Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Νικ. Λουδοβίκος

ΤΟ «ΠΡΟΣΩΠΟ» ΣΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

ΤΟ «ΠΡΟΣΩΠΟ» ΣΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ π. Νικολ. Λουδοβίκου
«Ἡ εὐχαριστιακὴ ὀντολογία»,
ἐκδ. “Δόμος”, Ἀθῆναι 1992, σελ. 211-213
ἠλ. στοιχειοθ. «Χριστιαν. Βιβλιογραφία»

.                     Στὸν βαθμὸ πoὺ ὁ ἄνθρωπος προσχωρεῖ, μ τν σκητικ πακοή του, στ θέλημα το Θεο, πως τ φανερώνει Χριστς νεργούμενο μέσα στν καθολικότητα το κκλησιαστικo Του Σώματος, νσωματώνεται στ Κυριακ Σμα κα πολαμβάνει κατ χάριν τν πρoσωπικ κοινωνία μ τν Θε Λόγο, πο τν καθιστ πρόσωπο, μέσα σὲ μία σχέση ἀληθινῆς ἀγαπητικῆς ἀμoιβαιότητας. Διότι ὁ Χριστὸς παρέχει στὸν πιστὸ κατὰ χάριν τὸν δικό Του τρόπο ὑπάρξεως, μέσῳ τοῦ μυστηρίου τῆς ὑποστατικῆς Του ἑνώσεως, ὅπως αὐτὸ ἐπεκτείνεται, διὰ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ χάριν, στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κτίση.
.                     Ἡ προσωποποίηση τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται λοιπὸν στὸ γεγονὸς ὅτι καθίσταται μ τ σειρά του καθ᾽ μοίωσιν το Χριστο, τόπος κα τρόπος τς κοινωνίας τν ντων, δηλαδ παρξη προσωπική. Αὐτὸ ξεκινᾶ βεβαίως μὲ τὸ βάπτισμα, τὸ μυστήριο τῆς νέας γεννήσεως, τῆς υἱοθεσίας δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ τοῦ παρέχει μία νέα ὑπόσταση, ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς βιολογικῆς του φύσεως, ὡς ἐνσωμάτωση πρoσωπικὴ στὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μετέχει χαρισματικὰ στὸν πρoσωπικὸ τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ κατὰ χάριν μετοχή του αὐτὴ στὸν τρόπο ὑπάρξεως τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ σαρκωθέντος Λόγου κάνει τὸν ἄνθρωπο τόπο, στὸν ὁποῖο «τὰ πολλὰ ἀλλήλων κατὰ τὴν φύσιν διεστηκότα περὶ τὴν μίαν τοῦ ἀνθρώπου φύσιν ἀλλήλοις συννεύουσι». Ὡς ἐλεύθερη καὶ αὐτεξούσια ἀποδοχή, ἔκφραση καὶ διαφύλαξη ὅμως τῆς πρoσωπικῆς του αὐτῆς ὑπάρξεως χρειάζεται στὸν ἄνθρωπο ἡ μετοχή του στὴ θυσιαστικὴ πρoσωπικὴ ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ποὺ γεννᾶται μὲ τὴν ὁριστικὴ νίκη πάνω στὴ φιλαυτία, καὶ τὴν προσχώρησή του στὸν κενωτικὸ τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ὁλοκληρώνεται, κατὰ χάριν, μετoχ το πιστο στν προσωπικ τρόπο πάρξεως το Χριστο, ναδεικνύοντάς τον σ παρξη πρoσωπική, δηλαδ κκλησιαστική, τόπo κα τρόπο αθεντικς πάρξεως το σύμπαντος κόσμου, ερoυργ τς βαθις κοινωνίας το κτιστο μ τν Θεό, τν ποία γκαινίασε Χριστός. Ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται τότε τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, τὸ ὁποῖο συντελεῖται «τοῦ ἁγίου Πνεύματος οὐσιωδῶς τήν τε τοῦ Πατρὸς ἐπὶ πᾶσαν εὐδοκίαν καὶ τὴν αὐτουργίαν τοῦ Υἱoῦ συμπληρoῦντος». Μετέχει δηλαδὴ ἀσκητικὰ στὴν εὐχαριστιακὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καθιστάμενος πρόσωπο μὲ τὴν κατὰ χάριν μετοχή, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, στὴν τρόπο ὑπάρξεως Ἐκείνου.
.                     Τὸ γεγονὸς τοῦ προσώπου εἶναι καὶ θὰ παραμείνει στοὺς αἰῶνες ἐντελῶς ἀνεξιχνίαστο φιλοσοφικά, ὅσο κι ἂν ὑπῆρξαν κατὰ καιροὺς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως μεγαλοφυεῖς προαισθήσεις του. Εἶναι γεγονς βαθύτατα κκλησιαστικό, σχατολογικό, εχαριστιακό. Δὲν μπορεῖ νὰ παραχθεῖ λoιπὸν μία φιλοσοφία περὶ προσώπου, μιὰ χριστιανικὴ (λίγο ἢ πολὺ μεταφυσικὴ) προσωποκρατία. Τ πρόσωπο εναι προσιτ μόνον στν μπειρία τς μετοχς στν εχαριστιακ γάπη το Χριστο, δηλαδ στν σχατoλoγικ κοινωνία το γίου Πνεύματος· μόνο θεία γάπη το Χριστο, πως σώζεται μέσα στ γνήσια κκλησιαστικ μπειρία, μπορε ν᾽ ποκαλύψει τν πραγματικότητά Toυ. Τ πρόσωπο πάρχει λοιπν μέσα στν εχαριστιακ σύναξη καὶ ἀποτελεῖ τὸ πνευματικὸ γεγονὸς κατὰ τὸ ὁποῖο οἱ λόγοι τῶν ὄντων καθίστανται «δῶρα» τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ καὶ «δόματα» τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, καὶ τὰ ὄντα ἐκπληρώνουν ἔτσι τὴν κατὰ φύσιν λειτουργικότητά τους, τὸν αὐθεντικό τους «τρόπο ὑπάρξεως. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι καὶ ἡ καθολικὴ προσωπο-ποίηση τοῦ κόσμου, ἐντὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς-εὐχαριστιακῆς ἐμπειρίας.

 

, , , ,

Σχολιάστε

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΤΟΥ…ΑΔΙΑΝΟΗΤΟΥ «ΣΥΓΚΡΟΥΣΙΑΚΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ»

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥΣ

τοῦ π.  Νικολάου Λουδοβίκου,
Καθηγητοῦ

(…) Γεγονός εἶναι ὡστόσο πώς ὁ ἐκσυγχρονισμός/ἐκδυτικισμός τῶν ὑπολοίπων χωρῶν δέν ἐξελίσσεται μέ τήν ἴδια αὐτονόητη διαλεκτική. Εἶναι νομίζω ἀρκετά διαφωτιστικές ἐπ’ αὐτοῦ οἱ διακρίσεις πού ἐπιχειρεῖ ὁ J. Le Goff μεταξύ τριῶν τύπων ἐκσυγχρονισμοῦ/ἐκμοντερνισμοῦ/ἐκδυτικισμοῦ. Πρόκειται α) Γιά τόν ἱσορροπημένο ἐκμοντερνισμό, ὅπου ἡ ἐπιτυχής διείσδυση τοῦ νεώτερου δέν κατέστρεψε τίς ἀξίες τοῦ ἀρχαίου ἤ παλαιοῦ, ὅπως γιά παράδειγμα συνέβη στήν Ἰαπωνία ἤ τό Ἰσραήλ. β) Τόν συγκρουσιακό ἐκμοντερνισμό, ὅπου ἡ τάση πρός τό νεώτερο, ἄν καί προσβάλλει μόνο ἕνα τμῆμα τῆς κοινωνίας, δημιουργεῖ σοβαρές συγκρούσεις μέ τίς παλαιές παραδόσεις, ὅπως συνέβη λόγου χάρη στίς χῶρες τοῦ μουσουλμανικοῦ κόσμου καί γ) τόν διστακτικό ἐκμοντερνισμό, ὁ ὁποῖος κάτω ἀπό διάφορες μορφές ἐπιχειρεῖ μιά πρόχειρη συμφιλίωση νεώτερου καί παλαιοῦ, μέσῳ ἐπὶ μέρους ἐπιλογῶν, χωρίς δυνατότητα ὡστόσο ἐπίτευξης νέων κραταιῶν ἱσορροπιῶν, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει στόν κόσμο τῆς μαύρης Ἀφρικῆς σήμερα.Τό ἐρώτημα πού θά θέσουμε εὐθὺς ἀμέσως εἶναι, τό ποιό εἶδος ἐκσυγχρονισμοῦ φαίνεται νά ὑποβάλλει ὁ Ράμφειος «Καημός τοῦ Ἑνός» καί ποιά προβλήματα δημιουργοῦνται ὡς ἐκ τῶν συγκεκριμένων ἐπιλογῶν του. Θά παραμείνουμε, ἐννοεῖται, στό φιλοσοφικό καί, ὅπου χρειάζεται, στό θεολογικό πεδίο.

1. Ο ΣΥΓΚΡΟΥΣΙΑΚΟΣ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΝΕΩΤΕΡΙΚΑ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΑ.

Στήν ἑλληνική κοινωνία συναντᾶ λοιπόν κανείς καί τούς δύο τελευταίους τύπους ἐκμοντερνισμοῦ/ἐκσυγχρονισμοῦ. Τό «συντηρητικό» μέρος της ἀκολουθεῖ, πολλῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας συμπεριλαμβανομένων, τόν διστακτικό ἐκσυγχρονισμό, ἐπιχειρώντας πρόχειρους καί συνήθως ἀπολογητικούς συγκερασμούς νέου καί παλαιοῦ, μέ πυριφλεγῆ τήν μέριμνα συχνά νά μή θιγεῖ τίποτε τό ὁποῖο τυγχάνει ἁπλῶς παραδεδομένο, ἀδιαφορώντας ὡστόσο γιά τήν ἐσωτερική του ἀλήθεια καί ἀποκρούοντας μέ ἔντονο ἄγχος κάθε πιθανότητα κριτικῆς του. Ἡ τάση αὐτή, πού ὑποβοηθεῖται ἀπό τό συνήθως χαμηλό ἐπίπεδο παιδείας τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, δέν εἶναι τυχαῖο πώς ἐξικνεῖται συνηθέστατα ἐν τέλει μέχρις φονταμενταλισμοῦ, στίς ψυχωτικές ὤσεις καί βεβαιότητες τοῦ ὁποίου ἀσμένως καί ἀδιακρίτως ἀναπαύεται στή συνέχεια. Ἡ κατάσταση αὐτή ἀποκλείει ἐξ ὁρισμοῦ τήν γνώση τοῦ διαφορετικοῦ, εἴτε στήν φιλοσοφία εἴτε στήν θεολογία καί μάλιστα μέ ὅρους ἀπολύτους: ὁ,τιδήποτε τελικά δέν βεβαιώνει τό ἀπολύτως ἀπρόσβλητο τῆς (ἀνασφαλοῦς καί παραληρηματικῆς) ταυτότητάς μου εἶναι «πλάνη», «αἵρεση», «δαιμονισμός», – δέν ὑπάρχει ἀλήθεια εἰμή μόνον σέ μένα καί σέ ὅσους ταυτίζονται μαζί μου. Κοινό στήν Ἑλλάδα, τή Ρωσία καί τά Βαλκάνια, τό φαινόμενο ὀφείλεται σέ μακρά κρίση ταυτότητας λόγω τραγικῶν ἱστορικῶν περιπετειῶν: τά ἔθνη αὐτά ἀποκλείσθηκαν γιά δεκαετίες ἤ γιά αἰῶνες ἀπό τήν αὐτόνομη ἀνάπτυξη καί ἔτσι ἐμφανίζουν βαθύ φόβο πρός αὐτό πού συνάντησαν ὅταν προέβαλαν ξανά πρός τόν Δυτικό κόσμο.
Τῆς ἴδιας ὅμως αὐτῆς ἀγχωτικῆς ἀνασφάλειας περί τήν ταυτότητα γέννημα εἶναι, εἰδικά μάλιστα στόν τόπο μας, καί τό ἕτερο εἶδος ἐκσυγχρονισμοῦ, ὁ συγκρουσιακός δηλαδή ἐκσυγχρονισμός. Ἄν ὁ διστακτικός ἐκσυγχρονισμός στεγάζει κυρίως φονταμενταλιστικά στοιχεῖα καί ὁμάδες, ὁ συγκρουσιακός ἐκσυγχρονισμός στεγάζει ἀντιθέτως, τούς διαφωτιστικῶς ἐνισταμένους πρός τούς πρώτους. Πάντως καί στήν δεύτερη αὐτή περίπτωση, τόσο ἡ γνώση τῆς παράδοσης ὅσο καί ἡ γνώση τοῦ Δυτικοῦ πνευματικοῦ παραδείσου εἶναι ἐλλιπής, ἀποσπασματική καί ἐπιλεκτική. Ὁ διαφωτιστικά καθαγιαζόμενος σκοπός εἶναι πού ἔχει σημασία καί γιά τήν ἐπίτευξή του ἐπιστρατεύονται βίαιες καί ἀποσπασματικές ἑρμηνεῖες τῆς παράδοσης, ἐξωθούμενες πρός τήν καταναγκαστική συνάντηση μέ ἐξωραϊσμένες κατ’ ἐπιλογήν ὄψεις τοῦ Δυτικοῦ μεγαλείου. Ἔτσι ὅμως, γιά χάρη τοῦ κατεπείγοντος τοῦ ζητήματος, οὔτε ἡ ἀλήθεια τῆς παράδοσης διασώζεται οὔτε ἡ ἀγωνία καί τά προβλήματα τῆς Δύσης κατοπτεύονται. Τό μέγα πρόβλημα, ὅπως θά δοῦμε, τοῦ συγκρουσιακοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ εἶναι, νομίζω, πώς ὁλοένα καί περισσότερο βαθαίνει, ἀντί νά γεφυρώνει, τό χάσμα μεταξύ νέου καί παλαιοῦ, ἐκσυγχρονισμοῦ καί παράδοσης, Διαφωτισμοῦ καί φονταμενταλισμοῦ, «πεφωτισμένων» διανοητῶν καί λαοῦ. Ἔτσι ὅμως, ἐπὶ πλέον, παρακωλύεται καί ὁ ἰσορροπημένος ἐκσυγχρονισμός.
Θεωρῶ τόν Στέλιο Ράμφο ὡς ἐπὶ κεφαλῆς τήν στιγμή αὐτή, στήν Ἑλλάδα, τῆς ἰδεολογίας τοῦ συγκρουσιακοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ. Ὁ «Καημός τοῦ Ἑνός» εἶναι πράγματι ἕνας κῆπος ἐπιλεγμένων καταφορῶν, συγκρούσεων, βεβιασμένων ἑρμηνειῶν πού ἀποσκοπεῖ μανιχαϊστικά σχεδόν, στήν ἄμεση κατατρόπωση (πλήν ὀλίγων στοιχειωδῶν ἐπιβιωμάτων) τοῦ ἀρχαίου κακοῦ τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης, ἀπό τό ἐκσυγχρονισμένο καί ἀποτελεσματικό ἀγαθό τῆς Δυτικῆς θεωρίας καί πράξης. Ὁ θεολογικά πεπαιδευμένος ἀναγνώστης δυσφορεῖ κατά συρροήν παρακολουθώντας τόν συγγραφέα νά ἀνασκολοπίζει μία πρός μία θεμελιώδεις θέσεις τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας, ἀδιαφορώντας αὐτονοήτως γιά τόν πνευματικό τους λόγο καί βάθος. Ἡ κατασυκοφάντηση τῆς Θ. Εὐχαριστίας ὡς νευρωτικῆς «δοξολογικῆς ἀγκύλωσης» (σ. 116) καί τῆς θεολογίας τῆς νοερᾶς προσευχῆς ὡς «ἁπλῆς λεκτικῆς ἀναφορᾶς στόν Θεό» (σ. 235) καθώς καί σύνολης τῆς ὀρθόδοξης ἀσκητικῆς (σ. 245 κ.α) ὡς ἄρνησης τοῦ πλήρους ἀνθρώπινου ἑαυτοῦ, ἤ τῆς ἐξομολόγησης ὡς «ψυχοθεραπείας τοῦ ὁμαδικοῦ καί μή ἐξατομικευμένου ἀνθρώπου» (σ. 286), συμπορεύονται ἁρμονικά μέ τήν καταδίκη τῆς ὀρθόδοξης Χριστολογίας (σ. 106) καί Τριαδολογίας. Ὅλα αὐτά καί ἄλλα παρόμοια, ἔχουν ἐπισημανθεῖ οὕτως ἤ ἄλλως ἀπό κριτικούς τοῦ βιβλίου, ὅπως καί τά μεγαλυνάριά του πρός Ἀκινάτη καί Λούθηρο, διότι αὐτοί μετά τόν Αὐγουστίνο προετοίμασαν καί θεμελίωσαν τήν Δυτική μεγάλη ἔξοδο πρός τό αὐτοσυνείδητο ἄτομο καί τόν ἄκρως δημιουργικό κόσμο του, ἐνάντια στίς παντοειδεῖς θρησκευτικο-εκκλησιαστικές καθηλώσεις.
Ἡ ἱστορία τῆς ὀρθὀδοξης θεολογίας στό Ράμφο εἶναι σχηματική καί δέν ἀξίζει τόν κόπο νά ληφθεῖ στά σοβαρά, ἀφοῦ ὁ συγγραφέας ἔχει προαποφασίσει τά κριτήριά του καί δέν φαίνεται νά ἐνδιαφέρεται ν’ ἀπομονώσει τήν παθολογία ἑνός πνευματικοῦ μορφώματος ἀπό τό εἶναι του. Ἄν ὑπάρχει σήμερα παρ’ ἡμῖν διάχυτος σπιριτουαλισμός ἤ μονοφυσιτικές μερικεύσεις τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου αὐτό ὀφείλεται ἐν πολλοῖς στήν ἀθρόα εἰσαγωγή κριτηρίων τά ὁποῖα αὐτούσια συναντᾶ κανείς στήν Δύση, ἀπ’ τόν Αὐγουστίνο καί τό δυτικό Μυστικισμό μέχρι τούς μεγάλους δυτικούς θεολόγους τοῦ 20ου αἰώνα – πάντως δέν ἀποτελεῖ ἐγγενές χαρακτηριστικό τῆς ἑλληνικῆς πατερικῆς γραμματείας. (Αὐτό φυσικά διόλου δέν σημαίνει πώς ἡ Δυτική θεολογία εἶναι -ἐξ ἄλλου- συλλήβδην καί ἐξ ὁλοκλήρου κακή. Ἀντιθέτως διαθέτει βαθειά καί γνήσια ἀναζήτηση τῶν οὐσιωδῶν καί ἀξιοζήλευτη συχνά ἐπιστημοσύνη, καθώς καί ὑπαρξιακή συνέπεια- ἄλλωστε οἱ δρόμοι τῆς αὐτοσυνειδησίας της διέρχονται ἀφεύκτως πλέον σήμερα καί ἀπ’ τήν ὀρδόδοξη παράδοση.) Ἡ ἀπίστευτη ἐπί πλέον μονομέρεια τῆς ἀνάγνωσης τῆς Δυτικῆς θεολογικῆς παράδοσης, στήν ὁποία ὁ Ράμφος χαρίζει ὁλοθύμως ὁλόκληρη τήν εὔνοιά του, δέν δημιουργεῖ δυστυχῶς προϋποθέσεις ἀληθινῆς ἐπιστημονικῆς συζήτησης ἐπ’ αὐτῆς. Ὁ συγκρουσιακός ἐκσυγχρονισμός εἶναι πάντοτε ἐπιθετικός· στόχο του ἔχει μᾶλλον τήν σάρωση τοῦ ἀντιπάλου παρά τήν συζήτηση τῆς ἀλήθειας.
Γιά τούς λόγους αὐτούς δέν ἀξίζει τόν κόπο νά ἐμμείνουμε στήν κατάδειξη λαθῶν καί διαστρεβλώσεων στόν «Καημό τοῦ Ἑνός» -στόχος τοῦ βιβλίου δέν εἶναι τόσο ἡ ἀλήθεια ὅσο ἡ ἀνατροπή. Ἄν ἔχει κάτι σημασία, θά ἦταν ἡ κατάδειξη τῆς ἀτέλειας τῶν μέσων πού ὁ συγγραφέας χρησιμοποιεῖ γιά τήν πάσῃ θυσίᾳ ἀνατροπή αὐτή, κοντολογίς, τήν ἀτέλεια τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Ράμφου πού προκύπτει λόγω τῆς ἐπιλεκτικῆς γνώσης τῆς ἴδιας τῆς μοντερνικότητας, τήν ὁποία εὐαγγελίζεται. Ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται τό μέγα παράδοξο! Ὁ συγγραφέας τοῦ «Καημοῦ τοῦ Ἑνός» ἐπιχειρεῖ τόν εὐαγγελισμό τοῦ μοντερνισμοῦ μέ ἀπολύτως προ-μοντέρνα ἐργαλεῖα, μιλᾶ γιά ἐκσυγχρονισμό μέ τήν γλώσσα τῆς προ-νεωτερικότητας. Δύο εἶναι κυρίως τά σημεῖα στά ὁποῖα θά μπορούσαμε νά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας ἐν προκειμένῳ. Τό πρῶτο εἶναι ἡ προμοντέρνα κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας ἀπ’ τόν Ράμφο, ὡς ρουσσωικό ἀπ’ εὐθείας συμβόλαιο κλειστῶν ἀτομικοτήτων, χωρίς καμμιά συμβολική μεσίτευση- ἀφοῦ Σύμβολα διαθέτει μόνον ἡ ἀτελής, ὁμαδική βυζαντινή καί νεοελληνική κοινωνία! (…)

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ περιοδικό ΙΝΔΙΚΤΟΣ τεῦχος 17, 2003 (σελ. 116-128)
ΠΗΓΗ: www.antifono.gr

 

, ,

Σχολιάστε