Ἄρθρα σημειωμένα ὡς π. Γ. Δορμπαράκης

Ο ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΣ ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΠΟΣΤ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ (Ἡ ἀφελὴς πεποίθηση πολλῶν ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, διότι ἦταν ψαράδες, δὲν ἰσχύει.)

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ
(30 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

«Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἦταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Βηθσαϊδά, υἱὸς κάποιου Ἑβραίου Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Πέτρου τοῦ ἀποστόλου καὶ κορυφαίου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς προηγουμένως μαθήτευσε στὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ Ἰωάννη, κι ἔπειτα, ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, ποὺ δακτυλοδεικτοῦσε τὸν Ἰησοῦ,  τό «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», τὸν ἄφησε καὶ ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Εἶπε καὶ στὸν Πέτρο τό «Εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ», καὶ ἀποσπάστηκε στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πολλὰ ἄλλα εἶναι γραμμένα γι’ αὐτὸν στὴν θεόπνευστη Γραφή. Αὐτὸς λοιπὸν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ  ἀκολούθησε τὸν Χριστό. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη Ἐκείνου, γιὰ τὸν κάθε ἀπόστολο κληρώθηκε καὶ διαφορετικὴ χώρα. Στὸν πρωτόκλητο ἔτυχε ἡ χώρα τῶν Βιθυνῶν καὶ ὁ Εὔξεινος Πόντος, τὰ μέρη τῆς Προποντίδας, μαζὶ μὲ τὴ Χαλκηδόνα καὶ τὸ Βυζάντιο καὶ τὴν Θράκη καὶ τὴν Μακεδονία, ποὺ ἔφθαναν μέχρι τὸν Ἴστρο ποταμό, ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἑλλάδα καὶ τὰ μέρη τῆς Ἀχαΐας. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀμινσός, ἡ Τραπεζούντα, ἡ Ἡράκλεια καὶ ἡ Ἄμαστρις. Αὐτὲς τὶς χῶρες δὲν τὶς πέρασε, σὰν λόγια ποὺ χάνονται, ἀλλὰ σὲ κάθε πόλη ὑπέστη πολλὲς δυσκολίες, συνάντησε πολλὲς δυσχέρειες, μολονότι μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ τὶς ξεπερνοῦσε ὅλες. Θὰ θυμηθοῦμε τὸ τί πέρασε σὲ μία πόλη, ἀφήνοντας τὶς ἄλλες στοὺς γνῶστες τοῦ ἔργου του.

.          Ὅταν ὁ Ἀνδρέας ἔφτασε στὴ Σινώπη καὶ κήρυξε ἐκεῖ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελίου, ὑπέστη πολλὲς θλίψεις. Δηλαδὴ τὸν ἔριξαν στὴ γῆ καὶ τὸν τραβοῦσαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τὸν κατασπάρασσαν μὲ τὰ δόντια καὶ τὸν κτυποῦσαν μὲ ξύλα, τὸν λιθοβολοῦσαν καὶ τὸν τράβηξαν μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη, ἀφοῦ τοῦ ἔκοψαν τὸ δάκτυλο μὲ τὰ δόντια. Ἀλλὰ αὐτὸς φάνηκε καὶ πάλι ἄρτιος καὶ ὑγιὴς ἀπὸ τὶς πληγές του, μὲ ἐπέμβαση τοῦ Σωτήρα καὶ Διδασκάλου του. Ἀπὸ ἐκεῖ σηκώθηκε καὶ ἐπισκέφτηκε πολλὲς πόλεις καὶ χῶρες, ὅπως τὴ Νεοκαισάρεια, τὰ Σαμόσατα, τοὺς Ἀλανούς, τοὺς Ἀβασγούς, τοὺς Ζήκχους, τοῦ Βοσποριανοὺς καὶ τοὺς Χερσωνίτας. Ἔπειτα διέπλευσε στὸ Βυζάντιο, χειροτόνησε τὸν Στάχυ ἐπίσκοπο, πέρασε ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες χῶρες, καὶ ἔφτασε πρὸς τὴν ἔνδοξη Πελοπόννησο. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε ἀπὸ τὸν Σωσίο, τὸν ὁποῖο, ἐπειδὴ ἦταν βαριὰ ἄρρωστος, τὸν θεράπευσε. Καὶ ἀμέσως ὅλη ἡ πόλη ἐκείνη τῶν Πατρῶν προσῆλθε στὸν Χριστό. Τότε ἦταν ποὺ καὶ ἡ γυναίκα τοῦ ἀνθυπάτου Μαξιμίλλα λύθηκε ἀπὸ τὰ χαλεπὰ δεσμὰ τῆς ἀρρώστιας της καὶ ἔγινε γρήγορα καλά, ὁπότε πίστεψε καὶ αὐτή.  Καὶ ὁ σοφώτατος Στρατοκλῆς, ὁ ἀδελφός του ἀνθυπάτου Αἰγεάτου, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ποὺ ταλαιπωροῦνταν ἀπὸ ποικίλα νοσήματα,  βρῆκαν τὴν ὑγεία τους μὲ τὸ ἀκούμπισμα τῶν χεριῶν τοῦ ἀποστόλου.
.          Γιὰ ὅλα αὐτά, περιέπεσε σὲ μανία ὁ Αἰγεάτης καὶ προσήλωσε σὲ σταυρὸ τὸν ἀπόστολο, ὁπότε καὶ ὁ ἀπόστολος ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Ὁ ἴδιος δὲ ἔπεσε στὴν γῆ ἀπὸ ψηλὸ γκρεμὸ καὶ συνετρίβη. Τὸ λείψανο τοῦ ἀποστόλου, μετὰ ἀπὸ πολὺ χρόνο, μετατέθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, μὲ δική του διαταγή, ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀρτέμιο τὸν μάρτυρα. Καὶ κατατέθηκε μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Λουκᾶ καὶ τὸν ἅγιο Τιμόθεο στὸ περίβλεπτο τέμενος τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων».
.          Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος, ὁ πρῶτος δηλαδὴ ποὺ κλήθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ γίνει μαθητής Του, δὲν κλήθηκε ἀπροϋπόθετα καὶ ὡς ἔτυχε. Ὑπῆρξε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀναζητήσεις σχετικὰ μὲ τὸν Μεσσία, ποὺ ὁ πόθος τους γιὰ τὸν Θεὸ ἦταν ἔντονος. Κι αὐτὸ φάνηκε καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνῆκε στὴν ὁμάδα τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὁ ὁποῖος προετοίμαζε τοὺς ἀνθρώπους ἀκριβῶς πρὸς ὑποδοχὴ τοῦ Μεσσία, καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι μετὰ τὴν κλήση του ἔνιωσε τὴν ἀνάγκη νὰ καλέσει τὸν ἀδελφό του Πέτρο, μὲ τὴν διαπίστωση ὅτι «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ὁ ὑμνογράφος του, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐπισημαίνει καὶ τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα. «Ὁ τῷ Προδρόμου φωτὶ μεμορφωμένος, ὅτε τὸ ἀπαύγασμα τὸ ἐνυπόστατον τῆς πατρικῆς δόξης ἔφανεν…τότε πρῶτος ἔνδοξε, τούτῳ προσέδραμες». (Σὺ ποὺ μορφώθηκες ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ Προδρόμου, ὅταν ὁ Χριστός, τὸ ἐνυπόστατο ἀπαύγασμα τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ Πατέρα φάνηκε…τότε πρῶτος, ἔνδοξε, ἔτρεξες σ’ αὐτόν). Καί: «Τὸν ποθούμενον Θεὸν ἐν σαρκὶ κατιδὼν ἐπὶ γῆς βαδίζοντα, θεόπτα Πρωτόκλητε, τῷ μὲν ὁμαίμονι ἐβόας ἀγαλλόμενος· Εὑρήκαμεν ὦ Σίμων τὸν ποθούμενον». (Ὅταν εἶδες τὸν Θεὸ ποὺ ποθοῦσες νὰ βαδίζει ὡς ἄνθρωπος στὴ γῆ, θεόπτη πρωτόκλητε, φώναζες μὲ χαρὰ στὸν ἀδελφό σου: Βρήκαμε, Σίμων, τὸν ποθούμενο»).
.          Ὁ συναξαριστής του αὐτὴν τὴν ἀναζήτηση, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε προφανῶς καὶ τὴν προϋπόθεση γιὰ νὰ γίνει ἄμεσος συνεργάτης τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ στὸν κόσμο ἔργου τοῦ Κυρίου, τὴν καταγράφει ὡς ἑξῆς: «Ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές  τοῦ Ἰωάννη Προδρόμου ἦταν καὶ ὁ Ἀνδρέας, ἄνδρας κατὰ τὰ ἄλλα σεμνὸς καὶ ἀξιοσέβαστος, ποὺ ἔψαχνε τὴν ἀλήθεια πίσω ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου μὲ βαθὺ φρόνημα, καὶ ποὺ ἀναζητοῦσε στὸν λόγο, σὰν πίσω ἀπὸ παραπέτασμα, τὶς κρυμμένες προφητεῖες γιὰ τὸν Χριστό, ἀκολουθώντας μέσῳ αὐτῶν αὐτὸ ποὺ δηλωνόταν». Τὰ παραπάνω σημαίνουν ὅτι ἡ ἀφελὴς πεποίθηση πολλῶν ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἦταν ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, διότι ἦταν ψαράδες, δὲν ἰσχύει. Ψαράδες ἦταν, ἁπλοὶ ἄνθρωποι μπορεῖ, ὄχι ὅμως ἁπλοϊκοί, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀπροβλημάτιστου καὶ ἐπιφανειακοῦ ἀνθρώπου. Καθὼς τὰ πράγματα φανερώνουν, ἡ ὕπαρξή τους φλεγόταν ἀπὸ τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἀληθείας, περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἐνεργειῶν Του, περὶ τῶν δηλουμένων ἀπὸ τοὺς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κι εἶναι φυσικό: ὁ Κύριος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ὡς ἀμέσους συνεργάτες Τοῦ ἀνθρώπους χωρὶς πάθος γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε τὸ εἶχε ἐπισημάνει: Θὰ μὲ ἀκολουθήσουν καὶ θὰ μὲ ἀκούσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὴν ἀλήθεια. «Πᾶς ὁ ὧν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς». Ἕνας τέτοιος λοιπὸν ἄνθρωπος, σοβαρὸς καὶ σεβαστός, μὲ βαθειὰ ἀναζήτηση ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διαπιστώνουν καὶ αὐτοὶ τὴν παραπάνω πραγματικότητα: «Ἐζήτησας Χριστὸν τὴν ὄντως ζωήν,  καὶ ζητήσας πρῶτος εὖρες». (Ζήτησες τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ ζωή, καὶ ἐπειδὴ τὴν ζήτησες, πρῶτος καὶ τὴν βρῆκες).
.          Ἡ βαθύτητα τῆς ἀναζήτησης τοῦ Ἀνδρέα περὶ τὰ τίμια καὶ ἀληθῆ της ζωῆς κάνει τὸν ἅγιο ὑμνογράφο νὰ ἐπικεντρώσει τὴν προσοχή του καὶ στὸ ἱεραποστολικὸ πιὰ ἔργο τοῦ ἀποστόλου. Ὅπως δηλαδὴ ὁ ἴδιος στρεφόταν πάντα στὸ βάθος τῶν πραγμάτων, ἐκεῖ ποὺ «ἡ ἀλήθεια κρύπτεσθαι φιλεῖ», ἐκεῖ ποὺ ἀγαπᾶ νὰ κρύβεται ἡ ἀλήθεια, κατὰ τὸν Ἕλληνα φιλόσοφο, ἔτσι καὶ ἡ δράση του ὡς ἀποστόλου λειτουργοῦσε στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ ἦταν τὸ ζητούμενο ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα: πῶς ὁ λόγος του θὰ κρούσει τὶς βαθειὲς χορδὲς τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, πῶς ὁ λόγος του σὰν ἀγκίστρι θεϊκὸ θὰ σαγηνεύσει τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο. «Ὁ τῇ τέχνῃ ἁλιεὺς καὶ τῇ πίστει μαθητής, ὡς βυθὸν διερευνῶν τὰς καρδίας τῶν πιστῶν, τὸ ἄγκιστρον χαλᾷ τοῦ λόγου, καὶ σαγηνεύει ἡμᾶς». (Ὁ ἁλιέας κατὰ τὴν τέχνη καὶ μαθητὴς κατὰ τὴν πίστη, διερευνώντας τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν σὰν νὰ εἶναι βυθός, ρίχνει τὸ ἀγκίστρι τοῦ λόγου καὶ μᾶς σαγηνεύει).
.          Κι αὐτὸ βεβαίως ἐπιτυγχανόταν μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ εἶχε λάβει κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, μὲ τὴ φλόγα ποὺ προσέλαβε καὶ ἔγινε θεόληπτος. «Τοῦ Πνεύματος τὴν φλόγα τῇ γλώσσῃ προσλαβών, γέγονας, Ἀπόστολε, θεοληπτος ἀνήρ, τῶν οὐρανίων τὰ κάλλη περιπολεύων». Ὁ σεμνὸς καὶ ἀξιοσέβαστος ἀπὸ τὴ φύση του χαρακτήρας τοῦ ἁγίου, ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς Πεντηκοστῆς τὸν ἔκανε, κατὰ τὸν ὑμνογράφο, σὰν τεντωμένο βέλος, ποὺ τραυμάτιζε τοὺς δαίμονες καὶ θεράπευε τοὺς τραυματισμένους ἀπὸ τὴν ἀπιστία ἀνθρώπους. «Ἐντείνας σε δυνατόν, ὥσπερ βέλος, μακάριε, ἐπαφῆκεν εἰς τὸν σύμπαντα κόσμον ὁ Κύριος, τραυματίζων δαίμονας καὶ δυσσεβείᾳ τοὺς ἀνθρώπους τραυματισθέντας ἰώμενος».
.          Ὁ «ἀδίστακτος πόθος του νὰ ἀκολουθεῖ θερμὰ τὸν Χριστὸ» ἔκανε τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ ὑμνογράφος του, νὰ προσθέτει πόθο πάνω στὸν πόθο αὐτό, τόσο ὥστε νὰ  μιμηθεῖ τὸν Κύριό Του καὶ στὸν τρόπο τοῦ διὰ Σταυροῦ θανάτου Του. Μὲ σταυρικὸ θάνατο τελειώθηκε καὶ ὁ ἀπόστολος, διαβαίνοντας πιὰ κοντὰ σ’  Ἐκεῖνον τὸν ὁποῖο πράγματι ἐπόθησε σὰν ἀληθινὸς μαθητὴς καὶ σοφὸς μιμητής Του. «Πόθῳ πόθον προσθείς, διὰ σταυροῦ διαβαίνεις πρὸς ὃν ἐπόθησας, ὡς ἀληθὴς μαθητὴς καὶ σοφὸς μιμητὴς γενόμενος τοῦ διὰ Σταυροῦ αὐτοῦ πάθους». Μακάρι «ἡ φωτιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ποὺ περιέφερε στὴν καρδιά του» ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, νὰ ἀνάψει λίγο καὶ στὴ δική μας καρδιά. Θὰ εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι πράγματι ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εὐαγγελίστηκαν οἱ ἀπόστολοι, σὰν τὸν ἅγιο Ἀνδρέα, βρῆκε τὴν ἐκπλήρωσή του καὶ σὲ ἐμᾶς.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ (Ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο λόγῳ τῆς ἐπιμονῆς του στὴν ὀρθόδοξη πίστη)

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ

 Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.          «Ὁ ὅσιος Στέφανος γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 715 μ.Χ., ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Ἄννα. Ἀσκήθηκε ἀπὸ τὴν νεότητά του στὴν μονὴ τοῦ ἁγίου Αὐξεντίου, ποὺ ἦταν στὴν Βιθυνία. Ἡ μονὴ βρισκόταν σὲ ὑψηλὸ τόπο, ποὺ ὀνομαζόταν Βουνὸ τοῦ ἁγίου Αὐξεντίου. Ἔγινε ἡγούμενος τῶν μοναχῶν ἐκεῖ. Ἡ φήμη τῶν πνευματικῶν του ἀγώνων ἀκούστηκε παντοῦ καὶ ἡ εὐωδία τῶν ἀρετῶν του ὁδήγησε πολλοὺς σ’  αὐτόν. Ἀπέθανε μὲ μαρτυρικὸ θάνατο λόγῳ τῆς προσκύνησης τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐπὶ Κωνσταντίνου τοῦ καλουμένου Κοπρωνύμου. Πρὸ τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους του, ὁ Κοπρώνυμος τὸν κατεδίκασε ἐπὶ ἕνδεκα μῆνες σὲ δεσμὰ καὶ φυλακές. Ἔπειτα διέταξε καὶ τὸν ἔσυραν κατὰ γῆς καὶ τὸν λιθοβόλησαν σὰν τὸν πρωτομάρτυρα Στέφανο, ἐξ οὗ καὶ ἐπονομάστηκε νέος Στέφανος. Τὸν κτύπησαν στὴ συνέχεια μὲ ξύλο στὰ μηνίγγια καὶ ἀφοῦ τοῦ συνέτριψαν τὸ κεφάλι, ἄφησε τὸ πνεῦμα του τὸ 767 μ.Χ.».
.          Ὁ ἅγιος Ἰωσήφ, ὁ ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν τονίσει ἀφ᾽ ἑνὸς τὸ διπλὸ στεφάνι ποὺ ἔλαβε ὁ Στέφανος ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτη Κύριο: τῆς μοναχικῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς μαρτυρικῆς ἀθλήσεως («διπλοὺς τοὺς στεφάνους ἔλαβες ἀσκήσεως καὶ ἀθλήσεως, Πάτερ» ), ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ παρόμοιο τέλος ποὺ εἶχε μὲ τὸν ὁμώνυμό του πρωτομάρτυρα Στέφανο, δηλαδὴ τὸ τέλος διὰ λιθοβολισμοῦ καὶ κτυπημάτων («λαὸς ὁ παράνομος…λίθοις σε ὡς τὸν πρώταθλον ἀφειδῶς ἔβαλε καὶ τὴν κάραν, πάτερ, τὴν ἁγίαν σου συνέτριψε», δηλαδή: ὁ παράνομος λαὸς σὲ κτύπησε μὲ λίθους σκληρὰ σὰν τὸν πρώταθλο Στέφανο, καὶ τὴν κάρα σου, πάτερ, τὴν ἁγία τὴν συνέτριψε).  Κατὰ πάγια μάλιστα τακτικὴ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, κάτι ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ ὁ ἅγιος Ἰωσήφ, τὰ δύο στεφάνια, τῆς ἄσκησης καὶ τοῦ μαρτυρίου,  συνδέονται ἀρρήκτως μεταξύ τους μὲ τὴ σχέση αἰτίου καὶ αἰτιατοῦ: ἡ ἀσκητική του ἄθληση ὁδήγησε καὶ στὸ μαρτύριο, σὰν νὰ ἦταν τὸ μαρτύριο τὸ ἐπιστέγασμα τῶν ἀσκητικῶν του καμάτων. «Μαρτυρικαῖς ἔστεψε τιμαῖς τοὺς ἀσκητικούς σου ἀληθῶς καμάτους, ὅσιε Στέφανε, ὁ ἀγωνοθέτης μόνος Θεὸς ἠμῶν». (Ὁ ἀγωνοθέτης μόνος Θεός μας, ὁ Χριστός, ὅσιε Στέφανε, στεφάνωσε μὲ μαρτυρικὲς τιμὲς τοὺς ἀσκητικούς σου πράγματι κόπους). Κι εἶναι ἀλήθεια: πλὴν ἐξαιρέσεων, τὸ μαρτύριο τοῦ αἵματος μπορεῖ νὰ τὸ περάσει μόνον ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀθληθεῖ στὸ μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, κάτι ποὺ κατ᾽ ἐξοχὴν φανερώνεται μὲ τοὺς ἀσκητικοὺς καμάτους.
.          Ὁ ὅσιος Στέφανος ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο λόγῳ τῆς ἐπιμονῆς του στὴν ὀρθόδοξη πίστη, ποὺ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη (8ος μ.Χ. αἰώνας) ἀποδεικνυόταν μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῶν εἰκόνων («μαρτυρήσας ὡς αὐτοῦ εἰκόνα σεβαζόμενος πάντων τε τῶν ἁγίων»). Ἦταν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ κατ᾽ ἐξοχὴν μὲ τὴν πράξη τῆς ζωῆς του συνέβαλε στὴ στερέωση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος – μὴ ξεχνᾶμε ὅτι ἡ εἰκονομαχία ἦταν στὴν πραγματικότητα χριστολογικὴ αἵρεση, δηλαδὴ ἀμφισβητοῦσε τὴν ἀληθινὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου – γι’  αὐτὸ καὶ εἶχε καὶ ὁ ἴδιος εἰκόνες: τοῦ Κυρίου, τῆς Παναγίας, τῶν ἄλλων ἁγίων, τὶς ὁποῖες σεβόταν, ἀσπαζόταν, προσκυνοῦσε, ἀπονέμοντας βεβαίως τιμητικὴ προσκύνηση σ’ αὐτές. Ἕνας ὕμνος μάλιστα τοῦ ὑμνογράφου μᾶς ἀποδίδει «ζωγραφικὰ» τὴ στάση τοῦ ὁσίου ἀπέναντι στὶς εἰκόνες. Ὁ ὅσιος γονατιστὸς προφανῶς μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Κυρίου μας, τὸν Ὁποῖο βαστάζει στὴν ἀγκαλιά της, κατασπάζεται ἔνδακρυς Ἐκείνη καὶ τὸν Υἱό Της, προσευχόμενος νὰ δώσουν λύση στὸ πρόβλημα ποὺ ταλάνιζε τὴν Ἐκκλησία καὶ νιώθοντας αἰσθητὰ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία τὸν ἐνδυνάμωνε νὰ βδελυχθεῖ τὸ δυσσεβὲς δόγμα τοῦ δυσσεβοῦς βασιλιᾶ, συνεπῶς καὶ νὰ δώσει καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωὴ ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς πίστεως. «Σεπτὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Τοῦτον τεκούσης ἀσπαζόμενος, μάκαρ, βασιλέως δυσσεβοῦς τὸ δόγμα τὸ δυσσεβὲς ἐβδελύξω, σθένει Θείου Πνεύματος».
.          Ἡ περιγραφὴ τοῦ ὑμνογράφου ἐν προκειμένῳ γίνεται σημεῖο προσανατολισμοῦ. Στὸ κάθε πρόβλημα, δικό μας ἢ τῶν ἄλλων, ἡ προσευχητικὴ στάση μας μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Παναγίας μας εἶναι τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν ὅπλο μας. Ἡ προσευχὴ αὐτή, ἐνδυναμούμενη καὶ ἀπὸ κάποια προσπάθεια ἐφαρμογῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου μας, μᾶς ὁδηγεῖ στὴ διέξοδο τῶν προβλημάτων μας. Κι ἡ σπουδαιότερη διέξοδος τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι ἡ ἀπὸ τὸν Κύριο προσφορὰ τῆς χάρης τῆς ὑπομονῆς, ὥστε νὰ ἀντέχουμε τὰ προβλήματα.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , , , ,

Σχολιάστε

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΦΛΑΓΩΝ (26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΦΛΑΓΩΝ
(26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Tοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.            «Ὁ ὅσιος Στυλιανὸς ἁγιάστηκε ἤδη ἀπὸ τὴ μήτρα τῆς μητέρας του καὶ ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔδωσε μάλιστα ὅ,τι περιουσία  εἶχε στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο, ξεπερνώντας ὅλους στὴν ἐπίπονη ἄσκηση καὶ τὴν σκληραγωγία. Ἔπειτα πῆγε στὴν ἔρημο, κι ἀφοῦ βρῆκε ἕνα σπήλαιο ὡς τόπο κατοικίας, δεχόταν τροφὴ ἀπὸ θεῖο ἄγγελο κι ἔγινε θεραπευτὴς ποικίλων ἀνιάτων παθῶν. Ὅταν κάποτε ὁ φθοροποιὸς θάνατος, προσβάλλοντας  νεογνά, ἔκανε ἄτεκνες αὐτὲς ποὺ εἶχαν γεννήσει, οἱ μητέρες ἐπικαλοῦνταν τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου καὶ φτιάχνοντας τὸ τίμιο εἰκόνισμά του ξαναγίνονταν καὶ πάλι ἱκανὲς πρὸς τεκνοποιία. Ὅταν πέθανε, τὸ σῶμα του κατατέθηκε στὴν χώρα τῶν Παφλαγόνων, ἐπιτελώντας πολλὲς ἰάσεις καὶ θαυματουργίες».

 .            Ὁ ὅσιος Στυλιανὸς εἶναι γνωστὸς ὡς προστάτης, κυρίως, τῶν παιδιῶν: τῶν νηπίων, τῶν βρεφῶν, τῶν νεογνῶν. «Ἑξαιρέτως νεογνῶν καὶ νηπίων καὶ βρεφῶν προστάτης ἐδείχθης θερμότατος». Τὸ ἰδιαίτερο αὐτὸ χάρισμά του ὡς πρὸς τὰ παιδιά, ὅπως σημειώνει τὸ συναξάρι του,  δὲν τοῦ δόθηκε αὐθαίρετα. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴ θέλησή Του νὰ θεραπεύονται τὰ παιδιὰ μέσῳ αὐτοῦ: ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός του γινόταν ἴαμα σ’ αὐτὰ καὶ στὶς μητέρες τους. «Ὁ Χριστὸς σὲ ἐμεγάλυνε, χάριτι πολλῇ, καὶ θείοις θαύμασι, καὶ νεογνῶν καὶ νηπίων ἀκέστορα (=θεραπευτή, σωτήρα), Πάτερ, τῷ κόσμῳ σὲ ἔδειξε». Ποιά ἡ αἰτία ποὺ πρέπει νὰ ἐννοήσουμε γιὰ τὸ χάρισμα αὐτό; Γιατί κατ᾽ ἐξοχὴν αὐτὸς νὰ θεωρεῖται ὁ εὐεργέτης τῶν παιδιῶν; Ἡ ἀπάντηση μᾶλλον σχετίζεται μὲ αὐτὸ ποὺ κατὰ κόρον θίγει ὁ ὑμνογράφος τῆς ἀκολουθίας του, ἐν προκειμένῳ ὁ μακαριστὸς γέροντας π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης: ὅτι ἁγιάστηκε ἤδη ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του. «Θεῷ ἀπὸ παιδὸς ἀνετέθη»· «ἠγίασε, Πάτερ,  σὲ ὁ Θεὸς μητρὸς ἐκ κοιλίας»· «ἁγιασθεὶς ἀπὸ μητρῴας νηδύος». Καὶ τοῦτο διότι ὁ Θεὸς προεῖδε, μέσα στὰ πλαίσια τῆς παγγνωσίας Του, τὴ θετικὴ πρὸς Αὐτὸν στάση του, ὁπότε τὸν χαρίτωσε μὲ πλούσια χαρίσματα καὶ σημεῖα. «Ἁπαλῶν ἐξ ὀνύχων σε ὁ Θεὸς προσελάβετο, προειδῶς τοῦ βίου σου τὴν χρηστότητα». Ἡ ἀπὸ τόσο νωρὶς κλήση του ἀπὸ τὸν Θεὸ μάλιστα κάνει τὸν ὑμνογράφο νὰ τὸν παραλληλίζει μὲ γιγάντια ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἀναστήματα, ποὺ καὶ αὐτὰ εἶχαν κληθεῖ μὲ ἀντίστοιχο τρόπο: τὸν προφήτη Σαμουήλ, τὸν προφήτη Ἱερεμία, τὸν προφήτη καὶ Πρόδρομο τοῦ Κυρίου, Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ («Σαμουὴλ ὡς ἔνθεος», «ὡς ὁ κλεινὸς Ἱερεμίας», «ὥσπερ ὁ μέγας Βαπτιστής»).
.            Ὁ περιορισμὸς ὅμως τῶν χαρισμάτων τοῦ μεγάλου Στυλιανοῦ μόνο στὸν κόσμο τῶν παιδιῶν θὰ ἦταν μία συρρίκνωση μὴ ἀληθινὴ τῆς θαυμαστῆς παρουσίας του στὴν Ἐκκλησία. Καὶ τοῦτο διότι ἡ Ἐκκλησία μας τὸν προβάλλει, πέρα ἀπὸ προστάτη τῶν παιδιῶν, καὶ εὐρύτερα ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς στύλους της, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ στηρίγματά της: «στύλος ἄσειστος τῆς Ἐκκλησίας, Στυλιανέ, ἀνεδείχθης, μακάριε», κατὰ τὸ γνωστὸ ἀπολυτίκιό του. Χρειάζεται νὰ τὸ ἐξηγήσουμε. Ἡ Ἐκκλησία μας βεβαίως στηρίζεται στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸν θεμέλιο λίθο της, γι’  αὐτὸ καὶ ὡς θεοΐδρυτη «πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς», ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ μαρτυρεῖται στὸν κόσμο καὶ νὰ στερεώνονται οἱ ἄνθρωποι καὶ μέσῳ τῶν πιστῶν Του. Ἐκεῖνος ἦταν ποὺ εἶπε ὅτι οἱ μαθητές Του θὰ ἀποτελοῦν τοὺς μάρτυρές Του στὸν κόσμο ὅλο, ὅπως καὶ ὅτι τὸ ὄνομά Του θὰ βλασφημεῖται ἢ ὄχι ἐξ αἰτίας τους. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, ὁ πιστὸς ποὺ μὲ συνέπεια ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο, σὰν τὸν ὅσιο Στυλιανὸ – «τῷ Χριστῷ ἠκολούθησας τελείῳ φρονήματι» – γίνεται καὶ αὐτὸς ἕνας στύλος τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ: οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ στηρίζονται ἐπάνω του, βλέποντας σὰν σὲ διαφάνεια τὴν παρουσία Ἐκείνου.
.            Ποιό τὸ κύριο γνώρισμα τῆς ἁγιασμένης ζωῆς του, κατὰ τοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας; Ὁ ἅγιος Στυλιανὸς «ἀξίως διέπρεψε ἠθῶν καθαρότητι καὶ ἀγῶσιν ἱεροῖς ἀρετῶν τελειότητος, ὥσπερ ἄγγελος». (Διέπρεψε στὴν καθαρότητα τῶν ἠθῶν καὶ στοὺς ἱεροὺς ἀγῶνες γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν τελειότητα τῶν ἀρετῶν ὡς ἄγγελος). Κι αὐτὸ θὰ πεῖ ὅτι αὐτὸ ποὺ χαρακτήριζε τὴν ζωή του, ὥστε νὰ ζήσει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἡ ἐγκράτεια. Ἐπανειλημμένως ἡ ἀκολουθία του ἀναφέρει ὅτι ὑπῆρξε «στήλη ἔμψυχος τῆς ἐγκρατείας», «τῆς ἐγκρατείας ἀληθὴς ὑποτύπωσις». Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι προβάλλεται «ὡς ἄσαρκος», «φθαρτῶν τὴν αἴσθησιν ὁλικῶς βδελυξάμενος», ζώντας σὲ ἕνα σπήλαιο καὶ τρεφόμενος ἀπὸ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ. Μιλώντας ὅμως γιὰ ἐγκράτεια δὲν πρέπει νὰ τὴν ἐννοήσουμε μὲ ἔννοια αἱρετική: ὡς ἀποχὴ τῶν αἰσθητῶν ἀπὸ μίσος πρὸς αὐτὰ ἢ ὡς μία ἄρνηση γενικότερα πρὸς τὴ ζωή. Ἡ ἐγκράτεια, κατὰ τὴν πίστη μας, εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴ γοητεία ποὺ ἀσκεῖ ὁ κόσμος  στὸν ἄνθρωπο μέσῳ τῶν αἰσθήσεών του, διότι ἔχει προσανατολίσει ἐν ἀγάπῃ καὶ θείῳ ἔρωτι τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του πρὸς τὸν Θεό. Ἡ ἐγκράτεια δηλαδὴ εἶναι μία γενικὴ ἀρετή, ποὺ χαρακτηρίζει ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ πιστὸς πάντα ἐγκρατεύεται».
.            Ποὺ σημαίνει: δν εναι δυνατν ν στραφε κάποιος πρς τν Θεό, ν ταυτοχρόνως δν καταβάλει προσπάθεια πεγκλωβισμο του π τν μαγνήτη τν παθν. «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν». Δὲν εἶναι δυνατόν, γιὰ παράδειγμα, νὰ εἶναι κανεὶς μὲ τὸν Θεό, νὰ ἀκολουθεῖ τὰ ἴχνη τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ θέλει νὰ νηστεύει. Ἡ νηστεία, ὡς στοιχεῖο ἐγκράτειας, δηλώνει τὸ ποῦ ἔχει ρίξει ὁ πιστὸς τὸ κέντρο βάρους τῆς ψυχῆς του. δυναμία νηστείας – ννοεται χωρς νὰ πάρχει ατρικς λόγος – σημαίνει τι ψυχ εναι «δεμένη» μ τ πράγματα το κόσμου τούτου καχι μ τν Χριστό.  Ἔτσι ἡ ἐγκράτεια κατανοεῖται πρωτίστως μὲ θετικὴ διάσταση. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία εἰκόνα: εἶναι σὰν τὸ ἐλατήριο ἐκεῖνο ποὺ συμπιεζόμενο, μπορεῖ νὰ φαίνεται ὅτι μικραίνει, μαζεύει ὅμως τεράστια ἐνέργεια. Κι ἡ ἐνέργεια αὐτὴ μπορεῖ νὰ δώσει μεγάλη ὤθηση πετάγματος. Ἡ ἐγκράτεια λοιπόν, ἀσκούμενη σωστὰ στὴν Ἐκκλησία, δίνει ἐκείνη τὴν τεράστια ἐνέργεια, προκειμένου κανεὶς νὰ «πετάξει», νὰ ἀκολουθήσει δηλαδὴ τὰ χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Στὴν πραγματικότητα εἶναι τὸ «ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν» ποὺ εἶπε ὁ Κύριος, γιὰ νὰ γίνει κάποιος ἀκόλουθος καὶ μαθητής Του. «Κατεπλάγησαν τὴν σὴν ἀσκητικὴν διαγωγὴν οἱ ὁρῶντες σε, σοφέ, ἄσαρκον βίον ἐν σαρκὶ πολιτευόμενον ἔρωτι τῷ ἁγίῳ», θὰ σημειώσει γιὰ τὸν ἅγιο Στυλιανὸ ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ ὑμνογράφος. Δηλαδή: Αὐτοὶ ποὺ σὲ ἔβλεπαν, σοφέ, νὰ ζεῖς ἀπὸ ἅγιο θεϊκὸ ἔρωτα ἄσαρκο βίο μέσα σὲ σάρκα, ἔμειναν ἔκπληκτοι γιὰ τὴν ἀσκητική σου διαγωγή. Εἴθε, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ὁσίου μεγάλου Στυλιανοῦ, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ δώσει νὰ ζοῦμε καὶ ἐμεῖς μὲ λίγη ἐγκράτεια, σ’  ἕναν κόσμο ποὺ ταλανίζεται μὲν ἀπὸ ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς κρίσεις, ἀλλὰ εἶναι βουτηγμένος κατὰ τὸ πλεῖστον στὶς διάφορες ἐμπαθεῖς ἡδονές.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

ΕΝΔΥΣΗ ΧΡΙΣΤΟΥ (Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε.)

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 25.11.12
(ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ´ ΛΟΥΚΑ)

 «Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε»
(Γαλ. γ´ 27 )

 τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

α. Τὴ σημασία τοῦ βαπτίσματος ἐν Χριστῷ τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τὸν παραπάνω λόγο του ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του.  Ὁ ἀπόστολος σημειώνει ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ἦταν ἡ ἐπανάκτηση ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ μεγαλειώδους προορισμοῦ ποὺ ὁ Δημιουργὸς ἀπαρχῆς τοῦ εἶχε θέσει: τὸ κάθ᾽ ὁμοίωσιν Ἐκείνου, κάτι ποὺ ὁ ἄνθρωπος ὁριστικὰ ἀπώλεσε μετὰ τὴν πτώση του στὴν ἁμαρτία, μαζὶ μὲ τὴ ζόφωση ποὺ ὑπέστη καὶ ἡ ἴδια ἡ κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ πλάση του.  Ὁ Κύριος μέσα στὰ πλαίσια ὅμως τῆς ἄπειρης ἀγάπης Του οἰκονομεῖ τὰ πράγματα ἔτσι ὥστε ὁ ἄνθρωπος καὶ πάλι νὰ ἀποκατασταθεῖ, ἀρχῆς γενομένης μὲ τὴν ἐκλογὴ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τὸν Νόμο ποὺ τοὺς δίδει διὰ τοῦ Μωϋσέως – ἡ ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.  Ὁ Νόμος αὐτὸς ποὺ λειτουργοῦσε ὡς φύλακας καὶ παιδαγωγὸς τοῦ ἀνθρώπου τελείωσε τὴν ἀποστολή του, ὅταν ἦλθε ὁ Ἴδιος στὸν κόσμο,  γενόμενος ὑπὸ γυναικός, γενόμενος ὑπὸ νόμον, ποὺ σημαίνει ὅτι καὶ πάλι δόθηκε ἡ δυνατότητα τῆς υἱοθεσίας ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.  «Ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν».  Κι αὐτὴ ἡ υἱοθεσία περνᾶ μέσα ἀπὸ τὸ κατὰ Χριστὸν βάπτισμα, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἐνδύεται πιὰ ὡς υἱὸς τοῦ Θεοῦ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.  «Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε».

β. 1. Τὸ βάπτισμα ἐνδύει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Χριστό. Δὲν πρόκειται λοιπόν, ὅταν μιλᾶμε γι᾽ αὐτό, περὶ ἑνὸς ἁπλοῦ κοινωνικοῦ γεγονότος, στὸ ὁποῖο καλοῦνται οἱ συγγενεῖς τοῦ βαπτιζομένου, μεγάλου ἢ νηπίου στὴν ἡλικία – ἡ Ἐκκλησία μας δέχθηκε ἀπὸ πολὺ νωρὶς τὸν νηπιοβαπτισμό, διότι τὸ νήπιο δὲν θεωρεῖται ἀρνητικὸ στὴ λήψη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ – γιὰ νὰ  διασκεδάσουν μὲ τὰ τεκταινόμενα οὔτε περὶ ἑνὸς  μαγικοῦ τελετουργικοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖο μὲ λόγια καὶ νερὸ θὰ ξορκίσει κανεὶς κάποιο κακό. Μία τέτοια κατανόηση ὡς ἁπλοῦ κοινωνικοῦ γεγονότος ἢ περίεργου τελετουργικοῦ παραπέμπει εἴτε γιὰ τὴν πρώτη περίπτωση  σὲ κοινωνία ἀθέων, ποὺ τὰ πάντα ἀντιμετωπίζονται ἰσοπεδωτικὰ ἀπὸ τὴν ξερὴ ἀνθρώπινη λογική, ἡ ὁποία θεωρεῖται κριτήριο ὅλων, εἴτε γιὰ τὴ δεύτερη σὲ θρησκεῖες καὶ θεοσοφίες, ποὺ λειτουργοῦν ὑπὸ τὴν ἐπήρεια πονηρῶν πνευμάτων καὶ ποὺ τὶς κατήργησε βεβαίως ὁ Χριστὸς μὲ τὸν ἐρχομό Του.
.           Τὸ ἐν Χριστῷ βάπτισμα ἐνσωματώνει τὸν ἄνθρωπο στὸν ἴδιο τὸν Κύριο, καθιστώντας αὐτὸν μέλος Ἐκείνου. Συνιστᾶ συνεπῶς μία κατ᾽ ἐξοχὴν χαρισματικὴ πράξη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία θεμελιώνεται στὸν ἐρχομό Του ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ.  Ὁ ἐνανθρωπήσας Θεὸς δηλαδή, ὁ Κύριος, ἐρχόμενος στὸν κόσμο γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου δίδει τὴν ἀπόλυτη καὶ ἀποτελεσματικὴ ὤθηση στὸν ἄνθρωπο νὰ σωθεῖ, κάνοντάς τον κομμάτι τοῦ ἑαυτοῦ Του, ἐντάσσοντάς τον δηλαδὴ μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση Του.  Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα.  Ἂν ὁ Κύριος ἐρχόταν μόνο γιὰ νὰ κηρύξει τὴν ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, κρίνοντας τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν ἁμαρτία του καὶ καλώντας τον νὰ τὴν ὑπερβεῖ ἀπὸ μόνος του, δὲν θὰ διέφερε ἀπὸ τοὺς ἄλλους προφῆτες ποὺ ὁ Ἴδιος ἔστελνε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Θὰ ἦταν καὶ Αὐτὸς ἕνας προφήτης ἀλλὰ ὄχι Σωτήρας. Κι ἴσως θὰ παρουσιαζόταν ἔτσι ὡς τύραννος καὶ δυνάστης καὶ ἀπάνθρωπος, δεδομένου ὅτι θὰ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο δυνάμεις ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐκεῖνος λόγῳ τοῦ τραύματος τῆς ἁμαρτίας δὲν εἶχε.  Ὁ Κύριος ὅμως εἶναι φιλάνθρωπος καὶ ἡ ἀγάπη Του γιὰ τὰ πλάσματά Του εἶναι δεδομένη. Καὶ πάλι τονίζουμε: ἦλθε στὸν κόσμο καὶ προσέλαβε τὸν ἄνθρωπο καθ᾽ ὁλοκληρίαν, πλὴν τῆς ἁμαρτίας του. Καὶ γενόμενος ὁ Ἴδιος πραγματικὸς ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ παύσει ποτὲ νὰ εἶναι καὶ τέλειος Θεός, δίδει στὸν πεσμένο λόγῳ τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο τὴν χάρη τοῦ Πνεύματός Του, ὥστε διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος νὰ γίνει ἕνα μὲ Αὐτόν. Ὅ,τι ὁ ἄνθρωπος ἔχασε διὰ τῆς ἁμαρτίας μπορεῖ πιὰ ἐν Χριστῷ πολλαπλασίως νὰ τὸ ἀποκτήσει καὶ πάλι.

 2. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ τὸ βάπτισμα εἶναι μία νέα γέννηση γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γεννιέται μέσα σ᾽ αὐτὸν ὁ Χριστὸς καὶ ἀρχίζει ὁ καινούργιος αὐτὸς ἄνθρωπος νὰ λειτουργεῖ στὸν κόσμο ὡς ἄλλος Χριστός. Κι εἶναι αὐτὴ ἡ γέννα ἡ πολιτογράφηση τοῦ ἀνθρώπου στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, εἶπε ὁ Κύριος.  Ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι  ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς ἀποτελεῖ τὴ μαρτυρία καὶ κάθε πιστοῦ χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος συνειδητοποιεῖ χάριτι Θεοῦ ὅτι διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος ἔγινε  ἕνα μὲ τὸν Κύριο, τὸν  Ὁποῖο ἐνδύθηκε καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα. Τὰ πάντα σ᾽ αὐτὸν δηλαδὴ σφραγίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἔτσι τὸ σῶμα του ἔγινε χριστο-σῶμα καὶ ἡ ψυχή του χριστο-ψυχή.  Οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστι;… Δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ θὰ φωνάξει μὲ δύναμη καὶ πάλι ὁ ἴδιος ἀπόστολος. Κι ὅταν, γιὰ νὰ κάνουμε ἕνα μεγάλο ἅλμα στὸν χρόνο καὶ νὰ φτάσουμε στὴ σημερινὴ ἐποχή, ὁ μεγάλος Σέρβος θεολόγος καὶ ὅσιος πιὰ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς γράφει ὅτι οἱ αἰσθήσεις ὅλες του χριστιανοῦ εἶναι χριστο-αἰσθήσεις, τί ἄλλο προϋποθέτει ἀπὸ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἄπειρη δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ στὸ πλάσμα Του, νὰ τὸ κάνει δηλαδὴ μέλος καὶ τμῆμα δικό Του;
.          Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ἔχουν ἀναπτύξει ἐπ᾽ ἀρκετὸν τὴν θεολογία τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καὶ τοῦ συνδεδεμένου μὲ αὐτὸ ἁγίου Χρίσματος. Κι ἀκριβῶς τὰ ἐννοοῦν μὲ τὴν παραπάνω εἰκόνα ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος, τῆς γέννησης τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνας ἄνθρωπος γεννιέται, ἀρχίζει ὡς ζωντανὸ ὂν νὰ κινεῖται, ζητάει τροφὴ γιὰ νὰ ζήσει καὶ νὰ αὐξηθεῖ. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ νέα ἐν Χριστῷ γέννηση: ὁ ἄνθρωπος γεννιέται ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀρχίζει νὰ κινεῖται ὡς ζωντανὴ ὕπαρξη διὰ τῶν χαρισμάτων ποὺ δίνει σ᾽ αὐτὸν τὸ ἅγιο χρίσμα, τρέφεται καὶ αὐξάνεται διὰ τῆς πνευματικῆς τροφῆς τῆς θείας Κοινωνίας, τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Κι ἀμέσως κατανοοῦμε ἔτσι πόσο τὸ βάπτισμα, τὸ χρίσμα, ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένα μεταξύ τους.

3. Οἱ ἅγιοι ὅμως μὲ τὰ μετασκευασμένα ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια τους μᾶς δίνουν τὴ δυνατότητα νὰ ἐννοήσουμε, ὅσο εἶναι δυνατό, τὸ τί διαδραματίζεται στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, κάτι ποὺ τὸ παρακολουθοῦμε καὶ στὴν ἴδια τὴν τέλεσή του. Κι αὐτὸ ποὺ μᾶς λένε εἶναι ὅτι ὁ βαπτιζόμενος γίνεται μέλος Χριστοῦ, καθὼς ἡ χάρη τοῦ Πνεύματός Του ἐνοικεῖ στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ βαπτιζομένου, ἐξορίζοντας ταυτόχρονα τὴν ἐνέργεια σαὐτὴν τοῦ Πονηροῦ – πρὸ τοῦ βαπτίσματος συνέβαινε τὸ ἀντίστροφο: ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργοῦσε ἐξωτερικὰ καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Πονηροῦ ἐσωτερικά. Μιλᾶμε λοιπὸν γιὰ τὴν κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ προπατορικὸ λεγόμενο ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο φέρει κάθε ἄνθρωπος ἐρχόμενος στὸν κόσμο, ὄχι ὡς βάρος ἐνοχῆς, ἀλλ᾽ ὡς ροπὴ ἀναγκαστικὴ πρὸς τὸ κακό, δηλαδὴ πρὸς τὴν ἐγωϊστικὴ ζωὴ καὶ συμπεριφορά, μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.  Ἡ χάρη αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἐνοίκηση τοῦ Χριστοῦ στὸν ἄνθρωπο δὲν καταργεῖ ἀσφαλῶς τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὸν ὁδηγεῖ στὸ ἀφετηριακὸ σημεῖο νὰ μπορεῖ νὰ πορευτεῖ μὲ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς χωρὶς τὴν ἀναγκαστικότητα τῆς ἁμαρτίας. Μὲ ἄλλα λόγια ὁ πιστὸς διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἐλεύθερος ἔχει τὴ δυνατότητα, μὲ τὴν ἐνίσχυση πιὰ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, νὰ ἁγιασθεῖ καὶ νὰ φωτισθεῖ καὶ νὰ θεωθεῖ. Ἀντιστοίχως ὅμως ἔχει τὴ δυνατότητα καὶ ἄρνησης τῆς χάρης αὐτῆς: νὰ πορευτεῖ καὶ πάλι πρὸς τὸ κακό, μόνος αὐτὸς ὑπεύθυνος συνεπῶς καὶ γιὰ τὴν ἐν Θεῷ προκοπή του καὶ γιὰ τὴ δαιμονοποίησή του.

 4. Μὲ βάση τὰ παραπάνω καταλαβαίνουμε ὅτι διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἀρχίζει οὐσιαστικὰ καὶ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται στὴν Ἐκκλησία μας πνευματικὴ ζωή.  Ὁ πιστὸς ζεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ζεῖ δηλαδὴ τὸν Χριστὸ καὶ ὡς Χριστός, προσπαθώντας ἀδιάκοπα νὰ κρατάει καθαρὴ τὴν καρδιά του ἀπὸ τὶς ἐπήρειες τοῦ κακοῦ, συνεπῶς νὰ κρατάει τὴν καθαρότητα τοῦ βαπτίσματός του. Αὐτὸ συνιστᾶ καὶ τὴ βίωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο, κατὰ τὰ ἀψευδῆ λόγια τοῦ Κυρίου μας:  Ἰδοὺ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι. Κι ἂν ἔχουμε πολλὲς μαρτυρίες τῶν ἁγίων της Ἐκκλησίας μας περὶ τῶν θεοπτικῶν ἐμπειριῶν τους, τοῦτο ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἐξέφραζαν τὴν ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ τῆς εὑρισκομένης μέσα στὴν καρδιά τους καὶ ἐπεκτεινομένης καὶ στὸ ἴδιο τὸ σῶμα τους. Στὴν περίπτωση ὅμως ποὺ λόγῳ ἀδυναμίας καὶ  δαιμονιώδους λήθης παρεξέκλιναν ἀπὸ τὴ σκοποθεσία τους αὐτή, γενόμενοι ἔτσι ἕρμαια καὶ πάλι τῶν παθῶν τους καὶ τῶν ἐπιρροῶν τοῦ Πονηροῦ, ρίχνονταν στὴ μετάνοια.  Ἡ μετάνοια ἦταν καὶ εἶναι πάντοτε ἡ χάρη ποὺ μᾶς ἀποκαθιστᾶ καὶ μᾶς ἐπαναφέρει μὲ τὰ δάκρυά της καὶ πάλι στὸ σημεῖο τοῦ βαπτίσματός μας, γι᾽ αὐτὸ καὶ δεύτερο βάπτισμα χαρακτηρίζεται. Κι εἶναι τόσο σημαντικὸ τοῦτο, ὥστε τελικῶς ἅγιος στὴν Ἐκκλησία μας, μὲ τὸ δεδομένο τῶν πτώσεών μας στὴν ἁμαρτία καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα, εἶναι ὁ μετανοημένος ἁμαρτωλός. Πόση παρηγοριὰ ὑπάρχει πράγματι γιὰ ἐμᾶς τοὺς ταλαίπωρους καὶ ἀδύναμους ἀνθρώπους στὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι τὸ δεύτερο αὐτὸ βάπτισμα εἶναι ἐπαναλαμβανόμενο, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Πατέρας μας ποὺ ποτὲ δὲν  βαριέται νὰ μᾶς συγχωρεῖ!

γ. Ὅσοι εἴμαστε βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς ἀνοίγει τὰ μάτια νὰ βλέπουμε τὴ χάρη μέσα στὴν ὁποία βρισκόμαστε: εἴμαστε κι ἐμεῖς Χριστός, προέκταση καὶ  ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ παρουσία Του μέσα στὸν κόσμο, Αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸ ἔνδυμά μας. Συνεπῶς ἡ ζωή μας δὲν μπορεῖ νὰ ξεφεύγει ἀπὸ τὸ κύριο γνώρισμα τῆς ζωῆς Αὐτοῦ, τὴν ἀγάπη.  Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι – ποὺ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος –  εἶναι πιὰ καὶ γιὰ ἐμᾶς. Ἐφ᾽ ὅσον εἴμαστε μέλη Του, ὀργανικὰ συνδεδεμένοι μαζί Του, μέσα σ᾽ αὐτὸ τό  ἐστι περιλαμβανόμαστε καὶ ἐμεῖς. Κι αὐτὸ θὰ πεῖ: ὁ χριστιανὸς κατανοεῖ τὸν ἑαυτό του μόνο ὡς ἀγάπη, γιατί εἶναι ἐνδεδυμένος τὸν Χριστό, τὴν ἐνσαρκωμένη ἀγάπη. Κάθε παρέκκλιση ἀπὸ αὐτὴν σημαίνει ξέσκισμα τοῦ ἐνδύματός του καὶ ἀπώλεια Χριστοῦ. Τὸ ἴδιο ἄλλωστε δὲν ἔκανε καὶ ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς καὶ πάνσοφος Αἰκατερίνα, τὴν ὁποία ἑορτάζουμε σήμερα καὶ χάριν τῆς ὁποίας ἀκούστηκε καὶ τὸ συγκεκριμένο ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα; Δὲν ἦταν δηλαδὴ αὐτὴ ποὺ μέσα σὲ ὅλα τὰ φυσικά της χαρίσματα, ψυχικὰ καὶ σωματικά, κατενόησε τὸ μεγαλύτερο ἐξ ὅλων τῶν χαρισμάτων, τὴν ἔνδυσή της ἀπὸ τὸν Κύριο; Καὶ μπροστὰ σ αὐτὸ τὸ χάρισμα θυσίασε ὅλα τὰ ἄλλα. Γι᾽ αὐτὸ ὅμως καὶ κέρδισε τὰ πάντα.

 ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, , ,

Σχολιάστε

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΚΟΝΙΟΥ

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΚΟΝΙΟΥ
(23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

 Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.           «Ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος, ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία κάθε ἐκκλησιαστικὸ βαθμό, καὶ λάμποντας  ἀπὸ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν θεία γνώση, μὲ τὴν ψῆφο τοῦ λαοῦ προχειρίζεται ἐπίσκοπος τῆς πόλης τῶν Ἰκονιέων, στοὺς χρόνους τῶν βασιλέων Οὐαλεντινιανοῦ καὶ Οὐάλεντα, ἐνῶ ἡ ζωή του παρατάθηκε μέχρι τοῦ Θεοδοσίου τοῦ μεγάλου βασιλιᾶ καὶ τῶν υἱῶν του. Αὐτός, ἐπειδὴ ἔγινε διδάσκαλος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ἀντιτάχθηκε δυνατὰ κατὰ τῆς αἱρετικῆς πλάνης τοῦ Ἀρείου, ὑπέμεινε πολλοὺς διωγμοὺς καὶ θλίψεις ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς, γενόμενος συναγωνιστὴς τῶν μακαρίων Πατέρων κατὰ τῆς βλασφημίας τοῦ Εὐνομίου. Ὁ Ἀμφιλόχιος ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑκατὸν πενήντα Πατέρες τῆς Δευτέρας Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381 μ.Χ.) καὶ ἀγωνίστηκε πολὺ κατὰ τοῦ πνευματομάχου Μακεδονίου καὶ τῶν μαθητῶν τοῦ Ἀρείου. Μετὰ τὴν ἐπικράτηση στὴν βασιλεία τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου καὶ τὴν παράδοση ἀπὸ αὐτὸν πάλι ὅλης τῆς ἐξουσίας τῆς Δύσεως στὸν Οὐαλεντινιανὸ τὸν νέο, καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδο τοῦ Θεοδοσίου ὡς νικητῆ, ἀφοῦ κατέστρεψε  τὸν τύραννο Μάξιμο, προσῆλθε σ’  αὐτὸν ὁ μέγας Ἀμφιλόχιος καὶ τὸν παρότρυνε  νὰ ἀπομακρύνει τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ νὰ δώσει τὶς ἐκκλησίες πίσω στοὺς ὀρθοδόξους. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ βασιλιὰς δὲν ἔκανε τίποτε, μηχανεύτηκε ὁ θαυμάσιος τὸ ἑξῆς: Πῆγε στὰ ἀνάκτορα καὶ τὸν μὲν βασιλιὰ Θεοδόσιο τὸν χαιρέτισε, τὸν δὲ υἱό του Ἀρκάδιο περιφρονώντας τον δὲν τὸν χαιρέτισε. Ὁ Βασιλιὰς δυσανασχετώντας  ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό, χαρακτήριζε δικιά του προσβολὴ τὴν ἀτιμία ποὺ ἔδειξε ὁ Ἀμφιλόχιος στὸ παιδί του. Αὐτὸς τότε μὲ πολὺ σοφὸ τρόπο ἀποκάλυψε τὸν σκοπὸ τῆς ἐνέργειάς του καὶ εἶπε: Βλέπεις, βασιλιά, πὼς δὲν ὑποφέρεις ἐσὺ τὴν ἀτίμωση τοῦ παιδιοῦ σου, ἀλλὰ δυσανασχετεῖς; Πίστεψε λοιπὸν ὅτι κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται καὶ μισεῖ αὐτοὺς ποὺ βλασφημοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Τότε κατάλαβε ὁ βασιλιὰς καὶ ἔγραψε νόμους ποὺ ἀπαγόρευαν τοὺς συλλόγους τῶν αἱρετικῶν. Αὐτὸς ὁ ἀοίδιμος ἄνδρας, ἀφοῦ ποίμανε γιὰ πολλὰ χρόνια τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καὶ συνέταξε ὀρθοδόξους λόγους, ἔφτασε σὲ βαθὺ γῆρας καὶ ἀναπαύθηκε ἐν εἰρήνῃ».

.             Τὸ συντριπτικὸ ποσοστὸ τῶν ὕμνων γιὰ τὸν ἅγιο Ἀμφιλόχιο, γραμμένων ἀπὸ τὸν ὑμνογράφο τῆς Ἐκκλησίας ἅγιο Θεοφάνη, ἔχει ὡς κύριο περιεχόμενο  τὸ ὕψος τῆς θεολογίας τοῦ Ἀμφιλοχίου, θεολογίας τέτοιας μὲ τὴν ὁποία ἀφ᾽ ἑνὸς διατράνωσε τὴν ὀρθόδοξη πίστη, ἰδίως γιὰ τὴν ἁγία Τριάδα (π.χ.: «πανάγνοις διδαχαῖς τὴν Τριάδα ἐκήρυξας»· «ἡ θεολόγος σου γλῶσσα καὶ θεηγόρος, τῆς ἀρχικῆς Τριάδος τὸ μονόσεπτον κράτος πᾶσι διετράνωσε καὶ μίαν Θεότητα σέβειν ἐν τρισὶν Ὑποστάσεσιν»),  ἀφ᾽ ἑτέρου κατατρόπωσε τοὺς δυσσεβεῖς αἱρετικούς, ἰδίως τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ τοὺς Πνευματομάχους (π.χ. «ἡ θεία καὶ φωταυγὴς τῶν σῶν δογμάτων λαμπηδὼν ἔσβεσε τὴν δυσσεβῆ φάλαγγα τῶν αἱρετικῶν, Ἀμφιλόχιε»), γενόμενος ἔτσι «πέλεκυς τῶν αἱρέσεων». Γι’  αὐτὸν τὸν λόγο ὁ ἅγιος ὑμνογράφος θεωρεῖ τὸν ἐκκλησιαστικὸ αὐτὸν Πατέρα ὡς «νυμφαγωγὸ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία κόσμησε μὲ τὸ κάλλος τῶν λόγων του καὶ τὴν ὡραιότητα τῆς ὀρθοδοξίας του», στοῦ ὁποίου τοὺς λόγους ὅποιος ἐντρυφᾶ ἀποκτᾶ δύναμη καὶ νεῦρο πνευματικὸ («τοῖς τούτου διδάγμασι καὶ θεολογίαις νευρούμενοι»). Φτάνει μάλιστα ὁ ποιητής  Θεοφάνης νὰ χαρακτηρίζει τὸν ἅγιο Πατέρα, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν κατονομάζει μὲ τὸ συγκεκριμένο ὄνομα, ὡς νέο Σολομώντα, δεδομένου ὅτι «ἡ ἐνυπόστατη Σοφία, ὁ Χριστός, τοῦ ἔδωσε πλοῦτο καὶ δόξα μεγάλη, ἀκριβῶς γιατί θεολόγησε ὀρθόδοξα καὶ κατέβαλε τὴν ἀλαζονεία τῶν αἱρέσεων».
.             Ὁ τονισμὸς τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου ὡς «ἱερωτάτου ὀργάνου τῆς θεολογίας» ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ ποιητὴ δὲν εἶναι αὐθαίρετος. Θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι, ὅπως παρατηροῦν διαπρεπεῖς Πατρολόγοι,  ἡ ἴδια ἡ Δευτέρα Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (381 μ.Χ.) ἀναγνώρισε τὸ κύρος του καὶ τὸν εὐρύτερο ρόλο του στὴν Ἐκκλησία, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ τὴν θεολογία ποὺ ἄσκησε, βρισκόμαστε μέσα στὸ κλίμα καὶ τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς θεολογίας τῶν μεγάλων Καππαδοκῶν Πατέρων, δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης. Εἶναι ἐξόχως σημαντικὸ καὶ συγκινητικὸ νὰ μαθαίνει κανεὶς ὅτι ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος ἦταν πνευματικὸ τέκνο τοῦ Μ. Βασιλείου, πρῶτος ἐξάδελφος τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, φίλος τοῦ Γρηγορίου Νύσσης. Καὶ ναὶ  μὲν δὲν ἦταν ὁ ἴδιος παφλασμὸς θεολογίας, σὰν τοὺς τρεῖς αὐτοὺς μεγίστους Πατέρες, ἔδρασε ὅμως ὡς ἁπαλὸς φλοῖσβος, ὡς ἤρεμη δύναμη, ἡ ὁποία ἐρχόταν νὰ ἑδραιώνει, ἐκεῖ ποὺ βρέθηκε ὡς ποιμένας, τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωή. Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι λόγῳ ἀκριβῶς τῆς καλῆς του προαίρεσης, τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴν χάρη τῆς πλήρους ἀφομοίωσης τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, καὶ μάλιστα τῆς χαρισματικῆς μεταποίησης αὐτῆς σὲ ποιητικοὺς στίχους. Γιὰ παράδειγμα, ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος ἔγραψε ἕνα ἐκτενὲς συμβουλευτικὸ ποίημα, τὸ «Ἴαμβοι  πρὸς Σέλευκον», ποὺ ἀπηύθυνε στὸν νεαρὸ Σέλευκο πρὸς κατήχηση καὶ καθοδήγησή του, μέσα στὸ ὁποῖο ἐνσωμάτωσε πολλὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα Μ. Βασιλείου «Πρὸς τοὺς νέους, πῶς μποροῦν νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ-εἰδωλολατρικὰ γράμματα».
.            Ὁ ἐκκλησιαστικός μας ποιητὴς ὅμως Θεοφάνης, ὡς καλὸς γνώστης καὶ αὐτὸς τῆς ὅλης πνευματικῆς ζωῆς καὶ τῆς θεολογίας, δὲν μένει σὲ μία ἁπλὴ περιγραφὴ τῆς θεολογικῆς δεινότητας τοῦ ἁγίου Ἀμφιλοχίου καὶ τῆς ἐπιδράσεώς της στὸν κόσμο. Ἐπιχειρεῖ καὶ μία «διείσδυση» στὰ ἄδυτα τῆς ψυχῆς του, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὸ πῶς ἔφθασε νὰ γίνει «θεολόγος γλώσσα» καὶ «ὄργανον θεολογίας». Κι αὐτὰ ποὺ ἀνασύρει εἶναι πράγματι πολὺ ἐποικοδομητικά. Τί μᾶς λέει ἐπ’ αὐτοῦ λοιπὸν ὁ Θεοφάνης; Προϋπόθεση τῆς θεολογίας τοῦ Ἀμφιλοχίου ἦταν ἡ ἐμπειρία τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Οἰκοδόμησε, σημειώνει, τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, καθάρισε τὴν ψυχή του ἔτσι ἀπὸ τοὺς μολυσμοὺς τῆς ἁμαρτίας, φωτίστηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Μία διαδικασία δηλαδή, τὴν ὁποία κανεὶς ποὺ θέλει νὰ εἶναι θεολόγος δὲν μπορεῖ νὰ παρακάμψει. Ὅποιοι ἐπιχείρησαν νὰ θεολογήσουν χωρὶς αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις καθάρσεως τῆς ψυχῆς, ἁπλῶς «ἐτεχνολόγησαν», γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ἔκφραση καὶ πάλι τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων. «Τῷ φόβῳ στοιχειωθεὶς τῷ θείῳ, θεόληπτε, καὶ τὴν ψυχὴν μολυσμάτων καθαρὰν τηρήσας, θεολογίας ἀνεδείχθης ἱερώτατον ὄργανον, ὅσιε». Κι ἀλλοῦ: «Ὁλόκληρον σαὐτὸν τῷ Θεῷ καθιέρωσας καὶ γέγονας θεοκῆρυξ μεγαλόφωνος, Πάτερ, παμμάκαρ Ἀμφιλόχιε». (Ἀφιέρωσες ὁλοκληρωτικὰ τὸν ἑαυτό σου στὸν Θεὸ καὶ ἔγινες μεγαλόφωνος θεοκήρυκας,  Πάτερ, παμμακάριστε Ἀμφιλόχιε). Εἴθε ἡ ἄφθονη χάρη ποὺ προσφέρει ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος – Πατέρας μὲ μεγάλη εὐαισθησία στὴν οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν – νὰ ἔλθει καὶ σὲ ἐμᾶς, φέρνοντάς μας καὶ τὴν λύση τῶν πταισμάτων μας. «Νέμοις μοι τὴν ἄφθονον χάριν…τὴν τῶν πταισμάτων λύσιν αἰτούμενος, ὡς ἱερεὺς πιστότατος, ὅσιε Πάτερ Ἀμφιλόχιε».

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

,

Σχολιάστε

Η ΕΝ ΤΩ ΝΑῼ ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (21 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ) «Ἡ στάση μας ἀπέναντι στὴν Παναγία φανερώνει τὴν στάση μας καὶ ἔναντι τοῦ Χριστοῦ».

Η ΕΝ ΤΩ ΝΑ ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
(21 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)

Τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

.        «Ἡ ἐν τῷ Ναῷ εἴσοδος τῆς Θεομήτορος ἔφερε ἑορτὴ γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς θαυμαστὴ καὶ παγκόσμια, ἔχοντας ἀφορμὴ τὸ παρακάτω γεγονός. Ἡ πανσέβαστη Ἄννα, καθὼς περνοῦσε τὴν ζωή της χωρὶς παιδιά, παρακαλοῦσε, μαζὶ μὲ τὸν σώφρονα Ἰωακείμ, μὲ νηστεῖες καὶ δεήσεις, τὸν Κύριο τῆς φύσεως, νὰ τοὺς λυπηθεῖ καὶ τοὺς  χαρίσει ἕνα παιδί, ὑποσχομένη, ἂν ἱκανοποιηθεῖ τὸ αἴτημά της, τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννοῦσε νὰ τὸ ἀναθέσει ἀμέσως σ’  Ἐκεῖνον. Πράγματι, ἀφοῦ γέννησε αὐτὴν ποὺ ἔφερε τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου, τὴν συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ  πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν αἰτία τῆς ἀναπλάσεως καὶ τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς θέωσης τοῦ πεσμένου στὴν ἁμαρτία Ἀδάμ, δηλαδὴ τὴν Παναγία Θεοτόκο Μαρία, αὐτὴν λοιπόν, κατὰ τὸν τρίτο χρόνο μετὰ τὴν παράδοξη γέννησή της, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση ποὺ εἶχαν δώσει στὸν Θεό, τὴν ὁδηγοῦν στὸ Ἱερὸ καὶ τὴν παραδίδουν στοὺς ἱερεῖς. Οἱ ἱερεῖς τὴν παρέλαβαν καὶ σὰν νὰ ὑπηρετοῦσαν τὴν βούληση τοῦ Θεοῦ –Ἐκείνου ποὺ ἐπρόκειτο μετὰ ἀπὸ λίγο νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ αὐτήν, μὲ σκοπὸ τὴν διόρθωση καὶ τὴν σωτηρία τοῦ παντός– τὴν βάζουν στὸ ἐνδότατο τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ ζεῖ ἐκεῖ ἡ ἴδια μόνη γιὰ δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ ἔχει νομοθετηθεῖ νὰ εἰσέρχεται μία φορὰ τὸν χρόνο ὁ ἀρχιερεύς. Ἡ Μαρία ζώντας σ’  αὐτὸ τὸ ἄδυτο διὰ παντὸς καὶ τρεφομένη  παράδοξα μὲ τροφὴ οὐράνια ἀπὸ ἄγγελο, ἔμεινε στὸ ἱερὸ αὐτὸ μέχρι τὸν θεῖο Εὐαγγελισμό της καὶ μέχρι νὰ ἀκουστοῦν τὰ θεϊκὰ μηνύματα ποὺ δίδασκαν ὅτι ὁ Θεὸς εὐδόκησε νὰ σαρκωθεῖ ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ νὰ σώσει τὸν κόσμο ποὺ χανόταν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἐδῶ λοιπὸν κατοικοῦσε καὶ ζοῦσε, ὁπότε ἀξιώθηκε νὰ τῆς ἐμφανιστεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ δέχεται ἀδιάλειπτα τροφὴ οὐράνια, μέσῳ ἀγγέλου ποὺ ὑπηρετοῦσε αὐτὴν τὴν ἀποστολή, ὅπως εἴπαμε, εἰς δόξαν Θεοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν».

.        Πολλοὶ εἶναι οἱ ὑμνογράφοι  τῆς Θεομητορικῆς αὐτῆς ἑορτῆς, τῆς ὁποίας τὸ γεγονὸς  δὲν καταγράφεται καθόλου στὴν Καινὴ Διαθήκη. Τὸ περιστατικὸ τῆς ἐν τῷ Ναῷ εἰσόδου της ὑπάρχει στὰ Ἀπόκρυφα λεγόμενα εὐαγγέλια, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ ἄλλες ἑορτὲς τῆς Παναγίας, σὲ κείμενα δηλαδὴ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας δὲν τὰ θεώρησε ἔγκυρα, λόγῳ ἐνυπαρχουσῶν σ’ αὐτὰ αἱρέσεων ἢ καὶ μυθοπλασιῶν. Μέσα σ’ αὐτὰ ὅμως ὑπάρχουν καὶ ἀληθινὰ γεγονότα, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας δὲν διστάζει νὰ τὰ ἀνασύρει καὶ νὰ τὰ ἑορτάσει, διαβλέποντας ὄχι μόνον τὴν ἀλήθειά τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ὠφελιμότητά τους. Κι εἶναι τοῦτο ἕνα στοιχεῖο ποὺ φανερώνει τν πόλυτη ατοσυνειδησία τς κκλησίας, ς «στύλου καὶ δραιώματος τς ληθείας», αὐτοσυνειδησίας τέτοιας ποὺ τῆς δίνει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἄνεση νὰ ἐπιλέγει ὅ,τι θεωρεῖ ἀληθινὸ καὶ καλό, ἔστω κι ἂν τοῦτο προέρχεται ἀπὸ μὴ θεωρούμενα κανονικὰ κείμενα.
.        Ἕνα πρῶτο στοιχεῖο ποὺ τονίζουν οἱ ὑμνογράφοι τῆς ἑορτῆς εἶναι ὅτι τὰ ἴδια τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, ὅπως καὶ τὰ γεγονότα πρὶν ἀπὸ αὐτά, σὰν τὴν Γέννησή της, ἀλλὰ καὶ τελικῶς κάθε τί ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν Παναγία, ἔχουν τὸν χαρακτήρα τοῦ παράδοξου καὶ τοῦ ἀνερμηνεύτου γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα. «Ὢ τῶν ὑπὲρ ἔννοιαν θαυμάτων σου, Πανάχραντε! Ξένη σου ἡ γέννησις ὑπάρχει· ξένος ὁ τρόπος ὁ τῆς αὐξήσεως· ξένα καὶ παράδοξα τὰ σὰ πάντα, Θεονύμφευτε, καὶ βροτοῖς ἀνερμήνευτα». Αἰτία γι’ αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Παναγία ὑπῆρξε ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν Κεχαριτωμένη ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ δοχεῖο τοῦ ἁγίου Πνεύματος, λοιπὸν σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς της βρισκόταν ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐπίβλεψη τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι Αὐτὴν ἤδη προκατήγγειλε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο – τὴν πρώτη ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ περὶ τοῦ ἐρχομοῦ Του στὸν κόσμο μέσῳ μιᾶς γυναίκας, μετὰ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων στὴν ἁμαρτία – Αὐτὴν διαρκῶς προφήτευαν οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπαναβεβαιώνοντας τὸ Πρωτευαγγέλιο, Αὐτὴν δόξαζαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, Αὐτὴν εἶχαν ὡς καύχημά τους ὅλοι οἱ μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, Αὐτὴν ἐπικαλούμαστε καὶ ἐμεῖς ὡς πρέσβειρα τῆς σωτηρίας μας.  «…Τὴν προεκλεχθεῖσαν ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν εἰς κατοικητήριον τοῦ παντάνακτος Χριστοῦ καὶ Θεοῦ τῶν ὅλων». «Σὺ τῶν Προφητῶν τὸ κήρυγμα, Ἀποστόλων δόξα καὶ Μαρτύρων καύχημα, καὶ πάντων τῶν γηγενῶν ἡ ἀνακαίνισις, Παρθένε Μήτηρ Θεοῦ».
.        Ἡ ὅλη ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς εἶναι φυσικὸ νὰ προβάλλει τὴν ἁγιότητα τῆς Παναγίας – ἁγιότητα ὑπὲρ τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, ἀφοῦ ἦταν «ἐκλελεγμένη…ὑπὲρ ἅπασαν τὴν κτίσιν, τὴν ὁρατὴν καὶ τὴν νοουμένην» – ἀλλὰ ἐπικεντρώνει ἰδιαιτέρως στὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς εἰς τὸν Ναὸν Εἰσόδου της. Ἡ γενικὴ ἐκτίμηση εἶναι ὅτι ἡ Παναγία εἰσέρχεται τριετὴς στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἤδη ὑπάρχουσα ἡ ἴδια Ἁγία τῶν Ἁγίων. «Ἁγία τῶν Ἁγίων ὑπάρχουσα, σεμνή, ἐν Ναῷ ἠγάπησας ἁγίῳ κατοικεῖν». Εἶναι μάλιστα σπουδαίας ἔμπνευσης οἱ στίχοι τοῦ ὑμνογράφου, ποὺ διακηρύσσουν τὴν ὡριμότητα τῆς μικρῆς Παναγίας: «Ἡ τριετίζουσα τῷ σώματι καὶ πολυετὴς ἐν τῷ πνεύματι»·  «νηπιάζουσα σαρκὶ καὶ τελεία τῇ ψυχῇ». Καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραξενεύει τοῦτο: «ὅπου γὰρ βούλεται Θεὸς νικᾶται φύσεως τάξις». Φαντάζει παράλογο, ἐκείνη ποὺ εἶχε ἐπιλεγεῖ γιὰ τὸ σημαντικότερο ἔργο στὴν ἀνθρωπότητα: νὰ γίνει μητέρα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, νὰ μὴν ἔχει τὴν χάρη τῆς ὡριμότητας ἤδη ἀπὸ νηπιακὴ ἡλικία. Μόνον ἕνας ποὺ προσεγγίζει τὰ τῆς πίστεως μὲ κριτήριο τὴν ξερὴ  λογική του, θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυριστεῖ κάτι τέτοιο. Ἀλλὰ μία τέτοια προσέγγιση ἀπέχει ἕνα βῆμα ἀπὸ τὴν αἵρεση, μᾶλλον συνιστᾶ ἤδη αἵρεση: στάση μας πέναντι στν Παναγία φανερώνει τὴν στάση μας καὶ ναντι το Χριστο. Τὸ δόγμα, γιὰ παράδειγμα, ὅτι ἡ Παναγία μας εἶναι «Θεοτόκος», ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς πίστεως περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἀντίστροφο.
.        Μὲ τὴν ἐν τῷ Ναῷ εἴσοδο τῆς Παναγίας, σκοπὸς τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προετοιμασία της, γιὰ νὰ γίνει Μητέρα τοῦ Θεοῦ («ἑτοιμάζου γενέσθαι τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον»),  κατανοεῖ κανεὶς κι αὐτὸ ποὺ ἐπισημαίνουν οἱ ὑμνογράφοι ὡς συνέπεια: τὴν κατάργηση τῆς σκιᾶς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, διότι ἔρχεται διὰ τῆς Παναγίας ἡ ἀλήθεια, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός. «Ὁ τοῦ γράμματος παρέδραμε, ἐξέλιπε νόμος καθάπερ σκιά».   Εἶναι πολὺ ὡραῖο τὸ τροπάριο ποὺ λέει ὅτι ἡ θυγατέρα τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὴν χαρακτηρίζει ὁ Δαυίδ,  γίνεται μὲ τὸ θέλημα Ἐκείνου μητέρα Του. «Δαυὶδ ὁ προπάτωρ σε ὕμνησε πάλαι, Παρθένε Θεόνυμφε, θυγατέρα λέγων σε τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ· ὃν καὶ τεκοῦσα μητρικῶς βρέφος ἐθήλασας». (Ὁ προπάτορας Δαυὶδ σὲ ὕμνησε ἀπὸ παλιά, Παρθένε θεονυμφε, καλώντας σὲ θυγατέρα τοῦ βασιλιᾶ Χριστοῦ. Αὐτὸν καὶ Τὸν γέννησες καὶ Τὸν θήλασες μητρικὰ ὡς βρέφος).  Κι εἶναι ἐξ ἴσου πανέμορφος ὁ στίχος τοῦ συναξαρίου, ποὺ διαπιστώνει τὴν διακονία σ’ αὐτὸ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ: αὐτὸς ποὺ τὴν ἔτρεφε στὸν Ναό, ὁ ἴδιος σὲ λίγο θὰ τὴν χαιρετίσει, μεταφέροντάς της τὸ εὐαγγέλιο: θὰ γίνει μητέρα Θεοῦ. «Ἔνδον τρέφει σε Γαβριὴλ ναοῦ, Κόρη, ἥξει δὲ μικρὸν καὶ τὸ Χαῖρε σοι λέξων».
.        Ἡ διατροφή της ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριὴλ μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων δὲν εἶναι, κατὰ τὸν ὑμνογράφο, χωρὶς συμβολισμό. Παραπέμπει σὲ Ἐκεῖνον ποὺ θὰ φέρει σὲ λίγα χρόνια στὸν κόσμο καὶ ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς ἄρτος «ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς». «Ἐπουρανίῳ τραφεῖσα, Παρθένε, ἄρτῳ πιστῶς, ἐν τῷ Ναῷ Κυρίου, ἀπεκύησας κόσμῳ ζωῆς ἄρτον τὸν Λόγον». Καὶ βεβαίως δὲν εἶναι χωρὶς συμβολισμό, χωρὶς «ἀρχετυπικὴ» διάσταση, καὶ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἐν τῷ Ναῷ ζωή της: ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή της, ἡ συνομιλία της μὲ ἀγγέλους, ἡ μελέτη τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, ἡ ἐν τῷ Ναῷ ἐκεῖ διακονία της. Πράγματα δηλαδὴ ποὺ συνιστοῦν μία «ἡσυχαστικὴ» ζωή, μὲ ἄλλα λόγια ἡ Παναγία δικαίως θεωρεῖται τὸ πρότυπο ὅλων τῶν μεγάλων Ἡσυχαστῶν καὶ πραγματικῶν θεολόγων  τῆς Ἐκκλησίας μας.
.        Ὁ πλοῦτος τῆς ὑμνολογίας τῆς Θεομητορικῆς αὐτῆς ἑορτῆς θὰ μᾶς πήγαινε σὲ μεγάλο μάκρος. Διότι ὑπάρχουν ἐξαίσιοι ὕμνοι ὄχι μόνον γιὰ τὴν ἔνδον τοῦ Ναοῦ ζωὴ τῆς Παναγίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν μετὰ λαμπάδων πορεία της μέχρι τὸν Ναό, πορεία «μετὰ Παρθένων καὶ Μητέρων», ἀφοῦ ἐκείνη ὑπῆρξε καὶ τὰ δύο, ὅπως καὶ γιὰ ὅ,τι διαμείφθηκε ὡς διάλογος στὴν πύλη τοῦ Ναοῦ μεταξὺ τῶν γονέων της καὶ τοῦ ἱερέα Ζαχαρία. Παραλείποντας ὅλα αὐτά, ἁπλῶς θὰ φέρουμε στὴν ἐπιφάνεια ἕναν στίχο, ποὺ νομίζουμε ὅτι αὐτὸς καὶ μόνο δείχνει τὴν σημασία ὅλου αὐτοῦ τοῦ τεραστίου πνευματικοῦ μεγέθους ποὺ ἀκούει στὸ ὄνομα «Παναγία». Πρόκειται γιὰ τὴν ἐκτίμηση τοῦ ἱερέα Ζαχαρία, καθὼς βλέπει νὰ προσάγεται στὸν Ναὸ ἡ μικρὴ Μαριάμ. Ὁ Ζαχαρίας λοιπὸν «βοᾷ γηθοσύνως: ἤγγικεν ἡ προσδοκία τῶν θλιβομένων». Ἡ Παναγία συνιστᾶ ἐκείνη ποὺ μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τὴν θλίψη. Δεδομένου μάλιστα ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς ποὺ νὰ μὴ βιώνει τὴν θλίψη, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς πτώσεώς του στὴν ἁμαρτία, ἡ Παναγία εἶναι τὸ πολυτιμότερο ἀγαθὸ ποὺ ἔχουμε, Ἐκείνη ποὺ θὰ ἔλεγε κανεὶς εἶναι «ὁ θησαυρὸς τῆς Πανδώρας». Ἡ ἐλπίδα. Κι αὐτὸ γιατί δι’ αὐτῆς ἦλθε στὸν κόσμο «ἡ Χαρὰ τοῦ κόσμου», ὁ Χριστός. Καὶ μόνον αὐτὸ μᾶς φτάνει. Στὴν ὅποια θλίψη καὶ δυσκολία μας ἡ ἐνατένιση πρὸς Ἐκείνην ἤδη ἔχει ξεκινήσει καὶ τὴ λύση καὶ τὸν ἐρχομὸ τῆς χαρᾶς. Λοιπὸν «χαίρετε λαοὶ καὶ ἀγαλλιᾶσθε».

 ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε

Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (“…ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην”)

“…ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον
ποιῶν εἰρήνην”
(Ἐφεσ. β´ 15)

[Ἀποστολ. Ἀνάγνωσμα Κυρ. 18.11.12]

τοῦ π. Γ. Δορμπαράκη

α. Μὲ ρωμαλέα θεολογικὴ σκέψη καὶ μεγαλειώδη τρόπο ὁ ἀπόστολος Παῦλος προβάλλει στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή του τὸ ἑνωτικὸ ἔργο ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός: εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη τοῦ κόσμου, γιατί γκρέμισε μὲ τὸν σταυρικό Του θάνατο ὅ,τι σὰν τεῖχος χώριζε τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς ἐθνικοὺς καὶ προκαλοῦσε ἔχθρα μεταξύ τους. Στὸν ἑαυτό Του δημιουργήθηκε ἡ νέα ἀνθρωπότητα, ὁ  καινὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε τὴν ὑπέρβαση τῶν ὅποιων ἀνθρωπίνων μέχρι τότε διαφορῶν καὶ χωρισμῶν, μὲ ἀποτέλεσμα διὰ τοῦ Χριστοῦ ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ εἶναι συμπολίτης τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν Χριστὸ φανερώνεται ἡ νέα ἀνθρωπολογία, ἡ καινούργια ματιὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, κάτι ποὺ συνιστᾶ καὶ ὅ,τι πιὸ σύγχρονο ὑπάρχει στὸν χῶρο τῶν ἐπιστημῶν τοῦ ἀνθρώπου.  Ὁ  καινὸς ἄνθρωπος ποὺ ἔκτισε ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀπάντηση καὶ σήμερα τῆς Ἐκκλησίας μας στὸν σύγχρονο ταραγμένο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ καὶ ἀναζητεῖ τὴν ταυτότητά του.

β. 1. Πρὸ Χριστοῦ κυριαρχοῦσε ἡ διάσπαση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.  Ὁ καθένας κατανοοῦσε τὸν ἑαυτό του καὶ γενικῶς τὸν ἄνθρωπο μὲ κριτήρια ἀπολύτως ἐνδοκοσμικά: φυλετικά, ἐθνικά, ταξικά. Οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ παράδειγμα. Ὅριζαν ὡς ἄξιο λόγου ἄνθρωπο μόνο τὸν Ἰουδαῖο, τὸν ἐκλεκτὸ τοῦ Θεοῦ. Τοὺς ἐκτὸς αὐτοῦ ἀνθρώπους τοὺς χαρακτήριζαν ἀπόπαιδα τοῦ Θεοῦ, μὴ ἀνθρώπους, ὄχι περισσότερο ἀπὸ  σκυλιά. Οἱ Ἕλληνες παρομοίως. Τὸ  πᾶς μὴ Ἕλλην βάρβαρος ἦταν ἡ πεμπτουσία τῆς ἀπαξίωσης κάθε μὴ Ἕλληνα καὶ τῆς ὑπεραξίας τῶν ἰδίων. Εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ταξικὴ προσέγγιση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ αὐτούς: ἡ διάκριση σὲ δούλους καὶ ἐλευθέρους ἦταν φυσικὴ γιὰ τοὺς Ἕλληνες κατάσταση.
.        Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ γνώρισμα τῆς πρὸ Χριστοῦ ἀνθρωπότητος ἦταν ἡ ἔχθρα καὶ ἡ διάσταση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Πόλεμος πατὴρ πάντων τοῦ φιλοσόφου  Ἡρακλείτου ἦταν ἡ λεκτικὴ διατύπωση αὐτοῦ ποὺ ὑπῆρχε ὡς αἴσθηση καὶ βίωμα τῶν ἀνθρώπων πρὸ Χριστοῦ. Κι αὐτὸ βεβαίως σήμαινε τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς ἁμαρτίας τους. Διότι ἡ ἁμαρτία στὸν πυρήνα της εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἐγωισμὸς τοῦ ἀνθρώπου – ἡ νοσηρὴ στροφὴ καὶ ἀγάπη του μόνο στὸν ἑαυτό του καὶ στὰ δικά του συμφέροντα – ἀπότοκο τοῦτο τῆς ἀπαρχῆς τῆς πλάσεώς του ἐπανάστασης κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ του. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἐναντίωση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου,  τῇ συμβουλίᾳ τοῦ ὄφεως διαβόλου, πρὸς τὸν Κύριο καὶ Θεὸ τοῦ ἔφερε τὴν ἔχθρα καὶ τὴν διάσπαση καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, μέσα στὸν ὁποῖο ἑαυτὸ ἦταν καὶ ὁ συνάνθρωπός του.  Ὁ πρὸ Χριστοῦ ἄνθρωπος θέριζε τὰ θανατηφόρα ἐπίχειρα τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας του.

2.  Ὁ ἐρχομὸς τοῦ Χριστοῦ ὅμως – προαναγγελμένος ἤδη ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου διὰ τοῦ πρωτευαγγελίου καὶ ἐπαναβεβαιούμενος ἔκτοτε διὰ τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης – σήμανε τὴν κατάργηση τῶν διακρίσεων καὶ τῶν ἐχθροτήτων.  Ὁ Χριστὸς ἐρχόμενος στὸν κόσμο  κτίζει στὸν ἑαυτό Του τὸν καινούργιο ἄνθρωπο καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν  χαλασμένη διὰ τῆς ἁμαρτίας ἀνθρωπότητα. Ἐν Χριστῷ ἔτσι ὑπερβαίνονται ὅλες οἱ διακρίσεις ποὺ χώριζαν πιὰ τοὺς ἀνθρώπους, εἴτε φυλετικὲς ἦταν αὐτὲς εἴτε ἐθνολογικὲς εἴτε κοινωνικές.  Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι – καθ᾽ ἑαυτοὺς καὶ στὴ μεταξύ τους σχέση – στὸ πρόσωπο Ἐκείνου βρίσκουν τὸ κέντρο καὶ τὴν ἑνότητά τους, ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Ἰουδαῖος καὶ ὁ εἰδωλολάτρης, ὁ Ἕλληνας καὶ ὁ  βάρβαρος, ὁ δοῦλος καὶ ὁ  ἐλεύθερος, ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα, οἱ πάντες ἐν Χριστῷ γίνονται ἕνα. Ἵνα κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ τὸν καινὸν ἄνθρωπον, ποιῶν εἰρήνην. Κι ὅπως τὸ διατυπώνει ὁ ἀπόστολος κι ἀλλοῦ:  οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος ἢ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ. Πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.  Εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις.
.        Ὁ χριστιανὸς ἄνθρωπος λοιπὸν εἶναι ὁ καινὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ γίνεται μία φανέρωση Ἐκείνου στὸν κόσμο κι ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ συνιστᾶ τὴν κρίση τοῦ κόσμου. Διότι ὁ κόσμος κυριαρχημένος, μέχρι νὰ πιστέψει στὸν Χριστό, ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ πονηροῦ καὶ σπαρασσόμενος ἔτσι ἀπὸ τὰ ἐγωιστικὰ πάθη του δὲν ἀνέχεται τὸ κήρυγμα ἑνότητος ποὺ προβάλλει ὁ χριστιανὸς πρωτίστως μὲ τὴ ζωή του κι ἔπειτα καὶ μὲ τὰ λόγια του.  Ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ἔτσι, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ μὴ ἀποδεχομένου τὸν Χριστό, ἀδυνατεῖ νὰ κατανοήσει τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ καὶ τὴ μέχρι θυσίας ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Καὶ γι᾽ αὐτὸ προκαλούμενος θέλει νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴ μέση. Ὅ,τι στάση κράτησε ὁ κόσμος ἀπέναντι στὸν ἐν σαρκὶ φανερωθέντα Θεό, τὸν Δημιουργό του, τὴν ἴδια στάση κρατάει καὶ ἀπέναντι στοὺς ἀκολούθους Του. Κι ἡ στάση αὐτὴ εἶναι βεβαίως ἡ δίωξη καὶ ὁ θάνατος.  Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν.

 3. Ὥστε ὁ χριστιανὸς εἶναι ὁ καινὸς-καινούργιος ἄνθρωπος, γιατί εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστό. Μιλᾶμε λοιπὸν γιὰ μία χαρισματικὴ κατάσταση, ἡ ὁποία προϋποθέτει δύο πράγματα: ἀφ᾽ ἑνὸς τὴν πίστη στὸν Χριστὸ ὡς τὸν ἐνανθρωπήσαντα, καθὼς εἴπαμε, Θεό, ὁ  Ὁποῖος ἦλθε στὸν κόσμο προσλαμβάνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση (σῶμα καὶ ψυχὴ) ὄχι στὴν ὑπόσταση-πρόσωπο ἑνὸς συγκεκριμένου ἀνθρώπου (νεστοριανισμός), ἀλλὰ στὴν ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.  Ἡ πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ὄχι ἑνὸς μεμονωμένου ἀνθρώπου συνιστᾶ τὴ βάση τῆς ἀνθρώπινης ἑνότητος. Κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει σῶμα καὶ ψυχὴ εἶναι ἐντεταγμένος στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καὶ συνεπῶς χάριτι Θεοῦ εἶναι πραγματικὰ ἑνωμένος καὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τοὺς συνανθρώπους του.  Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο ἔτσι δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ἠθικὸ ἁπλῶς αἴτημα, ἀλλὰ καθίσταται ὀντολογικὴ ἀναγκαιότητα: δν μπορε κανες ν μν γαπ, ν θέλει ν διατηρε τν κεραιότητα πι τοῦ αυτο του. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ βασικὴ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι τὸ  ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης της ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης της διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης της ἰσχύος σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Ἐν Χριστῷ ἡ ἑνότητα ὅλων, Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, εἶναι δεδομένη.  Ἴνα πάντες ἓν ὦσιν.
.        Ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ ἑνότητα αὐτὴ ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους πραγματοποιεῖται μέσα πιὰ στὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία. Ὅ,τι εἴπαμε ὡς  καινὴ κτίσιν μιλώντας γιὰ τοὺς χριστιανοὺς προϋποθέτει ὅτι ὁ ἄνθρωπος τὸ ἀποδέχεται μὲ τὴ βούλησή του κι ἀρχίζει νὰ τὸ ζεῖ καθὼς γίνεται μέλος Χριστοῦ διὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ τοῦ ἁγίου Χρίσματος. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι μπορεῖ ἡ Χάρη νὰ εἶναι δοσμένη καὶ παροῦσα πραγματικότητα στὸν κόσμο, ἀλλά, ἂν δὲν ὑπάρξει καὶ τὸ “ναί” τοῦ ἀνθρώπου, παραμένει μία ἀνενέργητη κατάσταση. Ἕνα δῶρο χωρὶς ἀποδέκτη.

4.  Ἡ παραπάνω ἀλήθεια εἶναι φοβερὴ στὴν κατανόησή της. Διότι μᾶς συνειδητοποιεῖ ὅτι μπορεῖ κανεὶς νὰ ζεῖ μετὰ Χριστὸν ἀπὸ πλευρᾶς χρονολογικῆς, ἀλλὰ νὰ βρίσκεται ἀκόμη πρὸ Χριστοῦ ἀπὸ πλευρᾶς πνευματικῆς καὶ ἐσωτερικῆς. Δὲν εἶναι τὸ χρονικὸ σημεῖο ποὺ ζοῦμε ποὺ μᾶς κάνει χριστιανούς, ἀλλὰ ἡ πίστη μας στὸν Χριστό. Κι ἀπόδειξη: ὁ ἀλληλοσπαραγμὸς τῶν ἀνθρώπων μέχρι σήμερα σὲ ἐπίπεδο λαῶν, οἱ ἐμφύλιες διαμάχες, οἱ ἔχθρες καὶ οἱ ἐγωϊσμοὶ καὶ μεταξὺ τῶν χριστιανῶν. Τί ἄλλο ὅλα αὐτὰ φανερώνουν παρὰ τὸ γεγονὸς τῆς πρὸ Χριστοῦ ἀκόμη καταστάσεώς τους; Μετὰ Χριστὸν ἀκούσαμε ἐπὶ χριστιανικοῦ ἐδάφους τὰ κηρύγματα τῆς ἀθεΐας, μετὰ Χριστὸν ὁ  προφήτης κήρυξε τὸν θάνατο τοῦ Θεοῦ ὡς τοῦ Πατέρα ποὺ Τὸν  σκότωσαν τὰ παιδιά Του!  Ἡ ὀρφάνια ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα ἔγινε δυστυχῶς σύμπτωμα καὶ τῶν  πιστῶν τῆς μετὰ Χριστὸν ἐποχῆς, ἡ ὁποία διαλάλησε μεταξὺ ἄλλων τὸ  homo homini lupus’,  ὁ ἄνθρωπος εἶναι λύκος γιὰ τὸν συνάνθρωπό του.

γ.  Ἡ μοναδικὴ λύση καὶ διέξοδος στὰ ἀδιέξοδα καὶ τῆς ἐποχῆς μας εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Σ᾽ Ἐκεῖνον παραμένει αἰωνίως ἡ εὕρεση τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἑνότητα τῶν πάντων. Οἱ χριστιανοὶ καὶ μάλιστα οἱ ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι χάριτι Θεοῦ διασώζουμε τὴν αὐθεντικὴ εἰκόνα Του καὶ μποροῦμε νὰ Τὸν ζοῦμε στὴν Ἐκκλησία Του, πρέπει νὰ καταλάβουμε τὴν ἱστορικὴ εὐθύνη ποὺ ἔχουμε. Ἴσως εἶναι ἡ κρισιμότερη ὥρα τώρα ποὺ ἀλληλοσπαράσσεται ὁ κόσμος καὶ ἡ παγκόσμια κρίση ἔχει καταστήσει ἀνισόρροπο καὶ θολωμένο τὸν νοῦ τῶν περισσοτέρων, νὰ ἐνεργοποιήσουμε ὅσο μποροῦμε τὴ χριστιανοσύνη μας, δηλαδὴ τὸν ἑνοποιὸ πρὸς ὅλους ρόλο μας.  Ἡ αἴσθηση τῆς ἑνότητος μὲ τὸν Χριστὸ καὶ Θεό μας, ὅπως καὶ μὲ τοὺς συνανθρώπους μας πρέπει νὰ μᾶς κινητοποιεῖ σὲ βαθειὰ μετάνοια καὶ σὲ προσευχὴ καρδιακὴ καὶ ἔμπονη γιὰ ὅλους.  Ὁ Θεός μας περιμένει αὐτὴν τὴν  ἀφορμή ἀπὸ ἐμᾶς, προκειμένου νὰ προσφέρει πλούσια τὴν ἀγάπη Του. Θὰ εἶναι ὄχι ἁπλῶς κρίμα ἀλλὰ ἔγκλημα νὰ μὴ διαβάσουμε τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν καὶ νὰ περιδινιζόμαστε κι ἐμεῖς στὶς μικρότητες τοῦ ἐγωϊσμοῦ καὶ τῶν συμφερόντων μας,  κατεσθίοντες τὶς σάρκες τῶν ἀδελφῶν μας. Ἀλλὰ τότε ποιά ἐλπίδα μπορεῖ νὰ ὑπάρξει;  Ἄρα γε ἐλθὼν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;

 ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

, ,

Σχολιάστε