Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Μιχ. Καρδαμάκης

ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ: ΑΦΘΑΡΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ («Πιό ὄμορφό ᾽ναι νά ὑπάρχει τό μυστήριο».)

ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ: ΑΦΘΑΡΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ (†) πρεσβ. Μιχ. Σ. Καρδαμάκη,
«Ο ΓΑΜΟΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΜΕΓΑ»,
ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθῆναι 2004,
σελ. 42-44.

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.           Γιά τήν Ἐκκλησία τό μυστήριο δέν ὑπαινίσσεται κάτι τό ὑπερβατικό ἢ μεταφυσικό, οὔτε ἀποτελεῖ κάτι τό μερικό ἢ περιορισμένο. Eἶναι τό καθολικό τοῦ πραγματικοῦ, πού δίνει νόημα σέ κάθε πραγματικότητα, στήν προοπτική τοῦ καινοῦ αἰώνα τῆς Xάρης ἢ τοῦ Πνεύματος. Tά ἐκκλησιαστικά μυστήρια εἶναι ἄφθαρτα σημεῖα τοῦ καιροῦ τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἀναλλοίωτα ὑπομνήματα τῆς ζωῆς τῆς Ἀναστάσεως. Συνεπῶς τό χριστιανικό μυστήριο δέν εἶναι τό περιστασιακῶς συμβαῖνον, ἀλλά τό πραγματικό τῆς πραγματικότητας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
.           Στήν πνευματική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀνδρώνεται μεταξύ μυστηρίων καί ἀσκήσεων, τό μυστήριο εἶναι ἡ μυστική, ἀλλά ἐνεργός πράξη τοῦ Θεοῦ, πού καταργεῖ τό τεῖχος πού ὕψωσε ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία χωρίζει καί ἀντιθέτει τόν ἄνθρωπο στόν Θεό ― φαινόμενο πού παραδόξως ἐπιβιώνει στήν ἱστορία τῶν Θρησκειῶν. Eἶναι ἡ ὁδός ἢ ἡ θύρα πού ὁ Θεός ἄνοιξε μέ τήν Σάρκωση καί τήν Πεντηκοστή καί πού παραμένει ἀνοικτή στήν Ἐκκλησία Tου γιά νά ἔρχεται ἢ νά κατέρχεται ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους καί οἱ ἄνθρωποι νά πηγαίνουν ἢ νά ἀνεβαίνουν στόν Θεό· καί αὐτό εἶναι ἡ Θεανθρωπεία, αὐτό τό κεντρικό κεφάλαιο τῆς πίστεως, ὁ κύριος καί θεμελιώδης σκοπός της: «Tαύτην τὴν ὁδὸν ὁ Kύριος ἔτεμεν εἰς ἡμᾶς ἐρχόμενος καὶ ταύτην ἀνέωξε τὴν πύλην εἰσελθὼν εἰς τὸν κόσμον καὶ εἰς τὸν Πατέρα ἀνελθὼν οὐκ ἠνέσχετο κλεῖσαι, ἀλλ᾽ἐξ ἐκείνου διὰ ταύτης ἐπιδημεῖ τοῖς ἀνθρώποις» [Νικόλ Καβάσιλας, P.G.  150, 304,  501, 504]. Kάθε ἐκκλησιαστικό μυστήριο εἶναι ὁ τρόπος ἀποκαλύψεως, ἢ μᾶλλον αὐτοαποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στά δημιουργήματά του, ἀληθινή θεουργία καί εἴσοδος τῶν θείων ἐνεργειῶν στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, μέγα δῶρο καί μοναδική δυνατότητα συνεργίας χάρης καί ἐλευθερίας [Bλ.P. Sherrard, Τὸ ἱερὸ στὴ ζωὴ καὶ τὴν τέχνη, ἐκδ. Ἀκρίτας, σελ. 42 ἑξ.].
.           Mέ ἄλλα λόγια, τά ἐκκλησιαστικά μυστήρια, μυστήρια τοῦ Xριστοῦ, εἶναι πράξεις κενωτικές καί ἀγαπητικές, πράξεις συγκαταβάσεως καί εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο· πρός ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐν ἐγρηγόρσει προσδοκᾶ τό θαῦμα, καί ἐν ἐπιγνώσει τῆς ἀσθένειάς του, ποθεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό καί νά κοινωνήσει τῆς σωτηρίας· ὁ ὁποῖος ταυτόχρονα κατέχει τήν ἐλευθερία νά ταπεινώνεται καί νά ἐκπλήσσεται ἐνώπιον τῆς μυστηριακῆς καί φοβερῆς πρωτοβουλίας τοῦ Θεοῦ, πού ἔρχεται νά τόν ἀναζητήσει καί νά τόν σώσει. Eἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού ἐνώπιον τῆς ἀνείπωτης ὀμορφιᾶς τῶν πλασμάτων καί τῶν πραγμάτων, τῶν πιό μικρῶν καί ἀσήμαντων, ὁμολογεῖ πόσο πολύ «πιό ὄμορφό ᾽ναι νά ὑπάρχει τό μυστήριο. Eἶναι θαυμαστό καί φοβερό γιά τήν καρδιά, ὅσο μικρό κι ἀκατανόητο φαντάζει γιά τό μυαλό. Ὁ ἄνθρωπος ξέρει νά καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα, ἀπ᾽ ὅσα μπορεῖ νά ἐκφράσει. Eἶναι φοβερό γιά τήν καρδιά κι εἶναι θαυμάσιο (τό νά ὑπάρχει μυστήριο), μά ὁ φόβος αὐτός εὐχαριστεῖ τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ὅλα εἶναι μέσα σου, Kύριε, κι ὁ ἴδιος ἐγώ εἶμαι μέσα σου, δέξου με. Πιό ὄμορφο ᾽ναι νά ὑπάρχει τό μυστήριο» [Φ. Ντοστογιέφσκυ, Ὁ Ἔφηβος, μετ. Ἀ. Δικταίου, ἐκδ. Δ. Δαρεμᾶ, σσ. 386,390].

,

Σχολιάστε

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΠΕΙΛΗ, ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ
π. Μιχαὴλ Σπ. Καρδαμάκη (+)
[Γ´]

«Ἀεὶ μένει μυστήριον»

σελ. 100 κ. ἑξ.

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

Α´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/09/πόσο-ἔρημοι-στὴν-κοσμικὴ-ἐξορία-μας/

Β´: https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/11/27/τὸ-ἔργο-τῶν-χριστιανῶν-εἶναι-ἡ-προφ/

.         Οἱ Χριστιανοὶ λοιπὸν εἶναι Προφῆτες. Ἀλλὰ τὸ νὰ προφητεύουμε δὲν σημαίνει νὰ μιλοῦμε ἁπλῶς γιὰ κάποια μελλοντικὰ συμβάντα, ἀλλὰ νὰ φανερώσουμε τὰ κατὰ Χριστὸν νοήματα τῶν πραγμάτων. Τὸ νὰ προφητεύουμε δὲν σημαίνει νὰ ἀπειλοῦμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς τρομεροὺς λόγους μας στὸ ὄνομα ἑνὸς τρομεροῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή μας, στὸ ὄνομα τοῦ ἀπείρου ἐλέους Του, ποὺ κατακλύζει τὸν καιρὸ ἀνάμεσα στὴν πρώτη καὶ τὴν δεύτερη παρουσία τοῦ Χριστοῦ Του:
.        «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν… οὐκ ἔχω καρδιὰν ὀδυνηρὰν πρὸς ἀναζήτησίν σου, οὐκ ἔχω μετάνοιαν, οὐδὲ κατάνυξιν, τὰ ἐπανάγοντα τὰ τέκνα πρὸς τὴν ἰδίαν κληρονομίαν. Οὐκ ἔχω Δέσποτα δάκρυον παρακλητικόν. Ἐσκότισταί μου ὁ νοῦς ἐν τοῖς βιωτικοῖς, καὶ οὐκ ἰσχύει ἀτενίσαι πρὸς σὲ ἐν ὀδύνῃ. Ἔψυκταί μου ἡ καρδία ἐκ τοῦ πλήθους τῶν πειρασμῶν, καὶ οὐ δύναται θερμανθῆναι τοῖς δάκρυσι τῆς πρὸς σὲ ἀγάπης. Ἀλλὰ σὺ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν, δώρησαί μοι μετάνοιαν ὁλόκληρον, καὶ καρδίαν ἐπίπονον, ἵνα ἐξέλθω ὁλοψύχως εἰς ἀναζήτησίν σου. Χωρὶς γάρ σοῦ, παντὸς ἀγαθοῦ ξενωθήσομαι. Χάρισαι οὖν μοι, ὦ ἀγαθέ, τὴν χάριν σου. Ὁ Πατὴρ ὁ προαγαγών σε ἐκ τῶν κόλπων αὐτοῦ ἀχρόνως καὶ ἀϊδίως, ἀνακαινισάσθω ἐν ἐμοὶ τὰς μορφὰς τῆς σῆς εἰκόνος. Κατέλιπόν σε, μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς. Ἐξῆλθον ἀπό σοῦ, ἔξελθε εἰς ἀναζήτησίν μου, καὶ εἰσάγαγέ με εἰς τὴν νομήν σου, καὶ συγκαταρίθμησόν με τοῖς προβάτοις τῆς ἐκλεκτῆς σου ποίμνης, καὶ διαθρεψόν με σὺν αὐτοῖς ἐκ τῆς χλόης τῶν θείων μυστηρίων σου· ὧν ἡ καθαρὰ καρδία καταγώγιόν σου ὑπάρχει, καὶ καθορᾶται ἐν αὐτῇ ἡ ἔλλαμψις τῶν σῶν ἀποκαλύψεων, ἥτις ἐστὶ παράκλησις καὶ ἀναψυχὴ τῶν κοπιασάντων διὰ σὲ ἐν ταῖς θλίψεσι, καὶ ταῖς παντοδαπαῖς αἰκίαις. Ἧς τινος ἐλλάμψεως καὶ ἡμεῖς ἀξιωθείημεν χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ σοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

, , , ,

Σχολιάστε

«ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ
π. Μιχαὴλ Σπ. Καρδαμάκη (+)
[Β´]

«Ἀεὶ μένει μυστήριον»

σελ. 100 κ. ἑξ.

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.        Ἡ παράχρηση ἢ ἰδεολογικοποίηση-θρησκευτικοποίηση τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόρριψη τοῦ μυστικοῦ βάθους καὶ τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς τῶν ἁγίων μυστηρίων καὶ τῆς κρυμμένης ἁγιότητας, γεγονότα θαυμαστὰ ποὺ στολίζουν τὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία. Καὶ τότε ἀγωνιοῦμε γιὰ τὸν ἐκσυγχρονισμὸ ἢ τὴν ἐπικαιρότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μαρτυρίας, ποὺ νομίζουμε ὅτι κατορθώνεται μὲ τὴν καταπονοῦσα δραστηριότητα, τὴν προβαλλόμενη πολυπραγμοσύνη, τὴν ἐπίπλαστη μεγαλοπρέπεια, τὴν ἀνυποψίαστη ἐκκοσμίκευση, ἐφευρέσεις ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἄγνοια τοῦ γεγονότος ὅτι, δηλαδή, ὅταν τὰ πράγματα κοινωνικοποιοῦνται χάνουν τὴν ὀμορφιά τους. Ὅταν ὁ σταυρὸς γίνεται θριαμβολογία, μεταβάλλεται σὲ σύμβολο, ὅταν ἡ ἁγιότητα ἐπιδεικνύεται, ἀλλοτριώνεται ἀπὸ τὴ δύναμή της, ὅταν τὸ ἐκκλησιαστικὸ μυστήριο ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ μυστήριο καταντᾶ πολιτισμός, ὅταν οἱ ἀπόκρυφοι θησαυροὶ τῆς καρδιᾶς ἐκτίθενται στὴν ἀγορά, μεταβάλλονται σὲ ἄχυρα.

«Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ’ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ’ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ… μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα· τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια».

 .        Ἡ οὐσιώδης ἀνθρωπολογικὴ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ σχάση τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου σὲ ἔξω καὶ ἔσω ἄνθρωπο, ἡ ἀντιπαλότητα μεταξύ τους καὶ ἡ ἀντικατάσταση τοῦ ἔσω ἀπὸ τὸν ἔξω ἄνθρωπο. Ὁ Χριστιανός, μέτοχος τῆς τραγικότητας αὐτῆς τῆς σχάσεως, ἀγωνίζεται, γενικώτερα, νὰ κατορθώσει τὴν ἑνότητα ἐξωτερικοῦ κόσμου καὶ κόσμου τῆς ἐσωτερικότητας. Ὁ μεγάλος πειρασμὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς, εἶναι νὰ ταυτίζει τὴν ζωὴ μὲ τὸν κόσμο τῶν ἐξωτερικῶν πραγματικοτήτων, ἐκποιώντας χάρη τούτου τοὺς κρυμμένους θησαυροὺς τῆς καρδιᾶς του. Εἶναι ὁ πειρασμὸς στὸν ὁποῖο ὑπέκυψε ἡ ἰουδαία γυναίκα ποὺ ὀδυνᾶται γιατί

«ἔχασε ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ πλούτη της ἐπειδὴ θέλησε νὰ ἀποκτήσει τὰ ἐξωτερικὰ ἀγαθά».

Ἐπιθυμώντας, ὅπως ἡ Εὔα (Γεν. γ´6)

«τὰ ὁρατὰ ἀγαθὰ ἔχασε τὶς ἀόρατες ἀρετές της».

.      Πρῶτοι οἱ Χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ γνωρίζουν ὅτι

«ὁ θησαυρὸς τοῦ ταπεινόφρονος ἔσωθεν αὐτοῦ ἐστιν, ὅς ἐστιν ὁ Κύριος»

ἐπειδή,

«ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».

.       Ἕνας θησαυρὸς ποὺ φυλάσσεται ἐναρέτως στὴν καρδιὰ καὶ πλουτίζει μυστικῶς τὴν ἱστορία. «Ὁ Θεός, ὁ κρυμμένος Θεός, ἂν ὑπέστη φανερά τὸν θάνατο στὴ σάρκα, ἀνασταίνει μυστικὰ τὴν κάθε σάρκα. Κι Ἐκεῖνος, πρῶτος Ἐκεῖνος, δὲν μπορεῖ νὰ δράσει στὴν Ἱστορία παρὰ μὲ “σχεδὸν ἀόρατο τρόπο”, διὰ μέσου τῶν ἄγνωστων, τῶν κρυμμένων ἁγίων, τῶν πτωχῶν, τῶν ἀνώνυμων δικαίων, τῶν ταπεινῶν, τῶν ἄθεων, τῶν τρελλῶν τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γίνονται διάφανοι στὸ Ἄγνωστο καὶ ὕστερα γίνονται κοινωνοὶ στὸ φοβερὸ σταυρό Του καὶ στὴν μυστηριώδη Του Ἀνάσταση».

 .       Τὸ ἔργο τῶν κοινωνῶν τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως, τῶν Χριστιανῶν, εἶναι ἡ Προφητεία. Καὶ τοῦτο σημαίνει ὄχι μίαν ἀγωνιώδη προσπάθεια περὶ τὸ νόημα ἢ τὴν τραγωδία τῆς ἱστορίας, στὸν ἀπεκκλησιασμό της, ἀλλὰ τὴ φανέρωση τῆς ὡραίας μορφῆς τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ὀμορφιᾶς τοῦ σώζει τὴν ἱστορία ἀπὸ τὸ δαιμονικὸ ἢ τὴν ἀσχήμια της. Οἱ Χριστιανοὶ εἶναι οἱ προφῆτες τῆς παρουσίας καὶ τῆς δράσεως τοῦ Χριστοῦ, μὲ «σχεδὸν ἀόρατο τρόπο», προφῆτες δηλαδὴ τῆς κρυμμένης ἀλλὰ καὶ πανσθενουργοῦ ἁγιότητάς Του, ποὺ εἶναι ἡ ἄφθαρτη ὀμορφιὰ τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων. Ἂν ὁ διάβολος εἶναι ἡ ἀσχημία, ὡς πατέρας τοῦ ψεύδους καὶ τοῦ μίσους, ὁ Θεὸς μας εἶναι ἡ ὀμορφιά, ὡς ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἀγάπη, τὸ ἐντὸς ἡμῶν κάλλος, πρὸς τὸ ὁποῖον καλούμαστε νὰ ὁμοιωθοῦμε. Ὁ Φ. Ντοστογιέφσκυ, ποὺ εἶχε πεῖ, καὶ ἀξίζει νὰ τὸ ἐπαναλάβουμε, ὅτι

«τὸν κόσμο θὰ τὸν σώσει ἡ ὀμορφιὰ»

καὶ ἐννοοῦσε ἀκριβῶς

«τὴν ἀπόλυτα ὡραία μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία συνδυάζονται ἁρμονικὰ ἡ ὀμορφιά, ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ἀγαθό».

«εἶχε ἤδη προφητεύσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ ἔχανε ἀκόμη καὶ τὴν ἐξωτερική του μορφή, ἂν ἔχανε τὴν πίστη του στὴ στενὴ σχέση καὶ ὁμοιότητά του μὲ τὸν Θεό». «Οἱ ἄθεοι», γράφει, «δὲν ἔχουν καμιὰ ὀμορφιὰ μήτε καὶ ποὺ τὴ θέλουνε. Ὅλοι τους εἶναι νεκροί, μόνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος καυχιέται γιὰ τὸ θάνατό του κι οὔτε σκέπτεται νὰ στραφεῖ πρὸς τὴν μοναδικὴ Ἀλήθεια· ἡ ζωὴ χωρὶς Θεὸ εἶναι μαρτύριο».

, , , , , ,

Σχολιάστε

«ΠΟΣΟ ΕΡΗΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΕΞΟΡΙΑ ΜΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ
π. Μιχαὴλ Σπ. Καρδαμάκη (+)
[Α´]

«Ἀεὶ μένει μυστήριον»

σελ. 100 κ. ἑξ.

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.      Εἶναι ἀπερίγραπτα τραγικὸ νὰ ἀναζητοῦμε τὸν Θεὸ ἔξω ἀπὸ τὴν Βασιλεία Του ἢ τὴν εἰκόνα τῆς Βασιλείας Του, τὴν Ἐκκλησία, μὲ ἄλλες λέξεις, ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἢ τὸν ἑαυτό μας, ἀφοῦ ὁ Χριστός, διὰ τῆς Ἐνανθρωπήσεώς Του –αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς Θεοτόκου καὶ κάθε πιστοῦ– ἔφερε τὸν Θεὸ ἐντός μας. Ὁ συντομώτερος δρόμος τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αὐτογνωσία, ὅταν ὁ Θεὸς εἶναι ἐντός μας καὶ ἐμεῖς εἴμαστε ἐντὸς τοῦ Θεοῦ.

«…ζητεῖν τὸν Κύριον, εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα· ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν».

Ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Θεὸ δὲν βρίσκεται ἔξω ἀπὸ μᾶς ἢ μακριὰ ἀπό μᾶς, ἀλλὰ μέσα στὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή μας, στὴν ἄβυσσο τῆς καρδιᾶς μας.

«Καὶ ἀφ’ ἡμῶν εὑρεῖν τὴν ἀρχὴν δυνατόν, καθὼς καὶ Μωϋσῆς ἐδίδασκε λέγων· τὸ ρῆμα τῆς πίστεως ἐντὸς τῆς καρδίας σού ἐστιν».

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος συνιστᾶ:

«οὐκ ἔξω τῶν ζητούντων χρῆ ζητεῖσθαι τὸν Κύριον, ἀλλ’ ἐν ἑαυτοῖς, διὰ τῆς ἐν ἔργοις πίστεως αὐτὸν χρὴ ζητεῖν τοὺς ζητοῦντας».

Διαφορετικὰ ἐπιστρέφουμε στὴν ἀτελῆ ἀναζήτηση τῆς θρησκείας ἢ στὸν πειρασμὸ τῆς ἀτέλειωτης περιπλανήσεως τῆς διάνοιας.
.        «Ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἀναζητοῦν τὸν Θεὸ ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ποὺ παραμένουν μέσα στὴ φύση, ἢ ποὺ δὲν βρίσκουν κανένα φῶς ποὺ νὰ τοὺς ἱκανοποιεῖ, ἢ ποὺ συμβαίνει νὰ σχηματίσουν ἕνα μέσο γιὰ νὰ γνωρίσουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν ὑπηρετήσουν χωρὶς μεσολαβητή, ὅλοι αὐτοί, ἢ πέφτουν στὸν ἀθεϊσμὸ ἢ στὸν μονοθεϊσμό, ποὺ εἶναι δύο πράγματα, ποὺ ἡ χριστιανικὴ πίστη τ’ ἀπεχθάνεται τὸ ἴδιο καὶ τὰ δύο».

 .           Ἂν ξέραμε πόσο ἔρημοι στὴν κοσμικὴ ἐξορία μας εἴμαστε, τότε τίποτα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ἐμποδίσει στὴν ἐπίμονη ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἀπαιτεῖται ἡ ἄσκηση τῆς αὐτογνωσίας, ὡς καρπὸς τῆς ταπεινώσεως, γιὰ νὰ δεχτοῦμε ὅτι ἡ κόλαση, ἡ ἐρείπωση τῆς καρδιᾶς, εἶναι ἡ ὑπερηφάνειά της, ἡ κένωσή της ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀπαιτεῖται ἀκριβῶς ἡ ταπείνωση, ὡς πλοῦτος αὐτογνωσίας, γιὰ νὰ τονίσουμε ὅτι, ὅσο ἀφιλόξενος γίνεται ὁ κόσμος, τόσο φιλόξενη γίνεται ἡ ψυχή, ποὺ ἀναζητᾶ ἀγρύπνως τὸν Θεό, ποὺ ἐγκαταλείπει εὐκολώτερα τὸν κόσμο καὶ στρέφεται μέσα της γιὰ νὰ τὸν συναντήσει. Ἡ ζῶσα συνάντηση τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, δύο ἐρωτευμένων προσώπων, αὐτὸ τὸ φοβερὸ μυστήριο τῆς ἱστορίας, πραγματοποιεῖται ἐντὸς ἡμῶν, ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, οἱ ὁποῖες καλοῦνται νὰ ἀπελευθερωθοῦν ἀπὸ τὶς ἐγωκεντρικὲς καὶ αὐθαίρετες ἐπιθυμίες, γιὰ νὰ καταστοῦν ὁ Ναός, ποὺ ὁ Θεὸς διαλέγει γιὰ σκηνή Του, στὴν τράπεζα τῆς ὁποίας ἱερουργοῦνται τὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας Του. Αὐτὸς ποὺ ἀναζητοῦμε δὲν εἶναι ὁ ἑαυτὸς μας ἀλλὰ ὁ Θεός μας καὶ ἡ αὐτογνωσία δὲν εἶναι ἐγκλεισμὸς στὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ ἡ κατ’ ἐξοχὴν δυνατὴ μέθοδος γνώσεως τοῦ Θεοῦ· δὲν εἶναι αὐταρέσκεια, ἀλλὰ θεαρέσκεια. Εἶναι σύνηθες τὸ φαινόμενο, οἱ ἄνθρωποι νὰ περιφέρουν τὴν ἀναζήτησή τους στὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ ἀναπαύονται στὸν κορεσμὸ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους καὶ ὄχι νὰ τὴν κατευθύνουν πρὸς τὸν μόνο Κύριό τους, ἐκλιπαρώντας ἀσκητικῶς τὴν ἀνάπαυση, ποὺ Ἐκεῖνος τοὺς ἔχει ὑποσχεθεῖ.

«Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

 .         Ὁ Χριστός, λοιπόν, εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁ πολύτιμος μαργαρίτης, ποὺ ἀξίζει νὰ πουλήσεις τὰ πάντα γιὰ νὰ τὸν ἀποκτήσεις (Ματθ. ιγ´ 46). Τὸ νὰ ἀγαπᾶς τὸν Χριστὸ ἢ τὸ νὰ ἀναπαύεσαι στὸν Χριστὸ ἀπαιτεῖ ἀγῶνες καὶ πόνους ἀσκητικούς, καθημερινὴ σταύρωση καὶ ἀτέλευτη μετάνοια, ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῆς καλούμενης ζωῆς μας, δάκρυα πολλὰ μεμειγμένα μὲ αἷμα πολὺ καὶ τὸ σημαντικώτερο ὅλων, τὴν ἀνακεφαλαίωση ὅλων: ἀπαιτεῖ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Ὅσο θὰ κακοποιεῖται τὸ θαῦμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως ἀπὸ τοὺς εὐτυχισμένους ἄθεους ἢ τοὺς βαπτισμένους εἰδωλολάτρες, θεωρούμενο ὡς εὐκαιρία ζωώδους ἀπολαύσεως ἢ ἐμπαθοῦς ἡδονῆς, τόσο ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ θὰ παραμένει ἄγνωστη, ἡ πνευματικὴ θεωρία ἀδύνατη.

«ἕως ἂν μὴ καθαρθῇ ὁ ἄνθρωπος, οὐδὲ ἀκοῦσαι αὐτῆς κἂν ἱκανοί (τῆς Βασιλείας ἢ πνευματικῆς θεωρίας). Διότι ἐκ μαθήσεως οὐδεὶς δύναται αὐτὴν κτήσασθαι. Ἐὰν φθάσῃς τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας τὴν ἐκ πίστεως… ἐξαίφνης εὑρεθήσεται αὕτη ἔμπροσθέν σου».

.        Αὐτοὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου εἶναι τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ ἀνοίξουμε τὴ θύρα τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, νὰ κατορθώσουμε τὴ θεωρία τῶν ἐσχατολογικῶν τελειοτήτων, ποὺ ἤδη φανέρωσε ἡ Ἐνσάρκωσή Του, ἡ ἀόρατη ἐπιστασία του στὸν κόσμο καὶ ἡ ἀφανὴς νίκη Του στὴν ἱστορία. Ἡ προέκταση αὐτῶν τῶν λόγων βρίσκεται στὶς σκέψεις τοῦ Βλ. Πασκάλ: «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δίχως ἀγαθὰ καὶ δίχως καμμιὰ πνευματικὴ παραγωγή, ἔξω ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς ἐπιστήμης, βρίσκεται στὴν τάξη τῆς ἁγιωσύνης. Δὲν ἔκαμε καμμιὰ ἐφεύρεση, δὲν βασίλεψε διόλου ἀλλὰ ἦταν ταπεινός, ὑπομονητικός, ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος στὸν Θεό, φοβερὸς στοὺς δαίμονες, δίχως καμμιὰ ἁμαρτία. Ὤ, πῶς φανερώθηκε μὲ μεγάλη ἐπιβλητικότητα καὶ καταπληκτικὸ μεγαλεῖο, ἀλλὰ στὰ μάτια τῆς καρδιᾶς ποὺ βλέπουν τὴ σοφία!
.      Εἶναι ἀνόητο νὰ σκανδαλίζεται κανεὶς ἀπὸ τὴν ταπεινότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸ σιωπηλὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο φανερώθηκε, σὰν ἡ ταπεινότητα αὐτὴ νὰ ἦταν τῆς ἴδιας τάξης ἀπὸ τὴν ὁποία εἶναι τὸ μεγαλεῖο ποὺ ἦρθε νὰ φανερώσει. Κι ὅταν κανεὶς δεῖ τοῦτο τὸ μεγαλεῖο στὴ ζωή του, στὸ πάθος του, στὸ σκοτάδι του, στὸ θάνατό του, στὴν ἐκλογὴ τῶν δικῶν του, στὴν ἐγκατάλειψή του, στὴ μυστικὴ ἀνάστασή του, καὶ στὰ ὑπόλοιπα, θὰ τὸ ἀντικρύσει τόσο ὑψηλό, ὥστε δὲν θὰ ἔχει καμμιὰ ἀφορμὴ νὰ σκανδαλιστεῖ ἀπὸ μιὰ ταπεινότητα ποὺ δὲν ὑπάρχει».

 Πόσους αἰῶνες ὁ Θεὸς θὰ παραμείνει κρυμμένος στὴν ἱστορία καὶ τὴν Ἐκκλησία Του, «σκάνδαλο» γιὰ ἄπιστους καὶ πιστούς, ὅταν ἐπιμένει νὰ εἶναι

«μεγαλοπρεπὴς στὴν ἁπλότητά του»,
παντοδύναμος στὴν ἀσθένειά Του, ὑπομονητικὸς στὴ σιωπή Του;

«Ἐσιώπησα, μὴ καὶ ἀεὶ σιωπήσομαι καὶ ἀνέξομαι;».

Καὶ πόσο χρόνο οἱ Χριστιανοί, τὸν καιρὸ αὐτὸ τῆς σιωπῆς τοῦ Θεοῦ, θὰ ἐπιμένουν μὲ τὴ θορυβώδη στάση τους νὰ περιφρονοῦν αὐτὴ τὴ σιωπῶσα ἀγάπη Του, νὰ ἀποκρύπτουν τὴν ἀγαπῶσα ἁγιότητά Του, νὰ ἐκβιάζουν τὴν ἐλεύθερη ἀναμονή Του; Τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι ὁ Θεός, καὶ μάλιστα ὁ Χριστὸς ὁ Ἐσταυρωμένος, ἀλλὰ οἱ Χριστιανοί, ποὺ μὲ τὴ μετριότητα καὶ τὴν ὑποκρισία τους, τὸν εὐσεβισμὸ καὶ τὴ δικαίωσή τους καταστρέφουν τὴν ταπείνωση καὶ τὴ σοφία, τὴν ἁγιωσύνη καὶ τὴν ἀγάπη. Μὲ ἄλλα λόγια:

«κλείουν τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· αὐτοὶ γὰρ οὐκ εἰσέρχονται, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίενται εἰσελθεῖν».

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , ,

Σχολιάστε

ΑΛΟΓΟΣ ΝΟΜΟΣ-ΠΑΝΟΥΚΛΑ

Ἀφιέρωμα στοὺς ΑΛΟΓΟΥΣ σχεδιασμοὺς
τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης
γιὰ νομοθετικὴ ρύθμιση υἱοθεσιῶν
ἀπὸ ὁμόφυλα «ζευγάρια».
Μ᾽ αὐτὰ πάντως δὲν βγαίνει ἡ χώρα ἀπὸ τὴν κρίση.  

βλ. σχετ. : https://christianvivliografia.wordpress.com/2011/05/11/πολιτικὰ-ἄλογα-καὶ-παραφυσικὲς-υἱο/

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
τοῦ μακαριστοῦ π. Μιχαὴλ Σ. Καρδαμάκη:

«Ο ΓΑΜΟΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ  ΜΕΓΑ»

ἐκδ. ΤΗΝΟΣ, Ἀθῆναι 2004

.        Ὁ ἅγιος ἔρωτας μεταξύ ἀνδρός καί γυναικός, καταντᾶ σέ χυδαῖο ἢ ψευδές σέξ, ὅταν ὁ λογικός ἄνθρωπος, ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα, στήν ὁμοιότητά του μέ τόν Θεό, ἐκπίπτει στή ζωώδη ἀλογία, μέ τήν πλήρη ἄγνοια, καί κυρίως μέ τόν παρά φύσιν αὐτοβιασμό τῆς φύσεώς του, πρός αὐταρέσκεια καί αὐτοηδονισμό. Πρόκειται περί τῆς ὁμοφυλοφιλίας, παλαιότατης ἀήθειας, ἀλλά πολύ περισσότερο, σύγχρονης ἀπανθρωπείας, πού προκαλεῖ μιάν ἀνυποψίαστη ἀχρήστευση τοῦ γάμου, ὁ ὁποῖος προϋποθέτει τόν ἔρωτα τοῦ ἄνδρα πρός τή γυναίκα καί τῆς γυναίκας πρός τόν ἄνδρα. Eἶναι ἡ ἀδιέξοδη ὁμοσεξουαλικότητα στόν ἀκόρεστο αὐτοερωτισμό τοῦ αὐτονομημένου καί αὐτοειδωλοποιημένου, ἀτομικοῦ ἀνθρώπου, γιά τόν ὁποῖο τά πάντα σχεδόν βυθίζονται καί κρίνονται μέ τό μέτρο τοῦ πανσεξουαλισμοῦ καί πανερωτισμοῦ. Στήν πραγματικότητα ἀποτελεῖ καρπό ἢ μισθό τῆς ἀθεΐας, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ ἀναγκαίως στήν εἰδωλολατρία, στήν πλήρη ἀλλοτρίωση τοῦ ἀνθρώπου, στήν αὐτολατρία καί στήν αὐτοθεοποίησή του. Eἶναι ὑπερηφάνεια καί ἐγωκεντρισμός, μιά ὕβρις, πού ὅπως κάθε ὕβρις στρέφεται ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, βυθιζοντάς τον στήν αὐτοκαταστροφή, στήν ἀποσύνθεση καί τήν ἀσχημοσύνη τῆς φύσεώς του . Ἂν στήν ἐποχή μας ἡ ὁμοφυλοφιλία ἐμφανίζεται τόσο κυνική, εἶναι γιατί θεωρεῖται ὡς κατάσταση ἑνός νεωτερικοῦ ἢ μετανεωτερικοῦ πολιτισμοῦ, ἐνῶ πρόκειται περί ἀποκρουστικοῦ ἢ παραμορφωτικοῦ νοσήματος, ὅταν «στόν πεπτωκότα κόσμο, ὅ,τι εἶναι αὐστηρά σεξουαλικό, εἶναι ἄσχημο, διεστραμμένο, χυδαῖο».
.     Eἶναι μᾶλλον ὁ πολιτισμός, ὡς πλήρης παρακμή, στήν ταύτισή του μέ τήν ἀκόρεστη ἡδονή καί εὐδαιμονία, μέ τίς ἀνεξέλεγκτες αὐθαιρεσίες καί τά βαρβαρικά δικαιώματα τοῦ διαρκῶς αὐτονομούμενου ἢ ἀπελευθερούμενου ἀνθρώπου, καί μάλιστα σέ μιά ἐποχή, ὅπου οἱ νευρώσεις ἀντικαθίστανται ἀπό τίς διαστροφές καί ἡ κοινωνική ἀπελευθέρωση μέ τήν ἀπεριόριστη δουλοπρέπεια· εἶναι αὐτός ὁ πολιτισμός σέ μιά τέτοια ἐποχή, πού ἐπιτρέπει αὐτή τήν ἀβυσσαλέα γελοιοποίηση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Γιατί ἡ ὁμοφυλοφιλία δέν ἀναπληρώνει μιά πραγματική ἐρωτική ἔλλειψη ἢ δέν ἱκανοποιεῖ μιάν ἀνύπαρκτη ἐρωτική ἐπιθυμία, κατά φύσιν. M᾽ ἕνα λόγο δέν δικαιώνεται μέ τήν τάχα ἀπουσία τῆς ἀγάπης. Ἀποτελεῖ ἐκχυδαϊσμό τοῦ ἔρωτα, ὡς τῆς σφοδρῆς ἀγάπης μεταξύ ἀνδρός καί γυναικός, πραγματική ἐλαφρότητα νά τόν ἐξισώνουμε, θεωρώντας τον κριτήριο τόσο γιά τό γάμο, ὅσο καί γιά ὁμοφυλοφιλία. Πρόκειται γιά μιά ἔσχατη ἀπάτη, ἡ ὁποία διακηρύσσεται, κατά τόν πλέον ἀδιάκριτο καί ἀνερυθρίαστο τρόπο.
.        Ἔχει ἤδη ἐπισημανθεῖ, ὅτι «τό πιό συνηθισμένο σφάλμα τοῦ Kinsey, εἶναι νά συγχέει συχνότητα καί φυσιολογικότητα, ὅταν λέει π.χ., ὅτι ἡ συχνότητα τῆς ὁμοφυλοφιλίας δείχνει ὅτι ἡ διαστροφή αὐτή εἶναι ἕνα φυσιολογικό γεγονός, πρᾶγμα πού ἰσοδυναμεῖ μέ τό νά ἰσχυρισθεῖ ἕνας γιατρός, σέ περίπτωση γενικῆς ἐπιδημίας, ὅτι ἡ φυσιολογική κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι ἡ ἱλαρά ἢ ἡ πανούκλα» (André Morali-Daninos, Κοινωνιολογία τῶν σεξουαλικῶν σχέσεων, ἐκδ. Οἶκος Ζαχαρόπουλος, Ἀθήνα 1968, σελ. 39.) Tίμιοι ἀπέναντι στά ἀνθρώπινα, τραγικά πράγματι, ὀφείλουμε νά συμφωνήσουμε, ὅτι ἡ ὁμοφυλοφιλία δέν ἑρμηνεύεται ὡς κάτι τό φυσιολογικό ἢ κανονικό, τό βιολογικό ἢ κοινωνικό, πού τά αἴτιά του εἶναι ἐξωτερικά. «Eἶναι κυρίως θέμα πνευματικό, μιά ἐκτροπή, ἢ ὅπως ἀναφέραμε, μιά διαστροφή, στήν ἐπίμονη ἄρνηση τῆς διαφορᾶς χάριν τῆς ἰδέας τῆς ἰσότητας τῶν φύλων, μέ ρίζα τήν οὐσιαστική ἀμφισημία τῶν πάντων, στόν πεπτωκότα κόσμο, ὅπου ἡ μιά πτώση ἢ ἀνωμαλία γεννᾶ μιά ἄλλη πτώση ἢ ἀνωμαλία καί αὐτό δέν ἀφήνει ἀνεπηρέαστο τό χῶρο τοῦ γάμου, τοῦ συζυγικοῦ ἔρωτα, τῆς μητρότητας, τῆς οἰκογένειας».
.         Ὄχι μόνο δέν ἀγνοοῦμε, ἀλλά καί σεβόμαστε, ὅλη ἐκείνη τήν σπουδή καί ἔρευνα πάνω σ᾽ αὐτή τήν ἀνθρώπινη τραγωδία, τήν ἀνασταλτική τοῦ ἀνθρώπινου μέλλοντος· τήν ἀναζήτηση καί τήν ἐπιστράτευση ἐπιστημονικῶν θεωριῶν, ψυχολογικῶν ἀναλύσεων, θρησκευτικῶν ἀπόψεων, νομικῶν θέσεων, καί πάνω ἀπ᾽ ὅλα τήν ἀπαίτηση καί τή διαμόρφωση ἑνός κλίματος ἀνθρώπινης κατανοήσεως καί κοινωνικῆς ἀποδοχῆς. Ἀλλά τό ζητούμενο δέν εἶναι νά ἀποδεχτοῦμε ἢ νά ἀποδείξουμε ἄν ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι φυσική ἢ ἀφύσικη, ὅταν κάθε παρά φύσιν κίνηση εἶναι τέλειος παραλογισμός, πού ἔχει πηγή του τήν ἀσέβεια, μιά ἀλλόκοτη ἐπιθυμία πού ἔχει τήν ἀρχή της στήν ἀθεΐα. Πρόκειται περί μιᾶς ἀτιμώσεως τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς ἀτιμώσεως τῶν σωμάτων, ἀνδρῶν καί γυναικῶν, καί αὐτό ἀποτελεῖ πρωταρχική ἀτίμωση καί τοῦ γάμου. Eἶναι δέ τόσο μεγάλος ὁ ἑωσφορικός πειρασμός αὐτῆς τῆς ἀσθένειας, ὥστε δέν ζητᾶ νά θεραπευθεῖ, ἀλλά νά δικαιολογηθεῖ, νά γίνει ἀποδεχτή ὡς ἕνας διαφορετικός τρόπος ἐρωτικῆς πράξεως ἢ ὡς ἕνας διαφορετικός τρόπος ἢ «στύλ ζωῆς».
.        Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Xρυσόστομος, μιλώντας γι᾽ αὐτήν τήν παντελῆ ἀδικαιολόγητη μετάλλαξη ― τήν ὁμοφυλοφιλία, ὑπογραμμίζει, ὅτι «οἱ ἄρρενες διέφθειραν ἑαυτούς, οὐχ ὅτι οὐκ εἶχαν ἀπόλαυσιν, καὶ ἀφέντες ἣν εἶχον, εἰς ἄλλην ἦλθον, ἀλλ᾽ ὅτι τὴν κατὰ φύσιν ἀτιμάσαντες, ἐπὶ τὴν παρὰ φύσιν ἔδραμον Aἱ δὲ θήλεις, οὐχ ὅτι κωλυθεῖσαι τῆς κατὰ νόμον μίξεως, ἐπὶ τοῦτο ἦλθον, οὐδ᾽ ὅτι οὐκ ἔχουσαι τὴν ἐπιθυμίαν πληρῶσαι πρὸς τὴν ἀλλόκοτον ταύτην λύσσαν ἐξώκειλαν· τὸ γὰρ μεταλλάξαι τῶν ἐχόντων ἐστίν». Γιά τοῦτο καί εἶναι ἰδιαιτέρως αὐστηρός σ᾽ αὐτό τό ζωῶδες κατάντημα τοῦ ἀνθρώπου, ἐπισημαίνοντας ὅτι, «οὐ γάρ ἐστιν, οὐκ ἔστι ταύτης τῆς ὕβρεως ἀλογώτερόν τε καὶ χαλεπώτερον. Ἡ μανία αὕτη τοσοῦτον τῆς πορνείας χείρων ἐστίν, ὅσον οὐδὲ ἔστιν εἰπεῖν. Oὐδὲ γὰρ τοῦτο λέγω μόνον, ὅτι γέγονας γυνή, ἀλλ᾽ ὅτι ἀπώλεσας καὶ τὸ εἶναι ἀνήρ, καὶ οὔτε εἰς ταύτην μετέστης τὴν φύσιν, οὔτε ἣν εἶχες διετήρησας, ἀλλὰ κοινὸς ἑκατέρος ἐγένου προδότης καὶ παρὰ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ἄξιος ἐλαύνεσθαι καὶ καταλεύεσθαι, ἅτε ἑκάτερον ἀδικήσας τὸ γένος. Kαὶ ἵνα μάθῃς ἡλίκον τοῦτό ἐστιν, εἴ τις ἐλθὼν ἐπηγγέλετο ἐξ ἀνθρώπων κύνα ποιῶν σε, ἆρα οὐκ ἂν ὡς λυμεῶνα ἔφυγες; Ἀλλ᾽ ἰδοὺ οὐ κύνα ἐξ ἀνθρώπων σαυτὸν ἐποίησας, ἀλλὰ τὸ τούτου ζῶον ἀτιμώτερον· ἐκεῖνο μὲν γὰρ εἰς χρῆσιν ἐπιτήδειον, ὁ δὲ ἡταιρηκὼς οὐδαμοῦ χρήσιμος».

.      Στήν ἀποκτήνωση ―τήν παράχρηση― τῶν σωμάτων, προηγεῖται ἡ ἀλογία ―ἡ παραφυσική κίνηση― τῆς ψυχῆς. Δέν εἶναι κακό τό σῶμα, ἀλλά ἡ παράλογη χρήση του καί αὐτό εἶναι ἔργο τῆς ἀκάθαρτης ψυχῆς. Kαί τά δύο γίνονται κακά στίς παρά φύσιν κινήσεις τοῦ καθολικοῦ-ψυχοσωματικοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖες πρῶτες ἀντιστρέφουν καί κατευθύνουν τόν ἔρωτα πρός τήν ἁμαρτία καί κάθε ἀθλιότητά της καί ὄχι πρός τόν Θεό καί τήν ἁγιότητά Tου. Eἶναι αὐτό ἀκριβῶς πού κάνει τόν ἄνθρωπο, τό ἀνοητότερο καί ἐπικινδυνοδέστερο ὅλων τῶν ἀλόγων ζώων, τῶν ἀγρίων θηρίων, καί τόν ἐντός του ἐμφωλεύοντα ἔρωτα θεῖο ἀδιάφορο ἢ διεστραμμένο, οἱ συνέπειες τοῦ ὁποίου θά πειράξουν καί θά πλήξουν ἰδιαίτερα τό γάμο. Γιατί ὁ ἔρωτας τοῦ Θεοῦ συνοδεύεται ἀπό τήν ἐπίπονη ἄσκηση, τήν ὁδό τῆς ζωῆς, ἐνῶ ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας ὑπόσχεται τήν ἀχαλίνωτη ἡδονή, τήν ὁδό τοῦ θανάτου. Tά μεγάλα, ἐμπαθῆ πάθη τῶν ἀνθρώπων, τίκτονται, τόσο ἀπό τήν διαστροφή τοῦ θείου ἔρωτα, ὅσο καί ἀπό τή ζωώδη ἀπόλαυση. «Tὰ κατὰ φύσιν τῶν παρὰ φύσιν ἡδίῳ· ἀλλ᾽ὅμως εἰσι πολλοὶ τὰ καταγέλαστα καὶ ἀηδῆ καὶ κόλασιν ἔχοντα ὡς ἡδέα διώκοντας. Ἐκείνοις γὰρ ταῦτα εἶναι δοκεῖ, φησίν. Ἀλλὰ δι᾽ αὐτὸ μὲν οὖν τοῦτο ἂν εἶεν ἄθλιοι, ὅτι καὶ ἡδέα νομίζουσιν εἶναι τὰ οὐχὶ ἡδέα».

, , , ,

Σχολιάστε

ΓIA THN ANAΣTAΣH (τοῦ π. Μιχ. Καρδαμάκη)

ΓIA THN ANAΣTAΣH
(τοῦ πρεσβ. Mιχαὴλ Σπ. Kαρδαμάκη
Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα )

.        Ἡ Ἐκκλησία μας ἐξαίρει τὸ παράδειγμα τοῦ μετανοήσαντος ληστῆ, ἐπιμένοντας νὰ μᾶς διδάσκει ὅτι ὅλοι εἴμαστε ληστὲς καὶ ἐσταυρωμένοι, δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ. Aὐτὸ βέβαια τὸ γεγονὸς μόνο του δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Ἡ εἴσοδός μας ἢ μὴ στὸν Παράδεισο ἢ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διάπραξη τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ τῆς Ἠθικῆς, ἀλλὰ διαδραματίζεται μεταξὺ τῆς μετάνοιας ἢ τῆς ἀμετανοησίας μας. Ἡ ἐπάνοδός μας, ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς ἐξορίας στὴν ἔρημο τοῦ κόσμου τούτου στὴν παραδείσια ζωὴ τῆς μέλλουσας Βασιλείας, εἶναι τὸ δῶρο τοῦ Χριστοῦ στὴν ταπεινοφροσύνη τῆς Πίστεως, ποὺ ἐπιλέγει τὴν μετάνοια, μέσα ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῶν ἐγκλημάτων μας καὶ ταυτόχρονα τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη μας στὸν Θεό. Ἂν ἡ ἀμετανοησία ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπελπισία καὶ τὸν διάβολο, ἡ μετάνοια, ποὺ χαρίζει τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν αἰωνιότητα, εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἔργο ποὺ ἀποκαθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο στὴν πρώτη του ἐλευθερία καὶ ὡραιότητα, ἕνα ἔργο ποὺ κατακλύζει ὄχι μόνο τὴ γῆ, ἀλλὰ καὶ τὰ καταχθόνια, κηρύσσεται στὸν Ἅδη, στὸν καταχθόνιο ἄνθρωπο, ποὺ στὴν ἐπίγνωση τῆς κολάσεώς του, ἐπιποθεῖ τὸν παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Aὐτὸ εἶναι τὸ ἀμέτρητο βάθος τῆς θείας οἰκονομίας. Ὁ Χριστὸς πεθαίνει καὶ ἐνταφιάζεται, κατέρχεται στὰ ἀβυσσαλέα καὶ ἐσκοτισμένα βάθη τοῦ Ἅδη, γιὰ νὰ ἀγκαλιάσει μὲ τὴν δόξα Του ὅλη τὴν διεφθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ παραμορφωμένη ἀπὸ τὸν θάνατο φύση μας. Ἡ ἔνσαρκη παρουσία τοῦ Χριστοῦ, στὴν κένωσή της μέχρι ταμείων τοῦ Ἅδη, καταλαμβάνει ὁλόκληρη τὴν δημιουργία, περιλαμβάνει ὅλο τὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατό του, γιὰ νὰ μποροῦμε, πάντοτε καὶ τώρα, νὰ ψάλλουμε θριαμβικῶς, στὸ ὀρθρινὸ φῶς τοῦ εὐλογημένου Μεγάλου Σαββάτου, τῆς ἡμέρας τῆς ἀναπαύσεως – τῆς σωτηρίας – τῆς δημιουργίας καὶ τῶν δημιουργημάτων: «Ἀγαλλιάσθω ἡ κτίσις, εὐφραινέσθωσαν πάντες οἱ γηγενεῖς· ὁ γὰρ ἐχθρὸς ἐσκύλευται Ἅδης – τὸν Ἀδὰμ γὰρ σὺν τῇ Εὔᾳ, λυτροῦμαι, παγγενῆ καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐξ­ανα­στήσομαι».
.       Τώρα λοιπὸν μποροῦμε νὰ προσδοκοῦμε τὴν ἀνάστασή μας ἀπὸ τοὺς νεκρούς, πανηγυρίζοντες τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μᾶς τὸ εἶχε ὑποσχεθεῖ. Nὰ πανηγυρίζουμε τὸν ἐγκαινισμὸ μιᾶς νέας, ὀγδόης, ἡμέρας τῆς δημιουργίας, αἰώνιας καὶ ἀτέλευτης, ποὺ ὑπαγορεύει «τὸ τοῦ ἀεὶ εὖ εἶναι τῶν ὄντων ἄρρητον μυστήριον», νὰ ἑορτάζουμε τὴν ἀνάπαυσή μας ἀπὸ τὴν ἐπίπονη ὁδοιπορία, τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, ἑορτάζοντες «τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Γιατί δὲν εἶναι τὸ τέλος ὁ θρῆνος τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως· χωρὶς βέβαια νὰ ἀγνοοῦμε ὅτι αὐτὰ τὰ δυὸ μυστήρια συνιστοῦν μία ἀδιάσπαστη ἑνότητα, τὸ κεντρικὸ περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν Κύριος, «τὸ ἀνθρώπινον σύμπαν τῶν τοῦ Ἅδου ἁρπάσας πυθμένων εἰς οὐρανοὺς ἀνεβίβασε καὶ πρὸς τὸ ἀρχαῖον ἀξίωμα ἤγαγε τῆς ἀφθαρσίας». Τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἕνας μεγάλος πολιτισμός, ἀλλὰ μία νέα δημιουργία, δὲν εἶναι μία τέλεια θρησκεία, ἀλλὰ ἡ καινὴ ζωή. Μὲ τὴν ἀνάστασή Του «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν… ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν…». Ἡ λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως καὶ κάθε Θεία λειτουργία, ποὺ εἶναι ἀναστάσιμη, εἶναι ἕνα «συμπόσιο» χάρης καὶ χαρᾶς· χαρᾶς γιὰ τὴ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου, γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ αἰωνία χαρὰ ποὺ γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία· αὐτὴ ποὺ βιώνεται ὡς ἐλευθερία ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον». Aὐτὴ ἡ χαρὰ διαλαλεῖται μὲ τὸν πασχάλιο χαιρετισμὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἡ δύναμη τοῦ μυστηρίου τοῦ καινοῦ κόσμου καὶ ἀνθρώπου, ἡ ἀπαρχὴ τοῦ αἰώνα τῆς ἐλευθερίας, τοῦ πνεύματος καὶ ἡ βεβαιότητα τῆς καθολικῆς θεώσεως, τοῦ σκοποῦ γιὰ τὸν ὁποῖο κτίστηκαν τὰ πάντα.

.          Σταυρὸς καὶ Ἀνάσταση συνθέτουν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ σωτηριολογικὸ γεγονός, τὴν καρδιὰ τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας, τῆς νέας ζωῆς ἐν Χριστῷ. Χωρὶς τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση, ποὺ κρατοῦν ζωντανὸ τὸ μυστήριο τῆς πίστεως, ἡ πίστη ἐκφυλίζεται σὲ θρησκευτικὴ ἰδεολογία ἢ θρησκευτικὸ οὐμανισμό. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν εἶναι κάποιες θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις ἢ πεποιθήσεις, εὐσεβιστικὲς ἰδέες ἢ ἀρχές, ἀλλὰ ἡ καινὴ ζωὴ τῆς ἀνθρωπότητας ἢ ἡ ζωὴ τῆς νέας ἀνθρωπότητας, ποὺ πήγασε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τὸ κέντρο ὅλης τῆς θείας οἰκονομίας, τὸ ἀποκορύφωμα τῆς θείας φιλανθρωπίας. Ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ συνιστοῦν τὴν αὐθεντικότητα τῆς χριστιανικῆς μας ζωῆς ἢ τὴ ρωμαλεότητα τοῦ χριστιανικοῦ μας ἤθους, ποὺ διέρχονται ἢ καταξιώνονται μέσα ἀπὸ διαρκεῖς ἀπαρνήσεις καὶ ὑπερβάσεις. Ἂς ἐπαναλάβουμε ὅτι «ὁ Σταυρός μᾶς ἔμαθε τὶς ἀπαρνήσεις, ἡ Ἀνάσταση μᾶς ἔμαθε τὶς ὑπερβάσεις, εἴμαστε λοιπὸν χριστιανοί». Χωρὶς τὸν Χριστό, τὸν σταυρωθέντα καὶ ἀναστάντα Κύριο, εἴμαστε πραγματικὰ ἄθεοι. Ἐνῶ ἡ παρουσία τοῦ σαρκωθέντος Χριστοῦ, τοῦ σταυρωθέντος καὶ ἀναστάντος Κυρίου, καθιστᾶ τὴν ἀθεΐα ψευδοπρόβλημα ἢ πλαστὸ πρόβλημα. Στὴν Ἀνάσταση καὶ μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχὴν καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον» (Κανόνας τοῦ Πάσχα). Σύμφωνα μὲ τὸ ὑπόμνημα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ὁ ἀναστὰς Κύριος, ὁ καὶ σταυρωθείς, «τὸ ἀνθρώπινον σύμπαν τῶν τοῦ Ἅδου ἁρπάσας πυθμένων εἰς οὐρανοὺς ἀνεβίβασε καὶ πρὸς τὸ ἀρχαῖον ἀξίωμα ἤγαγε τῆς ἀφθαρσίας… Διὰ τοῦτο, γεγηθότες ὑπερφυῶς, μετὰ λαμπρότητος τὴν ἀνάστασιν ἑορτάζομεν, τὴν χαρὰν εἰκονίζοντες, ἣν ἡ φύσις ἡμῶν διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἐπλούτησεν». Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, πρόδρομος καὶ τῆς δικῆς μας σωματικῆς ἀναστάσεως, εἶναι ἡ χαρὰ τῆς Ἐκκλησίας, γιατί ὁ Χριστός, «τὸ ζῶν καὶ ἄθυτον ἱερεῖον», «ὡς Θεὸς ἑκουσίως σεαυτὸν προσαγαγὼν τῷ Πατρί, συνανέστησε παγγενῆ τὸν Ἀδάμ, ἀναστὰς ἐκ τοῦ τάφου» (Κανόνας τοῦ Πάσχα). Σ᾽ αὐτὸ τὸ συμπόσιο τῆς χαρᾶς τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι χαρὰ γιὰ τὴ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν θάνατο καὶ τὸν Ἅδη, μᾶς καλεῖ κάθε χρόνο, τὴ νύκτα τῆς Ἀναστάσεως, ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, Ἅδη, τὸ νίκος; Ἀνέστη Χριστός, καὶ σὺ καταβέβλησαι. Ἀνέστη Χριστός, καὶ πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός, καὶ χαίρουσιν Ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος. Χριστὸς γὰρ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο». Πῶς λοιπὸν τὸ Πάσχα ἢ ἡ Ἀνάσταση νὰ μὴν εἶναι «ἑορτὴ ἑορτῶν καὶ πανήγυρις πανηγύρεων»;
.           Ἡ Ἀνάσταση εἶναι νίκη πάνω στὸν θάνατο, θανάτωση τοῦ θανάτου, κατάλυση τοῦ κράτους τοῦ θανάτου, διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Καὶ ταυτόχρονα ἡ ἔκρηξη καὶ ὁ ἐμπλουτισμὸς τῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνίας τῆς ζωῆς, τὸ μυστήριο τῆς ἀληθινῆς καὶ αἰώνιας ζωῆς, ἡ δύναμη τῆς τελικῆς καὶ ἔσχατης ἐλευθερίας μας. Εἶναι πόθος τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἡ ὁριστικὴ ἐλευθερία ἀπὸ τὸν θάνατο. Μ᾽ αὐτὴ τὴν ἐλευθερία νικοῦμε τὴν παραμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου, τὸν οὐσιώδη παραλογισμὸ τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι ὁ θάνατος, ὡς χωρισμὸς ἢ ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὸν Θεό. Ἂν ἡ ἐλευθερία μας δὲν εἶναι ἐλευθερία ἀπὸ τὸν θάνατο ἢ ἐνώπιον τοῦ θανάτου, τότε εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ ζοῦμε ὑποκριτικὰ ἢ φοβισμένα σ᾽ ἕναν κόσμο βαθιὰ ἀποσυντεθειμένο καὶ πραγματικὰ ἄθεο. Πρόκειται βέβαια γιὰ τὴν ἐλευθερία ποὺ κατέχει ἢ κατορθώνει μόνο ὁ Χριστιανός, ἐκεῖνος πού, διὰ τῆς συμμετοχῆς του στὸν σταυρὸ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου του, γεύεται ἤδη τὴ δύναμη τοῦ μέλλοντα αἰώνα, προγεύεται τὴν τελειότητα τῶν ἐσχάτων, μιὰ ἐμπειρία ποὺ κάνει δυνατὴ καὶ τελειώνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀναστάσεως. «Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι· συνεσταυρούμην σοι χθές· αὐτός με συνδόξασον Σωτήρ, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου… Ὦ πάσχα τὸ μέγα, καὶ ἱερώτατον Χριστὲ· ὦ σοφία καὶ λόγε, τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμις· δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου» (Τροπάρια Κανόνα τοῦ Πάσχα). Τὸ Πάσχα λοιπόν εἶναι ἡ ἑορτὴ τῶν Ὀρθοδόξων, πού μᾶς μαθαίνει, κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Μελίτωνος Σάρδεων, ὅτι «ἀπὸ τὸ πάθος ἐπήγασε ἀπάθεια, ἀπὸ τὸν θάνατο ἀθανασία, ἀπὸ τὴ νέκρωση ζωή, ἀπὸ τὴν πληγὴ ἴαση, ἀπὸ τὴν πτώση ἀνάσταση, ἀπὸ τὴν κάθοδο ἀνάβαση». Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μᾶς εἰσάγει καὶ πάλι στὸν παράδεισο τῆς ἀτέλευτης καὶ αἰώνιας ζωῆς, τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς θεώσεως, στὴν ὁποία ἐγκεντριζόμαστε μὲ τὸ βάπτισμα, τύπο τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν ὁποία ζωοποιοῦμε μὲ τὴν Εὐχαριστία, καταγγελία τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ πασχάλιος χαιρετισμὸς «Χριστὸς Ἀνέστη!» ἐκφράζει ὅλη τὴν εὐφροσύνη καὶ τὴν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων.

Ἐπιλογὴ καὶ Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

, , , , ,

Σχολιάστε