾶς –
Τετάρτη 23.3.2016  

«Ἱεροὶ κανόνες καὶ τὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ μὲ τίτλο
“Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον”»

πρωτοπρεσβύτερος Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν

.               Τὸ κείμενο τῆς Ε´ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (Σαμπεζὺ 2015) μὲ τίτλο «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον» εἶναι τὸ πλέον σημαντικὸ κείμενο τῆς μελλούσης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καὶ εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ ἀναδειχθεῖ ὁ πλέον καθοριστικὸς παράγοντας γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀξιολόγηση τῆς ἴδιας της Συνόδου. Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ λέγαμε ὅτι τὸ κείμενο ἂν καὶ δὲν ἔχει τὴν τυπικὴ μορφὴ καὶ δομὴ δογματικοῦ ὄρου, οὐσιαστικὰ ἐπέχει θέση δογματικῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, καί, συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία – δηλ. ὅλοι ἐμεῖς, κλῆρος καὶ λαὸς – ὀφείλουμε νὰ τὸ ἀντιμετωπίζουμε μὲ τὴ δέουσα σοβαρότητα ὡς τὴ δογματικὴ ἀπόφαση τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου. [Σὲ παλαιότερη δημοσίευσή μας ἔχουμε προβεῖ σὲ ἐκτενῆ σχολιασμὸ τοῦ κειμένου αὐτοῦ στὸν ὁποῖο καὶ παραπέμπουμε γιὰ τὴν πληρότητα καὶ ἀναγκαία τεκμηρίωση τῆς παρούσης εἰσηγήσεως (βλ. romfea.gr/pneumatika/6640-sxoliasmos-sto-keimeno-tis-e-panorthodojou-prosunodikis-diaskepseos)].
.               Ἡ παροῦσα εἰσήγηση μὲ τίτλο «Ἱεροὶ κανόνες καὶ τὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ μὲ τίτλο «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον» περιορίζεται ἀναγκαστικὰ μόνο στὸ ζήτημα ἂν ἡ κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἀναγνωρίζει τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν. Καὶ αὐτό, διότι ἂν ἑξαιρέσουμε τὴν § 20, στὴν ὁποία θὰ ἐπικεντρώσουμε τὴν εἰσήγησή μας, σὲ ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ δὲν ὑπάρχει καμία ἀναφορὰ σὲ Ἱεροὺς Κανόνες καὶ στὴν ἐν γένει κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
.               Εἶναι ἄξιο ἐπισήμανσης ὅτι ἡ Ε´ ΠΠΔ (Σαμπεζὺ 2015), ὅταν διαπραγματεύθηκε τὸ μεῖζον καὶ κρίσιμο αὐτὸ θέμα τῶν σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἑτεροδοξία, δὲν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ προσφύγει στὴν πλούσια κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας! Δὲν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ θεμελιώσει τοὺς ἰσχυρισμούς της στὴν μέχρι τώρα ἐκκλησιαστικὴ πρακτική! Ὡσὰν ἡ Ἐκκλησία γιὰ πρώτη φορὰ νὰ ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ καὶ διάλογο καὶ ἐπικοινωνία μὲ ἄλλες αἱρετικὲς ἢ σχισματικὲς κοινότητες! Ὡσὰν μέχρι σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία νὰ μὴν εἶχε παρόμοια ἐμπειρία καὶ πρακτική. Ὡσὰν ἡ ἐμπειρία τῆς παράδοσης νὰ μὴν εἶναι δημιουργικὰ δεσμευτικὴ στὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση μας ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας!
.               Ὅμως ἡ Ἐκκλησία πάντοτε πονοῦσε καὶ ἐνδιαφερόταν ἰδιαίτερα γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν στὴν Ἀλήθεια καὶ ἑνότητά της. Καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς αὐτὸ καὶ οἱ βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς καὶ κανονικὲς ἀρχὲς στὴν πραγμάτωσή του ἔχουν ἀποτυπωθεῖ στοὺς ἱεροὺς Κανόνες της. Γιὰ νὰ γίνει ἀντιληπτὸς ὁ ὄγκος τῆς κανονικῆς παραδόσεως ποὺ ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὶς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἑτεροδόξους ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι μόνο στὸ ἐπικυρωμένο ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους corpus τῶν Ι. Κανόνων τῶν Συνόδων τῆς Καρθαγένης ἔχουν ἐνσωματωθεῖ 18 Κανόνες ποὺ ἀναφέρονται στὸ θέμα «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον» καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸ σχίσμα τῶν Δονατιστῶν, ποὺ ταλαιπωροῦσε τὴ βορειοαφρικανικὴ λατινικὴ Ἐκκλησία τῆς Καρθαγένης. Στοὺς Κανόνες τῶν Συνόδων τῆς Καρθαγένης περιγράφεται διὰ πολλῶν τὸ πλαίσιο στὸ ὁποῖο ὀφείλουν νὰ κινηθοῦν οἱ ὀρθόδοξοι ποιμένες στὸ διάλογο μὲ τοὺς σχισματικοὺς μὲ σκοπὸ τὴν ἔνταξή τους καὶ πάλι στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία. Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ πλούσια κανονικὴ παράδοση δὲν ἔχει ἀξιοποιηθεῖ οὐδὲ στὸ ἐλάχιστο στὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ.
.               Ὅπως ἤδη ἀνέφερα, μοναδικὴ ἀναφορὰ σὲ ἱεροὺς κανόνες στὸ προσυνοδικὸ κείμενο γίνεται στὴν περίφημη § 20 ἡ ὁποία ἀναφέρει ἐπὶ λέξει: «Αἳ προοπτικαὶ τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετὰ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν προσδιορίζονται πάντοτε ἐπὶ τὴ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (κανόνες 7 τῆς Β´ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς συνόδου)». Ἡ § 20 ἐντάσσεται στὴν ἑνότητα τοῦ Κειμένου περὶ τοῦ ΠΣΕ. Συνεπῶς, ὅταν ἀναφέρεται σὲ «ἄλλες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες καὶ Ὁμολογίες» περιλαμβάνει τὶς περισσότερες ἀπὸ 345 Κοινότητες-μέλη τοῦ ΠΣΕ. Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι στὸ ΠΣΕ ὑπάγονται ἐκτὸς ἀπὸ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες (ἐκτὸς τῶν Πατριαρχείων Γεωργίας καὶ Βουλγαρίας) καὶ αἱρετικὲς ὁμάδες ἀπολύτως ἑτερόκλητες ἀπὸ θεολογικῆς ἀπόψεως (ἀπὸ Νεστοριανοὺς καὶ Μονοφυσίτες μέχρι καὶ Κουάκερους, Στρατὸ τῆς Σωτηρίας, νεοπροτεστάντες, πεντηκοστιανούς, free Churches κόκ). Ὁρισμένα ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ ΠΣΕ ἀρνοῦνται ὅλες ἢ τὶς περισσότερες Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἀρνοῦνται ὅλα τὰ μυστήρια, ἀρνοῦνται τὸ ἀειπάρθενό της Θεοτόκου, ἀρνοῦνται τὴν τιμὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο, τοὺς Ἁγίους καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό, ἀρνοῦνται τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀρνοῦνται σύνολη τὴν ἱερὴ παράδοση καὶ αὐτὸν τὸν Κανόνα τῆς Ἅγ. Γραφῆς! Καὶ ὅμως στὸ κείμενο χαρακτηρίζονται «Ἐκκλησίες»
.               Στὴν § 20 λοιπόν, μνημονεύονται μόνο οἱ Κανόνες Β-7, Ϛ´-95 οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναφέρονται στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους, ἀλλὰ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸν τρόπο καὶ τὴ διαδικασία εἰσδοχῆς στὴν Ὀρθοδοξία τῶν πρώην αἱρετικῶν. Ὅπως ἤδη ἀκούσαμε, μέσῳ τῶν κανόνων αὐτῶν, ὀρθότερα, διαστρεβλώνοντας τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῶν Ι. Κανόνων, γίνεται προσπάθεια ἀναγνώρισης τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν μὲ ἄμεση στόχευση τὴν ἀμνήστευση τῶν αἱρέσεων καὶ τὴν “ἐκκλησιαστικοποίησή” τους, τὴν ἀναγνώριση τῆς “ἐκκλησιαστικότητάς” τους.
.           Τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνώρισης, ὀρθότερα τῆς μὴ ἀναγνώρισης τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, εἶχε λήξει ἀπὸ πολὺ νωρὶς στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅποτε ἐρχόταν στὸ προσκήνιο, ἡ Ἐκκλησία ἐπαναλάμβανε πάντοτε τὶς βασικὲς θεολογικές της θέσεις, τὶς διατυπωμένες μὲ ἐξαιρετικὴ σαφήνεια ἤδη ἀπὸ τὸν γ´ καὶ δ´ αἰώνα. Ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ἔλαβε καὶ κανονικὴ ἐπικύρωση μέσῳ πολλῶν κανονικῶν ἀποφάσεων Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
.               Ἂς δοῦμε ὅμως πολὺ συνοπτικὰ τὴ σχετικὴ κανονικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφορικὰ μὲ τοὺς κανόνες Β-7 καὶ Ϛ´-95:

1. Γένεση τοῦ προβληματισμοῦ

.               Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, πάγια διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ συναρτᾶται ἄμεσα μὲ τὴν ἴδια τὴν αὐτοσυνειδησία της καί, συνεπῶς, μὲ τὶς πλέον θεμελιώδεις ἐκκλησιολογικὲς ἀρχές της, εἶναι ὅτι μόνο μέσα στὴ «γνήσια καὶ ἀληθινὴ Ἐκκλησία τελεσιουργοῦνται τὰ μυστήρια καὶ μόνο διὰ μέσου αὐτῆς λειτουργοῦν σωστὰ καὶ σωστικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητο γιὰ τὴν Ἐκκλησία νὰ ὑφίστανται ἔγκυρα καὶ χαριτόβρυτα μυστήρια, ποὺ νὰ προσφέρουν σωτηρία ἐκτὸς Αὐτῆς, στοὺς σκοτεινοὺς χώρους τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων. Αὐτὴ ἡ βασικὴ δογματικὴ-ἐκκλησιολογικὴ διδασκαλία ἐντάχθηκε πολὺ νωρὶς στὸ Κανονικὸ Δίκαιό της Ἐκκλησίας μας μὲ τοὺς Ἀποστολικοὺς Κανόνες:
.               Ἀποστ-46: «Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;».
.               Ἀποστ-47: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, τὸν κατὰ ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα ἐὰν ἄνωθεν βαπτίσῃ ἢ τὸν μεμολυσμένον παρὰ τῶν ἀσεβῶν ἐὰν μὴ βαπτίσῃ, καθαιρείσθω, ὡς γελῶν τὸν σταυρὸν καὶ τὸν τοῦ Κυρίου θάνατον, καὶ μὴ διακρίνων ἱερέας ψευδοϊερέων».
.               Ἀποστ-50: «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, μὴ τρία βαπτίσματα μιᾶς μυήσεως ἐπιτελέσῃ, ἀλλ᾽ ἓν βάπτισμα, τὸ εἰς τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου διδόμενον, καθαιρείσθω. Οὐ γὰρ εἶπεν ὁ Κύριος, εἰς τὸν θάνατόν μου βαπτίσατε· ἀλλά, Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος».
.               Ἀποστ-68: «Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ ὁ χειροτονήσας· εἰ μή γη ἄρα συσταίη, ὅτι παρὰ αἱρετικῶν ἔχει τὴν χειροτονίαν. Τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων βαπτισθέντας ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατόν».
.               Οἱ ἀνωτέρω Ἀποστολικοὶ Κανόνες κατηγορηματικὰ ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη μυστηρίων ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, παρέχοντας μάλιστα μὲ σύντομες φράσεις καὶ τὴν ἀπαραίτητη θεολογικὴ αἰτιολόγηση. Ἄμεση πρακτικὴ συνέπεια τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτῆς θέσης ἦταν ὅτι, ὅταν κάποιος αἱρετικὸς μετανοοῦσε καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τὸν βάπτιζε ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν αὐτὸς εἶχε “βαπτιστεῖ”, στὴν αἵρεση στὴν ὁποία μέχρι τότε ἀνῆκε.

2.Διένεξη πάπα Στεφάνου – Ἁγ. Κυπριανοῦ

.               Σοβαρότατο ὅμως πρόβλημα προέκυψε στὴν Ἐκκλησία τὸν 3ο αἰ. μὲ τὸν πάπα Ρώμης Στέφανο, ὁ ὁποῖος δὲν (ἀνα)βάπτιζε τοὺς προσερχομένους ἀπὸ τὸ σχίσμα τῶν Νοβατιανῶν. Ριζικὰ ἀντίθετος ἦταν ὁ Ἅγ. Κυπριανός, ἐπίσκοπος Καρχηδόνος, ὁ πρῶτος μεγάλος Δυτικὸς Πατέρας καὶ Θεολόγος τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἀκολουθώντας τοὺς Ἀποστ-46, -47, -50 καὶ -68, τὶς ἀποφάσεις προγενεστέρων Ἀφρικανικῶν Συνόδων καὶ ταυτιζόμενος θεολογικὰ μὲ τὶς μικρασιατικὲς Ἐκκλησίες, θεωροῦσε ἐντελῶς ἀνυπόστατα ὅλα τὰ «μυστήρια» τῶν αἱρετικῶν. Ἡ ἄποψη αὐτὴ τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ ἔγινε ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὶς τρεῖς Τοπικὲς Συνόδους τῆς Β. Ἀφρικῆς ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἰδίου. Ἡ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος ἔχει ἐπικρατήσει νὰ ὀνομάζεται Κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ.
Σύμφωνα μὲ τὸν Κυπρ-1 στὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα δὲν ὑφίσταται:

τὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος («οὐ δύναται χρίσμα τὸ παράπαν παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι»),
τῆς Θ. Εὐχαριστίας («ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων»),
τῆς ἀφέσεως («ἀδύνατον ἁμαρτημάτων ἄφεσιν λαβεῖν»)
τῆς Ἱερωσύνης «Πῶς δὲ εὔξεται ὑπὲρ τοῦ βαπτισθέντος οὐχὶ ἱερεύς, ἀλλ᾽ ἱερόσυλος καὶ ἁμαρτωλὸς»
τοῦ Βαπτίσματος «μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι ἔξω της καθολικῆς ἐκκλησίας, ἑνὸς ὄντος βαπτίσματος καὶ ἐν μόνῃ τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ ὑπάρχοντος».

.                 Δὲν ὑπάρχουν, λοιπὸν στὴν αἵρεση μυστήρια, διότι στὴν αἵρεση δὲν ὑπάρχει οὔτε Ἐκκλησία: «Παρὰ δὲ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐκκλησία οὐκ ἔστιν», «ἁγιάσαι δὲ ἔλαιον οὐ δύναται ὁ αἱρετικός, ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων, μήτε ἐκκλησίαν· ὅθεν οὐ δύναται χρίσμα τὸ παράπαν παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι». Τέλος, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀποφανθεῖ συνοδικά: Τὰ κανονικὰ καὶ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας ταυτίζονται: «ἑνὸς ὄντος τοῦ βαπτίσματος καὶ ἑνὸς ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ μιᾶς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου, ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένης· καὶ διὰ τοῦτο τὰ ὑπ᾽ αὐτῶν γινόμενα, ψευδῆ καὶ κενὰ ὑπάρχοντα, πάντα ἐστὶν ἀδόκιμα».
.                 Τὴ θεολογικὴ θέση τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ συμμερίστηκε καὶ ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ὁποῖος τὴν μνημονεύει στὴν κανονικὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἅγ. Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου (κανόνες Βασιλ-1, -47), προσφέροντας μάλιστα καὶ πρόσθετη θεολογικὴ αἰτιολογία, ὅτι τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀνυπόστατο. Στὸν ἐπικυρωθέντα ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους (ϛ-2 καὶ Ζ-1) κανόνα του ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων ὁ Μ. Βασίλειος (Βασιλ-1): «Ἐκεῖνο γὰρ ἔκριναν οἱ παλαιοὶ δέχεσθαι βάπτισμα, τὸ μηδὲν τῆς πίστεως παρεκβαῖνον…Ἔδοξε τοίνυν τοῖς ἐξ ἀρχῆς, τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν παντελῶς ἀθετῆσαι … Οὐ γὰρ ἐβαπτίσθησαν οἱ μὴ εἰς τὰ παραδεδομένα ἡμῖν βαπτισθέντες.… ἡ μὲν ἀρχὴ τοῦ χωρισμοῦ διὰ σχίσματος γέγονεν, οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκ ἔτι ἔσχον τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ἑαυτούς· ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν. Οἱ μὲν γὰρ πρῶτοι ἀναχωρήσαντες, παρὰ τῶν Πατέρων ἔσχον τὰς χειροτονίας καὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτῶν εἶχον τὸ χάρισμα τὸ πνευματικόν. Οἱ δέ, ἀπορραγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύναντο χάριν Πνεύματος ἁγίου ἐτέροις παρέχειν, ἧς αὐτοὶ ἐκπεπτώκασι· διὸ ὡς παρὰ λαϊκῶν βαπτιζομένους τοὺς παρ’ αὐτῶν, ἐκέλευσαν ἐρχομένους ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν, τῷ ἀληθινῷ βαπτίσματι, τῷ τῆς Ἐκκλησίας, ἀνακαθαίρεσθαι».
.                 Ὁ Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος Μ. Βασίλειος εἶναι ἀπολύτως σαφής: δὲν ὑπάρχει κανένα περιθώριο ὕπαρξης βαπτίσματος καὶ ἱερῶν μυστηρίων, ποὺ νὰ παρέχουν σώζουσα Θ. Χάρη ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας.

3.Ἡ κατ’ ἀκρίβεια καὶ ἡ κατ’ οἰκονομία πράξη.

.                 Παράλληλα, ὅμως, μὲ τὶς τόσο κρυστάλλινες ἀπόψεις του, ποὺ εἶναι ταυτόχρονα καὶ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας ἀφοῦ ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὁ Μ. Βασίλειος ἀποδέχεται τὴν διὰ μόνο λιβέλου καὶ μυστηρίου τοῦ Χρίσματος ἀποδοχὴ τῶν «προστιθεμένων τῇ ὀρθοδοξίᾶ» ἀπὸ συγκεκριμένες αἱρέσεις τὶς ὁποῖες καὶ μνημονεύει. Ἀκολούθως, ἡ Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος μὲ τὸν Β-7 καὶ ἀργότερα ἡ Ϛ´ μὲ τὸν Ϛ´-95 ὁρίζει τρεῖς κατηγορίες-τρόπους εἰσδοχῆς στὴν Ἐκκλησία: μὲ τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, μὲ χρήση Ἁγ. Μύρου καὶ διὰ λιβέλου.
.                 Ἔτσι, στὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη παρουσιάζεται μία διαφοροποίηση στὸν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν «προστιθεμένων τῇ ὀρθοδοξίᾳ»: α) Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ἔχουμε τοὺς οἰκουμενικοῦ κύρους Ἀποστ-46, -47, -50 καὶ -68, τὸν Κυπρ-1 καὶ τοὺς δύο κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου (1ο καὶ 47ο), οἱ ὁποῖοι, ἐκθέτοντας τὶς βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς θεολογικὲς ἀρχὲς τῆς Ἐκκλησίας, ἀρνούμενοι κατηγορηματικὰ τὸ βάπτισμα καὶ τὰ λοιπὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, ἐπιτάσσουν τὸν (ἀνα)βαπτισμὸ τῶν προσερχομένων στὴν Ὀρθοδοξία, καὶ β) τοὺς Β-7, Ϛ´-95 καὶ μερικῶς οἱ Βασιλ-1, -47, οἱ ὁποῖοι σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις καὶ ὑπὸ ὁρισμένες προϋποθέσεις δίνουν τὴ δυνατότητα εἰσδοχῆς τῶν πρώην αἱρετικῶν στὴν Ἐκκλησία μόνο μὲ λίβελλο καὶ χρίσμα.
.                 Πῶς συνδυάζονται ὅμως οἱ δύο ἀντικρουόμενες, φαινομενικά, πρακτικές; Καὶ γιατί ἡ Ϛ´ ἐν Τρούλλῳ ἐπικύρωσε τοὺς «ἀντιφατικοὺς» αὐτοὺς κανόνες;
.                 Ὁ κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, οἱ Ἀποστολικοὶ καὶ οἱ τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι σαφὲς ὅτι καθορίζουν τὰ θεολογικὰ κριτήρια προσέγγισης τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τοὺς ἐπικυρωμένους ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους κανόνες, ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀναγνώρισε ὡς ἔγκυρο τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, ὡς παρέχον σώζουσα Θ. Χάρη ποὺ συγχωρεῖ ἁμαρτίες, ἀναγεννᾶ τὸν βαπτιζόμενο καὶ τὸν ἐντάσσει στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, διότι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐνεργεῖ ἡ τελετουργικὴ τῶν μυστηρίων Χάρις τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ὅλοι οἱ μεγάλοι Πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ὁμογνωμοῦν ἀπολύτως στὸ σημεῖο αὐτό. Ἡ ἔντονη διένεξη Καρχηδόνος–Ρωμης (Ἁγ. Κυπριανοῦ – Ἁγ. Στεφάνου) διεσάφησε πλήρως τὸ θέμα! Καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ δὲν ἐπικύρωσε τὶς ἀπόψεις τοῦ πάπα Ἁγ. Στεφάνου, ἀλλὰ προσέδωσε οἰκουμενικὸ κύρος στὸν Κυπρ-1 καὶ τοὺς συναφεῖς μὲ αὐτὸν κανόνες (Ἀποστ-46, -47, -50 καὶ -68, τὸν Κυπρ-1 καὶ τοὺς δύο κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου [1ο καὶ 47ο]), ἐντάσσοντάς τους στοὺς ἐπικυρωμένους κανόνες Τοπικῶν Συνόδων καὶ Ἁγ. Πατέρων: οὐσιαστικὰ θέλησε νὰ περιβάλει μὲ οἰκουμενικὸ κύρος τὴ θεολογία-ἐκκλησιολογία τοῦ κανόνος.
.                 Ὁ Μ. Βασίλειος, ποὺ συμφωνεῖ καὶ ἐπαυξάνει τὴ θεολογικὴ προσέγγιση τῆς Συνόδου τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ἐξηγεῖ καὶ τὸ γιατί ἡ Ἐκκλησία δέχεται τοὺς προσερχομένους ἀπὸ ὁρισμένες αἱρέσεις χωρὶς νὰ τοὺς βαπτίζει. Δὲν πρόκειται περὶ θεολογικῶν, ἀλλὰ καθαρὰ περὶ ποιμαντικῶν λόγων: «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν» (Βασιλ-1), ἢ «οἰκονομίας τινὸς ἕνεκα» (Βασιλ-47), ὅπως χαρακτηριστικὰ σημειώνει. Ἐπίσης, ὁ ἴδιος, ἐνῶ ὑπεραμύνεται τῆς θεολογικῆς ἀκρίβειας, προτείνει καὶ τὴν κατ’ οἰκονομία πράξη «ἐὰν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο, πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καὶ τοῖς οἰκονομήσασι τὰ καθ’ ἡμᾶς Πατράσιν ἀκολουθητέον. Ὑφορῶμαι γὰρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηροὺς αὐτοὺς περὶ τὸ βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διὰ τὸ τῆς προτάσεως αὐστηρόν».
.                 Ἀντιδιαστέλλεται, λοιπόν, ἡ θεολογικὴ ἀκρίβεια («τὸ τῆς προτάσεως αὐστηρόν»), ἀπὸ τὴν ποιμαντικὴ οἰκονομία («τὸ ἔθος τῶν πατέρων»). Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Ἐκκλησία, χρησιμοποιώντας τὴ θεολογικὴ ἀκρίβεια σὲ ὅλους τοὺς τόνους, ἀποφαίνεται ὅτι δν φίσταται γκυρο βάπτισμα στν αρεση. Ἀξιοποιώντας ὅμως τὴν ποιμαντικὴ οἰκονομία, ὑποδέχεται ὅσους μετανοημένους ἀρνοῦνται τὴν αἵρεση καὶ προσέρχονται στὴν Ἐκκλησία μόνο μὲ τὴν τέλεση τοῦ ἱεροῦ Χρίσματος καὶ τὴ Θ. Μετάληψη καὶ ὄχι διὰ τοῦ τριπλοῦ μυστηρίου τῆς Χριστιανικῆς μυήσεως (Βάπτισμα-Χρίσμα-Θ. Εὐχαριστία), ὅπως προβλέπει ἡ κατ’ ἀκρίβεια πράξη. Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ὅμως, ἀπαιτεῖται ρητὴ ἄρνηση καὶ ἀναθεματισμὸς τῶν αἱρέσεων, τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν, ἀκόμα καὶ τῶν «ἐξάρχων τῶν αἱρέσεων».
.                 Ἡ κατ’ οἰκονομίαν ἐκκλησιαστικὴ πράξη ἔλαβε καὶ συνοδικὴ ἐπικύρωση μὲ τοὺς Β-7 καὶ Ϛ´-95. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅμως, ὅτι ἐνῶ οἱ κανόνες ποὺ ἀπορρίπτουν τὸ αἱρετικὸ «βάπτισμα» παρέχουν σύντομη ἢ πολὺ ἀναλυτικὴ θεολογικὴ αἰτιολόγηση, οἱ κανόνες ποὺ προτείνουν τὴν οἰκονομία στὴν εἰσδοχὴ τῶν πρώην αἱρετικῶν δὲν προβάλλουν καμία θεολογικὴ αἰτιολόγηση. Εἶναι κατ’ οἰκονομίαν. Αὐτὸ καὶ μόνο ἀρκεῖ. Ἡ μόνη αἰτιολόγηση προέρχεται ἀπὸ τὸν Μ. Βασίλειο: «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν… Ἐὰν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο. Ὑφορῶμαι γὰρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηροὺς αὐτοὺς περὶ τὸ βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διὰ τὸ τῆς προτάσεως αὐστηρὸν» (Βασιλ-1). Κανένας θεολογικὸς-ἐκκλησιολογικὸς λόγος, μόνο ἡ ποιμαντικὴ ἀνάγκη τῆς σωτηρίας διὰ τῆς μετοχῆς στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει μετανοήσει καὶ φύγει ἀπὸ τὴν αἵρεση. Ὁ Ἅγ. Κύριλλος εἶναι ἐπιγραμματικὸς ἐπ’ αὐτοῦ: «κἂν ἴδῃς συντρέχοντας νῦν τῇ ὀρθῇ πίστει ἀμνησικάκει περὶ τῶν παρελθόντων… οἰκονομίας ἕνεκα, μὴ ἀκριβολογούμενος σφόδρα περὶ τοὺς μεταγιγνώσκοντας… ταῦτα γράφω οὐ τισι χαριζόμενος, ἀλλ’ εἰδώς, ὅτι καλὴ μᾶλλον ἐν τούτοις ἡ οἰκονομία».
.               Ἐπίσης, οὔτε ὁ Μ. Βασίλειος οὔτε οἱ ἱεροὶ Κανόνες οὔτε οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι προσπαθοῦν στὴν κατ’ οἰκονομίαν πράξη νὰ θεμελιώσουν ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ ἀκυρώσουν βασικὲς ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς (ἀνυπαρξία τελεσιουργικῆς τῶν μυστηρίων Θ. Χάριτος στὴν αἵρεση, ἀνυπαρξία ἱερῶν Μυστηρίων ἐκτὸς Ἐκκλησίας, διάκριση Ἐκκλησίας-αἵρεσης, ἀλήθειας-πλάνης κ.ο.κ). Ποτέ! Ὅπως στὴ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ πράξη ἡ κατ’ οἰκονομίαν δυνατότητα τελέσεως ἀεροβαπτίσματος ἀπὸ Ὀρθόδοξη νοσηλεύτρια δὲν ὑπονοεῖ ὅτι ἡ νοσηλεύτρια ἔχει τὴν εἰδικὴ ἱερωσύνη ἢ ὅτι μπορεῖ νὰ τελέσει κατ’ οἰκονομίαν καὶ ἄλλα μυστήρια, ἔτσι γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοση μὲ τὴν κατ’ οἰκονομίαν εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν, μὲ κανένα τρόπο δὲν ἀναγνωρίζονται τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν! Εἶναι, ἄλλωστε, ἀδιανόητο ἡ οἰκονομία τοῦ ἀεροβαπτίσματος νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς θεολογικὸς λόγος γιὰ τὴ διεκδίκηση τῆς ἱερωσύνης τῶν γυναικων. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἦταν ἀδιανόητο γιὰ τοὺς Πατέρες οἱ αἱρετικοὶ νὰ διεκδικήσουν ἐγκυρότητα τῶν «μυστηρίων» τους, ὅπως γίνεται σήμερα στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση!
.                 Εἶναι σαφὴς ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἀπόφαση τῆς Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς (1971), ἡ ὁποία στὸ κείμενο «Ἡ οἰκονομία ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» εὔστοχα σημειώνει: «Ἡ Ὀρθόδοξος ἠμῶν Ἐκκλησία ἀποβλέπει…α) εἰς τὴν διατήρησιν κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον τῆς ἑαυτῆς πίστεως καὶ διδασκαλίας τελείως ἀνοθεύτου καὶ ἀνεπηρεάστου ἐκ τῆς κατ’ οἰκονομίαν τοιουτοτρόπου συγκαταβάσεως αὐτῆς πρὸς τοὺς ἔξω. “Διότι οὐ συγχωρεῖ συγκατάβασις εἰς τὰ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, καὶ τότε τὰς οἰκονομίας ὁ ὀρθὸς λόγος μεταχειρίζεται, ὄτε τὸ δόγμα τῆς εὐσεβελιας οὐδὲν παραβλάπτεται” (Εὐλόγιος Ἀλεξ. PG 103, 953)». Δηλαδὴ ἡ κατ᾽ οἰκονομίαν πράξη γιὰ τὴν εἰσδοχὴ πρώην αἱρετικῶν δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς θεολογικὸ προηγούμενο γιὰ τὴν τροποποίηση, οὐδὲ στὸ ἐλάχιστο, τῆς πίστης καὶ τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφορικὰ μὲ τὴν αὐτοσυνειδησία της καὶ τὴν “ἐκκλησιαστικότητα” τῶν ἑτεροδόξων!
.                 Τέλος, ἂς προσέξουμε ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε τὴν οἰκονομία γιὰ νὰ ἀφήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεση, ἀποκοιμίζοντάς τον ὅτι δῆθεν δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα νὰ παραμένει στὴν πλάνη… Αὐτὸ δὲν εἶναι ποιμαντικὴ οἰκονομία, ἀλλὰ ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ καὶ ἀσυγχώρητη κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλασφημία!
.         Διαβάζοντας τὸ Κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ δὲν μποροῦμε, δυστυχῶς, νὰ συναντήσουμε ὅλη αὐτὴ τὴν πλούσια προβληματική τῆς Ἐκκλησίας μας: τὴν φιλάνθρωπη διπλὴ πρακτικὴ καὶ ἀλληλοσυμπλήρωση μεταξὺ ἀκριβείας καὶ οἰκονομίας μὲ μοναδικὸ σκοπὸ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου! Ἀντίθετα, ἔχουμε μία πρόχειρη καὶ γενικόλογη προσέγγιση, ἡ ὁποία ἀφήνει πολλὰ ἐρωτηματικὰ καὶ προπαντὸς ὁδηγεῖ σὲ σκοτεινὲς θεολογικὲς ἀτραπούς.

4.Τὰ κριτήρια γιὰ τὴν ἄσκηση ἀκρίβειας ἢ οἰκονομίας.

.                 Ἡ § 20 τοῦ Κειμένου ἀναφέρεται σὲ «κανονικὰ κριτήρια τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως» καὶ παραπέμπει στοὺς Β-7 καὶ Ϛ´-95.
.                 Προσεκτικὴ ὅμως μελέτη τῶν Κανόνων δὲν εὐνοεῖ τὴν οἰκουμενιστικὴ προσέγγιση!

1. Δὲν ἀποτελεῖ κριτήριο γιὰ τὴ χρήση τῆς οἰκονομίας ἡ ἐχθρότητα ἢ ἡ φιλικὴ διάθεση τῆς αἱρέσεως, τῆς αἱρετικῆς Κοινότητας πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία. Δυστυχῶς, ὁρισμένοι στὸν οἰκουμενικὸ χῶρο, προτάσσουν ὡς ἐπιχείρημα ὅτι παλαιότερα ἡ Ἐκκλησία τηροῦσε τὴν ἀκρίβεια στὴν εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν (βάπτισμα), διότι ὑπῆρχε πολλὴ ἐχθρότητα ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἐνῶ στὴν ἐποχή μας [μὲ τὶς «νέες ἱστορικὲς συνθῆκες» (§4), «νέες μορφές», «νέες συνθῆκες», «νέες προκλήσεις» (§ 24)] οἱ σχέσεις μὲ τὶς ἑτερόδοξες Κοινότητες εἶναι πλέον φιλικὲς καί, συνεπῶς, ἐπιβάλλεται ἡ χρήση τῆς οἰκονομίας! Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἐπιχειρηματολογία αὐτὴ ἀποδεικνύεται ἐντελῶς αὐθαίρετη καὶ ἐπιπόλαιη χωρὶς ἱστορικὴ ἢ κανονικὴ βάση! Θὰ ἔλεγα ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο ἔχουμε, εἰδικὰ μάλιστα μὲ τὸν Β-7: Οἱ Ἀρειανοὶ καὶ οἱ Πνευματομάχοι, στὴν ἐποχὴ τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἦταν ἄσπονδοι ἐχθροὶ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ δημιουργοῦσαν πάρα πολλὰ καὶ σοβαρότατα προβλήματα στὴν Ἐκκλησία. Κι ὅμως ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸν Β-7 προτείνει τὴν κατ’ οἰκονομίαν πράξη (λίβελο καὶ χρίσμα), καὶ ὄχι τὴν αὐστηρότητα τῆς ἀκριβείας (βάπτισμα)! Ἀπὸ τοὺς κανόνες καὶ τὴν ἐν γένει πράξη τῆς Ἐκκλησίας προκύπτει ὅτι, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ φιλικὴ ἢ ἐχθρικὴ διάθεση τῆς αἱρετικῆς Κοινότητας, αὐτὸ ποὺ προσέχει καὶ ἀπαιτεῖ ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ χορηγήσει τὴν οἰκονομία εἶναι ἡ μετάνοια τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου, τοῦ πρώην αἱρετικοῦ!
.                 Δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Ἐκκλησία ἡ αἱρετικὴ Κοινότητα, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος. Ἀποδέκτης τῆς φιλάνθρωπης οἰκονομικῆς ἐνέργειας τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἡ ἐμμένουσα στὴν αἵρεση καὶ πλάνη Κοινότητα, ἀλλὰ ὁ μετανοημένος αἱρετικός, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ ἀναζητᾶ τὴν Ὀρθοδοξία, αὐτὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ μπεῖ στὸν «οἶκο τοῦ Πατρός» του.

2. Δὲν ἀποτελεῖ καθοριστικὸ κριτήριο ὁ βαθμὸς ἀποκλίσεως ἀπὸ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Βέβαια οἱ κανόνες ἀναφέρονται καὶ συνεκτιμοῦν καὶ τὴν πίστη τῶν αἱρετικῶν (μιλοῦν γιὰ «τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας, καὶ ἕτερα τινὰ χαλεπὰ ποιοῦντας»). Ἐν τούτοις, ἡ πίστη τῶν αἱρετικῶν καὶ ἡ ἐγγύτητά της πρὸς τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχε γιὰ τὶς Συνόδους πρωταρχικὴ σημασία στὴν ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομίας. Ἡ Ἐκκλησία ἐφαρμόζει τὴν οἰκονομία (μὲ λίβελο καὶ χρίσμα) στὶς σοβαρὲς ἀντιτριαδικὲς αἱρέσεις τῶν Ἀρειανῶν (εἰδωλολάτρες χαρακτηρίζονται στὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ) καὶ τῶν Πνευματομάχων μὲ τὶς αὐστηρὲς καταδίκες καὶ ἀναθεματισμοὺς ἀπὸ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Τὴν ἴδια οἰκονομία ἐφαρμόζει καὶ στοὺς «Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρακαδεκατίτας» μὲ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπῆρχαν θεολογικὲς διαφορὲς στὰ βασικὰ δόγματα τῆς πίστεως, ἀλλὰ μόνο σὲ θέματα ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ λατρείας (πχ. οἱ Τεσσαρακαιδεκατίτες ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ Νισσάν, οἱ Καθαροὶ δὲν ἀποδέχονταν τὸ β´ γάμο καὶ τὴ μετάνοια στοὺς πεπτωκότες). Ἀντίθετα, ἐνῶ στοὺς Ἀρειανοὺς ἐφαρμοζόταν ἡ οἰκονομία (λίβελο, χρίσμα), στοὺς ὁμοπίστους μὲ αὐτοὺς Εὐνομιανοὺς ἐτηρεῖτο ἡ ἀκρίβεια (βάπτισμα), διότι αὐτοὶ βάπτιζαν μὲ μία μόνο κατάδυση! Ὅπως εἴπαμε, τοὺς Καθαρούς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν Ζωναρά, «οὐ περὶ τὴν πίστιν ἐσφάλλοντο, ἀλλ’ εἰς μισαδελφίαν, καὶ ἄρνησιν μετανοίας τοῖς παραπεπτωκόσι καὶ ἐπιστρέφουσι», τοὺς δεχόταν μὲ λίβελο καὶ χρίσμα ἐνῶ τοὺς καταδικασμένους ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους Νεστοριανούς, Εὐτυχιανιστὰς καὶ Σεβηριανοὺς καὶ τοὺς ἐκ τῶν ὁμοίων αἱρέσεων μόνο μὲ λίβελο, χωρὶς χρίσμα.

3. Κριτήριο ἀσφαλῶς δὲν ἦταν γιὰ τοὺς Πατέρες ἡ ἀναγνώριση τοῦ δικοῦ μας βαπτίσματος ἐκ μέρους τῶν αἱρετικῶν. Ὁ Μ. Βασίλειος, ποὺ σέβεται καὶ τηρεῖ τὴν ἀκρίβεια ἀλλά, παράλληλα, προτείνει καὶ τὴν οἰκονομία, εἶναι κατηγορηματικός: «Εἰ δὲ ἐκεῖνοι φυλάσσουσι τὸ ἡμέτερον βάπτισμα, τοῦτο ἡμᾶς μὴ δυσωπείτω· οὐ γὰρ ἀντιδιδόναι αὐτοῖς ὑπεύθυνοι χάριν ἐσμέν, ἀλλὰ δουλεύειν ἀκριβεία κανόνων» (Βασιλ-1).

4. Ἀπὸ τοὺς Κανόνες δὲν προκύπτει πουθενὰ ὅτι γιὰ τὴν ἄσκηση οἰκονομίας στὴν εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν ἀποτελοῦσε κριτήριο ἡ ὕπαρξη ἀποστολικῆς διαδοχῆς στὶς αἱρετικὲς Κοινότητες. Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ὅπως αὐτὴ ρητὰ ἔχει ἐκφραστεῖ διὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων μὲ τὴν ἐπικύρωση τῶν Ι. Κανόνων, στὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα δὲν διατηρεῖται ἡ Ἀποστολικὴ διαδοχή, δὲν ἔχουν οἱ αἱρετικοὶ ἀποστολικὴ διαδοχή. Οἱ ἐπικυρωμένοι ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους Κανόνες, ὁ Ἀποστ-68 καὶ τῆς Συνόδου Καρχηδόνος (258 μΧ, τοῦ Ἅγ. Κυπριανοῦ), δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν ἱερωσύνη στὴν αἵρεση καί, συνεπῶς, δὲν μπορεῖ νὰ ὑφίσταται Ἀποστολικὴ Διαδοχή. Μάλιστα ὁ Λαοδ-8 προτείνει τὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἀκρίβειας τοῦ βαπτίσματος στοὺς ἐκ τῶν τῆς αἱρέσεως τῶν Φρυγῶν προσερχομένους, διότι οἱ κληρικοὶ ποὺ τοὺς “βάπτισαν” δὲν ἄνηκαν στὸν πραγματικὸ ἀλλὰ «ἐν κλήρω νομιζομένω» καί, συνεπῶς, δὲ μποροῦσαν νὰ βαπτίσουν πραγματικά. Κατηγορηματικός, ὅμως, πρὸς τὴν διακοπὴ τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς στὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα εἶναι ὁ Μ. Βασίλειος στὸν ἐπικυρωμένο ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους 1ο Κανόνα του: «οἱ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ἀποστάντες οὐκ ἔτι ἔσχον τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἒφ ἑαυτούς, ἐπέλιπε γὰρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπῆναι τὴν ἀκολουθίαν. Οἱ μὲν γὰρ πρῶτοι ἀναχωρήσαντες, παρὰ τῶν Πατέρων ἔσχον τὰς χειροτονίας καὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτῶν εἶχον τὸ χάρισμα τὸ πνευματικόν. Οἱ δέ, ἀπορραγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν, οὔτε ἠδύνατο χάριν Πνεύματος ἁγίου ἐτέροις παρέχειν, ἢς αὐτοὶ ἐκπεπτώκασι· διὸ ὡς παρὰ λαϊκῶν βαπτιζομένους τους, πὰρ αὐτῶν ἐκέλευσαν, ἐρχομένους ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν, τῷ ἀληθινῶ βαπτίσματι τῷ τῆς Ἐκκλησίας ἀνακαθαίρεσθαι». Καὶ συνεχίζει ἀκριβῶς ἀμέσως: «Ἐπειδὴ δὲ ὅλως ἔδοξε τισι τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν, οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν, δεχθῆναι αὐτῶν τὸ βάπτισμα, ἔστω δεκτόν»! Δηλαδή, παρὰ τὴν κατηγορηματική του θέση ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀποστολικὴ διαδοχὴ διότι αὐτὴ ἔχει διακοπὴ μὲ τὸ σχίσμα καὶ τὴ διάσταση μὲ τὴν Ἐκκλησία, ὁ Μέγας Πατὴρ καὶ Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος δὲ δυσκολεύεται νὰ προτείνει, ἂν ὑπάρχει ἀνάγκη, τὴ χρήση οἰκονομίας. Καὶ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ θεολογία καὶ ἡ πρακτικὴ αὐτὴ τοῦ Μ. Βασιλείου, μὲ τὴν ἐπικύρωσή της ἀπὸ Οἰκουμ. Συνόδους, εἶναι πλέον ἡ θεολογία καὶ ἡ πράξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας

Ποιά, λοιπόν, εἶναι τὰ κριτήρια γιὰ τὴ χορήγηση τῆς οἰκονομίας σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες;

  1. Ὁ προσερχόμενος στὴν Ὀρθοδοξία νὰ προβεῖ :

α) σὲ ρητὴ καὶ κατηγορηματικὴ ἄρνηση διὰ λιβέλου τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν καὶ τῆς ἴδιας της αἱρετικῆς κοινότητας,

β) σὲ πλήρη ἀποδοχὴ τῆς πίστεως «ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία του Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ἐκκλησία»,

γ) σὲ ἀναθεματισμὸ τῶν αἱρεσιαρχῶν τῶν αἱρετικῶν Κοινοτήτων στὶς ὁποῖες μέχρι τώρα ὑπάγονταν, τῶν «ἐξάρχων τῶν τοιούτων αἱρέσεων» καὶ

δ) σὲ ἀναθεματισμὸ ὅλων ὅσοι ἀποδέχονται τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες αὐτῶν.

  1. Ἡ βαπτισματικὴ τελετὴ ποὺ δέχθηκε στὴν αἵρεση

α) νὰ ἔγινε μὲ τριαδικὴ ἐπίκληση «εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα» (Βασιλ-47) καὶ

β) νὰ ἔχει τηρηθεῖ ὁ ἀκριβὴς βαπτιστικὸς τύπος τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων. Εἶναι σαφεῖς οἱ κανόνες Β-7 καὶ Ϛ´-95: στοὺς Εὐνομιανούς, μία ἀπὸ τὶς ἀρειανικὲς παρατάξεις, δὲ χορηγεῖται ὁ κατ’ οἰκονομίαν τρόπος εἰσδοχῆς στὴν Ἐκκλησία (λίβελος, χρίσμα) ποὺ παρέχεται στοὺς λοιποὺς Ἀρειανούς, διότι, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ κανόνες Β-7 καὶ Ϛ´-95, οἱ Εὐνομιανοὶ εἶναι «οἱ εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζόμενοι». Οἱ ἀνωτέρω κανόνες Β-7 καὶ Ϛ´-95 προβάλλουν ὡς αἰτιολόγηση μόνο τὴν ἔλλειψη τοῦ ὀρθοῦ βαπτισματικοῦ τύπου καὶ ὄχι ἄλλο θεολογικὸ λόγο γιὰ τὴν ἄρνηση χορήγησης τῆς κὰτ´ οἰκονομία πράξεως στοὺς Εὐνομιανούς. Ἀντίθετα γιὰ τοὺς Σαβελλιανοὺς προβάλλεται θεολογικὴ αἰτιολόγηση : «τοὺς υἱοπατορίαν δοξάζοντας, καὶ ἕτερα τινὰ χαλεπὰ ποιοῦντας».

.            Εἶναι λοιπὸν σαφὲς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἔδινε καὶ δίνει πολὺ μεγάλη σημασία στὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν τριῶν καταδύσεων. Τὸ καθοριστικὸ ἐρώτημα γιὰ τὴ σημερινὴ πράξη εἶναι: Γιὰ τοὺς Λατίνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἐν Τριδέντω Σύνοδό τους (1545-1563) δὲν τηροῦν ὄχι μόνο τὴν τριπλῆ ἀλλὰ οὔτε καν τὴ μία κατάδυση τῶν Εὐνομιανῶν, καὶ ἁπλῶς βρέχουν τὸ τριχωτὸ μέρος τῆς κεφαλῆς μὲ λίγες σταγόνες νερό, μποροῦμε νὰ ἐπικαλούμαστε τοὺς Β-7 καὶ Ϛ´-95 γιὰ νὰ δικαιολογήσουμε σήμερα ὡς γενικὸ κανόνα ἐφαρμοζόμενο σὲ ὅλους τὴν κατ’ οἰκονομία πράξη γιὰ τὴν εἰσδοχή τους στὴν Ὀρθοδοξία; Ὅταν ἡ Ἐκκλησία, στοὺς ἴδιους τους κανόνες ποῦ θεσμοθετοῦν τὴν κατ’ οἰκονομία εἰσδοχὴ τῶν αἱρετικῶν, ὁρίζει ρητὰ ὅτι δὲν μπορεῖ αὐτὴ τὴν οἰκονομία νὰ τὴν ἐφαρμόσει στοὺς «εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους», μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὴν ἐφαρμόσουμε στοὺς Λατίνους οἱ ὁποῖοι δὲν τηροῦν οὔτε τὴ μία κατάδυση; Οἱ Κολλυβάδες Ἅγιοι Πατέρες καὶ Ἐκκλησιαστικοὶ Συγγραφεῖς (Ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἅγ. Ἀθαν. Πάριος, Κων. Οἰκονόμου, Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, Εὐστρ. Ἀργέντης, Εὐγ. Βούλγαρης, Χριστόφορος Αἰτωλός, ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, οἱ Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε´, Σωφρόνιος Β´, καὶ Προκόπιος) εἶναι κατηγορηματικὰ ἀντίθετοι! καὶ προτείνουν τὴν κατ’ ἀκρίβεια πράξη τῆς βαπτίσεως τῶν Λατίνων καί, συνεκδοχικά, καὶ τῶν λοιπῶν Δυτικῶν. Στὸ αὐτὸ πνεῦμα οἱ τρεῖς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, Κωνσταντινουπόλεως Ε´ , Ἀλεξανδρείας Ματθαῖος καὶ Ἱερουσαλὴμ Παρθένιος, στὸν περίφημο ὄρο τοῦ 1755 ἀποφαίνονται: «τὴ τὲ δευτέρα καὶ πενθέκτη ἁγίαις οἰκουμενικαῖς συνόδοις, διαταττομέναις τους μὴ βαπτιζομένους εἰς τρεῖς ἀναδύσεις, καὶ καταδύσεις, καὶ ἐν ἑκάστη τῶν καταδύσεων μίαν ἐπίκλησιν τῶν θείων ὑποστάσεων ἐπιβοώντας, ἀλλ’ ἄλλως πως βαπτιζομένους, ὡς ἀβαπτίστους προσδέχεσθαι, τῇ ὀρθοδοξίᾳ προσιόντας».

Συμπερασματικά:

  1. Ποτὲ ἡ Ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία δὲ χρησιμοποίησε τὴν κατ’ οἰκονομία πράξη γιὰ νὰ ἀλλοιώσει τὴν Ὀρθόδοξη δογματικὴ διδασκαλία περὶ Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζοντας τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν καὶ τὴν ἐκκλησιαστικότητά τους. Πάντοτε ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιοῦσε τὴν οἰκονομία γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν δεσμεύσει σ’ αὐτή.

  1. Ἀποδέκτης τῆς φιλάνθρωπης πρακτικῆς της Ἐκκλησίας μᾶς εἶναι ὁ μετανοημένος ἄνθρωπος καὶ ὄχι ἡ δαιμονικὴ κατάσταση (ἁμαρτία ἢ αἵρεση). Συνεπῶς δὲν ὑφίσταται καν θέμα ἀναγνώρισης καθ᾽ ἑαυτῶν τῶν μυστηρίων τῆς αἱρέσεως οὔτε κατ’ οἰκονομίαν.

  2. Γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική μας παράδοση Ἐκκλησία καὶ αἵρεση εἶναι ἔννοιες ἀπολύτως ἀσυμβίβαστες: Ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν καθολικότητα . ἡ αἵρεση εἶναι ἡ ἄρνησή της. Ἐκκλησία εἶναι τὸ φῶς . ἡ αἵρεση τὸ σκοτάδι. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ σωτηρία . ἡ αἵρεση ἡ ἀπώλεια. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ θεοσέβεια . ἡ αἵρεση εἶναι ἀθεΐα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εὐθεία ὁδός· ἡ αἵρεση ἡ «στρεβλότης». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἡ αἵρεση ὁ ἀντίχριστος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ἡ αἵρεση ἡ δαιμονικὴ πλάνη.
    .                Παράλληλα ὅμως, ἡ Ἐκκλησία ἐνεργώντας φιλανθρώπως γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων τηρεῖ σὲ κάθε ἐποχή, ἀνάλογα μὲ τὶς συνθῆκες, καὶ τὴν ἀκρίβεια καὶ τὴν οἰκονομία. Πάντοτε, ὅταν ἐπικαλεῖται τὴν ἀκρίβεια, ἡ αἰτιολογία εἶναι οὐσιαστικὰ θεολογικὴ-ἐκκλησιολογική. Ἀντίθετα, ὅταν ἐφαρμόζει τὴν κὰτ´ οἰκονομία πράξη, δὲν πολυπραγμονεῖ οὔτε ἀναλύει τὸ ζήτημα αὐτό. Χωρὶς καμμία αἰτιολόγηση ἀποφαίνεται ἔχουσα κυριαρχικὸ δικαίωμα στὴν ἐφαρμογή της. Ἡ Ἐκκλησία τὴν ἀκρίβεια αἰτιολογεῖ πλήρως, διότι ἐκεῖ θεολογεῖ.

  1. Προϋπόθεση γιὰ τὴν παροχὴ τῆς οἰκονομίας κατὰ τὴν ἔνταξη στὴν Ἐκκλησία τῶν πρώην αἱρετικῶν ἦταν ἢ ἀπόταξη τῶν αἱρέσεων καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας καθὼς καὶ ἡ βαπτισματικὴ τελετὴ νὰ ἔχει ἐπιτελεσθεῖ στὸ ὄνομα τῆς Ἅγ. Τριάδος καὶ νὰ ἔχει τηρηθεῖ ὁ βαπτισματικὸς τύπος τῶν τριῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων.

.             Δυστυχῶς ὅμως, ὅλη αὐτὴ ἡ κανονικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, δὲν μνημονεύεται οὔτε κὰν ἐνυπάρχει ὡς γόνιμος θεολογικὸς προβληματισμὸς στὸ κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ. Συνεπῶς εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀπόρριψη ἢ τουλάχιστον ἡ ριζικὴ ἀναθεώρησή του!

 

, ,

Σχολιάστε

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ Ε΄ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΡΟΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΔΙΑΣΚΕΨΕΩΣ «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ»

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΤΗΣ Ε΄ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΡΟΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΔΙΑΣΚΕΨΕΩΣ
  «ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ»

Πρωτοπρεσβύτερος
π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ι. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 .             Τὸ 1976, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ συμπόσια τοῦ Pro Οriente στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Graz ὁ καθηγητὴς τῆς Δογματικῆς Joseph Ratzinger καὶ μετέπειτα Πάπας Βενέδικτος XVI διετύπωσε μία πρόταση γιὰ τὴ λύση τοῦ ἐπίμαχου θεσμοῦ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ρώμης καὶ τῆς ἕνωσης τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς καὶ τῆς Ὀρθόδοξης. Ἡ ἑνότητα θὰ μποροῦσε – εἶπε ὁ Ratzinger – «νὰ ἐπιτευχθεῖ πάνω στὴ βάση ὅτι ἡ Ἀνατολὴ θὰ παραιτεῖτο ἀπὸ τὸ νὰ πολεμᾶ τὴ δυτικὴ ἐξέλιξη τῆς β´χιλιετίας ὡς αἱρετικὴ καὶ θὰ ἀναγνώριζε τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία ὡς νόμιμη καὶ ὀρθὴ ἀπὸ ἄποψη πίστης μὲ ἐκείνη τὴ μορφή, στὴν ὁποία ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία βρέθηκε μέσα ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη τῆς β´χιλιετίας, ἐνῶ ἀντίστροφα ἡ Δύση θὰ ἀναγνώριζε τὴν Ἀνατολὴ ὡς νόμιμη καὶ ὀρθὴ στὴν πίστη σὲ ἐκείνη τὴ μορφὴ τὴν ὁποία αὐτὴ διατήρησε στὴν ἱστορία της”»! Μὲ ἄλλα λόγια, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι θὰ πάψουμε νὰ χαρακτηρίζουμε τοὺς παπικοὺς ὡς αἱρετικοὺς καὶ θὰ θεωρήσουμε τὰ αἱρετικὰ παπικὰ δόγματα καὶ τὴ διαστροφὴ τῆς παράδοσης ὡς θεμιτή, ἀποδεκτὴ θεολογικὴ ἐξέλιξη γι’ αὐτοὺς καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιο, δὲν θὰ μᾶς θεωροῦν πλέον αἱρετικούς. Ἔτσι ὁ καθένας θὰ πιστεύει ὅ,τι θέλει ἀλλὰ θὰ εἴμαστε ἑνωμένοι, «μαζὶ καὶ διαφορετικὰ» σύμφωνα μὲ τὸ θεοσοφικὸ σύνθημα τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ …
.             Τὴν πρόταση αὐτὴ τοῦ πάπα Βενεδίκτου, ποὺ οὐσιαστικὰ συγκεφαλαιώνει τὴν ἐκκλησιολογία τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου, τὴν βλέπουμε νὰ ὑλοποιεῖται σιγὰ-σιγά, ἀλλὰ σταθερά, καὶ ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς. Ὁρισμένοι ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων Ἡγετῶν, διαγράφοντας τὴν ὁμόφωνη, δέκα αἰώνων, παράδοση τῶν Πατέρων, ἔπαψαν νὰ χαρακτηρίζουν τοὺς παπικοὺς ὡς αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς θεωροῦν ὡς Ἐκκλησία ποὺ ἔχει στὸ ἀκέραιο ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ καὶ τὴν πληρότητα τῆς σώζουσας Θ. Χάριτος τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Συνεπῶς, γι’ αὐτούς, ἡ ὑπὸ τὸν πάπα Ρώμης Κοινότητα εἶναι «ἀδελφὴ Ἐκκλησία» μὲ τὴν ἐκκλησιολογικὴ πληρότητα τοῦ ὅρου καὶ ἔχει ἔγκυρα καὶ ὑποστατὰ ἱερὰ μυστήρια ποὺ χορηγοῦν τὴ σώζουσα Θ. Χάρη, ὅπως καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὸ ἴδιο, λίγο-πολύ, ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς ἀπὸ τὴν παπικὴ μήτρα γεννημένες χριστιανικὲς Κοινότητες τῶν Προτεσταντῶν.
.                 Ἔτσι, παρὰ τὶς σοβαρὲς δογματικὲς διαφορὲς ποὺ ἅπτονται καίριων ζητημάτων πίστεως καὶ τῆς ἴδιας τῆς ὑποστάσεως τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἐκκλησιαστικὲς σχέσεις καὶ ἡ ἐν τῇ λατρείᾳ κοινωνία (συμπροσευχὲς μέχρι καὶ “ἀτελῆ” συλλείτουργα ) ὁλοὲν καὶ αὐξάνονται καὶ καλλιεργοῦνται σὲ βαθμὸ ποὺ ὁ ἁπλὸς λαὸς (Ὀρθόδοξοι καὶ Ρωμαιοκαθολικοὶ) νὰ νομίζει ὅτι δὲν χωρίζει τίποτα τὸ σοβαρὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπὸ τὶς ἄλλες Ὁμολογίες.
.               Βέβαια, μέχρι τώρα ὁ “λαϊκὸς οἰκουμενισμός” δὲν εἶχε τὴν παραμικρὴ συνοδικὴ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ νομιμοποίηση. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ περιφρόνηση τῆς μέχρι σήμερα ὁμόφωνης καὶ πάγιας πατερικῆς, κανονικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ θεμελιωθεῖ σὲ κανένα Δογματικὸ ἢ Συμβολικὸ κείμενο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σὲ καμία συνοδικὴ ἀπόφαση. Ὅσοι, λοιπόν, ἐνεργοῦσαν ἀντίθετα σὲ αὐτὴ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση ἦσαν πάντοτε ἐκτεθειμένοι στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση τῶν πιστῶν ὡς παραβάτες τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ ἐπιλήσμονες τῶν ἀρχιερατικῶν ὑποσχέσεών τους. Εἶχαν μὲν τὴν κάλυψη τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὴ σκέπη τῆς θεολογίας. Ἡ ἔλλειψη αὐτὴ τοὺς ἐξέθετε καὶ δὲν τοὺς ἐπέτρεπε νὰ προχωρήσουν ὅσο καὶ ὅπως θὰ ἤθελαν.
.                Δυστυχῶς, ὅμως τώρα τὰ δεδομένα ἀλλάζουν! Σχεδιάζεται νὰ χρησιμοποιηθεῖ τὸ μεγάλο ἐκκλησιολογικὸ γεγονὸς τῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν Πανορθοδόξω Συνόδῳ συνάξεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιὰ νὰ τροποποιηθεῖ ἡ μέχρι τώρα ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ νὰ συμμορφωθεῖ μὲ στὶς δικές τους ἐπιθυμίες καὶ πρακτικές. Ἔτσι, ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος κινδυνεύει νὰ ἐκπέσει, ἂν ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς καὶ ὑλοποιηθοῦν οἱ μέχρι τώρα ἄνομοι καὶ ἀντιπατερικοὶ σχεδιασμοὶ τοῦ συγκρητιστικοῦ οἰκουμενισμοῦ.
.               Γιὰ νὰ μὴ νομιστεῖ ὅτι κινδυνολογοῦμε ἢ ὅτι φανταζόμαστε ἀνύπαρκτους κινδύνους, ἂς ἀκούσουμε τί εἶπε πολὺ πρόσφατα (μόλις στὶς 16.1.2016) ὁ Πρόεδρος τοῦ Ποντιφικικοῦ Συμβουλίου γιὰ τὴν Ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν, ὁ καρδινάλιος Kurt Koch ἀπὸ τὸ ἐπίσημο “βήμα” τοῦ RadioVaticana: «Τὸ 2016 θὰ εἶναι τὸ ἔτος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλεημοσύνης… Αὐτὸ τὸ ἱερὸ ἔτος δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσουμε ὄχι μόνο γιὰ τὶς διαφορὲς ποὺ μᾶς χωρίζουν, ἀλλὰ καὶ γιὰ αὐτὰ ποὺ μᾶς ἑνώνουν… Εἶμαι σίγουρος ὅτι ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος θὰ ἑνώσει πιὸ πολὺ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ αὐτὸ θὰ εἶναι μεγάλη βοήθεια νὰ ξεπεράσουμε ὅποιες δυσκολίες στὸν καθολικό-ὀρθόδοξο διάλογο. Στὶς δυσκολίες αὐτὲς περιλαμβάνονται ἡ ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα, ἠ ἀλληλοαναγνώριση τῶν μυστηρίων καὶ ἡ ἐρώτηση γιὰ τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα» .
.                Ἂς γίνουμε, λοιπόν, πιὸ συγκεκριμένοι: Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, μέχρι σήμερα ὅλες οἱ Σύνοδοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Ἀποστολική, τὶς Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικές, παλαιὲς καὶ πρόσφατες, εἶχαν ὡς πρώτιστο καὶ βασικό τους μέλημα τὴ διακήρυξη τῆς Ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ταυτόχρονη καταδίκη τῆς αἵρεσης καὶ τῆς διαίρεσης τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Τὰ συνοδικὰ κείμενα διακρίνονταν γιὰ τὴν λεπτολόγο ἀκρίβεια στὴ διατύπωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρίας καὶ στὴν τεκμηρίωσή της στὶς πρὸ αὐτῶν Συνόδους καὶ τοὺς «ἐκκρίτους πατέρες». Τὸ «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσι» ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν τὴν ἀσφαλέστερη καὶ πλέον ἐγγυημένη ὁδὸ γιὰ τὴ διατύπωση τῆς πίστεως, ὥστε νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ κίνδυνος ἀκόμα καὶ τῆς παραμικρῆς ἀλλοίωσης ἢ νόθευσής της.
.                   Στὴν πάγια αὐτὴ συνοδικὴ πρακτικὴ δὲν φαίνεται νὰ στοιχίζεται τὸ κείμενο τῆς Ε´ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως (Ε´ Π.Π.Δ.) (Σαμπεζὺ Γενεύης 10-17.10.2015) μὲ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν κόσμον» (στὸ ἑξῆς: Κείμενο), ποὺ εἰσάγεται πρὸς ἔγκριση στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη 2016).
.                   Ἤδη ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας κατὰ τὴ συνεδρίαση τῆς 16.2.2016 ἀπέρριψε συνοδικῶς τὸ κείμενο αὐτό, ἐνῶ σοβαρὸ πρόβλημα βρίσκεται σὲ ἐξέλιξη στὴν Ἐκκλησία τῆς Μολδαβίας, ὅπου ἀπὸ τὶς 14 Φεβρουαρίου μοναστήρια καὶ ἱερεῖς προχώρησαν σὲ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου καὶ τοῦ Μητροπολίτη Κισινὲβ Βλαδίμηρου, ἐπειδὴ ἡ Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρωσίας (Μόσχα, 2-3.2.2016) τὸ ἀποδέχθηκε ὡς ὀρθόδοξο!

.                Καταθέτουμε τὶς σκέψεις μας αὐτὲς ἐν εἰλικρινείᾳ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, μὲ πολλὴ συνοχὴ καρδίας καὶ μὲ τὴν εὐχὴ ὅλες οἱ ἀνησυχίες καὶ οἱ ἐκτιμήσεις μας νὰ ἀποδειχθοῦν λανθασμένες. Μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός, ποὺ χρησιμοποίησε τὴν ἄλογη ὄνο γιὰ νὰ στείλει τὸ μήνυμά Του στὸν Βαλαάμ, μπορεῖ χορηγώντας τὴ Χάρη Του, νὰ θεραπεύσει τὶς ἀστοχίες, νὰ ἀναπληρώσει τὶς ἐλλείψεις καὶ νὰ ἀξιοποιήσει τὶς σκέψεις αὐτὲς στὸν ὑγιῆ ἐκκλησιαστικὸ προβληματισμὸ καὶ τὴ φιλόθεη ἀνησυχία, μακριὰ ἀπὸ φανατισμοὺς καὶ ἀκρότητες μὲ δέος καὶ σεβασμὸ στὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν Πανορθοδόξῳ Συνόδῳ συνάξεως τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς του Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

1. Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

.               Ἡ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Κωνσταντινούπολη, 6-9 Μαρτίου 2014), στὰ πλαίσια τῆς προετοιμασίας συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ἀποφάσισε τὴν ἐπεξεργασία καὶ ἀναθεώρηση τῶν ἐγκεκριμένων κειμένων τῆς Γ´ ΠΠΔ (1986), καὶ ἰδιαιτέρως τῶν δύο κειμένων ποὺ ἀφοροῦσαν στὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὸν χριστιανικὸ κόσμο[1]. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνέλαβε ἡ Α´ Εἰδικὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπὴ (29.9-4.10.2014) τῆς ὁποίας τὰ πορίσματα ὑποβλήθηκαν στὴν Ε´ Πανορθόδοξη Προσυνοδικὴ Διάσκεψη (Ε´ ΠΠΔ) (Σαμπεζὺ 11-17.10.2015) πρὸς συζήτηση καὶ ἔγκριση, γιὰ νὰ εἰσαχθοῦν στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο (Κρήτη, Πεντηκοστὴ 2016).
.             Ἡ Ε´ ΠΠΔ (2015) ἀποφάσισε νὰ συνενώσει τὰ δύο θέματα τῶν Α´ καὶ Γ´ ΠΠΔ,  8) «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον» καὶ  9) «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνηση» σὲ ἕνα, ὑπὸ τὸν τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον». Στὸ ὑπ’ ἀριθμ. 8 κείμενο τῆς Γ´ ΠΠΔ ὑπῆρχε ἀναλυτικὴ ἀξιολόγηση τῶν διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων ποὺ διεξάγει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὶς λοιπὲς Χριστιανικὲς Κοινότητες, ἐνῶ στὸ ὑπ’ ἀρ. 9 κείμενο εἴχαμε ἀποτίμηση τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση καὶ ἰδιαιτέρως στὸ ΠΣΕ.
.             Τὸ παρόν, λοιπόν, κείμενο τῆς Ε´ ΠΠΔ (2015) ὑπὸ τὸν τίτλο «Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν Χριστιανικὸν Κόσμον» ἀποτελεῖ συγκερασμὸ καὶ συγχώνευση τῶν ἀνωτέρω κειμένων τῆς Γ´ ΠΠΔ (1986). Οἱ βασικὲς τοποθετήσεις τοῦ Κειμένου τῆς Ε´ ΠΠΔ (2015) δὲν ἀφίστανται τῶν θέσεων καὶ προτάσεων τῆς Γ´ ΠΠΔ (1986).
.             Σημαντικὴ ὅμως διαφοροποίηση τοῦ Κειμένου τῆς Ε´ ΠΠΔ ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Γ´ ΠΠΔ ἀποτελεῖ ἡ μὴ ἀναλυτικὴ κριτικὴ ἀξιολόγηση τῆς ἕως τώρα πορείας ἑνὸς ἑκάστου τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων μὲ τὶς Χριστιανικὲς Κοινότητες, ποὺ ὑπῆρχε στὰ κείμενα τῆς Γ´ ΠΠΔ. Ὡς αἰτιολογία γιὰ τὴν ἀποσιώπηση ἀναφέρθηκε τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ κανένας διμερὴς διάλογος, καὶ ἔτσι ἐκρίθη σκόπιμο νὰ μὴν εἰσαχθεῖ στὴ Μ. Σύνοδο ὄχι μόνο πρὸς τελικὴ κρίση, ἀλλ’ οὔτε καν πρὸς συζήτηση. Αὐτὸ ὅμως τὸ δεδομένο τῆς μὴ ὁλοκλήρωσης τῶν διαλόγων ὑπῆρχε καὶ στὴν Γ´ ΠΠΔ (1986), καὶ ἐν τούτοις ἡ Διάσκεψη προχώρησε στὴν ἀξιολόγηση τῶν διαλόγων καὶ συνέταξε τὸ κείμενό της παραπέμποντάς το (ad referendum) στὴν Ἁγία Σύνοδο. Μάλιστα ὁ Γραμματέας τῆς Γ´ ΠΠΔ (1986) Σεβ. Ἑλβετίας Δαμασκηνὸς ἐκφράζοντας τὴ Διάσκεψη εἶπε ὅτι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος «θὰ ἐξετάσει τὸ σύνολον τῶν Διαλόγων καὶ ἐν τῇ οὐσίᾳ του καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις του».
.             Συνεπῶς ἡ αἰτιολογία τῆς μὴ ἀξιολογήσεως τῆς μέχρι τοῦδε πορείας τῶν διμερῶν διαλόγων ἀπὸ τὴν Ε´ ΠΠΔ δὲν φαίνεται νὰ εὐσταθεῖ! Τί συνέβη λοιπὸν καὶ ἄλλαξε τόσο πολὺ ἡ συγκρότηση τοῦ κειμένου στὸ βασικὸ αὐτὸ ζήτημα; Ἐπιπλέον, διερωτώμαστε καλόπιστα: δὲν θὰ ἔπρεπε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴν κορυφαία αὐτὴ στιγμὴ τῆς συνοδικῆς ἐκφράσεώς Της νὰ ἐνημερωθεῖ καὶ ἀποφαινομένη Πανορθοδόξως νὰ προβεῖ σὲ μία ἔστω μερικὴ -καὶ ἀσφαλῶς ὄχι ὁριστική, διότι οἱ διάλογοι δὲν ἔχουν ὁλοκληρωθεῖ – ἀξιολόγηση τῆς μέχρι τώρα πορείας τῶν διαλόγων, ὅταν μάλιστα οἱ διμερεῖς ἀνεπίσημοι ἢ καὶ ἐπίσημοι διάλογοι διεξάγονται ἀπὸ 35 ἕως καὶ πλέον τῶν 50 ἐτῶν; Μάλιστα σὲ ὁρισμένους ἐξ αὐτῶν ἔχουν συνταχθεῖ σημαντικὰ δογματικὰ (χριστολογικὰ καὶ ἐκκλησιολογικὰ) κείμενα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ τεθοῦν πρὸς ἀξιολόγηση στὴν ὕψιστη διαδικασία ἔκφρασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως ποὺ ἀποτελεῖ ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος. Γιὰ ποιό λόγο νὰ μὴν ἐπιτραπεῖ στὴν Ἐκκλησία ἐν Συνόδῳ νὰ ἐνημερωθεῖ καὶ νὰ λάβει ὑπεύθυνη θέση γιὰ τὰ μεγάλα καὶ σοβαρὰ θέματα τῶν διαλόγων, ὄχι γενικόλογα καὶ ἀόριστα, ἀλλὰ πολὺ συγκεκριμένα;

00.ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ Ε΄ ΠΠΔ-περι Οικουμενισμού

,

Σχολιάστε

ΜΙΚΡΑ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΕΦΕΣΟΥ ΑΓ. ΜΑΡΚΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟ-ΠΑΠΙΚΟΥΣ “ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ” ΣΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ «Πάντες σχεδὸν προδεδομένοι καὶ ἕτοιμοί εἰσι»

Μικρ στιγμιότυπα
π τος μεγάλους γνες το φέσου γ. Μάρκου
μὲ τοὺς φιλο-παπικοὺς “Ὀρθοδόξους” στὴ Φλωρεντία

[V. Laurent, Les “Memoires” du Grand Ecclesiarque de l’ Eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-439), Paris 1971, σ. 444-448]

Σύντομο ὑπόμνημα:
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ «Ἀπομνημονεύματα» τοῦ Συλβέστρου Συροπούλου, Μ. Ἐκκλησιάρχου τῆς Ἁγ. Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ συμμετεῖχε στὴ Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-1439).
Στοὺς διαλόγους, μὲ κόκκινα γράμματα σημειώνονται τὰ λόγια τοῦ Ἐφέσου Ἁγ. Μάρκου Εὐγενικοῦ καὶ τῶν ὁμογνωμόνων του, ἐνῶ μὲ μπλὲ τῶν φιλοπαπικῶν “Ὀρθοδόξων” καὶ ἐχθρῶν τοῦ Ἁγ. Μάρκου.
Σὲ ἀγκύλες σύντομες γλωσσικὲς ἐπεξηγήσεις μου.
Ἐφέσου: ὁ Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικὸς
Ἡρακλείας Ἀντώνιος: ὁμόγνωμος τοῦ Ἐφέσου Ἁγ. Μάρκου, πιεσθεὶς ὅμως πολὺ τελικὰ ὑπέκυψε καὶ ὑπέγραψε τὴν ἕνωση
Μυτιλήνης Δωρόθεος, Λακεδαιμονίας Μεθόδιος: φίλο-παπικοὶ ἐχθροί του Ἁγ. Μάρκου
Νικαίας Βησσαρίων, Ρωσίας Ἰσίδωρος: φιλο-παπικοί, ἄσπονδοι ἐχθροί τοῦ Ἁγ. Μάρκου. Μετὰ τὴ σύνοδο παρέμειναν στὴν Ἰταλία καὶ ἔγιναν καρδινάλιοι τοῦ πάπα
Καβάσιλας: ὁ Ἅγ. Νικόλαος, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (13ος αἰ.)
Βέκκος: Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὑποτάχθηκε στὸν πάπα ὑπογράφοντας τὴν ἕνωση στὴ Σύνοδο στὴ Λυὼν (1271). Θέλησε νὰ ἐπιβάλει τὴν ἕνωση καὶ καταδίωξε σκληρὰ τοὺς Ὀρθοδόξους. Σύμβολο τοῦ φιλοπαπισμοῦ.

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς ἀντιγραφῆς καὶ τὶς ἐπισημάνσεις στὸ κείμενο
π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
agotsopo@gmail.com, τηλ. 6945-377621

Γράφει ὁ Σύλβεστρος Συρόπουλος στὰ «Ἀπομνημονεύματά» του:

«Ἐν ἑτέρᾳ δὲ πάλιν ἡμέρᾳ συνήλθομεν εἰς τὸν πατριάρχην κατὰ τὸ ἔθος, καὶ ὁ περὶ τῆς ἑνώσεως ἐκινήθη λόγος καὶ ἐπῄνουν τὴν ὁμόνοιαν καὶ τὴν εἰρήνην ἁπλῶς οἱ ἐφιέμενοι τοῦ λατινισμοῦ [οἱ φιλοπαπικοὶ “Ὀρθοδοξοι”].
― Εἶπεν οὖν ὁ Ἡρακλείας, ὅτι «καλὸν ἂν ἦν, εἰ παρείχετε ἡμῖν τὴν ἔκθεσιν ἣν ἐστείλατε τοῖς Λατίνοις. ἅπαξ γὰρ μόνον ἠκούσαμεν αὐτήν, ἔδει δὲ πλεονάκις ἰδεῖν καὶ σκέψασθαι περὶ αὐτῆς».
― Καὶ εὐθὺς ἔφη ὁ Νικαίας, ὅτι «αἰσχύνη ἔσται τοῦτο ὑμετέρα τὸ δόξαι ὡς ἠκούσατε μέν, ἐπελάσθε δὲ ταύτης. Οὐ γὰρ δεῖ ὑμᾶς ἐπιλανθάνεσθαι τῶν λεγομένων καὶ ἀκουομένων ἐνθάδε». Καὶ οὕτως ἀπερράπισε καὶ παρεκρούσατο τὸν λόγον τοῦ Ἡρακλείας. Τοιαύτας διασκέψεις καὶ μελέτας ἠξίουν γίνεσθαι εἰς τὰς περὶ τῆς πίστεως ἐκθέσεις τε καὶ συγκαταθέσεις.
― Ἕτεροι δὲ τινὲς εἶπον «Ὀλίγη ἐστὶν ἡ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Λατίνων διαφορά, καὶ εἰ θελήσουσιν οἱ ἡμέτεροι, εὐκόλως διορθωθήσεται».
― Καὶ ἀποκριναμένου τοῦ Ἐφέσου ὅτι «μεγάλη διαφορὰ ἐστίν»,
― εἶπον αὐτῷ «Οὐκ ἔστιν αἵρεσις οὐδὲ δύνασαι εἰπεῖν αὐτὴν αἵρεσιν. οὐδὲ γάρ τινες τῶν πρό σοῦ ἐλλογίμων καὶ ἁγίων ἀνδρῶν ἐκάλεσαν αὐτὴν αἵρεσιν».
― Ἔφη οὖν ὁ Ἐφέσου, ὅτι «Αἵρεσίς ἐστι καὶ οὕτως εἶχον αὐτὴν καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν, πλὴν οὐκ ἠθέλησαν θριαμβεύειν τοὺς Λατίνους ὡς αἱρετικούς, τὴν ἐπιστροφὴν αὐτῶν ἐκδεχόμενοι καὶ τὴν φιλίαν πραγματευόμενοι. εἰ δὲ βούλεσθε, δείξω ὑμῖν ἐγὼ ὅπως εἶχον τούτους αἱρετικούς».
― Εὐθὺς οὖν θυμοῦ πλήρεις γίνονται ὅ τε Μυτιλήνης καὶ ὁ Λακεδαιμονίας καὶ λέγουσι «καὶ τίς ἄνθρωπος εἶ σὺ καὶ λέγεις τοὺς Λατίνους αἱρετικούς;» καὶ ἀνέστησαν ἐνώπιον τοῦ πατριάρχου καὶ ἐγγύτερον γενόμενοι τοῦ Ἐφέσου ἀδεῶς ὁμοῦ τε καὶ ἀναιδῶς ἔβαλλον αὐτὸν λόγοις καὶ σκώμμασι [κοροϊδίες, χλευασμούς]: «καὶ ἕως πότε ἀνεξόμεθα σιωπῶντες, τοιαῦτα σου λέγοντος», ἔφασκον, καὶ μόνον οὐκ ὀδοῦσι καὶ χερσὶ ὥρμων διασπαράξαι αὐτόν. καὶ τέλος ἐπέθηκαν: «ἐροῦμεν ἡμεῖς τῷ πάπᾳ ὅπως λέγεις αὐτὸν αἱρετικόν, καὶ ἢ ἀποδείξεις αὐτὸ ἢ πείσῃ καθὼς εἶ ἄξιος» καὶ ἐξῆλθον μετὰ τοιαύτης ὀχλήσεως.
.              Ἐξερχόμενος δὲ καὶ ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος ἔτι ὢν πλησίον τοῦ πατριάρχου εἶπεν: «ἐγὼ οἶδα, ὡς εἰ ποιήσοιμεν τὴν ἕνωσιν, μέχρις ἂν ἀπέλθωμεν εἰς τὴν Βενετίαν ἀναθεματίσουσιν ἡμᾶς. εἰ δ’ οὐ ποιήσωμεν αὐτήν, καὶ οὕτως ἀναθεματίσουσιν ἡμᾶς. Κάλλιον οὖν ἐστὶν ἵνα ποιήσωμεν αὐτήν, καὶ οὕτως ἵνα ἀναθεματίζωσιν ἠμᾶς». Ἐρωτηθεὶς δὲ παρὰ τοῦ πρωτεκδίκου, πάλιν ἐκδηλότερον διεσάφησε τοῦτο, καὶ ἠπόρησαν οἱ ἀκούσαντες.

.           11. Πάλιν μετὰ παραδρομὴν ἡμερῶν δύο, συνελθόντων ἡμῶν εἰς τὸν πατριάρχην ὡς ἔθος, λόγοι πολλοὶ περὶ τῆς ἑνώσεως ἐκινήθησαν καὶ παρεκίνουν καὶ ἠξίουν τὸν Ἐφέσου χρήσασθαι οἰκονομίᾳ τινι καὶ συγκαταβάσει [παρεκινοῦσαν καὶ ἀπαιτοῦσαν ἀπὸ τὸν Ἁγ. Μάρκο νὰ μὴν εἶναι αὐστηρός, ἀλλὰ νὰ ἐπιδείξει πνεῦμα ἀνοχῆς καὶ συγκαταβάσεως].
― Ὁ δὲ [Ἐφέσου] ἔλεγεν «οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις εἰς τὰ περὶ τῆς πίστεως».
― Μετὰ γοῦν τὰς πολλὰς ἀπαιτήσεις τὰς περὶ τῆς συγκαταβάσεως καὶ τὰς ἀπολογίας τοῦ Ἐφέσου καὶ ἀπαγορεύσεις, λεγόντων τῶν τὴν ἕνωσιν σπουδαζόντων, ὅτι «ὀλίγη ἐστὶν ἡ διαφορὰ καὶ ὀλίγη τις συγκατάβασις ἑνώσει ἡμᾶς, εἰ θελήσεις καὶ αὐτὸς χρήσασθαι ταύτῃ»,
― εἶπεν ὁ Ἐφέσου «Παρόμοιόν ἐστιν τοῦτο τῷ ρηθέντι παρὰ τοῦ ἐπάρχου πρὸς τὸν ἅγιον Θεόδωρον τὸν Γραπτόν. εἶπε γὰρ αὐτῷ, ὅτι “μίαν μόνον κοινωνήσατε καὶ ἕτερον οὐκ ἀπαιτοῦμεν, πορεύεσθε δὲ ὅποι φίλον ὑμῖν” καὶ ὁ ἅγιος ἔφη πρὸς αὐτὸν “ὅμοιόν τι λέγεις, ὥσπερ ἂν εἴ τις ἀξιῶν ἕτερον λέγει· οὐδὲν αἰτοῦμαι σε ἀλλ’ ἢ τὴν σὴν ἅπαξ ἀποτεμεῖν κεφαλήν, καὶ μετὰ ταῦτα πορεύου ὅπου θέλεις” [αὐτὸ πού μοῦ λέτε μοιάζει μὲ τὴν ἀπαίτηση κάποιου ποὺ εἶπε στὸν ἄλλον: ἄφησε νὰ σοῦ κόψω μία φορὰ τὸ κεφάλι καὶ μετὰ πήγαινε ὅπου θέλεις]. οὐ γὰρ ἐστὶ μικρὸν ἐν τοῖς τοιούτοις καὶ τὸ δοκοῦν μικρὸν [σὲ αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν εἶναι μικρὸ καὶ ἀσήμαντο, αὐτὸ ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται μικρό]».
.               Ἀπὸ τῆς εἰρηνικῆς οὖν δῆθεν αἰτήσεως καὶ ἀξιώσεως ἀνεφύη φιλονεικία, καὶ ὁ Νικαίας ἀναίδην ἔσκωπτε τὸν Ἐφέσου. καὶ μετὰ τὴν πολλὴν φιλονεικίαν ἀναστὰς
― ὁ Νικαίας ἔφη «περισσὸν ποιῶ καὶ φιλονεικῶ μετὰ ἀνθρώπου δαιμονιαρίου [εἶναι περιττὸ νὰ φιλονικῶ μὲ δαιμονισμένο – ἔτσι ἀποκάλεσε τὸν Ἅγ. Μάρκο!]. αὐτὸς γὰρ ἔνι μαινόμενος [αὐτός, ὁ Ἅγ. Μάρκος, εἶναι φανατικός, μανιακός], καὶ οὐ θέλω ἵνα φιλονεικῶ μετ’ αὐτοῦ» καὶ ἐξῆλθε μετὰ θυμοῦ.
― Εἶπε δὲ καὶ ὁ Ἐφέσου, ὅτι «σὺ ὑπάρχεις κοπέλιν καὶ ἐποίησας καὶ ὡς κοπέλιν [ἐσὺ εἶσαι ὑπηρέτης καὶ σὰν ὑπηρέτης σὲ διατεταγμένη ὑπηρεσία ἐνεργεῖς]».
.            Καὶ ἐπὶ τούτοις ἐξήλθομεν. Ὁ δὲ πατριάρχης ὁρῶν ταῦτα, οὐκ ἔσκωψεν οὐδὲ ἐκώλυσε τὴν ὄχλησιν, οὔτε αὐτὴν οὔτε τὴν πρὸ αὐτῆς. ἐκάθητο δὲ μόνον ὁρῶν καὶ μηδέν τι φθεγγόμενος.

.                12. Τῇ δ’ ἐπιούσῃ ἦλθεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸν πατριάρχην, καὶ ὁρισμῷ αὐτοῦ συνήλθομεν πάντες. Ἐκινήθησαν οὖν καὶ αὖθις οἱ περὶ τῆς ἑνώσεως λόγοι καὶ ἀντέλεγεν ὁ Ἐφέσου, ἐφιλονείκουν δὲ αὐτῷ ὁ Ρωσίας, ὁ Νικαίας, ὁ μέγας πρωτοσύγκελλος, καὶ ὁ Ἀμηρούτζης, καὶ ἰταμώτατα διεμάχοντο. ἤρξατο δὲ ὁ Γεμιστὸς εἰπεῖν τι καὶ συνηγορῆσαι τῷ Ἐφέσου καί, σκώψαντος αὐτὸν ἀναιδῶς τοῦ Ἀμηρούτζη ἐσιώπησεν. Ἐθαύμασαν οὖν πάντες πῶς οὐκ ἔσκωψε τὴν ἀναίδειαν τοῦ Ἀμηρούτζη ὁ βασιλεύς, οὐδὲ εἶπεν τι πρὸς θεραπείαν τοῦ παντ’ ἀρίστου Γεμιστοῦ [ἄρχισε νὰ λέει κάτι ὁ Γεμιστὸς ὑπὲρ τοῦ Ἁγ. Μάρκου καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς ἄρχοντες τὸν ἐμπόδισε μὲ ἀναίδεια καὶ ἔτσι ὁ Γεμιστὸς σταμάτησε. Ὅλοι ἀπόρησαν πῶς δὲν ἐπετίμησε τὸν Ἀμηρούτζη ὁ βασιλιὰς καὶ δὲν συμπαραστάσθηκε στὸ δεχθέντα τὴν ἐπίθεση Γεμιστό].

.                13. Ἀρξαμένου δὲ καὶ τοῦ Ἐφέσου ἀναγνῶναι τι τῶν τοῦ Καβάσιλα περὶ τοῦ προτεθέντος ζητήματος, εὐθὺς [μόλις ὁ Ἁγ. Μάρκος ἄρχισε νὰ διαβάζει κάτι ἀπὸ τὸν Ἅγ. Νικόλαο Καβάσιλα σχετικὸ μὲ τὸ ζήτημα ποὺ συζητούσαμε]
― εἶπεν ὁ Ρωσίας «ἡμεῖς δι᾽ ἕνωσιν καὶ εἰρήνην ἤλθομεν ἐνταῦθα οὐχὶ διὰ σχίσμα καὶ διάστασιν. Θέλομεν οὖν ἵνα ἀναγινώσκωμεν καὶ τοὺς ἑνωτικούς, οὐ τοὺς σχισματικοὺς καὶ διϊστῶντας. Ὁ οὖν Καβάσιλας σχισματικός ἐστι καὶ οὐ θέλομεν ἀναγινώσκεσθαι» [ἐμεῖς ἤρθαμε ἐδῶ γιὰ τὴν ἕνωση καὶ ὄχι γιὰ νὰ παραμείνει ἡ διάσταση καὶ τὸ σχίσμα μὲ τὸν πάπα. Θέλουμε λοιπὸν νὰ διαβάζουμε καὶ τοὺς ἑνωτικοὺς συγγραφεῖς καὶ ὄχι τοὺς πατέρες ποὺ ἦσαν ἐναντίον τῶν παπικῶν καὶ δὲν προχώρησαν σὲ ἕνωση ἀλλὰ παρέμειναν στὸ σχίσμα. Ὁ Καβάσιλας εἶναι σχισματικὸς καὶ δὲν θέλουμε νὰ ἀκούσουμε τί λέει].
― Διεδέξατο τοῦτον ὁ Λακεδαιμονίας εἰπὼν «καὶ τί ἔχομεν τὸν Καβάσιλαν; ἡμεῖς οὐκ ἔχομεν αὐτὸν ἅγιον. ἀρχιερεὺς ἦν, καὶ ἔχομεν κακεῖνον ὡς ἕνα τῶν νῦν ὄντων ἀρχιερέων, ὡς τὸν Μονεμβασίας τυχὸν ἢ ἄλλον τινά, οὐδὲ ἀνάγκην ἔχομεν στέργειν τὰ ἐκείνου συγγράμματα» [ὁ ἐπίσκοπος Λακεδαιμονίας εἶπε: καὶ σὲ τελικὴ ἀνάλυση τί εἶναι ὁ Καβάσιλας; Ἐμεῖς δὲν τὸν ἀναγνωρίζουμε ὡς ἅγιο. Ἕνας ἁπλὸς ἀρχιερέας εἶναι, ὅπως ὁ Μονεμβασίας ἢ κάποιος ἄλλος. Δὲν ἔχουμε ἀνάγκη νὰ συμμορφωθοῦμε σὲ ὅσα λέει αὐτός].
― Τότε εἶπεν ὁ Ἐφέσου «Λοιπὸν ἂς ἀναγινώσκομεν τὸν Βέκκον». Καὶ ἀγανακτήσας τὴν ἰταμότητα καὶ τὸ θράσος αὐτῶν καὶ καταλαβὼν ὅτι πάντες σχεδὸν προδεδομένοι καὶ ἕτοιμοί εἰσι πρὸς τὴν τοῦ λατινισμοῦ συγκατάθεσιν, ἐσιώπησεν» …

,

Σχολιάστε

ΙΕΡΕΙΑ (754) – ΝΙΚΑΙΑ (787) – ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ (2016)

 

 Ἱέρεια (754) – Νίκαια (787) – Κωνσταντινούπολη (2016)
Ἁπλὲς σκέψεις πόνου καὶ ἀγωνίας …

π. Ἀναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Πρωτοπρεσβύτερος
Ἐφημέριος Ι. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
τηλ. 6945-377621 – agotsopo@gmail.com

                   Πάτρα, 11 Ὀκτωβρίου 2015

.         Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴ μνήμη τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κάθε ἑορτὴ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι ἀφορμὴ γιὰ οὐσιαστικὴ ἐμβάθυνση στὰ θέματα πίστεως, διότι οἱ Σύνοδοι συγκαλοῦνταν κυρίως καὶ πρωτίστως γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση ζητημάτων ποὺ ἀφοροῦσαν στὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας.
.         Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἑορτὴ τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἐξετάσουμε τί εἶναι Σύνοδος καὶ μάλιστα Οἰκουμενική; Ποιά ἡ θέση της στὴν Ἐκκλησία μας; Ὅλες οἱ σύνοδοι εἶναι ἀλάθητοι ἢ μπορεῖ καὶ νὰ σφάλλουν σὲ θέματα πίστεως; Ἀσφαλῶς τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι ἰδιαιτέρως σοβαρὰ καὶ εὐαίσθητα, ἄν, μάλιστα, τὰ προσεγγίσουμε σὲ σχέση μὲ τὶς σημερινὲς ἐκκλησιαστικὲς ἐξελίξεις σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐξαντληθοῦν στὰ πολὺ περιορισμένα πλαίσια ἑνὸς σημειώματος. Ἂς προσπαθήσουμε ὅμως μὲ τὶς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων Πατέρων νὰ τὰ θίξουμε ἀκροθιγῶς, ἀφοῦ ἄλλωστε ἡ Ζ´ Οἰκουμενική μᾶς δίνει πολλὲς ἀφορμὲς καὶ ἀπαντήσεις.
.         «Ἐκκλησία συστήματος καὶ συνόδου ἐστὶν ὄνομα», σημειώνει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ι. Χρυσόστομος. Σύμφωνα μὲ τὴ διατύπωση αὐτή, ἡ ἔννοια τῆς Συνόδου δὲν περιορίζεται στὸ ὄργανο διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐκτείνεται σὲ κάτι πολὺ βαθύτερο: εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας.
.         Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἀκόμα καὶ στὴν πρώτη Ἐκκλησία, παρὰ τὴν προσωπικὴ παρουσία τῆς μοναδικῆς αὐθεντίας τῶν Ἀποστόλων, ἡ Ἐκκλησία συνῆλθε σὲ Ἀποστολικὴ Σύνοδο γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὰ σοβαρότατα προβλήματα ποὺ ἐμφανίστηκαν στὴ ζωή της. Καὶ αὐτὴ ἡ πρώτη Σύνοδος μὲ τὴν περίφημη διατύπωσή της «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν», ἀποτέλεσε τὴν ἀπαρχὴ τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
.         Οἱ Σύνοδοι διακρίνονται σὲ τοπικὲς καὶ Οἰκουμενικές. Τοπικὲς χαρακτηρίζονται οἱ Σύνοδοι οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν μία τοπικὴ Ἐκκλησία (π.χ. Πατριαρχεῖο ἢ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία), ἢ περισσότερες τῆς μίας τοπικὲς Ἐκκλησίες καὶ τῶν ὁποίων οἱ ἀποφάσεις ἔχουν ἐφαρμογὴ μόνο στὰ ὅρια τῶν Ἐκκλησιῶν ποὺ συμμετέχουν, ἐνῶ Οἰκουμενικὲς χαρακτηρίζονται οἱ Σύνοδοι στὶς ὁποῖες συμμετεῖχε καὶ ἐκφράστηκε ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
.         Ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποτελεῖ τὴν κατ’ ἐξοχὴν ἀλάνθαστη ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ οἱ ἀποφάσεις της, δογματικὲς καὶ κανονικές, δηλ. σὲ θέματα πίστεως καὶ ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, ἔχουν ὑποχρεωτικὴ ἐφαρμογὴ σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, σὲ ὅλους τοὺς πιστούς. Ὅποιος, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ θέση του στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία, περιφρονεῖ καὶ δὲν ἀναγνωρίζει ἀπόφαση Οἰκουμενικῆς Συνόδου δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μέλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ ὑφίσταται τὶς κανονικὲς καὶ πνευματικὲς κυρώσεις ποὺ ἔχουν ὁρίσει οἱ Πατέρες.
.         Στὴν ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἔχουν ἀναγνωριστεῖ Ἑπτὰ Σύνοδοι ὡς Οἰκουμενικές, ἐνῶ ἄλλες δύο ποὺ συνῆλθαν στὴν Κωνσταντινούπολη, οἱ ἐπὶ Μ. Φωτίου (879-880) καὶ ἐπὶ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ (1351) ἀναγνωρίζονται μὲν ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ὡς Η´ καὶ Θ´ Οἰκουμενικές, ἐκκρεμεῖ ὅμως ἡ τυπικὴ ἀναγνώρισή τους.

 ΝΙΚΑΙΑ – 787 μ.Χ.

.             Ἡ ἑορταζομένη σήμερα Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος συνεκλήθη ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο ϛ´ καὶ τὴ μητέρα του Εἰρήνη τὴν Ἀθηναία τὸ 787 στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας (ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη). Στὴ Σύνοδο συμμετεῖχαν ἀντιπρόσωποι ἀπὸ ὅλες τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες ποὺ ἐκπροσωποῦσαν ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου ἦταν 350 ἐκ τῶν ὁποίων 130 ἦσαν ἀρχιμανδρίτες, ἡγούμενοι καὶ μοναχοί, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχαν ἐνεργὰ στὴ Σύνοδο. Κεντρικὸ ρόλο στὴ Σύνοδο εἶχε ὁ πρόεδρός της Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγ. Ταράσιος.
.             Ἡ Σύνοδος στὴ δογματική της ἀπόφαση, στὸν «Ὅρο», καθόρισε ὅτι οἱ χριστιανοὶ λατρεύουμε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τὸν Τριαδικὸ Θεό, ἐνῶ ἀποδίδουμε σχετικὴ τιμητικὴ προσκύνηση στοὺς Ἁγίους “ὡς αὐτοῦ γνησίους θεράποντας καὶ φίλους”. Ἡ σχετικὴ τιμητικὴ προσκύνηση τῶν Ἁγίων ἀποδίδεται μὲ τὴν ἀνέγερση ναῶν, μὲ ἀκολουθίες καὶ ὕμνους καὶ μὲ τὴν ἱστόρηση εἰκόνων. Ἡ Σύνοδος δογμάτισε ὅτι ἡ τιμὴ πρὸς τὶς εἰκόνες “ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει καὶ ὁ προσκυνῶν τὴν εἰκόνα προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τὴν ὑπόστασιν”. Ἰδιαίτερη ἀναφορὰ κάνει ἡ Σύνοδος στὴν ἀπεικόνιση, στὴν ἱστόρηση τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δογματίζοντας ὅτι ἀφοῦ ὁ Κύριος ἔλαβε σάρκα γενόμενος πραγματικὸς ἄνθρωπος εἶναι ὄχι μόνο δυνατὴ ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβλημένη ἡ εἰκονογράφησή του, μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ὁμολογεῖ καὶ κηρύττει τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου.
.           Παράλληλα μὲ τὸν καθορισμὸ τῆς πίστεως, ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως καὶ κάθε Σύνοδος, καταδίκασε τὶς αἱρέσεις καὶ ἀναθεμάτισε ὀνομαστικὰ τοὺς ἐκφραστές τους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοὺς εἰκονομάχους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ἀναστάσιο, Κωνσταντῖνο καὶ Νικήτα «ὡς νέῳ Ἀρείῳ, Νεστορίῳ καὶ Διοσκόρῳ».

ΙΕΡΕΙΑ – 754 μ.Χ.

.           Ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἦρθε ὡς ἀπάντηση τῆς Ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ σὲ μία ἄλλη Σύνοδο ποὺ εἶχε συγκληθεῖ 33 χρόνια νωρίτερα στὰ Παλάτια τῆς Ἱερείας, περιοχὴ στὴν ἀσιατικὴ ἀκτὴ τοῦ Βοσπόρου. Ἡ Σύνοδος ἐκείνη συνεκλήθη ἀπὸ τὸν εἰκονομάχο αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Ε´ καὶ συμμετεῖχαν περὶ τοὺς 350 ἐπισκόπους. Μὲ τὶς ἀποφάσεις της καταδικάστηκε ὡς εἰδωλολατρία ἡ προσκύνηση τῶν εἰκόνων καὶ ἀναθεματίστηκαν οἱ ὑπερασπιστές τους, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγ. Γερμανὸς καὶ ὁ μεγάλος θεολόγος τῶν εἰκόνων Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός! Ἂς προσέξουμε αὐτὸ τὸ σημεῖο: Ἡ Σύνοδος τῆς Ἱερείας συνεκλήθη ὡς Οἰκουμενικὴ καὶ ὅμως στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ἔχει καταγραφεῖ ὡς ψευδοσύνοδος, «ψευδοσύλλογος», ληστρική, δηλ. σύνοδος ληστῶν! Ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ τὴν χαρακτηρίζει «Καϊαφαϊκὸν συνέδριον» καὶ τὴν ἀναθεματίζει μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ φράση «τῷ φρυαξαμένῳ συνεδρίῳ κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων, ἀνάθεμα»!
.           Παρόμοιες περίπτωση ψευδοσυνόδων-ληστρικῶν συνόδων ποὺ συνεκλήθησαν ὡς οἰκουμενικὲς καὶ πληροῦσαν τὶς ἐξωτερικὲς τυπικὲς προϋποθέσεις οἰκουμενικότητας ἦταν ἡ σύνοδος τῆς Ἐφέσου (449) μὲ τὴν παρουσία ἐκπροσώπων ἀπὸ ὅλες τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Ἀλεξανδρείας Διοσκόρου, καθὼς καὶ τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ συνεκλήθη καὶ εἶχε τὶς ἐξωτερικὲς προϋποθέσεις γιὰ νὰ ἀνακηρυχθεῖ ὡς Οἰκουμενική, ἀλλὰ ἐξελίχθηκε σὲ ψευδοσύνοδο.

.           Τὸ ἐρώτημα λοιπὸν ποὺ τίθεται εἶναι: ποιό εἶναι τὸ ἰδιάζον στοιχεῖο ποὺ χαρακτηρίζει μία σύνοδο ὡς Οἰκουμενικὴ καὶ τί τὴ διαφοροποιεῖ ἀπὸ τὶς ψευδοσυνόδους; Σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ἀπάντησε ἡ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος διὰ στόματος τοῦ Ἰωάννου, τοῦ διακόνου τῆς Ἁγ. Σοφίας, στὴν λέξη πρὸς λέξη ἀναίρεση τοῦ ὅρου τῆς ληστρικῆς ἐν Ἱερείᾳ συνόδου ποὺ διασώζεται στὰ πρακτικὰ τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:
.         Γιὰ τὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὰ κριτήρια ἀψευδοῦς Οἰκουμενικότητας εἶναι δύο, καὶ δὲν ἐξαντλοῦνται στὰ τυπικὰ τῆς συγκλήσεως (ποιὸς συγκαλεῖ, πόσοι καὶ ποιοὶ συμμετέχουν κ.ο.κ.):

1.     Ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀποφάσεων ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία. Ἂν τὶς ἀποφάσεις μίας Συνόδου δὲν τὶς ἀποδεχθεῖ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Σύνοδος αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναγνωριστεῖ ὡς Οἰκουμενική, καὶ

2.         Ἡ ἀπόλυτη συμφωνία τῶν ἀποφάσεων μὲ τὴν προγενέστερη πατερική, συνοδικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Ὁ Ἅγ. Μάξιμος Ὁμολογητὴς εἶναι ἀπολύτως σαφής: «Ἐκεῖνας οἶδεν ἁγίας καὶ ἐγκρίτους συνόδους ὁ εὐσεβὴς τῆς Ἐκκλησίας κανών, ἃς ὀρθότης δογμάτων ἔκρινε». Μία Σύνοδος ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ τὴν ἕως τότε ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ὅπως αὐτὴ ἔχει ἐκφραστεῖ ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς Συνόδους, ἀλλὰ τὴν περιφρονεῖ καὶ προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀνατρέψει, εἶναι ψευδοσύνοδος, ἀνεξάρτητα ἂν σ’ αὐτὴ συμμετέχει μεγάλος ἀριθμὸς ἐπισκόπων ποὺ ἐκπροσωποῦν ὅλα τὰ πατριαρχεῖα καὶ τὶς τοπικὲς ἐκκλησίες!
.               Ἀντιθέτως, μία Σύνοδος ποὺ συγκαλεῖται ὡς τοπική, ἀπὸ μία καὶ μόνο τοπικὴ Ἐκκλησία, μὲ μικρὸ ἀριθμὸ ἐπισκόπων, ἂν στὶς ἀποφάσεις της ἀκολουθεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ ἐκφράζει τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας τότε πληροῖ τὶς προϋποθέσεις τῆς οἰκουμενικότητας καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς Οἰκουμενικὴ (βλ. Β´ Οἰκουμενική, 381 μ.Χ.).

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ – 2016 μ.Χ.

.             Ἂς ἔλθουμε ὅμως καὶ στὸ σήμερα. Ὡς γνωστόν, ἔχει προγραμματιστεῖ ἡ σύγκληση τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου, τὴν Πεντηκοστή τοῦ 2016 στὴν Κωνσταντινούπολη.
.             Κατ’ ἀρχὴν ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ χαροῦμε καὶ νὰ δοξάζουμε τὸν Θεό, ὅταν ἡ Χάρις Του ἐπιτρέπει τέτοια σημαντικὰ γεγονότα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Παράλληλα ὅμως, ὡς μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ἔχουμε ὑποχρέωση καὶ εὐθύνη, ὁ καθένας μας ἀνάλογα μὲ τὴ θέση καὶ τὶς δυνατότητες ποὺ ἔχει, νὰ ἐνδιαφερόμαστε καὶ νὰ μὴν ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὰ σοβαρὰ καὶ κρίσιμα αὐτὰ θέματα. Μάλιστα αὐτὲς τὶς μέρες ποὺ συνεδριάζει στὴ Γενεύη ἡ Ε´Προσυνοδικὴ Πανορθόδοξη Διάσκεψη, ἡ τελευταία καὶ πλέον καθοριστικὴ πρὶν ἀπὸ τὴ Σύνοδο, ὀφείλουμε ὅλοι μας νὰ εὐχηθοῦμε καὶ νὰ προσευχηθοῦμε ὁ Θεὸς νὰ φωτίζει τὰ μέλη της, ὥστε οἱ ἀποφάσεις τους νὰ εἶναι πραγματικὰ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.
.             Σύμφωνα, ὅμως, μὲ ὅσα εἴπαμε παραπάνω δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφανθοῦμε ἐκ τῶν προτέρων γιὰ τὴ μέλλουσα Σύνοδο, ἂν γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ἀναδειχθεῖ πράγματι σὲ Ἱερὴ Σύνοδο ἢ –Θεὸς φυλάξοι– σὲ μία ἀκόμη ψευδοσύνοδο. Ἀσφαλῶς εὐχόμαστε καὶ προσευχόμαστε οἱ ἀποφάσεις τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου νὰ ἀρχίζουν μὲ τὸ «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν», καὶ νὰ εἶναι πράγματι θεοφώτιστες.
.           Βέβαια, κατὰ καιροὺς ἔχουν ἐκφραστεῖ πολλὲς ἐπιφυλάξεις, τόσο ἀπὸ ἀκαδημαϊκοὺς θεολόγους, ὅσο καὶ ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ἀναγνωρίζει ὡς θεοφόρα καὶ χαρισματοῦχα, γιὰ τὴ σκοπιμότητα, τὴ διαδικασία καὶ κυρίως τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς Συνόδου. Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἡ ἀναλυτικὴ ἀναφορὰ στὰ θέματα αὐτά. Ἐπισημαίνουμε ὅμως μὲ φόβο Θεοῦ καὶ τὴ δέουσα ἐπιφύλαξη μόνο τρία ζητήματα:

1. Σημαντικὸ μειονέκτημα, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ σοβαρότατο ἐκκλησιολογικὸ ἔλλειμμα, τῆς διαδικασίας προετοιμασίας καί, συνεπῶς, τῆς ἰδίας τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου εἶναι ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ὅλες τὶς διαδικασίες καὶ ἡ πλημμελής, ἕως ἀνύπαρκτη, ἐνημέρωσή του. Οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες συνοδικῶς καὶ πανορθοδόξως τὸ 1848 ἔδωσαν μαθήματα ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι «παρ’ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησαν πότε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὀὑπερασπιστής τῆς θρησκείας ἐστίν  αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησιας, ἤτοι αὐτὸς ὁλαός,  ὅστις  ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοιειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ»!
.         Ὅμως, ἀντίθετα μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος, δυστυχῶς, προετοιμάζεται ἐπὶ ἐννιὰ δεκαετίες, ἀπὸ τὸ 1920, ἐρήμην τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν λέμε «λαὸς τοῦ Θεοῦ» ἐννοοῦμε ὁλόκληρο τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς λαϊκούς, τὶς μοναστικὲς ἀδελφότητες, τὸ Ἅγιο Ὅρος, τοὺς κληρικοὺς (ἀπὸ διακόνους ἕως Ἐπισκόπους), τοὺς θεολόγους, τὶς Θεολογικὲς Σχολὲς καὶ ὅλες τὶς πνευματικὲς δυνάμεις τῆς Ἐκκλησίας μας. Θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε σημάνει πνευματικὸς συναγερμὸς (θεολογικῶν συζητήσεων, πνευματικῶν ζυμώσεων καὶ κυρίως προσευχῆς) στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τέτοιας ἐμβελείας ἐκκλησιαστικὸ γεγονός! Δυστυχῶς ὅμως τίποτα τέτοιο δὲν συνέβη! Οἱ ἁρμόδιοι θέλησαν καί, ἐν πολλοῖς τὸ πέτυχαν, νὰ κρατήσουν τὸν πιστὸ λαὸ ἐντελῶς μακριά, χωρὶς νὰ ἔχει τὴν παραμικρὴ συμμετοχή, οὔτε κὰν τὴ στοιχειώδη ἐνημέρωση γιὰ τὶς διεργασίες αὐτές. Καὶ δυστυχῶς, ὄχι μόνο οἱ λαϊκοί, ἀλλὰ ἂν θέλουμε νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἀκόμα καὶ οἱ περισσότεροι Ἐπίσκοποι καὶ Σύνοδοι τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν κρατήθηκαν ἐντελῶς μακριὰ ἀπὸ τὴν προετοιμασία ἑνὸς τέτοιου σημαντικοῦ γεγονότος. Τὴ διεκπεραίωση αὐτῆς τῆς μοναδικῆς διαδικασίας ἀνέλαβε μία μικρὴ ὁμάδα προσώπων, ποὺ εἶχαν βέβαια μία συνοδικὴ τυπικὴ ἐξουσιοδότηση-νομιμοποίηση, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ γιὰ τὸ ἔργο αὐτὸ ἦσαν ἀποκομμένοι ἀπὸ τὸ λοιπὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἁπλῶς, κάπου-κάπου, ἀνακοινώνονται εἰλημμένες ἀποφάσεις καὶ τετελεσμένα γεγονότα. Νὰ ὑπενθυμίσουμε τὴν ἔμπονη καταγγελία διακεκριμένου Ἐπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι τὰ κείμενα τῶν προσυνοδικῶν διασκέψεων «εἶναι ἄγνωστα στοὺς περισσότερους Ἀρχιερεῖς καὶ σὲ μένα, καὶ παραμένουν σὲ κάποιες Ἐπιτροπὲς καὶ Γραφεῖα, καὶ δὲν γνωρίζουμε τὸ περιεχόμενό τους»! Εἶναι προφανὴς ἡ σοβαρότητα τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, ποὺ καταδεικνύει τὸ σοβαρότατο ἐκκλησιολογικὸ ἔλλειμμα τῆς διαδικασίας αὐτῆς καὶ συνεπῶς καὶ τῆς ἰδίας τῆς Συνόδου…

2. Ἐπίσης, σημαντικὲς ἐπιφυλάξεις ἔχουν τεθεῖ ἀπὸ πολλοὺς γιὰ τὴ θεματολογία τῆς Συνόδου. Σὲ τέτοιες μεγάλες Συνόδους προτεραιότητα στὴ θεματολογία πρέπει νὰ ἔχουν τὰ ζητήματα πίστεως καὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὰ ζητήματα ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Λέει πολὺ χαρακτηριστικὰ ὁ Μ. Ἀθανάσιος: «Χρὴ γὰρ πρῶτον πᾶσαν περὶ τῆς πίστεως διαφωνίαν ἐκκόπτεσθαι καὶ τότε περὶ τῶν πραγμάτων ἔρευναν ποιεῖσθαι». Δυστυχῶς ὅμως ἀπὸ τὴν ἕως τώρα προετοιμασία τῆς Συνόδου ἀπουσιάζουν ἐντελῶς θέματα ὁριοθετήσεως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἔναντι τῶν ποικίλων αἱρετικῶν καὶ πλανεμένων ἀντιλήψεων καὶ πρακτικῶν: Τὰ καινοφανῆ παπικὰ δόγματα πρωτείου καὶ ἀλαθήτου τῆς Α´ Βατικανῆς (1870), ἡ νέα ἐκκλησιολογία τῆς Β´ Βατικανῆς (1965), οἱ προτεσταντικὲς πλάνες, ὁ ὑλισμός, ὁ ἀθεϊσμός, ἡ θεοσοφία, ὁ συγκρητισμὸς κ.ἄ. δὲν φαίνεται νὰ ἀπασχολοῦν τὴ Σύνοδο, ὡσὰν νὰ μὴν ἔχουν καμμία ἐπίδραση στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τῶν μελῶν της. Ἀντίθετα, στὴν προετοιμασία τῆς Συνόδου πλεονάζουν θέματα ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ ζωῆς, ὁρισμένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἥσσονος σημασίας ἢ ἔχουν ἤδη λυθεῖ ἀπὸ τὴν παράδοσή μας, γιὰ τὰ ὁποῖα ὅμως, ὡς μὴ ὄφειλε, ἔχουν ἀναλωθεῖ πολλὲς ὧρες συζητήσεων καὶ διορθόδοξης συνεργασίας. Θὰ εἶναι τουλάχιστον λυπηρὸ νὰ ἐπαληθευθεῖ γιὰ τὴν ἐπὶ 90 χρόνια προετοιμαζομένη Πανορθόδοξο Σύνοδο ἡ θυμόσοφος ἀρχαία ρήση «ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν», διότι τότε ἡ «ὀδύνη» αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ ὄνειδος γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Μὴ γένοιτο…
.                 Τὸ σοβαρὸ αὐτὸ κενὸ στὴ θεματολογία τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου μπορεῖ νὰ τὸ καλύψει ἐν πολλοῖς ἡ ὁμόφωνη συνοδικὴ πρόταση τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας ποὺ ζητᾶ τὴν ἔνταξη στὰ θέματα τῆς Συνόδου τῆς τυπικῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Η΄ καὶ Θ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, διότι οἱ Σύνοδοι αὐτὲς ἔχουν λάβει σοβαρότατες θεολογικὲς καὶ δογματικὲς ἀποφάσεις. Τυχὸν ρητὴ καὶ ἄμεση ἀπόρριψη τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ ἢ ἔμμεση ἀπόρριψή του μὲ τὴν παραπομπὴ σὲ “συνοδικὲς” καλένδες τοῦ μέλλοντος (ἀπωτέρου ἢ μᾶλλον ἀπωτάτου) θὰ κλονίσει τὴ θεολογικὴ ἀξιοπιστία καὶ Ὀρθοδοξία τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου! Ἂν ἐπιβεβαιωθοῦν οἱ φόβοι αὐτοὶ καὶ δὲν συζητηθεῖ τὸ θέμα αὐτὸ τώρα, μὲ προφανῆ σκοπὸ νὰ μὴ δυσαρεστήσουμε τὸ Βατικανό (!), ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος ἀπὸ Σύνοδος τῆς Ὀρθοδοξίας κινδυνεύει νὰ καταντήσει θεραπαινίδα τοῦ Βατικανοῦ! Θὰ εἶναι φρικτὰ τρομερὸ στὰ κείμενα τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου νὰ γίνει ἀναφορὰ στὸ ΠΣΕ (Παγκόσμιο Συμβούλιο “Ἐκκλησιῶν”) – νομιμοποιώντας το οὐσιαστικὰ – καὶ νὰ μὴν ὑπάρξει ἀναγνώριση τῶν Η´ καὶ Θ´ Οἰκουμενικῶν Συνόδων… Ὁ Θεὸς νὰ μὴν ἐπιτρέψει κάτι τέτοιο!

3. Ὑπάρχει ἡ πρόταση ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὴν παρουσία στὴν Πανορθόδοξη Σύνοδο ὡς “παρατηρητῶν” παπικῶν, προτεσταντῶν, ἀντιχαλκηδονίων μονοφυσιτῶν, δηλ. καταδικασμένων αἱρετικῶν ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, ἀπὸ Πατέρες καὶ Οἰκουμενικὲς Συνόδους! Οὐδέποτε στὴ δισχιλιόχρονη ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, στὶς τοπικὲς ἢ σὲ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ὑπῆρχαν “παρατηρητές”. Μόνο στὶς δύο παπικὲς συνόδους τοῦ Βατικανοῦ ἐμφανίστηκε τὸ καθεστὼς τῶν “παρατηρητῶν”! Ἡ Πανορθόδοξη ὅμως Σύνοδος δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ὡς πρότυπο τὶς παπικὲς πρακτικές, μεθόδους καὶ μεθοδεύσεις. Ἐπίσης, ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος ἀποτελεῖ, πρέπει νὰ ἀποτελεῖ, τὴν ὕψιστη φανέρωση καὶ ἔκφραση τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπέσει σὲ συνέδριο ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων, οὔτε σὲ μία ἁπλὴ πανηγυρικὴ ἐκδήλωση-συνάντηση μὲ κριτήρια καὶ στοχεύσεις “ἐκ τοῦ κόσμου τούτου”…
.               Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας οἱ αἱρετικοὶ καλοῦνταν καὶ παρίσταντο στὶς Συνόδους ὄχι ὡς “παρατηρητές”, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀπολογηθοῦν ἢ νὰ ἐκφράσουν τὴν μετάνοιά τους, καὶ ἂν ἐπέμεναν στὴν πλάνη καὶ στὴν αἵρεση καθαιροῦνταν, ἀναθεματίζονταν καὶ ἀμέσως ἐκδιώκονταν τῆς Συνόδου καὶ δὲν συμμετεῖχαν στὴ συνέχεια τῶν ἐργασιῶν της. Ἡ παρουσία στὴν Πανορθόδοξο Σύνοδο ὡς “παρατηρητῶν” ἐκπροσώπων αἱρετικῶν Κοινοτήτων καὶ Ὁμολογιῶν ποὺ ἔχουν καταδικαστεῖ ἀπὸ τὴν πατερικὴ συνείδηση καὶ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους νομιμοποιεῖ τὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεση καὶ συνεπῶς ἀκυρώνει τὴν ἴδια τὴ Σύνοδο: Σύνοδος ἡ ὁποία δὲ διαστέλλει «ἀναμέσον βεβήλου καὶ ἁγίου» (Ὅρος τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς), τὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὴν αἵρεση, τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ πλάνη νομιμοποιώντας ἐκκλησιαστικὰ τὴν αἵρεση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πραγματικὰ Ὀρθόδοξη, ἀλλὰ κινδυνεύει νὰ ἐκπέσει σὲ ψευδοσύνοδο καὶ ληστρική. Ἐπὶ πλέον δέ, ἡ παρουσία ὡς “παρατηρητῶν” ἐκπροσώπων αἱρέσεων θὰ ἔχει σοβαρότατες, καταστροφικὲς ποιμαντικὲς προεκτάσεις: 1. θὰ προκαλέσει σύγχυση στοὺς πιστούς μας εἰσάγοντας στὴ συνείδησή τους τὴ θεοσοφικὴ προσέγγιση “μαζὶ καὶ διαφορετικὰ” (δηλ. δὲν ἔχει καμία σημασία τὸ περιεχόμενο τῆς πίστης) καὶ 2. ἀντὶ νὰ συντελέσει στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μας θὰ τὴν κλονίσει δίνοντας σοβαρότατα ἐπιχειρήματα γιὰ τὴ δημιουργία ἢ τὴν ἑδραίωση σχισμάτων! Ἂς εὐχηθοῦμε καὶ προσευχηθοῦμε νὰ μὴν ὁδηγηθοῦμε σὲ ἕνα τέτοιο ὀδυνηρὸ σημεῖο, καὶ ἐπιβεβαιωθοῦν οἱ χειρότεροι τῶν φόβων …
.           Θὰ ἤθελα νὰ τελειώσω τὶς σύντομες αὐτὲς σκέψεις πόνου καὶ ἀγωνίας μὲ σχετικὴ ἀναφορὰ τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, στὴν ὁποία εἶναι ἐμφανέστατη ἡ ἀγωνία του γιὰ τὴν κατάληξη τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου. Γράφει ὁ Σεβασμιώτατος: «Τὸ θέμα δὲν εἶναι νὰ συγκληθῆ ἁπλῶς ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, [προσθέτω ἐγώ: γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἡ ρηχὴ ὑστεροφημία κάποιων ὅτι ἐπὶ ἡμερῶν τους συγκροτήθηκε τέτοια Σύνοδος, ἢ γιὰ νὰ ἐπιτευχθοῦν ἐθνοφυλετικὲς στοχοθεσίες κάποιων ἄλλων] ἀλλὰ νὰ παραμείνη στὴν ἱστορία ὡς ὄντως Ἁγία καὶ Μεγάλη καὶ νὰ εἶναι διάδοχη τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῆς Συνόδου τοῦ 879-80 (Η΄ Οἰκουμενική, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τὴν Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο), τῆς Συνόδου τοῦ 1351 (Θ΄ Οἰκουμενικὴ) καὶ τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1848, στὶς ὁποῖες πρέπει νὰ ἀναφερθῆ, ὅπως γίνεται σὲ τέτοιες μεγάλες Συνόδους, γιὰ νὰ μὴν παρουσιασθῆ ὡς ἀποκεκομμένη ἀπὸ τὶς προηγούμενες Συνόδους, ἀλλ᾽ ὡς συνέχειά τους. Ἂν δὲν γίνη ἀναφορὰ στὶς προηγούμενες Οἰκουμενικὲς καὶ Μεγάλες Συνόδους ἢ ἂν ἀναφερθοῦν μόνον οἱ ἑπτὰ (7) Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι καὶ παραλειφθοῦν οἱ ἑπόμενες, τότε θὰ ὑπάρξη σοβαρὸ θεολογικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ πρόβλημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ πρόκληση ὄχι ἁπλῶς τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ τῆς πραγματικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱερᾶς ἱστορίας, ἡ ὁποία προσδιορίζεται ἀπὸ μιὰ θεολογική, ἐκκλησιολογικὴ καὶ κανονικὴ προοπτική».

Πάτρα, 11 Ὀκτωβρίου 2015
Ἑορτὴ τῶν Πατέρων τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

             π. Ἀναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν

,

Σχολιάστε

ΠΡΟΣ ΑΓΑΠΗΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΕΣ – Στὸν ἀπόηχο τοῦ φυλλαδίου «Ἅγ. Παΐσιος σύγχρονος ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως»

Πρὸς ἀγαπητοὺς ἀντιφρονοῦντες …
Στὸν ἀπόηχο τοῦ φυλλαδίου
«Ἅγ. Παΐσιος σύγχρονος ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως»
τοῦ π. Ἀναστ. Γκοτσοπούλου

 .               Τὸ φυλλάδιο «Ἄγ. Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, σύγχρονος Ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», ποὺ ἐκδώσαμε μὲ ἀφορμὴ τὴν πρώτη πανήγυρη τοῦ Ἁγίου στὸ παρεκκλήσιο τῆς ἐνορίας μας, δημιούργησε ἀρκετὴ αἴσθηση καὶ ἔτυχε θερμῆς ὑποδοχῆς, ἂν κρίνουμε ἀπὸ τὴν ἀνατύπωσή του καὶ τὴ διανομή του σὲ δεκάδες χιλιάδες ἀντίτυπα, τὶς δεκάδες ἀναδημοσιεύσεις του σὲ ἰστοσελίδες καὶ ἱστολόγια, τὰ ἑκατοντάδες σχόλια ποὺ ἀναρτήθηκαν καὶ τὶς ἐπικείμενες μεταφράσεις του σὲ ἄλλες γλῶσσες.
.              Ἀσφαλῶς ὑπῆρξαν καὶ ἀντιδράσεις, ποὺ ἐπιβεβαιώνουν, ἂν μὴ τι ἄλλο, ὅτι ἄγγιξε τὸν «τύπον τῶν ἥλων» ἐκπληρώνοντας τὸ σκοπό του, πού, ὅπως σημείωνα στὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα, ἦταν «μὲ ἀφορμὴ ἐπιστολὴ τοῦ ἰδίου τοῦ Ἁγ. Παϊσίου» νὰ τεθοῦν «πολὺ ἐπιγραμματικὰ κάποια κρίσιμα ζητήματα πρὸς εὐρύτερο πνευματικὸ προβληματισμό».
.              Εὐχαριστῶ πολὺ ὅλους ὅσοι καθ’ οἱονδήποτε τρόπο συνέβαλαν στὴν ἔκδοση καὶ ἐπανέκδοση τοῦ φυλλαδίου, στὴ δημοσίευση στὸ διαδίκτυο, στὴ διανομή του μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου (ἄγνωστο σὲ μένα ἄτομο μὲ ἐνημέρωσε ὅτι τὸ ἀπέστειλε σὲ περισσότερες ἀπὸ 3.000 διευθύνσεις!). Εὐχαριστῶ, ἐπίσης, ὅσους ἐξέφρασαν τὴ θετική τους κρίση μὲ δημόσιο σχόλιο ἢ προσωπικὸ μήνυμα.
.              Εὐχαριστῶ, ἐπίσης, εἰλικρινὰ καὶ ὅλους ὅσοι ἄσκησαν αὐστηρή, ἀκόμα καὶ σκληρή, κριτικὴ καλοπροαίρετα ἢ καὶ κακοπροαίρετα – ὁ Θεὸς μόνο ξέρει! – διότι μὲ τὸ δικό τους τρόπο συνέβαλαν στὸν εὐρύτερο προβληματισμὸ γύρω ἀπὸ τὰ σοβαρὰ θέματα ποὺ ἔθεσε ὁ Ἅγιος Παΐσιος μὲ τὴν ἐν λόγῳ ἐπιστολὴ καὶ τὴ στάση του.
.              Θὰ ἤθελα λοιπὸν νὰ ἀπευθυνθῶ ἰδιαιτέρως σὲ ὅσους μοῦ ἄσκησαν κριτικὴ :

Α. Κατ’ ἀρχὰς δὲν αἰσθάνομαι, γιατί ἁπλούστατα δὲν εἶμαι, οὔτε ἀγωνιστής, οὔτε πρόμαχος τῆς ἀλήθειας, οὔτε ἐγγυητὴς τῆς πίστεως, οὔτε πιστεύω ὅτι θὰ σώσω τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν κόσμο, οὔτε, οὔτε, οὔτε … Ἀπολύτως τίποτα ἀπ’ αὐτά! Δὲν πιστεύω, ἐπίσης, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσουμε τὸν Οἰκουμενισμό. Ἀσφαλῶς ΟΧΙ! Τὸ «μυστήριο τῆς ἀνομίας» ποἐκφράζεται σὅλη του τὴν πληρότητα μὲ τὸ διαχριστιανικὸ καὶ διαθρησκειακὸ οἰκουμενισμὸ δὲν θὰ σταματήσει μἐνέργειες ἀνθρώπων, ὅπως ἔχουν προφητεύσει ἡ Ἁγ. Γραφὴ καὶ οἱ Ἅγιοι. Ὁ Χριστός μας διερωτήθηκε ἄν, ὅταν ἔρθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, θὰ βρεῖ πίστη πάνω στὴ γῆ! Οἱ Ἅγιοι λένε ὅτι οἱ ἀσεβέστεροι ὅλων στὰ ἔσχατα θὰ εἶναι οἱ κληρικοί! Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλεήσει!
.           Τί κάνουμε ἐμεῖς λοιπόν; Ἁπλῶς αὐτὸ ποὺ λέει ἡ συνείδησή μας, αὐτὸ ποὺ ἐπιτάσσει τὸ ποιμαντικό μας χρέος, αὐτὸ ποὺ μάθαμε ἀπὸ τοὺς δασκάλους μας, ἔτσι ὥστε νὰ ἐνημερώνουμε ὅσους θέλουν νὰ ἀκούσουν, καὶ ἴσως κάποιοι, Χάριτι Θεοῦ, λίγοι ἢ πολλοί, νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ σύγχυση καὶ πλάνη.
.              Ἂς μοῦ ἐπιτρέψετε, ὅμως, καὶ κάτι προσωπικό: Εἶχα τὴν ξεχωριστὴ εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μαθητεύσω κοντὰ σὲ σπουδαίους κατὰ Χάριν ἀνθρώπους: τὸν Γεώργιο Οἰκονόμου τὸν Κατηχητὴ (μαθητὴ π. Γερβασίου Παρασκευοπούλου), τὸν π. Ἀντώνιο Ἀλεβιζόπουλο καὶ τὸν Δρυινουπόλεως Σεβαστιανό, τοὺς ὁποίους θαύμαζα μεταξὺ πολλῶν ἄλλων γιὰ τὴν πίστη, τὸ πάθος καὶ τὴν ἐπιμονὴ γιὰ τὴν Ἀλήθεια, τὴν καθαρότητα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀσυμβίβαστο τοῦ ἀγώνα τους καὶ τὴν πολὺ καλὴ τεκμηρίωση τῶν ἰσχυρισμῶν καὶ ἀπόψεών τους. Ἴσως κάποια ἀπ’ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα νὰ μὲ ἔχουν ἐπηρεάσει, κατὰ τὸ «μ’ ὅποιον δάσκαλο θὰ κάτσεις»… Μακάρι βέβαια νὰ τοὺς ἔμοίαζα καὶ σὲ αὐτὰ καὶ στὰ λοιπὰ χαρίσματά τους. Ἂς εἶναι αἰωνία τους ἡ μνήμη καὶ νὰ εὔχονται καὶ γιὰ μένα!

Β.  Ὁρισμένοι θεώρησαν τὶς σκέψεις μου ἐπὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἁγίου Παϊσίου ἰδιαίτερα αὐστηρές, καὶ παρέμειναν στὴν αὐστηρότητα χωρὶς νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν οὐσία τῆς ὑποθέσεως. Τοὺς παραπέμπω στὰ ὅσα γράφει ὁ Ἅγιος στὴν ἐπιστολή του, ἀναφερόμενος ὄχι στοὺς οἰκουμενιστὲς ἀλλὰ σὲ ὅσους ἔχουν ἐκκλησιαστικὸ-παραδοσιακὸ φρόνημα καὶ ἀντιδροῦν στὸν οἰκουμενισμό: «Θέλουμε οἱ ἄλλοι νὰ ἔχουν τὸν ἴδιο μὲ ἐμᾶς πνευματικὸν χαρακτήρα. Ὅταν κάποιος ἄλλος δὲν συμφωνῆ μὲ τὸν χαρακτήρα μας, δηλαδὴ ἢ εἶναι ὀλίγον ἐπιεικὴς ἢ ὀλίγον ὀξύς, ἀμέσως βγάζομε τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν εἶναι πνευματικὸς ἄνθρωπος. Ὅλοι χρειάζονται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ὅλοι οἱ Πατέρες προσέφεραν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς Αὐτήν. Καὶ οἱ ἤπιοι χαρακτῆρες καὶ οἱ αὐστηροί. Ὅπως διὰ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπαραίτητα καὶ τὰ γλυκὰ καὶ τὰ ξινά, καὶ τὰ πικρὰ ἀκόμη ραδίκια (τὸ καθένα ἔχει τὶς δικές του οὐσίες καὶ βιταμίνες), ἔτσι καὶ διὰ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι εἶναι ἀπαραίτητοι. Ὁ ἕνας συμπληρώνει τὸν πνευματικὸν χαρακτήρα τοῦ ἄλλου». Γιὰ τὸν Ἅγιό μας, ὁ καθένας ἔχει τὸν ἰδιαίτερο χαρακτήρα του, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἡ “πικράδα” χρειάζεται στὴν Ἐκκλησία μας! Μακάρι νὰ ἤμουν κι ἐγὼ ἕνα ἀπὸ τὰ “πικρὰ ραδίκια” τοῦ Ἁγίου μας! Σκεφτεῖτε, ὅμως, ἀγαπητοί, μήπως ἠθελημένα τονίζετε τὴν αὐστηρότητα τοῦ ὕφους, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀποφεύγετε νὰ ἀντιμετωπίσετε τὴν οὐσία τοῦ λόγου: τὴν ἔνοχη ἀπραξία καὶ ἀδιαφορία σας μπροστὰ στὸ τραγικὸ πρόβλημα τῆς ἔκπτωσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ τὴν ὑπηρεσία του σὲ ἄνομα καὶ ἀντίχριστα σχέδια.

Γ. Σὲ ὅσους ἔχουν ἀντίρρηση ἐπὶ τῆς οὐσίας θὰ ἤθελα νὰ πῶ:

Ἀγαπητοὶ ἀντιφρονοῦντες,

  1. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι σᾶς στενοχώρησε πολύ, πάρα πολύ, ὁ Ἅγ. Παΐσιος μὲ αὐτὰ ποὺ καταλογίζει στὸν «μεγάλο» γιὰ σᾶς Ἀθηναγόρα καὶ στοὺς ὁμόφρονες αὐτοῦ οἰκουμενιστές. Γράφει μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια καὶ ζητᾶ, μάλιστα, νὰ δημοσιευθεῖ ὅτι ὁ Ἀθηναγόρας καὶ οἱ ὅμοιοί του: «ἀγάπησε ἄλλη γυναίκα, τὴν παπικὴ ἐκκλησία καὶ ἀρνήθηκε τὴν Ὀρθοδοξία μας»!, «Δὲν ἔχουν οὔτε ψίχα πνευματικὴ οὔτε φλοιό»!, «δὲν ἔχουν ἀγαπήσει τὸν Θεό, ἀλλὰ ἔχουν κοσμικὴ ἀγάπη»!, «σκανδαλίζει τὰ μικρὰ καὶ μεγάλα παιδιὰ» [τί λέει, ἀλήθεια, ὁ Χριστὸς γιὰ τοὺς σκανδαλίζοντες τοὺς μικρούς του μαθητές, ὅτι εἶναι “μεγάλοι” ἢ ὅτι πρέπει νά …;!], «συνεταιρισμὸς ἁμαρτωλῶν»!, «ἔλλειψη σοβαρῶν Ἱεραρχῶν καὶ Ποιμένων μὲ πατερικὲς ἀρχές»!, «οἱ φιλενωτικοὶ δίνουν τὸ πρῶτο πλῆγμα στὴν Ἐκκλησία»!, «ἀκατανόητα καὶ δυστυχῶς βλάσφημα ὅσα λέει καὶ κάνει ὁ Ἀθηναγόρας»! κ.ο.κ.

  2. Καὶ νὰ σκεφτεῖ κανεὶς ὅτι ἐνῶ ὁ Ἅγιος εἶναι τόσο γλυκύς, ἀνεκτικὸς καὶ ἤπιος μὲ τοὺς κάθε εἴδους ἁμαρτωλούς, ὄχι ἁπλῶς εἶπε, ἀλλὰ ἔγραψε καί, μάλιστα, ζήτησε νὰ δημοσιευθοῦν οἱ ἀνωτέρω πολὺ σκληροί, ΓΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟ, χαρακτηρισμοὶ καὶ κρίσεις του.

Κάνω λάθος, ἀγαπητοί μου;

  1. Σᾶς καταλαβαίνω ὅτι, μὴ μπορώντας νὰ καταφερθεῖτε κατὰ τοῦ Ἁγίου, στρέφεστε κατ’ ἐμοῦ. Ὅπως πάντα: κανένα στοιχεῖο, καμία ἀπάντηση, ἀλλά: πληθώρα λεκτικῶν προπηλακισμῶν, συστάσεις γιὰ φίμωσή μου καὶ ἀπειλὲς ὅτι θὰ ἐπιληφθεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ δικαιοσύνη καὶ ἡ Ι. Σύνοδος! Συκοφαντίες μέχρι καὶ τοῦ σημείου ὅτι εἶμαι «πράκτορας τῆς ρωσικῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς» καὶ πιθανὸν «μασόνος»! Πάντα ἀνωνύμως – πλὴν μίας φαιδρᾶς περιπτώσεως. Καθόλου πρωτότυπο! Ἄλλωστε, ὁ καθένας προσφέρει στὸ δημόσιο διάλογο ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας του! Φίλοι μου, μὴν ταλαιπωρεῖσθε, διότι δὲν πτοοῦμαι οὔτε πρόκειται νὰ ἐκχωρήσω σὲ κανένα τὸ θεῖο δῶρο τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως καὶ τοῦ λόγου ὄντας ἀσφαλῶς ἕτοιμος νὰ ἀναλάβω τὶς συνέπειες, ἂν χρειαστεῖ.

  2. Ἐγὼ ἐπιμένω: Σᾶς παρακαλῶ, ἀπαντῆστε σὲ ὅσα ὁ Ἅγιος γράφει. Ἐμένα ἀφῆστε με στὴν ἄκρη, μὴ μὲ ὑπολογίζετε καθόλου! Στὶς ἔντονες ἐνστάσεις, τὶς σοβαρὲς κατηγορίες καὶ τοὺς αὐστηρότατους χαρακτηρισμοὺς τοῦ Ἁγίου ἀπαντῆστε, ἂν μπορεῖτε!

  3. Καὶ τελικά, τὸ βασικότερο ἐρώτημά μου: γνωρίζετε, ἀγαπητοί μου, ΕΝΑΝ, μόνο ΕΝΑΝ ΑΓΙΟ ΠΟΥ ΝΑ ΕΧΕΙ ΜΙΛΗΣΕΙ ΘΕΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ, ὅπως τὸν ζοῦμε στὶς μέρες μας;;!

Αὐτὰ γιὰ τὴν ὥρα. Ἔχουν ὅμως ἐνδιαφέρον καὶ ἄλλα κείμενα μὲ ὑπογραφὴ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ

.           «Σκανδαλίστηκαν» ὁρισμένοι, ἐπειδὴ ἕνας ἁπλὸς παπὰς τόλμησε, νὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὸν «μέγα» κατ’ αὐτοὺς Ἀθηναγόρα. Παραβλέπουν ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἄσκησε κριτικὴ στὸν Ἀθηναγόρα καὶ μάλιστα ζήτησε τὴ δημοσίευσή της στὸν “Ὀρθόδοξο Τύπο”. Δυστυχῶς ἐδῶ ἔχουμε τὴν ἀπόλυτη ἀντιστροφὴ τῆς ἠθικῆς: ἐνῶ γιὰ τὸν Ἅγιο ὁ Ἀθηναγόρας σκανδάλισε μὲ τὶς ἐνέργειές του, γιὰ ὁρισμένους “ἐκκλησιαστικούς” σκανδαλίζει ὅποιος μιλάει γιὰ τὸν Ἀθηναγόρα!

Α. Δύο ἁπλὰ ἐρωτήματα πρὸς ἀντιφρονοῦντες καὶ ὑπερασπιζομένους τὸν «μέγα» (σᾶς λέει κάτι ὅτι καὶ οἱ μασόνοι τὸν χαρακτηρίζουν «μέγα» (Πυθαγόρας 1977, τ. 5, σ. 5), καὶ «μεγάλο ὀραματιστὴ τῆς ἑνώσεως τῶν Χριστιανῶν» (Ἰλισσός, 1973, τ. 97, σ. 41);):

1.     Ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωσε τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ «μεγάλου»: «Ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ οὗτος μέγας κληθήσεται» (Ματθ. ε´ 19). Διαβάζοντας τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγ. Παϊσίου συνεχίζετε νὰ πιστεύετε ὅτι ὁ Ἀθηναγόρας ἐκπληρώνει τὰ κριτήρια τοῦ Ματθ. ε´ 19 γιὰ νὰ τὸν ἀποκαλεῖτε «μέγα»; Μήπως ἀντὶ διθυράμβων ἔχει ἀνάγκη ἐντονοτέρων ἰκετηρίων εὐχῶν;

2. Ὅταν ἐξελέγη Πατριάρχης ὁ Ἀθηναγόρας (1948) στὴν Κωνσταντινούπολη ζοῦσαν περίπου 250.000 Ἕλληνες μὲ ἔντονη παρουσία στὴν οἰκονομικὴ καὶ πνευματικὴ ζωὴ τῆς Πόλεως. Τὸ 1955 ἐπὶ Πατριαρχίας του ἔγιναν τὰ περίφημα Σεπτεμβριανά, τὸ πογκρόμ, ὁ ἀφανισμὸς τοῦ ἑλληνισμοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅπως ἀποδείχθηκε, ὁλόκληρο τὸ τουρκικὸ κράτος προετοιμαζόταν ἐπὶ μακρὸν ἐναντίον κάθε ἑλληνικοῦ στοιχείου (ἐκκλησίες, νεκροταφεῖα, σπίτια, σχολεῖα, ἐπιχειρήσεις, κλπ).

Ἀδυσώπητα τὰ ἐρωτήματα:
Πῶς ὁ «μέγας» Ἀθηναγόρας δὲν πῆρε χαμπάρι τί σχεδίαζαν οἱ Τοῦρκοι κάτω ἀπὸ τὴ μύτη του;
Πῶς ὁ «μέγας» Ἀθηναγόρας δὲν μπόρεσε μὲ τὶς τόσες διασυνδέσεις καὶ φιλίες (βλ. Τρούμαν….) νὰ ἀποτρέψει τὸ ἔγκλημα κατὰ τοῦ ποιμνίου του;
Πῶς ὁ «μέγας» Ἀθηναγόρας δὲν κατόρθωσε οὔτε κἂν νὰ ἐνημερώσει τὸν Ἑλληνισμό, γιὰ νὰ προστατευθεῖ στοιχειωδῶς καὶ νὰ διαφυλάξει τὰ κειμήλιά του;
Πῶς οἱ παλαιότεροι μαρτυρικοὶ Πατριάρχες τοῦ Γένους, ἐπὶ Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, μὲ τὶς διασυνδέσεις τους ἀκόμα καὶ στὴν ὀθωμανικὴ Διοίκηση ἐνημερώνονταν καὶ ἔτσι προλάβαιναν καὶ προστάτευαν τὸ ποίμνιό τους μὲ φανερὲς καὶ μυστικὲς ἐνέργειες;
Καὶ τέλος, πάλι ἐπὶ τοῦ «μεγάλου» Ἀθηναγόρα, τὸ 1964 δὲν ἐκδιώχθηκαν οἱ ὑπόλοιποι Ἕλληνες γιὰ νὰ παραμείνουν μετὰ τὸ Κυπριακὸ (1974) ἐκεῖ οἱ σημερινοὶ μόλις 2.000-3.000 ;
Ὁ Ἀθηναγόρας παρέλαβε ζωντανὸ Ἑλληνισμὸ στὴν Πόλη 250.000 ψυχὲς καὶ τί παρέδωσε; Ἀληθινὰ πιστεύετε, ἀγαπητοί, ὅτι ἦταν «μέγας»;

Β. 1. Μὲ τὸ πρόβλημα τῆς μασονικῆς ἰδιότητας τοῦ Ἀθηναγόρα, ἀγαπητοί, πιστέψτε με, δὲν ξεμπερδεύετε εὔκολα, ἰσχυριζόμενοι τόσο ἐπιπόλαια πὼς εἶναι ψέματα ὅσα γράφουν τὰ μασονικὰ περιοδικά! Πιστεύετε ὅτι οἱ μασόνοι εἶναι ἀνόητοι καὶ ἐπιπόλαιοι νὰ διακινδυνεύσουν νὰ ἐκτεθοῦν χαρακτηρίζοντας τὸν Ἀθηναγόρα μασόνο, μόλις τέσσερις μῆνες μετὰ τὸ θάνατό του; Πέθανε στὶς 7.7.72 καὶ ἀναφορὰ στὴ μασονική του ἰδιότητα ἔχουμε στὸ Τεκτονικὸ Δελτίο, 1972 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος), τ. 104, σ. 232 κ.ἑξ. ὅπου ἀναφέρονται στὸ τεκτονικὸ «μνημόσυνο» ποὺ τέλεσαν στὶς 12.10.1972 στὴν Ἀθηναϊκὴ Μασονικὴ Στοὰ «Ἁρμονία»! Καὶ εἶναι πάμπολλες οἱ ἀναφορὲς καὶ οἱ λεπτομέρειες γιὰ τὴ μασονική του ἰδιότητα! Γιατί δὲν λένε, ἀλήθεια, ὅτι ἦταν μασόνος καὶ ὁ Πατριάρχης Δημήτριος;
.                 Βέβαια, μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ὅτι κανένας ἀπὸ ὅσους μὲ κατηγόρησαν γιὰ τὴν παραπομπὴ σὲ τεκτονικὰ περιοδικὰ δὲν τὸ ἔκανε ἐπωνύμως (πλὴν τῆς γνωστῆς, φαιδρᾶς περιπτώσεως στερουμένης ἀξιοπρεπείας…)! Προφανῶς, ἀγαπητοί μου, γνωρίζετε τὴν ἀλήθεια καὶ κηδόμενοι τῆς ἀξιοπρέπειάς σας κρύβεστε, διότι δὲν θέλετε νὰ ἐκτεθεῖτε! Συνετὰ ἐνεργεῖτε, καὶ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, διότι ὅταν ἔρθουν στὴ δημοσιότητα καὶ κάποια στοιχεῖα ἀπὸ μὴ μασονικὲς πηγὲς γιὰ τὸν «μέγα», ποῦ θὰ κρυφτεῖτε γιὰ νὰ δικαιολογήσετε τὰ ἀδικαιολόγητα; Οἱ σχέσεις Ἀθηναγόρα-οἰκουμενισμοῦ-μασόνων-θεοσοφιστῶν ἔχουν τραγικὸ ἐνδιαφέρον… Λίγη ὑπομονὴ …

2. Τὸ πρόβλημα μὲ τὴ μασονικὴ ἰδιότητα τοῦ Ἀθηναγόρα δὲν εἶναι τὰ μασονικὰ περιοδικά. Καὶ ἂν θέλετε, ἀκόμα, τὸ κυρίως πρόβλημα δὲν εἶναι τὸ ὅτι ἦταν ἁπλὰ μασόνος. Τὸ πρόβλημα εἶναι σοβαρότερο: ὁ Ἀθηναγόρας ὑπηρέτησε μὲ συνέπεια καὶ μαχητικότητα, ὅσο κανένας ἄλλος, τὴ μασονικὴ θρησκευτική, ἐκκλησιαστικὴ πολιτική, ὅπως ἔχει καταγραφεῖ στὰ ἀπόρρητα μασονικὰ κείμενα π.χ. στὸ Τυπικὸ μυήσεως στὸν 32ο μασονικὸ βαθμό, ὅπου ἐκεῖ ἐκτίθεται μὲ θαυμαστὴ σαφήνεια ἡ μασονικὴ θρησκευτικὴ πολιτική, ποὺ ταυτίζεται καὶ ὁλοκληρώνεται μὲ τὸν οἰκουμενισμὸ (βλ. ἀναλυτικότερα στὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ φυλλαδίου καὶ στὰ ἄρθρα τοῦ Μοναχοῦ Ἀβερκίου). Ποιός διαφωνεῖ; Ποιός ἔχει σοβαρὸ καὶ ὑπεύθυνο ἀντίλογο;

3.        Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο στὶς 28.11.2013 μὲ ἐπίσημο ἀνακοινωθέν Του διέψευσε ὅτι εἶναι μασόνος ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Ἡ ἐπαινετὴ αὐτὴ ἐνέργεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καθιστᾶ ἀπολύτως ἀπαραίτητη τὴν προσφυγὴ τοῦ Πατριαρχείου στὶς ἁρμόδιες Ἀρχὲς γιὰ προστασία τῆς μνήμης τοῦ Ἀθηναγόρα ἀπὸ τὴ συκοφαντία (ἂν εἶναι συκοφαντία), ὅτι ἦταν μασόνος, τὴν ὁποία κατ’ ἐπανάληψιν ἔχουν διατυπώσει οἱ ἴδιοι οἱ μασόνοι στὰ ἐπίσημα περιοδικά τους. Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος κατανοεῖ ὅτι ἡ μομφὴ ἐναντίον του περὶ μασονίας ἔχει ἀντίκτυπο καὶ στὸ ὄνομα καὶ στὴ διακονία τοῦ Οἰκουμ. Θρόνου καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ δικαίως καὶ λίαν ἐπαινετῶς ἀντέδρασε. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐνεργήσει ἄμεσα καὶ γιὰ τὴν προστασία τοῦ ὀνόματος τοῦ πνευματικοῦ του Πατέρα; Δὲν ἔχει μεγαλύτερη ὑποχρέωση νὰ προστατεύσει τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψη ἑνὸς κεκοιμημένου Πρωθιεράρχου ἀπὸ τὶς συκοφαντίες τῶν ἐχθρῶν της Ἐκκλησίας μας; Νομίζω, θὰ συμφωνήσετε, ὅτι δὲν θὰ ἔχει κανένα νόημα μία ἁπλὴ διάψευση ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ὑποχρεωθοῦν οἱ ἴδιοι οἱ μασόνοι ἀπὸ τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπιγόνους τοῦ Ἀθηναγόρα νὰ ἐπιβεβαιώσουν ἢ νὰ ἀναιρέσουν τὰ ὅσα ἔχουν γράψει γι’ αὐτόν.
.         Ἀγαπητοί, συγχωρέστε με γιὰ τὸν “σκανδαλισμὸ” ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξει καὶ συνέχεια, διότι «ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑ(ἡ)μᾶς».

 

Πάτρα 18.7.2015
π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος
Ἐφημέριος Ι. Ν. Ἄγ. Νικολάου Πατρῶν
τηλ. 6945-377621, agotsopo@gmail.com

, ,

Σχολιάστε