Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Κων. Καλλιανός

ΤΟΥ ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΤΗ Η ΠΡΟΣΒΟΛΗ

             Κυριακὴ τῶν Προπατόρων

          ἤ, Τοῦ Οἰκοδεσπότη ἡ προσβολή
( Λκ.14, 15-24 )

τοῦ π. Κων. Ν. Καλλιανοῦ

.             Κάθε χρόνο αὐτὴ τὴν Κυριακή, τὴν Κυριακὴ τῶν Προπατόρων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὴν ὀνομαζει ἡ Ἐκκλησία, ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ διαβάζεται στὴ Θεία Λειτουργία μᾶς θυμίζει, γι᾿ ἄλλη μιὰ φορά, τὴν προσβολὴ ποὺ κάνουμε στὸν ἴδιο τὸν φιλότιμο οἰκοδεσπότη, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ στὸ Μεγάλο Δεῖπνο ὡς ἐπίσημους συνδαιτημόνες. Γιατὶ τὸ νὰ σέ καλέσουν σὲ ἐπίσημο τραπέζι δὲν εἶναι καὶ μικρὴ ὑπόθεση. Προαπαιτεῖ τὴν ἐκτίμηση ποὺ ἔχει ὁ οἰκοδεσπότης στὸ πρόσωπό σου μαζὶ καὶ τὴν τιμή: λιθάρια ἀκρογωνιαῖα ὁπωσδήποτε, μὲ τὰ ὁποῖα κτίζεται τὸ οἰκοδόμημα τῆς σχέσης, τῆς ἐπικοινωνίας, τῆς συνάντησης. Κι αὐτό, ἐπειδὴ στὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, τὸ τραπέζι εἶναι ἀναμφίβολα ὁ χῶρος ποὺ συνάζει τοὺς συνανθρώπους καὶ τοὺς συμφιλιώνει. Ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατο νὰ παρευρεθεῖς κάπου, ἄν προηγουμένως δὲν εἶσαι πλήρως συντονισμένος μὲ τὸν ψυχισμὸ τῶν συνδαιτημόνων σου, γιατὶ διαφορετικὰ ἡ σύναξη γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι αὐτὸ καθίσταται ἐνοχλητικὴ καὶ συναμα βαρετή.
.            Μέσα στὸ ἱερό, λοιπόν, κλίμα τοῦ φωτεινοῦ Σαρανταημέρου καὶ λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴ μεγαλη τῶν Χριστουγέννων Πανήγυρι, ξαναδιαβαζουμε αὐτὴ τὴν κορυφαία Κυριακὴ παραβολή, προσέχοντας ἕνα-ἕνα τὰ νοήματα ποὺ στέκονται πίσω ἀπὸ τὶς λέξεις, πίσω ἀπὸ τὶς φράσεις καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸν κορμὸ τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Τὰ ὁποῖα καὶ ἐπισκεπτόμαστε, πασχίζοντας νὰ ἐρευνήσουμε ὁλόκληρο τὸ πεδίο μέσα στὸ ὁποῖο ἐκτείνεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ βροῦμε τὸν «πολύτιμο μαργαρίτη»( πρβλ. Μτθ 13, 45-46) ποὺ περιέχει, ὥστε νὰ ὠφεληθοῦμε καὶ συνάμα νὰ κατανοήσουμε ποιὰ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ συμπεριφορά μας στὸ γεγονὸς τῆς Γιορτῆς ποὺ ἀνοίγεται μπροστά μας. Γιατὶ ἀποκρυπτογραφώντας τὴ συμπεριφορὰ τῶν ὁμάδων τῶν ὅσων κάλεσε ὁ οἰκοδεσπότης, ὁδηγούμαστε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἐμεῖς τουλάχιστον δὲν θὰ πρέπει νὰ τὴν ἐπαναλάβουμε. Ὄχι ἀπὸ ἀγένεια ἤ τὸ λεγόμενο «τάκτ», ἀλλὰ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ βαθειὰ συναίσθηση τῆς τιμῆς ποὺ μᾶς γίνεται. Γιατὶ ἄν στὸν κόσμο τὸ θεωροῦμε πάρα πολὺ μεγαλη τιμὴ νὰ μᾶς καλέσουν σ᾿ ἕνα τραπέζι, πόσο μᾶλλον ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μᾶς προσκαλεῖ νὰ κυκλώσουμε τὸ Τραπέζι Του καὶ νὰ καταστοῦμε, τὶς μέρες αὐτὲς τὶς ἱερές, ἀλλὰ καὶ πάντοτε, φιλότιμοι καὶ ἔντιμοι συνδαιτημόνες ;
.             Ἀλήθεια, οἱ δικαιολογίες γιὰ τὴν ὅποια ἀπουσία μας τί χρειάζονται; Καὶ γιατὶ προβάλλονται, ὅταν πρῶτοι ἐμεῖς γνωρίζουμε ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά μας καὶ ἕωλα εἶναι, ἀλλὰ καὶ φαιδρά;

π.κων. ν. καλλιανός   

Σχολιάστε

ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ Ο ΑΠΟΗΧΟΣ

Τοῦ Μεγάλου Μυστηρίου ὁ ἀπόηχος…
( ἤ, Σκέψεις γύρω ἀπὸ τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου).

«Τὸ Μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστι» (Ἐφ. ε´ 32)

Τοῦ π. Κων. Ν. Καλλιανοῦ
(προδημοσίευση)

.           Νομίζω ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ μιλήσεις μὲ εὐκολία γιὰ ἐκεῖνο ποὺ πολὺ σοφὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομαζει «Μέγα Μυστήριον» κὰι τὸ ἔχεις ζήσει κοντὰ τέσσερεις δεκαετίες. Δηλαδή, γιὰ τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου, τῆς συνάντησης δύο προσώπων μὲ προοπτικὴ τὴ συμβίωση, τὴ δημιουργία ἑνὸς κοινοβίου. Κι αὐτὸ γιατὶ ὅσο συνεχίζεται ἡ ζωή, τόσο πληθαίνουν οἱ ἐμπειρίες, ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κι ὁ Χρ. Μαλεβίτσης: «Ὁ χρόνος σωρεύει ἐμπειρίες». Κι ἄδικο δὲν ἔχει. Ἀλήθεια, γιατί;
.           Γιατὶ ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς συμβίωσης εἶναι προκαταβολικὰ τὸ «στάδιον τῶν ἀρετῶν» μέσα στὸ ὁποῖο ὀφείλεις νὰ ἀσκηθεῖς μὲ ὑπομονή, σιωπὴ καὶ καταννόηση. Ἐπειδὴ ἐκεῖνο ποὺ προέχει σὲ μιὰ ἀπόφαση συζυγίας εἶναι πρωτίστως ἡ ἀποδοχὴ ἑνὸς ὅρου: τῆς ἀλληλοπεριχώρησης δύο κόσμων- ἀλήθεια, τὶ ἄλλο εἶναι ἡ συμβίωση καὶ ἡ συζυγία, ἡ ἐπὶ τὸ αὐτῷ συνύπαρξη τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας παρὰ μονάχα ἡ συνάντηση δύο κόσμων! Κι αὐτό, ἐπειδὴ κατανοεῖ πολὺ σωστὰ ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ τὴ συνάντηση δύο «ξένων» τονίζει, μετ᾿ ἐμφάσεως μάλιστα, «σύζευξον αὐτοὺς ἐν ὀμοφροσύνῃ». Καὶ σύζευξις εἶναι ἐκεῖνο ποὺ οἱ πατέρες μας ἔλεγαν «ζέψιμο». «Νὰ ζέψουμε τὸ ζευγάρι νὰ ὀργώσουμε τὸ χτῆμα». Ἄν τὰ ζῶα ποὺ βρίσκονται στὸ ζυγό, λοιπόν, δὲν ἔχουν ὁμοφροσύνη, τότε ἀσφαλῶς τίποτε δὲν θὰ γίνει. Ὅλα θὰ χαθοῦν κι αὐτὴ ἡ συνάντηση τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας θὰ εἶναι μιὰ τυπικὴ καὶ μὲ τοὺς αὐστηροὺς κανόνες. Κι αὐτὴν τὴν ἀρετὴ προσεύχεται στὸ «Μεγα Μυστήριον» (Ἐφ. ε´32) ἡ Ἐκκλησία ν᾿ ἀποκτήσει τὸ νέο ἀνδρόγυνο. Κι ὄχι τυχαία, γιατὶ μόνον ἔτσι θὰ ὑπάρχει καλλιτεκνία, ὁμόνοια ψυχῶν καὶ σωμάτων, ὥστε νὰ εἶναι τὸ σπιτικὸ «ἄμπελος εὐκληματοῦσα».
.           Φυσικὰ αὐτὰ ὅλα εἶναι προτροπὲς καὶ εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας. Γιατὶ στὸ περιθώριο ὅλων αὐτῶν καιροφυλακτεῖ ὁ θυμός, ἡ κατήφεια, οἱ συγκρούσεις μὲ τὶς ὅποιες διαφωνίες, ἡ ζήλεια κι ὁ φθόνος, ἡ χειροδικία, τὰ ἄσεμνα λόγια καὶ τέλος ἡ ἀπουσία κάθε ἐμπιστοσύνης καὶ φιλικοῦ διαλόγου. Κάτι ποὺ συχνὰ συμβαίνει ὅταν λείψει ὁ σεβασμὸς κι ἡ ἐμπιστοσύνη, ἡ ὁμμοφροσύνη καὶ κυρίως αὐτὸ ποὺ εὐχόμαστε: Νὰ ἔχει τὸ ἀνδρόγυνο, «ζωὴν εἰρηνικήν, μακροημέρευσιν, σωφροσύνην, τὴν εἰς ἀλλήλους ἀγάπην ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης…». Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι Μέγα τὸ Μυστήριο αὐτό. Γιατὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι τὸ πρῶτο θαῦμα τοῦ Κυρίου, εἶναι καὶ τὸ ἄλλο θαῦμα: τῆς συνάντησης δύο κόσμων…

,

Σχολιάστε

«Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΟΜΙΛΕΙ ΩΣ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ ΗΣΥΧΑ, ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΑ, ΣΤΕΡΕΑ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΟΙΚΕΙΑ»

Μαρτυρία Πρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καλλιανο
περ Γέροντος Παϊσίου.

ΤΑΠΕΙΝΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ
Πρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καλλιανοῦ 

 Στὸν παπα-Διονύσιο Τάτση καὶ στὸν Γέροντα Μωϋσῆ(†) τὸν Ἁγιορείτη, εὐχαριστία

.            Τὸν Γέροντα Παΐσιο εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν γνωρίσω ἀπὸ δύο ἀδελφοὺς καὶ πατέρες. Τὸν ὀσιολογιώτατο μοναχὸ καὶ Λόγιο Ἁγιορείτη, τὸν π. Μωϋσῆ, στοῦ ὁποίου τὴ φιλόξενη καλύβι, τὴν κειμένη ἀπέναντι ἀπὸ τὴν καλύβη τοῦ ὁσίου Γέροντος, πάλιν καὶ πολλάκις εἶχα ἀβραμιαίως φιλοξενηθεῖ, καὶ ἀπὸ τὸν ἀκρίτα ἱεροδιδάσκαλο καὶ λόγιο, τὸν π. Διονύσιο Τάτση ὕστερα ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ θαυμάσιου βιβλίου του, «Ἀθωνικὸ Ἡμερολόγιο». Καὶ λέω ὅτι τὸν γνώρισα, γιατί αὐτοὶ οἱ δύο ἀδελφοὶ μὲ προέτρεψαν νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ, τόσο μὲ τὸν γαλήνιο καὶ πειστικὸ λόγο του ὁ πρῶτος, ὅσο καὶ μὲ τὰ γραφόμενά του ὁ δεύτερος. Οἱ ἡμέρες κατὰ τὶς ὁποῖες ἐπισκέφθηκα τὸν Γέροντα ἦταν καὶ τὶς δύο φορὲς θερινές, κάπου σιμὰ στὶς ἀρχὲς τοῦ Σεπτεμβρίου, τὴν πρώτη φορά, καὶ στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου ἡ ἑπομένη, σὲ ὧρες ἀπομεσήμερες, δροσερές. Τὸ σημειώνω δὲ αὐτό, γιατί θέλω νὰ θυμίσω στὸν ἀναγνώστη μου καί, στὸν πιὸ τακτικὸ ἀπὸ τὸν ὑποφαινόμενο, ἐπισκέπτη τοῦ Γέροντα, ἐκεῖνο τὸ ἀπέριττο, ἀλλὰ τόσο ἑλκυστικὸ «ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι».
.            Ὁ καλὸς Γ. Μωυσῆς μοῦ ἔδειξε τὸ μονοπάτι ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὴν καλύβη του πρὸς τὸ χείμαρρο, τὸν ὁποῖο περνοῦσες μὲ μία λιτὴ ξύλινη γέφυρα. Μετὰ ἀνηφόριζες κι ἔφτανες στὸ συρματοπλεγμένο χῶρο τῆς Παναγούδας.
.            Ἡ ἀπόσταση ἦταν σχετικὰ μικρὴ. Ἡ ἀγωνία μονάχα μεγάλωνε, καθὼς τὰ προβλήματα ποὺ πίεζαν ἐκεῖνες τὶς μέρες τὴν ψυχὴ εἶχαν σχηματίσει μέσα μου ἕνα περίεργο κουβάρι, ποὺ ἐξ ἅπαντος ἤθελε ξεμπέρδεμα.
.            Στὸ δρόμο θυμόμουν τὰ ὅσα εἶχε γράψει ὁ παπα – Διονύσιος στὸ «Ἡμερολόγιο», τὸ ὁποῖο μάλιστα εἶχα διαβάσει στὴν Χαλκίδα, ὅπου μὲ συντρόφευε ἕνα χειμωνιάτικο βράδυ καί, γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια, μοῦ ξαπόστασε πολὺ τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ μοῦ κίνησε τὴν περιέργεια, ὥστε, ὅταν βρεθῶ στὸ Ὄρος, νὰ πάω νὰ συναντήσω τὸν Γέροντα. Ὅπως ἔγινε μὲ τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας καὶ τὴν προτροπὴ τοῦ Γ. Μωϋσῆ. Πόσο τὸν εὐγνωμονῶ, αὐτὸν τὸν φιλότιμο μοναχό!
.            Ἡ πρώτη αὐτὴ ἐπίσκεψη, ἐπίσκεψη γνωριμίας, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση πὼς τὸν Γέροντα τὸν γνώριζα πολλὰ χρόνια. Ἁπλός, καταδεκτικός, χωρὶς σιδερωμένο ζωστικὸ καὶ ἐπιτηδευμένο ὕφος ἀκούει ὅ,τι τοῦ λὲς καὶ χαμογελᾶ. Ὄχι, δὲν εἶναι τὸ χαμόγελό του φτιασιδωμένο ἡ «προετοιμασμένο», οὔτε φορᾶ τὴ μάσκα τῆς εἰρωνείας ἢ τοῦ καθωσπρεπισμοῦ τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ σὲ φέρει σὲ ἀδιέξοδο καὶ νὰ ἐκτραπεῖ ἡ κουβέντα. Ὁ Γέροντας ὁμιλεῖ ὡς τὸ μικρὸ παιδὶ ἥσυχα, παραμυθητικά, στέρεα καὶ πιὸ πολὺ οἰκεῖα. Γίνεται ὁ δικός σου ἄνθρωπος ἀμέσως, καταργώντας σὲ ἐλάχιστο χρόνο τὶς χαώδεις ἀποστάσεις. Γι᾽ αὐτὸ καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς κουβέντας τοῦ ἀνοίγεσαι. Καὶ μὲ τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ παρατηρεῖς ὅτι γίνεσαι ξαφνικὰ ὁ προσεκτικὸς ἐρευνητὴς τῆς ψυχῆς σου, στὴν ὁποία, στὴ συνέχεια, ὁδηγεῖς μέσα της τὸν Γέροντα, δείχνοντάς του τὶς σκοτεινὲς πλευρές της, ἀλλὰ καὶ τὰ γρανιτώδη ἐμπόδια, ὥστε νὰ εἰσέλθει τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὰ καταυγάσει ὅλα. Ἐκεῖνος ἀκούει προσεκτικά, παίζει στὰ χέρια του κάποιο ἀντικείμενο καὶ σὲ ἀνύποπτο χρόνο, ὅταν ἀνεβαίνει τὸ θερμόμετρο τῆς ψυχοσωματικῆς κόπωσης, σὲ διακόπτει. Ξέρει γιατί. Γιὰ ν’ ἀποφορτίσει τὴ συζήτηση. Γιὰ νὰ πάρεις νέο ὀξυγόνο στὰ πνευμόνια σου, νὰ λαμπικαριστεῖ ὁ ἐγκέφαλος καὶ νὰ βρεῖ ἡ καρδιά σου τὸ χαμένο της μονοπάτι: τῆς παραμυθίας καὶ τῆς εἰρήνης.
.             Ὅμως πολὺ μάκρυνε ὁ θεωρητικός μου λόγος κι ἴσως νὰ μὴν προφτάσω νὰ καταθέσω τὶς προσωπικές μου ἐμπειρίες, τὶς ὁποῖες ἔχω καταγράψει στὸ σημειωματάριό μου καὶ τώρα τὶς προσφέρω, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπεξεργασμένες. Χωρὶς φυσικὰ νὰ διεκδικῶ τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὶς εὐχὲς καὶ πρεσβεῖες τοῦ Γέροντα.
.             Παρασκευὴ 3 Σεπτεμβρίου 1992. Ὥρα 5 ἀπογευματινή. Τὰ μεγάλα δέντρα σκιάζουν τὸν τόπο στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι. Εἴμαστε ἀρκετοὶ καὶ περιμένουμε. Μεταξὺ αὐτῶν κι ἕνας ἀνώτερος δικαστικὸς μὲ τὸ γιό του. Εἶχαν χάσει τὸ δρόμο τους, ἔπεσαν σὲ κάποιο μονοπάτι, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τραυματιστεῖ ὀ πατέρας, ὁ ὁποῖος καὶ περίμενε τὴ σειρά του, γιατί ὁ γιός του, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ κάποιο ψυχικὸ νόσημα μόνο στὸ πρόσωπο τοῦ παππούλη, ἔτσι ἔλεγε τὸν Γέροντα, ἔβλεπε τὸν δικό του ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μόνον ἐκεῖνον ἄκουγε, ἐκεῖνον ἐμπιστευόταν, ἀπ᾽ αὐτὸν περίμενε τὸν λόγο – πυξίδα, γιὰ νὰ πλεύσει σ᾽ τοῦ βίου τὴν θάλασσα. Καὶ ἐκεῖνος ὁ καλὸς πατέρας ὑπέμενε καὶ περίμενε, ἂν καὶ τραυματισμένος, ἀγόγγυστα τὴ σειρά του, γιατί ἤξερε ποῦ βρισκόταν καὶ τί ἤθελε.
.             Ἡ σειρά μου ἦλθε ὔστερα ἀπὸ ὥρα. Νύχτωσε κιόλας. Ἴσκιοι μαζεύονταν ἐκεῖ γύρω. Ὅμως ἡ καλὴ συντροφιὰ τῶν ἀγνώστων φίλων, ἠ καλύβη τοῦ γ. Μωϋσῆ ποὺ ἀντίκριζα πιὸ πάνω, ἠ χαριτωμένη μορφὴ τοῦ Γέροντα καὶ γενικὰ ἡ εὐκατάνυκτη ἀτμόσφαιρα, ἐξουδετέρωναν κάθε ἀνησυχία.
.             Ὅταν τοῦ μίλησα γιὰ τὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα μὲ ἀπασχολοῦσαν, στὰ χέρια του ἔπαιζε ἕνα φακὸ μπαταρίας, καινούργιο καὶ πρωτότυπο. Σὲ κάποια στιγμὴ στάθηκε καὶ μὲ κοίταξε. Καὶ μὲ ὕφος φυσικὸ μοῦ εἶπε πολὺ ἁπλά: – Τὸν θέλεις; – Ἔχω, Γέροντα, τοῦ εἶπα καὶ τοῦ ἔδειξα τὸν δικό μου. Αὐτὴ δὲ τὴ διακοπὴ ἀργότερα τὴν κατάλαβα, γιατί τὴν εἶπε. Μὲ ἀποφόρτισε ἀπὸ τὴν ἀγχωτικὴ κατάσταση, στὴν ὁποία βρισκόμουν. Μὲ ἄφησε νὰ ἠρεμήσω κι ἀμέσως μοῦ μίλησε λέγοντας περίπου τὰ ἑξῆς: «Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν δίκιο θέλουν καὶ καλὰ καὶ σώνει νὰ ἔχουν ὅλο τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος τους. Κι ἂν δὲν τοὺς φτάνει, τότε δὲν γυρεύουν τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πηγαίνουν στὰ κοσμικὰ δικαστήρια νὰ τὴ βροῦν. Ὅποιος δὲ μᾶς πειράξει, νὰ μὴ λέμε ποτέ, “ὁ Θεὸς νὰ τὸν πληρώσει”, γιατί ὁ Θεὸς πληρώνει πολὺ ἀκριβά. Ἁπλῶς νὰ συγχωροῦμε καὶ νὰ μὴ μιλᾶμε πολύ. Ὁ Θεός, σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ σιωπᾶ, μιλάει περισσότερο καὶ τὸν εὐεργετεῖ».
.             Ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὸ πρόβλημά μου, γιὰ τὸ ὁποῖο τὸν παρακάλεσα νὰ προσευχηθεῖ, γιατί βρισκόμουν σὲ μεγάλη ἔνταση ἐκεῖνον τὸν καιρό, σύντομα πέρασε καὶ λύθηκε. Τὸ λέω αὐτὸ μὲ βαθύτατη συγκίνηση καὶ τὸ ἐμφανίζω γιὰ πρώτη φορά, μία καὶ τό ᾽φερε ἡ περίσταση νὰ γράψω γιὰ τὴν ὁσιακὴ αὐτὴ μορφὴ τῶν καιρῶν μας. Πάντως, κι ἔτσι λέω νὰ κλείσω μ᾽ αὐτό, στὸ νοῦ μέχρι σήμερα ἔμεινε ὁ σημαδιακός του λόγος «Ἔ, καὶ νὰ μὴ σκέφτεσαι πάντα τὴν καταστροφή…». Δὲν ἦταν τυχαῖος ὁ λόγος ἐκεῖνος οὔτε καὶ χωρὶς τὴ σημασία του. Γιατί ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια ὅλο καὶ πιὸ πολὺ διαπιστώνω αὐτή μου τὴν ἀτέλεια, τὴν ὁποία δὲν κρύβω, ὡστόσο πασχίζω νὰ ὑπερβῶ βάζοντας στὴ ζυγαριὰ τῆς συνείδησής μου τὸν στερνὸ τὸ λόγο ποὺ μοῦ εἶπε ὁ Γέροντας, ὅταν τὸν συνάντησα τὴ δεύτερη καὶ τελευταία φορὰ (Παρασκευὴ 16 Ἰουλίου 1993), γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσω καὶ νὰ τοῦ ζητήσω νὰ εὐχηθεῖ, ὥστε νὰ μὴ σκέφτομαι ἢ νὰ ἐνεργῶ ἀρνητικά.
.             «Ὑπομονή. Ὁ Χριστὸς κάνει τόση ὑπομονὴ ἀκούγοντας τόσα δισεκατομμύρια ἀνθρώπων, ὁπού ὁ κάθε ἕνας ἔχει τὸ παράπονό του. Ὑπομονὴ καὶ προσευχή».
.             Αὐτὰ μοῦ εἶπε. Ἀργότερα, ὅταν ἔμαθα πὼς τὴν ὥρα ποὺ μᾶς παραμυθοῦσε καὶ ἐνίσχυε, ἦταν βαριὰ ἄρρωστος, πραγματικὰ ντράπηκα. Γιατί κατάλαβα πὼς τὴν πραγματικὴ ὑγεία ἐκεῖνος τὴν εἶχε, καθὼς καὶ τὴν ἀντοχή. Ἐμεῖς, μόνο τὶς δικαιολογίες καὶ τὶς ὑπεκφυγὲς μας κουβαλούσαμε, ο γιες ρρωστοι κα μπερδεμένοι σ πλθος μεριμνῶν.
.           Μὲ βαθύτατο σεβασμὸ γονατίζω στὸν τάφο του καὶ προσεύχομαι, ὅπως ἕνα πλῆθος φιλόθεων ψυχῶν, ποὺ περισσῶς ἔλαβαν τὶς εὐεργεσίες του.
.           Εὔχου, Γέροντα, ὅπως τότε, ὅπως πάντα… Τὸ ξέρεις πόση ἀνάγκη τό ᾽χουμε….

Πρεσβύτερος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΛΙΑΝΟΣ

ΠΗΓΗ: gero-paisios.blogspot.gr

,

Σχολιάστε

ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΙ ΕΝ ΠΟΛΛῌ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛῌ ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΣΕΙ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

«Τριώδιον παρ’ ἀνθρώπων δέχου, Κύριε…»

Γράφει ὁ π. Κων. Ν. Καλλιανὸς
Ἐφημέριος Ι. Ν. Ἁγ. Κωνσταντίνου Σκοπέλου

 Περιοδ.  «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ»,
ἔκδ. Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πευκακίων,
ἀρ. τ. 139, Μάρτιος 2014

.               Προετοιμάζοντας τὶς ἀποσκευές της ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὸ νέο καὶ ἐν πολλῇ, ἀλλὰ καὶ πολλαπλῇ διακινδυνεύσει ἐπιχειρούμενο ταξίδι στὸ πέλαγος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προσκομίζει στὴν πνευματική Της τράπεζα τὸ Τριώδιον, καὶ μὲ ἱεροκατάνυξη τὸ ἀνοίγει. Τὸ ἀνοίγει καὶ μᾶς θυμίζει ὅτι τὸ ταξίδι εἶναι μακρὺ καὶ πολυήμερο, σκιασμένο κάποτε ἀπὸ τὸν χειμώνα ποὺ δὲν ἔχει παρέλθει, μὲ τοὺς νοητοὺς «Λαιστρυγόνας καὶ Κύκλωπας» ὑπούλως νὰ καιροφυλαχτοῦν. Ὡστόσο, εἶναι ψυχωφέλιμο ταξίδι καὶ ἀποκαλυπτικό. Γι᾽ αὐτὸ κι ἀπαιτεῖ κατάλληλη προετοιμασία. Γιατί ἕνα ταξίδι δὲ σχεδιάζεται μονάχα, ἀλλὰ πρωτίστως ἀξιολογεῖται: πόσο χρήσιμο εἶναι στ᾽ ἀλήθεια;
.               Τριώδιο λοιπόν. Μιὰ κρίσιμη γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς μας χρονικὴ περίοδος, ποὺ ἀποσυμπιέζει σιγὰ σιγὰ τὴν ψυχὴ καὶ τῆς χαρίζει τὴν εἰρήνη, τὴ σιωπὴ καὶ τὴν κατάνυξη. Τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα δηλαδή, ποὺ τὴν ἀναζωογονοῦν καὶ συγυρίζουν, τακτοποιώντας τὶς ὅποιες σκόρπιες σκέψεις, ἐπιθυμίες, λογισμούς. Μὲ ἄξονα καὶ μὲ τὴ συνδρομὴ τοῦ πολύτιμου ἐργαλείου τῆς μετάνοιας. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἱκετεύουμε, «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα..». Αὐτὲς τὶς πύλες ἀνοίγει ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, καὶ μᾶς ὑπενθυμίζει: «Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί».
.               Θεμέλιος λίθος ἡ προτροπὴ αὐτή, στηρίζει τὴν πνευματική μας οἰκοδομὴ καὶ γίνεται κερὶ ἀναμμένο, ποὺ φωτίζει τὸν βηματισμό μας μέσα στὸ ἱερὸ στάδιο ὅπου πρόκειται νὰ εἰσοδεύσουμε, «οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι».
.              Αὐτές, λοιπόν, οἱ πρῶτες λέξεις τοῦ Τριωδίου γίνονται ἀναμφίβολα τὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγει τοῦτες τὶς πύλες τῆς μετανοίας, ἀπομακρύνοντας τὴν κάθε ἀλαζονικὴ συμπεριφορά μας, ἡ ὁποία καὶ ἀποτελεῖ πρόσκομμα γιὰ τὴν ἀποποίηση τῆς κάθε ὑποκριτικῆς μας ἐνέργειας. Γιατί ἴδιον τοῦ φαρισαϊσμοῦ εἶναι ἡ δαιμονικὴ ὑπεροψία, ποὺ ἀναχαιτίζει τὴ Θεία Χάρη, σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ ἐντολή: «Ἡ μὲν ταπείνωσις συνάπτεται τῷ Χριστῷ, ἡ δὲ ἀλαζονεία τῷ πεφρονηματισμένῳ καὶ πλήρους ὄγκου δαίμονι» ( Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης).
.               Ὡστόσο, τὸ μέγα ζητούμενο, τὸ ὁποῖο ὀφείλει νὰ διακριβώσει κάθε θεοκατάνυκτος ψυχή, εἶναι ἡ ἀποβολὴ τοῦ φαρισαϊκοῦ στοιχείου ἀπὸ τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ σχέση καὶ κοινωνία. Καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ ἐπικοινωνία μετὰ τοῦ Θεοῦ ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἀσχηματίστου προσευχῆς: ἐκείνης δηλαδὴ ποὺ ἀνοίγει δρόμους συνάντησης μεταξὺ Θεοῦ κι ἀνθρώπου. Μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται εἰλικρίνεια καὶ συντριβή, ἀποβολὴ τοῦ προσωπείου καὶ δυνατότητα τοῦ προσευχομένου «τοῦ ὁρᾶν τὰ πταίσματά» του. Καὶ ἡ δυνατότητα αὐτὴ ἐπιτυγχάνεται, ὅταν ὑπάρξει συντριβὴ καὶ ταπείνωση. Διότι ἡ θεόδωρος αὐτὴ χάρη, «ἡ ταπείνωσις, τροφὴ ὑπάρχει τῶν ἀρετῶν…τῶν παθῶν ἀναίρεσις, συντήρησις ὑγρότητος ἐν τῇ ρίζῃ τῆς πίστεως» (Ἅγ. Ἀνδρέας ὁ Κρήτης).
.               Ἀνοίγει, λοιπόν, τὸ Τριώδιο ὑπενθυμίζοντάς μας νὰ προσέξουμε, μήπως ὑποπέσουμε στὴν παγίδα τῆς αὐτοδικαίωσης, ποὺ ἀσφαλῶς γεννᾶ κατάκριση, ὑποτίμηση καὶ περιφρόνηση τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ ὁ «φαρισαϊκῶς προσευχόμενος» καὶ κατ᾽ ἀκολουθίαν, ζῶν, κινούμενος καὶ ὑπάρχων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστώνει στὸν ἄλλο, τὸν συνάνθρωπό του, ἔστω καὶ ψῆγμα καλωσύνης, τρυφερότητος καὶ μετανοίας. Διότι, «ἂν καὶ ἀπομονώνεται γιὰ νὰ προβάλλη τὴν θρησκευτική του ὑπεροχή, συγχρόνως ἐπικαλεῖται τὶς ἀδυναμίες καὶ τὶς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων γιὰ νὰ βιώση τὴν ἱκανοποίηση τῆς θρησκευτικῆς του αὐταρκείας». (Ι. Κ. Κορναράκης) Καὶ μ᾽ αὐτὴν ζεῖ. Γιὰ νὰ αἰσθάνεται ὅτι εἶναι τὸ κέντρο τοῦ κόσμου κι ὄχι «ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων» (Λκ. ιη´11), μεταξὺ αὐτῶν κι ὁ Τελώνης ποὺ συμπροσεύχεται μαζί του λίγο παραπέρα καὶ στὸν ὁποῖο προβάλλει, μεταθέτει ὅλο τὸ φάσμα τῶν ἐνοχῶν. Ἀντίθετα ἀπὸ τὸν Τελώνη, ποὺ συνοψίζει ὅλη του τὴ βιοτὴ καὶ τὴν ἐνσυνείδητη μετάνοιά του σὲ τρεῖς λέξεις « Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λκ. ιη´13 ). Καὶ τὸ κυριώτερο: «βιώνει τὴν ἐνοχή του «κατὰ μόνας»… καὶ δὲν τὴν μεταφέρει ἐπὶ ἄλλων ἀνθρώπων. Αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἔνοχος καὶ ἡ εὐθύνη τῆς ἐνοχῆς αὐτῆς βαρύνει ἀποκλειστικῶς αὐτὸν μόνο» (Ι. Κ. Κορναράκης).
.               Τὸ βασικὸ διερώτημα ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός, καθὼς προσεγγίσαμε αὐτὴ τὴν ἱεροπρεπέστατη χρονικὴ περίοδο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, εἶναι τὸ ἑξῆς: Τελικὰ σὲ ποιὰ μερίδα ἀνήκουμε: ἐκείνων ποὺ μὲ φαρισαϊκὴ ὑψηγορία ἐπιμένουν νὰ βηματίζουν ἀκόμα πρὸς τὸ ἱερὸ προσεύξασθαι, ἢ ἐκείνων ποὺ μὲ βεβαρυμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς προσέρχονται καὶ ψελλίζουν: «Ἵλαθι μόνε ἡμῖν εὐδιάλλακτε»;

, , ,

Σχολιάστε

ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΗ ΧΕΙΡΑΨΙΑ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣΜΟΥ

,

Σχολιάστε